Jump to content

ramirez

Members
  • Content Count

    3,952
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    11

ramirez last won the day on April 4

ramirez had the most liked content!

Community Reputation

29,843 Excellent

2 Followers

About ramirez

  • Rank
    WHAT ? ME WORRY ?
  • Birthday November 28

Contact Methods

  • Website URL
    http://

Profile Information

  • Gender
    Male
  • Country
    Greece

Recent Profile Visitors

3,380 profile views
  1. Δύο φίλοι. Ένα δεντρόσπιτο. Αμέτρητοι όροφοι. Αντισυμβατικό χιούμορ. Σουρεαλιστικές καταστάσεις. Η συνταγή των Άντι Γκρίφιθς και Τέρι Ντέντον είναι απόλυτα επιτυχημένη. Γι’ αυτό συνεχίζεται με το δεντρόσπιτο να μη σταματά να ψηλώνει και να απλώνεται. Τα παιδικά κόμικς έχουν επιστρέψει για τα καλά και έχουν εδραιωθεί στις αναγνωστικές συνήθειες πολλών ανηλίκων τα τελευταία χρόνια. Πρόσφατα παρουσιάζαμε από αυτές εδώ τις σελίδες τις παιδικές σειρές «Τα Ημερολόγια της Εστέρ», «Αριόλ», «Καπετάν Βράκας», «Dogman» κ.ά. που σημειώνουν τεράστια επιτυχία σε όλο τον κόσμο και έχουν κυκλοφορήσει μεταφρασμένες και στα ελληνικά. Μια ανάλογη υβριδική σειρά με κόμικς και εικονογραφημένα κείμενα είναι και «Το Θεότρελο Δεντρόσπιτο» του Αυστραλού συγγραφέα Άντι Γκρίφιθς σε σχέδια του εικονογράφου Τέρι Ντέντον (στα ελληνικά κυκλοφορούν οι έξι πρώτοι τόμοι από τις εκδόσεις Ψυχογιός, οι πρώτοι σε μετάφραση Μαλβίνας Αβαγιανού και στη συνέχεια σε μετάφραση της Έρρικας Πάλλη, ενώ αναμένονται και οι υπόλοιποι). Η σειρά ξεκίνησε το 2011 με πρωταγωνιστές δύο φίλους, τον Άντι και τον Τέρι (διόλου συμπτωματική η επιλογή των ονομάτων καθώς πρόκειται για τα ονόματα των δημιουργών της σειράς), που απολύτως συνειδητά δεν διευκρινίζεται ποτέ αν πρόκειται για παιδιά ή ενήλικους, με πιο πιθανή τη δεύτερη εκδοχή καθώς ποτέ και πουθενά δεν εμφανίζονται ενήλικοι, γονείς ή άλλοι μεγάλοι. Ο Άντι και ο Τέρι από τον πρώτο τόμο («Το Θεότρελο Δεντρόσπιτο με τους 13 Ορόφους») που κυκλοφόρησε διεθνώς το 2011 ξεκαθαρίζουν από τις πρώτες κιόλας σελίδες: «Ζούμε σε ένα δέντρο. Κοιτάξτε, όταν λέω “δέντρο” εννοώ δεντρόσπιτο. Και όταν λέω “δεντρόσπιτο”, δεν εννοώ ένα συνηθισμένο, παλιό δεντρόσπιτο. Εννοώ ένα δεντρόσπιτο με 13 ορόφους! Τι περιμένετε λοιπόν; Ανεβείτε!». Οι όροφοι όμως, όπως πολύ γρήγορα αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, δεν είναι απλώς πυκνά κλαδιά ή φυλλώματα αλλά ότι πιο παράξενο μπορεί να γεννήσει η φαντασία: μια δεξαμενή με ανθρωποφάγους χαρακτήρες, ένα μυστικό υπόγειο εργαστήριο, ένα θέατρο και μια βιβλιοθήκη, ένα σιντριβάνι λεμονάδας, μια διαφανής πισίνα, ένας γιγάντιος καταπέλτης, ένα ουράνιο παρατηρητήριο, ένα δωμάτιο παιχνιδιών, ένα γήπεδο μπόουλινγκ, ένας εξατμιστής λαχανικών, μια μηχανή ζαχαρωτών κ.λ.π. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον είναι αυτονόητο ότι επικρατεί ο σουρεαλισμός καθώς η αχαλίνωτη φαντασία του Γκρίφιθς δεν έχει όρια. Εξωγήινοι, ιπτάμενες γάτες, πελώριοι ουραγκοτάγκοι, ηλεκτροφόρα χέλια μπλέκονται στις ζωές των δύο φίλων που πάντα με επινοητικότητα, υπομονή και επιμονή καταφέρνουν να βρουν λύσεις και να συνεχίσουν την ανοικοδόμηση του πρωτότυπου σπιτιού τους. Κι αυτό γιατί οι Γκρίφιθς και Ντέντον φροντίζουν με συνέπεια να κυκλοφορούν κάθε χρόνο κι έναν καινούργιο τόμο στον οποίο προστίθενται πάντα 13 καινούργιοι όροφοι. Στην αγγλική έκδοση οι όροφοι έχουν ήδη φτάσει τους 130 χωρίς να φαίνεται τέλος στον ορίζοντα. Και γιατί να υπάρχει τέλος σε μια σειρά οργιώδους φαντασίας που απευθύνεται σε μικρά και μεγαλύτερα παιδιά, ουσιαστικά προτρέποντάς τα να αναπτύξουν κι αυτά τη δική τους φαντασία; Αυτό είναι άλλωστε ένα από τα βασικά ζητούμενα στο παιδικό βιβλίο και η σειρά με το «Θεότρελο Δεντρόσπιτο» τα καταφέρνει περίφημα. Και το σχετικό link...
  2. Στο τελευταίο Λούκυ Λουκ, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2020 στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μαμούθ Κόμιξ με τίτλο «Μπελάδες στις φυτείες», ο Λούκυ Λουκ, ο καουμπόι που «πυροβολεί πιο γρήγορα κι απ’ τη σκιά του», έρχεται αντιμέτωπος με έναν από τους πιο δύσκολους εχθρούς που έχει συναντήσει μέχρι σήμερα: τον φυλετικό ρατσισμό. Θέτοντας στο επίκεντρο ένα δυστυχώς διαχρονικά επίκαιρο κοινωνικοπολιτικό ζήτημα, το δημιουργικό δίδυμο των Achde’ (σχέδιο) και Jul (σενάριο) γράφει μία από τις καλύτερες μέχρι σήμερα ιστορίες με τον φτωχό και μόνο καουμπόι, με φόντο την ιδιαίτερη νότια πολιτεία της Λουιζιάνα, με τους βάλτους με πεινασμένους κροκόδειλους, τα μεγαλόπρεπα κυπαρίσσια με τους φαλακρούς αετούς και τα κοκκινόφτερα κοτσύφια, το άρωμα μανόλιας και το κατάλευκο βαμβάκι, το «άσπρο χρυσάφι». Κάνοντας ένα διάλειμμα από την κουραστική ζωή του καουμπόι, ο Λούκυ Λουκ βρίσκεται σε διακοπές στην ήσυχη Νιτσεβονάτντα, «το πιο ήσυχο μέρος σε όλο το Κάνσας». Από την αρχή της ιστορίας, ο έγχρωμος πληθυσμός της Αμερικής του 19ου αιώνα τοποθετείται στο προσκήνιο και ενσαρκώνεται σε μία από τις πιο λαμπρές εκφάνσεις του: οι δημιουργοί επιλέγουν τον Μπας Ριβς, τον πρώτο μαύρο βοηθό μάρσαλ που διορίστηκε δυτικά του Μισισιπή και δεινό σκοπευτή, του οποίου τα κατορθώματα αποτελούν διαχρονική πηγή έμπνευσης για τη μυθιστοριογραφία του Φαρ Ουέστ – πάνω του στηρίχτηκε άλλωστε εν πολλοίς και ο κινηματογραφικός Τζάνγκο του Ταραντίνο –, ως το υπαρκτό πρόσωπο που θα συμμετέχει εν είδει συμπρωταγωνιστή στην ιστορία τους. Η θρυλική μορφή του Μπας Ριβς χαίρει της εκτίμησης του εξίσου θρυλικού, πλην όμως φανταστικού πρωταγωνιστή μας, αφού εκμυστηρεύεται πως έχει μάθει πολλά χάρη σε εκείνον. Από την αρχή της ιστορίας, ο σερίφης Μπας έχει συλλάβει τους Ντάλτον στη θέση του Λούκυ Λουκ, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο τη θέση των δύο ανδρών ως ίσων. Κάπου εκεί ο Λούκυ Λουκ πληροφορείται πως έχει κληρονομήσει την πλούσια κυρία Πινκγουότερ, την ιδιοκτήτρια της μεγαλύτερης φυτείας βαμβακιού στη Λουιζιάνα. Η πραγματικότητα έρχεται να αναιρέσει τη μόνιμη επωδό του «φτωχού και μόνου καουμπόι» με την οποία συνηθίζεται να κλείνει κάθε τεύχος της σειράς, όντας πλέον «ο πιο πλούσιος άνθρωπος της Λουιζιάνα»! Μεταφερόμαστε έτσι στον αμερικανικό Νότο σε μια εποχή λίγο μετά τον εμφύλιο και τη νομοθετική κατάργηση της δουλείας, ένα πρώτο βήμα προς την εξισορρόπηση των δικαιωμάτων μεταξύ μαύρων και λευκών. Όμως δυστυχώς δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Οι μαύροι, οι οποίοι τα προηγούμενα χρόνια μεταφέρονταν από την Αφρική ως σκλάβοι για να εργάζονται στα καπνά, το ζαχαροκάλαμο και το βαμβάκι, συνεχίζουν να αντιμετωπίζονται από την αριστοκρατική ελίτ των λευκών γαιοκτημόνων ως «κατώτερη φυλή». Ένα τέτοιο καθεστώς δεν αλλάζει έτσι εύκολα. Σε όλες τις σκηνές χλιδής των μεγάλων σαλονιών υπάρχει ένας έγχρωμος υπάλληλος – εργάτης, σερβιτόρος, υπηρέτης, σομελιέ. Στην καθημερινότητα, οι μαύροι αλληλεπιδρούν φοβικά με τους λευκούς πολίτες, ακόμα και μετά την ψήφιση της 13ης Τροπολογίας. Έτσι, όταν ο Λούκυ Λουκ έρχεται σε επαφή με τους μαύρους εργάτες της νεοαποκτηθείσας βαμβακοφυτείας του, ταράζει τα νερά της λουιζιάνικης «κανονικότητας». Όταν ο καουμπόι προσφέρει μια απλόχερη χειραψία στον μαύρο επιστάτη που τον υποδέχεται, γινόμαστε μάρτυρες ενός πολιτισμικού σοκ που συνοψίζεται στη φράση του: «Πρώτη φορά μου σφίγγει το χέρι λευκός». Όταν μια μαύρη εργάτρια εξανίσταται εξ ονόματος όλων για την εξαθλίωση, όλοι περιμένουν ως λογική εξέλιξη ότι θα ξυλοφορτωθεί ή θα εκτελεστεί, έχοντας συμφιλιωθεί με την τραγική μοίρα που τους επιφυλάσσει ο «πολιτισμός» των λευκών. Ο σκοπός του Λούκυ Λουκ είναι να παραλάβει την κληρονομιά και να μοιράσει τη γη στους εργάτες της, κάτι που αντιμετωπίζεται με εύλογη επιφύλαξη από τους έγχρωμους εργάτες και αναστάτωση για το status quo από την «άρχουσα τάξη» της περιοχής. Χαρακτηριστικότερη αποτύπωσή της είναι ο φανατισμένος ρατσιστής Κούκου, ο οποίος συνηθίζει να χαράζει τα αρχικά του στο πετσί όλων των σκλάβων με πυρωμένο σίδερο. Όταν πλησιάζει όλοι τρέχουν πανικόβλητοι. Αποτελεί την πρώτη επαφή με την αφρόκρεμα της λουιζιάνικης ελίτ, των ξιπασμένων λευκών αστών οι οποίοι περιφρονούν τους μαύρους θεωρώντας τους υπανθρώπους, ενώ αναφέρονται σε ξυλοδαρμούς, λιντσαρίσματα και απαγχονισμούς σαν να είναι φυσιολογικά! Ο ήρωάς μας γίνεται μάρτυρας των βαθιά ρατσιστικών αντιλήψεων που φωλιάζουν στα προβληματικά, μισάνθρωπα μυαλά όσων επιλέγουν να υποβιβάζουν την ανθρώπινη αξία και υπόσταση μιας μερίδας του πληθυσμού με γνώμονα... το χρώμα του δέρματός τους! Δεν σιωπά, αλλά επιλέγει να αντιδράσει: «Εγώ, ξέρετε, ποτέ δεν ξεχώριζα χρώματα...». Μια φράση που για τους παρευρισκόμενους και τη ρατσιστική κανονικότητά τους δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι... υποφέρει από δυσχρωματοψία! Η άρνησή του να δεχτεί αυτόν τον παραλογισμό και η πρόθεσή του να αναδιανείμει την περιουσία του στους μαύρους εργάτες της φυτείας, δεν αργούν να τον θέσουν στο στόχαστρο της νεοσύστατης τότε Κου Κλουξ Κλαν. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Λούκυ Λουκ τάσσεται υπέρ των αδύναμων. Από την εποχή του Μορίς και του Γκοσινί, στην «Κληρονομιά του Ραντανπλάν» παίρνει το μέρος των Κινέζων της Βιρτζίνια Σίτι, ενώ στην ιστορία «Σύρματα στα Λιβάδια» συνδράμει τους φτωχούς αγρότες έναντι των πλούσιων κτηνοτρόφων. Είναι ωστόσο η πρώτη φορά που οι δημιουργοί του επιλέγουν να θέσουν με τέτοια ένταση ένα κοινωνικοπολιτικό ζήτημα, όπως αυτό του ρατσισμού, στον πυρήνα της ιστορίας και να πάρουν τόσο ξεκάθαρη θέση. Η επιλογή τους αυτή όχι μόνο δεν λειτουργεί εις βάρος της ιστορίας αλλά εξηγείται απόλυτα αν λάβει κανείς υπόψη του πως, αιώνες μετά, δεν φαίνεται να έχουν αλλάξει τόσα πολλά. Οι μαύροι εξακολουθούν να βιώνουν διακρίσεις και η ρατσιστική ρητορική συνεχίζει να βρίσκει όλο και περισσότερα ευήκοα ώτα, διοχετευόμενη από την κλιμακούμενη άνοδο της Ακροδεξιάς ή της εκμοντερνισμένης εκδοχής της alt-right. Ακόμα σε πολλές περιπτώσεις, όπως συνέβη πρόσφατα στην Αμερική, να αντικατοπτρίζεται στην αντιμετώπιση των έγχρωμων πολιτών όπως ο Τζορτζ Φλόιντ από τις αστυνομικές αρχές. Στον απόηχο του κινήματος «Black Lives Matter» και της έντονης ανησυχίας του δημοκρατικού κόσμου για την επιμονή αντίστοιχων φαινομένων, το νέο άλμπουμ του Λούκυ Λουκ, που βρίθει ιστορικών και λογοτεχνικών αναφορών όπως ο Τομ Σόγιερ και ο Χάκλμπερι Φιν, και αναχρονισμών όπως για παράδειγμα η αναφορά στον Μπαράκ Ομπάμα και την Όπρα, τοποθετείται με σαφήνεια στη σωστή μεριά της Ιστορίας και αποδεικνύει τον διδακτικό ρόλο που συνεχίζει – και οφείλει – να παίζει η 9η Τέχνη στις σύγχρονες κοινωνίες. Και το σχετικό link...
  3. Ένα από τα σημαντικότερα (και μακροβιότερα) μουσικά περιοδικά της Ελλάδας, το "Ποπ & Ροκ" κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το Μάρτιο του μακρινού 1978. Το αποτέλεσμα μιας ευτυχούς συγκυρίας (όπως περιγράφεται σε αυτό το εξαιρετικό άρθρο), της γνωριμίας του εκδότη Γκρίτζαλη με το δημοσιογράφο και λάτρη της μουσικής Γιάννη Πετρίδη, απέφερε ένα περιοδικό που κάλυπτε ένα τεράστιο εύρος μουσικών ρευμάτων με έμφαση στην ξένη μουσική βεβαίως. Κατά τη διάρκεια ζωής του αυξομειώθηκαν οι σελίδες και το μέγεθός του, μέχρι το 2012 που έκλεισε οριστικά. Έβγαλε πάνω από 300 τεύχη (δεν γνωρίζω τον ακριβή αριθμό τους), ενώ προσωπικά μόνο 2 κατάφερα να βρω καταχωνιασμένα. Ελπίζω το παρόν άρθρο να ανακινήσει κάποιους ακόμα να ψάξουν σε πατάρια και ντουλάπια και να ξεθάψουν όσα τεύχη τους έχουν μείνει από το παρελθόν. Και κάποιες σελίδες που βρήκα στο internet με ένα αφιέρωμα στα 20 χρόνια του περιοδικού...
  4. Οι Ληστές δέσποζαν στην ελληνική επαρχία για σχεδόν έναν αιώνα εγκαθιδρύοντας ανάλογα με τις συνθήκες σχέσεις αγάπης και μίσους με το νεοελληνικό κράτος, με τους χωρικούς, με τη χωροφυλακή αλλά και μεταξύ τους. Οι Γιάννης Ράγκος και Γιώργος Γούσης μιλούν στην «Εφ. Συν.» για τους εμπνευσμένους από αληθινά γεγονότα δικούς τους «Ληστές». «Οι Ντοβαίοι έχουν δικούς τους ανθρώπους παντού. Κανείς δε λέει λέξη, άλλοι γιατί τους αγαπούν και άλλοι γιατί τους φοβούνται», λέει ο ένστολος εκπρόσωπος του ελληνικού κράτους για να εξηγήσει το πώς παραμένουν ασύλληπτα τα δυο αδέρφια που πρωταγωνιστούν στους «Ληστές» (εκδόσεις Polaris) των Γιάννη Ράγκου (σενάριο) και Γιώργου Γούση (σχέδιο). Για να πάρει την απάντηση: «Τότε, αγαπητέ, την εξουσία έχουν αυτοί, κι όχι οι δικοί σου». Γι’ αυτή την εξουσία οι Ντοβαίοι, βασισμένοι στη ζωή των αδελφών Ρεντζαίων που έγιναν θρύλος της Ηπείρου με τη δράση τους, τις πράξεις τους και τη βία που τους χαρακτήριζε, έζησαν στα άκρα. «Μπας και πλαστήκαμε να ζούμε για πάντα;» φωνάζει ο ένας απ’ αυτούς αψηφώντας τον θάνατο και τους νόμους. Στον πρώτο τόμο των «Ληστών», που αποτελεί μια ελεύθερη μυθοπλασία και ταυτόχρονα μια συναρπαστική και καθηλωτική ιστορία κόμικς στην Ήπειρο των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα, οι Ράγκος και Γούσης, μετά από εξαντλητική τεκμηρίωση και σχεδόν δεκαετή έρευνα και εργασία, καταγράφουν τη ζωή (και τον θάνατο) των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα και παράλληλα τις σκοτεινές διαστάσεις της ληστοκρατίας στην Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα ελληνικά κόμικς («1800», «Όμηροι του Γκαίρλιτς», «Αϊβαλί» κ.ά.) ασχολούνται με τη νεότερη ελληνική Ιστορία. Πώς ξεκίνησε η δική σας ιδέα, τι νέο έχει να κομίσει; Γιώργος Γούσης: Η ιδέα ξεκίνησε δέκα χρόνια νωρίτερα, πριν από κάθε άλλο ελληνικό κόμικς για το παρελθόν. Και τα πρώτα κριτήρια ήταν εντελώς αφηγηματικά. Είχαν να κάνουν με την ίδια την ιστορία των Ληστών και όχι τόσο με το ότι η καταγωγή τους ήταν από την πατρίδα μου. Ούτε εμπορικά ήταν τα κίνητρα, μια και τότε στους εκδότες και τους δημιουργούς δεν είχε ακόμα επικρατήσει η τάση της επιστροφής στην ελληνική επαρχία του παρελθόντος. Γιάννης Ράγκος: Ο Γιώργος μού έστειλε ένα mail το 2011, δεν γνωριζόμασταν τότε, και μου έλεγε ότι ήθελε να φτιάξει μια ιστορία για τους ληστές σε μια περιοχή κοντά στο χωριό του κι αν με ενδιέφερε να συνεργαστούμε. Με ενδιέφερε πολύ γιατί γνώριζα την ιστορία και επιπλέον είχε μόλις κυκλοφορήσει το non fiction αστυνομικό μυθιστόρημά μου «Μυρίζει Αίμα», με παρόμοια μέθοδο εργασίας που βασίζεται επίσης σε πραγματικά περιστατικά, αλλά πάνω απ’ όλα γιατί πάντα ήθελα να ασχοληθώ με το σενάριο των κόμικς. Έτσι όταν ήρθε η πρόταση του Γιώργου ήταν σαν να απαντούσε σε μια δική μου ανάγκη πολλών ετών. Αυτή η επιστροφή στο παρελθόν μήπως γίνεται υπερβολή και εμμονή πια; Γιάννης Ράγκος: Νομίζω πως επιστρέφουμε σε μια νέου τύπου ηθογραφία. Η οικονομική και κοινωνική κρίση στην Ελλάδα μάς ανάγκασε να πιαστούμε από έναν κορμό σταθερών σημείων, να βρούμε ένα σημείο αναφοράς, να ξαναδούμε το παρελθόν μας και το εθνικό και το ατομικό. Στο πλαίσιο αυτό εξηγείται αυτή η στροφή στην ιστορία μας και την ηθογραφία μας, όχι όμως με ένα βλέμμα πατριδολαγνικό, προγονολατρικό ή νοσταλγικό, αλλά με ένα νέο κοίταγμα. Αυτή είναι μια τάση γενικότερη, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Γιώργος Γούσης: Κάτι τέτοιο ισχύει και από την άποψη της εικόνας. Της εικόνας που δεν μπορεί να σου προσφέρει, ας πούμε, το ελληνικό σινεμά για λόγους μπάτζετ. «Ληστές - Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα» είναι ο τίτλος σας. Χωρίς καμιά διευκρίνιση αν πρόκειται για φανταστική ιστορία, για μυθοπλασία, για ντοκουμέντο, για βιβλίο τεκμηρίωσης. Ήταν συνειδητή επιλογή να προτιμήσετε την ασάφεια από το να χαρακτηρίσετε το βιβλίο σας; Σε ποια προθήκη βιβλιοπωλείου θα θέλατε να τοποθετείται; Γιώργος Γούσης: Προτιμήσαμε να αναφέρεται το «η ζωή και ο θάνατος» για να δηλώνεται πως είναι μια ολοκληρωμένη ιστορία που σηματοδοτεί και το τέλος του φαινομένου της Ληστείας. Η αλήθεια είναι πως είχαμε πολλές συζητήσεις και με τον εκδότη για το αν πρέπει να αναφέρεται κάτι όπως «εμπνευσμένο από αληθινά περιστατικά», αλλά αποφασίσαμε να μπει κάτι τέτοιο μόνο στο οπισθόφυλλο. Δεν αισθάνομαι ότι είναι κάτι πιο συγκεκριμένο. Ούτε αισθάνομαι ότι είναι ένα ιστορικό βιβλίο. Σκοπός του δεν είναι να μιλήσει για την ελληνική Ιστορία. Κατά βάση είναι ένα έργο για δυο χαρακτήρες, έχει μια προσωποκεντρική πλοκή. Μάλλον μυθιστόρημα θα ήταν αν δεν επρόκειτο για κόμικς. Επιλέξαμε να μην του βάλουμε ταμπέλες γιατί αφορά όλον τον κόσμο και όχι μόνο αναγνώστες συγκεκριμένων ειδών. Γιάννης Ράγκος: Πρόκειται για μια μυθοπλασία. Κρατάμε κάποια κεντρικά σημεία της ζωής των αδελφών Ρέντζου, όμως παίρνουμε ελευθερίες. Δεν είναι ένα docudrama για τη ζωή των Ρεντζαίων. Παίρνουμε αφορμή από τη ζωή τους για να κάνουμε μια δική μας ιστορία. Δεν κάνουμε βιογραφία. Είναι σαν να παίρνεις ένα βάζο, να το σπας σε χίλια κομμάτια και στη συνέχεια να τα ξανακολλάς, όχι όμως ξαναφτιάχνοντας το ίδιο βάζο αλλά ένα άλλο πρωτότυπο βάζο από τα ίδια κομμάτια. Άρα είναι μια μυθοπλασία που διαδραματίζεται σε έναν συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο και σε συγκεκριμένο κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και ηθογραφικό περιβάλλον το οποίο θέλουμε να αποδώσουμε. Δεν διεκδικεί δάφνες ιστορικού τεκμηρίου, αλλά το πραγματολογικό κομμάτι είναι απολύτως τεκμηριωμένο, τα ρούχα, τα όπλα, ο τρόπος ομιλίας, τα πάντα είναι αποτέλεσμα μεγάλης έρευνας και των δυο μας. Πώς προσεγγίσατε μεθοδολογικά την έρευνά σας; Γιώργος Γούσης: Βασιστήκαμε πολύ στο βιβλίο του Νίκου Πάνου, ενός ιστοριοδίφη από το χωριό που κατάγονταν οι Ρεντζαίοι, «Ρεντζαίοι, οι βασιλείς της Ηπείρου», με μαρτυρίες έστω κι αν πολλές φορές ήταν αντικρουόμενες, υπερβολικές ή μυθοπλαστικού τύπου, με άρθρα από την εποχή κ.λ.π. Χρησιμοποιήσαμε συνεντεύξεις των Ρεντζαίων μετά τη σύλληψή τους που σίγουρα ήταν διανθισμένες και με φανταστικά στοιχεία. Αξιοποιήσαμε πάρα πολλά ακόμα βιβλία. Συγκεντρώσαμε ένα μεγάλο υλικό και αρχίσαμε τις συζητήσεις πάνω σε μια σκαλέτα. Όταν καταλήξαμε στην αλληλουχία των σκηνών, ο Γιάννης έφτιαξε ένα πρώτο κείμενο, εγώ τα πρώτα σχέδια, το ξανασυζητήσαμε και εντέλει φτιάχτηκε το τελικό πάνω στο οποίο δούλεψα, πάντα σε επαφή με τον Γιάννη. Γιάννης Ράγκος: Όπως κάθε κόμικς, έτσι και το δικό μας ήταν ένα work in progress μέχρι να φτάσει στο τυπογραφείο. Άλλες πηγές που χρησιμοποιήσατε; Γιώργος Γούσης: Μας βοήθησε πολύ και η Ιουλία Σταυρίδου που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας, ενδυματολόγος και σκηνογράφος του Αγγελόπουλου, του Παπαστάθη, του Βούλγαρη, του Οικονομίδη μεταξύ άλλων. Μας συμβούλευσε με τα βιβλία και τα αρχεία της ως προς τις φορεσιές, τα σπίτια κ.λ.π. Κι έτσι συγκεντρώθηκε ένα τεράστιο υλικό από φωτογραφίες και ντοκουμέντα. Για να επιλέξουμε μορφές, φυσιογνωμίες κ.λ.π. κάναμε ένα ιδιότυπο casting μέσω φωτογραφιών. Αλλά όλα αυτά είναι εκεί με σκοπό να περνούν απαρατήρητα για να μην αποσπούν τον αναγνώστη από την πλοκή. Γιάννης Ράγκος: Ο Γιώργος άλλωστε έχει και μια σχέση βιωματική με τον χώρο, με το περιβάλλον, με το τοπίο καθώς κατάγεται από κει. Ένα περιβάλλον που υπάρχει αλλά πρέπει να περνά απαρατήρητο. Όπως η σκηνή μετά τη δολοφονία ενός ομήρου που διαδραματίζεται στο αρχαίο θέατρο της Δωδώνης. Βρήκαμε από την αρχαιολογική υπηρεσία φωτογραφίες του θεάτρου της εποχής και τοποθετήσαμε εκεί τους ληστές ως μια υπόμνηση, ένα υπόρρητο κείμενο ότι αυτοί οι άνθρωποι γνώριζαν ότι είχαν μια σχέση με το κλέος και το κάλλος της αρχαίας Ελλάδας, ζούσαν στα ερείπιά της έστω κι αν δεν ήξεραν πολλά γι’ αυτήν. Πολύτιμα ήταν επίσης και κάποια φωτογραφικά λευκώματα του Κώστα Μπαλάφα από κοντινές εποχές με αυτή του βιβλίου που μας βοήθησαν στην ατμόσφαιρα. Έχει κάποιο «ηθικό δίδαγμα» ή πολιτικό πρόταγμα το βιβλίο; Συνιστά κάποια προτροπή προς τον αναγνώστη; Αποτελεί κάποια μεταφορά, παραπομπή ή αλληγορία; Γιάννης Ράγκος: Είναι ένα βιβλίο για το σήμερα, μια αλληγορία για το κάθε σήμερα. Αφού η ανθρώπινη φύση παραμένει ίδια στο βάθος των αιώνων κι εμείς προσπαθούμε να μπούμε στην ψυχή δυο ανθρώπων, γράφουμε μια ιστορία για την ανθρώπινη φύση. Για το τι σημαίνει σε κάθε εποχή νομιμότητα και παρανομία, για το σε ποιους νόμους οφείλει να υπακούει ο άνθρωπος όπως έχει τεθεί από την Αντιγόνη και τον Οιδίποδα Τύραννο μέχρι τον Ντοστογιέφσκι. Για τα ηθικά διλήμματα και τους κώδικες τιμής, για τον έρωτα, για τις σχέσεις διαπλοκής μεταξύ εξουσίας και παραεξουσίας. Ηθικό δίδαγμα όμως σαφώς δεν υπάρχει και δε μας ενδιέφερε να υπάρχει. Η τέχνη οφείλει να θέτει τις επίμαχες ερωτήσεις. Όχι να δίνει απαντήσεις. Απαντήσεις μπορεί να δώσει η επιστήμη, η φιλοσοφία και ενδεχομένως η θρησκεία. Ο τρόπος όμως που θα τεθούν τα ερωτήματα εμπεριέχει και το σπέρμα της άποψης του καλλιτέχνη. Εμείς δεν προσπαθούμε να ηθικολογήσουμε. Ούτε να δικαιολογήσουμε ή να καταδικάσουμε κανέναν. Προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τα ιστορικά, κοινωνικά, ψυχαναλυτικά και υπαρξιακά αίτια που συνόδευαν αυτούς τους ανθρώπους. Γιώργος Γούσης: Πάνω απ’ όλα είναι ένα έργο πλοκής. Δεν είχαμε στόχο να μιλήσουμε π.χ. μόνο για τη φτώχεια ή για τον χρηματισμό ή για την εμπλοκή της πολιτικής. Όμως όλα αυτά περνούν από την πλοκή, από τη σχέση, για παράδειγμα, των ληστών με την άρχουσα τάξη και με τον καπιταλισμό. Από το πώς αυτοί οι Ληστές κατάφερναν τόσα χρόνια να επιβιώνουν και μάλιστα να γίνουν μέρος της εξουσίας, να συνεργαστούν με οικονομικούς παράγοντες, ακόμα και με βουλευτές. Κάποια στιγμή όμως έγιναν πιο ισχυροί από την κρατική και οικονομική εξουσία, εντέλει έγιναν και ρέμπελοι, όχι επαναστάτες ή ιδεολόγοι, αλλά με την έννοια της σιχαμάρας γι’ αυτό που έβλεπαν και αναπόφευκτα ήρθε η σύγκρουση που σήμανε και το τέλος τους. Αλλά η άρχουσα τάξη λειτουργεί πάντα υπόγεια και δεν θα τιμωρηθεί ποτέ για τέτοιες σχέσεις. Κι αυτή είναι ακόμα μία σαφής σχέση με το σήμερα. Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νέας γενιάς Ελλήνων δημιουργών κόμικς, ο Γιώργος Γούσης («Ερωτόκριτος», «Ιστορίες από τις αθώες εποχές» κ.ά.) έχει δημοσιεύσει δουλειές του σε πλήθος εντύπων και συλλογικών εκδόσεων ενώ υπήρξε αρχισυντάκτης στο περιοδικό κόμικς «Μπλε Κομήτης». Πρόσφατα σκηνοθέτησε την ταινία μικρού μήκους «Χειροπαλαιστής» που βραβεύτηκε στις «Νύχτες Πρεμιέρας» και κατέκτησε το βραβείο ΙΡΙΣ της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Δημοσιογράφος, ερευνητής και συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, ο Γιάννης Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Γούση και τον Δημοσθένη Παπαμάρκο στον «Ερωτόκριτο», με τον Παναγιώτη Πανταζή στα «Μυστικά του Βάλτου» και με τον Canellos Cob στον «Ζητιάνο», έχει γράψει σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και θεατρικές παραστάσεις, ενώ έρευνές του έχουν μεταφερθεί στη λογοτεχνία και έχουν περιληφθεί σε ιστορικές εκδόσεις και επιστημονικά συγγράμματα. Και το σχετικό link...
  5. Αν υποφέρεις κι εσύ από reader 's block, έχουμε μερικές εξαιρετικές λύσεις για εσένα. Είναι μια αλήθεια: Πολλοί αναγνώστες βρίσκονται σε reader ’s block αυτές τις τελευταίες εβδομάδες και αυτούς τους τελευταίους μήνες. Μέσα στο lockdown, παρά το γεγονός πως θεωρητικά υπάρχει περισσότερος ελεύθερος χρόνος, αρκετοί από εμάς δυσκολευόμαστε να αφοσιωθούμε σε ένα βιβλίο. Και είναι λογικό. Με όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας και την καθημερινότητά μας να έχει πάει περίπατο όλο αυτόν τον καιρό, σε πολλούς μοιάζει αδύνατο το να ξεκινήσουν ένα νέο μυθιστόρημα 500, 400 ή έστω και 300 σελίδων. Θα μπορούσα λοιπόν να κάτσω εδώ και να σας αραδιάσω μπόλικους τίτλους βιβλίων κατάλληλων για την καραντίνα, αλλά όλοι ξέρουμε πως θα καταλήξετε πάλι να σκρολάρετε στο Instagram και στο Twitter και η λίστα μου θα πάει χαμένη. Άλλωστε το Βιβλιοφαγικό mashup σας δίνει αρκετές ιδέες για νέα βιβλία από μόνο του. Σκέφτηκα λοιπόν να σας παρουσιάσω σε αυτήν εδώ τη λίστα μερικές προτάσεις κόμικς Ελλήνων δημιουργών που κυκλοφόρησαν τους τελευταίους 12 μήνες, λίγων έως πολλών σελίδων, που μπορείτε να διαβάσετε σε λίγη ώρα, στηρίζοντας ταυτόχρονα την εγχώρια παραγωγή κόμικς και τους μικρούς εκδοτικούς, τα μικρά κομιξάδικα και τα μικρά βιβλιοπωλεία. Ληστές: Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα Από τους συνδημιουργούς του ‘Ερωτόκριτου’ και του ‘Στα μυστικά του βάλτου’ μας έρχεται το ‘Ληστές: Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα’ (Μέρος α’), ένα κόμικ που διαδραματίζεται στην Ήπειρο των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα, με τα αδέρφια Ντόβα να εκδικούνται τη δολοφονία του πατέρα τους και να ακολουθούν στη συνέχεια το δρόμο της βίας και της παρανομίας, σε μια ιστορία εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα, γεμάτη δράση, νουάρ ατμόσφαιρα και κώδικες τιμής, με επίκεντρο δύο τραγικούς χαρακτήρες βγαλμένους από την ελληνική ληστοκρατία μιας άλλης εποχής. Η ιστορία του κόμικ ξεκίνησε να εκδίδεται στο περιοδικό Μπλε Κομήτης, η κυκλοφορία του οποίου έχει ανασταλεί, αλλά ευτυχώς θα τη δούμε να ολοκληρώνεται ως αυτοτελής έκδοση από τις Εκδόσεις Polaris. Ο συνδυασμός της πένας του Γιώργου Γούση με το σενάριο του Γιάννη Ράγκου δημιουργεί ένα ασπρόμαυρο, moody, ελληνικό western αριστούργημα και παραδίδει μια ισχυρότατη υποψηφιότητα για το καλύτερο κόμικ που είδαμε στην Ελλάδα μέσα στο 2020. Η Γυναίκα με τα Τραπουλόχαρτα Μόλις πριν λίγες ημέρες κυκλοφόρησε από την Jemma Press η νέα δουλειά της Αλεξίας Οθωναίου, μια σύντομη νουάρ ιστορία που βασίζεται σε ένα αδημοσίευτο διήγημα του Ratchet και πρωτοδημοσιεύτηκε στο socomic.gr ως webcomic. Ένας αστυνομικός προσπαθεί να λύσει το μυστήριο της δολοφόνου που είναι γνωστής με το όνομα «Γυναίκα με τα Τραπουλόχαρτα», αφού έχει τη συνήθεια να αφήνει ένα τραπουλόχαρτο πάνω στα πτώματα των θυμάτων. Στην Αθήνα του 2008, εν μέσω του κοινωνικού αναβρασμού μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, ο πρωταγωνιστής αναζητά την αλήθεια, ενώ η Οθωναίου μας σπρώχνει όλο και πιο βαθιά στις σκέψεις, την ψυχολογία και την εμμονή του να ανακαλύψει τη δολοφόνο. Παρά τις λίγες του σελίδες, το κόμικ επιτυγχάνει να μας βάλει στην ιστορία του και η δημιουργός να μας μεταδώσει την ένταση του σκηνικού της, κλειστοφοβικού και ατμοσφαιρικού, όπως πρέπει σε κάθε νουάρ αστυνομικό διήγημα. Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς Τη μεταφορά ενός από τα γνωστότερα βιβλία του συγγραφέα Γιώργου Σκαμπαρδώνη μας παραδίδουν οι Εκδόσεις Μικρός Ήρως. Το ‘Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας’ έγινε κόμικ από τον Δημήτρη Κερασίδη και ασχολείται με τη δημιουργία της κομπανίας του Μάρκου Βαμβακάρη, Γιώργου Μπάτη, Στράτου Παγιουμτζή και Ανέστου Δελιά που δημιουργήθηκε το 1934 και ονομάστηκε «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς». Ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του ρεμπέτικου, η περίφημη Τετράς άφησε εποχή στην μουσική της χώρας και έπαιξε τεράστιο ρόλο στο μύθο του Μάρκου Βαμβακάρη. Ο έρωτάς του για τη Ζιγκοάλα, οι άγνωστες πτυχές της ζωής του, τα ναρκωτικά και όλα όσα διαμόρφωσαν το ρεμπέτικο που γνωρίζουμε σήμερα, βρίσκονται στις σελίδες του κόμικ που αξίζει να πάρετε στα χέρια σας αν ενδιαφέρεστε για τη μουσική ή για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας. Στο δάσος Η συνεργασία του Σπύρου Γιαννακόπουλου με την Στέλλα Στεργίου στις Εκδόσεις Πατάκη μας έδωσε φέτος ένα αστείο, γλυκό κόμικ που θυμίζει τα κλασικά παραμύθια και το target group του ξεκινά από τα παιδιά του Δημοτικού και καταλήγει στα παιδιά κάθε ηλικίας. Γεμάτη ανατροπές και δράση και μακριά από τα στερεότυπα αντίστοιχων παραμυθιών, η ιστορία ξεκινά με τον Τζακ, ένα ήσυχο αγόρι που ζει με τους γονείς του στο δάσος και βοηθά τον πατέρα του για να πουλήσουν τα προϊόντα τους στην πόλη, να τρέχει να γλιτώσει από τους κινδύνους του δάσους και να χάνεται. Τότε θα συναντήσει μια βατραχίνα που ισχυρίζεται πως είναι πριγκίπισσα, κάποιους αξιαγάπητους νάνους και μια μάγισσα που αναζητά ένα ασημένιο μήλο από την Κοιλάδα των Γιγάντων. Πολύχρωμο και παιχνιδιάρικο, το σχέδιο της Στεργίου είναι και πάλι εξαιρετικό μετά το Ο Μικρός Πρίγκιπας που δημιούργησε το 2017 και ταιριάζει γάντι στο σενάριο του Γιαννακόπουλου. Θα σας κάνει να χαμογελάσετε, να γελάσετε και το ίδιο ακριβώς θα κάνει και στα παιδάκια σας. Μάης 1936 Με τα γεγονότα του Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη και την αιματηρή καταστολή της διαδήλωσης των απεργών καπνεργατών από τη Χωροφυλακή, που άφησε πίσω της 12 νεκρούς και περισσότερους από 250 τραυματίες, ασχολείται το κόμικ του Aspalax που βγήκε από τις Εκδόσεις red n’ noir και θα βρείτε στο eshop του μικρού εκδοτικού και βιβλιοπωλείου. Με έναυσμα τη γνωστή φωτογραφία της μητέρας του Τάσου Τούση, πρώτου νεκρού από τη μεγάλη απεργία, να θρηνεί πάνω από το νεκρό σώμα του γιου της, φωτογραφία που ενέπνευσε τον Γιάννη Ρίτσο να γράψει τον Επιτάφιο του που στη συνέχεια θα μελοποιήσει ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Aspalax ακολουθεί το νεαρό αγόρι που βρίσκεται μάρτυρας του γεγονότος στο κάδρο της φωτογραφίας, για να περιγράψει τα όσα συνέβησαν στις 8, 9 και 10 Μαΐου 1936. ΦΕΣΤΙΒΑΛ Για τα περσινά 60 χρόνια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης οι Γιώργος Γούσης, Γεωργία Ζάχαρη και Παναγιώτης Πανταζής δημιούργησαν το ‘ΦΕΣΤΙΒΑΛ’, ένα κόμικ 180 σελίδων που μιλάει για το ΦΚΘ μέσα από την ερωτική ιστορία μιας κριτικού κινηματογράφου και ενός σκηνοθέτη. Η Ντάρια γνωρίζει τον Σωτήρη στους χώρους του φεστιβάλ, οι δύο νέοι ερωτεύονται στις κινηματογραφικές αίθουσες του Ολύμπιον και του λιμανιού και στα πάρτι της Αποθήκης Γ’, η σχέση τους περνά από τα σαράντα κύματα του Θερμαϊκού και μεταμορφώνεται, εξελίσσεται και αλλάζει με φόντο την ερωτική Θεσσαλονίκη του παρόντος και του μέλλοντος. Με παρέα 70 προσωπικότητες της πόλης, του φεστιβάλ, του ελληνικού και του παγκόσμιου κινηματογράφου, από τον Γιάννη Μπακογιαννόπουλο μέχρι την Ανιές Βαρντά και από τον Γιώργο Λάνθιμο μέχρι τον, επισκέπτη του περσινού ΦΘΚ, Τζον Γουότερς, οι δύο ήρωες κινούνται στα πιο αναγνωρίσιμα σημεία της πόλης και του αγαπημένου της κινηματογραφικού δεκαημέρου. Οι ήρωες και οι σκηνές των φιλμικών μας ονείρων, από το ‘Όλα είναι δρόμος’ στο ‘Αποκάλυψη Τώρα’, βρίσκονται στην καρδιά του ‘ΦΕΣΤΙΒΑΛ’ και μπλέκονται γλυκά στην ιστορία της Ντάρια και του Σωτήρη. Ναι, αλλά έτσι δεν κάνουμε δουλίτσα… Ένα “πρωτοχρονιάτικο ερωτικό δράμα” λέει ο Σταύρος Κιουτσιούκης πως είναι το νέο του κόμικ, που θα βρείτε αποκλειστικά στο eshop της Jemma Press, και όσοι γνωρίζετε τη δουλειά του δημιουργού είμαι σίγουρος πως ξέρετε τι να περιμένετε. Η 20χρονη φοιτήτρια Χριστίνα επιστρέφει στο σπίτι της για τις διακοπές των Χριστουγέννων και βρίσκει ιδιαίτερα δύσκολο το να αυνανιστεί, ενώ ο εφηβικός της έρωτας και μια παιδική της φίλη παίζουν το δικό τους ρόλο στην ιστορία της. Θα τα καταφέρει άραγε; Ο Κιουτσιούκης έχει σίγουρα αναπτύξει το δικό του brand ερωτικών/χιουμοριστικών κόμικς και το ‘Ναι, αλλά έτσι δεν κάνουμε δουλίτσα’ μοιάζει για ένα καλό entry point αν δεν έχει τύχει να πιάσετε κάποιο από τα προηγούμενα κόμικ του δημιουργού. Οι όμηροι του Γκαίρλιτς Το πιο πρόσφατο κόμικ του Θανάση Πέτρου, τη δουλειά του οποίου είδαμε στα ‘Η Μεγάλη Βδομάδα του πρεζάκη’, ‘Γιαννούλης Χαλεπάς’ και ‘Γρα-Γρου’, μας έρχεται από τις Εκδόσεις Ίκαρος με τίτλο ‘Οι όμηροι του Γκαίρλιτς’. Το κόμικ αφηγείται μια αληθινή ιστορία που μας γυρνά στο 1916, όταν η Ελλάδα προσπαθεί να κρατήσει ουδέτερη στάση κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά την εισβολή της Βουλγαρίας στην Ανατολική Μακεδονία, το Δ’ Σώμα Στρατού βρίσκεται αποκλεισμένο, αλλά ταυτόχρονα δεν έχει δικαίωμα να αντισταθεί στους Βούλγαρους στρατιώτες. Όλο και περισσότερα στιγμιότυπα της ελληνικής ιστορίας μετατρέπονται σε κόμικς τα τελευταία χρόνια (άλλωστε τα μισά από τα κόμικς της λίστας που διαβάζετε έχουν να κάνουν με ιστορικά γεγονότα) και στους ‘Ομήρους’ ο Πέτρου μελετά ένα άγνωστο σε πολλούς κομμάτι του Εθνικού Διχασμού με πρωταγωνιστές στρατιώτες του ελληνικού στρατού. Παρόλα αυτά το έργο του δημιουργού δεν είναι πολεμικό, αφού από το κόμικ λείπουν οι μάχες και οι αιματηρές συγκρούσεις και στο επίκεντρο βρίσκονται οι απλοί άνθρωποι που βρίσκονται σε εξωπραγματικές συνθήκες. Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου Ένα από τα πολυαγαπημένα βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας γίνεται κόμικ: Το μυθιστόρημα της Άλκη Ζέη, που διαδραματίζεται στην Αθήνα της κατοχής με πρωταγωνιστή τον εννιάχρονο Πέτρο που μεγαλώνει μαζί με τους γονείς του, την αδερφή του και τον παππού του στα δύσκολα χρόνια του φόβου, της πείνας αλλά και της Εθνικής Αντίστασης, στην οποία δε διστάζει να ενταχθεί, παλεύοντας για τη λευτεριά. Το κόμικ, τη διασκευή του οποίου ανέλαβε η Αγγελική Δαρλάση και σχεδίασε ο Δημήτρης Μαστώρος, μεταφέρει στα κόμικς την ιστορία ενός από τα σημαντικότερα βιβλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, λίγους μήνες μόλις μετά το θάνατο της μεγάλης συγγραφέα. ‘Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου’ κυκλοφορεί στις 7 Δεκεμβρίου από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο. Και το σχετικό link...
  6. Η «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς» σχηματίστηκε το 1934, ήταν η πρώτη κομπανία με μπουζουκομπαγλαμάδες σπεσιαλίστες μουσικούς. Αποτελούνταν από τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Γιώργο Μπάτη, που υπήρξε ο «νονός» του ονόματος της ορχήστρας, και τους Μικρασιάτες Ανέστο Δελιά και Στράτο Παγιουμτζή. Ο Μάρκος ήταν τότε 29 χρονών, ο Δελιάς 22, ο Στράτος 28 με 30 και ο Μπάτης, από τους πρωτομάστορες του ρεμπέτικου, 45 με 50, του οποίου οι ηχογραφήσεις εντοπίζονται από τις αρχές του αιώνα. Μάρκος Βαμβακάρης Το graphic novel «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς» (εκδ. Μικρός Ήρως) βασίστηκε στο βιβλίο του πεζογράφου-δημοσιογράφου Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας» και φιλοτεχνήθηκε από τον πολιτικό γελοιογράφο Δημήτρη Κερασίδη, δύο ανθρώπους από τη Θεσσαλονίκη, συνεπαρμένους από την ιστορία της κομπανίας του Μάρκου Βαμβακάρη, τις άγνωστες πτυχές της ζωής του, τον έρωτα του Μάρκου για τη Ζιγκοάλα, τα ναρκωτικά, την τιμή και όλα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν το ρεμπέτικο. Το εξώφυλλο σχεδιάστηκε από τον Κωνσταντίνο Σκλαβενίτη. Ο Δημήτρης Κερασίδης και ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης μιλάνε στην Athens Voice για τη δημιουργία του βιβλίου τους «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς», τον Μάρκο Βαμβακάρη, το ρεμπέτικο και τα κόμικς. Πώς συναντήθηκαν οι δρόμοι σας για το graphic novel «Τετράς, η Ξακουστή του Πειραιώς»; Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Είχα γράψει προ ετών το μυθιστόρημα «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας» με θέμα μια φάση της ζωής του Μάρκου Βαμβακάρη. Ο φίλος Δημήτρης Κερασίδης, με τον οποίο ήμασταν μαζί επί χρόνια στην ίδια εφημερίδα, το διάβασε και εμπνεύστηκε από εκεί το σενάριο και γενικά τη μετατροπή του σε κόμικς. Επικέντρωσε βέβαια σε εκείνα που τον ενδιέφεραν, δηλαδή κυρίως στην «Ξακουστή Τετράδα του Πειραιώς» με τρόπο δυναμικό, αποσπασματικό, έτσι ώστε να εξυπηρετείται η δική του οπτικοποιημένη αφήγηση. Από εκεί και πέρα, πάλεψε για πολύ καιρό με τα σκίτσα και τους διαλόγους ώστε να φτάσει στο ωραιότατο αποτέλεσμα που έχουμε με το κόμικς του. Δημήτρης Κερασίδης: Με τον Γιώργο εργαζόμασταν στην ίδια εφημερίδα, τη «Θεσσαλονίκη». Όταν αποφάσισα να μεταφέρω μέρη από το έργο του σε graphic novel, του τηλεφώνησα για να πάρω την άδειά του να χρησιμοποιήσω αυτούσιους τους διαλόγους της νουβέλας. «Δημήτρη, κάνε ότι νομίζεις», ήταν η απάντηση. Πώς δουλέψατε πάνω στη μεταφορά του βιβλίου «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας» σε κόμικ; Ποιες ήταν οι προκλήσεις; Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Σας είπα πως αυτό είναι εξ ολοκλήρου εργασία του Κερασίδη, βασισμένη στο βιβλίο μου. Ο Δημήτρης έφτιαξε μια δική του εκδοχή ώστε να εκφράσει εκείνα που αυτός ήθελε και με τον τρόπο που τον εξυπηρετούσε. Διότι άλλο η λογοτεχνία και άλλο το κόμικ. Κοινοί τόποι υπάρχουν, αλλά το κάθε είδος έχει τα δικά του μυστικά και τη δική του εκφορά. Και το πώς γίνεται κόμικ ένα μυθιστόρημα το ξέρει κυρίως ένας κομίστας. Δημήτρης Κερασίδης: Οι κινηματογραφικές σπουδές και η θητεία μου στις διαφημιστικές παραγωγές ήταν ο οδηγός για το screenplay της νουβέλας. Οι γωνίες λήψης, οι φωτισμοί, η όλη αντίληψη γενικά, είναι καθαρά κινηματογραφικά. Καμία πρόκληση για κάποιον με βιωματική περπατησιά στον ρεμπέτικο δρόμο. Το τρίχορδο μπουζούκι μου είναι δώρο του βιρτουόζου κιθαρίστα και φίλου Φώτη. Γιατί graphic novel; Το θεωρείτε ένα καινούργιο αφηγηματικό είδος; Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Καθόλου καινούργιο. Είναι παμπάλαιο. Απλώς κάθε κομίστας εκφράζεται με το δικό του στιλ, και αφηγηματικά και από άποψη σκίτσου. Φέρνει τη δική του αισθητική, τη δική του γραμμή και αίσθηση. Δεν υπάρχει καινούργιο είδος στην Τέχνη. Αλλά και όλα ξαναγίνονται καινούργια, κάθε φορά που ένας δημιουργός καταθέτει την προσωπική του, πρωτότυπη, ξεχωριστή αίσθηση για τα πράγματα, τη δική του ματιά και το δικό του τάλαντο. Δημήτρης Κερασίδης: Όταν διαβάζεις τις σελίδες του βιβλίου σχηματίζεις προσωπικές εικόνες. Όταν διαβάζεις τα καρέ του graphic novel βλέπεις αντικειμενικές εικόνες. Πόσο μάλλον όταν είναι εποχής. Στην Ελλάδα, καθώς αργήσαμε, ναι, είναι νέο αφηγηματικό είδος και προσμένω συνεχιστές. Γιώργος Σκαμπαρδώνης Τι είναι αυτό που κάνει την ιστορία του «Τετράς της Ξακουστής του Πειραιώς» ενδιαφέρουσα; Αντανακλά στο σήμερα; Δημήτρης Κερασίδης: Ο ίδιος ο Μάρκος ο Βαμβακάρης. Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Καμιά ιστορία δεν οφείλει να αντανακλά στο σήμερα. Και ποιο είναι το σήμερα; Ποιο απ’ όλα, πού και πώς; Κάθε αφήγηση αντανακλά στον εαυτό της και καταξιώνεται όχι τόσο από το θέμα, αλλά από τους όρους εκφοράς της, δηλαδή την αισθητική αξίωση που περιέχει. Και δεν είναι η ιστορία της «Τετράδος» ενδιαφέρουσα, αλλά το πώς τη γράφει, ή τη σκιτσάρει κάποιος. Έπειτα, το «σήμερα» είναι διαρκής ροή, διαφεύγουσα, και δεν συλλαμβάνεται. Γίνεται εύκολα αύριο και χτες. Δημήτρης Κερασίδης Τι κάνει το ρεμπέτικο τόσο ξεχωριστό και διαχρονικό; Δημήτρης Κερασίδης: Το ρεμπέτικο ήταν το λαϊκό μουσικό είδος που άκμασε το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Με επιρροές από το δημοτικό και το μικρασιατικό τραγούδι, αντικατοπτρίζει το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής όπου αναπτύχθηκε και ιδιαίτερα τη ζωή του περιθωρίου. Στην εξέλιξή του, η κοινωνική του βάση επεκτάθηκε στους πρόσφυγες, στην εργατική και τη μεσοαστική τάξη, ενώ στις μέρες μας αναγνωρίζεται ως δημοφιλής πολιτιστική κληρονομιά, λειτουργώντας ως ισχυρό σύμβολο ταυτότητας και ιδεολογίας για την ελληνική λαϊκή μουσική παράδοση. Εξάλλου, το ρεμπέτικο εγγράφηκε στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 2016 και στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας της Unesco το 2017. Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Η θεματική και μουσική τους αξία, ο ξεχωριστός τρόπος που παίζονται, τα όργανα που χρησιμοποιούνται, το ύφος τους αλλά και το ύφος ζωής εκείνων που τα δημιούργησαν σε μια ορισμένη εποχή και τρόπο ζωής. Δεν ξαναγίνονται. Αλλά θα ακούγονται πάντα γιατί προφανώς περιέχουν και εκπέμπουν στοιχεία βαθύτερα, που ξεπερνούν κάθε εποχή, και αρέσουν και συγκινούν πάντα. Κουβαλούν εντός τους φορτία διαχρονικά, συχνά ακατανόητα, που νομίζω θα πετυχαίνουν δια παντός αυτό το θαύμα της έκστασης που προκαλεί η σημαντική Τέχνη. Είχε και η Θεσσαλονίκη ζωντανή σκηνή και καλλιτέχνες του ρεμπέτικου την ίδια εποχή με την «Tετράς»; Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Η Θεσσαλονίκη είχε πολλούς τεκέδες και μπουζούκια και μπαρμπουτάδικα από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ακόμα και το 1960 υπήρχαν 600 λέσχες χαρτοπαιξίας. Υπήρχαν πολλοί καλοί παίχτες κι εκείνη την εποχή του ’30, αλλά όχι σημαντικοί δημιουργοί που να γραμμοφωνήσουν τραγούδια και να μείνουν. Δημήτρης Κερασίδης: Θα δανειστώ από το βιβλίο του αείμνηστου Ντίνου Χριστιανόπουλου «Το Ρεμπέτικο και η Θεσσαλονίκη» τι είπε ο Τσιτσάνης την περίοδο της Κατοχής, που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη: «Η Κατοχή υπήρξε η εποχή που έδωσα ότι καλύτερο είχα στην ψυχή μου, που έδωσα ότι πιο αληθινό βγήκε μέσα από τις τραγικές εκείνες συνθήκες. Η Κατοχή, με δυο λόγια, είναι η καρδιά του λαϊκού τραγουδιού». Πώς βλέπετε τη σκηνή των κόμικς στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια; Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Υπάρχει άνθιση και εξαιρετικοί κομίστες. Δεν είναι πολλοί, αλλά κι αυτοί που δρουν είναι αρκετοί. Ίσως τα τελευταία χρόνια λείπουν τα περιοδικά που υπήρξαν σε προηγούμενες δεκαετίες, που πάντα προωθούν και δίνουν βήμα σε νέα ταλέντα. Δημήτρης Κερασίδης: Πιστεύω, δυστυχώς, πως είναι στάσιμη. Περιοδικά όπως Βαβέλ, Μαμούθ, Παραπέντε κ.ά. ανέστειλαν την έκδοσή τους. Η προσπάθεια του Άγγελου Μαστοράκη με το 9 της Ελευθεροτυπίας ήταν μια αναλαμπή για την όποια εγχώρια παραγωγή. Τα τελευταία χρόνια όμως, βλέπω μια επαναδραστηριοποίηση εκδοτικών οίκων στον χώρο των κόμικς, αρκεί να προωθήσουν μαζί με την ξένη και την ελληνική παραγωγή. Σε αυτή την πρωτόγνωρη συνθήκη που καλούμαστε να ζήσουμε, τι μπορεί να μας κρατήσει όρθιους; Δημήτρης Κερασίδης: Η σοβαρότητα, σε μια εποχή που ανθεί η άνοδος της ασημαντότητας. Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Ας είμαστε υγιείς και θα κρατηθούμε όρθιοι μια χαρά. Ο καθένας έχει τους δικούς του τρόπους και τις δικές του μανίες και κρατιέται απ’ ότι τον συγκινεί και απ’ ότι μπορεί να βρει. Το θέμα είναι να κρατήσουμε όρθιους και τους άλλους. Η Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς Το graphic novel «H Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Και το σχετικό link...
  7. ramirez

    MAFIA

    Παραθέτοντας τα νούμερα της ιταλικής έκδοσης με τα ελληνικά, έχω φτάσει στο συμπέρασμα πως έχει τυπωθεί ολόκληρη η 1η περίοδος του Mafia που κυκλοφόρησε στην Ιταλία μεταξύ 1979 και 1984. Ωστόσο υπάρχει ένα μεγάλο ερωτηματικό που αφορά τα πρώτα 4 ελληνικά τεύχη, αφού το 1ο ιταλικό τεύχος αντιστοιχεί στο ελληνικό νο 5, το 2ο ιταλικό στο ελληνικό νο 6, το 3ο ιταλικό στο ελληνικό νο 7 κ.ο.κ. μέχρι το ελληνικό νο 66 όπου τελειώνει η ελληνική σειρά αλλά και η ιστορία του "Μπέιμπι" Λουπάνο (τουλάχιστον όσον αφορά την 1η περίοδο). Άρα τι ιστορίες μπορεί να έχουν τυπωθεί στα πρώτα 4 ελληνικά τεύχη που δεν έχουμε στη διάθεσή μας; Λογικά όχι τεύχη του Mafia, εκτός και αν την ξανάρχισαν από την αρχή στο τεύχος νο 5. Ίσως περιπέτειες του Κόκκινου Βαρώνου που ήταν back-up ιστορία για αρκετά τεύχη; Ή, πιθανολογώ, για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο η εταιρεία μπέρδεψε τα μπούτια της και άρχισε την αρίθμηση της ελληνικής έκδοσης από το νο 5; Τραβηγμένο όντως, αλλά πιθανόν έτσι να εξηγείται το γεγονός πως δεν έχει εμφανιστεί πουθενά και από κανέναν κάποιο νούμερο της 1ης τετράδας...
  8. Γνήσιο τέκνο της underground σκηνής των αμερικανικών κόμικς, ο Τζεφ Σμιθ επηρέασε καθοριστικά τη σκηνή της 9ης Τέχνης στη γενέτειρά της. Λίγο πριν το αριστουργηματικό «Bone» κλείσει τα 30 χρόνια από τη δημιουργία του, αναστοχάζεται την πορεία του από την εποχή που τα κόμικς ήταν είδος πολυτελείας μέχρι τις μέρες που μεταφέρονται στο Netflix. Αν κάτι χαρακτηρίζει τα κόμικς του Τζεφ Σμιθ, αυτό είναι η πρωτότυπη μίξη ετερόκλητων στοιχείων με αριστοτεχνική αρτιότητα. Καρτουνίστικοι ήρωες μέσα σε ένα μεσαιωνικής αισθητικής περιβάλλον επικής φαντασίας – λέγε με «Bone». Επιστημονική φαντασία εμπνευσμένη από τις πιο σκοτεινές διαδρομές του Νίκολα Τέσλα σερβιρισμένη με νεονουάρ αφηγηματικό ύφος – λέγε με «Rasl». Εξέλιξη και παλαιοανθρωπολογία σε ένα αρχέγονα ρομαντικό ταξίδι αναζήτησης χαμένων κόσμων – λέγε με «Tuki». Αν απορεί κανείς πώς είναι δυνατόν τόσο διαφορετικές δουλειές να προέρχονται από τον ίδιο άνθρωπο, η απάντηση είναι σχετικά απλή: η έμφυτη περιέργεια, η διαρκής αναζήτηση νέων ερεθισμάτων και φυσικά το ταλέντο είναι μερικά μόνο από τα γνωρίσματα ενός από τους επιδραστικότερους δημιουργούς κόμικς της σύγχρονης εποχής. Η συζήτηση μαζί του δεν ήταν μόνο ενδιαφέρουσα, αλλά και ανεξάντλητη. Bone Χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας από πλευράς μου, θα ήθελα να ξεκινήσω τη συζήτησή μας με τις επιρροές σου, σχετικές ή μη με κόμικς. Έμαθα να διαβάζω επειδή έπρεπε να ξέρω τι σκαρφιζόταν ο Τσάρλι Μπράουν και η παρέα του στα στριπ των κυριακάτικων εφημερίδων «Peanuts». Λάτρεψα το Θείο Σκρουτζ και τον Ντόναλντ Ντακ, την εποχή που ο Καρλ Μπαρκς ήταν γνωστός ως «ο καλός σχεδιαστής παπιών» – έκανε τόσο ολοκληρωμένες και περιπετειώδεις ιστορίες. Ένα κέρμα του Θείου Σκρουτζ έπεφτε στο βυθό, και για να το βρουν θα ανακάλυπταν τη Χαμένη Ατλαντίδα – κανείς άλλος δεν έγραφε τέτοιες ιστορίες! Ήξερα ότι ο Ουώλτ Ντίσνεϋ είχε δημιουργήσει το Μίκυ Μάους και τον Ντόναλντ Ντακ και ότι ο Σουλτς είχε φτιάξει το Σνούπι, έτσι ήθελα κι εγώ να έχω το δικό μου χαρακτήρα. Έφτιαξα μερικούς στο νηπιαγωγείο και κάπως έτσι μπλέχτηκα με αυτόν το μικρό τύπο που έμελλε να γίνει ο Φόουν Μπόουν. Κατά τα λοιπά έχω αμέτρητα αγαπημένα βιβλία: το «Μόμπι Ντικ» είναι ευρέως γνωστό πως αποτελεί το αγαπημένο μου βιβλίο. Μου άρεσε ο Μαρκ Τουέην («Χακλμπέρι Φιν»), η εκδοχή του Τόμας Μάλερι για το Βασιλιά Αρθούρο («Le Morte d’ Arthur»), η πρώτη μου σχεδόν ψυχεδελική εξερεύνηση της επικής φαντασίας, η μυθολογία, και πολλά ακόμη, όπως και ταινίες. Ο ρυθμός του κινηματογράφου με συνάρπαζε πάντα. Ήμουν 15 χρονών όταν πρωτοβγήκαν «Τα Σαγόνια του Καρχαρία» του Στίβεν Σπίλμπεργκ και απλά έμεινα κάγκελο με αυτό που είδα – ήταν η πρώτη φορά που ήθελα να μάθω πώς ακριβώς γυρίζεται μία ταινία, για να φτάσει σε αυτό το αποτέλεσμα. Φυσικά οι αναφορές είναι αμέτρητες. Στο δια ταύτα, θεωρούσα σημαντικό να μεταφέρω όσα μου έμαθαν όλα αυτά τα διαφορετικά μέσα στη δουλειά μου. Και αυτό ίσως ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Όταν πρωτοξεκίνησα διαπίστωσα ότι σε μεγάλο βαθμό οι επιρροές των περισσότερων δημιουργών κόμικς και όλα όσα έμαθαν ήταν από τα κόμικς. Και νομίζω αυτός είναι ένας από τους λόγους για τον οποίο το «Bone» έκανε τη διαφορά: ο ρυθμός μου και ο τρόπος που λέω ιστορίες διέφερε από την αυστηρή λογική των κόμικς. Το «Μόμπι Ντικ» αλλά και το «Pogo» του Ουώλτ Κέλι βρίσκουν φόρο τιμής στις σελίδες του «Bone» Έχω διαβάσει συνεντεύξεις που περιγράφεις την αμερικάνικη σκηνή κόμικς στα πρώτα σου βήματα, πώς αυτή διαμορφώθηκε παράλληλα με την έκδοση του «Bone» και το ρόλο που έπαιξε το τελευταίο σ’ αυτήν την πορεία. Πώς είναι τώρα η κατάσταση και ποια η θέση του «Bone» στις σημερινές συνθήκες; Έχει αλλάξει ραγδαία. Τριάντα χρόνια πριν ήταν πολύ διαφορετικά. Είδα τη σκηνή να μεγαλώνει, να εξαϋλώνεται σαν μαύρη τρύπα, να αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από άντρες αναγνώστες. Σταδιακά άρχισαν να φέρνουν τις φιλενάδες του, και γυναίκες ξεκίνησαν να αγοράζουν και να δημιουργούν κόμικς – όχι ότι δεν υπήρχαν και πριν, αλλά ήταν ισχνή μειοψηφία. Σήμερα είναι πολλές. Συνεπώς το πρώτο είναι η διεύρυνση, η ποικιλομορφία αναγνωστών και δημιουργών. Η μεγαλύτερη αλλαγή αφορά κυρίως στην καθιέρωση των γκράφικ νόβελ ως της βασικής μορφής παραγωγής κόμικς. Παλιά θεωρούνταν σπάνιο είδος, και φυσικά δεν πωλούνταν εκτός των κλασικών «κομιξάδικων», μαγαζιά που βοήθησαν τον κλάδο να μην πεθάνει, κατέπνιγαν όμως τη συγκεκριμένη μορφή τέχνης. Όταν πρωτοξεκίνησε το «Bone» στα μέσα του ’90 μας απέρριπταν οι βιβλιοθήκες, η amazon, οι μεγάλοι εκδότες. Ο λόγος ήταν κατά βάση επειδή ήταν κόμικ και επειδή ήταν αυτοεκδιδόμενο, με αποτέλεσμα να χάνουμε μεγάλο μέρος του πιθανού ακροατηρίου μας επειδή δεν είχαμε πρόσβαση στο σύστημα διανομής βιβλιοθηκών και βιβλιοπωλείων. Όλα αυτά πλέον έχουν αλλάξει. Σήμερα το «Bone» συνεχίζει να πουλάει τόσο καλά που δεν μπορώ να το πιστέψω! Ακόμα και στο amazon είναι μέσα στα 10.000 best-sellers – μπορεί να μην ακούγεται τόσο εντυπωσιακό, αλλά πίστεψέ με, είναι! Bρίσκεται εκεί από το 2004, πάνω από 15 χρόνια. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι νέοι δημιουργοί μου λένε ότι μεγάλωσαν με και εμπνεύστηκαν από το «Bone». Και ο τρόπος που έγινε αυτό με εκπλήσσει! Πάντοτε περίμενα να δω κάτι παρόμοιο, αλλά δεν έγινε μέχρι σήμερα. Αλλά ξαφνικά βρέθηκαν τόσοι δημιουργοί κόμικς, τρεις γενιές μετά, να μου λένε ότι ήταν πηγή έμπνευσης για αυτούς, ενώ οι δουλειές τους δεν έχουν καμία σχέση με τη δική μου! Είμαι πολύ περήφανος και ευτυχισμένος για αυτό, δε με νοιάζει να μείνω ο «τύπος που έκανε το Bone» μέχρι να πεθάνω! Το πάντρεμα ετερόκλητων στοιχείων με την εισαγωγή καρτουνίστικων ηρώων σε ένα ρεαλιστικό περιβάλλον επικής φαντασίας είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του «Bone» (στα ελληνικά από την Jemma Press) Δεν ξεκίνησα με σκοπό να φτιάξω κάτι κλασικό. Έφτιαξα μια ιστορία που εγώ θα ήθελα πολύ να διαβάσω πιτσιρικάς. Πάντα το είχα στο μυαλό μου σαν μια μεγάλη ιστορία με το Θείο Σκρουτζ, δομημένη με αρχή, μέση και τέλος, όπως ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, που επιφέρει πραγματικές συνέπειες στους χαρακτήρες. Δεν ήταν κάτι που συνηθίζεται στα κόμικς. Ο Τσάρλι Μπράουν τόσα χρόνια μετά παραμένει περίπου 10 χρονών. Έφερα τις επιρροές μου από τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία, γι’ αυτό και προκάλεσε το ενδιαφέρον. Ήθελα λοιπόν να κάνω τη δουλειά που με συνάρπαζε πρώτιστα ως αναγνώστη. Όμως ένα κόμικ έχει πολλή δουλειά. Πρέπει να το γράψεις, να κάνεις τα σκαριφήματα, τα μολύβια, το μελάνι, περνάς από την ίδια ιστορία τόσες πολλές φορές σε διαφορετικές φάσεις, γι’ αυτό πρέπει να σου αρέσει. Ειδικά αν πρόκειται να ξοδέψεις 12 αναθεματισμένα χρόνια πάνω της. Στο «Bone» δε χρησιμοποίησα κάποια μαγική συνταγή: απλά ήμουν πολύ τυχερός που το έκανα, τη στιγμή που το έκανα. Και δούλεψε. Και όλως περιέργως, δούλεψε και στις 36 διαφορετικές γλώσσες που μεταφράστηκε. Το ξεκαρδιστικό κεφάλαιο της «Απίθανης Αγελαδοδρομίας» δεν ήταν σχεδιασμένο να ενταχθεί στην ιστορία του «Bone» – προστέθηκε κατόπιν της αλληλεπίδρασης του Τζεφ με τους αναγνώστες Πέρα από το πρωτότυπο κεντρικό «δίπολο» – το οποίο παραμένει υπαρκτό καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας – ανάμεσα στο κωμικό, καρτουνίστικο στοιχείο και το πιο σκοτεινό της επικής φαντασίας, παρατηρούμε αφηγηματικά μοτίβα να εναλλάσσονται και να αλλάζουν ένταση: Η ιστορία ξεκινάει από τους κατοίκους της Μπόουνβιλ και μπαίνοντας όλο και πιο βαθιά στο γίγνεσθαι της Κοιλάδας, η αφήγηση πυκνώνει, τα διαρκή επιδερμικά gags δίνουν τη θέση τους στο μυστήριο και τις αποκαλύψεις, τις δολοπλοκίες, τις προφητείες, τις σκληρές μάχες. Το ίδιο συμβαίνει και στο σχέδιο, το οποίο απ’ το εύπλαστο, στρόγγυλο έντονα μελανωμένο περνάει στο πιο λεπτομερειακό και λεπτοδουλεμένο. Ήταν συνειδητή επιλογή; Ή μήπως η ιστορία, από ένα σημείο και μετά, πήρε «σάρκα και... οστά», παρασύροντάς σε και καθορίζοντας τις επιλογές σου; Είναι γεγονός ότι μέχρι τότε δεν υπήρχε κάποιο ευρέως διαδεδομένο έργο που «πάντρευε» αυτά τα δύο εκ πρώτης όψεως ετερόκλητα στοιχεία. Στα δικά μου μάτια δεν ήταν κάτι περίεργο. Πάντοτε διάβαζα Καρλ Μπαρκς, μου άρεσαν τα κινούμενα σχέδια με τον Μπαγκς Μπάνι, την ίδια στιγμή που κοιτούσα πολλά βιβλία από τη Γαλλία: ο Μπιλάλ, το νουάρ του Ταρντί, η επική ή επιστημονική φαντασία για μεγάλους του Μοέμπιους... Και λέω, γιατί να μην πάρω αυτήν την φαντασία για μεγάλους και να βάλω τα κόμικς που λάτρευα μέσα σε αυτήν, όπως το «Pogo» ή το «Peanuts»; Βάλε τον Ντόναλντ και το Θείο Σκρουτζ σε μία ιστορία του Μοέμπιους, μου έβγαζε απόλυτο νόημα! Σε ποιον δε θα άρεσε; Δε μου είχε φανεί πολύ τολμηρό – χρόνια μετά μου αποκάλυψαν, μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου στο χώρο, ότι πίσω από την πλάτη μου στοιχημάτιζαν ότι δε θα πάει καλά ένα κόμικ με καρτούν να τριγυρίζουν στον κόσμο του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, και φυσικά μου απολογήθηκαν για αυτό όταν τους διέψευσε η πραγματικότητα. Ήταν λοιπόν λίγο απ’ όλα. Ήταν πολύ συνειδητή απόφαση εξ αρχής να εξασφαλίσω ότι οι Μπόουν θα άλλαζαν όσο λιγότερο γινόταν, καθώς ήξερα ότι θα έπαιρνε χρόνια για να ολοκληρωθεί η ιστορία, υπολόγιζα περίπου μία δεκαετία. Και ήξερα επίσης ότι σε δέκα χρόνια το σχεδιαστικό μου στιλ θα άλλαζε – αν παίζεις κιθάρα θα είσαι πολύ καλύτερος μετά από δέκα χρόνια καθημερινής εξάσκησης. Το ίδιο προφανώς ισχύει και με το σχέδιο. Από τη στιγμή που τελείωσε όμως, κάποιος μπορεί να το διαβάσει μέσα σε ένα σαββατοκύριακο. Αν υπήρχαν ευδιάκριτες αλλαγές στους πρωταγωνιστές, θα ήταν πρόβλημα. Οι υπόλοιπες αλλαγές, κυρίως όσον αφορά την ιστορία που έγινε πιο γλαφυρή, ρεαλιστική και σκληρή όσο προχωρούσε, ήταν επειδή το επέβαλε η ιστορία, αλλά και ακριβώς επειδή γινόμουν καλύτερος καλλιτέχνης. Για παράδειγμα, η Θορν στην αρχή μοιάζει μεν πολύ ανθρώπινα ρεαλιστική συγκρινόμενη με τους Μπόουν, αλλά παρόλα αυτά έχει αυτήν την παιδικότητα που θα συναντούσες σε μία πριγκίπισσα των κινούμενων σχεδίων της Disney. Στο τέλος της ιστορίας τη σχεδίαζα πολύ περισσότερο ρεαλιστικά, τις αναλογίες της, τη μέση της, τα άκρα της, και είχα γνώση αυτού, αλλά αισθάνθηκα ότι λειτουργούσε στην ιστορία – η Θορν εξελισσόταν σαν άνθρωπος, έγινε μεγάλη κοπέλα, έγινε πραγματική γυναίκα, ενήλικας που έχει βαριές ευθύνες και τις έχει αποδεχτεί. Αυτό δε σημαίνει ότι κατέβαλλα προσπάθεια για να τη σχεδιάσω διαφορετικά ή, αν θες, καλύτερα, απλά μου έβγαινε και το υιοθέτησα, σε αντίθεση με την περίπτωση των Μπόουν όπου αυτοπεριοριζόμουν. Βάζοντας μελάνι στην τελευταία σελίδα του «Bone» Πριν αφοσιωθείς αποκλειστικά στη δημιουργία κόμικς είχες εργαστεί στον τομέα των κινουμένων σχεδίων. Αυτό είναι φανερό από το σχέδιο, το οποίο χαρακτηρίζεται από έντονη κίνηση, όσο και από το στήσιμο των καρέ και τη σκηνοθεσία με «ζωντανή», φυσική ροή. Πόσο σημαντική είναι αυτή η εμπειρία για έναν σχεδιαστή κόμικς; Είναι εμφανέστατη η επίδραση των κινουμένων σχεδίων στη δουλειά μου. Στα κινούμενα σχέδια βρέθηκα επειδή, αν και σχεδίαζα, δεν ήμουν ακόμα έτοιμος να ξεκινήσω ένα κόμικ. Είχα μερικούς φίλους στο Κολλέγιο οι οποίοι μου πρότειναν να ανοίξουμε ένα στούντιο κινουμένων σχεδίων. Ασχολήθηκα 8 χρόνια πριν παραχωρήσω το μερίδιό μου στους συνεργάτες μου. Ασχολούμασταν με κακοπληρωμένες τοπικές, ιδιωτικές και κρατικές διαφημίσεις, σταδιακά όμως γίναμε αρκετά καλοί και γνωστοί σε εθνική κλίμακα. Μετά από τις μεγάλες επιτυχίες ταινιών όπως «Η Μικρή Γοργόνα» και «Ο Βασιλιάς των Λιονταριών», πολλά στούντιο άρχισαν να φτιάχνουν κινούμενα σχέδια, όπως η Dreamworks, συχνά όμως έβγαιναν εκτός χρόνου και έψαχναν μικρά στούντιο σαν το δικό μας, ακόμα και για 5 λεπτά από μία ταινία. Είχε πλάκα, και αυτό που έμαθα ήταν ότι αν σχεδιάζεις ένα χαρακτήρα 1000 φορές μαθαίνεις πολλά πράγματα: όχι μόνο πώς να διατηρείς σταθερό το σχήμα και τη μορφή του, αλλά και πώς να τον τοποθετείς στο χώρο, και για να το κάνεις αυτό η κατασκευή του πρέπει να έχει γίνει με προνοητική σκέψη. Αποφεύγεις να το παρακάνεις με λεπτομέρειες γιατί θα σπαταλάς πολύ χρόνο να σχεδιάζεις κουμπιά και φερμουάρ – οπότε κράτα ένα κουμπί αντί για 5. Αυτό εξηγεί και τη σχεδιαστική απλότητα των Μπόουν. «Bone» Το πιο σημαντικό στοιχείο όμως που μετέφερα στα κόμικς ήταν οι βασικοί κανόνες των κινουμένων σχεδίων και του καδραρίσματος ενός συγκεκριμένου πάνελ. Αυτά συνοψίζονται στις εξής δύο αρχές: 1. Την αντίληψη του «screen right» και «screen left». Σε σκηνές με έντονη κίνηση πρέπει όλη η ροή να κατευθύνεται προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην «Αγελαδοδρομία». Συνεχίζω τη λήψη από τη μεριά που διάλεξα αρχικά, δεν την αλλάζω εκτός αν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος. Έτσι ο αναγνώστης κινείται νοητά διαρκώς προς εκείνη την κατεύθυνση, «βιώνει» την κίνηση. 2. Τον κανόνα των 180 μοιρών, που σημαίνει ότι όταν έχεις δύο χαρακτήρες να μιλάνε στις δύο άκρες του χώρου, μπορείς να γυρίσεις το πλάνο πίσω από τους ώμους του ενός, αρκεί ο άλλος να μένει στην ίδια θέση απέναντί του. Αυτοί είναι βασικοί κανόνες για τον κινηματογράφο, κατά συνέπεια και για τα κινούμενα σχέδια, και πιστεύω πως εφαρμόζονται τέλεια και στα κόμικς. Με αφορμή την 30η επέτείο του «Bone», ο Jeff Smith και το επιτελείο του ετοιμάζουν αρκετές ειδικές εκδόσεις και εκδηλώσεις Πριν ένα χρόνο ανακοινώθηκε η μεταφορά του «Bone» στο Netflix, μετά από πολλά χρόνια αναμονής για τη μεταφορά του στην οθόνη. Θα γίνει επιτέλους; Είμαι λιγότερο κυνικός απ’ ότι με παλαιότερες συνεργασίες. Η προσέγγιση του Netflix με έπεισε να ανακτήσω το ενδιαφέρον μου στη μεταφορά του «Bone» μετά από 10 χρόνια άκαρπων συζητήσεων με στούντιο του Χόλιγουντ, τα οποία επέμεναν στην παραγωγή μίας αυτοτελούς ταινίας 1.30 ώρας για ένα έργο 9 τόμων! Το Netflix κατάλαβε μακράν καλύτερα με τι έχουμε να κάνουμε και έχει τη δυνατότητα να το αναπτύξει ακριβώς όπως στο κόμικ, δηλαδή σε μορφή σειράς – για μένα αυτό είναι πολύ σημαντικό, τόσο για την ομαλή εξέλιξη της ιστορίας όσο και για τη γνωριμία με τους χαρακτήρες, την ταύτιση. Σε αντίθεση με τις επιταγές των χολιγουντιανών στούντιο στο παρελθόν για CG, συμφωνήσαμε στο 2D animation που αποτυπώνει καλύτερα το πνεύμα της σειράς. Τα κακά νέα είναι ότι λόγω της πανδημίας πήγαμε πίσω ένα χρόνο, κατά συνέπεια δε νομίζω να έχουμε κάτι πριν το 2023. Τα καλά νέα είναι ότι η καθυστέρηση μας έδωσε την ευκαιρία να δημιουργήσουμε ένα εξαιρετικό καλλιτεχνικό επιτελείο. Ο Νίκολα Τέσλα στο «Rasl» Ήταν εύκολη η μετάβαση από το «Bone» στο «Rasl», ένα κόμικ εντελώς διαφορετικό τόσο σε θεματική και ύφος όσο και σε αφηγηματικές και εικαστικές τεχνικές; Υπήρξα ανέκαθεν λάτρης της επιστημονικής φαντασίας, διαβάζοντας από μικρός έργα των Clarke, Asimov, ή τα πιο αλλόκοσμα του Burroughs. Επίσης μου άρεσε το νουάρ – όταν τελείωνα το «Bone» έβλεπα ταινίες με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, όπως «Το Γεράκι της Μάλτας». Όπως ήταν φανερό και από την πρώτη μου δουλειά, μου αρέσει να αναμιγνύω διαφορετικά είδη. Η μετάβαση όμως ήταν πολύ δύσκολη. Πρώτον, το αφηγηματικό στυλ του νουάρ επιτάσσει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση – κατά συνέπεια, έπρεπε διαρκώς να εφευρίσκω τρόπους η εξέλιξη της πλοκής να λαμβάνει χώρα μπροστά στα μάτια του ήρωα. Δεύτερον, μου αρέσει η επιστημονική φαντασία που παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της. Έτσι αφιέρωσα 4 χρόνια μελετώντας τη Φυσική σχετικά με τα παράλληλα σύμπαντα και τη θεωρία των χορδών, καθώς και τις θεωρίες συνομωσίας που προκύπτουν από τη ζωή και το έργο του Νίκολα Τέσλα. Εικόνα από το «Rasl» Δηλαδή ότι διαβάζουμε στο «Rasl» είναι επιστημονικά και ιστορικά τεκμηριωμένο; Πάνω-κάτω ναι. Βλέπεις, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση μου εξασφάλισε τη δυνατότητα να είμαι λιγότερο ακριβής, αφού δεν αναπαράγω τα γεγονότα αλλά τα διυλίζω μέσα από το φίλτρο του πρωταγωνιστή. Τα περισσότερα όμως είναι 100% αληθινά. Ήμουν αρκετά αυστηρός! Ειδικά όσον αφορά τον Τέσλα, πρόκειται για μία πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα που έχει δώσει τροφή στο 99,9% των θεωριών συνομωσίας: από τα UFO μέχρι την Περιοχή 51, βρίσκεται κάπου από πίσω. Οι εφευρέσεις του, με αποκορύφωμα την ακτίνα του θανάτου, αλλά και ο τρόπος που κατέληξε από λαμπρός επιστήμονας σε παρανοϊκό μπατίρη – καθώς και ο μυστηριώδης θάνατος, μία μέρα πριν συναντηθεί με εκπρόσωπους της κυβέρνησης στο Λευκό Οίκο – τον καθιστούν μία πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα με την οποία αξίζει να ασχοληθεί κανείς. Εικόνα από το «Tuki» Στην πιο πρόσφατη δουλειά σου, το «Tuki: Save the Humans», καταπιάνεσαι πάλι με κάτι εντελώς διαφορετικό και πρωτότυπο. Υπήρξε μία πραγματική στιγμή στην Ιστορία 2 εκατομμύρια χρόνια πριν, κατά την οποία περισσότερα από ένα ανθρώπινα είδη, με διαφορετικά μεγέθη και ικανότητες, συνυπήρχαν ταυτόχρονα – 11 για την ακρίβεια. Σταδιακά η εξέλιξη οδήγησε τα πιο αδύναμα σε εξαφάνιση, αλλά η συγκεκριμένη ιδέα, την οποία εμπνεύστηκα όταν επισκέφτηκα το φαράγγι Ολντουβάι στην Τανζανία, την κοιτίδα της ανθρωπότητας, με ιντρίγκαρε πολύ. Κατέληξα λοιπόν να αναμιγνύω στοιχεία παλπ μυθοπλασίας στα πρότυπα του Κόναν του Βάρβαρου και του Ταρζάν, με χαμένους κόσμους, την εξέλιξη και την παλαιοανθρωπολογία. Το ξεκίνησα ως webcomic αλλά τελικά αποφάσισα να το βγάλω σε ένα βιβλίο 200 σελίδων, το οποίο θα κυκλοφορήσει του χρόνου. Εικόνα από το «Tuki» Κλείνοντας, θα ήθελα να σε ρωτήσω αν αισθάνθηκες ποτέ δέσμιος της τεράστιας επιτυχίας της πρώτης σου δουλειάς, του «Bone», αν εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, σου προκάλεσε αμηχανία, περιορίζοντας τον αυθορμητισμό σου όσον αφορά στις επόμενες κινήσεις σου, υπό το φόβο των συγκρίσεων. Με λίγα λόγια, αν ένα από τα δημοφιλέστερα αποφθέγματα των κόμικς έχει εφαρμογή και στην περίπτωσή σου: «Η μεγάλη δύναμη φέρνει και μεγάλη ευθύνη». Η δημιουργία του «Bone» αλλά και η υποδοχή που του επιφυλάχθηκε ήταν ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Όταν το τελείωσα χρειάστηκα αρκετό χρόνο να συνέλθω πριν κάνω κάτι άλλο. Ήταν δύσκολο. Χρειάστηκε να αλλάξω τον τρόπο που γράφω γιατί είχαν δημιουργηθεί μηχανισμοί που ήταν δύσκολο να αποτινάξω. Το σίγουρο είναι ότι δεν είχα ποτέ την ψευδαίσθηση ότι θα καταφέρω κάτι τόσο μεγάλο – απεναντίας, προσπάθησα να εκμεταλλευτώ τη δημοφιλία του «Bone» για διαφημιστικούς λόγους. Μπορεί το «Rasl» να μην ήταν το ίδιο δημοφιλές αλλά πήγε καλά: βραβεύτηκε ως το καλύτερο γκράφικ νόβελ τη χρονιά που κυκλοφόρησε αυτοτελώς. Εκείνη ίσως ήταν η στιγμή της πλήρους απελευθέρωσης, σταμάτησε να με απασχολεί η σύγκριση. Από εδώ και πέρα με ενδιαφέρει μόνο να κάνω ό,τι με γεμίζει, όπως συμβαίνει και με το «Tuki». Θέλω να σταθώ όμως λίγο στο κομμάτι της ευθύνης. Πάντοτε αισθανόμουν ότι χρωστάω πολλά στο χώρο, σε όσους με εμπιστεύτηκαν και με βοήθησαν, ότι οφείλω να το ανταποδώσω. Φυσικά δεν υπάρχει τρόπος να το ανταποδώσω στον Νιλ Γκέιμαν ο οποίος βγήκε στην τηλεόραση εθνικής εμβέλειας και είπε στον κόσμο να ψάξει το «Bone», μπορώ όμως να το ανταποδώσω στη νέα γενιά. Και το κάνω. Ασχολήθηκα ενεργά με το Small Press Expo, γυρνούσα σε όλους τους πάγκους και αγόραζα κάτι απ’ τον καθένα – όταν μου τα έδιναν δωρεάν έλεγα «όχι, θα το αγοράσω και θα το υπογράψεις». Σε αυτό το πλαίσιο ξεκίνησα μία αντίστοιχη εκδήλωση στην περιοχή μου, στο Κολόμπους του Οχάιο. Ένας από τους στόχους που έχω θέσει με τους συνεργάτες μου στο Cartoon Crossroads Columbus είναι η σύνθεση νέων φερέλπιδων δημιουργών κόμικς με τους καταξιωμένους του είδους, γιατί θυμάμαι πόσο σημαντικό ήταν για μένα να συναντάω τον Αρτ Σπίγκελμαν και τον Φρανκ Μίλερ στα πρώτα μου βήματα, να συνειδητοποιώ ότι είναι πραγματικοί άνθρωποι και να μου δίνουν χρήσιμες συμβουλές. Στο τέλος της ημέρας όμως, είσαι εσύ και ένα κομμάτι χαρτί. Αν θέλεις να κάνεις κόμικς, τότε πρέπει απλά να το τολμήσεις. Και το σχετικό link...
  9. Ήταν ένα μικρό σοκ για το παραδοσιακό βιβλιόφιλο κοινό ότι η μακρά λίστα για το βραβείο Booker 2018 περιλάμβανε μεταξύ άλλων λογοτεχνικών έργων, για πρώτη φορά, και ένα graphic novel. Η Sabrina δεν κατάφερε τελικά να φτάσει μέχρι την βραχεία λίστα (το βραβείο εν τέλει κατέκτησε η Βορειο-ιρλανδή Anna Burns, με το Milkman της), παρ’ όλα αυτά πρόκειται για ένα από τα πιο επείγοντα έργα της σύγχρονης αγγλόφωνης λογοτεχνίας. (φωτογραφία της Abe Olson) Ο ίδιος ο δημιουργός, έχοντας παραδώσει το 2016 την πρώτη του ολοκληρωμένη δουλειά με την ιδιόρρυθμη suburbia του Beverly, επιστρέφει εδώ με την ίδια θαμπάδα στα καρέ του, με την ίδια μινιμαλιστική κατατονία στα πρόσωπα των ηρώων του, αλλά σε μεγάλης έκτασης φόρμα αυτή την φορά – σε αντίθεση με την ανθολογία του Beverly. Η ιστορία ξεκινά με μια φρικτή δολοφονία που λαμβάνει χώρα σε μια αμερικανική μεγαλούπολη και η οποία αποδίδεται σε έναν τυχαίο δολοφόνο, γνώριμη ειδησεογραφικά ιστορία, η απόλυτη βία της οποίας είθισται να μην διερευνάται, να αποδίδεται ως επί το πλείστον σε μία μεμονωμένη πράξη, σε μία ψυχική παρεκτροπή. Το κενό όμως αυτό, του αποτυπώματος της ανομολόγητης βίας, έρχεται εδώ να καλύψει μία γνώριμη στο αμερικανικό κοινό ψευδοπροφητική, συνομωσιολαγνική φωνή που εκπέμπει μέσω του ραδιοφώνου της αμερικανικής ενδοχώρας. Απεγνωσμένος, βυθισμένος στην οδύνη, ο κεντρικός ήρωας αναζητά απαντήσεις. Αλλά το κενό μπορεί να καλυφθεί μονάχα με κενό. Η συνωμοσιολογική εκδοχή ότι η δολοφονία ήταν τάχα μία σκηνοθετημένη πράξη προκειμένου να περιοριστεί νομοθετικά η οπλοχρησία και η οπλοκατοχή, η διαρκής αναφορά στο θύμα ως μία συμμετέχουσα στην παραπλανητική ιστορία ηθοποιό, όλα αυτά αποστερούν τους οικείους από το πένθος, αφαιρώντας τους ουσιαστικά την δυνατότητα να είναι άνθρωποι. (Καρέ από την Sabrina του Nick Drnaso (Drawn and Quarterly, 2018) Η επιτακτική ανάγκη κατανόησης, ο πόνος, η αδυναμία του ορθού λόγου να δώσει απαντήσεις σε πράξεις εξτρεμιστικής βίας, η πανεθνική ανάγκη για ιεροκήρυκες και ψευδοπροφήτες , όλα αυτά επενεργούν στην διάσταση του πένθους, δημιουργώντας περαιτέρω ερωτήματα στον κεντρικό ήρωα. Δραματουργικά, η καταβύθιση του ήρωα στην παράνοια, η de facto μετατροπή ενός έργου με παραστατική χροιά σε λογοτεχνία πρωτοπρόσωπης αφήγησης, λειτουργούν σωρευτικά στην ενσυναίσθηση˙ το μόνο αναγκαίο συναίσθημα για την ανάγνωση του έργου. Σεναριακά, ο λόγος που παράγει ο σύγχρονος ραδιοφωνικός ψευδοπροφήτης, τα σχόλια των ανώνυμων χρηστών του διαδικτύου που παρατίθενται, η άρνηση του εαυτού εκ μέρους των ηρώων, όλα αυτά προσθέτουν το δίχως άλλο στην παράνοια, την αμφισβήτηση του ήρωα για αυτό που ζει και δευτερευόντως, την αμφισβήτηση του αναγνώστη για αυτό που διαβάζει. Εκτός των άλλων, η επιλογή του δημιουργού να θέσει ως background την αεροπορική βάση του Κολοράντο και την πέριξ αυτής πόλη, μια μικρή ετεροτοπία καθοριζόμενη από την καθημερινότητα και τους κανόνες της αμερικανικής αεροπορίας, δημιουργεί τον απαραίτητο σεναριακά χώρο για να επιδράσουν οι από ραδιοφώνου ρητορείες αμφισβήτησης και παρανοϊκής καταβύθισης στο μη πραγματικό, που στοχεύουν απευθείας στον ψυχισμό των ηρώων. Το απόλυτα μινιμαλιστικό σχέδιο, η αρμονία των διαστάσεων από καρέ σε καρέ και η χαρακτηριστική οικονομία της χρωματικής παλέτας, επιτείνουν την συναισθηματική αποστασιοποίηση των ηρώων μεταξύ τους, αλλά και από το περιβάλλον που τους περικλείει, καταδεικνύοντας την ουσιαστική βάση άρνησης της αλήθειας˙ την πρωτόλεια αδυναμία του ανθρώπου να κατανοήσει το Κακό. Γιατί, αν εξαιρέσεις το γεγονός ότι αποδεικνύεται, πως αλλιώς ορίζεται η αλήθεια; Και το σχετικό link...
  10. Καλωσορίσατε στην Μπερλίν. Ο συγγραφέας Κυριάκος Αθανασιάδης και ο σχεδιαστής κόμικς-εικονογράφος Νικόλας Κούρτης μιλάνε για το neo-noir graphic novel τους. Καλωσορίσατε στην Μπερλίν… την πόλη όπου δεν ξημερώνει ποτέ. Μια πόλη όπου οι απέθαντοι συμβιώνουν με τους ζωντανούς. Μια πόλη που την έκταση της σήψης και της διαφθοράς της ξεπερνά μονάχα το αιώνιο σκοτάδι της. Μια πόλη που θα μπορούσε να είναι η Κόλαση, αν κάποιος είχε αντικαταστήσει τις φωτιές και τους λάκκους με το θειάφι με ατσάλινους ουρανοξύστες και επιβλητικά κτίρια που ξεφυτρώνουν μέσα από το χάος της δαιδαλώδους ρυμοτομίας της. Μια πόλη των νεκρών ονείρων και των χαμένων ψυχών. Μια τέτοια ψυχή είναι και ο Ράντολφ Κάρτερ, ιδιωτικός ντετέκτιβ για μικροϋποθέσεις που μετά βίας τού εξασφαλίζουν τα απαραίτητα χρήματα για τα ποτά του στο Los Antiguos, το μπαρ όπου περνά τον περισσότερο καιρό του. Όταν όμως ένας μυστηριώδης πελάτης θα τον προσλάβει για μια υπόθεση που αρχικά μοιάζει να είναι μια απλή περίπτωση κλοπής και εξαφάνισης, ο Κάρτερ θα μπλεχτεί σε έναν ατέρμονο λαβύρινθο τρόμου και αίματος που οδηγεί μέσα από τα στενά δρομάκια και τις αγορές της Μπερλίν στο κατώφλι του άλλου κόσμου. Το neo-noir graphic novel «Berlin: Πρώτος θάνατος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Jemma Press, μία «σκοτεινή κατάδυση» στον κόσμο, στους χαρακτήρες, ήρωες και αντιήρωες της φανταστικής πόλης Μπερλίν. Πάνω από όλα όμως, είναι ένα graphic novel-έκπληξη που «παντρεύει» το παραφυσικό με το neo-noir είδος και μπορεί άνετα να σταθεί και στη διεθνή αγορά. Πώς συναντήθηκαν οι δρόμοι σας για το graphic novel «Berlin»; Νικόλας Κούρτης: Η γνωριμία μας μετράει δεκαετίες. Μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη για τη λογοτεχνία, τα κόμικς, τον κινηματογράφο. Κάποιες μικρές ιστορίες μας είχαν εκδοθεί παλιά στη Βαβέλ. Πρόσφατα δημιουργήσαμε τη σειρά «Urban Stories», 11 δισέλιδα αυτοτελή κόμικς, που εκδόθηκαν στο περιοδικό The Book 's Journal. Ήταν φυσική συνέχεια να εκφραστούμε σε μεγαλύτερο φορμά. Και μεγάλη τύχη που ενώθηκαν οι δρόμοι μας και με τον Λευτέρη Σταυριανό και την Jemma Press. Δεν θα μπορούσαμε να σκεφτούμε κάτι καλύτερο από αυτό. Κυριάκος Αθανασιάδης: Πριν ακόμα από τα κόμικς στη Βαβέλ, ο Νικόλας είχε σχεδιάσει τα εξώφυλλα κάποιων βιβλίων μου, ενώ εικονογράφησε και μία νουβέλα που είχα εκδώσει το 2002. Ένα από εκείνα τα ασπρόμαυρα σχέδιά του το χτύπησα τατουάζ την ίδια χρονιά, ψηλά στο μπράτσο. Οπότε ναι, έτσι πάει: μετά τα δισέλιδα στο TBJ και κάποιες άλλες δουλειές σε μικρή φόρμα που κάναμε μαζί, η «Berlin» ήταν απλώς κάτι που έπρεπε να γίνει. Και βρήκε το καλύτερο σπίτι για να γεννηθεί. Πήρε αρκετό καιρό η όλη διαδικασία, από την αρχική ιδέα μέχρι να το λάβετε στα χέρια σας; Δουλέψατε εξ αποστάσεως; Πώς ήταν η συνεργασία σας; Νικόλας Κούρτης: Είναι χαρακτηριστικό πως σε κάθε πρότζεκτ δουλεύουμε με διαφορετικό τρόπο. Συνεννοούμαστε δηλαδή εύκολα, υπάρχει ροή. Η αρχή γίνεται πάντα από τον Κυριάκο. Η βασική ιδέα, οι περιγραφές, το σενάριο, όλα από εκείνον. Μετά εγώ έχω πλήρη ελευθερία. Συζητάμε βέβαια συχνά, αλλά είμαι ευγνώμων για την ελευθερία που μου δίνει. Μα κι εγώ σπάνια θα επέμβω στο σενάριο καθαυτό. Οι αλλαγές που θα κάνω είναι συνήθως αφηγηματικές. Πώς να υπηρετήσω καλύτερα την ιστορία με τρόπους που ο Κυριάκος δεν έχει ίσως φανταστεί. Κι εκεί εισέρχεται το προσωπικό μου φίλτρο. Έτσι το αποτέλεσμα είναι «δικό μας». Κυριάκος Αθανασιάδης: Όπως ακριβώς και ένα βιβλίο, το σενάριο περνά από διάφορα στάδια: έρχεται η ιδέα, η ιδέα γίνεται προσχέδιο, το προσχέδιο σκελετός, και ο σκελετός το τελικό σενάριο. Που και πάλι θα υποστεί αλλαγές σε όλα τα στάδια του σχεδίου, μικρότερες ή μεγαλύτερες, για να βρεθούν καλύτερες δραματουργικές (ή «απλώς» αισθητικές) λύσεις ανάλογα με αυτά που σκέφτεται και προτείνει ο Νικόλας: μπορεί να είναι η προσθήκη ενός «ήχου», ή η αφαίρεση μίας σκηνής, ή η σύμπτυξη δύο άλλων. Οπότε ναι, εγώ εξ ορισμού περιμένω πολύ περισσότερο χρόνο μέχρι να πιάσω το βιβλίο στα χέρια μου. Όμως εδώ φαίνεται και η πελώρια διαφορά που έχουμε στα κόμικς ανάμεσα στο σενάριο και στο σχέδιο: το δεύτερο απαιτεί ίσως και δεκαπλάσιο χρόνο από το πρώτο. Γενικά μιλώντας, είναι άδικο που τα ονόματα των συντελεστών μπαίνουν με το ίδιο size… Τώρα, ναι, δουλεύουμε πάντα από μακριά, και επικοινωνούμε όποτε πρέπει και όσο πρέπει με μηνύματα και μέιλ. Γιατί σε μορφή κόμικς και όχι ένα μυθιστόρημα; Νικόλας Κούρτης: Εδώ και δεκαετίες το κόμικ είναι αναγνωρισμένο ως η ένατη τέχνη. Ένα δυνατό εκφραστικό μέσο με πολλές δυνατότητες, που φλερτάρει με πολλές τέχνες. Οπότε γιατί όχι; Κυριάκος Αθανασιάδης: Τα κόμικς είναι πολύ παλιά υπόθεση, ενός ή και δύο αιώνων – ανάλογα με το από πότε αρχίζει να μετράει κανείς –, αλλά έτσι κι αλλιώς ο Νικόλας είναι σχεδιαστής, εγώ συγγραφέας και κάνουμε κόμικς μαζί, οπότε όλο αυτό είναι πολύ φυσιολογικό. Η δε δυνατότητα χρήσης της μεγάλης αφηγηματικής φόρμας, που έχει ιστορία άνω των πέντε δεκαετιών, είναι ότι πιο δελεαστικό μπορώ να φανταστώ. Η προφανής καταγωγή από τον κινηματογράφο, με προσαρμοσμένες σε μία καθαρά εικαστική γλώσσα των δικών του τεχνικών στη δομή, στο μοντάζ και στους φωτισμούς, ακόμη και στον ήχο, είναι κάτι μαγικό που δεν υπάρχει αλλού. Είναι ζωγραφική, σινεμά και μυθιστόρημα μαζί – μεγάλη υπόθεση. Θα μπορούσε η πλοκή να εξελίσσεται στη Θεσσαλονίκη ή Αθήνα και όχι στο Βερολίνο; Νικόλας Κούρτης: Καταρχάς η Berlin δεν είναι το Βερολίνο. Είναι μια πόλη φανταστική, μια δυστοπική φουτουριστική «μεγάπολη» για την οποία, ο αναγνώστης τουλάχιστον, δεν γνωρίζει πολλά. Όχι, δεν θα μπορούσε να εξελίσσεται στη Θεσσαλονίκη ή στην Αθήνα γιατί θέλαμε να δημιουργήσουμε έναν νέο κόσμο εξαρχής. Μια tabula rasa πάνω στην οποία θα μπορούσαμε να γράψουμε ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς. Κυριάκος Αθανασιάδης: Έτσι είναι. Μιλάμε για το μέλλον εδώ – για «κάποιο» μέλλον, κάποια fantasy εκδοχή του μέλλοντος, όμως με πολλά στοιχεία (το ντύσιμο, τα χτενίσματα, κάποια όπλα) δανεισμένα κυρίως από τον Μεσοπόλεμο, αλλά και από αλλού. Η Berlin είναι η Μητρόπολη των Τέα φον Χάρμπου και Φριτς Λανγκ, όπως έχει εξελιχθεί μέσα στον χρόνο και μέσα στις σελίδες όπου πρωταγωνιστούν παρόμοιες μητροπόλεις: η Gotham City, η Mega-City One, η Sin City. Αλλά και πάλι: δεν είναι αυτές – είναι εντελώς διακριτή. Όπως άλλωστε φαίνεται και στον «Πρώτο θάνατο». Και όπως θα φανεί και στη συνέχεια που φτιάχνουμε τώρα. Ποιος είναι ο ντετέκτιβ Ράντολφ Κάρτερ και τι συμβολίζει ο χαρακτήρας του; Νικόλας Κούρτης: Κυριάκο, πες εσύ. Κυριάκος Αθανασιάδης: Ναι, οκέι. Λοιπόν, ο Κάρτερ είμαστε ο Νικόλας κι εγώ. Στην Berlin πιθανότατα δεν εκδίδονται κόμικς – αλλά αν εκδίδονταν θα ήθελα πολύ να τα διαβάσω –, οπότε αν ζούσαμε εκεί θα ήμασταν ντετέκτιβ. Το ελπίζω δηλαδή. Όχι ότι είναι ότι πιο εύκολο να κάνει κανείς, αλλά και ποιος δεν θέλει να παίξει τον ντετέκτιβ, και ειδικά έναν ντετέκτιβ που αναλαμβάνει υποθέσεις όπου υπερισχύει το υπερφυσικό, το μαγικό στοιχείο, και όταν η κεντρική του ηρωίδα, η femme fatale της Berlin, είναι μία υπερσέξι βρικόλακας; Η «Berlin» είναι noir, ή μάλλον neo-noir. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία ενός noir έργου; Και ποια είναι τα αγαπημένα σας noir έργα μέσα από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση ή και τα κόμικς ακόμα; Νικόλας Κούρτης: Είναι κινηματογραφικός όρος. Αναφέρεται σε ιστορίες που γενικά ονομάζουμε «αστυνομικές», αν και η αστυνομία συνήθως απουσιάζει. Δίνει συνήθως έμφαση στον κυνισμό των χαρακτήρων και στα συναισθηματικά τους κίνητρα. Χαρακτηρίζεται επίσης από το μαυρόασπρο. Μία από τις πρώτες μας αποφάσεις για την «Berlin» ήταν η χρήση μαυρόασπρου, κόντρα ίσως στο ρεύμα της εποχής. Προσπάθησα πολύ να μεταφέρω αυτή την κινηματογραφική ατμόσφαιρα στο κόμικ. Κυριάκος Αθανασιάδης: Ναι, το χρώμα θα προσέθετε πολύ στο εμπορικό κομμάτι του κόμικς, αυτό είναι το μόνο σίγουρο, αλλά θα αφαιρούσε το βασικό του χαρακτηριστικό, που είναι οι σκιές. Στην Berlin, αν μη τι άλλο, «δεν ξημερώνει ποτέ». Δεν θα δείτε μάλιστα, κανένα πλάνο ουρανού σε κανένα πάνελ – δεν υπάρχει ουρανός, υπάρχει μόνο σκοτάδι από πάνω σου… αλλά και από κάτω. Τώρα, το noir είναι μία πελώρια περιοχή, σχεδόν αχανής, και γλιστράει μέσα σε υποείδη της σύγχρονης λογοτεχνίας και του σινεμά, και προφανώς και στα κόμικς, ακόμη και ασυνείδητα, σχεδόν ερήμην του δημιουργού τους. Αυτός ο κυνισμός που λέει ο Νικόλας, η απουσία μιας ξεκάθαρης «κοινωνικής» ηθικής και η συχνή μείξη, οι αποχρώσεις, του δίπολου καλό-κακό, οι συνωμοσίες, η διαφθορά, η υποβόσκουσα διαρκής ίντριγκα, το ψέμα, η πανταχού παρούσα «τραγικότητα της ύπαρξης», αλλά και τα τσιγάρα, τα ποτά, τα πάθη, οι έρωτες που δεν βγάζουν πουθενά, η βροχή, οι ρεπούμπλικες, οι καμπαρντίνες, οι καπνοί που βγαίνουν από τις σχάρες των υπονόμων… οκέι, μιλάμε για τον ορισμό της Απόλυτης Γοητείας εδώ. Οι φαν το γνωρίζουν καλά, και όσοι τυχόν δεν το αγαπούν ή απλώς δεν το ξέρουν μπορούν να διαβάσουν και να δουν, αν μη τι άλλο, τα Top 10 των αντίστοιχων καταλόγων. Παρ’ όλα αυτά, να θυμίσουμε πως εδώ έχουμε να κάνουμε με «αστικό» νουάρ του Φανταστικού, με πολλά στοιχεία Τρόμου, όχι με τον Φίλιπ Μάρλοου. Τι να περιμένουμε από τον κάθε ένα ξεχωριστά το ερχόμενο διάστημα και τι ελπίζετε να σας φέρει το 2021; Νικόλας Κούρτης: Όσον αφορά εμένα, το επόμενο έτος θα είμαι κλεισμένος στο σπίτι μου και θα ασχοληθώ με τη συνέχεια της Berlin. Κυριάκος Αθανασιάδης: Αυτό κάνω κι εγώ – γράφω τη δεύτερη ιστορία, τον δεύτερο τόμο. Ήδη έχουμε κάνει τις πρώτες συζητήσεις, ξέρουμε πού θα πάμε και μένει μόνο να δουλέψουμε: έναν με δύο μήνες εγώ, τουλάχιστον δέκα μήνες ο Νικόλας. Αλλά αν ξέρουμε κάτι καλά, είναι ότι θα είναι ακόμη πιο «Berlin» από τον «Πρώτο θάνατο». Κι αυτό ήδη δεν είναι λίγο… Ευχαριστούμε πολύ για την κουβέντα, διαβάστε το βιβλίο, πείτε μας πώς σάς φάνηκε, και κυρίως: να προσέχετε. «Berlin: Πρώτος θάνατος», Εκδόσεις Jemma Press Σενάριο: Κυριάκος Αθανασιάδης Σχέδιο: Νικόλας Κούρτης, σελ.112, € 12,95 Και το σχετικό link...
  11. Ο 1ος τόμος είναι όντως καλός, αλλά είναι βασικά ένα murder mystery και φυσικά εισαγωγή στο σύμπαν των Fables και των χαρακτήρων του. Η σειρά απογειώνεται από τον 2ο τόμο και έπειτα...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.