Jump to content

ramirez

Members
  • Posts

    4,274
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    11

ramirez last won the day on April 4 2020

ramirez had the most liked content!

4 Followers

About ramirez

Contact Methods

  • Website URL
    http://

Profile Information

  • Gender
    Male
  • Country
    Greece

Recent Profile Visitors

6,820 profile views

ramirez's Achievements

Comics Fan

Comics Fan (6/9)

31.2k

Reputation

  1. Σε λίγους μήνες συμπληρώνονται 60 χρόνια από την πρώτη εμφάνιση του Spider-Man, ενός από τους πιο δημοφιλείς υπερήρωες του σύμπαντος της Marvel. Εν αναμονή των γενεθλίων, ο Άνθρωπος-Αράχνη τιμάται από ένα βιβλίο αναδρομής στη ζωή του και μια συναρπαστική ταινία. Ανάμεσα στους τόσους πολλούς και διαφορετικούς υπερήρωες της Marvel, που ξεπήδησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960 από την οργιώδη φαντασία του Stan Lee, ο πιο ξεχωριστός και πιθανώς ο πιο δημοφιλής μέχρι σήμερα είναι ο Spider-Man. Εύκολα μπορούσαν να ταυτιστούν μαζί του οι νεαροί αναγνώστες καθώς ήταν κι αυτός μικρός στην ηλικία και μάλιστα ιδιαίτερα συναισθηματικός και εύθραυστος, ένα παιδί που δεν δίσταζε να εκφράσει την αμηχανία του για όλα όσα του συνέβαιναν, να στενοχωριέται για το μπούλινγκ που δεχόταν από τους συμμαθητές του, να εξωτερικεύει το άγχος του και τις αδυναμίες του, να μετανιώνει για κάποιες από τις πράξεις του. Στις πρώτες ιστορίες, σχεδιασμένες από τον Steve Ditko, φαινόταν μάλιστα υπερβολικά παιδί, ένα δειλό, λιγνό και αγύμναστο ορφανό αγόρι με μικρή αυτοεκτίμηση που μεγαλώνει με τη θεία και τον θείο του, προσπαθώντας να είναι καλός μαθητής παρά τα πειράγματα των συνομηλίκων του και σε διαρκή απογοήτευση επειδή τα κορίτσια ούτε καν έστρεφαν το βλέμμα τους προς αυτόν. Όλα άλλαξαν όταν η μοίρα τού έπαιξε ένα άσχημο διπλό παιχνίδι. Πρώτα τον τσίμπησε μια ραδιενεργή αράχνη και τον μετέτρεψε σε υπερήρωα με μοναδική ευλυγισία και αίσθηση ισορροπίας, αλλά και την ικανότητα να σκαρφαλώνει σε μεγάλα ύψη, να πετάει ιστούς, να πηδάει από κτίριο σε κτίριο με ευκολία. Και στη συνέχεια πέθανε ο θείος Μπεν, ο «δεύτερος πατέρας» του, περιστατικό για το οποίο πάντα ένιωθε τύψεις καθώς, όπως πίστευε, μπορούσε και έπρεπε να το έχει αποτρέψει. Άργησε πολύ να κατορθώσει να διαχειριστεί αυτή την ανορθόδοξη ζωή ο Πίτερ Πάρκερ. Και μάλλον δεν τα κατάφερε ποτέ να ανταποκριθεί σε όσα ένιωθε ότι οφείλει να κάνει για τους συνανθρώπους του. Πάντα ζούσε μέσα σε αντιφάσεις, σε προσδοκίες που δεν εκπληρώνονταν, πασχίζοντας να παραμείνει ακέραιος, να ολοκληρώσει τις σπουδές του, να γίνει οικογενειάρχης και όταν οι περιστάσεις το απαιτούν να φορά τη στολή του και να αντιμετωπίζει μοχθηρούς και παράφρονες εγκληματίες. Τα χρόνια που ακολούθησαν βέβαια όλα έγιναν πιο περίπλοκα. Οι κόσμοι των υπερηρώων εμπλουτίστηκαν σε θέματα, οι κακοί έγιναν πιο ισχυροί και πιο βάναυσοι, οι απειλές πιο μεγάλες, οι υπερήρωες άρχισαν να συνεργάζονται αλλά και να διαφωνούν, η πολιτική να επηρεάζει όλο και πιο έντονα τις πράξεις τους. Από την άλλη η δημοφιλία του Spider-Man οδήγησε σε πολλές εκδόσεις που άρχισαν να μπλέκουν όλο και περισσότερο την κατάσταση με αναπόφευκτο αποτέλεσμα το χάος για τον αναγνώστη που δεν είχε τον χρόνο, τη διάθεση ή τα χρήματα να παρακολουθεί κάθε λεπτομέρεια για την καταγωγή, τις σχέσεις, τις συνεργασίες, τους αντίπαλους του Ανθρώπου-Αράχνη. Όλο αυτό το χάος έρχεται να βάλει σε μια τάξη το βιβλίο «Spider-Man, Η Ζωή μου» των Chip Zdarsky και Mark Bagley (εκδόσεις Anubis, μετάφραση: Χρήστος Κανελλόπουλος). Οι δύο δημιουργοί καταφέρνουν σε μόλις έναν τόμο να αφηγηθούν σε έξι κεφάλαια, ένα για κάθε δεκαετία από το 1960 μέχρι σήμερα, όλα τα σημαντικά γεγονότα της ζωής τού Spider-Man, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα να αποδώσουν κατάλληλα και μέρος του κλίματος της εκάστοτε εποχής εντός της οποίας αυτά συμβαίνουν. Επιπλέον λαμβάνουν υπόψη τους και εντάσσουν στις ιστορίες τους και πολλές από τις εξελίξεις στο σύμπαν των υπερηρώων της Marvel που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή του Spider-Man και επηρέασαν τις πράξεις και τις κινήσεις του. Η δεκαετία του 1960 φυσικά είναι αυτή της σχετικής «αθωότητας» που διακόπτεται από τα διλήμματα του Spider-Man ως προς τη συμμετοχή του στον Πόλεμο του Βιετνάμ και τη γνωριμία του με τον Captain America, ο οποίος αρνήθηκε να γίνει εργαλείο της πολεμικής μηχανής των ΗΠΑ σε αντίθεση με τον πάντα πειθήνιο και συνεργάσιμο Iron Man, κατά κόσμον κατασκευαστή και έμπορο όπλων Tony Stark.Τα χρόνια του ’70 και με τη συνοδεία ντίσκο μουσικής ο Spider-Man θα βιώσει ακόμη μια προσωπική τραγωδία με τον θάνατο της αγαπημένης του Gwen Stacy, γεγονός σπάνιο εκείνη την εποχή για πρωταγωνιστικά πρόσωπα σε υπερηρωικά κόμικς, αλλά θα καταφέρει να σώσει τον κλώνο του από θάνατο με αποτέλεσμα να γίνει «διπλός». Τις επόμενες δεκαετίες θα βιώσει κι άλλες τραγωδίες αλλά θα γίνει και πατέρας, θα συνεργαστεί με ομάδες υπερηρώων, ενώ με αμφιθυμία θα πάρει μέρος στον εμφύλιο πόλεμό τους («Civil War»), δεν θα σταματήσει να τα βάζει με τους διαχρονικούς εχθρούς του, τον Dr Octopus, τον Green Goblin, τον Mysterio, τον Kraven, τον Venom, αλλά θα δει και τους συντρόφους του έναν έναν να πεθαίνουν και τον εαυτό του να γερνάει, να φθείρεται, να επιθυμεί να αποσυρθεί αλλά να νιώθει πάντα το καθήκον να τον καλεί. Με ένα τέτοιο πολυδαίδαλο παρελθόν το έργο των Zdarsky και Bagley να περιλάβουν όσο περισσότερα στοιχεία μπορούσαν σε μια ενιαία ιστορία, που δεν θα ήταν θηριώδης σε μέγεθος αλλά ευσύνοπτη και θα λειτουργούσε ανεξάρτητα από τα διαβάσματα του κάθε αναγνώστη, ήταν εξ αρχής δύσκολο. Πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο, από πολλές μεριές είχαν διατυπωθεί επιφυλάξεις και ειρωνικά σχόλια για τους «υπερφίαλους» δημιουργούς του και για τα «μεγαλεπήβολα» σχέδιά τους. Το αποτέλεσμα τελικά ήταν όχι απλώς ικανοποιητικό, αλλά εξαιρετικό. Η ελληνική έκδοση ήρθε με το σωστό timing δύο χρόνια σχεδόν μετά την αμερικανική, για να συμπέσει με την προβολή της ταινίας «Spider-Man: No Way Home» που παίζεται ακόμα στις ελληνικές αίθουσες. Η ταινία αποτελεί το τελευταίο μέρος της τριλογίας με πρωταγωνιστή τον Tom Holland και κλείνει τον κύκλο που ξεκίνησε με το «Homecoming» (2017) και συνεχίστηκε με το «Far From Home» (2019), όλα σε σκηνοθεσία του John Watts. Και αποτελεί μια θαυμάσια επιλογή ακόμα και για όσους είναι ανεξοικείωτοι με τον Spider-Man και τις περιπέτειές του, καθώς πέρα από τα εντυπωσιακά εφέ και την πλούσια δράση, παρουσιάζει μια πλειάδα κακών που μπορούν να λειτουργήσουν ως μια εισαγωγή στο αραχνο-σύμπαν και τα πολλαπλά πρόσωπα που το κατοικούν. Αξιοσημείωτη επίσης είναι και η καθοριστική εμφάνιση και παρουσία του Doctor Strange, που προσφέρει το απαραίτητο μεταφυσικό και μαγικό στοιχείο αλλά και τα έντονα ψυχολογικά κοντράστ των χαρακτήρων που ακροβατούν μεταξύ παράνοιας και μετάνοιας εντός λίγων λεπτών. Το πιο εντυπωσιακό και αρκούντως συγκινητικό όμως είναι η έμπνευση των δημιουργών της ταινίας να φέρουν ταυτόχρονα στη δράση τρεις διαφορετικούς Spider-Man των ταινιών της τελευταίας εικοσαετίας. Ο Tobby Maguire από τα «Spider-Man» 1, 2 και 3 (2002, 2004, 2007 αντιστοίχως) και ο Andrew Garfield από τα δύο «The Amazing Spider-Man» (2012 και 2014) εμφανίζονται μαζί με τον νέο Spider-Man, Tom Holland, σε μερικές απολαυστικές σκηνές που χαρακτηρίζονται από την έκπληξη των χαρακτήρων, την κατανόηση του ενός προς τους άλλους, την ενσυναίσθηση που εκφράζουν, τη συνειδητοποίηση της κοινής τους μοίρας αλλά και ένα διάχυτο σαρκαστικό και διακειμενικό χιούμορ. Δεν είναι ωστόσο απαραίτητο για κάποιον θεατή να έχει παρακολουθήσει τις προηγούμενες ταινίες, καθώς σύντομα μπαίνει στο κλίμα και κατανοεί τις διαφορές των τριών χαρακτήρων που είναι όμως ελάχιστες μπρος στις αμέτρητες ομοιότητές τους. Κι έτσι δημιουργείται μια πανέξυπνη και διασκεδαστική ταινία που με το τέλος της αφήνει την πιθανότητα συνέχειας ανοιχτή και προσθέτει στο κινηματογραφικό σύμπαν της Marvel (MCU) μια επιτυχία που δεν βασίζεται αποκλειστικά σε εκρήξεις, πολύχρωμες ευφάνταστες στολές και διαδοχικές επιδείξεις ηρωισμών, αλλά στο χιούμορ, το συναίσθημα και τον πολυσύνθετο ψυχισμό των χαρακτήρων. Και το σχετικό link...
  2. Η πρώτη αυτοτελής έκδοση του Τζεροκαλκάρε στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Polaris, λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, προσδίδοντας μια διαφορετική νότα στο γιορτινό κλίμα των ημερών. «Ο Άϊ-Βασίλης είναι πλέον νεκρός! Το ιατρικό ανακοινωθέν για τον Άγιο, μεγιστάνα των παιχνιδιών και ιδιοκτήτη της εταιρείας Κλάους, συνταράσσει. Η απώλεια του μεγαλοβιομήχανου προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις, όπου εμπλέκονται οι κληρονόμοι του αλλά και τα ξωτικά που εργάζονται στα εργοστάσιά του και αντιμετωπίζουν το φάσμα της απόλυσης. Η μεγάλη αβεβαιότητα οδηγεί σε βίαιες διαδηλώσεις και ένοπλο αγώνα των ξωτικών. Οι γιορτές καταστρέφονται! Τα παιδιά θα ξαναπάρουν δώρα; Ποιος κρύβεται πίσω από τις δολοφονίες ξωτικών; Ποιος χτυπά τους Ταρανδο-κόπ; Ποιοι θα μεταναστεύσουν σε αναζήτηση καλύτερης ζωής; Τι θα γίνει μετά την απεργία των Ιπτάμενων ηλικιωμένων γυναικών που παραδίδουν τα Θεοφάνια τα παραδοσιακά γλυκίσματα στα "καλά" παιδιά; Υπάρχουν αρκετά κάρβουνα για να πάρουν τα "κακά" παιδιά ή οι ανθρακωρύχοι συμμάχησαν με τις Ιπτάμενες; Ο Άϊ-Βασίλης έφυγε, αλλά μετά τι;». Μία από τις πιο πρόσφατες δουλειές του Τζεροκαλκάρε, «Στον μακαρίτη Άϊ-Βασίλη» (A Babbo morto), κυκλοφόρησε στα ελληνικά λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα από τις εκδόσεις Polaris, σε μετάφραση του Γιάννη Μιχαηλίδη. Σημειώνοντας τεράστια επιτυχία στην Ιταλία με περίπου 100.000 πωληθέντα αντίτυπα τις πρώτες εβδομάδες κυκλοφορίας του τον χειμώνα του 2020, το ιδιαίτερο αυτό βιβλίο κόμικς αποτελεί μια εναλλακτική και πρωτότυπη προσέγγιση όχι μόνο στο πνεύμα των Χριστουγέννων, αλλά και για τον καθιερωμένο τρόπο γραφής του δημοφιλούς καλλιτέχνη. Ξεφεύγοντας από το κλασικό αυτοβιογραφικό μοτίβο που μας έχει συνηθίσει, ο Τζεροκαλκάρε στήνει μια αλληγορική ιστορία από το μηδέν, με ένα ιδιαίτερο υπόβαθρο, παραλλάσσοντας πρόσωπα και καταστάσεις. Οι βασικοί πρωταγωνιστές είναι πρόσωπα που όλοι γνωρίζουμε τρόπον τινά, τίθενται όμως σε ένα ελαφρώς διαφορετικό και απρόσμενο πλαίσιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο… μακαρίτης Άϊ-Βασίλης, ο οποίος δεν μοιράζει απλά δώρα στα παιδιά όλου του κόσμου αλλά λειτουργεί στο πλαίσιο μιας εξαιρετικά κερδοφόρου επιχείρησης παιχνιδιών, της Κλάους στο Ροβανιέμι του Βόρειου Αρκτικού Κύκλου. Ο θάνατός του πυροδοτεί μια σειρά από εξελίξεις οι οποίες, αν απομονωθούν από αυτό το παράδοξο χριστουγεννιάτικο παζλ, βρίσκουν αναφορά στη σύγχρονη πραγματικότητα, τόσο σε εθνική όσο και σε παγκόσμια κλίμακα. Οι διάδοχοι του μεγαλοεπιχειρηματία Αγίου Βασίλη δεν είναι άξιοι να συνεχίσουν το όραμά του – ο ένας είναι βουτηγμένος στα πάθη και απομονώνεται, ενώ η άλλη προσβλέπει μόνο στο πρόσκαιρο κέρδος. Αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στο εργατικό δυναμικό: απογοητευμένα από τη διαχείριση της νέας εργοδοσίας που περνά σε μαζικές απολύσεις, τα ξωτικά αποφασίζουν να διεκδικήσουν τα εργασιακά τους δικαιώματα. Απεργίες, διαδηλώσεις, συγκρούσεις με τους τηρητές του νόμου και της τάξης – τους ταράνδους! – οδηγούν σε αιματηρές αναταραχές. Στο μεταξύ, ένας αθώος καταλήγει κατά τη διάρκεια των συμπλοκών και ενώ όλα δείχνουν ότι δολοφονήθηκε από τα όργανα του νόμου, αντί να διαλευκανθεί η υπόθεση, γινόμαστε μάρτυρες μιας εξωφρενικής συγκάλυψης. Οι κοινωνικές συγκρούσεις ταλαντεύουν τις εύθραυστες ισορροπίες με αποτέλεσμα την προσφυγή στον ένοπλο αγώνα. Γρήγορα όμως μια προβοκάτσια με άρωμα παρακράτους θα ανατρέψει τη λαϊκή στήριξη στα αιτήματα των ξωτικών και θα καταλήξουν υπό διωγμό στο περιθώριο. Όποιος απειλεί τους πραγματικούς αυτουργούς των εγκλημάτων καταλήγει αργά ή γρήγορα σε άσχημο τέλος. Τοποθετημένα με έναν αφαιρετικό και αποσπασματικό τρόπο, τα διάφορα στοιχεία που συνθέτουν αυτή την αλληγορική χριστουγεννιάτικη ιστορία σε πρώτη ανάγνωση ξενίζουν τον αναγνώστη αφού έρχονται σε έντονη αντίθεση με το ευδιάθετο, γιορτινό κλίμα που αναμένει να αντικρίσει. Δεν του είναι όμως ξένα. Η αυθαιρεσία των εργοδοτών, η εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων από την πολιτική ηγεσία, η αστυνομική βία και συγκάλυψη, η προσφυγιά και η περιθωριοποίηση, η δολοφονία μαρτύρων ή ερευνητών πολύκροτων υποθέσεων που φτάνουν αρκετά ψηλά στην πυραμίδα της εξουσίας, είναι όλα καταστάσεις με τις οποίες είμαστε δυστυχώς εξοικειωμένοι. Αυτός ίσως να είναι και ο τελικός στόχος του Τζεροκαλκάρε. Η επιλογή των Χριστουγέννων ως οχήματος για την πολιτική και κοινωνική κριτική του στη σύγχρονη πραγματικότητα και τα ήθη που τη χαρακτηρίζουν δεν είναι διόλου τυχαία. Ερχόμενη σε κόντρα με τη λάμψη, τα χρώματα και τα ευχάριστα συναισθήματα με τα οποία είναι συνυφασμένο το έθιμο, η ουσία της ιστορίας είναι βαθιά κυνική, σκοτεινή και στενάχωρη. Αυτή η υπέρμετρη αντίθεση, πέρα από τα χιουμοριστικά αντανακλαστικά, αναδεικνύει ακόμα περισσότερο τους προβληματισμούς που τίθενται. Το ερώτημα είναι, γιατί όλα αυτά δεν μας ενοχλούν το ίδιο όταν τα βλέπουμε να συμβαίνουν γύρω μας; Οι αντιθέσεις αναδεικνύονται και με τη διαρκή εναλλαγή εικαστικού ύφους, αφού οι ασπρόμαυρες σελίδες που παραπέμπουν σε νουάρ αστυνομικό ρεπορτάζ εναλλάσσονται με τις πολύχρωμες εικόνες που εκ πρώτης όψεως θυμίζουν παιδικό παραμύθι. Ο Τζεροκαλκάρε Κάποιες αναφορές ενδέχεται να ξενίσουν τον αναγνώστη που δεν είναι εξοικειωμένος με τα ιταλικά έθιμα της περιόδου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Μπεφάνα, μιας ηλικιωμένης γυναίκας με μορφή μάγισσας που, σύμφωνα με την ιταλική λαϊκή παράδοση, πετάει με τη σκούπα της την παραμονή των Επιφανίων και μοιράζει γλυκά ή κάρβουνο στα καλά και κακά παιδιά αντίστοιχα. Οι επιμελητές της ελληνικής έκδοσης έχουν προσθέσει έναν πίνακα με σχετικές σημειώσεις. Ο Τζεροκαλκάρε συστήθηκε στο ελληνικό κοινό μέσα από τις σελίδες του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» με τη δημοσίευση σε συνέχειες του βραβευμένου του έργου «Kobane Calling». Η κυκλοφορία τού «Στον μακαρίτη Άϊ-Βασίλη» αποτελεί την πρώτη αυτοτελή έκδοση δουλειάς του στη χώρα μας. Αμφότερα από τις εκδόσεις Polaris. Και το σχετικό link...
  3. Ο στρατιώτης Τάσος Ζαφειριάδης αφηγείται τη δική του ιστορία από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο ως μέλος του 67ου Συντάγματος Πεζικού στο μέτωπο της Αλβανίας. Ο εγγονός του Τάσος Ζαφειριάδης την απομαγνητοφωνεί και, μένοντας πιστός στην αφήγηση, την κάνει σενάριο. Και ο Θανάσης Πέτρου της δίνει εικόνα συνθέτοντας μια μοναδικά και πρωτότυπα τεκμηριωμένη ανθρώπινη περιπέτεια. Χωράει μια ολόκληρη ιστορία, αυτή του ελληνοϊταλικού πολέμου στο τέλος του 1940 και τους πρώτους μήνες του 1941, σε μια κασέτα 60 λεπτών; Και μπορούν όλα όσα αφηγείται ένας στρατιώτης της εποχής 45 χρόνια μετά μπροστά σε ένα κασετοφωνάκι να μεταφερθούν σε κόμικς χωρίς να αλλοιωθεί το περιεχόμενο και το νόημα, χωρίς να υποτιμηθούν κάποια γεγονότα ή να υπερτονιστούν κάποια άλλα; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Αλλά το αποτέλεσμα της προσπάθειας του Τάσου Ζαφειριάδη και του Θανάση Πέτρου είναι εντυπωσιακό. Είναι μια απόδειξη του πόσο αναγκαία είναι η καταγραφή της Ιστορίας από πολλαπλές πηγές, από αυτόπτες μάρτυρες, από ανθρώπους που την έζησαν και τη μετέφεραν στις επόμενες γενιές και όχι μόνο από επαγγελματίες ιστορικούς. «Το κόμικς αυτό βασίζεται σε μια αφήγηση ηχογραφημένη σε μια κασέτα 60 λεπτών. Την ηχογράφηση έκανε το 1985 η ξαδέρφη μου Καντιφένια, έφηβη τότε, χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις και δίχως να κατευθύνει πρακτικά την αφήγηση με προκαθορισμένες ερωτήσεις. Το θετικό είναι ότι έχουμε μια ροή αφήγησης ζωντανή και “αυτόματη”, η οποία στέκεται σε αυτά που υποκειμενικά ο αφηγητής θεωρεί σημαντικότερα ή έχει πιο έντονες αναμνήσεις απ’ αυτά. Το αρνητικό είναι ότι για πολλά γεγονότα θα θέλαμε πιθανώς να γνωρίζουμε περισσότερες λεπτομέρειες και δεν δίνεται ίσως συνολικότερη εικόνα του μετώπου, αλλά είναι πια πολύ αργά για διευκρινίσεις» εξηγεί ο Τάσος Ζαφειριάδης στο εκτενές επίμετρό του στο νέο του βιβλίο με τίτλο «Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα», που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Πατάκη. Ο τίτλος φυσικά είναι παρμένος από τα λόγια του παππού του συγγραφέα και συνονόματού του, που αφηγείται σαν ποταμός όλα όσα θυμάται από το μέτωπο ξεκινώντας πολλές μέρες της ιστορίας του μ’ αυτές ακριβώς τις λέξεις, «ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα». Ο «αφηγητής» Τάσος Ζαφειριάδης, πρωταγωνιστής του βιβλίου και πρωτίστως ένας από τους πρωταγωνιστές των απαρχών ενός πολέμου πέθανε πέντε χρόνια μετά την ηχογράφηση, αλλά ο συγγραφέας και δημιουργός κόμικς Τάσος Ζαφειριάδης δεν άφησε την ιστορία του να ξεχαστεί. Απομαγνητοφώνησε την κασέτα κι έπιασε δουλειά. «Βέβαια δεν μπόρεσα όλα να σας τα πω, γιατί πέρασαν και χρόνια σαράντα…» λέει με απολογητικό ύφος ο παππούς, αλλά αναλαμβάνει να συμπληρώσει τα κενά ο εγγονός: «Με στόχο το τελικό κείμενο να είναι όσο πιο ακριβές γίνεται, ελέγχθηκαν όλα τα πραγματολογικά στοιχεία όπως τα τοπωνύμια, οι ημερομηνίες, οι αριθμοί των ταγμάτων και των άλλων σχηματισμών, και έγινε σύγκριση των δράσεων με αυτές που αναφέρονται στις βιβλιογραφικές πηγές και στο αρχείο του ΓΕΣ/ΔΙΣ. […] Τα περισσότερα λάθη διορθώθηκαν σιωπηρά, ενώ για όσα στοιχεία υφίσταται αμφιβολία ή θεώρησα ότι χρειάζεται διευκρίνιση υπάρχει σχετική σημείωση. Μη δοθεί όμως η εντύπωση ότι η αφήγηση βρίθει λαθών – το αντίθετο. Επιβεβαιώθηκε πολλαπλώς από τη σχετική βιβλιογραφία και συχνά με απροσδόκητους τρόπους και σε σημεία που θα θεωρούσε κανείς αρχικά ασήμαντα. Μερικά παραδείγματα: η συνειδητοποίηση ότι οι “Ιταλικές Παράγκες” ήταν όντως τοπωνύμιο σε χρήση και όχι μόνο κυριολεκτική περιγραφή του παππού μου. Η βαθμιδωτή υφή που παρουσιάζει ακόμα σε δορυφορική άποψη λόφος βορειοδυτικά του Πόγραδετς, τον οποίο ο παππούς μου χαρακτηρίζει “αμπελοσπαρμένο” αν και σήμερα δεν καλλιεργείται, η οποία περιγράφεται επίσης και στα αρχεία του ΔΙΣ. Οι χαρακτηριστικές πλάκες των πετρωμάτων στο Ύψωμα 731 που αναφέρει ότι χρησιμοποίησαν στην κατασκευή του πολυβολείου». Η ιστορία ξεκινά λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη, όταν φτάνουν τα νέα της «γενικής επιστράτευσης» και της κήρυξης του πολέμου από τους Ιταλούς. Ο Τάσος Ζαφειριάδης παρουσιάζεται και με το τρένο μεταφέρεται στο Κιλκίς. Με μια υπέροχη προφορικότητα που έχει διατηρηθεί ακέραια σχεδόν στο σύνολο του βιβλίου αφηγείται: «Ξημέρωσε η μέρα, την άλλη μέρα οπ! Βρίσκω και το θείο σου τον Τάσο, του Ζαφειράκου του μπαμπά, που σήμερα δε ζει. Και οι δυο, μαζί πια και με άλλους πολλούς πατριώτες, μας βάλαν να κοιμόμαστε σε μια εκκλησιά. Ύστερα από δυο μέρες μας έδωσαν οπλισμό. Εμένα μ’ έδωσαν πολυβόλο Hotchkiss και έγινα πολυβολητής. Ο Τάσος ο ξάδερφός μου γεμιστής. Μας κάνουν μια άσκηση εκεί για να εκπαιδευτούμε λίγο στο πολυβόλο κι έτσι περιμέναμε τώρα την ημέρα και την ώρα για να ξεκινήσουμε για την Αλβανία. Για το Μέτωπο». Η συνέχεια της Ιστορίας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου είναι λίγο-πολύ γνωστή από τα επίσημα βιβλία, από μελέτες και αρχεία, από τις ταινίες, από απομνημονεύματα και ντοκουμέντα. Η ανθρώπινη ιστορία όμως, όπως την αφηγείται ο Τάσος Ζαφειριάδης κι όπως την έζησαν οι φαντάροι στο μέτωπο, είναι μια μονάκριβη, ασύγκριτα σπουδαία μαρτυρία. Η ατέλειωτη πεζοπορία από το Κιλκίς μέχρι τα σύνορα με την Αλβανία, τα γεύματα που γίνονταν όλο και μικρότερα, οι διανυκτερεύσεις μέσα στα χιόνια, στην υγρασία, στο κρύο, η φιλοξενία αλλά και η καχυποψία στα χωριά μέχρι τον τελικό προορισμό, τα βραχώδη βουνά, η αβεβαιότητα, ο φόβος καταγράφονται σχετικά αποστασιοποιημένα λόγω του χρόνου που έχει περάσει αλλά κυρίως λόγω των όσων θα ακολουθήσουν. Γιατί τον Δεκέμβριο του 1940 οι φαντάροι αρχίζουν τις μάχες σώμα με σώμα, σφαίρες και οβίδες σφυρίζουν πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Δεν ήταν ασκήσεις πια αλλά πόλεμος. Αντεπιθέσεις, υποχωρήσεις, έφοδοι, κακουχίες, τραυματίες, νεκροί, «η πρώτη κακιά μέρα της μάχης της 9ης Δεκεμβρίου του 1940». Για τη συνέχεια ο εγγονός Τάσος Ζαφειριάδης, μετά τα τόσα χιουμοριστικά του κόμικς («Σπιφ και Σπαφ», «Ο Κυρ Κονγκ και άλλες Ιστορίες» κ.ά.), τα μυθοπλαστικά του σενάρια με αφορμές πραγματικά γεγονότα ή την ίδια την Ιστορία («Γρα Γρου», «Ψηφιδωτό» κ.ά.), τους κατ’ ουσίαν φιλοσοφικούς πειραματισμούς του πάνω στη φύση της τέχνης των κόμικς («Σκορποχώρι»),κάνει μια σπάνια δουλειά που τη διανθίζει με χάρτες, ιστορικά στοιχεία, αποτυπώματα αρχείων και δεδομένων. Όλα μετά από ενδελεχή μελέτη, μέρος της οποίας παρουσιάζεται στο τέλος του βιβλίου όπου επεξηγούνται πολλές λεπτομέρειες και παρατίθενται φωτογραφίες, ταυτότητες, στρατιωτικοί κατάλογοι, φύλλα πορείας, έγγραφα, ακόμα και προσωπικά γράμματα και σημειώματα του παππού Ζαφειριάδη. Στο αποτέλεσμα παίζει καθοριστικό ρόλο η τεράστια συμβολή του Θανάση Πέτρου. Με την τεράστια εμπειρία του ο Πέτρου, μεταξύ άλλων και δάσκαλος των κόμικς στον ΑΚΤΟ, παραλαμβάνει ένα τεράστιο και πολυεπίπεδο υλικό και το εικονοποιεί συναρπαστικά. Έχοντας υπογράψει πρόσφατα τα σενάρια και τα σχέδια σε δύο σπουδαία βιβλία για τη νεότερη ελληνική Ιστορία («Οι όμηροι του Γκαίρλιτς» και «1922, Το τέλος ενός ονείρου»), με τις συνεργασίες του με το Δημήτρη Βανέλλη πάνω στη μεταφορά σε κόμικς πολλών λογοτεχνικών έργων («Το Παραρλάμα και άλλες Ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά», «Το Γιούσουρι και άλλες Φανταστικές Ιστορίες» κ.ά.), με τη συμμετοχή του στο «Λεξικό της Κρίσης» στο Καρέ Καρέ, με τα τόσα βιβλία που έχει φιλοτεχνήσει είτε μόνος του είτε σε συνεργασία με συγγραφείς και σεναριογράφους, ο Πέτρου έχει αποδείξει ότι μπορεί να φέρει εις πέρας ακόμα και το πιο δύσκολο εγχείρημα. Στο «Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα» αυτό γίνεται φανερό από τις πρώτες εικόνες. Τα βροχερά τοπία στην Αλβανία, τα χιόνια και οι μαυρισμένοι ουρανοί, η παγωμένη, σιωπηλή μουντάδα της αναμονής, οι εκρήξεις που πότε είναι μακρινές ως ακίνδυνοι «λεκέδες» στο χαρτί, και πότε πλησιάζουν και νομίζεις πως τις ακούς, εικονογραφούνται υποδειγματικά. Πάνω απ’ όλα όμως αποδίδονται ιδανικά τα συναισθήματα του πρωταγωνιστή, οι εκφράσεις του, η προϊούσα απογοήτευση, η αισιοδοξία που δίνει τη θέση της στην ανασφάλεια όσο το στράτευμα και η συλλογική ψυχολογική κατάσταση βυθίζονται στην «καρδιά του σκότους». Σε τέτοιες πρωτότυπες τεκμηριωτικές πρακτικές όπως αυτή των Ζαφειριάδη και Πέτρου έχουν προβεί πολλοί δημιουργοί κόμικς τα τελευταία χρόνια. Συνήθως όμως για γεγονότα της πιο πρόσφατης Ιστορίας ή για πολέμους, κρίσεις και τραγωδίες στις οποίες οι ίδιοι οι δημιουργοί έγιναν μάρτυρες. Από τους πρωτοπόρους αυτής της μεθόδου ήταν ο Art Spiegelman με το «Maus», μια μετα-μυθοπλαστική αφήγηση πάνω στις ηχογραφημένες μαρτυρίες του επιζήσαντα από το Ολοκαύτωμα Εβραίου πατέρα του. Ο Spiegelman μάλιστα, χρόνια μετά το πολυβραβευμένο έργο του, κυκλοφόρησε το «Metamaus» επεξηγώντας τον τρόπο εργασίας του και ενθέτοντας μέρος του πλούσιου υλικού του, τμήμα του οποίου ήταν οι ίδιες οι συνομιλίες του με τον πατέρα του. Με έναν ανάλογο μηχανισμό φιλοτεχνούν οι Ζαφειριάδης και Πέτρου ένα υπέροχο βιβλίο, που είναι δύσκολο να καταταχθεί καθώς ισορροπεί ανάμεσα στην Ιστορία, το ντοκουμέντο, τα απομνημονεύματα, τη μυθοπλασία, την τεκμηρίωση. Κι όλα αυτά με τις μοναδικές δυνατότητες που προσφέρει η γλώσσα των κόμικς όταν χρησιμοποιείται με δεξιοτεχνία. Και το σχετικό link...
  4. Το καινούριο κόμικ του Σπύρου Δερβενιώτη διατρέχει 200 χρόνια ελληνικής ιστορίας με ήρωες κάποιους τύπους που μπορεί να μην ξέρετε αλλά σίγουρα κάτι σας θυμίζουν. Συνέντευξη στον Παναγιώτη Μένεγο. Η ιστορία του κόμικ ξεκινά – τι άλλο; – 200 χρόνια πριν. Τόσο πίσω αναζητά ο δημιουργός τις ρίζες των πρωταγωνιστών του: της οικογένειας Κολετζντήρη που, κάπως τα κουτσοκαταφέρνει, και για τους επόμενους δύο αιώνες «και με χιόνια και με κρύα» επιβιώνει σε μια Ελλάδα που γίνεται διαδοχικά ανεξάρτητο κράτος, βασίλειο με Βαυαρούς επιστάτες, βαλκανική δύναμη με σύνορα ακορντεόν, έδαφος στρατηγικής σημασίας στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, βασιλευόμενη-κοινοβουλευτική-καταλυμένη δημοκρατία, «σοσιαλιστική», «εκσυγχρονισμένη», Ολυμπιακή, «μνημονιακή», «πρώτη φορά Αριστερή». Με ένα διαχρονικό μαράζι να είναι μια χώρα «κανονική». Οι πρωταγωνιστές του είναι ευέλικτοι, ευπροσάρμοστοι, εύκαμπτοι και ότι άλλο από -ευ χρειάζεται προκειμένου να βρίσκονται πάντα στο κάδρο. Τους παρακολουθούμε σε επιλεγμένα σημεία αυτής της περιόδου (ίσως όχι με τα σημεία αναφοράς που φαντάζεστε – ποιος δεν συνδέει άλλωστε το 1922 με τα «81 χρόνια πριν κυκλοφορήσει η Πολίτικη Κουζίνα;») να συμμετέχουν και να αντανακλούν τον μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας και ψυχοσύνθεσης. Να εξελίσσονται σε αυτό που λέει ο τίτλος του άλμπουμ («Παλιές Πουτάνες»), αλλά να βρίσκουν (;) και τον δάσκαλο τους από την Λούλου και την Κρίστυ, δύο κορίτσια που ασκούν το παλιότερο επάγγελμα του κόσμου. Κι όλο αυτό το ταξίδι συμβαίνει με «εμφυλιοπολεμικό» χιούμορ και μπόλικες ποπ αναφορές (γραμμένες πάντα με ελληνικούς χαρακτήρες) που ξεχειλίζουν από το μόνιμα λυμένο ζωνάρι του Σπύρου Δερβενιώτη που, μετά τα Yesternow και Shark Nation, «μένει Ελλάδα» επιστρέφοντας στο πρόσφατο παρελθόν (του). Η ιδέα του κόμικ από την άλλη ξεκινά στα πρώτα χρόνια της κρίσης. Δημοσιευόταν με την υπογραφή του Δερβενιώτη κάθε μήνα επί 4 χρόνια στο περιοδικό Unfollow. Με αφετηρία μια περίοδο στην καρδιά της οικονομικής κρίσης, εκεί που είχε απότομα διακοπεί το «αθηναϊκό όνειρο» ενός εξευγενισμένου Μεταξουργείου, αλλά και παράλληλα το ήθος της εποχής αποτυπωνόταν στην χυδαία ιστορία της διαπόμπευσης των οροθετικών. Από εκεί προκύπτει τόσο ο τίτλος, ο χωροχρόνος που κορυφώνεται η δράση αλλά κι ο κομβικός ρόλος των σεξεργατριών στην πλοκή. Γύρω τους πολιτικοί γόνοι, χίψτερ γραφίστες, γκαλερίστες με σβησμένο παρελθόν και λοιποί παρατρεχάμενοι διαπλέκονται χωρίς αιδώ και (όσο τα πράγματα ζορίζουν) χωρίς προσχήματα… Οι Παλιές Πουτάνες δεν είναι κάτι σαν η ελληνική εκδοχή του Τι Ωραίο Πλιάτσικο!; Δεν ψάχνω να αθωώσω κανέναν, αλλά καπιταλισμός χωρίς παράσιτα μπορεί να υπάρξει; Ναι; Όχι; Ίσως; Δε θα μάθουμε ποτέ, γιατί στην Ελλάδα δεν έχουμε καπιταλισμό. Καπιταλισμός σημαίνει κεφάλαια και συσσώρευση αυτών. Το «δανείζομαι απ’ το κράτος για να αγοράσω μια υποδομή του κοψοχρονιά και να το δέσω με ρήτρα που θα με πληρώνει ακόμα κι όταν έχω χασούρα», που είναι το mondus operandi του εν Ελλάδι «επιχειρείν», από τη Frapport μέχρι τους «εντερπρενέρ της ενέργειας», είναι άλλο σύστημα: αυτό που συνοπτικά αποκαλούμε «σοσιαλισμός των πλουσίων» κι αν θέλουμε πιο επιστημονική ονομασία, την προσφέρει ο τίτλος του άλμπουμ. Οπότε το καίριο ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να υπάρχει καπιταλισμός χωρίς παράσιτα, αλλά αν μπορούν να υπάρξουν τα παράσιτα αν ξαφνικά σταματήσει να τους φέρνει το σκουλήκι στο στόμα μια κρατική μαμά χήνα. Νομίζω, ελπίζω, ότι οι 96 σελίδες του άλμπουμ τεκμηριώνουν την απάντηση. Τα 5 απαραίτητα προσόντα για να γίνεις κάποια μέρα «Παλιά Πουτάνα»; Αν αποσυνθέσεις μια Παλιά Πουτάνα, θα μείνει ένα Τζάκι, μια καλά δικτυωμένη χούφτα ευνοημένοι αυλοκόλακες, μια αίσθηση ότι το Σύμπαν σου χρωστάει και λίγο λαδάκι απ΄ τη μαύρη αγορά. Που σημαίνει ότι με άλλα τόσα μπορείς να την ξαναφτιάξεις. Διαβάζοντας τα εισαγωγικά σημειώματα της έκδοσης, το δικό σου και του Αυγουστίνου Ζενάκου, να τι σκέφτηκα: 2022 πιάνουμε, μήπως είναι λίγο πασέ να τα βάζουμε ακόμα με το «ακραίο κέντρο»; Μήπως είναι πια απλά ένας «βολικός εχθρός» προορισμένος να ξοδεύεται στα σόσιαλ μίντια χαρακώματα, ενώ γύρω μας ο κόσμος κυριολεκτικά καίγεται ή χάνεται; Δεν ξέρω τι σημαίνει «2022 πιάνουμε», αν μη τι άλλο είναι 22 χρόνια αργότερα από τη χρονιά που θα είχαμε jetpacks και διαστημικές αποικίες. Αντίθετα, έχουμε σταγονίδια της ΕΠΕΝ σε υπουργικες θέσεις, το μισό cast από το “Magdalene sisters” να χαράσσουν πορεία στην Παιδεία και τον Πολιτισμό, τα ΜΜΕ στα χέρια του Κορλεόνε, του Τατάλια και του Mπαρζίνι κι ένα μανιακό ξαναγράψιμο της Ιστορίας με τους δοσίλογους στο ρόλο του ήρωα και την Αντίσταση στο εδώλιο. Κι όλα αυτά υπό την εποπτεία ενός επικοινωνιακού ολογράμματος που χρειάστηκε σεμινάρια εκατομμυρίων για να μάθει να λέει «συμπολίτες μου». Όλο αυτό το “1950 reboot”, το Ακραίο Κέντρο το αποκαλεί «κανονικότητα» κι «επιτέλους γίναμε κανονικό ευρωπαϊκό κράτος», το οποίο είναι σχετικά ακριβές αν για σένα η Ευρώπη περιορίζεται στην Ορμπανοκρατούμενη «ζώνη Βίσεγκραντ». Δαιμονοποιώντας σταδιακά την τελευταία δεκαετία οτιδήποτε ορθολογικό ως «τεχνοκρατικό», οτιδήποτε μοντέρνο ως «χίψτερ», οτιδήποτε μεταρρυθμιστικό ως «φιλελέ», μήπως η «Αριστερά της προόδου» εκχώρησε ένα κομμάτι αυτού που θα έπρεπε να είναι και συμβιβάστηκε με την κνίτικη πλευρά της; Υπάρχει μια υπέροχη σκηνή στη Λίστα του Σίντλερ όπου ο Όσκαρ Σίντλερ διαβεβαιώνει τον Εβραίο λογιστή του ότι έχει εξασφαλίσει γι αυτόν «ειδική μεταχείριση». Ο λογιστής του υποδεικνύει ότι «οι διαταγές από το Βερολίνο αναφέρουν όλο και συχνότερα τον όρο Ειδική Μεταχείριση, ελπίζω ότι δεν εννοείτε αυτό». Ο Σίντλερ απαντά ελαφρώς ενοχλημένος «Προνομιακή μεταχείριση, οκ; Πρέπει να εφεύρουμε καινούργια γλώσσα;». «Νομίζω πως ναι», έρχεται η απάντηση. Μακριά από μένα η εύκολη αναγωγή στο Ολοκαύτωμα για οτιδήποτε δε μας αρέσει, το τονίζω, αλλά ας κρατήσουμε μια ουσία η οποία επαναλαμβάνεται στο χρόνο και στα καθεστώτα: τη χρήση του Newspeak ώστε οι λέξεις να επανεγγράφονται στις συνειδήσεις ως το αντίθετό τους. Αυτό ήταν κι είναι βασικός εξοπλισμός του οπλοστασίου του Ακραίου Κέντρου. Ελευθεραγορίτες που ζουν αποκλειστικά από Κρατικές Επιδοτήσεις, Φιλελεύθεροι υπέρ Βαριάς Αστυνόμευσης, Τεχνοκράτες που παραγγέλνουν τα Έργα σε ανύπαρκτες εταιρείες που στήθηκαν την προηγούμενη του διαγωνισμού, σκίζουν τα ιμάτιά τους που δεν ανοίγουν τα καταστήματα και τις Κυριακές ώστε να γίνουμε επιτέλους Ευρώπη (όπου τα καταστήματα είναι θεόκλειστα τις Κυριακές). Είναι καθήκον μας να ξεσκεπάζουμε αυτή την απάτη, είναι επιτακτική ανάγκη να απελευθερώσουμε τις λέξεις. Είναι ζωτικής σημασίας να συμφωνήσουμε για τι ακριβώς πράγμα μιλάμε, ώστε και η διαφωνία μας επ’ αυτού να έχει ένα νόημα, και κάποιο κοινωνικό equilibrium να γίνει κάποια στιγμή εφικτό. Δεν ξέρω αν κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας γινόμαστε κνίτες, ξέρω ότι υπάρχει μια μεγάλη σειρά από χειρότερα πράγματα να γίνει κανείς. «Η Ιστορία γράφεται από τους νικητές», την ιστορία της κρίσης ποιος την έγραψε τελικά; Ή αλλιώς, ποιος νίκησε; Η ιστορία της κρίσης δεν τελείωσε. Το κεφάλαιο της πανδημίας είναι απλά το S02E01. Οι γνώριμοι πρωταγωνιστές επανέρχονται σε καινούργια επεισόδια του saga: η ΕΚΤ, η «ποσοτική χαλάρωση» (το περίφημο «λεφτόδεντρο» που υπάρχει πάντα για τις Τράπεζες αλλά ποτέ για τον Μπάμπη), το Eurogroup, το «ποτέ δεν αφήνουμε μια καλή κρίση να πάει ανεκμετάλλευτη» είναι και πάλι εδώ, για να μας μαγνητίσουν στις οθόνες μας πριν το δραματικό φινάλε (ακολουθούν spoilers). Εικάζω ότι όταν συμπληρωθεί το box set, θα καταγραφεί όπως η Πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: η αδυναμία συντήρησης ενός Imperium θα αποδοθεί στους «βαρβάρους προ των πυλών». Διαλέγω τρία στιγμιότυπα του άλμπουμ, διάλεξε μια προσωπικότητα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας για να: ξαναδείτε μαζί το Top Gun/ να ακούσετε ξανά την κασέτα της ΝΔ από τον Ρόμπερτ Ουίλιαμς / να επισκεφθείτε έκθεση με αντικείμενα οstalgia έμπλεα σοβιετικής ειρωνείας; Μπορώ να πάρω ένα plus one μαζί με το plus one μου; Αν ναι, ξεκάθαρα η παρέα μου θα είναι ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Ναι, και οι δύο. Ταυτόχρονα. Μαζί. Αν δεν είχε μεσολαβήσει η κρίση και είχε ολοκληρωθεί το gentrification του Κεραμεικού (στον οποίο κορυφώνεται το δράμα της ιστορίας σου), θα είχαμε γίνει τελικά το νέο Βερολίνο; Ας ρωτήσουμε στου Ψυρρή και στο Γκάζι που ολοκληρώθηκε: πόσο Kρόϊτσμπεργκ νιώθετε; Προς το παρών βιώνω το τεράστιο “joke is on you, pal”, να γράφω αυτές τις γραμμές από τα Αδούλωτα Εξάρχεια, όπου ένα στενό από το σπίτι μου ήταν τα γραφεία της «Γαλέρας», όπου τραβούσαμε χαρούμενο κουπί κατά του gentrification, και τώρα αν πετάξεις τυχαία μια πέτρα δύσκολο να μην πετύχει μια organic, gluten free «ψαγμένη επιχείρηση» που δεν θα ένιωθε πιο στο σπίτι της στο Μίτε. Από αυτά που «κινδυνέψαμε» περισσότερο να γίνουμε, τι θα προτιμούσες να είχαμε γίνει τελικά; Χώρα του Ανατολικού Μπλοκ το 1949, Κούβα της Μεσογείου το 1981 ή Κοπεγχάγη του Νότου το 2009; Ό,τι και να είχαμε γίνει την ίδια δουλειά θα έκανα, είναι η μόνη σοβαρή απάντηση που μπορώ να δώσω. Και στο τυχόν αντεπιχείρημα ότι σε κάποιες απ’ αυτές τις περιπτώσεις θα μου απαγορευόταν να την κάνω, ω, σας έχω νέα από την «επιτέλους μια κανονική χώρα» όπου δε χρειάζεται να απειλήσεις τους ενοχλητικούς όταν μπορείς απλά να αγοράσεις όλα τα ΜΜΕ. Τελευταία ερώτηση: Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια παρουσιάστρια που λέει τις ειδήσεις στις οποίες πρωταγωνιστεί ο σύζυγος της κι έναν κομίστα που σατιρίζει μια περίοδο στην οποία κεντρικός πρωταγωνιστής υπήρξε ο ηγέτης του κόμματος που ο ίδιος είναι υπεύθυνος Επικοινωνίας; Εσύ κι ο Γιάνης Βαρουφάκης δηλαδή… Μερικά μηδενικά στο «Πόθεν Έσχες», και κάποιες μάλλον οφθαλμοφανείς διαφορές και στο «πόθεν» εκτός απ’ το «έσχες», είναι η αυτόματη απάντηση. Θέλοντας να απαντήσω όσο γίνεται ευθύτερα στο ερώτημα, οφείλω να το επαναδιατυπώσω χωρίς το υπονοούμενο: όντας πλέον μέρος του πολιτικού συστήματος που σατιρίζω, έχω κατά κάποιο τρόπο «άλογο στην κούρσα». Ναι, έχω «άλογο στην κούρσα» με την ίδια έννοια που είχε «άλογο στην κούρσα» ένας Χριστιανός στο Κολοσσαίο. Μια ακριβέστερη περιγραφή της σχέσης μου με το κόμμα και τον Γιάνη θα ήταν η εξής: «τύπος που θυσίασε μια θέση στο Τραπέζι για να μπορεί να κοιμάται τα βράδια με ήσυχη συνείδηση», συνάντησε «τύπο που θυσίασε μια θέση στο Τραπέζι για να μπορεί να κοιμάται τα βράδια με ήσυχη συνείδηση». Βέβαια μέχρι στιγμής καταφέραμε να μην προλαβαίνουμε ούτε να κοιμηθούμε, αλλά τουλάχιστον «δεν κοιμόμαστε» με ήσυχη συνείδηση. Σε μια συγκυρία που οι περισσότεροι κουμπώνουν μισό «Μπακάκο» χάπια για να αντέξουν την καθημερινή τους εργασία, εγώ κατάφερα να έχω μια καθημερινή δραστηριότητα που με σώζει από να κουμπώνω μισό «Μπακάκο» χάπια. Εύχομαι στην οποιαδήποτε «παρουσιάστρια» και τον οποιοδήποτε «σύζυγό» της να το καταφέρουν κι αυτοί κάποια στιγμή. Και το σχετικό link...
  5. Ακόμη μια δύσκολη χρονιά έφτασε στο τέλος της χωρίς κάποιο ελπιδοφόρο μήνυμα για την επόμενη. Τα ελληνικά κόμικς ωστόσο στάθηκαν στο ύψος τους με πολλές νέες κυκλοφορίες και με τους εκδοτικούς οίκους να αντιστέκονται και να επιμένουν. Όπως κάθε τελευταία εβδομάδα του έτους, καταγράφουμε ορισμένα από τα κόμικς που μας κράτησαν συντροφιά σε εποχές κατήφειας και απομόνωσης. Γυμνά Οστά Δημοσθένης Παπαμάρκος, Κανέλλος Cob (εκδόσεις Polaris) Χρόνια μετά το τέλος του πολιτισμού όπως τον ξέραμε, ένας από τους τελευταίους ανθρώπους πασχίζει να επιβιώσει μαζί με το συμβιωτικό του. Οι μηχανές που έχουν κυριεύσει τον κόσμο απαιτούν ενέργεια και «τρέφονται» από τους λιγοστούς επιζήσαντες, ενώ αυτοί έχουν ανάγκη τις μηχανές για να αντέξουν λίγο παραπάνω σε μια εύθραυστη ισορροπία αμοιβαίου συμφέροντος. Η τεχνολογία δεν εξελίχθηκε όπως ναρκισσιστικά την ονειρευόταν ο άνθρωπος, και οι Παπαμάρκος και Cob φιλοτεχνούν ένα πολυεπίπεδο φιλοσοφικό και οντολογικό σχόλιο για τη φύση της ύπαρξης και την ηθική της επιβίωσης, με αμέτρητες αναφορές στην ιστορία της ανθρωπότητας και της τέχνης. 1922 Θανάσης Πέτρου (εκδόσεις Ίκαρος) Μετά το «Όμηροι του Γκαίρλιτς», ο Θανάσης Πέτρου επιστρέφει στη νεότερη ελληνική ιστορία και ειδικότερα στις τραγικές μέρες που προηγήθηκαν της Καταστροφής της Σμύρνης. Καταγράφοντας το οδοιπορικό μιας ομάδας αβοήθητων Ελλήνων στρατιωτών στην Τουρκία με προορισμό τη Σμύρνη, χωρίς «πυξίδα», χωρίς τροφή, χωρίς σχέδιο και ουσιαστικά εγκαταλελειμμένων από το κράτος, ερμηνεύει εν πολλοίς την αναμενόμενη έκβαση της προσπάθειας. Ο Πέτρου (που φέτος έδωσε επίσης το σπαρακτικό ψυχολογικό δράμα «Υπομονή Θέλει» από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως και πιο πρόσφατα το «Ξημέρωσε ο Θεός τη Μέρα» σε σενάριο Τάσου Ζαφειριάδη από τις εκδόσεις Πατάκη) με εντυπωσιακή τεκμηρίωση, προσπαθώντας και πετυχαίνοντας να μείνει πιστός στα πραγματολογικά και ιστορικά δεδομένα, στήνει μια συγκινητική μυθοπλασία με πρωταγωνιστές τους ανθρώπους-θύματα του διαχρονικού μεγαλοϊδεατισμού μας. ’21, Η Μάχη της Πλατείας Soloup (εκδόσεις Ίκαρος) Τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821 ήταν η κατάλληλη αφορμή για τη δημιουργία ενός εντυπωσιακού σε μέγεθος και πληροφορίες βιβλίου γύρω από την πιο σημαντική στιγμή της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Για να περιγράψει ο Soloup όλα όσα συνέβησαν πριν αλλά και μετά την επανάσταση, χωρίζει το βιβλίο του σε πολλά μικρά κεφάλαια, οιονεί λήμματα, που συνδέονται όμως αριστοτεχνικά μεταξύ τους μέσω μιας πανέμορφης ιστορίας που εξελίσσεται στο σήμερα. Ένας ηλικιωμένος λάτρης της Ιστορίας και μια νεαρή κοπέλα που διψά να την κατανοήσει συζητούν στη σκιά του Κολοκοτρώνη στην Παλιά Βουλή και «διδάσκουν» πώς πρέπει να προσεγγίζεται το παρελθόν, χωρίς πανηγυρισμούς και αφορισμούς. Οι Τρομοκράτες Νικόλας Ρώσσης (εκδόσεις Jemma Press) Το σκάνδαλο Ιράνγκεϊτ συντάραξε τη διεθνή κοινή γνώμη τη δεκαετία του 1980 γιατί τα είχε όλα: παράνομο εμπόριο όπλων, σκοτεινές διαδρομές βρόμικου χρήματος, μυστικούς πράκτορες, στρατιωτικούς, πολιτικούς και παρακράτος σε συντονισμένη δράση, επέμβαση στα πολιτικά πράγματα ξένων χωρών με άρωμα ανατροπής νόμιμων κυβερνήσεων, επικίνδυνα παιχνίδια πολιτικής επικράτησης. Ενορχηστρωτής του σκανδάλου ήταν ο Λευκός Οίκος επί Ρέιγκαν, με πρώτο βιολί τον στρατιωτικό καριέρας Όλιβερ Νορθ. Σε όλο αυτό το χάος προσπαθεί να βάλει τάξη και να το καταγράψει ο Νικόλας Ρώσσης στην πρώτη του και εντυπωσιακά δοσμένη και τεκμηριωμένη μεγάλη ιστορία κόμικς. Μέρες Λατρείας Γιώργος Γούσης, Παναγιώτης Πανταζής (εκδόσεις Polaris) Το Πάσχα στο χωριό για τον Τίτο, έναν έφηβο από την Αθήνα σε ολιγοήμερες διακοπές, ήταν πάντα το ίδιο. Οι ίδιες συνήθειες, τα ίδια φαγητά, τα ίδια έθιμα, το ίδιο πρόγραμμα, οι ίδιες προβλέψιμες εξελίξεις. Η εφηβεία όμως είναι μια έκρηξη συναισθημάτων και προσδοκιών. Τα πάντα διογκώνονται, οι χαρές γίνονται θρίαμβοι και οι στενοχώριες καταστροφές. Ο Τίτος, το συγκεκριμένο Πάσχα, παίρνει την απόφαση να μη γυρίσει στην Αθήνα αν δεν ζήσει κάτι πραγματικά μεγάλο. Οι εφηβικοί έρωτες προαναγγέλλουν τη μετάβαση από την άγουρη παιδικότητα στην ενηλικίωση και το παιδί μεγαλώνει απότομα σε ένα γλυκόπικρο κλίμα αθωότητας με ημερομηνία λήξης. Παλιές Πουτάνες Σπύρος Δερβενιώτης (εκδόσεις Χαραμάδα) Πίσω από τη μεγάλη εικόνα της Ιστορίας που γράφεται πάντα από τους νικητές, βρίσκονται άνθρωποι. Οι πολλοί και ανώνυμοι συνήθως δεν επηρεάζουν τα πράγματα και η Ιστορία τούς αποσιωπά. Κάποιοι γράφονται με χρυσά γράμματα γιατί βρέθηκαν στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή και πήραν πρωτοβουλίες. Και κάποιοι κρύβονται στο βάθος, στις σκιές, καταφέρνοντας να βγαίνουν πάντα αλώβητοι και θριαμβευτές. Σε αυτές τις Παλιές Πουτάνες αναφέρεται με το γνωστό χιούμορ του και δεν τους χαρίζεται καθόλου ο Δερβενιώτης, σε μια δράκα διαπλεκόμενων τυχοδιωκτών που διαχρονικά είναι με το μέρος των νικητών αλλά πάντα στα μουλωχτά. Σπαζοραχούλα ή Το Μάτι της Μέδουσας Στιβ Στιβακτής – Έλενα Γώγου (εκδόσεις Jemma Press) Αν το Brokeback Mountain γυριζόταν στην Ελλάδα και αν οι δημιουργοί του είχαν χιούμορ, θα λεγόταν Σπαζοραχούλα. Ο Στιβακτής και η Γώγου πλάθουν μια υπέροχα αστεία και μαγικά ρεαλιστική σαρκαστική ιστορία για το κυνήγι της ευτυχίας και της αυτογνωσίας σε έναν εχθρικό κόσμο, αυτόν της ελληνικής επαρχίας. Έναν κόσμο που διαθέτει όμως και αμέτρητες νησίδες ελπίδας και σωτηρίας, αρκεί να ξέρεις πού να ψάξεις και να τολμήσεις να περιπλανηθείς. Στις πολλές Ελλάδες που ξεδιπλώνονται όσο πιο βαθιά τολμά να ταξιδέψει, αναζητά ο βοσκός Κωνσταντής το παλικάρι των ονείρων του κόντρα σε προκαταλήψεις και αγκυλώσεις, αλλά με θαρραλέους και ανοιχτόμυαλους συμμάχους. Αποτυπώματα 1967-1975 Κυριάκος Ρόκος (εκδόσεις Στερέωμα) Ένα από τα πρώτα ολοκληρωμένα κόμικς που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα (1978) δημιουργήθηκε από έναν γλύπτη. Ο Κυριάκος Ρόκος το φιλοτέχνησε στο Παρίσι κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της δικτατορίας και αποτελεί ένα μοναδικό ιστορικό και καλλιτεχνικό αποτύπωμα. Με μια επινοημένη και φαινομενικά ακατάληπτη γλώσσα που παρ’ όλα αυτά λειτουργεί αφηγηματικά και βγάζει νόημα και με εικόνες ρέουσες, γεμάτο παραλλαγμένες διαφημίσεις, σλόγκαν και ειδήσεις της εποχής, δίνει ιδανικά το κλίμα της ανελευθερίας, της θλίψης, της καταπίεσης αλλά και της ανυπακοής, της διαμαρτυρίας, της εξέγερσης ενάντια στη χούντα. Τα Θέλουμε Όλα Κυριάκος Μαυρίδης (Εκδόσεις των Συναδέλφων) Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Νάνι Μπαλεστρίνι, το έργο του Κυριάκου Μαυρίδη αποτελεί ένα πλήρως τεκμηριωμένο ντοκουμέντο, συνοδευμένο από εκτενείς σημειώσεις του δημιουργού, για τον μεγάλο απεργιακό αγώνα των εργατών της Φίατ στην Ιταλία το 1969. Με παραστατικότητα και χωρίς μεγαλοστομίες, ο Μαυρίδης μεταφέρει το αγωνιστικό κλίμα από τις διαδηλώσεις, τις κινητοποιήσεις, τις συνελεύσεις των Ιταλών εργατών, ακόμα και από τις αντιφάσεις του κινήματος που τις κρίσιμες στιγμές, απέναντι στην αδιαλλαξία της εργοδοσίας και τον κρατικό αυταρχισμό, στάθηκε ενωμένο και έγινε παράδειγμα για το μέλλον. Ρεμπέτικο – Ιστορία και Πρωταγωνιστές Νίκος Κουφόπουλος και 14 σχεδιαστές (εκδόσεις Ελυζέ) Όσα και να γραφτούν για το Ρεμπέτικο και την ιστορία του, θα είναι πάντα λίγα. Ο Νίκος Κουφόπουλος με τα σενάριά του επιχειρεί και επιτυγχάνει να φωτίσει ακόμα περισσότερες πλευρές του καθαρά ελληνικού μουσικού και κοινωνικού φαινομένου. Σε συνεργασία με 14 σχεδιαστές καταγράφει σημαντικές στιγμές του ρεμπέτικου γύρω από τα απαγορευμένα τραγούδια και τα ρεμπέτικα της κατοχής, τους τεκέδες του Πειραιά, τους σμυρνέικους αμανέδες, τις απαγορεύσεις και τη λογοκρισία, τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη, τον Παπαϊωάννου, τον Μπαγιαντέρα, την Μπέλλου, τη Νίνου, τον Χατζιδάκι. Σε μια χρονιά με λοκντάουν και την πανδημία να μονοπωλεί τις ζωές μας, δεν θα μπορούσαν να λείψουν και τα ανάλογα κόμικς. «Οι Έγκλειστοι» του Περικλή Κουλιφέτη (εκδόσεις Μικρός Ήρως) είναι μια χιουμοριστική και μελαγχολική συνάμα καταγραφή των ατέλειωτων ωρών της καραντίνας που μοιράζονται ο Στάθης και το μισάνθρωπο καναρίνι του, ο Αγαθοκλής, ενώ το «Το Λέει η Επιστήμη» (αυτοέκδοση) του Πάνου Γερακάκη είναι μια συλλογή από σαρκαστικά στριπάκια με πρωταγωνιστές σε πολλά από αυτά τον «Μωυσή» πρωθυπουργό μας και τον εκπρόσωπό του, Σωτήρη Τσιόδρα. Αξιοσημείωτες για τη χρονιά που φεύγει ήταν επίσης οι δυο νέες περιοδικές ανθολογίες από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως («Non Stop Comics», μια συλλογή από ιστορίες κυρίως δράσης και περιπέτειας και «Μουσικά Καρέ», μια έκδοση που εξερευνά τη σχέση κόμικς και μουσικής), η συλλογική δουλειά «Τσοντοκόμικ» ως ένας ύμνος στο απενοχοποιημένο σεξ και το «Ο Μαρίνος Ρούσος θα παίξει την Τρομπέτα του», ένα φλιπ κόμικς φτιαγμένο από Έλληνες δημιουργούς με τη τζαζ στο επίκεντρο, στη μνήμη του Soter Tas που έχασε τη ζωή του λίγο πριν φιλοτεχνήσει τη δική του συμμετοχή στο βιβλίο. Τέλος, δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτόν τον απολογισμό η σπουδαία πρωτοβουλία του Τάσου Μαραγκού (ο οποίος κυκλοφόρησε μέσα στη χρονιά δυο νέα μικρά αλμπουμάκια και τη συνέχεια του εμβληματικού «Hard Rock») «Πενάκια εναντίον Γκλομπ», που συγκέντρωσε διαδικτυακά έργα πολλών δημιουργών με θέμα την αστυνομική βία και ασυδοσία. Στα αξιοσημείωτα επίσης η 5η συνέχεια του «1800» του Θανάση Καραμπάλιου, το 2ο μέρος από τα «Μυστήρια Πράματα» του Θανάση Πετρόπουλου, καθώς και οι δυο νέες εκδόσεις του κύκλου του «World War Sapiens» του Δημήτρη Καμένου, όλα από τη Jemma Press. Με την ευχή ότι του χρόνου θα μπορούμε να γράφουμε για ακόμη περισσότερα κόμικς, από το Καρέ Καρέ, Καλή Χρονιά! Και το σχετικό link...
  6. Η αξεπέραστη σειρά κόμικς με τον Σνούπυ και την παρέα του έρχεται τον Ιανουάριο στην «Καθημερινή» και η «μαμά» της οικογένειας, Τζίνι Σουλτς, χήρα του δημιουργού Τσαρλς Σουλτς, μιλάει στο «Κ». Η στιχομυθία δεν αποτελεί μόνο ένα χαρακτηριστικό δείγμα του χιούμορ του δημιουργού των Peanuts, του αξεπέραστου Τσαρλς Σουλτς, αλλά περιγράφει και ένα υπαρκτό ψυχολογικό σύνδρομο, το «Σύνδρομο Τσάρλυ Μπράουν» που συναντάται στα πρόσωπα που ζουν αγκαλιά με την απαισιοδοξία. Δείχνει πόσο κοντά στον ενήλικο κόσμο βρίσκεται ο παιδόκοσμος του Σνούπυ και της παρέας του, παρόλο που κανένας «μεγάλος» δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στα καρεδάκια των κόμικς που ο Σουλτς σχεδίαζε καταθέτοντας την ψυχή του. Εξηγεί γιατί τα Peanuts, ως καθρέφτης της ανθρώπινης κατάστασης, είναι πάντοτε επίκαιρα υπερβαίνοντας γεωγραφικά σύνορα και πολιτιστικές διαφορές, και δικαιολογεί φράσεις διάσημων προσωπικοτήτων που τα λάτρεψαν, όπως αυτήν του Μπαράκ Ομπάμα: «Όπως εκατομμύρια άλλοι Αμερικανοί, μεγάλωσα με τα Peanuts αλλά δεν τα ξεπέρασα ποτέ». Αν και ο Σουλτς μισούσε τον τίτλο Peanuts* (που είχε δώσει στη σειρά το «συνδικάτο» που διαχειριζόταν τις δημοσιεύσεις του κόμικ) λάτρευε τους χαρακτήρες του, στους οποίους είχε δώσει διαφορετικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του. Ήταν ευέξαπτος σαν τη Λούσυ, εσωστρεφής όπως ο Τσάρλυ Μπράουν, στοχαστικός σαν τον Λάινους, λάτρης της κλασικής μουσικής σαν τον μικρό πιανίστα Σρέντερ και της πολεμικής ιστορίας όπως ο… Σνούπυ. Για πάνω από πενήντα χρόνια, με εξαίρεση μια περίοδο αναγκαστικής αδείας μερικών εβδομάδων, σχεδίαζε καθημερινά κλεισμένος στο ατελιέ του με στρατιωτική πειθαρχία: σε ένα κίτρινο μπλοκ, με μια πένα Esterbrook Radial, σκάλιζε σκιτσάκια ξανά και ξανά και ξανά, μέχρι να γίνει κάτι αστείο. Μπορούσε να ολοκληρώσει ένα κόμικ την ώρα μέχρι έξι την ημέρα, αλλά κάποια στιγμή έβαζε φρένο – πάντως βρισκόταν πάντα τρεις μήνες μπροστά στον προγραμματισμό των καθημερινών δημοσιεύσεων. Τα περίπου 18 χιλιάδες στριπάκια που γέννησε το μυαλό του αποτελούν, όπως λέγεται, τη μεγαλύτερη σε έκταση ιστορία που αφηγήθηκε ποτέ ένας δημιουργός. Μια ιστορία μόνο εκ πρώτης όψεως παιδική, με κεντρικό θέμα τη φιλία. Τόμοι ολόκληροι έχουν γραφεί από φιλοσόφους, ακαδημαϊκούς και ψυχολόγους για τα «κρυφά» νοήματα των Peanuts, με τον Ουμπέρτο Έκο να του… δίνει να καταλαβαίνει στην ανάλυση, προλογίζοντας τον πρώτο τόμο Peanuts που είχε κυκλοφορήσει στην Ιταλία. Mε αναφορές στον Φρόιντ, τον Μπέκετ, τον Άντλερ και τον Τόμας Μαν, ανέφερε ότι τα παιδιά των Peanuts μάς αγγίζουν τόσο γιατί, από μία άποψη, είναι οι «άγουρες, τερατώδεις αφαιρέσεις όλων των νευρώσεων ενός ανθρώπου του μοντέρνου, βιομηχανικού πολιτισμού». Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ο Τσαρλς Μονρό Σουλτς, γιος κουρέα, γεννηθείς στις 26 Νοεμβρίου του 1922 στη Μινεάπολη, έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους κορυφαίους μάστορες της τέχνης του. Όπως είχε γράψει ο θαυμαστής του και σπουδαίος κριτικός κινηματογράφου στις ΗΠΑ Λέοναρντ Μάλτιν, «ήταν ένας εκπαιδευμένος εμπορικός καλλιτέχνης που ήξερε τι πρέπει να παραλείψει για να κατακτήσει την τέλεια απλότητα του κόμικ του. Ήξερε ότι η ιστορία δεν είναι μόνο αυτό που λες, αλλά και αυτό που δεν λες. Αυτό είναι τέχνη». Με τα χρόνια επίσης έγινε ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος. Τα δικαιώματα των δημοσιεύσεων, οι ταινίες κινούμενων σχεδίων, τα χιλιάδες εμπορικά προϊόντα με τις μορφές των χαρακτήρων του και κυρίως του Σνούπυ «έχτισαν» ένα brand δισεκατομμυρίων, με τον ίδιο να κατατάσσεται στη λίστα των εκλιπόντων καλλιτεχνών με τα υψηλότερα έσοδα. Το πιο συγκινητικό όμως, είναι ότι πριν από τον θάνατό του από καρκίνο τον Φεβρουάριο του 2000, είχε γράψει τον επίλογο που έκρινε σωστό για τα «παιδιά» του. «Όλα κάποτε τελειώνουν. Αυτοί οι χαρακτήρες είναι ο λόγος της ύπαρξής μου. Κανένας άλλος δεν θα τους αγγίξει». Έτσι και έγινε. «Μητέρα» και θεματοφύλακας των Peanuts είναι η δεύτερη σύζυγος του Σουλτς Τζίνι Κλάιντ, που άνοιξε τον δρόμο για υπέροχες συλλεκτικές ανθολογίες, διευθύνει το Μουσείο και Ερευνητικό Κέντρο Peanuts στην Καλιφόρνια (ένα δεύτερο μουσείο άνοιξε προ ετών και στην Ιαπωνία) και υποστηρίζει ενεργά την τέχνη των κόμικς. Κατά τη συνομιλία μας μάλιστα, στην οποία συμμετείχε και η Mελίσα Μάντα, αντιπρόεδρος Μάρκετινγκ και Επικοινωνίας στην Peanuts Worldwide, μου μετέφερε χαιρετισμούς στην ομάδα του Comicdom Con Athens, της οποίας τη δράση παρακολουθεί και θαυμάζει! © Sacramento Bee, CBS via Getty Images/ Ideal Image Ποια είναι η δική σας αγαπημένη ανάμνηση από τα Peanuts; Νομίζω κάθε φορά που έμπαινα στο ατελιέ και ο Σπάρκυ** καθόταν σκυμμένος στο γραφείο του και σχεδίαζε και, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του από το χαρτί, μου μιλούσε, ρωτούσε πώς πήγε η μέρα μου ή κάτι τέτοιο. Τον παρακολουθούσα να σχεδιάζει και στα αριστερά του είχε μια στοίβα χαρτιά με στριπάκια, τα διάβαζα και του έλεγα: «Αυτό είναι πολύ αστείο!». Κι εκείνος αποκρινόταν κάπως αιφνιδιασμένος: «Αλήθεια; Σε ευχαριστώ, χαίρομαι που το λες, εγώ ποτέ δεν είμαι σίγουρος». Το είχε αναφέρει και σε ομιλίες του, πως όταν βρισκόταν ανάμεσα στο κοινό σε κάποια προβολή του "Υou’re a Good Man, Charlie Brown", άκουγε τους θεατές να γελάνε με τις ατάκες και στ’ αυτιά του αυτό ακουγόταν σαν κάτι πρωτόγνωρο γιατί στο στούντιό του επικρατούσε σιωπή, κανείς δεν έβλεπε τι σχεδίαζε, κανείς δεν γελούσε. Μπορεί δύο μήνες μετά, αφού το στριπάκι είχε κυκλοφορήσει, κάποιος να του έλεγε ότι το είχε λατρέψει, αλλά εκείνος είχε ήδη σχεδιάσει δεκάδες άλλα. Είχε αμφιβολίες τόσα χρόνια μετά νομίζετε; Στο μυαλό του; Νομίζω ότι σ’ αυτή την ερώτηση ο ίδιος θα απαντούσε: «Εγώ ζωγραφίζω αυτό που θεωρώ αστείο και ελπίζω ότι οι αναγνώστες θα συμφωνήσουν». Η λέξη-κλειδί δεν είναι η αμφιβολία, είναι η ελπίδα ότι θα τους αρέσει. Λένε πως μέρος της απήχησης των Peanuts είναι ότι ανάμεσα σε τόσους χαρακτήρες ο καθένας βρίσκει κάποιον να ταυτιστεί. Εσείς έχετε αγαπημένο; Δεν έχω κάποιον που συμπαθώ, αλλά όταν με ρωτούν επίμονα απαντώ ότι ίσως «είμαι» η Σάλλυ Μπράουν. Γιατί κάποια στιγμή φώναζα τον Σπάρκυ «My sweet babboo» κι εκείνος το έβαλε στο κόμικ – έτσι αποκαλεί η Σάλλυ τον έρωτά της, τον Λάινους. Kαι γιατί έχει αυτή την πολύπλοκη, αλλοπρόσαλλη προσωπικότητα – είναι καλοσυνάτη, γλυκιά, χαριτωμένη, αισιόδοξη, αστεία, αλλά ενίοτε και εμμονική, άπληστη, εγωκεντρική, αφελής. Μερικές φορές δεν ξέρει τι της γίνεται και παραπονιέται για τα πάντα, οπότε ίσως κάπου να μου ταιριάζει (γελάει). Καθώς ανατρέχετε σ’ αυτό το τεράστιο έργο ζωής, περισσότερο σας φέρνει χαμόγελο ή δάκρυ; Μόνο χαμόγελο. Τίποτα λυπητερό δεν υπάρχει για μένα στα κόμικς. Χάρη στο μουσείο επιστρέφω σ’ αυτά και τα μελετώ ξανά και ξανά και διαρκώς ανακαλύπτω ενδείξεις της ιδιοφυΐας του την οποία, δυστυχώς, θεωρούσα δεδομένη όσο βρισκόταν εν ζωή. Μου λείπει να ξέρω τι θα φανταζόταν, μου λείπει να φαντάζομαι τι θα σκεφτόταν ή τι θα ζωγράφιζε τώρα, αλλά γυρνάω στα στριπάκια και συνέχεια βρίσκω νέα πράγματα. Μία από τις αγαπημένες μου ιστορίες φέρ’ ειπείν, είναι ότι ο Σνούπυ αποφασίζει να διαβάσει το Πόλεμος και Ειρήνη μία λέξη τη μέρα, και οι άλλοι χαρακτήρες περνάνε μπροστά του και κάτι του λένε – μ’ αρέσει τόσο που αυτά τα στριπάκια τα έχω κάνει πλακάκια για το μπάνιο μου! Συνειδητοποίησα λοιπόν ότι τα παιδιά και ο Σνούπυ δεν συνομιλούν – εκείνος δεν τους κοιτάζει καν, απλώς σκέφτεται. Ο Σπάρκυ ήξερε ότι οι άνθρωποι μιλούν στα κατοικίδιά τους αλλά εκείνα δεν απαντούν – απλώς εμείς προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τι νιώθουν ή τι γαβγίζουν. Ο μόνος άλλος χαρακτήρας στον οποίο απευθύνει τον λόγο ο Σνούπυ είναι ο Γούντστοκ, το πουλάκι. Είναι ένα μοτίβο συμπεριφοράς τόσο ευφυώς διακριτικό που μου πήρε 20 χρόνια να το καταλάβω. © Bettmann/ Getty Images/ Ideal Image Σε ποια άλλα στοιχεία θεωρείτε ότι οφείλεται η διαχρονική δημοφιλία τους; Η Μελίσα λέει ότι το «κλειδί» είναι η ανθρωπιά τους και πιστεύω ότι έχει απόλυτο δίκιο. Κάτι άλλο που θεωρώ σημαντικό είναι ο κωμικός συγχρονισμός τους, κάτι που το ευρύ κοινό δεν συνειδητοποιεί απόλυτα. Στην κλασική τους μορφή τα στριπάκια Peanuts είχαν τέσσερα «πάνελ». Το πρώτο μάς έβαζε στην ιστορία, το δεύτερο μας επιφύλασσε μια εμπλοκή όπως κάθε μυθιστόρημα, στο τρίτο είχαμε μισή απάντηση… Και το τελευταίο τετραγωνάκι ήταν αυτό που χαρακτήριζε τα Peanuts. Όπως έλεγε ο Σπάρκυ, πολλοί καρτουνίστες θα σταματούσαν στο τρίτο. Θα ήταν το τέλος της ιστορίας τους. Αλλά στα Peanuts το τέταρτο πάνελ έφερνε πάντα μια ανατροπή και αρκετές φορές έπρεπε να έχεις παρακολουθήσει όλη την ιστορία για να «πιάσεις» το νόημα. Όπως στην περίπτωση του Πόλεμος και Ειρήνη, όταν ο Σνούπυ στο τελευταίο καρέ λέει: «Αυτή η ιστορία κυλάει πιο γρήγορα απ’ ότι νόμιζα». Γιατί δεν τον νοιάζει τι λένε οι άλλοι. Είναι ο Σνούπυ. Αν και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της αμερικανικής ποπ κουλτούρας, τα Peanuts έχουν αποδειχθεί οικουμενικά με δεκάδες μεταφράσεις και επανεκδόσεις. Ποιο είναι το «μυστικό;» Μελίσα: Θεωρώ πως είναι κάτι σαν τα σόσιαλ μίντια πριν από την εποχή τους. Σύντομα μηνύματα που «στέκονται» σε κάθε γλώσσα και μεταφέρουν ένα ανθρώπινο συναίσθημα με το οποίο καθένας στον κόσμο μπορεί να συσχετιστεί. Γι’ αυτό και λειτουργούν τόσο καλά στο Instagram. Δεν χρειάζεται να σου αρέσουν τα διαστημόπλοια ή οι υπερήρωες, ούτε είναι προϋπόθεση να ζεις σε μια συγκεκριμένη χώρα για να σου αρέσουν τα Peanuts. Αρκεί να είσαι άνθρωπος. Οι διάφορες ενσαρκώσεις των Peanuts σε κινούμενα σχέδια, όπως η τελευταία που προβάλλεται από το Apple TV+, είναι απαραίτητες για να τα γνωρίσει μια νέα γενιά που δεν έχει επαφή με τα έντυπα; Mελίσα: Πιστεύω πως ναι, γιατί η νεότερη γενιά «συνομιλεί» περισσότερο με το βίντεο, με την κινούμενη εικόνα. Γι’ αυτό και το Σόου του Σνούπυ, του οποίου η πρώτη σεζόν στριμάρεται φέτος, ή το Ο Σνούπυ στο Διάστημα που προβάλλεται από το 2019 και στο YouTube, είναι ένας τρόπος να προσελκύσουμε μια γενιά που περνά τον περισσότερο χρόνο μπροστά σε μια οθόνη, κινητού ή άλλη. Δεν λέω ότι δεν θα διάβαζαν ένα κόμικ, αλλά το ερέθισμα της κινούμενης εικόνας είναι ελκυστικό. Τζίνι: Πήρες την απάντησή σου, Τζορτζ. Η Μελίσα εκπροσωπεί τη νέα γενιά! (γελάει) Ο Τσαρλς, η Τζίνι και τα παιδιά, Κρεγκ και Τζιλ, στο αστέρι του Σουλτς στη Λεωφόρο της Δόξας στο Χόλιγουντ. © Frank Trapper/ Getty Images/ Ideal Image Ο θρυλικός Αμερικανός καρτουνίστας Τζουλς Φάιφερ είχε πει ότι οι χαρακτήρες των Peanuts αντέχουν στον χρόνο γιατί ήταν τα πρώτα αληθινά παιδιά στις σελίδες των κόμικς, παιδιά με προβληματισμούς και ανησυχίες. Τα σημερινά παιδιά έχουν νομίζετε τις ίδιες ανησυχίες; Έχουν πολύ περισσότερες, επειδή τα «βομβαρδίζουμε» με περισσότερα πράγματα. Εγώ ως παιδί είχα να αντιμετωπίσω μόνο τον κόσμο των ενηλίκων – τους γονείς μου βασικά και μερικούς άλλους. Ούτε που φαντάζομαι τι περνούν τα σημερινά παιδιά. Έχουν για αρχή να αντιμετωπίσουν τον κόσμο των σόσιαλ μίντια και δεν ξέρω πώς το καταφέρνουν. Θα είχε νόημα να βγαίνουν νέα στριπάκια Peanuts στην εποχή μας ή καλά έπραξε ο δημιουργός τους και έβαλε «τελεία» με τον θάνατό του; Τζίνι: Τη δεκαετία του ’90, όταν ο Σπάρκυ γιόρταζε τα 75α του γενέθλια, το συνδικάτο που διαχειριζόταν τα δικαιώματα των Peanuts του έδωσε άδεια πέντε εβδομάδων και κάποιος άλλος ανέλαβε να σχεδιάζει τα στριπάκια. ΟΚ ήταν, αλλά δεν είχαν ζωή. Κάτι τέτοιο μπορείς να το αντιγράψεις, αλλά όχι να το δημιουργήσεις. Για μένα είναι καλύτερα που σταμάτησαν και απόδειξη είναι ότι τόσοι άνθρωποι συνεχίζουν να τα παρακολουθούν. Παραμένουν επίκαιρα. Πιστεύω ότι περίπου το 80% θα μπορούσε να έχει γραφτεί σήμερα. Για παράδειγμα, πόσο καίρια είναι τα στριπάκια Peanuts της δεκαετίας του ’60 υπέρ του εμβολίου της ιλαράς; Μελίσα: Ας μην ξεχνάμε ότι για 50 ολόκληρα χρόνια ένα νέο στριπ δημοσιευόταν κάθε μέρα. Μιλάμε για πολλές χιλιάδες. Σήμερα στις εφημερίδες στην Αμερική μπορεί να δημοσιευτεί κάτι που είχε δημιουργηθεί το 1978 και για τους περισσότερους ανθρώπους θα είναι κάτι φρέσκο, κάτι που δεν έχουν ξαναδεί. Και αυτοί οι κύκλοι θα συνεχίζονται. Στα Peanuts, έχουν γράψει οι κριτικοί, τα παιχνίδια μπέιζμπολ πάντα χάνονται, η αγάπη είναι πάντα ανεκπλήρωτη, κοινώς η έννοια της αποτυχίας στη ζωή είναι συνυφασμένη με την πλοκή τους. Άλλα μαθήματα που μπορούμε να «διαβάσουμε» μέσα από τα καρεδάκια; Όσο τετριμμένο κι αν ακούγεται, νομίζω ότι το βασικό δίδαγμα των Peanuts είναι ότι προχωράμε μπροστά. Η ζωή συνεχίζεται. Διασχίζεις μια δύσβατη χαράδρα και περνάς στην άλλη πλευρά. Ο Τσάρλυ Μπράουν συχνά απογοητεύεται, λέει «good grief», αλλά την επόμενη φορά που τον βλέπεις, στο επόμενο στριπάκι, είναι άλλος άνθρωπος. Ό,τι κι αν του συμβαίνει, το αντιμετωπίζει και προχωρά. Φιλόσοφοι, ψυχολόγοι, αναλυτές των μίντια έχουν γράψει τόμους ολόκληρους αναλύοντας τα Peanuts. Μήπως αυτή η υπερανάλυση καταστρέφει τη μαγεία; Δεν είναι υπερανάλυση, γιατί τα Peanuts σημαίνουν κάτι διαφορετικό για τον καθένα και όλοι αυτοί θέλουν να καταθέσουν τη δική τους θεώρηση. Γράφοντας αυτά τα ερμηνευτικά δοκίμια, που προσωπικά δεν καταλαβαίνω (γελάει), μπορεί να υπεραναλύουν για μένα που έχω πιο απλοϊκό μυαλό, αλλά όχι για τους ίδιους. Πρόσφατα πάντως ήμουν στην Αγγλία για μια έκθεση και στον κατάλογο υπήρχαν δύο σχετικά άρθρα, και όντως σκέφτηκα ότι δεν έχω ιδέα σε τι αναφέρονται… Εν μέρει θα έλεγα να αφήσουμε τη μαγεία στην ησυχία της χωρίς θεωρίες, αλλά δεν μπορείς να απαγορεύσεις σε κάποιον να βάλει τη δική του σφραγίδα σε κάτι που αγαπά. Εδώ και πολλά χρόνια τα Peanuts θεωρούνται ένας από τους πυλώνες της βιομηχανίας εμπορικών προϊόντων που βασίζονται σε κόμικς. Βοηθά αυτό τη δημοφιλία τους; Τζίνι: Όποτε κάποιος έλεγε στον Σπάρκυ ότι η εμπορευματοποίηση καταστρέφει την τέχνη, εκείνος απαντούσε ότι εξ ορισμού ο ρόλος των κόμικς είναι εμπορικός: να πουλάνε εφημερίδες. Δεν είναι μια «αληθινή» μορφή τέχνης. Ως οικογένεια Peanuts χαιρόμαστε όταν οι καταναλωτές μπορούν να βρουν κάτι που φοριέται ή κρατιέται και έχει πάνω χαρακτήρες που τους δίνουν λίγη χαρά. Το βασικό μας μέλημα είναι ο κόσμος να μη μένει στον Σνούπυ, που είναι αναμφίβολα ο πιο αναγνωρίσιμος και δημοφιλής, αλλά να γνωρίσει και τους άλλους χαρακτήρες. Μελίσα: Υπάρχουν πολλά προϊόντα, αλλά μας κάνει υπερήφανους ως «οικογένεια» το ότι είναι πιστά στη φιλοσοφία μας. Δεν δεχόμαστε άκριτα κάθε κατηγορία προϊόντων, κάθε φίρμα ή κατασκευαστή, κάθε έμπορο. Με ρώτησαν πρόσφατα ποιο πιστεύω ότι θα είναι το πιο δημοφιλές χριστουγεννιάτικο προϊόν Peanuts φέτος. Δεν έχω απάντηση. Εξαρτάται από τον καθένα. Και υπάρχει κάτι για τον καθένα. Θα μπορούσε να προβλέψει ο δημιουργός ότι τόσα χρόνια μετά, τα Χριστούγεννα του 2021, τόσοι ενήλικες (και όχι μόνο) θα ήθελαν να φορέσουν ένα πουλόβερ με τον Σνούπυ; Δεν νομίζω ότι σκεφτόταν με όρους merchandise, άρα όχι. Αλλά σίγουρα, πιστεύω, ήλπιζε ότι σχεδίαζε κάτι που οι άνθρωποι θα εκτιμούσαν και θα ήθελαν να διαβάζουν 20, 30, 50 χρόνια μετά. Σας είπα, δεν θεωρούσε τον εαυτό του καλλιτέχνη αλλά περισσότερο χειροτέχνη – και σαφώς υπάρχουν χειροτεχνήματα που μπορούν να αντέξουν στον χρόνο. Η πεμπτουσία της δουλειάς του γι’ αυτόν δεν ήταν τα προϊόντα αλλά τα τυπωμένα κόμικς. Γι’ αυτά νοιαζόταν. Η ταινία "Τα Χριστούγεννα του Τσάρλυ Μπράουν", 55 χρόνια μετά προβάλλεται και στριμάρεται ανελλιπώς και παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα γιορτινά φιλμ όλων των εποχών. Σας συγκινεί ακόμα; Είχα κάποια χρόνια να το δω γιατί δεν είχα τηλεόραση. Το ξέρω σχεδόν απέξω. Και με εξέπληξε, όταν κάθισα να το παρακολουθήσω ξανά, ότι ένιωσα δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπό μου. Όντως άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή. Φέτος δεν ξέρω τι θα γίνει γιατί θα το δω την Κυριακή, οπότε περίμενε να σου πω! (γελάει). * Peanuts: κυριολεκτικά σημαίνει «φιστίκια», αλλά στην αμερικανική αργκό οι πιο φθηνές θέσεις στους εξώστες ενός θεάτρου. ** Σπάρκυ: To παρατσούκλι που έδωσε στον Σουλτς ένας θείος του προέρχεται από το άλογο Spark Plug στη σειρά κόμικς Barney Google που του άρεσε να διαβάζει όταν ήταν μικρός. ☞ σε αριθμούς 17.897 στριπάκια κόμικ σχεδίασε ο Τσαρλς Σουλτς σε διάστημα 50 ετών → 1.000 εξουσιοδοτημένοι κατασκευαστές προϊόντων Peanuts δραστηριοποιούνται παγκοσμίως, παράγοντας από ευχετήριες κάρτες μέχρι ενδύματα → Μακροβιότερος συνεργάτης είναι η εταιρεία καρτών Hallmark, που μετράει 61 χρόνια → 17,4 εκατομμύρια ακολούθους απ’ όλο τον κόσμο έχουν τα Peanuts στα σόσιαλ μίντια → Το 2020, το υπέροχο σάουντρακ της ταινίας A Charlie Brown Christmas του 1965 ανέβηκε για πρώτη φορά στο top 10 του Billboard! Και το σχετικό link...
  7. Αναφορά στον Νίκο Ρούτσο, δημιουργό του… αντι-Ταρζάν Γκαούρ. Εξώφυλλο ενός τεύχους του περιοδικού. Δίπλα, ο Νίκος Ρούτσος. Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά εν όψει, και μολονότι η πανδημία εξακολουθεί απτόητη να «θερίζει», θα σταθώ – ως… διάλειμμα – σε κάποια από τα αποκαλούμενα «χρόνια της αθωότητας», τότε που ο κόσμος (των παιδιών που υπήρξαμε…) περιοριζόταν στα όρια του χωριού και στις οικογένειές μας. Καταφύγιο, κάποιες μικρές αποδράσεις – ερήμην γονέων και δασκάλων. Μια απ’ αυτές, το εβδομαδιαίο περιοδικό «Γκαούρ – Ταρζάν» (λίγο πριν προκύψει ο κορακοζώητος «Μικρός Ήρως»). Κι επειδή πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για το δεύτερο, θα σταθώ στο πρώτο, συγγραφέας του οποίου υπήρξε ο Νίκος Ρούτσος, καθώς στις 15 Δεκεμβρίου συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από τότε που έφυγε από τη ζωή, στα 77 του. «Με τον θάνατο του Νίκου Ρούτσου χάσαμε έναν από τους πρώτους πνευματικούς μας τροφοδότες. Ήταν αυτός που με τις εξωτικές ιστορίες και τα παραμύθια του ερέθιζε τη φαντασία μας και ομόρφαινε τη ζωούλα μας τα δύσκολα εκείνα μετεμφυλιακά χρόνια», έγραφα στις 19 Δεκεμβρίου 1981 στην «Ελευθεροτυπία», αποχαιρετώντας τον Ρούτσο. Μολονότι ο φιλόλογος πατέρας του τον προόριζε για τον ιερατικό κλάδο, ο Νίκος είχε ήδη αρχίσει να γράφει στίχους για τραγούδια και χρονογραφήματα σε έντυπα της εποχής, για να καταλήξει συνεργάτης του εκδοτικού οίκου «Άγκυρα», που από το 1890 ευδοκιμεί ως τις ημέρες μας από την οικογένεια Παπαδημητρίου. «Και τότε ξαφνικά δημιούργησε τον καταπληκτικό ήρωα Γκαούρ, που θα συγκλόνιζε και θα συνάρπαζε τα Ελληνόπουλα για σχεδόν δύο δεκαετίες» γράφει ο Δημήτρης Χανός, συγγραφέας και ερευνητής συναφών αναγνωσμάτων, προλογίζοντας το ημερολόγιο του 1990, αφιερωμένο στα 100 χρόνια των εκδόσεων «Άγκυρα». Λεβέντης… Όπως είναι προφανές, ο λεβέντης της ζούγκλας ήταν ο συμπατριώτης μας Γκαούρ, ο οποίος σαφώς είχε την εύνοια του δημιουργού του και των αναγνωστών, σε αντίθεση με τον χολερικό – βρετανικής καταγωγής – Ταρζάν με τον οποίο ο δικός μας βρισκόταν σε διαρκή αντιπαλότητα. Την παρέα συμπλήρωναν η σύντροφος του Γκαούρ Ταταμπού (συμπατριώτισσά μας κι αυτή) και η Τζέιν του Ταρζάν. Κι από κοντά οι αστείοι της παρέας: Χουχού και Ποκοπίκο. Κι εδώ θα δώσω τον λόγο στον φιλόλογο καθηγητή Στέλιο Παπαθανασίου, ο οποίος έλαχε τότε να βρίσκεται στην Αγγλία για μεταπτυχιακές σπουδές, διάβασε το σημείωμα το σχετικό με τον θάνατο του Ρούτσου και επικοινώνησε μαζί μου, ως συν-αναγνώστης του «Γκαούρ – Ταρζάν». Έκτοτε αναπτύχθηκε μια φιλία που αντέχει ως τις ημέρες μας – αλλά… εξ αποστάσεως, δεδομένου ότι ο καθηγητής ζει οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη. Στην Αθήνα συναντηθήκαμε για πρώτη φορά πριν από 30 χρόνια σε εκδήλωση του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ για τον Παπαδιαμάντη, του οποίου ο Παπαθανασίου είναι ένθερμος μελετητής και εκ των ομιλητών της βραδιάς. Από τον Παπαθανασίου και το κειμενάκι που ακολουθεί – προσφορά του στην παρούσα σελίδα της «Εφ.Συν.» – με τις παραδοσιακές ευχές μας: Του Ποκοπίκο «Ένας από τους δημοφιλέστερους χαρακτήρες του περιοδικού ήταν ο πυγμαίος Ποκοπίκο. Αυτοσυστηνόταν ως “γόης φιδιών και γυναικών, προστάτης κουτών και αδυνάτων, κυνηγός αγρίων κονίκλων” (κουνελιών). Ακολουθούσε τον Γκαούρ στις μάχες που έδινε κατά των ανθρωποφάγων της ζούγκλας και με μια σκουριασμένη χατζάρα αποκεφάλιζε τους… σκοτωμένους! »Οι ανθρωποφάγοι φυσικά τον έβαλαν στο μάτι, του έστησαν ενέδρα, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον φύλαρχο για τα περαιτέρω. Όμως ο δαιμόνιος Ποκοπίκο, γνωρίζοντας ότι ο αρχηγός των ανθρωποφάγων ήταν λάτρης των αινιγμάτων, προχώρησε σε μια συμφωνία να τους πει ένα αίνιγμα, κι αν δεν το βρουν να του χαρίσουν τη ζωή. Τελικά το αίνιγμα του Ποκοπίκο, μια σειρά παραλογισμών, του έσωσε τη ζωή, καθώς δεν επιδεχόταν καμιά λογική απάντηση: “Ποιο είναι εκείνο το πράγμα που έχει ένα πόδι, το φυτεύουμε στη γλάστρα και τον χειμώνα… ψήνει κάστανα;”. Ο περιορισμένος χώρος δεν επιτρέπει να παραθέσουμε λεπτομερώς τη στιχομυθία του φυλάρχου με τον Ποκοπίκο γύρω από τη λύση του αινίγματος, που ήταν… ο πετροκότσυφας! Αναφέρω απλώς ότι ενώ δέχτηκε, εκών άκων, τις δύο πρώτες απαντήσεις, στο ερώτημα με τα κάστανα η απάντηση του πυγμαίου τον άφησε κάγκελο: “Αυτό το είπα για να σας μπερδέψω!”». Και το σχετικό link...
  8. Ο κορυφαίος δημιουργός κόμικς της σύγχρονης ιταλικής σκηνής, Τζεροκαλκάρε, έκανε πρόσφατα το ντεμπούτο του στη μεγάλη πλατφόρμα streaming κατακτώντας σε ελάχιστο χρόνο την κορυφή των ιταλικών τάσεων, επιβεβαιώνοντας για ακόμα μια φορά πως αποτελεί ένα αξιοθαύμαστο καλλιτεχνικό φαινόμενο. Πριν από δύο χρόνια (27/7/2019) είχαμε μιλήσει για το σύγχρονο φαινόμενο της ιταλικής σκηνής κόμικς που ακούει στο όνομα Τζεροκαλκάρε. Ο 38χρονος δημιουργός έχει καταφέρει να ξεχωρίσει σε τέτοιο βαθμό συγκριτικά με τους ομότεχνους της γενιάς του, ώστε πλέον να θεωρείται συνώνυμο του σύγχρονου ιταλικού κόμικς. Και όχι άδικα. Ειδικά αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια χώρα με μακρά παράδοση στην 9η Τέχνη που συντηρεί μία από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές αγορές κόμικς, η επιτυχία του Τζεροκαλκάρε μπορεί να χαρακτηριστεί το λιγότερο εντυπωσιακή. Εφορμώμενος κατά βάση από προσωπικά βιώματα, τα εν πολλοίς αυτοαναφορικά έργα του Τζεροκαλκάρε δεν εξωραΐζουν τις καταστάσεις, τους ήρωες και τις αδυναμίες τους. Αντίθετα, τις φέρνουν σε πρώτο πλάνο, τις γιγαντώνουν μέσω μιας καυστικής υπερβολής, για να τις διακωμωδήσουν και να οδηγήσουν τον ίδιο, αλλά και όσους ταυτίζονται μαζί του, στην αποδοχή και την απενοχοποίηση. Η γενιά του αρνείται να συνειδητοποιήσει ότι πέρασε τα 30 και αναζητά διαρκώς καταφύγιο στο παρελθόν, κυρίως της δεκαετίας του ’90, με μια έντονα μελαγχολική και νοσταλγική διάθεση. Αυτά είναι μερικά μόνο από τα συστατικά της πολυδιάστατης επιτυχίας του, σε συνδυασμό με διαρκείς κοινωνικοπολιτικές αναφορές που, αντί να επιβαρύνουν την πλοκή, αντίθετα εντάσσονται αρμονικά στο έργο του. Χωρίς να κάνει αμιγώς πολιτική σάτιρα, εκφράζει τις – κατά βάση προοδευτικές – απόψεις του για το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι διακριτικά αλλά ταυτόχρονα εμφατικά, με μια αφοπλιστική αμεσότητα που αναδεικνύει την αναπόδραστη διασύνδεσή τους με τα προσωπικά βιώματα του καθενός. Την ίδια συνταγή ακολουθεί και η πρόσφατη σειρά κινουμένων σχεδίων, της οποίας υπογράφει το σενάριο και τη σκηνοθεσία, που κυκλοφόρησε στις 17 Νοεμβρίου 2021 στην πλατφόρμα του Netflix. Με τίτλο «Κατά μήκος της διακεκομμένης γραμμής» (Strappare lungo i bordi ή Tear Across The Dotted Line), η σειρά αποτελείται από έξι εικοσάλεπτα επεισόδια δισδιάστατου σχεδίου. Η πρόταση ήρθε μετά την πρώτη σειρά κινουμένων σχεδίων που φιλοτέχνησε, με οκτώ επεισόδια μικρού μήκους, για το πρόγραμμα Propaganda Live στο ιταλικό κανάλι LA7, κατά τη διάρκεια της καραντίνας του 2020, με τίτλο «Rebibbia Quarantine». Η Ρεμπίμπια, περιοχή στα βορειοανατολικά της Ρώμης όπου μεγάλωσε και ζει, παίζει καθοριστικό ρόλο στο έργο του Τζεροκαλκάρε, αφού συνήθως αποτελεί το παρασκήνιο επί του οποίου εκτυλίσσεται κάθε φορά η πλοκή. Έτσι και στη «Διακεκομμένη Γραμμή» ο Τζεροκαλκάρε αναπτύσσει, με το καθιερωμένο δημιουργικό οπλοστάσιο της αυτοαναφορικότητας και της νοσταλγίας, μια βαθιά ενδοσκόπηση που ακουμπάει στον μέσο θεατή, αφού τον προσεγγίζει με γνώριμους προβληματισμούς και αναφορές. Με κεντρικό όχημα την αφήγηση ενός ανεκπλήρωτου έρωτα, θίγει μια σειρά ζητημάτων που είναι κυρίαρχα στη γενιά του, με σημαντικότερο την αυτοεκπλήρωση. Ο ταχύτατος ρυθμός και η έντονη αποσπασματικότητα που σε χαώνουν ευχάριστα, αλλά και η πληθώρα γνώριμων αναφορών, σε συνδυασμό με βιτριολικό χιούμορ που τσακίζει, είναι τα στοιχεία που διαμορφώνουν το ιδιαίτερο ύφος του δημιουργού, καθώς κάνει τα πρώτα του βήματα στο νέο μέσο της μικρής οθόνης δίνοντας πνοή στις χάρτινες δημιουργίες του. Και το σχετικό link...
  9. Carlo Giordanetti: Συνέντευξη με τον δημιουργικό διευθυντή της Swatch για τη σειρά Peanuts, το νέο υλικό bioceramic της εταιρείας και ό,τι έρχεται μελλοντικά. O Carlo Giordanetti, ο Δημιουργικός Διευθυντής της Swatch O Carlo Giordanetti είναι ο Δημιουργικός Διευθυντής της Swatch και ένας άνθρωπος πραγματικά απολαυστικός να μιλάς μαζί του γιατί καταφέρνει, χωρίς να ξεφεύγει καθόλου από τον άξονα της Swatch και του παιχνιδιού με τον χρόνο, να σου παρουσιάζει και μία σύγχρονη ματιά στην ποπ κουλτούρα, στον κοσμο-πολιτισμό της Ευρώπης, πάντα με ένα λεπτό και κομψό χιούμορ. Ο C. Giordanetti βρέθηκε στην Αθήνα με αφορμή την κυκλοφορία από την Swatch της υπέροχης σειράς ρολογιών Peanuts, ρολογιών που φέρνουν ξανά στην επικαιρότητα την παρέα των comic strip χαρακτήρων των Peanuts, του Charles M. Schulz, αυτά τα cartoon πιτσιρίκια που όλοι έχουμε μάθει να τα ονομάζουμε πια “η παρέα του Snoopy”, του πιο δημοφιλούς σκύλου beagle στον κόσμο ίσως. Συναντήσαμε τον κ. Giordanetti σε μία ωραία ατμόσφαιρα γιορτής που διοργάνωσε η Swatch, ανάμεσα στους ήρωες των Peanuts και μας εξήγησε το τι, το πως και το τι έρχεται. Carlo Giordanetti Πριν 8 χρόνια στη Βασιλεία σας είχα ρωτήσει πώς μεταφράζετε την ποπ κουλτούρα σήμερα, σε σχέση με εκείνη του 1983 και μου είχατε απαντήσει “Μισό λεπτό, έχουμε φτάσει ως εδώ γιατί είχαμε μία πολύ καλή ιδέα. Και τώρα είμαστε πάλι εδώ με μία ακόμα πολύ καλή ιδέα”. Οπότε, σήμερα ποια είναι η σπουδαία νέα ιδέα που μας φέρνετε; Σήμερα υπάρχουν δύο καλές ιδέες. Η πρώτη είναι αρκετά συναισθηματική – αν θέλετε να την πείτε έτσι – γιατί η Swatch πάντα βρισκόταν ανάμεσα στην ισορροπία του συναισθήματος με τη λογική. Η πρώτη λοιπόν είναι η ιστορία με τη σειρά που έχουμε βγάλει με τους ήρωες από τα Peanuts. Με αυτήν δεν τιμούμε μόνο μία εμβληματική εικόνα της ποπ κουλτούρας, γιατί τα Peanuts είναι απόλυτα μέσα σε αυτό, αλλά τιμούμε και την ιδέα της “συμμορίας”, της παρέας. Μας άρεσε η ιδέα ότι τα Peanuts είναι ένα σετ χαρακτήρων. Η δεύτερη ιδέα μας είναι το νέο μονοπάτι που παίρνει η Swatch με την επένδυση και αναζήτηση νέων υλικών, κι έτσι έχουμε σήμερα το bioceramic, το bio-source plastic, έτσι ώστε με κάποιο τρόπο η γλώσσα μας σήμερα να γίνεται πιο πλούσια. Μέχρι πριν δύο χρόνια είχαμε απεριόριστα χρώματα και απεριόριστες εικόνες και μόνο ένα υλικό – υπήρχε βέβαια και το irony αλλά ας πούμε ένα υλικό – και τώρα ο στόχος μας είναι να έχουμε απεριόριστα χρώματα και εικόνες αλλά και πολλά υλικά. Από εκεί και πέρα αρχίζεις να σχεδιάζεις το πώς θα φτιάξεις το προϊόν σου με βάση το design, το υλικό κλπ. Είναι ένας διαφορετικός τρόπος σκέψης. Και το ενδιαφέρον είναι ότι μας επιτρέπει ακόμα, αυτό, να κάνουμε το “τρελό”προϊόν αλλά να αναπτύξουμε και το νέο και να απευθυνθούμε σε διαφορετικούς ανθρώπους. Έχουμε δει ότι κάποιοι πελάτες ενδιαφέρονται για την καινοτόμο πλευρά της Swatch, δηλαδή το βιοκεραμικό. Μού έχει κάνει εντύπωση η επιτυχία του bioceramic. Είδα ανθρώπους που δεν θα φορούσαν ποτέ Swatch, να φορούν στο χέρι τους από τα μοντέλα αυτά. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Αν το σκεφτείς, πρόκειται και πάλι για μία πρόκληση στον χώρο της ωρολογοποιίας. Το κεραμικό φυσικά προϋπήρχε όπως π.χ. στην Rado, αλλά ήταν πάντα συνδεδεμένο με κάτι ακριβό, με την πολυτέλεια, κάτι το αστραφτερό, και φυσικά εμείς θέλαμε να το κάνουμε διαφορετικά. Οπότε, πρώτον, το κάναμε προσιτό στην τιμή, χάρη στην ανάμειξή του με το βιο-πλαστικό και δεύτερον δώσαμε μία ξεχωριστή υφή, μία μεταξένια αίσθηση. Έτσι λοιπόν, όπως το System 51 ήταν μία πρόκληση, έτσι και το bioceramic είναι μία νέα ιδέα. Υπάρχουν μάρκες ακόμα και μέσα στο γκρουπ της Swatch αλλά ακόμα και άλλες, που λένε κατά κάποιο τρόπο στον κύριο Hayek (ιδιοκτήτη του Swatch Group), ελάτε αφήστε μας κι εμάς να το κάνουμε. Πρέπει όμως να μείνει ένα χαρακτηριστικό υλικό της Swatch. Πιστεύετε ότι η σειρά με τα Peanuts θα συγκινήσει περισσότερο τους boomers ή θα αγγίξει και τη νεότερη γενιά; Καταρχάς διαλέξαμε αυτή τη συνεργασία γιατί είχαμε μία βαθιά αίσθηση ότι ο κόσμος χρειαζόταν να χαμογελάσει. Χαμόγελο και ελαφρότητα. Κάτι που να μπορεί να φορέσει κάτι γλυκό, κάτι τρυφερό, με αίσθηση του χιούμορ. Φυσικά στους baby boomers θα λειτουργήσει σαν μνήμη. Σαν να πηγαίνουμε πίσω στον χρόνο. Αλλά και για τη νεότερη γενιά είναι ένας τρόπος να ανακαλύψουν όχι μόνο τη διασκεδαστική πλευρά των Peanuts αλλά και τη φιλοσοφική προσέγγιση της ζωής που έχει αυτό το κόμικ. Μερικά από τα πράγματα που λένε, ειδικά ο Charlie Brown και ο Linus, μπορείς να τα πάρεις σοβαρά – όχι με τη βαρετή έννοια – αλλά να σε κάνουν να σκεφτείς. Εδώ ακόμα και η Lucy χρεώνει 5 σεντς για ψυχολογικές συμβουλές! (γέλια) Αυτό που μου αρέσει πιο πολύ από όλα με τα Peanuts, είναι ότι είναι διαχρονικά. Το σχέδιό τους φυσικά εξελίχθηκε – αν δεις τα παλιά της δεκαετίας του ‘50 το καταλαβαίνεις – αλλά δεν αλλάζουν οι χαρακτήρες ούτε και οι ιστορίες τους. Για παράδειγμα, ο Μίκι Μάους ή ο Ντόναλντ Ντακ ζουν πολλές διαφορετικές ιστορίες. Τα Peanuts είναι πιστά στους χαρακτήρες και στην πολύ ισχυρή εικόνα που έχει το σχέδιό τους. Για εμάς ήταν super-fun να πάμε πίσω στα αρχεία των Peanuts και να βρούμε τις εικόνες του κάθε ήρωα. Επίσης η ιστορία συνεχίζεται, εκτός από τη σειρά Peanuts, και στο Christmas Special που κυκλοφόρησε στις 2 Δεκεμβρίου. Οπότε έχουμε: τα 6 της σειράς Peanuts, τα 3 της σειράς Swatch By You που επιλέγει ο πελάτης επάνω σε καμβά Peanuts ποιο δικό του προσωπικό σχέδιο θέλει (αυτά είναι πολύ όμορφα: ένας καμβάς έχει μόνο τον Woodstock και τον Snoopy, είναι ένα πολύ κίτρινο-μαύρο-άσπρο στόρι, ένας άλλος καμβάς έχει όλους τους πιθανούς και απίθανους χαρακτήρες που έχουν περάσει από τα Peanuts και ο τρίτος καμβάς είναι πιο ποπ θα έλεγα, με γκράφικς κλπ), και τέλος έχουμε το Christmas Special που βγαίνει σε περιορισμένη έκδοση. Είναι ένα ρολόι “πολύ αφιερωμένο” στον Snoopy, με πολύ ιδιαίτερη συσκευασία που είμαι σίγουρος ότι θα λατρέψει ο κόσμος: ένα μπολ για το φαγητό του σκύλου τους. Παλιότερα, και πάλι, μου είχατε πει ότι προσπαθείτε να έχετε ένα twist σε κάθε ιστορία και ότι χρησιμοποιείτε λέξεις-κλειδιά. Οπότε, ποια πιστεύετε ότι θα είναι η λέξη-κλειδί για το 2022; Ω, μάλιστα. Κατά την προσωπική μου άποψη, μία “λέξη” θα είναι σίγουρα η ανάγκη μας να έχουμε μία στιγμή καθαρής σκέψης. Όλοι φτάνουμε στο τέλος του 2021 με πολύ αναστάτωση, πολλή πίεση και αγώνα. Ο κόσμος αυτά τα Χριστούγεννα θέλει διασκέδαση. Για αυτό τον λόγο και πιστεύω ότι το πρώτο μισό της νέας χρονιάς θα είναι λίγο πιο “μαλακό”. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη για αυτοεκτίμηση και για ασφαλείς αξίες. Επίσης πρέπει να δώσουμε πολλή προσοχή στην Φύση όχι μόνο στη μεγάλη εικόνα, τα δάση κλπ αλλά και στον δικό μας κόσμο, στον δικό μας κήπο. Αυτό που ακόμα θα είναι σπουδαίο, κι εμάς στη Swatch μας αρέσει πολύ, θα είναι η ιδέα της επανασύνδεσής μας με την τέχνη, τον ανθρωπισμό, τη δημιουργικότητα. Αυτές θα είναι οι αξίες του ‘22. Το βιοκεραμικό, καταλαβαίνω πόσο σημαντικό είναι σαν υλικό για την εταιρεία. Ποιο όμως είναι το μεγαλύτερο ατού του για έναν σχεδιαστή; Καλή ερώτηση. Θα είδατε και από τον τρόπο που το λανσάραμε, πιο “γυμνό”, είναι το ότι σου δίνει την ευκαιρία να προσδιορίσεις το design πολύ καλά. Έχει αυτή τη σκληρότητα την οποία δεν έχει το πλαστικό. Έτσι λοιπόν έχει πιο καθαρές, κοφτές γραμμές. Είναι θέμα απόλαυσης των λεπτομερειών. Το δεύτερο σημείο του είναι σίγουρα η αφή του. Θα δείτε, γιατί έχουμε σκοπό να το δώσουμε σε πολλά χρώματα, ότι η τονικότητα των χρωμάτων που διαλέγουμε ταιριάζει με την αφή. Προς το παρόν δεν έχουμε σκοπό να κάνουμε κάτι σαν ένα χτυπητό κόκκινο α λα Φεράρι ή ένα σούπερ φωτεινό μπλε. Όχι γιατί δεν μπορούν να γίνουν σε αυτό το υλικό αλλά παίζει ρόλο η αφή. Ακόμα και τους designers είναι μία καλή άσκηση γιατί θα πρέπει να σκέφτονται διαφορετικά. Είναι θέμα αποσαφήνισης μίας γλώσσας. Γιατί, ας πούμε, με το βιοκεραμικό δεν θα μπορούμε ποτέ να έχουμε διαφάνεια. Αλλά θα γίνει το χαρακτηριστικό υλικό της Swatch. Προς το παρόν θα έχουμε biosource πλαστικό και bioceramic. Το επόμενο βήμα μας όμως τώρα θα είναι να ψάξουμε να βρούμε το επόμενο νέο υλικό – γνωρίζετε δα την εταιρεία, γνωρίζετε τον Πρόεδρο. Η μεγάλη μας πρόκληση είναι το τι μπορούμε να φέρουμε σε αυτή την επόμενη γενιά του βιο-κόσμου. Έχω δει μερικές φωτογραφίες από τις νέες κεντρικές εγκαταστάσεις της Swatch στην Biel, και είναι πραγματικά πολύ εντυπωσιακές. Θα λέγατε ότι η ίδια νοοτροπία που ισχύει για τα νέα υλικά σας, ίσχυσε και στην επιλογή των υλικών των εγκαταστάσεων; Αυτό φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των εγκαταστάσεων είναι από ξύλο, το οποίο είναι ζωντανό υλικό. Άρα έπρεπε να έχει κάποια χαρακτηριστικά για να ταιριάξει με αυτή την πελώρια κατασκευή. Το αρχικό πλάνο ήταν να χρησιμοποιήσουμε ξύλο από κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Όταν παρουσιάστηκαν τα σχέδια, η κυρία και ο κύριος Hayek είπαν “όχι, θέλουμε να έχουμε Ελβετικό ξύλο”. Αυτή η ποιότητα ξύλου που χρειαζόταν το σχέδιο βρίσκεται σε υψόμετρο πάνω από 1.100 μ. στα βουνά. Έτσι μπορούμε να λέμε ότι είναι Swiss made. Υπάρχει μεγάλη σκέψη πίσω από αυτό το σχέδιο, δεν είναι μόνο το αρχιτεκτονικό νόημα. Για παράδειγμα, κάθε στοιχείο αυτής της οροφής που είδατε έχει μία λειτουργία, δεν είναι εκεί απλώς για να βρίσκεται. Κάποια από αυτά τα στοιχεία είναι συσσωρευτές ενέργειας, κάποια είναι panels που ρυθμίζουν τις αλλαγές της θερμοκρασίας, κάποια δίνουν ηχομόνωση, και μετά υπάρχει ένα ολόκληρο “κρυμμένο” μέρος – κάπως σαν το bioceramic, που γνωρίζει κανείς την ιστορία αλλά δεν ξέρει όλες τις λεπτομέρειες – ένα μέρος λοιπόν, όπου παίρνουμε ενέργεια από το νερό από κάτω. Σε αυτό το κτίριο παράγουμε περισσότερη ενέργεια από όση χρειαζόμαστε. Οπότε μπορούμε ακόμα και να ανακυκλώσουμε αυτή την ενέργεια. Είναι απόλυτα βιώσιμο. Σαν μάρκα αλλά και σαν άτομα μας αρέσει να λέμε ότι το να είσαι βιώσιμος είναι ένας φιλόδοξος στόχος και πιθανώς κανένας δεν μπορεί να ζει με πλήρως βιώσιμο τρόπο, για πολλούς λόγους. Γι’αυτό και εμείς προτιμούμε να ονομάζουμε τις επιλογές μας “υπεύθυνες”. Να νοιώθουμε υπεύθυνοι ώστε να μη δημιουργούμε κάτι που να είναι “εναντίον” των ανθρώπων, του περιβάλλοντος κλπ. Στις εγκαταστάσεις αυτές στεγάζονται όλα τα τμήματα του Ομίλου; Όχι, τα ρολόγια κατασκευάζονται αλλού. Αλλά σε αυτό το κτίριο έχουμε όλα τα άλλα: την αποθήκη, τους σχεδιαστές, τις ομάδες παραγωγής, ακόμα και το μουσείο απέναντί μας – κατά κάποιο τρόπο το παρόν, το μέλλον και το παρελθόν. Ποια είναι τα στοιχεία της δουλειάς του Ιάπωνα αρχιτέκτονα Shigeru Ban που σας έκαναν να συνεργαστείτε και πάλι μαζί του; Σίγουρα τρία. Το ένα είναι το ασυνήθιστο, το ανατρεπτικό, το αναπάντεχο στοιχείο της δουλειάς του. Γιατί οτιδήποτε δικό του βλέπεις αναρωτιέσαι, πώς στηρίζεται αυτό; Το δεύτερο είναι ότι πολλά από τα αρχιτεκτονήματά του δίνουν διαφάνεια. Αυτό για την Swatch είναι πολύ σημαντικό. Στο πρότζεκτ που μας έκανε στο Τόκιο, δεν είναι – αλλά σου δίνει την αίσθηση ότι είναι – απόλυτα διαφανές. Υπάρχει σίγουρα και ένα τρίτο στοιχείο που είναι η χρήση των υλικών του. Είχα την τύχη να τον ακούσω και να δουλέψω με την ομάδα του, αν και εμείς δουλεύαμε εκεί για τον εσωτερικό σχεδιασμό. Η προσοχή του στα υλικά ακόμα και όταν δεν έκανε απαραίτητα ο ίδιος την επιλογή ήταν να καθορίζει λεπτές γραμμές που θα έπρεπε να ακολουθήσουμε ή όχι. Πιστεύω ότι αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο Ιαπωνικό του background. Τον ενδιαφέρει πολύ η ενέργεια του χώρου και αυτό σημαίνει ακόμα και το χρώματα θα χρησιμοποιήσει. Μάθαμε πολλά από αυτόν. Μου άρεσε πολύ που διάβασα ότι στις εγκαταστάσεις σας υπάρχει η Σκάλα Ανάγνωσης, the Reading Stairs, που δεν οδηγεί πουθενά. Πηγαίνετε κι εσείς εκεί για ανάγνωση και έμπνευση; Χαχα, κοιτάξτε. Η ομορφιά όλου αυτού του κτιρίου είναι ότι είναι πολύ ανοιχτό και το εσωτερικό του διευκολύνει την ανταλλαγή ιδεών, την επικοινωνία, τη συνεργασία. Ενώ λοιπόν έχουμε τους παραδοσιακούς χώρους, δηλαδή ο καθένας έχει το γραφείο του ας πούμε, υπάρχουν και πολλά διαφορετικά σημεία που μπορείς, χωρίς τυπικότητες, χωρίς απαραίτητα να έχεις meeting, να καθίσεις, να ανταλλάξεις ιδέες και όλα αυτά. Νομίζω ότι αυτό είναι μία μεγάλη αλλαγή του τρόπου σκέψης. Το ενδιαφέρον με αυτή τη σκάλα είναι ότι όταν οι άνθρωποι έχουν να συζητήσουν κάτι, ας το πούμε, σημαντικό με την έννοια του να αναπτύξουν μία νέα ιδέα για παράδειγμα, έχουν την τάση να πηγαίνουν εκεί. Πρώτον γιατί δεν κάθονται όλοι στο ίδιο επίπεδο άρα υπάρχει μεγαλύτερη δυναμική να κυκλοφορεί, πολύ περισσότερη από ένα στρόγγυλο τραπέζι. Δεύτερον νοιώθεις πιο ήρεμος. Αλλά και τρίτον, πιστεύω ότι οι άνθρωποι σέβονται το γεγονός ότι βρίσκονται εκεί. Είναι σαν να δίνεται ένα μήνυμα ότι “κάτι” πρόκειται να συμβεί εκεί. Κάτι σαν Thinking Spot. Πρέπει πάντως να πω και για τα δέντρα που, κατά τη γνώμη μου, είναι υπέροχο ότι τα έχουμε μέσα στις εγκαταστάσεις. Μερικές φορές δεν σταματάς εκεί απαραίτητα για έμπνευση αλλά σταματάς σχεδόν για περισυλλογή. Είναι ένα μέρος που μπορεί να σε ηρεμήσει. Και επιπλέον, είναι πραγματικά fun να έχεις τέτοιους ζωντανούς οργανισμούς, όπως τα δέντρα, σε ένα κτίριο. Είμαι σίγουρος ότι συμβάλλουν με κάποιο τρόπο στην ενέργεια του χώρου. Δεν ξέρω πώς, αλλά συμβαίνει. Πώς είναι ο δικός σας προσωπικός χώρος στην Swatch; Είμαι πολύ χαρούμενος γιατί τώρα μοιράζομαι έναν χώρο μαζί με έναν άλλο συνεργάτη με τον οποίο δουλεύουμε μαζί δημιουργικές ιδέες σε προϊόντα, μάρκετινγκ κλπ. Έχουμε την τύχη να είμαστε σε μεγάλο χώρο, να έχουμε μπαλκόνι με τη δυνατότητα να μπορούμε να βγαίνουμε έξω, το οποίο είναι φανταστικό – επίσης για τον λόγο ότι αυτός καπνίζει (γελάει), βλέπουμε τα Βαλκάνια στο βάθος, έχουμε το φως από Βορρά και είναι λίγο σαν να είμαστε “οn spot” για να πω την αλήθεια. Ακόμα και το ότι δεν έχει πόρτα είναι καλό, είναι σαν να προσκαλεί τους ανθρώπους να μπουν κι εκείνοι να νοιώθουν καλά εκεί μέσα. Πίσω μου καθώς κάθομαι έχω έναν μεγάλο τοίχο γεμάτον βιβλία, γιατί μου αρέσει το χαρτί, και γύρω μας έχουμε διάφορα funky αντικείμενα από την ιστορία της Swatch. Το σπουδαίο είναι ότι είμαστε στον τρίτο όροφο όπου υπάρχει μία γέφυρα που μας ενώνει με το μουσείο και αυτό είναι καλό γιατί μερικές φορές πραγματικά νοιώθεις την ανάγκη να πας πίσω, για να σχεδιάσεις το μέλλον. Τελευταία ερώτηση: τι είναι το επόμενο project που θα παρουσιάσετε; Χαχα, δεν μπορώ να σας πω. Αλλά μετά τα Peanuts και το Christmas Special, στις αρχές του χρόνου θα έχουμε μία μεγάλη γιορτή για να τιμήσουμε ένα από τα πιο εμβληματικά κομμάτια της ιστορίας της Swatch. Μετά θα κάνουμε μία έντονη παρουσία ξανά με το bioceramic γιατί θα συνεχίσουμε να εξελίσσουμε αυτή τη γλώσσα, και μετά κάτι πραγματικά τρελό και απροσδόκητο αλλά και ζεστό, κάτι που θα έλεγες “αυτό είναι πραγματικά Swatch”. Στην ουσία όμως όλο το ‘22 θα είναι προετοιμασία για το 2023 που κλείνουμε τα 40 χρόνια μας. Και ποιο είναι το υλικό που γιορτάζουμε την επέτειο των 40 χρόνων; (γέλια) Ελπίζω ένα νέο υλικό! Και το σχετικό link...
  10. bookdepository.com, χωρίς δασμούς και φόρους. Εννοείται για άλμπουμ στα αγγλικά, έτσι;
  11. Ο Φώντας Λάδης που γράφει το άρθρο λογικά είναι ο γνωστός ποιητής που συνεργάστηκε με τον Μάνο Λοΐζο και τον Νταλάρα στο άλμπουμ "Τα τραγούδια μας" (Πάγωσε η τσιμινιέρα, Λιώνουν τα νιάτα μας στη βιοπάλη κλπ)...
  12. Ένα έμμετρο παραμύθι του Ευγένιου Τριβιζά σε εικονογράφηση του Παναγιώτη Ράππα διανέμεται εδώ και λίγες μέρες δωρεάν σε Νηπιαγωγεία και Δημοτικά. Με πρόθεση να προστατέψουν τους ηλικιωμένους από την πανδημία, οι εμπνευστές του μάλλον καταφέρνουν να πανικοβάλλουν τα παιδιά. Η αλλοπρόσαλλη και αυταρχική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας στο θέμα της πανδημίας, η αναζήτηση «ενόχων» ώστε να αποπροσανατολίζεται ο πληθυσμός και η μετακύλιση των ευθυνών σε όποιον πάρει η μπάλα, έχει αυτή τη φορά θύματα τα παιδάκια του Νηπιαγωγείου και του Δημοτικού που παίρνουν μαζικά από τους δασκάλους τους τις τελευταίες μέρες την έκδοση «Όχι! Δεν θα μας μπείτε στη Μύτη!». Συγγραφέας της είναι ο Ευγένιος Τριβιζάς και εικονογράφος ο έμπειρος animator, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός Παναγιώτης Ράππας, ενώ το βιβλίο έχει εκδοθεί από το Εθνικό Τυπογραφείο και στο εξώφυλλο φαρδιά-πλατιά φιγουράρουν τα λογότυπα του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και του υπουργείου Υγείας. Στην ταυτότητα του βιβλίου αναφέρεται ότι κυκλοφόρησε πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2021 σε 1 εκατομμύριο αντίτυπα και την επιμέλεια της έκδοσης έχει η Μαρία Κουτσιούμπα. Προσπερνάω πολλά ερωτήματα που προκύπτουν σχετικά με το ποιος είχε την πρωτοβουλία (οι δημιουργοί ή το υπουργείο;), ποιος φορέας αποφάσισε την έκδοση (στο βιβλίο δημοσιεύεται ένα σύντομο σημείωμα της Μονάδας Εκπαιδευτικής Καινοτομίας του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής), ποια επιτροπή έκρινε το περιεχόμενο (έγινε κάποιος διαγωνισμός; ήταν απευθείας ανάθεση;), πόσο κόστισαν 1 εκατομμύριο αντίτυπα, ποιες παιδαγωγικές αξίες υπηρετούνται, ποιοι ψυχολόγοι το ενέκριναν. Καλή τη πίστει και για την οικονομία του λόγου, δεν έχουμε κανένα λόγο να αμφισβητήσουμε ότι είναι αληθής η επισήμανση περί αφιλοκερδούς συνεισφοράς των συντελεστών. Βέβαια, η έμμεση διαφήμιση του Τριβιζά σε 1 εκατομμύριο αντίτυπα δεν είναι και λίγο πράγμα, ιδιαίτερα όταν στις πρώτες σελίδες δημοσιεύονται τα επαινετικά σχόλια που έχουν εκφράσει για τον συγγραφέα η Κική Δημουλά, ο Γιώργος Μπαμπινιώτης, η Νίκη Γουλανδρή, η Φωτεινή Τσαλίκογλου, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος και άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων και του βιβλίου ή όταν στη σελίδα 39 ένα κοριτσάκι διαβάζει τη «Φρουτοπία», τη γνωστή σειρά του Ευγένιου Τριβιζά και του Νίκου Μαρουλάκη. Αλλά ας είναι. Το μεγάλο πρόβλημα είναι το σενάριο και η ευκολία με την οποία ο συγγραφέας, με τις ευλογίες του λοιμωξιολόγου, επικεφαλής της επιτροπής αντιμετώπισης της πανδημίας και frontman της κυβέρνησης στις δύσκολες ώρες Σωτήρη Τσιόδρα, προσπαθεί να συμβουλεύσει τα παιδάκια εμμέσως καθιστώντας τα υπεύθυνα για την υγεία των παππούδων και των γιαγιάδων τους! Σημειώστε λεξιλόγιο που συνδέεται με τους «μυρμηγκοφάγους» (Τι έμπνευση κι αυτή… Εκτός κι αν ο συγγραφέας επιμένει στη θεωρία περί παγκολίνου και προσπαθεί να μας την υπενθυμίσει για να τη μάθουν και τα παιδιά), οι οποίοι με βάση την ιστορία εξαπολύουν τους «φονικούς ιούς» στη Γη: ύπουλοι (σ. 11), απαίσιοι, παμφάγοι, φοβεροί, ξεπαστρέψουμε (σ. 12), κατακτητή, εξολοθρευτή (σ. 16), φαρμακερές, φονικές, φριχτό (σ. 18), εκτελέσετε, φρικαλέοι (σ. 20), ξεπαστρέψετε (σ. 32), εξοντώνει (σ. 40) και πάει λέγοντας. Οι ίδιοι οι ιοί, που κάποιοι θυμίζουν τα μονόφθαλμα Μίνιονς ή τον συμπαθέστατο Μάικ Βαζόφσκι από το «Μπαμπούλας Α.Ε.» της Pixar, έχουν για αρχηγό τους τον Κόβιντ-19 τον Μικροπρεπή, με παρουσιαστικό που είναι αρκετό να κόψει τον ύπνο σε παιδιά Νηπιαγωγείου. Αλλά κι αυτό πες, είναι θέμα αισθητικής και άλλωστε τα παιδιά εκτίθενται από μικρή ηλικία σε τρομακτικές εικόνες και περιγραφές. Σύμφωνα με τον Σ. Τσιόδρα επιπλέον, ο οποίος προλογίζει την έκδοση και φωτογραφίζεται μασκοφόρος δίπλα στον Ε. Τριβιζά, όλα τα παιδιά είναι γενναία (από πότε θεωρείται παιδαγωγικά πρέπον να εξαίρεται η γενναιότητα; Είναι υποχρεωμένα τα παιδιά να είναι γενναία; Και πώς ορίζεται η γενναιότητα;): «Ελπίζω ως γενναίο παιδί που είσαι, να μη φοβήθηκες καθόλου τότε. Ούτε σήμερα πρέπει να φοβάσαι!» λέει ο λοιμωξιολόγος. Και για να νικήσουν τα παιδιά τον φόβο προτείνει κάτι ρηξικέλευθο, πρωτοποριακό και προπάντων ανέξοδο για την κυβέρνηση. Ούτε τον εξορθολογισμό του φόβου και την προσπάθεια να καθησυχαστούν τα παιδιά ότι τα ίδια διατρέχουν σχεδόν μηδενικό κίνδυνο να πεθάνουν ή να νοσήσουν βαριά, ούτε τη βελτίωση της δημόσιας υγείας, ούτε την πρωτοβάθμια φροντίδα, ούτε τα φάρμακα, ούτε τις ΜΕΘ, ούτε τίποτα. «Να είσαι σίγουρος ότι όλοι μαζί με την ΑΓΑΠΗ μας θα νικήσουμε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο και από τον ιό: τον ΦΟΒΟ του!» διαβεβαιώνει τους μαθητές. Ενώ την ίδια στιγμή το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου υπηρετεί τον ακριβώς αντίθετο σκοπό! Κατ’ αρχάς οι σατανικοί εξωγήινοι θέλουν να «ξεπαστρέψουν» και να «κυριεύσουν» τη Γη, όταν ο συγκεκριμένος τουλάχιστον ιός, παρά την αναμφισβήτητη σοβαρότητά του δεν δείχνει να φέρνει την «Αποκάλυψη» και το «Τέλος του Κόσμου». Αλλά στα μάτια και τα μυαλά των παιδιών είναι βολικό να παρουσιάζεται ως πυρηνικό ολοκαύτωμα… Επιπλέον το λεξιλόγιο είναι τόσο άτσαλα επιλεγμένο ώστε κάποια παιδιά σίγουρα θα νιώσουν άβολα και αμήχανα: «Βήχα θα τους προκαλέσουνε και σαράντα πυρετό! Γιατί όχι εξήντα ή εκατό; Θα τους επιτεθούνε με μανία ώσπου να πάθουν όλοι πνευμονία!» και λίγο παρακάτω: «Τι περιμένετε: Ύπουλα πηγαίνετε τους Γήινους να εκτελέσετε, ρίγη να τους προκαλέσετε, πυρετό, δύσπνοια κι άλλα συμπτώματα!». Και για κερασάκι έρχεται το «πλυντήριο» της τηλεκπαίδευσης: «Πού και πού στον υπολογιστή μια δασκάλα γελαστή τούς δίνει μαθήματα για ουσιαστικά και ρήματα, προσθέσεις, αφαιρέσεις, πολλαπλασιασμούς και διαιρέσεις, σχήματα γεωμετρικά και γεγονότα ιστορικά πέρα για πέρα συναρπαστικά», όταν όλοι όσοι είναι γονείς και μαθητές ξέρουν ποια ήταν η πικρή αλήθεια («κυρία, δεν σας βλέπω», «Γιωργάκη, μην ανεβάζεις φωτογραφίες με γυμνούς», «κύριε, κόλλησε η σύνδεση ή πάθατε έμφραγμα;». Μετά ξανά η αδικαιολόγητη πρόκληση φόβου: «Του κραταιού Κόβιντ ο στρατός ανυπόμονα καραδοκεί, στη μύτη τους να μπει, να τους κλέψει την αναπνοή, τον λαιμό με μανία να τους σφίξει», και τέλος η επιβράβευση των παιδιών που δεν βγαίνουν ούτε λεπτό από το σπίτι: «Έξω στιγμή δεν σκάνε μύτη, μένουν ολημερίς στο σπίτι» και «Δεν πέφτουν όμως στην παγίδα τα παιδιά! Δεν την παθαίνουνε! Σπίτι συνεχίζουνε να μένουνε! Ούτε μισό λεπτό έξω δεν βγαίνουνε!» γιατί ο αρχηγός των μυρμηγκοφάγων δίνει σαφείς οδηγίες στους ιούς για το πώς θα εξολοθρευτούν οι ηλικιωμένοι με δούρειους ίππους τα παιδάκια: «Φοράνε συνήθως γυαλιά κι έχουν άσπρα ή γκρίζα μαλλιά. Είναι περασμένοι στα χρόνια και τους αρέσει να αγκαλιάζουν εγγόνια! Την αδυναμία τους αυτή θα εκμεταλλευτείτε! Στων εγγονιών τις μύτες ύπουλα θα μπείτε κι από κει στις δικές τους θα μεταδοθείτε!». Και για να πετύχει τον σκοπό του ο ραδιούργος και μεγαλομανής Μακρυμούρ ο Τρομερός, τοποθετεί ντουντούκες στη Γη που καλούν τα παιδιά να σκοτώσουν τους ηλικιωμένους: «…το βράδυ, σπίτι σας μόλις επιστρέψετε, (σ.σ.: υποσυνείδητο μήνυμα για να μην ξεμυτίσει κανείς καθώς «έξω»=θάνατος) πάρτε αγκαλιά τον παππού και τη γιαγιά, όσο μπορείτε πιο σφιχτά, χίλια δώστε τους φιλιά». Κι έτσι, μια φιλόδοξη έκδοση καλών προθέσεων, ένα παραμύθι θηριώδους τιράζ που μπήκε σε ένα εκατομμύριο σπίτια, ίσως γεμίζει με ενοχές τα παιδιά κι αντί να τους δίνει ελπίδα, τα παροτρύνει να αποφεύγουν παππούδες και γιαγιάδες, τα επιβραβεύει αν επιλέγουν να μη βγουν έξω, τα ενημερώνει ότι παντού καραδοκεί ο τρισκατάρατος ιός. Τα παιδιά πρέπει να πάνε σχολείο, να δουν τους φίλους τους, να παίξουν, να περπατήσουν, να τρέξουν και όχι να αισθάνονται απαίσια ως δυνητικοί (μετα)φορείς του ιού στους ηλικιωμένους ή ως «υγειονομική βόμβα» όπως συχνά τα αποκαλούν με χυδαιότητα οι τρομολάγνοι των καναλιών. Για τη νοσηρή κατάσταση που ζούμε δεν ευθύνονται τα παιδιά! Οι δημιουργοί τού «Όχι! Δεν θα μας μπείτε στη Μύτη!» μπορούσαν να δώσουν συμβουλές με μεγαλύτερη ψυχραιμία, χωρίς υπερβολές, με λιγότερο τρομακτικές περιγραφές και εικόνες, χωρίς την ασθένεια να παραμονεύει σε κάθε σελίδα, με περισσότερη διάθεση συμπαράστασης προς τα παιδιά. Δεν το επέλεξαν. Και ζήσαν αυτοί (οι εμπνευστές του) καλά κι εκείνοι (που το εξέδωσαν) καλύτερα. Σε διαμαρτυρία ενάντια στα μέτρα της κυβέρνησης για τον Covid που πραγματοποιήθηκε στη Χαλκίδα στις 12 Δεκεμβρίου, κάποιοι από τους συγκεντρωμένους έκαψαν αντίτυπα του βιβλίου του Ευγένιου Τριβιζά. Τέτοιες ενέργειες παραπέμπουν σε σκοτεινές εποχές και σε ναζιστικές πρακτικές και απαιτούν καθολική και χωρίς αστερίσκους καταδίκη. Κάθε βιβλίο είναι ένας ζωντανός οργανισμός και του αξίζει σεβασμός. Κάθε βιβλίο, όπως και κάθε άποψη, εγείρει επιχειρήματα και διάλογο και με επιχειρήματα και διάλογο μπορεί να αντιμετωπιστεί. Το κάψιμο βιβλίων («Είναι κι αυτό μια πρόοδος. Στον Μεσαίωνα θα έκαιγαν εμένα. Τώρα καίνε τα βιβλία μου» είχε σχολιάσει σαρκαστικά ο Φρόιντ για τις πράξεις των ναζί το 1933) είναι ντροπή. Και το σχετικό link...
  13. Συμμετέχουν 13 γυναίκες δημιουργοί με ιστορίες χαρακτήρων που σκοπό έχουν το ωραίο και συναινετικό σεξ χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς αγκυλώσεις, χωρίς ντροπές. «Όλοι ξέρουμε κάποιον που ξέρει κάποιον που ξέρει κάποιον που έχει περάσει από το ίδιο κρεβάτι μ’ εμάς. Συνήθως τον ξέρουμε κι εμείς. Μπορεί να είναι ο γείτονάς μας, ο πλησιέστερος περιπτεράς, ή και η αδερφική μας φίλη. Σ’ αυτή την ανθολογία όλοι γνωρίζουν όλους και φουρνάρηδες, ερασμίτες, πορνοστάρ και καλλιτέχνες περνούν από σουβλατζίδικα, γυμναστήρια, γκαλερί, ακόμα και ένα ημιυπόγειο και εντελώς παράνομο μαντείο. Δε βρίσκουν τον έρωτα, αλλά σίγουρα περνάνε πολύ καλά ανακαλύπτοντας ότι η Αθήνα είναι όντως ένα μεγάλο κρεβάτι» γράφει ο επίλογος του «Τσοντοκόμικ 2», που κυκλοφόρησε πρόσφατα ως αυτόνομη συνέχεια της ομώνυμης ερωτικής ανθολογίας απενοχοποιημένου σεξ της οποίας ο πρώτος τόμος είχε κυκλοφορήσει πριν από δύο χρόνια. Συμμετέχουν 13 γυναίκες δημιουργοί (Κορίνα Μέι Βεριοπούλου, Στέλλα Στεργίου, Ρομπέρτα Γιαϊτζόγλου-Watkinson, Κατερίνα Μ., Poisoner, Σιλένα Νικολοπούλου, Σμαρ, Γεωργία Ζάχαρη, Σιαδώρα, Έλενα Γώγου, Ultramarie, Βαμπιροπούλα), που συνθέτουν ολιγοσέλιδες ιστορίες στις οποίες οι χαρακτήρες από κάθε μία μπλέκονται στις άλλες με σκοπό το ωραίο και συναινετικό σεξ χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς αγκυλώσεις, χωρίς ντροπές. Η ανθολογία, που απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικο κοινό, χρηματοδοτήθηκε μέσω kickstarter και στην καμπάνια ανταποκρίθηκαν 693 αναγνώστες που έκαναν εφικτή την έκδοση ως, όπως τονίζεται στον πρόλογο, «μια σεξουαλική σκυταλοδρομία, μια ερωτική μακριά γαϊδούρα, μια αστική αλυσιδωτή αντίδραση». Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.