Jump to content

ramirez

Members
  • Content Count

    3,640
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    9
  • Points

    5,045 [ Donate ]

ramirez last won the day on July 4

ramirez had the most liked content!

Community Reputation

28,216 Excellent

3 Followers

About ramirez

  • Rank
    WHAT ? ME WORRY ?
  • Birthday November 28

Contact Methods

  • Website URL
    http://

Profile Information

  • Gender
    Male
  • Country
    Greece

Recent Profile Visitors

2,188 profile views
  1. Για την έκθεση στο Βούπερταλ με πολιτικές γελοιογραφίες «Μade in Europe», για την Ευρώπη των πολλαπλών κρίσεων με σαρκαστική διάθεση και κριτικό πνεύμα από τον πολυβραβευμένο πολιτικό γελοιογράφο της «Εφημερίδας των Συντακτών» και συνεργάτη διεθνών μέσων όπως το Courrier International, Μιχάλη Κουντούρη, γράφει η Deutsche Welle. Η επικαιρότητα στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο τα τελευταία χρόνια προσφέρει άφθονο υλικό για πολιτικό σχολιασμό. Μέσα στον καταιγισμό πολιτικών εξελίξεων, τον ορυμαγδό της ευρωκρίσης, του Brexit, της εκλογής Τραμπ, του πολέμου στη Συρία και του προσφυγικού, της μεγαλύτερης ίσως τραγωδίας της σύγχρονης εποχής και οι πολιτικοί γελοιογράφοι κλήθηκαν να σχολιάσουν από τη δική τους σκοπιά τα γεγονότα. Με μελάνι, νερομπογιές και με το ισχυρότερο όπλο της πολιτικής γελοιογραφίας, τη σάτιρα. Για τον Μιχάλη Κουντούρη η πολιτική γελοιογραφία ως εικαστικό και δημοσιογραφικό είδος, τα τελευταία χρόνια «γίνεται ολοένα πιο περίπλοκη γιατί δυσκολεύει και η θεματολογία. Και όσο δυσκολεύει η θεματολογία γίνεται όλο και πιο δύσκολη η ψυχολογική διαχείρισή της από τον πολιτικό γελοιογράφο», λέει ο ίδιος, έχοντας ήδη διανύσει 34 χρόνια στον χώρο. Τα δύσκολα θέματα που καλείται να καταγράψει σήμερα ένας πολιτικός καρικατουρίστας φάνηκαν στην έκθεσή του με τίτλο «Μade in Europe», που παρουσίασε πρόσφατα στο Βούπερταλ στο πλαίσιο της εβδομάδας ανοιχτών ατελιέ της πόλης (WOGA). Στους τέσσερις ορόφους του κοινωφελούς οργανισμού «Der Paritätische» μπορούσε κανείς να δει μια ανασκόπηση της πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής αλλά και περιβαλλοντικής πραγματικότητας των τελευταίων χρόνων. Ο δικός μας Μιχάλης Κουντούρης / Φωτογραφία: Πηνελόπη Κολοβού Δύσκολοι καιροί για τους πολιτικούς γελοιογράφους Για τα δύσκολα θέματα που πλέον έχει να διαχειριστεί ένας καρικατουρίστας, ο Μιχάλης Κουντούρης παρατηρεί: «Πέρα από την πολιτική γελοιογραφία πλέον καλούμαστε να ασχοληθούμε και με την κοινωνική γελοιογραφία, με γελοιογραφίες για την Ευρώπη και όλες τις αντιδράσεις που έβγαλε η προσφυγική κρίση: την ξενοφοβία, την ακροδεξιά που εμφανίστηκε ξαφνικά, τα εσωτερικά σύνορα που ξαναφάνηκαν στην Ευρώπη, την ανθρωπιστική κρίση που προέκυψε λόγω του προσφυγικού». O σκιτσογράφος θυμάται ότι μια από τις πιο δύσκολες στιγμές για τον ίδιο και άλλους συναδέλφους τους, ήταν όταν έπρεπε να αποτυπώσουν με σκίτσα την εικόνα του μικρού Αϊλάν, του προσφυγόπουλου που βρέθηκε νεκρό στις ακτές της Αλικαρνασσού το καλοκαίρι του 2015. Όπως σημειώνει ο Μ. Κουντούρης: «Αυτές τις δυσκολίες δεν μπορούσαμε καν να φανταστούμε όσοι ξεκινούσαμε πολιτική γελοιογραφία τη δεκαετία του '80 στην Ελλάδα και είχαμε απέναντί μας απλώς πολιτικούς π.χ. τον Ανδρέα Παπανδρέου και το τρένο της αλλαγής. Είχε κι αυτό την τεχνική δυσκολία του, αλλά όχι όπως σήμερα». Η πολιτική γελοιογραφία όμως εξελίσσεται, ακολουθώντας την εξέλιξη της πραγματικότητας. «Είναι κάποιες φορές που η επικαιρότητα σου επιβάλει να δουλέψεις με αυτές τις σκληρές εικόνες, όπως ο Αϊλάν», παρατηρεί ο ίδιος. Η ματιά του ευρωπαϊκού νότου και οι βορειοευρωπαίοι Αλλά πώς βλέπει το γερμανικό κοινό τα σκίτσα ενός Έλληνα πολιτικού γελοιογράφου, που αναπόφευκτα έχουν κάτι από την ελληνική πραγματικότητα, μέσα στην οποία δρα και από την οποία αναπόφευκτα επηρεάζεται; Ο Βίνφριντ Τάισεν, επιμελητής της έκθεσης αναφέρει: «Κάποιες από τις καρικατούρες του Μ. Κουντούρη έχουν κριτική διάθεση, κάποιες είναι αστείες. Νομίζω ότι αποτυπώνουν τη ματιά της νότιας Ευρώπης, την οποία εμείς οι βορειοευρωπαίοι συχνά ελάχιστα λαμβάνουμε υπόψη. Το πώς βλέπει η νότια Ευρώπη την ευρωκρίση, την προσφυγική κρίση… Αυτό ακριβώς δείχνουν οι καρικατούρες, ότι συχνά στη βόρεια Ευρώπη έχουμε μια λανθασμένη πρόσληψη του τι συμβαίνει στον νότο, εκεί που συμβαίνουν όλες αυτές οι κρίσεις. Γι αυτό βρίσκω σημαντικές αυτές τις καρικατούρες». Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που παρουσιάζονται σκίτσα του Μιχάλη Κουντούρη στο Βούπερταλ. Και την άνοιξη με αφορμή τις ευρωεκλογές παρουσιάστηκε η σειρά γελοιογραφιών «Μade in Europe» στον ίδιο χώρο -έκτοτε έχει εμπλουτιστεί με νέα σκίτσα και νέες θεματικές- ενώ ο ίδιος συμμετείχε και στην εικονογράφηση του βιβλίου «Προσφυγοποίηση», ένα βιβλίο του αδερφού του Αντώνη Κουντούρη, φιλολόγου στο ελληνικό σχολείο του Βούπερταλ, με αποσπάσματα από λογοτεχνικά έργα για την προσφυγιά και μετανάστευση – το οποίο σύντομα θα κυκλοφορήσει και στα γερμανικά. Όπως αναφέρει ο Βίνφριντ Τάισεν, ένας επιπλέον λόγος που κάνει σημαντική την παρουσίαση μιας τέτοιας έκθεσης στο Βούπερταλ είναι ότι πρόκειται για μια πόλη, στην οποία συμβιώνουν άνθρωποι πολλών εθνικοτήτων και καταβολών και στην οποία, λόγω του βιομηχανικού της παρελθόντος της, ζουν πολλοί οικονομικοί μετανάστες, μεταξύ των οποίων πολλοί Έλληνες. «Η σάτιρα είναι γροθιά στο στομάχι, γι' αυτό ενοχλεί» Βλέποντας την χορταστική έκθεση με τις πολιτικές γελοιογραφίες του Μιχάλη Κουντούρη που βρίθει συμβολισμών και προκαλεί αναπόφευκτα έναν ευρύτερο προβληματισμό, γεννιέται κι ένα επιπλέον ερώτημα. Πόσο χιούμορ χωράει τελικά σε μια καρικατούρα όταν καλείται να αποτυπώσει με εικόνες σύγχρονα δράματα όπως το προσφυγικό; «Χωράει πολλή σάτιρα. Η σάτιρα δεν είναι μόνο χαμόγελο. Είναι κριτική, είναι γροθιά στο στομάχι, η σάτιρα και η γελοιογραφία ενοχλούν. Κορυφαία ενόχληση ήταν η γαλλική σατιρική εφημερίδα Charlie Hebdo. Από τη σάτιρα ενοχλούνται κυβερνήσεις, στην Τουρκία φυλακίζονται σκιτσογράφοι, σε πολλές άλλες χώρες καταδιώκονται», αναφέρει ο Μ. Κουντούρης. Για τον ίδιο, «όσο πιο οξεία είναι η κριτική που ασκεί η σάτιρα και η γελοιογραφία τόσο πιο δύσκολα την ανέχεται ο αποδέκτης της». Η σάτιρα προϋποθέτει και την ελευθερία, το να μπορείς να πεις πράγματα που δεν θα μπορούσε να πει άλλος βάσει των κανόνων «καλής συμπεριφοράς», αναφέρει ο σκιτσογράφος και κλείνοντας συμπληρώνει: «Η σάτιρα, που είναι στοιχείο της γελοιογραφίας, ενοχλεί γιατί συνήθως είναι στο πλευρό των αδυνάτων. Αυτός είναι και ο στόχος της, να γίνει η φωνή των ανθρώπων στον κόσμο. Γενικότερα η τέχνη, η δημοσιογραφία θα πρέπει να γίνουν η φωνή τους». Πηγή: Deutsche Welle Και το σχετικό link...
  2. Το τελευταίο λεύκωμα του Μιχάλη Κουντούρη είναι - θαρρώ - από τα καλύτερά του, τόσο αισθητικά όσο και καταγγελτικά - αποκαλυπτικά - παιδαγωγικά. Το μαύρο του φασισμού και το κόκκινο της σφαγής επικρατούν θα έλεγα εκβιαστικά εκ μέρους του σκιτσογράφου ώστε να μη μας αφήσει στιγμή αδιάφορους, να μην αποσπαστεί η προσοχή μας από το έγκλημα του φασισμού, που σηκώνει ξανά κεφάλι στη δυτική κυρίως πλευρά του «πολιτισμού». Εξαιρετικά αφαιρετικός και οξύνους, γεμάτος από οργή αλλά και φαντασία, στρέφει το πενάκι του κατά πάντων, τόσο κατά του εγχώριου φασισμού [πρώτη ενότητα] όσο και κατά του ευρωπαϊκού [δεύτερη ενότητα], αλλά και του αμερικανικού [τρίτη ενότητα]. Οι συλλήψεις των έργων του, εφυέστατες, ακόμη και τότε που προσδίδει χαρακτηριστικά ανεγκέφαλου σε μέλη της Χρυσής Αυγής ή βάζει αυτά τα μέλη να φωτογραφίζονται με εκπροσώπους της Εκκλησίας ή ακόμη τους ταυτίζει με συμπαθή κατά τα άλλα τετράποδα, τους χιμπατζήδες. Τα σκίτσα του ένα και ένα, όπως αυτό π.χ. με τη στρουθοκάμηλο που χώνει το κεφάλι της μες στο αυγό και απ’ αυτό βγαίνει το φίδι του φασισμού. Μια καταλυτική καταγγελία για όλους που αδιαφορήσαμε, στρουθοκαμηλίζοντας, υποβοηθώντας έτσι την εκκόλαψη του θηρίου. Το ίδιο φίδι βγαίνει και από το σφυρί της Δικαιοσύνης - άλλη καταγγελία με πολλαπλές προεκτάσεις. Κάτι στραβό έχει συμβεί σε όλους μας, θέλει να πει ο δημιουργός, κάπου όλοι αρκεστήκαμε να σφυρίζουμε κλέφτικα, κάπως λησμονήσαμε την πρόσφατη Ιστορία μας και, να, ο εφιάλτης του φασισμού επανακάμπτει και εισδύει στο σκοτάδι που έχει κυριεύσει τα μυαλά πολλών -κοσμικών και θρησκευτικών- ηγετών. Η υποκρισία της Ευρώπης στην κορύφωσή της· παρά τα συρματοπλέγματα που έχει υψώσει για τους πρόσφυγες είναι πλημμυρισμένη από αγκυλωτούς σταυρούς και χιτλερικά σύμβολα. Εκεί όμως νομίζω που απογειώνεται η τέχνη του είναι στα σκίτσα που στηλιτεύουν - τι στηλιτεύουν, ξεγυμνώνουν στην κυριολεξία - τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους κινδύνους που εγκυμονούν στην περίπτωση, πρωτοφανή ίσως στα αμερικανικά δεδομένα, του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Δεν είναι καιρός για τέτοια αστεία λέει ο σκιτσογράφος προσπαθώντας να μας γαλουχήσει στη σοβαρότητα με αστείο, δραματικά αστείο, εννοώ, τρόπο. Κρατώντας ένα ψαλίδι και έχοντας ως ντουντούκα την κουκούλα της Κουκ Κλουξ Κλαν, το αφρισμένο πρόσωπο του Τραμπ προκαλεί ρίγος και πανικό. Ο φασισμός κυκλοφορεί παντού, ακόμη και στην κρεβατοκάμαρα, όπου το ζευγάρι δεν μπορεί να φυλαχτεί από τα μαχαίρια του φασισμού που εκτοξεύονται από την τηλεόραση. Η ευθύνη των δημοσιογράφων είναι μεγάλη στην εμφάνιση και γιγάντωση του ναζιστικού κόμματος· ας μην ποιούνται την νήσσαν τινές δημοσιογράφοι και ας μην ξελαρυγγιάζονται για τον φασιστικό κίνδυνο. Χρειάζεται γενναία αυτοκριτική ώστε να φύγει πάνω από τα κεφάλια μας η δαμόκλειος σπάθη του φασισμού. Μιχάλης Κουντούρης, «Η θεωρία των άκρων». Εκδόσεις CartoonArk. Πρόλογος Περικλής Κοροβέσης. Ο Μιχάλης τιτλοφορεί το βιβλίο του «Η θεωρία των άκρων». Και πολύ εύστοχα μας φανερώνει ότι η θεωρία αυτή είναι άστοχη, επίπλαστη. Μόνο ένα άκρο υπάρχει, ο φασισμός - στο άλλο άκρο είναι το αίμα, το έγκλημα, ο θάνατος. Ο φασισμός είναι η μόνη ιδεολογία που σαν κύριο σύνθημα προέταξε το «ζήτω ο θάνατος». Θλιβερές, μαύρες στιγμές για την ανθρωπότητα, για την εξέλιξη και το μέλλον του είδους άνθρωπος. Χρειάζεται -μας λέει- όλοι μας να αντιδράσουμε στον ευρύτερο ευρωπαϊκό και ατλαντικό εκφασισμό στον οποίο οδηγούν οι τεράστιες οικονομικές ανισότητες, οι πολυεθνικές και οι τάχα δεξαμενές σκέψεις των τεχνοκρατών αλλά και όσων διανοουμένων υπηρετούν αυτό το οικονομικό - που είναι και πολιτισμικό - μοντέλο. Έχει σημασία ότι ο Μ. Κ. βλέπει μεν τον φασισμό ως το απόλυτο κακό, αλλά δεν το αποδίδει σε αρρωστημένους και διεστραμμένους τάχα εγκεφάλους. Βλέπει και προτρέπει και εμάς να δούμε ποια είναι τα πραγματικά αίτια, πόσο οργανωμένη είναι η φασιστική ιδεολογία, πόσο πρέπει να επανεξετάσουμε τη στάση μας, τις σχέσεις μας, τη συμπεριφορά μας απέναντι σε ότι ενέχει κινδύνους για τη δημοκρατία. Εκείνο επίσης που εντυπωσιάζει είναι το σθένος του. Όπου βλέπει το κακό [π.χ. θηριωδίες του Ισραήλ] το χτυπάει και δέχεται γι’ αυτό σφοδρές επιθέσεις. Αλλά έτσι είναι ο δημιουργός: ένας κοινωνικός αγωνιστής, διαφορετικά, αν ασχολείται με γλυκανάλατα και ακίνδυνα, ας πάει για βρούβες. Μερικοί ίσως απορήσουν με την ανελέητη, ίσως και ωμή κριτική του, ο στόχος του όμως επιτυγχάνεται, διότι τα σκίτσα του αν και προβληματίζουν μερικές φορές εντούτοις υποβοηθούν την κριτική μας ικανότητα, μας ωθεί εννοώ να οξύνουμε την κριτική μας ματιά. Το κάθε σκίτσο είναι ένας μικρός πίνακας ζωγραφικής - ένα έργο τέχνης. Ένα έργο υπάρχει ως έργο τέχνης όταν προκαλεί εσωτερική αναταραχή στον θεατή παρότι τα λόγια είναι ελάχιστα έως ανύπαρκτα. Κινεί μέσα μας εκείνες τις δυνάμεις, συνήθως ερωτικές, που καταλαμβάνουν το είναι μας και δονούμεθα από πρωτόγνωρες συγκινήσεις· επίσης ψάχνουμε να βρούμε τα λόγια που λείπουν, να καλύψουμε τα κενά της γραμματικής και του συντακτικού. Εάν τραυλίσουμε έστω και μία μικρή φράση, εάν σκεφτούμε έστω, ακόμα και ένα επιφώνημα να αναβρύσει, τότε επέρχεται η μέθεξη και το έργο είναι έργο τέχνης, άρα δημιουργία, που είναι και το ζητούμενο κάθε καλλιτέχνη. Έχω βρεθεί σε προηγούμενες εκθέσεις του και έχω δει την έκπληξη, την απορία αλλά και τον θαυμασμό στα πρόσωπα μικρών παιδιών και των γονιών τους, προσφύγων, μαθητών, φοιτητών... Αυτό μας λέει πολλά. Μας λέει ότι έχουμε να κάνουμε με έναν καλλιτέχνη που επικοινωνεί με τον λαό, με την κοινωνία, στεκόμενος πάντοτε αξιοθαύμαστα κριτικά απέναντι σε όλες τις εξουσίες. Δεν χρειάζεται να τονίσω πόσο δηκτικό και διαβρωτικό είναι το χιούμορ του, ακόμη κι όταν δεν κρύβει την αγανάκτησή του· αλλ’ αυτό είναι που μας κρατάει όρθιους, ακόμη και τότε που κάποιος μπορεί να διαφωνεί ή να δυσφορεί με την αφοπλιστική αφαιρετικότητα των σκίτσων του - και εκείνος που αντιτίθεται ιδεολογικά. Πρέπει όμως να πω ότι μόνη ιδεολογία του είναι ο άνθρωπος και μάλιστα ο πάσχων· αυτόν θέλει να εμψυχώσει, να τον κάνει να ευθυμήσει, να χαμογελάσει, να νιώσει ότι δεν είναι μόνος του στον πόλεμο που δέχεται από ολοκληρωτικές νοοτροπίες και αβάσταχτες μνημονιακές πολιτικές. Δεν πειράζει αν τα σκίτσα του προκαλούν - αυτό σημαίνει υγεία σε μια δημοκρατική κοινωνία αλλά πρέπει, επιτέλους, να συστήσουμε και μια δημοκρατική Πολιτεία. Έπραξε σοφά που τα σκίτσα αυτά τα συγκέντρωσε σε βιβλίο γιατί δίνεται παραστατικά η άνοδος των φασιστικών μορφωμάτων όχι μόνο στη χώρα αλλά και στην Ευρώπη και την Αμερική. Έχουμε μπροστά μας ανάγλυφη τη φρίκη αλλά και την εικόνα του εαυτού μας που έχει παραιτηθεί από την κοινότητα, από την πολιτική ζωή. Το λεύκωμα είναι ο προσωπικός καθρέφτης του καθένα μας και απομένει στον καθένα μας να επαναξιολογήσει τη ζωή του ή να πυργωθεί σε αξιακούς κώδικες που σέβονται και υμνούν τον διπλανό, τον διαφορετικό, τον συνάνθρωπο. Έργο πολύτιμο. Και το σχετικό link...
  3. Πήγαμε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Περάσαμε καλά. Γυρίσαμε πίσω. Σας τα είπαμε. Αλλά κάτι χρωστάγαμε. Για την ακρίβεια, χρωστάγαμε εκείνο το πράγμα που ήταν ανάμεσα στα 2-3 πιο ενδιαφέροντα κατά τις μέρες του φεστιβάλ. Κατά μία έννοια, τα πιο ζουμερά στοιχεία της φετινής διοργάνωσης ήταν πράγματα που δεν περιορίζονταν άμεσα σε αυτό που λέμε κινηματογράφο. Το πρώτο (και καλύτερο με τρομερή διαφορά από οτιδήποτε άλλο) ήταν η παράσταση - μονόλογος - stand-up του αιώνιου μπαμπά μας, John Waters. Το δεύτερο, λοιπόν, ήταν ένα κόμικ. Για να είμαστε πιο ακριβείς, ειλικρινείς και συγκεκριμένοι, ήταν ένα κόμικ το οποίο περιμέναμε πώς και πώς να δούμε, να πιάσουμε, να μυρίσ-εχμ, να το πάρουμε τέλος πάντων. Ήδη εδώ και δύο μήνες γνωρίζαμε ότι το φεστιβάλ ετοίμαζε μια επετειακή έκδοση κόμικ για τα 60 χρόνια ζωής του, την οποία θα αναλάμβαναν να πραγματοποιήσουν 3 από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους καλλιτέχνες του πεδίου τους. Έτσι, οι Γιώργος Γούσης, Παναγιώτης Πανταζής και Γεωργία Ζάχαρη (όλοι εκ των οποίων έχουν συνδεθεί τα τελευταία χρόνια με τον αγαπημένο Μπλε Κομήτη που δυστυχώς πρόσφατα σταμάτησε τη λειτουργία του) έγραψαν και σχεδίασαν μια ερωτική ιστορία που μιλά ταυτόχρονα για το σινεμά, για την τέχνη αλλά και -ναι καλά μαντέψατε- για την ίδια τη ζωή. Πέρα από την πλάκα, το Φεστιβάλ (όπως είναι ο τίτλος του κόμικ) είναι μια δουλειά που καταφέρνει να συλλάβει με τρομερή αμεσότητα την φεστιβαλική εμπειρία μέσα από μια βαθιά ανθρώπινη και ειλικρινή ιστορία δύο ανθρώπων που το ζουν σε τρεις διαφορετικές περιόδους της ζωής του(ς). Ο Σωτήρης και η Ντάρια, οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες του κόμικ, αλληλοδιαπλέκονται με την ιστορία του φεστιβάλ καθώς μπλέκουν τα μπούτια τους από τη νεότητα μέχρι την ωριμότητα, προσφέροντας μια αφήγηση ολοκληρωμένη και ικανοποιητική σε όλα της: στην συνοχή, στο συναίσθημα, στα κλεισίματα του ματιού, στο σχέδιο, στην ευαισθησία, στο χιούμορ, στο δράμα, στο φινάλε. Ξέραμε ότι οι τρεις κομίστες έριξαν πολλή, εντατική και συλλογική δουλειά προκειμένου να κάνουν αυτό το κόμικ πραγματικότητα, κι έτσι ανυπομονούσαμε να μιλήσουμε μαζί τους ώστε να μας πούνε πώς έφτιαξαν αυτό που έφτιαξαν ώστε να γίνει αυτό που έγινε. Όπως μας πληροφορούν από το κοντρόλ, το Φεστιβάλ ήδη έχει αρχίσει να βρίσκεται διαθέσιμο προς πώληση σε βιβλιοπωλεία της χώρας, αλλά μέχρι να το πιάσετε στα χέρια σας μπορείτε να διαβάσετε την παρακάτω εκτενή συζήτηση που κάναμε με τους τρεις δημιουργούς του στην Θεσσαλονίκη. Ελπίζουμε να την απολαύσετε. Ας το πιάσουμε από την αρχή. Πότε και πώς ξεκίνησε αυτό το πράγμα και, κυρίως, πώς μπλέξατε έτσι; Γιώργος Γούσης: Τηλεφώνησαν σε μένα και μου είπαν ότι θέλουν να φτιάξουν ένα κόμικ με αφορμή τα 60 χρόνια του φεστιβάλ. Κάναμε ένα ραντεβού κι ήταν πολύ γενικό αυτό που μου είπανε. Ένα κόμικ για φεστιβάλ, αυτό. Στην αρχή μου φαινόταν ακατανόητο τι μπορεί να είναι. Ήξερα όμως σίγουρα τι δεν ήθελα να κάνω: κάτι πληροφοριακό, ιστορικό, μια αναδρομή κ.λ.π. Παναγιώτης Πανταζής: Κάτι που να μην είναι βαρετό τέλος πάντων. ΓΓ: Εγώ τους είπα ότι θα με ενδιέφερε να κάνω μια ανθρώπινη ιστορία. Μια ιστορία δύο ανθρώπων που με κάποιον τρόπο ζουν στο φεστιβάλ. Συμφώνησαν, και μου είπαν ότι θέλουν κάτι μεγάλο, φάση 80-100 σελίδες. Τους είπα λοιπόν ότι πρέπει να φτιαχτεί μια ομάδα, δεδομένου ότι αυτή η κουβέντα έγινε Απρίλιο προς Μάιο, οπότε δεν υπήρχε πολύς χρόνος. Έτσι μίλησα κι εγώ με τα παιδιά και μετά από 3-4 μέρες έγινε κι επίσημα η πρόταση: θα είμαστε τρεις, δεν θα είναι βοηθοί μου αλλά θα είμαστε ομάδα (ήταν σημαντικό για εμάς να υπάρχει μια ισότιμη σχέση), θα γράψουμε μια ερωτική ιστορία, ο ένας θα είναι σκηνοθέτης κι η άλλη θα είναι κριτικός κινηματογράφου. Κι αρχίσαμε να γράφουμε το σενάριο. Η πρόταση λοιπόν γίνεται στον Γιώργο κι αυτός έπειτα το προτείνει σε εσάς. Εσείς γιατί δεχτήκατε; Τι σας έπεισε εκείνη τη στιγμή; ΠΠ: Καλά εγώ γενικά γουστάρω να δουλεύω με τον Γιώργο. Δουλεύουμε παρέα χρόνια, είμαστε φίλοι και συνεργαζόμαστε ωραία. Θα ήταν λοιπόν και μια νέα πρόκληση να το κάνουμε αυτό το πράγμα. Πέρα απ’ το ότι από μόνο του θα ήταν μια μεγάλη κι ωραία δουλειά, ήθελα πρώτα απ’ όλα να κάνουμε ξανά μαζί κάτι με το Γιώργο. Γεωργία Ζάχαρη: Ή και να κάνουμε για πρώτη φορά μαζί κάτι. Με τον Γιώργο είχαμε δουλέψει μαζί σε δύο ιστορίες του Μπλε Κομήτη κι ήταν μια πολύ ωραία διαδικασία. Κάποια στιγμή λοιπόν με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: ‘Έχεις καμιά δουλειά το καλοκαίρι;” Ε, με το που το άκουσα απλά είπα ναι, ουάου, πού υπογράφω; Εγώ ας πούμε που γενικά έχω δουλέψει λιγότερο καιρό στον χώρο δεν είχα καν την αίσθηση του πόσο μεγάλο μπορεί να είναι όλο αυτό. Ήταν πολύ ωραία διαδικασία κι είμαι πολύ χαρούμενη που είχα την ευκαιρία να το κάνω αυτό τόσο νωρίς στην πορεία μου. ΓΓ: Θα υπήρχε ελευθερία, θα είχε καλή αμοιβή, θα ήταν σε καλές συνθήκες εργασίας μαζί με τους φίλους μου και θα είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε ένα μεγάλο κόμικ που δεν θα είναι κλασικά αφιερωματικό, χρονογραφικό ή πληροφοριακό – και να κάνουμε μια πραγματικά τωρινή και ζωντανή ερωτική ιστορία. Θέλαμε κάτι ουσιαστικό και σημερινό. ΠΠ: Κι ήταν επίσης μια ευκαιρία να φτιάξουμε κάτι που θα πάει σε ένα τελείως διαφορετικό κοινό από τα κόμιξ (που είναι ένα κοινό συγκεκριμένο και περιορισμένο) και θα είναι μια ιστορία που θα αφορά τον οποιονδήποτε. Είναι κάτι πιο μεγάλο. Το κόνσεπτ πώς πήρε την τελική του μορφή; ΠΠ: Θέλαμε κάθε κεφάλαιο από τα τρία να χωράει μέσα σε μία πρόταση. Στο πρώτο είναι νέοι, γνωρίζονται κι ερωτεύονται. Στο δεύτερο έχει ο καθένας την προσωπική του εξέλιξη αλλά έχουν χωρίσει. Στο τρίτο έρχεται το closure. ΓΓ: Το παρελθόν θα ήταν η νεότητά τους, το παρόν το peak της ενήλικης ζωής τους και το μέλλον εκεί που καταλαγιάζουν. ΓΖ: Κι αυτό που επεξεργάζεται το κόμικ είναι ουσιαστικά η σχέση ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη. Σας άγχωσε το ότι είναι ένα κόμικ που ουσιαστικά συνθέτει τις εμπειρίες τόσων πολλών ανθρώπων από το φεστιβάλ; Όχι το τι ταινίες είδανε, αλλά το ποιους ανθρώπους γνωρίσανε, με ποιους μιλήσανε, με ποιους πηδήχτηκαν, όλα αυτά. ΓΓ: Βασικά, αυτός ήταν ο σκοπός μας. Όταν ο πρώτος που το διάβασε μας είπε ότι “είναι πολύ φεστιβαλικό” κι ότι είναι όντως σα να είσαι στο φεστιβάλ, λέμε οκ, αυτό είναι. ΓΖ: Δείχνει ότι το έχεις ζήσει αυτό το πράγμα. Μια φίλη μου που σπουδάζει κινηματογράφο στη Θεσσαλονίκη και το ζει εδώ και πέντε χρόνια, μου είπε: “Α, είναι εγώ”. ΠΠ: Αλλά αυτό είναι το γαμάτο. Είδε τον εαυτό της η φίλη σου που σπουδάζει σινεμά, αλλά είδαν τον εαυτό τους και άνθρωποι που είναι 45 χρονών, ή και πιο μεγάλοι – είδαν πολλοί άνθρωποι τους εαυτούς τους μέσα σ’ αυτό. Αυτό είναι το πρώτο feedback που μας κάνει να χαιρόμαστε. Ότι πάρα πολλοί άνθρωποι αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους. Θέλω να γυρίσουμε στο πώς το δουλέψατε. Το σινεμά είναι πάντα μια πολύ συνεργατική τέχνη και εμπειρία. Τα κόμιξ μπορεί να γίνουν πολύ ατομική δουλειά. Εσείς όμως δουλέψατε εντελώς συλλογικά. ΠΠ: Σε εμάς όλα συνέβαιναν συλλογικά και ταυτόχρονα. Το συζητήσατε από πριν; Ψάξατε μια μεθοδολογία για να δουλέψετε συλλογικά; ΠΠ: Δεν το συζητήσαμε και πάρα πολύ. Αρχικά ήταν το γράψιμο, που ήταν το πιο εύκολο. Ήμασταν τρία άτομα σε ένα δωμάτιο, λέγαμε τις ιδέες μας και τις γράφαμε. Το γράφαμε σιγά σιγά, το διαβάζαμε, το ξαναγράφαμε. ΓΖ: Όλο αυτό βέβαια δεν είναι κάτι που συμβαίνει γενικά στα κόμιξ. ΠΠ: Ξέραμε γενικά τι χρειαζόμαστε και τι περιμένει ο ένας από τον άλλο. Για παράδειγμα, εγώ με τον Γιώργο έχουμε δουλέψει αρκετά μαζί, οπότε χρειαζόμασταν την Γεωργία που θα έφερνε μια διαφορετική φωνή. Κι επίσης ήταν απαραίτητη μια γυναικεία φωνή, γιατί ας πούμε αν το γράφαμε δυο άντρες, οκ, κάτι θα έβγαινε αλλά δεν θα έμοιαζε τόσο αυθεντική η γυναικεία φωνή. Και στο τέλος αυτές οι φωνές έφτασαν να μην ξεχωρίζουν, να μην καταλαβαίνεις ποιος έχει γράψει τι. ΓΓ: Υπήρχαν κι εύκολες λύσεις για να το δουλέψουμε. Για παράδειγμα, υπήρχαν τρία κεφάλαια. Θα μπορούσαμε να πάρουμε ένα ο καθένας. Για κάποιον λόγο, ίσως από διαίσθηση, δεν μας βγήκε αυτό. Μας βγήκε πολύ άνετα το άλλο, το να δουλέψουμε τα πάντα μαζί. Αλλιώς θα έμοιαζε με μια δουλειά που απλά δεν προλάβαινε να την κάνει ένας οπότε την έκαναν τρεις. Κι εγώ το είχα στο μυαλό μου να υπάρχει μια κίνηση στο σχέδιο, να είναι ένα πράγμα που είναι συνέχεια παλλόμενο. Έτσι, όπως θα άλλαζε συνεχώς η ιστορία που είναι αρκετά σουρεαλιστική, θα άλλαζε και το σχέδιο. Όλα ήταν ένα μείγμα. ΠΠ: Καταρχάς, στήσαμε γραφείο όλοι μαζί. Ήμασταν στο σπίτι μου κι έρχονταν καθημερινά 9 το πρωί τα παιδιά. Φεύγανε 10, 11, 12 το βράδυ – όσο χρειαζόταν κάθε φορά. Ήμασταν όλη μέρα μαζί. Τρία σχεδιαστήρια μέσα, όλα ταυτόχρονα. ΓΖ: Στο γράψιμο βγήκε οργανικά όχι μόνο το τι θα έκανε ο κάθε χαρακτήρας, αλλά και το πώς κατέληξε συνολικά το κόμικ. Κάποια στιγμή καταλάβαμε ότι κάναμε πράγματα με παρόμοιο τρόπο χωρίς να το έχουμε συζητήσει. ΠΠ: Ναι, συνειδητοποιήσαμε ότι κάθε κεφάλαιο τελειώνει όπως ξεκινάει. Στον ίδιο χώρο. Δεν το κάναμε επίτηδες, απλά μας βγήκε χωρίς συνεννόηση. Το πρώτο ξεκινάει και τελειώνει σε τουαλέτα, το δεύτερο σε αίθουσα σινεμά και το τρίτο σε γραφείο. Μου φαίνεται ότι όλο αυτό έχει έναν μικρο-ουτοπικό χαρακτήρα, δηλαδή το πώς να φτιάχνεις τέχνη ρίχνοντας τείχη κατά την διάρκεια. Κάνοντας συλλογικά κάτι που θεωρητικά γίνεται πιο εύκολα ατομικά, και κάνοντάς το και καλύτερα τελικά. ΓΖ: Ρίξαμε και τείχη σε προσωπικό επίπεδο. Επειδή χρειάζεται να βγάλεις πολύ συναίσθημα και πολλές δικές σου αναμνήσεις στο τι γράφεις, σίγουρα υπήρξαν φάσεις που μοιραστήκαμε πράγματα σε βαθμό ακραίο, σε φάση “ώπα ώπα ώπα”. Έχω μοιραστεί με τα παιδιά πράγματα που δεν θα μοιραζόμασταν αλλιώς. Ήθελα να στο ρωτήσω αυτό Γεωργία. Οι άλλοι δύο, όντας χρόνια συνεργάτες και φίλοι, είχαν μοιραστεί ήδη πολλά μεταξύ τους. Για σένα πώς λειτούργησε αυτή η δυναμική; ΓΖ: Είχε γίνει ένα καλό βήμα με την έννοια ότι με τον Γιώργο γνωριστήκαμε και συνεργαστήκαμε πρώτη φορά πέρσι τέτοια εποχή. Ήδη από τότε σε αυτό που δούλευα και επιμελούταν ο Γιώργος για τον Μπλε Κομήτη είχε αρχίσει να μπαίνει το βίωμα πολύ έντονα. Αλλά εδώ σίγουρα it got too real σε κάποιες φάσεις. Για μένα όμως είναι μόνο θετικό αυτό. ΠΠ: Είχε παίξει πάντως και λίγο bonding πριν ξεκινήσουμε να δουλεύουμε. Είχαμε έρθει και μαζί Θεσσαλονίκη να κάνουμε έρευνα για το κόμικ. ΓΓ: Πάντως νομίζω ότι το βασικό δεν είναι αν μπορείς να εκφράσεις τα συναισθήματά σου αλλά αν μπορείς να καταλαγιάσεις τον εγωισμό σου. Μου φαίνεται ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν έχει καταλαγιάσει επίσης μέσα σου το ποια θες να είναι η ψυχή της ιστορίας, το ποιον κοινό σκοπό υπηρετείς. ΠΠ: Πάντως τόση ώρα το λέμε λες και βγήκε νεράκι… Ντάξει, ήμασταν τυχεροί που κύλησε, αλλά προφανώς είχαμε και διαφωνίες και προβλήματα. Αλλά αυτό μας έδινε και κίνητρο. Είχε δυσκολίες που το έκαναν και πιο ενδιαφέρον στην τελική. Και μας έκανε κι ακόμα πιο χαρούμενους που το τελειώσαμε. Ξέρεις, ότι το κάναμε τελικά. ΓΓ: Ήταν και ρεκόρ χρονικό. Σχεδιάσαμε 180 σελίδες σε 2 μήνες. Κι ήταν και ένα προσωπικό στοίχημα: “Θα αντέξω με 2 ανθρώπους 12 ώρες τη μέρα επί 2 μήνες συνεχόμενα;” ΠΠ: Ακόμα και τον Δεκαπενταύγουστο πήγαμε όλοι μαζί στο εξοχικό του Γιώργου και δουλεύαμε. Ας πούμε για μένα που έχω δική μου οικογένεια ήταν περίεργο να είμαι τόσο μακριά τους. Αλλά σκέψου ότι ακόμα και τις διακοπές τις περάσαμε οι τρεις μας δουλεύοντας, απλά αλλάξαμε σκηνικό για να μην λαλήσουμε. Και μερικά πρωινά κάναμε και κανένα μπάνιο… Όχι εντάξει, καλά κάνατε και κάνατε μπάνιο, δεν κρίνουμε. Πείτε μου λίγο και για τα stories που ανεβάζατε συνεχώς στο Instagram αυτό το δίμηνο. Λειτουργούσε πολύ ιντριγκαδόρικα ως teasing. ΠΠ: Ναι, γιατί δεν είχαμε ανακοινώσει τίποτα για το πρότζεκτ. ΓΖ: Με έπιαναν φίλοι που δεν τους είχαμε πεί τίποτα και μου λέγανε “ΤΙ ΚΑΝΕΤΕ”. Ας πούμε η εικόνα που είχα εγώ ήταν ότι είχαν καταρρεύσει οι ζωές σας κι απλά σας βάλανε οι κοντινοί σας άνθρωποι σε καραντίνα μπας και την παλέψετε, σαν self-help κοινότητα. ΓΓ: Ήταν όντως μια απορία: “Τρεις κομίστες μαζί, τι κάνουνε;” ΠΠ: Και γιατί είναι συνέχεια μαζί, όλη μέρα, μέχρι το βράδυ; Τα stories λοιπόν τα κάναμε κυρίως ενδιάμεσα, στα διαλείμματα, όταν κουραζόμασταν. Ακούγαμε ό,τι να ‘ναι μουσική συνέχεια για να είμαστε όλοι ικανοποιημένοι κι έτσι μας έβγαιναν διάφορα πράγματα. ΓΓ: Ούτε καν οι συνάδελφοί μας στον χώρο των κόμιξ δεν ξέρανε τι κάνουμε. Έδινε την αίσθηση του απρόσμενου. Και θέλω να δω ποια θα είναι η αντίδρασή τους όταν το διαβάσουνε. Πάντως, βλέποντας τα stories κάθε μέρα (όχι ότι είμαι όλη μέρα στο ίντερνετ), αυτή η δημιουργική επαφή που είχατε έδωσε μια συνεκτική καλλιτεχνική υφή και σε αυτά. ΠΠ: Ναι, αναπτύξανε συγκεκριμένα μοτίβα οπτικά και ηχητικά. Είχαν ρόλους και χαρακτήρες. Με ένα καλό μοντάζ βγαίνει ένα video art πολύ καλύτερο από τα μισά experimental πράματα που βλέπουμε στα φεστιβάλ. ΠΠ: Κι επίσης βγαίνει ένα πολύ καλό ημερολόγιο του πώς μακραίνανε τα μαλλιά μου και τα γένια μου. Πώς ήταν λοιπόν όλο αυτό όταν τελείωσε η κοινοτική εμπειρία δουλειάς; Είχατε post-partum depression; ΓΓ: Εγώ ξανάρχισα να έχω τα προβλήματα που είχα και πριν. Δεν τα είχα κατά τη διάρκεια, και μετά επανήλθανε. Τα προβλήματα, τους προβληματισμούς, τα άγχη. ΠΠ: Κι εγώ. Είναι σημαντικό αυτό που λέτε. ΓΓ: Έχει και μια παθογένεια αυτό βέβαια. Ο μεγάλος κόπος, η μεγάλη ενέργεια, το μεγάλο δόσιμο, το όραμα να βγει κάτι που ξαφνικά σου τρώει όλη την ύπαρξη. Έχει μια παθογένεια λοιπόν, αλλά ταυτόχρονα λες: “τουλάχιστον έχω αυτό”. ΓΖ: Εμένα μου έχει δημιουργήσει ένα πολύ μεγαλύτερο δημιουργικό άγχος το τέλος του κόμικ. Ακόμα δε μπορώ να πιάσω μολύβι με άνεση. Κουράζομαι, δε θέλω. Είναι αυτό το πράγμα που κλείνει ένα πρότζεκτ στο οποίο είχες αφιερώσει ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής σου, των ιδεών σου και της δημιουργικότητάς σου. Αλλά μ’ έχει πιάσει και μια φάση τύπου: “πότε θα μπορέσω να έχω ξανά μια τόσο καλή ιδέα;”. Προφανώς το ξέρω ότι κάποια στιγμή θα έρθει, αλλά σου δημιουργεί ένα βαθύ υπαρξιακό άγχος. Σόρι κιόλας που εστιάζω τόσο πολύ στο κομμάτι της δημιουργικής διαδικασίας, αλλά αυτό με ενδιαφέρει περισσότερο. Εννοώ, το αποτέλεσμα είναι αυτό που είναι. Έχει φύγει πια από εσάς, το παίρνει ο άλλος και το κάνει ό,τι θέλει. ΓΖ: Ναι, κι εγώ νομίζω ότι είναι πολύ πιο ενδιαφέρον. Το να μιλήσουμε για κάθε καρέ δεν έχει νόημα. Διάβασέ το και θα καταλάβεις, ή βάλε εσύ την ερμηνεία σου. ΠΠ: Και δεν μας πέφτει και λόγος πλέον. Πιστεύετε ότι έκανε καλό στο κόμικ που δεν είστε από την Θεσσαλονίκη; ΠΠ: Ναι, εγώ το πιστεύω. Γιατί ξέραμε την πόλη μέσα από το context του φεστιβάλ περισσότερο παρά μέσα από την καθημερινότητα της Θεσσαλονίκης. Έτσι κι αλλιώς, τις μέρες του φεστιβάλ η Θεσσαλονίκη είναι κάτι άλλο – εικάζω. Επομένως εμείς ξέροντάς την σ’ αυτήν την μορφή εστιάσαμε σε αυτό. Αλλά έχουμε και σημεία άσχετα με το φεστιβάλ, κυρίως όταν οι ίδιοι οι χαρακτήρες θέλουν να βγουν από το context του φεστιβάλ. Πάνε στο γήπεδο, στο πατσατζίδικο κ.λ.π. ΓΓ: Ούτως ή άλλως, στο κόμικ ο ένας είναι Θεσσαλονικιός κι η άλλη δεν είναι, οπότε υπάρχουν κι οι δύο οπτικές γωνίες. Τι feedback έχετε μέχρι τώρα αυτές τις μέρες που είστε εδώ; ΓΖ: Πολύ θετικό. ΠΠ: Πολύ ενθουσιώδες, ναι. Αλλά θα μου άρεσε να συζητήσω και με κάποιον που θα μου πει τι δεν του άρεσε. ΓΓ: Νομίζω είναι τόσο συναισθηματική και ανθρώπινη η ιστορία που κανείς δεν κάθεται να αναλύσει τεχνικές κλπ. Σου λένε ότι συγκινήθηκαν, ότι γέλασαν. Πάντως, ως εξωτερικός προς τη δημιουργία κόμιξ αλλά έχοντας μια επαφή με το πώς είναι να δουλεύεις γύρω από την τέχνη στην Ελλάδα, έχω να πω ότι το Φεστιβάλ είναι μια μεγάλη δουλειά, φουλ επαγγελματική, για έναν μεγάλο θεσμό πολιτισμού κλπ. Ήσασταν λοιπόν εσείς οι τρεις αυτοί που το κάνανε – και μπράβο σας. Πώς το διαχειρίζεστε αυτό; ΠΠ: Πρώτα απ’ όλα, είναι ένας από τους λόγους που είμαστε περήφανοι. ΓΓ: Απ’ την αρχή μια αγωνία μου ήταν να μην πει κανείς ότι το αποτέλεσμα δεν είναι αντάξιο του μεγέθους της δουλειάς, γιατί τα δεδομένα ήταν γνωστά από την αρχή, πριν βγει το αποτέλεσμα. Ξέραμε ότι είναι μεγάλη δουλειά, μεγάλος θεσμός, ότι θα έχει όλα τα μάτια πάνω του. Πιστεύαμε όμως ότι θα είναι αντάξιο, κι ελπίζουμε να είναι κιόλας. Η ιδέα ήταν αυτή: όσο επαγγελματικές ήταν οι συνθήκες, άλλο τόσο επαγγελματικό να ήταν και το αποτέλεσμα. Το βρίσκω σημαντικό αυτό, γιατί εν γένει ο κόσμος είναι κάπως συνηθισμένος στο να αποδεικνύονται αρπαχτές τέτοια πράγματα. Ξέρεις, κάτι επετειακό, αφιερωματικό… ΓΓ: Ήταν στο χέρι μας να δώσουμε κάτι πρόχειρα φτιαγμένο, αλλά δεν το κάναμε. Είναι στάση ζωής το να δίνεις τον καλύτερό σου εαυτό σε όλα όσα κάνεις, είτε είναι μόνο για σένα είτε είναι για ένα μεγάλο έργο όπως εδώ. ΠΠ: Ήταν σημαντικό για μας ότι, μετά από τόσα χρόνια στον χώρο των κόμιξ με πολλές δυσκολίες, μπορούμε να πούμε ότι επιτέλους η αμοιβή έφτασε να ταιριάζει σε αυτό που κάνουμε. Μετά όμως δεν πικραίνεσαι λίγο παραπάνω που η κανονικότητα της δουλειάς στην τέχνη είναι γενικά τόσα λέβελ πιο κάτω σε δυνατότητες δίκαιης αμοιβής και αναγνώρισης; ΠΠ: Εγώ σκέφτομαι πώς θα ξαναγίνει να κάνω κι άλλη τέτοια δουλειά, που να ταιριάζει ο κόπος μου με την αμοιβή μου. ΓΓ: Απογοήτευση δεν είναι, γιατί είναι μια πραγματικότητα γνωστή. Απογοητεύεσαι όταν πετάς στα σύννεφα και ξαφνικά κάτι σε επαναφέρει στην πραγματικότητα. Να δούμε πώς θα πάει πάντως, μερικές φορές όταν γίνεται ένα βήμα αυτό μπορεί να σημαίνει κάτι θετικό και για την γενικότερη σκηνή και το γενικότερο καλό. Κάτι παρόμοιο συνέβη όταν βγήκε το Logicomix, όταν βγήκε ο Ερωτόκριτος κ.λ.π. To γεγονός ότι όλο αυτό ήταν μια τόσο ικανοποιητική εμπειρία σε τόσα πολλά επίπεδα εξισορρόπησε κάπως για εσάς το κλείσιμο του Μπλε Κομήτη; ΠΠ: Για όλους μας υπήρχε προσωπική εμπλοκή, οπότε μας επηρέασε. ΓΓ: Για μένα ήταν μια τρελά κωλόφαρδη συνθήκη, γιατί υποψιαζόμουν πως το περιοδικό μπορεί να μην έχει και πολύ μέλλον – όχι γιατί δεν πήγαινε καλά αλλά γιατί είχε φτάσει σε ένα επίπεδο που ήξερες ότι δεν θα καλυτερεύσει πια. Οπότε πλέον σπαταλούσαμε ενέργεια και χρήματα σε ένα πράγμα που εμείς θεωρούσαμε ότι είναι καλό αλλά έχει κι ένα ταβάνι. Αυτό το ταβάνι ήταν κάτι που είχε αρχίσει να με κουράζει. Έτσι, με το που έκλεισε το ένα πράγμα, ξεκίνησε ένα άλλο στο οποίο μπήκα κατευθείαν, έδωσα όλη μου την ενέργεια και το αποτέλεσμα μας χαροποίησε. Ήταν τυχερό για μένα το γεγονός ότι το ένα ήρθε και καπάκωσε το άλλο. Είναι σα να ερωτεύεσαι κατευθείαν αφού χωρίσεις, πράγμα σπάνιο γενικά. Κάτι ακόμα θέλω να σας ρωτήσω. Το κόμικ έχει κάτι πολύ ιδιαίτερο που νομίζω λείπει από το σύγχρονο ελληνικό σινεμά σε σημαντικό βαθμό. Αποπνέει μια αυθεντική φυσικότητα στο γράψιμο των χαρακτήρων και των διαλόγων, μοιάζουν τέλος πάντων αληθινοί άνθρωποι. Έχετε σκεφτεί ότι υπάρχει κάτι στην προσέγγισή σας που θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο στους Έλληνες σκηνοθέτες ή σεναριογράφους; ΠΠ: Εγώ χαίρομαι που το λες αυτό γιατί γενικότερα είναι από τις βασικές μου αγωνίες απ’ όταν πρωτοάρχισα να φτιάχνω τις δικές μου ιστορίες. Στην αρχή δούλευα πάνω στα σενάρια άλλων και μετά άρχισα να φτιάχνω τα δικά μου. Συνειδητοποίησα τελικά ότι αυτό μου αρέσει περισσότερο για διάφορους λόγους. Αλλά είναι μια πολύ βασική αγωνία για μένα αν οι άνθρωποι που γράφω μιλάνε σαν κανονικοί άνθρωποι ή αν μιλάνε σαν άνθρωποι-που-είδαμε-κάπου-αλλού-να-το-κάνουν. Αυτό είναι tricky φυσικά αν θα το καταφέρεις, αλλά το πώς κάποιοι δεν το καταφέρνουν καθόλου με εκπλήσσει μερικές φορές. Ίσως το κλειδί είναι να τσεκάρεις συνέχεια τον εαυτό σου και να μην νιώθεις ποτέ υπερβολικά σίγουρος γι’ αυτό που έκανες. ΓΓ: Το να φτιάχνεις ταινίες είναι μια διαδικασία-κυκεώνας με μίτινγκς πάνω σε μίτινγκς συνεχώς, και χάνεται εύκολα η μπάλα ακόμα κι αν έχεις μια καλή ιδέα στο μυαλό σου. Ακόμα στα κόμιξ υπάρχει μια μεγάλη ελευθερία. Έχεις μια ωραία ιδέα, την ζωγραφίζεις, βγαίνει. Έχει ακόμα αυτή την γοητεία του πράγματος που λέει ότι εφόσον μπορείς να το ονειρευτείς τότε μπορείς και να το κάνεις. ΓΖ: Ναι, εντάξει, αλλά μόνο αν ξέρεις να γράφεις κιόλας. ΓΓ: ΟΚ, ο άλλος μπορεί να μην το έχει κιόλας, ναι. Πολλές φορές ο άλλος θέλει απλά να κάνει μια ταινία, και για την κάνει μπορεί και να πουλήσει την ψυχή του στον διάολο. Για μένα δεν ξεκινάει απ’ το ότι απλά θέλω να κάνω ένα κόμικ. Ξεκινάει απ’ το ότι θες να πεις αυτήν την γαμημένη ιστορία. Έχεις ανάγκη να την πεις, και θα βρεις έναν τρόπο. Πιστεύετε ότι την συγκεκριμένη ιστορία θα την είχατε πει με κάποιον άλλον τρόπο αν δεν είχε κάτσει αυτό το κόμικ; ΓΖ: Κάποιες πλευρές της σίγουρα. Αλλά αν το είχε κάνει ο καθένας μόνος του τότε θα είχε βγει κάτι πολύ διαφορετικό. Ήμασταν 3 άνθρωποι που βάλαμε φουλ τις εμπειρίες μας μέσα σε αυτό. Έχει ένα εύρος εμπειριών και συναισθημάτων που δεν θα το είχε αν το έκανε ο καθένας μόνος του. Δεν θα ήταν το ίδιο. ΓΓ: Εγώ πάντα σκεφτόμουν ότι θα ήθελα να κάνω ένα love story, κάτι που θα βγει κατευθείαν από το συναίσθημα. Κι αυτή εδώ ήταν η καλύτερη ευκαιρία για να το κάνω. Θέλω να μάθω δύο τελευταία πράγματα. Πρώτον, ποιος είπε την λέξη ερωτιδέας ώστε να την βάλετε μέσα; ΓΓ: Εγώ το σκέφτηκα. Δεύτερον, ποιος σκέφτηκε το λογοπαίγνιο Προοικονομίδης; ΓΓ: Πάλι εγώ. Μάλιστα. O Γιώργος Γούσης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Από το 2006 έχει συνεργαστεί ως εικονογράφος και δημιουργός κόμικ με την πλειονότητα των εντύπων και των εκδοτικών οίκων της Ελλάδας. Το 2012 κυκλοφόρησε την συλλογή σύντομων ιστοριών «Αθώες Εποχές» (εκδόσεις ΚΨΜ), ενώ το 2016 συνεργάστηκε με τους συγγραφείς Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο για την διασκευή του Ερωτόκριτου του Βιτσέντζου Κορνάρου σε κόμικ (εκδόσεις Polaris). Aπό το 2017 έως και το 2019 ήταν αρχισυντάκτης στο περιοδικό με κόμικ «Μπλε Κομήτης». O Παναγιώτης Πανταζής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα, όπου ζει και ζωγραφίζει. Σταθερός συνεργάτης του περιοδικού «9» τα τελευταία 5 χρόνια της κυκλοφορίας του, δημοσίευσε το πρώτο άλμπουμ του με κόμικς το 2007 (Common Comics #1, Giganto). Ακολουθούν 15 κυκλοφορίες σε συνεργασία με εκδοτικούς οίκους όπως Giganto, ΚΨΜ, Jemma, 9η Διάσταση ή σε αυτοεκδόσεις. Από το 2011 έχει κυκλοφορήσει πάνω απο 400 online comic strips σε σειρές στο socomic.gr (Kλειδωμένος Ρυθμός, Mαρμελάδα Κεράσι, King Panda Forever κα). Είναι συνεργάτης του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» (Polaris) από το πρώτο τεύχος. Πιο πρόσφατη κυκλοφορία του, το «Στα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, σε σενάριο Γιάννη Ράγκου, από τις εκδόσεις Polaris (Mάρτιος 2018). Η Γεωργία Ζάχαρη γεννήθηκε το 1994 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία και Θεωρία της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. Δραστηριοποιείται στον χώρο των κόμικς από το 2017. Έχει δείξει δουλειά της σε πέντε αυτοεκδόσεις, ενώ έχει συνεργαστεί σε δύο ιστορίες με το περιοδικό «Μπλε Κομήτης». Το 2018 τιμήθηκε με το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Καλλιτέχνη στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς. Και το σχετικό link...
  4. "Βλέπω τον ‘Ζητιάνο’ σαν έναν καθρέπτη που αντικατοπτρίζει τους φόβους μας και οτιδήποτε μας αποξενώνει από τον διπλανό μας" λέει. Παρότι 34 χρόνων έσκυψε στο εμβληματικό κείμενο του 19ου αιώνα και το μεταφέρει στην εποχή μας μέσα από την τέχνη του. Ο δημιουργός κόμικ Kannelos Cob, κατά κόσμον Καννέλος Μπίτσικας, στο πρώτο του graphic novel εικονογραφεί τη νουβέλα του Ανδρέα Καρκαβίτσα "Ο Ζητιάνος" (εκδ. Polaris) και μέσα από την αντιπαθή δράση του ήρωα Τζιριτόκωστα αναζητεί τα νήματα που συνδέουν το έργο με την εποχή μας. Ζώντας και σκιτσάροντας εδώ και εννέα χρόνια στη Λυών, μιλάει για το βιβλίο και την τέχνη του, διατρέχει την επικαιρότητα των ημερών κάνοντας στάση στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, μας μεταφέρει τα νέα για τη σκηνή των κόμικ αλλά και την πολιτική πραγματικότητα στη Γαλλία, μιλάει για των κόμικ ως πολιτική πράξη χωρίς να προσπερνάει το προσφυγικό ζήτημα. "Με ενδιαφέρει περισσότερο να κάνω ένα κόμικ ντοκιμαντέρ επικεντρωμένο στην αντιμετώπιση του προσφυγικού στην Ελλάδα" λέει και αναφέρεται σε όλη τη διακεκαυμένη ζώνη των θεμάτων που απασχολούν την εποχή μας. * Γιατί επιλέγεις τον “Ζητιάνο” σήμερα; Το κείμενο του Καρκαβίτσα είναι κλασικό και τα θέματα που θίγει είναι διαχρονικά. Μέσα από την ιστορία φαίνεται η ανάγκη του συγγραφέα να μιλήσει, με καυστικότητα για την κοινωνική κατάσταση της εποχής του. Στο κείμενο βλέπουμε το κράτος που καταπιέζει και εκμεταλλεύεται τις κατώτερες τάξεις με όπλο τη βία και τον φόβο, κρατικούς υπαλλήλους που χρηματίζονται, γυναίκες που υποφέρουν από την πατριαρχία, ένα ολόκληρο χωριό, θρησκόληπτο, που πιστεύει σε δεισιδαιμονίες και ξόρκια. Δεν νομίζω πως αυτά τα στοιχεία δεν συναντώνται στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. * Ποιο από όλα τα στοιχεία του ήρωα και του κόσμου που αναπαριστά ο Καρκαβίτσας σε παρακίνησε; Με τράβηξε η πολυπλοκότητα των χαρακτήρων. Σε καμία περίπτωση δεν μπορείς να χαρακτηρίσεις τους ανθρώπους καλούς ή κακούς. Το διήγημα είναι αρκετά ψυχογραφικό. Στις περισσότερες περιπτώσεις ότι κάνουν οι ήρωες γίνεται για λόγους επιβίωσης. "Ο Ζητιάνος" είναι από τα πρώτα νατουραλιστικά ελληνικά κείμενα και επιλέγει να αποδώσει τη φύση και τους ανθρώπους όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικά. Ο Καρκαβίτσας σκιαγραφεί την ανατομία μιας μικρής κοινωνίας προβάλλοντας το ταξικό μίσος, τη φτώχεια, την αμάθεια, τη δεισιδαιμονία και τον μισογυνισμό. Επίσης οι απίστευτες περιγραφές της ελληνικής φύσης αποτέλεσαν αστείρευτη πηγή έμπνευσης για το εικονογραφικό κομμάτι. * Η πλοκή του διηγήματος του Καρκαβίτσα σου έδωσε εναύσματα να συνδέσεις το έργο με τη σημερινή περίοδο; Αναπόφευκτα γίνονται συνδέσεις με τις καταστάσεις που πραγματεύεται το βιβλίο. Στο τέταρτο κεφάλαιο οι χωρικοί προσπαθούν να κάψουν τον τελωνοφύλακα γιατί νομίζουν πως είναι βρυκόλακας. Η προκατάληψη και ο φόβος δεν τους επιτρέπουν να σκεφτούν λογικά. Τον Σεπτέμβριο του 2018 δολοφονήθηκε ο Ζακ Κωστόπουλος στο κέντρο της Αθήνας ακριβώς για τους ίδιους λόγους. Είναι σοκαριστικό να υπάρχουν τέτοιες αντιδράσεις σε μία, υποτιθέμενη, σύγχρονη κοινωνία, η οποία τελικά δεν έχει τόση διαφορά με εκείνη του Καρκαβίτσα. Αυτό είναι που κάνει το κείμενό του τόσο σύγχρονο. * Αν σου ζητούσαν να χαρακτηρίσεις τον “Ζητιάνο” τι θα έλεγες; Καθ' όλη τη διαδικασία της δημιουργίας του κόμικ έβλεπα τον “Ζητιάνο” σαν ένα φακό που, σε κάθε σκηνή, ρίχνει φως στα πιο σκοτεινά μέρη του εαυτού μας. Σε όλη την ιστορία μεταμορφώνεται συνεχώς - είναι κακομοίρης, παντοδύναμος μάγος, ισχυρός ηγέτης, μέχρι και ναυτικός - και χρησιμοποιεί τις αδυναμίες των χαρακτήρων με σκοπό το κέρδος και την εξουσία. Βλέπω τον “Ζητιάνο” σαν έναν καθρέπτη που αντικατοπτρίζει τους φόβους μας και οτιδήποτε μας αποξενώνει από τον διπλανό μας. * Το προσφυγικό είναι μείζον θέμα της εποχής μας. Στην Ευρώπη βλέπουμε κλειστά σύνορα, ξενοφοβία, διχαστική ρητορική, φόβο απέναντι στον "άλλο". Θα έκανες ένα κόμικ για τους πρόσφυγες; Το προσφυγικό είναι μία μαύρη κηλίδα στην ιστορία του δυτικού κόσμου. Ο τρόπος που αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι είναι άρρωστος. Ακροδεξιά μπάρμπεκιου, άνθρωποι που καίγονται ζωντανοί στα “κέντρα φιλοξενίας”, επίδοξοι Λεωνίδες να τραμπουκίζουν τους αβοήθητους, ένα Αιγαίο και μία Μεσόγειος νεκροταφεία, κόψιμο κολώνων παροχής ηλεκτρισμού και πάει λέγοντας. Γεγονότα που δεν θα γραφτούν ποτέ σε βιβλία Ιστορίας. Υπάρχουν ήδη εκδόσεις στη Γαλλία που διηγούνται μεμονωμένες ιστορίες προσφύγων και την οδύσσειά τους. Με ενδιαφέρει περισσότερο να κάνω ένα κόμικ ντοκιμαντέρ επικεντρωμένο στην αντιμετώπιση του προσφυγικού στην Ελλάδα. Να μιλήσουμε όχι μόνο για τη φρίκη που αντιμετωπίζουν και τις άρρωστες επιθέσεις που δέχονται, αλλά και για την αλληλεγγύη ανθρώπων που από μόνοι τους αποφασίζουν να αφιερώσουν τον προσωπικό τους χρόνο ώστε να βοηθήσουν, γιατί συνειδητοποιούν πως ξεκάθαρα από τύχη δεν βρίσκονται και αυτοί μέσα σε μία βάρκα. * Πώς είναι τα πράγματα στη Γαλλία του Μακρόν; Είναι ξεκάθαρο πως υπάρχει κοινωνική κρίση. Το κίνημα “Κίτρινα Γιλέκα” υπάρχει εδώ και έναν χρόνο και μετρούν 4.000 τραυματίες λόγω της ακραίας αστυνομικής καταστολής. Πάνε 9 χρόνια που μένω στη Γαλλία και παρακολουθώ ένα κρεσέντο βίας και ανασφάλειας που δεν ξέρω πού θα οδηγήσει. Ο φόβος που δημιουργούν για τις τρομοκρατικές επιθέσεις δίνουν χώρο σε ρατσιστικές και ισλαμοφοβικές πολιτικές που στοχεύουν, μεταξύ άλλων, στο προσφυγικό. Ο στρατός κυκλοφορεί στους δρόμους με όπλα στα χέρια για να δημιουργήσει ένα αίσθημα “ασφάλειας” που μόνο φόβο προκαλεί. Απροκάλυπτα πλέον δίνουν προνόμια και φορολογικές απαλλαγές στις ανώτερες οικονομικές τάξεις ενώ αυξάνουν τους φόρους και κόβουν τα επιδόματα στις κατώτερες. Πολιτικές που δίνουν πάτημα στην Ακροδεξιά ώστε να παρεισφρήσει στις εργατικές τάξεις. Παρουσιάζουν τη φτώχεια σαν επιλογή δηλώνοντας πως ο καθένας θα μπορούσε να είναι πλούσιος, αρκεί να δουλεύει σκληρά. Επικίνδυνη έλλειψη ταξικής συνείδησης, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των μη προνομιούχων τάξεων. Τα γαλλικά mainstream media θα δώσουν μεγάλο τηλεοπτικό χρόνο σε δημοσιογράφους ανοιχτά ισλαμοφοβικούς. Μία αρθρογράφος η οποία κάλεσε την αστυνομία να πυροβολήσει τους διαδηλωτές με πραγματικές σφαίρες έλαβε, μια εβδομάδα μετά, το βραβείο τιμής Simone Veil για τη μάχη της κατά του σκοταδισμού (!!!) και για τα δικαιώματα των γυναικών. Πριν από μία εβδομάδα κατηγόρησαν μία γυναίκα που μεγαλώνει μόνη της δύο παιδιά και πληρώνεται τον βασικό μισθό πως δεν δούλεψε αρκετά στο σχολείο και πως ίσως δεν έπρεπε να πάρει διαζύγιο. Παρ’ όλο που αυτά φαίνονται ακραία και δεν είναι απαραιτήτως αποδεκτά από την πλειονότητα, συμβάλλουν στην αποδοχή παλαιότερων απαράδεκτων ιδεών. * Η εξάπλωση του ακροδεξιού αφηγήματος σε όλη την Ευρώπη σε ανησυχεί; Ιστορικά ο φασισμός εμφανίζεται σε περιόδους κρίσης και ανασφάλειας. Όπως έγινε και στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία, αυτό γίνεται και στην Ευρώπη. Επωφελούνται από τη δυστυχία των ανθρώπων για να περιορίσουν τις εντάσεις και να χωρίσουν τα αδύναμα στρώματα. Έτσι οι πρώτοι στοχευόμενοι πληθυσμοί είναι οι πιο επισφαλείς: ναρκομανείς, queer, trans, ιερόδουλες, μετανάστες. Το πάτημα που βρίσκουν σήμερα είναι η οικονομική και η κοινωνική κρίση, καθώς και το προσφυγικό, εξυπηρετώντας συγκεκριμένα πολιτικά συμφέροντα, από τα οποία παίρνουν δύναμη - οικονομική και κοινωνική. Με ανησυχεί. Οι φασίστες είναι θρασύδειλοι και υπάρχουν διότι υπάρχουν ο φόβος, η ανασφάλεια και η προκατάληψη για τον συνάνθρωπο. Είναι τρομακτικό να βλέπουμε στο εσωτερικό της Πολιτείας οι αστυνομικές δυνάμεις να αποτελούν σημείο αναπαραγωγής φασιστικών ιδεολογιών εκμεταλλευόμενες τη νόμιμη βία για να περιθωριοποιήσουν περαιτέρω τους μη προνομιούχους. Αλλά το πιο σοβαρό είναι ότι αυτές οι φασιστικές ιδεολογίες βρίσκουν ηχώ στα παραδοσιακά συντηρητικά δεξιά κόμματα, οι οποίες μεταδίδονται με χαρά από τα mainstream media. * Το κόμικ είναι και πολιτική έκφραση; Σαφώς. Όπως πολιτική έκφραση είναι ο κινηματογράφος ή το θέατρο. Το κόμικ είναι ένα μέσο το οποίο μας επιτρέπει να διηγηθούμε ιστορίες. Υπάρχουν αριστουργήματα της ένατης τέχνης με ξεκάθαρο πολιτικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Το “Maus” του Art Spiegelman, το “Persepolis” της Marjane Satrapi, το “Palestine” του Joe Sacco ή το “Le printemps des Arabes” του Jean-Pierre Filiu είναι κάποια από τα εξαιρετικά πολιτικά αφηγήματα που έχουν εκδοθεί. Στις μέρες μας το κόμικ κερδίζει όλο και περισσότερους αναγνώστες διότι είναι μία ανεξάρτητη μορφή τέχνης και έκφρασης, σε μια πραγματικότητα που φαίνεται να διαστρεβλώνεται ολοένα και περισσότερο. * Πώς είναι η κατάσταση στο κόμικ στη Γαλλία; Την ελληνική δημιουργία την παρακολουθείς; Το κόμικ παραμένει ένα επισφαλές επάγγελμα παγκοσμίως. Η Γαλλία έχει παράδοση στην κουλτούρα του κόμικ, αυτό όμως δεν σημαίνει πως ο κόσμος αγοράζει με τον ίδιο ρυθμό όπως δέκα χρόνια πριν. Αυτό δεν συμβαίνει από έλλειψη ενδιαφέροντος αλλά λόγω μιας αγοράς η οποία παράγει ανεξέλεγκτα χωρίς αυτή η παραγωγή να μπορεί να απορροφηθεί. Παρακολουθώ την ελληνική σκηνή κόμικ και έχοντας συνεργαστεί με τον Μπλε Κομήτη μου δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσω ιστορίες αξιοθαύμαστων Ελλήνων καλλιτεχνών. Καλλιτέχνες όπως ο Γιώργος Γούσης, ο Παναγιώτης Πανταζής ή ο Σπύρος Δερβενιώτης έχουν δημιουργήσει εξαιρετικές εκδόσεις που, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να βρίσκονται σε κάθε βιβλιοθήκη. * Παρακολουθείς την πολιτική επικαιρότητα στην Ελλάδα; Συνεχώς, και κάθε φορά σοκάρομαι περισσότερο. Τις τελευταίες μέρες η αστυνομική καταστολή θυμίζει αυταρχικό κράτος. Βασανισμός και σεξιστική βία από την αστυνομία, κατάργηση στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, άνοδος του σκοταδισμού και της θρησκοληψίας και ακραίες δηλώσεις υπουργών και δημοσιογράφων πως κάποιοι θέλουμε νέους Γρηγορόπουλους. Αυτές οι πρακτικές δείχνουν πόσο εύκολα μπορούμε να περάσουμε τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την ελευθερία της έκφρασης από τον αυταρχισμό. * Τι σε φοβίζει περισσότερο στις μέρες μας; Όπως είπα και πριν, η άνοδος της Ακροδεξιάς και ο εκφασισμός της κοινωνίας. Βλέπω τον νεοφιλελευθερισμό να κερδίζει έδαφος ενάντια στα κοινωνικά κινήματα και να καταστέλλει την κοινωνική έκφραση. Δεν μας επιτρέπουν να ονειρευτούμε μία νέα κοινωνία, αφού έχουν αποικίσει τη φαντασία μας με τον φόβο. Παλεύουμε να διατηρήσουμε τα δικαιώματα που κερδίσαμε πριν από πενήντα χρόνια και καταφέρνουμε να σώσουμε ψίχουλα. Σε πιο προσωπικό επίπεδο, διερωτώμαι για την επιβίωση του επαγγέλματός μου και κάθε καλλιτεχνικού επαγγέλματος. Όταν ένα κράτος κλίνει προς τα δεξιά, οι πρώτες περικοπές αφορούν την εκπαίδευση και τον πολιτισμό. Έχουν ήδη ακυρωθεί δουλειές μου λόγω των εκλογών που κέρδισε η Δεξιά στη Γαλλία και τη Βραζιλία επειδή αποφάσισαν να σταματήσουν τις χρηματοδοτήσεις για την κουλτούρα και τον πολιτισμό. * Σήμερα είναι η επέτειος του Πολυτεχνείου. Ποιες σκέψεις σου δημιουργεί αυτή η ιστορική στιγμή. Η επέτειος του Πολυτεχνείου υπάρχει για να μας θυμίσει ακόμα μία σκοτεινή περίοδο της Ελλάδας. Αυτά που συμβαίνουν τους τελευταίους μήνες όσον αφορά την κρατική καταστολή θυμίζουν ξεκάθαρα χουντικές πολιτικές που καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Με ότι συμβαίνει στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, το Πολυτεχνείο είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Για να μας θυμίσει πως ο κίνδυνος των σύγχρονων ακροδεξιών πολιτικών ρευμάτων πλησιάζει όσο ποτέ. Δεν χρειαζόμαστε νέους Γρηγορόπουλους για να μας το θυμίζουν αυτό... Και το σχετικό link...
  5. Όσο κι αν προσπαθούμε όλο και περισσότερο να ερμηνεύσουμε τις ατομικές και κοινωνικές συμπεριφορές με ψυχολογικούς όρους, οι επιστημονικές μας γνώσεις είναι, αναπόφευκτα, περιορισμένες. «Η ψυχολογία σε κόμικς» είναι ένα εγχειρίδιο εκλαϊκευμένης επιστήμης που φιλοδοξεί να επεκτείνει τις γνώσεις μας για το νου. Το δικό μας και των άλλων. «Η ψυχολογία έχει να κάνει με ολόκληρη την ανθρώπινη εμπειρία: με την αγάπη, τον αθλητισμό, τη μουσική, την κοινωνική θέση, την ανάπτυξη, την τραγωδία, το χιούμορ, εμένα, εσένα και τα πάντα σχετικά με αυτά. Από την πίστη στον σκεπτικισμό, από την πείνα στη λαιμαργία, από τον ρατσισμό στην ανοχή, από την ελπίδα στην απόγνωση. Διότι όλοι μαθαίνουμε από τις εμπειρίες μας. Όλοι είμαστε ερασιτέχνες ψυχολόγοι. Έτσι λοιπόν κρίνουμε πάντα τον εαυτό μας και τους άλλους και επινοούμε εξηγήσεις για τα πάντα. Η διαφορά, ωστόσο, ανάμεσα στις εξηγήσεις μας και στο περιεχόμενο αυτού του βιβλίου είναι ότι οι αρχές σε αυτό το βιβλίο είναι όλες βασισμένες σε αυστηρές πειραματικές μελέτες». Έτσι περιγράφει, εύστοχα και αποτελεσματικά, ο Ντάνι Οπενχάιμερ, καθηγητής Ψυχολογίας και Κοινωνικών Επιστημών, το βιβλίο του για την επιστήμη της Ψυχολογίας. Ένα βιβλίο (εκδόσεις Ψυχογιός, μετάφραση Έρρικα Πάλλη) που θα μπορούσε να αποτελεί ακόμη ένα εισαγωγικό κείμενο για όσους επιθυμούν να κατανοήσουν περισσότερο την ανθρώπινη συμπεριφορά. Η επιλογή, όμως, να δημιουργηθεί ως κόμικς το καθιστά ιδιαίτερο και απολαυστικό στην ανάγνωση καθώς τα σχέδια του Γκρέιντι Κλάιν, αποσπώντας την προσοχή από βαριές έννοιες και πολύπλοκα νοήματα, αφήνουν το μυαλό να χαλαρώσει, να γελάσει, να επεξεργαστεί πιο εύκολα όλα όσα θα ήταν, ίσως, τόσο περίπλοκα και σύνθετα που θα κατέληγαν να είναι απωθητικά. Με τη διαίρεση του βιβλίου σε τρία μέρη («Κατανοώντας τον Κόσμο», «Κατανοώντας τον Εαυτό», «Κατανοώντας ο Ένας τον Άλλο»), οι Οπενχάιμερ και Κλάιν επιτρέπουν στον αναγνώστη να ακολουθήσει μια λογική πορεία των εννοιών που απασχολούν την επιστήμη της Ψυχολογίας ανά τομέα. Ακόμα περισσότερο, διαιρώντας τα τρία αυτά μέρη σε τέσσερα μικρότερα το καθένα, προσφέρουν ακόμα περισσότερες πληροφορίες για κάθε μεμονωμένη έννοια και την κατανόησή της. Στο πρώτο μέρος εξετάζουν τις έννοιες Αντίληψη και Προσοχή, Μάθηση, Μνήμη και Σκέψη, στο δεύτερο μέρος τη Μεταγνώση, το Συναίσθημα, τα Κίνητρα και τη σχέση του Στρες με την Υγεία, ενώ στο τρίτο μέρος πραγματεύονται τη Γλώσσα, την Προσωπικότητα, την Κοινωνική Επιρροή και, τέλος, τα Στερεότυπα και τις Ομάδες. Με έναν ευφυέστατο τρόπο, τιτλοφορούν τον επίλογό τους «Όταν τα πράγματα δεν λειτουργούν» και επαναλαμβάνουν κάτι που διατρέχει έμμεσα και άμεσα ολόκληρο το έργο τους. Ότι δηλαδή η Ψυχολογία είναι μια επιστήμη που απαιτεί έρευνα, υποθέσεις, αναλύσεις και επανάληψη για να καταλήξει σε συμπεράσματα. Καθώς, επίσης, ότι υπάρχουν πολλά ακόμα μυστήρια στο ανθρώπινο μυαλό και κάθε ανθρώπινο μυαλό είναι διαφορετικό από κάθε άλλο, επομένως δεν υπάρχουν αυστηρές συνταγές και προκαθορισμένες οδηγίες. Η Ψυχολογία εξελίσσεται και η κατανόηση του ανθρώπινου εγκεφάλου και της συμπεριφοράς του ατόμου και της ομάδας ποτέ δεν είναι παγιωμένες και περαιωμένες. Βιβλία σαν κι αυτό συμβάλλουν στην περαιτέρω κατανόηση και ωθούν για περισσότερη έρευνα, περισσότερη μελέτη, περισσότερη ανοχή κι αποδοχή της διαφορετικότητας. Και το σχετικό link...
  6. Μια διαφορετική ματιά στην υπερηρωική φύση στο πρώτο μέρος μιας σειράς που εξελίσσεται σε έναν εναλλακτικό, post-punk χωροχρόνο, με στοιχεία γοτθικά, βικτωριανά και sixties αισθητική, σε άμεση συνομιλία με ανάλογα «αντι-υπερηρωικά» πειράματα του παρελθόντος. Σε ένα κινηματογραφικό και τηλεοπτικό τοπίο που κατακλύζεται από ατέρμονες σειρές-υπερπαραγωγές με προβλέψιμες υπερηρωικές περιπέτειες και εντυπωσιακά εφέ, το «Joker» αποτέλεσε μια ευχάριστη έκπληξη, αν και με δυσάρεστο, ενοχλητικό και καθόλου εύπεπτο σενάριο, που εσκεμμένα έκανε τους θεατές του να αισθάνονται άβολα και αμήχανα. Είχε προηγηθεί η τηλεοπτική μεταφορά στο Netflix της δημοφιλούς σειράς κόμικς «The Umbrella Academy» με πολύ μεγάλη επιτυχία, που οδήγησε ήδη σε μια δεύτερη σεζόν. Το ότι το πολύ σπουδαίο αυτό έργο, δημιουργημένο πρώτη φορά το 2007, μπόρεσε 12 ολόκληρα χρόνια αργότερα να σπάσει τη χάρτινη απομόνωση και να επεκταθεί στην τηλεοπτική εκδοχή του δεν μπορεί να είναι σύμπτωση. Σε συνδυασμό με το «Joker» και με άλλες αντίστοιχες μεταφορές που ετοιμάζονται ή έχουν αναγγελθεί, πιθανώς να αποτελεί τουλάχιστον μια ένδειξη ότι το Χόλιγουντ αρχίζει να ξανασκέφτεται και να ανασχεδιάζει τις στρατηγικές του αναφορικά με τις ταινίες υπερηρώων. Ο υπερπληθωρισμός των τελευταίων ετών αναπόφευκτα έχει οδηγήσει σε κορεσμό. Το θεματικό χάος των χάρτινων συμπάντων των δύο μεγάλων εταιρειών, Marvel και DC, με τα απανωτά reboots, τα πολλαπλά origins, τις εναλλακτικές εκδοχές, τα ατέλειωτα «Elseworlds» και «What Ifs», τις προσωπικές ματιές των εκάστοτε δημιουργών πάνω στις προσωπικότητες των υπερηρώων που αλλάζουν παρελθόν, καταγωγή, συμμάχους, στάση ζωής, ακόμα και χώρο δράσης, έχει το ενδιαφέρον του αλλά οι κινηματογραφικοί και τηλεοπτικοί θεατές που δεν είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθούν κάθε μήνα δεκάδες τίτλους κόμικς για να πιάνουν κάθε λεπτομέρεια και κάθε λεπτή διαφοροποίηση, κάποια στιγμή θα κουραστούν. Πιο σφριγηλά σενάρια, σε συνομιλία με την παράδοση του είδους αλλά διατηρώντας την αυτοτέλειά τους, με αρχή, μέση και τέλος και με πιο σύνθετους και πολυδιάστατους προβληματισμούς πάνω στην οντολογία και τη φύση του υπερήρωα, ίσως αποτελούν μια κάποια λύση. Δημιουργοί όπως ο Άλαν Μουρ με τους «Watchmen» και το «The League of Extraordinary Gentlemen», αμφότερα μεταφερμένα στον κινηματογράφο, έχτισαν τέτοιους διαφορετικούς υπερηρωικούς κόσμους με ιδιαίτερη μαεστρία. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το «The Umbrella Academy», σε σενάριο του Αμερικανού Τζέραρντ Γουέι, τραγουδιστή του συγκροτήματος My Chemical Romance, και σχέδια του Βραζιλιάνου Γκάμπριελ Μπα («Casanova», «Daytripper» κ.ά.), ένα έργο που ο πρώτος κύκλος του («Η Σουίτα της Αποκάλυψης») βραβεύτηκε με Eisner Award ως η «καλύτερη αυτοτελής σειρά» το 2008. Η επιτυχία του πρώτου μέρους οδήγησε σε δύο, έως τώρα, έντυπες συνέχειες με τα «The Umbrella Academy: Dallas» το 2008 και «The Umbrella Academy: Hotel Oblivion» το 2018, ενώ έχει ανακοινωθεί ότι το 2020 θα κυκλοφορήσει και το τέταρτο μέρος. Την πρώτη σεζόν που ξεκίνησε να προβάλλεται στο Netflix τον περασμένο Φεβρουάριο παρακολούθησαν, μέσα σε έναν μήνα, 45 εκατομμύρια συνδρομητές του καναλιού, ενώ τα γυρίσματα της δεύτερης σεζόν έχουν ήδη ξεκινήσει και η σειρά αναμένεται να ολοκληρωθεί και να προβληθεί εντός του 2020. Η ιστορία του πρώτου τόμου (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Helm, σε μια εξαιρετικά προσεγμένη έκδοση, με πρόλογο του Γκραντ Μόρισον, προσχέδια των χαρακτήρων, βιογραφικά στοιχεία, πρόσθετο υλικό με τις σύντομες ιστορίες που προηγήθηκαν του πρώτου τόμου και μετάφραση του Νίκου Καμπουρόπουλου) ξεκινάει ως εξής: «…χωρίς καμία προειδοποίηση και σε μια περίσταση παντελούς σύμπτωσης, σαράντα τρία ασυνήθιστα παιδιά γεννήθηκαν κυρίως από ανύπαντρες γυναίκες που δεν είχαν καν συμπτώματα εγκυμοσύνης, σε φαινομενικά τυχαίες τοποθεσίες σε όλον τον κόσμο. Τα παιδιά είτε εγκαταλείφθηκαν είτε δόθηκαν για υιοθεσία. Αυτά τουλάχιστον που επέζησαν». Ο εξωγήινος δισεκατομμυριούχος σερ Ρέτζιναλντ Χάργκριβς, με το παρατσούκλι «Μονόκλ», αναζητά τα παιδιά και υιοθετεί επτά από αυτά δίνοντάς τους για ονόματα έναν αριθμό από το 1 ως το 7. Όταν οι δημοσιογράφοι τον ρωτούν απορημένοι: «Γιατί υιοθετήσατε αυτά τα επτά παιδιά;» ο μυστηριώδης κροίσος απαντά: «Για να σώσω τον κόσμο, φυσικά». Κι όταν ο «κόσμος» ξαναρωτά: «Από τι;» δεν παίρνει καμία απάντηση. Οι απαντήσεις αρχίζουν να έρχονται από την επόμενη σελίδα. Και δεν είναι εύκολες, καθώς τα ίδια τα παιδιά, με τις αλλόκοτες, συχνά ανεξέλεγκτες δυνάμεις τους και τις τοξικές σχέσεις που έχουν μεταξύ τους αλλά και με τον θετό πατέρα τους, μοιάζουν περισσότερο ως απειλή για τον κόσμο παρά ως σωτήρες του. Φέρνοντας έτσι στον νου τον αμοραλισμό, τον εγωισμό, τα πάθη και τα λάθη των «Watchmen» και το ευρηματικό «Who watches the Watchmen?» που εκφράζουν αγανακτισμένοι πολίτες στο εμβληματικό έργο των Άλαν Μουρ και Ντέιβ Γκίμπονς. Όπως επισημαίνει ο Γκραντ Μόρισον στον πρόλογό του, για να τονίσει την πληθώρα των συναισθημάτων και την πολυδιάστατη προσωπικότητα των πρωταγωνιστών που απέχουν πολύ από τους ατσαλάκωτους και αφοσιωμένους διώκτες του εγκλήματος: «Ο φρέσκος ρυθμός, το χιούμορ και η ευρηματικότητα, οι σαρκαστικές αφηγηματικές στιγμές οι οποίες διασταυρώνονται με τον διάλογο με ένα μαύρο ειρωνικό αποτέλεσμα διαβάζονται σαν το έργο ενός βετεράνου δεξιοτέχνη του είδους. Συνδυασμένη με την ευλύγιστη, αιχμηρή μεγαλοπρέπεια της τέχνης του Γκάμπριελ Μπα, με τις στιβαρές, εκφραστικές γραμμές και τον υποβλητικό χρωματισμό, η ιστορία και οι χαρακτήρες του Τζέραρντ ζωντανεύουν και εκρήγνυνται σελίδα με τη σελίδα, τεύχος με το τεύχος, ξορκίζοντας έναν τελείως συνειδητοποιημένο κόσμο που αρνείται να παραμείνει σιωπηλός ενώ οι ήρωες και οι κακοί βιώνουν προδοσία, σφαγή, ταπείνωση, χαρά, αποτυχία, θλίψη και θάνατο». Στη «Σουίτα της Αποκάλυψης» αλλά και στις συνέχειές της, αυτό αποτελεί και το βασικότερο συστατικό διαφοροποίησης από τη μανιέρα των ηρωισμών και τις μανιχαϊστικές ερμηνείες και προσλήψεις του κόσμου. Ο κόσμος του «The Umbrella Academy» είναι σάρκινος και συναισθηματικός, κρύβει πόνο και απογοήτευση, δεν αποκωδικοποιείται με την εκφορά ενός υπερηρωικού password. Οι χαρακτήρες του παραμένουν αταξινόμητοι στην κλίμακα «καλό – κακό». Είναι εξίσου ικανοί για το καλύτερο αλλά και για το χειρότερο. Και η ερώτηση του τίτλου αυτού του άρθρου δεν μπορεί ποτέ να έχει μια ξεκάθαρη απάντηση. Και το σχετικό link...
  7. Λογοπαίγνια, λακωνικές ατάκες, ανατροπές στο τελευταίο καρέ, σουρεαλισμός και έξυπνα σκίτσα που συνοδεύουν τις λιτές αφηγήσεις. Η συνταγή του τρίτου μέρους των «Comedics» παραμένει αναλλοίωτη και το χιούμορ προκύπτει, όπως πάντα, αβίαστα. Μια μεγάλη κατηγορία των σύγχρονων εναλλακτικών κόμικς, ιδιαίτερα πολλών διαδικτυακών, βασίζονται στο ανατρεπτικό χιούμορ, στο punch line του τελευταίου καρέ που «γκρεμίζει» όλη την προηγούμενη αφήγηση και κάνει τον αναγνώστη-θεατή να την «ξαναδιαβάζει» υπό νέα οπτική και να αναρωτιέται: «Μα καλά, γιατί δεν μπορούσα να το προβλέψω;». Αυτή η εσκεμμένη πρόκληση αμηχανίας και ανοικείωσης στον δέκτη του χιούμορ είναι ένα από τα βασικά συστατικά της σειράς Comedics (εκδόσεις Jemma Press, πρώτη δημοσίευση στην ηλεκτρονική πλατφόρμα socomic.gr) που γράφει ο stand-up κωμικός Διονύσης Ατζαράκης και σχεδιάζει ο Νικόλας Στεφαδούρος (τα σχέδια του πρώτου τόμου υπέγραφε ο Δημήτρης Καμένος και του δεύτερου τόμου οι Γιάννης Γιαγιάς, Δημήτρης Καμένος και Κατερίνα Παππού). Και στον τρίτο τόμο («Comedics Reloaded») οι ιστορίες είναι μονοσέλιδες και φαινομενικά ανεξάρτητες η μια από την άλλη, με διαφορετικούς χαρακτήρες και σε εντελώς διαφορετικά χωροχρονικά περιβάλλοντα που λειτουργούν σαν μια αλυσίδα καταιγιστικά εκφερόμενων μεταμοντέρνων ανέκδοτων, όπως ακριβώς πράττει η πλειονότητα των stand-up κωμικών, αλλά με συνδετικό κρίκο το σουρεαλιστικό χιούμορ και την κατάργηση των νοηματικών συμβάσεων και των αναμενόμενων εξελίξεων. Στο πλαίσιο αυτό μια αθυρόστομη και πολιτικοποιημένη ομιλούσα ζυγαριά δεν ζυγίζει τα λόγια της, η καλτ Κατερίνα Γιουλάκη από το «Ρετιρέ» επαναλαμβάνει την αφόρητα εκνευριστική μανιέρα της, ο Σνομπ Σφουγγαράκης αποπαίρνει και σνομπάρει τον φίλο του, Πάτρικ, και μια ηλεκτρική κουζίνα δέχεται την ευχή να είναι «πολύχρωμη και εντοιχισμένη» χωρίς να αντιλαμβάνεται το χιούμορ. Τα πολλά παραμύθια όπως η Κοκκινοσκουφίτσα και η Σταχτοπούτα που ανατρέπονται και αλλάζουν πλήρως νόημα (οι μπάτσοι όμως που συλλαμβάνουν τον Κακό Λύκο δεν μπορεί παρά να είναι γουρούνια), οι διακειμενικές και διαεικονικές παρωδιακές αναφορές σε κινηματογραφικές ταινίες, σε λογοτεχνικά έργα, σε υπερήρωες των κόμικς, τα λογοπαίγνια ως λεκτικοί πειραματισμοί που αποδεικνύουν ότι μικρές αλλαγές στη γλώσσα προκαλούν ανυπολόγιστες συνέπειες στο νόημα, όλα αυτά μαζί συνθέτουν ένα μωσαϊκό αντισυμβατικών πρακτικών και τεχνικών που αντιστέκεται στην παγίωση και την αποδοχή των καθιερωμένων. Με τον συνήθη και ευφυή τρόπο που μετέρχονται η μεταμοντέρνα παρωδία και πολύ συχνά τα σύγχρονα κόμικς, οι Ατζαράκης και Στεφαδούρος ανασημασιοδοτούν γνωστές αφηγήσεις με στόχο το χιούμορ που προκαλείται από την άρνηση, τη διαστρέβλωση, την τροποποίηση, την ειρωνεία. Ακόμα και τον αναστοχασμό γύρω από τα εργαλεία και τις συμβάσεις του ίδιου του μέσου με παράδειγμα το «γκρέμισμα» του «τέταρτου τοίχου» των καρέ των κόμικς ή τη χρήση των κεφαλαίων γραμμάτων και τις «παρεξηγήσεις» που μπορεί να προκληθούν από την έλλειψη τόνων και την αντικατάστασή τους από ευμεγέθη ψάρια. Όλα αυτά κάνουν ενδιαφέρον το Comedics και οδηγούν σε δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις που μετά το σάστισμα της πρώτης έχουν να πουν ακόμη περισσότερα. Και το σχετικό link...
  8. Το έκαναν για να σβήσουν τα ιταλικά γράμματα από το εξώφυλλο και την κεφάλα του Ρόκι, απλό είναι...
  9. ramirez

    SEXYMAN

    Άλλο ένα τεύχος 0; Γνωρίζουμε ποιος/α το είχε ανεβάσει εξ' αρχάς για να διευκρινιστεί;
  10. Ο σκιτσογράφος Πάνος Ζάχαρης μιλάει στο Gazzetta Weekend Journal για τη νέα του δουλειά, το «Working Dead... and...», η οποία τσακίζει κόκαλα. Το «The Working Dead» αποτελεί μια σειρά που ξεχωρίζει, αντανακλώντας εντυπωσιακά την εποχή που ζούμε, χρησιμοποιώντας το χθες. Το πρώτο ομώνυμο άλμπουμ πήρε δύο σερί βραβεία ως το καλύτερο διαδικτυακό κόμικ στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς και ο δρόμος για το τυπογραφείο ήταν προδιαγεγραμμένος. Ένα άλμπουμ-σφραγίδα των καιρών, το οποίο αγγίζει τόσο τις νεότερες γενιές, όσο και τις παλιότερες. Πλέον, κυκλοφορεί και η συνέχειά του! Ο Πάνος Ζάχαρης «κεντάει» με το πενάκι του, συνδυάζοντας αρμονικά την τεχνική με το χιούμορ, την αντίληψη με την ευφυΐα, την γνώση της ιστορίας με τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα. Οι ιστορίες του, πέραν από την εικόνα ενός τρομερά εμπνευσμένου ανθρώπου που σου δίνουν διαβάζοντάς τες, εντυπωσιάζουν και με το background τους. Οι «Working Dead» του κόμικ ζουν και πέφτουν θύματα εργασιακής εκμετάλλευσης και καταπίεσης σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, δείχνοντας με ανατριχιαστικό και συνάμα χιουμοριστικό τρόπο ότι η σχέση των «πάνω» με τους «κάτω» συνεχίζει να είναι προβληματική. Μολονότι το Working Dead ξεκίνησε ως μια σειρά που είχε στο επίκεντρο τις εργασιακές σχέσεις, το «Working Dead... and...» που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Τόπος διευρύνει τη θεματολογία, αγγίζει ζητήματα όπως ο πόλεμος και η προσφυγιά, διατηρώντας αναλλοίωτο τον χαρακτήρα και την καυστικότητα της ιδέας. Ο Πάνος Ζάχαρης, ο οποίος εργάζεται ως πολιτικός γελοιογράφος εδώ και περίπου 10 χρόνια, σχεδιάζει γι' αυτά που ζει. Δίνει στους ήρωές τους μια βαθιά πολιτική στάση, φροντίζοντας ωστόσο να μην χάσει την έμπνευση, να μην «απονευρώσει» το κόμικ του. Αισθάνεται κομμάτι της κοινωνίας και παίρνει τη δουλειά του πολύ στα σοβαρά. Και το αποτέλεσμα είναι μοναδικό. Συγκλονίζει, καταφέρνοντας παράλληλα να σου ζωγραφίσει ένα χαμόγελο. Με αφορμή τη νέα του δουλειά, ο Πάνος μιλάει στο Gazzetta Weekend Journal για την τέχνη του και τους «εργαζόμενους νεκρούς». Ποιο κόμικ σε σημάδεψε περισσότερο στην παιδική ηλικία και αποφάσισες ότι θέλεις να φτιάξεις το δικό σου; Oι επιρροές μου παραείναι κλασικές και μάλλον mainstream: Αστερίξ, Λούκι Λουκ, Μαφάλντα και Αρκάς (ο παλιός, ο ανορθόδοξος). Παράλληλα διάβαζα πολιτική γελοιογραφία πριν καλά καλά βρεθώ σε θέση να την καταλαβαίνω. Κυρίως Ιωάννου και Στάθη. Σαν παιδάκι δεν σκέφτηκα ποτέ να φτιάξω δικά μου κόμιξ, αλλά με ενθουσίαζε η ιδέα να «ζωγραφίζω και να κοροϊδεύω τους πολιτικούς». Άργησα να ασχοληθώ με τα κόμικς. Στην πραγματικότητα ακόμα τα ανακαλύπτω σαν αναγνώστης και σαν δημιουργός. Πρώτα έγινα «παραδοσιακός» πολιτικός γελοιογράφος και μετά διαπίστωσα ότι το κόμικ στριπ είναι ένα εξαιρετικό μέσο να εκφραστώ. Εκφράζεσαι καλύτερα με τα κείμενα ή τα σκίτσα; Ρίχνω συνειδητά βάρος στο σενάριο και τις λεζάντες. Αντιμετωπίζω το σχέδιο ως την γλώσσα, τον κώδικα μέσα από τον οποίο θα πω αυτό που θέλω. Ακόμα κι όταν κάνω σκίτσα χωρίς λόγια, η ιδέα είναι που θα με παιδέψει. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν απολαμβάνω να σχεδιάζω ή ότι δεν προσπαθώ να βελτιώνομαι σαν σχεδιαστής, ωστόσο πολύ δύσκολα θα έκανα π.χ. σκίτσα σε σενάριο άλλου. Το ανάποδο μου φαίνεται πολύ πιο πιθανό. Το Working Dead ήταν μια πολύ φρέσκια προσπάθεια, άμεσα συνδεδεμένο με την κοινωνία και την σημερινή εργασιακή πραγματικότητα. Είναι για σένα αυτός ο σκοπός της τέχνης σου; Να αφουγκράζεται την κοινωνία και να μιλάς για πράγματα που πραγματικά έχουν σημασία; Το Working Dead ξεκίνησε μετά από μια 10ετία δουλειάς στο Ποντίκι ως μια προσπάθεια να ξεφύγω από την εφήμερη επικαιρότητα της κλασικής πολιτικής γελοιογραφίας και ως μια ανάγκη μου να μιλήσω για το κεντρικό κατά τη γνώμη μου ζήτημα κάθε κοινωνίας διαχρονικά: Τη σχέση κεφαλαίου και εργασίας. Η πρόσφατη Κρίση νομίζω πως μας ανάγκασε όλους να γίνουμε πιο πολιτικοί, να στρέψουμε το βλέμμα από τις λεπτομέρειες στα πιο κεντρικά ζητήματα. Δεν σκιτσάρω για πλάκα, παρότι εκτιμώ αφάνταστα αυτούς που το κάνουν καλά. Δεν «αφουγκράζομαι την κοινωνία», είμαι κομμάτι της. Δουλεύω, αγχώνομαι, ζορίζομαι και θέλω να μιλήσω για όσα ζω, όχι για όσα παρατηρώ. Σκιτσάρω για να πω τη γνώμη μου για όσα συμβαίνουν γύρω μας με όσο το δυνατόν πιο ευχάριστο και εύληπτο τρόπο. Tι μεσολάβησε, στην ψυχή και το μυαλό του καλλιτέχνη, ανάμεσα στο Working Dead και το Working Dead... and...; Πώς αποφάσισες από το πεδίο της εργασίας που ποτέ δεν θα σταματήσει νομίζω να γεννά έμπνευση, να διευρύνεις τον σχολιασμό σου; Δεν υπάρχουν στεγανά ανάμεσα στο Working Dead και στο Working Dead…and… Στην ουσία η ίδια σειρά είναι, άσε που αρκετοί αναγνώστες μάλλον δεν ενδιαφέρονται για τη μετεξέλιξη του τίτλου και έχουν μείνει στον τίτλο Working Dead. Η αλλαγή του τίτλου απλώς σηματοδοτεί τη διεύρυνση της θεματολογίας που προέκυψε μάλλον αυθόρμητα. Καταπιάνομαι πέρα από την εργασιακή κανονικότητα και με στιγμές κορύφωσης της ταξικής πάλης τις οποίες θεωρώ απλώς φυσική συνέχεια αυτής της υποτιθέμενης κανονικότητας. Νομίζω πως το εξώφυλλο σε βάζει στο κλίμα για τα νέα επεισόδια. Μίλησε μου λίγο για αυτούς που βρίσκονται στη βάρκα και παίζουν κορώνα-γράμματα τη ζωή τους. Δεν είναι λίγα τα επεισόδια τα οποία έχουν ως θέμα την προσφυγιά, τη μετανάστευση και τον ξεριζωμό, έμμεσα ή άμεσα. Το άλμπουμ ωστόσο δεν έχει ένα κεντρικό θέμα πέρα από το ίδιο το περιεχόμενο της σειράς. Δεν είναι ένα άλμπουμ για την προσφυγιά, είναι ένα άλμπουμ για την σχέση των «πάνω» και των «κάτω» μέσα στην Ιστορία. Θέλησα απλώς να αφιερώσω το εξώφυλλο στους ξεριζωμένους γιατί θεωρώ την προσφυγιά το σημαντικότερο ως τώρα γεγονός του νεαρού ακόμα αιώνα που διανύουμε και παράλληλα ένα καταλυτικό φαινόμενο διαχρονικά. Άλλαξε τίποτα από τον καιρό που δούλευες το πρώτο άλμπουμ μέχρι το δεύτερο για τους working dead; Η ουσία των όσων ζούμε δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο. Η Κρίση θεωρητικά έφυγε κι αυτό είναι μια αλλαγή. Έμειναν όμως οι συνέπειες της, οι νόμοι που πέρασαν, η ιδεολογική επίθεση που δεχόμαστε οι εργαζόμενοι όλα αυτά τα χρόνια. Αν κάτι άλλωστε επιδιώκω μέσω της σειράς, είναι να αναδείξω τη διαχρονικότητα του ταξικού μπρα ντε φερ ,τόσο σε εποχές ύφεσης, όσο και σε ανάπτυξης. Πιστεύεις πως η τέχνη μπορεί τελικά να διαμορφώσει συνειδήσεις; Η Τέχνη μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση συνειδήσεων, δεν ξέρω όμως αν αυτή η συμβολή είναι καθοριστική. Τη θεωρώ περισσότερο ενισχυτική, επικουρική, χωρίς να υποτιμάω το ρόλο της. Ένας στίχος δεν ρίχνει καθεστώτα, οι άνθρωποι όμως που παλεύουν για την ανατροπή μπορεί να τραγουδάνε έναν στίχο τη στιγμή της εφόδου. Ένα σκίτσο μπορεί να γίνει προκήρυξη, εικονογραφημένο λαβαράκι. Μπορεί να φωτίσει πλευρές, να δώσει κουράγιο, να χαρίσει χαμόγελο. Η συνείδηση όμως διαμορφώνεται στη δουλειά και στον δρόμο. Όπως λένε οι Urban Pulse και οι Κοινοί Θνητοί, δύο εκπληκτικά χιπ χοπ συγκροτήματα «δεν είναι οι στίχοι κύμα, που θα σπάσουν το κρίμα, μα οι καρδιές που τους γράφουν έχουν φωτιάς τμήμα». Θα πρόσθετα και τις καρδιές που τους τραγουδάνε και τους ακούνε. Έχεις κλάψει ποτέ σχεδιάζοντας, λόγω του συμβάντος ή της περίστασης που γέννησε το σκίτσο; Είμαι γενικά πολύ ευσυγκίνητος. Φορτίζομαι πολύ συναισθηματικά όταν κάνω έρευνα για κάποια γελοιογραφία ή κάποιο κόμικ, όταν ανατρέχω σε κάθε είδους πηγές για να δουλέψω. Όσο όμως δουλεύω, αποστασιοποιούμαι σταδιακά. Μόλις κατασταλάξω στην ιδέα και κάνω το προσχέδιο, αφήνω στην άκρη τους συναισθηματισμούς και προσπαθώ να αναμετρηθώ με τα προβλήματα του σχεδίου. Επιτρέπω στον εαυτό μου να αισθανθεί ξανά, αφού τελειώσω. Θυμάμαι κάποιες περιπτώσεις που αυτό δεν λειτούργησε. Δάκρυσα όταν έφτιαχνα ένα επεισόδιο με τους 200 της Καισαριανής βλέποντας παράλληλα -για 3η ή 4η φορά- το Τελευταίο Σημείωμα του Βούλγαρη. Έκλαψα με το βίντεο της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου. Έκλαψα πολύ και ανεξέλεγκτα ακούγοντας τα ηχητικά ντοκουμέντα της δολοφονίας του Φύσσα. Το συγκεκριμένο ηχητικό δεν μπορώ να το ακούσω ξανά. Επειδή στην ουσία όλοι είμαστε Working Dead, πώς ισορροπείς τη δουλειά για ένα άλμπουμ με την καθημερινότητα; Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις να αδειάζεις; Πώς το διαχειρίζεσαι; Αγαπώ πάρα πολύ τη δουλειά μου, κυρίως γιατί μπορώ να εκφράζομαι πολιτικά και συναισθηματικά μέσα από αυτή, χωρίς να περιμένω το διάλειμμα ή το σχόλασμα. Είναι κουραστική, αλλά δεν τολμώ να γκρινιάξω. Θα ήταν πρόκληση απέναντι σε ανθρώπους που κυριολεκτικά λιώνουν σε γραφεία, μαγαζιά και εργοστάσια. Η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίζω πέρα των όσων βιώνει ο κάθε εργαζόμενος, και που αντανακλάται και στην κοινωνική μου ζωή είναι το γεγονός ότι δουλεύω ακόμα και όταν θεωρητικά δε δουλεύω. Δεν έχω ωράριο. Με απασχολεί η επικαιρότητα και επεξεργάζομαι ιδέες μόνιμα με αποτέλεσμα να δυσκολεύομαι να αποφορτιστώ. Νομίζω πως συμβαίνει σε όλους όσοι έκαναν επάγγελμα το χόμπι τους και ίσως ακούγεται ωραίο, αλλά η περιβόητη φράση «βρες μια δουλειά που να σου αρέσει και δεν θα χρειαστεί να ξαναδουλέψεις ποτέ στη ζωή σου» είναι μια μεγαλειώδης μπαρούφα. Έχεις σπουδάσει ιστορία και τα σκίτσα σου έχουν συχνά αναφορές στο παρελθόν, σε πρόσωπα της ιστορίας, καταστάσεις κλπ. Ποια περίοδος σε εμπνέει περισσότερο και ποια προσωπικότητα; Κατά καιρούς ασχολούμαι εντονότερα με συγκεκριμένες περιόδους. Πολλές φορές σχεδόν εμμονικά. Διαβάζω, βλέπω ταινίες, ξαναδιαβάζω και ζαλίζω τους γύρω μου… Επειδή όμως θέλω να υπάρχει εναλλαγή στα στριπάκια μου, συνήθως αποθηκεύω ιδέες και τις ανασύρω αργότερα. Υπάρχουν ωστόσο περίοδοι που έχω μελετήσει περισσότερο και θεωρώ ενδιαφέρουσες και ιστορικά ελκυστικές, όπως ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Αποικισμός της Αμερικής. Στα σκίτσα μου αποφεύγω να εμφανίζω ξανά και ξανά τις ίδιες προσωπικότητες. Συνήθως μια φορά αρκεί και πάντα προσπαθώ να εντάσσω τον άνθρωπο στην εποχή του. Δεν ζωγραφίζω υπερήρωες. Αν έπρεπε να αναφέρω κάποιους που έχω σκιτσάρει με αγάπη και θαυμασμό θα έλεγα ενδεικτικά τον ηγέτη των Γερμανών χωρικών Τόμας Μίντσερ, τη Ρόζα Παρκς και τον Φιντέλ. Ποια ιστορία του Working Dead θα ταίριαζε περισσότερο στο ελληνικό ποδόσφαιρο; Να διευκρινίσω ότι είμαι καθαρόαιμος μπασκετικός, κατανοώ και υποκλίνομαι όμως στη δημοφιλία του ποδοσφαίρου και στη δύναμη της. Έχω κάνει δύο καθαρά ποδοσφαιρικά επεισοδιάκια. Στο ένα ο οπαδός ταυτίζεται με τον εργοδότη-ιδιοκτήτη της ομάδας, παρότι πεινάει και υποφέρει εξαιτίας του και στο άλλο Πράσινοι και Βένετοι αφήνουν στην άκρη τα οπαδικά και ξεκινούν τη στάση του Νίκα. Και τα δυο είναι στο πρώτο βιβλίο της σειράς και τα θεωρώ πολύ ταιριαστά στο ποδοσφαιρικό-οπαδικό μας σήμερα. Ανατριχιάζεις όταν ακούς ή βιώνεις ιστορίες που παραπέμπουν στα σκίτσα σου; Ανατριχιάζω όταν βλέπω ιστορίες που εκτυλίσσονται στο σήμερα αλλά τα σενάρια τους έχουν γραφτεί στις πιο σκοτεινές περιόδους της Ιστορίας. Απογοητεύομαι επίσης όταν διαπιστώνω πως η πραγματικότητα έχει περισσότερο χιούμορ και φαντασία από εμένα. Το μήνυμα της υπουργού Παιδείας για την 28η Οκτωβρίου είναι ένα εξαιρετικό σενάριο για κόμικ, που δεν χρειάζεται παρεμβάσεις. Ή για παράδειγμα πως είναι δυνατόν να σατιρίσεις τον Τραμπ, περισσότερο απ’ ότι ο ίδιος; Σε έχει βρίσει κανείς που να βρήκε τον εαυτό του στις ιστορίες σου; Πλέον τις αντιδράσεις τις βλέπεις κυρίως μέσω των social media. Έχω λάβει αρνητικές κριτικές, οριακά υβριστικές, κυρίως όσες φορές έχω επιχειρήσει να αποδημήσω κάποιον ελληνικό ή χριστιανικό «μύθο». Θυμάμαι ενδεικτικά μια ιστορία για την μετανάστευση των Ιωνικών φύλων και τον… αποπελασγισμό της -τότε- χώρας, και μια ιστορία για την άλωση της Άκρα από τους Σταυροφόρους που έλαβε σχόλια του τύπου «ναι, αλλά για τους ισλαμιστές δε λες τίποτα». Με έχουν πει ανιστόρητο ακροαριστερό χωρίς χιούμορ, προπαγανδιστή. Και βεβαίως αντισημίτη, όπως συμβαίνει με κάθε σκιτσογράφο που αποφασίσει να καυτηριάσει την πολιτική του Κράτους του Ισραήλ απέναντι στους Παλαιστίνιους. Γενικά όμως ξέρω σε ποιους αναγνώστες απευθύνομαι και νομίζω ότι όσοι έχουν επιλέξει να με παρακολουθούν ξέρουν καλά τι χρώμα έχουν τα «γυαλιά» μέσα από τα οποία διαβάζω την ιστορία, οπότε συνήθως η ζωντανή ή η ψηφιακή κουβέντα είναι σε πολύ καλό και ενθαρρυντικό για μένα κλίμα. Έχεις υποστεί λογοκρισία ή αυτολογοκρισία; Πώς ανταποκρίνεσαι αν σου συμβεί; Στα 10 χρόνια που εργάζομαι στο Ποντίκι δεν έχω υποστεί λογοκρισία. Μπορώ να πω πως δεν έχω καν δεχτεί παρατηρήσεις, πέρα από κάποιες επουσιώδεις αλλαγές σε φωτομοντάζ που κάνω και που έχουν «την υπογραφή» της εφημερίδας. Αυτό είναι κάτι το οποίο εκτιμώ πολύ, είναι οξυγόνο για έναν σκιτσογράφο. Το ίδιο ισχύει και για την Εφημερίδα των Συντακτών και το SoComic όπου δημοσιεύονται τα κόμικ μου. Αν μου συνέβαινε θα αντιδρούσα ανάλογα με το που θα στόχευε η λογοκρισία. Αν αφορούσε μια λεπτομέρεια ή κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει νομικό ζήτημα ενδεχομένως να το συζήταγα, αν όμως άγγιζε τον πυρήνα της ιδέας ή της άποψης μου θα υπήρχε σοβαρό πρόβλημα στη σχέση μου με το Μέσο. Έχω αυτολογοκριθεί πολλές φορές. Πάντα όταν ξεκινάω να δουλέψω προσπαθώ να βρω τρόπο να εκφράσω ανόθευτη την άποψη μου για ένα θέμα, χωρίς όμως να χτυπήσω κάποιον άνθρωπο ή κάποια ομάδα κάτω από τη ζώνη. Πολλές φορές φορές η αρχική σκέψη αλλάζει σε αυτή την κατεύθυνση. Ας πούμε της… διατύπωσης. Επίσης πάντα παίρνω υπόψη το κοινό όπου απευθύνομαι. Π.χ. το Working Dead θέλω να είναι -λέμε τώρα- κατάλληλο, και για πιο μικρές ηλικίες, όχι μόνο γιατί δημοσιεύεται σε site της Σοκοφρέτας ΙΟΝ, αλλά και γιατί έχω διαπιστώσει με χαρά πως πολλοί γονείς το διαβάζουν με τα πιτσιρίκια τους. Τα Social Media βοηθούν ή περιορίζουν τον καλλιτέχνη; Είμαι πολύ ενεργός χρήστης, κυρίως του facebook και οφείλω να παραδεχτώ ότι με έχει βοηθήσει τόσο στο να ενημερώνομαι γρήγορα όσο και στο να διαδίδω τη δουλειά μου και τη γενικότερη οπτική μου για τα πράγματα. Έχω δημιουργήσει σχέσεις, όχι μόνο μεταξύ δημιουργού και αναγνώστη, αλλά ακόμα και φιλίες στην «κανονική ζωή». Πολλές φορές νιώθω να ασφυκτιώ με την ατζέντα των social media. Όλοι ασχολούμαστε με ένα θέμα για 2 ή 3 μέρες αναμασώντας πολλές φορές τα ίδια επιχειρήματα και τίποτε άλλο δεν μπορεί να αναδειχτεί ακόμα κι αν είναι απείρως σοβαρότερο. Στη συνέχεια ως δια μαγείας ξεχνιέται. Δεν βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω από αυτή τη διαδικασία η οποία σαν δημιουργό όμως με δυσκολεύει αφού νιώθω πολλές φορές «υποχρεωμένος» να μιλήσω για το θέμα που παίζει, ακόμα κι αν στη δική μου ιεράρχηση δεν είναι το βασικό. Θα έχει συνέχεια το Working Dead; Ξεκίνησα τη σειρά το καλοκαίρι του 2016 με τέσσερα έτοιμα επεισόδια, δυο προσχέδια της κακιάς ώρας και ένα απίστευτο άγχος για πόσες βδομάδες μπορεί να συνεχιστεί το συγκεκριμένο κόνσεπτ. Πλέον είμαστε στα 170 περίπου επεισόδια και παρότι το άγχος αυτό παραμένει, η σκέψη να το σταματήσω με αγχώνει πολύ περισσότερο. Η συγκεκριμένη ιδέα, ένα εβδομαδιαίο ιστορικό πολιτικό στριπάκι, είναι πολύ κοντά σε αυτό που πάντα ήθελα να κάνω σαν σκιτσογράφος. Είναι απαιτητικό και χρονοβόρο, αλλά με έχει «ανταμείψει» σε πολλά διαφορετικά επίπεδα. Θα το συνεχίσω για όσο η ανταπόκριση είναι θετική και για όσο νιώθω πως έχω καινούρια πράγματα να πω, χωρίς να επαναλαμβάνομαι ή να κάνω εκπτώσεις στην ποιότητα της δουλειάς μου μόνο και μόνο για να το διατηρήσω ζωντανό. Διλήμματα Λούκι Λουκ ή Αστερίξ; Λούκι Λουκ, παραδόξως, διότι λατρεύω την αμερικάνικη ιστορία. V for Vendetta ή The Watchmen; V fot Vendetta. Marvel ή DC; Marvel. Λε Μπρον ή Τζορνταν; ΛεΜπρον. Μέσι ή Μαραντόνα; Μαραντόνα. Τo Working Dead...and... κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος. Και το σχετικό link...
  11. Ναι, ήταν παλιότερα. Αυτό είναι μόλις το 2ο στριπάκι που φτιάχνει για το nerdcult...
  12. Καταξιωμένοι σκιτσογράφοι, 14 στον αριθμό, με... όπλο το πενάκι τους, τεκμήρια και ιστορικά δεδομένα, έγραψαν τις δικές τους, σκληρές ιστορίες για την Αθήνα της περιόδου 1941-1944. Πείνα, κακουχίες, δολοφονίες, τρομοκρατία και μια απίστευτη σκληρότητα. Έτσι έζησε τη γερμανική κατοχή η Αθήνα (1941-1944), ενώ είναι ενδεικτικό πως στον λιμό του χειμώνα 1941-1942 πέθαιναν καθημερινά περίπου 700 άτομα. Εικόνες της πρωτοφανούς αγριότητας που στοίχειωσαν την συλλογή μνήμη, αλλά και καθημερινές στιγμές, με τη ζωή να συνεχίζεται σε πολλά σπίτια, καταγράφει μια ειδική έκδοση, που αποτελεί την πρώτη με ιστορίες της Κατοχής σε κόμικ. Δεκατέσσερις καταξιωμένοι comic artists, χρησιμοποιώντας τεκμήρια και ιστορικά δεδομένα, δημιούργησαν τις δικές τους σκληρές ιστορίες, κάποιες από τις οποίες είναι βασισμένες σε ντοκουμέντα, κάποιες άλλες σε προσωπικές μαρτυρίες και κάποιες μυθοπλαστικές, όλες όμως αφορούν την Αθήνα κατά την ταραγμένη περίοδο της ναζιστικής Κατοχής. "Πουθενά", Λέανδρος «Στόχος μας δεν ήταν να παρουσιάσουμε ένα ηρωικό πρότυπο. Η Αθήνα την περίοδο εκείνη δεν ήταν μόνο αντάρτες και δοσίλογοι, αντιστασιακοί και μαυραγορίτες, η ζωή δεν ήταν άσπρο-μαύρο. Η κοινωνία έχασε ένα μεγάλο μέρος από τον συνεκτικό της ιστό, αλλά η καθημερινότητα συνεχιζόταν στις γειτονιές και μέσα στα σπίτια. Θέλαμε να κάνουμε ένα πάντρεμα της ιστορίας και της δημόσιας ιστορίας, με εικόνες και λόγια που συγκινούν μέχρι σήμερα», λέει στο «Έθνος της Κυριακής», ο ιστορικός τέχνης και διδάσκων το μάθημα Ιστορία των Κόμικ στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, Γιάννης Κουκουλάς, ο οποίος επιμελήθηκε την έκδοση μαζί με τον ιστορικό, Μενέλαο Χαραλαμπίδη. Το βιβλίο έχει τίτλο «Ένα γλυκό ξημέρωμα», δανειζόμενο το αγραμμοφώνητο ρεμπέτικο τραγούδι του ΕΛΑΣίτη λοχαγού, Νίκου Δημόπουλου ή Τούντα, που αφορά το μπλόκο της Κοκκινιάς. Ο Τούντας δολοφονήθηκε λίγες μέρες μετά την τραγωδία της Νίκαιας και κανείς δεν γνωρίζει την μουσική που «έντυνε» τους στίχους του. «Ένα πρωί ξημέρωμα, δεκαεφτά Αυγούστου, οι Γερμανοί μας σκότωσαν, έτσι για χάρη γούστου», ειρωνεύονταν στο «Ένα γλυκό ξημέρωμα». "Σκιές στο μνημείο", Σπύρος Δερβενιώτης Με τον ίδιο τίτλο παρουσιάστηκε και η έκθεση με τις ιστορίες της κατοχικής Αθήνας, οι οποίες εδώ και έναν μήνα κυκλοφορούν σε έντυπη έκδοση από την Jemma Press και θα παρουσιαστούν σε περίπου έναν μήνα στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της 18ης Έκθεσης Κόμικς και Επιτραπέζιων Παιχνιδιών, που θα γίνει στην Αποθήκη Γ΄ στο λιμάνι. Η έκδοση αυτή διατηρεί την μνήμη μέσω της τέχνης των κόμικς απέναντι στο διαχρονικά απάνθρωπο πρόσωπο του ναζισμού. Η αποτροπή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον στηρίζεται στη γνώση της ιστορίας και των γεγονότων. «Όλοι οι comic artists έχουν ως σημείο αναφοράς την ίδια χρονική περίοδο, την ίδια πόλη, την ίδια συνθήκη. Αλλά καθένας τους δημιουργεί μια διαφορετική ιστορία, εξίσου συναρπαστική», δηλώνει ο κ. Κουκουλάς, προσθέτοντας ότι οι σκοτσογράφοι παρακολούθησαν σεμινάρια, workshops και είδαν πλούσιο αρχειακό υλικό πριν σχεδιάσουν το κείμενό τους. "Ο τερματοφύλακας", Γιώργος Γούσης Μια από τις πιο χαρακτηριστικές ιστορίες είναι αυτή του Σπύρου Δερβενιώτη, που έχει τίτλο «Σκιές στο Μνημείο» και αφορά στην ηρωική πράξη δύο νέων φοιτητών, του Μανόλη Γλέζου και του Απόστολου (Λάκη) Σάντα, που ανέβηκαν στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης και κατέβασαν την σβάστικα από τον Παρθενώνα, την νύχτα της 30ης προς 31η Μαΐου 1941, χωρίς να λείπει η αντιπαραβολή με τους σύγχρονους εκφραστές της φασιστικής ιδεολογίας στην Ελλάδα και το ναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής. Ο Πέτρος Ζερβός, ένας από τους πολύ γνωστούς σκιτσογράφους της χώρας, γράφει την ιστορία της ανατίναξης των γραφείων της ελληνικής ναζιστικής οργάνωσης ΕΣΠΟ, τον Σεπτέμβριο του 1942, στην πλατεία Κάνιγγος. Την ανατίναξη οργάνωσαν και εκτέλεσαν στελέχη της αντιστασιακής οργάνωσης ΠΕΑΝ και το εγχείρημά τους είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθούν περίπου 30 μέλη της ΕΣΠΟ, ανάμεσά τους και ο αρχηγός της, φιλοναζιστής γιατρός, Σπύρος Στεροδήμος. Οι Γερμανοί κατάφεραν να συλλάβουν τα τέσσερα μέλη της οργάνωσης ΠΕΑΝ που ήταν παρόντα, και ο επικεφαλής τους, αξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας, Κωνσταντίνος Περρίκος εκτελέστηκε στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, ενώ η νεαρή δασκάλα Ιουλία Μπίμπα μεταφέρθηκε, μετά από φρικτά βασανιστήρια που υπέστη, σε στρατόπεδο της Γερμανίας, όπου αποκεφαλίστηκε. Ο Ζερβός σκιτσάρει όλη την ιστορία έγχρωμη και αφήνει ασπρόμαυρη την τελευταία σκηνή, αυτή του αποκεφαλισμού της Μπίμπα. "Φιλί", Πέτρος Ζερβός Ο πολυβραβευμένος, Τάσος Μαραγκός, μελέτησε μια φωτογραφία εποχής από την οδό Σταδίου, που δείχνει ένα μικρό κορίτσι νεκρό με κομμένο το ένα του πόδι. Υπάρχει ένα προηγούμενο στιγμιότυπο από το σημείο που δείχνει το ίδιο κορίτσι αρτιμελές και ένα τραβηγμένο σενάριο -παρότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να το επιβεβαιώνουν- θέλει κάποιους να έκοψαν το πόδι του παιδιού για να το… καταναλώσουν. Αυτή η εκδοχή, που ωστόσο είναι ακραία, περνά μέσα από την ιστορία του Τάσου Μαραγκού, στην οποία μια ομάδα αντιστασιακών εισβάλλουν στην κατοικία ενός Έλληνα δοσίλογου που γευματίζει με τον Γερμανό συνεργάτη του και τους δολοφονούν, ενώ διαπιστώνουν ότι το γεύμα τους αποτελείται από… ανθρώπινα μέλη. "Σουλτς και Σαχτ", Soloup Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι και οι άλλες ιστορίες που τις γράφουν οι: Τόμεκ Γιοβάνης, Γιώργος Γούσης, Δημήτρης Καμένος, Λέανδρος, Θόδωρος Μπαργιώτας, Soloup, Αλέξια Οθωναίου, Αλέκος Παπαδάτος, Θανάσης Πέτρου, Γιώργος Φαραζής, Πέτρος Χριστούλιας. «Πρόκειται για ένα σπουδαίο υλικό, μια ανθολογία ιστοριών κόμικ υψηλής ποιότητας και μοναδική περίπτωση τέτοιας θεματικής σε όλο τον κόσμο», σημειώνει ο κ. Κουκουλάς, προσθέτοντας πως ήδη συζητιέται η μετάφραση του βιβλίου και η κυκλοφορία του σε ευρωπαϊκές χώρες - αργότερα και στην Γερμανία. Και το σχετικό link...
  13. Οι ταινίες, οι επισκέπτες, τα στιγμιότυπα και οι προσωπικότητες του σινεμά, διατρέχουν την έκδοση που είναι αφιερωμένη στα 60 χρόνια της διοργάνωσης. Ο Σωτήρης είναι ένας σκηνοθέτης που φτάνει στο peak της δημιουργικότητάς του αποσπώντας το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, αλλά μετά πέφτει σε τέλμα και όλες οι προσπάθειές του για να βγει μπροστά, δεν έχουν αποτέλεσμα. Η Ντάρια είναι μια νέα, σχετικά άσημη δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου που καλύπτει το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, η καριέρα της εκτοξεύεται και φτάνει κάποια στιγμή να γίνει διευθύντρια της διοργάνωσης. Οι δυο τους συναντιούνται ένα φθινοπωρινό απόγευμα στη Θεσσαλονίκη, γνωρίζονται, ερωτεύονται, ζουν το πάθος στην πόλη, μετά η σχέση τους περνάει κρίση, χωρίζουν και στο τέλος…τι; Η ερωτική ιστορία του Σωτήρη και της Ντάρια, μπλέκεται με εκείνη του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, καθώς κινούνται αγαπιούνται μεγαλώνουν σε τρεις εποχές του θεσμού: στο παρόν, στο παρελθόν και στο μέλλον του. Με αυτή την ερωτική ιστορία, την οποία μετέφεραν στο χαρτί μέσα από ένα εξαιρετικό κόμικ τρεις comic artists, οι Γιώργος Γούσης, Παναγιώτης Πανταζής και Γεωργία Ζάχαρη, γιορτάζει τα 60χρονά του το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το κόμικ που έχει τον τίτλο «Φεστιβάλ» είναι μια καλαίσθητη έκδοση 180 σελίδων, με σκληρό εξώφυλλο που θα πουλιέται τις ημέρες του Φεστιβάλ, δηλαδή από τις 31 Οκτωβρίου ως τις 10 Νοεμβρίου στους χώρους του και στη συνέχεια σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία. Την σχέση του Σωτήρη και της Ντάρια, κατευθύνουν και σχολιάζουν, άχρονα, άνθρωποι που μέσα στις δεκαετίες του Φεστιβάλ έχουν δουλέψει γι΄αυτό ή του έχουν προσφέρει και κείμενά τους. Ο αείμνηστος Θόδωρος Αγγελόπουλος δεν θα μπορούσε παρά να είναι ο εαυτός του, αλλά ο Αμερικανός σκηνοθέτης, Τζιμ Τζάρμους, για πολλούς ίσως ο ιδανικός εκφραστής του ανεξάρτητου σινεμά και πάντως σίγουρα μια από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες του παγκόσμιου σινεμά, ξαφνιάζει ευχάριστα στο ρόλο ενός…τεχνίτη μπουγάτσας. Ο Τζάρμους βρέθηκε το 2013 στη Θεσσαλονίκη -ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα-, στο 54ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης με αφορμή την προβολή της ταινίας του «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί» και ασφαλώς γεύτηκε τις μπουγάτσες Θεσσαλονίκης, ενώ σίγουρα θα απολαύσει το εικονογραφικό αποτέλεσμα - η έκδοση κυκλοφορεί και στα αγγλικά. Ο Σταύρος Τσιώλης που έφυγε πριν λίγους μήνες από τη ζωή, γνωστός και για την τριλογία «Γυναίκες» στο κόμικ έχει τον ρόλο ενός… περιπτερά και γνωρίζει πως η ηρωίδα που τον πλησιάζει για να πάρει καπνό κάνει προσπάθεια να κόψει το κάπνισμα. «Βρε μαναράκι μου, αφού το έκοψες το άτιμο πριν πεντακόσιες δύο μέρες», της λέει, ενώ γοητευτικός και αινιγματικός στέκεται σε έναν σταθμό τρένων ο Νίκος Νικολαΐδης. Στην ιστορία παρεμβαίνουν ακόμη αστέρες του ελληνικού σινεμά όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη και ο Θανάσης Βέγγος, αλλά και ο Νίκος Κούνδουρος, ο διάσημος Ιταλός συνθέτης, Νάνι Μορέτι και πολλοί άλλοι. «Ήταν σχεδόν επιβεβλημένο στο μυαλό όλων μας να κάνουμε μια επετειακή έκδοση για τα 60 χρόνια του φεστιβάλ, αλλά θέλαμε να είναι κάτι περισσότερο από μια απαρίθμηση ταινιών, επισκεπτών, στιγμιότυπων, αριθμών», λέει στο «Έθνος της Κυριακής», ο υπεύθυνος προγράμματος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Κρασσακόπουλος και προσθέτει: «οπότε αναζητούσαμε έναν τρόπο να συλλάβουμε κάτι από την αίσθηση και την εμπειρία του φεστιβάλ, την σχέση του με την πόλη, τους δημιουργούς, το κοινό και η ιδέα για ένα κόμικ έμοιαζε ιδανική. Σαν μια "ταινία σε χαρτί" που χωράει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του Φεστιβάλ, τους ανθρώπους και τις ταινίες που το καθόρισαν και κυρίως όλα όσα δεν μπορούν να μετρηθούν και να κατηγοριοποιηθούν σε μια τυπική αναδρομή στην ιστορία του, γιατί καταγράφονται κυρίως στην καρδιά των όσων το ζουν κάθε χρόνο». Η ομάδα εργασίας των comic artists Οι άνθρωποι του Φεστιβάλ απευθύνθηκαν τον περασμένο Απρίλιο στον Γιώργο Γούση, έναν comic artist που έχει συνεργαστεί ως εικονογράφος και δημιουργός κόμικ με την πλειονότητα των εντύπων και των εκδοτικών οίκων της Ελλάδας. Ο 33χρονος καλλιτέχνης, απέσπασε τον Σεπτέμβριο το Βραβείο Β΄ Καλύτερης Ταινίας για την μικρού μήκους ταινία του «Χειροπαλαιστής», στις Νύχτες Πρεμιέρας 2019, το οποίο και μοιράστηκε -όταν το παρέλαβε- με τον Γιώργο Κουτσαλιάρη, τον οποίο αποκάλεσε ως «συν-σκηνοθέτη». «Η πρόταση ήταν ενδιαφέρουσα και τιμητική, αλλά ο χρόνος πίεζε και η πρώτη μου σκέψη ήταν πως έπρεπε να συγκροτηθεί μια ομάδα», μας λέει ο Γιώργος Γούσης. Η ομάδα απαρτίζονταν από τον 27χρονο Παναγιώτη Πανταζή που έχει κυκλοφορήσει από το 2011 πάνω από 400 online comic strips σε σειρές, ενώ η πιο πρόσφατη κυκλοφορία του είναι «Τα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα σε σενάριο του Γιάννη Ράγκου, από τις εκδόσεις Polaris. Μαζί τους και η 25χρονη απόφοιτος της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, Γεωργία Ζάχαρη, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο των κόμικ από το 2017, ενώ το 2018 απέσπασε το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Καλλιτέχνης στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς. Στην πρώτη τους κιόλας συνάντηση οι τρεις comic artists συμφώνησαν ότι το Φεστιβάλ Κινηματογράφου κάνει παρέμβαση στη ζωή κάποιων ανθρώπων, οπότε η υπόθεση έπρεπε να έχει ως βάση μια ερωτική ιστορία δύο ανθρώπων που συμμετέχουν σε αυτό, σε μια αναδρομή για μεγάλο χρονικό διάστημα. «Παρατηρούμε την εξέλιξη μιας σχέσης 15-20 χρόνων, σε τρία φεστιβάλ. Η Θεσσαλονίκη πρωταγωνιστεί έντονα, φαίνεται ο χαρακτήρας της, κάποια τοπόσημα, στοιχεία που την αναδεικνύουν και το αποτέλεσμα είναι πολύ… φεστιβαλικό», δηλώνει ο Γ. Γούσης και χαρακτηρίζει το έργο «αστείο, αλλά και συγκινητικό». Το κόμικ διατρέχει τους ανθρώπους, του Φεστιβάλ, τα τοπία της πόλης, την οργάνωση του θεσμού, την τέχνη που εμπνέεται από την εικόνα και τον ήχο. Αλλά το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης δεν είναι μόνο οι ταινίες: είναι οι μέρες και οι νύχτες, οι σκοτεινές αίθουσες, τα φωτεινά πρωινά στη θάλασσα και η κοσμοσυρροή στα μπαρ, οι γνωριμίες, οι συνεργασίες και οι συμπαραγωγές, οι συζητήσεις για το τι επιφυλάσσει το μέλλον. Στρέφοντας το βλέμμα ταυτόχρονα προς το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και τιμώντας μια τέχνη που εμπνέεται από την εικόνα, την ιστορία και τους ήρωες, όπως κάνει και το ίδιο το σινεμά, το Φεστιβάλ θα παρουσιάσει σε λίγες μέρες το… Φεστιβάλ, ένα κόμικ φτιαγμένο από νέους δημιουργούς, μπολιασμένο από όλους του παλιότερους. «Όποιος επισκέπτεται το Φεστιβάλ και συμμετέχει σε αυτό είτε ως θεατής, ως σκηνοθέτης, ως κριτικός, ως παραγωγός, θα αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα στο κόμικ. Αλλά κι όποιος δεν έχει σχέση με την διοργάνωση, θα το ευχαριστηθεί. Πιστεύω ότι και οι δυο θα το διαβάσουν και του χρόνου, αλλά και μετά από χρόνια. Γιατί δεν είναι μια απλή αναδρομή, δεν είναι ένα ιστορικό κείμενο, είναι μια ωραία ιστορία που τα συνδυάζει όλα», εξηγεί ο Γ. Γούσης. Και το σχετικό link...
  14. 480.000 θάνατοι ετησίως στις ΗΠΑ από το τσιγάρο (νο 1 αιτία θανάτου στη χώρα). 88.000 θάνατοι ετησίως στις ΗΠΑ από το αλκοόλ (νο 3 αιτία θανάτου στη χώρα). Δεν βρήκα πουθενά αντίστοιχη λίστα από κρατική υπηρεσία (υπογραμμίζω το κρατική) για θανάτους ανά έτος από χρήση κάνναβης. Αντιθέτως το Εθνικό Κέντρο Πληροφοριών Βιοτεχνολογίας συμπεραίνει πως δεν υπάρχουν στοιχεία ικανά να συνδέσουν τη χρήση κάνναβης με θανάτους (CONCLUSION 9-1 There is insufficient evidence to support or refute a statistical association between self-reported cannabis use and all-cause mortality). Αν υπάρχει κάπου αποτέλεσμα μελέτης από άλλη κρατική υπηρεσία ή υπηρεσία άλλης χώρας ας μπει ένα link. Κρατικής πάντα και όχι κάποιου ιδρύματος που μπορεί να "αγοράσει" μια έρευνα και να βγάλει τα συμπεράσματα που θέλει να προωθήσει. Αλλά και βάση της κοινής λογικής, πόσες φορές έχετε ακούσει/διαβάσει και θα ακούσετε/διαβάσετε και στο μέλλον τις φράσεις "μεθυσμένος οδηγός παρέσυρε και σκότωσε", "δυστύχημα λόγω μέθης", "θάνατοι από καρκίνο/λευχαιμία σε καπνιστές" κλπ; Και πόσες φορές έχετε ακούσει/διαβάσει "πρόκληση δυστυχήματος λόγω υπερβολικής χρήσης κάνναβης", "μαστούρης εν εξάλλω έδειρε τη γυναίκα του και τα παιδιά του" κλπ; Σαφώς και η υπερβολική χρήση κάνναβης μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στην υγεία, το ίδιο και το υπερβολικό φαγητό όμως. Και λόγω προσωπικής εμπειρίας μια που στον Έβρο που υπηρέτησα κυκλοφορούσε πολύ "μαύρο", ούτε σημάδια παράνοιας επέδειξε κανείς ούτε δολοφονικής διάθεσης (παρά τα όπλα που είχαμε), ούτε προχώρησε κανείς στην πρέζα αλλά και ούτε εξελίχθηκε κανείς σε χρόνιο μαστούρη μετά τη θητεία του. Το κάπνισμα ωστόσο αν το αρχίσεις δύσκολα το κόβεις...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.