-
Posts
5,982 -
Joined
-
Last visited
-
Days Won
15
ramirez last won the day on November 24 2024
ramirez had the most liked content!
About ramirez
- Birthday November 28
Retained
-
Member Title
WHAT ? ME WORRY ?
Contact Methods
-
Website URL
http://
Profile Information
-
Gender
Male
-
Country
Greece
Recent Profile Visitors
22,460 profile views
ramirez's Achievements
GC Fan (7/9)
38.2k
Reputation
-
Συζητάμε με τον ιδρυτή και συνδιοργανωτή του εγχειρήματος, Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου, για την επιτυχημένη πορεία που έχει σημειώσει ένα από τα μακροβιότερα φεστιβάλ της Ελλάδας. Από την πρώτη χρονιά που μετακόμισα στην Αθήνα για σπουδές, θυμάμαι να συζητάμε με φίλους για το Comicdom, να μελετάμε το πρόγραμμα και τους καλεσμένους, να χωνόμαστε στις ουρές και να χαζεύουμε επί ώρες τους πάγκους στο Artists Alley και τα εικαστικά αφιερώματα του φεστιβάλ. Για πολλούς από εμάς που μεγαλώσαμε περνώντας ώρες με το κεφάλι χωμένο στις σελίδες κάποιου comic και ονειρευόμασταν να βρεθούμε κάποια στιγμή σε αμερικανικό Comic-Con, η ύπαρξη ενός αντίστοιχου εγχειρήματος στην Ελλάδα ήταν μια ευκαιρία να ξεφύγουμε από τα καρέ που ήταν τυπωμένα στο χαρτί, να ανακαλύψουμε ακόμα περισσότερα για τον κόσμο της ένατης τέχνης και να συνδεθούμε με άτομα εξίσου κολλημένα με εμάς. Το Comicdom CON Athens ξεκίνησε πριν από είκοσι χρόνια από άτομα που αγαπούσαν τα comics και ήθελαν να στήσουν κάτι που θα ενίσχυε την εγχώρια σκηνή, η οποία τότε δεν είχε βρει ακόμα το πάτημά της. Το φεστιβάλ δεν άργησε να αποκτήσει σταθερό κοινό και εξελίχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο επιτυχημένα της χώρας, χάρη στη σκληρή δουλειά και το μεράκι των διοργανωτών του. Φέτος το Comicdom επιστρέφει με επετειακή διάθεση (και ελεύθερη είσοδο) στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων το τριήμερο 15-17 Μαΐου και παρουσιάζει ένα από τα ωραιότερά προγράμματά του: νέα graphic novels εμπνευσμένα από τη μουσική και την αθηναϊκή κουλτούρα, μια έκθεση αφιερωμένη στον θρυλικό Πάνο Σιδηρόπουλο, διεθνείς καλεσμένοι (Ντέιβιντ Λόιντ, Πι Τζέι Χόλντεν, Σάιμον Ντέιβις, για να ονομάσουμε μερικούς), συζητήσεις για manga, Pokémon, κουίζ και, φυσικά, η απονομή των Ελληνικών Βραβείων Comics 2026. Λίγο πριν η Τεχνόπολη ανοίξει τις πύλες της για να μας καλωσορίσει στο επετειακό Comicdom, είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε με τον ιδρυτή και συνδιοργανωτή του φεστιβάλ Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου για την επιτυχημένη πορεία της διοργάνωσης, τις δυσκολίες διαχείρισής της και όσα επιδιώκει η ομάδα για το μέλλον. Φέτος είναι διπλή η γιορτή, καθώς μετράμε είκοσι χρόνια Comicdom CON Athens και τριάντα χρόνια Comicdom. Πώς ξεκίνησε η ιδέα για ένα τέτοιο εγχείρημα; Όλα ξεκίνησαν από μια παρορμητική ερώτηση στο θρανίο μιας «απίστευτα βαρετής» σχολής δημοσιογραφίας. Έγραψα την ώρα του μαθήματος στον τότε φίλο και συν-σπουδαστή Δημήτρη Σακαρίδη που τον γνώριζα ήδη από «κομιξικές» παρέες: «Πάμε να κάνουμε ένα φανζινάκι για comics;». Το ονομάσαμε Comicdom, από το “king-dom”, το βασίλειο των comics. Εκείνο το πρώτο fanzine το 1996 δεν ήταν απλώς μια έκδοση, αλλά μια δήλωση ύπαρξης σε μια εποχή που τα comics ήταν κατακερματισμένα και η πληροφορία διάσπαρτη. Δέκα χρόνια αργότερα, το 2006, με την προσθήκη στην ομάδα των μετέπειτα συν-διοργανωτών, Γιάννη Κουρουμπακάλη και της Λήδας Τσενέ, η ανάγκη για σύνδεση πήρε τη μορφή του Comicdom CON Athens, του πρώτου φεστιβάλ στην Ελλάδα αποκλειστικά αφιερωμένου στα comics, που ξεκίνησε με 1.500 επισκέπτες και την αίσθηση ότι φέραμε κάτι εντελώς καινούργιο. Όπως αποδείχτηκε, υπήρχε η αναγκαία δυναμική για να στηρίξει την ανάπτυξη ενός τέτοιου θεσμού. Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου Ποιες ήταν οι προκλήσεις που αντιμετωπίσατε όταν ξεκινήσατε τον θεσμό; Υπήρχαν μεγαλύτερες δυσκολίες δεδομένου ότι μιλάμε για ένα πρότζεκτ που αφορά τα comics και τότε φαντάζομαι ότι δεν ήταν τόσο δημοφιλή εγχώρια; Η απόφαση να προχωρήσουμε στη διοργάνωση ενός φεστιβάλ πάρθηκε σχεδόν αυθόρμητα σε ένα υπόγειο διαμέρισμα, χωρίς κάποιο μεγάλο πλάνο ή μακρόπνοη στρατηγική. Οι κυριότερες προκλήσεις που αντιμετωπίσαμε ήταν η έλλειψη προηγουμένου και η έλλειψη budget και χώρου. Αν η Ελληνοαμερικανική Ένωση, με πρωτοβουλία της τότε διευθύντριας του πολιτιστικού τμήματος, Ήρας Παπαδοπούλου, δεν είχαν αγκαλιάσει ως συνδιοργανωτές το όραμά μας, η ιστορία του φεστιβάλ θα είχε πάρει εντελώς διαφορετική τροπή. Εκείνη την εποχή υπήρχε ήδη ένα υπερ-επιτυχημένο φεστιβάλ στην Αθήνα, αυτό της Βαβέλ. Η δική μας διαφοροποίηση ήταν ότι εστιάσαμε αποκλειστικά στα comics, χωρίς παράλληλα μουσικά ή εικαστικά δρώμενα. Αυτό θεωρήθηκε μεγάλο ρίσκο, καθώς δεν υπήρχε καμία ισχυρή ένδειξη ότι μια διοργάνωση μόνο για comics θα μπορούσε να σταθεί από μόνη της. Σήμερα τι είδους εμπόδια συναντάτε στην οργάνωση του φεστιβάλ; Φαντάζομαι ότι η επιτυχημένη πορεία του Comicdom είναι παράγοντας που διευκολύνει σημαντικά την προετοιμασία του πλέον. Η επιτυχία βοηθά στην αναγνωρισιμότητα, αλλά φέρνει και νέες προκλήσεις. Η κούραση μετά από τόσα χρόνια είναι αισθητή. Πάντα υπάρχουν στιγμές αμφιβολίας, άγχος για τα deadlines και «καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης». Επίσης, οι ανάγκες της «πραγματικής ζωής» συχνά συγκρούονται με τον χρόνο που απαιτεί το φεστιβάλ. Η μεγαλύτερη δυσκολία όμως είναι η ανεύρεση χορηγών, καθώς και η αναιμική κρατική υποστήριξη. Υπήρχε μία συγκεκριμένη στρατηγική που υιοθετήσατε όταν ξεκίνησε το φεστιβάλ για να σιγουρευτείτε ότι θα πετύχει ή ήταν περισσότερο ένα ρίσκο; Σαφέστατα επρόκειτο για ρίσκο. Υπήρχε ενθουσιασμός, πίστη και η επιθυμία να κάνουμε κάτι με τους δικούς μας όρους και αξίες. Αλλά μόνο αυτά. Θεωρείς ότι τα social media έχουν ορίσει μία νέα στρατηγική για επιχειρήσεις που θέλουν να διατηρήσουν σταθερή επαφή με το κοινό; Τι πλάνο ακολουθείτε για τη διαδικτυακή προβολή και προώθηση στο Comicdom; Τα social media έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε και προωθούμε το Comicdom CON Athens. Η στρατηγική μας έχει εξελιχθεί σε μια δυναμική παρουσία σε πλατφόρμες που μας επιτρέπουν την άμεση αλληλεπίδραση με το κοινό μας. Το Facebook αποτελεί το κεντρικό σημείο ενημέρωσης και συζήτησης. Εκεί αναρτούμε το αναλυτικό πρόγραμμα, τις ανακοινώσεις για τους διεθνείς προσκεκλημένους, και διατηρούμε την επαφή με τους 22.000+ σταθερούς φίλους του φεστιβάλ. Το Instagram είναι η κατεξοχήν οπτική πλατφόρμα μας. Εκεί αναδεικνύουμε το έργο των σχεδόν 200 δημιουργών που συμμετέχουν στο Artists Alley, μοιραζόμαστε στιγμιότυπα από τις εκθέσεις και τα εντυπωσιακά κοστούμια του διαγωνισμού Cosplay, ενώ το TikTok είναι η πιο πρόσφατη προσθήκη μας, στοχεύοντας στη νεότερη γενιά αναγνωστών. Μέσα από σύντομα βίντεο, προσπαθούμε να μεταφέρουμε την ενέργεια του φεστιβάλ. Χρησιμοποιούμε τα social media τόσο να προωθήσουμε τις δράσεις μας, όσο και τη νέα εκδοτική παραγωγή που συντονίζεται για να συμπέσει με το φεστιβάλ. Παράλληλα προβάλλουμε έντονα τη θέση μας κατά της χρήσης τεχνητής νοημοσύνης (Α.Ι.) στα έργα των καλλιτεχνών. Αυτό αποτελεί μέρος της νέας στρατηγική μας για τη στήριξη της ανθρώπινης δημιουργίας, ένα θέμα που συζητάμε εκτενώς και σε πρόσφατη ημερίδα που συμμετείχε ο οργανισμός μας. Σκέφτεστε καθόλου τη διοργάνωση events και στο εξωτερικό ή τη συνεργασία με διεθνή φεστιβάλ; Έχουμε ήδη πολύ στενή σχέση με το εξωτερικό. Συνεργαζόμαστε με μουσεία όπως το Hergé Museum και το Cartoon Art Museum του Σαν Φρανσίσκο. Έχουμε φιλοξενήσει τεράστια ονόματα, όπως ο Milo Manara, ο John Romita Jr. και ο Chris Ware. Επιπλέον, μέσω της Agora, δημιουργούμε γέφυρες φέρνοντας Έλληνες δημιουργούς σε επαφή με εκδότες από από όλο τον κόσμο, ενώ τέλος, ο διαγωνισμός μας Comicdom Cosplay λειτουργεί ως προκριματικός για το Europa Cosplay Cup στη Γαλλία. Η διοργάνωση events στο εξωτερικό είναι κάτι που απαιτεί υλικούς και ανθρώπινους πόρους που – σε αυτή τη φάση τουλάχιστον – δεν διαθέτουμε. Πώς θα θέλατε να προχωρήσετε στο μέλλον ως Comicdom και τι πιστεύεις ότι χρειάζεται για να ενισχυθεί περισσότερο ο θεσμός; Στόχος μας για το μέλλον είναι να διασφαλίσουμε τη βιωσιμότητα και την περαιτέρω ανάπτυξη του Comicdom CON Athens. Για να γίνει αυτό όμως, είναι απαραίτητη μια γενναία και έμπρακτη κρατική υποστήριξη, αλλά και μια ριζική αλλαγή νοοτροπίας στον ιδιωτικό τομέα. Πρέπει επιτέλους να γίνει κοινός τόπος ότι τα comics δεν είναι τα «μικυμάου» για μια χούφτα γραφικών, αλλά μια σύγχρονη, μαζική και δυναμική τέχνη που αναγνωρίζεται πλέον ως ισότιμο μέσο με το βιβλίο. Με μια προσέλευση στο φεστιβάλ που ξεπερνάει τους 40.000 επισκέπτες και ένα Artists Alley που φιλοξενεί σχεδόν 200 δημιουργούς με αποκλειστικά νέα έργα, το Comicdom CON Athens αποτελεί ένα μοναδικό πολιτιστικό τοπόσημο για την Αθήνα. Δυστυχώς, ένα μεγάλο μέρος της αγοράς εξακολουθεί να εμφορείται από οπισθοδρομικές και συχνά κοντόφθαλμες αντιλήψεις. Συχνά δεν γίνεται αντιληπτό το τεράστιο ανταποδοτικό όφελος που έχει ένα brand αν επενδύσει χορηγικά σε ένα φεστιβάλ με τόσο μαζική απήχηση και πιστό κοινό. Εμείς θα συνεχίσουμε να επενδύουμε στην ποιότητα και στην εξωστρέφεια, αποδεικνύοντας ότι τα comics είναι μια σοβαρή βιομηχανία με παρόν και μέλλον. Πώς καταφέρνετε σήμερα να διαχειρίζεστε όλα τα παράλληλα πρότζεκτ (Queer Con, Athens Comics Library, Comicdom Press κλπ) και μάλιστα εθελοντικά; Δεν το είδαμε ποτέ ως «δουλειά». Είναι η ευχαρίστησή μας. Ναι, «σακατεύουμε» τον ελεύθερο χρόνο μας, δουλεύουμε – κάποιες φορές και μετά τα μεσάνυχτα – μπροστά σε οθόνες, αλλά αυτό που παίρνουμε πίσω είναι πολύ περισσότερο από αυτό που δίνουμε. Έχουμε γίνει πια μια μεγάλη οικογένεια. Γιατί το Comicdom εξακολουθεί να είναι ελεύθερο για τους επισκέπτες; Η ελεύθερη είσοδος ανοίγει τον κόσμο των comics σε όλους: οικογένειες, παιδιά, εφήβους, ενήλικες, κάθε ηλικιακή ή ταξική ομάδα. Η ελεύθερη πρόσβαση σε πολιτιστικά αγαθά υψηλής ποιότητας αποτελεί μέχρι της αξιακής μας ταυτότητας. Πόσο σημαντικό θεωρείς το crowdfunding; Είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, ειδικά για πρωτοεμφανιζόμενους. Εμείς το χρησιμοποιήσαμε, για παράδειγμα, στην έκδοση «Η Παναγιά η Χελιδονού» του Γιώργου Τσιαμάντα μέσω του Indiegogo. Επιτρέπει σε τολμηρά πρότζεκτ να βρουν τον δρόμο τους προς το κοινό. Πιο πρόσφατο παράδειγμα, το νέο περιοδικό comics «Φούσκα», που γίνεται πραγματικότητα μετά από μία επιτυχημένη crowdfunding καμπάνια. Ανατρέχοντας στα όσα έχεις ζήσει εδώ και δύο δεκαετίες ως βασικό μέλος της οικογένειας του Comicdom, ποιο πιστεύεις ότι είναι το «κλειδί της επιτυχίας» και τι συμβουλή θα έδινες σε κάποιον που ξεκινά τώρα ένα αντίστοιχο εγχείρημα; Όραμα, πείσμα, επιμονή και απέραντη υπομονή. Όμως, το πιο κρίσιμο – και ίσως το πιο δύσκολο στοιχείο – είναι να διατηρείς το κριτήριο σου απέναντι στο ίδιο το πρότζεκτ: να αναγνωρίζεις τι δεν αποδίδει και να έχεις το θάρρος να το μετασχηματίσεις ή ακόμα και να το εγκαταλείψεις την κατάλληλη στιγμή. Δεν πρέπει να γινόμαστε δέσμιοι των ιδεών μας. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στις ανθρώπινες σχέσεις, η πραγματική επιτυχία κρύβεται στην ικανότητα να αποδεχόμαστε αυτά που δεν μπορούν να αλλάξουν, στο κουράγιο να αλλάζουμε εκείνα που περνούν από το χέρι μας, και κυρίως στην ικανότητα να αναγνωρίζουμε τη διαφορά μεταξύ των δύο. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
-
- ηλίας κατιρτζιγιανόγλου
- comicdom
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Συναντήσαμε τους διοργανωτές του φεστιβάλ για να συζητήσουμε πώς έχτισαν ένα από τα πιο αγαπητά εναλλακτικά φεστιβάλ της Αθήνας. Τάσος Θεοφίλου Για τους Κυψελιώτες, το «red n’ noir bookstore café bar» δεν είναι απλώς ένα στέκι, αλλά ένα σημείο συνάντησης και συνδιαλλαγής, όπου μπορείς να διαβάσεις το βιβλίο σου απολαμβάνοντας ένα ποτό, αλλά και να ανακαλύψεις πρωτότυπους τίτλους από μικρότερα εκδοτικά εγχειρήματα. Το φιλόξενο βιβλιοκαταφύγιο στη Δροσοπούλου 52 λειτουργεί από το 2020 ως βιβλιοκαφέ, μπαρ, βιβλιοπωλείο, χώρος εκδηλώσεων, και έχει ξεχωρίσει από τον σωρό χάρη στα εναλλακτικά του events, από μπαζάρ και συζητήσεις μέχρι φεστιβάλ. Ίσως το πιο δημοφιλές του εγχείρημα είναι το books n’ beer, που έρχεται ξανά στην πόλη για έκτη συνεχή χρονιά, το τριήμερο 12, 13, 14 Ιουνίου. Η φετινή διοργάνωση μας έδωσε την αφορμή να βρεθούμε ένα μεσημέρι στην Πλατεία Πρωτομαγιάς, όπου διεξάγεται το φεστιβάλ, για να συναντήσουμε δύο από τους διοργανωτές του. Καθισμένοι στο καφέ δίπλα στην πλατεία, ο Τάσος Θεοφίλου και ο Στάθης Γεωργιάδης μίλησαν για την έμπνευση πίσω από το επιτυχημένο βιβλιοεγχείρημα και πώς κατέληξαν να «παντρεύουν» την ανάγνωση με την μπίρα. Η ανάγνωση γίνεται και πάλι κουλ Απ' ότι φαίνεται, ο εγκλεισμός του 2020 είχε και τα θετικά του. Δημιούργησε την ανάγκη για περισσότερες ουσιαστικές επαφές και αφορμές για έξοδο, που μέχρι τότε, κακά τα ψέματα, θεωρούσαμε δεδομένες. Το «red n’ noir» γεννήθηκε μέσα από την ανάγκη για επανασύνδεση και προσέγγισε τις παρουσιάσεις βιβλίων με έναν όχι τόσο μονότονο τρόπο, αλλά σαν happenings που αγκάλιαζαν την κοινότητα της γειτονιάς. Με την ίδια περίπου λογική προέκυψε και το books n’ beer. Ο Τάσος Θεοφίλου εξηγεί ότι η ομάδα ήθελε να προωθήσει τις δράσεις του μικρού χώρου στη Δροσοπούλου σε έναν μεγαλύτερο, προκειμένου να γίνουν πιο διαχειρίσιμοι οι περιορισμοί που βιώναμε εκείνη την περίοδο. «Αν και ξεκίνησε σαν μία μεγάλη εκδοχή του «red n’ noir», σταδιακά έγινε ένα αυτόνομο φεστιβάλ. Ταυτόχρονα, επειδή επικρατεί μια παρεξηγημένη άποψη για τους ανθρώπους που διαβάζουν βιβλία, και εμείς πιστεύουμε ότι το βιβλίο είναι κάτι ζωντανό, θέλαμε αυτό να φανεί μέσα από το φεστιβάλ μας. Την πρώτη χρονιά της καραντίνας, νιώσαμε την ανάγκη και κοινωνικά και επαγγελματικά να ενισχύσουμε κάπως το μαγαζί. Οπότε σκεφτήκαμε το πρώτο τριήμερο εγκαινίων του «red n’ noir» να κάνουμε ένα μπαζάρ με μεγάλες εκπτώσεις έξω από τον χώρο. Ήταν πολύ πετυχημένο και παρατηρήσαμε ότι όλος ο ο κόσμος αγόραζε βιβλία και έπινε μπίρες. Έτσι προέκυψε η πρώτη ιδέα, την οποία υλοποιήσαμε την επόμενη χρονιά στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης, με κάποιους περιορισμούς προφανώς, μιας και ο COVID ήταν ακόμη σε έξαρση». Μπίρα και μπίρι-μπίρι Σημαντικό στοιχείο για τους ιδρυτές του φεστιβάλ ήταν ο θεσμός να παραμείνει στη γειτονιά της Κυψέλης, όπου έτσι κι αλλιώς έδρευε και το καφέ. «Θέλαμε ως αναγνώστες να κάνουμε ένα εναλλακτικό φεστιβάλ βιβλίου που θα απομακρυνόταν από τα στεγανά που ήδη υπήρχαν, να είναι λιγότερο σοβαροφανές και πιο ανάλαφρο», μας λέει ο Στάθης Γεωργιάδης. «Παράλληλα, μας ένοιαζε να αναδείξουμε μικρότερους εκδοτικούς οίκους, που στα φεστιβάλ δεν έχουν τόσο συχνά την ευκαιρία να συμμετέχουν, καθώς είναι πολύ μεγάλα τα κόστη για αυτούς». Στάθης Γεωργιάδης Δύο χρόνια μετά την πρώτη διεξαγωγή, η ομάδα του books n’ beer απέκτησε την τεχνογνωσία για την καλύτερη οργάνωση του φεστιβάλ και την επέκταση των δράσεών του. Ο Τάσος θυμάται ότι η ανταπόκριση των εκδοτών ήταν επίσης μεγαλύτερη. «Η καραντίνα τελικά βοήθησε, γιατί ο κόσμος ήθελε να συναντηθεί σε ανοιχτούς, δημόσιους χώρους και υπήρχε μία πολύ μεγάλη ανάταση του βιβλίου. Το κοινό ήθελε να εξοικειωθεί περισσότερο με την ανάγνωση, επομένως ερχόταν στο φεστιβάλ για να ανακαλύψει νέους τίτλους, να συζητήσει για αυτούς και να παρακολουθήσει σχετικές εκδηλώσεις. Εμείς καλύψαμε αυτή την ανάγκη». Και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που το φεστιβάλ είχε τόση απήχηση, ήδη από τα πρώτα του βήματα. Με το σκεπτικό να διατηρηθεί χαμηλό το κόστος της διοργάνωσης και την επιθυμία να φιλοξενηθεί σε έναν μεγαλύτερο χώρο, το books n’ beer επέλεξε για νέα του στέγη την Πλατεία Πρωτομαγιάς, στο Πεδίον του Άρεως. «Αυτό στην πράξη είχε άλλο ένα θετικό», μας λέει ο Τάσος: «ο κάθε εκδότης δεν είναι περιορισμένος στο περίπτερό του, γεγονός που δημιουργεί μια ψυχρή ατμόσφαιρα. Στην πλατεία, ο κόσμος αλληλεπιδρούσε με τους πωλητές, όπως και οι εκδότες μεταξύ τους, και αναπτύχθηκε ένα παρεΐστικο κλίμα, γεγονός που έχτισε σιγά-σιγά την κουλτούρα του books n’ beer». Ο Στάθης πιστεύει ότι αναμφίβολα βοήθησε και η μπίρα. «Θέλαμε να στηρίξουμε τις μικρές ελληνικές ζυθοποιίες και να δοκιμάσει ο κόσμος μία ποιοτική μπίρα σε όσο μικρότερο κόστος γίνεται». Το στοίχημα διαχείρισης ενός ανεξάρτητου φεστιβάλ Όπως συμβαίνει με κάθε είδους διοργάνωση, πάντα υπάρχουν δυσκολίες και απρόοπτα. «Με τα χρόνια μαθαίνεις να είσαι πιο ψύχραιμος και να έχεις ενναλακτικές. Όμως πάντα πρέπει να είσαι λίγο στην τσίτα για να διοργανώσεις ένα φεστιβάλ και είναι απαραίτητη η στήριξη πολλών συνεργατών» πιστεύουν οι διοργανωτές. Τάσος Θεοφίλου Για τον Στάθη Γεωργιάδη, έχει μεγάλη σημασία ποιους συνεργάτες θα επιλέξεις, αλλά και να καταφέρεις να κρατήσεις μία σταθερή ομάδα και για τις μελλοντικές διοργανώσεις. Ευτυχώς, «όσο μεγαλώνει το φεστιβάλ, μεγαλώνει και η ομάδα και υπάρχει καλύτερος συντονισμός» αναφέρει. Παράλληλα, θεωρεί ότι οι εκδηλώσεις που παρουσιάζονται τραβούν το ενδιαφέρον του κοινού, καθώς πρεσβεύουν θεματικές τις οποίες είναι δύσκολο να προωθήσεις σε πιο mainstream φεστιβάλ. Ο Τάσος Θεοφίλου τονίζει ότι η ταυτότητα του θεσμού είναι εξίσου σημαντική, γιατί «ο κόσμος μάς επισκέπτεται, αλληλεπιδρά και βιώνει κάτι πιο ζωντανό. Επίσης, παίζει ρόλο το γεγονός ότι διεξάγεται σε κεντρικό σημείο της πόλης και μια περίοδο όπου όλοι θέλουμε να βγούμε έξω και να ζήσουμε πράγματα – βοηθάει σίγουρα και η μπίρα». Ειδικά με το τελευταίο, συμφωνούμε απόλυτα. Από το hip-hop και το stand-up στο ντοκουμέντο και τα ΜΜΕ Το «red n’ noir» απαθανατίστηκε πρόσφατα στο νέο graphic novel «Εν Κατακλείδι», για τον Πάνο Σιδηρόπουλο, για το οποίο, αν βρεθείτε στην Πλατεία Πρωτομαγιάς, θα έχετε την ευκαιρία να μάθετε περισσότερα. Στις 13 Ιουνίου, το φεστιβάλ φιλοξενεί τους συγγραφείς Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου («Εν Κατακλείδι») και Μι Δέλτα («Πολυκατοικίες»), οι οποίοι θα μιλήσουν για το έργο τους. Οι συζητήσεις για hip-hop, λογοτεχνία και stand up κωμωδία θα καλύψουν τις πρώτες δύο ημέρες του φεστιβάλ, ενώ την Κυριακή 14 Ιουνίου δίνεται έμφαση στα ΜΜΕ, το ντοκουμέντο, τη μαρτυρία και το δοκίμιο. Ραντεβού λοιπόν στο 6ο books n’ beer αυτό το ΠΣΚ για εκτενή βιβλιοέρευνα, ιντριγκαδόρικες συζητήσεις και άφθονη μπίρα (προφανώς). Και το σχετικό link...
-
- 1
-
-
- books n’ beer
- στάθης γεωργιάδης
- (and 4 more)
-
Τo νο 2571.
- 9 replies
-
- 1977
- αττικές εκδόσεις
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Η πορεία της κομίστριας και σκηνοθέτριας Μαρζάν Σατραπί, που αυτοεξορίστηκε από το Ιράν και βυθίστηκε στη νοσταλγία. Ήταν το 2007 όταν μια άγνωστη Ιρανή σκηνοθέτρια βρέθηκε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών, διεκδικώντας τον Χρυσό Φοίνικα απέναντι σε μεγαθήρια (Ταραντίνο, Καρ Γουάι, Φίντσερ, Μπέλα Ταρ, Ζβιάγκιντσεφ, Κουστουρίτσα, αδελφοί Κοέν, Βαν Σαντ, Κιμ Κι Ντουκ, Φατίχ Ακίν κ.ά.). Εκείνη η διοργάνωση έκρυβε εκπλήξεις αφού, εκτός του βαρύτιμου επάθλου που απονεμήθηκε στον άγνωστο Ρουμάνο Μουντζίου («4 μήνες, 3 βδομάδες, 2 μέρες»), η 38χρονη τότε Σατραπί κέρδισε, μαζί με τον συνσκηνοθέτη του «Περσέπολις» Βενσάν Παρονό, το Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής. «Παρ’ όλο που αυτή η ταινία είναι παγκόσμια, θέλω να την αφιερώσω σε όλους τους Ιρανούς» δήλωσε η νικήτρια στα μέσα ενημέρωσης για το φιλμ που προβλήθηκε σχεδόν παντού και γνώρισε τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία. Στη χώρα μας έγινε από τις δημοφιλέστερες ταινίες των 00s σπάζοντας τα εισπρακτικά – για artistic φιλμ – ρεκόρ της χρονιάς, καθώς το είδαν περισσότεροι από 60.000 σινεφίλ. Η πραγματική ζωή της Μαρζάν Σατραπί, από τα παιδικά της χρόνια στην Περσία του σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί μέχρι και την εποχή του σκληρού αποχωρισμού από την οικογένεια αλλά και τον τόπο καταγωγής της, αποτέλεσε το θέμα του ομότιτλου αυτοβιογραφικού της κόμικς στο οποίο βασίστηκε το φιλμ. Το τέλος της αθωότητας Στο «Περσέπολις» (στην Ελλάδα κυκλοφόρησε αρχικά από τις εκδόσεις Ηλίβατον και αργότερα από το Οξύ σε μτφρ. Π. Τομαρά) που γράφτηκε σε τρία μέρη, αρχής γενομένης το 2000, η Σατραπί αναφέρεται κυρίως στο τέλος της παιδικής αθωότητάς της. Την ταυτίζει με την οδύνη για την απώλεια όλων αυτών τα οποία θεωρούμε δεδομένα (η ασφάλεια της οικογένειας, το δικαίωμα στην ελευθερία, η χαρά της ζωής) και τη συνδέει άμεσα με όσα ακολούθησαν μετά την ανατροπή του σάχη και τα πρώτα χρόνια της Ισλαμικής Επανάστασης που έβαλε τη σφραγίδα του ο αγιατολάχ Χομεϊνί. Η ταινία ακολουθεί με απόλυτη πιστότητα τα βήματα του πρωτότυπου κόμικς. Μάλιστα σε αρκετά σημεία η κινηματογραφική αφήγηση είναι… φωτοτυπία εκείνης του χαρτιού. Από τις πιο ξεχωριστές σελίδες-σεκάνς είναι αυτές που σχετίζονται με το μεγάλωμα της μικρής Μαρζάν σε ένα μέρος πολύχρωμο και όλο ζωντάνια, το οποίο σταδιακά μεταβάλλεται σε ένα ασπρόμαυρο, σχεδόν νεκρικό, σκηνικό. Το πάλαι ποτέ χαμογελαστό κορίτσι μαραζώνει πλέον στη χώρα των μουλάδων, καθώς οι γυναίκες «που δοκιμάζουν την υπομονή» του Θεού και των εντολοδόχων του βρίσκονται σε μόνιμη κατάσταση επιτήρησης και καθεστώς τιμωρίας. Η λύση που της προσφέρει η οικογένειά της για σπουδές στο εξωτερικό (Βιέννη) αποδεικνύεται μπούμερανγκ, αφού η κατάθλιψη λόγω του νόστου χτυπάει με δύναμη την πόρτα της ξενιτεμένης Μαρζάν που επιστρέφει στην πατρίδα της. Την επιτυχία εκείνης της ταινίας – και του βιβλίου που μεταφράστηκε σε είκοσι γλώσσες – η οποία έφτασε μέχρι τα Όσκαρ, ενώ κέρδισε και δύο βραβεία Σεζάρ, δεν την ξανάζησε η Σατραπί. Η Γαλλοϊρανή κομίστρια και σκηνοθέτρια που ζούσε μόνιμα στο Παρίσι από το 1994 και ήταν σταθερή επικρίτρια του ιρανικού καθεστώτος γύρισε πέντε ταινίες. Μόλις μία όμως στάθηκε στο ύψος του «Περσέπολις». Πρόκειται για το επίσης βασισμένο σε δικό της graphic novel «Κοτόπουλο με δαμάσκηνα» (2011), ένα είδος νοσταλγικού ταξιδιού στην Περσία των 60s με όχημα μια τρυφερή ερωτική ιστορία και πρωταγωνιστές τους Ματιέ Αμαλρίκ, Εντουάρ Μπαέρ και Μαρία ντε Μεντέιρος. Αρνήθηκε τις τιμές Το 2025 αρνήθηκε να παραλάβει από τη Γαλλική Δημοκρατία τον τίτλο του Ιππότη Τάγματος της Λεγεώνας της Τιμής, καταγγέλλοντας «την υποκριτική στάση της κυβέρνησης της Γαλλίας» απέναντι στο Ιράν, το οποίο είχε εξαπολύσει ακόμη ένα ακραίο κύμα καταστολής των αντιφρονούντων Ιρανών που διεκδικούσαν το δικαίωμα στην ελευθερία. Δεν σταματούσε πάντως να τονίζει ότι η άρνησή της δεν σχετίζεται με την αγάπη της για τη Γαλλία την οποία θεωρούσε χώρα της. Στα έργα της Σατραπί, είτε στο χαρτί είτε στο σελιλόιντ, ο παράγοντας νοσταλγία είναι πρωταγωνιστής. Δεν συμφωνούσε με εκείνους που θεωρούσαν το συγκεκριμένο στοιχείο μέσο ωραιοποίησης κάποιων καταστάσεων. «Είναι σχεδόν αδύνατο να μάθεις από το παρελθόν αν δεν είσαι νοσταλγικός τύπος» συνήθιζε να λέει. Τόνιζε επίσης πως χάρη στην ενασχόλησή της με τις τέχνες έμαθε να καλλιεργεί την πολιτική σκέψη της, «παρότι δεν είμαι πολιτικός» όπως έλεγε, και συμπλήρωνε με νόημα: «Δεν ξέρω πώς να λύσω τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ως καλλιτέχνης έχω ένα καθήκον, να κάνω ερωτήσεις, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τον τρόπο που πορεύεται ένας καλλιτέχνης». Η τελευταία ταινία Η ύστατη φορά που η Μαρζάν Σατραπί κάθισε στη σκηνοθετική πολυθρόνα ήταν το 2024 για λογαριασμό της μέτριας σπονδυλωτής κωμωδίας «Παριζιάνικες ιστορίες», ένα κράμα από μικρές γλυκόπικρες ανθρώπινες ιστορίες που τοποθετούνται στο πολύβουο και χαοτικό σύγχρονο Παρίσι. Σαφώς, συγκριτικά, καλύτερες ήταν οι επιδόσεις της στη βιογραφία για την πρωτοπόρο νομπελίστρια Μαρί Κιουρί που υπέγραψε το 2019 με πρωταγωνίστρια την Ρόζαμουντ Πάικ. Τον τελευταίο χρόνο η Σατραπί πάλευε με την κατάθλιψη καθώς δυσκολευόταν να ξεπεράσει τον χαμό του συζύγου της. Όπως είχε γράψει σε αρκετές αναρτήσεις στον λογαριασμό της στο Instagram για τον ηθοποιό, παραγωγό και σεναριογράφο Ματίας Ρίπα που πέθανε τον Απρίλιο του 2025, «έχασα την αγάπη της ζωής μου». Και το σχετικό link...
-
- 1
-
-
- μαρζάν σατραπί
- marjane satrapi
- (and 9 more)
-
Ένα νέο graphic novel των Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη επιχειρεί να φωτίσει τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τον άνθρωπο πίσω από τον θρύλο του ελληνικού ροκ. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος είναι ένας πραγματικός, σάρκινος ήρωας. Δηλαδή ένας άνθρωπος που μετά τον θάνατό του απέκτησε έναν μύθο όσο λίγοι άνθρωποι του τραγουδιού. Όσο κι αν αυτό είναι κάτι που συμβαίνει συχνά με όσους φεύγουν νωρίς, μέσα στην νιότη, στην ομορφιά, στην ακμή, ο Σιδηρόπουλος δικαιούται να έχει μύθο. Όπως όλοι όσοι άνοιξαν έναν δρόμο μόνοι τους με τα χέρια τους, δεν ακολούθησαν τίποτα έτοιμο και ήταν επιδραστικοί για τους επόμενους. Δύο εξαιρετικοί καλλιτέχνες ανέλαβαν το δύσκολο εγχείρημα να φτιάξουν ένα κόμικ για τον Παύλο. Και το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Φτιάχνουν κόσμο από τις πρώτες σελίδες. Τον βλέπεις να τριγυρνάει στην Αθήνα των δεκαετιών του 70 και του 80, τον ακούς να σκέφτεται, να τραγουδάει, να τσακίζει. Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου έγραψε το σενάριο και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης το σκίτσο. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως». Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου Έχεις πει πως όταν σού έγινε η πρόταση για αυτό το βιβλίο, δεν απάντησες αμέσως γιατί αισθάνθηκες πως θα αναλάμβανες μία ευθύνη για την οποία δεν ήξερες αν ήσουν έτοιμος. Ποιες ήταν δηλαδή οι πρώτες σου σκέψεις και ποια είναι η ευθύνη; Οι πρώτες μου σκέψεις ήταν «Θέλω σαν τρελός να το κάνω, μπορώ όμως; Μπορώ να βιογραφήσω έναν άνθρωπο και καλλιτέχνη που σημαίνει τόσα πολλά για τόσο πολλούς ανθρώπους; Να αποτυπώσω μια τόσο αντιφατική προσωπικότητα – που μάλιστα δεν ζει για να καταθέσει τη δική του οπτική, να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει γεγονότα και συναισθήματα;» Από την επόμενη ημέρα κιόλας της πρότασης του εκδότη, Λεωκράτη Ανεμοδουρά, ξεκίνησα την έρευνα κι ένα μήνα μετά, έχοντας σχηματίσει στοιχειωδώς μια εικόνα των διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με τη ζωή και το έργο του, και με πλήρη επίγνωση του ρίσκου που έπαιρνα, είπα το «ναι». Είναι ένα βιβλίο για τον Παύλο ή για την ανάμνηση τού Παύλου; Εννοώ, είναι για τον άνθρωπο ή για τον μύθο του; Τολμώ να πω ότι είναι και τα δύο. Στο κόμικ ξετυλίγεται η ιστορία της ζωής του, όμως ο αφηγητής δεν είναι ο ίδιος ο Παύλος, παρότι έχει τη μορφή του. Είναι η «ηχώ» του, το απόσταγμα όσων έγραψε, είπε και άφησε πίσω του, και ταυτόχρονα το σύνολο των – συχνά αντιφατικών – αναμνήσεων όσων τον έζησαν. Αναμνήσεις που διαμορφώθηκαν από επιλογή ή από τη συγκυρία. Ουσιαστικά αποτυπώνεται η ζωή ενός ανθρώπου που έγινε. Πώς κατάφερες να επιλέξεις ποια κομμάτια από την ζωή του θα αναφερθούν και ποια θα μείνουν απ’ έξω; Το τι θα έμενε εν τέλει εκτός, ήταν ίσως η πιο δύσκολη διαδικασία απ’ όλες. Η προσέγγισή μου ήταν μια διαρκής άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στον σεβασμό προς το πρόσωπό του και τη δραματουργική ανάγκη του έργου. Λειτούργησα με ένα φίλτρο προσωπικής ηθικής. Άφησα απ’ έξω οτιδήποτε αντιλαμβανόμουν ως διάθεση «κλειδαρότρυπας» και κιτρινισμού, και προτίμησα να δείξω τις συνέπειες πράξεων και γεγονότων, τον αντίκτυπο που είχαν οι επιλογές του, αποφεύγοντας φτηνούς εντυπωσιασμούς στις σκοτεινές στιγμές του, και κυρίως σε ό,τι αφορούσε τη χρήση και τις συνέπειές της. Πόσο εύκολο είναι να μιλήσεις για την ζωή ενός παιδικού σου ήρωα; Προσπάθησες να αποστασιοποιηθείς, να γίνεις «αντικειμενικός» ή η αντικειμενικότητα δεν έχει καμία θέση όταν αναφερόμαστε στις αγάπες μας; Η αποστασιοποίηση, η αποδόμηση κι εν συνεχεία η αποκατάσταση σε μια πιο ρεαλιστική βάση, ήρθαν αναπόφευκτα μέσα από την έρευνα, και τις συνεντεύξεις – πρωτογενείς και μη – με ανθρώπους που τον έζησαν. Επέλεξα να κρατήσω μια εύθραυστη ισορροπία, στεκόμενος με σεβασμό απέναντι στον άνθρωπο-καλλιτέχνη, επιτρέποντας όμως στον αναγνώστη να δει τις ρωγμές, τη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή μέσω των οποίων και εκφράστηκε, όπως έλεγε ο ίδιος. Νιώθω ότι, στο τέλος της ημέρας, η αληθινή αγάπη για έναν καλλιτέχνη δεν κρύβεται πίσω από εξιδανικεύσεις. Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης Ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης Ποιες ήταν οι πρώτες σου σκέψεις όταν σου έγινε η πρόταση για αυτό το βιβλίο; Κάθε φορά που ξεκινάω ένα καινούργιο κόμικς μου αρέσει να διαφέρει από το προηγούμενο, να δοκιμάζω νέα πράγματα και προκλήσεις, κάνοντας όμως δουλειές που κι εγώ θα ήθελα να διαβάσω ως αναγνώστης. Πρέπει όμως να ομολογήσω πως δεν είχα φανταστεί ποτέ τη ζωή και το έργο του Παύλου σε μορφή κόμικς. Μέχρι που μου το πρότεινε ο Λεωκράτης (υπεύθυνος των εκδόσεων Μικρός Ήρως). Απ’ όσο ξέρω, ήταν κάτι που το επεξεργαζόταν καιρό, και ο Ηλίας είχε αναλάβει την έρευνα και το σενάριο. Αρχικά, δεν ήμουν σίγουρος ότι ήταν κάτι που θα μπορούσα να αναλάβω, μου έμοιαζε μεγάλη ευθύνη. Σύντομα όμως, όταν βρεθήκαμε από κοντά και συζητήσαμε γι’ αυτό, πώς το φαντάζεται ο καθένας μας, θέλησα κι εγώ να γίνω μέρος αυτού του πρότζεκτ που μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον και διαφορετικό από ό,τι είχα κάνει ως εκείνη τη στιγμή. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση, η μεγαλύτερη δυσκολία και με ποιον τρόπο την έλυσες; Όταν σχεδίαζα τις πρώτες σελίδες, είχα στο μυαλό μου όσο γίνεται να πετύχω την ομοιότητα των προσώπων που παρουσιάζονται στην ιστορία μας και του ίδιου του Παύλου, φυσικά. Γρήγορα όμως, αυτό έπαψε να με απασχολεί τόσο και έδωσα περισσότερο βάρος στα συναισθήματα και στην απόδοση της ατμόσφαιρας. Έτσι, το πιο δύσκολο θα πω ότι ήταν να μπορέσω να δώσω μια μουσικότητα στα σχέδια, ένα ροκ αυθορμητισμό που θα ζωντάνευε τον χάρτινο Παύλο και την εποχή του. Αυτό προσπάθησα να το πετύχω μέσα από τις έντονες γραμμές και το παιχνίδι με το χρώμα ή την απουσία του. Σε ενδιέφερε να αποδώσεις με ρεαλισμό τις εικόνες και τα χρώματα της εποχής ή να φτιάξεις έναν δικό σου κόσμο; Προσωπικά, διαβάζοντας το βιβλίο ένωσα πως περπατούσα στους δρόμους της Αθήνας της δεκαετίας του 80. Πολύ χαίρομαι που το λες! Η σκέψη μου ήταν κάθε σκηνή να έχει τη δική της απόχρωση ανάλογα με την περίοδο που περιγράφεται σε αυτή, αλλά να αποτυπώνει και τα συναισθήματα, την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τότε ο Παύλος. Καθώς η ιστορία μας εκτείνεται στο πέρασμα των δεκαετιών, βασίστηκα σε φωτογραφίες για τα κτίρια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης του ’70 και του ‘80, όπως και για τα πρόσωπα και τα εξώφυλλα δίσκων που κυκλοφόρησαν τότε. Φυσικά, δεν με ενδιαφέρει να τα αποτυπώσω φωτογραφικά αλλά να δίνουν την εικόνα και την ατμόσφαιρα της εποχής. Γι’ αυτό κάποιες φορές τα παραλλάσσω και τα αποδίδω με τον δικό μου τρόπο ώστε να ταιριάζουν καλύτερα στη ροή της ιστορίας, οπότε ναι, ίσως πλέον μιλάμε για έναν δικό μου κόσμο, στα χνάρια του Παύλου. Όσο σχεδίαζα, άκουγα και τα αντίστοιχα τραγούδια του, οπότε, έστω και υποσυνείδητα, επηρέασαν κι αυτά το αποτέλεσμα. Ετοιμάζοντας το βιβλίο, υπήρξε κάποια σκέψη, κάποια ιδέα που την θεώρησες ακραία ή «επικίνδυνη» και τελικά δεν την προχώρησες; Σχεδιαστικά μιλώντας, ειδικά στις πιο «σκοτεινές» πλευρές της ζωής του, ήθελα να αποφύγω τις υπερβολικά δραματικές απεικονίσεις. Προτίμησα τα πράγματα περισσότερο να υπονοούνται παρά να επιδεικνύονται. Ήδη από την πρώτη μας συζήτηση με τον Ηλία και τον Λεωκράτη, όταν ακόμα φανταζόμασταν πώς θα είναι το τελικό αποτέλεσμα του βιβλίου, είχαμε πει ότι δεν θέλαμε να τονίσουμε τα σκοτάδια αλλά περισσότερο τις φωτεινές στιγμές του Παύλου. Γι’ αυτό έδωσα περισσότερο έμφαση στο ονειρικό στοιχείο, είναι νομίζω και κάτι που χαρακτηρίζει την δουλειά μου κι εδώ το βρήκα σαν ευκαιρία για πειραματισμό. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- παύλος σιδηρόπουλος
- εκδόσεις μικρός ήρως
- (and 3 more)
-
Ένα πρωτότυπο καλλιτεχνικό εγχείρημα που «παντρεύει» τη jazz μουσική με την τέχνη της ένατης διάστασης, παρουσιάζει το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, μέσω του βίντεο από την έκθεση «Μουσικόμα – Το Κόμικ Μιούζικαλ». Η έκθεση φιλοξενήθηκε στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων, στο πλαίσιο των παράλληλων εκδηλώσεων του 25ου Athens Jazz. Η φετινή διοργάνωση του θεσμού ξεπέρασε τα στενά όρια των συναυλιών και των καθιερωμένων μουσικών συναντήσεων που προσελκύουν ετησίως χιλιάδες επισκέπτες στο Γκάζι. Μεταξύ των δράσεων που κέντρισαν το ενδιαφέρον του κοινού ξεχώρισε η έκθεση «Μουσικόμα – The Comic Musical», μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική πρόταση που έστησε έναν δημιουργικό διάλογο ανάμεσα στη jazz και τα κόμικς. Μέσα από πρωτότυπα έργα, ειδικές εκτυπώσεις, πληροφοριακό υλικό και διαδραστικές εφαρμογές, οι επισκέπτες είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν από κοντά την εξέλιξη του project «Μουσικόμα». Πρόκειται για ένα δυναμικό εγχείρημα που τα τελευταία χρόνια διευρύνει συνεχώς τα όριά του, μεταβαίνοντας με επιτυχία από το έντυπο μέσο στη μουσική σύνθεση και, ακολούθως, στη σκηνική παρουσίαση. Η έκθεση παρουσιάστηκε με αφορμή δύο σημαντικά πολιτιστικά ορόσημα: τα 25 χρόνια του Athens Jazz και τα 20 χρόνια του Comicdom Con Athens, του μεγαλύτερου φεστιβάλ κόμικς της χώρας. Η συνάντηση αυτών των δύο επετείων αποτέλεσε την ιδανική αφορμή για να παρουσιαστεί στο κοινό ένα έργο που από τη φύση του βασίζεται στη συνύπαρξη διαφορετικών καλλιτεχνικών γλωσσών. Από τη jazz στα κόμικς και από τα κόμικς στη μουσική Δημιουργός του «Μουσικόμα» είναι η Μαρία-Όλια Ντακογιάννη, η οποία υπογράφει τόσο το σενάριο όσο και το εικαστικό μέρος του έργου. Όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η ιδέα πίσω από το εγχείρημα ήταν εξαρχής η δημιουργία ενός έργου που δεν θα περιοριζόταν στη συμβατική μορφή ενός κόμικς. Το «Μουσικόμα» αποτελεί ένα διαδραστικό comic musical, στο οποίο η ανάγνωση συνδυάζεται με την ακρόαση πρωτότυπης μουσικής. Ο αναγνώστης δεν ακολουθεί μόνο την πλοκή μέσα από τα καρέ και τους διαλόγους, αλλά έχει τη δυνατότητα να ακούει παράλληλα μουσικά κομμάτια που αποτελούν οργανικό τμήμα της αφήγησης. Η δημιουργός περιγράφει στο Πρακτορείο το έργο ως μια συνάντηση της ένατης τέχνης με τη μουσική δημιουργία, όπου οι δύο μορφές έκφρασης δεν λειτουργούν ανεξάρτητα, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται. Το αποτέλεσμα είναι μια εμπειρία που συνδυάζει εικόνα, λόγο και ήχο, προσφέροντας στον αναγνώστη μια διαφορετική προσέγγιση της αφήγησης. Ένα ταξίδι στην ιστορία της jazz Το πρώτο μέρος της έκθεσης ήταν αφιερωμένο στην ιστορία της jazz μουσικής. Μέσα από μεγάλα πάνελ, εικαστικές συνθέσεις και χαρακτηριστικά «μπαλονάκια» που παραπέμπουν στην αισθητική των κόμικς, οι επισκέπτες είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν την εξέλιξη της jazz μέσα στον χρόνο. Σημαντικές χρονολογίες, ιστορικές ηχογραφήσεις και εμβληματικές προσωπικότητες της μουσικής αυτής παράδοσης παρουσιάζονταν με τρόπο προσιτό και ταυτόχρονα δημιουργικό. Ανάμεσα στις μορφές που συναντούσε κανείς στην έκθεση βρίσκονταν ο Charlie Parker, ο Dizzy Gillespie και ο Miles Davis, καλλιτέχνες που συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης jazz. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίαζε η διαδραστική διάσταση της έκθεσης. Μέσω ειδικών κωδικών, οι επισκέπτες μπορούσαν να ακούσουν χαρακτηριστικά μουσικά αποσπάσματα από κάθε εποχή, συνδέοντας έτσι άμεσα την πληροφορία με το άκουσμα. Με αυτόν τον τρόπο, η ιστορία της jazz δεν παρουσιαζόταν μόνο ως ένα χρονολόγιο γεγονότων, αλλά ως μια ζωντανή εμπειρία που συνδύαζε την εικόνα με τον ήχο. Η έμπνευση πίσω από την ιστορία Στο βίντεο του ΑΠΕ-ΜΠΕ, η Μαρία-Όλια Ντακογιάννη εξηγεί ότι η αρχική έμπνευση για το «Μουσικόμα» γεννήθηκε το 2018, κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Ισπανία, όπου εργάστηκε σε οργανισμό που δραστηριοποιείται στην προώθηση της jazz μουσικής. Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία της με τη σπουδαία τραγουδίστρια της jazz Sheila Jordan. Η προσωπικότητα, ο τρόπος ερμηνείας και η ελευθερία του αυτοσχεδιασμού της καλλιτέχνιδας άφησαν έντονο αποτύπωμα στη δημιουργό και αποτέλεσαν τη βάση για τη σύλληψη της κεντρικής ηρωίδας του έργου. Έτσι γεννήθηκε η Ally Brown, μια νεαρή γυναίκα που ανακαλύπτει τη jazz μέσα από ένα jukebox, γοητεύεται από τη μουσική αυτή και ακολουθεί μια πορεία προσωπικής και καλλιτεχνικής αναζήτησης. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, η ηρωίδα έρχεται σε επαφή με τον κόσμο της bebop, εμπνέεται από τους μεγάλους δημιουργούς της jazz και καταφέρνει τελικά να βρει τη δική της φωνή. Η διαδρομή της Ally Brown λειτουργεί ως ένας φόρος τιμής στη δημιουργικότητα, στην επιμονή και στη δύναμη της τέχνης να μεταμορφώνει ζωές. Όταν οι ήρωες τραγουδούν Το στοιχείο που διαφοροποιεί περισσότερο το «Μουσικόμα» από ένα συμβατικό κόμικς είναι η μουσική του διάσταση. Οι συνθέσεις του Στέφανου Κροζάνη και οι στίχοι της Καρίνας Ρούμπη δεν αποτελούν απλώς συνοδευτικό υλικό για την ανάγνωση. Αντίθετα, ενσωματώνονται οργανικά στην ιστορία και επηρεάζουν την εξέλιξη της αφήγησης. «Οι χαρακτήρες του έργου δεν περιορίζονται στους διαλόγους των μπαλονιών. Σε συγκεκριμένες στιγμές, σταματούν να μιλούν και εκφράζονται μέσα από τραγούδια και χορογραφημένες σκηνές, όπως συμβαίνει σε ένα musical. Με αυτόν τον τρόπο, η μουσική μετατρέπεται σε αφηγηματικό εργαλείο και αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Όλια Ντακογιάννη. Η προσέγγιση αυτή αποτελεί μια σχετικά σπάνια περίπτωση για τα ελληνικά δεδομένα και αναδεικνύει τις δυνατότητες που προκύπτουν όταν διαφορετικές μορφές τέχνης συνεργάζονται δημιουργικά. Από το βιβλίο στη σκηνή Η πορεία του «Μουσικόμα» δεν σταμάτησε στην έκδοση του έργου ούτε στην ηχογράφηση της μουσικής του, επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η δημιουργός του. Στα χρόνια που ακολούθησαν, τραγούδια του project επανεκτελέστηκαν από μουσικούς της jazz, αποκτώντας νέα καλλιτεχνική ζωή. Παράλληλα, το έργο μεταφέρθηκε στη σκηνή ως ολοκληρωμένη μουσικοθεατρική παραγωγή. Η παράσταση που παρουσιάστηκε το 2022 συνδύαζε animation βασισμένο στα πρωτότυπα σχέδια, video art, ζωντανές ερμηνείες ηθοποιών και τραγουδιστών, καθώς και live jazz μουσική. Με τον τρόπο αυτό, το «Μουσικόμα» απέκτησε μια ακόμη μορφή έκφρασης, αποδεικνύοντας ότι μπορεί να εξελίσσεται διαρκώς χωρίς να χάνει τον βασικό του χαρακτήρα. Ένα ζωντανό project που συνεχίζει να εξελίσσεται Οκτώ χρόνια μετά τη δημιουργία του, το «Μουσικόμα» εξακολουθεί να εμπνέει νέες συνεργασίες και νέες καλλιτεχνικές προσεγγίσεις. Η παρουσία του στο Athens Jazz 2026 επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για ένα έργο που παραμένει ενεργό και επίκαιρο, διατηρώντας ανοιχτό τον διάλογο ανάμεσα στη μουσική, την εικονογράφηση και τη θεατρική έκφραση. Η έκθεση στην Τεχνόπολη λειτούργησε όχι μόνο ως παρουσίαση ενός ολοκληρωμένου καλλιτεχνικού σύμπαντος, αλλά και ως υπενθύμιση ότι η δημιουργία συχνά γεννιέται στα σημεία όπου διαφορετικές τέχνες συναντώνται. Μέσα στο περιβάλλον του Athens Jazz, ενός θεσμού που εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα προωθεί την καλλιτεχνική ανταλλαγή και τον πολιτιστικό διάλογο, το «Μουσικόμα» βρήκε έναν φυσικό χώρο έκφρασης. Και όπως φάνηκε από το ενδιαφέρον των επισκεπτών που περιηγήθηκαν στην έκθεση, η συνάντηση της jazz με τα κόμικς εξακολουθεί να έχει πολλά ακόμη να αφηγηθεί. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- musicoma
- το κόμικ μιούζικαλ
- (and 5 more)
-
Ο δημιουργός της viral σειράς, Ugo di Fenza, αναδεικνύει την ταχύτατη αλλαγή της Νάπολης και οι επιπτώσεις στην καθημερινότητα των ντόπιων, με μια διακριτική αλλά ουσιαστική αυτοκριτική γύρω από την ταυτότητα, τα στερεότυπα και τη σχέση με την πίστη. Στη σύγχρονη Νάπολη, μια απρόσμενη φιγούρα κάνει την εμφάνισή της: ο Ιησούς της Νάπολης ως πρωταγωνιστής σε μια σειρά από reels με anime αισθητική και κοινωνικό σχόλιο. Η σειρά Jesus of Naples, έχει κατακτήσει τους Ιταλούς και έχει ήδη συγκεντρώσει εκατομμύρια προβολές, μετατρέποντας μια φαινομενικά παράδοξη και ιδέα σε ένα ξεχωριστό ψηφιακό αφήγημα. Ο Ιησούς επαναπροσδιορίζεται σε ένα σύγχρονο αστικό περιβάλλον. Τα reels φέρνουν μια διαχρονική μορφή αντιμέτωπη με τις προκλήσεις μιας σύνθετης πόλης όπως η Νάπολη, από τον μαζικό τουρισμό και την εγκληματικότητα μέχρι και τις τάσεις του TikTok. Πίσω από το project βρίσκεται ο Ναπολιτάνος σκηνοθέτης και δημιουργός περιεχομένου Ugo di Fenza, ο οποίος αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη ως εργαλείο, όχι για να αντικαταστήσει τη δημιουργικότητα αλλά για να την ενισχύσει. Όπως λέει, το AI τον βοηθά στην παραγωγή εικόνας, animation και φωνών, ενώ ο ίδιος διατηρεί τον έλεγχο της αφήγησης, της ιδέας και του τελικού μοντάζ. Για εκείνον, το πιο κρίσιμο στοιχείο παραμένει το μήνυμα. Ο Ιησούς της Νάπολης περιηγείται σε μια πόλη που πλήττεται από τον μαζικό τουρισμό και την πίεση στους κατοίκους, μέχρι την εγκληματικότητα και την κουλτούρα των social media. Μέσα από μια αισθητική που αντλεί στοιχεία από την ιαπωνική ποπ κουλτούρα, ισορροπεί ανάμεσα στο χιούμορ και τη σάτιρα, χωρίς να χάνει τον κοινωνικό του πυρήνα. Ο Ιησούς της Νάπολης δεν σκοπεύει να προκαλέσει, ούτε να εντυπωσιάσει· επιχειρεί να ανοίξει έναν ευρύτερο διάλογο για την πόλη, την τεχνολογία και τον σύγχρονο άνθρωπο. Τρία βασικά σημεία ξεχωρίζουν: η κριτική στην ταχύτατη αλλαγή της Νάπολης και οι επιπτώσεις στην καθημερινότητα των ντόπιων, η ανάδειξη των ορίων της τεχνητής νοημοσύνης σε σχέση με την ανθρώπινη εμπειρία και τρίτον, μια διακριτική αλλά ουσιαστική αυτοκριτική γύρω από την ταυτότητα, τα στερεότυπα και τη σχέση με την πίστη. Το VD News συναντά τον Ugo Di Fenza στη Νάπολη για να τον ρωτήσει πώς κατάφερε να συνδυάσει τη ναπολιτάνικη κουλτούρα με αισθητικές εμπνευσμένες από το anime, δημιουργώντας το μοναδικό και προκλητικό αφηγηματικό του ύφος. Το VD News είναι μέλος του Sphera Network και το βίντεο αυτό αποτελεί μέρος της μηνιαίας μας σειράς «Τέχνη και Πολιτισμός». Και το σχετικό link...
-
- 1
-
-
- jesus of naples
- ο ιησούς της νάπολης
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Κόμικς με ... κόμικς [ Αναφορές σε άλλα κόμικς μέσα σε κόμικς. ]
ramirez replied to mits63's topic in ΑΡΘΡΑ-ΜΕΛΕΤΕΣ του GC
Σκίτσο του Χρήστου Ζωίδη στη σελίδα του στο facebook στις 4/06/26. -
Στη σπουδαιότερη δουλειά της, το αυτοβιογραφικό κόμικς «Περσέπολις», η μικρή Μαρζάν Σατραπί καλείται από τη γιαγιά της λίγο πριν εγκαταλείψει για πρώτη φορά το Ιράν να είναι οπλισμένη με «αξιοπρέπεια και ακεραιότητα». Δημιουργός κόμικς, γελοιογράφος, κινηματογραφική σκηνοθέτις, η Σατραπί πέθανε στα 56 της χρόνια «από θλίψη» μετά τον θάνατο του έρωτα της ζωής της, σύμφωνα με τις δηλώσεις των οικείων της στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Γεννημένη το 1969 και μεγαλωμένη στην Τεχεράνη, η Σατραπί έγινε παγκοσμίως γνωστή για το «Περσέπολις», μια δουλειά που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με σκηνοθέτιδα την ίδια αποσπώντας υποψηφιότητα για Όσκαρ. Το βιβλίο ακολουθεί τα παιδικά της χρόνια μέχρι την οριστική αυτοεξορία της στη Γαλλία και αποτελεί μια ηθογραφία του Ιράν στα χρόνια λίγο πριν από την πτώση του καθεστώτος του Σάχη αλλά και στα πρώτα αρκετά χρόνια της εγκαθίδρυσης του θεοκρατικού καθεστώτος που ακολούθησε. Το «Περσέπολις» είναι συγχρόνως αυτοβιογραφία, οικογενειακό έπος για τη Σατραπί αλλά και ένα επιδραστικό αφήγημα που υπήρξε πολύτιμο παράθυρο στη ζωή των Ιρανών υπό του θεοκρατικού καθεστώτος καταπίεσής τους για τα μάτια των Δυτικών. Με μια υπέροχη μινιμαλιστική σχεδιαστική γραμμή, με μελάνι μαύρο που παρόλο που «έπνιγε» τη σελίδα και τα καρέ συγχρόνως τα άφηνε να αναπνέουν με έναν μαγικό τρόπο, με εκούσιες αναφορές στη χιλιάδων ετών ζωγραφική παράδοση της Περσίας, με ένα σενάριο που λειτουργούσε σε απόλυτο συγχρονισμό με το σχέδιό της, με εντελώς αδιαχώρητο τρόπο, η Σατραπί δημιούργησε ένα από τα σημαντικότερα δείγματα κόμικς που έχουμε σήμερα. Η δουλειά της διεύρυνε την αναγνωρισιμότητα, την καθιέρωση και την επιτυχία του μέσου, ενώ αποτέλεσε και μια δυνατή φωνή κατά της θεοκρατίας, υπέρ της ελευθερίας. Πάνω απ’ όλα όμως η ίδια υπήρξε συνεπής, αξιοπρεπής κι ακέραιη, ακολουθώντας τη συμβουλή της γιαγιάς της. Όταν, στις αρχές του 2025, η Γαλλία, η πατρίδα της (μιας και η ίδια είχε εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια πολιτογραφηθεί Γαλλίδα) θέλησε να την τιμήσει με τη Λεγεώνα της Τιμής, η Σατραπί αρνήθηκε καταγγέλλοντας την υποκριτική στάση της Γαλλίας απέναντι στο Ιράν καθώς, όπως είπε τότε, η Γαλλία δεν χορηγεί βίζα σε αντιφρονούντες Ιρανούς που αγωνίζονται ενάντια στο καθεστώς. Έτσι ήταν η Σατραπί. Αγωνίστηκε υπέρ της ελευθερίας, κατά του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, κατά της απολυταρχίας, εγκατέλειψε την πατρίδα της για να ζήσει ελεύθερη. Παρέμεινε ακέραιη. Η στήριξη, είπε, πρέπει να είναι έμπρακτη και όχι να περιορίζεται σε «φωτογραφίες με θύματα ή διασημότητες κατά τη διάρκεια των εορτασμών για τον θάνατο της Mahsa Amini». Ακεραιότητα, λοιπόν. Αντίο Μαρζάν κι ευχαριστούμε για όλα. Και το σχετικό link...
- 1 reply
-
- μαρζάν σατραπί
- μαριάν σατραπί
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
Μια συλλογή γελοιογραφιών του John Antono με θέμα τους πολέμους των τελευταίων 25 ετών και αρνητικούς πρωταγωνιστές όσους ισχυρίζονται ότι επιδιώκουν την ειρήνη βομβαρδίζοντας άμαχους, νοσοκομεία και σχολεία. Όπως μας μεταφέρει ο Θουκυδίδης, το 416 π.Χ., κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, οι Αθηναίοι με πολλά πλοία έφτασαν στη Μήλο και απαίτησαν από τους νησιώτες να υποταχθούν. Οι Μήλιοι, έχοντας επιλέξει την ουδετερότητα, προσπάθησαν με διαπραγματεύσεις να πείσουν τους Αθηναίους να μην τους επιτεθούν, να παραμείνουν φίλοι χωρίς να συμμαχήσουν αλλά ούτε και να πολεμήσουν. Οι αλαζόνες Αθηναίοι όμως, εφαρμόζοντας το δίκαιο του ισχυρού, αρνήθηκαν. «Η εχθρότητά σας δεν μας βλάπτει τόσο όσο η φιλία σας, η οποία στα μάτια των υπηκόων μας είναι ένδειξη αδυναμίας, ενώ το μίσος σας απόδειξη της δύναμής μας», απάντησαν. Και λίγο μετά αιματοκύλισαν τη Μήλο σφαγιάζοντας τους κατοίκους της. Ο διάλογος των Αθηναίων με τους Μήλιους που υπενθυμίζει ότι το δίκαιο μπορεί να υπάρξει μόνο μεταξύ ίσων αποτελεί την πρώτη ιστορία του John Antono, κατά κόσμον Γιάννη Αντωνόπουλου, στην «Εμπόλεμη Ζώνη» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Chaniartoon Press. Ο «δικός μας» Γιάννης, που συμμετέχει κυκλικά με τα λήμματά του στο «Λεξικό της Κρίσης» του «Καρέ Καρέ», σκιτσάρει για την «Εφημερίδα των Συντακτών» και αρθρογραφεί σε αυτές εδώ τις σελίδες για τα κόμικς και τις γελοιογραφίες, με την τρίτη συλλογή έργων του – έχουν προηγηθεί τα λευκώματα «Όχι Άλλο Σώσιμο» το 2016 και «Από Κρίση σε Κρίση» το 2024 – στην «Εμπόλεμη Ζώνη» καταγράφει τα πιο σημαντικά πολεμικά στιγμιότυπα από την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 ώς σήμερα. Όπως αναφέρει και ο ίδιος, βρισκόμαστε «ένα τέταρτο του αιώνα από την έναρξη του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας”. Δίδυμοι Πύργοι, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία, προσφυγική κρίση, τζιχαντιστικές επιθέσεις, Ουκρανία, Γάζα, Ιράν… και η πολεμική φρενίτιδα μοιάζει πιο ανεξέλεγκτη από ποτέ». Η ματιά του Γιάννη απέναντι στα γεγονότα μπορεί από τη μια να χαρακτηρίζεται από τη γελοιογραφική της διάσταση και το σαρκαστικό χιούμορ, από την άλλη όμως, βασίζεται στην επιστημονική του προσέγγιση και τεκμηρίωση. Κι αυτό γιατί ο Γιάννης Αντωνόπουλος είναι πτυχιούχος του Ιστορικού-Αρχαιολογικού του ΕΚΠΑ και κάτοχος μεταπτυχιακού του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου και με αυτές του τις ιδιότητες μπορεί να αναλύει, να ερμηνεύει και να μεταφέρει, λεκτικά και σχεδιαστικά, τα πιο σύνθετα και πολύπλοκα πολιτικά και γεωστρατηγικά ζητήματα με τον πιο κατανοητό, εύστοχο και ευσύνοπτο τρόπο. «Ξέρει να αφαιρεί τα περιττά, τον θόρυβο του εφήμερου, τα παχιά λόγια, τα ιδεολογικά αφηγήματα και τις φτηνές δικαιολογίες. Ξέρει ακόμα να εντοπίζει τα σημαντικά και με απλές γραμμές να σχεδιάζει αυτό που συμβαίνει. Ακόμα και να δείχνει παραπέρα, σ’ εκείνο που θα μπορούσε να υπάρχει αν όλη αυτή η φρίκη του πολέμου, της ζούγκλας, ήταν απλώς ένας κακός εφιάλτης», τονίζει ο Soloúp στον πρόλογό του. Δυστυχώς δεν είναι εφιάλτης. Μπορούμε όμως να ελπίζουμε όσο γελάμε μαζί του. Και το σχετικό link...
-
- γιάννης αντωνόπουλος
- john antono
- (and 3 more)
-
Από τους βρόμικους κάδους των σκουπιδιών και τους σκοτεινούς ακάλυπτους των πολυκατοικιών μέχρι τα πέρατα του Σύμπαντος, ο αδέσποτος Κεράσης και η αριστοκράτισσα Φουφού εξερευνούν τον κόσμο και φιλοσοφούν για τον έρωτα, τη μοναξιά και τα μυστήρια της ζωής. Το ντισνεϊκό μιούζικαλ κινουμένων σχεδίων «Η Λαίδη κι ο Αλήτης», εβδομήντα χρόνια μετά την πρώτη προβολή του, εξακολουθεί να συγκινεί μικρούς και μεγάλους με την αφοσίωση και τον έρωτα ανάμεσα σε ένα αδέσποτο αρσενικό ημίαιμο και ένα θηλυκό καθαρόαιμο κόκερ σπάνιελ. Χωρίς τον έρωτα – θα ήταν άλλωστε παρά φύση – αλλά με μια υπέροχη φιλία μεταξύ του μικρόσωμου σκύλου Earl και της χαριτωμένης γάτας Mooch στο επίκεντρο φιλοτεχνεί εδώ και δεκαετίες ο Patrick McDonnell τη σειρά Mutts. Παρόμοιες ιστορίες αγάπης και φιλίας μεταξύ κατοικίδιων, ζώων συντροφιάς και άλλων τετράποδων έχουν υπάρξει πολλές. Στη μακρά αλυσίδα έρχεται τώρα να προστεθεί και ένα ακόμα αξιαγάπητο ζευγάρι ζώων από τον Παναγιώτη Πανταζή, γνωστότερο καλλιτεχνικά ως Pan Pan: ο αδέσποτος και κοκαλιάρης Κεράσης που τριγυρνά στα σοκάκια της Αθήνας αναζητώντας περιπέτειες και η στρουμπουλή οικόσιτη Φουφού – Φλωρεντία τη φωνάζουν οι δικοί της – που είναι διαρκώς νυσταγμένη! Ο Pan Pan είναι ιδιαίτερα γνωστός και επιτυχημένος τα τελευταία χρόνια ως μουσικός που με τα πλήκτρα του και τις συνθέσεις του δημιουργεί ατμοσφαιρικές μελωδίες και ρυθμικά μοτίβα με επιρροές από ποικίλα είδη, ενώ οι συναυλίες που πολύ επιλεκτικά δίνει αποτελούν αξέχαστη εμπειρία για τους φίλους της μουσικής του. Παράλληλα, όμως, και έχοντας ξεκινήσει από πιο παλιά αυτή την καριέρα, ο Pan Pan είναι δημιουργός κόμικς πλούσιων σε συναίσθημα και με μεγάλα αφηγηματικά και νοηματικά βάθη. Επιπλέον είναι και αρχιτέκτονας, κάτοχος μάλιστα μεταπτυχιακού τίτλου, που άσκησε μόνο για λίγο το επάγγελμα του μηχανικού καθώς τον κέρδισαν οριστικά και ολοκληρωτικά η μουσική και η ένατη τέχνη. Από τα πιο πρόσφατα έργα του είναι η θαυμάσια προσαρμογή σε κόμικς του καζαντζακικού Καπετάν Μιχάλη με απόλυτο σεβασμό στο πρωτότυπο αλλά και με ποικιλία αφηγηματικών τεχνασμάτων και οπτικών μεθόδων που ανανεώνουν το ενδιαφέρον για το έργο και επιτρέπουν αβίαστα την αναπόφευκτη συμπύκνωση ενός ογκώδους βιβλίου. Από τα παλαιότερα έργα του Πανταζή ξεχωρίζουν το νοσταλγικό «Μέρες λατρείας» για την αθωότητα της νεότητας, η βιογραφία του μαθηματικού Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή σε σενάριο του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη, η προσαρμογή τού «Στα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα σε σενάριο του Γιάννη Ράγκου, η σειρά «Common Comics» κ.ά. Το πιο μεγάλο σε έκταση έργο του που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διόπτρα (232 σελίδες) είχε δημοσιευτεί πρώτη φορά σε συνέχειες στην πλατφόρμα socomic.gr που επί σειρά ετών φιλοξένησε δεκάδες δημιουργούς και έφερε το έργο τους σε επαφή με ένα μαζικό κοινό. Με τον παράξενο τίτλο «Μαρμελάδα Κεράσι», ο Πανταζής αφηγείται και σχεδιάζει τις μητροπολιτικές περιπέτειες ενός λιπόσαρκου, περίεργου και φιλομαθούς γατούλη και της αγαπημένης του φίλης. Μπορεί τα δυο ζωάκια να προέρχονται από διαφορετικούς κόσμους και να εκπροσωπούν άλλες κοινωνικές «τάξεις» – ο Κεράσης μεγαλωμένος στον δρόμο, πεινασμένος και διαρκώς περιπλανώμενος, η Φουφού μαθημένη στα σαλόνια, τις ακριβές λιχουδιές, την καλοπέραση και την ασφάλεια –, αλλά αυτό δεν απαγορεύει να έρθουν κοντά, να αγαπηθούν, να συζητούν, να ονειρεύονται, να ταξιδεύουν με τον νου τους πέρα και μακριά από τους θορυβώδεις δρόμους της Αθήνας: «Από Κυψέλη ώς Πατήσια και Πολύγωνο ώς Γκύζη, Αμπελόκηπους και Ψυχικό, η ρίμα μου σ’ αγγίζει. Από Κυψέλη ώς Πολύγωνο και Γκύζη ώς Πατήσια, η ρίμα μου σε κυνηγά από υπονόμους σε ξωκλήσια», ραπάρει ο Κεράσης, πάντα ερωτευμένος με τη Φουφού, πάντα ονειροπόλος, παρασέρνοντας κι αυτήν: «Μυρίζει ακόμη το νυχτολούλουδο», του λέει. Κι αυτός σκαρφαλωμένος στη μάντρα ενός κατάφυτου κήπου σαν όαση στο κέντρο της Αθήνας τής απαντά θριαμβευτικά: «Άρα νικάμε». Με τέτοιες μυρωδιές, τέτοια χρώματα, τέτοια λουλούδια και τέτοια συναισθήματα ακόμα και η Αθήνα μπορεί να είναι όμορφη. Ο Πανταζής έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι την αγαπά πολύ και κατ’ επέκταση την αγαπά και ο Κεράσης που είναι «ντελιγάτος» και θέλει να την περπατά μέχρι να τον πονέσουν τα «γατουσάκια» του: «Αυτά τα μπαλκόνια σαν πιάνα. Αυτές οι άνετες ζαρντινιέρες. Αυτοί οι καλομελετημένοι σωλήνες. Η Αθήνα είναι το καλύτερο μέρος για να ζεις και να διατηρείσαι φιτ. Ευχαριστούμε, εργολάβοι. Ευχαριστούμε, νομοθέτες», μονολογεί εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη του και τον γατίσιο θαυμασμό του για μια πόλη που ίσως τελικά να είναι όμορφη, γεμάτη κρυψώνες και εκπλήξεις, γεμάτη περιπέτεια και κρυμμένους θησαυρούς. Μόνο αν είσαι γάτα. Κι αν μπορείς να προετοιμάζεις με τη φαντασία σου το μέλλον σου αλλά και να πλάθεις το παρελθόν σου. Ο Κεράσης το καταφέρνει αυτό πολύ καλά επινοώντας το πριν και προσπαθώντας, μάταια, να μοιραστεί τον ενθουσιασμό του με τη Φουφού. Στις μελαγχολικές αναπολήσεις του έχει ταξιδέψει στο Διάστημα, στα Εξάρχεια, στα Τουρκοβούνια, έχει φτάσει σε παράλληλα Σύμπαντα και άλλες διαστάσεις, έχει συναντήσει τον άλλο του εαυτό, έχει γίνει καπετάνιος σε καράβι, πρωταθλητής στους Ολυμπιακούς Αγώνες, σωτήρας της Γης απέναντι σε εξωγήινους εισβολείς, ιπτάμενος γάτος πάνω σε σιδερώστρα. Αλλά δεν παύει ποτέ να είναι ο Κεράσης, ο αιώνια ερωτευμένος και αθεράπευτα ρομαντικός γάτος σε ένα υπέροχο κόμικς για την αγάπη και την ομορφιά της ζωής όταν ξέρεις να τη μοιράζεσαι. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- μαρμελάδα κεράσι
- εκδόσεις διόπτρα
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
Δεν κουραζόμαστε να γράφουμε τα τελευταία χρόνια ότι τα φεστιβάλ και τα μεγάλα γεγονότα των κόμικς στη χώρα μας αυξάνονται και πληθύνονται. Κι όχι μόνο στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη αλλά και σε μικρότερες πόλεις. Το Σαββατοκύριακο αυτό, 6 και 7 Ιουνίου, είναι η σειρά της Καρδίτσας να γεμίσει με κόμικς στο πλαίσιο του ετήσιου φεστιβάλ «Καμπίσιοι Δημιουργοί» που πραγματοποιείται από το 2017 σε διαφορετικές πόλεις της Θεσσαλίας. Στον νέο χώρο του Εικαστικού Ομίλου Καρδίτσας στη Δημοτική Αγορά, σήμερα και αύριο από τις 11 π.μ. ώς τις 9.30 μ.μ. με ελεύθερη είσοδο, οι επισκέπτες μπορούν να περιηγηθούν στην έκθεση «Θεσσαλική γη» με έργα μελών του Εικαστικού Ομίλου και στην έκθεση κόμικς «Noir et Blanc» που διοργανώνουν η Comicdom Press και οι Εκδόσεις του Κάμπου, να παρακολουθήσουν βιβλιοπαρουσιάσεις, συναυλίες, DJ set και ένα πλούσιο πρόγραμμα προβολών animation σε συνεργασία με το TAF Festival, να λάβουν μέρος σε εργαστήρια, να γνωρίσουν τους καλλιτέχνες σε ένα μεγάλο Artist Alley και να αγοράσουν τα έργα τους στο Bazaar κ.ά. Ανάμεσα στους καλλιτέχνες που συμμετέχουν είναι οι Θανάσης Καραμπάλιος, Αλέξανδρος Κατσίκας, Απόστολος Κεντρόπουλος (Apoken), Svenakoz, Γιάννης Τότσικας, Εφη Τσουγένη, Gutter Frames (Niva Xi και Πλούταρχος) κ.ά. Και το σχετικό link...
-
- 1
-
-
- καμπίσιοι δημιουργοί
- θεσσαλική γη
- (and 4 more)
-
Ανάμεσα στους πολλούς λόγους της εγχώριας ανάπτυξης και διάδοσης των κόμικς των τελευταίων ετών είναι σίγουρα και η ευκολία με την οποία οι δημιουργοί, με σχετικά μικρό κόστος, μπορούν να εκδώσουν οι ίδιοι τις δουλειές τους παρακάμπτοντας τα επίσημα εκδοτικά κανάλια. Επιπλέον, λόγω των μεγάλων ετήσιων φεστιβάλ σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ηράκλειο, Χανιά, Λάρισα, Κιλκίς και άλλες πόλεις, μπορούν να παρουσιάσουν και να πουλήσουν οι ίδιοι τα έργα τους χωρίς τη μεσολάβηση των βιβλιοπωλείων. Αυτό έχει επιτρέψει σε πολλούς, κυρίως νεαρούς, δημιουργούς να προσεγγίσουν το κοινό πιο άμεσα και μάλιστα να έχουν και προσωπική επαφή αλλά και ισχυρή ανάδραση με τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες. Ο πολύ μεγάλος αριθμός αυτοεκδόσεων που ήταν υποψήφιες στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς 2026 αποδεικνύει εμφατικά τους παραπάνω ισχυρισμούς. Ανάμεσα στις πολλές αυτοεκδόσεις βρισκόταν και η «Φευγάτη» από την Άννα Μπότσου. Η Μπότσου, εκτός από δημιουργός κόμικς που έχει δώσει και άλλες αξιοσημείωτες δουλειές από το 2022 ώς σήμερα, είναι και ιστορικός τέχνης, πτυχιούχος του Τμήματος Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών και γνωρίζει καλά τις τεχνικές, τα εργαλεία και τις συμβάσεις του είδους. Όπως αναφέρεται και στο πρώτο μέρος της «Φευγάτης»: «Ενδιαφέρεται εξίσου για την πρακτική όσο και τη θεωρητική πλευρά της τέχνης με τα κόμικς ως αντικείμενο ακαδημαϊκής μελέτης. Η αφήγηση ιστοριών μέσω εικόνων είναι το πάθος της και απειλεί πως θα φτιάξει κι άλλες». Η «Φευγάτη» είναι ένα σύγχρονο παραμύθι με πρωταγωνίστρια την Ελίνα, μια μικροσκοπική κοπέλα που αναζητά παρέα έχοντας μεγαλώσει «ολομόναχη σε μια φάρμα» και έχοντας τα βιβλία της «ως μοναδικό παράθυρο στον κόσμο». Η Ελίνα θα συναντήσει τον ωραιοπαθή βασιλιά των Νεράιδων που θα την ερωτευτεί, μια αυταρχική βατραχίνα που ψάχνει νύφη για τον ντροπαλό γιο της, έναν κοσμοπολίτη Ιταλό τενόρο με το μπαστούνι του που θα γίνει ο οδηγός της και απ’ ό,τι φαίνεται έπεται μεγάλη και ενδιαφέρουσα συνέχεια στα τεύχη που θα ακολουθήσουν σε ένα δάσος επιλογών και δύσκολων αποφάσεων. Και το σχετικό link...
-
- 1
-
-
- άννα μπότσου
- φευγάτη
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Έχει σημασία για ποιο Iράν θέλουμε να μιλήσουμε. Την Περσία την ξέραμε για τα χαλιά της και τον Ξέρξη. Tο Iράν για τις μαντίλες κι ένα ανεξιχνίαστο πυρηνικό πρόγραμμα. Σήμερα στην Eλλάδα είναι επίσημα καταγεγραμμένοι περίπου 7.000 Iρανοί και γύρω στους 1.500 κατοικούν στην Αθήνα. Tι ξέρουμε γι’ αυτούς; Tι λένε για τη χώρα τους; Tι τους αρέσει στην πόλη μας; Πού πηγαίνουν; Πού προσεύχονται; Mε την ευκαιρία της ταινίας “Persepolis”, που βγαίνει αυτή την εβδομάδα στις αθηναϊκές αίθουσες, η A.V. κάνει έναν περίπατο στην αθηναϊκή Περσέπολη. Έχει σημασία για ποιο Iράν θέλουμε να μιλήσουμε. Για μια χώρα όπου όλοι ζουν αρμονικά και οι νεόφερτοι είναι πάντα καλοδεχούμενοι ή για ένα φανατισμό που σκοτώνει στο όνομα του Θεού και της ελευθερίας; Για γυναίκες-μπούργκες και απαγχονισμούς στις κεντρικές πλατείες ή για ποικιλία ιδεολογιών και καθημερινότητας; Εξαρτάται από ποια μεριά το βλέπεις. Μιλήσαμε με την κυρία Rahshande, τον Pέζα, τον Mοχάμεντ, πήγαμε στο σπίτι τους, ήπιαμε μπόλικο τσάι. Oι περισσότεροι Iρανοί που έρχονται στην Ελλάδα είναι πολιτικοί και ιδεολογικοί πρόσφυγες, αν και οι επίσημες πηγές αναφέρουν οικονομικούς λόγους ως βασική αιτία. Ζητούν άσυλο γιατί θεωρούν τη χώρα μας ασφαλή ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μιλάνε για ένα Iράν που βρίσκεται «100 χρόνια πίσω», όπου, εάν είσαι αριστερός ή αμφισβητείς την κυβέρνηση, μπορείς πολύ εύκολα να βρεθείς κρεμασμένος στην κεντρική πλατεία. Γενικά, στην Ελλάδα, όπως υπολειτουργούν κάποιες διαδικασίες, έτσι και το θέμα του πολιτικού ασύλου είναι συχνά πρόβλημα. H επίσημη άποψη από τη μεριά του Iράν υποστηρίζει ότι αυτό γίνεται «επειδή πολλές από τις περιπτώσεις είναι φτιαχτές και τα στοιχεία ψευδή». Στην Αθήνα πάντως έχει συσταθεί «Σύλλογος για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Iράν» με 20 μέλη, κυρίως δικηγόρους και δημοσιογράφους, και προσπαθεί να βρει κάποιες λύσεις. Αναφέρουν ότι το Iράν είναι κάπως σαν το “Persepolis” της Σατραπί, με αυστηρό dress code των γυναικών και με νέους που παρακολουθούνται. Ακούω για ένα θεοκρατικό Iράν, όπου οι περισσότερες σελίδες του internet είναι «κλειδωμένες» και παραμένουν ανοιχτές άπειρες ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου. «Γενικά, ο εθισμός είναι ελεύθερος. Όσο πιο πολλές καταχρήσεις, ναρκωτικά, τζόγος, στους νέους, τόσο καλύτερα» λέει χαρακτηριστικά ο Pέζα. Οι Iρανοί δεν είναι ιδιαίτερα θρήσκοι. Ή, μάλλον, οι Iρανοί που φεύγουν από το Iράν, γιατί δεν ανέχονται να είναι υποχρεωμένοι να πιστεύουν. Είναι πνευματικοί άνθρωποι και προσεύχονται, αλλά όχι φανατικοί. Μάλλον επειδή έχουν δει ότι οπουδήποτε η θρησκεία έχει αναμειχθεί με τον άνθρωπο κι όπου η πίστη εμπλέκεται με ομοιόμορφες στολές και προσωπικούς εγωισμούς, υπάρχει πρόβλημα. O φανατισμός έφερε τη σημερινή κατάσταση στο Iράν. Παρ’ όλ’ αυτά, για κάποιους μουσουλμάνους, η έλλειψη τζαμιού στην Αθήνα είναι πρόβλημα, καθώς εκτός από τόπος λατρείας, είναι ένας χώρος συνάντησης στον οποίο βασίζονται πολλές δραστηριότητες της κουλτούρας τους. Φυσικά, πολλοί Iρανοί είναι Mπαχάι και δεν έχουν πρόβλημα να συναντιούνται σε άλλους χώρους για να προσευχηθούν. Τονίζουν όμως ότι ποτέ δεν ένιωσαν ξένοι στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι μοιάζουν πολύ, όπως και η ζεστασιά στις σχέσεις, κάποιες συνήθειες. Οι Αθηναίοι , στην αρχή, όταν δεν γνωρίζουν ίσως, γίνονται «λίγο ρατσιστές». «Όταν ο κόσμος δεν μαθαίνει, πάει πίσω. Αλλά όταν μιλήσουν μαζί σου αλλάζουν γνώμη και γίνονται φίλοι σου αμέσως» λένε χαρακτηριστικά. Τους έδωσαν ραπτομηχανή για να μη ράβουν με το χέρι, και αυγά όταν παρίσταναν την κότα, γιατί δεν ήξεραν τη λέξη στα ελληνικά. Αγαπάνε τις βόλτες στην Αθήνα, την ιστορία, την κουλτούρα, το κέντρο της. H κ. Rahshande «Στον κήπο της καρδιάς σου, μη φυτέψεις παρά μόνο το λουλούδι της αγάπης». H κ. Rahshande, ελληνιστί Ρωξάνη, με υποδέχεται στο σπίτι της, στο κέντρο της Αθήνας, με πεντανόστιμα περσικά σαντουιτσάκια, κέικ και τσάι. Από το στερεοφωνικό ακούγεται μια γαλήνια μουσική, σαν ύμνος. Ζει στην Ελλάδα με το σύζυγό της, τον κύριο Aλί, πάνω από 30 χρόνια και θυμάται μια γαλήνια ζωή στο Iράν. Λατρεύει την πολυκοσμία, γι’ αυτό της αρέσει που ζει στο κέντρο, ξέρει όλους της τους γείτονες και χρησιμοποιεί συγκοινωνία. «Επιλέξαμε την Ελλάδα γιατί ο άντρας μου ήξερε την ιστορία και τον πολιτισμό και την αγαπούσε πολύ. Ακόμα και το γιο μας βγάλαμε Σωκράτη. Ήταν ένα καλό μέρος να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας». Μου μιλάει για μια Αθήνα όπου ποτέ δεν ένιωσε ξένη, σχεδόν τίποτα δεν τη δυσαρεστεί και δεν της χαλάει τη διάθεση. Δεν αφιερώνει χρόνο να βλέπει τα αρνητικά, αλλά ψάχνει τα θετικά σε όλα. «Όλοι ήταν καλοί μαζί μας όταν ήρθαμε. H σκέψη ότι όλοι είμαστε ίδια πλάσματα ενός Θεού, σε βοηθάει να προσαρμοστείς όπου κι αν είσαι. Λυτό με βοηθάει να μην είμαι αιχμάλωτη». Μας προτρέπει όλους να δώσουμε νόημα στη ζωή μας και να απελευθερωθούμε, νιώθοντας πολίτες του κόσμου. Έχει αστείρευτη θετική ενέργεια και πνευματικότητα, που πηγάζουν από την μπαχάι πίστη της. Αλλά παίρνει μέρος και σε δραστηριότητες της ορθόδοξης εκκλησίας και άλλων θρησκειών, μέσω των οποίων μπορεί να προσφέρει. Συναντά τους φίλους της και την μπαχάι κοινότητα της Αθήνας – που είναι πλέον μεγάλη και αναπτύσσεται –, συζητάνε, μαγειρεύουν, μιλάνε για τα σύγχρονα προβλήματα και την αγάπη. Προσεύχεται. «Ούτε όταν πρωτοήρθαμε είχαμε προβλήματα να προσευχηθούμε ή να ακολουθήσουμε τις γιορτές. Μαζευόμαστε σε σπίτια, στο δικό μας, στέλνουμε κάρτες στους δήμους, στις κυβερνήσεις, στέλνουμε μηνύματα ειρήνης». Λέει ότι ο φανατισμός προκάλεσε πολύ κακό στο Iράν και ότι οι Πέρσες είναι ευγενικός και ζεστός λαός. Ένα από τα βασικότερα γραπτά της μπαχάι θρησκείας λέει: «Όλοι είμαστε φύλλα ενός δέντρου, άνθη ενός κήπου. Όλες οι εθνικότητες, τα φύλα. Όλα τα λουλούδια παίρνουν φως από έναν ήλιο και γίνονται διαφορετικά, αλλά όλα όμορφα και μυρωδάτα και δεν τσακώνονται». Λίγο πιο δυνατά παρακαλώ, για ν’ ακούσουν κι οι δικοί μας. O Pέζα «Είναι ωραίο να ταξιδεύεις, αλλά για διασκέδαση. Να μπορείς πάντα να επιστρέψεις». O Pέζα έφυγε από το Iράν για να σπουδάσει και δεν μπόρεσε να γυρίσει ποτέ πίσω. Όντας ενεργός ως μαθητής και θέλοντας να αλλάξει πράγματα στη χώρα του, καταχωρήθηκε στις «μαύρες λίστες». «Μερικές φορές θέλεις να ακούσεις την οικογένειά σου, να τους δεις, να μιλήσεις τη γλώσσα σου». Εργάζεται ως μηχανικός σε μια εταιρεία. Η δουλειά του τού επιτρέπει να ταξιδεύει πολύ και πάντα γνώριζε διαφορετικούς κόσμους. Tον κρατάνε, όμως, στην Ελλάδα μικρές λεπτομέρειες της νοοτροπίας και της κουλτούρας των Ελλήνων, όπως η αγάπη και το δέσιμο στις οικογένειες, που όπως λέει δεν υπάρχουν σε άλλες χώρες της Ευρώπης. «Εγώ επέλεξα να μείνω εδώ. Οι περισσότεροι Iρανοί, όμως, είναι κυνηγημένοι εξαιτίας της ιδεολογίας τους, είναι πολιτικοί πρόσφυγες. Θέλουν άσυλο και η Ελλάδα είναι το πιο ασφαλές μέρος που τους φέρνουν τα κυκλώματα. Είναι άνθρωποι που στη χώρα μας είχαν μια καλή ζωή με υψηλό εισόδημα». Κατανοεί τα προβλήματα που προκλήθηκαν στη χώρα μας εξαιτίας του υπερπληθυσμού των μεταναστών, αλλά υποστηρίζει ότι όταν κάποιος αντιμετωπίζει σοβαρό κίνδυνο για την ίδια του τη ζωή, δεν μπορείς απλά να τον στέλνεις πίσω. Tα ελληνικά του είναι πολύ καλά – τα μίλησε σε 6 μήνες – αλλά στα περσικά δεν έχει την ίδια άνεση με παλιά. Αγαπάει τις παλιές περιοχές και τα κτίρια της Αθήνας, πάει βόλτες στην Πλάκα. Μιλάει ήρεμα και αθλείται. Mου λέει ότι μαγειρεύει, βγαίνει με τους φίλους του, πολλούς Έλληνες, πάει σινεμά και ότι δεν του αρέσει να οδηγάει εδώ. Δεν είναι ιδιαίτερα θρησκευόμενος άνθρωπος, έχει μελετήσει και το χριστιανισμό, αν και η οικογένειά του είναι μουσουλμάνοι. «Tο πρόβλημα είναι ότι αυτοί που κυβερνούν τώρα το Iράν νομίζουν ότι αντιπροσωπεύουν τον Θεό επί της γης» λέει. H αδερφή του έχει τη δική της επιχείρηση στο Iράν και τον ρωτάω πώς είναι η καθημερινότητά της. Mου εξηγεί ότι στο Iράν, εάν αποφεύγεις το σύστημα και είσαι μορφωμένος, μπορείς να ζήσεις, φτιάχνοντας ένα δικό σου κόσμο. Μέσα στο μικρό καφενείο με το μυρωδάτο καφέ, ο Pέζα μού μιλάει για βασανιστήρια, λιθοβολισμούς γυναικών, μονόπλευρη ενημέρωση και εθισμούς, κι εδώ ακούγονται όλα τόσο αταίριαστα. «Υπάρχει φως» λέει. «Ούτως ή άλλως, αυτοί που επαναστατούν ήταν πάντα οι λίγοι, δεν ήταν ποτέ τα εκατομμύρια. Είναι αυτοί που αρχίζουν κι αυτοί που ακολουθούν. Και υπάρχουν ακόμα, στο Iράν, νέοι που αρχίζουν». O Mοχάμεντ «Aν βάλεις αχλάδι, δεν θα πάρεις μήλο. Ό,τι σπείρεις παίρνεις». Tο σπίτι του, στο Παλιό Φάληρο, έχει έναν κηπάκο και βλέπει θάλασσα από το μπαλκόνι. «Mου αρέσει πολύ που είμαι κοντά στη θάλασσα. Mου θυμίζει την πόλη μου, στα βόρεια του Iράν». Στις ελληνικές εκλογές ζήλεψε που η χώρα του δεν είναι ελεύθερη. «Όπως εσείς μπορείτε να βάλετε ένα αριστερό κόμμα στη Βουλή, αυτό θέλουμε κι εμείς. Την ελευθερία να μιλάμε χωρίς το φόβο της κρεμάλας» λέει ο Mοχάμεντ και με σερβίρει τσάι. Εδώ εργάζεται σ’ ένα κατάστημα που πουλάει χαλιά, στο Κολωνάκι, ενώ στο Iράν ήταν δάσκαλος. Γνώριζε την Ελλάδα μέσα από τα βιβλία και την αγάπησε πριν οχτώ χρόνια που ήρθε. Πάντα όμως ήθελε να προσφέρει στη χώρα του, και το δικαίωμα αυτό και η ιδεολογία του έρχονταν σε αντίθεση με το καθεστώς. Φυλακίστηκε, βασανίστηκε και εκδιώχθηκε, γιατί μιλούσε για δημοκρατία. Φαίνεται να είναι ένας αποφασιστικός άνθρωπος, γεμάτος, έτοιμος να δώσει. «H φίλη μου μού είπε ότι όσο δύσκολο είναι να καταφέρουν στο Iράν μια αλλαγή και να διώξουν τους μουλάδες, τόσο δύσκολο είναι να πάρω δίπλωμα οδήγησης στην Αθήνα. Εγώ το πήρα το δίπλωμα» λέει, αφήνοντας ένα φωτάκι στο σκοτάδι που καλύπτει τη χώρα του. Απολαμβάνει να ψαρεύει κι έχει επισκεφθεί πολλά μέρη της Ελλάδας. Tου άρεσε η Καστοριά. Όταν ήρθε στην Αθήνα δεν ήξερε πώς να συμπεριφερθεί, εάν πρέπει να μιλήσει ή να φάει ή να κάτσει. «Έτρωγα σουβλάκια στο Μοναστηράκι και φοβόμουν ότι κάνω κάτι λάθος. Όλα όμως αλλάζουν και η Ελλάδα τώρα είναι δεύτερη χώρα μου». Στην Αθήνα δεν του αρέσει που βλέπει πλούσιο κόσμο στο Κολωνάκι, ενώ σε άλλες περιοχές πολύ φτωχό. Σχετικά με τη θρησκεία, λέει ότι είναι συνδυασμός καρδιάς και μυαλού και ότι ο καθένας είναι ελεύθερος να πιστεύει ό,τι θέλει. «Στην Ινδία, ένας πιστεύει στο ποντίκι κι άλλος στην κότα. Και δεν τσακώνονται». Tο βασικό γι’ αυτόν είναι ο διαχωρισμός θρησκείας και κράτους, μου δίνει το παράδειγμα του Iράν: «Μπορείτε να φανταστείτε να πηγαίνετε στη δουλειά σας και να βλέπετε κάθε μέρα, στην πλατεία Γλυφάδας, κρεμασμένους ανθρώπους σε γερανούς; Tα αδέρφια σας, τα παιδιά σας. Αυτό δεν είναι θρησκεία». Μιλάει για το Iράν και για μια όμορφη φωτιά, που είναι σκεπασμένη από σκόνη και χρειάζεται αέρα για να αναζωπυρωθεί. Θέλει να γυρίσει πίσω, εάν τα πράγματα αλλάξουν, και η Ελλάδα θα είναι πάντα στο μυαλό του. Όταν προσπαθείς, τα καταφέρνεις. «Ας πούμε ότι το νερό που φεύγει από ένα ρυάκι στη φύση, αντικαθίσταται και πάλι από νερό. Αλλά μια όμορφη εικόνα, μορφή, που χάνεται, δεν αντικαθίσταται ποτέ». (Ελεύθερη μετάφραση από ιρανικό ποίημα. Μας το είπε ο Mοχάμεντ.) Φωτό: Mάρω Kουρή – Εικονογράφηση: Μαργιάν Σατραπί Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- μαρζάν σατραπί
- μαργιάν σατραπί
-
(and 5 more)
Tagged with: