Jump to content

ramirez

Members
  • Posts

    4,150
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    11

ramirez last won the day on April 4 2020

ramirez had the most liked content!

4 Followers

About ramirez

  • Birthday November 28

Contact Methods

  • Website URL
    http://

Profile Information

  • Gender
    Male
  • Country
    Greece

Recent Profile Visitors

5,893 profile views

ramirez's Achievements

Comics Fan

Comics Fan (6/9)

30.7k

Reputation

  1. "Όποιος ξέρει, ξέρει" είπε ο Μίλτος Τεντόγλου κάνοντας το Gear Second του Luffy από το One Piece και όλοι οι weebs εκεί έξω νιώσαμε τις τρίχες μας να σηκώνονται και την περηφάνια του nerdουλα που κρύβουμε μέσα μας να χτυπάει κόκκινο. Για όσους δεν γνωρίζουν, το One Piece είναι Ιαπωνική σειρά manga και anime (Ιαπωνικά comics και κινούμενα σχέδια αντίστοιχα) με την υπογραφή του 46χρονου Eiichiro Oda, που έχει πουλήσει περισσότερα από 490 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, μα και το manga με τις υψηλότερες πωλήσεις, όσο και η κωμική σειρά με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών. Η δημοτικότητα της σειράς είχε ως αποτέλεσμα ο Oda να καθιερωθεί ως ένας από τους καλλιτέχνες που άλλαξε την ιστορία των manga – και έχει φέρει έσοδα άνω των 21 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αν συμπεριλάβουμε και το merchandise. Ουσιαστικά πρόκειται για μια σειρά με πειρατές που σκοπός τους είναι ένας και μοναδικός... ν' ανακαλύψουν το One Piece και να γίνουν οι κυρίαρχοι της θάλασσας. Για όσους ανήκουν στη γενιά Χ, να σας θυμίσω πως η σειρά ξεκίνησε να προβάλλεται μεταγλωττισμένη στα ελληνικά από το Alter – R.I.P. – στις 14 Απριλίου του 2002 με τον τίτλο “Ντρέικ, το Κυνήγι του Θησαυρού” - ΝΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΑΙΣΧΟΣ !!!. Ωστόσο η προβολή της διακόπηκε μετά από 106 επεισόδια, καθώς το Ε.Σ.Ρ. αποφάσισε πως η σειρά περιείχε "βίαιο περιεχόμενο, ακατάλληλο για παιδική εκπομπή" – ενώ δεν είχε κανένα πρόβλημα τα ανήλικα να παρακολουθούν το “Η στιγμή της αλήθειας”. Βέβαια, αυτό που δεν αναφέρεται συχνά είναι πως το Alter ΠΟΤΕ δεν αγόρασε τα δικαιώματα της σειράς, παρά ξεκίνησε να την μεταγλωττίζει και να την προβάλλει ψιλοπαράνομα – γιατί στην Ελλάδα είμαστε, δεν το λες και κακούργημα –, εξ ου και άλλαξε τα φώτα του τίτλου με την ελπίδα πως οι Ιάπωνες δεν θα πάρουν πρέφα τι σκάρωσαν. Τέρατα ευφυίας, δεν το συζητώ... Περνώντας τώρα στον Luffy, τον πρωταγωνιστή της σειράς και ιδρυτή των Straw Hat Pirates, αρκεί να σας πω πως έχει μετατραπεί σε έναν άνθρωπο με λαστιχένιο σώμα, ιδιότητα που απέκτησε αφού κατανάλωσε ένα από τα εξαιρετικά σπάνια «φρούτα του διαβόλου», τα οποία δίνουν σε όσους έχουν φάει ένα από αυτά μοναδικές ικανότητες. Ωστόσο υπάρχει ένα μεγάλο μείον σε όλο αυτό, καθώς μετά από εκείνη τη στιγμή ο Luffy δεν μπορεί να κολυμπήσει. Να είσαι πειρατής, να βρίσκεσαι όλη μέρα στο νερό και να μην μπορείς να κολυμπήσεις, το λες και μαλακία. Όπως όλοι σε αυτό το σύμπαν, έτσι και ο Luffy θέλει ν' ανακαλύψει το One Piece και να γίνει ο Κυρίαρχος της Θάλασσας, και στο “ταξίδι” του για να πετύχει τον στόχο του – αισιόδοξο τον κόβω – έχει το πλήρωμά του, που δεν θ' αποδειχθούν απλά φίλοι του αλλά η οικογένειά του, και που θα σταθούν στο πλευρό του σε όλες τις δυσκολίες που θ' αντιμετωπίσει – και πιστέψτε με... είναι πάααρα πολλές. Και σας ακούω να ρωτάτε: Τι είναι αυτό το Gear Second; Το Gear Second – Gear Two στην original Ιαπωνική version – είναι μια τεχνική που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο σύμπαν του “One piece” κατά τη διάρκεια του αγώνα του Luffy εναντίον του Blueno, στο chapter 388 του manga, που φέρει και το ομώνυμο της τεχνικής τίτλο και κυκλοφόρησε στις 07 Νοεμβρίου του 2005 – ήμουν νια και γέρασα – και συμπεριλήφθηκε στον 40ο τόμο της σειράς, ενώ στο anime εμφανίστηκε στο επεισόδιο 273 που προβλήθηκε για πρώτη φορά στις 30 Ιουλίου του 2006 με τίτλο "All for the Sake of Protecting My Friends! Gear Second in Motion". Αυτή η τεχνική επί της ουσίας ενισχύει τη δύναμη, την ταχύτητα και την κινητικότητα του χρήστη. Για να το αναλύσουμε λίγο περισσότερο – αλλά όχι τόσο που να κινδυνεύετε να πάθετε ανεύρυσμα –, ο Luffy καταφέρνει να επιταχύνει τη ροή του αίματος σε όλα ή σε επιλεγμένα μέρη του σώματός του μέσα από τα αιμοφόρα αγγεία του, και έτσι τους παρέχει περισσότερο οξυγόνο και θρεπτικά συστατικά. Αυτό τον κάνει πολύ πιο γρήγορο και πολύ πιο δυνατό, με την ικανότητα μάχης του να αυξάνεται σε μεγάλο βαθμό. Κι επειδή στην περίπτωση του Luffy τα όργανα και τα αιμοφόρα αγγεία του είναι ελαστικά, αυτό τους επιτρέπει να διαστέλλονται και να συστέλλονται σε μεγαλύτερους ρυθμούς χωρίς τον κίνδυνο να σχιστούν και να γίνουν κομμάτια. Κάπως έτσι, η φυσιολογία του Luffy βελτιώνεται και αποκτά τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί ένα νέο και ισχυρότερο σύνολο τεχνικών που, αν και στην πραγματικότητα δεν διαφέρουν με τις παλιές του, είναι τόσο γρήγορες που δύσκολα μπορεί κάποιος να τις αντιμετωπίσει. Η τεχνική αυτή περιλαμβάνει πάμπολλες κινήσεις, καμιά 10αριά πριν το timeskip του manga κι άλλες τόσες μετά, ενώ υπάρχουν και αυτές που βλέπουμε μόνο στο anime – αλλά δεν θα σας ζαλίσω το κεφάλι με υπερβολικές λεπτομέρειες γιατί πιθανότατα θα νομίζετε πως δεν είμαι στα καλά μου. Βέβαια όσο cool κι αν ακούγεται αυτή η τεχνική, επειδή αναγκάζει τον χρήστη της να χρησιμοποιεί ακόμη περισσότερο οξυγόνο και ενέργεια αυξάνει παράλληλα και τον μεταβολισμό του, κάτι που τον κάνει να πεινάει περισσότερο από το συνηθισμένο – αν και αυτό είναι ίσως μια ακόμα δικαιολογία του Luffy για να τρώει τον άμπακο και να μην παχαίνει – ή να παραλύει έπειτα από παρατεταμένη χρήση της. Φανταστείτε το σαν ένα είδος ντόπινγκ, αλλά χωρίς να κινδυνεύει ν' αυξηθεί παράλληλα και η τριχοφυΐα σου ή να σε “τσιμπήσουν” σε σχετικούς ελέγχους Ομοσπονδιακές Επιτροπές. Anyway... Ο Luffy ανέπτυξε αυτή την ικανότητα αφού συνάντησε τη μυστική οργάνωση CP9 και τους παρακολούθησε να χρησιμοποιούν το Soru, μία από τις 6 τεχνικές του Rokushiki – ένα υπεράνθρωπο στυλ πολεμικών τεχνών –, η οποία επιτρέπει χρήση υπεράνθρωπης ταχύτητας. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε πως όταν ο Rob Lucci, πρώην μέλος της CP9, είδε τον Luffy να χρησιμοποιεί το Gear Second και άρχισε να καταλαβαίνει πώς λειτουργεί, υπέθεσε ότι η χρήση αυτής της τεχνικής πιθανότατα θα μείωνε τη διάρκεια ζωής του. Βέβαια μέχρι στιγμής κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να συμβαίνει, όχι ξεκάθαρα τουλάχιστον, κι έχουν περάσει 16 χρόνια από την πρώτη φορά. Αλλά επειδή ο Oda έχει δηλώσει πως η ιστορία του βρίσκεται περίπου στο 70% και πως θα χρειαστεί τουλάχιστον 7 χρόνια ακόμα για να την ολοκληρώσει – ναι, καλά... γελάω! –, και πως το πρώτο της chapter κυκλοφόρησε το 1997, έχουμε μέλλον μπροστά μας για να διαπιστώσουμε αν αυτή η θεωρία μπορεί να σταθεί in real time. Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον Τεντόγλου; Ο Μίλτος Τεντόγλου, όπως και πολλοί άλλοι, είναι ένας γνήσιος weeb, ένα άτομο δηλαδή που ενδιαφέρεται για τα anime και την ιαπωνική κουλτούρα, που προσωπικά με γαλούχησαν και με επηρέασαν σε πολλές σημαντικές στιγμές της ζωής μου, με καθόρισαν και συνέβαλλαν σε αυτό που είμαι σήμερα – εντάξει, μπορεί να μην είμαι η καλύτερη εκδοχή του ανθρώπινου είδους, αλλά τι να κάνουμε... Γιατί σε αντίθεση με το τι πιστεύουν ορισμένοι εκεί έξω, τα manga και τα anime δεν είναι για παιδιά αλλά για όλους. Μας συστήνουν νέους κόσμους, μας καλούν να γνωρίσουμε νέους ανθρώπους, ν' αποκτήσουμε νέες προοπτικές και οπτικές, μα πάνω απ' όλα να κατανοήσουμε καλύτερα τον εαυτό μας, τα θέλω μας και να διδαχτούμε απ' τα μαθήματα ζωής που μας προσφέρουν, με σημαντικότερο όλων... να είμαστε ο εαυτός μας και να πιστεύουμε στο αδύνατο, γιατί μόνο τότε αυτό μπορεί να γίνει δυνατό. Και όχι, δεν υπερβάλλω καθόλου, κι αρκεί να κάνει κανείς το πρώτο βήμα σε αυτό τον φανταστικό κόσμο για να μην θέλει να βγει από αυτόν – ρωτήστε τον άντρα μου, που ξεκίνησε να βλέπει anime στα 40 του και τώρα δεν ξεκολλάει. Ο Luffy, στην πορεία της περιπέτειάς του για ν' ανακαλύψει το One Piece, έρχεται αντιμέτωπος με πάρα πολλούς κακούς, ο ένας χειρότερος από τον άλλον και κυρίως, πιο δυνατός κι επικίνδυνος από τον προηγούμενο. Και κάθε φορά, ο Luffy είναι πιο αδύναμος από αυτούς – για την ακρίβεια, τρώει το ξύλο της χρονιάς του και καταλήγει μισοπεθαμένος –, αλλά πάντα καταφέρνει να βρει μέσα του τη δύναμη που χρειάζεται προκειμένου να κάνει την υπέρβαση και να νικήσει, έστω και στο τελευταίο δευτερόλεπτο της μάχης – και συνήθως η δύναμη αυτή αντικατοπτρίζεται στα πρόσωπα των φίλων του, της οικογένειάς του, εκείνων που αγαπάει και τον αγαπάνε και που στηρίζουν ο ένας τον άλλον δίχως όρους και όρια. Ο Luffy και ο Μίλτος μοιάζουν αρκετά, θα τολμούσα να πω. Είναι νέοι, γεμάτοι ενέργεια, αστείοι, με χιούμορ, κάπως χαμένοι στον κόσμο τους, προσηλωμένοι όμως στον στόχο τους, μέσα στην παιδική τους αφέλεια, πιστοί στο όνειρό τους χωρίς να θυσιάζουν τον εαυτό τους για να το πετύχουν, περιτριγυρισμένοι από ανθρώπους που τους θυμίζουν πως αξίζει να προσπαθείς ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα, γιατί δεν έχεις ηττηθεί παρά μονάχα όταν σταματήσεις να παλεύεις. Σε μια εποχή όπου οι Έλληνες αθλητές έχουν μηδενική στήριξη από την Πολιτεία και που τους θυμούνται μονάχα όταν φέρνουν διακρίσεις στη χώρα μας, για να τους σφίξουν το χέρι και να φωτογραφηθούν μαζί τους με τεράστια χαμόγελα υποκρισίας, ο Μίλτος Τεντόγλου, με μοναδικό του στήριγμα τους δικούς του ανθρώπους και τον προπονητή του Γιώργο Πομάσκι, πέτυχε αυτό που κανείς δεν περίμενε, αλλά ούτε και πίστευε. Ν' ανέβει στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου! Χρυσό μετάλλιο λοιπόν στο άλμα εις μήκος, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο, με άλμα στα 8.41 μέτρα για τον Μίλτο Τεντόγλου στην εκπνοή του αγώνα, με το νεαρό αγόρι από τα Γρεβενά που από το παρκούρ στους δρόμους της γειτονιάς του βρέθηκε σε ένα στάδιο να προπονείται για να γίνει άλτης, κι από εκεί στην κορυφή του κόσμου εκτελώντας το δικό του Gear Second, αποδεικνύοντας πως όλα είναι δυνατά και πως ναι, μπορεί κανείς να γυρίσει το παιχνίδι, ακόμα κι αν όλα μοιάζουν να έχουν χαθεί, και να “πετάξει”. Της Γιώτας Παπαδημακοπούλου ~ Μαμά, συγγραφέας, αρθρογράφος, manga reader και anime fan, χαμένη στον κόσμο μου και παλεύοντας να κάνω την κάθε μέρα μου ν' αξίζει, γιατί στο τέλος τίποτα άλλο δεν έχει μεγαλύτερη σημασία. Και το σχετικό link...
  2. Τι σημαίνει να είσαι μπαμπάς στη σύγχρονη εποχή; Πόσο αλλάζει η ζωή σου με τον ερχομό ενός μωρού; Σε ποια στερεότυπα πρέπει να μην υποκύψεις; Και πώς σε βλέπουν οι άλλοι στον νέο σου ρόλο; Ο Νικόλας Στεφαδούρος στις «Μπαμπαδοϊστορίες» δίνει τις δικές του χιουμοριστικές απαντήσεις. Οι περιπέτειες των μπαμπάδων κατά την ανατροφή των παιδιών τους δεν αποτελούν συνηθισμένη θεματική στα κόμικς. Κατά το παρελθόν άλλωστε, τα στερεότυπα και τα κοινωνικά-οικογενειακά ήθη ήθελαν τον μπαμπά να βρίσκεται διαρκώς έξω από το σπίτι για δουλειές, ενώ όταν γύριζε κατάκοπος έπρεπε να ξεκουραστεί. Τα λίγα κόμικς που έχουν υπάρξει με πρωταγωνιστές μπαμπάδες κατά την άσκηση του πατρικού τους ρόλου ήταν όμως απολαυστικά. Στο «Gasoline Alley»του Frank King, ήδη από τη δεκαετία του 1920, ένας υπέροχος «πατέρας» μεγάλωσε ιδανικά τον θετό του γιο διδάσκοντάς τον τα πάντα για τη φύση, την τέχνη, την καλοσύνη, ενώ στο πιο πρόσφατο «Lunarbaboon», μια εμβληματική σειρά της εποχής μας από τον Christopher Grady, ένας άλλος φανταστικός μπαμπάς μαθαίνει τον δικό του γιο να επιβιώνει με σεβασμό στη διαφορετικότητα, να υποστηρίζει τους πρόσφυγες και τους φτωχούς, να αντιστέκεται στη βία και το μπούλινγκ. Κι ένας Έλληνας μπαμπάς, ο Νικόλας Στεφαδούρος, φιλοτεχνεί τις δικές του ιστορίες και μεταφέρει τις γονεϊκές του εμπειρίες από την πρώτη μέρα της γέννησης της κόρης του, πάντα με χιούμορ, αγάπη προς τα παιδιά, κατανόηση και καταπληκτικά σχέδια για μια πανέμορφη αλλά και δύσκολη περίοδο της ζωής μπαμπά και παιδιού. Οι «Μπαμπαδοϊστορίες» (εκδόσεις Μικρός Ήρως, 68 σελίδες, πρώτη δημοσίευση στο all4mama.gr) είναι στο σύνολό τους αυτοτελή στριπάκια των λίγων καρέ, συνήθως δυο ή τριών, μέσω των οποίων ο Στεφαδούρος προλαβαίνει και καταφέρνει με απόλυτη επιτυχία να αφηγηθεί και να αποδώσει κάθε φορά ένα ξεχωριστό περιστατικό της βρεφικής ή πρώιμης παιδικής ηλικίας. Και το κάνει κάθε φορά με ένα πανέξυπνο χιούμορ και εκφράζοντας έναν μεγάλο πλούτο συναισθημάτων πάντα με επίκεντρο το παιδί και τις ανάγκες του. Χωρίς να μετανιώνει ούτε λεπτό, ούτε στιγμή για τα νέα του καθήκοντα (ή τα καθήκοντα του πρωταγωνιστή του με τον οποίο πιθανώς μοιράζονται πολλές κοινές εμπειρίες…). Όπως γράφει και ο ίδιος στον επίλογό του: «Και ξαφνικά γίνεσαι “μπαμπάς” και όλα αλλάζουν. Τέλος το σινεμά, τέλος η μπάλα, τέλος τα καφεδάκια έξω και η φράση “ελεύθερος χρόνος” πλέον φαντάζει εξωτικό νησί που δεν θα δεις ποτέ! Τώρα είσαι master στο άλλαγμα της πάνας, ειδήμων στη σωστή θερμοκρασία του μπιμπερό και ικανός να κοιμίσεις μωρό, γράφοντας παράλληλα αυτό το κείμενο με ένα δάκτυλο. Το μικρό δάκτυλο. Γιατί όλα αυτά; Γιατί απλά γουστάρεις να είσαι “μπαμπάς”!» Για όλα αυτά ένας μπαμπάς όπως και αυτός του Στεφαδούρου δεν περιμένει ανταλλάγματα. Νιώθει όμως την ευτυχία να τον πλημμυρίζει όταν η μικρή του κόρη του προσφέρει ψεύτικο τσάι για να τον ανακουφίσει από το κρυολόγημα, όταν επιμένει ότι ο μπαμπάς της είναι «όμο’ φος», όταν μοιράζονται την τελευταία σοκοφρέτα, όταν χορεύουν μαζί στα πάρτι, όταν απλώς θέλει να του πει μια καληνύχτα. Και αυτό είναι αρκετό. Και το σχετικό link...
  3. Απόσπασμα από άρθρο της Μαρίας Κουβέλη στην ιστοσελίδα sport24.gr στις 2/08/2021. Ο Μίλτος Τεντόγλου μιμήθηκε τον παιδικό του ήρωα Luffy από το anime One Piece και τελικά έκανε το μεγάλο άλμα Ο Τεντόγλου ωστόσο, κατάφερε να τραβήξει τα βλέμματα προτού ανέβει στο υψηλότερο σκαλί του βάθρου. Ο Έλληνας χρυσός Ολυμπιονίκης βγήκε στο στάδιο κατά την παρουσίασή του φορώντας γυαλιά. Στη συνέχεια, και καθώς ανακοινώθηκε το όνομά του έσκυψε σε στάση σούμο και άγγιξε με τη γροθιά του το έδαφος. Δεν πρόκειται όμως, για μία απλή στάση που συνηθίζουν οι αθλητές σούμο στην Ιαπωνία., όπως πολλοί νόμιζαν και αναπαρήγαγαν. Πρόκειται για κάτι που κινείται στη σφαίρα του "υπερφυσικού" και στον κόσμο των anime (κινούμενα σχέδια). "Όποιος ξέρει, ξέρει. Είναι από το One Piece το Gear Second του Luffy. Power one, power two του Luffy. Ωραίο αυτό, θα γράψει", τόνισε χαρακτηριστικά ο 23χρονος. Ο Τεντόγλου είναι λάτρης των κινουμένων σχεδίων και ταυτίστηκε με τον Luffy, τον κεντρικό ήρωα του ιαπωνικού κόμικ, που παλιότερα το βλέπαμε και στην ελληνική τηλεόραση. Ο κεντρικός χαρακτήρας έχει αποκτήσει τις ιδιότητες του λάστιχου, αφότου έφαγε ένα φρούτο του Διαβόλου και με το πειρατικό του πλήρωμα εξερευνεί τη "Grand Line", αναζητώντας τον μεγαλύτερο θησαυρό στον κόσμο. Ο Luffy πιέζει τα πόδια του, χρησιμοποιώντας τα ως αντλίες για να αυξήσει την κυκλοφορία του αίματος στο σώμα του, αυξάνοντας έτσι κατά πολλές φορές την ταχύτητά του και την ισχύ των επιθέσεών του. Σίγουρα βέβαια ο 23χρονος Ολυμπιονίκης δεν χρειάστηκε να φάει κάποιο "φρούτο του Διαβόλου", αλλά τα ξημερώματα της Δευτέρας (2/8) κατέκτησε τον μεγαλύτερο θησαυρό στον κόσμο, του δικού του κόσμου, όταν και κρεμάστηκε στο στήθος του χρυσό μετάλλιο. Και όπως φάνηκε στην πράξη, ο Τεντόγλου μιμήθηκε κανονικά σκηνή από το "Gear Second" στην παρουσίαση και δίχως να το καταλάβει ίσως, με έμπνευση τον παιδικό του ήρωα, το υπερφυσικό άλμα στην 6η προσπάθεια. Ήταν κι αυτός για λίγα δευτερόλεπτα σαν τον Luffy. Ε, μετά από κάτι τέτοια, πώς να μην πιστεύει κανείς στα παραμύθια και στους παιδικούς του ήρωες από τον κόσμο των anime. Και το σχετικό link...
  4. Άρθρο αγνώστου στην ιστοσελίδα huffingtonpost.gr στις 29/07/2021. Όταν η γαλλική κυβέρνηση έθεσε σε γενική εφαρμογή το app που μέσω κινητού προσφέρει σε κάθε νέο ηλικίας 18 χρονών ένα «πολιτιστικό πάσο» αξίας 300 ευρώ για αγορές βιβλίων, μουσικής και εισιτηρίων για πολιτιστικές εκδηλώσεις, οι περισσότεροι δεν έσπευσαν να αγοράσουν μυθιστορήματα του Προυστ ή εισιτήρια για παραστάσεις έργων του Μολιέρου. Αντ’ αυτών, η νεολαία έτρεξε προς τα manga, τα διάσημα ιαπωνικά κόμικς. «Είναι μία καλή πρωτοβουλία», δήλωσε η Ζιλιέτ Σεγκά, η οποία ζει σε μια μικρή πόλη στη νοτιοανατολική Γαλλία και έχει ξοδέψει 40 ευρώ για να αγοράσει ιαπωνικά κόμικς (και το δυστοπικό μυθιστόρημα «The Maze Runner»). «Αγοράζω συστηματικά manga και το πάσο μου είναι χρήσιμο», δηλώνει η 18χρονη Ζιλιέτ. Μέχρι στιγμής, τα βιβλία αντιπροσωπεύουν το 75% των αγορών που έχουν γίνει μέσω της εφαρμογής, η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Μάιο και σύμφωνα με το οργανισμό που ανέλαβε το Culture Pass, όπως ονομάζεται το πάσο, τα δύο τρίτα εξ αυτών είναι manga. Τα γαλλικά ΜΜΕ κάνουν λόγο για «φαινόμενο manga», που τροφοδοτείται από ένα «manga pass», παραβλέποντας ότι η εφαρμογή τέθηκε σε ισχύ ενώ τα θέατρα, οι κινηματογράφοι και οι συναυλίες άνοιξαν στα μέσα Μαΐου -με περιορισμούς- λόγω πανδημίας. Τα manga από την άλλη, ήταν ήδη δημοφιλή στη Γαλλία. Το γεγονός ότι τα δημοσιεύματα εστιάζουν στα κόμικς αποκαλύπτει το ζήτημα που αφορά στην ουσία του σχεδιασμού, μεταξύ της σχεδόν απόλυτης ελευθερίας που παρέχει στους νεαρούς χρήστες -όπως να αγοράζουν συνδρομές σε ψηφιακές πλατφόμες που ήδη αγαπούν - και του στόχου των δημιουργών του πάσου, οι οποίοι ήλπιζαν ότι η εφαρμογή θα οδηγούσε τους 18χρονους σε πιο εκλεπτυσμένης μορφής τέχνες. Και το σχετικό link...
  5. Άλλο ένα σπέσιαλ καλοκαιρινό τεύχος του Γαστρονόμου που κυκλοφόρησε με την κυρ. Καθημερινή στις 25/07/2021. ISBN 9789605853204, μέγεθος 19.0 x 27.0 και 116 σελίδες, με συνταγές για λαδερά φαγητά.
  6. «Με τη γνωστή ”Ιουλιανή Συνθήκη του Λονδίνου” (6 Ιουλίου 1827), οι τρεις μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) ζητούσαν επιτακτικά από τον Οθωμανό σουλτάνο Μαχμούτ Β′ να παραχωρήσει ανεξαρτησία στην Ελλάδα: Για την ακρίβεια στις περιοχές Μοριά, Ρούμελη, Κυκλάδες, Εύβοια, που στα προηγούμενα επτά σχεδόν χρόνια μαχόταν στον Αγώνα της Εθνεγερσίας. Η τυχαία εμπλοκή που οδήγησε στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου (20 Οκτωβρίου 1827, που θεωρήθηκε υποκριτικά ως ατυχές συμβάν και που κατέληξε στην καταστροφή της οθωμανικής αρμάδας) υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος για τη δημιουργία ενός πραγματικά ανεξάρτητου κράτους μέσα από μία σειρά πρωτοκόλλων διπλωματικής κινητικότητας. «Το Αιγαίο στις Φλόγες» (πρωτότυπος τίτλος L’ Archipel en Feu, 1884) είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα πειρατικής δράσης, η αφήγηση του οποίου αρχίζει δύο μέρες πριν από την καθοριστική Ναυμαχία του Ναυαρίνου, αλλά στη συνέχεια της αφήγησης, οι συνέπειες της ναυμαχίας δεν επηρεάζουν την πλοκή. Όπως όλα τα μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν, ντύνει και σ′ αυτό την πλοκή του με ακριβείς ιστορικές, γεωγραφικές και τεχνικές πληροφορίες, αν και σε σύγκριση με άλλα μυθιστορήματα του, μάλλον φτωχές σε πλήθος θα μπορούσαν να θεωρηθούν. Αρχικά το μυθιστόρημα δημοσιεύθηκε σε συνέχειες από τις 29 Ιουνίου έως τις 3 Αυγούστου 1884 στην παρισινή εφημερίδα Les Temps (Οι Καιροί) και μέσα στην ίδια χρονιά εκδόθηκε και σε βιβλίο. Αμέσως μετά τη δημοσίευση του στη Γαλλία, δημοσιεύθηκε πρώτη φορά και στα ελληνικά σε συνέχειες από τον Ιούλιο 1884 έως τον Ιανουάριο 1885, σε καθημερινή εφημερίδα των Αθηνών, που συμπτωματικά είχε τον ίδιο τίτλο με τη γαλλική: Καιροί. Οι κάτοικοι του Οίτυλου συνέταξαν μανιφέστο ζητώντας τη διακοπή της δημοσίευσης και το «σκάνδαλο» προκάλεσε τη δημοσίευση πολλών άρθρων σε εφημερίδες , ειδικά αντιπολιτευόμενες τον Τρικούπη. Ο Βερν υποχρεώθηκε να δικαιολογηθεί επικαλούμενος την ιστορική αλήθεια των ντοκουμέντων και τον δεδηλωμένο ένθερμο φιλελληνισμό του». Όλα τα βιβλία του Ioύλιου Βερν γράφονται πάνω στη ραχοκοκαλιά ενός ταξιδιού, όλα είναι από µόνα τους ταξίδια. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως είναι ο πατέρας της «γεωγραφικής μυθοπλασίας». Σε ένα από αυτά τα ταξίδια του λοιπόν πρωταγωνιστεί η ελεύθερη Ελλάδα που αρχίζει να αναδύεται μέσα από τις στάχτες τεσσάρων αιώνων σκλαβιάς. Η πάταξη της πειρατείας και των σκλαβοπάζαρων στο Αιγαίο είναι μια από τις προτεραιότητες του νεογεννηθέντος κράτους. Η ιστορία αρχίζει μια δύο μέρες πριν από την καθοριστική ναυμαχία του Ναυαρίνου, όπου οι Μεγάλες Δυνάμεις έβαλαν τέλος στη ναυτική κυριαρχία του οθωμανικού στόλου στα ελληνικά παράλια. Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, με τα σκηνικά της δράσης να εναλλάσσονται από το μανιάτικο Οίτυλο, στην αγγλοκρατούμενη Κέρκυρα, τα ανελέητα κυνηγητά και τα φοβερά σκλαβοπάζαρα, εκτυλίσσεται μια ναυτική περιπέτεια στο Αρχιπέλαγος που κυριολεκτικά φλέγεται από τις ομοβροντίες των κανονιών και τα ρεσάλτα των πειρατικών τσούρμων. To βιβλίο του Ιουλίου Βερν «Το Αιγαίο στις Φλόγες» μεταφέρεται σε κόμικς για πρώτη φορά παγκοσμίως από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Ο Γιώργος Βλάχος προσαρμόζει το σενάριο και ο Θανάσης Καραμπάλιος σκιτσάρει με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Μια περιπέτεια έρωτα και προδοσίας από τη Μάνη μέχρι την Κρήτη, που εξυμνεί τη συμμετοχή των Φιλελλήνων στον Αγώνα του ’21 και μιλά για την τιμή, τη φιλία και την ανιδιοτέλεια, στην επέτειο των 200 ετών από την Επανάσταση του 1821. Το πρώτο μέρος του κόμικς είναι ήδη διαθέσιμο στο site των εκδόσεων, ενώ από τις 29 Ιουλίου θα βρίσκεται σε βιβλιοπωλεία, κομιξάδικα και περίπτερα. Το δεύτερο μέρος θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο. Και το σχετικό link...
  7. Τι συμβαίνει όταν δύο δημιουργοί που σιχαίνονται τις ταμπέλες και θέλουν να ακολουθήσουν τα καλλιτεχνικά τους όνειρα ενώνουν τις δυνάμεις τους; Το αποτέλεσμα λέγεται Γυμνά Οστά, είναι graphic novel, είναι επιστημονική φαντασία και ήρθε για να τα ταράξει τα νερά. «Στο βλοσυρό σκοτάδι του απώτερου μέλλοντος δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από πόλεμος». Ακούγεται σαν προφητεία του Νοστράδαμου, πρόκειται όμως για το motto ενός sci-fi παιχνιδιού στρατηγικής με την επιβλητική ονομασία Warhammer 40K. Υπάρχουν εκατομμύρια φανατικοί οπαδοί του σε κάθε πιθανή και απίθανη γωνιά του πλανήτη, σίγουρα όμως δύσκολα θα πήγαινε το μυαλό κάποιου σε έναν 38χρονο Έλληνα συγγραφέα που εντυπωσίασε με μια συλλογή διηγημάτων, συμμετείχε στο σενάριο της τελευταίας ταινίας του Γιάννη Οικονομίδη, και δικά του έργα ανεβαίνουν στις μεγάλες θεατρικές σκηνές της Αθήνας. Πόσο μάλλον σε έναν κομίστα που το ευρύ κοινό τον έμαθε από την εξαιρετική μεταφορά του Ζητιάνου του Ανδρέα Καρκαβίτσα σε graphic novel και μέχρι πρότινος έμενε στη Γαλλία. Για τον Δημοσθένη Παπαμάρκο το Warhammer 40K υπήρξε για χρόνια κομμάτι της ψυχαγωγίας του. Είναι η ίσως πιο άγρια μορφή επιστημονικής φαντασίας στην πιο ωμή μορφή της· ένα σύμπαν όπου ακόμα και η ελπίδα έχει χαθεί. O Kanellos Cob πάλι δεν είχε ιδέα περί τίνος πρόκειται. Γνώριζε καλά όμως κάτι πιο σημαντικό: «εγώ πάντα sci-fi ήθελα να κάνω» εξομολογήθηκε ένα πολύ ζεστό βράδυ του περασμένου Ιουνίου στην Πλατεία Μεσολογγίου. Κάπως έτσι, αν και στο ενδιάμεσο είχαν συμβεί πολλά – ναυαγισμένα projects, αναζήτηση σχεδιαστή, καθυστερήσεις – τα Γυμνά Οστά (εκδ. Polaris) έφυγαν από τις σελίδες του περιοδικού Μπλε Κομήτης και έγιναν graphic novel. Ή αλλιώς ένα από τα καλύτερα ελληνικά κόμικ που έχουν κυκλοφορήσει εδώ και πολλά χρόνια. Ποιος θα διαβάσει αυτό το κόμικ; Αυτό που συναντάς καθώς γυρίζεις τις σελίδες από τα Γυμνά Οστά είναι η άγρια γοητεία ενός ολοκαίνουργιου, τρομερά σκοτεινού και – σχήμα οξύμωρο – γεμάτου ψυχεδελικά χρώματα κόσμου. Μια ιστορία απρόσμενης ανθρωπιάς για τη συμβιοτική σχέση ενός ανθρώπου και ενός ρομπότ σε έναν ξεχασμένο πλανήτη γεμάτο ραδιενέργεια και ανθρωποφάγες μηχανές. Ειλικρινά όμως, ποιος θα διαβάσει αυτό το κόμικ σε μια ελληνική αγορά που ακόμα προσπαθεί να απενοχοποιήσει τις εικονογραφημένες αφηγήσεις; Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι εξαιρετικό, το ρίσκο όμως είναι μεγάλο. «Δεν το σκέφτηκα ποτέ έτσι» απαντά ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, πίνοντας μια γουλιά από την μπύρα του, για να συνεχίσει: «Είχα κολλήσει ότι θέλω να πω αυτήν την ιστορία. Αγαπώ την επιστημονική φαντασία, τη διαβάζω, παίζω ακόμα και sci-fi video games. Γιατί να μην το επιχειρήσω; Δεν μπήκα καν στη διαδικασία να σκεφτώ πως θα το πάρει το κοινό αφού είχα το ΟΚ του εκδότη. Εγώ ήθελα να πω την ιστορία». Ήταν όμως ένα προσωπικό στοίχημα κόντρα σε όλα τα προγνωστικά για τον 38χρονο συγγραφέα που ο συνεργάτης του απλά εικονογράφησε; «Χτίζαμε έναν κόσμο από την αρχή, έναν κόσμο που δεν υπάρχει. Δουλεύαμε συνεχώς πάνω σε αυτό, μας πήρες πολύ παραπάνω χρόνο από όσο είχαμε υπολογίσει, μανουριάζαμε, διαφωνούσαμε. Κάναμε τα πάντα για χάρη του project» συμπληρώνει ο Kanellos Cob, καθώς μοιάζει να βυθίζεται σε έναν διαφορετικό κόσμο, όπου η δημιουργική διαδικασία είναι το άλφα και το ωμέγα. Είναι ξεκάθαρο πως πρόκειται για δημιουργικό ντουέτο. Το άτυπο πάντρεμα των δύο έγινε μέσα από τις εκδόσεις Polaris. Πιο πριν υπήρχε μια απλή γνωριμία. – Σκάει ένας τύπος με backpack και μου λέει εσύ είσαι ο Δημοσθένης; – Εσύ είσαι ο Κανέλλος; Είχαν συστηθεί τον Δεκέμβρη του ‘19 στο Rue du Marseille στην Οδό Μασσαλίας. Μία από εκείνες τις δεκάδες γνωριμίες που κάνεις στα μπαρ και μετά (συνήθως) χάνονται για πάντα. Εκτιμούσαν όμως ο ένας τη δουλειά του άλλου και έτσι είπαν ότι κάποια μέρα θα πάνε για μπύρες. Ο Κανέλλος βρισκόταν κάπου ανάμεσα σε Γαλλία και Ελλάδα τρέχοντας διάφορα projects. Ο Δημοσθένης έγραφε θέατρο, έγραφε για σινεμά, δούλευε την Εξημέρωση. Έγιναν κάποια τηλέφωνα, έσκασε η καραντίνα, για μπύρες δεν πήγαν. Ο Παπαμάρκος δεν το περίμενε. Είχε την αίσθηση ότι ο Cob δεν είναι της φάσης. Είπαν ότι θα έκαναν πρώτα ένα δοκιμαστικό. Τελικά ξεκίνησαν κατευθείαν. «Ό,τι τρέλα είχα σκεφτεί γινόταν πραγματικότητα. Αρκετές φορές μου έλεγε ότι αυτό θα πάρει μια σελίδα παραπάνω και του απαντούσα όχι μία, τέσσερις σελίδες πάρε» λέει ο Παπαμάρκος. «Άπλα ρε παιδιά, άπλα» συμπληρώνει γελώντας ο Kanellos Cob και πίνει το σφηνάκι ουίσκι που έχει παραγγείλει. Τσιγάρα, ποτά, πατατάκια, ζεστός αθηναϊκός αέρας στην Πλατεία Μεσολογγίου, ζευγαράκια που κάνουν βόλτες, κυρίες με τα σκυλάκια τους. Ωραία όλα αυτά, αλλά αναρωτιέμαι ξανά: ποιος θα διαβάσει αυτό το κόμικ; «Στην Ελλάδα θα πάει σε ένα συγκεκριμένο κοινό» αναφέρει σε επαγγελματικό τόνο ο 36χρονος κομίστας, για να συνεχίσει: «Άλλωστε ο Δημοσθένης έχει το δικό του κοινό, έτσι αυτοί οι αναγνώστες θα ενδιαφερθούν για το τι καινούργιο έχει γράψει αυτός ο άνθρωπος. Επίσης τα geeks της επιστημονικής φαντασίας λογικά θα του δώσουν μια ευκαιρία». Είναι όμως αυτό αρκετό; «Κοίτα» λέει ο Kanellos Cob, προσπαθώντας να μου δώσει τη συνολική εικόνα: «Όταν ξεκινήσαμε και κάναμε το συγκεκριμένο κόμικ είχα στο μυαλό μου ότι μπορεί να αποκτήσει διεθνές κοινό. Είχα την εμπειρία με τον Ζητιάνο που τον πρότεινα σε πολλούς εκδοτικούς της Γαλλίας και ενώ έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον μου έκαναν την εύλογη ερώτηση: “Σε ποιον θα το πουλήσουμε αυτό; Τέλη 19ου αιώνα στον ελλαδικό χώρο; Ποιος θα ενδιαφερθεί για κάτι τέτοιο; Οι Γάλλοι όταν ακούν στην Ελλάδα έχουν στο μυαλό τους ή την αρχαιότητα ή την Ελληνική Κρίση”. Τα Γυμνά Οστά είναι όμως global με λίγο ελληνικό στοιχείο, που απλά κάνει την εμπειρία πιο γοητευτική για έναν ξένο αναγνώστη». Σημειώνω τη φράση αλλά δυσκολεύομαι να πιστέψω την αισιόδοξη οπτική, όσο λογική και αν ακούγεται. Γνωρίζω πως ο Cob δουλεύει εδώ και χρόνια σε φουλ επαγγελματικά πλαίσια, αφού από τη στιγμή που τέλειωσε τη σχολή στη Γαλλία εργάστηκε στον χώρο του illustration χωρίς διαλείμματα. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό να μη δουλέψει ξανά σε μπαρ και κράτησε την υπόσχεση. Ξέρει τι λέει. Απλά νιώθω ότι δεν είναι μόνο αυτό. Είναι κάτι περισσότερο. «Αν θα πάει ή δε θα πάει, είναι κάτι που συζητήσαμε όταν πια είχε τελειώσει το κόμικ» συμπληρώνει ο Παπαμάρκος. «Ήμασταν πάνω από τις μηχανές στο τυπογραφείο. Το “λάθος” είχε γίνει. Επενδύσαμε τόσο χρόνο, κόπο, ενέργεια και δουλειά που αν το βλέπαμε πρακτικά θα έπρεπε να είχαμε δώσει το ένα όγδοο από αυτά. Εμείς όμως θέλαμε να πούμε αυτή την ιστορία ακριβώς με τον τρόπο που την είπαμε». «Σε όλη τη δημιουργική διαδικασία πιστεύαμε ότι όλος ο κόσμος ενδιαφέρεται για την ιστορία που έχουμε να πούμε» τονίζει ο Kanellos Cob. Hard sci-fi με σκεπτόμενα ρομπότ που κυνηγούν ανθρώπους σαν θηράματα; Ναι, γιατί όχι; Στον αστερισμό του Moebius Jean Giraud. Έτος γέννησης 1938. Ημερομηνία θανάτου: 10 Μαρτίου 2012. Πιο γνωστός ως Moebius ή αλλιώς ο ένας από τους πατριάρχες του ευρωπαϊκού κόμικ και εκείνος που έβαλε φαρδιά πλατιά την υπογραφή του στη sci-fi αισθητική των 70s. Αν, προσωπικά μιλώντας, έπρεπε να αναφέρω μια επιρροή που διακρίνω στα Γυμνά Οστά πέρα από το Warhammer 40K, αυτή θα ήταν η ψυχεδελική φαντασμαγορία του Γάλλου μετρ. «Δούλεψα στο τελευταίο illustration που έκανε ο Moebius. Λίγο πριν πεθάνει οι αρχές του Montrouge, μιας κοινότητας έξω από το Παρίσι, του είχαν ζητήσει τη μακέτα που θα έντυνε όλο το δημαρχείο. Δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει όμως. Βρέθηκα να δουλεύω λοιπόν στην τεράστια τοιχογραφία καθώς μια καθηγήτρια μου κέρδισε τον διαγωνισμό για να ολοκληρωθεί το έργο» λέει, χωρίς ίχνος έπαρσης, ο Kanellos Cob. Λίγο η ζέστη, λίγο τα ποτά, λίγο η ευχάριστη συζήτηση, λίγο οι αναφορές σε τόσο αγαπημένα πράγματα, με κάνουν να χαλαρώνω τελείως και να τριπάρω σε διαστημικούς κόσμους. Άλλωστε, η αίσθηση του escapism σώζει ζωές. «Πήρα τηλέφωνο τον Δημοσθένη και του είπα: “Από αυτά που μου έχεις περιγράψει μέχρι τώρα δεν πάμε στο αμερικάνικο για κανέναν λόγο. Εκείνο που έρχεται στο μυαλό μου είναι η αισθητική του Moebius”» συνεχίζει την αφήγηση ο 36χρονος κομίστας. Ο Kanellos Cob έκανε το artwork του Hadra Trance Festival για το 2020, του μεγαλύτερου γαλλικού φεστιβάλ trance μουσικής, αλλά δυστυχώς η καραντίνα και ο κορονοϊός τα χάλασε όλα. «Ξενέρωσα γιατί έχασα μια ευκαιρία να δει τη δουλειά μου όλη η Γαλλία» λέει χαρακτηριστικά. Περίπου έναν χρόνο πριν, η δικιά του εικονογράφηση στον Ζητιάνο του Ανδρέα Καρκαβίτσα τον έκανε γνωστό στους βιβλιόφιλους. Παράλληλα έχει συμβόλαια με γαλλικούς εκδοτικούς μέχρι το 2023 αλλά γνωρίζει ακριβώς πού πατάει και τι κάνει. «Σε γενικές γραμμές πάντα χρειάζεται να κάνεις πράγματα που ίσως έρχονται κόντρα στην αισθητική σου. Πιστεύω όμως ότι είναι ένα δύσκολο μονοπάτι που χρειάζεται να περπατήσεις έτσι ώστε μια μέρα να εκδίδεις ό,τι γουστάρεις». «Όταν άκουσα το όνομα του Moebius είπα ότι ήταν κάτι που δεν θα τολμούσα ποτέ να ζητήσω» θυμάται με ενθουσιασμό ο Παπαμάρκος. «Αν θες να πας εκεί, μέσα. Με τρέλα». Το ζητούμενο ήταν να συνδυαστεί το βιομηχανικό illustration με την αισθητική ενός καλλιτέχνη που άλλαξε την pop κουλτούρα. Άλλωστε, το story board του Moebius για τις ανάγκες του Dune δια χειρός Alexander Jodorowsky (μιας μυθικής ταινίας που τελικά δεν γυρίστηκε ποτέ) άλλαξε λίγο έως πολύ το σύγχρονο σινεμά. Τα Star Wars πάτησαν πάνω στη δουλειά του και έκοψαν εκατοντάδες εκατομμύρια εισιτήρια στα χρόνια που ακολούθησαν. Τελικά τι το τόσο μαγικό έχει η τέχνη του Moebius; «Έχει μία παράξενη ομορφιά· σου προκαλεί νοσταλγικότητα για κάτι που όμως βλέπεις πρώτη φορά, ενώ την ίδια στιγμή είναι ικανή να σου παρουσιάσει έναν ολόκληρο (φανταστικό) κόσμο σε ένα μόνο καρέ» λέει ο Παπαμάρκος. Πραγματικά, τι άλλο να ζητήσει κανείς από το sci-fi; Το soundtrack της δημιουργίας «Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι ήμουν Γαλλία και σχεδίαζα, όταν μου έστειλαν σήμα ότι ένας γνωστός θα παίξει ηλεκτρονική μουσική σε ιντερνετικό ραδιόφωνο» διηγείται ο Kanellos για τις μέρες του περσινού ατέλειωτου χειμώνα. «Συντονίστηκα και καθώς εκείνος μίξαρε, μια κοπέλα δίπλα του απήγγειλε ποίηση. Δούλευα και άκουγα. Το έζησα πάρα πολύ εκείνο το live – ναι, όσο το σκέφτομαι, εκείνες οι στιγμές είναι απόλυτα συνδεδεμένες με τα Γυμνά Οστά». Στην Πλατεία Μεσολογγίου δεν υπάρχει καμία μουσική πέρα από τους ήχους της αθηναϊκής νύχτας. Ο καταιγισμός όμως από ονόματα καλλιτεχνών φτιάχνει το δικό του soundtrack στον αέρα. «Θοδωρής Cortés, Dolly Vara, Regressverbot, Kangding Ray, Tim Hecker. Γενικά άκουγα πολλά ηλεκτρονικά και ambient όταν δούλευα το κόμικ, αλλά και πολύ post rock. God is an Astronaut, Explosions in the Sky». «Α ναι. Και πολύ Αρλέτα, το Batida de coco» λέει ο 36χρονος κομίστας γελώντας. «Εγώ πάλι άκουγα The Sword, τον δίσκο Gods of the Earth» αναφέρει ο Παπαμάρκος πριν συνεχίσει: «Σε λούπα το Fire Lances of the Hyper Zephyrians που είναι πολύ βασική επιρροή του κόμικ γενικά, και επίσης δισκογραφία Blue Oyster Cult και πιο συγκεκριμένα το Veteran of the Psychic Wars, την οκτάλεπτη live εκτέλεση με όλα τα σόλο». Όλοι μπορούν να έχουν αναφορές, επιρροές, και προτιμήσεις. Το ζήτημα όμως είναι να δένει το γλυκό στο τέλος. Στα Γυμνά Οστά μπορεί κανείς να βρει ψήγματα από Isaac Asimov και Robert Heinlein μέχρι λατινικές ζωολογίες της αρχαιότητας, Jorge Luis Borges και τα ζόμπι του George Romero. Μάλιστα αν κάνεις τον έξυπνο μπορείς να πέσεις και έξω. «Όχι το Τσέρνομπιλ, ένα χρονικό του μέλλοντος της Svetlana Alexievich δεν ήταν στις επιρροές για τα Γυμνά Οστά» λέει ευγενικά αλλά κάπως αυστηρά ο Δημοσθένης Παπαμάρκος διαλύοντας τις υπερφίαλες σιγουριές μου. «Ήταν όμως βασική επιρροή για την Εξημέρωση». Επιστρέφοντας στο soundtrack της δημιουργίας, ο David Bowie και ο χαρακτηριστικός στίχος “ground control to Major Tom” δε θα μπορούσε να λείπει. «Για αυτό βάλαμε το πρόσωπό του μέσα στο κόμικ» λέει ο Kanellos Cob. Για μισό λεπτό όμως, πώς ακριβώς έγινε αυτό; «Με πήρε τηλέφωνο και μου ζήτησε τρία πρόσωπα για να μπουν ένθεση σε κάποια καρέ του κόμικ. Του είπα: David Bowie, Nikola Tesla, Άρης Βελουχιώτης». Μήπως τελικά, δεν υπάρχει σωτηρία; Ο ήλιος έχει χαθεί τελείως και καμία αχτίδα φωτός δεν περνάει μέσα από τις φυλλωσιές της Πλατείας Μεσολογγίου. Το σκοτάδι είναι απόλυτο και η ζέστη αφύσικη. Σκέφτομαι ξανά το motto του Warhammer 40Κ: In the grim distance future, there is only war. Έρχεται στο μυαλό μου το πρώτο-πρώτο καρέ από τα Γυμνά Οστά: ένα πελώριο μηχανικό χέρι θαμμένο στην άμμο που θυμίζει τον αρχαίο μύθο για τον Τάλω, το πρώτο ρομπότ της ιστορίας. Μία μηχανή που προστατεύει το νησί της Κρήτης και τους Μινωίτες από τις εξωτερικές απειλές. Έναν πολιτισμό δηλαδή που εξαφανίστηκε κάτω από την οργή της φύσης. Εκρήξεις ηφαιστείων, τσουνάμι. Τη μέρα της συνέντευξης στον Καναδά σημειώθηκαν θερμοκρασίες 49,5 Βαθμών Κελσίου. «Για μένα το καύσιμο στα Γυμνά Οστά ήταν το αίσθημα απαισιοδοξίας που έρχεται από την εξέταση των μελλοντικών σεναρίων (σ.σ: κλιματική αλλαγή, κοινωνικές αναταραχές). Δηλαδή, αν το θες, των στιγμών που με έπαιρνε από κάτω και δεν έβλεπα ελπίδα» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Παπαμάρκος. Αυτό που ήθελε να πετύχει στο κόμικ ήταν να παρουσιάσει έναν κόσμο χωρίς ορίζοντα ελπίδας, μια ατμόσφαιρα απόλυτης απελπισίας. Στα Γυμνά Οστά όμως ο αναγνώστης δεν έρχεται αντιμέτωπος με έναν αυτάρεσκο ύμνο στην απαισιοδοξία. Από την απόλυτη απελπισία που ντύνεται ψυχεδελικά χρώματα προχωράμε σε μία ελπίδα, ή μάλλον σε μια λύτρωση που έρχεται μόνο στο τέλος, χωρίς να είναι ένα φτηνό happy ending. «Αν δουμε τον νιχιλισμό στα πλαίσια της επιβίωσης (όταν φτάνεις στο σημείο που σκέφτεσαι ότι πρέπει να παραμένεις στη ζωή με κάθε τρόπο), αν αυτό είναι μηδενιστικό, ΟΚ, παίρνεις τις αποφάσεις σου. Σε τέτοιες συνθήκες η λογική αλλάζει. Και η έννοια της ηθικής αλλάζει και αυτή» σημειώνει ο Kanellos Cob. «Ο μηδενισμός του κεντρικού χαρακτήρα, του άντρα, είναι αυτός: έχει δει τον κόσμο σε όλη του την πορεία, γνωρίζει πως δεν υπάρχει λύση, αφού είμαστε πολύ καιρό μετά τη στιγμή που θα μπορούσαμε να γλιτώσουμε την καταστροφή, και ουσιαστικά εκείνος επιμένει να γραπώνεται στη ζωή γιατί αυτό είναι το ένστικτό του» εξηγεί ο Παπαμάρκος. «Δε θέλει να εγκαταλείψει γιατί ποτέ κανένας οργανισμός δεν τα παρατάει» Τελικά, υπάρχει σωτηρία ή όχι; «Μία βασική ιδέα πίσω από το κόμικ ήταν η εξής: η ανθρωπότητα έχει κάνει πολλά μοιραία λάθη μέσα από τα χιλιάδες χρόνια και την έχει σκαπουλάρει, έτσι στα Γυμνά Όστα βλέπουμε την άλλη όψη του νομίσματος. Την εξέταση δηλαδή της πιθανότητας του τι θα συμβεί σε περίπτωση που δε σώσουμε την παρτίδα την τελευταία στιγμή. Ένας κόσμος όπου η καταστροφή του περιβάλλοντος συνεχίζεται χωρίς κανένα stop· ένας κόσμος που φτάνει κυριολεκτικά στα άκρα». ΟΚ, όντως τα πράγματα είναι σοβαρά, στον Καναδά το θερμόμετρο άγγιξε τους 50 Βαθμούς Κελσίου. Πίνω μια γουλιά από την μπύρα μου γιατί το στόμα μου έχει στεγνώσει και παραπονιέμαι λίγο για τον καύσωνα. Kanellos Cob: Δεν είναι καύσωνας, η κλιματική αλλαγή είναι. Ένα ρομπότ που το έλεγαν Λόλα Δεν υπάρχει πιο γελοία ερώτηση από το «πείτε μου μια αστεία ιστορία» αλλά την κάνω. Ποτέ δεν ξέρεις. Το δημιουργικό ντουέτο ανταλλάσει ματιές και ένα μειδίαμα εμφανίζεται στα χείλια και των δύο. «Πες του για τη Λόλα». Ποια Λόλα ρε παιδιά; «Η μηχανή που πρωταγωνιστεί ανήκει στο μοντέλο Θ.Ο.Ρ.Α.Κ.Σ, έπρεπε όμως να της/του βρούμε κάποιο όνομα» δίνει τις απαραίτητες διευκρινίσεις ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, για να συνεχίσει: «Έτσι αφού στο περιοδικό Μπλε Κομήτης, εκεί όπου εμφανίστηκαν για πρώτη φορά τα Γυμνά Οστά, ονομαζόταν Βλαντ, το λέγαμε έτσι μεταξύ μας για να συνεννοούμαστε». Καταλαβαίνω από την όψη και των δύο ότι κάτι τους έλειπε. «Ποιος Βλαντ; Να τον πούμε Λόλα» λέει ο Kanellos Cob καθώς θυμάται το σκηνικό. Μάλιστα μου εξηγεί πως όταν είναι να δουλευτεί ένας χαρακτήρας, καλό είναι να δοκιμάζεται και σε συνθήκες εκτός concept. Για να υπάρξει, να γίνει πιο αληθινός. «Έτσι έκανα το πολεμικό ρομπότ να μοιάζει με drag queen. Να φοράει φτερά και πούπουλα και να το φωνάζουν Λόλα». Είναι φανερό ότι αυτοί οι δύο έχουν αναπτύξει έναν κώδικα επικοινωνίας παρότι έχουν τελείως διαφορετικές προτιμήσεις στα διαβάσματά τους. Πάνω στην κουβέντα μου ανέφεραν πως εκεί που συναντήθηκαν ήταν οι φιλμογραφικές αναφορές. Έβλεπαν και βλέπουν ταινίες σαν παλαβοί. «Θέλω δύο σελίδες να κάνω κάτι σουρεαλιστικό. Το έχεις;» του ζήτησε σε κάποια φάση ο Kanellos Cob. Στο σενάριο δεν υπήρχε τίποτα τέτοιο, ο Παπαμάρκος όμως έστυψε το μυαλό του, και ένα καλοκαιρινό μεσημέρι στο χωριό του, τη Μαλεσίνα, είδε ένα όνειρο. Οι εικόνες έγιναν ένα υπερρεαλιστικό τετρασέλιδο γεμάτο μεταμορφώσεις, γεμάτο χερουβείμ, γεμάτο σκηνές ταμπού. Του λέω ότι μου δίνεται η αίσθηση ότι έχουν γίνει εκατομμύρια διορθώσεις στο κείμενο. «Μέχρι το Γκιακ δεν έκανα πολλές διορθώσεις. Κάθε διήγημα το έγραφα με τη μία. Το Νόκερ το ολοκλήρωσα σε 16 ώρες. Εδώ όμως πέθανα. Διόρθωνα μέχρι και την τελευταία στιγμή». Τι έγινε όμως λίγο πριν τυπωθούν τα Γυμνά Οστά; «Τελειώνει το κόμικ. Παίρνω το draft pdf να διορθώσω κείμενο και βλέπω το ρομπότ να είναι γραμμένο όντως ως Λόλα» λέει ο Δημοσθένης, όσο ο Kanellos γελά. Όχι, δεν τυπώθηκε έτσι. Ποιο είναι τελικά το όνομα του συγκεκριμένου Θ.Ο.Ρ.Α.Κ.Σ μοντέλου; Θα πρέπει να πάρεις το κόμικ για να μάθεις. Εις το επανιδείν Σε αντίθεση με τα μυθιστορήματα που εκτός εξαιρέσεων δεν έχουν συνέχεια, τα περισσότερα κόμικ έχουν sequel. Όλα όμως δείχνουν ότι θα χρειαστεί να περιμένουμε λίγο για το επόμενο επεισόδιο από τα Γυμνά Οστά. Υπάρχουν άλλωστε και άλλα project που τρέχουν. «Τον Σεπτέμβριο ξεκινάω με τις Εκδόσεις Πατάκη, θα εικονογραφήσω ένα βιβλίο της Ζωρζ Σαρρή, τον Θησαυρό της Βαγίας» αποκαλύπτει ο Kanellos Cob λίγο πριν το λήξουμε. Και συνεχίζει: «Έχω συμβόλαιο με γαλλικό εκδοτικό για να κάνουμε μία εικονογραφημένη έκδοση της βιογραφίας του Bobby Sands». Να μια ιστορία που όλοι ξέρουν αλλά ελάχιστοι γνωρίζουν τι πραγματικά συνέβη. Όσο για τον Δημοσθένη Παπαμάρκο; «Είμαι σε φάση που προετοιμάζω κάτι πεζογραφικό. Μάλλον, είναι η ιδέα που θα αρχίσω». Όταν όμως κάτσουν να φτιάξουν το sequel για τα Γυμνά Οστά, τι να περιμένουμε; Μια τελική λύση για το μείζον πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής; Μια λυτρωτική ιστορία όπου οι καλοί θριαμβεύουν ενάντια στο κακό; Μία πραγματική ελπίδα για το μέλλον; Ο 36χρονος κομίστας αναλαμβάνει να ρίξει την αυλαία της βραδιάς με την απάντησή του. «ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ». Και το σχετικό link...
  8. Ο Μάρκο Στογιάνοβιτς στο σενάριο και οι Μάρκο Νίκολιτς – Ντέγιαν Νενάντοβ στα σχέδια αναμιγνύουν ιστορικά γεγονότα και πραγματικά πρόσωπα, μεταξύ αυτών και ο Μότσαρτ, με βαλκανικές παραδόσεις και μπόλικη φαντασία στον πρώτο τόμο της νέας σειράς με τίτλο «Οι Αιώνιοι». Ο Μάρκο Κράλιεβιτς, ιστορικά γνωστός ως Μάρκο Μρνιάβτσεβιτς (1335-1395), γιος του Βούκασιν, ευγενούς επί εποχής του τσάρου Ντούσαν του Ισχυρού, υπήρξε μια ξεχωριστή μορφή στις παραδόσεις των βορείων Βαλκανίων. Ένα πρόσωπο που έχει εμπνεύσει μύθους και θρύλους, τραγούδια, παραμύθια και προφορικές αφηγήσεις στη Σερβία και στις γύρω περιοχές. «Τα παιδιά της πρώην Γιουγκοσλαβίας όμως δεν μαθαίνουν τον Μάρκο Κράλιεβιτς από τα βιβλία Ιστορίας. Όσοι γεννηθήκαμε στη Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας πρωτακούσαμε για τον Μάρκο από τις οικογένειές μας. Καθόλου παράξενο, αφού πρόκειται για μια κεντρική μορφή τόσο της προφορικής όσο και της γραπτής λαϊκής παράδοσης της Σερβίας και της Βόρειας Μακεδονίας. Ο Μάρκο Κράλιεβιτς είναι ο μοναδικός ήρωας που έχει έναν ολόκληρο κύκλο από ποιήματα αφιερωμένα στη ζωή και στο θάνατό του – σύμφωνα με την τελευταία καταμέτρηση γύρω στα 300. Προσθέστε σε αυτά μύθους, θρύλους, πίνακες, θεατρικά και ναι, κόμικς, ε, αποκλείεται να μη μαθαίνατε κάτι για αυτόν. Και πόσο σπουδαίος ήρωας ήταν! Δυνατός, ατρόμητος, ένας αήττητος σχεδόν πολεμιστής – ταυτόχρονα όμως και βαθιά προβληματικός. Βίαιος και μέθυσος, ευερέθιστος και με απαίσιους τρόπους» γράφει ο Μάρκο Στογιάνοβιτς στον πρόλογο του πρώτου τόμου των «Αιώνιων» (μετάφραση: Μπέλλα Σπυροπούλου, εκδόσεις Jemma Press, 56 σελίδες). Και συνεχίζει αναπτύσσοντας τον παραλληλισμό του Κράλιεβιτς με μυθικές φιγούρες αλλά και με αντιήρωες των κόμικς: «Πρόκειται για το ίδιο μοτίβο στο οποίο βασίστηκε ο Ηρακλής και στο οποίο στράφηκε εκείνο το είδος του υπερήρωα της δεκαετίας του ’80 που αποδόμησε τον υπερήρωα. Δεν είναι περίεργο που ο Μάρκο Κράλιεβιτς είναι γνωστός σε όλα τα Βαλκάνια (όπως μου έχει πει ο φίλος μου Τάσος Ζαφειριάδης, μέχρι τραγούδια και ποιήματα έχουν γραφτεί για αυτόν στην Ελλάδα) και είναι επόμενο Σέρβοι, Βόρειοι Μακεδόνες και Βούλγαροι να τον θεωρούν ξεχωριστά δικό τους ήρωα, ανάλογα με το ποιον ρωτάς». Αυτός ο παράξενος ήρωας γίνεται πρωταγωνιστής σε μια φανταστική ιστορία που ξεκινά στη Βιέννη του 1791, κουβαλώντας το δώρο αλλά και την κατάρα να είναι αθάνατος. Ένας «αιώνιος» που περιδιαβαίνει τους αιώνες σαν βαμπίρ, συναντώντας βαμπίρ και πολεμώντας βαμπίρ. Έχοντας στο πλευρό του σε αυτόν τον πρώτο τόμο της σειράς έναν αινιγματικό Κινέζο, που φυσικά είναι κι αυτός βαμπίρ, και συμπρωταγωνιστή έναν βασανισμένο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ που έχοντας πουλήσει την ψυχή του πασχίζει να ολοκληρώσει το «Ρέκβιεμ», αυτό που όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, «είναι δίχως αμφιβολία το καλύτερο έργο μου». Αυτόν τον διαρκή πόνο μιας αθανασίας που μπορεί να ακούγεται ως η μεγαλύτερη ευκαιρία της ζωής αλλά να εξελίσσεται ως ένα αδιάκοπο μαρτύριο περιγράφουν οι Στογιάνοβιτς, Νίκολιτς και Νενάντοβ σε ένα βιβλίο με υπέροχα σχέδια αλλά και βουτηγμένο στο αίμα και το σκοτάδι, που όπως φαίνεται θα έχει ακόμα πολλές συνέχειες, ανάλογες με τις πολλές περιπέτειες του Κράλιεβιτς στην πραγματική ζωή και τους αμέτρητους μύθους γύρω από την αντι-ηρωική προσωπικότητά του. Και το σχετικό link...
  9. Όταν ξυπνάνε οι νεκροί σχεδιάζουν την εκδίκησή τους. Και ξεκινούν το ταξίδι τους με βαρκάρη τον Χάρο για να συναντήσουν έναν αποστασιοποιημένο Θεό (;) και να απαλλάξουν τους ανθρώπους από την παρουσία του. Το underground κίνημα του τέλους της δεκαετίας του 1960 στα αμερικανικά κόμικς και λίγο αργότερα σε πολλά ευρωπαϊκά απέδειξε ότι η «σχεδιαστική αρτιότητα» είναι μια αυταπάτη, αυτό που έχει σημασία είναι η αφήγηση και ο τρόπος που το σχέδιο υπηρετεί το σενάριο και αντιστρόφως. Με μια καθυστέρηση σε σχέση με τις εικαστικές τέχνες, στα κόμικς εισέβαλαν το dada και ο σουρεαλισμός μαζί με μια απίστευτη σκληρότητα, συχνά συνοδευμένη με μια αλλόκοτη ψυχρότητα, ένα στέγνωμα από συναισθήματα. Το περιοδικό «Raw» του Art Spiegelman τη δεκαετία του 1980 συνέβαλε καθοριστικά στην εμπέδωση μιας τέτοιας τάσης, δημοσιεύοντας έργα μιας νεοπαγούς για τα κόμικς «art brut». Ο Gary Panter με τον Jimbo σε μια μεταμοντέρνα και μεταλλαγμένη Θεία Κωμωδία, οι βίαιες και τραχιές εικόνες του Mark Beyer, τα παραμορφωμένα πρόσωπα και σώματα του Savage Pencil, οι αντικαρτουνίστικοι ψυχεδελικοί κόσμοι του Jim Woodring, διαμόρφωσαν ένα νέο «Ποπ Αλλόκοτο» σύμπαν, όπως εύστοχα το ονομάζουν οι Θανάσης Μουτσόπουλος και Χριστόφορος Μαρίνος στο ομότιτλο βιβλίο τους («Ποπ Αλλόκοτο», εκδ. Futura, 2003). Χαρακτηριστικά, ο Θανάσης Μουτσόπουλος γράφει για τον Savage Pencil: «Μέσα από τα χαοτικά σκαριφήματά του, τη βία, τη βρομιά, τη μουτζούρα, μπορεί να δει κανείς και ένα σίγουρο φλέγμα. Τι είδους χαρακτήρες είναι οι σταθεροί ήρωές του όπως ο Dead Duck ή ο Mr. Inferno δύσκολο να τους περιγράψεις, αλλά μια κοινοτοπία που μπορεί να βοηθούσε είναι “κάτι σαν ζωάκια του Disney μετά από ανεπανόρθωτη ψυχική διαταραχή”. Ή ίσως, μονοκοντυλιές ψυχασθενών με εμμονές γύρω από την ποπ κουλτούρα. Ή νορμάλ αμερικάνικο κόμικ στριπ που μεταλλάχτηκε μέσα σε λουτρό από ψυχοδηλωτικά φάρμακα. Ή το φλέγμα των Monty Python μέσα από τον punk προκρούστη και μια χαλασμένη πένα. Ή…». Μια τέτοια περιγραφή ταιριάζει ιδανικά και στα κόμικς της, μεταξύ άλλων και εικαστικής καλλιτέχνιδος, Σταυρούλας Παπαδάκη, τόσο σε αυτά που έχουν προηγηθεί («Μόνες στο Σπίτι», «Το Φονικό Κουνέλι», «Μέσα στον Σπασμένο Καθρέφτη» κ.ά.) όσο και στο πιο πρόσφατο με τίτλο «Όταν Ξυπνάνε οι Νεκροί…» σε σενάριο του Θόδωρου Πανάγου (εκδόσεις Ρενιέρη / comicon-shop). Η Παπαδάκη πλάθει μια ιστορία που ξεκινά με το ξύπνημα δύο νεκρών και συνεχίζεται με το οδοιπορικό τους σε ένα αφιλόξενο και εχθρικό περιβάλλον με προορισμό τον Κόσμο, τον Άρχοντα του Σύμπαντος και σκοπό την εξόντωσή του για λόγους εκδίκησης. Το ταξίδι αυτό, γεμάτο ψυχαναλυτικές προεκτάσεις και επιτηδευμένους διαλόγους για τη ζωή, την ψυχή, τον θάνατο, με βαρκάρη τον Χάρο στα νερά του Αχέροντα δεν θα είναι ανέφελο και θα οδηγήσει σε συγκρούσεις με τους συνεπιβάτες στη βάρκα, σε απρόσμενες συναντήσεις, σε απογοητεύσεις αλλά και σε χαρές. Οι χαρακτήρες, σχεδιασμένοι επιμελώς σχηματικά και ατημέλητα, με τριγωνικά κεφάλια, με πρόσωπο αρκούδας ή κουνελιού, περιπλανώνται σε αναζήτηση κάποιου υποτιθέμενου ανώτερου πλάσματος. Μέχρι την πλήρη απομυθοποίησή του και την «ανάσταση» των νεκρών. «O Κόσμος πήγαινε πακέτο με τα όπλα, πέθανε αυτός, πέθαναν κι αυτά», λέει ένας μονόφθαλμος «αναστημένος» με πρισματικό κεφάλι. Για να έρθει η λύτρωση και η έλευση του Ανθρώπου. Η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει από τον Θανάση Μουτσόπουλο, αναπληρωτή καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης και Θεωρίας του Πολιτισμού, παρουσία της δημιουργού, στο καφέ του Νομισματικού Μουσείου της Αθήνας (Πανεπιστημίου 12), την Κυριακή 11 Ιουλίου και ώρα 19.30 (είσοδος ελεύθερη). Και το σχετικό link...
  10. Το βασικό πρόβλημα με την τριακοστή όγδοη περιπέτεια του Αστερίξ είναι ότι έχει πέσει στην παγίδα του διδακτισμού, συχνά δανεικού από παλιότερες ιστορίες με τη σφραγίδα του Γκοσινύ, στο όνομα της πιο εξαπλουστευτικής αντίληψης για τη χειραφέτηση και την οικολογία. Κι αυτό τον κάνει προσδοκώμενο και ανιαρό. Η Αδρεναλίνη (στο κέντρο), όπως την εικονογραφεί ο Κονράντ. Κυκλοφόρησε και στα ελληνικά – με καθυστέρηση ενός έτους – η τελευταία περιπέτεια του Αστερίξ του Γαλάτη, με τίτλο Η κόρη του Βερσιζεντορίξ. Εκδοτικό γεγονός στη γηραιά ήπειρο, καθώς η έκδοσή του πέρυσι στη Γαλλία συνέπεσε με τους εορτασμούς για τα 60 χρόνια ζωής του ήρωα. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι κυκλοφόρησε σε τιράζ 5.000.000 αντιτύπων (τα 2 εκ των οποίων μόνο στη Γαλλία). Δεν γινόταν να μην ασχοληθούμε με αυτήν την κυκλοφορία καθώς ο Αστερίξ έχει ξεπεράσει προ πολλού τα στενά όρια της ένατης τέχνης, διαβάζεται ευρέως με λίγα λόγια και συνεπώς επηρεάζει κατά κόρον τον τρόπο με τον οποίο το ευρύ κοινό αντιμετωπίζει τα κόμικς ως τέχνη. Το συγγραφικό δίδυμο Φερρί-Κονράντ (σενάριο-σχέδιο) που πήρε τη σκυτάλη συνέχισης του κόμικς το 2013 από τον Αλμπέρ Ουντερζό, έδειχνε να βελτιώνεται και να εξελίσσεται διαρκώς έχοντας ήδη παραδώσει τρία άλμπουμ – με το τελευταίο, Ο Αστερίξ και ο Υπεριταλικός, να είναι καλό. Η κόρη του Βερσιζεντορίξ όμως είναι μια παταγώδης αποτυχία, από την οποία δεν ξέρουμε τι να πρωτοξεχάσουμε. Ας δούμε όμως την ιστορία. Ο Γαλάτης αρχηγός Βερσιζεντορίξ, αφού ηττήθηκε μαχόμενος ενάντια στους Ρωμαίους και αιχμαλωτίστηκε από τον Καίσαρα, άφησε την κόρη του, Αδρεναλίνη τη λένε, σε δύο Αρβέρνιους αρχηγούς για να τη μεγαλώσουν. Η Αδρεναλίνη όμως είναι ο στόχος ενός προδότη, ο οποίος έχει υποσχεθεί στους Ρωμαίους πως θα τη βρει και τους φέρει το “τορκ” της (γαλατικό κόσμημα και σύμβολο δύναμης που ανήκε στον πατέρα της). Φυσικά το – πάντα φιλόξενο – χωριό του Αστερίξ στην Αρμορική της Βρετάνης είναι ο τόπος που θα σπεύσουν οι Αρβέρνοι θετοί «μπαμπάδες» της Αδρεναλίνης για να διαφυλάξουν την ασφάλειά της. Το έργο της φύλαξης της έφηβης αναλαμβάνουν φυσικά ο Αστερίξ και ο Οβελίξ, αλλά η Αδρεναλίνη κάνει του κεφαλιού της. Το άλμπουμ όμως έχει πολλά προβλήματα. Αρχικά απουσιάζουν χαρακτήρες από την πλοκή (ο Κακοφωνίξ λέει μόνο μια πρόταση σε ένα σημείο). Τα λογοπαίγνια είναι σπάνια ή χιλιοειπωμένα και χιλιοδιαβασμένα, το σχέδιο στερείται έμπνευσης με τα πρόσωπα των εφήβων (όπου υπάρχουν) να θυμίζουν χαρακτήρες που έχουμε ξανασυναντήσει στη σειρά και η εξέλιξη του σεναρίου προβληματική έως βαρετή, θυμίζοντας τα χειρότερα καρέ της Γαλέρας του Οβελίξ (1996) ή του Και ο ουρανός έπεσε στο κεφάλι τους (2005). Η Αδρεναλίνη αντιδρά σε όλα, είναι «έτοιμη για μάχη» και έχει μόνιμο θυμό, σαν έφηβη με κοτσίδα (πού το έχετε ξαναδεί;). Στον γαλλικό Τύπο παρομοιάστηκε με την Γκρέτα Τούνμπεργκ και το άλμπουμ χαιρετίστηκε για την ανάδειξη μιας ανεξάρτητης και μαχητικής γυναικείας προσωπικότητας αλλά και για την οικολογική του συνείδηση(;). Φυσικά οι συγγραφείς, σε συνέντευξη που παραχώρησαν σε βρετανική εφημερίδα, έσπευσαν να χαρακτηρίσουν το γεγονός ευτυχή «σύμπτωση», προσθέτοντας πως ήθελαν να πρωτοτυπήσουν σε αυτό το άλμπουμ προσθέτοντας μια πρωταγωνίστρια γένους θηλυκού που να μη δίνεται έμφαση στον «υποτακτικό» της ρόλο προς τους άντρες του χωριού. Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται πολύ προοδευτικά για τους περισσότερους αναγνώστες. Απλώς η αφήγηση προσδένεται στο ρεύμα του παγκόσμιου προοδευτισμού. Αλλά κινείται στην επιφάνεια. Δεν υπάρχει δυστυχώς τίποτα πρωτότυπο σε αυτό το άλμπουμ. Και τίποτα βαθύτερο απ’ ό,τι επιφανειακά αναπαρίσταται. Χιλιοειπωμένα αστεία Μπορεί οι γυναίκες στο Αστερίξ να παρουσιάζονται στερεοτυπικά (π.χ. εκνευριστική και με εξουσία όπως η Κλεοπάτρα, «μπίμπο» όπως η γυναίκα του Μαθουσαλίξ ή το αρχέτυπο της «καλής» και πιστής μεν, που-κάνει-κουμάντο δε, συζύγου όπως η Μπονεμίνα), όμως στερεοτυπικά παρουσιάζονται και οι άνδρες και όλοι οι λαοί που συναντάμε στο κόμικς, και αυτό αποτελεί – μαζί με τα λογοπαίγνια – συστατικό της επιτυχίας του. Σίγουρα πάντως η εικόνα της Αδρεναλίνης όταν αρνείται να φορέσει φόρεμα μπροστά στην Μπονεμίνα φαίνεται τουλάχιστον αμήχανη και αστείο. Εν τούτοις, το Ρόδο και Ξίφος (1991) όπου οι γυναίκες διοικούν μόνες τους το χωριό, έχει πολύ περισσότερα να πει για τη χειραφέτηση απ’ ότι Η κόρη του Βερσινζετορίξ. Οι έφηβοι εξάλλου που παρουσιάζονται στο τεύχος, αν και αποτελούν πολύ ενδιαφέρουσες προσθήκες, μιας και σπανίζουν τα τεύχη που δεν περιστρέφονται γύρω από ενήλικες, δεν είναι κάτι πρωτότυπο. Ίσως ο πιο ωραίος χαρακτήρας της σειράς να είναι ο Περικλής Κρεμιδόνεζ Υ Παέγια ή Πέπε από το Αστερίξ στην Ισπανία (1969), που όλως τυχαίως και αυτός ψάχνει να βρει καταφύγιο από τον Καίσαρα και επίσης του φταίνε τα πάντα και αντιδρά συνεχώς, ενώ ο χαρακτήρας εφήβου που «δεν κάνει αυτό που κάνουν οι μεγάλοι γιατί το κάνουν οι μεγάλοι και μόνο» μας είχε συντροφεύσει ως Γιεγιεδίξ ή Χαβαλεδίξ στο Αστερίξ και οι Νορμανδοί (1967). Τέλος, το ζήτημα της οικολογίας που ήθελαν να προβάλουν οι συγγραφείς περιορίστηκε σε χιλιοειπωμένα αστεία για την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και δεν άγγιξε καν το θέμα της κλιματικής αλλαγής. Σε παλιότερες ιστορίες όμως όπως η Κατοικία των Θεών (1971), γινόταν σημαντική νύξη και σεναριακά και σχεδιαστικά στο ζήτημα της αποψίλωσης των δασών με την παράλληλη απεικόνιση των πόλων ως άσχημων και χαοτικών τόπων, ενώ στο Αστερίξ και Χαλαλιμά (1987) θίγεται το πρόβλημα της ξηρασίας και της ανομβρίας. Δεν είπε κανείς ποτέ πως είναι εύκολη τέχνη τα κόμικς. Καμία τέχνη δεν είναι άλλωστε. Απαιτητική η ένατη τέχνη, πόσο μάλλον όταν καλείσαι ως δημιουργός να συνεχίσεις την πορεία της πιο επιτυχημένης, έξυπνης και εμπορικής ευρωπαϊκής σειράς. Οι συνεχιστές του Λούκυ Λουκ παραδείγματος χάρη, έχουν βρει τα πατήματά τους παρουσιάζοντας εξαιρετικά δείγματα δουλειάς (όπως θίξαμε και στο τεύχος 114 του Books’ Journal). Οι επιλογές είναι δύο: είτε επιλέγεις τον εύκολο δρόμο της ανάμειξης σκηνών, περιστατικών, αστείων και αναφορών από παλιές ιστορίες με το αποτέλεσμα που αναφέραμε, είτε ακολουθείς το μοτίβο των ιστοριών κάνοντας έρευνα και φέρνοντας πραγματική πρωτοτυπία στο σενάριο. Jean-Yves Ferri (σενάριο), Didier Conrad (σχέδιο), Αστερίξ (τχ. 38), Η κόρη του Βερσιζεντορίξ, μετάφραση από τα γαλλικά: Σταματίνα Στρατηγού, Μαμούθ, Αθήνα 2020, 48 σελίδες Και το σχετικό link...
  11. Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, συγγραφέας του «Γκιακ», συνυπογράφει με τον Kanellos Cob το graphic novel «Γυμνά οστά», που προβάλλει στο μέλλον τον εφιάλτη του παγκόσμιου παραλογισμού. Δημοσθένης Παπαμάρκος «Οι μηχανές, ακόμα και μετά από όλα αυτά τα χρόνια, είναι ανίκανες να συναγωνιστούν την ανθρωπότητα στην ευχέρειά της για αδικαιολόγητη βία. Δεν είναι στη φύση τους, σε αντίθεση με μας». Το λέει ένας σκληροτράχηλος άντρας που έχει χάσει το ένα μάτι του στη μάχη. Ένας άντρας χωρίς όνομα, που τρέφεται με υπολείμματα ανθρώπων ή μάλλον με μάζες ύλης που προέρχονται από αλλοτινούς πιλότους μηχανών, οι οποίες έσπερναν τον θάνατο σε ανθρώπους. Το λέει σε μια γυναίκα σταλμένη στη Γη από μια συνομοσπονδία πλανητών που συνεργάζονται σε ένα «μερκατοκρατικό» (sic) επίπεδο, με αποστολή να ανιχνεύσει το πώς θα μπορέσουν να οικειοποιηθούν την υψηλή τεχνολογία διάδρασης ανθρώπων και μηχανών για την οποία ξεχωρίζει αυτός ο πλανήτης. Τη συνέλαβαν μακριά από το διαστημόπλοιό της, ο άντρας μαζί με το «Θ.Ο.ΡΑ.Κ.Σ.» (sic) με το οποίο εκείνος συνεργάζεται. Σ’ αυτό αναφέρεται όταν της μιλά για «μηχανές»: στον τεράστιο «εξωσκελετό» (sic), την ενεργό πανοπλία που κινείται πια χωρίς πιλότο έχοντας αποκτήσει αυτόνομη συνείδηση. Έχει προηγηθεί ένας θερμοπυρηνικός παγκόσμιος πόλεμος, η βλάστηση είναι οργιώδης και έχει τυλίξει τα τσιμεντένια κτίρια και τα ερείπια των πιο αρχαίων πολιτισμών, τον Ναό του Ποσειδώνα, τον τάφο του Ατρέα, τις ανατιναγμένες πόλεις, τα πυρηνικά απόβλητα και τις κατεστραμμένες φονικές μηχανές. Αυτές, που ήταν τόσο εξελιγμένες ώστε έπαιρναν ενέργεια από τους πιλότους τους… Το τοπίο είναι απειλητικό, και οι δυο τους, για το αμοιβαίο όφελός τους, έχουν γίνει κυνηγοί των κυνηγών τους. Καλώς ήρθατε στα Γυμνά οστά, το graphic novel-γροθιά στο στομάχι που συνυπογράφουν δύο ανήσυχοι 40άρηδες: ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Kanellos Cob (εκδ. Polaris). Ο ιστορικός της ελληνιστικής αρχαιότητας, βραβευμένος πεζογράφος και σεναριογράφος, μαζί με τον γεννημένο στην Αθήνα, σπουδαγμένο συντηρητή αρχαιοτήτων και βραβευμένο κομίστα που σταδιοδρομεί στη Γαλλία, δημιούργησαν ένα μυθιστόρημα-σε-εικόνες, που μπορεί να διεκδικήσει διεθνή καριέρα τόσο για το εικαστικό όσο και για το θεματικό ειδικό βάρος του. Το βιβλίο τους, σε ιδέα και σενάριο του Παπαμάρκου, προβάλλει στο μέλλον τον εφιάλτη του παγκόσμιου παραλογισμού που γιγαντώνεται σήμερα με τη σκυταλοδρομία των εξοπλισμών, με την ακόρεστη δίψα για οικονομική εξουσία, με τη συνεχιζόμενη καταστροφή των βιότοπων του πλανήτη, αλλά όχι μόνο. Γιγαντώνεται πρώτα με την απαξίωση, τον ευτελισμό, την περιφρόνηση, την αδιαφορία, τον απενοχοποιημένο κυνισμό για τους πληθυσμούς των ανθρώπων που αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμοι. Και δεν είναι μόνο οι μεταναστευτικές ροές, είναι και οι μικροκοινότητες των μεγαλουπόλεων που δεν χωρούν στα σχέδια των κυρίαρχων. Το graphic novel των Παπαμάρκου και Cob ζωντανεύει, με υποδειγματική οικονομία στον λόγο, αυτή την ήδη διαφαινόμενη δυστοπία περιγράφοντας μια πορεία θανάτου σε ένα τοπίο θανάτου. Έτσι, τα Γυμνά οστά διασταυρώνονται με τη συλλογή διηγημάτων Γκιακ (Αντίποδες 2014, Πατάκης 2020) του Παπαμάρκου, που εμπνεόταν από την αιματηρή προέλαση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, όπως διασταυρώνονται και με την ομηρική «Νέκυια» της Οδύσσειας. Όμως τώρα, σε τούτο το μελλοντολογικό τοπίο για το οποίο ευθύνεται η δική μας εποχή, κανένας χαρακτήρας, μα κανένας, δεν είναι «καλός». Και δεν ξέρουμε εάν κάποιος από τους βασικούς τρεις θα προλάβει, ούτε εάν θα θελήσει ή εάν θα μπορέσει να κάνει κάποτε κάτι καλό. Και ποιο θα είναι εκείνο; Η προσπάθεια βελτίωσης αυτού του μετα-κόσμου ή η ανατροπή του; Άνθρωποι σαν μπαταρίες «Ήθελα να διερευνήσω την πιο σκοτεινή πλευρά της ανθρωπότητας» εξηγεί στην «Εφ.Συν.» ο Παπαμάρκος. «Λέμε ότι η αρετή του ανθρώπινου είδους είναι η θέληση να αίρεται στο ύψος του απέναντι σε κάθε αντιξοότητα. Ο πλανήτης έχει φτάσει στα όριά του, το βλέπουμε. Αλλά αντί να αναθεωρήσουμε το μοντέλο ζωής μας, αναζητάμε νέα εργαλεία για να το προστατέψουμε. Αντί να πούμε ένα «στοπ» στην ανάπτυξη σπρώχνουμε ολοένα πιο μακριά τα όριά της. Αντί να σταματήσουμε τους πολέμους, αναζητάμε την τεχνολογία που θα μας επιτρέψει να τους κάνουμε από μακριά. Στα Γυμνά οστά έχει γίνει ένας ολοκληρωτικός πόλεμος, τα πεδία μάχης είναι τόσο ραδιενεργά που οι στρατιώτες και οι γύρω πόλεις πεθαίνουν. Αλλά η απάντηση είναι η “Θωράκιση οπλίτη ραδιοανθεκτικού κατάφρακτου συντάγματος”: τα Θ.Ο.ΡΑ.Κ.Σ. Μάλιστα όταν οι πιλότοι-“εταίροι” (sic) τους θα εμφανίσουν μετατραυματικό στρες, αυτά θα “βελτιωθούν” τεχνολογικά ώστε να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία στον εγκέφαλό τους: μια νοημοσύνη επικουρική της ανθρώπινης που θα τους επιτρέπει την πράξη -όχι την απόφαση- του φόνου. Ώσπου από ένα ατύχημα προκύπτει ένα υβρίδιο ανθρώπινης και τεχνητής νοημοσύνης. Οπότε αποχαλινώνονται. Αντιμετωπίζουν κάθε ανθρώπινη μορφή ζωής σαν “μπαταρία”. Ό,τι έχει απομείνει από την ανθρωπότητα το κυνηγούν για να το καταναλώσουν. Με εξαίρεση το Θ.Ο.ΡΑ.Κ.Σ στο πρωταγωνιστικό μου δίδυμο, που είναι προϊόν κάποιας μετάλλαξης. Ωστόσο ούτε αυτό το δίδυμο πιστεύει πως υπάρχει σωτηρία σ’ αυτόν τον πλανήτη όπου όλοι αλληλοτρώγονται». Αλλά τα πράγματα είναι ακόμα πιο σύνθετα. Όχι μόνο επειδή υπάρχει το μάτι της συνομοσπονδίας των άλλων πλανητών που στέλνουν την κοπέλα-«πρόσκοπο» (sic) με τον… Ευρωστρατό τους για να αντλήσουν οφέλη (εδώ, τεχνογνωσία) ακόμη και από μια ολοκληρωτική καταστροφή. Κάπου κρυμμένη υπάρχει και η ελίτ που ποτέ δεν μένει άπραγη. Είναι οι «τεχναριστοκράτες» (sic) που διέφυγαν τις τελευταίες μέρες της σύγκρουσης στην κοιλάδα των Δελφών(!) με επίσημη δικαιολογία να επιχειρήσουν την ανοικοδόμηση. Στην πραγματικότητα όμως για να κατασκευάσουν ένα διαστημόπλοιο και να σωθούν μόνοι τους. Εδώ το πολιτικό σχόλιο του συγγραφέα είναι εύγλωττο. Άρα; Άρα η συνέχεια επί… του graphic novel και επί των εικόνων του Κανέλλου Μπίτσικα (Kanellos Cob), που «μιλούν» με αφηγηματική δύναμη, με φοβερή βία και με καθηλωτική ποιητικότητα. Ο Γιάννης Κουκουλάς, που αναδεικνύει την «9η Τέχνη» των κόμικς στο εβδομαδιαίο καρέ καρέ της «Εφ.Συν.», θα έχει κι άλλα πολλά να πει. Φιλοσοφικά ερωτήματα «Το σενάριο για τα Γυμνά οστά τελείωσε πριν από την πανδημία και κατά κάποιο τρόπο επιβεβαιώνει την ευθύνη της ανθρωπότητας για όσα συμβαίνουν στον πλανήτη» σχολιάζει ο Παπαμάρκος. «Ακόμη και το εμβόλιο του Covid έγινε μπίζνα». Πράγματι, αυτό το βιβλίο διαβάζεται απνευστί σαν δυσοίωνη περιπέτεια κανιβαλισμού με μεγάλες δόσεις σασπένς και εντυπωσιακή ατμόσφαιρα. Αλλά στο τέλος επικρατούν τα φιλοσοφικά ερωτήματα που ακουμπάνε με νύξεις στη χριστιανική εξόδιο ακολουθία όσο και στην ελληνική μυθολογία με αναφορά στις Ερινύες κ.ά. Ο Παπαμάρκος, με χαρακτήρες που δεν ξέρουμε σε ποιο βαθμό είναι άνθρωποι και σε ποιο φονικές μηχανές, μας εισάγει σε έναν μελλοντικό κόσμο όπου επικρατεί η ανωνυμία και η ισονομία του θανάτου και όπου κάθε στοιχείο πολιτισμού έχει ακυρωθεί. Και μας προκαλεί να στοχαστούμε την εμπλοκή μας στην οικοδόμησή του και να θέσουμε ερωτήματα όπως: «τι κάνει τον άνθρωπο;» ή «εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, τότε;» Είναι χαρακτηριστικό το ότι τα Γυμνά οστά δεν υιοθετούν το μοτίβο της επανάστασης των μηχανών-που-αποκτούν-συνείδηση, μοτίβο κλασικό πλέον στην επιστημονική φαντασία, αλλά αντλούν στοιχεία από τον μύθο των ζόμπι. Επίσης ότι πλάθουν ένα δικό τους λεξιλόγιο και παράλληλα εισάγουν τις ελληνικές αρχαιότητες σαν αρχιτεκτονικό μοτίβο που υπαινίσσεται τη συγχρονία της Ιστορίας. Διότι το αύριο συγκατοικεί ήδη με το χθες. Και το σχετικό link...
  12. Ένα διαχρονικό βιβλίο που το διαβάζουν με το ίδιο ενδιαφέρον μικροί και μεγάλοι σε ηλικία αναγνώστες, η «Φάρμα των Ζώων» του Τζορτζ Όργουελ, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάκτος σε μια εξαιρετική προσαρμογή του Βραζιλιάνου δημιουργού Odyr. «Όλα τα ζώα είναι ίσα αλλά μερικά ζώα είναι πιο ίσα από τα άλλα» είναι η πιο εμβληματική φράση από τη «Φάρμα των Ζώων», το αριστούργημα του Βρετανού συγγραφέα Τζορτζ Όργουελ που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1945. Γι’ αυτό το βιβλίο του αλλά και για το «1984» καθώς και για το «Πεθαίνοντας στην Καταλονία», όλα βαθύτατα πολιτικά έργα, ο Όργουελ θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους Βρετανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Η ιστορία της «Φάρμας» είναι λίγο-πολύ γνωστή στους περισσότερους, που όλο και κάποτε θα την έχουν διαβάσει ή θα έχουν ακούσει γι’ αυτήν. Τα ζώα, γουρούνια, πρόβατα, κότες, άλογα, σκύλοι, σε μια φάρμα της Αγγλίας βιώνουν την κακομεταχείριση, τις συνεχείς κακοποιήσεις, τα βασανιστήρια του ιδιοκτήτη κυρίου Τζόουνς. Υπό την καθοδήγηση των γουρουνιών οργανώνουν την επανάστασή τους και τα καταφέρνουν. Διώχνουν τους ανθρώπους, αφεντικό κι εργάτες, και αναλαμβάνουν τα ίδια τις τύχες τους και τη λειτουργία της φάρμας πάνω σε εντελώς νέα πρότυπα. Ο Γερο-Στρατηγός ήταν αυτός που έδωσε την έμπνευση και με τον πύρινο λόγο του παρακίνησε τα ζώα να εξεγερθούν: «Η απάντηση σε όλα μας τα προβλήματα συνοψίζεται σε μία μόνο λέξη: Άνθρωπος. Ο άνθρωπος είναι ο πραγματικός εχθρός μας. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον στον κόσμο που παίρνει χωρίς να δίνει. Δεν δίνει γάλα, δεν γεννάει αυγά και είναι πολύ αδύναμος να σύρει το αλέτρι. Παρ’ όλα αυτά είναι ο αφέντης των ζώων. Ας ξεφορτωθούμε τον άνθρωπο και οι καρποί της εργασίας μας θα είναι δικοί μας. Σχεδόν μέσα σε μια νύχτα θα μπορούσαμε να γίνουμε πλούσιοι κι ελεύθεροι. Τι πρέπει λοιπόν να κάνουμε; Τι άλλο από το να εργαστούμε νύχτα και μέρα με όλη μας την ψυχή και το σώμα για να πετάξουμε από πάνω μας τον ανθρώπινο ζυγό; Αυτό είναι το μήνυμά μου, σύντροφοι: Επανάσταση! Να θυμάστε: Ό,τι έχει δύο πόδια είναι εχθρός. Ό,τι έχει τέσσερα πόδια ή φτερά είναι φίλος. Στον αγώνα μας ενάντια στον άνθρωπο δεν πρέπει να καταντήσουμε σαν αυτόν. Κανένα ζώο δεν πρέπει ποτέ να ζήσει σε σπίτι ή να κοιμηθεί σε κρεβάτι, να φορέσει ρούχα, να πιει αλκοόλ, να κάνει εμπόριο ή να σκοτώσει. Όλες οι συνήθειες του ανθρώπου είναι κακές. Και πάνω απ’ όλα δεν πρέπει ποτέ κανένα ζώο να καταπιέσει τη φυλή του. Είμαστε όλοι αδέρφια. Όλα τα ζώα είναι ίσα». Τα λόγια αυτά συνεπαίρνουν τα ζώα της φάρμας. Πάπιες, άλογα, κουτάβια και γουρουνάκια κοιτάζουν με ανοιχτό το στόμα. Και συμμετέχουν ενεργά. Η ενότητά τους είναι συγκινητική. Αλλά δυστυχώς για τα ζώα, ο Γερο-Στρατηγός πεθαίνει νωρίς και, ευτυχώς για τον ίδιο, δεν προλαβαίνει να δει τα ιδανικά της επανάστασης να ξεφτίζουν ένα ένα. Όπως ο Λένιν πέθανε νωρίς μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και δεν πρόλαβε να δει τον Στάλιν να ανεβαίνει στην ιεραρχία της Σοβιετικής Ένωσης, έτσι και ο Γερο-Στρατηγός δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι ο Ναπολέων, ένα φιλόδοξο γουρούνι με ηγετικές ικανότητες, θα γινόταν η αρχή και το τέλος της επανάστασης. Ο Ναπολέων πρώτα απαλλάχθηκε από τον Σνόουμπολ, κατά πολλούς μια μεταφορά του Τρότσκι, στη συνέχεια ανέλαβε αποκλειστικά την εξουσία χωρίς να συμβουλεύεται κανέναν, εφάρμοσε σιδηρά πειθαρχία και άρχισε να εκτελεί αντιφρονούντες. Και έτσι δίπλα στο σύνθημα χειραφέτησης, ελευθερίας, ισότητας, αλληλεγγύης και δικαιοσύνης «Όλα τα ζώα είναι ίσα» προστέθηκε η φράση «…αλλά μερικά ζώα είναι πιο ίσα από τα άλλα». Μέχρι που τα γουρούνια άρχισαν να μοιάζουν όλο και περισσότερο στους ανθρώπους, να φορούν κοστούμια, να περπατούν στα δύο πόδια, να πίνουν αλκοόλ και να κοιμούνται σε κρεβάτια. Η επανάσταση είχε πια σβήσει. Αυτό που κάνει ξεχωριστή και ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα τη νέα έκδοση του Κάκτου (βασισμένη στη μετάφραση της Νίνας Μπάρτη σε διασκευή μετάφρασης του Γιώργου Προεστού) είναι η σχεδιαστική προσέγγιση και η προσαρμογή-διασκευή του Βραζιλιάνου εικονογράφου, σχεδιαστή και δημιουργού κόμικς Odyr. Ο Odyr επιλέγει να αποδώσει πολλές σκηνές από την εποχή της ελευθερίας με φωτεινά χρώματα και «απαθανατίζοντας» τα ζώα σε στιγμές χαλάρωσης, ξεγνοιασιάς και αρμονίας με τη φύση. Οι «πολεμικές» σκηνές και οι συγκρούσεις είναι λίγες, αλλά εξαιρετικά βίαιες. Χρησιμοποιώντας ακρυλικά μελάνια παρουσιάζει τα ζώα όπως στην πραγματικότητα είναι και όχι εξανθρωπισμένα παρά μόνο στις τελευταίες σελίδες του. Έτσι συνθέτει μια πανέμορφη αλληγορία που υμνεί την ελευθερία και τη φύση. Αλλά και απαισιόδοξη ταυτόχρονα, καθώς η επανάσταση προδίδεται και λήγει άδοξα. Τα προδομένα ζώα θα επιστρέψουν στην παλιά, τραγική ζωή τους. Η επανάσταση μπορεί να ήταν βραχύβια. Αλλά αργά ή γρήγορα θα έρθουν άλλα ζώα. Πιο οργισμένα και πιο αποφασισμένα. Και το σχετικό link...
  13. Σκοτεινοί κόσμοι, αλλόκοσμα πλάσματα, υπερφυσικά στοιχεία, υπεράνθρωπες δυνάμεις και ανθρώπινοι ήρωες. Αυτά είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που έκαναν το «Berserk», το magnum opus ενός από τους κορυφαίους δημιουργούς σκοτεινής επικής φαντασίας της γενιάς του, Κεντάρο Μιούρα, να ξεχωρίζει και τον πρόσφατο χαμό του να αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό στον παγκόσμιο χάρτη της 9ης Τέχνης. Θλίψη προκάλεσε σε εκατομμύρια αναγνώστες ανά τον κόσμο μια είδηση που έσκασε σαν κεραυνός εν αιθρία την 21η Μαΐου του 2021: ο Κεντάρο Μιούρα, δημιουργός του θρυλικού μάνγκα – όπως λέγονται στην Ιαπωνία τα κόμικ – «Berserk», άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία μόλις 54 ετών, από οξεία αορτική ανατομή. «Πήγα να ανοίξω έναν τόμο του "Berserk" μόλις τώρα, και φαντάστηκα για μια στιγμή πως κάθε σελίδα του βιβλίου ήταν κενή, για να θυμίσω στον εαυτό μου πως έτσι ξεκινούσε κάθε σελίδα από τις χιλιάδες σελίδες του. Ήταν ένας συγγραφέας και καλλιτέχνης ονόματι Κεντάρο Μιούρο που σκέφτηκε, που διάλεξε, που δούλεψε για να γεμίσει αυτές τις σελίδες με ένα έπος θάρρους, κομψότητας, τρόμου, περιπέτειας, αγάπης, λύτρωσης, επιμονής, φιλίας, χιούμορ – ένα έπος γεμάτο αντιφάσεις: όμορφο, γκροτέσκο, ευφάνταστο, κοσμικό», έγραψε ο Καρλ Χορν, επί σειρά ετών επιμελητής της αμερικανικής έκδοσης για την Dark Horse, αυτού που ήταν ένα έργο ζωής για τον Μιούρα – ένα έργο ζωής που τον συντρόφευε μέχρι τον θάνατο. Ο δημιουργός και το έργο του Γιος καλλιτεχνών, ο Μιούρα γεννήθηκε το 1966 στην πόλη Τσίμπα της ομώνυμης περιφέρειας της Ιαπωνίας. Η καλλιτεχνική του φύση εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς, αφού ήδη από τα 10 χρόνια του σχεδίασε το μάνγκα «Miuranger», στο πλαίσιο μιας σχολικής έκδοσης που μοιραζόταν στους συμμαθητές του. Μέχρι να ενηλικιωθεί, είχε ήδη αρκετό υλικό της αγαπημένης του τέχνης να επιδείξει. Γι’ αυτό και ο Τζορτζ Μορικάουα, δημιουργός του δημοφιλέστατου αθλητικού μπόξινγκ μάνγκα «Hajime no Ippo», το οποίο συνεχίζει την κυκλοφορία του από το 1989 μέχρι σήμερα, τον δέχτηκε ως βοηθό του για να τον απορρίψει λίγο αργότερα: «Δεν έχω να σου διδάξω κάτι που δεν ξέρεις ήδη», του είπε. Στα μάτια του ο Μιούρα ήταν ήδη ένας ολοκληρωμένος καλλιτέχνης, ένας έτοιμος μανγκάκα – ο ιαπωνικός όρος για τους δημιουργούς κόμικς. Το «Berserk» ξεκίνησε να δημοσιεύεται στο περιοδικό «Monthly Animal House» το 1989, και από το 1992 μέχρι σήμερα στο διάδοχο «Young Animal». Την αγγλική έκδοση σε τόμους ανέλαβε η Dark Horse, ενώ στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει οι πρώτοι 5 τόμοι από τις εκδόσεις Anubis. Την ίδια στιγμή, το μυαλό του Μιούρα δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από το σχέδιο του χαρακτήρα που είχε εδώ και λίγο καιρό απεικονίσει στα χαρτιά του: έναν σκοτεινό πολεμιστή με ένα γιγαντιαίο σπαθί, που έμελλε να γίνει το σήμα κατατεθέν του έργου του. Πριν ξεκινήσει να δουλεύει στο «Berserk», είχε ήδη καταχωρίσει στην εργογραφία του μερικές σύντομες δουλειές: το «Futabi» που του χάρισε το πρώτο του βραβείο στον διαγωνισμό του πιο γνωστού εβδομαδιαίου περιοδικού μάνγκα στην Ιαπωνία, «Weekly Shonen Magazine», το «NOA» και το «Oro». Ο δρόμος προς την καταξίωση όμως άνοιξε με την πρώιμη εκδοχή του «Berserk» για τον εκδοτικό οίκο Hakusensha, με τον οποίο έμελλε να συνεργαστεί για τα επόμενα 32 χρόνια. Ιστορία για… δυνατά στομάχια Ήδη από τις πρώτες σελίδες του «Berserk», οι οποίες πρωτοδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Monthly Animal House» το 1989, το ταλέντο του νεαρού καλλιτέχνη ξεχείλιζε. Δεν ήταν ούτε η σκοτεινή, αλλόκοσμη αισθητική που προσέδιδε με τις εικαστικές του ικανότητες, σχεδιάζοντας με την ιδιαίτερη τεχνοτροπία του βδελυρούς και ανόσιους δαίμονες, φρικιαστικούς νεκροζώντανους, ούτε οι σοκαριστικές έως και προβοκατόρικες σκηνές ωμής – ωμότατης! – βίας ή αλογόκριτου γυμνού, ούτε ακόμα ο καλοσχεδιασμένος πρωταγωνιστής, ο Γκατς (στα αγγλικά Guts που σημαίνει «άντερα»), ο σκυθρωπός και μυώδης «Μαύρος Ξιφομάχος» με το σημάδι στον λαιμό που διαρκώς στάζει αίμα, το προσθετικό χέρι-οπλοστάσιο και το γιγαντιαίο σπαθί του. Ήταν το γεγονός ότι, σε κάθε επόμενο κεφάλαιο, τα ερωτήματα πλήθαιναν σε τέτοιο βαθμό που η αβεβαιότητα μετατρεπόταν σε σιγουριά ότι εδώ υπάρχει μια ιστορία που περιμένει να ειπωθεί. Αν η βίαιη εισαγωγή σε έναν κόσμο σκοτεινό, ζοφερό και μάταιο, καθώς και η γνωριμία με έναν ήρωα που διψάει για αίμα χωρίς προφανή αιτία εκ πρώτης όψεως ξενίζουν, η συνέχεια αποζημιώνει και με το παραπάνω. Διότι όσο το νήμα της πλοκής ξετυλίγεται, το ίδιο συμβαίνει και στην αφηγηματική δεινότητα του δημιουργού που άφησε έντονο στίγμα στη μυθοπλασία επικής φαντασίας της εποχής μας. Η πρωτοτυπία του Μιούρα ήταν ότι πέταξε τους αναγνώστες του εξ αρχής στα πολύ βαθιά νερά της ιστορίας του, για να έρθει τρεις τόμους αργότερα να προσφέρει το πολυπόθητο σωσίβιο. Έτσι, ενώ έχουμε πάρει μια καλή γεύση από έναν κόσμο μυστηριακό και υπερβατικό, μεταφερόμαστε ξαφνικά σε ένα περιβάλλον γνώριμο και οικείο για να παρακολουθήσουμε πώς ξεκίνησαν όλα. Στη «Χρυσή Εποχή» το σκηνικό αλλάζει. Βρισκόμαστε σε ένα κλασικό μεσαιωνικό σκηνικό, με επιβλητικά κάστρα, ευγενείς και αριστοκράτες, πολέμους και μισθοφόρους. Τίποτα δεν προμηνύει τη μετάλλαξη του κόσμου που μας έδειξε από την κλειδαρότρυπα ο Μιούρα – το υπερφυσικό στοιχείο, αν όχι ανύπαρκτο, είναι το λιγότερο διακριτικό. Ένα καραβάνι μισθοφόρων τυχαίνει να εντοπίσει τον νεογνό τότε πρωταγωνιστή, ο οποίος μεγαλώνει γνωρίζοντας μόνο τον πόλεμο, τη σφαγή και τον θάνατο. Και την προδοσία. Ένα περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης σε πολύ μικρή ηλικία και το έντονο συναίσθημα της προδοσίας θα είναι κάποια από τα πολυάριθμα στίγματα που θα αποσπάσει στην ταραγμένη του πορεία, της οποίας γινόμαστε μάρτυρες. Η δύναμη και η σκληρότητα καταλήγουν για εκείνον άμυνα και αυτοσκοπός, χωρίς ωστόσο να καταφέρει ποτέ να ξεφύγει από τους εφιάλτες του. Αυτή η ατέρμονη πάλη είναι άλλωστε ένα από τα κεντρικά στοιχεία της σειράς. Σύντομα θα γίνει μέλος στην ανερχόμενη «Συντροφιά του Γερακιού», έναν στρατό μισθοφόρων από νεαρούς συνομηλίκους του, με τους οποίους θα έρθει κοντά και θα ανακτήσει μέρος της χαμένης του εμπιστοσύνης – για να την ξαναχάσει. Κομβικός είναι ο ρόλος του αρχηγού Γκρίφιθ, του «Λευκού Γερακιού», ενός μυστηριώδους νεαρού με αγγελική ομορφιά, αξεπέραστες στρατηγικές ικανότητες και μοναδικό ηγετικό χάρισμα. Η προσωπικότητά του και οι φιλοδοξίες του θα γοητεύσουν τον Γκατς, ο οποίος ακόμα αναζητά τον εαυτό του. Επηρεάστηκε και επηρέασε Κοπιώδης παρά δύσκολη θα χαρακτηριζόταν η επιχείρηση ανεύρεσης των πολυάριθμων επιρροών και αναφορών στο έργο του Μιούρα. Μπορεί να πρόκειται για ένα καλότεχνο ψηφιδωτό με ποικίλα και ενδεχομένως ετερόκλητα συνθετικά στοιχεία, παραμένει εν τούτοις δέσμιο των ευρύτατων ερεθισμάτων που δεχόταν σε διάφορες συγκυρίες ο εμπνευστής τους. Ως βασική πηγή έμπνευσής του μνημονεύει τον γνωστότερο ίσως ήρωα του εν λόγω είδους: τον Κόναν τον Βάρβαρο. Παραδόξως, η κύρια επιρροή του ήταν η ταινία του 1982 με τον Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ και τα μυθιστορήματα του Ρόμπερτ Χάουαρντ, αλλά όχι τα κόμικς με τον γνωστό ήρωα. Μαζί με ταινίες όπως το Excalibur (1981) και το Willow (1988), αλλά και το Star Wars, του έδωσαν να καταλάβει πως ιστορίες σαν αυτές προϋποθέτουν μια ξεκάθαρη εικόνα του φανταστικού κόσμου στον οποίο οραματίζεσαι να εντάξεις τους ήρωες και την αφήγησή σου. Άλλες επιρροές ήταν κλασικά μάνγκα όπως το «Devilman» και το «Hokuto No Ken» (Fist of the North Star), αλλά και τα μάνγκα για νεαρά κορίτσια (shojo) όπως το «Ρόδο των Βερσαλιών», απ’ όπου αποκόμισε την εκφραστική εικαστική απόδοση των συναισθημάτων. Αντίστροφα, σύγχρονες σειρές μάνγκα με μεγάλη απήχηση όπως το δημοφιλέστατο «Attack On Titan», το «Vinland Saga» και το «Black Clover», αλλά ακόμα και το προβαλλόμενο στο Netflix αμερικανικής παραγωγής «Castlevania», οφείλουν την ύπαρξή τους στην απήχηση του «Berserk». Το ίδιο ισχύει και για βιντεοπαιχνίδια, όπως το Devil May Cry και τo Final Fantasy VII. Το τέλος μιας εποχής Ύστερα από 30 χρόνια, 40 τόμους, πολυάριθμα βραβεία, δύο τηλεοπτικές σειρές, τρεις ταινίες και εκατομμύρια πωλήσεις (η Dark Horse ανακοίνωσε το 2018 πως το «Berserk» αποτελεί τον τίτλο με τις περισσότερες πωλήσεις στην ιστορία του εκδοτικού οίκου), εύκολα καταλαβαίνει κανείς πως το κενό που αφήνει μετά τον πρόωρο θάνατο του δημιουργού του θα είναι δυσαναπλήρωτο. Αν θα μείνει ημιτελές ή όχι μένει να φανεί, αφού η ανακοίνωση των συνεργατών του από το Studio Gaga, το εργαστήριο που ίδρυσε για την παραγωγή του «Berserk», αφήνει ανοιχτό το σχετικό ενδεχόμενο. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.