Jump to content

ramirez

Members
  • Posts

    4,402
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    11

ramirez last won the day on April 4 2020

ramirez had the most liked content!

4 Followers

About ramirez

  • Birthday November 28

Contact Methods

  • Website URL
    http://

Profile Information

  • Gender
    Male
  • Country
    Greece

Recent Profile Visitors

ramirez's Achievements

Comics Fan

Comics Fan (6/9)

31.7k

Reputation

  1. Στην ατομική του έκθεση στο Μεσολόγγι με τίτλο «Ελεύθεροι Εμβολιασμένοι», ο γνωστός Έλληνας γελοιογράφος παρουσιάζει έργα του των τελευταίων δεκαπέντε ετών. Ο Δημήτρης Γεωργοπάλης είναι ένας από τους πιο σημαντικούς εγχώριους γελοιογράφους της νεότερης γενιάς. Με το χιουμοριστικό του ύφος, συνδυασμένο με μια σαφή πολιτική οπτική, ανήκει στους πλέον παραγωγικούς δημιουργούς. Σήμα κατατεθέν του, η ιδιαίτερη καρτουνίστικη τεχνοτροπία του και τα ζωηρά χρώματα των σκίτσων του, με κάποιες επιδράσεις από την παλιότερη ειδίκευσή του στη βυζαντινή αγιογραφία. Ο Γεωργοπάλης γεννήθηκε στην Κέρκυρα και σπούδασε Οικονομικά. Ακολούθησε όμως το όνειρό του να ασχοληθεί επαγγελματικά με το σκίτσο. Έχει δουλέψει ως πολιτικός γελοιογράφος στην «Απογευματινή», ενώ πολλά από τα σχέδιά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Αντί», «Μότο Τρίτη», «Γαλέρα», «Επιλογή» και στον ειδησεογραφικό ιστότοπο real.gr. Εχει λάβει μέρος σε πολλές εκθέσεις γελοιογραφίας τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, έχοντας αποσπάσει διεθνή βραβεία και τιμητικές διακρίσεις. Από το 2008 εργάζεται ως γελοιογράφος και εικονογράφος στη «Real Νews». Αντιπροσωπευτικά δείγματα της δουλειάς του θα έχουν την ευκαιρία να θαυμάσουν όσοι και όσες επισκεφθούν το Μεσολόγγι στη διάρκεια του καλοκαιριού. Πρόκειται για γελοιογραφίες, καθώς και για καρικατούρες/πορτρέτα, που δημιουργήθηκαν την τελευταία δεκαπενταετία και τα οποία θα παρουσιαστούν σε μια αναδρομική έκθεση με τον τίτλο «Ελεύθεροι Εμβολιασμένοι» – παράφραση των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός για την ηρωική πόλη όπου φέτος το καλοκαίρι θα φιλοξενηθεί η έκθεση. Όπως διαβάζουμε στο δελτίο Τύπου: «Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια μοιάζει σαν μια κατάρα να μας κρατά από το πόδι και να μη μας αφήνει να πετάξουμε. (…) Μία η οικονομική κρίση, μία η πανδημία και μία αυτός ο πόλεμος στην Ουκρανία… Το “ζην επικινδύνως” στην πράξη. Μια δύσκολη εποχή που απαιτεί από τους ανθρώπους αντοχή και υπομονή. Μια εποχή που το χιούμορ γίνεται αντίδοτο, φάρμακο, βάλσαμο στην ψυχή». Κάποια έργα έρχονται από μακριά, ενώ κάποια είναι πολύ φρέσκα. Αρκετά από αυτά «κινήθηκαν» στα σόσιαλ μίντια, ενώ άλλα βραβεύτηκαν και διακρίθηκαν σε διεθνείς διαγωνισμούς. Μέσα από τους «Ελεύθερους Εμβολιασμένους» θα έχουμε την ευκαιρία, εκτός των άλλων, να παρατηρήσουμε την εξέλιξη του δημιουργού όλη αυτή τη μακρά περίοδο, από την παραδοσιακή στην ψηφιακή τεχνική. Πάντα όμως με αποτυπωμένο το διαχρονικό χιούμορ και ταλέντο του. 📌 «Ελεύθεροι Εμβολιασμένοι» Γκαλερί Τύρβη, Ελευθερίου Βενιζέλου 20, Μεσολόγγι, τηλ. 2631024141 Εγκαίνια: Σάββατο 2/7/22, ώρα 20.00. Διάρκεια έκθεσης: 2 Ιουλίου – 29 Αυγούστου Και το σχετικό link...
  2. Το λευκό λακαρισμένο οβάλ τραπέζι από ξύλο οξιάς, στηριζόμενο σε τρεις κοίλες ξύλινες βάσεις, τοποθετήθηκε στο Κρεμλίνο στα τέλη της δεκαετίας του 1990 επί προεδρίας Γέλτσιν. Κάθε πόλεμος της μοντέρνας εποχής διαθέτει τα δικά του εμβληματικά φωτογραφικά ντοκουμέντα. Σε αυτά καταγράφονται τα επιμέρους γεγονότα που τον απαρτίζουν: διπλωματικές συσκέψεις, στρατιωτικές επιχειρήσεις, βομβαρδισμοί πόλεων, συνάψεις συνθηκών κ.ο.κ. Η κρίση που ξέσπασε στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2014, αλλά κλιμακώθηκε επικίνδυνα με την επίθεση της Ρωσίας στις 24 Φεβρουαρίου 2022, διαθέτει τις δικές της χαρακτηριστικές φωτογραφίες. Σκηνές φρίκης από το Κίεβο, τη Μαριούπολη, την Μπούτσα κ.λ.π. έχουν αποτυπωθεί σε φωτογραφίες φλεγόμενων κτιρίων, πτωμάτων ανάμεσα σε συντρίμμια, μαζικών ενταφιασμών και πλήθους προσφύγων να εγκαταλείπουν τις πατρογονικές εστίες τους. Άλλες φωτογραφίες, όπως π.χ. του Ουκρανού πρόεδρου Ζελένσκι στις ποικίλες εμφανίσεις του, των μαχητών του νεοναζιστικού Αζόφ ή των ρωσικών τανκ με το «Ζ», θα εξακολουθήσουν για πολλές δεκαετίες να διχάζουν, να χρησιμοποιούνται εκατέρωθεν για προπαγανδιστικούς σκοπούς και να τροφοδοτούν τους πολέμους της μνήμης. Κάποια από τα πιο διάσημα στιγμιότυπα αυτού του πολέμου ωστόσο δεν προέρχονται μόνο από τα πεδία των μαχών ή τις βομβαρδισμένες πόλεις, αλλά και από το αποστειρωμένο περιβάλλον του Κρεμλίνου. Εκεί όπου ο Βλαντίμιρ Πούτιν συναντούσε ξένους αξιωματούχους τις παραμονές της εισβολής στην Ουκρανία. Σήμα κατατεθέν αυτών των άκαρπων συναντήσεων κορυφής το τεράστιο τραπέζι στο οποίο ο Ρώσος πρόεδρος καθόταν απέναντι – και σε αξιοσημείωτη απόσταση – από τους φιλοξενούμενούς του. Αυτό το μακρύ (μήκους 6 μέτρων), ιταλικής κατασκευής, λευκό λακαρισμένο οβάλ τραπέζι από ξύλο οξιάς, στηριζόμενο σε τρεις κοίλες ξύλινες βάσεις, τοποθετήθηκε στο Κρεμλίνο στα τέλη της δεκαετίας του 1990 επί προεδρίας Γέλτσιν. Ήταν μοιραίο να γίνει γνωστό ανά την υφήλιο στις αρχές του 2022 κατά τις συναντήσεις του Πούτιν με παγκόσμιους ηγέτες, μεταξύ των οποίων ο Μακρόν, ο Σολτς και ο Γκουτιέρες. Οι εικασίες που έγιναν για την εικόνα του Ρώσου ηγέτη καθισμένου σε τόσο μεγάλη απόσταση από τους ξένους ομολόγους του, με ένα γιγάντιο τραπέζι να παρεμβάλλεται ανάμεσά τους, έκαναν λόγο για την προσπάθεια του πρώτου να επιδείξει τη δύναμή του, να προβάλει την εξουσία του και να περάσει ένα μήνυμα σνομπισμού απέναντι στους δυτικούς. Πιθανόν όμως η αποστασιοποίηση αυτή να μην εμπεριέχει κανένα πολιτικό μήνυμα και να σχετίζεται με τον φόβο του Πούτιν να μην προσβληθεί από covid. Όπως και να 'χει, οι μετέπειτα εξελίξεις έδωσαν μια νέα σημασιοδότηση στο «μακρύ τραπέζι» του Πούτιν. Υπό το πρίσμα της στρατιωτικής εισβολής στην Ουκρανία, που ξεκίνησε λίγες μέρες μετά, το εν λόγω έπιπλο ερμηνεύτηκε ως σύμβολο παράνοιας, αδιαλλαξίας και αυτοκρατορικής επιδειξιμανίας. Συζητήθηκε, σχολιάστηκε και έγινε το αντικείμενο αναρίθμητων memes και γελοιογραφιών. Γελοιογραφιών όπως αυτής του Steven Camley από τη σκοτσέζικη «Herald» που το απεικονίζει ως «τραπέζι για δύο» (Ρωσία και Λευκορωσία), καθώς ο Πούτιν έχει ξεμείνει από φίλους. Ή εκείνης του Λετονού Gatis Šļūka από το Caglecartoons.com, με τον Πούτιν να το χρησιμοποιεί ως διάδρομο για τα τανκς του. Σε σκίτσο του στην ελβετική «Le Temps» ο Chappatte τοποθετεί απέναντι από τον Πούτιν ένα κουμπί για πυρηνικά, βάζοντας τους στρατηγούς του να ψελλίζουν ότι «θα αισθάνονταν πιο άνετα με ένα μακρύτερο τραπέζι», ενώ o Seyran Caferli από το Αζερμπαϊτζάν δείχνει τις φλόγες να πλησιάζουν τον Ρώσο ηγέτη από τη μια άκρη του τραπεζιού στην άλλη. Τέλος, ο Ben Jennings από τη βρετανική «Guardian» σχεδιάζει με τον πλέον σουρεαλιστικό τρόπο την απομάκρυνση του Πούτιν από τον κόσμο. Και το σχετικό link...
  3. Ήταν ίσως επόμενο για τον Θανάση Πέτρου, μετά τα «Οι όμηροι του Γκαίρλιτς» και «1922» (και τα δύο από τις εκδόσεις Ίκαρος), που αποτύπωναν στις ιστορίες τους τον Εθνικό Διχασμό και την πορεία προς τη Μικρασιατική Καταστροφή, να ακολουθήσει ένα τρίτο γκράφικ νόβελ με βασικό θέμα την εξαθλίωση που βίωσαν οι πρόσφυγες όταν έφτασαν στον ελλαδικό χώρο. Το «1923 Εχθρική Πατρίδα» καταγράφει στις σελίδες του ακριβώς αυτό το ζήτημα, κατ’ αρχήν με ρεαλισμό και με ιστορική ενημερότητα, στοιχεία πολύτιμα όταν ασχολείται κανείς αφενός με σύνθετα κοινωνικά φαινόμενα όπως η αποκατάσταση των προσφύγων ή η συγκρότηση της πρώτης προσφυγικής παραγκούπολης στη Δραπετσώνα, και αφετέρου με κρίσιμα πολιτικά γεγονότα όπως το «επαναστατικό κίνημα» των συνταγματαρχών Πλαστήρα, Γονατά και Φωκά που εκδηλώθηκε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η «δίκη των έξι» και τόσα ακόμα. Έχοντας γνώση της βιβλιογραφίας, αλλά και διαθέτοντας ευαισθησία σαν αφηγητής και σαν σχεδιαστής (οι γραμμές και τα χρώματά του ταιριάζουν λες στην υφή τόσο των προσώπων όσο και των γεγονότων που τα περιβάλλουν), ο Θανάσης Πέτρου θέτει στο επίκεντρο του «1923» την ιστορία του Σμυρνιού Γιώργη Αμπατζή και του Ζακυνθινού Σπύρου Τζανέτου, δύο συμπολεμιστών στη Μικρασιατική Εκστρατεία που μόλις έχουν φτάσει στον Πειραιά τον Σεπτέμβριο του 1922. Εκεί συναντούν τα αδιέξοδα της προσφυγικής ζωής σε θέματα σίτισης, στέγασης, υγιεινής και περίθαλψης, αντιμετωπίζουν την έχθρα πολλών ντόπιων (που περιφρονούν, χλευάζουν ή εκμεταλλεύονται τους άνδρες και ιδίως τις γυναίκες πρόσφυγες, φτάνοντας ακόμα και στις εν ψυχρώ δολοφονίες), αλλά και γνωρίζουν μετέπειτα εμβληματικές μορφές της ρεμπέτικης ιστορίας, όπως τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Βαγγέλη Παπάζογλου ή τον Στελλάκη Περπινιάδη. Αν πάντως η πλούσια κληρονομιά του ρεμπέτικου συνέβαλε σε μια γενικότερη εξιδανίκευση της περιόδου, ο κόσμος του προσφυγικού Πειραιά κάθε άλλο παρά ιδανικούς πρωταγωνιστές είχε, και ο Θανάσης Πέτρου το γνωρίζει καλά όταν σκιαγραφεί στο «1923» τα περίφημα πορνεία των Βούρλων και κυρίως τον χαρακτήρα του Μπάμπη Καραλή, ενός ανθρώπου πρώτου σε κλεψιές, τραμπουκισμούς και εκπορνεύσεις, στα δίχτυα του οποίου πέφτει και η αδερφή του Γιώργη Αμπατζή, η Μαριγώ, ενώ εκείνος την αναζητά απεγνωσμένα. Η τελική σκηνή της συνάντησης των δύο αδερφών συνοδεύεται από μια τιμωρία του Καραλή, όμως η μεγαλύτερη δικαίωση για τον αναγνώστη είναι εκείνη που του δίνει μια ιστορία η οποία συνδυάζει την ιστορική γνώση και την κοινωνική ευαισθησία με τους αντιπροσωπευτικούς και ολοζώντανους ανθρώπινους χαρακτήρες. Και το σχετικό link...
  4. 1923: Εχθρική Πατρίδα: Ο Θανάσης Πέτρου αποτυπώνει σε κόμικς τις κακουχίες που βίωσαν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή (εκδόσεις Ίκαρος). Μετά τη μεταφορά κλασικών μυθιστορημάτων σε κόμικς – τάση που έχει δει ιδιαίτερη άνθιση τα τελευταία χρόνια στα ελληνικά κόμικς – η βουτιά στην ιστορία ήταν για τους κομίστες το επόμενο επιτυχημένο πείραμα. Και στην περίπτωση των κόμικς που έφτιαξε τα τελευταία τρία χρόνια ο Θανάσης Πέτρου μόνο για επιτυχημένο πείραμα μπορούμε να μιλάμε. Ξεκίνησε το 2020 με τους «Ομήρους του Γκαίρλιτς», όπου διηγείται ένα άγνωστο περιστατικό από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με την παράδοση αμαχητί του Δ’ Σώματος Στρατού στους Γερμανούς και την ιδιότυπη αιχμαλωσία τους στο Γκαίρλιτς της Σιλεσίας. Την επόμενη χρονιά συνέχισε με το «1922: Το τέλος ενός Ονείρου», με την αφήγηση να ακολουθεί τον Σμυρνιό Γιώργο Αμπατζή στην Μικρασιατική Εκστρατεία που οδήγησε στον ενταφιασμό της Μεγάλης Ιδέας και στην Μικρασιατική Καταστροφή. Φέτος επανέρχεται με το νέο του κόμικ με τίτλο «1923: Εχθρική Πατρίδα» (από τις εκδόσεις Ίκαρος, όπως και τα προηγούμενα) στο οποίο ακολουθεί για άλλη μια φορά τον ήρωά του, τον Γιώργο Αμπατζή, που τον συναντάμε στο λιμάνι του Πειραιά, πρόσφυγα, χωρίς υπάρχοντα και με την οικογένειά του να αγνοείται. Στο νέο αυτό κόμικ, ο Θανάσης Πέτρου καταπιάνεται με τις κακουχίες, την εχθρική διάθεση και την αφιλόξενη συμπεριφορά που βίωσαν από τους Ελλαδίτες οι πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Φτώχεια, πείνα, κοινωνικός διασυρμός, ο ανθρώπινος πόνος αποδίδονται με σεβασμό και επιτυχία σε αυτό το κόμικ. Η ευαισθησία του Πέτρου στην απεικόνιση όλων αυτών είναι ένα από τα δυνατά σημεία του εγχειρήματός του. Το άλλο είναι ότι, πέρα από τα προφανή και ίσως σχηματικά της υπόθεσης, δηλαδή την ιστορική αφήγηση, βλέπουμε να ξετυλίγεται μπροστά μας όλη η ιστορία της Ελλάδας την περίοδο που απασχολεί και τον Πέτρου στις αφηγήσεις του. Κινήματα, δικτατορίες, πολιτικός αναβρασμός των εκάστοτε περιόδων, κοινωνικές συνήθειες, ακόμα και ο πολιτισμός αποτυπώνονται με γλαφυρό τρόπο από τον Πέτρου στα κόμικς αυτά. Δεν τον απασχολεί μονάχα μια στεγνή αναδιήγηση των ιστορικών γεγονότων, αλλά η συνολική αύρα και το κοινωνιολογικό αποτύπωμα της περιόδου. Η ενσωμάτωση των προσφύγων άλλωστε είναι ένα γεγονός που με συναρπάζει προσωπικά για τις προεκτάσεις που είχε σε ένα σωρό τομείς της υπόστασης του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας του. Πέραν από το γεγονός ότι είναι ένα από τα πρώτα success stories του σύγχρονου ελληνικού κράτους, η ενσωμάτωση των προσφύγων, παρόλο που μόνο εύκολη δεν ήταν, επέδρασε καταλυτικά τόσο δημογραφικά όσο και οικονομικά, γεωπολιτικά, κοινωνιολογικά, εθνολογικά και φυσικά πολιτισμικά. Η επίδραση των προσφύγων στον πολιτισμό και στις επικρατούσες λαϊκές κουλτούρες υπήρξε καθοριστική. Οι πρόσφυγες είχαν ζήσει άλλωστε σε τόπους με πολιτιστική παράδοση πολλών αιώνων, την οποία μετέφεραν στον τόπο που έγινε νέα τους πατρίδα. Κυριάρχησαν τα ρεμπέτικα αλλά και πολλοί λογοτέχνες όπως οι Γ. Σεφέρης, Η. Βενέζης, Κ. Πολίτης, Γ. Θεοτοκάς, Σ. Δούκας, ο ζωγράφος και συγγραφέας Φ. Κόντογλου διέπρεψαν στον τομέα και βοήθησαν σημαντικά στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας. Όλα αυτά είναι υπαρκτή πραγματικότητα στα τρία αυτά κόμικς του Θανάση Πέτρου. Θανάσης Πέτρου Θα έλεγα ότι τα κόμικς αυτά ξεφεύγουν από το καθαρά ιστορικό είδος. Ο ειδολογικός χαρακτηρισμός που θα τους απέδιδα δεν είναι στενά ιστορικός αλλά και ηθογραφικός, κι αυτό γιατί αποτελούν εμπράκτως έναν μοναδικό ηθογραφικό περίπατο στην ελληνική κοινωνία των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Ακόμα και οι ντοπιολαλιές αποδίδονται περίτεχνα στα σενάρια που δόμησε ο Θανάσης Πέτρου. Τεχνικά όμως υπάρχει, για μένα, το πιο μεγάλο ενδιαφέρον. Στους «Ομήρους» αφηγητής είναι ο Σαλονικιός Οικονόμου, στο «1922» ο Σμυρνιός Αραμπατζής, ενώ στο 1923 δεν υπάρχει αφηγητής κι επομένως όλα όσα ανέφερα, τα ιστορικά στοιχεία και γεγονότα, τα ηθογραφικά στοιχεία, είναι κεντημένα μέσα στο σενάριο. Νομίζω ότι είναι το καλύτερο δείγμα σεναρίου που έχουμε δει από τον Πέτρου. Ένα σενάριο ζωντανό, γρήγορο και γεμάτο δράση. Τα μουντά χρώματα περνούν επιδέξια το συναίσθημα στις δύο πρώτες ιστορίες ενώ στο «1923: Εχθρική Πατρίδα» η παλέτα αλλάζει και γίνεται πιο αισιόδοξη καθώς οι πρόσφυγες εγκαθίστανται στη νέα πατρίδα. Μαστορικά φτιαγμένα καρέ που υπηρετούν άριστα την πλοκή – ακόμα και όταν λείπει το σενάριο –, ενδελεχής ιστορική έρευνα, ψυχραιμία στην απεικόνιση της ιστορίας και των διαφόρων πολιτικών γεγονότων, σχέδιο προσηλωμένο στην ακρίβεια της σκηνοθεσίας, της εποχής των εκφράσεων των προσώπων. Ο Πέτρου ξέρει πολύ καλά τα κόμικς ως μέσο, χειρίζεται τις σελίδες και τα πάνελ του με αριστοτεχνικό τρόπο, σε μια αφήγηση ταυτόχρονα ακριβή και λιτή. Ξεφεύγει από τα καρέ, περνά στο περιθώριο της σελίδας επιστρέφοντας και πάλι σ’ αυτά, δείχνοντάς μας πως ξέρει να πει Ιστορία σε πολύχρωμες σελίδες με καρέ. Και το σχετικό link...
  5. Μια εικόνα, 278 λέξεις Ο Μίκα, ένα μικρό προσφυγόπουλο χωρίς στέγη που περιφέρεται στους δρόμους της Αθήνας μαζί με τον σκύλο του, τον Βάλκα. Μπορεί να είναι λίγο καθυστερημένη η αναφορά, καθώς το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2021, αλλά ποτέ δεν είναι αργά για να εκθειάσεις μια πολύ καλή δουλειά. Και το «Μίκα και Βάλκα», αυτοέκδοση σε σενάριο του Λάζαρου και σχέδια του Κλήμη, είναι πράγματι μια πολύ καλή δουλειά! Από κάθε άποψη. Πρωταγωνιστής είναι ο Μίκα, ένα μικρό προσφυγόπουλο χωρίς στέγη που περιφέρεται στους δρόμους της Αθήνας μαζί με τον σκύλο του, τον Βάλκα, αναζητώντας ζεστασιά, τροφή, μια προσωρινή κρυψώνα μα πάνω απ’ όλα μια ανθρώπινη επαφή. Αλλά δυστυχώς είναι ανεπιθύμητος παντού. Όλοι τον διώχνουν από πεζοδρόμια, εισόδους κτιρίων και μαγαζιών, βιτρίνες. Εκτός από έναν άλλον άστεγο, τον Φειδία, καλλιτέχνη του δρόμου και μόνο άνθρωπο που έχει τον χρόνο, τη διάθεση και την ανθρωπιά να πει δυο κουβέντες με ένα παιδί και να του προσφέρει λίγη αγάπη. Με ένα τέτοιο θέμα, το «Μίκα και Βάλκα» ακούγεται δραματικό, «βαρύ κι ασήκωτο» αλλά δεν είναι. Μέσα στην ατέλειωτη μοναξιά και τις επικίνδυνες περιπλανήσεις του μικρού αγοριού σε μια εχθρική πόλη, με τους χρυσαυγίτες να απειλούν και τους «καθωσπρέπει» πολίτες να ξεσπούν εναντίον των «λαθρομεταναστών», υπάρχουν και αχτίδες αισιοδοξίας: ένα κόκκινο μπαλόνι, μια κουβέρτα που την πήρε ο αέρας, λίγοι πεταμένοι μαρκαδόροι, οι χαρούμενες φωνές από άλλα παιδιά. Με τις έξυπνες ατάκες του Λάζαρου και τα γλυκύτατα και τρυφερά σχέδια του Κλήμη, το «Μίκα και Βάλκα» είναι ένα ευχάριστο και απαραίτητο, χωρίς διδακτισμούς, μάθημα προς όσους στρέφουν το βλέμμα από αυτά τα παιδιά. Με μικρές δόσεις απελευθερωτικού χιούμορ και ορισμένες σπαρακτικές σκηνές. Όπως αυτή με τον μικρό Μίκα, κοιμισμένο σε ένα παγκάκι, να δέχεται απαλά στο κεφάλι του ένα φθινοπωρινό φύλλο που τον ξυπνά. Για να ανοίξει αυτός τα μάτια του και να ψιθυρίσει: «Μαμά...;»
  6. Το 3ο Drama Comics Festival μετά από απουσία δύο ετών ξεκινά σήμερα στη Δράμα με ένα πλούσιο πρόγραμμα και τέσσερις σημαντικές εκθέσεις Ιταλών και Ελλήνων δημιουργών. Πριν δύο εβδομάδες γράφαμε για το σπουδαίο φεστιβάλ Cretan Comics Con στο Ηράκλειο της Κρήτης. Λίγο νωρίτερα δεν μπορούσαμε να κρύψουμε τη χαρά μας για το LA Comics Festival στη Λάρισα. Ήδη ανακοινώθηκε για τον Σεπτέμβριο το φεστιβάλ Chaniartoon στα Χανιά, ενώ για αργά το φθινόπωρο ετοιμάζεται το Comicsville στο Κιλκίς. Ένα ένα τα φεστιβάλ μακριά από τα κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης επιστρέφουν. Και σήμερα ξεκινά το ιδιαίτερο και ξεχωριστό Drama Comics στη Δράμα, το οποίο θα διαρκέσει μια ολόκληρη εβδομάδα! Τη διοργάνωση του Φεστιβάλ υπογράφει η ομάδα Λευκός Χώρος (Γιάννης Μιχαηλίδης, Ανθή Σαμαρτζίδου, Τανό, Γιώργος Τζάτζιος) με τη στήριξη του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών, τον Πολιτιστικό Οργανισμό του Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού μήκους της Δράμας και την Αμκε «Κύκλωψ», η οποία και παραχώρησε την πρόσφατα ανακαινισμένη Καπναποθήκη Αναστασιάδη. Στον πολιτιστικό αυτόν χώρο που αποτελεί μέρος του παλαιότερου οικιστικού συγκροτήματος στο υπέροχο πάρκο των πηγών της Αγίας Βαρβάρας θα φιλοξενηθούν τέσσερις εκθέσεις Ιταλών και Ελλήνων δημιουργών. Vittorio Giardino, Τα χρώματα της θάλασσας Από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ευρωπαίους δημιουργούς, ο Vittorio Giardino έχει υπογράψει μια σειρά από επιτυχημένα και βραβευμένα κόμικς εκ των οποίων αρκετά έχουν κυκλοφορήσει και στη χώρα μας με πιο πρόσφατο το «No Pasaran!». Από τις πιο γνωστές δουλειές του είναι η σειρά με τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Sam Pezzo, η βραβευμένη στην Ανγκουλέμ σειρά «Jonas Fink», η «Ουγγρική Ραψωδία», η ερωτική-ψυχαναλυτική σειρά «Little Ego» ως ενήλικη παρωδία του εμβληματικού «Little Nemo in Slumberland» του Winsor McCay κ.ά. Η έκθεσή του στη Δράμα είναι εμπνευσμένη από την Ελλάδα. Francesca Ghermandi, Οι κούκλες προσγειώθηκαν Από τη δεκαετία του 1980 κιόλας, η Francesca Ghermandi είδε τα έργα της, κόμικς και εικονογραφήσεις εμπνευσμένες από τον φουτουρισμό με ποπ και ψυχεδελικές πινελιές, να δημοσιεύονται σε πλήθος ιταλικών και γαλλικών εφημερίδων και περιοδικών (Frigidaire, L’Echo des Savanes, Linus, Zero Zero, Il Manifesto, La Repubblica κ.ά.) ενώ εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια εικονογραφεί άρθρα του εβδομαδιαίου περιοδικού Internazionale. Έχει βραβευτεί στο φεστιβάλ της Lucca της Ιταλίας, ορισμένα από τα πιο γνωστά έργα της είναι τα «Pasticca», «The Wipeout», «Grenuord», «Cronache dalla Palude», «Le Avventure di Ulisse» κ.ά., ενώ τo 2006 δημιούργησε το σποτ κινουμένου σχεδίου για την Biennale στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας και το 2014 φιλοτέχνησε τα animation διαφημιστικά σποτ για την Toyota. Θανάσης Πέτρου, Πορείες Τακτικά στο Καρέ Καρέ απολαμβάνουμε τα έργα του Θανάση Πέτρου στο «Λεξικό της Κρίσης». Ο Πέτρου όμως, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια δημιουργεί ακατάπαυστα και κυκλοφορεί τα εξαιρετικά βιβλία του το ένα μετά το άλλο με μοναδική συνέπεια («Οι Όμηροι του Γκαίρλιτς», «1922 – Το Τέλος ενός Ονείρου», «Υπομονή Θέλει», «1923 - Εχθρική Πατρίδα» κ.ά.). Πολυσχιδής προσωπικότητα καθώς έχει σπουδάσει γαλλική φιλολογία και κοινωνιογλωσσολογία, αλλά και μεταφραστής, ερευνητής, μουσικός με προτίμηση στα ρεμπέτικα ακούσματα και καθηγητής κόμικς στον ΑΚΤΟ, ο Θανάσης παρουσιάζει την έκθεση «Πορείες» που συνοψίζει ένα μέρος από τις πολυδαίδαλες αφηγηματικές και σχεδιαστικές διαδρομές του. Soloùp, 1821-1922 Η ιστορία μέσα από τα graphic novels «’21 – H μάχη της πλατείας» και «Αϊβαλί» Για να φιλοτεχνήσει ορισμένα από τα πιο σπουδαία και πολυσυζητημένα μεγάλα έργα κόμικς τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, έργα που έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν παρουσιαστεί σε μουσεία, εκθέσεις, εκδηλώσεις και συνέδρια, ο Soloup έχει μελετήσει όσο λίγοι την ελληνική ιστορία με αφορμή τα βιβλία του «Αϊβαλί» και «’21 – Η μάχη της πλατείας». Ως διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αιγαίου επιπλέον και συγγραφέας της μελέτης «Τα Ελληνικά Κόμικς» έχει μελετήσει την ιστορία, τους μηχανισμούς, τις μεθόδους και τις τεχνικές του μέσου. Συνδυάζοντας τα παραπάνω, η έκθεση που παρουσιάζει στο φεστιβάλ επικεντρώνεται στα έργα του γύρω από την ελληνική ιστορία και αποδεικνύει τις αστείρευτες δυνατότητες των κόμικς να ανοίγουν χαραμάδες στα πιο ερμητικά μέρη. Εκτός από τις εκθέσεις, στους χώρους του κινηματογραφικού φεστιβάλ θα πραγματοποιηθούν ομιλίες, καλλιτεχνικά εργαστήρια, μουσικά events και προβολές ταινιών και ντοκιμαντέρ σχετικών με τα κόμικς, ενώ θα λειτουργεί και βιβλιοπωλείο με νέες και παλαιότερες εκδόσεις. 3o Drama Comics Festival Πότε: Σάββατο 25 Ιουνίου – Σάββατο 2 Ιουλίου Πού: Πολιτιστικό Κέντρο Κύκλωψ, Καπναποθήκη Αναστασιάδη, Δράμα Είσοδος Ελεύθερη Και το σχετικό link...
  7. Το γνωστό σύνθημα αντίστασης στον φασισμό γίνεται τίτλος βιβλίου από τον Vittorio Giardino σε μια ιστορία για τον αγώνα των δημοκρατικών δυνάμεων ενάντια στον Φράνκο κατά τον ισπανικό εμφύλιο. Μπορεί ο ίδιος ο Vittorio Giardino, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ιταλούς δημιουργούς, να θεωρείται βασικός εκπρόσωπος της «καθαρής γραμμής» στο σχέδιο και της εμμονής στις ρεαλιστικές αναπαραστάσεις κτιρίων, πόλεων, δρόμων, ενδυμασιών κ.λ.π., αλλά οι ιστορίες του είναι σκοτεινές, δύσκολες, δυσοίωνες και συνήθως τοποθετημένες σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές. Όπως αναφέρει και ο επιμελητής της έκδοσης, Γιάννης Μιχαηλίδης, όμως, η «καθαρή γραμμή» του Giardino δεν είναι αυτή του Herge ή του Edgar Jacobs αλλά αυτή του Hugo Pratt, του Moebius, του Carl Barks και του Floyd Gottfredson. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μικτής γραμμής και του καθαρού, γραμμικά αναπτυσσόμενου αλλά στιβαρού σεναρίου είναι το «No Pasaran» (μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης, εκδόσεις Jemma Press, 64 σελίδες) με πρωταγωνιστή τον Γαλλοεβραίο Max Friedman, πρώην μέλος της γαλλικής αντικατασκοπίας και πρωταγωνιστή σε πέντε συνολικά ξεχωριστές και αυτοτελείς ιστορίες του Giardino, που αποφασίζει να αφήσει την ηρεμία του σπιτιού του στην ασφαλή Γενεύη και να ταξιδέψει στην ταραγμένη Ισπανία στα χρόνια του αιματηρού εμφυλίου αναζητώντας έναν παλιό φίλο του, εθελοντή μαχητή της ελευθερίας στις γραμμές των δημοκρατικών δυνάμεων. Βαθιά πολιτικός όπως πάντα ο Giardino – και χωρίς να πλατειάζει ή να αφήνει διακηρυκτικού τύπου «κορόνες» παρά τη σαφή πολιτική θέση του – , περιγράφει την Ισπανία του εμφυλίου για να υπενθυμίσει ότι εκεί πολέμησαν ανεκπαίδευτοι ηρωικοί εθελοντές από όλη την Ευρώπη στο πλευρό της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης κόντρα σε έναν πάνοπλο φασιστικό στρατό στασιαστών, υποστηριζόμενων από τις δυνάμεις του Άξονα. Δίνει έτσι μια συναρπαστική, φανταστική ιστορία που θα μπορούσε να είναι και αληθινή, καθιστώντας επίκαιρη τη γνώση της πρόσφατης πολιτικής και στρατιωτικής ιστορίας της Ευρώπης. Και προλογίζοντας ο ίδιος το βιβλίο του ξεκαθαρίζει την επιλογή του τίτλου του, «No Pasaran». «Στο τέλος οι στρατιωτικοί, οι αντιδραστικοί, οι πραξικοπηματίες νίκησαν, η δικτατορία εγκαθιδρύθηκε και όλοι προσαρμόστηκαν. Αναγκαστικά, ίσως σοφά πράττοντας, αποφάσισαν να πράξουν ρεαλιστικά. Όμως όχι ο Πικάσο. Όχι ο Μιρό, όχι ο Αλμπέρτι, όχι ο Νερούδα. Ηττημένοι ναι, παραδομένοι ποτέ. No Pasaran! Δεν θα περάσουν, είπαν. Περάσαμε, απάντησαν χλευαστικά οι νικητές. Αλλά όμως, ακόμα και σήμερα, για τον καθέναν από εμάς, υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούν να περάσουν. Και αν καταφέρουν να περάσουν, αυτό δεν θα έχει συμβεί με τη δική μου βοήθεια. Ούτε με τη δική μου σιωπή». Και το σχετικό link...
  8. Πορνογραφία ή ερωτική τέχνη; Μια συζήτηση με την ερευνήτρια των κόμικς, Σταματία Αντωνάτου. Πότε ξεκινούν οι εκδόσεις των ερωτικών κόμικς στην Ελλάδα; Στο εξωτερικό είναι πολύ διαφορετικά τα πράγματα. Στην Ελλάδα σαν κόμικς, τα πρώτα ερωτικά κόμικς που εμφανίζονται είναι μετά την μεταπολίτευση, δηλαδή από το ’75, ’76 και μετά. Βέβαια, υπάρχουν από τότε που υπάρχει ο τύπος, γελοιογραφίες όπου πάντα ήταν πιπεράτες. Σαν εκδόσεις όμως και σαν αυτό που ονομάζουμε κόμικς έχουμε από την δεκαετία του ’70 μέχρι το τέλος της τα γνωστά φουμέτι που είναι μικρά βιβλία τσέπης. Το περισσότερο υλικό τους είναι από Ιταλία. Έχουν μια λογική λαϊκού αναγνώσματος. Δεν είναι κάτι τρομερό, απλά είναι τα πρώτα ερωτικά που γνωρίζουμε ότι κυκλοφορούν. Φτιάχνονται από καλλιτέχνες που δεν γνωρίζουμε ποιοι είναι. Στην ιστορία μαθαίνουμε ότι διάφοροι διάσημοι καλλιτέχνες ξεκινούν από εκεί και δουλεύουν σε αυτά χωρίς να τα υπογράφουν. Το κάνουν φυσικά για τα χρήματα. Ο Μιλο Μανάρα π.χ. ξεκίνησε να κάνει φουμέτι στην Ιταλία μέχρι να καταξιωθεί σαν καλλιτέχνης. Αυτό το αναγνωρίζουμε αργότερα από το σκίτσο του αλλά το έχει δηλώσει και ο ίδιος. Πολλές φορές τα φουμέτι χαρακτηρίζονται ως ανάγνωσμα καθαρά για στρατώνα. Σε κάποιον θα κάνει παρέα το βράδυ. Το 1978 κυκλοφορεί το περιοδικό Κολούμπρα, μια πάρα πολύ αξιόλογη δουλειά όπου πλέον μαθαίνει το αναγνωστικό κοινό το πιο καλλιτεχνικό κόμικς. Είναι γνωστοί σκιτσογράφοι που είναι ήδη αναγνωρισμένοι στην Αμερική και στην Ευρώπη. Η Κολούμπρα μας συστήνει την Βαλεντίνα του Κρέπαξ. Είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε τον Κρέπαξ και κάποιες ιστορίες του. Η Βαλεντίνα πουλιέται στα βιβλιοπωλεία στην Ευρώπη. Ο Κρέπαξ μας την συστήνει το 1963. Μιλάμε για 15 χρόνια πριν. Έχουμε το κόμικς που είναι το λαϊκό ανάγνωσμα που το παίρνουμε, το διαβάζουμε και το πετάμε και έχουμε τους καταξιωμένους καλλιτέχνες που κάνουν άλλου είδους δουλειά. Από το ’78 και μετά έχουμε το ενήλικο κόμικς πια. Στα κόμικς για το ενήλικο κοινό εικονογραφούνται λογοτεχνικά έργα ή οι καλλιτέχνες παρουσιάζουν δικές τους ιστορίες. Το 1981 αρχίζει να κυκλοφορεί το περιοδικό Βαβέλ. Η Βαβέλ φιλοξενεί ερωτικά κόμικς. Τα φουμέτι συνεχίζουν να κυκλοφορούν μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του '80 αλλά παράλληλα αρχίζουν να κυκλοφορούν τα μεγάλα άλμπουμ. Δεν πουλιούνται πια σαν τσοντοπεριοδικά στην Ομόνοια αλλά κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία και είναι περιποιημένες εκδόσεις. Και αρχίζει και ο κόσμος να αντιμετωπίζει διαφορετικά αυτό που λέμε ερωτικό. Δεν είναι το παίρνω για να το κρύψω κάτω από το κρεβάτι μου όπως είναι ένα τσοντοπεριοδικό. Το αντιμετωπίζω σαν ένα βιβλίο που έχει μια άλλη βαρύτητα και μια άλλη αξία. Δεν σημαίνει όμως ότι προσωπικά υποτιμώ τα φουμέτι. Και αυτά τα θεωρώ τέχνη. Τα ερωτικά περιοδικά ή τσοντοπεριοδικά που έχουν και κόμικς μέσα ‒ πάντα ερωτικά ‒ συνεχίζουν να κυκλοφορούν μέχρι και πρόσφατα, το 2014. Έλληνες καλλιτέχνες καταπιάνονται με τα ερωτικά κόμικς; Είναι πολύ λίγοι καλλιτέχνες στην Ελλάδα που έχουν κάνει ερωτικά κόμικς, δηλαδή μια κατεξοχήν ερωτική ή σεξουαλική ιστορία. Αν και σε διάφορες δουλειές θα δούμε και ένα ερωτικό καρέ, ένα ζευγάρι π.χ. να κάνει έρωτα ή γυμνό. Είναι π.χ. ο Φώτης Πεχλιβανίδης με την γνωστή του Luna που μεταφράστηκε στο εξωτερικό. Είναι ο Κώστας Φραγκιαδάκης που έχει κάνει εξαιρετικά ερωτικά κόμικς. Είναι ο Σταύρος Κουτσιούκης από την Θεσσαλονίκη, ο Σπύρος Βερύκιος που έχει κάνει επίσης πολύ καλά ερωτικά κόμικς και έχει κυκλοφορήσει η δουλειά του στο εξωτερικό. Είναι ο Πέτρος Ζερβός που κάνει από την δεκαετία του ’90 το "Οι Ξανθές το Γλεντάνε" από τις εκδόσεις του Ρόδου. Είναι η πρώτη έκδοση ελληνικού κόμικς στην Ελλάδα, η δουλειά του Πέτρου. Κυκλοφόρησε το 1991. Γιατί δεν κυκλοφορούν πιο συχνά; Είναι ταμπού; Δεν νομίζω ότι είναι θέμα ταμπού. Οτιδήποτε κυκλοφόρησε σαν άλμπουμ στην Ελλάδα είναι δουλειές που υπάρχουν στο εξωτερικό από πολύ παλιά. Απλά έρχονται κάποιοι εκδότες που έχουν άλλη αντίληψη για τα πράγματα, που θέλουν δείξουν κάτι άλλο. Αυτό δεν ισχύει μόνο για το ερωτικό κόμικς, ισχύει για όλα τα πράγματα. Θέλουν π.χ. να παρουσιάσουν με καθυστέρηση κάποιους μεγάλους καλλιτέχνες. Βλέπουμε Κρέπαξ στην Ελλάδα μετά από 15-20 χρόνια που ήδη κυκλοφορεί και είναι καταξιωμένος στο εξωτερικό. Το ίδιο ισχύει για Μανάρα που οι μεγάλες του δουλειές είναι τέλη ‘70, αρχές του ’80. Εμείς τις μαθαίνουμε από το ’85 και μετά. Συνεχίζουν στο εξωτερικό να γίνονται ερωτικά κόμικς, αλλά δεν μεταφράζονται και δεν κυκλοφορούν εδώ. Άσχετα με το διαδίκτυο που σήμερα γίνονται πολλά πράγματα. Γενικά λίγα πράγματα μεταφράζονται πλέον και κυκλοφορούν στην Ελλάδα. Το μεγαλύτερο μέρος της Ελληνικής παραγωγής πάνω στα κόμικς είναι από Έλληνες καλλιτέχνες. Αυτό έχει να κάνει και με το οικονομικό, των δικαιωμάτων και όλων αυτών των πραγμάτων. Τώρα για ποιο λόγο δεν γίνονται ερωτικά κόμικς δεν μπορώ να απαντήσω. Ίσως επειδή ανήκει σε μια γενικότερη κουβέντα. Τα φουμέτι δεν είχαν δικαιώματα; Αν και κυκλοφορούσαν νόμιμα στα περίπτερα. Δεν ήταν παράνομα με την λογική το πουλάω στην μαύρη αγορά. Είμαι σίγουρη ότι δεν πληρώθηκαν ποτέ δικαιώματα στους ξένους εκδοτικούς. Ξεσήκωναν τα ξένα περιοδικά, έκαναν μια υποτυπώδη μετάφραση – μερικές φορές έβαζαν και χέρι στην μετάφραση. Σίγουρα κανένας δημιουργός δεν πληρώθηκε. Ο Κρέπαξ π.χ. είναι χαρακτηριστικό ότι έμαθε μετά από πάρα πολλά χρόνια ότι κυκλοφορεί δουλειά του στην Ελλάδα, φυσικά χωρίς να πληρωθούν δικαιώματα. Κάποιες από τις δουλειές του μάλιστα κυκλοφορούσαν εδώ και στο περίπτερο. Στα φουμέτι είναι νορμάλ τα πράγματα. Υπάρχει σεξ, βία και το φανταστικό στις σελίδες του. Από τις κύριες πρωταγωνίστριες είναι η Ζάκουλα, μια γυναίκα-βαμπίρ. Μπλέκεται πολύ συχνά ο τρόμος και το μεταφυσικό. Τα αγαπάω πάρα πολύ. Διαβάζονται. Περνάς ευχάριστα. Τα εκτιμώ πάρα πολύ. Ήταν ποτέ παράνομα; Ποτέ δεν κυκλοφόρησαν παράνομα. Ποτέ δεν πήγαν από χέρι σε χέρι σαν να είναι παράνομο υλικό, όπως π.χ. κυκλοφορούσε ο Ριζοσπάστης. Απλά κάποιες φορές υπήρχαν θέματα. Θυμάμαι μια ιστορία με την Βαβέλ. Δημοσιεύει μια εξαιρετική δουλειά του Alex Varenne και ένας εισαγγελέας αποφασίζει να ασκήσει δίωξη περί δημοσίας αιδούς. Αθωώθηκαν αμέσως. Έχει σχέση με τον συντηρητισμό στην εποχή μας και το τι επικρατεί. δεν έχουμε ερωτικά κόμικς στην εποχή μας με την ποσότητα και την έκταση των προηγούμενων δεκαετιών. Βέβαια το διαδίκτυο είναι γεμάτο από αυτά πλέον. Π.χ. τα χεντάι που κυκλοφορούν κατά κόρον στην Ιαπωνία και μπορείς επίσης να τα βρεις στο διαδίκτυο. Στην Ελλάδα όμως δεν έχουν κυκλοφορήσει ποτέ. Προσωπικά δεν έχω δει. Τουλάχιστον σε έντυπη μορφή. Ζούμε σε συντηρητικές εποχές. Και το γυμνό είναι απαγορευμένο. Πολύ εύκολα ο κόσμος σοκάρεται. Και δεν είναι τυχαίο. Όπως δεν είναι τυχαίο που ζούμε σε πολύ βίαιες εποχές. Όσο πιο συντηρητικοί γινόμαστε στο ερωτικό κομμάτι, τόσο πιο βίαιοι γινόμαστε σαν κοινωνία. Ζούμε σε μια εποχή εύκολων ταμπελών. Πως ασχοληθήκατε με τα ερωτικά κόμικς; Έχω μια πολύ μεγάλη αγάπη για τα κόμικς. Μου άρεσε σε όλες τις μορφές της τέχνης να ασχολούμαι με το ερωτικό κομμάτι της, ήταν φυσικό επακόλουθο να ασχοληθώ και με τα ερωτικά κόμικς. Στην συλλογή μου έχω σχεδόν ότι έχει κυκλοφορήσει στην Ελλάδα σε αυτό το είδος. Είναι πάρα πολλοί τίτλοι. Θα έλεγα πάνω από 500 τίτλοι. Κάποιοι φιλοξενούνται μάλιστα και σε σειρά, οπότε μιλάμε για πάνω από 1000 τεύχη που έχουν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα, χώρια ιστορίες που υπάρχουν σε περιοδικά. Βρίσκονται ακόμη απλά κάποια βρίσκονται πιο πολύ δύσκολα. Του Μανάρα αναγνωρίζουμε κάποια πράγματα όπως μας έρχονται. Εδώ πρέπει να ψάξεις να τα βρεις. Υπάρχουν κάποια εξώφυλλα αλλά δεν μπορώ να το απαντήσω με σιγουριά. Ποιο είναι το αγαπημένο σας; Η Ιστορία της Ο είναι ότι καλύτερο έχει σχεδιαστεί πάνω σε ερωτικό κόμικς κατά την άποψη μου. Ο Κρέπαξ έχει κεντήσει. Είναι ένας πολύ μεγάλος μάστορας της ένατης τέχνης. Λειτουργεί κινηματογραφικά. Απομονώνει ακόμη και μικρά καρέ. Είναι σαν σκηνοθέτης. Σαν να έχει σχεδιάσει μια ιστορία και την έχει δώσει σε έναν καμεραμάν να την τραβήξει σκηνή με σκηνή. Το συγκεκριμένο θα έλεγα ότι είναι καλύτερο από το βιβλίο. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε σαν τσοντοπεριοδικό στην Ομόνοια. Είναι πάντα με τι σκοπό θέλεις να το κυκλοφορήσεις. Η ορίτζιναλ έκδοση που κυκλοφόρησε ο Κρεπαξ στην Γαλλία αυτή την στιγμή ξεπερνάει τα 5000 ευρώ στο ebay. Ήταν υπογεγραμμένα όλα από τον ίδιο, σκληρόδετα σε πολύ μεγάλο μέγεθος και μέσα είχε κείμενα πάνω στον ερωτισμό, πέρα από το κόμικς. Είναι πορνογραφία; Όχι. Θεωρώ τον όρο πορνογραφία πολύ προκατειλημμένο. Τον θεωρώ υβριστικό όρο. Ο σωστός όρος είναι ερωτική τέχνη. Τέχνη που απεικονίζει μια ανθρώπινη στιγμή. Δεν είναι μια υβριστική στιγμή και έχει δώσει χιλιάδες αριστουργήματα από την αρχή του κόσμου. Δεν είναι πρόστυχη. Υπήρχαν πολιτισμοί όπως είναι ο αρχαίος ελληνικός, ο ιαπωνικός, ο ινδικός, ο κινεζικός που ήταν πολιτισμοί που δεν είχαν σεμνοτυφίες και ηθικές αναστολές, απεικόνιζαν την ερωτική τέχνη με περίτεχνους τρόπους. Με τον χριστιανισμό το ανθρώπινο σώμα θεωρείται πλέον μιαρό και η ερωτική πράξη βρώμικη, και κηρύσσει ότι κάθε ηδονή είναι αμαρτία. Η λέξη πορνογραφία είναι ένα προϊόν της βικτοριανής εποχής και έρχεται από το 1845. Είναι οι τσόντες χυδαίες; Σε αυτό θα απαντήσω ότι υπάρχει καλή ή κακή τέχνη όπως υπάρχουν στα πάντα. Απλά επιλέγει ο καθένας μας με το δικό του κριτήριο. Για μας είναι χυδαίο το γυμνό. Για μένα είναι πιο χυδαίο σε μια γυναίκα να φαίνονται μόνο τα μάτια της. Πάντα όλα έχουν να κάνουν με τον χώρο, τον τόπο και τον χρόνο που ζούμε. Το ίδιο ισχύει και για τα κόμικς. Και το σχετικό link...
  9. Βγαλμένη από άλλη εποχή, η «Αυτοπροσωπογραφία» του Μίλο Μανάρα που μόλις κυκλοφόρησε φέρνει στο φως την Ιταλία του Παζολίνι και του Φελίνι, τους σπουδαίους κομίστες της εποχής και μια ζωή γεμάτη τέχνη και περιπέτεια. Ο αέρας ελευθερίας που διαπνέει τις ιστορίες του Απουλήιου, οι σκαμπρόζικες σκηνές του Δεκαημέρου, τα σκοτάδια του Καραβάτζο, τα αρώματα της Τοσκάνης, τα όνειρα του Φελίνι και το κράνος του Φερνάντο Ρόσι υπάρχουν αυτούσια στην αυτοβιογραφία του Μίλο Μανάρα με τον τίτλο Αυτοπροσωπογραφία που μόλις κυκλοφόρησε σε μετάφραση Χρήστου Σιάφκου από τις εκδόσεις ΚΨΜ. Όταν εκδόθηκε το βιβλίο στην Ιταλία όλοι ζητούσαν μια συνέντευξη από τον κορυφαίο κομίστα, ο οποίος επέλεξε τη χρονιά της έξαρσης της πανδημίας και του κινήματος του #metoo για να γράψει την αυτοβιογραφία του, ουσιαστικά για να εξηγήσει ολόκληρη την κοσμοθεωρία που κρύβεται πίσω από το πολύχρωμο σύμπαν των δημιουργών των κόμικς, οι οποίοι, σε αυτόν τον τόμο, παίρνουν δικαιωματικά μια θέση δίπλα στους μεγάλους καλλιτέχνες όχι με έπαρση, αλλά με την ακριβή ευθύτητα ενός δημιουργού που ξέρει πως το έργο του ‒ όχι μόνο το δικό του αλλά και τόσων διάσημων ομοτέχνων του στους οποίους αποτίει φόρο τιμής ‒ δεν εξαντλείται, όπως πολλοί νομίζουν, στην εικονογράφηση ερωτικών ή άλλων ανάλογων περιπετειών για τις οποίες τον έχουν κατηγορήσει, αλλά κρύβουν ένα καλλιτεχνικό όραμα, ακόμα και όταν φαίνεται εσκεμμένα ότι λοξοδρομούν. Εν προκειμένω, πρόκειται για το όραμα ενός ανήσυχου δημιουργού ο οποίος δεν επικαλείται επί ματαίω τη σπουδαία πολιτιστική παράδοση της χώρας του, κάνοντας αναφορές σε ονόματα όπως αυτό του αγαπημένου του Καραβάτζο ‒ άλλο αποσυνάγωγο πνεύμα κι αυτός! ‒, αλλά μπορεί, για παράδειγμα, να εξηγεί με ακρίβεια τις επιρροές του κιαροσκούρο στο αεροπλάνο που ζωγράφισε στο κόμικ που εμπνεύστηκε από τα δημιουργικά όνειρα του Φελίνι, και ας μην εκδόθηκε ποτέ, την ακρίβεια του φωτός στα πλάνα που συζητούσαν μαζί επί ώρες ή τη βαθιά συναίσθηση των μεγάλων γεγονότων που είχε όταν έφτιαχνε την εικονογραφημένη Ιστορία της Γαλλίας για τη Larousse. Δεν είναι τυχαίο ότι αποφάσισε να ξαναστήσει ένα κόμικ από την αρχή μόνο και μόνο επειδή έδειχνε εσφαλμένα τον Λουδοβίκο IH να φτάνει στις Τουιλερί το 1814 με την αμαξά κλειστή και όχι ανοιχτή, όπως είχε συμβεί στην πραγματικότητα! Αυτά τον γέμιζαν χαρά και όχι απογοήτευση. Με κύριους συνομιλητές και συνεργάτες τον Ούγκο Πρατ, τον περίφημο δημιουργό του Κόρτο Μαλτέζε, και τον Φελίνι, ο οποίος παρεμπιπτόντως είχε υπάρξει δεινός σκιτσογράφος, ο Μανάρα βρέθηκε να στοχάζεται από νωρίς πάνω στους κεντρικούς άξονες της εικονοποιητικής δημιουργίας και των αρχών που διαμόρφωσαν την παράδοση του κόμικ στο οποίο αφοσιώθηκε αποκλειστικά, αρνούμενος να γίνει αρχιτέκτονας. Επίτηδες δεν χρησιμοποιεί την έκφραση graphic novel σε καμία από τις αφηγήσεις του στο βιβλίο, οι οποίες συνοδεύονται από πλούσια εικονογράφηση ‒ πώς αλλιώς; ‒, και μια φορά που την αναφέρει είναι για κακό, ίσως γιατί με το βιβλίο του επιδιώκει να αποκαταστήσει τη μεγάλη δόξα της παλιάς σχολής που δεν εικονογραφούσε ούτε έφτιαχνε απλώς σενάρια, παρά δημιουργούσε μεγαλόπνοες ιδέες τις οποίες άφηνε ανοιχτές στον αέρα της περιπέτειας. Απόδειξη η ίδια του η ζωή, από τότε που ο Ούγκο Πρατ τον απέτρεψε να δουλεύει με ωράριο σε γραφείο και εκείνος βάλθηκε να γυρίζει όλο τον κόσμο μαζί με τη γυναίκα του και το κάμπερ όχημά του, στο οποίο φόρτωσε τον εξοπλισμό του επισκεπτόμενος ακόμα και την Ελλάδα, όπου βρέθηκε να ζωγραφίζει μερικές από τις πιο γνωστές δημιουργίες του στους αμμόλοφους της Χαλκιδικής. Πέρασε επίσης από τα Μετέωρα για να δει, όπως λέει, τις πόλεις μέσα από τους βράχους και έφτασε μέχρι την Ινδία εμπνευσμένος από το Το άρωμα των Ινδιών του Πιερ-Πάολο Παζολίνι. Η ελευθερία ως η κεντρική αίσθηση που πρέπει να διαπνέει τα σκίτσα κάθε κομίστα, όπως αυτή που φυσούσε τα ατίθασα μαλλιά του Κόρτο Μαλτέζε του Πρατ και της δικής του ηρωίδας, της Μέλι, ήταν θέμα γενικότερης αισθητικής αλλά και προσωπικής και πολιτικής νοοτροπίας. Εξ ού και ότι, κατευθυνόμενος από το ίδιο ριζοσπαστικό κλίμα, δημιούργησε μαζί με τον Ούγκο Πρατ μια σειρά από κόμικς για τα άγνωστα μέρη της άγριας Δύσης, έχοντας ως σημείο αναφοράς τον Τζέιμς Φέμινορ Κούπερ, τον Ζέιν Γκρέι αλλά και τον Ναθάνιελ Χόθορν. Οι κοινές διεργασίες οδήγησαν στη δημιουργία του περίφημου Όλα ξανάρχισαν μ’ ένα ινδιάνικο καλοκαίρι, όπου φυσικά πρωταγωνιστές ήταν οι καλοί Ινδιάνοι και όχι οι «κακοί» καουμπόηδες. Το πρώτο, πανέμορφο και εντυπωσιακό στριπ αυτών των ιστοριών αποκάλυπτε ένα τοπίο άδειο από αμμόλοφους, γλάρους, με μια ήρεμη θάλασσα απ’ όπου ξεπρόβαλαν οι όμορφοι εκπρόσωποι της ινδιάνικης φυλής. Μάλιστα, τα συγκεκριμένα σχέδια έτυχε να τα δείξει ο Μανάρα στον αείμνηστο Πρατ σε μια γόνδολα στη Βενετία με οριστικό κριτή έναν γονδολιέρη(!) φίλο του Πρατ, ο οποίος αποφάνθηκε ότι είναι όμορφα και ότι μπορούν να εκδοθούν. Το κόμικ έγινε τελικά διεθνής επιτυχία και πήρε βραβείο στο Φεστιβάλ της Ανγκουλέμ, το οποίο, όπως λέει ο ίδιος ο Μανάρα, είχε τη γενναιοδωρία να του χαρίσει ο Πρατ. Γενικώς, από την τιμή που αποδίδει στα πρόσωπα που τον βοήθησαν έχει κανείς την αίσθηση ότι ο αυτοβιογραφούμενος κομίστας ήταν και είναι γεμάτος από αγάπη για την τέχνη και τη ζωή. Γι’ αυτό και στην εξιστόρησή του βάζει στο δεύτερο πλάνο τις απογοητεύσεις, αναλαμβάνοντας αποκλειστικά την ευθύνη των όποιων αστοχιών. Η αλήθεια είναι ότι δεν μετανιώνει ούτε καν για τα πρώτα, παράνομα ερωτικά κόμικς τσέπης, παρά μόνο για το γεγονός ότι δεν ήταν τόσο επαγγελματικά, αναγνωρίζοντας το κλίμα της εποχής που ήθελε τους πρώτους κομίστες να καταφεύγουν σε αυτήν τη λύση αν ήθελαν να είναι οικονομικά ανεξάρτητοι, και μάλιστα σε μια εποχή που ο ερωτισμός ήταν ουσιαστικά ένας τρόπος εκφραστικής αντίστασης στη γενικότερη συντήρηση που επέβαλαν η Εκκλησία και οι πολιτικοί. Φροντίζει δε να μας θυμίσει ότι όλες αυτές οι κινήσεις ήταν απολύτως πολιτικές, αντίστοιχες με αυτές που επηρέασαν τον Παζολίνι ή που έκαναν τον Μάρκες να εμπνευστεί την Ερεντίνα, ένα κορίτσι από το Μακόντο, και να τη βάλει να το σκάσει με μια ομάδα περαστικών σαλτιμπάγκων, μια ιστορία που ο ίδιος λέει ότι επηρέασε βαθιά. «Το Μακόντο είχε δώσει το όνομά του στο ιστορικό κέντρο του Μιλάνου που από τη δεκαετία του ’70 υπήρξε ένα από τα σημεία αναφοράς της αντικουλτούρας και της αμφισβήτησης», γράφει ο Μανάρα. Στο ίδιο ριζοσπαστικό κλίμα ξεκίνησε να στήνει τις ιστορίες του Τζουζέπε Μπέργκμαν για το ανήσυχο πνευματικά περιοδικό «À Suivre», τις οποίες λέει ότι απαγόρευσαν στη Νότια Αφρική του απαρτχάιντ τη δεκαετία του ’80. Στο ίδιο περιοδικό, στο τεύχος το αφιερωμένο στον Λένον λίγο μετά τον θάνατό του, φαντάστηκε τον τραγουδιστή των Beatles να συναντά τους εκπροσώπους διαφορετικών θρησκειών, όπως ο Ιησούς Χριστός, ο Βούδας και ο Μωάμεθ, «που τον παρουσίασα όπως έχει αποτυπωθεί στην ισλαμική εικονογραφία, δηλαδή μ’ ένα πέπλο μπροστά στο πρόσωπο. Το έκανα με ακρίβεια και με σεβασμό. Δεν πρόσβαλα τις ευαισθησίες κανενός», γράφει χαρακτηριστικά. Είναι η ίδια η εποχή που γνωρίζει τον Μοέμπιους (Ζαν Ζιρό), τον Αντρέα Πατσιέντσα ή τον Ζορζ Βολανσκί που ξέρουμε ότι δολοφονήθηκε στο «Charlie Hebdo». Ήταν τότε που συναντιούνταν όλοι μαζί και κουβέντιαζαν περί δημιουργίας μαζί με τον Ζακ Μπρελ, τον Πάολο Κόντε, τον Ντέιβιντ Ριοντίνο και τον Φραντσέσκο Γκουτσίνι. Αυτή η λίστα δεν έχει τέλος, αν αναλογιστεί κανείς με ποιους έχει συνευρεθεί αλλά και συνεργαστεί ο Μανάρα σε αυτήν τη ζωή: από τον Πέδρο Αλμοδόβαρ και τον Ρόμπερτ Όλτμαν μέχρι τον Λικ Μπεσόν και τον Ρομάν Πολάνσκι (για μια ταινία που δεν έγινε τελικά). Στις αυτοβιογραφικές αυτές εξιστορήσεις του ο Μανάρα θα «ζωγραφίσει» το φόντο της αφήγησης με πλάνα από τα ατελείωτα ταξίδια σε διαφορετικές πόλεις του ορίζοντα, με σχέδια που έπλεκε μαζί με τον μόνιμο συνταξιδιώτη του Ούγκο Πρατ, όπως εκείνα για τον Μπόρχες, όταν φαντάζονταν από κοινού τις πόλεις-βιβλιοθήκες, αλλά και με εξαίσια, γαργαντουικά δείπνα με αμέτρητα πιάτα και άφθονο κρασί που συνήθιζε να του παραθέτει ο πάντοτε γενναιόδωρος Φελίνι. Τίποτα λιγότερο δηλαδή από ένα συγκλονιστικό ταξίδι χωρίς τέλος ‒ μια λέξη που πάντοτε μισούσε ο Φελίνι ‒ με πρωταγωνιστές αληθινά πρόσωπα αλλά και τους δυο κεντρικούς ήρωες του, τους χαρακτήρες που ο ίδιος δημιούργησε, δηλαδή το θηλυκό alter ego του, τη Μέλι, και το αρσενικό, τον Τζουζέπε Μπέργκμαν, ως κεντρικούς εκφραστές της ελευθερίας και του ερωτισμού. Άλλωστε, το μυθιστορηματικό από το πραγματικό σε αυτήν τη βιογραφία με δυσκολία διαχωρίζονται και έχουν ως κοινό άξονα τον κόσμο του κόμικ. Μίλο Μανάρα, Αυτοπροσωπογραφία, Μτφρ.: Χρήστος Σιάφκος, Εκδόσεις ΚΨΜ, Σελ.: 224 Και το σχετικό link...
  10. Το καταιγιστικό graphic novel «Χρώματα Πολέμου» του Ισπανού Άνχελ δε λα Κάγιε μόλις εκδόθηκε στα ελληνικά και ο δημιουργός του ήρθε στην Αθήνα για να το παρουσιάσει. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Το καταιγιστικό graphic novel του Ισπανού Άνχελ δε λα Κάγιε (Άγγελος του Δρόμου) μας μεταφέρει στην Pont Neuf του Παρισιού του Κορτάσαρ και μας γεννάει την επιθυμία να ξαναδιαβάσουμε τον «Άνθρωπο στο ψηλό κάστρο» του Φίλιπ Ντικ, να ξαναδούμε το «Με κομμένη την ανάσα του Γκοντάρ» ή να αναρωτηθούμε πού κρύφτηκαν στη βιβλιοθήκη μας τα μανιφέστα του Γκι Ντεμπόρ. Βραβευμένο στη Βαρκελώνη (A’ βραβείο του Salón Internacional del Cómic), το βιβλίο μόλις εκδόθηκε στα ελληνικά και ο δημιουργός του ήρθε στην Αθήνα για να το παρουσιάσει. Ο Άνχελ δε λα Κάγιε, κριτικός, δημιουργός κόμικ, συγγραφέας μονογραφιών για αγαπημένους του κομίστες όπως ο Ούγκο Πρατ («Το χέρι του θεού»), δημοσίευσε δείγματα δουλειάς του το 1977 στα ισπανικά περιοδικά «Star», «Rambla», «Comix Internacional», «Zona 84», το σουηδικό «Tung Metal», το γαλλικό «Fantastik» και το αμερικανικό «Heavy Μetal». Είναι δημιουργός δύο graphic novels «Tina Modotti – Από την τέχνη στην επανάσταση» (εκδ. ΚΨΜ). Κοιτάζει γύρω του, ρουφώντας και την παραμικρή λεπτομέρεια, απολαμβάνοντας κρυφά νοήματα, πασχίζοντας να συνδέσει ιστορία με φρέσκιες πληροφορίες, κάνοντας ερωτήσεις. «Τι είναι εδώ;» Δείχνει την πινακίδα στη βόρεια κλιτύ, το σημείο απ’ όπου κατάφεραν ο Μανώλης Γλέζος και ο Απόστολος Σάντας να προσπελάσουν τον βράχο για να κατεβάσουν τη σβάστικα από την Ακρόπολη. Του εξηγώ. «Η Αθήνα αστράφτει στον ήλιο, ανοιχτή πόλη» λέει, ξεκλέβοντας το βλέμμα του από την Ακρόπολη. Μετά, στο μουσείο, μπροστά στις μετόπες, η μία δίπλα στην άλλη σαν comic strip, γυρνάει προς την πόλη που τις αγκαλιάζει απ’ έξω και μόλις φτάνουμε στο καφέ εντοπίζει έναν φοίνικα και βγάζει τα μολύβια του. Και τότε, ενώ σχεδιάζει σε κείνο το τετράδιο το προορισμένο αποκλειστικά για φοίνικες που συναντάει στο πέρασμά του, λέει: «Ξέρεις, τα «Χρώματα Πολέμου» είναι ένα βιβλίο που αναγκάστηκα να κάνω». — Με ποια αφορμή; Το 2008 με κάλεσαν στο Μπουένος Άιρες για να παρουσιάσω το πρώτο μου graphic novel, το «Tina Modotti – Από την τέχνη στην επανάσταση». Εκεί ήρθα σε επαφή με τη σύγχρονη λατινοαμερικάνικη τέχνη, κι αυτό που με συντάραξε, το πιο εμβληματικό έργο, ήταν το σώμα, το σώμα μιας γυναίκας με λευκό μαντίλι, μιας Μητέρας ή Γιαγιάς της Πλατείας του Μαΐου (Asociación Madres de Plaza de Mayo). Αυτές οι ατρόμητες γυναίκες που κράδαιναν επί τριάντα χρόνια κάτω από το προεδρικό μέγαρο, την Κάσα Ροσάδα, το πορτρέτο ενός ντεσαπαρεσίδο, ενός αγνοούμενου γιου, κόρης, αδελφού, εγγονού, με συγκλόνισαν. Ζήτησα να δω ιστοριέτας (κόμικ στα αργεντίνικα) με τους Μοντανέρος, τους αντάρτες της περονικής αριστεράς, και τις Μητέρες των ντεσαπαρεσίδος. Μου είπαν πως δεν υπήρχαν. Πλην του «El Eternauta 2» («Ο κοσμοναύτης του απείρου») του Έκτορ Έστερχελντ (ο οποίος απήχθη και αγνοείται από τις 27 Απριλίου του 1977) και του «El síndrome Guastavino» του Κάρλος Τρίγιο. Το πρώτο εμπίπτει στην κατηγορία επιστημονικής φαντασίας και πολιτικής αλληγορίας και στο δεύτερο ο βασανιστής είναι ένας «psycho killer», λες και βγήκε από τη «Σιωπή των Αμνών», και η ιστορία χάνει όλο της το νόημα, αφού ο δημιουργός δούλευε ήδη για την Ευρώπη. — Σας γεννιέται, λοιπόν, η σκέψη «να γράψω γι’ αυτά»; Όχι ακόμα. Έφυγα από το Μπουένος Άιρες φορτωμένος βιβλία. Από τους τρεις τόμους της «Θέλησης» του Καπαρός και τα κείμενα για τα στρατόπεδα θανάτου στην Αργεντινή της Πιλάρ Καλβέιρο ως την αφήγηση του Χουάν Γκασπαρίνι, που ήταν υπεύθυνος οικονομικών των Μοντονέρος και τώρα εργάζεται στη Γενεύη… και τότε άρχισα να καταλαβαίνω. Πολλούς απ’ αυτούς τους ήξερα (τους είχα γνωρίσει στη Semana Negra, το επιδραστικότερο φεστιβάλ αστυνομικής λογοτεχνίας που ίδρυσε το 1987 ο Πάκο Τάιμπο ΙΙ στη Χιχόν της Ισπανίας). Απλώς δεν ήξερα ότι ήταν αντάρτες που είχαν επιβιώσει, κι αυτό με δυσκόλεψε ακόμα περισσότερο. Γιατί δεν αρκούσε να ξεθάψω την αλήθεια, έπρεπε να είμαι ικανός και να τη διηγηθώ. Αυτό απαιτούσε τεράστια έρευνα που με οδήγησε ξανά πίσω στο Μπουένος Άιρες, στο Μοντεβιδέο, στο Σαντιάγο της Χιλής, στο Μεξικό, για να ακούσω τους πρωταγωνιστές της εποχής να μιλάνε. Τότε έμαθα για τη σύντομη δράση (επί δύο μήνες στα τέλη του 1981) των αυτορεαλιστών στο Παρίσι. — Μιλάτε για τη Μάργκα, τον Ματίας, τον Ενρίκε και τον Χαβιέρ, τέσσερις από τους ζωγράφους του βιβλίου που εγκατέλειψαν τα πινέλα για τα όπλα και τη Λατινική Αμερική για το Παρίσι, ενώ βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη η Επιχείρηση Κόνδωρ υπό την αιγίδα του Κίσινγκερ; Αυτοί οι πρώην αντάρτες, οι αυτορεαλιστές όπως αυτοαποκαλούνταν, χρησιμοποιούσαν το ίδιο τους το πρόσωπο, αυτό που έχασαν κάτω από μια κουκούλα όσο καιρό αγνοούνταν, και τους τοίχους του Παρισιού ως υπόβαθρο αυτοπροσωπογραφίας για να καταγγείλουν τη φρίκη των βασανιστηρίων στις δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής. Και, εκτός ενός που γνώρισα και αντιπάθησα το ’85 στη Βαρκελώνη και μου χάρισε μια ξεθωριασμένη φωτοτυπία του Αντονέν Αρτό που τοιχοκολλούσαν μαζί με τις δικές τους, σαν μανιφέστο, εξοντώθηκαν όλοι. Αρχίζουν να μπαίνουν αλλεπάλληλες στρώσεις στην αφήγηση. Ας σταθούμε λίγο στη σύνοψη της πλοκής και ας δώσουμε τον λόγο στον Πάκο Τάιμπο ΙΙ. Στην Πόλη του Μεξικού άλλωστε πρωτοκυκλοφόρησε το βιβλίο το 2016, όπου μοιράστηκε σε χίλιους ανθρώπους στη Γιορτή Βιβλίου του Σόκαλο, και το τρομερό δεν είναι ότι ο Άνχελ παραχώρησε τα δικαιώματα για να γίνει αυτό αλλά καρφώθηκε σε μια καρέκλα επί δύο ημέρες και αφιέρωσε το βιβλίο του σε χίλιους ανθρώπους, κάνοντας στον καθένα ξεχωριστά και από μια μικρή ζωγραφιά! Άνχελ δε λα Κάγιε, «Χρώματα Πολέμου», Μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος, Πρόλογος: Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, Red n' noir comics, Σελ.: 296 «Τα “Χρώματα Πολέμου” είναι ένας αφηγηματικός άθλος. Ο Άνχελ είναι ένας μπαρόκ αφηγητής. Ο ήρωάς του είναι ένας Ισπανός που βρίσκεται στο Παρίσι για να γράψει μια βιογραφία της καταραμένης πριγκίπισσας του αμερικανικού κινηματογράφου Τζιν Σίμπεργκ. Αλλά οι ιστορίες μπλέκονται στον δρόμο του και φτάνει μια στιγμή που στο βιβλίο συνυπάρχουν επτά διαφορετικά ρεαλιστικά επίπεδα. Και λες, μα καλά, έχει τον ήρωα, έχει τη Σίμπεργκ, τον πράκτορα της CIA και τον αντίστοιχο συνάδελφό του στις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, μπλεγμένες στον βρόμικο πόλεμο της Αλγερίας, και ξαφνικά στήνει δευτερεύοντες χαρακτήρες, έχοντας ήδη είκοσι κεντρικά πρόσωπα! Μα είναι τρελός, πώς θα χειριστεί με ακρίβεια όλα αυτά τα κλειδιά της αφήγησης, επιτρέποντας σε δεκάδες πρόσωπα και ιστορίες να συναντηθούν σε μια κεντρική ιστορία; Κι έτσι αρχίζει η επεισοδιακή συνεύρεση αυτών των αβανγκάρντ καλλιτεχνών, των τσακισμένων ψυχικά και σωματικά από τις δικτατορίες: μιας Χιλιανής ζωγράφου μέλους του MIR, ενός Ουρουγουανού ζωγράφου μέλους των ανταρτών Τουπαμάρος, ενός Μεξικανού επιζώντα από τη σφαγή του Τλατελόλκο, κι ενός ζωγράφου μέλους των ανταρτών Μοντονέρος της Αργεντινής. Κι όλοι αυτοί συναντιούνται στο Παρίσι, ενώ ο αφηγητής, ένας νεαρός Ισπανός, μπαίνει στην ιστορία από μια παρεξήγηση όταν ένας ταξιτζής τον αφήνει στο λάθος σημείο, παρασύροντας τον αναγνώστη σε τέτοιους δαιδάλους και αστυνομικές ίντριγκες, που μόνο μια μνημειώδης αφήγηση κι ένα μεγάλο βιβλίο μπορεί να του χαρίσει!» Πάκο Τάιμπο ΙΙ — Αυτός ο Ισπανός είστε εσείς; (Γελάει) Είναι μάλλον ένα αφηγηματικό πρόσχημα. Ο χαρακτήρας είναι ένας αδαής που βγαίνει από το καταπιεστικό καθεστώς του Φράνκο και τυφλωμένος από τη λάμψη της Αμερικανίδας μούσας της nouvelle vague, πέφτει κατευθείαν στα βαθιά. Κι όλους αυτούς γύρω του, καλλιτέχνες κυρίως, δεν τους καταλαβαίνει, ασκούν όμως μια περίεργη έλξη πάνω του. Γι’ αυτό θέτει το ερώτημα: «Αλλά… Αλλά εσείς είστε καλλιτέχνες. Στο όνομα τίνος… Γιατί… σκοτώσατε ανθρώπους;». — Μιλάμε για μια ζόρικη τοιχογραφία με αιματηρά στρατιωτικά πραξικοπήματα, ανθρώπους που πίστεψαν ότι ήταν η χώρα και ήταν μονάχα το τοπίο και αγωνίζονταν από την εξορία για τα ανθρώπινα δικαιώματα όσων παρέμεναν στα κολαστήρια της Νότιας Αμερικής. Ποια στιγμή αποφασίσατε να γράψετε το βιβλίο; Όταν επέστρεψα στο Μπουένος Άιρες, το ζοφερό κέντρο βασανιστηρίων και εξόντωσης της Σχολής Ναυτικού και Μηχανικού, η ESMA, είχε μετατραπεί σε Κέντρο Μνήμης. Αποφασίζω να πάω. Τελευταία στιγμή μπαίνει κι ένας συγγραφέας Αργεντίνος στο ταξί. Δεν τον ξέρω, δεν τον έχω διαβάσει. Φτάνουμε, ρωτούν αν έχω ραντεβού (κλείνεται τρεις μήνες πριν). Αρχίζω τις κλάψες, έχω κάνει 13.000 χιλιόμετρα για να φτάσω εδώ, ώσπου ακούγεται η φωνή του συνοδού μου: «Λέγομαι Μιγκέλ Άνχελ Μολφίνο, η μητέρα μου ήταν εδώ πριν δολοφονηθεί στη Μαδρίτη και η αδελφή μου εδώ εξαφανίστηκε. Κι εκείνο το νούμερο εκεί, το 93, είναι ο ανιψιός μου. Θέλω να επισκεφτώ τον χώρο με τον Ισπανό φίλο μου». Μόλις μπήκαμε, ταράχτηκα. Μου είχαν περιγράψει το μέρος, είχα δει σχεδιαγράμματα. Αυτό που έβλεπα δεν είχε καμία σχέση. Το ήξερα, γιατί στο μεταξύ είχα γνωρίσει και τρεις γυναίκες που είχαν επιβιώσει, όπως η Miriam Lewin, που είναι σήμερα πολύ γνωστή δημοσιογράφος και το βιβλίο της «Iosi, el espía arrepentido» έχει γίνει σειρά στο Netflix. Έκανα να βγάλω τη μηχανή μου. «Απαγορεύεται, δεν είναι θεματικό πάρκο εδώ», μου είπαν. «Έχω όμως μπλοκ και μολύβι. Κι αν δεν με αφήσετε να ζωγραφίσω, θα το κάνω ούτως ή άλλως και θα προσθέσω κι άλλα παράθυρα». Ρώτησαν αν είμαι σχεδιαστής. Και μου είπαν ότι κάτω από τις στρώσεις της μπογιάς ανακάλυψαν έναν τοίχο ζωγραφισμένο από έναν απαχθέντα, αν ήθελα μπορούσα να τον δω. Κι εγώ είπα ναι. Στην ESMA κάθε Τετάρτη και Πέμπτη υποτίθεται ότι σε μετέφεραν σε μια νόμιμη φυλακή. Έτσι έλεγαν. Στην πραγματικότητα άκουγες το νούμερό σου, σου έκαναν μια ένεση για να σε ναρκώσουν, σ’ έβαζαν σε ένα αεροπλάνο και από κει σε πετούσαν στο Ρίο ντε Λα Πλάτα. Το έκαναν αυτό τουλάχιστον πέντε χιλιάδες φορές. Η ζωγραφιά ήταν στον χώρο όπου έκαναν την ένεση, και σκέφτηκα: «Μαλάκα, είναι ζαβλακωμένος, όχι ηλίθιος, ξέρει τι τον περιμένει, και το τελευταίο πράγμα που κάνει είναι να αφήσει το σημάδι του». Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι πρέπει να πω την ιστορία του, αλλιώς δεν θα την έλεγε κανείς. — Η Τίνα Μοντόττι, η ηρωίδα του προηγούμενου βιβλίου σας, αλλά και η Τζιν Σίμπεργκ πέθαναν στο πίσω μέρος ενός αυτοκινήτου. Τι άλλο συνδέει αυτές τις δύο γυναίκες; Είναι ακριβώς η ίδια ιστορία με διαφορά μισού αιώνα. Την πρώτη την ανακάλυψα στο βιβλίο «Ο Τρότσκι στο Μεξικό». Υπήρχε μια φράση που μου έμεινε: «Τι σχέση μπορεί να είχε το παράξενο ζευγάρι που αποτελούσαν ο πράκτορας της Κομιντέρν Βιτόριο Βιντάλι και η εξωτική τυχοδιώκτρια Τίνα Μοντόττι». Μου άρεσε αυτό το «εξωτική τυχοδιώκτρια», όπως μου άρεσε ακόμα περισσότερο ο έρωτάς της με τον νεαρό Κουβανό εξόριστο Χούλιο Αντόνιο Μέγια, από τους ιδρυτές του Κ.Κ. Κούβας, που είχε πέσει σε δυσμένεια για τις φιλοτροτσκιστικές του θέσεις. Ο Μέγια δολοφονήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1929 στους σκοτεινούς δρόμους της Πόλης του Μεξικού, βαδίζοντας αγκαλιασμένος με την Τίνα, μια γυναίκα που πολέμησε για δίκαιο σκοπό κάτω από λάθος σημαία, τη σημαία του σταλινισμού. Αυτό που τη χαρακτηρίζει όμως είναι η τέχνη της· υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες φωτογράφους του εικοστού αιώνα και για μένα αυτό είναι σημαντικότερο απ’ το ότι ήταν ηρωίδα του ισπανικού εμφύλιου, ή πρωταγωνίστρια του βωβού κινηματογράφου στο Χόλιγουντ, ή μοντέλο για τις τοιχογραφίες του Ντιέγο Ριβέρα. Οι φωτογραφίες που τράβηξε η Τίνα του Μέγια, το πορτρέτο του, είχε εκείνη την εποχή τη θέση που θα καταλάμβανε αργότερα η φωτογραφία του Τσε Γκεβάρα από τον Αμπέρτο Κόρντα. «Όταν η Τζιν Σίμπεργκ βρίσκεται στην οθόνη, δεν μπορείς να κοιτάξεις τίποτε άλλο», έλεγε ο Φρανσουά Τριφό. Αυτή η φράση συνοψίζει, νομίζω, τα πάντα. Σταρ του Χόλιγουντ που από την εφηβεία της συμμετείχε σε δράσεις της NAACP κατά των φυλετικών διακρίσεων, σχετικά με την ισότητα των δυο φύλων ή τα δικαιώματα των ζώων, ακτιβίστρια στο πλευρό των Μαύρων Πανθήρων, συνδεδεμένη για πάντα στο μυαλό των σινεφίλ με την ταινία του Ζαν Λικ Γκοντάρ «Με κομμένη την ανάσα», η Τζιν Σίμπεργκ μου αποκάλυψε στα δεκάξι μου χρόνια κάτι σημαντικό. Η ταινία της, απαγορευμένη στην Ισπανία του Φράνκο για άτομα κάτω των δεκαοκτώ, ήταν πρακτικά απροσπέλαστη για μένα. Την ερωτεύτηκα από μια φωτογραφία ενός περιοδικού που μιλούσε για την ταινία. Κι έτσι κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται να έχεις δει όλες τις ταινίες ή να διαβάσεις όλα τα βιβλία για να ξέρεις ποια ταινία ή ποιο βιβλίο θα σε σημαδέψει για πάντα. — Στο δικό σας βιβλίο πάντως, τα «Χρώματα Πολέμου», δύο τίτλοι επανέρχονται σταθερά: «Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο» του Φίλιπ Κ. Ντικ και το «Κουτσό» του Χούλιο Κορτάσαρ… Ο «Άνθρωπος στο ψηλό κάστρο» είναι το καλύτερο αμερικανικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του ’60. Ανάπτυγμα του διηγήματος του Μπόρχες «Tlön, Uqbar, Orbis Tertius», μιλάει για την τέχνη που, καθώς έχει απαγορευτεί, επανεφευρίσκεται στα χέρια δύο πλαστογράφων και ενός διακινητή. Και η ιδέα του απαγορευμένου βιβλίου που περιγράφει ότι τον πόλεμο δεν τον κέρδισε ο άξονας, ότι η Ιστορία δεν είναι έτσι, ότι η ζωή είναι μια απομίμηση, αλλάζει την πραγματικότητα και αποσταθεροποιεί την πολιτική τάξη. Και, διάολε, αν είσαι Ισπανός, είναι ένα απολύτως ρεαλιστικό βιβλίο, όχι μια δυστοπία. Αφού στη χώρα μου τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τον κέρδισαν οι ναζί και ζούμε υπό την κυριαρχία τους μέχρι κι εγώ δεν ξέρω πότε. Το «Κουτσό» του Κορτάσαρ είναι το κορυφαίο ισπανόφωνο μυθιστόρημα του εικοστού αιώνα. Βιβλίο αναφοράς μιας ολόκληρης γενιάς Λατινοαμερικάνων, όπου ανήκει η Μάργκα και οι άλλοι ήρωες του βιβλίου «Χρώματα Πολέμου». Βιβλίο μοντέρνο που απαιτεί τη σωματική παρουσία του αναγνώστη. — Τα «Χρώματα Πολέμου» κλείνουν και ανοίγουν με μια περίεργη γιορτή όπου ο ήρωας (και ο αναγνώστης) καταβυθίζεται στο κάστρο του «Δράκουλα» του Στόκερ, «όπου λάμιες διψασμένες για αίμα κάνουν τη βρόμικη δουλειά τους». Ναι, είναι το σπίτι της ποιήτριας Μαριάνα Καγέχας και του Αμερικανού συζύγου της και πράκτορα της CIA Μίκαελ Τάουνλι στα περίχωρα του Σαντιάγο, που τους είχε παραχωρήσει η DINA (η υπηρεσία πληροφοριών του Πινοτσέτ), της οποίας ήταν πράκτορες. Εκεί διοργάνωναν λογοτεχνικές βραδιές με μεγάλη επιτυχία και πολλούς καλεσμένους, ενώ στα υπόγεια του αχανούς σπιτιού υπήρχε ένα κέντρο βασανιστηρίων όπου διαπράττονταν οι πιο φρικτές κτηνωδίες. Η ιστορία είναι πραγματική. Την έχουν καταγράψει ο Πέδρο Λεμεμπέλ και ο Ρομπέρτο Μπολάνιο στην «Τελευταία νύχτα στη Χιλή». Ο Τάουνλι και η Καγέχας καταδικάστηκαν για τις δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων της δικτατορίας, μεταξύ των οποίων και του Ορλάντο Λετελιέ, που ανατίναξαν με βόμβα στις ΗΠΑ, όπου διέφυγε ο Τάουνλι. Η Καγέχας συνέχισε να ζει ανενόχλητη στη βίλα της. Της ζήτησα συνέντευξη, αλλά αρνήθηκε να μου μιλήσει. — Απ’ όλες αυτές τις κουβέντες με τους επιζήσαντες, τι σας εντυπωσίασε περισσότερο; Τρία πράγματα. Γιατί γίνονται βασανιστήρια; Τα δύο πρώτα χρόνια της δικτατορίας στην Αργεντινή, μεταξύ ’76 και ’78, ο Κίσινγκερ τους είχε δασκαλέψει να ξεμπερδεύουν το ταχύτερο δυνατό με τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Ένας από τους επιζήσαντες της ESMA, ο Χουάν Γκασπαρίνι, μου είπε ότι υπήρχε μια ατέλειωτη ουρά ανθρώπων που περίμεναν να περάσουν από την πικάνα (το μηχάνημα βασανιστηρίων με ηλεκτροσόκ), κι αν αργούσες να κελαηδήσεις, σε καθάριζαν και περνούσαν στον επόμενο. Το 1977 ουσιαστικά είχαν ξεπαστρέψει τους πάντες, καταφέρνοντας να σκορπίσουν τον τρόμο για τα επόμενα σαράντα τόσα χρόνια. Γι’ αυτό γίνονται τα βασανιστήρια. Το δεύτερο ήταν η φύση των βασανιστών. Αστυνομικοί, ναυτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, νέοι και σφριγηλοί, βιάζουν ένα-δυο μήνες – πώς συνεχίζουν, τέρατα είναι; Ανακάλυψα ότι οι βασανιστές έπαιρναν τα υπάρχοντα των απαχθέντων και τα πουλούσαν, στη συνέχεια τα σπίτια τους, και μετά άρχισαν τις απαγωγές ατόμων απλώς της ανώτερης τάξης… ώσπου βρήκαν τοίχο. Τρίτον, γιατί κάποιοι επέζησαν; Προφανώς και ξεχώριζαν. Ο Γκασπαρίνι ας πούμε, ήταν ιδιοφυΐα στα οικονομικά, κάποιος άλλος καλλιτέχνης, άσος στην πλαστογράφηση εγγράφων, και κάποιες γυναίκες σεξουαλικές σκλάβες. Μία εξ αυτών μου ομολόγησε ότι τη μοναδική φορά που φοβήθηκε ήταν όταν ο βιαστής της την κοίταξε και της είπε: «Σε μισώ γιατί δεν μπορώ να κοιτάξω τη γυναίκα μου». — Σε όλο σας το έργο τέχνη και ακτιβισμός είναι αλληλένδετα, στα «Χρώματα Πολέμου» όμως αυτό είναι πιο έντονο. Υπήρξα ανέκαθεν πολιτικός ακτιβιστής. Και η δημιουργία του Φεστιβάλ Κόμικς το 1979 στο Αβιλές πολιτικός ακτιβισμός ήταν. Ωστόσο, αν θέλετε να διαβάσετε πολιτικό κόμικ, θα σας πρότεινα κάποιον τίτλο της Marvel, το «Nam» για παράδειγμα, που αφηγείται τον πόλεμο του Βιετνάμ με κριτικό τρόπο, όπως λένε. Όπως κάνουν και στον κινηματογράφο, όταν γυρίζουν το «Rambo», το «Platoon» και το «Αποκάλυψη τώρα» στο ίδιο στούντιο. Έχουμε πάντα μια μοναδική, μονόπλευρη εκδοχή του νικητή και του ηττημένου. Ποιος από μας διάβασε ποτέ ένα κόμικ βιετναμέζικο γι’ αυτόν τον πόλεμο; Ας μη γελιόμαστε, τα βιβλία μου είναι ιστορικά και κοινωνικά. Πολιτική κάνει η Marvel, αυτοί ξέρουν από πολιτικό ακτιβισμό. Γι’ αυτό και κάθε παιδί στην Ισπανία ξέρει τον Πρώτο Εκδικητή, τον Κάπταιν Αμέρικα, όπως και το τελευταίο παιδί στην Αφρική ξέρει τον «Iron Man». — Διευθύνετε από το 2012 τη Σεμάνα Νέγρα της Χιχόν. Φέτος ξεκινάει στις 8 Ιουλίου με μια διάλεξη του Γερμανού φιλόσοφου Stefan Gandler για την επίδραση της Σχολής της Φρανκφούρτης στην Ιβηρική Χερσόνησο και στη Λατινική Αμερική. Και ενώ ένα εκατ. κόσμος θα συνωστίζεται καθημερινά στους δρόμους για να δει εκθέσεις φωτογραφίας, να γνωρίσει συγγραφείς, να φάει και να πιει, να πάει στο λούνα παρκ και στη ροκ συναυλία με ελεύθερη είσοδο και να κλείσει τη βραδιά του με ένα ρεσιτάλ ποίησης στη μία τη νύχτα, μου λέτε ότι αυτό δεν είναι πολιτικός ακτιβισμός; Η φιλοσοφία της Μαύρης Εβδομάδας, της SN, που διανύει τον τριακοστό πέμπτο χρόνο της, της μόνης λογοτεχνικής (και όχι μόνο) εβδομάδας που κρατάει δέκα μέρες και συγκεντρώνει πάνω από εκατόν πενήντα συγγραφείς απ’ όλο τον πλανήτη, είναι ότι η κουλτούρα, ο πολιτισμός δεν είναι αγαθό, είναι δικαίωμα. Γι’ αυτό και διατίθεται ελεύθερα. — Αυτό, λοιπόν, τι σημαίνει; Ότι ισχύουν όλα όσα είπαμε προηγουμένως. Ζούμε στην εποχή του νεολιμπεραλισμού. Αυτός ο κόσμος έτσι είναι. Αλλά θα τον αλλάξουμε. — Το πιστεύετε αυτό; Προφανώς και το πιστεύω. Το λέει άλλωστε και ο τίτλος του βιβλίου μου, για το οποίο τόση ώρα μιλάμε. Τι σημαίνει «pinturas de guerra;» — Ο Iνδιάνος που βάφει μαύρο το σώμα του πριν πολεμήσει; Η γυναίκα που βάφεται πριν βγει να κατακτήσει τον έρωτα της ζωή της; Με μια λέξη; — Ετοιμοπόλεμος; Ναι! Και το σχετικό link...
  11. Σκίτσο του Δημήτρη Χαντζόπουλου στην εφημερίδα Καθημερινή στις 21/06/22.
  12. Ο Κόρτο Μαλτέζε, ο τυχοδιώκτης κυνηγός της περιπέτειας του Ούγκο Πρατ, «επιστρέφει» στο παρόν και ταξιδεύει στις θάλασσες του Τόκιο και στα βουνά του Περού τις μέρες της πτώσης των Δίδυμων Πύργων. Για περισσότερα από είκοσι χρόνια (1967-1989), ο Ούγκο Πρατ φιλοτεχνούσε ιστορίες με πρωταγωνιστή έναν τυχοδιώκτη ναυτικό στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο μοναχικός και λιγομίλητος Κόρτο Μαλτέζε, ταγμένος πάντα στο πλευρό των αδύναμων και φύσει ενάντια σε εξουσιαστές και αποικιοκράτες, ταξίδεψε όπου γραφόταν η Ιστορία. Μετά τον θάνατο του Πρατ το 1995, ο Κόρτο Μαλτέζε έμεινε «ορφανός» για είκοσι χρόνια μέχρι οι Ruben Pellejero και Juan Díaz Canales, διατηρώντας το πνεύμα της δουλειάς του μεγάλου δασκάλου, να αναβιώσουν τον δημοφιλή χαρακτήρα. Μέχρι σήμερα οι δυο Ισπανοί καλλιτέχνες έχουν δημιουργήσει τρεις ιστορίες με τον Κόρτο Μαλτέζε με αρκετά μεγάλη επιτυχία. Η μεγάλη στροφή στη νέα περίοδο του πολυδιάστατου ήρωα ήρθε όμως με το έργο των Γάλλων δημιουργών Martin Quenehen και Bastien Vivès που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες. Κι αυτό γιατί «Ο Μαύρος Ωκεανός» (μετάφραση: Τατιάνα Ραπακούλια, Γαβριήλ Τομπαλίδης, εκδόσεις Μικρός Ήρως) ανανεώνει ριζικά και αναπάντεχα τον μύθο του ταξιδευτή και θαλασσοπόρου Κόρτο, μεταφέροντάς τον στη σύγχρονη εποχή. Κάτι παρόμοιο είχαν εφαρμόσει λίγα χρόνια νωρίτερα οι δημιουργοί του Mister No στη σειρά «Revolution» πάνω σε μια ιδέα του σεναριογράφου Michele Masiero: αφηγήθηκαν μια συναρπαστική ιστορία του διάσημου πολεμιστή και πιλότου στη Νότιο Αμερική, τοποθετώντας τον όμως 25 ολόκληρα χρόνια μετά από το κανονικό χρονικό πεδίο δράσης του. Ακόμα πιο τολμηροί οι Quenehen και Vivès, μετέφεραν τον Κόρτο Μαλτέζε έναν αιώνα μετά από την εποχή του. Ο νέος Κόρτο Μαλτέζε μοιάζει πολύ με τον πρωτότυπο, φορά το ίδιο σκουλαρίκι-κρίκο αλλά όχι την κλασική ναυτική στολή. Θυμίζει περισσότερο έναν νέο της σύγχρονης εποχής με τα t-shirts του και τα χακί πουκάμισα, την μπαντάνα του και το τζόκεϊ. Η ζωή του όμως είναι τελείως διαφορετική. Η περιπέτειά του στον «Μαύρο Ωκεανό» ξεκινά από μια πειρατεία και συνεχίζεται στην Ιαπωνία, μέσα σε παραδοσιακά θέατρα και στα βουνά του Περού, στην αναζήτηση ιερών αντικειμένων αμύθητης οικονομικής και πολιτικής αξίας. Και όπως πάντα, ο Κόρτο θα πάρει το μέρος της δικαιοσύνης και της αλήθειας, θα προστατέψει όσους αθώους κινδυνεύουν, θα σεβαστεί την ανθρώπινη ζωή, θα αντιταχθεί σε νοσταλγούς του φασισμού και εμπόρους κοκαΐνης, θα βυθιστεί σε κόσμους γεμάτους παραισθήσεις και μαγικό ρεαλισμό αλλά όχι το 1901 όπως συνήθως. Το 2001! Αυτή την αλλαγή στη μορφή και το πεδίο δράσης του Κόρτο Μαλτέζε υπερασπίζεται η Patrizia Zanotti, επικεφαλής του οργανισμού CONGSA που διαχειρίζεται παγκοσμίως το έργο του Ούγκο Πρατ, σε συνέντευξή της που δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Το να έβλεπε [ο Ούγκο Πρατ] τον Κόρτο στη νέα χιλιετία αντιμέτωπο με θεματικές της εποχής, θα του προκαλούσε μεγάλο ενδιαφέρον μα πάνω απ’ όλα θα εκτιμούσε το γεγονός πως δύο νεαροί δημιουργοί εξέφρασαν την επιθυμία να ερμηνεύσουν εκ νέου τον ήρωά του, δίνοντάς του μια νέα ζωή και μια καινούργια νιότη! Για έναν δημιουργό, το να βλέπει τον ήρωά του να καταφέρνει να μεταδώσει τις αξίες που τον έκαναν σύμβολο σε επόμενες γενιές, σημαίνει να συνεχίσει να ζει και σε μια εποχή διαφορετική. Είναι κάτι το φανταστικό, μια μαρτυρία της δύναμης και της οικουμενικότητας του ήρωα που τον καθιστούν ικανό να ανεξαρτητοποιηθεί από τον δημιουργό του». Και συνεχίζει ξεκαθαρίζοντας ότι δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία η ναυτική στολή αλλά οι πράξεις: «Το σημαντικό είναι η ουσία, όχι η μορφή, ο χαρακτήρας του Κόρτο είναι τόσο ισχυρός ώστε να του επιτρέπει να μπορεί να βγάλει τη στολή του χωρίς να χάσει τίποτα από το ελεύθερο πνεύμα του και το ενδιαφέρον που δείχνει για τους συνανθρώπους του». Αυτή η ικανότητα προσαρμογής είναι απολύτως ταιριαστή με το ελεύθερο πνεύμα του κοσμοπολίτη Κόρτο που μάχεται διαρκώς για την ελευθερία να απολαμβάνει τη θάλασσα και τα ταξίδια. Όπως επισημαίνει και ο Benoit Mouchart στον επίλογό του: «Γεμάτος περιέργεια για άλλους πολιτισμούς, ο Κόρτο είναι πολίτης του κόσμου χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς τα δεσμά καμιάς θρησκείας ή ιδεολογίας. Ενώ προτιμά να σταθεί στο πλευρό των καταπιεσμένων παρά των ισχυρών, ρίχνεται στη μάχη για να υπηρετήσει τα συμφέροντα των φίλων του ή… τα δικά του! Απαλλαγμένος από κάθε μορφή αφελούς ιδεαλισμού, αυτός ο σύγχρονος και ελευθερόφρονας Οδυσσέας, αρνείται σθεναρά να χαρακτηριστεί “ήρωας”». Δεν είναι ακόμη γνωστό αν η απόπειρα των Quenehen και Vivès θα έχει συνέχεια. Η τόλμη τους όμως να αναμετρηθούν με έναν θρύλο και να τον επανεπικαιροποιήσουν τόσο έξυπνα είναι σίγουρα αξιέπαινη και ενδιαφέρουσα. Και το σχετικό link...
  13. Μια ακόμη συνέχεια από τα Phat Comicz του Βαγγέλη Χατζηδάκη με χιούμορ, λογοπαίγνια και αυτοσαρκασμό. «Το παρόν αριστούργημα είναι εκνευριστικά συλλεκτικό. Μόνο 150 αντίτυπα κυκλοφόρησαν, αποκλειστικά στο Comicdom Con του 2022. Μάλιστα, είναι αριθμημένα για να προσδώσουν ακόμα παραπάνω κύρος στην συλλεκτικότητα (και για να δικαιολογήσουμε την τιμή). Πουλήστε τα bitcoin σας, τα ομόλογα και γενικά ό,τι τέτοιο άχρηστο έχετε. Δώστε στο τευχάκι αυτό την φροντίδα που του αξίζει (βάλτε το σε κανένα σακουλάκι) και σε μερικά χρόνια η αξία του θα μπορεί να πληρώσει τις σπουδές των παιδιών σας ή ένα ονειρεμένο ταξίδι»*. Με αυτές τις διευκρινίσεις στην τελευταία του σελίδα κυκλοφόρησε το «Για σε, άρα Phat» (με τον Γιάσερ Αραφάτ στο εξώφυλλο) του Βαγγέλη Χατζηδάκη, ενός δημιουργού που χρόνια τώρα είναι συνεπής στο «καμένο» χιούμορ, τα μοναδικά λογοπαίγνια, τον σαρκασμό απέναντι σε κάθε στερεότυπο και, πάνω απ’ όλα, τον αυτοσαρκασμό. Γι’ αυτό και η παραπάνω φράση δεν θα μπορούσε να μην συμπληρώνεται από την ακόλουθη: *«Το παρόν αποτελεί πρόβλεψη και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί εγγύηση για οικονομική ευρωστία και αμύθητα πλούτη. Η προτροπή να πουλήσετε κρυπτονομίσματα και άλλα χρεόγραφα χρησιμοποιείται για κωμικούς λόγους και αν το κάνατε επειδή το διαβάσατε εδώ είστε ηλίθιοι. Πολύ πιθανόν να μπορέσετε να καλύψετε τα έξοδα που αναφέρονται, αρκεί το παιδί σας να θέλει να σπουδάσει ονυχοπλαστική σε συνοικιακό IEK και το ταξίδι των ονείρων σας να είναι μέχρι τα Οινόφυτα». Με τη σειρά Phat Comicz, ο Βαγγέλης Χατζηδάκης, stand up κωμικός εκτός από δημιουργός κόμικς, εφαρμόζει με απόλυτη επιτυχία μια όλο και πιο διαδεδομένη τεχνική τα τελευταία χρόνια. Φαινομενικά εύκολη αλλά στην πράξη εξαιρετικά απαιτητική: με ένα απλό σχέδιο (όλα τα πρόσωπα μοιάζουν ίδια και διαφοροποιούνται σε ανεπαίσθητες λεπτομέρειες), με λιτά, πλακάτα χρώματα, με λίγες γραμμές, αφηγείται σε σύντομα στριπάκια ξεκαρδιστικές ιστορίες. Αποδεικνύοντας ότι τα κόμικς είναι μια σύνθετη γλώσσα που δεν απαιτεί/προϋποθέτει ούτε ρεαλιστικό ή εντυπωσιακό σχέδιο ούτε μακροσκελή κείμενα και «μεγάλες αφηγήσεις». Ο συνδυασμός κειμένου και σχεδίου οφείλει να υπηρετεί την αφήγηση και αν το επιτυγχάνει, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι θετικό. Αυτή η μέθοδος ακολουθείται σταθερά από τον Βαγγέλη Χατζηδάκη εδώ και πολλά χρόνια. Και τα έργα του εξακολουθούν να είναι διασκεδαστικά, ωθώντας τον αναγνώστη να επιστρέφει σ’ αυτά, να τα ξαναβλέπει και να απορεί πώς είναι δυνατόν με τόσο λιτά εκφραστικά μέσα να αποδίδονται τόσο εύστοχα κινήσεις, διαθέσεις, συναισθήματα και καταστάσεις. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.