Jump to content

ramirez

Members
  • Content Count

    4,028
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    11

ramirez last won the day on April 4 2020

ramirez had the most liked content!

Community Reputation

30,231 Popular

2 Followers

About ramirez

  • Rank
    WHAT ? ME WORRY ?
  • Birthday November 28

Contact Methods

  • Website URL
    http://

Profile Information

  • Gender
    Male
  • Country
    Greece

Recent Profile Visitors

4,820 profile views
  1. Όλα ξεκίνησαν από τα βιβλία με παραμύθια που του διάβαζαν οι γονείς του. Γοητευμένος από τις εικόνες τους άρχισε να προσπαθεί να τις αναπαράγει στα εσώφυλλά τους. Αυτό σιγά-σιγά έγινε συνήθεια κι άρχισε να γεμίζει ολόκληρα τετράδια με σχέδια από ιστορίες που γεννούσε η παιδική του φαντασία. Ο Γιάννης Ρουμπούλιας, μετά από είκοσι χρόνια δημιουργίας στον χώρο των κόμικς, αφηγείται στον Προτζέκτορα την πορεία του και μας ξεναγεί στο κάστρο του Κόμη Nerdula. «Όταν πήγα για πρώτη φορά σινεμά στη ζωή μου ήταν για να δω το αγαπημένο μου καρτούν που μόλις είχε μεταφερθεί σε live action ταινία: το Masters of the Universe. Ήμουν μόλις 5 ετών και, μετά από αυτή την εμπειρία, η επιθυμία να σχεδιάζω και να σκαρφίζομαι ιστορίες δυνάμωσε ακόμα περισσότερο». Η πρώτη σου επαφή με τα κόμικς πότε ήταν; Μόλις άρχισα να μαθαίνω να διαβάζω. Ως παιδί, ο Σπάιντερμαν, ο Σούπερμαν και άλλοι με βοήθησαν, μέσω των ιστοριών τους, να σχηματίσω ξεκάθαρες εικόνες για το καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος, τον εγωισμό και τον αλτρουισμό. Κάποια στιγμή ο πατέρας μου, όταν ήμουν περίπου 7 ετών, μου αγόρασε ένα ελληνικό τεύχος «Super Conan». Αυτό ήταν! Τα κόμικς με κέρδισαν για πάντα και ο Κόναν ο Βάρβαρος έγινε ο αγαπημένος μου χαρακτήρας! Για ποιο λόγο; Μέχρι τότε είχα συνηθίσει τους υπερήρωες που έμοιαζαν με σύγχρονους ημίθεους. Υπερφυσικές δυνάμεις, αγώνας για έναν καλύτερο κόσμο, όλα πεντακάθαρα και καλογυαλισμένα. Μα ήρθε ο Κόναν σχεδόν ημίγυμνος, βρώμικος, χωρίς υπερφυσικές δυνάμεις παρά την περιορισμένη μυϊκή του δύναμη και τη λαχτάρα του για ζωή που καμία αλλόκοτη μαγεία ή ανίερο πλάσμα δεν μπορούσε να του κλέψει! Από τότε και στα χρόνια που ακολούθησαν, οι φανταστικοί κόσμοι και η μυθοπλασία θα ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής και της ψυχής μου. Αυτό το πάθος για τη φαντασία και τα παραμύθια με ακολουθεί μέχρι και σήμερα. Από τα χόμπι μου μέχρι την επαγγελματική μου ζωή. Ας φύγουμε λίγο από τα κόμικς και ας πάμε στα Role Playing Games και την πρώτη σου επαφή με την υποκριτική. Το 1998 είχα την πρώτη μου επαφή με τα επιτραπέζια Role Playing Games και το Dungeons and Dragons. Αυτό το παιχνίδι, εκτός από την ψυχαγωγία και τη διασκέδαση που μου πρόσφερε, με έμαθε να λειτουργώ και να σκέφτομαι ως μέρος ενός κοινωνικού συνόλου και να εκτιμώ τη διαφορετικότητα. Έμαθα να μπαίνω στη θέση ενός χαρακτήρα που δεν έχει καμία σχέση με τη δική μου ιδιοσυγκρασία και προσωπικότητα, προσπαθώντας να τον καταλάβω όσο το δυνατό καλύτερα. Αργότερα, ως φοιτητής στο τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου, είχα την πρώτη επαφή με την υποκριτική, όταν η Σύνη Παππά με εμπιστεύτηκε για να συμμετάσχω σε δύο μικρού μήκους ταινίες της. Έτσι ανακάλυψα άλλον έναν τρόπο να εκφραστώ και να «εφαρμόσω» αυτά που είχα μάθει από τα κόμικς και τα παιχνίδια ρόλων. Η σύνδεση μεταξύ των τριών αυτών βασικών ασχολιών μου ήταν άμεση και άρρηκτη. Και ακολουθεί ένα βήμα που ήταν ουσιαστικό για τη μετέπειτα πορεία σου… Ίσως το σημαντικότερο βήμα που έκανα στη ζωή μου για να ανοίξω τους ορίζοντές μου στον χώρο της Τέχνης και να κάνω τη μεγάλη μου αγάπη, επάγγελμα. Παράτησα το Πάντειο Πανεπιστήμιο για να σπουδάσω δίπλα στον μεγάλο Σπύρο Ορνεράκη, στη Σχολή Σκίτσου του. Τόσο ο Σπύρος όσο και ο Μιχάλης Παπανικολάου, σκηνοθέτης με δεκαετίες εμπειρίας, με έκαναν να αγαπήσω τις τέχνες τους ακόμη περισσότερο. Εκεί γνώρισα και τον καλό μου φίλο και μετέπειτα συνεργάτη Άρη Καπλανίδη με τον οποίο ακόμη μοιραζόμαστε το πάθος για κινηματογράφο, δράση και κωμωδία. Όταν φοιτούσα στη Σχολή ξεκίνησα κι επισήμως την καριέρα μου στον χώρο των κόμικς και της εικονογράφησης ως επαγγελματίας πια. Δούλευες και ως γελοιογράφος εκείνη την περίοδο. Προς το τέλος της φοίτησής μου στη Σχολή Ορνεράκη, ήρθε μια μοναδική ευκαιρία να διευρύνω κι άλλο την γκάμα των δραστηριοτήτων μου και να δουλέψω ως γελοιογράφος και καρικατουρίστας στην εφημερίδα «Το Βήμα». Οι δεσμοί σου με την Σχολή Ορνεράκη διατηρήθηκαν και μετά την αποφοίτησή σου; Επέστρεψα πάλι στη σχολή, ως καθηγητής πλέον. Ήταν μια πολύ δημιουργική διαδικασία γιατί με τον πολύ καλό φίλο και εξαιρετικά ταλαντούχο συνάδελφο Μάνο Λαγουβάρδο δεν διδάσκαμε μόνο τις βασικές αρχές για τη δημιουργία των κόμικς, αλλά συμμετείχαμε ενεργά σε αυτή μέσα από τη φρέσκια ματιά νεότερων καλλιτεχνών. Το «Steam Engines of Oz», τις «Νύφες του Δράκουλα», που θεωρώ την πιο άρτια δουλειά μου μέχρι τώρα, και τα «Χρονικά του Δρακοφοίνικα».Τα «Χρονικά του Δρακοφοίνικα» μου χάρισαν το βραβείο «Καλύτερου Έλληνα Δημιουργού Κόμικς» μέσω πανελλαδικής ψηφοφορίας το 2006, το 2007 και το 2008, ενώ το 2007 το κόμικ απέσπασε το βραβείο της «Καλύτερης Ελληνικής Σειράς Κόμικς» στο πλαίσιο του φεστιβάλ κόμικς Comicdom Convention. Ήταν η δουλειά που με «σφυρηλάτησε» ως δημιουργό κι επαγγελματία. Μίλησέ μου για αυτό. Έχοντας διαγράψει μια αρκετά δραστήρια πορεία στον χώρο των κόμικς για σχεδόν δύο δεκαετίες, τόλμησα να κάνω το επόμενο βήμα. Έτσι μαζί με τους Γιώργο Σούλα και Γιώργο Πάνου δημιουργήσαμε το Nerdula Creative Lab. Μια εταιρία παραγωγής-εκδοτικό οίκο η οποία θα είναι πλέον το σπίτι (ή μάλλον το κάστρο) όλων των μελλοντικών πρότζεκτ μας με τη φιλοδοξία να επεκταθούν και σε μέσα πέρα του ελληνικού εκδοτικού χώρου. Το Nerdula Creative Lab έχει ως σκοπό να δώσει το βήμα σε νέους αλλά και σε πιο έμπειρους δημιουργούς για να αφηγηθούν τις ιστορίες τους συνδυάζοντας την καλλιτεχνική ποιότητα με την εμπορικότητα, έχοντας παράλληλα διασφαλίσει τα πνευματικά δικαιώματα της εργασίας και των ιδεών τους. Αυτό το «κάστρο» κατοικείται από έναν κόμη, αν δεν κάνω λάθος. Ως σωστοί λάτρεις των φανταστικών ιστοριών δεν θα μπορούσαμε να μην έχουμε τον δικό μας αφηγητή: τον Κόμη Νέρντιουλα. Ένα βιβλιοφάγο κόμη που λατρεύει τη σπιτική βυσσινάδα και που θα ενημερώνει το κοινό, μέσω των κοινωνικών μας δικτύων και της ιστοσελίδας μας, για όλα μας τα νέα. Το πρώτο project που θα εκδοθεί από το Nerdula Creative Lab, ποιο θα είναι; Ο «Αειμάχος», μια περιπέτεια φαντασίας με πολλά ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία και πρόσωπα να «δένονται» μεταξύ τους μέσα από την ιστορία του Αριστόμαχου, ενός αρχαίου πολεμιστή που περιπλανιέται αιώνια στον χώρο και τον χρόνο. Με τη βοήθεια του Χάρη Γιουλάτου στο σενάριο και του Λεωνίδα Ανδριώτη στους διαλόγους θα είναι διαθέσιμη στο αναγνωστικό κοινό μέσα στο 2021. Με αφορμή τα 200 χρόνια από το 1821, η πρώτη ιστορία θα διαδραματίζεται με φόντο την Ελληνική Επανάσταση, χωρίς όμως να αποτελεί μέρος της. Εδώ θέλω να ευχαριστήσω τον συνάδελφο Θανάση Πετρόπουλο για την έμπνευση που μου έδωσε μέσα από τη δική του δουλειά «Μυστήρια Πράματα». Ελπίζω αυτό το νέο πρότζεκτ να ενθουσιάσει τους αναγνώστες σε Ελλάδα κι εξωτερικό τόσο όσο έχει ενθουσιάσει εμένα και τους συνεργάτες μου. Ίδωμεν. Δείτε τη δουλειά του Γ. Ρουμπούλια στο facebook, το deviantart και το instagram Βρείτε το Nerdula Creative Lab, εδώ: facebook, nerdula.net Και το σχετικό link...
  2. Ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της σύγχρονης ελληνικής παιδικής – εφηβικής λογοτεχνίας που έχει διαβαστεί από εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά τα τελευταία 50 χρόνια προσαρμόζεται σε κόμικς από την Αγγελική Δαρλάση και τον Δημήτρη Μαστώρο. Και διατηρεί ατόφιο το κλίμα με το οποίο η Άλκη Ζέη περιέγραψε την Αθήνα της Κατοχής. Ο τίτλος του άρθρου είναι ενδεικτικός των προθέσεων της Άλκης Ζέη (1923 – 2020) όπως αυτές αποκαλύπτονται σιγά-σιγά στον «Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου» (εκδόσεις Μεταίχμιο, 168 σελίδες): η σπουδαία συγγραφέας, που δραστηριοποιήθηκε κυρίως στην παιδική κι εφηβική λογοτεχνία, μέσα από μια συγκινητική αλλά κι εμψυχωτική ιστορία με φόντο την Αθήνα της Κατοχής καταγράφει τη σταδιακή πορεία ενός εννιάχρονου αγοριού προς την «ενηλικίωση». Μια «ενηλικίωση» που θα έρθει πολύ πριν από τη βιολογική σε καθεστώς πολέμου. Και χαρακτηρίζεται από σταδιακές συνειδητοποιήσεις που υπό συνθήκες ειρήνης θα καθυστερούσαν, θα έρχονταν ομαλά, θα χωνεύονταν με ένα φυσιολογικό ρυθμό. Σε συνθήκες Κατοχής όμως η Ιστορία εξελίσσεται με άλματα και ο χαρακτήρας του παιδιού διαμορφώνεται βίαια κι απότομα, με πόνο, τραύματα, απανωτές ήττες αλλά και σημαντικές προσωπικές νίκες. Τέτοιες νίκες είναι οι σταδιακές καταρρεύσεις των μύθων και η σταδιακή αντικατάστασή τους από τις γνώσεις και τις εμπειρίες. Ο Πέτρος σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής «μεγαλώνει» με ταχείς ρυθμούς και μαθαίνει διαρκώς πράγματα για τη ζωή, τους ανθρώπους, τον χαρακτήρα, την αξιοπρέπεια, την οικογένεια, την ελευθερία, την αντίσταση. «Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου» είναι μια μακρά διαδρομή τεσσάρων ετών μέσα από δύσβατα μονοπάτια με αφετηρία την παιδική αθωότητα εν καιρώ ειρήνης και κατάληξη την ωριμότητα. Το βιβλίο γράφτηκε κατά τη διάρκεια της Χούντας, όταν η Άλκη Ζέη ζούσε εξόριστη στο Παρίσι, και κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1971. Από τότε μέχρι σήμερα έχει κάνει δεκάδες επανεκδόσεις και έχει πουλήσει εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Η προσαρμογή του σε κόμικς σε σενάριο της πολυβραβευμένης για βιβλία παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας συγγραφέως Αγγελικής Δαρλάση και του σχεδιαστή Δημήτρη Μαστώρου που έδωσε το 2016 το εξαιρετικό «Εξάρχεια – Το Πικρό Νεράντζι», ακολουθεί πιστά την εξέλιξη του πρωτοτύπου και το εικονοποιεί με έναν πολύ εύστοχο τρόπο αποδίδοντας ιδανικά το κλίμα και το πνεύμα του. Υπερασπιζόμενο και μέσω της εικόνας την ιστορική μνήμη όπως τη θωράκιζε και την προωθούσε το σύνολο του έργου της Άλκης Ζέη. «Για την Άλκη Ζέη, η ανάγκη του “να μη λησμονείς, να θυμάσαι” μοιάζει να είναι μια βαθιά ανάγκη κατανόησης της ατομικής και συλλογικής ύπαρξης και συνείδησης και, ταυτόχρονα, μια συνειδητή αποδοχή της μεγάλης, κοινής κληρονομιάς ενός λαού κι ενός έθνους. Για τη Ζέη, η ιστορική μνήμη δεν αποτελεί ποτέ πεδίο για αναμόχλευση ερίδων και διαφωνιών. Αντίθετα είναι μια θαρραλέα πράξη συμφιλίωσης, (αλληλο)κατανόησης, συνεννόησης, ακόμα και τρόπος επούλωσης πληγών κι ένα χρέος όχι μόνο προς το παρελθόν αλλά και, κυρίως, προς το μέλλον μας» γράφει η Αγγελική Δαρλάση στο επιλογικό της σημείωμα. Και μαζί με τον Δημήτρη Μαστώρο υπογράφουν το τελικό κείμενο, στο οποίο διευκρινίζουν πώς δούλεψαν στο «Μεγάλο Περίπατο» και πώς συνεργάστηκαν με την Άλκη Ζέη που δυστυχώς πέθανε πριν από την ολοκλήρωση του βιβλίου και δεν είχε τη χαρά να το δει τελειωμένο: «Η μόνη δικιά της πρόταση ήταν να μην είναι πολύχρωμη η εικονογράφησή του, πρόταση που φυσικά σεβαστήκαμε κι ακολουθήσαμε. Η αγάπη μας για το συγκεκριμένο βιβλίο και τη δημιουργία του, τα δικά της ενθαρρυντικά, εγκάρδια λόγια και η εμπιστοσύνη που μας έδειξε κατάφεραν να μεταμορφώσουν το βάρος που είχαμε αρχικά νιώσει σε φτερά. Φτερά που θα μας έκανε να ταξιδέψουμε σε έναν τόπο τόσο οικείο και ταυτόχρονα πρωτόγνωρο. Και ταξιδέψαμε... Δεν θα ισχυριστούμε ότι δεν είχε δυσκολίες το ταξίδι μας. Σε κάθε μεταγραφή από ένα είδος σε κάποιο άλλο γνωρίζουμε ότι αναπόφευκτα χάνεις πολλά από το πρωτότυπο. Έτσι και στην περίπτωσή μας, το να μεταγράψεις ένα μυθιστόρημα, όπου πρωταγωνιστεί φυσικά ο λόγος, σε graphic novel όπου το βασικό αφηγηματικό του μέσο είναι η εικόνα, σήμαινε ότι έπρεπε να αποχωριστούμε αρκετά στοιχεία της πλοκής αλλά και της δυναμικής που φέρει η λογοτεχνικότητα του κειμένου. Έπρεπε να δομήσουμε διαφορετικά το δικό μας βιβλίο, ώστε ν’ ανταποκρίνεται στις δικές του διαφορετικές από το πρωτότυπο, απαιτήσεις και κανόνες. Έπρεπε να βρούμε αυτό που εμάς μας είχε συγκινήσει, αυτό που σ’ εμάς μιλούσε κι αυτό να μεταπλάσουμε κι εκ νέου να δημιουργήσουμε». Σίγουρα τα κατάφεραν. Η κόμικς εκδοχή του «Μεγάλου Περίπατου» είναι απολαυστική και έρχεται να προστεθεί σε μια μεγάλη αλυσίδα από μεταφορές σπουδαίων έργων της κλασικής και νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας σε κόμικς. Μετά τις πολλές προσαρμογές και διασκευές όπως αυτές των Δημήτρη Βανέλλη και Θανάση Πέτρου πάνω σε κείμενα πολλών πεζογράφων και λογοτεχνών (Καραγάτσης, Βουτυράς, Καβάφης, Καρυωτάκης, Παπαδιαμάντης κ.ά.), τον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου από τους Γιάννη Ράγκο, Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιώργο Γούση, τα «Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα από τους Γιάννη Ράγκο και Παναγιώτη Πανταζή, την «Κερένια Κούκλα» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου από τους Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και Γιώργο Τσιαμάντα, τον «Ζητιάνο» του Καρκαβίτσα από τον Kanellos Cob κ.ά., η κυκλοφορία του «Μεγάλου Περίπατου» επιβεβαιώνει αυτή την τάση «επιστροφής» στην ελληνική πεζογραφία, αλλά και τη νέα ματιά με την οποία μπορούν να ιδωθούν ακόμα και τα πιο σύγχρονα ελληνικά λογοτεχνικά έργα όπως αυτό της Άλκης Ζέη. Η δομή της διασκευής των Δαρλάση και Μαστώρου ακολουθεί τη δομή του πρωτοτύπου και το βιβλίο διαιρείται σε τέσσερα μέρη με τίτλους: «Όχι», «Πεινάααω», «Συσσίτιο» και «Λευτεριά ή Θάνατος». Η ιστορία ξεκινά την παραμονή της 28ης Οκτωβρίου με τον θάνατο του τριζονιού του εννιάχρονου Πέτρου και τις οικογενειακές συζητήσεις για την εύθραυστη πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη. Μια μέρα μετά, η Ελλάδα έχει μπει στον πόλεμο και αυτό που φαινόταν για τον μικρό Πέτρο ως κάτι μακρινό και, πιθανώς, ως ένα πεδίο επίδειξης ηρωισμών και ανδρείας, γίνεται θλιβερή πραγματικότητα. Ο πόλεμος είναι σκληρός και κανείς δεν μπορεί να νιώθει ικανοποίηση σε τέτοιες συνθήκες. Μέσα από τα μάτια του Πέτρου, από τις σκέψεις του, από τα όσα συμβαίνουν πρώτα μακριά από αυτόν και προοδευτικά, κατά την εξέλιξη του βιβλίου, όλο και πιο κοντά του, στους γείτονες, στους φίλους, στην οικογένειά του, ο αναγνώστης παρακολουθεί τη διαρκή επιδείνωση της ζωής των Αθηναίων, τον αγώνα για επιβίωση υπό καθεστώς Κατοχής, την προδοσία και τη σκληρότητα αλλά και την αλληλεγγύη και την ανθρωπιά, τον θάνατο που ζυγώνει αλλά και τη ζωή που θριαμβεύει. Η φτώχεια, η πείνα, ο φόβος, η ανελευθερία, οι αρρώστιες, οι νεκροί στη μέση του δρόμου, η ναζιστική αγριότητα, οι δωσίλογοι και οι εκμεταλλευτές γίνονται εφιάλτης για τον Πέτρο που δεν παύει να είναι παιδί. Αλλά ένα παιδί που, όπως όλα τα παιδιά της εποχής, μεγάλωσαν πριν την ώρα τους. Και πήραν μαθήματα ζωής από την αντίσταση, τις διαμαρτυρίες, τις διαδηλώσεις, τις προκηρύξεις, τα συνθήματα στους τοίχους, το ΕΑΜ, τις ειδήσεις για τις νίκες του Κόκκινου Στρατού, την ανυπακοή χωρίς να υπολογίζονται οι συνέπειες και το τίμημα απέναντι στους ναζί και στους ντόπιους συνεργάτες τους. Κι έτσι ο Πέτρος θα καταφέρει να μείνει ζωντανός μέχρι την πολυπόθητη ημέρα της Απελευθέρωσης της Αθήνας, εντελώς διαφορετικός όμως από το παιδί της έναρξης του πολέμου. Και θα ξεχυθεί χαμογελαστός στους δρόμους για έναν πραγματικά Μεγάλο Περίπατο στην ελεύθερη και αδούλωτη Ζωή. Και το σχετικό link...
  3. Στην τελευταία του ιστορία ο Λούκι Λουκ επιχειρεί να αποκαταστήσει τη θέση των μαύρων χαρακτήρων στην ιστορία των γαλλοβελγικών κόμικς. Πριν από μερικά χρόνια ο Ζιλιέν Μπερζό, αφού είχε κλείσει έναν σύντομο επαγγελματικό κύκλο ως καθηγητής κινεζικής ιστορίας στο Παρίσι και είχε ξεκινήσει να δημοσιεύει ως σκιτσογράφος τις ιστορίες του στον γαλλικό Τύπο, έλαβε μία από τις πιο τιμητικές προτάσεις: να αναβιώσει το κλασικό κόμικ του Λούκι Λουκ. Το τρίτο του άλμπουμ, το οποίο υπογράφει ως Jul, κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2019 στη Γαλλία με τίτλο «Un Cow-Boy dans le coton». Πρόσφατα μεταφράστηκε στα αγγλικά και στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2020 με τίτλο «Μπελάδες στις φυτείες» από τις εκδόσεις Μαμούθ Κόμιξ. Ο μοναχικός καουμπόι, χάρη στον νέο δημιουργό του, αποδίδει δικαιοσύνη στην κοινότητα των μαύρων αποκαθιστώντας τη θέση τους στην ιστορία των γαλλοβελγικών κόμικς. Ο Jul υπογράφει το «Μπελάδες στις φυτείες» παρουσιάζοντας στο εξώφυλλο – για πρώτη φορά ανάμεσα στα συνολικά 80 άλμπουμ Λούκι Λουκ – τον μαύρο συμπρωταγωνιστή του. Στη δική του ιστορία ο Λούκι Λουκ βρίσκεται απροσδόκητα ιδιοκτήτης μιας φυτείας βαμβακιού στη Λουιζιάνα. Οι προοδευτικές του απόψεις όμως τον φέρνουν αντιμέτωπο με τις συνήθειες των ντόπιων γαιοκτημόνων και της Κου Κλουξ Κλαν. Για να καταφέρει να ξεφύγει βρίσκει βοήθεια από τον μαύρο ομοσπονδιακό αστυνομικό, τον οποίο ο Jul τοποθετεί στην ιστορία ισότιμα με τον Λούκι Λουκ. Είναι υπαρκτό πρόσωπο, ο Μπας Ριβς, ο πρώτος μαύρος βοηθός σερίφη που υπηρέτησε τον νόμο στα δυτικά του ποταμού Μισισιπή. Σε όλες τις προηγούμενες ιστορίες του καουμπόι οι χαρακτήρες των μαύρων είχαν εμφανιστεί μόνο στο άλμπουμ «En Remontant le Mississippi» (στα ελληνικά «Η κούρσα του Μισισιπή»), το 1961. Οι δημιουργοί του Λούκι Λουκ, Μορίς και Γκοσινί, τους είχαν απεικονίσει ακολουθώντας ρατσιστικά στερεότυπα. Αντιδράσεις Το νέο άλμπουμ κυκλοφόρησε την εποχή που στη Γαλλία γινόταν έντονη συζήτηση για τη φυλή, την αστυνομική βία και την αποικιοκρατία, καθώς τμήματα του γαλλικού κατεστημένου επέκριναν το φυλετικό ζήτημα θεωρώντας ότι αποτελεί αμερικανική επίδραση. Και η προσπάθεια του Jul για μια αποαποικιοποίηση της ιστορίας του Λούκι Λουκ προκάλεσε οργισμένες αντιδράσεις. Μπας Ριβς Το δεξιάς ιδεολογίας περιοδικό «L' Incorrect» κατηγόρησε το νέο άλμπουμ ότι «εκπορνεύει τον μοναχικό καουμπόι με τις εμμονές του παρόντος» και μετατρέπει μία από τις σημαντικότερες φιγούρες των γαλλοβελγικών κόμικς και της παιδικής φαντασίας σε μια φιγούρα «τόσο φουσκωμένη με προοδευτικό δόγμα όσο μια σειρά του Netflix». Το έντυπο «Valeurs Actuelles», προσκείμενο στην πολιτική του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, παραπονέθηκε ότι οι λευκοί χαρακτήρες του βιβλίου ήταν «τραγελαφικά άσχημοι» και απεικονίζονταν να υποφέρουν από «χυδαία ηλιθιότητα και κακία». Ωστόσο το «Un Cow-Boy dans le coton» συγκέντρωσε ευνοϊκές κριτικές και ήταν το κόμικ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις του περασμένου έτους – πουλώντας σχεδόν μισό εκατομμύριο αντίτυπα, επισημαίνουν οι «New York Times». Ενώ ορισμένοι εξέχοντες μαύροι Γάλλοι το επαίνεσαν ως σημαντική πολιτιστική στιγμή. Αμαρτίες του παρελθόντος Αξίζει να επισημάνουμε το εξής: στα κόμικς της γαλλοβελγικής σχολής δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι μαύροι έχουν την ίδια σωματική διάπλαση (εύσωμοι και με σαρκώδη χείλια) και τις περισσότερες φορές είναι σκλάβοι και δεν ξέρουν ανάγνωση. Για παράδειγμα, στο άλμπουμ του Αστερίξ «Ο Πάπυρος του Καίσαρα» που κυκλοφόρησε το 2015, δεν άλλαξε κάτι. Οι λίγοι μαύροι χαρακτήρες είναι πανομοιότυποι με αυτούς που δημιουργήθηκαν πριν από 54 χρόνια από τους Ουντερζό και Γκοσινί. Μια παράδοση για κάποιους, ένα αδίκημα για τους άλλους, θα σκεφτεί ο σύγχρονος αναγνώστης κόμικς. Αυτοί οι βουβοί μαύροι χαρακτήρες σχεδιάζονται κατά την κλασική αποικιακή παράδοση, με τον τρόπο του Ερζέ στο άλμπουμ «Ο Τεντέν στο Κονγκό» του 1931. Το συγκεκριμένο άλμπουμ θεωρείται ότι εκπροσωπεί την πιο χαρακτηριστική ρατσιστική αναπαράσταση των μαύρων χαρακτήρων στα κλασικά κόμικς. Άποψη που ο Πιερ Κρα, γάλλος ειδικός της ιστορίας των κόμικς, εξηγεί στο «L' Express»: «Η παραδοσιακή απεικόνιση των μαύρων ως "άγρια" και "νωθρή" είχε ως στόχο να δικαιολογήσει την "πολιτισμένη αποστολή" του αποικισμού στην Αφρική». Για τον Κρα αυτή η αναπαράσταση, η οποία διαρκεί περισσότερο από 60 χρόνια μετά την ανεξαρτησία των πρώην γαλλικών αποικιών, αντικατοπτρίζει την ψυχή ενός έθνους που πρέπει ακόμα να αντιμετωπίσει πλήρως το αποικιακό του παρελθόν. Και το σχετικό link...
  4. Σκίτσο του Μιχάλη Κουντούρη στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 24/02/21 (και το είχε ξαναβάλει και στις 16/01/20).
  5. Με πρωταγωνιστές τον Μάρκο Μπότσαρη και τον Αλή Πασά, οι Chris Jaymes και Ale Aragon δημιουργούν μια συναρπαστική ιστορία για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της απελευθέρωσης της Ελλάδας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την έναρξη της Επανάστασης. Με αφορμή τους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση του 1821, μια σειρά από εκδηλώσεις αναμένεται να πραγματοποιηθούν (με την παράνοια του λοκντάουν σε εκκρεμότητα είναι άγνωστο το πώς ακριβώς…) και μια σειρά από έργα τέχνης να δημιουργηθούν και να παρουσιαστούν. Ας μην τα κρίνουμε πριν τα δούμε, αν και για κάποια από αυτά δεν είναι αισιόδοξα τα μηνύματα. Υπάρχουν όμως και κάποια έργα που αν και δε φτιάχτηκαν για την περίσταση, γίνονται επίκαιρα λόγω αυτής. Μια τέτοια περίπτωση, ιδιαίτερη και πρωτότυπη είναι «Τα Παιδιά της Επανάστασης» («Sons of Chaos») του Αμερικανού συγγραφέα Chris Jaymes και του Αργεντινού σχεδιαστή Ale Aragon (εκδόσεις Κάκτος, μετάφραση: Αλέξης Καλοφωλιάς, 192 σελίδες). Πρόκειται καταρχάς για ένα χορταστικό βιβλίο, σε μεγάλη διάσταση, έγχρωμο και με πλούσια εικονογράφηση. Και επιπλέον με πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή η οποία το κάνει ελκυστικό ακόμα και σε αναγνώστες εκτός Ελλάδας που δεν έχουν καμιά απολύτως γνώση για τα γεγονότα του 1821. Ή μάλλον το κάνει ακόμα περισσότερο ελκυστικό σε αυτούς, καθώς τους δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουν λίγα περισσότερα πράγματα για τη λιγότερο γνωστή παγκοσμίως απελευθερωτική επανάσταση από τον 18ο αιώνα και μετά. Αυτός ήταν και ο στόχος του Chris Jaymes όπως ο ίδιος περιγράφει τις προθέσεις του στο προλογικό του σημείωμα: «Στόχος μου ήταν να παρουσιάσω αυτά τα γεγονότα με τρόπο που θα μπορούσε να κεντρίσει την περιέργεια ενός μη Έλληνα αναγνώστη, αποτίοντας ταυτόχρονα φόρο τιμής σε αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους για να θεμελιώσουν τις ανέσεις που έχουμε την ευλογία να απολαμβάνουμε σήμερα. Ελπίδα μου να το έχω πετύχει». Μάλλον τα κατάφερε καθώς ο τρόπος που τοποθετεί την ιστορία του στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εποχής και περιγράφει τις συνθήκες της προεπαναστατικής περιόδου, σε συνδυασμό με το ότι η πλοκή δεν αφορά μόνο τα μεγάλα γεγονότα αλλά και τις ζωές κάποιων κεντρικών προσώπων όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Αλή Πασάς, καθιστούν το βιβλίο μια σπουδαία μυθοπλασία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. «Τα Παιδιά της Επανάστασης» είναι μια ωραία μυθοπλασία, μια φανταστική ιστορία με επίκεντρο το 1821 και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού είναι λιγοστές οι πηγές από ανθρώπους της εποχής και ιδιαίτερα από τους πρωταγωνιστές. Αυτό δεν μειώνει την αξία της ως μιας fiction ιστορίας, αλλά ταυτόχρονα και δεν την καθιστά ιστορικό τεκμήριο. Κάτι τέτοιο άλλωστε δεν αποτελούσε επιδίωξη των δημιουργών. Ως προς τα αντικειμενικά και τα πραγματολογικά στοιχεία στοιχεία όμως τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες γίνεται προφανές ότι το βιβλίο αποτελεί αποτέλεσμα διεξοδικής και πολύχρονης έρευνας: «Έπειτα από 10 χρόνια έρευνας, η ιστορία που επέλεξα να πω είναι μια συμβολική, δραματοποιημένη αφήγηση, στηριγμένη σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα, με πρόθεση να γνωρίσει στον κόσμο ένα κομμάτι Ιστορίας για το οποίο οι περισσότεροι ξέρουν ελάχιστα» σύμφωνα με τον Jaymes. Ως προς τα σχέδια του Aragon, που φέρνουν στον νου σε ορισμένα σημεία τους «300» του Frank Miller, είναι σαφής η εξαντλητική τεκμηρίωση και η κατά το δυνατόν μέγιστη ακρίβεια. Η ελληνική ύπαιθρος της Ηπείρου, οι στολές των πολεμιστών, οι ενδυμασίες, τα όπλα, τα κοσμήματα, τα κτίρια, οι εσωτερικοί χώροι και η διακόσμησή τους, τα καράβια, τα χωριά της επαρχίας αποδίδονται με πιστότητα μετά τη μεγάλη έρευνα του Αργεντινού σχεδιαστή σε ντοκουμέντα της εποχής. Το μεγάλο μέγεθος και πλάτος των σελίδων τού δίνουν τη δυνατότητα να τεμαχίσει τον χώρο του ποικιλοτρόπως, να πλάσει μεγάλα, εντυπωσιακά καρέ σε πολυπληθείς σκηνές, σε μάχες κ.λ.π. και μικρά καρέ που επιτείνουν την αγωνία όταν η πλοκή το απαιτεί. Και η πλοκή; Η ιστορία ξεκινά με μια επιδρομή του στρατού του Αλή Πασά σε ένα χωριό στο Σούλι δέκα χρόνια πριν από την Επανάσταση. Σφάζονται γυναίκες και παιδιά. Η εκδίκηση είναι σκληρή. Ο μικρός Μάρκος Μπότσαρης, γιος του αρχηγού Κίτσου Μπότσαρη, είναι παρών στη σύλληψη ενός από τους επιδρομείς. Βλέποντας την οργή των Σουλιωτών να ξεχειλίζει σκέφτεται: «Δεν μπορούσα να δω. Ποτέ μου δεν συνήθισα να βλέπω ανθρώπους να πεθαίνουν. Ο σκοτωμός ενός δικού τους δεν φαινόταν ποτέ να φέρνει πίσω κάποιον δικό μας. Όμως στον πόλεμο υπάρχει άλλη επιλογή;». Λίγο αργότερα και μετά από μια ύπουλη μηχανορραφία, σε ένα ψυχολογικό παιχνίδι στρατηγικής ενάντια στους Έλληνες, ο Μάρκος οδηγείται στο παλάτι όπου και θα περάσει τα επόμενα δέκα χρόνια της ζωής του ουσιαστικά αιχμάλωτος του Αλή Πασά αλλά και προστατευόμενός του. Όταν όμως ενηλικιώνεται, αγανακτισμένος από την αδικία και την απληστία του Πασά το σκάει. Μπορεί να μην είναι εκπαιδευμένος ούτε έμπειρος πολεμιστής, αλλά όντας διψασμένος για εκδίκηση καταφεύγει στον Ιμπραήμ και συνεργάζεται μαζί του. Συνειδητοποιεί την κατάσταση των Ελλήνων αλλά και το προσωπικό του δράμα. Αποφασίζει να ηγηθεί, έστω κι αν δεν καταλαβαίνει τα πολύπλοκα πολιτικά παιχνίδια εξουσίας και επικράτησης. Φτάνει στο Ναύπλιο και συναντά τους άλλους αρχηγούς των Ελλήνων. Έχει πια αλλάξει: «Ήμουν διαφορετικός. Το τρέμουλο στη φωνή μου είχε χαθεί. Όπως και η αβεβαιότητα από την καρδιά μου. Και καθώς στάθηκα μπροστά στους άντρες, μια φωνή ακούστηκε. Μια φωνή εύστοχη και σαφής. Ήταν η δική μου! Οι άντρες άκουγαν. Και η διάθεση άλλαξε. Και με μια φωνή άρχισαν τα συνθήματα. Και για πρώτη φορά εδώ και αιώνες η Ελλάδα είχε φωνή» αφηγείται ο, πρώην φοβισμένος και τώρα πια αποφασισμένος για αγώνα μέχρι τέλους, Μάρκος. «Από τη Μονεμβασιά μέχρι τη Χίο, από την Τρίπολη μέχρι την Άρτα, η Ελλάδα βρισκόταν σε πόλεμο. Αιώνες καταπίεσης ξέσπασαν. Πολεμήσαμε χωρίς έλεος. Τα πρόσωπα των αντρών αντικαταστάθηκαν με πρόσωπα τεράτων. Όχι μόνο τα δικά τους πρόσωπα, αλλά και τα δικά μας. Και προς το παρόν, σε αυτή την ανάσα ήμασταν ενωμένοι» αφηγείται. Η Επανάσταση θα προχωρήσει. Όχι πάντα απρόσκοπτα και σίγουρα όχι αναίμακτα και χωρίς απώλειες. Όμως στη δίνη των κοσμοϊστορικών γεγονότων οι Jaymes και Aragon δεν παραλείπουν να εστιάσουν στις ανθρώπινες ιστορίες των πρωταγωνιστών τους. Δεν παρουσιάζουν τους αρχηγούς των στρατών ως πολεμικές μηχανές χωρίς συναισθήματα, αντιθέτως τονίζουν τις προσωπικές τους στιγμές, τις αδυναμίες τους και τις ανασφάλειές τους, τις φοβίες, τα λάθη και τα πάθη τους. Κι έτσι η ιστορία τους γίνεται πιο ανθρώπινη και ζεστή αντί για ένα λουτρό αίματος με στόχο την κυριαρχία και την εξουσία. Έτσι κι αλλιώς πρόκειται για μια μυθοπλασία κι όχι για μια αυστηρή καταγραφή της πραγματικότητας, επομένως υπάρχουν πολλοί βαθμοί ελευθερίας για τους δημιουργούς που δεν είναι υποχρεωμένοι να παραμείνουν πιστοί σε συγκεκριμένες φράσεις ή αποδεδειγμένες πράξεις και επιβεβαιωμένα περιστατικά. Με αυτό ως δεδομένο και προς αποφυγή παρεξηγήσεων μεταξύ αναγνώστη και δημιουργών ή παρερμηνειών και λανθασμένων προσλήψεων, «Τα Παιδιά της Επανάστασης» αποτελούν μια ενδιαφέρουσα, όλο αγωνία και συναίσθημα ιστορία με φόντο την ελληνική επανάσταση του 1821. Και μόνο οι ειλικρινείς προθέσεις των δημιουργών της, το κλίμα της, η στρωτή αφήγηση και τα όμορφα σχέδια είναι αρκετά για να την καταστήσουν μια σπουδαία ιστορία. Σίγουρα όχι λιγότερο σπουδαία από άλλες χρυσοπληρωμένες και εθνικά στρατευμένες προσπάθειες που φοβάμαι πως θα δούμε τις προσεχείς εβδομάδες στο πλαίσιο της εθνικής ομοψυχίας και ανάτασης για τον εορτασμό των 200 ετών από την Επανάσταση του 1821. Και το σχετικό link...
  6. Μια καλή λύση είναι να ρίξεις μια ματιά στα βιντεάκια του Omar στο youtube στο κανάλι που έχει, το Νear Mint Condition. Π.χ. σειρά ανάγνωσης όσον αφορά τον Thanos... Σειρά ανάγνωσης όσον αφορά τον Thor... Σειρά ανάγνωσης όσον αφορά τους X-Factor... Σειρά ανάγνωσης όσον αφορά τον Captain America του Brubaker... Σειρά ανάγνωσης όσον αφορά τους X-Force... Σειρά ανάγνωσης όσον αφορά τους Thundebolts... Σειρά ανάγνωσης όσον αφορά τον Daredevil... Σειρά ανάγνωσης όσον αφορά τους New Mutants... Σειρά ανάγνωσης όσον αφορά τον Hulk... Σειρά ανάγνωσης όσον αφορά τους Fantastic Four... Σειρά ανάγνωσης όσον αφορά τους X-Men... Σειρά ανάγνωσης όσον αφορά τον Spiderman... Στο κανάλι του θα βρεις και αντίστοιχους οδηγούς για σειρές της DC Comics αν σε ενδιαφέρουν...
  7. Αν ένα ελληνικό βιβλίο κόμικς έχει γίνει θρύλος στο πέρασμα των περίπου 40 ετών από τότε που ξεκίνησε να δημιουργείται, αυτό είναι η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» του Γιάννη Καλαϊτζή. Το πρώτο μέρος της δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 1981 στο έβδομο τεύχος ενός επίσης θρυλικού περιοδικού, της «Βαβέλ», που τότε έκανε τα πρώτα της βήματα αναζητώντας το στυλ της και παρέχοντας τον χώρο της σε Έλληνες καλλιτέχνες, που πειραματίζονταν πάνω στη γλώσσα των κόμικς έχοντας κυρίως επιρροές από Ευρωπαίους συναδέλφους τους. Μπορεί η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» να μην ολοκληρώθηκε στη «Βαβέλ», κυκλοφόρησε όμως ολόκληρη από τις εκδόσεις Πολύτυπο το 1984 με την ένδειξη «Εικονογράφημα»! Ολόκληρη; Αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ, καθώς ο Καλαϊτζής στην τελευταία σελίδα άφηνε να εννοηθεί ότι η αστική περιπέτεια του παράξενου ζεύγους των πρωταγωνιστών θα έχει και συνέχεια. «Τέλος στο πρώτο βιβλίο» είναι τα λόγια με τα οποία κλείνει η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα». Δεν υπήρξε ποτέ δεύτερο. Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη ορχήστρα» Ο Καλαϊτζής συνέχισε να δημιουργεί μοναδικά κόμικς όπως «Το μαύρο είδωλο της Αφροδίτης» και το «Ο Τυφών», να γελοιογραφεί, να σκιτσάρει αλλά στην «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» δεν επέστρεψε ποτέ. Ίσως και να μη χρειαζόταν κάτι τέτοιο καθώς η ιστορία είναι τόσο επιτηδευμένα ανολοκλήρωτη που οποιαδήποτε παρέμβαση θα αλλοίωνε το αρχικό της περιεχόμενο: την απόπειρα καταγραφής ενός 24ώρου του τρόμου για ένα ζευγάρι στα όρθια ερείπια μιας εφιαλτικής και γκροτέσκο Αθήνας που καταρρέει ακροβατώντας ανάμεσα στον υπερφίαλο και κατευθυνόμενο δυτικό της προσανατολισμό και το ανατολικό της παρελθόν. Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη ορχήστρα» Η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» θα μπορούσε να είναι ένα ιστορικό ντοκουμέντο για την Αθήνα του ’80. Ή ένα ρεπορτάζ με θέμα τη ζωή ενός εργαζόμενου στην πόλη. Ή μια ηθογραφία της εποχής. Μια ερωτική ιστορία ίσως. Ένα πολιτικό σχόλιο για τις αντιφάσεις της Αριστεράς και την αδυναμία συνεννόησης των δυνάμεών της. Μια καταγγελία του κράτους του χωροφύλακα που συντηρούσε η Δεξιά. Μια πινακοθήκη χαρακτηριστικών μορφών και φυσιογνωμιών της πόλης. Μια συλλογή από γκράφιτι, συνθήματα, τίτλους εφημερίδων και επιγραφές. Ένα road κόμικς στους μποτιλιαρισμένους δρόμους ανάμεσα σε τρόλεϊ, αδέσποτα σκυλιά, τσοντάδικα, ματατζήδες, διαδηλωτές, ταξιτζήδες, κλειδαράδες, γαλατάδες, μπανιστιρτζήδες, παλαιοπώλες, καφετζήδες, ψαροπώλες, θυρωρούς, σουβλατζήδες, πλανόδιους μουσικούς και χορευτές, ξενοδόχους, επαίτες και ρεμπέτες. Ένα μητροπολιτικό σάουντρακ με κλαρίνα, κιθάρες, ροκ, ποδοσφαιρικές μεταδόσεις, μεγάφωνα από Ντάτσουν με καρπούζια και τον Σαββόπουλο να υπενθυμίζει «Τώρα με χειρουργεί μια αλλήθωρη νεολαία, μια τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική» δίπλα στον Βελουχιώτη. Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη ορχήστρα» Η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» δεν είναι κάτι απ’ όλα αυτά. Είναι όλα αυτά μαζί. Μα πάνω απ’ όλα είναι η απελπισμένη απόπειρα απόδρασης ακριβώς από όλα αυτά. Είναι η αγωνία του σκιτσογράφου Κώστα Φαναρτζή, εργαζόμενου στην εφημερίδα «Η Σημαία», και της Έφης που μόλις γνωριστήκανε και για τους οποίους ο αναγνώστης δεν μαθαίνει τίποτα ως προς τον πρότερο βίο τους και φυσικά απολύτως τίποτα για τον μεταγενέστερο (εκτός από το ότι είχαν κανονίσει το επόμενο πρωί να πάνε στο «Πολύτοπο» του Ξενάκη στις Μυκήνες), να βρεθούν λίγο μόνοι. Να κάνουν σεξ. Οπουδήποτε. Με κάθε αντίτιμο και τίμημα. Και να επιστρέψουν σώοι στα σπίτια τους περνώντας από τις συμπληγάδες της απειλητικής Αθήνας. Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη ορχήστρα» Στον δρόμο της επιστροφής θα συναντήσουν μια, κατά την Έφη, «Κατίνα» που δεν είναι άλλη από τη μητέρα του Κώστα και πραγματική κυρα-Κατίνα που πηγαίνει στη νυχτερινή δουλειά της στον Άγιο Σώστη. Και η διαδρομή θα ολοκληρωθεί με ραδιοφωνικές ειδήσεις («Ο πρωθυπουργός κύριος Κωνσταντίνος Καραμανλής αναχωρεί αύριον διά Δυτικήν Γερμανίαν κατόπιν προσκλήσεως του καγκελαρίου κυρίου…»), τραγούδια («Λεε - καλέ - λεεεμοοονάκι μυρωδάτοοο…»), βουκολικό γλέντι («Λέιντις εντ τζέντλεμεν, δε γκρικ φολκ ντάνσες γκρουπ, ριπριζέντ τουνάιτ ντάνσες εντ σονκς οφ Μακεντόνια εντ Θρας, ντάνσες οφ Κρετ…»), λίγα μαχαιρώματα και μια απρόσμενη συνάντηση με τον σουρωμένο Νίκο που φιλοσοφεί λίγο πριν το χάραμα. Το εξώφυλλο της «Τσιγγάνικης ορχήστρας» (εκδ. Πολύτυπο, 1984) Η ημερήσια «εκδρομή» του Κώστα και της Έφης στην εξπρεσιονιστική και κλειστοφοβική Αθήνα που φιλοτεχνεί ο Καλαϊτζής με αποστροφή για την Αθήνα αλλά και συμπάθεια για τους γραφικούς Αθηναίους (δεν ξέρω αν είναι καλό αυτό για τους Αθηναίους) μπορεί να ιδωθεί και ως μια νουάρ κατάδυση στην Καρδιά του Σκότους. Μια χιουμοριστική «Αποκάλυψη Τώρα» που κάθε βήμα σε στέλνει όλο και πιο βαθιά στην Κόλαση χωρίς καμία διαφυγή. Η Αθήνα αυτή που υπακούει στον Τρόμο του Κενού καθώς ο Καλαϊτζής δεν αφήνει ούτε σπιθαμή χώρου ανεκμετάλλευτη, γεμίζοντας κάθε σημείο της ζωγραφικής του επιφάνειας με πρόσωπα, λόγια, φωνές, κτίρια, οχήματα και αντικείμενα που αποδίδουν πιστά το χάος της πρωτεύουσας στις αρχές του ’80 (με μικρές διαφορές από το σύγχρονο χάος). Ασπρόμαυρη στο κλίμα των κόμικς των Munoz και Sampayo, φλεγματική όπως οι περιπέτειες της «Ada» και του «Colombo» του Altan, σκοτεινή όπως οι αφηγήσεις του Alberto Breccia, η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» αποτελεί την πρώτη μεγάλης έκτασης ιστορία των ελληνικών κόμικς και για όσους τη διάβασαν (διαβάσαμε) τότε, μία από τις καλύτερες γνωριμίες με το είδος. Το διονυσιακό πνεύμα της σε ένα κλίμα ασχημάτιστου και οργιώδους πανηγυριού διατηρήθηκε και στα κόμικς του Καλαϊτζή των επόμενων δεκαετιών ενώ οι επιδράσεις της στους Έλληνες δημιουργούς κόμικς είναι ακόμα ορατές. Η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» θα αποτελεί πάντα μια όχι-και-τόσο παραμορφωμένη αντανάκλαση της Αθήνας και ταυτόχρονα ένα αριστουργηματικό έργο από έναν κορυφαίο δημιουργό. Καρέ από την «Τσιγγάνικη ορχήστρα» Και το σχετικό link...
  8. Η Αριστερά του Γιάννη Καλαϊτζή στα σκίτσα της «Εφ. Συν.» (2012-2016) Αν κάτι ξεχωρίζει τους μεγάλους πολιτικούς γελοιογράφους κατά τις τελευταίες δεκαετίες από εκείνους που προηγήθηκαν είναι το γεγονός ότι δεν αρκέστηκαν να παρακολουθούν ως σχολιαστές τη γραμμή του εντύπου με το οποίο συνεργάζονταν. Διεκδίκησαν και κατέκτησαν έναν αυτόνομο ρόλο, ακολουθώντας τις δικές τους ιδιαίτερες πολιτικές αρχές, αξίες και τοποθετήσεις, φτάνοντας κάποια στιγμή και στο σημείο να δίνουν αυτοί τον τόνο, ακόμα και να υποσκελίζουν το πολιτικό μήνυμα του πρωτοσέλιδου τίτλου. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν χωρίς αμφιβολία οι δύο κορυφαίοι γελοιογράφοι της «Εφ. Συν.» που χάσαμε πρόωρα, ο Γιάννης Καλαϊτζής και ο Γιάννης Ιωάννου. Ο Γιάννης Καλαϊτζής βέβαια δεν υπήρξε απλώς ένας πολύτιμος συνεργάτης. Εξ αρχής είχε αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημιουργία ενός συνεταιριστικού δημοσιογραφικού εντύπου βασισμένου στον πυρήνα των απολυμένων της «Ελευθεροτυπίας», από τη στιγμή που η εργοδοσία της την είχε οδηγήσει στο κλείσιμο. Αλλά το εγχείρημα αυτό της «Εφ. Συν.» συνέπεσε με την κορύφωση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κρίσης στη χώρα και την έως τότε απρόβλεπτη συγκρότηση μιας κυβέρνησης με πυρήνα την Αριστερά. Η ματιά του Καλαϊτζή μέσα από τα σκίτσα του από τον Νοέμβριο του 2012 έως τον Φεβρουάριο του 2016 υπήρξε μια εξαιρετικά διεισδυτική κριτική ερμηνεία των πρωτοφανών αλλαγών στη χώρα, συνδυάζοντας την κοινωνική ευαισθησία και το αδυσώπητο χιούμορ με την επιμονή στις αξίες της Αριστεράς. Η κρίση και η τρόικα Ακολουθώντας τη γραμμή που είχε χαράξει από το 2010 στην «Ελευθεροτυπία», ο Καλαϊτζής από τα πρώτα φύλλα της «Εφ. Συν.» (Νοέμβριος 2012) ασκεί σκληρή κριτική στην πολιτική της τρικομματικής μνημονιακής συγκυβέρνησης, στην οποία αποδίδει πλήρη υποταγή στην τρόικα των δανειστών που εικονογραφείται ως τρικέφαλος Κέρβερος. Τα πολιτικά πρόσωπα (κυρίως Σαμαράς και Βενιζέλος) είναι στο στόχαστρό του, αλλά πάντοτε σε σχέση με συγκεκριμένες πράξεις ή δηλώσεις τους και με αναφορά στις σκοτεινές τους διασυνδέσεις με τη διαπλοκή. Αντίθετα με τη λογική του συρμού που αποφεύγει να μιλήσει για τα πρόσωπα αυτής της διαπλοκής, ο Καλαϊτζής δεν διστάζει να λέει τα πράγματα με το όνομά τους (σκίτσο 1, 16.2.2013). 1. «Εφ. Συν.» 16.2.2013 Το δεύτερο σημείο που τον διαφοροποιεί από την πλειονότητα των συναδέλφων του είναι πως δεν περιορίζεται στην καταγγελία των μνημονίων (όπου συμφωνούσαν οι πάντες), αλλά τα συνδέει με την πλήρη υποταγή στους τραπεζίτες, τις υπερβολικές αμυντικές δαπάνες, την εγκατάλειψη των νοσοκομείων (σκίτσο 2, 22.7.2013) και των Πανεπιστημίων, τη σκλήρυνση της αστυνομική βίας, προκειμένου να επιβληθούν τα απάνθρωπα μέτρα. 2. «Εφ. Συν.» 22.7.2013 Η Αριστερά στην κυβέρνηση Εγκαίρως ο Καλαϊτζής διαβλέπει τις δυσκολίες που θα συναντήσει η ενδεχόμενη κυβέρνηση της Αριστεράς και δεν διστάζει να προβλέψει την απροθυμία των Ευρωπαίων ομοϊδεατών του ΣΥΡΙΖΑ να συμπράξουν μαζί του (σκίτσο 3, 11.6.2014), αλλά και τις δεσμεύσεις που κληρονόμησε από την κυβέρνηση Σαμαρά (σκίτσο 4, 20.11.2014). Την επομένη του δημοψηφίσματος το σκίτσο συνοψίζει με εξαιρετικό τρόπο την πίεση των δανειστών (σκίτσο. 5, 7.7.2015). 3. «Εφ. Συν.» 11.6.2014 4. «Εφ. Συν.» 20.11.2014 5. «Εφ. Συν.» 7.7.2015 Αλλά η υποχρέωση του ΣΥΡΙΖΑ να υποχωρήσει δεν δικαιολογεί καθόλου στα μάτια του Καλαϊτζή τη στάση αυτών που ονομάζει «πολύ αριστερούς», οι οποίοι υποτίμησαν τη σημασία να στηριχτεί αυτή η πρωτόγνωρη για την ελληνική Αριστερά προσπάθεια (σκίτσο 6, 24.7.2015) Αυτή υπήρξε ίσως μια από τις πιο δύσκολες πολιτικές επιλογές του Καλαϊτζή, εφόσον τον έφερε σε τροχιά σύγκρουσης με φίλους και συντρόφους με τους οποίους συμπορεύτηκε επί δεκαετίες. Αλλά η ανεξαρτησία της σκέψης και η πίστη στις δικές του αριστερές αξίες δεν ήταν γι’ αυτόν διαπραγματεύσιμες. 6. «Εφ. Συν.» 24.7.2015 Οι μετανάστες και ο ρατσισμός Ξεχωριστό κεφάλαιο στην παρέμβαση του Καλαϊτζή αποτελούν τα σκίτσα του για το προσφυγικό και την κριτική στην εφαρμογή ρατσιστικών μέτρων από την κυβέρνηση Σαμαρά (σκίτσο 7, 28.2.2013). Και με την αύξηση των προσφυγικών ροών το 2015 και το 2016 είναι ο Καλαϊτζής εκείνος που θα αντιταχθεί στον δημόσιο ρατσιστικό λόγο (σκίτσο 8, 25.9.2015) και θα στρέψει την προσοχή μας στο πραγματικό ζήτημα, δηλαδή το ανθρώπινο δράμα στις ακτές και τις θάλασσές μας (σκίτσο 9, 28.1.2016). 7. «Εφ. Συν.» 28.2.2013 8. «Εφ. Συν.» 25.9.2015 9. «Εφ. Συν.» 28.1.2016 Η απειλή του ναζισμού Εξ αρχής ο Καλαϊτζής συλλαμβάνει τον ιδιαίτερο ρόλο που έχει αναλάβει στις συνθήκες της κρίσης να παίζει η Χρυσή Αυγή. Δεν αρκείται – όπως συνέβαινε κατά κανόνα με άλλους πολιτικούς γελοιογράφους την περίοδο εκείνη – στην περιγραφή με ναζιστικά χαρακτηριστικά της διεθνούς επέμβασης στην Ελλάδα, αλλά αποκαλύπτει με τον δικό του τρόπο την ιδιαίτερη σχέση του βαθέος κράτους με τη ναζιστική οργάνωση (σκίτσο 10, 19.1.2015). Αποκαλύπτει την ιδιαίτερη σχέση Σαμαρά-Χρυσής Αυγής έναν ολόκληρο χρόνο προτού αποκαλυφτεί η διασύνδεση στο πρόσωπο του Τ. Μπαλτάκου (σκίτσο 11, 23.5.2013). Και γελοιοποιεί με έναν μοναδικό τρόπο την προσπάθεια των χρυσαυγιτών να κρυφτούν πίσω από τη Σύμβαση του Παλέρμο, ισχυριζόμενοι ότι τα εγκλήματά τους είναι ανύπαρκτα εφόσον δεν προκύπτει οικονομικό κίνητρο στη δράση τους (σκίτσο 12, 1.9.2014). 10. «Εφ. Συν.» 19.1.2015 11. «Εφ. Συν.» 23.5.2013 11. «Εφ. Συν.» 23.5.2013 Η ευθύνη της Εκκλησίας Από την κριτική ματιά του Καλαϊτζή δεν ξεφεύγουν τα στελέχη της Διοικούσας Εκκλησίας, τα οποία εξάλλου του είχαν δώσει από δεκαετίες πολλές αφορμές να τα σχολιάσει. Στα σκίτσα του Καλαϊτζή το αρκτικόλεξο ΔΙΣ δεν σημαίνει Διαρκής Ιερά Σύνοδος, αλλά δισεκατομμύρια (σκίτσο 13, 29.11.2013). Και κατά τη γνώμη του ορισμένοι εκπρόσωποι της Εκκλησίας μετέχουν στο ρατσιστικό μέτωπο που συγκροτήθηκε στην αρχή της κρίσης (σκίτσο 14, 22.10.2013). 13. «Εφ. Συν.» 29.11.2013 14. «Εφ. Συν.» 22.10.2013 Τα μέσα ενημέρωσης Μια σειρά από τις προφητικές γελοιογραφίες του Καλαϊτζή αναφέρεται στη μονοκρατορία των μέσων ενημέρωσης και στους ιδιοκτήτες τους. Από την πολιορκία και την κατάκτηση της ΕΡΤ, μέχρι την απογοήτευση των στελεχών της τηλεόρασης μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και τον ρόλο τους στη διάδοση της ξενοφοβίας και του ρατσισμού (σκίτσο 15, 6.3.2015). Και βέβαια στον πυρήνα της κριτικής του στάσης βρίσκεται συνεχώς η ξεχωριστή θέση της συνεταιριστικής «Εφ. Συν.» (σκίτσο 16, 22.7.2014). 15. «Εφ. Συν.» 6.3.2015 16. «Εφ. Συν.» 22.7.2014 Αυτό το συνοπτικό διάγραμμα των παρεμβάσεων του Γιάννη Καλαϊτζή μέσω της «Εφ. Συν.» αποτυπώνει την ιδιαιτερότητα της σχέσης με την πολιτική. Ήταν μέχρι το τέλος στρατευμένος στις αξίες και τις ιδέες της Αριστεράς, χωρίς να διστάζει ακόμα και μπροστά στα «δύσκολα», χωρίς όμως να ταυτίζεται με τις όποιες σκοπιμότητες του πολιτικού παιχνιδιού. Με μια αξιοθαύμαστη ικανότητα – που βέβαια ενισχυόταν από το μοναδικό του ταλέντο – κατόρθωνε να δίνει τον προσωπικό του τόνο χωρίς να προδίδει αυτό που ο ίδιος θεωρούσε συλλογική προσπάθεια. Ένα σπάνιο χάρισμα που καθιστά ακόμα και σήμερα το σύνολο του έργου του ένα πραγματικό μνημείο της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ιστορίας, αλλά και της εξέλιξης των ιδεών της Αριστεράς. Και το σχετικό link...
  9. Όταν μια άνοιξη μας φώναξε ο Καλαϊτζής να πιούμε ένα ποτήρι και να μας πει μια ιδέα που τον βασάνιζε, μια σταλιά ήμασταν, αλλά δεν είχαμε και παιδικές αυταπάτες. Ούτε το ποτήρι θα ήταν ένα ούτε η ιδέα που τον βασάνιζε θα έμενε μόνη για πολύ. Τον Ιούνιο του 2005 κιόλας όλα είχαν πάρει τον δρόμο τους. Είχαμε γνωρίσει πολλούς από τη μεγάλη παρέα του Γιάννη, μια ζωντανή πινακοθήκη μυθικών για μας προσώπων, από τον χώρο των γραφιάδων και των δημιουργών. Ο Γιάννης Καλαϊτζής στα γραφεία της «Γαλέρας» Είχαν ηλικίες που απλώνονταν σε όλη του τη διαδρομή. Έγιναν ανεπαισθήτως μια νέα συλλογικότητα από τον ανθό της δημοσιογραφίας, των ταλέντων και των κινηματικών ευαισθησιών. Όνομα καν δεν είχε, το έδωσε σε μια από τις πρώτες συναντήσεις χωρίς ποτήρι ο Πέτρος Ζερβός. Θα λεγόταν «Γαλέρα» και οι κωπηλάτες της θα συνυπέγραφαν τον Συνεταιρισμό των Ερετών. Ιούνιο του 2005 τυπώθηκε το μηδενικό, δοκιμαστικό, αλλά πλήρες τεύχος. Και τον Οκτώβριο με τις πρώτες δροσιές, το πρώτο κανονικό. Ένα περιοδικό ιδιόμορφο, μεγάλου σχήματος – σαν μικρή εφημερίδα, από ακριβό χαρτί και ανεκτίμητο μεράκι. Μηνιαίο πολιτικό και σατιρικό έντυπο αυτοσυστηνόταν. «ΓΑΛΕΡΑ – Για τις Ακυβέρνητες Πολιτείες». Οι περισσότεροι από τους παλιούς τουλάχιστον ήταν μια Ακυβέρνητη Πολιτεία μόνοι τους. Δεν γράφω εδώ ονόματα, μάταια θα επιχειρούσε κανείς να τους μαρτυρήσει όλους χωρίς αθέλητες παραλείψεις. Σήμερα, 16 χρόνια μετά, κάποιοι απ' αυτή την εξαίσια παρέα δεν είναι στη ζωή. Κάποιοι ίσως έχουν αλλάξει πιο πολύ γαλαξία απ' ότι φαντάζονταν κι οι ίδιοι. Και κάμποσοι έχουν βρεθεί σε κορυφαίες θέσεις ευθύνης. Έτσι είν' η ζωή. Σκληρή, απρόβλεπτη και με χρονοχρέωση. Ήταν ένα όνειρο που έπλεε ήδη σε αντίξοους καιρούς. Η πολιτική συγκυρία βάλτωνε ανάμεσα στα Βατοπέδια και το πρώτο Μνημόνιο. Η οικουμενική και εγχώρια ελευθερία της έκφρασης είχε μικρές και μεγάλες παρενοχλήσεις. Η αγορά φερόταν με δυσανεξία σε τέτοια, χωρίς εκπτώσεις αξιοπρέπειας, «πολυτελή» εγχειρήματα. Αριστερά: «Γαλέρα» τεύχος 1, Οκτώβριος 2005, με σκίτσο του Γ. Ιωάννου. Δεξιά: Το τελευταίο τεύχος της «Γαλέρας» (τ. 51), Ιανουάριος 2010. Η «Γαλέρα» είχε το πείσμα και την αυθεντία του Καλαϊτζή (και άλλα πολλά απ' αυτόν, που δεν μας τα αποκάλυπτε όσο κι αν τον ρωτούσαμε) και τις αντοχές, τα μεράκια, τα ευγενή ελαττώματα όλων όσοι τράβηξαν κουπί. Προς έκπληξη των περισσοτέρων και της λογι(στι)κής κράτησε πάνω από 5 χρόνια το ταξίδι της. Έβγαλε 51 τεύχη, έγινε εκπομπή στο ραδιόφωνο (να ήσασταν από μια μεριά «Στο Κόκκινο» να βλέπατε τον Καλαϊτζή να ραδιοσκηνοθετεί μ' ένθεη μανία κι έξαλλο ενθουσιασμό!). Έκανε συναυλίες, φεστιβάλ, οργάνωσε, με τον οίστρο και την επιμονή του Χρήστου Αλεφάντη, το Παγκόσμιο Κύπελλο Αστέγων. Όλα αυτά αποτελούσαν ένα ανυπολόγιστο ξόδεμα κόπου, αγωνίας, πόρων, συζητήσεων, χυμών σταφυλιού κυρίως. Και του χιούμορ, που κρατάει οικογένειες ή διαλύει σπίτια. Ήταν μια συλλογική, όμορφη περιπέτεια, η περίληψη μόνο της οποίας κατέληγε κάθε μήνα στο τυπογραφείο. Ήταν ίσως η πιο συλλογική και η πιο περιπέτεια που είχαμε περπατήσει οι περισσότεροι από μας, όσοι τουλάχιστον δεν είχαν ζήσει τον Μάη του 68 ή τον Νοέμβρη του '73... Συλλογική, αλλά δεν θα είχε ξεκινήσει καν αν δεν ήταν το πείσμα, οι παραξενιές και η τελειομανία του Γιάννη Καλαϊτζή. Ο Βαγγέλης Χερουβείμ και ο Γιάννης Καλαϊτζής στο στούντο του Ρ/Σ «Στο Κόκκινο» κατά τη διάρκεια ηχογράφησης για την εκπομπή «Γαλέρα στους πέρα κάμπους» Σταματώ εδώ. Έχω την αίσθηση ότι θα με πάρει τηλέφωνο έχοντας μαζέψει – πέντε χρόνια τώρα που λείπει – κάμποσα στοργικά σχολιανά... Γελοιογραφία του Καλαϊτζή από το τεύχος 15 της «Γαλέρας» Και το σχετικό link...
  10. Τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) από τον Μάρτιο 2018 εμπλούτισαν τις συλλογές τους με το αρχείο ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες σκιτσογράφους, του Γιάννη Καλαϊτζή (1945-2016). Κορυφαίος γελοιογράφος, σκιτσογράφος και σχεδιαστής κόμικς ο Γιάννης Καλαϊτζής, με πολύχρονη παρουσία στον εκδοτικό χώρο, διατήρησε οργανωμένο με επαγγελματική ευαισθησία ένα εντυπωσιακότατο σε όγκο και θεματολογία αρχείο που καλύπτει όλη την καλλιτεχνική πορεία του, από τη δεκαετία του 1960 έως τον θάνατό του. Από τα νεότερα έργα του που διασώζονται στο αρχείο χαρακτηριστικά είναι το «Curriculum vitae», ένα εξαιρετικό εικαστικά λεύκωμα που δημιούργησε το 1966 αντί για επαγγελματικό βιογραφικό, και ένα σκίτσο των γραφείων της προδικτατορικής «Αυγής» με τον ίδιο και τους δημοσιογράφους της εφημερίδας. Η ωρίμανση του δημιουργού, όπως αποτυπώνεται στο αρχείο, συνδέεται εύλογα με τη Μεταπολίτευση. Στην «Αυγή» από τα πρώτα φύλλα της – το πρώτο σκίτσο-καρικατούρα του Χένρι Κίσιντζερ που εντοπίστηκε στην εφημερίδα είναι στις 12 Οκτωβρίου 1974 – ο Καλαϊτζής «εικονογραφεί» την πολιτική επικαιρότητα και δημοσιεύει τα κόμικς «Ο καλός Στρατιώτης Σβέικ» (1976) και «Τυρόπιτες για την Εστία» (1979), τα οποία διαφυλάσσονται στο αρχείο του. Καθιερωμένος σκιτσογράφος, υπήρξε συστηματικός συνεργάτης πολλών εμβληματικών εντύπων τις δεκαετίες ’70-’80 («Αντί», «Βαβέλ», «Ένα», «Θούριος», «Ντέφι», «Σχολιαστής», «Τέταρτο»). Στο αρχείο του φιλοξενούνται σειρές ταυτισμένων και αταύτιστων γελοιογραφιών και κόμικς που κόσμησαν τις σελίδες τους. Έργα του Γιάννη Καλαϊτζή που έχουν κατατεθεί στα ΑΣΚΙ Από το 1980 ξεκινά σταθερή συνεργασία με την «Ελευθεροτυπία» η οποία διαρκεί έως το τελευταίο φύλλο της. Ακολούθησε η πρωταγωνιστική του συμμετοχή στο συνεργατικό εγχείρημα της «Εφημερίδας των Συντακτών» το 2012. Η μακροχρόνια και πολυεπίπεδη συνεργασία με τις δύο εφημερίδες αναδεικνύεται πληθωρικά και στο αρχείο, αφού αποτελεί το μεγαλύτερο και πληρέστερο μέρος του: τα σχετικά έργα του Γ. Καλαϊτζή καταλαμβάνουν τα 2/3 του αρχείου. Πρόκειται για πάνω από περίπου 8.000 γελοιογραφίες, προσχέδια και επεξεργασίες τους, αλλά και κόμικς για το «Έψιλον» και το «9» και το «Καρέ Καρέ» της «Εφ. Συν.». Μαζί με την πολιτική επικαιρότητα αγαπημένα θέματα για την αιχμηρή του πένα ήταν η Ακροδεξιά, η Εκκλησία, το Μακεδονικό, οι πρόσφυγες, το περιβάλλον και τα μεταλλαγμένα προϊόντα. Παράλληλα με τις εφημερίδες η φιλόξενη και φιλοξενούμενη «Γαλέρα» (για τις ακυβέρνητες πολιτείες), το περιοδικό με την ξεχωριστή ταυτότητα που ο ίδιος ο Καλαϊτζής εμπνεύστηκε το 2005. Τα εξώφυλλα που σχεδίασε, οι γελοιογραφίες (υπογεγραμμένες και ως Sourlis), η σειρά «Δύο έργα σεξ», οι εικονογραφήσεις άρθρων και πολλά άλλα βρίσκονται συγκεντρωμένα στο αρχείο του και συγκροτούν την ενότητα του εντύπου που άνοιγε πανιά με 51 τεύχη έως το 2010. Έργο του Γιάννη Καλαϊτζή που έχουν κατατεθεί στα ΑΣΚΙ Μία ακόμα σημαντική κατηγορία στο αρχείο αποτελούν τα κόμικς που δημιούργησε ο Γιάννης Καλαϊτζής. Κόμικς που είτε δημοσιεύθηκαν στον Τύπο (ενδεικτικά «Συνειρμικά Ντεκουπάζ» στο «Τέταρτο» και «Μπον και Βιβέρ» στο «Καρέ Καρέ» της «Εφ. Συν.») και στη συνέχεια κάποια εκδόθηκαν αυτοτελώς («Τσιγγάνικη ορχήστρα» στη «Βαβέλ» και ολοκληρωμένο εκδ. Πολύτυπο 1984) είτε εκδόθηκαν απευθείας σε λευκώματα («Αναζητώντας τα χαμένα δάση», «Τυφών» κ.ά.). Τα πρωτότυπα στο χέρι σχέδια που φυλάσσονται στο αρχείο, οι βινιέτες, τα στριπ, τα σενάρια, οι ολοκληρωμένες επιχρωματισμένες ή μελανωμένες σελίδες και τέλος η έντυπη έκδοσή τους μας κάνουν να αντιληφθούμε πόση τέχνη και επιμονή χρειάζεται σε όλα τα στάδια της εργασίας για να κυκλοφορήσει ένα κόμικ με αφηγηματική ικανότητα και εικαστική αρτιότητα, όπως αυτά του Καλαϊτζή. Μαζί με τα κόμικς συνυπάρχουν και οι εκδόσεις που συγκεντρώνουν θεματικά γελοιογραφίες, δημοσιευμένες και μη, όπως το «2000 στα 4» για τους Ολυμπιακούς (Άγρα, 2003), «Ασύμμετρη κυβέρνηση» (Άγρα, 2007), το άλμπουμ «Heavy Metal Farm» για τα μεταλλαγμένα προϊόντα (ΚΨΜ, 2006) και άλλα. Έργο του Γιάννη Καλαϊτζή που έχουν κατατεθεί στα ΑΣΚΙ Η περιήγηση στις βασικότερες ενότητες του αρχείου Γιάννη Καλαϊτζή ολοκληρώνεται με μια τελευταία, τα «Γελοιογραφικά πορτρέτα» όπως τα ονόμαζε ο ίδιος. Πρόκειται για μια σημαντική καλλιτεχνικά συλλογή με σκίτσα προσώπων δημοσιευμένα και αδημοσίευτα, με διαφορετικές στιλιστικές απεικονίσεις και προσχέδια, καρπός πολύχρονης ενασχόλησης. Πρόσωπα της πολιτικής, της Αριστεράς, των τεχνών, διανοούμενοι, λογοτέχνες, φίλοι και συνάδελφοι του Καλαϊτζή φιλοτεχνήθηκαν με σχεδιαστική επιδεξιότητα από τον ίδιο, ο οποίος εκτός από τη δική του τεχνοτροπία τόλμησε να πειραματιστεί και με άλλων ομοτέχνων του, σχεδιάζοντας π.χ. τον Λευτέρη Βογιατζή με τη μανιέρα Uderzo ή Μοrris και τη Λυδία Φωτοπούλου ως Moebius. Έργο του Γιάννη Καλαϊτζή που έχουν κατατεθεί στα ΑΣΚΙ Το αρχείο του Γιάννη Καλαϊτζή κατατέθηκε στα ΑΣΚΙ από την κόρη του Μύρινα Καλαϊτζή και τη σύζυγό του Γεωργία Καζαντζίδου. Αριθμεί 151 ταξινομικούς φακέλους και διατηρεί τις ενότητες που σύστησε μέσα στα χρόνια ο δημιουργός του. Μαζί με το πρωτότυπο χαρτώο υλικό στα ΑΣΚΙ βρίσκεται και το «δίδυμο αδελφάκι» του: η ψηφιοποίηση του αρχείου, κατ’ αντιστοίχιση με το πρωτότυπο, που πραγματοποιήθηκε από τη Γ. Καζαντζίδου και αποσκοπεί στην προφύλαξη του ευαίσθητου υλικού, χωρίς να εμποδίζεται η πρόσβαση σε αυτό. Παράλληλα η εξαιρετική ιστοσελίδα του δημιουργού (http://www.gianniskalaitzis.gr/) αποτέλεσε πολύτιμο οδηγό για την καταγραφή του αρχείου. Για τα ΑΣΚΙ η πρόσκτηση του αρχείου Γιάννη Καλαϊτζή σηματοδοτεί τον εμπλουτισμό τους με ένα πολυσχιδές υλικό εικόνας και λόγου, ζωντανό κομμάτι της ιστορίας των εικαστικών τεχνών στην Ελλάδα, των κόμικς και της πολιτικής γελοιογραφίας, καθώς και της ιστορίας της Μεταπολίτευσης και, φυσικά, ζωντανό κομμάτι της ιστορίας της Αριστεράς. Προσωπικά οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον δημιουργό του. Για το σκίτσο του, αλλά ιδιαίτερα για τη γλώσσα του· τα λογοπαίγνια με τα ονόματα και τα αρκτικόλεξα (ο 3ος ο μακρύτερος για τον Γ.Α. Παπανδρέου, Κάγκελα Μέρκελ, ΝΔΤ, Πρθπργς Σμρς και Βνζλς), τα εσκεμμένα «σαρδάμ» (σοδομημένα ομόλογα, έρημος Σαμάρα), οι ανορθολογικοί ορθολογισμοί του (Υπουργείον χάριν Παιδιάς), οι «ιστοσελίδες» κάτω από την υπογραφή του (www.money_vatopediou.gr), η ζαρντινιέρα και τόσα άλλα, ρητά και υπόρρητα, συνέτειναν στην ταύτιση και χρονολόγηση των έργων, αλλά κυρίως έκαναν τη δουλειά μου διασκεδαστική. Αγγελική Χριστοδούλου, ιστορικός, ΑΣΚΙ Η «Εφημερίδα των Συντακτών» ευχαριστεί θερμά την οικογένεια του Γιάννη Καλαϊτζή και τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας για την ευγενική παραχώρηση των δικαιωμάτων χρήσης των έργων του σκιτσογράφου για αυτό το αφιέρωμα. Και το σχετικό link...
  11. Το καινούργιο βιβλίο του Tom Gauld, ενός εκ των κορυφαίων σύγχρονων δημιουργών κόμικς και γελοιογράφων, έχει ως αποκλειστικό του θέμα την επιστήμη, τα εργαστήρια, τα πειράματα, τις θεωρίες. Και τους επιστήμονες που πασχίζουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο ενώ δεν μπορούν να αλλάξουν μια λάμπα. Η επιστήμη μεταμορφώνει τον κόσμο. Συνήθως, αλλά όχι πάντα, τον κάνει καλύτερο. Ό,τι πετυχαίνει δεν γίνεται όμως με το πάτημα ενός κουμπιού αλλά μετά από χρόνια εντατικής μελέτης, ερευνών, πειραμάτων, δοκιμών, αποτυχιών, επαναλήψεων, απογοητεύσεων και ικανοποιήσεων των επιστημόνων. Σε αυτούς επικεντρώνεται η νέα καταπληκτική συλλογή γελοιογραφιών και κόμικς στριπς του Σκοτσέζου δημιουργού Tom Gauld με τίτλο «Department of Mind-Blowing Theories» (εκδόσεις Canongate Books στη Μεγάλη Βρετανία, εκδόσεις Drawn & Quarterly στις ΗΠΑ, πρώτη δημοσίευση των έργων στο περιοδικό New Scientist). Το χιούμορ του Gauld ήταν πάντα εγκεφαλικό και μερικές φορές δύσκολο, καθώς τα κείμενά του απαιτούν δεύτερη και τρίτη ανάγνωση και οι εικόνες που φιλοτεχνεί πρέπει να κοιταχτούν προσεκτικά από τον αναγνώστη. Στο νέο του βιβλίο, ίσως λόγω θέματος, αυτό γίνεται ακόμα πιο έντονο αλλά ακριβώς αυτή η, ας πούμε, δυσκολία είναι που αυξάνει την απόλαυση όταν γίνει αντιληπτό το αστείο. Πολλές φορές αρκεί μια λακωνική ατάκα, μια ολιγόλογη φράση στο πνεύμα των γελοιογραφιών του θρυλικού Garry Larson που ο αναγνώστης οφείλει να επεξεργαστεί, να τη συνδυάσει με το σχέδιο και τελικά να εισπράξει το αστείο. Ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπως η τρέχουσα, με την επιστήμη να βρίσκεται στο προσκήνιο σε ότι αφορά την περίπτωση του Covid και μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας να έχει εναποθέσει τις ελπίδες της σε νέες ανακαλύψεις, επινοήσεις και καινοτομίες της Ιατρικής, το βιβλίο του Gauld έρχεται να υπογραμμίσει ότι οι επιστήμονες δεν είναι θεοί και η επιστήμη δεν είναι ουδέτερη ούτε άμοιρη ευθυνών, αγαθή προθέσεων, αθώα συμφερόντων και ιδιοτελών επιδιώξεων. Το έργο τού επιστήμονα στο σκοτεινό του εργαστήριο δεν έχει πάντα αλτρουιστικά κίνητρα ούτε είναι απαραιτήτως το αποτέλεσμα μεγαλοφυών συλλήψεων. Για κάθε σπουδαίο επίτευγμα του πνεύματος που θα βελτιώσει τη ζωή των ανθρώπων, υπάρχει ένας σωρός από αποτυχημένες προσπάθειες, από αστοχίες πειράματος, από λανθασμένες επιλογές. Οπωσδήποτε συμβάλλουν με τον τρόπο τους στην επιτυχία του επόμενου εγχειρήματος, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις βγάζουν και γέλιο. Σε αυτές τις περιπτώσεις ρίχνει το βλέμμα του ο Gauld και τις μεταφέρει στον αναγνώστη προσφέροντάς του τη λυτρωτική απενοχοποίηση που νιώθει κάποιος όταν αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι ο μόνος ο οποίος αισθάνεται ότι δεν βολεύεται καλά εντός του σύγχρονου αφηγήματος της παντοκρατορίας της τεχνολογίας, μιας τεχνολογίας που (υποτίθεται πως) ως θεόσταλτη θα λύσει με το μαγικό της ραβδάκι τα προβλήματα του κόσμου. Με μια τέτοια κατευθυντήρια γραμμή, που προϋποθέτει ότι μπορούμε να κάνουμε χιούμορ ακόμα και με την επιστήμη ή μάλλον επιβάλλεται να κάνουμε χιούμορ ειδικά με την επιστήμη αντί να τη θεωρούμε μια ανθρώπινη δραστηριότητα εκτός του πεδίου της κριτικής, ο Gauld επιλέγει προσεκτικά τα «θύματά» του. Και αυτά είναι όλοι οι κλάδοι των επιστημών αιχμής: η ιατρική, η βιολογία, η χημεία, η τεχνητή νοημοσύνη, η ρομποτική, η μικροβιολογία, η αστροφυσική, η εξερεύνηση του Διαστήματος. Στο στόχαστρό του βρίσκονται όμως και οι συμπεριφορές των επιστημόνων, οι εμμονές τους, η άρνησή τους να παραδεχτούν το λάθος τους, οι αντιζηλίες τους, ο εγωισμός τους, το παιχνίδι του εντυπωσιασμού που κάποιες φορές παίζουν, η έλλειψη ηθικής. Όπως για παράδειγμα η ειλικρίνεια της επιστήμονος, που έχοντας κατασκευάσει μια θηριώδη μηχανή με αμέτρητα κουμπάκια, σωληνάκια, οθόνες, κεραίες, ροδάκια και μοχλούς, δηλώνει στον εμβρόντητο συνάδελφό της: «Στην πραγματικότητα το πείραμα τρέχει στο λάπτοπ μου, αλλά στους ανθρώπους αρέσει και λίγο σόου». Ή ο κυνισμός του ερευνητή που με το νέο πειραματικό υπερόπλο του έχει κάνει σκόνη τον βοηθό του και φωνάζει τη γραμματέα του λέγοντας: «Μάργκαρετ, μπορείς να μου φέρεις τη σκούπα και το φαράσι και μετά να γράψεις μια αγγελία για νέο βοηθό εργαστηρίου;». Ή η μισή αλήθεια στα λόγια της παρασκευάστριας ενός νέου προϊόντος όταν το παρουσιάζει στον συνάδελφό της: «Είναι φυσικό, ολιστικό, υποαλλεργικό και τα περιθώρια κέρδους είναι ανυπολόγιστα. Οπότε αν κάνουμε το κοινό να παραβλέψει το γεγονός ότι δεν λειτουργεί θα έχουμε στα χέρια μας μια τεράστια επιτυχία». Σημαντικό ρόλο στο έργο του Gauld παίζουν επίσης και οι αναφορές του, άλλες υπόγειες και άλλες φανερές, στην ιστορία της τέχνης και στα έργα της, στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο. Για τον αναγνώστη που θα τις αντιληφθεί προστίθεται ακόμη ένα επίπεδο απόλαυσης. Όπως στο σκίτσο με τον επισκέπτη του «Τμήματος Πειραματικής Γεωμετρίας» που βαδίζει σε μια ατέρμονη λούπα εμπνευσμένη από τα γεωμετρικά παράδοξα του Escher, το ετήσιο συνέδριο της Εταιρείας των Σκυλίσιων Οστεολόγων στο οποίο μια διαφάνεια δείχνει ένα κόκαλο και επισημαίνει ότι «Αυτό δεν είναι ένα κόκαλο» παραπέμποντας στον Μαγκρίτ, στην μεταπειραματική έκθεση που ετοιμάζει ο δρ. Φρανκενστάιν, στην αποκάλυψη για το πώς πετούσε η Μέρι Πόπινς, στο αποτυχημένο πείραμα που αντί για την παρασκευή γραφενίου ανοίγει την πύλη για την έλευση του Κθούλου. Με αυτές τις πανέξυπνες αναφορές, με τα υπέροχα σχέδια μιας σουρεαλιστικά αποδοσμένης «καθαρής γραμμής» και με τη λιτή χρήση του λόγου του ο Tom Gauld δημιουργεί μια ακόμα εξαιρετική συλλογή. Με χιουμοριστική διάθεση αλλά και ως μια υπενθύμιση: Καλή η επιστήμη αλλά όχι ουδέτερη. Καλός ο επιστήμονας αλλά όχι αλάνθαστος. Καλές οι αυτόματες μηχανές ροφημάτων αλλά δίπλα στα κουμπάκια για τσάι, καφέ και ζεστή σοκολάτα καλό θα ήταν να μην έχουν και τα κουμπάκια για την απελευθέρωση τοξικών αερίων, πυραύλων και ακτίνων λέιζερ. Και το σχετικό link...
  12. Το Μάη του ’36 η κυβέρνηση του Μεταξά έπνιξε στο αίμα τις μεγάλες διαδηλώσεις των εργατών της Θεσσαλονίκης. Με κεντρικό πρόσωπο έναν φανταστικό πιτσιρίκο της εποχής, οι Aspalax και Βαγγέλης Κολότσιος φιλοτεχνούν ένα μικρό χρονικό των αιματηρών γεγονότων. «Η Θεσσαλονίκη του 1936 αποτελεί σταθμό στην ιστορία των ματωμένων εργατικών Μάηδων. Μια πόλη που η φυσιογνωμία της είχε αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια, έπειτα από την ελληνική κυριαρχία, τις συνέπειες του μεγαλοϊδεατισμού που ανάγκασε πολλούς ανθρώπους να μετακινηθούν και να εγκατασταθούν μέσα σε συνθήκες εξαθλίωσης και το μεγάλο οικονομικό κραχ του 1929, συνακολουθούμενο από την πτώχευση του 1932». Έτσι ξεκινούν το προλογικό τους σημείωμα οι Aspalax και Βαγγέλης Κολότσιος στο «Μάης 1936 - Τα Αιματηρά Γεγονότα στη Σαλονίκη» (εκδόσεις Red N’ Noir). Και προχωρούν με μια σύντομη περιγραφή του ιστορικού, πολιτικού και κοινωνικού πλαισίου εντός του οποίου έλαβαν χώρα οι μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη και αφού είχαν προηγηθεί πολλές διαδηλώσεις, απεργίες, διαμαρτυρίες τους τελευταίους μήνες σε ολόκληρη τη χώρα. Οι εργατικοί αγώνες για βελτίωση των μισθών που είχαν ξεκινήσει από τους καπνεργάτες και σύντομα υποστηρίχθηκαν από πολλά σωματεία και κλάδους, κορυφώθηκαν στις 9 Μάη του 1936 όταν χιλιάδες άνθρωποι ξεχύθηκαν στους δρόμους καταγγέλλοντας την πολιτική και την οικονομική εξουσία που αδιαφορούσαν και διεκδικώντας μια καλύτερη ζωή. Ο πρωθυπουργός Μεταξάς, λίγους μήνες πριν επιβάλει τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, απάντησε στέλνοντας στους απεργούς τη χωροφυλακή και στη συνέχεια τον στρατό, με τανκς και πλήρως εξοπλισμένο, που πήραν εντολή να καταστείλουν τις διαδηλώσεις με κάθε μέσο. Το πρωί της 9ης Μαΐου ξέσπασε με μίσος και ωμότητα η κρατική βία. «Σύντομα οι έλεγχοι έγιναν χτυπήματα... Μας σπρώχναν, μας χτυπούσαν από παντού, βγάλανε πιστόλια. Εμείς συνεχίζαμε» αφηγείται ο μικρός Δαβίδ, ο φανταστικός πρωταγωνιστής του βιβλίου που λίγο αργότερα θα δει μπροστά στα μάτια του να πέφτει ο πρώτος νεκρός, ο εικοσιπεντάχρονος Τάσος Τούσης από το σωματείο των αυτοκινητιστών. Το γεγονός που είχε και συνέχεια, με νεκρούς να κείτονται σε διάφορα σημεία της πόλης, δεν πτόησε τους εργάτες και οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν για να σταματήσουν λίγες ημέρες αργότερα όταν η κυβέρνηση υποσχέθηκε ότι θα ικανοποιήσει τα λαϊκά αιτήματα και θα οδηγήσει στη δικαιοσύνη τους ένστολους δράστες των δολοφονιών. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ αλλά έστω κι έτσι, ο Μάης του 1936 στη Θεσσαλονίκη με την αποφασιστικότητα των απεργών και την αθρόα συμμετοχή τους παρά την κρατική τρομοκρατία, αποτέλεσε ένα ορόσημο για τους εργατικούς αγώνες. Και άφησε και μια τραγική φωτογραφία με τη μητέρα του Τάσου Τούση να θρηνεί τον νεκρό γιο της, γονατιστή στον δρόμο δίπλα στο άψυχο κορμί του. Αυτή η φωτογραφία ήταν που συγκλόνισε τον Γιάννη Ρίτσο και τον ενέπνευσε να γράψει τον «Επιτάφιο», το θρηνητικό ποίημα στη μνήμη του πρώτου νεκρού του Μάη του ’36: «Γλυκέ μου εσύ δεν χάθηκες, ωιμέ, μέσα στις φλέβες μου είσαι. Γιε μου, στις φλέβες ολουνών καημέ έμπα βαθιά και ζήσε». Ένα ποίημα που παραμένει πάντα επίκαιρο για μια ιστορία που δεν πρέπει να ξεχαστεί. Το «Μάης 1936 - Τα Αιματηρά Γεγονότα στη Σαλονίκη» με τα όμορφα, ασπρόμαυρα σχέδιά του, τα ιστορικά του κείμενα και τις φωτογραφίες της εποχής συμβάλλει σημαντικά στη διατήρηση αυτής της μνήμης. Και το σχετικό link...
  13. Η "Κλασική Περίπτωση Βλάβης" πού είναι να την ψηφίσω;
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.