Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'χαραμάδα'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 22 results

  1. leonidio

    FILMISH

    Ονομαστική τιμή: 19,00 ευρώ Ξεκαθαρίζω από την αρχή: αν και κόμικ, αυτό το έργο δεν απευθύνεται πρωτίστως σε φίλους των κόμικς, αλλά σε φίλους του κινηματογράφου και μάλιστα σε όσους έχουν κάποιο - έστω και ελάχιστο - θεωρητικό υπόβαθρο και έχουν δει και κάποιες, ας πούμε, πιο δύσκολες ταινίες. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα εικονογραφημένο ταξίδι σε κάποιες μορφές του κινηματογράφου και πώς κάποια στοιχεία φαίνονται σε ορισμένες ταινίες (σκηνικά, φωνή, τεχνολογία), αν και παραδόξως απουσιάζουν τα πιο σημαντικά συστατικά του κινηματογράφου: φωτογραφία, σενάριο και φυσικά σκηνοθεσία. Οι απόψεις και οι πληροφορίες που εκφράζονται είναι πολύ ενδιαφέρουσες για όσους έχουν ασχοληθεί και έχουν διαβάσει κείμενα σχετικά με τον κινηματογράφο, αλλά πολύ φοβάμαι ότι θα είναι σε μεγάλο βαθμό αδιάφορες ή/και κουραστικές (ίσως και εκνευριστικές) σε όσους δεν έχουν ασχοληθεί με παρόμοια κείμενα. Η εμμονή του συγγραφέα σε συγκεκριμένες ιδέες και η διαρκής παράθεση κειμένων από άλλα βιβλία, νομίζω ότι θα κουράσει τους μη εξοικειωμένους αναγνώστες. Προσωπική άποψη, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω: ενδιαφέρουσα δουλειά, καλύπτει μεγάλο φάσμα ταινιών (από το "Πολύ σκληρός για να πεθάνει" έως τον "Καθρέφτη" του Ταρκόφσκι, για να αναφέρω μόνο δύο παραδείγματα - παρεμπιπτόντως, αμφότερα εκθειάζονται ), αλλά στην ουσία πρόκειται για δοκίμιο το ποίο απλά δόθηκε με τη μορφή κόμικς και όχι για καθαρό κόμικς. Δεν συμφωνώ με όλα όσα γράφει ο δημιουργός, αλλά από την άλλη, θα ήταν αφύσικο να συμφωνούσα σε όλα Δυστυχώς, η εικονογράφηση είναι διεκπεραιωτική και κατά τη γνώμη μου, μέτρια. Εξαιρετική έκδοση, μόνο καλά λόγια έχω να γράψω: ιλουστρασιόν χαρτί, εξαιρετική μετάφραση και επιμέλεια, οι τίτλοι των ταινιών έχουν αποδοθεί, όπου είναι δυνατόν με τον τίτλο με τον οποίο είναι γνωστή η ταινία στην Ελλάδα (μόνο ένα λαθάκι παρατήρησα: ο Δόκτωρ Μαμπούζε, έχει μεταφραστεί ως Μαμπύς), στο τέλος υπάρχουν οι σημειώσεις του δημιουργού, ευρετήριο των ταινιών, οι οποίες αναφέρονται στο έργο, καθώς και βιβλιογραφία ανά κεφάλαιο. Συμπέρασμα: εξαιρετική έκδοση, ενδιαφέρον βιβλίο (παρά τις όποιες ενστάσεις μου), το πρόβλημα είναι ότι, κατά τη γνώμη μου, απευθύνεται σε λίγους. Ξεφυλλίστε προσεκτικά πριν αγοράσετε. Κατά τα άλλα, αξιέπαινη προσπάθεια από την εκδοτική, της αξίζουν πολλά συγχαρητήρια. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε συνέντευξη του δημιουργού.
  2. Από το οπισθόφυλλο: Λος Άντζελες, 2020. Μια φεμινιστική ομάδα απελευθερώνει την Μπίμπι, τη σκλάβα του σεξ που ανήκει στον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο των Η.Π.Α. , ο οποίος είναι μια διχαστική μασκοφορεμένη ιντερνετική περσόνα γνωστή μόνο ως "ο Καρχαρίας". Έναν χρόνο μετά τα γεγονότα του Yesternow , η υπόθεση αυτή φέρνει το δίδυμο Φιλίπο και Γκάφρει σε ολομέτωπη αντιπαράθεση, μπλεγμένους σε ένα περίπλοκο πολιτικό παιχνίδι που στήνεται με αφορμή την αρπαγή της Μπίμπι. -------------------- Ο Σπύρος Δερβενιώτης επιστρέφει στο κόσμο του πολύ καλού κόμικ Yesternow ( παρουσίαση εδώ ) και μας δίνει μια αξιόλογη συνέχεια γεμάτη ίντριγκα και καταπιάνεται με πολλά επίκαιρα θέματα όπως ο φεμινισμός, οι μειονότητες, η εισβολή της τεχνολογίας στην καθημερινότητα μας, ο έλεγχος στο ίντερνετ καθώς και την επίδραση των social media στις αποφάσεις που παίρνουμε (σημαντικές ή ασήμαντες). Πολύ καλό σενάριο και σχέδιο σε μια καλή συνέχεια η οποία καταφέρνει όμως να διαφοροποιηθεί από το πρώτο.
  3. Στο Comicdom Con 2019 έκανε την εμφάνισή του ένα μικρό κομιξάκι του Σπύρου Δερβενιώτη, που εντάσσεται στο ίδιο σύμπαν με τα Yesternow και Shark Nation. Τοποθετείται χρονικά μετά από αυτά τα δύο, πολύ σύντομα μετά τα γεγονότα του Shark Nation. Δε θα ήθελα να αναφερθώ στην κεντρική ιδέα, καθώς αποτελεί μεγάλο spoiler και για τους δύο τόμους. Ας πούμε, όμως, ότι ο Δερβενιώτης γράφει για το σχέδιο δολοφονίας ενός κορυφαίου πολιτικού προσώπου, ενώ παράλληλα παίζει με το concept του Terminator. Για όσους έχουν διαβάσει τα προηγούμενα, αρκεί να θυμηθούν ένα συγκεκριμένο καρέ (το πιο αστείο κατ' εμέ) του Yesternow και να κάνουν τη σύνδεση με το εξώφυλλο... Περίμενα κάτι τελείως χιουμοριστικό, αλλά ο δημιουργός δεν ξεφεύγει από το κλίμα του Derveniverse. Έχουμε λοιπόν, ένα πολύ έξυπνο κόμικ, στο οποίο θίγονται ζητήματα της σύγχρονης πραγματικότητας, όπως οι ιντερνετικές κλικοθηρικές σελίδες ενημέρωσης και η υιοθεσία παιδιών από ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Αν σας άρεσαν Yesternow και Shark Nation, διαβάστε το. Αν και πιθανώς το έχετε κάνει ήδη...
  4. Αλιεύθη από τη σελίδα της εταιρίας στο Facebook. Δεν φαίνεται κι άσχημο.
  5. Μεταφορά του κλασικού μυθιστορήματος του Θερβάντες σε κόμικ από τον εξαιρετικό Rob Davis. Έξυπνο στην αφήγηση, δείχνει σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο κάνοντάς το όμως ταυτόχρονα σύγχρονο, με αρκετά οπτικά τρικ. Το εικαστικό αποτέλεσμα δε, είναι πανέμορφο. Αν και τέτοιου είδους μεταφορές τις βαριέμαι θανάσιμα, αυτό το βιβλίο το απόλαυσα. Ευχαριστούμε για το εναλλακτικό εξώφυλλο τον GeoTrou.
  6. Ο ντετέκτιβ, ο πρόεδρος, η «σκλάβα» του και οι σωτήρες της Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Ενα χρόνο μετά το απολαυστικό «Yesternow», το δίδυμο των πρωταγωνιστών του Σπύρου Δερβενιώτη επιστρέφει για μια ακόμη περιπέτεια με κεντρικό πρόσωπο τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο των ΗΠΑ του 2020. Σε ένα βιβλίο που διερευνά την έννοια της ελεύθερης βούλησης σε έναν κόσμο εξαρτημένο από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και υπό καθεστώς ακροδεξιάς παλινόρθωσης «Δεν είσαι ο ήρωας των εξαθλιωμένων. Σε ψήφισαν επειδή είσαι πλούσιος και άπληστος για εξουσία, για να εκνευρίσουν τους ψευτο-συμπονετικούς ηγέτες τους. Δεν είσαι το “όλοι μαζί μπορούμε” αλλά το “όλοι μαζί γαμιέστε”» φωνάζει οργισμένα ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Ντικ Φιλίπο στον νεοεκλεγέντα πρόεδρο των ΗΠΑ. Και ο δεύτερος του απαντά: «Συμφωνώ απολύτως. Καταλαβαίνεις τώρα τι έγινε; Αν ο κόσμος αποφάσισε πως εγώ ήμουν η καλύτερη επιλογή, πόσο μα πόσο βαθιά τους απογοήτευσε η άλλη πλευρά;». Στο «Shark Nation» (εκδόσεις Χαραμάδα) του Σπύρου Δερβενιώτη, ο πρόεδρος είναι μια διχαστική ιντερνετική περσόνα με την πλαστική μάσκα ενός καρχαρία, ένας αγνώστου πραγματικής ταυτότητος επιτήδειος μισογύνης που μιλά στον λαό «αυθεντικά», μάτσο, ρατσιστικά και σεξιστικά και το προβάλλει ως «αντρίκεια και σταράτα». Ενα, μεταφορικά μιλώντας, εξελιγμένο μοντέλο του Τραμπ. Και βασική αντίπαλός του είναι η «Σκρόφα». Μια διαπλεκόμενη πολιτικός παλαιάς κοπής (σας λέει κάτι η Χίλαρι;) που μετά την ήττα της οργανώνει την απαγωγή της σεξουαλικής σκλάβας του «Καρχαρία» για να την σώσει, τάχα, από τις ταπεινώσεις και τις προσβολές. Κι αν αυτή δεν θέλει να σωθεί; Αν δεν είναι καν άνθρωπος; Το μυστήριο που πλέκει ο Σπύρος Δερβενιώτης για την πολιτική κατάσταση στις ΗΠΑ του 2020 μπορεί να λυθεί μόνο από τον Ντικ Φιλίπο, έναν ντετέκτιβ με την όψη του Τζον Γκούντμαν από τον «Μεγάλο Λεμπόφσκι», και τη συνεργάτιδά του, Τζένιφερ Γκάφρεϊ. Το δίδυμο επιστρέφει έναν χρόνο μετά τα γεγονότα του «Yesternow» για μια συναρπαστική και βαθιά πολιτική ιστορία γύρω από τον πολιτικό αμοραλισμό, τον ανεξέλεγκτο ακτιβισμό, τον παθιασμένο βολονταρισμό, τη συνενοχή των απλών ψηφοφόρων στα εγκλήματα των εκλεγμένων ηγετών τους. Οταν ο καιροσκόπος «Καρχαρίας» επισκέπτεται τη σύνοδο των «G-8» έχοντας μια γυναίκα δεμένη με λουρί και φίμωτρο, ημίγυμνη και στα τέσσερα για να σβήνει τα πούρα του στη γλώσσα της, αυτό που κάνει εντύπωση δεν είναι οι χλιαρές αντιδράσεις των υπολοίπων επτά αλλά το πόσο ίδιοι (ή και χειρότεροι) φαντάζουν δίπλα του. Αυτός είναι μια καρικατούρα προέδρου (ένας «τρόλεδρος»), ένας ακροδεξιός εκπρόσωπος της «κοινής λογικής», δηλαδή ένας εκφραστής των ταπεινότερων ενστίκτων των θαυμαστών του, μια εξωθημένη στα άκρα εκδοχή του Τραμπ (όσο απίθανο κι αν φαίνεται να υπάρχει κάτι χειρότερο από τον Τραμπ, μπορούμε απλώς να φανταστούμε πόσο απίθανο θεωρούσε η κοινή γνώμη να δει τον Τραμπ πρόεδρο μια μέρα), αλλά όλοι οι άλλοι είναι πραγματικοί ηγέτες, υποκριτές και θρασύδειλοι. Η απαγωγή της εθελουσίως σκλάβας Μπίμπι από την ομάδα των Grossbusters ανοίγει τον ασκό του Αιόλου, για να αποκαλυφθούν ή να συγκαλυφθούν μια σειρά από μυστικά σε όλα τα επίπεδα τόσο του δημόσιου πολιτικού βίου όσο και του ιδιωτικού. Και ο Δερβενιώτης αποκτά την ευκαιρία να χτίσει ακόμη πιο αποτελεσματικά τους στέρεους χαρακτήρες που μας σύστησε στο πρώτο άλμπουμ της σειράς. Ενώ, παράλληλα, με το γνωστό υπόγειο χιούμορ του, τις φαρμακερές ατάκες των πρωταγωνιστών του και τις συνεχείς αναφορές του σε εμβληματικές ταινίες του παρελθόντος («Star Wars», «Blade Runner» κ.ά.) σε κάθε μπαλονάκι, σε κάθε καρέ, σε κάθε σελίδα «λέει» πάντα κάτι παραπάνω από αυτό που δείχνει καλώντας τον αναγνώστη να αναζητήσει περαιτέρω για να ανακαλύψει τα «κρυμμένα» στοιχεία. Και για τους γνώστες της ελληνικής σκηνής των κόμικς, ως inside joke υπάρχει μια ακόμη πρόκληση-«κυνήγι του θησαυρού»: η αναγνώριση γνωστών δημιουργών κόμικς σε εντελώς αναπάντεχους ρόλους. Στο «αστυνομικό» κλίμα του βιβλίου και στη νουάρ διάσταση της προσωπικότητας του ντετέκτιβ Ντικ Φιλίπο συμβάλλουν καθοριστικά τα ασπρόμαυρα σχέδια του Δερβενιώτη που, ιδιαίτερα στις τελευταίες σελίδες και βοηθούντος του σεναρίου, αποκτούν έναν παραισθητικό, φρενήρη, παραληρηματικό ρυθμό. Και οδηγούν σε μια κορύφωση ανοιχτού τέλους που υπόσχεται ότι ο Ντικ Φιλίπο και η Τζένιφερ Γκάφρεϊ έχουν ακόμα πολλά να πουν και να κάνουν. Πηγή
  7. Kabuki

    YESTERNOW

    Από το οπισθόφυλλο: Λος Άντζελες, 2019. Η Ντετέκτιβ Τζένιφερ Γκάφρεϊ του LAPD ενώνει τις δυνάμεις της με τον ιδιωτικό ντετέκτιβ και φανατικό ταινιών επιστημονικής φαντασίας Ντικ Φιλίπο για να λύσει μια αλυσίδα φόνων. Όλα τα θύματα είναι ηθοποιοί της δεκαετίας του '80. Όλοι δολοφονήθηκαν μόλις ανακοινώθηκε η επιστροφή τους σε σίκουελ των ταινιών που τους έκαναν διάσημους. Όλοι ετοιμάζονταν να δουλέψουν για τον παραγωγό B. B. Eightiz. Η υπόθεση περιπλέκεται όταν μια "νεκρή" ηθοποιός εμφανίζεται ξαφνικά στο γραφείο του Ντικ ολοζώντανη και σε νεαρή ηλικία και ο B. B. Eightiz ανακοινώνει άλλο ένα σίκουελ, αρχίζοντας την αντίστροφη μέτρηση για την επόμενη δολοφονία. ------------------ Από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις του φετινού Comicdom! Serial killer δολοφονεί ηθοποιούς των 80ς με την ανακοίνωση της συμμετοχής τους σε σύγχρονα σικουελ, πως να μη με τραβηξει ένα τέτοιο κόμικ; Εδώ που τα λέμε, όλοι εχουμε ψιλοαγανακτήσει με ατελείωτα κακόγουστα remakes & sequels των 80ς. Υπήρξαν και διάφορα πετυχημένα φυσικά, αλλά δεν μπορεί να αγνοήσει κανεις την υπάρχουσα έλλειψη φαντασιάς, την αγοραπωλησία νοσταλγίας και το ξεζούμισμα παλιότερων δεκαετιών απο την κινηματογραφική βιομηχανία. Πίσω στο κόμικ. Με αυτήν την έξυπνη ιδέα ο Δερβενιώτης φτιάχνει ένα πολύ καλό αστυνομικό/scifi κόμικ (και όχι καλό κόμικ για ελληνικό). Είναι ένας φόρος τιμής στα 80ς, με καυστική χιουμοριστική ματιά, με δεκάδες αναφορές στην ποπ κουλτούρα, easter eggs (μέρες που είναι ), καλή ανάπτυξη χαρακτήρων, αληθοφανείς διαλόγους με πετυχημένες ατακες, σωστή ροή χωρίς κοιλιές, που παρά το μέγεθος του κόμικ δεν κουράζει. Σχεδιάστικά είναι ίσως η πιο ώριμη δουλειά του Δερβενιώτη, με πολύ καλή σκηνοθεσία και σωστή ατμόσφαιρα. Νομίζω ότι του παει περισσότερο το ασπρόμαυρο τελικά και αναδεικνύει καλύτερα τις δυνατότητές του. Συνολικά, πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο, χορταστικό κόμικ, που μου άρεσε πολύ και νομίζω πως μπορεί να σταθεί άνετα και στο εξωτερικό. Ανυπομονώ και για άλλες αντίστοιχες δουλειές πολύ ενδιαφέρον άρθρο για το κόμικ, με σχόλια του δημιουργού εδώ
  8. Στις 144 σελίδες του Shark Nation συναντά κανείς όλα όσα μας απασχολούν και μας προβληματίζουν στα social media, αλλά και στις παρέες μας. Συζητάμε για τον φεμινισμό που είναι ξανά στο προσκήνιο με το κίνημα του #metoo, για τα όρια, αν υπάρχουν, της πολιτικής ορθότητας, για την πολιτική που ασκείται από ανθρώπους που με δυσκολία μπορείς να τους χαρακτηρίσεις πολιτικούς, για τα social media και την άμεση επιρροή τους στις μάζες και στις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και, φυσικά, για την τεχνολογία που βάζει μπροστά μας νέα ηθικά διλήμματα. Όλα αυτά μέσα από την ιστορία της Μπίμπι, της σκλάβας του σεξ του νέου Αμερικανού προέδρου αλλά και των ντεντέκτιβ Ντικ Φιλίπο και Τζένιφερ Γκάφρεϊ, παλιών γνώριμων μας από το περσινό Yesternow. Για όλα τα υπόλοιπα ο λόγος στον Σπύρο Δερβενιώτη, στον οποίο ανήκει το σχέδιο αλλά και το κείμενο στα αγγλικά… Το Shark Nation καταπιάνεται με τα social media και την εισβολή της τεχνολογίας στην καθημερινότητα… Ποιο είναι το story του Shark Nation και γιατί το επέλεξες ως τη νέα σου δουλειά; Βρισκόμαστε στην Αμερική του 2020. Μια φεμινιστική ομάδα απελευθερώνει την Μπίμπι, την σκλάβα του σεξ που ανήκει στον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο των Η.Π.Α., μια μασκοφορεμένη ιντερνετική περσόνα γνωστή μόνο ως «ο Καρχαρίας». Η υπόθεση φέρνει το δίδυμο των ντετέκτιβ που γνωρίσαμε στο Yesternow, τον Ντικ Φιλίπο και τη Τζένιφερ Γκάφρεϊ σε ολομέτωπη αντιπαράθεση, μπλεγμένους σε ένα περίπλοκο πολιτικό παιχνίδι που στήνεται με αφορμή την αρπαγή της Μπίμπι. Όπως και στο Yesternow, το κόμικ του οποίου αποτελεί συνέχεια, επέλεξα ένα θέμα το οποίο με τον ένα ή τον άλλον τρόπο έβλεπα να επανέρχεται σαν συζήτηση και να συμπυκνώνει το zeitgeist. Ταυτόχρονα είχα να λύσω ένα «ευτυχές ατύχημα»: το γεγονός ότι έφτιαχνα ένα sequel στο κόμικ που κατακεραύνωνε τα sequel. Ωστόσο το Shark Nation δεν είναι “Yesternow II”. Το μόνο κοινό είναι οι χαρακτήρες, που τους πιάνουμε ακριβώς από εκεί που τους αφήσαμε στο τέλος του Yesternow, κι όποιος το έχει διαβάσει, ξερει ακριβώς τι σημαίνει αυτό. Όποιος δεν το έχει διαβάσει, θα πρότεινα να το διαβάσει πριν ξεκινήσει το Shark Nation, αλλιώς σημαντικά subplots θα τον ξενίσουν. …αλλά και με τα gender issues. Είναι ένα πολιτικό κόμικ και γιατί; “It’s complicated”. Είναι πολιτικό κόμικ εκ κατασκευής. Ήταν μια ιστορία που δομήθηκε πάνω στα gender issues, στη συζήτηση που γίνεται γι’ αυτά, αγγίζοντας και τα θέματα της ελεύθερης βούλησης και των ορίων αυτής, και της ελευθερίας του λόγου και των ορίων αυτής. Στο αρχικό draft δεν υπήρχε Πρόεδρος των ΗΠΑ, απλά ‘Ενας Οποιοσδήποτε Κυρίαρχος Αρσενικός. Η επιλογή αυτός να είναι ο Πλανητάρχης, μου άνοιγε δυνατότητες στην πλοκή και “it really brought the room together”, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό το τόσο «φανερά πολιτικό στοιχείο» που κάνει το κόμικ πολιτικό. Φεμινισμός, social media, τεχνολογία, Τραμπ, πολιτική ορθότητα. Το Shark Nation απλώνεται σε ένα φάσμα επίκαιρων θεμάτων και μοιάζει να μη «μασάει» πουθενά. Πώς θίγει τα παραπάνω θέματα και πόσο ταυτίζεται με τη δική σου οπτική γι’ αυτά; Πρώτα θέλω να βγάλω τον ελέφαντα απ’ το δωμάτιο: Στο κόμικ δεν υπάρχει Τράμπ, η τουλάχιστο δεν υπάρχει ο «εύκολος στόχος Τράμπ». Θεωρώ ότι η πολεμική στον Τράμπ έγινε με λάθος τρόπο, λάθος τόνο, και στην τελική εν πολλοίς και με λάθος κίνητρα. Αυτό αγγίζεται έμμεσα αλλά σε αρκετο βάθος στο δεύτερο κεφάλαιο του Shark Nation. Το τελευταίο που θα ήθελα θα ήταν να προστεθώ σε μια ανέξοδη παρέλαση αυτοσυγχαιρώμενων προοδευτικών που κλωτσάνε έναν εύκολο στόχο και παρ’ όλα αυτά καταφέρνουν ν’ αστοχήσουν. Περισσότερο με ενδιέφερε το «σκοτεινό φωτοστέφανο» που περιβάλει τον Τράμπ: Η Μοντέρνα και internet-savvy ακροδεξιά, όλο αυτό το alt-right κύμα που χρησίμευσε σαν Προφήτης του Τραμπισμού. Πρωταγωνιστές εκτός από το δίδυμο των ντεντέκτιβ Ντικ Φιλίπο και Τζένιφερ Γκάφρεϊ, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ -μια ιντερνετική περσόνα με το προσωνύμιο «Ο Καρχαρίας- και η Μπιμπή, σκλάβα του σεξ. Ποιο είναι το πιο δυνατό σημείο του Shark Nation και πώς το ανέδειξες με τη δουλειά σου; Aυτό είναι κάτι που μπορούν να απαντήσουν μόνο οι αναγνώστες. Το τέλος του Shark Nation υπαινίσσεται ότι τα πάντα πλέον είναι δυνατά, και όχι από την καλή άποψη. Τι θα μπορούσε να σε εκπλήξει προσωπικά σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο; Ένα ευτυχισμένο τέλος, αυτό θα μου προκαλούσε έκπληξη. Μια συλλογική αφύπνιση, ένα ξαφνικό και μαζικό «ρε μαλάκες τι σκατά κάνουμε; Γιατί ανεχόμαστε ΑΥΤΟ;» Αυτό θα ήταν μια γνήσια έκπληξη. Η πεμπτουσία της Κρίσης, (η οποία είναι παγκόσμια, μην αφήνετε κανέναν μαλάκα να την παρουσιάζει σαν κάτι που αφορά συγκεκριμένα τη χώρα μας), είναι αυτή η γενικευμένη αίσθηση ότι τίποτα δεν έχει συνέπειες, κανένα check and balance δε λειτουργεί, κανένας δεν είναι σε θέση να ελέγξει και να περιορίσει οποιονδήποτε αποφασίσει ότι θέλει να αρπάξει ο,τιδήποτε ορέγεται. Μεγαλώσαμε σε μια εποχή όπου ένα σκάνδαλο μπορούσε να ρίξει έναν Πλανητάρχη, και ονειρευτήκαμε να γίνουμε οι Γούντγουορντ που θα το καταφέρουν. Γερνάμε σ’ έναν κόσμο όπου οι Γούντγουορντ φανερότατα και ξεδιάντροπα παραπληροφορούν, ψέγοντας ταυτόχρονα τα «fake news των ίντερνετς» φοβικοί απέναντι σ΄έναν κόσμο που βλέπουν σαν όχλο απ’ τον οποίο έχουν πλήρως αποξενωθεί. Η αρρώστια έχει τόσο γενικευθεί, που αυτό θα με εξέπληττε: το να ξαναγίνουμε καλά, και να αποκτήσουν τα πράγματα αξία και βαρύτητα. To “Shark Nation” αποτελεί το σίκουελ του “Yesternow”. Πώς θα είναι το Shark Nation του 2051; «Ή μέχρι τότε θα έχει αναμορφωθεί, ή θα έχει πάψει να υπάρχει», είναι μια προφητεία που έχουμε στο DiEM25. Βέβαια η προφητεία αφορά την Ευρώπη και το 2025, αλλά ισχύει και για το Shark Nation. Αυτό που βιώνουμε και περιγράφει το Shark Nation είναι μια επιταχυνόμενη εντροπία. Έ, δεν υπάρχουν πολλοί τρόποι να καταλήξει αυτό, δύο είναι: ή εκμηδενίζεσαι ή μετουσιώνεσαι. Η φετινή σου παρουσία στο Comicdom Con; Για τρίτη συνεχή χρονιά στο artist’s alley, περιτρυγυρισμένος από καλούς φίλους με καινούργιες δουλειές για τις οποίες μαζί κοιλοπονήσαμε όλη τη χρονιά. Το Shark Nation κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χαραμάδα. Το Comicdom Con Athens 2018 διεξάγεται 20-22/4 (11.00-21.30) στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση και στο κτίριο του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδας. πηγή
  9. Shark Nation- Toξικά τρολ, πολιτική ορθότητα και ένα μέλλον που αιωρείται Aπό το youtube στον Λευκό Οίκο μέσω του σεξισμού Με το Yesternow, ο Σπύρος Δερβενιώτης ασχολήθηκε με την αποδόμηση της νοσταλγίας και της (μεταμοντέρνας) πολιτισμικής επιστροφής των ίδιων πραγματών ξανά και ξανά, που φαίνεται να κυριαρχεί στην εποχή μας. Τώρα, στο sequel, ο δημιουργός δε διστάζει να καταπιαστεί με μερικά από τα πιο δύσκολα θέματα της εποχής μας. Αυτά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την ιντερνετικής κουλτούρα, τα τρολ και την πολιτική ορθότητα. Αποτελούν, στην εποχή μας, θέματα αμιγώς πολιτικά, όπως έδειξαν και οι εκλογές στις ΗΠΑ. Ο Δερβενιώτης βασίζει σε αυτές τις πραγματικές συνθήκες τη δική του, ελεύθερη μέσα στην υπερβολή της, αστυνομική ιστορία και αυτή τη φορά φέρνει τους δύο ήρωες του Yesternow αντιμέτωπους, περισσότερο από θέμα συνθηκών παρά ιδεολογίας. Άλλωστε και οι διαφορετικές απόψεις που σκιαγραφούνται μέσα στις σελίδες του Shark Nation (εκδόσεις Χαραμάδα) δε θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Από τη μία είναι το γνωστό ακροδεξιό, ρατσιστικό, βαθιά μισογύνικο και αντιδραστικό παραλήρημα της alt-right, το οποίο δεν έχει αφήσει καμιά γωνιά του Ιντερνετ απολιόρκητη και στις μέρες μας, όπως και στο graphic novel, έχει φτάσει μέχρι τον Λευκό Οίκο. Προκλητικοί για την πρόκληση, εχθρικοί σε οτιδήποτε δε τους μοιάζει, οι alt-right είναι το πρόσωπο ενός νέου κόσμου που δεν βλέπει την θέση του στις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες που τον περιτριγυρίζουν, τόσο οικονομικά όσο και πολιτισμικά. Έτσι,βρίσκει καταφύγιο σε έναν νέου τύπου συντηρητισμό, από τον οποίο μάλιστα δεν λείπει και μια ανεδαφική μεν, λαοφιλής δε θεωρητική τεκμηρίωση. Στα καρέ του κόμικ αυτός ο κόσμος εκπροσωπείται από ένα avatar, έναν άνθρωπο δίχως πρόσωπο αλλά με βαθιά εγωιστικά χαρακτηριστικά. Ο Καρχαρίας, ο τρόλεδρος και αρχηγός του Shark Nation είναι ταυτόχρονα η προσωποποίηση τόσο του καταπιεσμένου, ψυχολογικά και οικονομικά, κόσμου της alt-right όσο και όσων την χρησιμοποιούν για τα επικοινωνιακά τους παιχνίδια, ως κάλυμμα καπνού σε καταπιέσεις πολύ πιο βαθιές και αληθινές από αυτές που (νομίζει ότι) βιώνει ο λευκός άνδρας στην φανταστική κυριαρχία του φεμινισμού. Από την άλλη, υπάρχει η ομάδα των Crossbusters, η φεμινιστική ομάδα των υπερασπιστριών της πολιτικής ορθότητας. Μέσα σε μια σύντομη και πολύ πιο προσωπική εστίαση, ο Δερβενιώτης κάνει μια παρουσίαση όλων των πραγμάτων για τα οποία κατηγορείται αυτός ο δύσκολος όρος με τις πολλαπλές σημασίες. Με τις Crossbusters κάνουν την εμφάνισή τους η ακραία σημασιοδότηση της ορολογίας στο πλαίσιο της έγκλισης, η επικριτική και πολλές φορές επιθετική συμπεριφορά απέναντι στην κριτική και η αποφυγή ζητημάτων της παραδοσιακής πολιτικής. Τα χαρακτηριστικά αυτά, που εντοπίζονται σε πολλές φεμινιστικές ομάδες, περισσότερο με διαδικτυακή παρουσία, είναι και αυτά που επιτρέπουν σε αστικές πολιτικές να τις αποπροσανατολίσουν από την απαραίτητη ριζοσπαστική δράση και να τις εντάξουν σε μια ρητορική όχι μόνο κενή αλλά και τελικά όντως επικίνδυνη για την ελεύθερη κριτική, στο όνομα της «προστασίας» και της «ρύθμισης». Ας μη πάει πολύ μακριά κάποιος… Αρκεί να θυμηθεί την Μέριλ Στριπ που στήριζε με τόσο πάθος την Χίλαρι Κλίντον, αγνοώντας ηθελημένα το γεγονός ότι οι φονικές πολιτικές της δε διέφεραν ουσιαστικά από αυτές του νυν προέδρου. Ο Δερβενιώτης δεν υιοθετεί την επικίνδυνη στάση του ισαποστισμού, του «ναι μεν, αλλά». Στις σελίδες του Shark Nation ο φόνος, ο βιασμός, η τρομοκρατική δράση της alt-right δεν εξισώνεται με τη διαδήλωση, τη διαμαρτυρία, την πάλη για ίσα δικαιώματα. Αντίθετα, η τελευταία αναγνωρίζεται και, στο τέλος τίθεται στο επίκεντρο για όλους, ανεξαρτήτως φύλου, σεξουαλικότητας, χρώματος, ιδιότητας ή… μηχανικής υπόστασης. Ταυτόχρονα στις πυκνές σελίδες του κόμικ βρίσκουμε και το θέμα των προσωπικών δεδομένων σε μια εποχή που ζει στο Διαδίκτυο σε μεγάλο βαθμό, αν όχι εξ ολοκλήρου. Το τι βλέπουμε, το τι και πως το σχολιάζουμε διαμορφώνει όχι μόνο την πολιτική μας ζωή αλλά και την ταυτότητά μας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο έλεγχος της πληροφορίας αποκτά πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από ότι στο παρελθόν. Η ίδια η Ιστορία κινδυνεύει όχι απλά να εξαφανιστεί αλλά να γίνει κάτι πολύ χειρότερο: να επανεγγράφεται συνεχώς, μια μεταλλαγμένη και χαοτική αλήθεια… εναλλακτικών γεγονότων όπου τίποτα δεν έχει σημασία και τίποτα δεν ξεχωρίζει. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι ήρωες του Δερβενιώτη συγκρούονται, αναθεωρούν σχέσεις και καταστάσεις, μπλέκουν και λύνουν υποθέσεις. Με την υφή του noir πάνω από την ιστορία (ενισχυόμενη και από το ύφος του σχεδίου) ο Δερβενιώτης πλέκει τα δύσκολα αυτά θέματα πάνω σε μια αστυνομική ουσιαστικά ιστορία, κάτι που δεν της στερεί τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις. Αντίθετα, κατεβάζοντας τα θέματα αυτά από τα…σύννεφα του Ιντερνετ στους δρόμους και τα γραφεία, όπου ζουν οι ανθρώπινοι χαρακτήρες του, καταφέρνει να τους δώσει όχι μόνο μια άμεση υπόσταση αλλά και μια εγγύτητα που την έχουν ανάγκη. Σχεδιαστικά, το οξύ σκίτσο του Δερβενιώτη, με τις λεπτές σκιάσεις, γραμμές και τα παιχνιδίσματα του ασπρόμαυρου δίνει ένα πολύ βίαιο αποτέλεσμα, το οποίο ταιριάζει στην εποχή και τη θεματολογία. Είναι ένα σκίτσο που όχι μόνο δε διστάζει να δείξει σώματα και όργανα ως Αντικείμενα και Υποκείμενα, αίμα και βία, αλλά το κάνει και λειτουργικά, φυσικά, σαν κομμάτι της πλοκής και των συνθηκών που την επηρεάζουν. Είναι μια εποχή άλλωστε όπου ένα ιντερνετικό ακροδεξιό τρολ είναι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ και η απογοήτευση αναρριχάται σε επίπεδα πρωτόγνωρα. Ποιο άλλο χρώμα θα ταίριαζε σε ένα τέτοιο παρόν/μέλλον; Τι επιφυλλάσει λοιπόν το μέλλον για το Shark Nation αλλά και τους αναγνώστες του; Δυστυχώς, για την απαισιόδοξη ματιά του δημιουργού, αυτά συγκλίνουν: Δυσκολίες. Τα πάντα είναι πιθανά, αλλά τα κακά είναι μάλλον πιθανότερα. Δέκα χρόνια άλλωστε παγκόσμιας κρίσης δεν αφήνουν και πολύ χώρο για αισιοδοξία. Σε κάθε περίπτωση όμως, το σοκ του Shark Nation είναι, αν μη τι άλλο, ένα καλό ξυπνητήρι. Αρκεί να μην πατήσουμε το snooze. Πηγή
  10. Εξάρχεια: Το Πικρό Νεράτζι- Ένα κόμικ για το άβατο ανθρωπιάς, αλληλεγγύης και αντιφάσεων «Ξέρεις, λένε πως όταν χτιζόταν η Αθήνα, υπήρχε ένα σχέδιο να γεμίσουν τους δρόμους με οπωροφόρα δέντρα. Μηλιές, λεμονιές, φαγητό παντού… αλλά όταν το έμαθαν οι αγρότες έγινε χαμός, στο τέλος δεν μας έμεινε τίποτα άλλο από τα πικρά νεράντζια… και η μυρωδιά» Τα Εξάρχεια έχουν τη δική τους θέση στην επικαιρότητα όχι μόνο της Αθήνας αλλά όλης της Ελλάδας. «Άβατο», «κέντρο παρανομίας», «χώρος αντιεξουσιαστών», είναι μερικές από τις φράσεις που συνοδεύουν τις δημοσιογραφικές αναφορές στην ιστορική γειτονία. Στο τέλος αυτών, πάντα βρίσκεται η καθιερωμένη ερώτηση: «πότε θα κάνει κάτι το κράτος;». Με αυτό τον τρόπο, τα Εξάρχεια πλαισιώνονται πάντα ως πρόβλημα το οποίο πρέπει να επιλυθεί προκειμένου να επανέλθει η τάξη και να ζήσουν «κανονικά» οι κάτοικοι τους αλλά και εμείς, οι πολίτες των υπόλοιπων περιοχών που απειλούμαστε από αυτή την κατάσταση. Ακόμα και αν δεν είχαν τα Εξάρχεια την αυταξία τους (που την έχουν), τα παραπάνω θα αρκούσαν για να κάνουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα την έκδοση στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Χαραμάδα, του κόμικ Εξάρχεια – Το Πικρό Νεράντζι (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Χαραμάδα), που κυκλοφόρησε αρχικά στη Γαλλία με τον τίτλο Εξάρχεια – L’ Orange Amere . Πώς προέκυψε ένα γαλλόφωνο κόμικ για τη διάσημη γειτονία; Μέσα από τη συνεργασία του Δημήτρη Μαστώρου, που γεννήθηκε και σπούδασε στις Βρυξέλλες αλλά μεγάλωσε στα Εξάρχεια, με τον Βέλγο συμφοιτητή του, Νικολάς Γουτέρς. Πρόκειται για την πρώτη τους έκδοση βιβλίου κόμικ, σε σχέδιο του Μαστώρου και σενάριο που επεξεργάστηκε ο Γούτερς, αξιοποιώντας τις αναμνήσεις από τα εφηβικά χρόνια που έζησε ο συνδημιουργός του στην περιοχή αλλά και τα πολλά ντοκιμαντέρ που έχουν δημιουργηθεί την τελευταία δεκαετία. Τα Εξάρχεια βρίσκονται στο επίκεντρο της ιστορίας και δεν αποτελούν απλά ένα πλαίσιο. Ο Νίκος, ο πρωταγωνιστής, φτάνει από το εξωτερικό στην Αθήνα για να περάσει λίγες μέρες προτού μεταβεί στα νησιά για να ζήσει το ελληνικό καλοκαίρι. Θα μείνει μερικές μέρες στα Εξάρχεια στους θείους του που έχουν ένα καφέ στα Εξάρχεια και χρειάζονται βοήθεια, καθώς ο θείος του έχει προβλήματα υγείας. Πολύ γρήγορα θα τον τραβήξει η γειτονία, τα μέρη και οι άνθρωποι, συνήθειες που είχε ξεχάσει και άλλες, νέες. Μέσα από τις βόλτες του Νίκου γνωρίζουμε τα Εξάρχεια και τις ιδιαιτερότητες τους: συγκρούσεις με την αστυνομία Παρασκευή και Σάββατο, άνθρωποι όπως ο αγωνιστής Τζίμπης, ο ενθουσιασμός με τον Αστέρα Εξαρχείων και η φιέστα για τον υποβιβασμό, ένα σκυλί σε αναπηρικό καροτσάκι (εμπνευσμένο από τον Λουκάνικο) οι μετανάστες που εγκλωβίστηκαν στην Αθήνα προσπαθώντας να περάσουν σε άλλες χώρες αλλά και οι ηρωινομανείς και ο δικός τους αγώνας επιβίωσης. Όλα αυτά μέσα σε ένα περιβάλλον γνώριμο για τον αναγνώστη: ο λόφος του Στρέφη, η πλατεία, τα στενάκια και, στο κέντρο όλων, το πάρκο Ναυαρίνου. Το πάρκο θα κεντρίσει την προσοχή του πρωταγωνιστή: ένας χώρος αλληλεγγύης, δημιουργίας αλλά και συγκρούσεων, με κάποιους από τους κατοίκους να στρέφονται επιθετικά ενάντια στους ναρκομανείς. Ο Νίκος θα εμπλακεί στη ζωή του πάρκου που ετοιμάζεται να γιορτάσει τα γενέθλια της δημιουργίας του και πολύ γρήγορα το εξαρχειώτικο καλοκαίρι θα τον «ρουφήξει», κάνοντας τον να ξεχάσει τα σχέδια για τα νησιά. Ο αναγνώστης που έχει κάνει έστω και ελάχιστες βόλτες στην περιοχή, θα καταλάβει πόσο προσοχή έχει δοθεί στην απεικόνιση του χώρου. Το εκάστοτε καρέ δεν παρουσιάζει έναν οποιονδήποτε δρόμο των Εξαρχείων αλλά κάθε φορά ένα συγκεκριμένο δρόμο, μία συγκεκριμένη πλευρά της πλατείας. Παρόλο που το σχέδιο βασίζεται σε αδρές γραμμές και σε αποχρώσεις του γκρι και του μαύρου, προσπαθεί να αποδώσει πιστά την περιοχή στις λεπτομέρειες της, που την κάνουν να ξεχωρίζει: γκράφιτι, πανό, αφίσες έχουν την τιμητική τους. Ο πιο φανατικός της περιοχής θα εντοπίσει και κάποιες ταμπέλες που έχουν αποδοθεί με ακρίβεια. Πολύ συχνά, οι πρωταγωνιστές βρίσκονται στο περιθώριο καθώς παραγκωνίζονται από καρέ των Εξαρχείων υπό διαφορετικές γωνίες ή οι διάλογοι αποκόπτονται από τα πρόσωπα και παρουσιάζονται σαν να πλέουν στη θερινή ραστώνη της περιοχής. Είναι και τα Εξάρχεια, με αυτό τον τρόπο, ένας από τους πρωταγωνιστές και θέλει να πει τη δική του ιστορία. Κορυφαίες στιγμές αυτής της προσπάθειας είναι τα πανοραμικά πλάνα του πάρκου της Ναυαρίνου, ως ένας τόπος γιορτής σε αντίθεση με τη μουντάδα της γύρω πόλης. Ωστόσο, όλα τα παραπάνω δεν συντείνουν σε μία εξιδανίκευση των Εξαρχείων. Στην περιοχή μένουν πραγματικοί άνθρωποι μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο με τις δικές του αντιθέσεις και προκλήσεις. Δίπλα στο γλέντι στου Στρέφη, εξελίσσεται μία ακόμα ιστορία: μετανάστες έχουν καταλάβει ένα διαμέρισμα που ανήκει στον θείο του πρωταγωνιστή, ο οποίος θέλει να το νοικιάσει. Καθώς ο Νίκος προσφέρεται να βοηθήσει, θα έρθει σε επαφή με τον μικρό Ιμράν που κάνει κουμάντο και θα τον πιέσει να βρεθεί μία λύση. Αρχίζει να καταλαβαίνει τη λογική του νεαρού μετανάστη για το αδιέξοδο στο οποίο έχουν βρεθεί, την ίδια στιγμή που ο θείος του αρχίζει να αναζητά άλλες λύσεις που θα τον φέρουν σε σύγκρουση με τον Νίκο. Αυτή η ρεαλιστική ματιά στα Εξάρχεια και τις αντιφάσεις τους, αποτελεί το καλύτερο αντίβαρο στη δαιμονοποίηση τους. Μακριά από τις δημοσιογραφικές υπερβολές, το σκίτσο του κόμικ μας φέρνει πολύ πιο κοντά στη γειτονιά από ότι η παραμορφωμένη «αλήθεια» της κάμερας και του ρεπορτάζ. Το Πικρό Νεράντζι είναι ένα από τα καλύτερα κόμικ που θα διαβάσουμε φέτος. Δύο δημιουργοί που διατηρούν μία απόσταση από την ιστορική γειτονία της Αθήνας, όπως και ο πρωταγωνιστής του κόμικ, μας οδηγούν στην πιο βαθιά βουτιά στην περιοχή. Μέσα από χαρακτήρες που νιώθουμε ότι τους ξέρουμε ήδη, δρόμους που έχουμε χιλιοπερπατήσει, μας κάνουν να δούμε με άλλο μάτι την καθημερινότητα μας μέσα στην Αθήνα Η γλυκόπικρη αίσθηση κυριαρχεί σε όλο το κόμικ και το καθιστά, ταυτόχρονα, τρομακτικά οικείο αλλά και πρωτόγνωρο. Πηγή
  11. «Μπαίνουμε μέσα όπως μπαίνουμε σε ένα κάστρο, παρασυρμένοι από τη μυρωδιά του καμένου και του γλεντιού. Η ιστορική γειτονιά των Εξαρχείων πλέει ακυβέρνητη στην τσιμεντένια θάλασσα της Αθήνας. Στους στενούς δρόμους, οι κάτοικοι γελούν και χάνονται, διασχίζοντας επικίνδυνα νερά σαν νυχτερινά ψάρια. Ο Νίκος, έλληνας φοιτητής στο εξωτερικό, επιστρέφει ως επισκέπτης στα Εξάρχεια, τη γειτονιά της παιδικής του ηλικίας. Τα Εξάρχεια του οικογενειακού καφέ-μπαρ, του πάρκου Ναυαρίνου, των γκράφιτι, των καταλήψεων. Της θείας Ναταλίας, του αγωνιστή Τζίμπη, του εξαρτημένου Γιάννη, του μικρού μετανάστη Ιμράν». «Πρόκειται για μια γλυκόπικρη παρουσίαση της πιο αγαπημένης (ή πιο μισητής για άλλους) γειτονιάς της Αθήνας. Χωρίς να ωραιοποιεί, χωρίς να εξιδανικεύει, χωρίς να διστάζει να μιλήσει για τα κακώς κείμενα, χωρίς όμως και να ξεχνά την αίσθηση της αλληλεγγύης και της απλότητας αλλά και την υπέροχη μυρωδιά των νεραντζιών, ο Δημήτρης Μαστώρος και ο Nicolas Wouters μας δίνουν μια ιστορία που εκτυλίσσεται στο «πικρό νεράντζι» της Αθήνας, τα Εξάρχεια, με ένα ιδιαίτερο σχέδιο που θυμίζει κινηματογραφική ταινία». Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο κόμικ, όπως και η περιοχή όπου διαδραματίζεται. Με αφορμή την επίσκεψη και διαμονή του πρωταγωνιστή στα Εξάρχεια αλλά και τη διαμόρφωση του πάρκου Ναυαρίνου σε κοινωνικό χώρο, προσπαθεί να παρουσιάσει στον αναγνώστη τη γειτονιά των Εξαρχείων και να σχολιάσει κάποια κοινωνικά φαινόμενα, όπως η βία, ο ρατσισμός και η χρήση ναρκωτικών ουσιών, που δεν περιορίζονται στην περιοχή αλλά μας αφορούν γενικότερα ως κοινωνία. Κατά τη γνώμη μου στο πρώτο κομμάτι τα καταφέρνει πολύ καλά. Σε βάζει μέσα στο κλίμα της περιοχής και των κατοίκων της, μιας πραγματικά ζεστής γειτονιάς για όσους την αγαπούν και την περιδιαβαίνουν ειρηνικά. Τα «μπάχαλα» πέριξ της πλατείας είναι κι αυτά εδώ, αναπόσπαστο κομμάτι δυστυχώς της καθημερινότητας αλλά είναι εδώ και οι πράξεις αλληλεγγύης και συμπαραστάσης. Μάλιστα, έχει γίνει τόσο προσεκτική δουλειά στο εικαστικό κομμάτι που όσοι ξέρουν την περιοχή σίγουρα θα αναγνωρίσουν δρόμους, τοίχους, μαγαζιά και αν τυχόν έχουν αρκετό καιρό να την επισκεφτούν θα νιώσουν μια γλυκιά νοσταλγία. Από την άλλη όμως, βρήκα ότι δεν κατάφερε να μπει στην ουσία των πιο σοβαρών θεμάτων που προσπάθησε να θίξει και τα οποία τελικά τα αντιμετώπισε αρκετά επιφανειακά. Το καλό φυσικά σε αυτό είναι ότι το σενάριο δεν γίνεται σε καμία περίπτωση διδακτικό. Το προτείνω σίγουρα σε όλους όσοι ξέρουν/ζουν/αγαπούν τα Εξάρχεια. Πιστεύω θα σας αρέσει όσο άρεσε και σε μένα: μια ιστορία, ένα κόμικ για την αγαπημένη μου γειτονιά της Αθήνας. Στους υπόλοιπους, ειλικρινά δεν ξέρω. Το κόμικ σε βάζει να περπατήσεις τους δρόμους της περιοχής, οπότε αν θέλετε να κάνετε μια πρώτη βόλτα ίσως πρόκειται για μια καλή ευκαιρία. Για το σχέδιο δεν έχω πολλά να πω, αρχικά μου φάνηκε περίεργο αλλά το συνήθισα πάρα πολύ γρήγορα. Είναι υποκειμενικό όμως, οπότε αφήνω εδώ και κάποια καρέ.
  12. Yesternow: Να τελειώνουμε με το παρελθόν Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τα ιντερνετικά φόρουμ τα τελευταία χρόνια: το φάντασμα της νοσταλγίας. Και απ’ οτι φαίνεται δεν πρόκειται να μας αφήσει ήσυχους το σκασμένο. Αναμφίβολα τα 80ς αποτέλεσαν την μαμή της σύγχρονης ποπ κουλτούρας, χαρίζοντας μας εικόνες και ατάκες που θα στολίσουν τα gifάκια των επόμενων δεκαετιών. Είναι η περίοδος που θα γεννήσει μια ολόκληρη γενιά από “σπασίκλες”, οι οποίοι με την επέλαση της ψηφιακής τεχνολογίας, θα γεμίσουν το ίντερνετ με τα βιώματα τους. Τα αποτελέσματα νομίζω είναι πλέον γνωστά σε όλους: δεκάδες άρθρα για τα αγνά χρόνια στο σχολείο, τα “παιδικά” που μας μεγάλωσαν, οι ταινίες και οι μουσικές που μας άλλαξαν τη ζωή… Πλέον, η δεύτερη δεκαετία του 21ού πρώτου αιώνα – η δεκαετία της κρίσης – μοιάζει με γριά χελώνα πολιτισμικά που δεν έχει να προσφέρει τίποτα καινούριο. Οι δημιουργοί αναγκάζονται να γυρνάνε πίσω, στις χρυσές δεκαετίες, για να αναμασήσουν άλλο ένα σενάριο, όπως έγινε και με τους προκατόχους τους, στο λεγόμενο λαϊκό σινεμά των προηγούμενων δεκαετιών. Με τους πρωταγωνιστές των ταινιών Ταρζάν και του Ζορό να εκπορνεύουν τις ρυτίδες τους για λίγο κέρδος. Σενάρια-γονατογραφήματα, ανέμπνευστα και χωρίς συναίσθημα. Κάτι που ίσως ερμηνεύει και την έννοια της νοσταλγίας ως τη μοναδική αγαλλίαση που απομένει σε κάποιον που είναι δύσπιστος για το μέλλον του. Ο Σπύρος Δερβενιώτης, στο τελευταίο του κόμικ, το Yesternow (εκδ.Χαραμάδα) παλεύει με τα φαντάσματα του παρελθόντος. Γνωρίζει καλά πως ένα αθάνατο ον είναι εξ ορισμού ατελές. Ότι δεν γνωρίζει τέλος στερείται σκοπού, γι αυτό σηκώνει τα μανίκια, και προσπαθεί να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με όσους προσπαθούν να αντλήσουν υπεραξία από την νεανική του ηλικία. Ο ίδιος μας συστήνεται ως γκροτέσκα καρικατούρα του John Goodman από τον Μεγάλο Λεμπόφσκι που ακούει στο όνομα Ντίκ Φιλίπο (αναγραμματισμός του συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Φίλιπ Ντικ), που βγάζει το ψωμί του ως ιδιωτικός ντετέκτιβ στο όχι και τόσο μακρινό Λος Αντζελες του 2019. Ο Φιλίπο προσπαθεί να εξιχνιάσει μια υπόθεση αλλόκοτων φόνων, που έχουν βάλει στο στόχαστρο παλιούς αστέρες των 80ς, οι οποίοι πεθαίνουν μυστηριωδώς κάθε φορά που ανακοινώνεται ότι θα παίξουν σε ριμέικ, σίκουελ ή πρίκουελ παλαιότερων επιτυχημένων ταινιών. Κοινός παράγοντας των φόνων φαίνεται να είναι ο κύριος Β.Β Eightiz, ένας αδίστακτος χολιγουντιανός παραγωγός που μηρυκάζει το hype της νοσταλγίας χωρίς ενδοιασμούς. Όπως και κάθε ντετέκτιβ που σέβεται τον εαυτό του, χρειάζεται ένα παρτενέρ, έτσι και ο Φιλίπο βρίσκει το άλλο του μισό στο πρόσωπο της Γκάφρει. Μιας δυναμικής μπατσίνας του LAPD που προσπαθεί να επιβιώσει στο macho αστυνομικό οικοσύστημα. Μεγαλύτερο ατού ίσως του κόμικ είναι ότι δεν παίρνει σε κανένα σημείο σοβαρά τον εαυτό του. Το δίδυμο Γκάφρει και Φιλίπο είναι βγαλμένο από τα πιο επιτυχημένα αστυνομικά θρίλερ εκείνης της περιόδου. Κλισέ ατάκες που εντάσσονται εξαιρετικά στο χωροχρονικό καρέ της στιγμής, χωρίς να κουράζουν ενώ είναι ικανές ορισμένες φορές να σου προκαλέσουν σπαρακτικά γέλια. Επίσης ο Δερβενιώτης έχει εντάξει αρμονικά στην ιστορία του εικόνες από τα μεγαλύτερα blockbuster εκείνης της δεκαετίας, από τον Εξολοθρευτή και τον Indiana Jones, μέχρι το Back to the Future και τα Goonies. Aλλάζοντας όμως τα ονόματα των πρωταγωνιστών, παρασέρνοντας ουσιαστικά τον αναγνώστη σε ένα παιχνίδι πες-βρές κάθε φορά που γίνεται μια αναφορά σε κάποια ταινία. Η υπόθεση είναι γραμμένη στα αγγλικά από τον Δερβενιώτη ενώ η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από την Μ.Χρίστου. Όπως είχε δηλώσει και σε συνέντευξή του : “Το Yesternow ξεκίνησε (και θα μπορούσε να τελειώσει) σαν ένα αστείο που ειπώθηκε σε κάποια παρέα κάποιο βράδυ» . Ο ίδιος ως καλός γνώστης της πραγματικότητας προσπαθεί να εντάξει ήρωες της καθημερινής μας ζωής μέσα σε αυτήν την αλλόκοτη ιστορία.Παρελθόν και μέλλον συγχέονται σε ένα φορτωμένο, ασταθή ενεστώτα χρόνο όπου ανάλατοι hipsters χαζοχαρούμενοι vloggers, αδυσώπητοι παραγωγοί παρελαύνουν παράλληλα με γερασμένες φιγούρες μιας άλλης εποχής. Ο Δερβενιώτης δεν προσπαθεί να μας εξηγήσει γιατί συνεχίζουμε να πιπιλάμε το συναίσθημα της νοσταλγίας, αλλά θέτει ερωτήματα όπως και ο δολοφόνος του κόμικ του. Επειδή σου χέζουν το μέλλον σου η λύση είναι να χέσεις το παρελθόν σου; Πηγή
  13. Στα εξωτικά Εξάρχεια δεν φυτρώνουν μόνο νεράντζια Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Τα Εξάρχεια για τους αμύητους φαντάζουν τόπος εξωτικός και μαγεμένος. Μύθοι και θρύλοι αλλά και τερατολογίες τα συνοδεύουν στις αφηγήσεις και τα παραμύθια. Μέχρι να τα επισκεφτείς. Και να νιώσεις ζεστά και οικεία, αν το θες. Αντικρίζοντας ενδιαφέροντες ανθρώπους και μέρη ποτισμένα από μια άγραφη εναλλακτική Ιστορία. Και από δακρυγόνα Ο λόφος του Στρέφη, η πλατεία, η Τσαμαδού, η Μεθώνης, η Βαλτετσίου, η Αραχώβης, τα κατειλημμένα κτίρια, το Βοξ, το Πάρκο Ναυαρίνου, το Πολυτεχνείο, ο Λυκαβηττός στο βάθος να ρίχνει τη σκιά του, η λαϊκή αγορά και το Αστυνομικό Τμήμα στην Καλλιδρομίου, ο Αστέρας Εξαρχείων, τα σουβλατζίδικα και τα καφέ, τα βιβλιοπωλεία και τα τυπογραφεία. Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, οι πολιτικοί ακτιβιστές, οι παλαιοπώλες, οι τοξικοεξαρτημένοι. Ο μικρόκοσμος της ιστορικής περιοχής της Αθήνας αποτελεί το επίκεντρο στα «Εξάρχεια – Το Πικρό Νεράντζι» των Δημήτρη Μαστώρου και Nicolas Wouters (εκδόσεις Χαραμάδα, μετάφραση Μαρία Χρίστου). Με την, κατά πώς φαίνεται, απολύτως εσκεμμένη επιλογή των δημιουργών να εστιάσουν το ενδιαφέρον τους, και συνεκδοχικά να στρέψουν την προσοχή των αναγνωστών, στα πρόσωπα και όχι στον τόπο ή στα γεγονότα. Ωστόσο, στην πιο παρεξηγημένη γειτονιά της Αθήνας, οι πιο απλές και καθημερινές ανθρώπινες ιστορίες επηρεάζονται καθοριστικά από τον τόπο εντός του οποίου εκτυλίσσονται. Τα γκράφιτι στους τοίχους, οι διαδηλώσεις, οι γείτονες, τα κτίρια, τα αδέσποτα σκυλιά, οι μουσικές και τα τραγούδια, οι συνελεύσεις και οι επιτροπές των κατοίκων, οι εντάσεις και οι καβγάδες, οι πολιτικές συζητήσεις και δράσεις, τα πάντα δείχνουν να καλύπτονται από την αύρα που αναδίδει ένα παρελθόν (και παρόν) πλημμυρισμένο από πολιτική και πολιτισμό. Και με την ευωδιά των πανταχού παρόντων νεραντζιών που αν τολμήσεις να τα δοκιμάσεις, γεύεσαι μια μοναδική πίκρα. Αυτήν την όψη των Εξαρχείων παρουσιάζει με απόλυτη επιτυχία το βιβλίο των Μαστώρου και Wouters. Εχοντας όμως για πρωταγωνιστή έναν νέο που επιστρέφει στην περιοχή μετά από μακρόχρονη απουσία στο εξωτερικό και προσπαθεί να προσαρμοστεί, να θυμηθεί, να ταιριάξει, να κατανοήσει τις αλλαγές και, αν τα καταφέρει, να ξαναδεθεί με πρόσωπα και πράγματα. Αυτό είναι και το δυνατό σημείο της αφήγησης στα «Εξάρχεια», η εμπλοκή του κεντρικού χαρακτήρα, δηλαδή, με την πραγματικότητα ως ενεργού μέρους της και όχι ως παντεπόπτη και κριτή ή αποστασιοποιημένου και τουρίστα. Δεν κάνουν ντοκιμαντέρ ούτε δημοσιογραφική έρευνα οι δημιουργοί των «Εξαρχείων». Αφηγούνται μια ιστορία και όχι την Ιστορία. Τα σχέδια του Μαστώρου είναι συναρπαστικά, εξπρεσιονιστικά και γκροτέσκα κάποιες στιγμές, «φωτογραφικά» κάποιες άλλες, με γωνίες λήψης που καταγράφουν τα Εξάρχεια από κάθε πιθανή θέση, από μπαλκόνια και πεζοδρόμια, από ταράτσες, από εδάφους και αέρος. Επηρεασμένα πιθανώς από το καρναβαλικό στοιχείο δημιουργών όπως ο Γιάννης Καλαϊτζής στην «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» ή οι Munoz και Sampayo στις σκηνές μητροπολιτικής, αστικής παράνοιας των κόμικς τους, τα ασπρόμαυρα σκίτσα των προσώπων που παραμορφώνονται, ιδρώνουν, ξεφυσούν, κραυγάζουν, αγκομαχούν, γίνονται τόσο εκφραστικά που θαρρείς πως νιώθεις την ανάσα τους και ακούς τις φωνές τους. Με αποκορύφωμα το συγκλονιστικό εξασέλιδο, χρωματισμένο με το κόκκινο της φωτιάς, που εικονογραφείται από την οπτική γωνία του ανάπηρου σκύλου, μια τεχνική που είχε χρησιμοποιήσει παλαιότερα και ο Matt Fraction στο «Hawkeye» αφιερώνοντας ένα ολόκληρο τεύχος στα μάτια και στα αυτιά του σκύλου–πρωταγωνιστή και στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του. Πρόσφατα, στο «Εδώ Ελεύθερα Εξάρχεια» (Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2015), οι Νίκος Κουφόπουλος και Νικόλας Αγάθος φιλοτέχνησαν σε κόμικς μια σπουδαία ιστορική καταγραφή και διαδρομή της περιοχής, με πολλές και ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες και δεκάδες αναφορές σε ονόματα και γεγονότα που τη στιγμάτισαν. Παλαιότερα, στο αφιέρωμα για τα Εξάρχεια του περιοδικού «Γαλέρα» (2008), δημοσιογράφοι, δημιουργοί κόμικς, γελοιογράφοι, αρθρογράφοι και εικαστικοί είχαν σχηματίσει ένα μοναδικό κολάζ γνώσεων και εμπειριών για την περιοχή. Τα Εξάρχεια, όμως, των Μαστώρου και Wouters είναι πιο προσωπικά, δεν επιδιώκουν την ακρίβεια της επιστημονικής έρευνας ούτε την επαλήθευση των τεκμηρίων και των αποδείξεων, δεν αξιώνουν να κριθούν στο επίπεδο της πληρότητας ή της ολότητας του θέματος. Το έργο τους είναι μια fiction ιστορία που θα μπορούσε να είναι αληθινή. Κι αυτό είναι που δίνει και τα «ελαφρυντικά» στους δημιουργούς του για τον «εξωτισμό» και τον «οριενταλισμό» με τον οποίο πιθανώς αντιμετωπίζουν σε ορισμένα σημεία της ιστορίας το θέμα τους. Χωρίς να έχουν κακές προθέσεις, δεν αποφεύγουν σε κάποιες περιπτώσεις άθελά τους να αναπαράξουν τα κακώς καθιερωμένα στερεότυπα, που με τη σειρά τους ανακυκλώνουν προκαταλήψεις και δημιουργούν τεχνητές αφηγήσεις θεωρώντας τα Εξάρχεια μια συνάθροιση μελών τριών – τεσσάρων υποτιθέμενων αρχετυπικών «φυλών» που συμβιώνουν σε μια εύθραυστη ισορροπία με φόντο πολεμικές σκηνές από αμάξια που καίγονται, από επεισόδια κ.λπ. Τέτοιου τύπου απλοποιημένες περιγραφές διαιωνίζουν τον φόβο και την επιθετικότητα των «νοικοκυραίων», των κυρ Παντελήδων και των Κορκονέων ενάντια στην πιο ζωντανή περιοχή της Αθήνας. Αλλωστε, τα Εξάρχεια δεν είναι τα ίδια για όλους. Παραφράζοντας το γνωστό σύνθημα, υπάρχουν «Ενα, δύο, τρία, πολλά Εξάρχεια». Τα Εξάρχεια των Μαστώρου και Wouters είναι μία από τις εκδοχές που μπορούν να υπάρξουν για την εμβληματική γειτονιά. Αυτή η εκδοχή είναι θαυμάσια αποδοσμένη στο εικαστικό επίπεδο και άρτια αφηγημένη. Δεν είναι, όμως, η μοναδική. Πηγή
  14. Η "Ώρα των μαχαιριών" αποτελεί από κάθε άποψη ένα εντελώς ιδιαίτερο κόμικ και για ένα μάλλον ιδιαίτερο κοινό. Παρακολουθούμε την ζωή του μαθητή Σκάρπερ και των φίλων του μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό σύμπαν απ' αυτό που ξέρουμε... Χωρίς να κάνω spoiler αφού από τις πρώτες σελίδες του κόμικ βλέπουμε πως... βρέχει μαχαίρια, οι γονείς είναι αντικείμενα που μιλάνε και ο καθένας ξέρει την ημέρα που θα πεθάνει... (τα νεκρόθλια). Αυτά είναι μόνο μερικά από τα χαρακτηριστικά του αλλοπρόσαλλου σύμπαντος όπου η παρέα λειτουργεί... Μπορεί να φαίνεται μπούρδα, αλλά δεν είναι. Είναι αρκετά ευκολοδιάβαστο κόμικ που δεν θες να το αφήσεις εύκολα. Είναι ένα βαθιά αλληγορικό έργο και κατά βάση αυτοβιογραφικό. Όπως ειπώθηκε και στην παρουσίαση Θα υπάρχει και συνέχεια στο κομικ με άλλους 2 τόμους με point of view όμως στους φίλους του Σκάρπερ. Το κόμικ έχει πάρει British Comic Award 2015 για το Best Book. Η έκδοση προσεγμένη και αξιοπρεπέστατη, αν και η εκτύπωση θα μπορούσε να είναι λίγο καλύτερη (ίσως να είναι και ιδέα μου). Στην "Κόρη του ανοιχτηριού" θα βρείτε την ιστορία ενός από τους ήρωες του συγκεκριμένου κόμικ, της Βέρας.
  15. Ονομαστική τιμή: 17,00 ευρώ Το δεύτερο μέρος της τριλογίας που ξεκίνησε με το εξαιρετικό και απολύτως ιδιόρρυθμου Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΜΑΧΑΙΡΙΩΝ. Το βιβλίο λειτουργεί και σαν prequel, που μας αφηγείται την ιστορία της Βέρας, ενός από τους χαρακτήρες του πρώτου βιβλίου, αλλά και σαν sequel του πρώτου βιβλίου. Ούτε να σκεφτείτε να το ανοίξετε, εάν δεν έχετε διαβάσει το πρώτο μέρος Για περισσότερα, σας παραπέμπω στη συζήτηση για την Ώρα των μαχαιριών. Η έκδοση είναι στα ίδια επίπεδα με το πρώτο βιβλίο. Ιδιαίτερη μνεία στην πολύ καλή μετάφραση.
  16. Με μπαμπά-ανοιχτήρι και μαμά-ρολόι Συντάκτης:Γιάννης Κουκουλάς Μετά την «Ωρα των μαχαιριών», ο Rob Davis επιστρέφει με την «Κόρη του ανοιχτηριού», το δεύτερο μέρος τής λυρικά σουρεαλιστικής τριλογίας του. Σε έναν εφιαλτικό κόσμο, με τα παιδιά-πρωταγωνιστές να ασφυκτιούν και τους μεγάλους να είναι, κυριολεκτικά, οικιακές συσκευές, Με τη βραβευμένη «Ωρα των μαχαιριών», το πρώτο μέρος της προαναγγελθείσας τριλογίας του, ο Rob Davis έχτισε τα θεμέλια ενός αλλόκοτου κόσμου που κινείται και λειτουργεί με τους δικούς του κανόνες και τους δικούς του ρυθμούς. Και όπως συχνά συμβαίνει σε κάθε ενδιάμεσο έργο μιας σειράς, πρόκειται για την αρχή του τέλους και ταυτόχρονα για το τέλος της αρχής. Πρόκειται εν ολίγοις για την αποκρυστάλλωση και την οριστική μορφοποίηση της αρχιτεκτονικής και της δομής αυτού του αυτοαναφορικού και αυτόκλειστου τρομακτικού κόσμου που δύσκολα μπορεί να εκληφθεί ως αλληγορία ή ως συμβολισμός για κάτι πραγματικό. Περισσότερο είναι μια φαντασίωση, ένα παραλήρημα σκέψης, ένας εφιάλτης που διαφέρει ριζικά από τη ζωή-όπως-την-ξέρουμε και ελάχιστα από τα συναισθήματα που δημιουργεί στα πιο ευάλωτα θύματά του, τα παιδιά. Σε αυτόν τον κόσμο τα παιδιά έχουν ένα προδιαγεγραμμένο τέλος και χωρίς κλάματα και θλίψη αποχαιρετούν τη ζωή όταν φτάνουν τα «νεκρόθλιά» τους (εύστοχος νεολογισμός και επιτυχημένη μετάφραση για την προκαθορισμένη μέρα θανάτου). Ο Σκάρπερ Λι προσπάθησε να ξεφύγει από αυτή τη νομοτέλεια ( και προκάλεσε κλυδωνισμούς και απρόβλεπτες καταστάσεις. Στο δεύτερο μέρος, την «Κόρη του ανοιχτηριού» (εκδόσεις Χαραμάδα, μετάφραση: Μαρία Χρίστου), ο Davis παρακολουθεί και αφηγείται τη ζωή της Βέρα, μιας ανήλικης που η μαμά της είναι το Ρολόι Καιρού και ταυτόχρονα η μεγαλομανής Πρωθυπουργός Πιθανοτήτων, ενώ ο μπαμπάς της είναι ένα ταπεινό ανοιχτήρι. Η παράδοξη και δυσλειτουργική οικογένεια (αλλά απολύτως φυσιολογική στον κόσμο του Γκρέιβ Εϊκερ) ζει στο κτίριο της Βουλής και η μικρή Βέρα μισεί τη μαμά της, ενώ η μαμά της μισεί τα πάντα. Εκεί στη Βουλή υπάρχουν και οι πίνακες των Αθανάτων, απαγορευμένο μέρος για τη Βέρα, που όμως θα αρχίσει να τους μελετά, στο πλαίσιο της προσωπικής της επανάστασης. «Αιώνια επαναστάτρια, ε; Φυσικά όλοι επαναστάτες είναι στα νιάτα τους. Το ξεπερνούν μεγαλώνοντας γιατί η αληθινή αλλαγή σημαίνει ανάληψη εξουσίας. Και η εξουσία μάς κάνει όλους τέρατα. Απαιτεί να κάνουμε σημεία και τέρατα. Λένε πως ο γονιός υπάρχει για να έχει το παιδί κάτι ενάντια στο οποίο να επαναστατήσει, κάτι που θα το αποτρέψει από το να επαναστατήσει ενάντια στα πιο ουσιαστικά… Τι συμβαίνει όμως όταν επαναστατεί ένας γονιός;... Επανάσταση!», κραυγάζει η μαμά-ρολόι. Η Βέρα όμως δεν καταλαβαίνει από λόγια και με τον μπαμπά-ανοιχτήρι στο χέρι σκορπά εκδίκηση και θάνατο. Αλλωστε βρίσκεται δίπλα της ο νεκρός ( Σκάρπερ. Προετοιμάζοντας τον αναγνώστη για την αναμενόμενη κορύφωση στο τρίτο μέρος που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Χαραμάδα. Πηγή
  17. Αγάπη Μου, ο Σπύρος Δερβενιώτης Μόλις Σκότωσε τα 80s Δεν φταίει αυτός κύριε πρόεδρε, τα σίκουελ τον ανάγκασαν - διαβάσαμε πρώτοι το "Yesternow" που ντεμπουτάρει αυτές τις μέρες στο Comicdom, ένα graphic novel πολύ διαφορετικό απ' οτιδήποτε έχει κάνει μέχρι τώρα. Βρισκόμαστε στο Λος Άντζελες του 2019. Τα σόσιαλ μίντια κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα. Θρηνούν. Όχι όπως τρία χρόνια πριν, το 2016, για τους απανωτούς θανάτους διασημοτήτων (Bowie, Prince, George Michael, Fidel και πάει λέγοντας). Αλλά για μια σειρά από ύποπτες δολοφονίες μικρότερων ονομάτων που όμως έχουν ένα κοινό: έχουν πρωταγωνιστήσει σε θρυλικά φιλμ της δεκαετίας του ’80, έχουν γράψει στις καρδιές των fans σε τρυφερή ηλικία και, το σημαντικότερο, όλοι τους επέστρεφαν από μικρότερη ή μεγαλύτερη αφάνεια για να πρωταγωνιστήσουν σε μοντέρνα σίκουελ. Ή καλύτερα ρίκουελ, όπως θέλει ο τελευταίος χολιγουντιανός νεολογισμός εκείνα τα φιλμ που επισκέπτονται το βασικό θέμα της αυθεντικής ταινίας χωρίς να νιώθουν την υποχρέωση να συνεχίσουν γραμμικά την πλοκή της. Άρα, εδώ υπάρχει ένα μοτίβο. Η ντετέκτιβ του LAPD, Τζένιφερ Γκαφρεϊ, αρχικά δεν το συμμερίζεται. Όμως, όσο προχωρά η υπόθεση και ο κατάλογος των θυμάτων μεγαλώνει αναγκάζεται να δεχτεί τη θεωρία του Ντικ Φιλίπο ενός εμμονοληπτικού κι αποσυρμένοι πρώην συνάδελφού της με πολλά χούγια. Βασικότερο όλων, ναι, το πάθος για τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Ναι, των 80s. Το Yesternow είναι εντελώς διαφορετικό απ’ οτιδήποτε έχει κάνει ο Σπύρος Δερβενιώτης μέχρι τώρα. Είναι ένα παθιασμένο ερωτικό γράμμα στη δεκαετία που τελικά είναι η παιδική ηλικία όλων μας, ακόμα κι όσων γεννήθηκαν αρκετά αργά για να την προλάβουν. Όσοι τον παρακολουθείτε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όσοι τον γνωρίζετε από τις άγριες μέρες στα κόμικ φόρουμ, ξέρετε καλά ότι δε λέει ποτέ όχι σε έναν καλό καβγά. Ε, αυτή τη φορά αποφάσισε να υπερβεί τον δημιουργικό εαυτό του και να τα βάλει με τη βιομηχανία ανακαίνισης αναμνήσεων που συνιστά η μαζική επαναφορά των κινηματογραφικών σίκουελ («σαν χθεσινά μακαρόνια με σημερινή σάλτσα» γράφαμε σε ένα παλιότερο Κυτίο Παραπόνων στην Popaganda). Ποια ήταν η ανακοίνωση που πάτησε την σκανδάλη στο πενάκι του; «Η πλοκή του Yesternow περιστρέφεται γύρω από το σίκουελ του Blade Runner, αλλά όπως και ο,τιδήποτε άλλο στο κόμικ, η αλήθεια δεν είναι η εκ πρώτης όψεως προφανής. Παραδόξως, δεν ήταν κάποια “ταινία-ιερή αγελάδα“ η αφορμή, ήταν αντίθετα οι μυριάδες δευτεράντζες, όλα τα Clash of the Titans και τα WestWorld που μου χτύπησαν τα καμπανάκια ότι σκοπεύουμε να ξύσουμε και τον πάτο του βαρελιού. (Δεν το λέω από άποψη ποιότητας του πρωτογενούς υλικού, το λέω καθαρά από άποψη αχνού αποτυπώματος στην “κυρίαρχη κουλτούρα“). Το Yesternow ξεκινησε (και θα μπορούσε να τελειώσει) σαν ένα αστείο που ειπώθηκε σε κάποια παρέα κάποιο βράδυ (“μαλάκα, πρέπει να κάνω μια ιστορία με serial killer που ξεπαστρεύει τους ηθοποιούς των παλιών ταινιών κάθε φορά που ανακοινώνεται η επιστροφή τους στον παλιό τους ρόλο“), αλλά επειδή δεν είμαι τίποτα λιγότερο από εμμονικός, το αστείο επεκτάθηκε σε 144 σελίδες από ένα είδος που δεν είχα ξαναδοκιμάσει». Το έχετε καταλάβει ήδη, το Yesternow είναι γεμάτο ποπ αναφορές. Από το όνομα του κεντρικού ήρωα-ντετέκτιβ που παραπέμπει φυσικά στον Πατέρα Philip K. Dick στα «Δάκρυα στη Βροχή», κι από την Daryl Hannah που μας άναψε κάποτε στο ρόλο της Pris μέχρι fan fiction δάνεια όπως Kick Bill και Jane Bond. Οι παροικούντες την εγχώρια ποπ Ιερουσαλήμ θα βρουν προφανείς αναφορές ακόμα και σε μέλη της. Ο Δερβενιώτης σέβεται απόλυτα το μέσο, δε λοξοδρομεί ποτέ από το fun για να γίνει ιεραπόστολος πιουρίστας και φυσικά βάζει δουλειά στο αναγνώστη: στο επόμενο καρέ παραμονεύει η επόμενη αναφορά, άραγε τις αναγνώρισες όλες; Όταν συμβεί το “Τελος της Ποπ” , θα γίνει ό,τι και με το “Τέλος της Ιστορίας“: H “πεθαμένη Ιστορία” θα σκάσει ταυτόχρονα, και παντού Υπάρχει όμως και κάτι οξύμωρο. Από τη μία λατρεύουμε τις αναφορές-κλεισίματα του ματιού κι από την άλλη θεωρούμε τους εαυτούς μας, ως fans, θεματοφύλακες τους, απαγορεύοντας στους «κακούς της βιομηχανίας» την εμπορευματοποίησή τους. Ένας αυτοτροφοδοτούμενος φαύλος κύκλος… «Δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο, αυτό είναι κι ένα από τα κεντρικά μοτίβα του κόμικ. Αυτή η λούπα έχει ήδη γεννήσει τέρατα: Το “Han Solo shot first!” controversy, θέτει ένα τρομακτικό ερώτημα: αναγνωρίζεις το Δημιουργό ενός έργου σαν τον απόλυτο θεματοφύλακα, ή έχεις οικειοποιηθεί ΚΑΙ αυτόν το ρόλο;». Η νοσταλγία φαίνεται όμως να είναι το βασικό καύσιμο στις σύγχρονες εκφράσεις της ποπ κουλτούρας που μοιάζει σχεδόν ανήμπορη να δημιουργήσει νέα σημεία αναφοράς. Μήπως βιώνουμε το «τέλος της pop», όπως κάποτε συζητούσαμε για το «τέλος της ιστορίας»; «Θα διαφωνήσω μόνο με τον όρο “νοσταλγία“. Ψέματα, θα διαφωνήσω τελικά και με το “καύσιμο” – το ντεπόζιτο έχει αδειάσει, καίμε αναθυμιάσεις μόνο πλέον. Το κυρίαρχο κριτήριο για να πάρει το πράσινο φως μια παραγωγή δυστυχώς δεν είναι καν τόσο αθώο όσο “αυτό που κάποτε αγάπησες“. Είναι “αυτό που κάπου, κάποτε, σε κάποιους προβλήθηκε“, “άρα κάποιοι το ξέρουν και ξεκινάμε με ένα έτοιμο fan base“. Γενικά δε μιλάμε πλέον για δημιουργία, αλλά για “στάβλους“ από χαρακτήρες και franchises που να μπορούν να μετρηθούν με έρευνες αγοράς και να πείσουν ένα μίτινγκ ΔΣ να ποντάρει σε σιγουράκι. Πρόκειται για μια τελείως στείρα προσέγγιση, ένα φίδι που κάποια στιγμή θα φάει και την ουρά του. Όταν συμβεί αυτό , θα γίνει ό,τι και με το “Τέλος της Ιστορίας“: H “πεθαμένη Ιστορία” θα σκάσει ταυτόχρονα, και παντού». Είναι πολύ ενδιαφέρουσες, όσο κι εντελώς ακαδημαϊκές, αυτές οι συζητήσεις που γίνονται στη βάση ότι η Ποπ Κουλτούρα είναι η Μοντέρνα Ιστορία. Είναι πολύ ενδιαφέρων, όσο κι εντελώς αναμενόμενος, ο μανιχαϊσμός που προκαλούν. Στο Yesternow υπάρχει και ο καιροσκόπος σκηνοθέτης που πατάει κυριολεκτικά επί πτωμάτων, αλλά κι ο κάποτε οραματιστής Παραγωγός που δημιούργησε τη Μηχανή και την άφησε να τον καταπιεί. Μήπως όμως αυτή η αυτόματη αντίδρασή μας είναι απλά προστασία της νιότης μας; Ας πούμε, το Blade Runner 2049 φαίνεται λαχταριστό (το T2: Trainspotting, ναι ήταν μάπα!)… «Είναι προστασία της νιότης μας-προς εμάς. Ζούμε σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας. Ίσως είναι αναπόφευκτη μια καταφυγή στη Μήτρα, όχι ότι αντισταθήκαμε και πολύ: Παραδώσαμε ολοκληρωτικά τον έλεγχο στη Μεταδημοκρατία, με αντάλλαγμα το χρυσό κλουβί του binge watching. We “Occupy” through “Mr Robot”». Μια χαρακτηριστική ατάκα από το κόμικ είναι άλλωστε: «Κι επειδή χέζουν το μέλλον σου…η λύση σου είναι να χέσεις το παρελθόν σου;» Διαβάζοντας το Yesternow διαπιστώνεις γρήγορα ότι η ελληνική γλώσσα σε κάποια σημεία το αδικεί. Τα αγγλικά, όπως και να το κάνουμε, ταιριάζουν καλύτερα σε αυτό το αντικείμενο – κάνουν τον λόγο να ρέει πιο φυσικά, δένουν αρμονικά ορολογία κι αργκό. Όπως και στο προηγούμενό του, το UGH!, o Δερβενιώτης έγραψε στα αγγλικά στοχεύοντας στην αγορά του εξωτερικού. Κι επειδή δεν του είναι εύκολο να «μεταφράσει τον εαυτό του», ήρθε η Μαρία Χρίστου να κάνει μια προσαρμογή όσο-το-δυνατόν-πιο-κέντημα για να μη χαθεί η δυναμική. Και τα κατάφερε, μαζί με το lettering του Νάσου Βασιλόπουλου. Στον επίλογο δεν έχει ανατροπή. Ζητώ από τον Σπύρο να πει μια κουβέντα για τα 80s που και πάλι είναι στο προσκήνιο της δημόσιας κουβέντας με αφορμή και την πρόσφατη έκθεση. Κι εκείνος κατεβαίνει στο κελάρι με τα ξεσπάσματα κι ανοιγει ένα μπουκάλι κατάλληλο για την περίσταση… «Για να παραφράσω το Blade Runner: “τα 80ς είναι όπως μια οποιαδήποτε εποχή: έχουν προτερήματα και κινδύνους. Τα προτερήματά τους δεν είναι δουλειά μου”. Σε ένα πρώτο επίπεδο, προφανώς τα 80ς είναι η εφηβεία μου, με ό,τι σημαίνει αυτό. (Κοντολογίς αυτό που «σημαίνει αυτό» είναι ότι η γενιά μου αυτή τη στιγμή πάνω κάτω έχει ή παίρνει το τιμόνι, οπότε επειδή τα 80ς ήταν τα δικά μας νιάτα, θα γκώσετε από 80s μέχρι να ευχηθείτε το Τσέρνομπιλ να είχε τελειώσει τη δουλειά). Σε ένα άλλο ευρύτερο επίπεδο, και αφού εξηγήσαμε “γιατί τα ‘80s” παγκοσμίως, στην εγχώρια πραγματικότητα γίνεται μια προσπάθεια από συγκεκριμένους “μεταρρυθμιστικούς κύκλους” να πλάσουν το αφήγημα για “το λαϊκισμό που το ΠΑΣΟΚ των Μαζών εισήγαγε στην πολιτική ζωή και έτσι φτάσαμε ως εδώ” – με αυτήν ακριβώς την ελάχιστα συγκαλυμένη λογική χτίστηκε και το “Λούνα Πάρκ των 80s” στην Τεχνόπολη. Είμαι της γνώμης ότι ναι, τα 80ς ευθύνονται που φτάσαμε ως εδώ, αλλά για τους αντίθετους λόγους από αυτούς που επικαλούνται τα free press: Τα 80ς ήταν πάνω απ’ όλα η “δεκαετία του Εγώ”, και οι εμβληματικότεροι εκπρόσωποί τους πολιτικά ήταν η Θάτσερ και ο Ρέηγκαν. Από αυτούς ξεκίνησε το σταδιακό ξήλωμα όλων των δικλίδων οικονομικής και κοινωνικής ασφάλειας που κορυφώθηκε στην παγκόσμια κρίση του 2008. Σόρυ, ορφανά του Φρίντμαν, αλλά αυτά σας κατάσχεσαν τη Lexus και σας κάψαν την ελιά». πηγή παρουσίαση του κόμικ YESTERNOW στο GC εδώ
  18. Το σινεμά σε κόμικς Συντάκτης:Γιάννης Κουκουλάς Ο κινηματογράφος και τα κόμικς είναι συγγενείς τέχνες από τις απαρχές της ύπαρξής τους. Εχουν πολλά σημεία συνάντησης και συνομιλίας αλλά και πολλές διαφορές. Ο Βρετανός δημιουργός κόμικς Edward Ross υπενθυμίζει αυτή την αμφίδρομη σχέση, καθώς αφηγείται με συναρπαστικό τρόπο την πορεία 120 ετών του κινηματογράφου, παρακινώντας τον αναγνώστη να ξαναδεί υπό νέα οπτική εκατοντάδες εμβληματικές ταινίες Το «Filmish – Ενα εικονογραφημένο ταξίδι στον κινηματογράφο» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Χαραμάδα (μετάφραση: Μαρία Χρίστου) δεν επιδιώκει να απαριθμήσει ονόματα και γεγονότα. Με πρωταγωνιστή και αφηγητή τον ίδιο του τον δημιουργό αποτελεί μια ιδιοσυγκρασιακή και κριτική ματιά στον τρόπο με τον οποίο η έβδομη τέχνη χειρίζεται και παρουσιάζει διαχρονικά θέματα και μοτίβα (σώμα, χρόνος, εξουσία, ιδεολογία, τεχνολογία κ.λπ.). Ο Edward Ross μιλά για το επίτευγμά του στην «Εφ.Συν.», με την αγάπη του για τον κινηματογράφο και τα κόμικς να ξεχειλίζει. Το βιβλίο σου δεν είναι μία ακόμα «Ιστορία του κινηματογράφου». Δεν ακολουθεί μια χρονολογική σειρά, αλλά είναι ένα μη γραμμικό ταξίδι με αμέτρητες ταινίες για σταθμούς. Εσύ πώς θα το περιέγραφες; Ως ένα λαμπερό, νέο φως στις αγαπημένες μας ταινίες. Οσες φορές κι αν έχει παρακολουθήσει κάποιος το «Πολύ σκληρός για να πεθάνει» ή το «2001: Οδύσσεια του Διαστήματος», μάλλον δεν τον έχει απασχολήσει η χρήση της αρχιτεκτονικής στο πρώτο ή η χρήση της ανθρώπινης φωνής στο δεύτερο. Θέλω να ξαναδούν οι θεατές αυτές τις ταινίες με νέα οπτική και να τις απολαύσουν με εντελώς νέο τρόπο. Ακόμα κι αν οι τεχνικές αλλάζουν, τα βασικά θέματα στον κινηματογράφο παραμένουν σταθερά; Σε όλη την ιστορία του σινεμά, υπάρχουν πολλά που ενώνουν τις ταινίες που παρακολουθούμε γιατί πολλά από αυτά που μας απασχολούν ως ανθρώπινες υπάρξεις, παραμένουν ίδια. Από τα βάθη της Ιστορίας, η τέχνη έχει καταπιαστεί με πολλά από αυτά τα θέματα: τη φύση του βλέμματος, το θνητό και ευάλωτο σώμα, το πέρασμα του χρόνου και την επίδραση της πολιτικής στις ζωές μας. Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, ότι και οι ταινίες ακολούθησαν τις ίδιες εμμονές, αποκαλύπτοντάς μας πολλά για τα τελευταία 120 χρόνια της Ιστορίας μας. Την ίδια στιγμή, συγκρίνοντας ταινίες από ολόκληρη την ιστορία του κινηματογράφου, μπορούμε να εντοπίσουμε το πώς αλλάζει με την πάροδο του χρόνου η σχέση μας με αυτά τα θέματα. Η εμμονή μας με το ανθρώπινο σώμα είναι παντοτινή, αλλά ο τρόπος που εκδηλώνεται αυτή η εμμονή αλλάζει διαρκώς. Με ενδιαφέρει πολύ να παρατηρώ τις αλλαγές που φέρνει ο χρόνος και τον τρόπο που αυτές οι αναπαραστάσεις αντανακλούν τους πολιτισμούς που τις δημιούργησαν. Υπάρχουν αμέτρητα βιβλία και ντοκιμαντέρ για τον κινηματογράφο και άλλα τόσα για τα κόμικς. Υπάρχουν, επίσης, κόμικς για τα κόμικς. Ωστόσο, εκτός από τον Rick Tremble που το έκανε με εντελώς διαφορετικό τρόπο, είσαι ο πρώτος καλλιτέχνης που δημιουργεί κόμικς για τον κινηματογράφο. Γιατί δεν επέλεξες να δώσεις το σενάριό σου σε έναν σκηνοθέτη να το κάνει ταινία; Ενα κόμικς γύρω από τον κινηματογράφο ήταν για εμένα ο ιδανικός τρόπος να συνδέσω τις δύο εμμονές μου. Σπούδασα κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο με σκοπό να γίνω κινηματογραφιστής. Οταν, όμως, αποφοίτησα είδα το πάθος μου για τα κόμικς να επιστρέφει. Αν και είχα αγαπήσει τον τρόπο που η θεωρία του κινηματογράφου μπορούσε να εκτοξεύσει την αντίληψή μου για το σινεμά, δεν με ενδιέφερε πια να κάνω ταινίες. Το «Filmish» ήταν ένας τρόπος να μοιραστώ το ενδιαφέρον μου για τις ταινίες και να αξιοποιήσω τη δύναμη των κόμικς για να το πετύχω. Τα κόμικς μού επιτρέπουν να αποστάξω τις ταινίες σε κάτι περισσότερο από τα συστατικά τους, να δημιουργήσω εικονιστικές εκδοχές των πρωτοτύπων. Κάνοντάς το, ο αναγνώστης εισέρχεται σε έναν πιο πρωτότυπο χώρο, συμπληρώνει τα κενά ανάμεσα στις εικόνες, απελευθερώνεται από τις πρότερες συμβάσεις και τους πιθανούς συνειρμούς. Πόσο εφικτό είναι για ένα μέσο (π.χ. κόμικς) να περιγράψει ένα άλλο (π.χ. κινηματογράφος); Είναι δύσκολο και ανταγωνιστικό ή απελευθερωτικό και πιο αντικειμενικό να χρησιμοποιείς τα εργαλεία μιας γλώσσας για να περιγράψεις μια άλλη; Υπάρχουν προκλήσεις και οφέλη όταν μιλάς για ένα μέσο με ένα άλλο. Το να χρησιμοποιώ ένα άλλο μέσο μού επέτρεψε να εστιάσω στα πιο κρίσιμα σημεία των ταινιών και να τα παρουσιάσω στους αναγνώστες. Και να μπορέσω να συνδέσω ακόμα καλύτερα τις ταινίες μεταξύ τους, ακόμα και να τοποθετήσω εντελώς διαφορετικές ταινίες στο ίδιο καρέ. Οι δυσκολίες ανακύπτουν όταν προτίθεσαι να μιλήσεις γι' αυτά που ο κινηματογράφος και μόνο ο κινηματογράφος μπορεί να πετύχει τόσο αποτελεσματικά. Πώς να περιγράψεις την ανθρώπινη φωνή σε ένα σιωπηλό μέσο όπως τα κόμικς; Πώς να παρουσιάσεις το πέρασμα του χρόνου στο στατικό και μακράν πιο χωρικά καθορισμένο μέσο των κόμικς; Από την άλλη, αυτές οι προκλήσεις πρόσφεραν και ευκαιρίες. Από τη συζήτηση για το μοντάζ στο «Θωρηκτό Ποτέμκιν», προέκυψε η ανάγκη να βρω έναν τρόπο οπτικοποίησης σε κόμικς των εικόνων της ταινίας. Για να το πετύχω έπρεπε να αναθεωρήσω εντελώς τον τρόπο που διαρθρώνονται οι σελίδες μου, κατατέμνοντας τη δομή τους σε βαθμό που να μην είναι ξεκάθαρη πια η διαδοχή των καρέ έτσι ώστε να μπορούν να διαβαστούν με πολλαπλούς τρόπους. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι τα κόμικς, κατά τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, έπαιξαν έναν εξισορροπητικό ρόλο απέναντι στο σινεμά, προσπαθώντας να διατηρήσουν ζωντανή την αναγνωστική ανάγκη για τις χωροχρονικές ασυνέχειες. Πιστεύεις ότι οι δύο τέχνες είχαν παράλληλη εξέλιξη; Δεν είμαι ειδικός στην ιστορία των κόμικς για να απαντήσω. Νομίζω, όμως, πως τα κόμικς και ο κινηματογράφος είναι δύο μορφές τέχνης που έχουν ταξιδέψει παράλληλα αλλά και με μεγάλες διαφορές. Αν κοιτάξουμε τα mainstream κόμικς, υπάρχει μια σαφής τάση των δημιουργών να αξιοποιήσουν την κινηματογραφική γλώσσα για να αφηγηθούν τις ιστορίες τους. Και όσο τα κόμικς γίνονται πιο κινηματογραφικά, άλλο τόσο οι ταινίες τα τελευταία χρόνια μοιάζουν όλο και περισσότερο στα κόμικς, με μια τάση προς τη θεαματική εικονοποίηση που θυμίζει εντυπωσιακά καρέ των κόμικς. Αλλά είναι εντελώς διαφορετικές μορφές τέχνης και αυτή η σύγκλιση δεν μειώνει σε τίποτα την αξία τους. Ο κινηματογράφος πετυχαίνει πολλά μέσω του χρόνου, του ήχου, των ερμηνειών που τα κόμικς δεν μπορούν ούτε καν να αγγίξουν. Τα κόμικς από την άλλη χαρακτηρίζονται από τη ζωή και την προσωπικότητα του καλλιτέχνη τους, από τις υπέροχες δυνατότητες που προσφέρει μια σελίδα, από τον τρόπο που η αναγνωστική εμπειρία αποσυνδέεται από τη δέσμευση του χρόνου. Μια ταινία προχωρεί προς τα μπρος, ανεξάρτητα από τους θεατές της. Ενα κόμικς εξελίσσεται μόνο όταν ο αναγνώστης το επιθυμεί, με τη σειρά και τον ρυθμό που αυτός επιλέγει. Ποιες είναι οι τρεις αγαπημένες ταινίες σου; Δύσκολο. Θα αναφέρω τις ταινίες-σταθμούς στην εξέλιξη μου ως εραστή του σινεμά, ταινίες που σέβομαι εξίσου μέχρι σήμερα. 1:«Οι κυνηγοί της χαμένης κιβωτού». Η πρώτη ταινία που θυμάμαι. Δράση και περιπέτεια ιδανικά συνδυασμένες. 2: «Το μίσος». Η γνωριμία μου με το ευρωπαϊκό σινεμά. Πολιτικό θέμα με χαμηλό προϋπολογισμό που μου φανέρωσε τι μπορεί να επιτύχει μια ταινία. 3: «Ολομόναχοι μαζί». Παράξενη, αιθέρια ιστορία αγάπης που εδραίωσε την εμμονή μου με τον κορεατικό κινηματογράφο. Και τα τρία κόμικς; 1. «Calvin and Hobbes». Αστείο και φιλοσοφικό με υπέροχο σχέδιο. Ολα όσα πρέπει να έχει ένα παιδικό κόμικς αλλά εξίσου σπουδαίο και για τους ενήλικους. 2: «Jimmy Corrigan: The smartest kid on Earth». Επική και ταυτόχρονα εσωτερική αφήγηση. Η χρήση της σελίδας από τον Chris Ware ανατινάζει το μυαλό μου. 3: «Tomboy». Μια συναρπαστική, οικεία αυτοβιογραφική ιστορία γύρω από το φύλο. Στο τέλος του «Filmish» εκφράζεις μια αισιόδοξη άποψη για το μέλλον του κινηματογράφου. Αισθάνεσαι το ίδιο και για τα κόμικς; Τα κόμικς αντιμετωπίζουν μια πρόκληση αναφορικά με το αναγνωστικό τους κοινό. Ενώ ο κινηματογράφος είναι μια από τις δεσπόζουσες μορφές της μαζικής κουλτούρας, τα κόμικς παραμένουν παραγκωνισμένα. Φυσικά αυτό δεν πρέπει να παραμείνει έτσι. Από ό,τι βλέπω στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα κόμικς αναπτύσσονται με γρήγορους ρυθμούς. Υπάρχει μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών που ξεπηδούν τώρα και δεν αμφιβάλλουν για τη θεώρηση των κόμικς ως μορφής τέχνης και μια νέα γενιά αναγνωστών που συμφωνούν. Υπάρχουν αναγνώστες κάθε δυνατής προέλευσης και είναι συναρπαστικό ότι βγαίνουν συνεχώς και δημιουργοί διαφορετικής προέλευσης που αφηγούνται τις δικές τους ιστορίες και προσεγγίζουν ένα νέο κοινό που τα mainstream κόμικς είχαν παραμελήσει. Δημιουργοί που δεν περιμένουν μια καλή εκδοτική συμφωνία, αλλά βγαίνουν εκεί έξω και λένε τις ιστορίες που τους ενδιαφέρουν. Θα έρθει ο καιρός που αυτό θα επιβραβευθεί προσελκύοντας όλο και περισσότερους αναγνώστες. Μόνο με τη διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού, τα κόμικς μπορούν να αναπτυχθούν και να παραμείνουν ισχυρά στο μέλλον που έρχεται. Πηγή
  19. Τιμή: 8€ Άλλο ένα κόμικ Έλληνα σχεδιαστή από το πρόσφατο Comicdom Con. Επίσημη κυκλοφορία από τις εκδόσεις Χαραμάδα, αλλά το στυλ σχεδίου και η νοοτροπία του σεναρίου παραπέμπουν σε φανζίν παρά σε επαγγελματική δουλειά. Ερασιτεχνικό σκίτσο, και η απουσία speech balloons δυσχεραίνουν περαιτέρω την κατάσταση (έχω προσθέσει και μια σελίδα για δείγμα). Το βιβλίο αποτελείται από μερικές ολιγοσέλιδες ιστορίες κοινωνικο-πολιτικού προβληματισμού που, τουλάχιστον για τα δικά μου γούστα, είναι αδιάφορες και αναξιομνημόνευτες. Το σερί αποτυχίας ολοκληρώνεται από την υψηλή τιμή, που δεν δικαιολογείται παρ' όλο το καλό χαρτί και την εκτύπωση σε τυπογραφείο. Καλύτερα να έβγαινε ως φανζινάκι με χαμηλή τιμή 2-3 ευρώ σαν πρώτη απόπειρα γνωριμίας με τους αναγνώστες.
  20. Μέρες που 'ναι, όλοι θα επιθυμούσαμε να δωρίσουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε στα παιδιά, μικρά και μεγάλα. Συνειδητοποιούμε όμως επώδυνα ότι κάτι τέτοιο είναι πια πολυτέλεια. Ίσως η λύση είναι να τους δωρίσουμε το εξαιρετικό βιβλίο δύο Γάλλων κοινωνιολόγων και ενός σκιτσογράφου, που εξηγούν «Γιατί οι πλούσιοι γίνονται όλο και πλουσιότεροι και οι φτωχοί όλο και φτωχότεροι». Και απαντούν σε κάθε απορία. Των παιδιών και δική μας. Μετά τις πρόσφατες κυκλοφορίες και στα ελληνικά δύο βιβλίων κόμικς με την οικονομία και τις βασικές λειτουργίες της στο επίκεντρο («Σούπερκραχ» του Darryl Cunningham, εκδόσεις Κριτική, 2015 και «Οικονόμιξ» του Michael Goodwin, εκδόσεις Γνώση, 2014), ένα νέο εγχειρίδιο με απλά μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας και Κοινωνιολογίας, που απευθύνεται κυρίως σε νεότερους ηλικιακά αναγνώστες, έρχεται να ενισχύσει την κριτική σκέψη και να παρακινήσει για συλλογική δράση. Συγγραφείς του είναι οι Monique Pincon - Charlot και Michel Pincon, ένα ζευγάρι Γάλλων αριστερών κοινωνιολόγων με πλούσιο έργο, σε συνεργασία με τον σκιτσογράφο, εικονογράφο και δημιουργό κόμικς, Etienne Lecroart. Με τον πλήρως επεξηγηματικό τίτλο «Γιατί οι πλούσιοι γίνονται όλο και πλουσιότεροι και οι φτωχοί όλο και φτωχότεροι;» (εκδόσεις Χαραμάδα, μετάφραση: Μαρία Χρίστου) οι τρεις δημιουργοί επιχειρούν να περιγράψουν ευσύνοπτα και απλά, με εύστοχα παραδείγματα και καυστικά σκίτσα, τις βασικές αιτίες της όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων στον δυτικό κόσμο. Το βιβλίο χωρίζεται σε είκοσι κεφάλαια με σαφέστατους τίτλους, διατυπωμένους ως ερωτήσεις, όπως: «Τι είναι μια κοινωνική τάξη;», «Γιατί μιλάμε για την πάλη των τάξεων ή ακόμη και για ταξικό πόλεμο;», «Από τι αποτελείται ο μεγάλος πλούτος;», «Τα παιδιά των πλουσίων θα γίνουν κι αυτά πλούσια;». Σε κάθε κεφάλαιο οι συγγραφείς δεν επιδιώκουν να προτείνουν ένα επαναστατικό μανιφέστο, ένα πολιτικό πρόγραμμα ή να καλύψουν με επιστημονικό ακαδημαϊσμό το θέμα που πραγματεύονται. Αντιθέτως, επιλέγουν να απαντήσουν στο ερώτημα που έθεσαν με τρόπο εύληπτο και κατανοητό ακόμα και στον πιο ανεξοικείωτο με τους οικονομικούς όρους αναγνώστη. Το έργο τους όμως, ευτυχώς, δεν είναι πολιτικά ουδέτερο, άνευρο, άχρωμο και άοσμο, όπως συχνά συμβαίνει σε αντίστοιχες εκδόσεις που στοχεύουν στο νεανικό κοινό. Είναι μαχητικό, τολμηρό, δεν χαϊδεύει αυτιά και σίγουρα δεν μπορεί να είναι αρεστό στους «πλούσιους». Άλλωστε ασχολείται κυρίως με αυτούς και με τους τρόπους («νόμιμους» και μη) που μετέρχονται για να αναρριχηθούν οικονομικά και να διαιωνίσουν τις κοινωνικές ανισότητες. Εμβόλιμα στο βιβλίο, εκτός από τα σκίτσα του Lecroart, φιλοξενούνται και μικρές ειδήσεις αποφθεγματικού τύπου που σοκάρουν: «Ένας στους εκατό Γάλλους κερδίζει πάνω από 93.000 ευρώ τον χρόνο. Το ίδιο ποσό κερδίζει ο μισθωτός που αμείβεται με τον βασικό μισθό σε 7 χρόνια. Ένας στους χίλιους Γάλλους κερδίζει πάνω από 800.000 ευρώ τον χρόνο. Το ίδιο ποσό κερδίζει ο μισθωτός με βασικό μισθό σε 60 χρόνια (μιάμιση εργάσιμη ζωή!)» και «Η συμβολική κυριαρχία αναπαράγεται από γενιά σε γενιά. Τα παιδιά των αστών διαθέτουν τόσα πλεονεκτήματα που αισθάνονται ανώτερα από τα υπόλοιπα παιδιά από την πιο μικρή ηλικία». Ωστόσο, παρά την εσκεμμένη απλοποίηση ορισμένων περιγραφών και αναλύσεων για να γίνονται αντιληπτές σε όλους, δεν απουσιάζουν από το βιβλίο δύσκολες έννοιες και δυσερμήνευτοι όροι όπως η υπεραξία, ο συμβολικός πλούτος, η ταξική συνείδηση, η αλληλεγγύη, τα εργασιακά δικαιώματα αλλά και οικονομικοί όροι όπως οι φορολογικοί παράδεισοι, η μετεγκατάσταση επιχειρήσεων, το κόστος εργασίας κ.ά. Γιατί, όπως αφήνουν οι συγγραφείς να διαφανεί σε αρκετά σημεία του έργου τους, σκοπός τους δεν είναι μόνο η αποκάλυψη των αιτιών του παγκόσμιου οικονομικού εγκλήματος που συντελείται, ούτε η ενοχοποίηση των μεγιστάνων του πλούτου αλλά η αλλαγή του κόσμου. Που εκτός από γνώση και κατανόηση απαιτεί και δράση. Γι’ αυτό και το τελευταίο τους κεφάλαιο τιτλοφορείται «Τι μπορούμε να κάνουμε για να αλλάξουν τα πράγματα;». Και, απευθυνόμενοι στα παιδιά, επισημαίνουν και προειδοποιούν: «Όταν θα σου πουν στο σχολείο πως όλοι έχουν τις ίδιες ευκαιρίες, αυτό δεν είναι αλήθεια. Έχεις καταλάβει πως όταν θα σου πουν πως είναι φυσικό να υπάρχουν στον κόσμο πλούτος και φτώχεια και πως αυτό δεν μπορεί να αλλάξει, ούτε αυτό είναι αλήθεια. Και έχεις επίσης καταλάβει πως οι ανισότητες δεν είναι ένα φαινόμενο φυσικό, αλλά κάτι που επιδιώκουν και δημιουργούν αυτοί που έχουν στα χέρια τους τον πλούτο και όλες τις εξουσίες. […] Οι φτωχοί και η φύση είναι καταδικασμένοι στη χειρότερη μοίρα αν δεν γίνει κάτι για να σταματήσει η κυριαρχία του χρήματος και του κέρδους. Αλλά ό,τι χτίστηκε από κάποιους μπορεί να γκρεμιστεί από κάποιους άλλους, ευτυχώς!». Και το σχετικό link...
  21. Μετά τον εντυπωσιακό Δον Κιχώτη σε κόμικς του Rob Davis, οι εκδόσεις Χαραμάδα παρουσιάζουν το επόμενο βιβλίο του πολυβραβευμένου Βρετανού δημιουργού. «Η Ώρα των Μαχαιριών» (μτφρ. Μαρία Χρίστου) είναι ένα ταξίδι προς την ενηλικίωση διάσπαρτο με τραυματικές στιγμές αλλά και λυτρωτικές ανατροπές. Κάποιοι λένε πως η περίοδος της εφηβείας είναι ο αργός θάνατος της παιδικότητας και ο οδυνηρός τοκετός της ενηλικίωσης. Μια βραδυφλεγής βόμβα που εκρήγνυται για χρόνια. Και τα αποτελέσματά της μένουν, πιθανώς, για πάντα χαραγμένα στη συνείδηση, στη μνήμη και στο σώμα. Στην «Ώρα των Μαχαιριών» του Rob Davis, οι έφηβοι πρωταγωνιστές πασχίζουν να επιβιώσουν, κυριολεκτικά, σε έναν αλλόκοτο κόσμο που σε πρώτη ανάγνωση δεν θυμίζει σε τίποτα τον πραγματικό. Τελικά, όμως, οι βασικές λειτουργίες του, οι συμπεριφορές των «μεγάλων», η αποξένωση, η έλλειψη κατανόησης, η συναισθηματική κενότητα έχουν τα ίδια θύματα: τους εφήβους που ακροβατούν ανάμεσα στην παρεξηγημένη παιδικότητα και την υπερτιμημένη «ωριμότητα» χωρίς καμιά χείρα βοηθείας. Αριστερά: Οι σπάνιες στιγμές ηρεμίας του Σκάρπερ Λι διακόπτονται από αστυνομικούς σε τρίκυκλα, παράξενα τέρατα και μια αβάσταχτη προσμονή θανάτου. Δεξιά: Οι έφηβοι πρωταγωνιστές βρίσκονται υπό διαρκή καταδίωξη από μια κοντόφθαλμη και βίαιη αστυνομία. Η τόλμη, η άγνοια κινδύνου και η έμφυτα ανατρεπτική τάση των εφήβων να αμφισβητήσουν την καθεστηκυία τάξη στο σπίτι τους, στο σχολείο τους, στην κοινωνία τους, στον κόσμο τους αποτελούν την προμετωπίδα του βιβλίου: «Κάλιο γαϊδουρογύρευε παρά γαϊδουρόδενε». Θα μεσολαβήσουν σχεδόν 160 σελίδες μιας ντελιριακής πορείας και απόπειρας αποτροπής του αναπόφευκτου μέχρι την αντεστραμμένη φράση-επίλογο: «Κάλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε». Σ’ αυτές τις σελίδες ο Σκάρπερ Λι, ένας έφηβος που έχει τρεις εβδομάδες «ζωής» μέχρι τα νεκρόθλιά του, μέχρι τη στιγμή που θα «γιορτάσει» δηλαδή τον μεταφορικό του θάνατο, βρίσκει σανίδα σωτηρίας σε νέους φίλους και ξεκινά ένα ταξίδι προς το άγνωστο επιχειρώντας τη μεγάλη απόδραση, βγάζοντας τη γλώσσα σε κάθε εξουσία. Η συνήθης μοίρα του εφήβου είναι όμως γνωστή. Η κατάληξη προδιαγεγραμμένη. Η φυγή δεν αποτελεί και διέξοδο. Πρέπει ωστόσο να επιδιωχθεί με κάθε μέσο. Άλλωστε ( μπορούν να; ) υπάρχουν και εξαιρέσεις. Στον αλλόκοτο κόσμο του Σκάρπερ Λι, οι γονείς δεν κάνουν παιδιά – τα παιδιά κάνουν γονείς. Ή μάλλον τους επινοούν, τους κατασκευάζουν. Και αυτοί οι γονείς ποικίλλουν σε υλικά, σε μέγεθος και σε χρηστικότητα. Ο πατέρας του Σκάρπερ, το καμάρι του σπιτιού του, είναι ένα χάλκινο ιστιοφόρο, αλυσοδεμένο σε μια σκοτεινή αποθήκη. Και η μητέρα του ένα πιστολάκι μαλλιών. Οι γονείς δεν έχουν σάρκα και οστά, οι μόνοι ενήλικοι που «βασανίζουν» τους εφήβους είναι οι αστυνομικοί πάνω σε τρίκυκλα με σφεντόνες για όπλα τους, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές. Οι θεοί είναι ανοιχτήρια, διακόπτες, καρυοθραύστες, κουδούνια, χρονόμετρα. Τα παιδιά στα σχολεία διδάσκονται ηρωογεωμετρία και μυθηματικά. Και στις αυλές των σχολείων, τους απείθαρχους μαθητές επαναφέρουν στην τάξη τα λιοντάρια. Σε έναν τέτοιο κόσμο, δεν προκαλεί έκπληξη όταν πιάνουν δυνατές χαχανοθύελλες και δεν ξενίζει κανέναν ότι όταν βρέχει, απ’ τον ουρανό πέφτουν μαχαίρια. Στον παράξενο κόσμο του Rob Davis, ο βρετανικός ουρανός δεν ρίχνει βροχή αλλά μαχαίρια. Και το βιβλίο αποκτά έναν εμπνευσμένο και έξυπνο τίτλο στα ελληνικά παρά τον εντελώς διαφορετικό πρωτότυπο τίτλο «The motherless oven». Ούτε θεωρείται περίεργη η ύπαρξη ενός συναισθηματικού νεκροταφείου, ή αλλιώς «μαμάσυλου» στην άκρη της πόλης με παρατημένες κι εγκαταλελειμμένες μητέρες-συσκευές που θρηνούν αδιάκοπα. Ουρλιάζοντας: «Βάλε κάλτσες», «Ρυζόγαλο είναι», «Το φοράς ανάποδα», «Μπορείς και μόνος σου», «Ξανακοιμήσου», «Σταμάτα να παίζεις μ’ αυτό», «Φά' το παιδί μου», «Μ’ έχεις πρήξει». Οι έφηβοι με τις ηφαιστειώδεις παρορμήσεις και τις ορμόνες στο κόκκινο, παραδόξως και απρόσμενα φέρονται απολύτως φυσιολογικά σ’ έναν τέτοιο σουρεαλιστικό κόσμο-καρικατούρα. Εχουν απορίες, ερωτήσεις, ανησυχίες, αισθήματα, χαίρονται, πληγώνονται, χαμογελούν, πονούν, φοβούνται. Επιδιώκουν την αποδοχή, όχι απλώς την ανοχή. Προσπαθούν να το σκάσουν. Οι ενήλικοι της «Ώρας των Μαχαιριών» με τις αγκυλώσεις, τον συντηρητισμό, τη συνθηκολόγηση με το υπάρχον και την αποδοχή του πραγματικού ως διαχρονικού και παγκόσμιου δεδομένου ενσαρκώνουν τον παραλογισμό της απάθειας, της αφασίας, της επανάληψης, της ρουτίνας, της ήττας. «Για όνομα, Σκάρπερ! Κάναμε παραλογισμό στην τετάρτη δημοτικού! Είναι απαραίτητος στην κατανόηση της κυκλικής Ιστορίας: ο Θεός δημιουργεί τον άνθρωπο κι ο άνθρωπος τον Θεό. Αισθάνεσαι καλά, παιδί μου;» ρωτά ο εκνευρισμένος καθηγητής τον μελλοθάνατο μαθητή. «Ναι, αλλά αν έγινε κάποιο πρώτο; Αν τα πράγματα αλλάζουν συνεχώς, προχωρούν, εξελίσσονται;» απορεί ο έφηβος. Και ο καθηγητής, εξοργισμένος, συνεχίζει: «Εξέλιξη; Η εξέλιξη εξαφανίστηκε σαν θεωρία, όπως κι οι αθάνατοι. Σίγουρα αισθάνεσαι καλά, Σκάρπερ;». Μετά τον Δον Κιχώτη, ο Davis σε ένα εντελώς διαφορετικό θεματικό πλαίσιο, διατηρεί στον πυρήνα του καλλιτεχνικού του έργου το ζήτημα της αποξένωσης, της μοναξιάς, της διαφορετικότητας. Και αν στην προσαρμογή και ελεύθερη απόδοση του έργου του Θερβάντες σε κόμικς αυτά αφορούσαν έναν αλλοπαρμένο και ρομαντικό, πλην όμως γενναίο και αλτρουιστή ηλικιωμένο, στην Ώρα των Μαχαιριών αφορούν μια ολόκληρη γενιά που νιώθει απολύτως ξεκομμένη από την πραγματικότητα, περιθωριοποιημένη, ανίκανη να αντιδράσει. Αδύναμη ακόμα και να κατανοήσει τα θεωρούμενα ως στοιχειώδη, καθώς τα «στοιχειώδη» δεν είναι παρά γκροτέσκες και τερατώδεις πνευματικές, κοινωνικές και οικονομικές κατασκευές με φρικτές συνέπειες και μακρόχρονες επιπτώσεις στον υγιή ψυχισμό των εφήβων. «Η Ώρα των Μαχαιριών» δεν είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται εύκολα για όποιον περιμένει μια γραμμική ιστορία με αληθοφανές σενάριο και προβλέψιμους χαρακτήρες. Κάθε σελίδα, κάθε καρέ, κάθε σχέδιο, κάθε διάλογος, κάθε σκέψη των πρωταγωνιστών συντελούν στη συγκρότηση ενός εφιαλτικού κόσμου που δεν αφήνει περιθώρια διαφυγής και απαγορεύει διά της βίας την ετερότητα, την πολυμορφία, την ποικιλία, την αναζήτηση και την αμφισβήτηση. Αυτός ο κόσμος, όσο φανταστικός και εξωπραγματικός κι αν φαίνεται, έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον δικό μας. Αποτελεί μια αντανάκλασή του σε έναν παραμορφωτικό καθρέπτη. Το ερώτημα, αν είναι καλύτερος ή χειρότερος, δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Και το σχετικό link... Παρουσίαση της έκδοσης
  22. Με αυτά τα λόγια ο ίδιος ο δημιουργός σύστησε το έργο του στην κοινότητα του Greek Comics. Το Giant Size Fascists είναι ένα έργο που κινείται σε δύο άξονες: Από την μιά έχουμε την σάτιρα απέναντι σε ιστορικά γεγονότα και φρονήματα των Ελλήνων - όπως τα αντιλαμβάνεται ο ίδιος ο δημιουργός τουλάχιστον - και από την άλλη, την παρωδία των Αμερικάνικων κόμικς των πρώϊμων '60s και δή, των ,Marvel Comics. Ετσι βλέπουμε την ανασύσταση εξωφύλλων από τον τίτλο των Χ-ΜΕΝ, φτιαχτή στήλη γραμμάτων, φτιαχτές διαφημήσεις, βιογραφικά των χαρακτήρων του κόμικ, και βεβαίως την στήλη ¨νέων" Η ΣΑΠΟΥΝΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΚΩΝ (Stan's Soapbox κανείς; ) Για το κομμάτι της σάτιρας των Ιστορικών γεγονότων που είναι η πηγή των αντιπαραθέσεων δεν θα πώ κάτι. Απλώς θα επισυνάψω αυτό που αναγράφεται στην ταυτότητα του περιοδικού. Ισως να σημαίνει τα πάντα, ίσως απλώς να υπάρχει για τυπικούς λόγους... Σαν παρωδιά πάντως δεν τσουλάει. Αυτό που αποκομίζει κανείς είναι πως εκβιάζεται να γελάσει, πως αυτό που διαβάζει πρέπει να το θεωρήσει έξυπνο, χωρίς να είναι. Του λείπει η φυσικότητα. Οταν οι ίδιοι οι Αμερικάνοι εκδότες κυκλοφορούν ιστοριές που παρωδούν επιτυχώς τους εαυτούς τους ή τις εκδόσεις τους (πρόσφατο παράδειγμα τα Mini Marvels), τότε η απλή Ελληνοποίηση Αμερικάνικων εκφράσεων και η μεταφορά διαφόρων υπερηρωικών στερεοτύπων σε Ελληνικής "κοπής" χαρακτήρων, δεν αρκεί. Κλείνοντας να αναφέρω πως, το Concept των Γιγαντιαίων Φασίστων έχει βρεί "στέγη" στις σελίδες του περιοδικού ΓΑΛΕΡΑ, κάτι που δεν αλλοιώνει την αυτοτελή φύση αυτού του άλμπουμ πάντως. Επιπλέον σχόλια, wallpapers και παρουσιάσεις των τευχών της Γαλέρας με τις πλέον πρόσφατες ιστοριές των Φασίστων από τον Κών, μπορείτε να βρείτε εδώ Το 2009 θα πάρει τα δικαιώματα η Jemma. Αφιέρωμα εδώ.
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.