Jump to content

ramirez

Members
  • Content Count

    3,464
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    7
  • Points

    3,880 [ Donate ]

ramirez last won the day on July 29 2018

ramirez had the most liked content!

Community Reputation

27,135 Excellent

2 Followers

About ramirez

  • Rank
    WHAT ? ME WORRY ?
  • Birthday November 28

Contact Methods

  • Website URL
    http://

Profile Information

  • Gender
    Male
  • Country
    Greece

Recent Profile Visitors

1,715 profile views
  1. Από τη σημερινή εφημερίδα Documento. Υποθέτω πως κάποιος Ντισνεϋκός θα την αγοράσει για να σκανάρει το σχετικό άρθρο...
  2. ramirez

    ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ [ (1944-2019) ]

    Άρθρο του Στάθη στο Ποντίκι στις 16/5/19. Γιάννης Ιωάννου: Μας άφησε πλουσιότερους Η παρακαταθήκη του Γιάννη Ιωάννου στους νεότερους γελοιογράφους Ο Γιάννης Ιωάννου έφυγε, αλλά δεν μας «φτώχυνε», όπως συνηθίζεται να λέμε σε τέτοιες περιστάσεις. Έφυγε και κατάφερε να μας αφήσει κατά πολύ πλουσιότερους με τη δύναμη της σκέψης του, με τα ανατρεπτικά και εύστοχα σκίτσα του, με την κληρονομιά του καλλιτεχνικού του έργου. Η θλίψη μεγάλη από εμάς τους συναδέλφους του, από τους αναγνώστες που πρόσμεναν την ώρα που θα άνοιγαν την εφημερίδα και θα έτρεχαν να διαβάσουν τη νέα του γελοιογραφία, το καινούργιο του πολιτικό κόμικς. Η θλίψη μεγαλύτερη για τους ανθρώπους που τον έζησαν και τον συναναστράφηκαν. Έναν κιμπάρη, λιγομίλητο τύπο, που έκρυβε – όπως διαπιστώναμε όλοι διαβάζοντας τις γελοιογραφίες του – μια σκέψη ανατρεπτική, με σαρκαστικό, εύστοχο χιούμορ, ανήσυχο, κριτικό πνεύμα και πολιτική διαύγεια. Ο Ιωάννου άνοιξε καινούργιο δρόμο στη γελοιογραφία της μεταπολίτευσης. Μαζί με τον άλλο Γιάννη, τον Καλαϊτζή, διαμόρφωσαν σταδιακά ένα διαφορετικό, ευδιάκριτο γελοιογραφικό ύφος, αυτό που ονόμαζε ο δεύτερος ως «Νέα Πολιτική Γελοιογραφία». Μια γραφή και έναν σχεδιαστικό σχολιασμό που ακολουθήσαμε, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, όλοι σχεδόν οι νεότεροι γελοιογράφοι. Ο Γιάννης Ιωάννου αρχικά σπούδασε αρχιτεκτονική στο ΑΠΘ και στη συνέχεια πολεοδομία στο Παρίσι. Εκεί προφανώς είχε την τύχη να γνωρίσει σε πρώτο χρόνο τις ανατρεπτικές γελοιογραφίες και τα αντισυμβατικά κόμικς στη μετά τον Μάη του ’68 Γαλλία. Στην Ελλάδα άρχισε να φτιάχνει τις γελοιογραφίες του το 1975. Εργάστηκε με επιτυχία σε μια σειρά από σημαντικά έντυπα: «Βήμα», «Αντί», «Ποντίκι», «Σχολιαστής», «Πρώτη», «Ελευθεροτυπία», «Ταχυδρόμος», «Έθνος», «Γαλέρα», «Athens Voice», «Εφημερίδα των Συντακτών». Ο «Τρίτος Δρόμος» προς την καταξίωση Εκτός όμως από τις αυτοτελείς γελοιογραφικές λεζάντες, ο Γιάννης προχώρησε παραπέρα. Πάντρεψε τον γελοιογραφικό λόγο με την αφήγηση των κόμικς και μας έδωσε έτσι μια σειρά ιδιαίτερα δημοφιλών πολιτικοποιημένων κόμικς – κάτι που προηγουμένως είχε επιχειρήσει με επιτυχία μόνο ο ΚΥΡ. Ο «Τρίτος Δρόμος» και ο «Ευρωπαίος» είναι κάποια από τα πλέον σημαντικά εικονογραφηγήματα, όχι μόνο για τη δική του δουλειά, αλλά και γενικότερα για την εξέλιξη της γελοιογραφίας και των κόμικς στην Ελλάδα. Ο «Τρίτος Δρόμος» μάλιστα εμφανίζεται στο δικό μας «Ποντίκι», στο φύλλο υπ’ αριθμόν 142 (25 Φεβρουαρίου 1982). Ο ερχομός του σκιτσογράφου είναι γεγονός. Μια γελοιογραφία του στο πρωτοσέλιδο συνοδεύεται από τη λεζάντα: «Δεν είναι αντιγραφή. Ο Γιάννης Ιωάννου είναι από σήμερα μαζί μας», ενώ τα πρώτα δείγματα του «Τρίτου Δρόμου» εμφανίζονται στις σελίδες 10 και 11 με τη μορφή strip. Από το επόμενο φύλλο (#143) το θρυλικό κόμικς καταλαμβάνει τη θέση του στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας. Οι περισσότερες δουλειές του Ιωάννου μετά τις πρώτες τους εμφανίσεις στις εφημερίδες και τα περιοδικά, δημοσιεύτηκαν στη συνέχεια και σε συλλογές. Συνολικά από το 1981 («Η άλλη επταετία», Πολύτυπο) μέχρι και το 2008 («45 Εβδομάδες», Λιβάνης) κυκλοφόρησαν 23 άλμπουμ, τα περισσότερα από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Δουλειές του επίσης έχουν δημοσιευτεί και στα ετήσια βιβλία της Λέσχης Ελλήνων Γελοιογράφων, της οποίας ιδιαίτερα ενεργό μέλος ήταν μέχρι και την τελευταία στιγμή. Τον Γιάννη τον γνώρισα το 2002 με αφορμή το αφιέρωμά του στο περιοδικό «ΩΣ3» και τη στήλη «Ζαπ-ink». Είχα πάει τρέμοντας σπίτι του, νιώθοντας δέος μπροστά σε έναν σκιτσογράφο που θαύμαζα, έναν τόσο σημαντικό δημιουργό. Για χρόνια μετά, κι ενώ πλέον γνωριζόμασταν καλύτερα, συνέχιζα να του μιλώ με σεβασμό, μέχρι που μια φορά με επανέφερε ο ίδιος στην τάξη: «Σταμάτα επιτέλους, βρε Αντώνη, να μου μιλάς στον πληθυντικό!». Συγκινούμαι όταν θυμάμαι τις άλλες «ιστορικές» σκιτσογραφικές συνευρέσεις, στην Πάτρα για παράδειγμα το 2005, με τον Καλαϊτζή και τον Στάθη, και τόσους άλλους εκλεκτούς συναδέλφους. Τον θυμάμαι στη «Βαβέλ», τον θυμάμαι στο γραφείο τους στο «Έθνος» με τον Πάνο Μαραγκό, τον θυμάμαι στη «Γαλέρα», στη Λέσχη Γελοιογράφων, στις πίτες και τα ταβερνάκια μετά τις διαφωνίες μας, στην τελευταία μας ομαδική συνάντηση πριν από έναν μήνα παρέα με τον μεγάλο Altan. Πιο πολύ θυμάμαι όμως τον λόγο του, οι δυο μας στο αεροπλάνο στην πτήση προς τη Ραβέννα το 2015. Εκεί στα σύννεφα ήταν ένας άλλος Γιάννης, πιο ομιλητικός, πιο άμεσος. Ένας άνθρωπος ουσιαστικός, έξυπνος, ευθύς. «Η ταλαντούχος κακία μου»... Το τελευταίο διάστημα, διακριτικά όπως πάντα, τραβούσε τη μοναχική πορεία της αρρώστιας του. Στις 27 Ιουλίου ανέβασε στο blog του ένα συγκλονιστικό σκίτσο με ένα εξίσου συγκλονιστικό σχόλιο: «Τέχνη για την Τέχνη; Xμ... Πάντα σκόπευα κάπου με τα σκίτσα μου. Στο σχολείο να εντυπωσιάσω τους συμμαθητές μου. Στο Πολυτεχνείο να την πέσω σε κάποιους καθηγητές, στον στρατό στους επικεφαλής, στο γραφείο στ’ αφεντικό. Πάντα βέβαια με κάποιο κόστος, που όμως μου ανέβαζε την αδρεναλίνη. Όταν ανακάλυψα ότι αυτήν την ταλαντούχο κακία μου μπορούσα να την κάνω επάγγελμα, λάτρεψα την πολιτική Γελοιογραφία. Αυτά όσο ήμουν νέος. Με τον καιρό κατάλαβα ότι με τέτοιες “κακιούλες” μόνο διαφήμιση σε κάτι απερίγραπτους πολιτικούς κάνεις και το ενδιαφέρον μου προσγειώθηκε στη μόνη πραγματική ιδιοτέλεια, στον μισθό μου. Έλα όμως που η έλευση του Facebook έδωσε νέα διέξοδο στην πιο προσωπική ιδιοτέλεια του καθενός... την προβολή της ύπαρξής του! Άλλος με τις απόψεις του, άλλος με φωτογραφίες του παιδιού του, του σκύλου, του ηλιοβασιλέματός του... Ότι διαθέτει ο καθένας. Κι εγώ τελευταία διαθέτω μια κακιά αρρώστια. Νοσοκομεία, αίθουσες αναμονής, θεραπείες... Αυτά έχω να “ανεβάσω” για να τραβήξω το ενδιαφέρον σας και το έχω κερδίσει συγκινητικά. Σας ευχαριστώ». Μας έχεις κάνει τόσο πλουσιότερους, Γιάννη. Εμείς σ’ ευχαριστούμε.
  3. ramirez

    ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ [ (1944-2019) ]

    Διάφορα άρθρα που δημοσιεύθηκαν στην "Εφημερίδα των Συντακτών". Αποχαιρετισμός στον Γ. Ιωάννου (της Άντας Ψαρρά) Δεκαετία του ’80, ώρα 10 το πρωί, στα γραφεία του αριστερού μηνιαίου περιοδικού «Σχολιαστής» στην οδό Ισαύρων, ο Γιάννης Ιωάννου ανάμεσα στον καφέ και στις πολλές εφημερίδες που διάβαζε ανελλιπώς κάθε μέρα, ξεκινούσε να σκιτσάρει τις πολιτικές γελοιογραφίες του. Οσο κι αν κάθε σκίτσο του προκαλούσε χαμόγελα και συχνότατα ξεκαρδιστικά γέλια, ο ίδιος διατηρούσε σχεδόν πάντα ένα πολύ σοβαρό ύφος. Σπάνια καταλάβαινε κανείς αν ο ολιγόλογος σκιτσογράφος έκανε χιούμορ ή στα σοβαρά εννοούσε αυτό που έλεγε. Ο Γιάννης ήθελε σε όλες τις εφημερίδες ή τα περιοδικά όπου εργάστηκε να έχει τη δυνατότητα ενός ήσυχου γραφείου φορτωμένου με τον ημερήσιο Τύπο, ενώ η προτίμησή του στα γραφεία του περιοδικού δημιούργησε τις τέλειες συνθήκες για μια φιλική και πολύτιμη σχέση. Η επιθυμία του αυτή ευοδώθηκε για μικρό διάστημα στα τριάμισι χρόνια που δούλεψε στην «Εφ. Συν.». Ήδη ο Γιάννης ήταν καταβεβλημένος από τον πρόωρο χαμό της γυναίκας του, ενώ λίγο αργότερα άρχισε και ο ίδιος να παλεύει για την υγεία του. Εκείνο όμως που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ ήταν η εκπληκτική δυνατότητά του να αποτυπώνει με τέλειο σκίτσο την πιο χαρακτηριστική «φωτογραφία» της τρέχουσας συγκυρίας. Θα γραφτούν και θα ειπωθούν πολλά για τον σπουδαίο πολιτικό σκιτσογράφο της Μεταπολίτευσης. Για όλους εμάς, όπως και για όσους τον γνώρισαν και είχαν την τιμή να τον έχουν φίλο, η απώλεια είναι οδυνηρή. Το σαββατιάτικο φύλλο της «Εφ. Συν.» είναι πια φτωχότερο. Τον αποχαιρετούμε σήμερα το πρωί στις 11.30, στην πολιτική κηδεία του, στο Κοιμητήριο της Καισαριανής. Η σπουδαία κληρονομιά του Γιάννη Ιωάννου Κάτω από δυνατό ήλιο στο νεκροταφείο της Καισαριανής αποχαιρετήσαμε, το Σάββατο, τον κορυφαίο πολιτικό γελοιογράφο Γιάννη Ιωάννου. Την πολιτική κηδεία του παρακολούθησαν πολλοί συνάδελφοί του από τον χώρο των σκιτσογράφων και γελοιογράφων, αλλά και συνάδελφοί του από όλα τα Μέσα στα οποία κατά καιρούς εργάστηκε. Παρόντες όλοι οι φίλοι του Γιάννη, προσπαθώντας να δώσουν κουράγιο στα παιδιά και στους στενούς συγγενείς που βιώνουν, όπως όλοι μας, αυτή τη μεγάλη απώλεια. Παρούσα φυσικά και η «Εφ. Συν.», που ήταν ο τελευταίος σταθμός μιας αταλάντευτης, πάντα αιχμηρής και δημιουργικής καριέρας 44 χρόνων. Οι παρέες του Παρισιού, οι παρέες της μεταπολίτευσης, αλλά και πολλά νέα παιδιά που ίσως κάνουν τα πρώτα τους βήματα στον... τρίτο δρόμο του Γιάννη, στάθηκαν εκεί ακούγοντας τις μικρές παρεμβάσεις όσων μίλησαν για τον σπουδαίο αυτό δάσκαλο και δημιουργό. Μίλησαν κατά σειρά ο Δημήτρης Ψαρράς από την «Εφ. Συν.», ο Βαγγέλης Χερουβείμ εκ μέρους της λέσχης γελοιογράφων, ο στενός του φίλος καθηγητής Λάζαρος Απέκης. Στο τέλος, ακούσαμε όλοι, χωρίς ανάσα, τον συγκλονιστικό αποχαιρετισμό του γιου του Θύμιου, που όρθιος δίπλα στην αδελφή του Μαρίνα έκλεισε την ομιλία του με λίγους στίχους του ποιητή Ντίλαν Τόμας, ενώ στη συνέχεια ακούσαμε από τα μικρόφωνα την απαγγελία του ίδιου ποιήματος με τη φωνή του ηθοποιού Άντονι Χόπκινς. Ήταν και το τελευταίο αντίο στον άνθρωπο που άφησε πίσω του μια σπουδαία κληρονομιά στον χώρο της πολιτικής γελοιογραφίας. Μη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη· ας καίνε, ας παραληρούν όταν τελειώνει η μέρα τα γηρατειά κι ας μαίνονται όταν το φως πεθαίνει. Σοφοί, που είδαν το δίκαιο σκοτάδι να προσμένει, γιατί δεν χρησμοδότησαν με φλόγες στον αέρα δεν στέργουν ήσυχα να παν σε νύχτα ευλογημένη. Όσοι αγαθοί, φωνάζοντας στο κύμα που βαθαίνει πως σ’ ακρογιάλι πράσινο θα χόρευε μια μέρα κάθε τους πράξη, μαίνονται όταν το φως πεθαίνει. Όσοι τρελοί τραγούδησαν τον ήλιο που μακραίνει κι αργά πολύ κατάλαβαν πως θρηνούσαν, πέρα δεν στέργουν ήσυχα να παν, σε νύχτα ευλογημένη. Όσοι αυστηροί, που στα στερνά τους βλέπουν τυφλωμένοι ότι μπορούν μάτια τυφλά ν’ αστράφτουν στον αιθέρα και να γιορτάζουν, μαίνονται όταν το φως πεθαίνει. Κι εσύ, πηγαίνοντας ψηλά στη θλίψη που σε υφαίνει, κατάρα δώσε μου κι ευχή το δάκρυ σου, πατέρα. Μη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη. Να μαίνεσαι, να μαίνεσαι όταν το φως πεθαίνει. Do not go gentle into that good night Ντίλαν Τόμας (Μετάφραση από τον Διονύση Καψάλη, στο «Μπαλάντες και Περιστάσεις», εκδ. Άγρα, Αθήνα 1997) Με όπλο την ευγένεια και το καυστικό χιούμορ (του Δημήτρη Ψαρά) Γνώρισα τον Γιάννη το 1983. Φυσικά ήξερα και θαύμαζα τη δουλειά του από τα πρώτα σκίτσα στον «Αντί» και στη συνέχεια στο «Βήμα». Αλλά δεν τον είχα ποτέ συναντήσει μέχρι τότε. Τον Απρίλη του 1983, μια ομάδα ανένταχτων αριστερών εκδώσαμε ένα μηνιαίο περιοδικό, τον «σχολιαστή» και τον θέλαμε μαζί μας. Μεσολάβησε η κοινή αγαπημένη μας φίλη, η Αναστασία Λαζαρίδου. Εκείνος δεν αρνήθηκε, αλλά ούτε δέχτηκε μέχρι την έκδοση του τρίτου τεύχους. Αφού πέρασαν τρεις μήνες διαπίστωσε ότι ταιριάζει η δουλειά του με τη φυσιογνωμία του περιοδικού και μόνο τότε αποφάσισε να μας προσφέρει τη συνεργασία του. Από τότε εντάχθηκε στον ολιγομελή πυρήνα του «σχολιαστή», με καθημερινή παρουσία στα γραφεία μας στον Λυκαβηττό. Δεν ερχόταν βέβαια για το μηνιάτικο σκίτσο, αλλά για να μελετήσει τις εφημερίδες και να αποφασίσει το καθημερινό σκίτσο που τότε έδινε στο «Βήμα». Το λέω, για να σημειώσω ότι αυτό το μικρό σκίτσο ήταν προϊόν πολύωρης ενασχόλησης, μελέτης, δοκιμών και τελικής επιλογής. Αλλά αυτή ήταν η πρώτη ιδιότητα του Γιάννη, όπως τον γνώρισα: ο αυστηρός επαγγελματισμός, η επιμονή στη λεπτομέρεια και η προσεκτική μελέτη της πολιτικής επικαιρότητας. Η δεύτερη αίσθηση που αποκόμισα από τη γνωριμία μου μαζί του ήταν η ασυνήθιστη ευγένειά του. Λέω ασυνήθιστη, γιατί στο δικό μας σινάφι η ευγένεια είναι είδος εν ανεπαρκεία και η θρασύτητα θεωρείται προσόν. Ήταν, μάλιστα, τόσο παράξενο για μας τους ελαφρώς νεότερους το φαινόμενο να μας αντιμετωπίζει με τόση ευγένεια ένας ήδη καταξιωμένος και εξαιρετικά πετυχημένος επαγγελματίας του χώρου που αρχικά αποδώσαμε τη συμπεριφορά του σε έναν έστω ακούσιο ελιτισμό, αν όχι σνομπισμό. Κάναμε λάθος. Γιατί την ίδια ευγένεια συνάντησα και τριάντα χρόνια αργότερα, όταν το έφερε πάλι η τύχη να συνεργαστούμε στον τελευταίο του δημοσιογραφικό σταθμό, την «Εφημερίδα των Συντακτών». Και πάλι, μετά την αρχική μου πρόταση, θέλησε να μας δοκιμάσει προτού δεχτεί. Αλλά πώς ένας τόσο ευγενής άνθρωπος είναι σε θέση να σκιτσάρει τόσο καυστικά, βέβηλα και ανατρεπτικά; Όπως κατάλαβα εκ των υστέρων, η ευγένεια και ο κλειστός χαρακτήρας συχνά συντροφεύουν τους μεγάλους γελοιογράφους. Το τρίτο χαρακτηριστικό της δουλειάς του Γιάννη ήταν η απόλυτη προσωπική ανεξαρτησία. Με την εμπειρία της γαλλικής σκιτσογραφικής έκρηξης μετά τον Μάη του ’68, ο Γιάννης έφερε στην Ελλάδα την αυτονομία της πολιτικής γελοιογραφίας. Μέχρι τη δική του παρέμβαση, οι γελοιογράφοι ανήκαν σε μεγάλο βαθμό στο πολιτικό επιτελείο της κάθε εφημερίδας. Συμμετείχαν στη χάραξη της πολιτικής γραμμής κι αυτήν ακολουθούσαν. Όχι ο Γιάννης. Από το πρώτο του σκίτσο στο «Αντί» μέχρι το τελευταίο του στην «Εφημερίδα των Συντακτών» δεν διανοήθηκε να πάρει γραμμή, να αυτολογοκριθεί ή να προσαρμοστεί στην πολιτική γραμμή του εντύπου στο οποίο εργαζόταν. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο φρόντισε να συνδεθεί με πολλά έντυπα και δεν δίσταζε να αποχωρεί από ένα έντυπο για κάποιο άλλο, προλαβαίνοντας τις δυσκολίες της συγκατοίκησης με απόψεις που δεν συμμεριζόταν. Και όταν αυτό δεν ήταν δυνατό, είχε πάντα την επιλογή να δημοσιεύει σε ένα περιοδικό τη γελοιογραφία που δεν θα ταίριαζε στην εφημερίδα που εργαζόταν. Φυσικά γνώριζε πολύ καλά τα όρια του Τύπου, αλλά δεν δίσταζε να τα δοκιμάζει με κάθε ευκαιρία. Όχι βέβαια για να επιδείξει την προσωπική του ισχύ, αλλά για να επιβεβαιώσει ότι η πολιτική κατεύθυνση των σκίτσων του απέρρεε από σταθερές αρχές και πιστεύω. Θυμάμαι το σκίτσο του στο «Βήμα» τον Ιούλιο του 1978, μετά τη φονική εισβολή των Ειδικών Δυνάμεων στο σπίτι του γιατρού Τσιρώνη. Ο Γιάννης δεν είχε ακόμα αποκτήσει την αίγλη του κορυφαίου. Ήταν μόλις τρία χρόνια σκιτσογράφος, ξεκινώντας από το μηδέν. Αλλά δεν δίστασε στιγμή να παραδώσει στη σύνταξη της εφημερίδας ένα σκίτσο που αναδείκνυε τις ευθύνες της για τη δραματική εκείνη εξέλιξη. Τελικά το σκίτσο δημοσιεύτηκε. Είναι το μοναδικό εκείνης της περιόδου που δεν μπήκε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας, αλλά καταχωνιάστηκε κάπου στα ψιλά της έκτης σελίδας. Το συγκεκριμένο σκίτσο, που δεν μπήκε όπως όλα τα άλλα στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας, ήταν η απάντηση του Ιωάννου στο κύριο άρθρο της εφημερίδας που καλούσε την κυβέρνηση να αποδείξει ότι υπάρχει κράτος. Η αφορμή για το πολεμικό αυτό άρθρο με τη γνωστή θανατηφόρα κατάληξη ήταν η απόφαση του γιατρού Τσιρώνη να κηρύξει το σπίτι του ανεξάρτητο κράτος. Ο ίδιος έβγαινε στο μπαλκόνι και μιλούσε στους περίοικους, ενώ μερικές φορές είχε πυροβολήσει στον αέρα για να κερδίσει την προσοχή τους. Η βίαιη εισβολή των ειδικών δυνάμεων στο σπίτι του γιατρού αμέσως μετά το κύριο άρθρο του «Βήματος» κατέληξε στην ακραία πράξη του αυτοπυροβολισμού του Τσιρώνη, που έπεσε νεκρός μέσα στο σπίτι του μπροστά στους ένοπλους αστυνομικούς («Βήμα», 13/7/1978). Την ίδια αξιοθαύμαστη ακεραιότητα έδειξε σ’ όλη αυτή την πορεία των 44 χρόνων. Από την εποχή του εμβληματικού «Τρίτου Δρόμου», μέχρι τον πρόσφατο σπαραχτικό αυτοσαρκασμό για την αρρώστια του στα «Προσωπικά Δεδομένα», ο Γιάννης ήταν και Reiser και Topor. Μόλις πριν από ένα χρόνο, ο Γιάννης κράτησε την ίδια στάση απέναντι στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Με αφορμή τις επικρίσεις που είχε δεχτεί ένας άλλος σκιτσογράφος της εφημερίδας, τον Απρίλιο του 2018, ο Γιάννης μάς παρέδωσε ένα σκίτσο το οποίο ευθέως στρεφόταν εναντίον όσων επέκριναν τον συνάδελφό του, και εμμέσως εναντίον της ίδιας της εφημερίδας που το επέτρεψε, και φυσικά εναντίον μου, εφόσον εγώ υπέγραφα το επικριτικό άρθρο. Εξυπακούεται ότι αυτή η αντιπαράθεση αρχών δεν επηρέασε ούτε στο ελάχιστο τη δική μας σχέση. Αυτός ήταν ο Γιάννης. Μας δίδαξε ανεξάρτητη αριστερή πολιτική σκέψη. Μας δίδαξε καυστικό κοινωνικό χιούμορ. Μας δίδαξε δημοσιογραφικό επαγγελματισμό. Μας δίδαξε αλληλεγγύη των εργαζομένων. Ήδη μας λείπει. «Ήρθε να συνεισφέρει πολύ φως» (του Βαγγέλη Χερουβείμ) Τον καιρό που η Χαμένη Άνοιξη της δεκαετίας του ’60 ξαναείδε το φως του ήλιου, μαζί με τις ελευθερίες και τους αγώνες ξαναγεννήθηκαν και κάμποσες από τις τέχνες. Ανάσαναν με νέους τρόπους η δημόσια ζωή και οι εκφράσεις της. Πολλά έντυπα πρωτοκυκλοφόρησαν τότε ή κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά ελεύθερα. Στην κοσμογονία αυτή της μεταπολίτευσης, ο Γιάννης Ιωάννου ήρθε να συνεισφέρει πολύ φως. Έφερνε μαζί του τα ερωτήματα που είχαν γεννηθεί στον δρόμο και στα αμφιθέατρα. Τον ριζοσπαστισμό του γαλλικού -και όχι μόνο γαλλικού- Μάη χαραγμένο ήδη στη χωρίς όρια σάτιρα των εντύπων που είχε σπείρει η εξέγερση. Ο Γιάννης Ιωάννου, πριν ακόμα καταλήξει σ’ αυτόν τον αναδιπλασιασμό του ονόματός του, ήταν έτοιμος, συγκροτημένος, και εφάρμοζε αυτόν τον νέο ριζοσπαστισμό στα σκίτσα του για την ελληνική πραγματικότητα. Ξεκινώντας από το «Αντί» [...], «Βήμα», «Ποντίκι», «Πρώτη», «Σχολιαστής», «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», αργότερα «Γαλέρα», «Athens Voice», «Έθνος» και «Εφημερίδα των Συντακτών». Ο Γιάννης Ιωάννου, έχοντας πάντα σε πρώτο πλάνο τον νομιμοφανή αυταρχισμό της κρατικής εξουσίας, τον απολυταρχισμό των κατεστημένων ιεραρχιών της Εκκλησίας, της Δικαιοσύνης, της Ανώτατης Εκπαίδευσης και του Τύπου, παίρνει πάντα θέση στην πλευρά του αδυνάτου. Του εργαζόμενου που είναι ανυπεράσπιστος ακόμα κι από τα συνδικάτα, του πιτσιρικά των καταλήψεων που «έκανε όπισθεν με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το βλήμα που τον ακολουθούσε» κ.λ.π. Έχει στο φόντο του μια άψογη αρχιτεκτονική οπτική και με τη θωριά ενός πολιτικότατου πολεοδόμου σχεδιάζει σχολιάζοντας την οικιστική τερατογένεση, τα νέα αστικά αδιέξοδα όπως το νέφος, το κυκλοφοριακό και τις λεγόμενες «φυσικές καταστροφές». Αλλά και τη Μικροαστική Καταστροφή: των πελατειακών σχέσεων, του ατομικού βολέματος, της ανάθεσης και της ευθυνοαποφυγής [...]. Οι ιδέες που μελανώνουν τα χάρτινα σκηνικά του δεν διαδηλώνουν μόνο στα «μπαλονάκια» και τις λεζάντες του. Διατρέχουν κάθε λεπτομέρεια του σκίτσου του και κραυγάζουν από κάθε του φωτοσκίαση! Οι συσπάσεις της υποκρισίας και του κυνισμού δεν βγαίνουν μόνο από λεπτομερείς ρεαλιστικές ρυτίδες στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, πολιτικής ή άλλων θεσμών [...] Αυτό το ελάχιστο που οφείλουμε εμείς, ως συνάδελφοί του, είναι να καταθέσουμε: τη μαρτυρία των τυχερών που τον συναναστράφηκαν. Και που, νεότεροι από κείνον οι περισσότεροι από μας, όταν θελήσαμε να του πούμε κάποια φορά πόσο αποφασιστική ήταν η επίδρασή του στο να αγαπήσουμε το πολιτικό σκίτσο, ακόμα και στον επαγγελματικό μας προσανατολισμό, συναντήσαμε μπροστά μας έναν δάσκαλο έκπληκτο σχεδόν αν όχι δύσπιστο για την τιμή και μάλλον ντροπαλό! Έναν δημιουργό που ήταν μέσα του ευχαριστημένος για τη διαδρομή του, αλλά δεν έδειχνε καθόλου να θεωρεί δεδομένη την επιρροή του σε γενιές πιτσιρικάδων του ’80 και του ’90. Που πολλοί απ’ αυτούς έμαθαν Ιστορία και πολιτικοποιήθηκαν από τις σειρές και τα σκίτσα του Ιωάννου. Πάντα πρόθυμος να εμπλακεί ενεργητικά στις κοινές μας δραστηριότητες [...]. Αυστηρός στις αρχές του, συνεπής, ισχυρός στη γνώμη, μα δημοκρατικός κι επιεικής με όλους [...]. Αυτή η μικρομέγαλη συντροφιά της Λέσχης των Γελοιογράφων αισθάνεται σήμερα τον Μάη πολύ φθινοπωρινό και γκρίζο. Ο Γιάννης Ιωάννου, που μας έφερε από τη Μεταπολίτευση τον γαλλικό Μάη και μας χάρισε χιλιάδες χαμόγελα με την τέχνη του, σήμερα άθελά του μας παίρνει τον Μάη από τα χείλια. Όπως έλεγε κι ο ίδιος σ’ έναν χαιρετισμό του στον Γιάννη Καλαϊτζή, «Ο Θεριστής, απόλυτος άρχοντας, ανέλεγκτος, ανελέητος, είναι κι επιλεκτικός. Διαλέγει τους καλύτερους, τους πολύτιμους, ότι λάμπει γύρω μας»... Σε αποχαιρετούμε, Γιάννη, και σ’ αφήνουμε στην ησυχία σου. Οι περισσότεροι από μας θα πρόσεξαν πως φεύγεις έχοντας στο τσεπάκι σου το μαρκαδοράκι της δουλειάς. Ήδη σε φανταζόμαστε να αποδομείς την απόλυτη εξουσία του Θεριστή. Και μετά να φτιάχνεις άλλη μια από κείνες τις γαλήνιες ακουαρέλες σου, αυτή τη φορά όμως με φωτεινά τοπία από το Άγνωστο... Ένα αντίο στον Γιάννη Ιωάννου (του Γιάννη Κύρκου Αικατερινάρη - αρχιτέκτονα) Ήταν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60. Δεν είχε περάσει και πολύς καιρός από τότε που άρχισε να λειτουργεί η πτέρυγα των αρχιτεκτόνων στη νεότευκτη Πολυτεχνική Σχολή του ΑΠΘ. Όπως κάθε χρόνο, εκείνες τις μέρες του φθινοπώρου οι αίθουσες και τα εργαστήρια ήταν έτοιμα να υποδεχτούν τους νεοεισαχθέντες φοιτητές. Εκεί για πρώτη φορά θα αποκαλύπτονταν στοιχεία της προσωπικότητας και του ταλέντου τού καθενός, αν και στις περισσότερες φορές κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν να διαπιστωθεί, τουλάχιστον από τις πρώτες μέρες. Έτσι πράγματι έγινε και με τον Γιάννη Δημόπουλο, τον γνωστό αργότερα γελοιογράφο Γιάννη Ιωάννου. Δεν συνέβη, άλλωστε, για πρώτη φορά. Κάτι αντίστοιχο είχε γίνει και με άλλους φοιτητές της Αρχιτεκτονικής Σχολής της Θεσσαλονίκης, ανάμεσα στους οποίους ο αείμνηστος μουσικός Λουκιανός Κηλαηδόνης ή οι επίσης ταλαντούχοι στο σχέδιο και τη ζωγραφική Γιώργος Γεωργιάδης (γιος του «Ανδρέα του Κρητός»), Κώστας Γιαννέλης και Νίκος Γαζέπης. Στη μικρή όμως εκπαιδευτική κοινωνία, πάντα υπήρχε η περιέργεια στους διδάσκοντες και στους παλαιότερους φοιτητές να δουν ποιοι μπήκαν με την «καινούργια φουρνιά», από πού έρχονταν, ποιες ήταν οι ιδέες τους. Από αυτούς που ενδιαφέρονταν περισσότερο για τους νεοφερμένους ήταν όσοι έπαιρναν ήδη ενεργό μέρος, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στους τότε φοιτητικούς αγώνες του 114, για την κατοχύρωση της Δημοκρατίας και του 15% του προϋπολογισμού για την «προικοδότηση» της Παιδείας. Ήθελαν πάντα να εντάξουν κι άλλους στο φοιτητικό κίνημα. Η «ανίχνευση» ωστόσο όσων είχαν τη διάθεση -το πάθος θα έλεγα- να πάρουν μέρος στις κινητοποιήσεις ήταν πάντα μια εύκολη υπόθεση, καθώς οι εισαγόμενοι κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της Σχολής δεν ήταν και πολλοί. Οι καιροί όμως ήταν δύσκολοι. Δεν ήταν τυχαίο ότι οι άξιοι, που από την αρχή ξεχώριζαν, ήταν και οι περισσότερο διατεθειμένοι να συμμετέχουν στα κοινά, στον «Σύλλογο φοιτητών της Πολυτεχνικής Σχολής», στην έκδοση του περιοδικού, στις εκλογικές διαδικασίες… Έτσι ανάμεσα στους άλλους γνώρισα τότε και τον Γιάννη Δημόπουλο, τον μετέπειτα ταλαντούχο πολιτικό γελοιογράφο. Ήμουν επιμελητής στην Εδρα εσωτερικών χώρων, με καθηγητή τον Μίμη Φατούρο, και μια μέρα, μπαίνοντας καθυστερημένα στην αίθουσα, είδα όλους τους συμφοιτητές του σκυμμένους στα σχεδιαστήρια να ετοιμάζουν τις εργασίες για την παράδοση της «μελέτης της χρονιάς». Μόνο ο Γιάννης κοιτούσε παραδίπλα προς το σχεδιαστήριο που καθόταν η αείμνηστη Πόπη, η μετέπειτα σύντροφός του. Αμίλητος και με ένα χαμόγελο μόλις διακρινόμενο τη σκιτσάριζε, όχι όμως όπως την βλέπαμε όλοι οι άλλοι, πανέμορφη όπως πράγματι ήταν, αλλά…«αγιοποιημένη» με τον τρόπο και τα μάτια τα δικά του! Πέρασαν από τότε μερικές δεκαετίες, στις οποίες επικοινωνούσαμε αραιά και πού, ανταμώνοντας κοινούς φίλους. Πάντα του άρεσε να προμηθεύεται λάδι και ελιές από τον Πολύγυρο, από τη δική μου πατρίδα. Του τηλεφώνησα καθώς πλησίαζε το τέλος του 2000, για να δώσει μια συνέντευξη στο περιοδικό «Τεχνογράφημα», που εξέδιδε το Τεχνικό Επιμελητήριο Κεντρικής Μακεδονίας, στο οποίο ήμουν πρόεδρος της διοικούσας επιτροπής. Κάναμε μια συζήτηση «περί της σοβαρότητας της γελοιογραφίας», που ήταν και ο τίτλος του σχετικού άρθρου στο τεύχος του περιοδικού της 1ης Νοεμβρίου 2000. Ακόμη τη θυμάμαι. Καθώς στις 26 του ίδιου μήνα θα γίνονταν οι εκλογές του ΤΕΕ και θα έπαιρνα μέρος ως επικεφαλής της παράταξης ΑΣΜΕ (Ανανεωτική Συνεργασία Μηχανικών Ελλάδας), του ζήτησα ένα σχετικό σκίτσο κι εκείνος με προθυμία ανταποκρίθηκε. Σατίριζε σ’ αυτό εμένα ως έναν μαθουσάλα εκτός ηλεκτρονικής εποχής και με απεικόνιζε ως τον μόνο που δεν θα ψήφιζα ηλεκτρονικά, όπως όλοι οι άλλοι με ένα cd στο χέρι, αλλά θα κρατούσα ένα φάκελο… α λα παλαιά! Γελάω και σήμερα κι ας έμαθα εν τω μεταξύ τα ηλεκτρονικά! Καλό σου ταξίδι, σεμνέ και ταλαντούχε συνάδελφε, φίλε και συναγωνιστή! Πάντα θα σε θυμόμαστε!
  4. ramirez

    ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ [ (1944-2019) ]

    Σκίτσο του Στάθη στο Ποντίκι.
  5. Η σειρά «Μεφίστο» του Δημήτρη Καμένου από το Καρέ Καρέ σε ένα απολαυστικό άλμπουμ. Δύο αιώνες μετά τη συγγραφή του, ο Φάουστ του Γκέτε με τη δύναμη των θεμάτων του εξακολουθεί να είναι επίκαιρος. Ο Φάουστ του Δημήτρη Καμένου είναι επιπλέον και ξεκαρδιστικός. Οι εκδοχές που έχει γνωρίσει ο Φάουστ του Γκέτε μέχρι σήμερα στο θέατρο, τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, τα κόμικς είναι αμέτρητες. Άλλες ως διασκευή, άλλες ως προσαρμογή, άλλες ως παρωδία, είχαν κάτι να προσθέσουν στον μύθο του ανθρώπου που πούλησε την ψυχή του στον Διάβολο. Η εκδοχή του Δημήτρη Καμένου προσθέτει το ανατρεπτικό της χιούμορ και αντιμετωπίζει το εμβληματικό έργο ως ψυχογράφημα ενός πεισματάρη, υποχόνδριου γέρου. Δημοσιευμένη στη δεύτερη σελίδα τού Καρέ Καρέ από τον Νοέμβριο του 2016 μέχρι τον Απρίλιο του 2019, η σειρά του Καμένου ολοκλήρωσε τον πρώτο κύκλο της και ήδη ξεκίνησε ο δεύτερος. Όπως και το πρωτότυπο, χωρίζεται σε δύο μέρη. Όπως και το πρωτότυπο, ακολουθεί έναν απογοητευμένο ηλικιωμένο άνθρωπο που δεν διστάζει να συνάψει συμφωνία με τον άρχοντα του Κάτω Κόσμου. Όπως και το πρωτότυπο πραγματεύεται την πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό, το φως και το σκοτάδι, την ελευθερία της βούλησης και την υποταγή σε ανώτερες δυνάμεις, τη γνώση και την άγνοια. Αλλά μέχρι εκεί. Μετά έρχεται η προσωπική ματιά του δημιουργού και τινάζει τα πάντα στον αέρα. Ο Καμένος συνθέτει με τα βασικά υλικά της αρχικής συνταγής ένα απολαυστικό παραληρηματικό ταξίδι ως μεσαιωνικό καρναβάλι καθιστώντας πρωταγωνιστή του τον Μεφίστο, τον δολοπλόκο Διάβολο που νιώθει αμηχανία, σαστίζει, απορεί και αποτυγχάνει διαρκώς μπρος στις ανθρώπινες εμμονές, τις φοβίες και τις προκαταλήψεις. Απέναντί του βρίσκονται ένας ψοφοδεής παππούς που φοβάται τις ενέσεις και πάσχει από ηωσινοφιλική πιτυρίδα, μια θρησκόληπτη μεγαλοκοπέλα που τρέμει στην ιδέα ότι θα μείνει έγκυος με άμωμο σύλληψη λόγω υπερβολικής αγνότητας και πολλοί γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσηλευτές, τραυματιοφορείς, μάγισσες και τσαρλατάνοι. Ε, δε θέλει και πολύ ο Διάβολος για να τα παρατήσει όλα και να αποδεχτεί την ήττα του. Ο Μεφίστο δεν το βάζει κάτω και επιμένει, υπό το βλέμμα του Μεγάλου «Γερο-Μπαμπαλή» που παρακολουθεί τα πάντα ως ακτίνα φωτός από ψηλά και αφ’ υψηλού. Πάντα απών από τη δράση, αφήνοντας ανθρώπους και διαβόλους να βρουν την άκρη μόνοι τους. Κι αυτοί μπλέκουν το κουβάρι όλο και χειρότερα. Με συνεχείς ευφυείς αναχρονισμούς ο Καμένος «μεταφέρει» την ιστορία από την επιδημία πανούκλας του 1516 σε ένα οιονεί σύγχρονο beach bar στη Σκιάθο κι από τους επιβλητικούς γοτθικούς ναούς του μεσαίωνα στο εφιαλτικό «Φραντσ-Κάφκειο Δημόσιο Νοσοκομείο» που σαπίζει δίπλα στην απαστράπτουσα «Ιδιωτική Κλινική Θάτσερ I.N.C.». Και καλεί τους αναγνώστες να αναζητήσουν (και να ερμηνεύσουν) μία προς μία τις φανερές αλλά κυρίως τις υπόγειες αναφορές και παραπομπές, από το Γεφυράκι του Monet και τις Κραυγές του Munch μέχρι «την» απάντηση του Douglas Adams και τον Ψαλιδοχέρη. Όπως όλα τα σίριαλ που (δεν) σέβονται τον εαυτό τους, το «Μεφίστο» τελειώνει με ένα γάμο χωρίς τον Μεφίστο. Και συνεχίζεται στην επόμενη σελίδα τού Καρέ Καρέ με πολύ περισσότερο Μεφίστο. Και το σχετικό link...
  6. ramirez

    ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ [ (1944-2019) ]

    Σκίτσο του Πέτρου Ζερβού στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/05/19.
  7. Μια εικόνα, 247 λέξεις Στο The Comic Con που ξεκίνησε χτες και συνεχίζεται μέχρι αύριο στη Θεσσαλονίκη θα δώσουν το «παρών» πολλοί ξένοι επίσημοι καλεσμένοι. Όλοι τους σημαντικοί και με μεγάλο όγκο ποιοτικής δουλειάς στις πλάτες τους, αλλά με έναν από αυτούς να ξεχωρίζει: τον μεγάλο Don Rosa, τον πιο διάσημο ίσως εν ζωή δημιουργό ιστοριών κόμικς της Disney. Το πιο γνωστό έργο του εξηνταοχτάχρονου δημιουργού από το Κεντάκι είναι «Ο βίος και η πολιτεία του Σκρουτζ Μακ Ντακ» (1992-1994), αλλά πολύ πριν αρχίσει να σκαρώνει ιστορίες με τα παπιά της Λιμνούπολης είχε φιλοτεχνήσει, νεαρός ακόμα, ένα καταπληκτικό βιβλίο, τις «Περιπέτειες του Περτουίλαμπι» που ξεκίνησαν να δημοσιεύονται το 1971 και ολοκληρώθηκαν το 1979. Ολόκληρο το έργο κυκλοφόρησε σε μια μνημειώδη έκδοση στα ελληνικά το 2014 από τη Λέσχη Φίλων Κόμικς, σε μετάφραση της Σταυρούλας Πετουσάκη και του Χριστόνικου Ζονάφου μετά από εξονυχιστική έρευνα και τεκμηρίωση του Χριστόνικου Ζονάφου και του Γιώργου Ζωιτά. Εκτός από την αξία όμως που έχει το ίδιο το έργο, είναι πρόκληση για τον αναγνώστη η αναζήτηση και η ανακάλυψη των στοιχείων, σχεδιαστικών και αφηγηματικών, που χρησιμοποίησε πρώτη φορά ο Rosa στον Περτουίλαμπι και μετέφερε αργότερα στις ιστορίες με τον Σκρουτζ, τον Ντόναλντ και τα άλλα παπιά. Η έρευνα αυτή και τα αποτελέσματά της δημοσιεύονται στο forum www.greekcomics.gr, με την υπογραφή του Γιώργου Ζωιτά, και ορισμένα από τα δείγματα είναι εντυπωσιακά αποδεικνύοντας ότι στα σπουδαία έργα τέχνης τίποτα δεν είναι τοποθετημένο στην τύχη. Όπως και το ότι οι άψογες, επαγγελματικές επιμέλειες βιβλίων προσφέρουν διπλή απόλαυση στους αναγνώστες τους. * Ποστάρω κι εγώ το άρθρο μετά τον magnus για να υπάρχει στο αρχείο και πιο ευανάγνωστο...
  8. Ο μικρός και ατσούμπαλος Χρήστος που δεν μπορεί να πάρει τα παιχνίδια που ονειρεύεται και ο Αποστόλης, το βασιλόπουλο που εκπαιδεύεται από τον άρχοντα Ζερό είναι οι κεντρικοί ήρωες στο ευρηματικό πολιτικό κόμικς του συνδυασμού «Κοιτάμε Μπροστά» που δίνουν έναν άλλο τόνο στην εκλογική αναμέτρηση στη Θεσσαλονίκη. Μπορεί στη Θεσσαλονίκη μέχρι τώρα να είχαμε έναν κακοπαιγμένο Ζορό, να μας λείπει ένας Μπάτμαν ή ο Μπλεκ, αλλά από χθες παράπονο δεν έχουμε. Διότι διαθέτουμε: α) τον Χρήστο, έναν ατσούμπαλο μικρούλη που τρώει πατάτες με βούτυρο και ονειρεύεται παιχνίδια που οι γονείς του αδυνατούν να του προσφέρουν, και β) τον μικρό Αποστόλη, που μεγαλώνει στα πούπουλα και εκπαιδεύεται από τον άρχοντα Ζερό με μοναδικό στόχο να αναλάβει τα ηνία του βασιλείου. Οι δυο τους είναι οι κεντρικοί ήρωες του πολιτικού κόμικς που κυκλοφορεί από χθες στη Θεσσαλονίκη και άλλες περιοχές της Κεντρικής Μακεδονίας. Μπορεί ο αφηγητής της ιστορίας να ξεκαθαρίζει ότι κάθε ομοιότητα με την πραγματικότητα είναι συμπτωματική, ωστόσο όλοι αντιλαμβάνονται τους Χρήστο Γιαννούλη, Απόστολο Τζιτζικώστα, Παναγιώτη Ψωμιάδη και Γιάννη Φλωρινιώτη, σε μια ιστορία -γεμάτη όνειρα, επαγγελίες, στραπάτσα και μονομαχίες- που θα… συζητηθεί. Το 12σέλιδο πολύχρωμο σατιρικό πολιτικό κόμικς με δημιουργό τον Γιώργο Οικονόμου και την ομάδα του αποτελεί μία από τις πιο πρωτότυπες ιδέες που έχουμε δει ως σήμερα να χρησιμοποιούνται σε προεκλογικές εκστρατείες. Η έκδοσή του αποτελεί ιδέα του επικεφαλής του συνδυασμού «Κοιτάμε Μπροστά» για την Κεντρική Μακεδονία, Χρήστου Γιαννούλη, τη στήριξη στον οποίο έχουν δηλώσει ως σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ και η Προοδευτική Συμμαχία, το Κίνημα Ιδεών και Δράσης ΠΡΑΤΤΩ του Νίκου Κοτζιά και οι Σοσιαλιστές για την Πρόοδο. Περιλαμβάνει ξεκαρδιστικούς και αιχμηρούς σχολιασμούς και διαλόγους των δύο μονομάχων, ενώ ας σημειωθεί πως ούτε ο παραγγελιοδόχος δεν τη γλιτώνει. Οι δημιουργοί ήταν δηλαδή ελεύθεροι να «περιποιηθούν» τους αντιπάλους κατά το δοκούν. Η «Εφ.Συν.» εξασφάλισε κατά αποκλειστικότητα το πρώτο τεύχος του κόμικς που μοιράζεται στα εγκαίνια της εξαιρετικά επιτυχημένης έκθεσης Comic Con η οποία συγκεντρώνει κάθε χρόνο περισσότερους από 30.000 επισκέπτες και φανατικούς των κόμικς. Αν αρκεί ένα κόμικς για να αλλάξει το κλίμα ρωτήθηκε ο Χρήστος Γιαννούλης, για να απαντήσει: «Για εμάς η εκλογική αναμέτρηση είναι και θα παραμείνει μια δημιουργική και εμψυχωτική γιορτή της Δημοκρατίας. Δεν πουλάμε την ψυχή μας στον στόχο. Θα τον πετύχουμε με τον δικό μας τρόπο, που περιλαμβάνει και το χιούμορ και την τέχνη και γενικά ότι κάνουν οι κανονικοί άνθρωποι που δεν θεωρούν την πολιτική επάγγελμα». Ποια ήταν η πρώτη του αντίδραση όταν το είδε; «Με αδικεί ο δημιουργός γιατί ποτέ δεν καταφέρνω να πω τόσο λίγες λέξεις λόγω της έμφυτης φλυαρίας μου…». Γι' αυτό δεν έπρεπε να το δεις πριν κυκλοφορήσει, ήταν η εν χορώ απάντηση των δημιουργών του. Ο ίδιος ο Χρήστος Γιαννούλης εκτιμά ότι «αν θύμιζε εισήγηση σε Κεντρική Επιτροπή, τότε δεν θα έβγαινε ένα κόμικς καρδιάς, χιούμορ, αξιών και ελπίδας ότι οι πολιτικοί και η πολιτική μπορεί να κερδίσουν κάποια στιγμή, ίσως και πολύ σύντομα, το ενδιαφέρον των νέων ανθρώπων». Για να δούμε τι συνέχεια θα έχουμε στις 26 Μαΐου… Και το σχετικό link...
  9. Εδώ και χρόνια, με συνέπεια, χτίζει έναν κόσμο με τους πιο αλλοπρόσαλλους χαρακτήρες. Που είναι συνεπείς κι αυτοί στον παραλογισμό και τη ματαιότητα των πράξεών τους. Ο Αντώνης Βαβαγιάννης με το «Κουραφέλκυθρα Omnibus II» παρουσιάζει τον μοναδικό αυτό κόσμο που δεν είναι και πολύ διαφορετικός από τον δικό μας. Τα «Κουραφέλκυθρα» δεν είναι καν λέξη (όπως είναι το σλόγκαν της σειράς). Και το «Κουραφέλκυθρα Omnibus II» δεν είναι καν Omnibus* (όπως είναι ο υπότιτλός του). Αλλά σε έναν κατασκευασμένο, χάρτινο κόσμο, στον οποίο οι πρωταγωνιστές δεν είναι ούτε καν ήρωες, αντίθετα κάνουν ότι μπορούν για να αποτινάξουν από πάνω τους αυτή τη ρετσινιά και να εκπλήξουν τον αναγνώστη με το απρόβλεπτο και αυτοκαταστροφικό των πράξεών τους, τέτοιες αρνήσεις δεν είναι ούτε καν πρόβλημα. Ο κόσμος τους, ο κόσμος που δημιούργησε γι’ αυτούς ο Αντώνης Βαβαγιάννης πριν από πολλά χρόνια, δεν υπακούει στους νόμους και τους κανόνες των προβλέψιμων και συμβατικών κόσμων αλλά διαιωνίζεται πάνω σε μια διαρκή άρνηση: την άρνηση να διορθώσει τον εαυτό του, να αντιληφθεί την αναπόφευκτη πορεία του προς την αυτοκαταστροφή, να γίνει ένας πραγματικός κόσμος. Ο κόσμος των «Κουραφέλκυθρων» δεν είναι ούτε καν κόσμος. Και πώς θα μπορούσε να είναι όταν στη μια σελίδα τον ρόλο του ναυαγοσώστη παίζει μια ομάδα συγχρονισμένης κολύμβησης που τη στιγμή που επιχειρεί να σώσει τον πνιγμένο, ξεκινά το καλλιτεχνικό πρόγραμμά της, στην επόμενη ένας πολεμιστής, ανάμεσα σε κομμένα κεφάλια και ακρωτηριασμένα μέλη την ώρα της μάχης φωνάζει «Όπα! όπα! Παιδιά! Ο φακός μου!» και στη μεθεπόμενη ο Λιονέλ Μέσι βάζει γκολ με καραβολίδα στο 26ο λεπτό αλλά ο αγώνας διακόπτεται γιατί ο Νάβας τσατίζεται. Και παίρνει την μπάλα του και φεύγει. (Ο Βαβαγιάννης, όμως, καθησυχάζει τους αναγνώστες διευκρινίζοντας: «Σε περίπτωση που ανησυχείτε, το ματς συνεχίστηκε με πατημένο κουτάκι κοκακόλας»). Και παρά τον απόλυτο παραλογισμό, τις σουρεαλιστικές καταστάσεις, το ανοίκειο των συνευρέσεων, ο κόσμος αυτός καταφέρνει να επιβιώνει και να προχωρά σε ένα διαρκές παρόν που το πριν, το τώρα και το μετά γίνονται ένα, οι σκέψεις και οι πράξεις επαναλαμβάνονται με βασανιστική συνέπεια, τα λάθη συνεχίζονται με μαθηματική ακρίβεια και οι χαρακτήρες επιδεικνύουν μια αβάσταχτη ελαφρότητα σκέψης και πράξης. Προλογίζοντας την έκδοση με ένα συναισθηματικό και προσωπικό σημείωμά του, όπως τα τραγούδια του, ο Φοίβος Δεληβοριάς γράφει: «Μου ζήτησε ο Αντώνης κάτι σαν πρόλογο σ’ αυτό το δεύτερο όμνιμπους του κόσμου του, και του είπα “ναι” αμέσως, αν και ξέρω πόσο άκυρο είναι να γράφεις έναν πρόλογο για έναν κόσμο που ακυρώνει τον ίδιο του τον εαυτό χαρούμενα κάθε στιγμή. Με πρόσχημα όμως αυτόν τον πρόλογο –που υποτίθεται πως τώρα ολοκληρώνω– θα βρεθεί κι η δικιά μου φατσούλα, το δικό μου περίγραμμα δίπλα στους ήρωες αυτών των στριπ. Κι αν είμαι τυχερός, θα κυλήσω και θα βρεθώ μέσα σ’ αυτά, θα ζήσω μια ζωή σε μια πόλη που θα μου αρέσει να ανήκω, γιατί κανείς δεν ανήκει πουθενά, όλοι είναι απολύτως αβέβαιοι και χαρούμενοι γι’ αυτό». Ο ίδιος ο Βαβαγιάννης δεν είναι καν επαγγελματίας δημιουργός κόμικς. Μεταξύ άλλων είναι τραγουδιστής στο συγκρότημα Empty Frame, κάνει τη ραδιοφωνική εκπομπή «Οι Προτελευταίοι» μαζί με τον Θανάση Πετρόπουλο και το πρωί είναι δάσκαλος σε δημοτικό σχολείο («Σε ποιους εμπιστευόμαστε τα παιδιά μας»… σχολίαζε χιουμοριστικά πριν χρόνια ο αείμνηστος Γιάννης Καλαϊτζής). Δεν είναι καν ο Αρκάς (πρόσφατα χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως ο νέος Αρκάς ενώ κάποιοι είπαν ότι ο Βαβαγιάννης είναι ο Αρκάς). Ο Βαβαγιάννης, όμως, είναι μια κατηγορία μόνος του. Δεν σχεδιάζει σαν τον Bilal ή τον Moebius αλλά αυτό δεν είναι ούτε καν ελάττωμα, καθώς τα σχέδια του υπηρετούν ιδανικά τις ιστορίες του ανεξάρτητα με το αν έχουν σωστές αναλογίες και τέλεια προοπτική. Τα κόμικς, άλλωστε, δεν είναι φωτορεαλισμός. Ευτυχώς. Στον κόσμο του, έναν κόσμο εμμονικής αβεβαιότητας και διαρκούς επιστροφής στα ίδια παθήματα που ποτέ δεν γίνονται μαθήματα, διάφοροι χαρακτήρες δίνουν τον χειρότερό τους εαυτό χωρίς να το καταλαβαίνουν: η παρορμητική Ζοζεφίνα, ο εφιάλτης κάθε δασκάλου, που πετιέται στην τάξη για να ρωτήσει ότι πιο άκυρο μπορεί και αναρωτιέται κάθε φορά τι πάει στραβά και οι βαθμοί της είναι πάντα κακοί· ο Θείος Αιμίλιος, το πιο δημοφιλές talking head των ιστοριών, προσκολλημένος σε ένα παρελθόν που ποτέ δεν υπήρξε, νοσταλγός εποχών όπου οι λέξεις «νοματαίοι», «σακαφιόρα», «χοροεσπερίδα», «παρφουμαρισμένη», «αλαμπρατσέτα», «σουσουράδες» κ.ά. δεν προκαλούσαν γέλιο· ο Πελάτης που βρίσκει κάθε φορά μέσα στη σούπα του τα πιο αλλόκοτα αντικείμενα και πλάσματα αλλά επιμένει να τρώει κάθε μέρα στο ίδιο εστιατόριο (και πάντα σούπα!)· ο μπαμπάς της οικογένειας Δαπόντε που βρίσκει συμπαθέστατο κάθε υποψήφιο γαμπρό της κόρης του· ο δύστυχος κύριος Κλιάφας που πάντα έχει προβλήματα και πάντα τα εκμυστηρεύεται, ματαίως, στον μπάρμαν με το όνομα Λούθερ. Αυτός ο κόσμος που επαναλαμβάνεται πεισματικά (τελικά πόσο λίγο διαφέρει από τον δικό μας…) και κανείς δεν ανήκει πουθενά παρά μόνο στο αυτόκλειστο των δικών του προβλημάτων, είναι απολαυστικός για τους αναγνώστες του γιατί, κατ’ αρχάς, είναι πολύ αστείος. Το χιούμορ του Βαβαγιάννη είναι πάντα πηγαίο, πρωτότυπο και ευφυές. Κυρίως, όμως, είναι ένας κόσμος που μας κάνει να αντιμετωπίζουμε με περισσότερη επιείκεια τον δικό μας και να αυτοβαυκαλιζόμαστε ότι όλα βαίνουν καλώς, αφού “εκεί έξω”, στα Κουραφέλκυθρα λόγου χάριν, τα πράγματα είναι χειρότερα. Εμ, δεν είναι. Ο τόμος «Κουραφέλκυθρα Omnibus II» (εκδόσεις Jemma Press) περιλαμβάνει όλο το υλικό που δημοσιεύτηκε στο socomic.gr από το 2014 έως το 2018, σχολιασμένο από τον δημιουργό του και συνοδευμένο από ένα φλιπ κόμικς με τη συμμετοχή των Παναγιώτη Πανταζή, Πάνου Ζάχαρη, Γιάννη Ρουμπούλια, Δήμητρας Αδαμοπούλου, Γιώργου Γούση, Αγγελικής Σαλαμαλίκη, Αλέξιας Οθωναίου, Πέτρου Χριστούλια, Τάσου Ζαφειριάδη, Έφης Θεοδωροπούλου, Θανάση Πετρόπουλου και Τάσου Μαραγκού. *Omnibus: Έκδοση που περιλαμβάνει υλικό από πολλούς τόμους που εκδόθηκαν ξεχωριστά. Και το σχετικό link...
  10. ramirez

    ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ [ (1944-2019) ]

    Σημερινό άρθρο του Νίκου Ξυδάκη στο Έθνος. Γιάννης Ιωάννου, η κληρονοµιά Πήγαινα να βρω τον Αλτάν, στην έκθεση γελοιογραφίας στο Σύνταγµα, απευθείας από το αεροδρόµιο, υπακούοντας στα SMS του Σπύρου. Κι έπεσα στον Γιάννη. Είχα να τον δω καιρό – ο Ιωάννου δεν ήταν της πολλής συνάφειας. Αδυνατισµένος, η αρρώστια είχε κουράσει το θηρίο, τον ψηλό, ευσταλή, ήρεµο Γιάννη. Ξεχύθηκε µόνη της η χαρά που τον έβλεπα, κάποια στιγµή άκουσα τον εαυτό µου κατάπληκτο να τον αποκαλεί «αγάπη µου». Ήταν υπερβολή; Όχι, ευτυχώς που είπα αυτό που ένιωθα και του άξιζε: την εκτίµηση, τον θαυµασµό, την αγάπη εντέλει, για τον καλλιτέχνη και τον άνθρωπο που είχα την τύχη να γνωρίσω από τον καιρό που δούλευα στην ένδοξη «Βαβέλ» και την «Πρώτη». Ύστερα πήγαµε για τσάι και απεριτίφ, µε τον Αλτάν, τη Νίκη, τον Σπύρο και τον Γιάννη, στη Στοά Μπολάνη, προτού καταλήξουν στο δείπνο των καλλιτεχνών της έκθεσης. Μιλούσε γαλλικά στον Βενετσιάνο οµότεχνο. Εκεί του µετέφερα τα λόγια του κοινού φίλου Αλέξη, πολιτικού συντάκτη τα χρόνια της «Πρώτης», πόσο οξυδερκή και θαρραλέο αναλυτή τον θεωρούσε – και το συµµεριζόµουν. Χαµογέλασε αχνά: «Υπερβάλλετε...». Κάθε έπαινος του αξίζει, κι ευτυχώς έλαβε πολλούς εν ζωή, και από τον δήµο και από τους σοφιστές. Τι να πρωτοπείς; Για την προσωπική ακεραιότητα, το πολιτικό θάρρος και την πολιτική οξύνοια, την καλλιτεχνική µετουσίωση του ευτελούς και τετριµµένου, τον ανελέητο φωτισµό του εξουσιαστή και του φαύλου, την πλούσια τονικότητα των κρίσεων και των περιγραφών; Ας αρκεστούµε σε αυτό: ο Ιωάννου ήταν από τους πιο εµπνευσµένους και επιδραστικούς αφηγητές της Ελλάδας, τα τελευταία σαράντα χρόνια. Αφηγήθηκε τις ζωές µας. Μας έδειξε προς τα πού να κοιτάµε, τι να ψάχνουµε κάτω από τη φόδρα του προφανούς, πώς να µη βολευόµαστε στα στερεότυπα και τους χυλούς του µέσου όρου, να αντιµετωπίζουµε τα δύσκολα ερωτήµατα, να µην ισοπεδώνουµε άδικα, τεµπέλικα, αλλά και να παίρνουµε θέση. Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, έδειξε τους ταπεινούς σαν θυµόσοφους, εντόπιζε τις ποταπές έξεις και τις ρητορείες, χαστούκιζε την υποκρισία και τους πονηρούς φαιοφορούντες, αλλά ποτέ δεν πρόσβαλλε προσωπικές ζωές. Μια ζωντανή, ριψοκίνδυνη, καθηµερινή διαλεκτική ήταν η δουλειά του, διαλεκτική της ισχύος, της κυριαρχίας, της βιοπολιτικής, του αληθούς, του προφανούς και του υποδηλούµενου. Η σειρά του «Τρίτου ∆ρόµου» ιδίως, αλλά και ο «Ευρωπαίος», το «Θαύµα», το «Τέλος εποχής», είναι τα πολύτροπα χρονικά της Μεταπολίτευσης, πολιτικά, κοινωνικά, ανθρωπολογικά. ∆ηλαδή χρονικά ζωής όλων όσοι ενηλικιώθηκαν και µεγάλωσαν αυτά τα σαράντα χρόνια. Οι ιστορικοί τέχνης θα εξετάσουν την εξέλιξη της γραφής του· εγώ µπορώ να πω πως µε τα χρόνια γινόταν όλο και πιο αφαιρετικός, λιτός, µινιµαλιστής, όλο και πιο εκφραστικός και ουσιώδης, και στο τέλος λυρικός. Η εκδηµία του, τρία χρόνια µετά τον άλλο µεγάλο Γιάννη, τον παθιασµένο ροµαντικό Καλαϊτζή, βρίσκει την Ελλάδα σε µεταίχµιο. ∆εν υπάρχουν σκιτσογράφοι και κοµίστες σαν αυτούς, δεν υπάρχουν εφηµερίδες και περιοδικά σαν αυτά που τους φιλοξένησαν, δεν υπάρχει δηµοσιογραφία σαν αυτή που υπηρέτησαν. Κάτι άλλο, κάποιοι άλλοι, θα πάρουν τη θέση τους· ελπίζω αντάξιο ή τουλάχιστον αναλόγως λυσιτελές, να εκφράζει τον καιρό, να εκφράζει τους ανθρώπους, να βγάζει γλώσσα στην εξουσία, να δείχνει τους γυµνούς γυµνούς, να διαµορφώνει και να εκπαιδεύει, να παρηγορεί. Άµµες δε γ’ εσόµεθα πολλώ κάρρονες: Ας είναι αυτή η κληρονοµιά του Γιάννη Ιωάννου.
  11. ramirez

    ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ [ (1944-2019) ]

    Σκίτσο του Δημήτρη Χαντζόπουλου στην εφημερίδα Καθημερινή.
  12. ramirez

    ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ [ (1944-2019) ]

    Σκίτσο του Βαγγέλη Χερουβείμ στην εφημερίδα Αυγή.
  13. ramirez

    ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ [ (1944-2019) ]

    Σημερινό άρθρο του Στάθη στο Ποντίκι. Η εκδημία του Γιάννη Ιωάννου είναι μεγάλη απώλεια (διότι μπροστά του είχε σπουδαίο έργο να δώσει ακόμα) – είναι μεγάλη απώλεια για τη γελοιογραφία, τη δημοσιογραφία και τα ελληνικά γράμματα. Διότι, όταν έρθει η ευλογημένη ώρα να ασχοληθεί το ρωμαίικο των νεοελλήνων με τη μνημείωση του σύγχρονου πολιτισμού μας, ο Γιάννης Ιωάννου θα κατέχει στα ελληνικά γράμματα περίοπτη θέση, αυτήν που ήδη κατέχει στο οιονεί Πάνθεον των διεθνικών δημιουργών της χώρας μας. Ο Γιάννης Ιωάννου υπήρξε ο μεγαλύτερος γελοιογράφος της γενιάς του. Η εμφάνισή του στις αρχές της Μεταπολίτευσης δημιούργησε τομή στην ελληνική γελοιογραφία. Στο έως τότε λαϊκό κυρίως χιούμορ που χαρακτήριζε την πολιτική (και την κοινωνική) γελοιογραφία, ο Ιωάννου έφερε μια αύρα απ’ το γαλλικό πνεύμα, από την Ιταλία, συνολικά από μια Ευρώπη όπου τότε έβραζαν η πολιτική και οι προσδοκίες. Με μόνη εξαίρεση τον Γιάννη Καλαϊτζή, ο οποίος υπήρξε ο σκαπανέας αυτής της «σχολής», ο Γιάννης Ιωάννου επηρέασε όλους τους μεταγενέστερους και πολλούς προγενέστερους. Εισήγαγε στην ελληνική γελοιογραφία το γκαγκ, το εύρημα, και την έβγαλε από την εύθυμη μεν, πνευματώδη συχνά, αλλά απεικόνιση συνήθως των γεγονότων και των καταστάσεων. Με τους μεγάλους έλληνες γελοιογράφους που ήδη απ’ τις προηγούμενες δεκαετίες η δουλειά τους ήταν θρυλική, ο Ιωάννου και πλήθος νεότερων που εμφανίσθηκαν κατ’ ακολουθίαν δημιούργησαν την εποποιία της ελληνικής γελοιογραφίας, επί τριακονταετίαν, ώσπου ο Τύπος να φθηνύνει και να εκπέσει στα χάλια που είναι σήμερα. Η γελοιογραφία του Ιωάννου μεγαλούργησε στον «Σχολιαστή», την «Ελευθεροτυπία», το «Ποντίκι», το «Αντί» και πλήθος άλλων εντύπων, δημιουργώντας έναν κόσμο ολόκληρο. Σ’ αυτόν τον χάρτινο κόσμο ο πραγματικός κόσμος έβρισκε τον μάστορή του. Ανηλεής προς πάσαν παθογένεια ο Ιωάννου ενίοτε στερούσε από τα σκίτσα του το στοιχείο της αγάπης προκειμένου να φθάσει ως τη ρίζα του κακού. Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί κυνισμός, αλλά δεν ήταν, διότι ο Γιάννης δεν στάθηκε ποτέ με την πλευρά της εξουσίας, με το «δίκιο των Δυνατών». Ο Γιάννης ήταν αριστερός. Πρωταγωνιστές στα σκίτσα του ήταν η αναζήτηση της αλήθειας και η αφύπνιση της κριτικής σκέψης και στάσης, όσον και τα παθήματα του καθημερινού ανθρώπου. Ο Ιωάννου ενθουσίασε το κοινό του. Η ανάγνωση του έργου του ήταν προτεραιότητα για χιλιάδες κόσμου, όταν άγγιζαν την εφημερίδα ή όποιο άλλο έντυπο στο οποίο εργαζόταν. Κατέκτησε μια δόξα δύσκολη και αθάνατη, κέντησε το χρονικό της εποχής μας με την ακρίβεια ενός ντετέκτιβ που ιχνηλατούσε τα ανθρώπινα σε πολλαπλά επίπεδα – η πολιτική, η τέχνη, η φιλοσοφία, οι μεταξύ μας σχέσεις, έγιναν στα χέρια του Γιάννη Ιωάννου η εικονογράφηση της Ποικίλης Στοάς των καιρών μας. Οι άνθρωποι αποδελτίωναν τα σκίτσα του και τα κρατούσαν ως μνήμη και απόλαυση. Το κιτρινισμένο χαρτί της εφημερίδας με το σκίτσο του Γιάννη τυπωμένο πάνω του γινόταν χρυσάφι. Έβρισκες σκίτσα του παντού, στα δημοσιογραφικά γραφεία, στα κουρεία, στους τοίχους των σπιτιών, παντού. Μέγας. Ελπίζω στην παρακαταθήκη του – που σήμερα απαντάται μόνον σε λίγες εφημερίδες, όπου ακμάζουν σπουδαίοι σκιτσογράφοι. Ελπίζω στην ημέρα που τα καλά ελληνικά, η ανεξάρτητη έρευνα και η πολιτική εντιμότητα θα βρουν το μέσο ενημέρωσης όπου θα ανθήσουν και πάλι χάριν των πολιτών επηρεάζοντας και τα άλλα μέσα. Προσωπικώς έμαθα απ’ τον Γιάννη Ιωάννου πολλά, όπως απ’ τους Μητρόπουλους, τον ΚΥΡ, τον Αρχέλαο, τον Χριστοδούλου, το ίδιο (εξακολουθώ να) μαθαίνω και από τους νεότερους, τρέχοντες, πολύ καλούς συναδέλφους. Με τον Ιωάννου όμως η μάθηση άγγιξε μίμηση. Κανείς μας (πλην ίσως του Μποστ) ούτε έπεσε, ούτε πέφτει απ’ τον ουρανό. Η σχολή του Ιωάννου έχει δημιουργήσει προηγούμενο για το επόμενο. Vita brevis, ars longa – ο χάρτινος βίος του κορυφαίου γελοιογράφου θα είναι μακρύς και θα επηρεάζει τα ελληνικά γράμματα γόνιμα και εις βάθος. Για τη χαρά της απόλαυσης που έδωσες σε χιλιάδες αναγνώστες, για την οξεία κριτική σκέψη που προσέφερες, για την αγάπη σου προς την ελευθερία, στα Ηλύσια και σε τόπους φωτεινούς, ταξίδευε…
  14. Εξώφυλλο του Φώτη Πεχλιβανίδη.
  15. Λίγο πριν η Archie Publishing κλείσει τα 80 της χρόνια, μιλήσαμε με τη Nancy Silberkleit για τα μπέργκερ στο Riverdale, το στάτους της ως μοναδική γυναίκα co-CEO στα κόμικ και τους λόγους που κάνουν τον Archie υπερήρωα. Η επαγγελματική κάρτα της Nancy Silberkleit ντροπιάζει όλες τις επαγγελματικές κάρτες που έχουν τυπωθεί ποτέ στην ιστορία. “Are you a Betty?”. “Are you a Veronica?”. Κάθε πολύχρωμη πλευρά της αναρωτιέται με ποια ηρωίδα του ‘Archie’ ταυτίζεσαι και σε προσκαλεί να ξύσεις το comic bubble που σου κάνει την ερώτηση. Από το καθένα αναδύεται ένα διαφορετικό άρωμα που σου δίνει την απάντηση. Της Betty είναι κοριτσίστικο, φρέσκο και πιπεράτο. Μυρίζει καλοκαίρι. Της Veronica είναι επίμονο, πολυτελές και τολμηρό. Τη φαντάζεσαι στο yacht του πατέρα της με ένα κοκτέιλ στο χέρι, γεμάτη ‘C.I.A’. Το τελευταίο είναι ορισμός που έχει εφεύρει η ίδια η co-CEO της Archie Publishing. Μου την εξήγησε όταν τη συνάντησα στο πλαίσιο του Comicdom Con Athens. C για Confidence (αυτοπεποίθηση), I για Intelligence (ευφυΐα), A για Allure (γοητεία). Η Veronica κουβαλούσε πάντα τόνους και από τα τρία. Γι’ αυτό και της είχα αδυναμία όταν διάβαζα μικρή τις περιπέτειές της στο Λύκειο του Riverdale κάθε καλοκαίρι. Παρότι κατά βάθος η καρδιά μου στήριζε τη Betty. «Έχουν τα θέματά τους, αλλά αγαπούν πολύ η μία την άλλη και είναι εκεί όταν χρειάζεται. Μακάρι οι άνθρωποι να μπορούσαν να είναι τόσο κοντά, όσο είναι η Veronica με τη Betty». Περιτριγυρισμένη από έργα τέχνης που έφτιαξαν καλλιτέχνες όπως ο Ηλίας Κυριαζής και η Σοφία Σπυρλιάδου στο πλαίσιο της έκθεσης του Comicdom στα TGI Friday’s, η διευθύνουσα σύμβουλος γνωρίζει πολύ καλά τι κάνει την εταιρεία της και την ίδια να διαφέρουν. H Archie Publishing κλείνει σύντομα τα 80 της χρόνια και έχει πετύχει κάτι μοναδικό στη βιομηχανία της. Παραμένει ακόμη οικογενειακή επιχείρηση. Και η Sillberkleit είναι μόλις η δεύτερη γυναίκα σε τέτοια διοικητική θέση. Γι’ αυτό και μας συμβούλευσε να κρατήσουμε την υπογραφή της. Μπορεί σε κάποια χρόνια να αξίζει εκατομμύρια. Η Nancy Silberkleit με φαν στο Comicdom Con Athens Η πρώτη CEO, η Jenette Kahn που κρατούσε το τιμόνι της DC Comics για πάνω από δύο δεκαετίες, το κατάφερε στα 28 της. Λέγεται όμως πως ο Joe Orlando - τελικά ένας από τους πιο αγαπημένους της συναδέλφους κατά δική της ομολογία - έκανε εμετό στο άκουσμα της πρόσληψής της. Η Silberkleit δεν είναι άσχετη με τέτοια ενδοεταιρικά προβλήματα, αλλά το αρχικό πρόβλημα που έπρεπε να διαχειριστεί ήταν ο εαυτός της. Το e-mail της κάρτας της μού έδωσε μια πρώτη ιδέα. Αντί για το ονοματεπώνυμό της, χρησιμοποιεί το εμπνευσμένο ‘Accidental Boss’. «Ήμουν δασκάλα σε σχολείο. Δίδασκα καλλιτεχνικά. Ποτέ δεν είχα δει στην κρυστάλλινη γυάλα μου ότι θα ασχολούμουν με τις επιχειρήσεις. Οι δύο άνδρες που έφεραν την εταιρεία στη δεύτερη γενιά της, ο σύζυγός μου o Michael Silberkleit και ο συνεργάτης του ο Richard Goldwater, αλλά δεν είχαν σκεφτεί ποτέ κάποιο πλάνο διαδοχής. Και έχω να σου πω ότι είχα πει αστειευόμενη κάποια στιγμή πως αν το σκέφτονταν θα τους έπιανε πονοκέφαλος. Γιατί η τρίτη γενιά γύρω τους ήταν νεαρά κορίτσια. Οπότε δεν είχε συζητηθεί ποτέ μαζί μου το θέμα. Κι αν είχε συζητηθεί μάλλον θα είχα προσλάβει κάποιον δικηγόρο για να με προστατεύσει απ’ το να κάνω κάτι τόσο φρικτό! (γελάει). Γιατί όταν μπήκα στην επιχείρηση τότε, σκεφτόμουν ότι το boardroom της εταιρείας ήταν πολύ πιο πάνω από μένα και η επιχειρηματική δραστηριότητα ήταν έτη φωτός μακριά μου. Δεν ένιωθα τίποτε να με συνδέει με αυτά. Στην πραγματικότητα είχα περισσότερα προσόντα από τα απαιτούμενα. Κοιτώντας πίσω, το αληθινό πρόβλημα ήταν πως δεν είχα ξαναδιαβάσει κόμικ και δεν είχα διαβάσει ποτέ κόμικ του Archie. Ήταν παντού μέσα στο σπίτι μου αλλά δεν δει ποτέ το διάβασμα ως ψυχαγωγία. Και αυτό συνέβη γιατί ο τρόπος που μου παρουσιάστηκε το διάβασμα ήταν τέτοιος που δεν μπορούσα να δεθώ μαζί του». Η ανώμαλη προσγείωσή της με το διάβασμα ήρθε όταν την ενημέρωσαν ότι έπρεπε να επαναλάβει την Πρώτης Δημοτικού γιατί δεν έκανε καλή ανάγνωση. Θυμάται ακόμη τα καλά ρούχα και παπούτσια που είχε διαλέξει για την πρώτη μέρα του σχολείου στη Δευτέρα. Θυμάται και το στομάχι της να πέφτει όταν της έκαναν νόημα να πάει πίσω με τα πρωτάκια. «Αν μου είχαν δείξει κάποιο κόμικ, σίγουρα θα μου είχε κάνει κλικ. Έγινα δασκάλα καλλιτεχνικών οπότε είμαι βέβαιη πως, αν το άτομο που ήταν υπεύθυνο να μου μεταδώσει την αγάπη για το διάβασμα μου είχε δείξει κάποιο κόμικ, θα το είχα ερωτευτεί. Αλλά γεννήθηκα το 1954 και τα κόμικ είχαν κακή φήμη τότε. Προωθούσαν προπαγάνδα και δεν ήταν κάτι που θα έδινες σε ένα μικρό παιδί που ξεκινούσε να διαβάζει. Αν μου είχαν δώσει κόμικ του Archie, είμαι σίγουρη ότι θα το είχα αγκαλιάσει το διάβασμα. Οπότε η γνωριμία μου με τα κόμικ έγινε όταν βγήκα από την αίθουσα του σχολείου και μπήκα στην αίθουσα συνεδριάσεων. Θα γινόμουν μία από τα δύο κεφάλια της εταιρείας και, φυσικά, ως δασκάλα ήξερα ότι πρέπει να κάνεις την έρευνά σου και να ξέρεις τι εκπροσωπείς. Οπότε έπαιρνα σπίτι τα κόμικ και πίστεψέ με, δεν ήθελα να το κάνω. Αλλά όταν έφτασαν στα χέρια μου και έβρισκα χρόνο το βραδάκι για να τα διαβάσω, δεν μπορούσα να τα ακουμπήσω κάτω. Και αν κάποιος με καλούσε να κάνουμε κάτι έξω, του έλεγα όχι! Πρέπει να διαβάσω τα Archie μου! (γέλια). Έκανα στοίβες με αυτά που είχαν επιδραστικά μηνύματα και ήταν τόσα πολλά». Όσο μου μιλούσε, σκεφτόμουν πόσο καλή δασκάλα πρέπει να ήταν. Τέλεια προετοιμασμένη, επεξηγηματική, με χιούμορ, πάναπλη, και με αύρα κάποιας θείας που θα ήθελες να βλέπεις πιο συχνά. Πλέον γυρίζει σχολεία του κόσμου και παγκόσμια συνέδρια για να αναπτύξει τις αγαπημένες της θεματικές - την αξία των σπουδών, το περιβάλλον και το anti-bullying. Οι σχέσεις της με διάφορες κοινότητες των Α.Μ.Ε.Α. είναι στενές. Η ίδια έχει δημιουργήσει τον χαρακτήρα της Scarlet - ένα αυτιστικό κορίτσι που παραγκωνίζεται όταν δεν ξέρει πώς να προσεγγίσει φίλους στο Riverdale High. Η γλώσσα των ‘Archie’ είναι το πιο κατάλληλο εργαλείο για αυτά τα μηνύματα. Θα δυσκολευτείς να βρεις πιο καλόγνωμα κόμικ από τα classics. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κι αυτά ενίοτε δεν είχαν πέσει σε λάθη. «Ήμουν μόλις σε ένα πανεπιστήμιο στις Συρακούσες της Νέας Υόρκης και έχουν μια τεράστια συλλογή από τα strips του Bob Montana. Πήγα στη βιβλιοθήκη τους και είχαν πολλά στο τραπέζι, και ήταν ένα που, θεέ μου, λυπήθηκα τόσο που είχαν γράψει αυτή την ιστορία. Οι φεμινίστριες του σήμερα δεν θα ήθελαν καν να εκδοθεί κάτι τέτοιο. Αλλά και πάλι, σου μένει το μήνυμα ότι ήταν λάθος. Ήταν μια ιστορία από τα τέλη των 1940s όπου οι γονείς του Archie είχαν φύγει και έπρεπε να βρει μόνος του φαγητό. Είχε, νομίζω, μονάχα 2 δολάρια, αλλά όταν το έμαθε η Betty ήθελε να βοηθήσει γιατί είναι πάντα εξυπηρετική και ήταν κι ευκαιρία να έρθει πιο κοντά του και να του δείξει τις ικανότητές της. Οπότε προσφέρθηκε να πάει για ψώνια και να μαγειρέψει κι εκείνος δεν πίστευε ότι είχε κάνει όλα αυτά τα ψώνια με τα 2 του δολάρια. Το strip σού έκλεινε το μάτι, γιατί η Betty δεν του είπε ότι είχε βάλει και δικά της χρήματα για τα ψώνια του. Δεν ήξερε όμως ότι ο Archie είχε προσκαλέσει και τη Veronica για δείπνο. Μ’ έπιασε η καρδιά μου. Αυτό δεν είναι κάτι που θα θέλαμε να κάνουν ποτέ τα νεαρά αγόρια. Οι νεαροί άνδρες του 21ου αιώνα δεν θα ήταν ίσως τόσο απερίσκεπτοι. Αλλά δες την εικόνα που παρουσίαζε - τη γυναίκα στην κουζίνα. Οι ιστορίες του Archie είναι ιστορίες που οι άνθρωποι κουβαλούν μαζί τους για μια ζωή και είναι επιδραστικές, γι’ αυτό και τις στοίβες που μάζευα ήθελα να τις μοιραστώ και να τις επικοινωνήσω στους ανθρώπους. Γιατί είχαν σημαντικά μηνύματα. Και είμαι και δασκάλα οπότε μάζευα και ιστορίες που με έκαναν να γελάσω. Η σωματική κωμωδία μπορεί να κάνει πολύ καλό και εκεί μπαίνει ο όρος ‘Θεραπεία με τον Archie’. Ταξιδεύοντας την υδρόγειο έχω ακούσει πολλές προσωπικές ιστορίες από άτομα που μοιράζονταν μαζί μου ότι, ως παιδιά ή έφηβοι, ήταν σε οικογένειες όπου υπήρχε κακοποίηση ή αλκοολισμός και βουτούσαν στα κόμικ για να βρουν τη φαντασία, τη χαρά και το καλό. Με συγκινεί που ο Archie κατάφερε να είναι βάλσαμο γι’ αυτούς σε πολύ δύσκολες ώρες». Θα περίμενε κανείς, ακριβώς επειδή είναι τόσο περήφανη για το καλοπροαίρετο DNA των ‘Archie’ που τόσες φορές τα έχει βάλει σε μπελάδες ως βαρετά και υπερβολικά ζαχαρένια (εντάξει, ‘Sugar Sugar’ τραγουδούσαν οι άνθρωποι), να είναι επιφυλακτική απέναντι στο ‘Riverdale’. Σε σχέση με τα κόμικ, ακόμη και τα υπερεπιτυχημένα τεύχη του σύγχρονου, αγαπημένου μου reboot από το 2015 και μετά, η σειρά είναι σκοτεινή, μελοδραματική και σίγουρα προκλητική. Η γυναίκα είναι φανατική. «Η σειρά είναι εκπληκτική. Και έχω δει τόσο κόσμο και μεγαλύτερες κυρίες που ήταν κλασικοί αναγνώστες μας να χτυπιούνται και να είναι σε σημείο λιποθυμίας επειδή άκουσαν τι κάνει η σειρά χωρίς να έχουν ανοίξει το κανάλι. Τους έλεγα να το ανοίξουν γιατί η σειρά αγκαλιάζει την πλατφόρμα του Archie. Τα κόμικ του Archie θα γίνουν σύντομα ογδόντα ετών, το 1941 ιδρύθηκαν, και η εταιρεία βρήκε την αρχική φόρμουλα και μετά τους σεναριογράφους και τους καλλιτέχνες που την αγκάλιασαν και την κινούσαν. Η φόρμουλα ήταν απλή - έφηβοι σε ένα Λύκειο. Οι άντρες της εταιρείας τότε δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι έφηβοι σε όλη την Αμερική θα έβλεπαν τον εαυτό τους σ’ αυτό το Λύκειο. Στην Αμερική και σε όλον τον κόσμο. Είχαν παρόμοια αλληλεπίδραση και παρόμοιες εμπειρίες που, σε όποιο Λύκειο και οπουδήποτε να βρίσκεσαι στον πλανήτη, θα έμοιαζαν. Η φόρμουλα είχε τοποθετήσει εκεί τότε τους χαρακτήρες και δημιουργούσε και λίγο χάος. Το ‘Riverdale’ δημιουργεί πολύ χάος! Είναι σύγχρονο χάος, πολύ σοβαρό και σκοτεινό. Με το μικρό χάος, οι ιστορίες άφηναν τους χαρακτήρες να το λύσουν χωρίς την επέμβαση ενηλίκων». «Το σημαντικό συστατικό ήταν όμως, πώς θα μπορούσε η εταιρεία να συνεχίσει δεκαετία μετά τη δεκαετία; Γιατί μέρος της φόρμουλας ήταν η ίδια η πραγματικότητα. Έμενε σχετική με τους καιρούς μένοντας συνδεδεμένη με τα γεγονότα της κάθε δεκαετίας», αναγνωρίζει. «Όταν ξεκίνησε ο Archie είχαμε τα ποδήλατα, τις φούστες χούλα-χουπ, τα μίλκσεϊκ. Στη συνέχεια είχαμε το ρεύμα των Mods και τη ντίσκο και αργότερα τα τεράστια κινητά που ήταν πιο ψηλά απ’ τ’ αυτιά σου. Τότε άρχισαν τα πράγματα να κινούνται πολύ γρήγορα κι έτσι πήγαμε στο texting. Σήμερα υπάρχουν ζητήματα με την κατάχρηση οπιοειδών, τις συμμορίες, τα ναρκωτικά και το ‘Riverdale’ τα περιλαμβάνει και είναι αληθινό. Κάτι που μου έμεινε στο μυαλό και ήταν χρήσιμο για μένα ως μητέρα, ήταν μια σκηνή με ένα φανταστικό ναρκωτικό, το Jingle Jangle. Τα προτείνουν σε ένα πάρτι στους ήρωες και η Veronica λέει ναι. Ο Archie και η Betty, προφανώς, τι άλλο περιμένετε, λένε όχι. Η Veronica έχει τη CIA, που λέω εγώ, μέσα της - Confidence (αυτοπεποίθηση), Intelligence (ευφυΐα) και Allure (γοητεία). Πάντα θέλει να είναι αυτή που τραβά την προσοχή. Απογοητεύτηκα γιατί τα ναρκωτικά και τα κόμικ του Archie είναι έτη φωτός μακριά, αλλά εδώ ήταν η πραγματικότητα. Η πίεση συνεχίστηκε όμως, ρώτησαν ξανά τη Betty και τον Archie. Εκείνη φυσικά είπε όχι, αλλά ο Archie δέχτηκε. Σοκαρίστηκα αλλά σεναριακά ήταν τέλειο. Ο Roberto Sacasa, ο σεναριογράφος, και όλοι οι ταλαντούχοι άνθρωπο της σειράς έκαναν φανταστική δουλειά. Γι’ αυτό λέω στους εξηντάρηδες και τους εβδομηντάρηδες που ίσως δεν θέλουν να τ’ ακούσουν, ότι η σειρά είναι ωφέλιμη. Νομίζεις ότι μπορείς να πάρεις τηλέφωνο το παιδί σου που είναι 20 ετών και να του μιλήσεις για τα ναρκωτικά; Θα στο κλείσει. Αλλά αν ρωτήσεις αν είδε κάτι στο ‘Riverdale’ και το πιάσεις από εκεί, μπορείς ακόμη και να χρησιμοποιήσεις μια δική σου παρόμοια εμπειρία για να συνεχίσεις τη συζήτηση και να δώσεις ένα παράδειγμα αντιμετώπισης. Η σειρά είναι εξαιρετική και δίνει την ευκαιρία της επικοινωνίας σε διαφορετικές γενιές. Πολλά νεαρά παιδιά που βλέπουν τη σειρά δεν ξέρουν για τα classics και εκπλήσσονται όταν οι γονείς τους ξέρουν τους χαρακτήρες. Ξέρεις τον Archie; Τον δικό μου Archie; Και φυσικά συμβαίνει και το ανάποδο. Δημιουργείται διάλογος μεταξύ γενεών και τα κόμικ του Archie τιμούσαν πάντα τον διάλογο». Η ανάγκη της εξέλιξης με τους καιρούς είναι μια τεράστια απαίτηση στον χώρο της. Κόμικ σαν τα ‘Archie’, τα ‘Superman’ και τα ‘X-Men’ δεν έχουν ημερομηνία λήξης. Σε αντίθεση με τους πρωταγωνιστές μιας σειράς ή μιας δίωρης ταινίας, οι δημιουργοί τους έχουν την τιτάνια αποστολή να τα διατηρούν βιώσιμα από δεκαετία σε δεκαετία. Στον σημερινό κόσμο του σπάντεξ κιόλας, η επιβίωση του κοινού θνητού Archie τον κάνει από μόνη της υπερήρωα. «Ήταν ένα αμερικανικό brand που εξαπλώθηκε παντού πολύ γρήγορα γιατί οι άνθρωποι συνδέονταν με τους χαρακτήρες. Ήταν σημαντικοί και γι’ αυτό ρωτούσαν, είσαι μια Betty ή μήπως είσαι μια Veronica; Τα κόμικ του Archie φτιάχτηκαν στα ‘40s για τη γυναίκα αρχικά. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί έξω. Και τι θα ήταν καλύτερος πόλος έλξης και απασχόλησης από ιστορίες για την αγάπη και το dating; Αλλά και οι άντρες τελικά ενδιαφέρθηκαν εξίσου. Ο Archie ήταν κάτι σαν εγχειρίδιο για το πρώτο σου φιλί. Οι χαρακτήρες ήταν και είναι υπερήρωες στην εξερεύνηση του σχολείου, των σχέσεων και, για το παγκόσμιο κοινό, της αμερικανικής ζωής. Μια Ινδή κοπέλα μου είπε κάποια στιγμή πως όταν ήρθε στην Αμερική, ένιωθε προετοιμασμένη γιατί είχε διαβάσει ‘Archie’. Όταν όμως παρήγγειλε μπέργκερ για πρώτη φορά απογοητεύτηκε γιατί νόμιζε ότι τα μπέργκερ μας είναι όλα ψηλά και τεράστια σαν του Jughead!» (γέλια). Όσο κρατούσε την Coca-Cola της στο χέρι με φόντο τα κλασικά κόκκινα καθίσματα των αμερικανικών diners και περιεργαζόταν το καλαμάκι της (ήθελε να δει αν είναι πλαστικό), σκεφτόμουν πόσο τέλεια θα ταίριαζε η εικονογραφημένη φιγούρα της σε κάποιο τεύχος. Σκεφτόμουν επίσης ότι δεν υπάρχει περίπτωση να ξεφορτωθώ ποτέ την υπογραφή της. Riverdale Meets (@) Fridays: Η φετινή έκθεση του Comicdom Con Athens είναι αφιερωμένη στον Archie και την παρέα του Riverdale. Δέκα Έλληνες δημιουργοί comics εμπνέονται από τους αγαπημένους μας ήρωες και μας προσφέρουν τη δική τους εκδοχή, αποδεικνύοντας ότι ο Archie και η παρέα του παραμένουν ακόμα και σήμερα επίκαιροι και ανατρεπτικοί. Θα τα βρείτε όλα στο TGI Friday's στο Κολωνάκι έως τις 5/5. Και το σχετικό link...
×

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.