Jump to content

ramirez

Members
  • Content Count

    3,535
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    9
  • Points

    4,337 [ Donate ]

ramirez last won the day on July 4

ramirez had the most liked content!

Community Reputation

27,569 Excellent

3 Followers

About ramirez

  • Rank
    WHAT ? ME WORRY ?
  • Birthday November 28

Contact Methods

  • Website URL
    http://

Profile Information

  • Gender
    Male
  • Country
    Greece

Recent Profile Visitors

1,890 profile views
  1. Από το 1952 το περιοδικό MAD παρώδησε χωρίς φραγμούς κάθε κοινωνική, καλλιτεχνική και πολιτική αξία στις ΗΠΑ. Πριν από λίγες μέρες ανακοινώθηκε ότι σύντομα θα κλείσει. Η παράδοση που εγκαινίασε και υπηρέτησε πιστά και με συνέπεια δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Μεσούντος του μακαρθισμού και της απροκάλυπτης λογοκρισίας στις ΗΠΑ, λίγο μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και σε μια εποχή που ο κόσμος των κόμικς είχε αρχίσει να κατακλύζεται από μια νέα γενιά παράξενων πρωταγωνιστών με υπεράνθρωπες δυνάμεις και ευφάνταστα gadgets σε φανταστικές ιστορίες, εμφανίστηκε ένα περιοδικό διαφορετικό από οτιδήποτε είχε προηγηθεί. Το MAD με τον θρυλικό Harvey Kurtzman (1924-1993) στο τιμόνι και με εκδότη τον William Gaines (1922-1992), ιδιοκτήτη της εταιρείας EC, κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1952 και άλλαξε για πάντα την ιστορία των κόμικς. Ο Gaines μέχρι τότε ειδικευόταν στην έκδοση κόμικς με βασική θεματολογία τον τρόμο, ενώ ο Kurtzman είχε δείξει το σπάνιο ταλέντο του στις αντιπολεμικές σειρές «Two-Fisted Tales» και «Frontline Combat». Με το MAD όμως εγκαινίασαν ένα νέο και ρηξικέλευθο στιλ που, προϊόντος του χρόνου, εξελίχθηκε σε ολόκληρο είδος: αυτό της ανελέητης παρωδίας και του καυστικού χιούμορ απέναντι στη μαζική κουλτούρα, τις χολιγουντιανές ταινίες, τους σελέμπριτις, τις διαφημίσεις, την τηλεόραση, τους πολιτικούς, ακόμα και τα υπόλοιπα κόμικς. Το MAD από το πρώτο κιόλας τεύχος του έδειξε τους στόχους του ξεκάθαρα: περιείχε τέσσερις ιστορίες που παρωδούσαν η καθεμιά ένα από τα κυρίαρχα, ως τότε, είδη στα κόμικς (τρόμος, επιστημονική φαντασία, αστυνομικό, γουέστερν). Αριστερά, το εξώφυλλο του πρώτου τεύχους (1952). Δεξιά, το πρώτο «fake» τέλος του MAD, 60 χρόνια πριν από το πραγματικό. Ο Kurtzman ήταν υπεύθυνος για το σύνολο σχεδόν των σεναρίων ενώ οι πρώτοι σχεδιαστές με τους οποίους συνεργάστηκε ήταν οι Wally Wood, Will Elder, John Severin και Jack Davis. Η επιτυχία ήταν μεγάλη και το MAD σύντομα επέκτεινε το πεδίο των παρωδούμενων «πρώτων υλών». Σύντομα επίσης σχεδόν το σύνολο της ύλης του περιοδικού ήταν μια παρωδία σε βαθμό που ο αναγνώστης δυσκολευόταν να καταλάβει ακόμα και αν οι διαφημίσεις που δημοσιεύονταν, οι ειδήσεις και οι συνεντεύξεις, η στήλη της αλληλογραφίας και τα μηνύματα των εκδοτών προς τους αναγνώστες ήταν αληθινά ή ψεύτικα. Στο τέταρτο τεύχος παρωδήθηκε ο Σούπερμαν («Superduperman»), στο έκτο ο Κινγκ Κονγκ («Ping Pong»), στο όγδοο ο Μπάτμαν κ.ο.κ. Αριστερά, το MAD σε μια επίδειξη πρόκλησης και σαρκασμού. Δεξιά, ο Alfred Neuman, μασκότ του περιοδικού για 60 και πλέον χρόνια, στρατολογεί για το MAD την περίοδο του πολέμου του Βιετνάμ. Ακολούθησαν οι πλαστές ειδήσεις σε άλλες γλώσσες, με πρώτη μάλιστα την ελληνική, σε κάποιο ακατάληπτο κείμενο συρραφής ειδήσεων από εφημερίδα της ελληνικής ομογένειας στις ΗΠΑ, οι παρωδίες κλασικών λογοτεχνικών έργων (από τα πρώτα ήταν το «Νησί των Θησαυρών» και το «Κοράκι») και μεγάλων μπλοκμπάστερ αλλά και η σάτιρα των διαφημίσεων της εποχής που υπόσχονταν στους καταναλωτές-μέλη των αμερικανικών πυρηνικών οικογενειών μια υπέροχη ζωή μέσω της αγοράς έξυπνων ηλεκτρικών συσκευών και μηχανών κουρέματος του γκαζόν. Στο ενδέκατο τεύχος ο Kurtzman προχώρησε ακόμα ένα βήμα εγκαινιάζοντας μια νέα σειρά, στην οποία η ίδια ιστορία δημοσιευόταν δύο φορές στο ίδιο τεύχος με πανομοιότυπα σχέδια, αλλά διαφορετικά σενάρια: το πρώτο ήταν το συμβατικό, όπως δηλαδή θα μπορούσε να δημοσιευτεί σε κάποιο «καθωσπρέπει» έντυπο και το δεύτερο ήταν το ανατρεπτικό, όπως μόνο στο MAD θα μπορούσε να υπάρξει. Το δωδέκατο τεύχος, με αρκετές δόσεις αυτοσαρκασμού, δεν είχε κανένα σκίτσο στο εξώφυλλό του και ενημέρωνε τους αναγνώστες ότι μπορούν άφοβα να το κρατάνε σε δημόσιο χώρο χωρίς να ντρέπονται επειδή διαβάζουν κόμικς, ενώ το δέκατο τρίτο είχε ένα σχεδόν αποκλειστικά μονόχρωμο κόκκινο εξώφυλλο με μια μικρή λεζάντα στο πάνω μέρος ως αντίδραση στον γιγαντισμό των τίτλων και τις υπερβολές άλλων περιοδικών. Ακολούθησαν τα έργα τέχνης, με πρώτη τη Μόνα Λίζα που παρουσιάστηκε στο εξώφυλλο να κρατά ένα τεύχος του MAD, ενώ στο εικοστό πρώτο τεύχος το εξώφυλλο ήταν ολόκληρο μια παρωδία διαφημίσεων όπλων μεταξύ των οποίων οπλοπολυβόλα, περίστροφα, πύραυλοι, βόμβες, ανθρωποφάγοι κροκόδειλοι και θηριώδεις ελέφαντες που είχαν μάλιστα και τιμή. Έτσι πορεύτηκε το MAD μέχρι το εικοστό τρίτο τεύχος του το 1955, αλλά από το εικοστό τέταρτο άλλαξε μορφή και εμπλούτισε το περιεχόμενό του, διατηρώντας όμως την παρωδία ως το βασικό συστατικό του. Ένας από τους λόγους της αλλαγής ήταν και η αποφυγή των υποχρεώσεων που απέρρεαν από τη θέσπιση των λογοκριτικών κανόνων της Comics Code Authority που ήδη είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται λίγο νωρίτερα. Ο Kurtzman έμεινε για ακόμα έναν χρόνο στη διεύθυνση του περιοδικού και παραιτήθηκε το 1956. Από τότε τη διεύθυνση ανέλαβε ο Al Feldstein ως το 1984, o Nick Meglin ως το 2004, ο John Ficarra ώς το 2017 και τα τελευταία δύο χρόνια ο Bill Morrison. Όλα αυτά τα χρόνια το MAD ακολούθησε τη συνταγή του Kurtzman σατιρίζοντας σκληρά κάθε κατεστημένη κοινωνική, καλλιτεχνική και πολιτική αξία, χωρίς ταμπού και χωρίς φόβο. Ιδιαίτερα στο πολιτικό σκέλος η κριτική του ήταν απολαυστική με στόχο κάθε πρόεδρο των ΗΠΑ, περισσότερο όμως τους πιο πρόσφορους για πολιτική σάτιρα και «ευάλωτους» όπως ο Ρίτσαρντ Νίξον, ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος και φυσικά ο Ντόναλντ Τραμπ. Με συνεργάτες ορισμένους από τους καλύτερους και πιο καυστικούς δημιουργούς κόμικς, όπως οι Sergio Aragones, Al Jaffee, Don Martin, Peter Kuper, Antonio Prohias, Dave Berg κ.ά., η κριτική του MAD, όσο σκληρή κι αν γινόταν, έβρισκε πάντα ευήκοα ώτα και αναγνωστικό κοινό. Οι πωλήσεις όμως σταδιακά έπεφταν. Το περιοδικό, που κάποτε ξεπερνούσε τα 2 εκατομμύρια αντίτυπα τον μήνα, έφτασε να πουλά λιγότερα από 150 χιλιάδες τεύχη. Οι υπεύθυνοί του, μετά από 67 ολόκληρα χρόνια, ανακοίνωσαν πριν από λίγες ημέρες το κλείσιμο του MAD. Το περιοδικό θα συνεχίσει να εκδίδεται για κάποιο διάστημα δημοσιεύοντας όμως μόνο προδημοσιευμένο υλικό από τη μεγάλη ιστορία του, ενώ θα κυκλοφορούν και κάποιοι ετήσιοι τόμοι, χωρίς σταθερή περιοδικότητα, με νέο υλικό πάνω σε συγκεκριμένα θέματα. Η απώλεια είναι μεγάλη, περισσότερο γιατί το MAD αποτελούσε πλέον ένα σύμβολο της ιστορίας των κόμικς και μια σταθερή αξία που βρισκόταν πάντα στην πρώτη γραμμή του χιούμορ και του πολιτικού σχολιασμού και όχι τόσο για την πρωτοτυπία του και την ευρηματικότητά του. Οι ανατρεπτικές ιδέες των εμπνευστών και ιδρυτών του και ειδικά η παρωδιακού τύπου σάτιρα και η εσκεμμένη πρόκληση σύγχυσης στους αναγνώστες μέσω επιτηδευμένα παραπλανητικών δημοσιευμάτων έχουν πλέον διαχυθεί στον χιουμοριστικό Τύπο σε τέτοιο βαθμό που θεωρούνται από πολλούς ήδη ξεπερασμένες καλλιτεχνικές μέθοδοι. Σε κάθε περίπτωση το κενό του MAD είναι δυσαναπλήρωτο, αλλά οι «διδαχές» του Kurtzman και του Gaines είναι πια τόσο διαδεδομένες που καθιστούν το «πείραμα» του 1952 απολύτως επιτυχημένο. Δυστυχώς και περαιωμένο. Και το σχετικό link...
  2. Έντονα χρώματα, ομοιόμορφα ανθρωπάκια, αμέτρητα ζώα, πολύ ποδόσφαιρο. Και πάνω απ’ όλα μια ανατρεπτική ιδέα. Χωρίς λόγια. Με καυστικό χιούμορ για την ανθρώπινη κατάσταση, την κοινοτοπία της καθημερινής ζωής και τα βαθιά ριζωμένα στερεότυπα. Ο Mordillo πέθανε αλλά η «Σχολή» του στη γελοιογραφία και στα κόμικς είναι ολοζώντανη. «Δουλεύω χωρίς προσχεδιασμό. Όταν δημιούργησα το σπίτι με τα διαφορετικά χρώματα ανάμεσα σε όλα τα άλλα που ήταν γκρι δεν είχα κάνει κάποια προεργασία. Ήταν ωστόσο ένα από τα πιο πολιτικά μου έργα. Είμαι μεγάλος θαυμαστής των ζώων και προσπαθώ να τα μιμηθώ υπό την έννοια ότι πράττουν παρορμητικά. Λειτουργούν βάσει ενστίκτου και κάνουν λάθος σπάνια ή ποτέ. Εμείς κάνουμε λάθη γιατί χρησιμοποιούμε την ευφυΐα μας και τη στρατηγική μας. Με ρωτούν συχνά πώς κατεβάζω ιδέες. Είναι ξεκάθαρο για μένα: οι ιδέες είναι σαν τις πεταλούδες, πετούν για μια φευγαλέα στιγμή και παλεύω να τις πιάσω». Με αυτά τα λόγια, απλά και καθαρά, συστηνόταν ο Αργεντινός δημιουργός στους επισκέπτες της ιστοσελίδας του (www.mordillo.com) εξηγώντας τον τρόπο εργασίας του. Από τα έργα του, κάτι τέτοιο ήταν προφανές. Ο Mordillo αγαπούσε την απλότητα ως προς την απόδοση των μορφών των ανθρώπων, τοποθετώντας τους, όμως, στις πιο περίπλοκες καταστάσεις, σε παράλογες αρχιτεκτονικές, σε πολυδαίδαλα τοπία, σε λαβυρινθώδη κτίρια. Και λάτρευε τα ζώα, ιδιαίτερα τις καμηλοπαρδάλεις, που σχεδόν πάντα με ανέκφραστο ύφος τα κατάφερναν καλύτερα από τους ανθρώπους. Είχε γεννηθεί το 1932 στο Μπουένος Άϊρες από Ισπανούς μετανάστες και από μικρή ηλικία, έχοντας πάρει μαθήματα σχεδίου, άρχισε τα ταξίδια σε διάφορες χώρες. Σε όλες ζούσε για λίγα χρόνια και μετά δοκίμαζε την τύχη του αλλού (Περού, ΗΠΑ, Γαλλία, Ισπανία), πάντα με επίκεντρο το σχέδιο: εικονογράφηση, γελοιογραφία, κόμικς, χρωματισμοί, animation, διαφήμιση, ταχυδρομικές κάρτες, παιδικά βιβλία. Από τη δεκαετία του 1960 και μετά, τα σκίτσα του δημοσιεύονταν σε πλήθος εφημερίδων και περιοδικών και το ξεχωριστό στιλ του με τα έντονα χρώματα και τα κατά κανόνα ομοιόμορφα ανθρωπάκια τον κατέστησε έναν από τους σημαντικότερους και πιο αναγνωρίσιμους δημιουργούς του τέλους του 20ού αιώνα. Όπως αναφέρει και ο πρόλογος μιας από τις συλλογές έργων του στην Ελλάδα, «το χιούμορ του Mordillo δεν είναι όμως απλοϊκό, ούτε καν αφελές, όσο ατημέλητες κι αν μοιάζουν οι γραμμές, τα χρώματα και οι ιστορίες του. Είναι αστείο, αλλά και αινιγματικό. Οι φιγούρες του δεν διακρίνονται για το θάρρος τους, όπως λέει ο ίδιος, αλλά για τον αντικομφορμισμό τους: δεν δέχονται το κατεστημένο, κάνουν τα αδύνατα δυνατά, εφευρίσκουν εκεί που άλλοι θα απελπίζονταν, συζητούν λύσεις αδύνατες και όμως λογικές. Συνδυάζουν το πιθανό με το απίθανο, το λογικό με το παράλογο, την ψυχρή γνώση με το αίσθημα. Ο Mordillo ξαναφτιάχνει τον κόσμο, παιδικά, ανατρεπτικά, με δικά του σχέδια και ιδέες. Αλλάζει λίγο αυτό που θεωρούμε πραγματικότητα […] παρουσιάζει περιπέτειες, επιθυμίες και άγχη μ’ έναν τρόπο απλό και προφανή κι ωστόσο μοναδικό κι ανεπανάληπτο. Ο Mordillo έχει δικούς του νόμους για τον κόσμο του. Κι ο κόσμος του είναι πραγματικός και απόλυτος». («…Και Πάσης Ελλάδος», εκδόσεις Τα Ωραία Βαλκάνια). Ένα από τα βασικά κι επαναλαμβανόμενα μοτίβα του ήταν και ο έρωτας. Σχεδόν πάντα ατελέσφορος και πάντα με αντιξοότητες και ανυπέρβλητα προβλήματα για τους ερωτευμένους. Που ήταν όμως πάντα ευρηματικοί, έτοιμοι να σκαρφαλώσουν στο πιο ψηλό βουνό, να γεφυρώσουν χαράδρες και κοιλάδες, να φτάσουν στον ουρανό, να διασχίσουν ζούγκλες και ερήμους για να συναντηθούν. Κι ας γνώριζαν όλοι, ακόμα κι οι ίδιοι, πως δεν θα τα καταφέρουν. Άξιζε όμως η προσπάθεια, τουλάχιστον για το γέλιο που έβγαζε η επιμονή τους και η επινοητικότητά τους. Ο Mordillo έλεγε: «Αφού δημιούργησε τον κόσμο, ο Θεός δημιούργησε τον άντρα και τη γυναίκα. Μετά δημιούργησε την αίσθηση του χιούμορ. Ευτυχώς». (από τη συλλογή «Να ερωτεύεσαι», εκδόσεις Η Σφεντόνα, 1981). Τα βραβεία που κατέκτησε ο Αργεντινός δημιουργός ήταν αμέτρητα σε φεστιβάλ, εκθέσεις και διαγωνισμούς σε πολλές χώρες. Δεν επαναπαύτηκε ποτέ. Πάντα με χιούμορ και με σεβασμό σε ανθρώπους και ζώα, με τα έργα του υπενθύμιζε πως η ζωή έχει πολλές διεξόδους, αρκεί να μην το βάζεις κάτω. Από την άλλη, σατίριζε πάντα και την εμμονή για αποτελεσματικότητα. Γι’ αυτόν αρκούσε η προσπάθεια, έστω κι αν το αποτέλεσμα δεν ήταν το επιθυμητό. Όσο γέλιο κι αν έβγαζαν οι μέθοδοι για την επίτευξη του (όποιου) σκοπού. Η επιθυμία ήταν πάντα δυνατότερη από τη χειραγωγημένη και κατευθυνόμενη λογική. Και όπως έλεγε για τον τρόπο που εργαζόταν και τη δύναμη της επιθυμίας, «πρέπει να θέλεις να το κάνεις. Ο Oski, ο Sempe, ο Quino μού είπαν ακριβώς το ίδιο… Το σχέδιο δεν μας έρχεται ποτέ αβίαστα, έχουμε όμως την επιθυμία. Γιατί χωρίς επιθυμία τίποτα δεν προκύπτει σωστά». Η συντριπτική πλειονότητα των έργων του είχαν στόχο το χιούμορ. Λίγα ήταν πολιτικά. Και ακόμη λιγότερα ήταν σκληρά και «ενοχλητικά». Ένα από αυτά αποτελεί την ιδανική εικονογράφηση της «Κοινοτοπίας του Κακού» όπως την ονόμασε η Hanna Arendt με αφορμή τη «Δίκη του Άϊχμαν στην Ιερουσαλήμ». Ο δήμιος του Mordillo είναι ένας φυσιολογικός, εύθυμος και καλοδιάθετος άνθρωπος που πάει με χαρά στην εργασία του. Φορά την κουκούλα του, κάνει τη δουλειά και αποχωρεί χαρούμενος όπως ήρθε. Μπορεί να γυρίσει στην οικογένειά του, να αγαπά τα ζώα, να είναι φιλεύσπλαχνος και ελεήμων. Αλλά στο «οκτάωρο» είναι δήμιος. Οι προβληματισμοί της Arendt είναι ανάλογοι με αυτούς του Mordillo: Το «Κακό» είναι έμφυτο, πηγάζει από τις προσλαμβάνουσες και την εμπειρία ή μπορεί να συνυπάρχει μέσα στην κοινοτοπία και τη ρουτίνα της καθημερινής ζωής; Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες όπως συμβαίνει συχνά με τα νοήματα των έργων του Mordillo. Και το σχετικό link...
  3. Μια από τις πιο παλιές διαμάχες στον χώρο των comics και των graphic novels* είναι αν τα συγκεκριμένα αποτελούν Τέχνη. Τα τελευταία όμως χρόνια και με το ποσοστό των παιδιών που διαβάζουν βιβλία να μειώνεται χρόνο με τον χρόνο, το επίμαχο ερώτημα άλλαξε και έγινε «είναι τα graphic novel και τα comic λογοτεχνία;» Και τι προσφέρουν στα παιδιά; * Όρος μαρκετινίστικος που πρωτοχρησιμοποιήθηκε στα 60’s και 70’s για να διαχωριστούν τα graphic novels από τα comics ως μια πιο σοβαρή, ενήλικη, λογοτεχνίζουσα μορφή τους και να βρουν θέση στα ράφια των μεγάλων βιβλιοπωλείων, πέρα από τα κλασικά κομιξάδικα. O Dickens διαβάζει Batman και ο Batman Dickens, άγνωστου δημιουργού Σε συζητήσεις με γονείς γύρω από τα βιβλία που διαβάζουν τα παιδιά τους, κάποιοι στέκονται διστακτικά απέναντι στα comics και τα graphic novels και η βασική ένσταση είναι πως δεν είναι βιβλία. Φαντάζομαι εννοούν πως δεν αποτελούν λογοτεχνία. Γιατί βιβλία είναι, όπως και να το κάνουμε. Κι όμως, τα comics και τα graphic novels είναι λογοτεχνία. Όπως είναι και τέχνη. Είναι ένα διαφορετικό είδος λογοτεχνίας, ένα που με λιγότερα λόγια και περισσότερη εικόνα αφηγείται μια ιστορία. Λειτουργεί σαν τον κινηματογράφο, αν θέλετε, έχει σενάριο, σκηνοθέτη, σκηνογράφο. Αν, λοιπόν, το παιδί βλέπει ταινίες στον κινηματογράφο ή σειρές στην τηλεόραση, γιατί να μην διαβάζει comics; Το ερώτημα αν τα comic books και τα graphic novels ειναι κατώτερα από τη λογοτεχνία για παιδιά ή όχι υπάρχει από καταβολής του είδους και μια πολύ πρόχειρη έρευνα στο Διαδίκτυο θα αποκαλύψει εκατοντάδες άρθρα που απαντούν υπέρ ή κατά. Και μάλιστα θα βρει και τον λόγο για τον οποίο γονείς και δάσκαλοι εναντιώνονται απέναντι στα comics: γιατί θεωρούν πως η εικόνα αποσπά το μάτι και την προσοχή από το κείμενο. Άρα το κείμενο είναι πιο σημαντικό από την εικόνα; Όμως ένα τέτοιο επιχείρημα μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε αντίστοιχα και για τα εικονογραφημένα βιβλία και μάλιστα αν κάτι τέτοιο ειπωνόταν στην Ελλάδα θα είχαμε πολλά να πούμε για τα εικονογραφημένα βραχείας φόρμας που όλο και πληθαίνουν (αυτό το υπό-είδος ανάμεσα στα εικονοβιβλία και τα chapter books). Από το βραβευμένο This One Summer των Mariko και Jillian Tamaki Αν μπούμε στη διαδικασία να δούμε τα υπέρ τους, τότε θα ξεχώριζα αυτομάτως το πώς ένα graphic novel ή ένα comic μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα σε ένα παιδί που ο εγκέφαλός του αναλύει την εικόνα πιο εύκολα από ότι τον γραπτό λόγο. Ένα comic ωθεί τον εγκέφαλό μας να συνδυάσει την εικόνα με το κείμενο, ώστε να ερμηνεύσει την ιστορία, ενώ εξασκεί την ικανότητά μας να κατανοούμε το νόημα από τα συμφραζόμενα (reading between the lines). Εξαιρετικά σημαντική είναι και η επαφή του αναγνώστη με το σχέδιο, την τέχνη των comics, καθώς του δίνει αφορμές να ψάξει και να ανακαλύψει τον υπέροχο κόσμο τους. Τέλος, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε την τόνωση της αυτοεκτίμησης στα παιδιά που ενώ δεν τα «καταφέρνουν» με τα λογοτεχνικά βιβλία (ίσως γιατί δεν έχουν βρει ακόμα κάτι που να τους αρέσει) βρίσκουν τα comics συναρπαστικά, όχι μόνο λόγω μορφής και εικόνας, αλλά επειδή διαβάζοντάς τα δεν αισθάνονται λιγότεροι ή κατώτεροι από τους φίλους και συμμαθητές τους που αγαπούν το διάβασμα. Είναι σωτήρια για παιδιά που θεωρούνται διστακτικοί αναγνώστες ή ακόμα και σε παιδιά που έχουν μαθησιακές δυσκολίες. Τα comics και τα graphic novels είναι ένα ξεχωριστό είδος τέχνης και λόγου και ως τέτοιο πρέπει να κριθεί, με την ίδια λογική που δεν κρίνουμε μυθιστορήματα το ίδιο με τα non-fiction ή την ποίηση. Άλλωστε, είναι ένα είδος διασκέδασης. Όπως όλα τα βιβλία, είτε μιλάμε για μυθιστόρημα, είτε για ποίηση, νουβέλα ή διήγημα. Γιατί λοιπόν τα κατακεραυνώνουμε, τους κρεμάμε την ταμπέλα «ακατάλληλα δια ανηλίκους» και έχουμε την απαίτηση τα παιδιά να διαβάζουν μόνο για να αποκομίσουν κάτι (hint -hint: διδακτισμός), όταν εμείς οι ίδιοι διαβάζουμε κυρίως για να διασκεδάσουμε; Θεωρώ πως το πρόβλημα δεν είναι τα ίδια τα comics, αλλά ο τρόπος που τα αντιμετωπίζουμε. Ένα από τα πιο σοβαρά λάθη που κάνουμε οι γονείς είναι πως δεν αφήνουμε στα παιδιά την ελευθερία να επιλέξουν μόνα τους αυτό που θέλουν να διαβάσουν, επιβάλλοντάς τους τις δικές μας προτιμήσεις και τα βιβλία που εμείς θεωρούμε πως πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσουν. Από τη μία τους προτείνουμε κατά κόρον βιβλία που διαβάζαμε εμείς όταν ήμασταν στην ηλικία τους, χωρίς να υπολογίζουμε πως τα συγκεκριμένα βιβλία απευθύνονταν στα συγκεκριμένα παιδιά, που μεγάλωναν σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή και που έζησαν σε πολύ συγκεκριμένες κοινωνικό-πολιτικές συνθήκες. Από την άλλη, ίσως τα βλέπουμε ως μια ελαφριά μορφή έκφρασης και ένα είδος λογοτεχνίας από το οποίο απουσιάζει ο περιγραφικός λόγος, κάτι για το οποίο όλοι όσοι ασχολούνται με το παιδικό βιβλίο και κυρίως εκπαιδευτικοί φαίνεται να ανησυχούν τα τελευταία χρόνια. Μας ανησυχεί, δηλαδή, η έλλειψη περιγραφών (που, μεταξύ μας, υπάρχει σε αφθονία αφού υπάρχει εικόνα!), αλλά δεν μας ανησυχεί ο διδακτισμός που απαντάται στο 90% των βιβλίων για παιδιά ή ο χρόνος που απασχολούνται μπροστά σε οθόνες. Οι δικές μας παρωπίδες είναι αυτές που τα εμποδίζουν να εκφραστούν ελεύθερα και να επιλέξουν μόνα τους σε ένα βιβλιοπωλείο ή μια βιβλιοθήκη αυτό που τα ίδια θέλουν να διαβάσουν. Θα γελάσετε αν σας πω πως πολλοί βιβλιοπώλες και βιβλιοθηκονόμοι έχουν άπειρα παραδείγματα να διηγηθούν για γονείς που αποτρέπουν με καλό ή και άκρως προσβλητικό τρόπο πολλές φορές τα παιδιά τους από το να αγοράσουν ή να δανειστούν ένα βιβλίο που οι ίδιοι δεν εγκρίνουν (χαμός έχει γίνει πια με αυτόν τον Σπασίκλα!). Δεν περνάει φαίνεται από το μυαλό μας ότι όταν θέτεις απαγορεύσεις, ειδικά στο κομμάτι της ανάγνωσης, προσφέροντας μόνο σαν επιλογές τις δικές σου προτιμήσεις, αυτομάτως δημιουργείς κακό προηγούμενο στον εκκολαπτόμενο αναγνώστη. Για την ακρίβεια, τον ωθείς με μαθηματική ακρίβεια να φύγει τρέχοντας μακριά από το βιβλίο. Τα graphic novels και τα comics είναι ένα σπουδαίο είδος λογοτεχνίας που συνδυάζει τη γραφιστική τέχνη και το λεπτομερέστατο πολλές φορές σχέδιο με τον γραπτό λόγο. Είναι τέχνη, είναι λογοτεχνία και είναι ακόμα ένα συγγραφικό είδος με εκατομμύρια θαυμαστές, παιδιά και ενήλικες. Και είναι στα καλύτερά του αυτή τη στιγμή, εκδοτικά μιλώντας. Δεν είναι τυχαίο που μεγάλοι εκδοτικοί που δεν είχαν ως τώρα σχέση με το είδος επιλέγουν να κυκλοφορήσουν σχετικά πονήματα. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η ομάδα διοργάνωσης της Διεθνούς Έκθεσής Παιδικού Βιβλίου της Μπολόνια ανακοίνωσε λίγο μετά τη λήξη της έκθεσης τον Απρίλιο πως το 2020 θα υπάρχει ξεχωριστό τμήμα για τα comics και τα graphic novels. Και το σχετικό link...
  4. Εμείς βρήκαμε τι θα ψηφίσουμε, για ένα καλύτερο Γαλατικό Χωριό. Αν ρίξεις μια προσεκτική ματιά στην ελληνική ιστορία, στην ελληνική κοινωνία, αν ρίξεις μια προσεκτική ματιά στην Ελλάδα ξέρεις τι θα δεις; Εξυπνάκηδες, καυγατζήδες, καλόκαρδους, ξεροκέφαλους, φιλόξενους, ξερόλες... Γαλατικό Χωριό! Αυτό θα δεις. Μικρό, ανυπότακτο, και τριγύρω Ρωμαίοι... Αυτό που λείπει ωστόσο απ' το Γαλατικό Χωριό μας, είναι το πιο βασικό. Όχι, ούτε μαγικό ζωμό χρειαζόμαστε, ούτε μαγκανίες και κόλπα. Τον Αστερίξ χρειαζόμαστε! Γιατί αυτός ο τυπάκος, κατάφερε μες στις περιπέτειές του (που έφτασαν σ' εμάς μέσ' απ' την ιδιοφυή πένα του Ρενέ Γκοσινί) να λύσει ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 4 προβλήματα που 16 Έλληνες πρωθυπουργοί δεν μπόρεσαν (;) να λύσουν. Κι ακόμα 16 που 'ναι να 'ρθουν δεν θα μπορέσουν. Οπότε, επίτρεψέ μου σήμερα να σου κάνω κουβέντα για τον Αστερίξ... Εναντίον Καπιταλισμού | Οβελίξ και ΣΙΑ Είδε κι απόειδε ο Καίσαρας με τις επιθέσεις που πάντα έτρωγαν φάπες απ' το μαγικό ζωμό, κι έβαλε πιο δόλια μέσα για να διαλύσει τους Γαλάτες. Τι έκανε; Έμπασε μέσα εκεί τον καπιταλισμό! Ο αθώος Οβελίξ γνωρίζει το χρήμα, την προσφορά και τη ζήτηση, τις τιμές που ανεβαίνουν και πέφτουν. Κι έτσι γεννιέται η πρώτη επιχείρηση του Χωριού, η "Οβελίξ και ΣΙΑ". Κι ο συμπαθής χοντρός λατόμος με χαμηλό στήθος, γίνεται ο πιο σκληρός καπιταλιστής του ντουνιά! Η ξαφνική είσοδος της άκρατης επιχειρηματικότητας απειλούσε να διαλύσει για πάντα την αρμονία του Γαλατικού Χωριού, μέχρι που ο Αστερίξ σκέφτηκε σαν πραγματικός οικονομολόγος. Οι Ρωμαίοι θέλουν μενίρ; Θα τους δώσουμε. Θα τους δώσουμε πολλά! Εξασφάλισε μαγικό ζωμό για όποιον ήθελε να παράξει μενίρ, οι συγχωριανοί του είδαν το μέλι και κάνανε ντου στη μάχη της ελεύθερης αγοράς. Ξάφνου οι Ρωμαίοι είχαν τόσα μενίρ που δεν ήξεραν τι να τα κάνουν. Και το σύστημα γκρεμίστηκε απ' τα ίδια του τα θεμέλια. Νόμπελ οικονομικών στο Γκοσινί, και Υπουργείο Οικονομικών: κύριος Αστερίξ. Σταυρός. Προχωράμε. Εναντίον Γραφειοκρατίας | Οι 12 Άθλοι του Αστερίξ (Το Σπίτι της Τρελής) Ο 8ος απ' τους 12 άθλους των δύο Γαλατών, δεν είχε μάχη με Αμαζόνες ούτε καμιά Λερναία Ύδρα. Θεωρητικά ήταν πολύ εύκολη δουλειά: έπρεπε να πάρουν ένα Φύλλο Πορείας από μια δημόσια υπηρεσία. Όμως εσύ κι εγώ είμαστε Έλληνες, και ξέρουμε ήδη πως η Αμαζόνα είναι ραντεβουδάκι σε σινεμά μπροστά στο τέρας της γραφειοκρατίας. Σκάλες, πόρτες, δημόσιοι υπάλληλοι, έντυπα, χαρτόσημα, ο μαγικός ζωμός δεν μπορούσε να βοηθήσει, ο Οβελίξ απελπίστηκε, ΑΑΑΑΑΑΑΑΑ! Όμως ο Αστερίξ δεν το 'βαλε κάτω. "Δεν θα μας τρελάνουν αυτοί, θα τους τρελάνουμε εμείς!" σκέφτηκε. Άρχισε να ζητάει ένα έγγραφο που δεν υπήρχε, ο κρατικός μηχανισμός τα 'χασε. Άρχισε να ψάχνει και να πνίγεται στο ίδιο του το μπάχαλο, και ξάφνου το "Φύλλο Πορείας Α38" (που υπήρχε!) ήταν πολύ εύκολο κι απλό να βρεθεί. Υπουργείο Δημόσιας Διοίκησης: κύριος Αστερίξ. Σταυρός. Προχωράμε. Εναντίον Εθνικής Φαγωμάρας | Το Δώρο του Καίσαρα Ο πονηρός Καίσαρας δίνει "δώρο" το Γαλατικό Χωριό που ΔΕΝ του ανήκει, κι ένας κακόμοιρος ξενοδόχος της πόλης βρίσκεται να διεκδικεί την ηγεσία απ' το Μαζεστίξ. Η προεκλογική μάχη; Σκληρή. Πολιτικά παιχνίδια; Πολλά! Τότε όμως, ο Αστερίξ έφερε το νέο: οι Ρωμαίοι κάνανε ντου στο απορυθμισμένο Χωριό. Κι όλα σταμάτησαν ως δια μαγείας, γιατί μπροστά στους ρωμαϊκούς καταπέλτες η φαγωμάρα... τη βόλτα της! Το πολιτικό κόστος έγινε "πουρμπουάρ", οι εγωισμοί πήγαν περίπατο κι αυτό είναι ΛΟΓΙΚΟ. Το λοιπόν, Υπουργείο Άμυνας και Εξωτερικών: κύριος Αστερίξ. Σταυρός. Προχωράμε. Εναντίον Εργασιακών, Αυθαιρέτων και "Ανάπτυξης" | Η Κατοικία των Θεών Σε τούτο το επεισόδιο, ο φιλαράκος βάζει στη θέση τους μια σειρά από πράγματα. Τα σχέδια της Ρώμης για συγκρότημα σπιτιών με λουτρά κι εμπορικό στο δάσος έξω απ' το Χωριό, δεν θα περνούσαν τόσο εύκολα. Θες οικοδομές, κύριε Καίσαρα; Διαπραγματεύσου με τους σκλάβους ελεύθερους εργάτες: Θες να γεμίσεις τον τόπο εμπόριο και πωλήσεις, κύριε Καίσαρα; Πρέπει ν' αφήσεις χώρο και για τις τέχνες και τα γράμματα. Αλλιώς... Και μην ξεχνιόμαστε. Άδειες, κτηματολόγια, μα πάνω απ' όλα ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. Θες να χαλάσεις το δάσος; Πρώτα θα βρεις σπίτι για τα ζώα και τα πουλάκια: Γιατί αν δεν το κάνεις, ολημερίς θα χτίζεις, το βράδυ θ' αναδασώνουμε! Υπουργείο Χωροταξίας, Δημοσίων Έργων, Εργασίας, Πολιτισμού και Περιβάλλοντος: κύριος Αστερίξ. Σταυρός. Προχωράμε! Και το σχετικό link...
  5. To vo 87. Το εξώφυλλο προστέθηκε στο πινακάκι της παρουσίασης.
  6. To vo 78. Το εξώφυλλο προστέθηκε στο πινακάκι της παρουσίασης.
  7. Επειδή τα γράφεις λίγο μπερδεμένα, έχεις τα Αγόρια Β' περιόδου (7δραχμα) νο 1 & νο 4; Αν ναι τα θέλω...
  8. Σκίτσο του Δημήτρη Χαντζόπουλου στην εφημερίδα Καθημερινή στις 6/07/19.
  9. Μάλλον κάποιος κάπου κότσαρε ένα μηδενικό παραπάνω...
  10. Άρθρο αγνώστου στο Ποντίκι στις 5/07/2019. Τέλος το ιστορικό MAD από τα περίπτερα Το αμερικανικό σατιρικό περιοδικό MAD, που επί 67 χρόνια έκανε τους αναγνώστες του να γελούν ή να εκνευρίζονται, θα πάψει να κυκλοφορεί στα περίπτερα και το τελευταίο μηνιαίο τεύχος του με πρωτότυπο περιεχόμενο προβλέπεται να κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο, ανακοίνωσε σήμερα ο εκδότης του, η εταιρεία DC Comics, προκαλώντας αντιδράσεις θλίψης. Το πρώτο τεύχος αυτού του «παλαβού» περιοδικού, γνωστού για το «ενήλικο» χιούμορ του και τη δηκτική πολιτική σάτιρά του, είχε κυκλοφορήσει το 1952. Έχοντας ιδρυθεί από τον Χάρβεϊ Κούρτσμαν, το MAD και το πρόσωπο-μασκότ του, ο Alfred E. Neuman --ένας κοκκινομάλλης πιτσιρίκος με πεταχτά αυτιά, πρόσωπο γεμάτο σπυράκια και πλατύ χαμόγελο με ένα δόντι να λείπει-- επηρέασαν γενιές από χιουμορίστες. Γνώρισε τη δόξα στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Το 1974, στο απόγειό του, κυκλοφορούσε σε 2,8 εκατομμύρια τεύχη. Όμως το κοινό του σταδιακά μειώθηκε και το 2017 κυκλοφορούσε πλέον σε μόλις 140.000 τεύχη, σύμφωνα με τον ειδικό στα μέσα ενημέρωσης Michael J. Socolow. Το περιοδικό θα εκδίδεται με πρωτότυπο περιεχόμενο μέχρι τον Σεπτέμβριο. Αλλά «μετά το τεύχος αριθμός 10 αυτό το φθινόπωρο, δεν θα υπάρχει πια νέο περιεχόμενο, εκτός από τα ειδικά τεύχη στο τέλος της χρονιάς», σύμφωνα με ανακοίνωση του εκδότη στο τηλεοπτικό δίκτυο ABC. «Από το τεύχος αριθμός 11, το περιοδικό θα προσφέρει μια επιλογή και νοσταλγικό περιεχόμενο απ' αυτά τα 67 τελευταία χρόνια». «Με βαθιά θλίψη πληροφορήθηκα ότι το MAD Magazine σταματά», έγραψε στο Twitter ο κωμικός και τραγουδιστής Γουίρντ Αλ Γιάνκοβιτς, ο οποίος υπήρξε επισκέπτης διευθυντής του. «Δεν ξέρω από πού να αρχίσω για να περιγράψω την επίδραση που είχε σε μένα όταν ήμουν παιδί -- είναι χοντρικά ο λόγος για τον οποίο έγινα 'γουίρντ' (σ.σ.: παράξενος, αλλόκοτος)», προσθέτει λέγοντας «αντίο σε έναν από τους πιο έγκυρους αμερικανικούς θεσμούς όλων των εποχών». Όμως η επιρροή του MAD μειωνόταν, όπως μαρτυρεί και ένας πρόσφατος διάλογος ανάμεσα στον αμερικανό πρόεδρο Ντόνλαντ Τραμπ και έναν από τους υποψηφίους για το προεδρικό χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος, τον Πιτ Μπάτιγκιγκ. Τον Μάιο, ο Τραμπ, ηλικίας 72 ετών, είχε συγκρίνει τον Μπάτιγκιγκ με την μασκότ του MAD, δηλώνοντας στον ιστότοπο Politico πως «ο Alfred E. Neuman δεν μπορεί να γίνει πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών». Και ο Μπάτιγκιγκ, ηλικίας 37 ετών, του απάντησε: «θα είμαι ειλικρινής, χρειάσθηκε να το ψάξω αυτό στο Google», προσθέτοντας: «είναι ίσως απλώς θέμα γενεών».
  11. Η κοινωνία της Ελλάδας, σχεδόν σε κάθε ιστορική στιγμή κι ανεξαρτήτως του πολιτικού συστήματος διακυβέρνησης, είχε μέσα στους κόλπους της ενσωματωμένη μια σοβαρή δικλίδα ασφαλείας που λειτουργούσε αφενός ως βαλβίδα εκτόνωσης κι αφετέρου ως καταδείκτης σφαλμάτων όταν η ρότα τής χώρας ξέφευγε από τη λογική κι έπαυε να υπηρετεί την ίδια την κοινωνία. Η δικλίδα αυτή λειτούργησε (και λειτουργεί) άλλοτε κάνοντας χρήση λογικών επιχειρημάτων κι άλλοτε της σάτιρας η οποία, αν και φαινομενικά απευθύνεται στον κοινωνικό ιστό, στόχευε (και στοχεύει) πάντα στην καρδιά της πολιτικής και των κέντρων λήψης των αποφάσεων. Θα μπορούσαμε λοιπόν να ισχυριστούμε πως για τον τόπο μας τούτη η ιστορία έχει ξεκινήσει από μακριά, μια πορεία από τον Σωκράτη, τον Διογένη και τον Αριστοφάνη που φτάνει στον Καστοριάδη, στον Λιαντίντη αλλά και στον Αρκά. Ουδόλως βεβαίως επιθυμούμε ή είναι στις προθέσεις μας να συγκρίνουμε τους ανωτέρω ως ιστορικά μεγέθη, δεν μπορούμε όμως να μη σημειώσουμε την επίδραση στην κοινωνία που άσκησε καθένας από αυτούς στο χρόνο του ή που ασκεί ακόμα στις μέρες μας. Ευρισκόμενοι μέσα σε μια δύσκολη ιστορική συγκυρία για την Ελλάδα, με μνημόνια που ήλθαν και παρήλθαν(;) αφήνοντας πίσω τους μια πληγωμένη κοινωνία, ένας άνθρωπος που με τη δεικτική του σκέψη πάντοτε ενσωμάτωνε την πολιτική μέσα στα υπέροχα σκίτσα του, αποφάσισε με το μελάνι του να ασκήσει κριτική στον πολιτικό σχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Να ασκήσει κριτική στο κόμμα που έχει αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας τα τελευταία χρόνια στρέφοντας μάλιστα την πένα του πολλάκις (όχι Πολάκης) κατά του πρωθυπουργού, έχοντας μάλιστα γράψει πως «δεν δικαιούται να παραμείνει σιωπηλός», έστω κι αν δηλώνει πως «[…]Τα σκίτσα αυτά δεν έχουν πολιτικό πρόσημο, γιατί η αντίθεσή του με την απερχόμενη κυβέρνηση ήταν αισθητικής, ηθικής και εν τέλει πολιτισμικής φύσεως[…]» (σ.σ. Τα ανωτέρω αποσπάσματα έχουν την πηγή τους στην επίσημη σελίδα του Αρκά στο Facebook). Μπροστά σ’ αυτό το πραγματικό γεγονός διαπιστώσαμε πως υπήρξαν τριών ειδών αντιδράσεις.Ορισμένοι θεώρησαν πως οι αιχμές του Αρκά είναι κατευθυνόμενες από κάποια (απροσδιόριστα) κέντρα εξουσίας για να πλήξουν το ΣΥΡΙΖΑ και τον ίδιο τον πρωθυπουργό προσωπικά, ευνοώντας έτσι άλλους κομματικούς σχηματισμούς. Έσπευσαν μάλιστα να δημιουργήσουν ως αντίβαρο ένα κακέκτυπο (τον Αρακά) μην κατανοώντας βεβαίως με την κοντόφθαλμη αντίληψή τους πως η κριτική, όσο αιχμηρή κι αν είναι, είναι πάντοτε θεμιτή για κάθε σοβαρό άνθρωπο, πολύ δε περισσότερο για κάθε σοβαρό πολιτικό. Κάποιοι άλλοι πάλι θεώρησαν πως ορθώς ασκεί κριτική γιατί κατά την άποψή τους η παρούσα κυβέρνηση δεν κάνει σωστά τη δουλειά της. Κι αυτοί όμως δεν κατανόησαν πως ο Αρκάς, έχοντας δημόσιο λόγο, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να βρεθεί στη θέση της αντιπολίτευσης γιατί απλούστατα δεν είναι αυτός ο θεσμικός του ρόλος. Είναι τα κόμματα τής αντιπολίτευσης που πρέπει να ασκήσουν κριτική στην κυβέρνηση, η δουλειά του σκιτσογράφου είναι να επισημαίνει αυτό που ενοχλεί την αισθητική και την κοινωνική του αντίληψη ως πολίτη. Κι αυτό ακριβώς έκανε και κάνει. Υπήρξαν και υπάρχουν βεβαίως και κάποιοι άλλοι πολίτες που βυθισμένοι στο νήδυμο κοινωνικό τους ύπνο… απλώς αδιαφορούν! Ο Αρκάς, κατά τη γνώμη μας, δεν ενεργεί με κομματικά κριτήρια, αν και ο ίδιος είναι βέβαιο πως έχει διαμορφωμένες πολιτικές πεποιθήσεις όπως όλοι οι σκεπτόμενοι πολίτες. Ενεργεί όπως η ″ενοχλητική” μύγα που επιβάλλει εγρήγορση και συνάμα, μέσα από τη φαινομενική άγνοια ή την τεχνηέντως κεκαλυμμένη πονηριά των ηρώων του, κάνει διαπιστώσεις και διατυπώσεις εξόχως εύστοχες για την κοινωνία και τους αναγνώστες του. Φιλτράροντας γεγονότα, εξελίξεις, δηλώσεις αλλά και αποφάσεις, έρχεται να καυτηριάσει λάθη αλλά και τακτικές. Βλέπει το ρου της ιστορικής εξέλιξης από διαφορετική οπτική γωνία σε σχέση με τους αποφασίζοντες κι αυτό ακριβώς είναι το σημείο που κάνει τη διαφορά. Άλλη οπτική γωνία είναι σχεδόν βέβαιο πως σημαίνει και άλλη αντίληψη των πραγμάτων, γεγονός που από μόνο του συμβάλει όχι απλώς στον έλεγχο όσων έχουν την αρμοδιότητα να αποφασίζουν αλλά κυρίως στον δημιουργικό πλουραλισμό κατά το σχεδιασμό του μέλλοντος. Είναι πολύ εύκολο να συμφωνήσει κανείς μαζί του αλλά το ίδιο εύκολο είναι και να διαφωνήσει. Τούτο όμως είναι εν πολλοίς επιδερμικό, το σημαντικό και το ουσιώδες δεν είναι αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τον σκιτσογράφο αλλά το γεγονός πως και ο ίδιος, ως κριτής της κυβέρνησης, πρέπει να κριθεί στη βάση του δικού του σκεπτικού που λέει, όπως αναφέραμε πιο πάνω, πως «κανένας έντιμος άνθρωπος δεν δικαιούται να παραμείνει σιωπηλός». Στο σημείο αυτό λοιπόν είναι σημαντικό και κρίσιμο να τονίσουμε την ευθύνη του αναγνώστη ως αντικειμενικού κριτή του Αρκά. Εύλογο λοιπόν είναι το ερώτημα: Η επίμονη επιμονή του κατά της κυβέρνησης είναι μια στάση αλαζονείας και υπεροψίας, όπως αυτή που μας διακρίνει ως Έλληνες («αν ήμουν πρωθυπουργός για μια μέρα…») ή είναι μια ειλικρινής στάση διαφοροποίησης απέναντι σε μια σοβαρή παθογένεια που πρέπει να διορθωθεί και να αλλάξει; Δεν είναι υπερβολή η πεποίθησή μας πως ακόμα και το να καταλήξει κανείς να κάνει την ερώτηση της προηγούμενης πρότασης είναι μια μεγάλη επιτυχία του Αρκά. Διότι εκκίνησε σκέψεις που ζητούν απαντήσεις επιτακτικά, κι αυτό από μόνο του καταδεικνύει αλλά και αποδεικνύει πως κάνει πάρα πολύ καλά τη δουλειά του! Γράφει στην επίσημη σελίδα του ο σκιτσογράφος: «ΕΚ ΤΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ: Ο Αρκάς δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα γίνει ποτέ πολιτικός γελοιογράφος». Αν και σχεδόν κάθε μας ενέργεια έχει πολιτικές προεκτάσεις και θα μπορούσε εύκολα κανείς να υποθέσει πως η δήλωση του Αρκά δεν έχει μεγάλη δόση αλήθειας μέσα της, η συγκεκριμένη περίπτωση διαφέρει. Διαφέρει γιατί οι σκιτσογράφοι ενώ βρίσκονται ενσωματωμένοι μέσα στην κοινωνία, έχουν την ικανότητα να αποστασιοποιούνται από αυτή και να την γδύνουν κυριολεκτικά από κάθε τι τεχνηέντως κατασκευασμένο που κρύβει την αλήθεια από τα μάτια των πολιτών. Η ικανότητά τους να βλέπουν την πολιτική τόσο στοιχειωδώς απλά, απομονώνοντας τους καταλύτες που πραγματοποιούν τις (χημικές) πολιτικές αντιδράσεις οι οποίες αλλοιώνουν τελικά το φαίνεσθαι και την επιδερμίδα της, είναι μοναδική. Αν είχαμε λοιπόν τη δυνατότητα να στείλουμε ένα μήνυμα στη ”Διαχείριση”, αυτό δε θα ήταν άλλο από τούτο: Τη στιγμή που έκλεισε ο κύκλος και το σπουργίτι έγινε τελικά ίδιο με τον πατέρα του ακολουθώντας την πορεία της ζωής και της ιστορίας στις Χαμηλές πτήσεις, διαπιστώσαμε με συγκίνηση το αυτονόητο, πως όποιος ζει μέσα στην κοινωνία είναι πιθανόν να γίνει, θέλοντας και μη, καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή της. Απόρροια της εξέλιξης αυτής είναι πως ο πολίτης αδυνατεί από ένα σημείο και μετά να βλέπει τα κακώς κείμενα (ή απλώς να τα δικαιολογεί) αδιαφορώντας μπροστά στο μεγαλείο της επανάστασης. Της μικρής εκείνης καθημερινής επανάστασης που κάνει τις μέρες μας καλύτερες. Ο Αρκάς, και κάθε Άρκας, οφείλει να βρίσκεται εκτός αυτού του κύκλου για να θυμίζει σε εμάς τους υπόλοιπους πως ακόμα και οι κύκλοι, ακόμα και αυτά τα «τέλεια» σχήματα, πρέπει κάποτε να διαρρηγνύονται! Η επανάσταση της καθημερινότητας και του ιδανικού ονείρου δεν χαρίζεται, κι αν το ξεχνάμε, δυο γραμμές, δυο εμπνευσμένες λέξεις και λίγα χρώματα στο χαρτί από την πένα του σκιτσογράφου αρκούν για να μας το θυμίσουν. Αρκ(άς)ούν επαρκώς! Και το σχετικό link...
  12. Άρθρο αγνώστου στην Αυγή στις 3/7/2019. Σκίτσα χωρίς λόγια, αλλά με την τρυφερότητα του φόβου Ονειροπόλος, ευαίσθητος και τρυφερός, ο Μορντίγιο, των εύστοχων σκίτσων χωρίς λόγια αποχαιρέτησε τη ζωή στα 86 του χρόνια, βυθίζοντας στη θλίψη τους φανατικούς αναγνώστες και λάτρεις του. Ο Αργεντινός σκιτσογράφος Γκιγιέρμο Μορντίγιο, όπως ήταν το πλήρες όνομά του, συνήθιζε να απαντά σε όσους τον ρωτούσαν πώς του ερχόταν μια ιδέα ότι «οι ιδέες είναι σαν τις πεταλούδες, φτερουγίζουν με τρόπο πρόσκαιρο και προσπαθώ να τις τσακώσω». Τα σκίτσα του χαρακτήριζε ένα πικρό χιούμορ που ο ίδιος ονόμαζε «η τρυφερότητα του φόβου». Η οικουμενικότητα των σχεδίων του τον έκανε σεβαστό σε όλο τον κόσμο και του χάρισε σειρά βραβείων. Οι φιγούρες του έγιναν εξαιρετικά δημοφιλείς κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, καθώς εκείνη την περίοδο ήταν ένας από τους πιο γνωστούς σχεδιαστές. Από μικρός λάτρευε το σχέδιο και το ποδόσφαιρο, το οποίο και τίμησε στην πολύχρονη καριέρα του, καθώς ήταν άπειρα τα σκίτσα που απεικόνιζαν το σχετικό θέμα. Ο Μορντίγιο δημιούργησε το πρώτο του κινούμενο σχέδιο σε ηλικία 12 ετών, ενώ τα πρώτα σκίτσα του τα έκανε τη δεκαετία του '50 στην Αργεντινή και στο Περού και τα παραμύθια για παιδιά χωρίς λόγια τη δεκαετία του 70. Γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες το 1932 και ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στη διαφήμιση και την εικονογράφηση προτού ιδρύσει σε ηλικία 20 ετών το στούντιο κινουμένων σχεδίων Calas. Το 1963 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου οι γελοιογραφίες του δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά όπως τα "Paris Match" και "Marie Claire". Παρά την τεράστια αναγνώριση, δημοφιλία και εμπορική επιτυχία του έργου του, ο Μορντίγιο παρέμεινε ένας ταπεινός καλλιτέχνης. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, έκανε μόνο τρεις εκθέσεις: μία στο Παρίσι στα τέλη της δεκαετίας του ’60, μία στη Βαρκελώνη και την τελευταία στην Πάλμα Ντε Μαγιόρκα το 1989, όπου τα έσοδα διατέθηκαν για θεραπεία παιδιών με αυτισμό. Η έκθεση παιδικού βιβλίου της Μπολόνια του είχε αφιερώσει το 1998 μια ειδική έκθεση με τίτλο «ο μυστικός κήπος του Μορντίγιο», ως έναν «τρυφερό φόρο τιμής σε έναν από τους πιο σημαντικούς εικονογράφους του αιώνα». Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.