Jump to content

ramirez

Members
  • Posts

    4,206
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    11

ramirez last won the day on April 4 2020

ramirez had the most liked content!

4 Followers

About ramirez

  • Birthday November 28

Contact Methods

  • Website URL
    http://

Profile Information

  • Gender
    Male
  • Country
    Greece

Recent Profile Visitors

6,374 profile views

ramirez's Achievements

Comics Fan

Comics Fan (6/9)

30.9k

Reputation

  1. Πίστη για τα κινούμενα σχέδια Για 7η συνεχόμενη χρονιά και με ένα ιδιαιτέρως πλούσιο πρόγραμμα διεξάγεται αποκλειστικά διαδικτυακά το Thessaloniki Animation Festival (TAF) που ολοκληρώνεται στις 24 Οκτωβρίου. Η ευρύτερη θεματική του φέτος είναι η έννοια «Believe», ενώ ξεχωριστή θέση έχουν οι ταινίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Με βασικό στόχο και όραμα την προβολή και διάδοση των ανεξάρτητων ταινιών animation απ’ όλο τον κόσμο εγκαινίασε η ομάδα Addart του Δημήτρη Σαββαΐδη και των συνεργατών του, το 2015, το Thessaloniki Animation Festival (TAF). Με το πέρασμα των χρόνων, το πρόγραμμα του φεστιβάλ μεγάλωσε πολύ και οι επισκέπτες του αυξήθηκαν σημαντικά ενώ σήμερα χιλιάδες είναι οι θεατές των ταινιών του κάθε χρόνο. Περισσότερες από 3.000 ταινίες υποβάλλονται ετησίως στην οργανωτική επιτροπή και από αυτές επιλέγονται οι 100 καλύτερες που μαζί με δεκάδες ακόμα παραγωγές συγκεκριμένων δημιουργών, θεματικών κ.λ.π. αποτελούν το πρόγραμμα. Με τη στήριξη του Δήμου Θεσσαλονίκης (Τμήμα Πολιτισμού και Τουρισμού), του υπουργείου Πολιτισμού και του ΕΚΟΜΕ, το TAF αποτελεί πλέον έναν θεσμό της πόλης που λόγω Covid όμως θα διεξαχθεί και φέτος αποκλειστικά διαδικτυακά με όλες τις προβολές και λοιπές εκδηλώσεις να πραγματοποιούνται δωρεάν (για το πλήρες πρόγραμμα: www.tafestival.gr). Όπως δηλώνουν οι διοργανωτές: «Η ευρύτερη θεματική του φετινού TAF είναι η έννοια “Believe”. Σε αυτήν τη νέα εποχή, όπου τα δεδομένα διαρκώς αλλάζουν, εμείς συνεχίζουμε να πιστεύουμε στη φαντασία, τη δημιουργικότητα και την τέχνη». Όπως και πέρυσι, οι ταινίες θα είναι χωρισμένες σε θεματικές κατηγορίες για την ευκολότερη πλοήγηση των επισκεπτών του φεστιβάλ από τις οποίες ξεχωρίζουν οι: «Memory Ghosts», «Black and White» και «0-99» (η κατηγορία με ταινίες κατάλληλες για παιδιά κάθε ηλικίας). Η απονομή των βραβείων, μεταξύ άλλων και του «Βραβείου Κοινού» για το οποίο μπορούν να ψηφίσουν όλοι οι θεατές και επισκέπτες του φεστιβάλ, θα διεξαχθεί διαδικτυακά στις 22 Οκτωβρίου ενώ όπως κάθε χρόνο θα υπάρχει ειδικό αφιέρωμα στα ανθρώπινα δικαιώματα με την καθιερωμένη κατηγορία «Human Rights Animated» που συνοδεύεται και από την απονομή του ομότιτλου βραβείου. Το πρόγραμμα του 7ου TAF διανθίζουν επιπλέον δύο νέες κατηγορίες σχετικές με τα ανθρώπινα δικαιώματα, αφιερωμένες στη διαφορετικότητα και το αστικό τοπίο. Ενδιαφέρον αναμένεται και το αφιέρωμα στα ταϊβανέζικα animation με δεκάδες προβολές σε συνεργασία του TAF με τον «αδελφό» οργανισμό «Taichang Animation Festival» ενώ, μετά την περσινή επιτυχία, για δεύτερη χρονιά θα διεξαχθεί το Balkan Animation Pitching Forum (BAF), όπου δημιουργοί από τα Βαλκάνια θα έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τα project τους σε μια επιτροπή απαρτιζόμενη από παραγωγούς και διανομείς από όλο τον κόσμο, οι οποίοι θα αναδείξουν τους τρεις νικητές και θα απονείμουν τα αντίστοιχα βραβεία. Εκτός από τις προβολές όμως, θα πραγματοποιηθούν και πολλά masterclasses με καλλιτέχνες και επαγγελματίες από την παγκόσμια σκηνή του animation όπως ο Αμερικανός Theodore «Teddy» Grouya, σκηνοθέτης και παραγωγός, ιδρυτής του American Documentary και Animation Film Festival, η ελληνοϊταλικής καταγωγής Alexia Melocchi, παραγωγός με έδρα το Λος Άντζελες και οργανωτικό μέλος του L.A. Greek Film Festival, ο Τάσος Κότσιρας, σκηνοθέτης animation και CEO στην εταιρεία Nurbs Productions, ο Μιχάλης Καλοπαίδης, executive producer στην εταιρεία Zedem Media, διάσημο στούντιο animation στην Κύπρο, η Debra Wootton από την Αγγλία, παραγωγός, ιδρύτρια και CEO της εταιρείας WEBRA multimedia, ο Glen Beaudin ο οποίος ζει και εργάζεται στη Γερμανία, ηθοποιός, συγγραφέας, CEO στην εταιρεία Craft Initiative Agency, ο Harry Ravelomanantsoa από το Κέιπ Τάουν, technical software sales specialist στην εταιρεία Toon Boom Animation, ο βραβευμένος Πολωνός συνθέτης Piotr Michalowski και ο Ιρανός Ashkan Rahgozar, ιδρυτής και CEO του Hoorakhsh Studios, ενός από τα καλύτερα στούντιο animation του Ιράν. Με πίστη για την τέχνη αλλά και με την ελπίδα ότι σύντομα θα απολαμβάνουμε τις ταινίες σε αίθουσες και όχι μόνο σε οθόνες. Και το σχετικό link...
  2. Όπλα, πετρέλαιο, μαύρο χρήμα, ομήρους, εκβιασμούς, μυστικούς πράκτορες και γεωπολιτικά παιχνίδια από τη Λατινική Αμερική μέχρι τα βάθη της Ασίας είχε το σκάνδαλο Ιράν – Κόντρας. Ο Νικόλας Ρώσσης μάς το θυμίζει και αναρωτιέται ποιοι ακριβώς ήταν οι τρομοκράτες σε αυτήν την τραγελαφική ιστορία. Όλα τα σκάνδαλα, παρά το σοκ που προκαλούν όταν ξεσπούν, κάποτε ξεχνιούνται. Το ίδιο συνέβη και με το σκάνδαλο «Ιράνγκεϊτ». Και μάλιστα, όσο απομακρυνόμαστε από τη δεκαετία του 1980 τόσο πιο αμυδρές γίνονται οι μνήμες, τόσο λιγότερο το ενδιαφέρον. Προκύπτουν συνεχώς άλλωστε νέα σκάνδαλα, μεγαλύτερων διαστάσεων και πιο εντυπωσιακά. Υπάρχουν ωστόσο κάποιοι που επιμένουν στη διατήρηση της μνήμης, διδάσκονται από το παρελθόν και προσπαθούν με τη σειρά τους να διδάξουν τις νέες γενιές. Ο Νικόλας Ρώσσης είναι ένας από αυτούς. «Ο Νικόλας Ρώσσης δεν είναι επαγγελματίας δημιουργός κόμικς. Είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος Διεθνών Σχέσεων με πλούσια ερευνητική και διδακτική εμπειρία για τη Μέση Ανατολή. Αυτό είναι το πρώτο του βιβλίο κόμικς και πραγματεύεται το περίφημο σκάνδαλο “Ιράνγκεϊτ” ή υπόθεση Ιράν – Κόντρας, όπως είναι πιο γνωστή στον αγγλοσαξονικό κόσμο. Το σκάνδαλο, που συγκλόνισε τις ΗΠΑ, αφορούσε τη μυστική πώληση το 1986 κατά παραβίαση της αμερικανικής νομοθεσίας, με τη μεσολάβηση του Ισραήλ, οπλικών συστημάτων στο ισλαμικό καθεστώς του Ιράν σε μια προσπάθεια απόσπασης υποσχέσεων από την Τεχεράνη ότι θα πιέσει τους συμμάχους της στον Λίβανο να απελευθερώσει Αμερικανούς πολίτες που είχαν απαχθεί. Τα χρήματα δε από την πώληση των όπλων χρησίμευσαν για την ενίσχυση των δεξιών ανταρτών Κόντρας που πολεμούσαν στη Νικαράγουα το αριστερό καθεστώς των Σαντινίστας. Σημειωτέον, ότι το αμερικανικό Κογκρέσο είχε χαρακτηρίσει παράνομη τη χρηματοδότηση των Κόντρας από τρίτες χώρες» επισημαίνει ο Χαράλαμπος Τσαρδανίδης, καθηγητής του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, προλογίζοντας το βιβλίο του Νικόλα Ρώσση «Οι Τρομοκράτες – Μια εξωφρενική αλλά άκρως αληθινή ιστορία» (εκδόσεις Jemma Press, 112 σελίδες). Όλη αυτήν τη βρόμικη ιστορία στην οποία ενεπλάκησαν πολιτικοί, στρατιωτικοί, διπλωμάτες, πράκτορες και έμποροι όπλων από πολλές χώρες προσπαθεί να ανασυστήσει και να αναπαραστήσει μέσω των κόμικς του ο Ρώσσης. Στο εισαγωγικό του σημείωμα διευκρινίζει το γιατί: «Διδάσκοντας “Πολιτική Οικονομία της Τρομοκρατίας” στο Arcadia University, μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετώπιζα με τους φοιτητές μου ήταν να μην παρανοηθεί κάτι ως θεωρία συνωμοσίας. Χρησιμοποιούσα συχνά το σκάνδαλο Ιράν – Κόντρας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, μιας και είναι επαρκώς καταγεγραμμένο, έχει περάσει μια “ασφαλής” περίοδος από τότε που εκτυλίχτηκε και ως περιστατικό είναι πραγματικά τραγελαφικό και διασκεδάζει. Είναι απορίας άξιο πώς δεν το έχουν κάνει ταινία ακόμα. Αν και ο Tom Cruise το άγγιξε επιδερμικά στο American Made». Για να δημιουργηθεί φυσικά ένα τέτοιο βιβλίο που αφορά πραγματικά γεγονότα και αναφέρεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και πράγματα του πρόσφατου παρελθόντος, είναι αναγκαία η διεξοδική έρευνα και η πλήρης τεκμηρίωση. Από την άλλη, για να μην καταντήσει το βιβλίο ανιαρό και εγκυκλοπαιδικού τύπου βιβλιογραφική αναφορά απαιτούνται σενάριο, ντεκουπάζ και γενναίες καλλιτεχνικές επιλογές ως προς την εξέλιξη της ιστορίας και την απόδοση των πραγματολογικών στοιχείων. Ο Ρώσσης επέτυχε σε όλα. Βάσισε το μεγαλύτερο μέρος των σχεδίων του σε εικόνες της εποχής (φωτογραφίες, βίντεο κ.λ.π.) και σχεδόν το σύνολο της ιστορίας του σε αντικειμενικά στοιχεία από πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές τις οποίες παραθέτει αναλυτικά στη βιβλιογραφία του στο τέλος του βιβλίου. Όπως ο ίδιος αναφέρει: «Το περιεχόμενο προκύπτει μέσα από μια πραγματικά εξαντλητική έρευνα, όπου μακάρι να είχα κάνει αντίστοιχη και στη διατριβή μου ως φοιτητής. Η πλειονότητα του υλικού προέρχεται από αποχαρακτηρισμένες εκθέσεις της CIA, καταθέσεις, δικαστικές αποφάσεις, αρχειακό οπτικοακουστικό υλικό συνεντεύξεων από τα αρχεία του Κογκρέσου και άλλων ιδρυμάτων, αλλά και από τη διεθνή βιβλιογραφία. Ένα ικανό ποσοστό των διαλόγων είναι μάλιστα όπως προέκυψε μέσα από παλαιότερα διαβαθμισμένες αναφορές. Παρακολούθησα μάλιστα αρκετές άσχετες με το θέμα συνεντεύξεις και ομιλίες των πρωταγωνιστών, ώστε να σχηματίσω μια βασική εικόνα για την προσωπικότητά τους και τις απόψεις τους με σκοπό οι διάλογοι να μην απέχουν πολύ από την ιδιοσυγκρασία τους, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνομαι εγώ». Σε αυτό το κομφούζιο από όπλα και χρήμα που αλλάζουν χέρια στα παιχνίδια γεωπολιτικής και οικονομικής εξουσίας κατά τα τελευταία χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, πρωταγωνιστές ήταν αναμφίβολα ο πρόεδρος Ρίγκαν («Οι κομμουνιστές θέλουν να καταστρέψουν τις δημοκρατικές μας αξίες! Αν δεν τους σταματήσουμε, σύντομα και εμείς και οι γειτονικές μας χώρες θα βρίσκονται κάτω από την επιρροή των Σοβιετικών» είναι τα εναρκτήρια λόγια του), Άραβες και Ιρανοί αξιωματούχοι, Σαουδάραβες εκατομμυριούχοι, πολιτικοί και αντάρτες και πολλοί ακόμα στο προσκήνιο ή το παρασκήνιο. Ο σούπερ σταρ του σκανδάλου ήταν όμως ο λοχαγός Oliver North, ένας στρατιωτικός καριέρας μπλεγμένος σε κάθε πτυχή αυτής της σκοτεινής υπόθεσης, σε ανοιχτή γραμμή με πολιτικούς και διπλωμάτες σε πολλές χώρες και με απίστευτη εξουσία και χρήμα στα χέρια του. Ένας άνθρωπος που υποτίθεται πως εργαζόταν κατ’ εντολήν του προέδρου του ενάντια στους «τρομοκράτες» αλλά οι πράξεις του προκάλεσαν περισσότερο τρόμο από αυτές των «αντιπάλων» του. Και όπως καταλήγει ο Νικόλας Ρώσσης: «Η πρόκληση για τον αναγνώστη, μέσω αυτού του graphic novel, είναι να διακρίνει τελικά τον “τρομοκράτη”». Και το σχετικό link...
  3. Όχι, δεν παίρνω το Ντόναλντ...
  4. Όταν παιδικοί ήρωες "ξαναζωντανεύουν" ως "όπλα" στη μάχη των πολιτικών ιδεών. Ο καθείς και τα όπλα του στην ιδεολογική διαπάλη. Τι γίνεται όμως όταν αυτά τα όπλα δεν είναι αυτόφωτα αλλά «δανεικά»; Και μάλιστα «δανεικά» από χώρους φαινομενικά ξένους προς την ιδεολογική διαπάλη, όπως είναι για παράδειγμα εκείνος των παιδικών καρτούν; Μούμιν εναντίον ΤενΤεν: Την εν λόγω «περιπέτεια» δεν θα τη βρείτε στα κομιξάδικα. Κι όμως, εκείνη ήδη «παίζεται» ατύπως στη δημόσια σφαίρα, στους δρόμους και στο διαδίκτυο, ως μια από τις πολλές «συμβολικές» πτυχές του «πολέμου» μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. Τα φινλανδικά τρολ και ο Βέλγος ρεπόρτερ Για όσους χρειάζονται διευκρινίσεις, τα Μούμιν είναι κάτι χαριτωμένα πλασματάκια που θυμίζουν δίποδους ιπποπόταμους και ζουν σε μια κοιλάδα, δημιούργημα της Φινλανδής Τούβε Γιάνσον (Tove Jansson), μιας συγγραφέας-εικονογράφου γνωστής για την αμφιφυλοφιλία της, που είχε σατιρίσει σφόδρα τον Χίτλερ τις δεκαετίες του 1930 και ’40 μέσα από τις σελίδες του περιοδικού Garm (που κυκλοφορούσε στα σουηδικά αλλά εκδίδετο στο Ελσίνκι). Ο Τεντέν από την άλλη, είναι ένας ξανθομάλλης γαλλόφωνος Βέλγος ρεπόρτερ που μπλέκεται σε περιπέτειες ανά την υφήλιο, δημιούργημα του Βέλγου κομίστα Ερζέ (Hergé, πραγματικό όνομα Ζορζ Προσπέρ Ρεμί), ενός καλλιτέχνη που, αν και δεν θεωρείται ακροδεξιός, είχε εργαστεί τις δεκαετίες του 1930 και του ’40 για συντηρητικές εφημερίδες της δεξιάς: πρώτα για την «Le Vingtième Siècle» και εν συνεχεία κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής για τη «Le Soir» την οποία όμως τότε ήλεγχαν οι ναζί, ενώ ο ίδιος λέγεται πως διατηρούσε και προσωπικούς-φιλικούς δεσμούς με στελέχη του βελγικού φασιστικού κόμματος «Rex», του οποίου ωστόσο ποτέ δεν υπήρξε μέλος. Η Τούβε Γιάνσον και ο Ερζέ Ο Ερζέ πέθανε το 1983 και η Γιάνσον το 2001 (έχοντας εν τω μεταξύ απορρίψει και πρόταση που της είχε κάνει η Walt Disney για να αποκτήσει τα δικαιώματα των Μούμιν). Τα πλάσματα που εκείνοι δημιούργησαν ωστόσο, συνεχίζουν να «ζουν» όχι μόνο ως καρτούν που ενθουσιάζουν μικρούς και μεγάλους αλλά και ως σύμβολα στη μάχη των πολιτικών ιδεών. Τα Μούμιν από την πλευρά τους έχουν αξιοποιηθεί μεταξύ άλλων και ως αντιφασιστικό-αντιναζιστικό σύμβολο στα χέρια πλήθους ακτιβιστών της Αριστεράς. Η ταυτότητα της (αμφιφυλόφιλης, προοδευτικής για την εποχή της, εχθρικής απέναντι στον ναζισμό και τον φασισμό) Φινλανδής δημιουργού τους αλλά και ο ίδιος ο (αλληλέγγυος προς τους άλλους, δεκτικός, φιλικός, υπεράνω χρημάτων, αταξικός) χαρακτήρας τους έχουν συμβάλει ώστε εκείνα να αντιμετωπίζονται ως σύμβολο υπέρ της δημοκρατίας, των ανοιχτών κοινωνιών και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Τα Μούμιν και οι Rage Against the Machine «Η καρδιά τους ανοιχτή στα πάντα – Τα παράπονα όλα στη μπάντα – Τρέχουν πάντα και γελούν – Την παρέα σας ζητούν – Να οι Μούμιν», όπως έλεγε και το τραγούδι που συνόδευε τη μεταγλωττισμένη στα ελληνικά έκδοση της ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς της δεκαετίας του 1980. Σημειωτέον πως τα Μούμιν έχουν φιγουράρει τις περασμένες δεκαετίες, με τις ευλογίες της δημιουργού τους, και σε αφίσες της Διεθνούς Αμνηστίας, του Ερυθρού Σταυρού καθώς και της UNICEF όπως μας υπενθυμίζει το περιοδικό Huck, ενώ και ο Τομ Μορέλο, κιθαρίστας των Rage Against the Machine, είχε εμφανιστεί την άνοιξη του 2019 να φορά μπλούζα με στάμπα ένα Μούμιν που ανεμίζει αντιφασιστική σημαία. Για του λόγου το αληθές, αρκεί να ανατρέξει κανείς σε εκείνο το βίντεο με τα εκατομμύρια views όπου οι κ.κ. Τομ Μορέλο, Σκοτ Ίαν (Anthrax), Νούνο Μπέτενκορτ (Extreme) και Μπραντ Πέισλι τζαμάρουν όλοι μαζί παίζοντας το theme song της τηλεοπτικής σειράς Game Of Thrones. Ανατρέχοντας σε πρακτικές παλαιότερων δεκαετιών, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι οι ακτιβιστές παίρνουν φαινομενικώς απολίτικα σύμβολα και τα οικειοποιούνται εντάσσοντάς τα στις εκστρατείες τους. Εάν αυτό κάποτε (κυρίως από τον Μάιο του 1968 και έπειτα) γινόταν από τον χώρο της Αριστεράς, πλέον ωστόσο γίνεται και από τον χώρο της ακροδεξιάς και πολλών εκ των alt-right παραφυάδων της. Η γαλλική ακροδεξιά και ο Τεντέν Η Ακροδεξιά επί παραδείγματι στη Γαλλία επιχειρεί εδώ και χρόνια να «στρατολογήσει» ως «δικό της» τον γαλλόφωνο Βέλγο ήρωα-ρεπόρτερ Τεντέν. Υποστηρικτές του Εθνικού Μετώπου του Ζαν Μαρί Λεπέν (που πλέον οδεύει προς τις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2022 ως Εθνικός Συναγερμός, υπό την κόρη του Ζαν Μαρί, Μαρίν Λεπέν) είχαν παρουσιάσει ήδη από τη δεκαετία του 1990 δικές τους παραλλαγμένες ιστορίες κόμικ με πρωταγωνιστή τον Τεντέν, όπως μας υπενθυμίζει το περιοδικό Wired. Το σενάριο… απλό: ο Τεντέν βλέπει τη Γαλλία να μεταμορφώνεται σε «ισλαμιστική αποικία» και εντάσσεται στο Εθνικό Μέτωπο έπειτα από παρότρυνση του καπετάνιου Χάντοκ, αφού όμως εν τω μεταξύ αραβόμορφοι ξένοι του έχουν κλέψει το σπίτι και το αυτοκίνητο… Υπάρχουν, πράγματι, ορίτζιναλ περιπέτειες του Τεντέν που είχαν στοιχεία αντικομμουνιστικά (βλ. «Ο Τεντέν στη Χώρα των Σοβιέτ» του 1930), στερεοτυπικά φυλετικά-ρατσιστικά (βλ. «Ο Τεντέν στο Κονγκό» του 1931) ή ακόμη και αντισημιτικά (βλ. «Το Πεφταστέρι» του 1941). Σχεδόν 80 χρόνια μετά, Γάλλοι ακροδεξιοί παίρνουν καρέ και στριπ από τις εν λόγω ιστορίες και τα επαναπροωθούν υπό νέες λεζάντες κατά πως τους συμφέρει, προβάλλοντας για παράδειγμα μια δική τους εκδοχή στην οποία δεν πάει ο Τεντέν στο Κονγκό… αλλά αντιθέτως έρχεται το Κονγκό (βλ. μετανάστευση) στη Γαλλία… Αυτό που επιλέγουν να αγνοούν βέβαια οι ακροδεξιοί είναι όλες εκείνες τις… ουκ ολίγες περιπέτειες του Τεντέν που δεν «κουμπώνουν» ακριβώς στο αφήγημά τους. Ο Τεντέν ήταν άλλωστε, μέσα σε όλα τα άλλα, και ένας… πολίτης του κόσμου, που στις περιπέτειές του έχει ταξιδέψει παντού, από την Αμερική και τη Σοβιετική Ένωση έως την Αφρική, τη Λατινική Αμερική και την Κίνα (στη Σαγκάη στον «Μπλε Λωτό»), συνεργαζόμενος με ανθρώπους από ολόκληρο τον κόσμο. Ο Γουίνι που εξόργισε το Πεκίνο Εάν απομακρυνθούμε ωστόσο από την Ευρώπη, όπως συνήθιζε να κάνει και ο Τεντέν, τότε οι ανησυχίες αλλάζουν. Για το κινεζικό καθεστώς επί παραδείγματι, ο παιδικός ήρωας που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία δεν είναι κάποιος «υπερκακός» αλλά ένα φαινομενικά αθώο και άκακο πλάσμα: ο Γουίνι το Αρκουδάκι (Winnie the Pooh). Δημιούργημα του Άγγλου συγγραφέα Άλαν Αλεξάντερ Μιλν, ο Γουίνι έκανε την πρώτη του εμφάνιση τη δεκαετία του 1920. Για περίπου… ενενήντα χρόνια, ο συμπαθής αρκούδος δεν είχε καμία εμπλοκή με τον χώρο της διεθνούς πολιτικής. Όλα θα άλλαζαν ωστόσο τον Ιούνιο του 2013, όταν ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ επισκέφθηκε τις ΗΠΑ και συνάντησε από κοντά τον Μπαράκ Ομπάμα. Βλέποντας τους δυο ηγέτες, τον ψιλόλιγνο Ομπάμα από τη μία πλευρά και τον πιο «κοντόχροντρο» Σι από την άλλη να περπατούν δίπλα-δίπλα, κάποιοι θα τους παρομοιάζαν με τον Γουίνι και τον φίλο του τον Τίγρη (Tigger). Και έναν χρόνο αργότερα, τον Νοέμβριο του 2014, όταν ο Σι Τζινπίνγκ βρέθηκε επί κινεζικού εδάφους να ανταλλάσσει χειραψία με τον Ιάπωνα τότε πρωθυπουργό Σίνζο Άμπε μπροστά στις κάμερες, πολλοί θα έβλεπαν στο μεν πρόσωπο του Σι τον Γουίνι, στον δε πρόσωπο του Ιάπωνα ηγέτη έναν άλλο ήρωα της ίδιας σειράς: τον Γκαρή (Eeyore) τον γάιδαρο. Ομπάμα και Άμπε δεν φάνηκε να ενοχλούνται από τους εν λόγω παραλληλισμούς. Δεν ισχύει ωστόσο το ίδιο και για το κινεζικό καθεστώς που θα έφτανε στο σημείο λίγα χρόνια αργότερα να απαγορεύσει όλα (τα παιχνίδια, τις ταινίες, τα βιβλία, τα μιμίδια) όσα θυμίζουν τον Γουίνι το Αρκουδάκι. Κι αυτό με την αιτιολογία ότι «υπονομεύουν την αξιοπρέπεια της προεδρίας και του ιδίου του προέδρου». Εν τω μεταξύ ωστόσο, στα χέρια των επικριτών του Σι Τζινπίνγκ ο Γουίνι είχε γίνει όντως ένα σύμβολο μέσω του οποίου εκείνοι ένιωθαν ότι μπορούσαν να ειρωνευτούν και να χλευάσουν την κινεζική ηγεσία. Ο Κινέζος πρόεδρος δεν είναι βέβαια ο μοναδικός ηγέτης στον κόσμο τον οποίο οι επικριτές του έχουν ταυτίσει με κάποιον παιδικό ήρωα. Ουκρανοί επικριτές του Ρώσου προέδρου Βλάντιμιρ Πούτιν τον έχουν για παράδειγμα παρουσιάσει σαν τον Ντόμπι: το ξωτικό από τις περιπέτειες του Χάρι Πότερ. Ενώ για όσους δεν συμπαθούσαν την Βρετανίδα πρώην πρωθυπουργό Τερέζα Μέι, εκείνη έμοιαζε με την βγαλμένη από «Τα 101 σκυλιά της Δαλματίας» Κρουέλα ντε Βιλ. Ο Πέπε ο Βάτραχος Ενδιαφέρον παρουσιάζει όμως και η περίπτωση του ανθρωπόμορφου βατράχου Πέπε (Pepe the Frog) ο οποίος ξεπήδησε μεν μέσα από τη μάλλον απολίτικη αμερικανική σειρά κόμικ «Boy ’s Club» του Ματ Φιούρι αλλά στην πορεία προσέλαβε άλλες, πολιτικά φορτισμένες – και αντιθετικές μεταξύ τους – διαστάσεις. Διότι ο Πέπε ο Βάτραχος έχει τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιηθεί και ως σύμβολο ρατσιστικού-ναζιστικού μίσους από την αμερικανική alt-right ακροδεξιά (ξεκινώντας από το site 4chan), αλλά παράλληλα και ως σύμβολο δημοκρατικής άμυνας και ελπίδας από όσους διαδήλωναν το 2019 στο Χονγκ Κονγκ ενάντια στον κινεζικό αυταρχισμό… Και το σχετικό link...
  5. Δεν έχει ανεβάσει κανείς/καμία το τεύχος νο 383; Μυστήρια πράγματα... Μεταφέρθηκαν στη βάση
  6. Ένα από τα αμέτρητα θύματα της κρατικής εκδικητικότητας στην Ιταλία μετά τη δολοφονία του Άλντο Μόρο στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ήταν και ο Mario Dalmaviva. Που δεν το έβαλε κάτω στα πεντέμισι χρόνια της προφυλάκισής του! Και δημιούργησε μια απίστευτα μινιμαλιστική και συγκλονιστική σειρά κόμικς για τη ζωή πίσω από σιδερένιες πόρτες. «Μα πώς το κάνετε αυτό; Είναι πολύ δύσκολο τελικά να φτιάχνεις κόμικς. Εγώ δεν μπορώ να σχεδιάσω ούτε μια ίσια γραμμή...» είναι η κλασική ατάκα που ακούνε συχνά οι δημιουργοί κόμικς από ανθρώπους που νιώθουν δέος απέναντι στη σχεδιαστική δεξιοτεχνία. Μια τέτοια άποψη όμως έχει καταρριφθεί από την ίδια τη ζωή εδώ και μερικές δεκαετίες, καθώς έχουν δημιουργηθεί πολλά αριστουργηματικά κόμικς που δεν ξεχωρίζουν ούτε για τα ρεαλιστικά και αναπαραστατικά τους σχέδια ούτε για τα εντυπωσιακά τους χρώματα. Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι το κατά πόσο το σχέδιο υπηρετεί το σενάριο και το αντίθετο. Σκίτσο που κατά πάσα πιθανότητα ενέπνευσε τον Αρκά καθώς και ο δικός του Ισοβίτης είναι καταδικασμένος σε 622 χρόνια φυλάκισης Στην εμβληματική του μελέτη με τίτλο «Understanding Comics» το 1993 (κυκλοφορεί στα ελληνικά με τίτλο «Κατανοώντας τα Κόμικς» από τις εκδόσεις Web Comics σε μετάφραση Νίκου Καμπουρόπουλου), ο Scott McCloud κατέδειξε με τον πιο εμφατικό τρόπο και με δεκάδες παραδείγματα ότι η πιστότητα των αναπαραστάσεων, η επιδίωξη της ομοιότητας με τον πραγματικό κόσμο, η ζωγραφική που μιμείται τη φωτογραφία και αξιώνει την περί αυτής κρίση με όρους ρεαλισμού κ.λ.π. δεν αποτελούν προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός καλού κόμικς. Στις εικαστικές τέχνες άλλωστε κάτι τέτοιο έχει οριστικά και αμετάκλητα λυθεί εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, και ειδικότερα μετά την έλευση των μοντέρνων πρωτοποριών και της αφαίρεσης. Δεν γνωρίζω αν ο Scott McCloud όταν φιλοτεχνούσε το βιβλίο του είχε υπ’ όψιν του την περίπτωση του Ιταλού πρώην πολιτικού κρατούμενου και δημιουργού κόμικς Mario Dalmaviva. Πιθανολογώ ότι δεν την είχε. Γιατί αν την είχε θα αποτελούσε την ιδανική επιβεβαίωση των απόψεών του και σίγουρα θα τη φιλοξενούσε στο βιβλίο του. Κι αυτό γιατί ο Mario Dalmaviva (1943 – 2016) κατόρθωσε να γίνει ιδιαιτέρως δημοφιλής στον χώρο των ιταλικών και ευρωπαϊκών κόμικς γενικότερα σχεδιάζοντας ξανά και ξανά την ίδια εικόνα, την κλειστή πόρτα του κελιού μιας φυλακής. Στο κελί αυτό βρισκόταν ο ίδιος και πάνω από την πόρτα αιωρούνταν μέσα σε συννεφάκια τα λόγια και οι σκέψεις του. Η φυλάκιση του Mario Dalmaviva, ή καλύτερα η προφυλάκισή του, ήταν αποτέλεσμα της εκδικητικής πολιτικής της ιταλικής κυβέρνησης που εφαρμόστηκε με σιδερένια πυγμή αμέσως μετά τη δολοφονία του Άλντο Μόρο, πρώην πρωθυπουργού, επιφανούς στελέχους των Χριστιανοδημοκρατών και πρωτεργάτη του λεγόμενου «ιστορικού συμβιβασμού» ανάμεσα στην ιταλική Δεξιά και την ευρωκομμουνιστική Αριστερά του Μπερλίγκουερ. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας ήταν ήδη έτοιμο να πάρει μέρος σε κυβέρνηση συνασπισμού με τη Δεξιά όταν έσκασε σαν βόμβα η είδηση της απαγωγής του Άλντο Μόρο. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ανέλαβαν την ευθύνη της απαγωγής και, για την απελευθέρωση του Μόρο, ζήτησαν την απελευθέρωση πολλών φυλακισμένων μελών τους. Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε ναυάγιο και 55 μέρες αργότερα ο Ιταλός πρώην πρωθυπουργός βρέθηκε δολοφονημένος με δέκα σφαίρες στο πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου στη Ρώμη. Αυτή ήταν η αρχή και η ιδανική αφορμή για ένα άνευ προηγουμένου πογκρόμ της ιταλικής αστυνομίας σε συνεργασία με το κράτος και τη δικαιοσύνη εναντίον πολιτικών ομάδων και προσωπικοτήτων της Αριστεράς και της Αυτονομίας που δραστηριοποιούνταν έντονα τα τελευταία δέκα χρόνια. Η δολοφονία του Μόρο επιπλέον, έδωσε στο κράτος και το απαραίτητο άλλοθι για την ψήφιση μιας σειράς ειδικών νόμων και διατάξεων που ουσιαστικά θεσμοθετούσαν ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης, επέτρεπαν την προφυλάκιση χωρίς δίκη για πολλά χρόνια ακόμα και για απλές ενδείξεις συμμετοχής σε τρομοκρατικές οργανώσεις κ.λ.π. Στο κλίμα αυτό, στις 7 Απριλίου του 1979, η ιταλική αστυνομία ανακοινώνει τη σύλληψη του αρχηγού των Ερυθρών Ταξιαρχιών και του επιτελείου του με τυμπανοκρουσίες και εν μέσω πανηγυρισμών για την «πάταξη μιας επικίνδυνης τρομοκρατικής οργάνωσης δολοφόνων». Προς έκπληξη όλων βέβαια, τα υποτιθέμενα ηγετικά μέλη και στελέχη των Ερυθρών Ταξιαρχιών ήταν όλα τους δημόσια πρόσωπα με έντονη αλλά φανερή πολιτική δράση στα κινήματα. Όπως γράφει ο Γιώργος Σιούνας στο περιοδικό Βαβέλ, σε άρθρο με τίτλο «Όταν η δίκη δεν είναι μόνο για τον κύριο Κ. (αλλά και για άλλους 4.000)» (τεύχος 35, Μάρτιος 1984): «Αυτοί οι ηγέτες της απόλυτα συνωμοτικής ένοπλης οργάνωσης ήταν κατά τους κατήγορούς τους γνωστά δημόσια πρόσωπα: ο Antonio Negri, καθηγητής της Θεωρίας του Κράτους στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα, οι επίσης καθηγητές Πανεπιστημίου Franco Piperno και Luciano Ferrari Bravo, η Alisa Del Re, βοηθός του Negri στο Πανεπιστήμιο, ο Mario Dalmaviva, ασφαλιστής και διαφημιστής, ο Nanni Balestrini, συγγραφέας και ποιητής (που διέφυγε τη σύλληψη) κι άλλοι πολλοί. Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των ανθρώπων ήταν ότι υπήρξαν ηγετικά στελέχη της μαζικής εξωκοινοβουλευτικής οργάνωσης “Potere Operaio” (Εργατική Εξουσία) που είχε σημαντική επιρροή στο εργατικό κίνημα, με ανοιχτή νόμιμη δράση από το 1969 μέχρι το 1973 οπότε και διαλύθηκε. Μετά από τη διάλυσή της πολλοί απ’ αυτούς εντάχθηκαν στο χώρο της “αυτονομίας” (ο Negri υπήρξε ο σημαντικότερος θεωρητικός της) κι άλλοι εγκατέλειψαν βαθμιαία κάθε άμεση πολιτική πρακτική». Αριστερά, πρόσφατη αναδρομική ιταλική έκδοση με τις Πόρτες του Dalmaviva. Δεξιά, οι Πόρτες στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Επανοικειοποίηση». Αν και ήταν καταφανές ότι η συντριπτική πλειονότητα των προσώπων που συνελήφθησαν εκείνη την περίοδο δεν είχαν καμιά σχέση με την ένοπλη δράση, η τρομοϋστερία ήταν αρκετή για να οδηγηθούν στη φυλακή. Ακόμα και όταν υπήρξαν καταθέσεις κατηγορουμένων, συλληφθέντων και άλλων προσώπων που σχετίζονταν με την υπόθεση που αθώωναν τους φερόμενους ως ηγέτες των Ερυθρών Ταξιαρχιών, αυτοί παρέμειναν στη φυλακή σε συνθήκες σχετικής απομόνωσης και χωρίς καμιά προοπτική να δικαστούν άμεσα. Άλλωστε οι πρόσφατοι νόμοι επέτρεπαν τη μακρόχρονη προφυλάκιση χωρίς δίκη. Σε ένα τέτοιο ζοφερό κλίμα και με ελλιπείς δυνατότητες επικοινωνίας των κρατουμένων με τον έξω κόσμο, προέκυψαν τα κόμικς του Mario Dalmaviva που ξεκίνησαν να δημοσιεύονται τον Φεβρουάριο του 1981 στο πολύ δημοφιλές ιταλικό περιοδικό με κόμικς «Linus», δημιουργώντας αίσθηση σε όλη την Ευρώπη για το τόσο δυνατό περιεχόμενο και τα σκληρά αλλά δοσμένα με χιούμορ λόγια που φιγούραραν πάνω από τις απλοϊκά σχεδιασμένες και γεμάτες νόημα κλειστές «Πόρτες». Ο Dalmaviva έμεινε προφυλακισμένος για πεντέμισι ολόκληρα χρόνια μέχρι να δικαστεί το 1984 και να καταδικαστεί σε ποινή μικρότερη από το διάστημα της προφυλάκισής του, οπότε και αφέθηκε ελεύθερος. Εξώφυλλο του τεύχους 35 της Βαβέλ (Μάρτιος 1984) Στην Ελλάδα, οι «Πόρτες» έγιναν γνωστές από τα αφιερώματα και τις μεταφράσεις του Γιώργου Σιούνα (σε λέτερινγκ της Παυλίνας Καλλίδου) στο περιοδικό Βαβέλ (τ. 35, Μάρτιος 1984 και τ. 42, Οκτώβριος 1984), αλλά και πιο πρόσφατα από το βιβλίο «Οι Πόρτες» των Εκδόσεων Επανοικειοποίηση (2007) στο οποίο, μεταξύ άλλων, επισημαίνεται και η σημασία αυτών των φαινομενικά απλοϊκών σχεδίων τόσο για τον δημιουργό τους όσο και για τους αναγνώστες τους: «Κάποιοι “μετάνιωσαν” και “διαχωρίστηκαν”. Άλλοι οδηγήθηκαν στην τρέλα. Δεν ήταν λίγοι που οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία. Ο Mario Dalmaviva βρήκε φωνή, απόκτησε λόγο μέσα από τις “πόρτες” του. Και – τι ειρωνεία – αυτές οι μινιμαλιστικά σχεδιασμένες ασπρόμαυρες (τις περισσότερες φορές) πόρτες της φυλακής αποτέλεσαν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που συμβολίζουν, τον εγκλεισμό σαν συνθήκη απομόνωσης από τον έξω κόσμο. Οι “πόρτες” του Dalmaviva έγιναν γέφυρα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, αυτόν της “ελευθερίας” και των καπιταλιστικών κανονικοτήτων, και την ίδια στιγμή αποτέλεσαν μία από τις πιο απτές αποδείξεις ότι κι αυτός ο κόσμος που βρίσκεται πέρα των τειχών έχει τη δική του ζωή, τη δική του ανθρώπινη υπόσταση, τα δικά του συναισθήματα […] Μοιραία το όνομα Mario Dalmaviva δεν μπορεί παρά να σημαίνει πολύ περισσότερα από μερικά πετυχημένα καρέ που αναφέρονται στη φυλακή. Όχι μόνο επειδή ο Dalmaviva δεν υπήρξε ποτέ του σκιτσογράφος (κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που οδηγήθηκε στις “πόρτες”). Αλλά επειδή στο πρόσωπό του εγγράφεται (πέρα από την προσωπική του ιστορία), η μνήμη των αγώνων που δόθηκαν από χιλιάδες συντρόφους μέσα στις πιο εχθρικές, στις πιο αντίξοες συνθήκες». Σε τέτοιες συνθήκες οι Πόρτες του Dalmaviva έγιναν τη δεκαετία του 1980, και θα παραμείνουν για πάντα από τότε, σύμβολα ελευθερίας. Τόσο καλλιτεχνικής (αποδέσμευση από τους αυστηρούς κανόνες, τις συμβάσεις της αναπαράστασης, της υποχρέωσης για πιστότητα και σχεδιαστικό πλούτο) όσο και ουσιαστικής, καθώς οι ζωγραφισμένες ομοιόμορφες Πόρτες «γκρέμισαν» τις σιδερένιες πόρτες των κελιών των Ιταλών αγωνιστών με πάταγο του οποίου ο απόηχος ακούγεται ακόμα. Και το σχετικό link...
  7. Καμία πιθανότητα...
  8. Γεννήθηκε στο Γαλάτσι, έχει ζήσει στη Λυών και στον Καναδά, τώρα μένει στην πλατεία Αμερικής. Είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους σχεδιαστές κόμικ της νέας γενιάς. • Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Γαλάτσι, σε ένα περιβάλλον αρκετά μικροαστικό. Δεν υπήρχε η έννοια της τέχνης στο σπίτι, ήταν τελείως προσωπική μου ανάγκη. Ήταν έκφραση για μένα, από μικρός ζωγράφιζα τους τοίχους, έκοβα τις κουρτίνες, έψαχνα συνέχεια να κάνω κάτι δημιουργικό, αλλά δεν είχα και την καλύτερη ανταπόκριση. Σιγά-σιγά όμως, μέσα από αυτό βρήκα τον εαυτό μου και μέσα από τον εαυτό μου βρήκα την τέχνη. Κάπως έτσι εξελίχθηκε. • Από παιδί είχα διάφορες ανησυχίες, ήταν πολλά αυτά που με απασχολούσαν και σε πιο προσωπικό επίπεδο. Είχα τους φίλους μου, έκανα συνέχεια όνειρα, είχα μεγάλη φαντασία, στην εφηβεία με απασχολούσε η σεξουαλικότητά μου, η πολιτική. Πήγαινα στην Γκράβα, ανήκω στη γενιά του Αρσένη. Ήμουν στη Γ’ Γυμνασίου όταν έγιναν οι κινητοποιήσεις και τότε υπήρξε η πρώτη σπίθα για την πολιτική. Ήμουν πολύ μικρός για να καταλάβω πώς δουλεύουν το σύστημα και ο κόσμος, αλλά πήρα μία γεύση απ’ αυτό και από τότε δουλεύω ομαδικά, προσπαθώντας να παλέψω για κάτι, αποκτώντας πολιτική συνείδηση. • Ήθελα πάντα να γίνω ζωγράφος, αυτό έλεγα, χωρίς να ξέρω καν τι σημαίνει. Πάντα είχα όμως το φόβο που μου καλλιέργησαν οι γονείς μου για το «πώς θα ζήσεις; Εμείς δεν μπορούμε να βοηθάμε». Η μητέρα μου ασχολούνταν με τα οικιακά, καμιά φορά φύλαγε παιδιά, και ο πατέρας μου ήταν δημόσιος υπάλληλος, οπότε έπαιζε πάρα πολύ η τετράγωνη λογική να έχεις μια σταθερή δουλειά, να έχεις έναν σίγουρο μισθό, έτσι ώστε να μπορέσεις να ζήσεις τα παιδιά σου. Αυτό το μοτίβο, το οποίο με περιόρισε αρκετά, ειδικά στην εφηβεία, είχε ως αποτέλεσμα να απομακρυνθώ από το σχέδιο. Γι’ αυτό και όταν έδωσα Πανελλήνιες πέρασα στη Σχολή Συντήρησης Έργων Τέχνης. Ήταν κοντά στην τέχνη, αλλά δεν αφορούσε τη δημιουργία. Την έβγαλα τη σχολή, πήρα το πτυχίο, αλλά εκεί μέσα συνειδητοποίησα ότι δεν μου αρέσει να το κάνω αυτό, δεν θα ήθελα στα τριάντα μου να είμαι συντηρητής αλλά σχεδιαστής. Έτσι ξεκίνησα να κυνηγάω αυτό το όνειρο και ήταν η πρώτη φορά που είχα πραγματικά έναν στόχο, στα είκοσι δύο μου, γιατί δεν ήμουν ποτέ καλός μαθητής, δεν υπήρχε ποτέ το κίνητρο, για ποιον λόγο να κάτσεις να διαβάσεις πέρα από το να σπουδάσεις, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. • Ξεκίνησα να κάνω κάποια σεμινάρια κόμικς στο Μικρό Πολυτεχνείο και φάνηκε ότι το σχέδιό μου ήταν σε ένα αρκετά καλό επίπεδο, επειδή σχεδίαζα πολλά χρόνια αλλά χωρίς να ξέρω κιόλας, δεν σχεδίαζα ακαδημαϊκά. Ωστόσο ήταν η πρώτη μου επαφή με το κόμικ, να κάνω κάτι που στέκει και αφηγηματικά και σχεδιαστικά. Εκεί, στα είκοσί μου, άρχισα να βλέπω το σχέδιο σοβαρά. Έμαθα πραγματικά να σχεδιάζω στην τεχνική σχολή σχεδίου στη Γαλλία, όπου σε μαθαίνουν πώς να ζωγραφίζεις. Τα δύο πρώτα χρόνια μόνο ακαδημαϊκά, γυμνά μοντέλα, προτομές, σχεδίαση αντικειμένου, πώς να τοποθετείς το αντικείμενο στον τρισδιάστατο χώρο, αρχές προοπτικής, τα πάντα. Παράλληλα κάναμε και κόμικ, εικονογράφηση, κινούμενο σχέδιο, για να διαλέξουμε την κατεύθυνση που θέλαμε. Από αυτά τα τέσσερα χρόνια θυμάμαι μόνο τη σχολή, δεν υπήρχε ζωή παραδίπλα, και συνέχισε και εκτός σχολής αυτό το μοτίβο. Πριν φύγω για Γαλλία δούλευα στην εστίαση εφτά χρόνια, σεζόν σε νησιά κ.λ.π., κι έτσι μάζεψα και τα λεφτά για να φύγω. • Τελειώνοντας τη σχολή είχα αποφασίσει να μην ξαναδουλέψω σε άκυρη δουλειά, γιατί μου είχε βγει η πίστη όλα αυτά τα χρόνια, θα κυνηγούσα το σχέδιο όσο μπορούσα. Και βοήθησε το γεγονός ότι είχα πει «αν όχι αυτό, τίποτα» χωρίς να αφήσω άλλη επιλογή ‒ μέχρι τώρα λειτουργεί κάπως. Πάνε εφτά χρόνια που έχω τελειώσει τη σχολή και τα τελευταία ζω από αυτό, δεν μπορώ να πω άνετα, αλλά δεν ξέρω και αν θα ζήσω ποτέ άνετα απ’ το σχέδιο. • Ένας άνθρωπος που με επηρέασε πολύ ήταν ένας καθηγητής μου στη σχολή σχεδίου, ο Πασκάλ Ζαρκέτ, γλύπτης και εικονογράφος, ο οποίος φτιάχνει σκηνικά για τις μεγαλύτερες όπερες της Γαλλίας. Απίστευτος άνθρωπος, στάθηκε δίπλα μου από την αρχή όταν τα γαλλικά μου ήταν χάλια και δεν καταλάβαινα, και χρησιμοποιούσε τη γλώσσα του σώματος για να μου εξηγήσει τι ήθελε να κάνω, τι μου ζητάει σαν άσκηση. Θυμάμαι μια ατάκα που μου είχε πει και τη λέω κάθε φορά που με ρωτάνε για τη ζωγραφική: «Όταν δεν ζωγραφίζεις καλά, δεν σημαίνει ότι δεν έχεις ταλέντο, σημαίνει ότι απλώς δεν έχεις μάθει ακόμα να παρατηρείς». Αυτό το πράγμα μού έλυσε τα χέρια, γιατί το σχέδιο είναι πολύ προσωπική διαδικασία και είναι δύσκολο να βρεις τη γραμμή σου. Βασικά, σε βρίσκει αυτή, δεν τη βρίσκεις εσύ. Υπάρχει εκεί αυτό το πράγμα, το θέμα είναι να μάθει ο εγκέφαλος να δίνει την εντολή στο χέρι σου. Δεν πιστεύω στο ταλέντο, πιστεύω στην αντίληψη, και μετά, αν η αντίληψη κάποιου είναι καλύτερη από κάποιων άλλων, χρειάζεται καλλιέργεια, αλλιώς δεν γίνεται τίποτα. Τον έχω πάντα ορόσημο αυτόν τον άνθρωπο. • Η ασχολία μου με το σχέδιο ήταν από τα μεγαλύτερα ρίσκα που έχω πάρει στη ζωή μου. Και ακόμα ρίσκο είναι, δεν έχουν δρομολογηθεί τα πράγματα. Ήρθε μια στιγμή στη ζωή μου που συνειδητοποίησα ότι για να ζήσω πρέπει να δουλέψω, δεν έχω και άλλη επιλογή, τι δουλειά θα κάνω; Κι επέλεξα να κάνω κάτι εξαιρετικά δύσκολο, για το οποίο αναπόφευκτα πρέπει να θυσιάσω πράγματα, ωστόσο ξέρω ότι σηκώνομαι στις οχτώ το πρωί για να κάνω αυτό που γουστάρω. Κι αυτό είναι μεγάλη ικανοποίηση. Μπορεί να κάθομαι στο γραφείο όλη μέρα δουλεύοντας, πολλές φορές εφτά μέρες την εβδομάδα, να είμαι κομμάτια και να νιώθω ότι έχω πάει στη Νέα Υόρκη με τα πόδια από την κούραση, αλλά με καλύπτει. Θυσιάζεις πράγματα, την προσωπική σου ζωή, αλλά δεν έχω χόμπι, η διέξοδός μου είναι η δουλειά μου. Περνάω πολλές ώρες με τη δουλειά μου, δεν γίνεται να κάνω κάτι μου με θλίβει. Είναι ένα επάγγελμα όμως που θα έχει πάντα ρίσκο. • Επαγγελματικά σχεδιάζω από το 2012, όταν ήμουν ακόμα στη σχολή. Δούλεψα σε ένα πρότζεκτ κυρίως με χρώμα στη μεγαλύτερη τοιχογραφία του Moebius, αυτήν που έκανε στο Montrouge δίπλα στο Παρίσι. Του είχε παραγγείλει το δημαρχείο ένα τεράστιο έργο 170 τετραγωνικών μέτρων αλλά πέθανε πριν το τελειώσει, το 2012, και το τελείωσε η ανιψιά του που είχε σπουδάσει το στυλ του. Πήρα τη δουλειά μέσω μιας καθηγήτριάς μου που δούλευε στο πρότζεκτ. Ήμουν πολύ τυχερός, γιατί εκεί είδα ποια είναι η διαδικασία δουλεύοντας στο έργο ενός «θεού». Στη συνέχεια εκδόθηκε ένα παραμύθι που είχα γράψει κι έτσι είδα για πρώτη φορά τι σημαίνει «σχεδιάζω επαγγελματικά». Μετά τελείωσα τη σχολή και συνέχεια προέκυπταν πράγματα ‒ πρέπει να έστειλα πενήντα βιογραφικά σε περιοδικά και εφημερίδες γιατί με ενδιέφερε πολύ να δουλεύω κυρίως εκεί, έψαχνα τέτοιες δουλειές, το κόμικ προέκυψε λίγο αργότερα. • Η Γαλλία έχτισε όλη την αισθητική μου και την αντίληψή μου για την τέχνη. Έμαθα Ιστορία της Τέχνης. Πάντα με ενδιέφερε ο εικοστός αιώνας στην τέχνη, αλλά αυτό δεν μου δημιούργησε μια αισθητική, πηγαίνοντας στη σχολή κάπως μπήκαν σε μια σειρά οι γνώσεις που είχα από την Ιστορία της Τέχνης. Ο Egon Schiele για παράδειγμα γαλούχησε το στυλ μου, στα πρώτα έργα που έκανα αντέγραφα τα δικά του, τη γραμμή του, και αυτό το πράγμα εξελίχθηκε μόνο του, σιγά σιγά το σχέδιό μου έπαψε να τον θυμίζει. Η σχολή στη Γαλλία ήταν ένα παράθυρο στην τέχνη, στον κόσμο, ήταν απίστευτες επιρροές, είχα σημαντικούς καθηγητές που έβλεπες το έργο τους και έλεγες «οk, αυτό δεν το έχω ξαναδεί, αυτή η αισθητική δεν θα με τράβαγε ποτέ, αλλά κοίτα, έχει κάτι να σου δείξει». Η ιδέα των κόμικς στο μυαλό μου ήταν εντελώς διαφορετική, πολύ πιο τυποποιημένη πριν πάω εκεί. Και επέλεξα να πάω γιατί ήξερα ότι δεν θα με έβαζαν σε καλούπι. Σε καθοδηγούσαν και σε συμβούλευαν, και είναι πολύ σημαντικό αυτό. • Κάποια στιγμή δοκίμασα να ζήσω στον Καναδά επειδή έχω καναδική υπηκοότητα. Ο πατέρας μου ήταν μετανάστης εκεί δώδεκα χρόνια, έφυγε με το μεταναστευτικό κύμα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και πήρε την υπηκοότητα. Έτσι γεννήθηκα με καναδικό διαβατήριο και πήγα στον Καναδά επειδή θεώρησα ότι έπρεπε να εκμεταλλευτώ την πρόσβαση που δεν έχει ο καθένας. Το κυνηγούσα χρόνια να πάω αλλά τα τέσσερα πρώτα χρόνια στη Γαλλία οι γονείς μου ήταν άρρωστοι, οπότε γυρνούσα Ελλάδα μόνο γι’ αυτόν τον λόγο, για να τους δω και να χαρούνε. Μετά πέθαναν και οι δύο και είχα την ελευθερία να πάω να δω τι γίνεται εκεί. Έγινε αργά στη ζωή μου όμως και το ταξίδι ήταν αποτυχία, αλλά έμαθα πολλά πράγματα για τον εαυτό μου στον Καναδά. Πάντα είχα αυτό το ρομαντικό στο μυαλό μου, ότι μέχρι να πεθάνεις πρέπει να έχεις πάει παντού, και όχι μόνο ως επισκέπτης, πρέπει να έχεις ζήσει για καιρό σε διάφορες χώρες και πόλεις για να δεις τις κουλτούρες. Είχα ξεχάσει όμως τον παράγοντα «άνθρωπος», και φτάνοντας στον Καναδά συνειδητοποίησα ότι μου έλειπαν οι φίλοι μου. Είδα ότι το Αθήνα ‒ Λυών ήταν πιο εύκολο ταξίδι, ενώ το Καναδάς ‒ Αθήνα ή Καναδάς ‒ Λυών έπρεπε να το κανονίσεις πέντε μήνες πριν και να έχεις μαζέψει και λεφτά μόνο για τα εισιτήρια. • Στην κουλτούρα δεν αισθάνθηκα και μεγάλες διαφορές, αλλά πολιτικά ο καπιταλισμός γεννήθηκε εκεί, δεν είχαν ποτέ κάποιο άλλο σύστημα και τον είδα να παρεισφρέει στις ανθρώπινες σχέσεις. Έπαιζε πάρα πολύ πάρε-δώσε, για να σου δώσω πρέπει να μου δώσεις, μέχρι και στα διαπροσωπικά. Φρίκαρα με αυτό πάρα πολύ. Και μετά ήταν το κωλόκρυο. Δεν είμαι του καλοκαιριού, το προτιμώ το κρύο γιατί μπορείς να προφυλαχτείς, αλλά εκεί ήταν ακραία η κατάσταση, περίμενα να τελειώσουν όλες οι προμήθειες που είχα στο σπίτι για να βγω να πάω σούπερ-μάρκετ και ένιωθα ότι αν έβγαινα θα πονούσα. Ήταν πολύ δύσκολο. Ήμουν τριάντα δύο χρονών και συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να τα κάνω όλα από την αρχή, π.χ. να κάνω φίλους κι αυτό ήταν πολύ δύσκολο, γιατί σε αυτή την ηλικία ξέρεις πλέον τι ανθρώπους θέλεις να έχεις γύρω σου. Είναι διαφορετικά στα είκοσι πέντε σου που ακόμα μαθαίνεις. Κατάλαβα ότι δεν θέλω να κάνω καινούργιους φίλους, γιατί ήξερα ότι για να γίνεις κολλητός με κάποιον άνθρωπο πρέπει να περάσουν δυο-τρία χρόνια για να έρθεις αβίαστα κοντά του κι εγώ δεν θα ήθελα να σπαταλήσω τόσο χρόνο. Γι’ αυτό γύρισα. Είχα στο μυαλό μου τον Καναδά ως τη γη της επαγγελίας και χάρηκα που πήγα, γιατί αν δεν πήγαινα δεν θα ήξερα ποτέ πώς είναι. Έμαθα κάποια πράγματα για τον εαυτό μου, αναδιοργάνωσα κάποιες εντυπώσεις που είχα για μένα και έμαθα πως δεν είμαι όπως πίστευα, αλλά that ’s fine, δεν υπάρχει πρόβλημα. • Τώρα επιστρέφω στην Αθήνα γιατί ένιωσα ότι έκανε τον κύκλο της η Λυών. Σκεφτόμουν να πάω στο Βερολίνο γιατί έχω φίλους εκεί, αλλά δεν είχα το κουράγιο για άλλο ξεκίνημα. Δεν μιλάω γερμανικά και δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να τα μάθω από την αρχή όπως τα γαλλικά. Εκτός αυτού δεν ερχόμουν καθόλου Ελλάδα, ήρθα το 2018 όταν βγήκε ο Ζητιάνος και για πρώτη φορά μετά από χρόνια έμεινα στην Αθήνα για δύο μήνες. Και συνειδητοποίησα πόσο πιο εύκολη είναι η ανθρώπινη επαφή εδώ, από το να φλερτάρεις στη γλώσσα σου μέχρι να μιλήσεις πολιτικά, είχα ξεχάσει την αμεσότητα και μου έλειπε, γιατί τόσα χρόνια είχα μπει στη γαλλική νόρμα. Είχα ξεχάσει πόσο ωραίο είναι να επικοινωνείς στη γλώσσα σου. Έτσι μπήκε στο μυαλό μου η επιστροφή. Επίσης για τα επόμενα δύο χρόνια έχω δουλειά, έχω κάποια συμβόλαια για graphic novels, δηλαδή έχω μια στασιμότητα που δεν την είχα ποτέ μου όσον αφορά στο οικονομικό. Επειδή έχω τάσεις φυγής, έχω πει ότι θα μείνω δύο χρόνια στην Αθήνα και μετά θα δούμε, αν φρίξω θα πάω αλλού. Αλλά προς το παρόν ήταν πολύ συνειδητή απόφαση. • Έχω κάνει τρία graphic novels, τον Ζητιάνο του Καρκαβίτσα, τα Γυμνά Οστά με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο και το Ceux du Chambon που κυκλοφόρησε μόλις στη Γαλλία, με την αληθινή ιστορία του Étienne Weil, ενός αγοριού που είναι Εβραίος και η ζωή του, όπως και της οικογένειάς του, ανατρέπεται από τον πόλεμο και την κατοχή στη Γαλλία κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχω σχεδιάσει το Tout nu et tout bronzé ‒ Généalogie de la piscine du Rhône, ένα δεκασέλιδο ένθετο για την ιστορική πισίνα του ποταμού Rhône στη Λυών και έχω συμμετάσχει και σε διάφορες ομαδικές δουλειές: στο Guide de Paris en bandes dessinées (Éditions Ρetit à Ρetit), δεκαπέντε μικρές αληθινές ιστορίες στις γειτονιές του Παρισιού που έχτισαν την πόλη όπως την ξέρουμε σήμερα και στο Histoires incroyables du timbre en BD (Éditions Ρetit à Ρetit), δεκαπέντε ιστορίες που μιλούν για τα σημαντικότερα γραμματόσημα και για την ιστορική τους αξία. • Έχει ανέβει πολύ το επίπεδο του graphic novel στην Ελλάδα κι αυτό που είδαμε να γίνεται στο Comicdom Con φέτος ήταν μαγικό. Θα έλεγα όμως ότι μου άρεσε ακόμη περισσότερο το comic festival στην πλατεία Κυψέλης γιατί ήταν πολύ πιο «οικογενειακό». Ήταν όλα τα τραπέζια μαζί, απίστευτα πολύς κόσμος, απίστευτη ανταπόκριση. Έφυγα πολύ χαρούμενος από αυτό. Το καλό είναι ότι αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα ασχολούνται και φέρνουν περισσότερες ξένες εκδόσεις, όχι μόνο Marvel και αμερικανικό κόμικ αλλά και ευρωπαϊκό από Γαλλία, Ιταλία, και όλο αυτό εισχωρεί στην ελληνική κουλτούρα του κόμικ. • Αυτό που έχει σημασία είναι η κουλτούρα του κόμικ να μη μείνει μόνο στα graphic novels αλλά να διεισδύσει και σε άλλα μέσα, από την εκπαίδευση μέχρι τη διαφήμιση, για να καταλάβει ο κόσμος ότι είναι ένα μέσο επικοινωνίας, όπως είναι ένα βιντεάκι που θα κάνεις για μια διαφήμιση ή ένα μουσικό σποτ. Στη Γαλλία ο κόσμος αγοράζει κόμικ όπως αγοράζει λογοτεχνία και το βλέπεις παντού, στην εκπαίδευση, στα βιβλία, σε κοινωνικές και διαφημιστικές καμπάνιες, χρησιμοποιείται για να εξηγήσει κάτι, που είναι λίγο πιο fun. Εντυπωσιάστηκα που το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ανέθεσε στον Γούση, στη Ζάχαρη και στον Pan Pan να φτιάξουν ένα κόμικ για την 60ή επέτειό του. Αυτός είναι ο τρόπος για να περάσει σε όλους και βλέπεις ότι είναι σοβαρή δουλειά, κάτι ξεκάθαρα καλλιτεχνικό, όχι παιδικό. • Τα παιδιά του Comicdom Con δίνουν βραβεία, δεν υπάρχει χρηματικό έπαθλο, έτσι και υπήρχε μια χρηματοδότηση για να δίνει μεγαλύτερο κίνητρο θα άλλαζαν πολλά πράγματα. Στην Angoulême π.χ., που είναι το μεγαλύτερο φεστιβάλ κόμικς της Ευρώπης, δίνουν καμιά δεκαριά βραβεία, χρηματικά έπαθλα, τα οποία σε βοηθούν ουσιαστικά να συνεχίσεις το έργο σου. Το κράτος εκεί δίνει πολλά λεφτά σε όλα τα φεστιβάλ κόμικς που γίνονται στη Γαλλία γιατί είναι μια ευκαιρία να σχετιστεί με τον νεαρόκοσμο. Στη Λυών όπου ζούσα, είδα τι κρεσέντο παίζει από τον κόσμο που ρέει στην οργάνωση τέτοιων φεστιβάλ. Και αν πληρώνεις τον δημιουργό και δίνεις και κίνητρα στους εκδοτικούς να βγάλουν ποιοτικά πράγματα ανεβαίνει το επίπεδο. Ένα βραβείο είναι τιμή έτσι κι αλλιώς, αλλά εδώ δεν σου προσφέρει τίποτα πέρα απ’ αυτό. Είναι μια αναγνώριση ότι αυτό που κάνω κάπως αξίζει, αλλά επί του πρακτέου, το μεγαλύτερο πρόβλημα ειδικά στη δική μας δουλειά είναι το οικονομικό. Και εκεί πρέπει να βοηθηθεί η φάση, να ζήσουμε εμείς και να επιζήσει και αυτή η δουλειά. Δυστυχώς ή ευτυχώς, that’s life. Σε αυτή την κοινωνία ζούμε, που πρέπει να πληρώσεις για να ζήσεις. • Η αντιμετώπιση της δουλειάς μας ως δουλειάς, ως εργατοώρας, είναι πολύ κακή. Μπορεί όσα σου πω ότι χρεώνω τη σελίδα να σου φανούν πολλά, αλλά για να κάνω αυτήν τη σελίδα έχω κάνει έρευνα, storyboard, έχω χρησιμοποιήσει μελάνια, χρώμα. Εσύ βλέπεις ένα χαρτί. Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι αυτή, το ντιλ που θα κάνεις τον X εκδότη, με τον X συντάκτη, διευθυντή. Και δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα αυτό. Στη Γαλλία το 60% των σχεδιαστών κόμικ ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. • Ο πιο μεγάλος μου φόβος είναι μην πάθω Αλτσχάιμερ και να τα ξεχάσω όλα. Από Αλτσχάιμερ έχασα και τον πατέρα μου, οπότε έζησα όλη αυτήν τη διαδικασία της φθοράς της νόησης κι αυτό μου άφησε ένα τραύμα, είναι να μην ξεχάσω όσα έχω ζήσει. Ό,τι κάνεις, το κάνεις για να βιώσεις τη στιγμή και να ’χεις μετά να τη θυμάσαι. Και το Αλτσχάιμερ σου παίρνει τη μισή ζωή, που είναι οι αναμνήσεις σου. • Η ζωή μού έχει μάθει ότι τίποτα δεν κρατάει για πάντα. Και ότι πρέπει να έχεις λίγο συναίσθηση του τέλους όταν έρχεται, και να το δέχεσαι ή να δίνεις το τέλος όταν πρέπει να το δώσεις. Τα Γυμνά Οστά και ο Ζητιάνος κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Polaris. www.instagram.com/kanelloscob Και το σχετικό link...
  9. Το Metal Hammer κυκλοφορεί στα περίπτερα της Ελλάδας για 37 συναπτά έτη. Αναζητήσαμε την ιστορία του, μιλήσαμε με τους συντελεστές και τους αναγνώστες του για να καταλάβουμε πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο. «Θα σε πείραζε να βάλουμε το ραντεβού μας δύο-τρεις εβδομάδες αργότερα, γιατί κλείνουμε τεύχος και επικρατεί ένας πανικός;». Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που μου λέει ο Κώστας Χρονόπουλος, διευθυντής σύνταξης του Metal Hammer, όταν τον κάλεσα για να κλείσουμε τη συνέντευξη που θα διαβάσετε παρακάτω. Ήταν πολύ ευγενικός αλλά στη φωνή του ακουγόταν κάτι που υποδήλωνε ότι είχε μόλις βγει από τον πόλεμο του Βιετνάμ και θα επέστρεφε σε αυτόν, αμέσως αφού θα κλείναμε το τηλέφωνο. Φυσικά και δε με πείραζε. Η συνάντησή μας θα πραγματοποιούνταν περίπου 20 μέρες μετά από εκείνο το τηλεφώνημα, στα γραφεία του Metal Hammer. Το ραντεβού μας ήταν στις 14:00, ήταν μία πολύ ζεστή καλοκαιρινή ημέρα τότε που βρέθηκα σε έναν από τους δρόμους που βρίσκονται πίσω από τα κίτρινα κτίρια της Πειραιώς. Κατά μία εντυπωσιακή σύμπτωση, κοντά στα γραφεία της Νέας Δημοκρατίας. Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια είδα μπροστά μου ένα αρκετά μεγάλο και ήσυχο χώρο που σίγουρα θύμιζε πλήρως επαγγελματικό newsroom. Όταν άρχισα να προσαρμόζομαι στο περιβάλλον κατάλαβα ότι κάπου από το βάθος ακουγόταν ένα κομμάτι των Iron Maiden. Πράγματι, ήμουν στα γραφεία του Metal Hammer, του μάλλον παλαιότερου έντυπου περιοδικού που κυκλοφορεί στα περίπτερα της χώρας εδώ και 37 χρόνια. Οι πρώτες μέρες Η ιστορία του περιοδικού ξεκινάει τον (πολύ) μακρινό Δεκέμβριο του 1984 ως εφαρμογή μίας – όχι ακριβώς τρελής – ιδέας του Γιάννη Κουτουβού. Άνθρωπος με πολύ μεγάλη εμπειρία στον χώρο της δισκογραφίας, ο Γιάννης Κουτουβός κατάλαβε από πολύ νωρίς ότι κάποια ονόματα της heavy metal σκηνής είχαν απήχηση σε ένα σημαντικό μέρος του ελληνικού κοινού, ακόμα και αν η απήχηση αυτή δεν μπορούσε να εντοπιστεί εύκολα από τα ραντάρ της τότε μουσικής βιομηχανίας. Πήρε λοιπόν την πρωτοβουλία να πάει σε έναν εκδότη ο οποίος μάλιστα εκείνη την εποχή έβγαζε περιοδικά soft πορνό περιεχομένου. Του πρότεινε να φτιάξει ένα νέο περιοδικό με αντικείμενο το heavy metal. Ο εκδότης αρχικά ήταν πολύ επιφυλακτικός γιατί δε γνώριζε καθόλου τι είναι το heavy metal, επομένως φοβόταν πολύ να προχωρήσει σε μία τέτοια επιχειρηματική κίνηση. Τελικά πείστηκε από τον Γιάννη Κουτουβό να το ξεκινήσει – έστω και πειραματικά. Το πρώτο τεύχος πήγε πάρα πολύ καλά και αποφάσισαν να βγάλουν και ένα δεύτερο το οποίο πήγε ακόμα καλύτερα. Το Heavy Metal, όπως ονομαζόταν τότε, άρχιζε να γράφει την ιστορία του. Στην αρχή επρόκειτο για ένα περιοδικό γεμάτο αντιγραφές, άκομψα μονταρισμένες εικόνες και με μία ύλη που φαινόταν σαν να προσπαθεί να τη γράψει ένας μόνο άνθρωπος. Με την πάροδο του χρόνου και με τη ζήτηση να παραμένει όχι μόνο ζωντανή αλλά τελικά και να αυξάνεται, προσλαμβάνονται και άλλοι άνθρωποι και η δουλειά μοιράζεται. Σύντομα το Heavy Metal θα έπαιρνε τη μορφή κανονικού περιοδικού. Το 1991 το Metal Hammer & Heavy Metal, έχοντας όλα τα χαρακτηριστικά ενός επαγγελματικού περιοδικού, αυτονομείται πλήρως. Βασίζεται πια στους ανθρώπους του, στην ύλη που επέλεγε το ίδιο να έχει ανάλογα με τη ζήτηση και τις ανάγκες του κοινού του. Έκτοτε ακολουθεί αυτό το μοντέλο: Είναι ανεξάρτητο και αυτοχρηματοδοτούμενο. Συνεχίζει δε να μεγαλώνει γενιές και γενιές μεταλάδων στη χώρα μας. Ιδίως από το 1986, το περιοδικό άρχισε να έχει συνεντεύξεις, αφιερώματα, παρουσιάσεις δίσκων. Τον Μάρτιο του 1988 έγινε η συγχώνευση με το Metal Hammer, ένα πολύ σημαντικό για τη σκηνή γερμανικό περιοδικό. Αυτή η συγχώνευση έφερε μία νέα φάση ανάπτυξης. Φωτογραφίες έρχονταν από μεγάλα πρακτορεία του εξωτερικού, μεγάλα ονόματα της heavy metal σκηνής εμφανίζονταν στα πρωτοσέλιδά του, ενώ συνεντεύξεις και αφιερώματα μεταφράζονταν στα ελληνικά. Στον χώρο των γραφείων του Metal Hammer βρήκαμε ένα αρχείο με σειρά από παλιά τεύχη. Κάποια από αυτά, στην πολύ αρχή του Metal Hammer, σε λίγα πράγματα θύμιζαν κανονικό περιοδικό. Η στέγη μίας κοινότητας Στις 20 Ιουλίου του 2018, για όποιον κινούνταν περιμετρικά της Αθήνας, υπήρχε η εικόνα της μετακίνησης μιας ολόκληρης πόλης προς τη Μαλακάσα. Αφορμή ήταν η συναυλία των Iron Maiden που μάζεψε δεκάδες χιλιάδες κόσμου και έδιωξε μακριά και πολύ εμφατικά κάθε προφητεία περί δήθεν θανάτου του metal. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί (αν όχι οι περισσότεροι) από τους χιλιάδες που βρέθηκαν εκείνη τη μέρα στο Terra Vibe έχουν αγοράσει τουλάχιστον ένα τεύχος του Metal Hammer. To περιοδικό αυτό ούτως ή άλλως ανέκαθεν αποτελούσε μία έντυπη έκφανση και τελικά έκφραση της metal κοινότητας. Ίσως και ένας τρόπος μύησης σε αυτήν (και όχι μόνο) από την εφηβική ηλικία. «Τις προάλλες είδα επιτέλους τον Βασιλιά, μία θρυλική ταινία που ήθελα να δω από τη μέρα που έμαθα την ύπαρξή της από το Metal Hammer πριν από 15 χρόνια», μου λέει ο ιστορικός Χρήστος Τριανταφύλλου. Ο ίδιος υπήρξε στην εφηβεία του φανατικός αναγνώστης του περιοδικού. Η συμβολή του περιοδικού υπήρξε σημαντική για τη γενικότερη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τόσο του ίδιου όσο και ενός σημαντικού μέρους της γενιάς του. «Αυτό είναι το βασικό που έκανε για τη γενιά μου το περιοδικό: Συνέβαλε στη διαμόρφωση του γούστου μας εντός και εκτός metal με έναν τρόπο τόσο βαθύ που μπορεί να συμβεί μόνο στην κατεξοχήν διαμόρφωση του εαυτού – την εφηβεία. Και αν θεωρείται κουλ σε κάποιους πιο προχωρημένους metal κύκλους να κράζεις το Metal Hammer για υπαρκτά ή μη ψεγάδια του, κι αυτό μπορώ να το καταλάβω ως μία συμβολική πατροκτονία απαραίτητη για να πας παραπέρα». Η ίδια η κουλτούρα και η ταυτότητα του να είσαι μεταλάς περνά μέσα από τις γραμμές και την ιστορία του περιοδικού. «Χρήσιμο να υπάρχει αυτή η επίγνωση, αλλά χρήσιμο και το να μη ξεχνάμε ότι ένα από τα πιο απολαυστικά στοιχεία της κουλτούρας του metal είναι να αγκαλιάζουμε τον εφηβικό ενθουσιασμό και το να συνδεόμαστε με κάτι μεγαλύτερο». Λίγο νεότερος αλλά όχι στην Αθήνα, ο Γιώργος Στέφας βρήκε στο περιοδικό το σημείο επαφής με τη μουσική αλλά και με την υπόλοιπη κοινότητα. «Το Metal Hammer στη Θήβα ήταν η μοναδική μου επαφή με την υπόλοιπη heavy metal κοινότητα στην Ελλάδα. Επειδή δεν ήμασταν και πολλοί ακροατές μαζεμένοι για να δημιουργηθεί μία κλίκα, το Hammer ήταν σαν το υποκατάστατο του μεγαλύτερου ηλικιακά που θα έπαιζε τον ρόλο του μουσικού ινστρούχτορα», επισημαίνει ο 26χρονος πια τελειόφοιτος του ΕΜΠ. «Το metal στη Θήβα έμοιαζε κάτι το εξωτικό, ιδιαίτερα καθώς μεγαλώνεις με τη μουσική και την ανακαλύπτεις. Και με την καθοδήγηση και τις ταξινομήσεις που προσέφερε ήταν τρομερά βοηθητικό και ενθαρρυντικό για έναν νέο ακροατή – πόσο μάλλον για κάποιον που μεγαλώνει στην επαρχία». Τα πρώτα χρόνια κυκλοφορίας του το περιοδικό ονομαζόταν Heavy Metal. Το 1988 συγχωνεύτηκε με το γερμανικό Metal Hammer και έκτοτε κυκλοφορεί με το όνομα Metal Hammer & Heavy Metal. Το κοινό είναι ένα και πολύ βασικό στοιχείο για κάθε μουσική κοινότητα. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο ρόλος του Metal Hammer είναι μεταξύ πολλών άλλων αυτός της κοινής στέγης για την κοινότητα. Όχι μόνο για το κοινό της αλλά και για τις μπάντες της. «Metal Hammer, το μοναδικό ίσως ελληνικό έντυπο που κατάφερε να αντέξει μέσα στον χρόνο ακόμη και στην κοσμολογική μετάβαση του ανθρώπινου γένους από τον αναλογικό στον ψηφιακό κόσμο. Τυχαίο; Δεν νομίζω». Tα παραπάνω λόγια ανήκουν σε μία από τις πλέον εμβληματικές φιγούρες της σκηνής. Στον Σάκη Τόλη, τραγουδιστή και κιθαρίστα μίας εκ των μεγαλύτερων metal συγκροτημάτων που έβγαλε ποτέ η Ελλάδα, των Rotting Christ. Δέχθηκε με μεγάλη χαρά να μιλήσει για το Hammer. «Σημαία της μεταλλικής κοινότητας κάποτε, σημαία της επιμονής και της αγάπης προς μία ιδέα, σήμερα – τολμώ να πω – ότι δίνει “μαθήματα αντίστασης” στον νέο, γεμάτο απορίες ψηφιακό κόσμο», συνεχίζει για να συμπληρώσει ότι «μερικές συνήθειες, μερικές αξίες δε θα ξεχνιούνται. Είμαστε μαζί ακόμη και σήμερα. Γερά και δυνατά μέχρι τέλος. In Metal We Trust». Ο Ευθύμης Καραδήμας των επίσης πολύ σημαντικών για τη σκηνή Nightfall μάς μίλησε και εκείνος με μεγάλη θέρμη για το περιοδικό: «Τι είναι το Metal Hammer για το heavy metal; Ότι ακριβώς είναι ο Πύργος του Άιφελ, ο Λευκός Πύργος και το Άγαλμα της Ελευθερίας για το Παρίσι, τη Θεσσαλονίκη και τη Νέα Υόρκη αντίστοιχα: Ένα σύμβολο». Για τον ίδιο ως μουσικό, η συμμετοχή στην ύλη του περιοδικού είναι μία πολύ σημαντική στιγμή στην πορεία του, «για μένα, όπως και για όλους τους μουσικούς του heavy metal, η συνέντευξη και το εξώφυλλο στο Metal Hammer ήταν συνώνυμο της καταξίωσης. Κομμάτι της ζωής μου». Το πέρασμα από την πρώτη μορφή του Heavy Metal στη σημερινή του μορφή του είναι κατά την άποψή του αποτέλεσμα της δουλειάς πολλών ανθρώπων. «Θυμάμαι ακόμα κάποια από τα παιδιά: Τον Τσουρινάκη, τον Φλωράκη, τον Βενιέρη, τον Καραολίδη, τον Φωκίωνα, τον πολυαγαπημένο Ευκαρπίδη που έφυγε νωρίς, και φυσικά τον Χρονόπουλο, τον Περβανίδη, και τον μέγα φωτογράφο Κισατζεκιάν – αλλά και πολλούς άλλους που βοήθησαν να φτάσουν τα πράγματα ως εδώ που είναι σήμερα». Μία επίσκεψη στα γραφεία του Metal Hammer Zoom out και επιστροφή στον παράδρομο πίσω από την Πειραιώς. Ο Κώστας Χρόνοπουλος με έχει μόλις υποδεχτεί στο γραφείο του. Μαζί του είναι και ο αρχισυντάκτης του Metal Hammer Χάκος Περβανίδης. Στον χώρο κυριαρχούσαν αφίσες συγκροτημάτων, φωτογραφίες του Lemmy, μία action figure του Eddie, εισιτήρια και παλιά εξώφυλλα από το αρχείο του περιοδικού. Ένιωθες σαν να βγήκες από ένα επαγγελματικό γραφείο και έμπαινες σε ένα εφηβικό δωμάτιο. Το πρώτο πράγμα που ρωτάω και τους δύο είναι πότε ξεκινάει η βιωματική του σχέση με το περιοδικό. Πρώτα μου απαντάει ο Κώστας. «Εμένα η δική μου σχέση με το Metal Hammer συνδέεται με το κάπνισμα. Το περιοδικό το διαβάζω από τον Δεκέμβριο του 1984. Τότε ήμουν 14 χρονών. Το έσκασα από το σχολείο για να πάω να πάρω τσιγάρα από ένα περίπτερο που μου επέτρεπε να τα αγοράζω. Τότε εμφανίστηκε μπροστά μου. Για την ακρίβεια, ο περιπτεράς βλέποντας ένα νέο παιδί με τα ρούχα που μπορείς να φανταστείς, μου λέει “να σου πω… μαζί με τα τσιγάρα θες και αυτό το περιοδικό, γιατί είναι για σένα”. Έκτοτε απέκτησα τον βασικό ρόλο που έχω στο περιοδικό που είναι αυτός του αναγνώστη. Μπαίνω στο περιοδικό 10 χρόνια μετά, το 1994, αλλά πάντα και πρώτα από όλα είμαι αναγνώστης». O αρχισυντάκτης του Metal Hammer Χάκος Περβανίδης (αριστερά) και ο διευθυντής σύνταξης Κώστας Χρόνοπουλος (δεξιά) στο γραφείο του δεύτερου. Για τον Χάκο Περβανίδη η πορεία ξεκινάει στην ίδια περίπου ηλικία. «Εγώ ξεκίνησα να είμαι αναγνώστης του περιοδικού το 1986, 13 ετών τότε. Νομίζω τότε είχε τους Iron Maiden απ’ έξω. Έκτοτε δεν έχω χάσει τεύχος είτε ως αναγνώστης είτε ως άνθρωπος που δουλεύει εδώ πέρα», επισημαίνει. «Στη συντακτική ομάδα του Metal Hammer μπήκα το 1995 με μία συνέντευξη ενός γερμανικού συγκροτήματος. Ως συντάκτης υπήρξα ιδιαίτερα ενεργός για μία δεκαετία, μέχρι το 2005 όταν και χάσαμε τότε τον αρχισυντάκτη μας τον Χάρη Ευκαρπίδη και τα παιδιά μου είπαν να έρθω εδώ σαν αρχισυντάκτης. Έκτοτε έχω αυτόν τον ρόλο». Πότε ξεκινά η ύπαρξη metal κοινότητας στην Ελλάδα; Ένα πράγμα που κράτησα και συνεχίζει να μου φαίνεται πολύ εντυπωσιακό είναι ότι το Metal Hammer ξεκίνησε ως Heavy Metal την πορεία του στην Ελλάδα πολύ νωρίς. Με αφορμή αυτό ρωτώ και τους δύο πότε περίπου υπολογίζουν ότι συγκροτείται η κοινότητα στην Ελλάδα αλλά και στον κόσμο. Ο Κώστας Χρονόπουλος συνδέει την αφετηρία της μουσικής στους Black Sabbath. «Πιστεύω ότι ξεκινά σε παγκόσμιο επίπεδο – όχι με την ίδια ένταση στην Ελλάδα – περίπου στις αρχές της δεκαετία του 1970. Εμείς ορίζουμε την ημερομηνία γέννησης αυτής της μουσικής στις 13 Φεβρουαρίου του 1970, όταν βγαίνει το πρώτο Black Sabbath. Υπήρχε και πιο νωρίς σκληρός ήχος που τον θεωρούμε μέσα στα χωράφια μας με Led Zeppelin, Cream κτλ – εκεί είναι όμως που διαφοροποιείται όντως ο ήχος. Γίνεται πιο βαρύς, πιο δυσοίωνος, πιο μαύρος». Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά και φυσικά η Χούντα των Συνταγματαρχών παίζει κομβικό ρόλο σε αυτό, καθώς «η ελευθεριότητα που πρεσβεύει αυτή η μουσική δεν χώραγε στα δρώμενα της χώρας». Υπάρχει λοιπόν μία σημαντική καθυστέρηση για κάποια χρόνια. Μπορούμε πάντως να υποθέσουμε ότι παρόλα αυτά υπήρχαν από τότε «παιδιά με μακριά μαλλιά που ακούνε σκληρά πράγματα». Ακουμπισμένα σε ένα γραφείο υπήρχαν παλαιότερα τεύχη του Metal Hammer. Στο κέντρο βρισκόταν το τεύχος του Ιουλίου που περιείχε αφιέρωμα στους Black Sabbath. Για τον Χάκο Περβανίδη το heavy metal αυτονομείται τη δεκαετία του ’80, με τη λογική ότι «τότε εμφανίζονται τα πρώτα ευρωπαϊκά φεστιβάλ που παίζουν αποκλειστικά heavy metal. Από τότε και μετά αποκτά ταυτότητα αποκλειστικά ως heavy metal με τα φεστιβάλ και τα πρώτα μουσικά περιοδικά. Υπάρχει το περιοδικό Sounds που χοντρικά είναι το αντίστοιχο του Ποπ και Ροκ στην Ελλάδα, το οποίο κάνει κάποια αφιερώματα στο heavy metal και βλέπει ότι υπάρχει όντως μεγάλο ενδιαφέρον». «Από τη συντακτική ομάδα εκείνου του περιοδικού βγαίνουν λοιπόν κάποια παιδιά και φτιάχνουν το 1981 το περιοδικό Kerrang, που είναι και το πρώτο αμιγώς heavy metal περιοδικό». Το Heavy Metal είναι ένα από τα παλαιότερα της Ευρώπης. «Μπορεί να είναι και λίγο πιο παλιό από το γερμανικό Metal Hammer». Η πρόκληση του εντύπου Το Metal Hammer έχει ψηφιακή μορφή, καθώς το site του ανανεώνεται με ροή ενός κανονικού μουσικού site. Βρίσκεται επίσης στο Facebook και στο Instagram. Η βάση του όμως δεν βρίσκεται εκεί. Το πλέον βασικό είναι για όσους δουλεύουν εκεί – κόντρα στις επιταγές του κόσμου μας αλλά με το βάρος της ευθύνης μίας πολύ σημαντικής μέχρι τώρα πορείας – είναι το έντυπο. Οι προκλήσεις που βρίσκεις μπροστά σου, όταν κάνεις αυτή την επιλογή είναι σίγουρα πολύ μεγάλες. «Στο καθαρά λειτουργικό κομμάτι, για να υπάρξει ένα έντυπο πρέπει να υπάρχει ένα σύνολο πραγμάτων ως προϋπόθεση: Οι συναυλίες, η εγχώρια σκηνή, η δισκογραφία» μου λέει ο Χάκος Περβανίδης. «Τα τελευταία 12-13 χρόνια τα πράγματα με την κρίση δυσκόλεψαν αρκετά. Η δισκογραφία στην Ελλάδα διαλύθηκε και δεν υπήρχαν άμεσα ωφελούμενοι από το heavy metal. Σε κάποια φάση, στο πιο βαθύ σημείο της κρίσης, έγινε δύσκολο να προμηθευτούμε ακόμα και χαρτί. Μας έλεγαν ότι η χώρα δεν είναι εχέγγυα οικονομικά για να προχωρήσουμε σε παραγγελία». Αυτό είναι ένα πρόβλημα που, όπως μου αποκαλύπτουν, δεν αφορούσε μόνο το Metal Hammer αλλά τα έντυπα συνολικά. Γιατί όμως αυτή η επιμονή στο έντυπο; «Επειδή ο χεβιμεταλάς δίνει ένα κομμάτι του εαυτού του στη μουσική, θέλει να πάρει κάτι χειροπιαστό πίσω. Επομένως, το θέλει το φυσικό προϊόν. Θέλει το βινύλιο του, θέλει να κρατά τα εισιτήρια του, εκνευρίζεται όταν αυτά στις συναυλίες είναι ψηφιακά. Και φυσικά υπάρχει το Metal Hammer που σε όλα αυτά τα χρόνια δείχνει ότι έχει κάτι να δώσει. Είμαστε το μακροβιότερο έντυπο περιοδικό. Πιθανόν πλέον όχι μόνο μουσικό αλλά γενικότερα». Τα 37 συναπτά χρόνια στα περίπτερα της χώρας είναι αδιαμφισβήτητα απόδειξη ότι κάτι κάνει σωστά η συντακτική ομάδα του περιοδικού αλλά και ότι υπάρχει μία πολύ ενεργή κοινότητα που το στηρίζει. Οι λόγοι όμως αυτής της επιμονής στο έντυπο δεν είναι πάντως μόνο εμπορικού τύπου. Είναι κατά μία έννοια και ιδεολογικού. Για τον Κώστα Χρονόπουλο «το μέσον είναι το μήνυμα. Αναλόγως του τι θα ακούσεις και από πού θα το ακούσεις αλλάζει το ίδιο το μήνυμα». Το έντυπο ως Μέσο είναι πιο απαιτητικό για αυτόν που το τρέχει. «Εμείς δεν έχουμε το περιθώριο λάθους που μπορεί να έχει οποιοδήποτε site στο αντικείμενό του. Άπαξ και τυπωθεί, αυτό είναι. Δεν μπορείς να κάνεις εύκολα edit. Θα το κουβαλήσεις για πάντα. Αυτό μεγαλώνει πολύ το βάρος των ανθρώπων εδώ μέσα. Μεγαλώνει όμως και την ευθύνη τους». Το ίδιο το brand του περιοδικού είναι τόσο σημαντικό που οι μεγαλύτερες μπάντες του πλανήτη το επιλέγουν για την αποκλειστική συνέντευξή τους όταν έρχονται για live στη χώρα. Οι Iron Maiden φυσικά και είναι μία από αυτές. Αυτή η διάσταση του εντύπου καθιστά οπωσδήποτε λιγότερο πρόχειρη την αντιμετώπιση της ίδια της ύλης του περιοδικού. Η ταχύτητα, που έχει γίνει πια κάτι σαν αυτοσκοπός των νέων μέσων, δεν είναι επαρκής για τον ίδιο. «Ο κόσμος δε βρίσκεται στο internet, βρίσκεται στα social media. Εκεί υπάρχει πολλή πληροφορία αλλά λίγη σοφία. Όλα αποκτούν τον ίδιο χώρο, την ίδια αξία. Από μία πολύ ωραία μακαρονάδα μέχρι ένα κοσμοϊστορικό γεγονός. Στη ζωή μας χωράνε όλα αλλά όχι την ίδια στιγμή». «Όταν ήρθε το ίντερνετ στην Ελλάδα είδα sites που έδειχναν ενδιαφέρον για το heavy metal. Όσο περνάνε τα χρόνια αυτό μειώνεται. Δεν γνωρίζω γιατί. Εμείς πάντως δεν είμαστε περαστικοί από εδώ. Το heavy metal είναι για μας, αν εξαιρέσεις την υγεία και τα χαμόγελα των αγαπημένων μας προσώπων, βασική μας προτεραιότητα. Ό,τι πτυχία και χαρτιά είχαμε τα βάλαμε στο ντουλάπι για να κάνουμε αυτό που κάνουμε». Οι αναγνώστες φαίνεται να ακολουθούν πιστά αυτή την επιλογή. Εξάλλου, σύμφωνα με τον ίδιο, το περιοδικό προσφέρει στους αναγνώστες τους κάτι που δεν μπορεί να προσφέρει κανένα site. «Τις 116 σελίδες που προσφέρει το Metal Hammer δεν πρόκειται να τις διαβάσει ποτέ σε αυτό τον όγκο στο internet. Αυτές οι 116 σελίδες θα σε προσανατολίσουν εκείνον τον μήνα σε όλο το πεδίο. Από τους Planet of Zeus μέχρι μία black metal μπάντα. Αυτό οι αλγόριθμοι του YouTube δεν μπορούν να το προσφέρουν όσο καλά και να σε διαβάσουν». Ποιος ακούει metal σήμερα; Το metal είναι κάπως σαν το ροκ. Κάποιοι, για άγνωστους σε μένα λόγους, βιάζονται να το θάψουν. Να το παρουσιάσουν ως irrelevant κυρίως όσον αφορά τις νεότερες ηλικίες που είναι και αυτές οι οποίες συγκροτούν την προσωπικότητά τους με βάση τη μουσική. Η αλήθεια είναι ότι το hip-hop έχει πάρει εδώ και πολλά χρόνια το πάνω χέρι. «Προφανώς τη μερίδα του λέοντος ως προς τη μουσική που ακούει σήμερα η νεολαία την έχει το hip-hop και η trap. Υπάρχουν όμως πολλά παιδιά που ακούνε ακόμη metal», μου λέει ο Χάκος. Ομολογουμένως υπάρχει μία σημαντική ένδειξη γι’αυτό, «σε μία πολύ μεγάλη γκάμα από μπάντες, αν πας μπροστά στις συναυλίες θα δεις ότι ένα πολύ σημαντικό μέρος του κοινού είναι παιδιά 15 και 16 ετών». Για πολλά από αυτά τα παιδιά πάντως η λογική του εντύπου περιοδικού είναι κάτι τελείως ξένο. Παρόλα αυτά υπάρχουν πολλά από αυτά που πηγαίνουν στο περίπτερο της γειτονιάς τους κάθε αρχή του μήνα και ζητούν το Metal Hammer. «Υπάρχουν πολλά νέα παιδιά που γνωρίζουν το Metal Hammer και το παρακολουθούν στενά. Το βλέπουμε από τα social media μας. Φωτογραφίζουν το περιοδικό στο σπίτι τους, στους χώρους που κινούνται. Χαιρόμαστε πάρα πολύ όταν το βλέπουμε αυτό». Το σίγουρο είναι πως σε καμία περίπτωση δεν είναι ακριβής εικόνα η αντιμετώπιση του metal ως μίας μουσικής του παρελθόντος που δεν μιλάει πια στην εποχή της. Όπως τονίζει και ο Κώστας Χρονόπουλος, «αυτή η μουσική είναι τεράστια και σε όγκο και σε νοήματα. Τα μηνύματά της είναι από την πρώτη μέρα που δημιουργήθηκε ισχυρότατα και υπαρκτά. Το heavy metal προέρχεται από τη ζωή άρα μιλάει και για τη ζωή. Δεν αισθανόμαστε λοιπόν καθόλου εκτός ζωής. Ανήκουμε σε αυτή τη ζωή αλλά δεν μας αρέσει αυτό που ζούμε». Εκείνη τη στιγμή επανέρχομαι σε μία άκαιρη αλλά ομολογουμένως ιντριγκαδόρικη σύγκριση με το hip-hop. Όσοι μετέχουν εκείνης της σκηνής της δεύτερης έχουν πάντα ως περηφάνια ότι ακούν και σχετίζονται με μία μουσική που έρχεται από τα κάτω, από τον δρόμο. Ρωτώ τον Κώστα αν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για το heavy metal. «Το metal είναι 100% μουσική που έρχεται από τα κάτω. Από την πρώτη μέρα. Το πρώτο Black Sabbath ήρθε από τέσσερα χαμίνια σε φτωχογειτονιές στο Birmingham. Δες τους στίχους, δες τι λέει το “Wicked World”. Είναι η αποτύπωση αυτού που νιώθουν 4 άνθρωποι κοιτώντας ένα τελείως μαύρο μέλλον, το οποίο εντάσσουν στην τέχνη τους και το κάνουν στίχους και μουσική». Για τον ίδιο είναι απαραίτητο να έχεις πάντα στο μυαλό σου αυτό το χαρακτηριστικό προκειμένου να κατανοήσεις τι σημαίνει στο σύνολό της αυτή η μουσική. Είχε κρατήσει όμως την πιο αφοπλιστική απάντηση για μετά. «Αν περπατήσουμε και οι δύο στον ίδιο δρόμο, πιστεύεις ότι οι μπάτσοι θα σταματήσουν για έλεγχο πιο εύκολα εσένα ή εμένα;». Ό,τι και αν λέμε στους στενούς μας κύκλους, η μεγάλη εικόνα είναι ότι και σήμερα ακόμα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας αντιμετωπίζει τελείως φοβικά και ως κάτι ξένο το metal. Και αυτό σε κάποιες εκφάνσεις του είναι κάτι για να είσαι υπερήφανος. «Στην Ελλάδα, ως μεταλάς νιώθω εκτός έδρας» Αυτή η στάση αυτού που λέμε mainstream είναι διαχρονικά φοβικό απέναντι στο metal. Σε κάθε τάξη σχολείου υπάρχουν παιδιά με μπλούζες metal συγκροτημάτων αλλά η κοινότητα συνεχίζει να είναι περιθωριοποιημένη. «Θεωρώ ότι στην Ελλάδα ακόμα και σήμερα ένας μεταλάς είναι εκτός έδρας. Δεν ξέρω πώς αισθάνεται κάθε μέλος της κοινότητας αλλά εγώ έτσι αισθάνομαι. Οι συνθήκες στη χώρα είναι εξαιρετικά συντηρητικές και ό,τι κάνουμε εδώ έχει πολύ περισσότερο κόπο από ό,τι συμβαίνει στο εξωτερικό. Αυτό ισχύει και για εμάς αλλά και για τις μπάντες». Δεν σημαίνει βέβαια σε καμία περίπτωση ότι η Ελλάδα δεν έχει παρουσιάσει μία δική της πολύ ενεργή metal και heavy rock σκηνή με πολύ σημαντικούς εκπροσώπους. Κάποιοι από αυτούς παίζουν στα μεγαλύτερα φεστιβάλ του πλανήτη. «Οι μπάντες από την Ελλάδα είναι σε πάρα πολύ υψηλό επίπεδο. Αυτό δεν απεικονίζεται στην ελληνική κοινωνία. Για παράδειγμα, είναι γεγονός ότι οι Nightstalker ή οι Rotting Christ ή ακόμα και οι Septic Flesh είναι καταπληκτικές μπάντες. Ωστόσο δεν βρίσκουν την αντίστοιχη απήχηση. Έχουν πολύ κόσμο μεν και σε Ελλάδα και στο εξωτερικό, αλλά δεν είναι γνωστοί στο ευρύτερο ελληνικό κοινό. Αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο. Νιώθω λοιπόν εκτός έδρας, ναι. Χαίρομαι όμως γι’αυτό, γιατί κατά μία έννοια ο δρόμος μας είναι ανηφορικός αλλά εμείς δεν τον παρατάμε». Ο Κώστας Χρονόπουλος συνδέει τη σχέση του με το περιοδικό στο τσιγάρο. Ο Χάκος Περβανίδης είναι αναγνώστης του περιοδικού από την εφηβεία του. Οι μεταλάδες συγκροτούν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που έχει μία αντικουλτούρα. Αξίες, νόρμες και αισθητική που αντιτίθεται ενεργά στις κυρίαρχες κουλτούρες. Τον ρωτάω αν είναι και επιλογή της κοινότητας να απέχει από όλα όσα ορίζονται από την ίδια ως mainstream. «Δεν θέλουμε καθόλου να βγούμε στα κοτέτσια τα μεσημεριανά και τα τηλεοπτικά. Εμείς θέλουμε να προσεγγίσουμε ακόμα περισσότερο κόσμο αλλά αυτό να γίνει με τους δικούς μας όρους. Αυτό είμαστε, έχουμε ταυτότητα, έχουμε αισθητική και δεν θέλουμε καθόλου μα καθόλου να έχουμε σχέση με το ναδίρ της ελληνικής κοινωνίας. Δεν είχαμε ούτε με τους σκυλάδες και τα μπουζούκια. Δεν έχουμε ούτε και τώρα». Η στιγμή που η metal κοινότητα έδειξε ότι είναι κοινότητα Το Metal Hammer μετράει τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές περισσότερα από 440 τεύχη. Κάθε τεύχος είναι αντίστοιχο και σε έναν μήνα. Τι σημαίνει αυτό; Πάνω από 37 χρόνια που τα περίπτερα σε όλη την Ελλάδα είχαν αδιάκοπα ένα τεύχος του Metal Hammer. Το περιοδικό έχει παρόν και σίγουρα έχει μέλλον. Η σχέση όμως με το παρελθόν είναι κομβική και το βάρος της ευθύνης για κάθε μήνα που περνάει τεράστιο. Με τον ίδιο τρόπο που αναλαμβάνεις το βάρος της ευθύνης διαχείρισης ενός θεσμού. Δεν είναι βέβαια μόνο το ιστορικό βάρος. Όπως μου τονίζει ο Κώστας «εμείς είμαστε diy. Είμαστε οι εκδότες του εαυτού μας με την έννοια ότι το ένα τεύχος χρηματοδοτεί το επόμενο με ό,τι καλό ή κακό έχει αυτό. Δεν έχουμε κάποιον πάνω από το κεφάλι μας. Από την άλλη όμως, επειδή εμείς διαχειριζόμαστε τα οικονομικά του περιοδικού δεν μπορείς να κάνεις κάποια πολύ λανθασμένη κίνηση». Υπήρχε μία περίοδος τόσο δύσκολη που η πιθανότητα να μην βγει στα περίπτερα ήταν υπαρκτή. Πάμε νοητά στον Μάρτιο του 2020, τον μήνα που άλλαζε ο κόσμος μας όπως τον ξέραμε. «Είχαμε μπροστά μας κάτι που δεν γνώριζε κανένας πού μπορεί να οδηγήσει. ‘Έπρεπε να κάτσουμε όλοι εδώ να μιλήσουμε, τελείως ισότιμα, για το αν θα βγάλουμε το έντυπο εκείνου του μήνα όταν ξεκίνησε το lockdown». Πιθανή μη έκδοση του τεύχους εκείνου θα σήμαινε αυτομάτως και έναν κίνδυνο να μην μπορεί να χρηματοδοτηθεί ούτε το επόμενο. Η συνθήκη ήταν πρωτόγνωρη. Ο Κώστας, ο Χάκος και η συντακτική ομάδα του περιοδικού έπρεπε να πάρουν μία πολύ δύσκολη απόφαση. Δεν γνώριζαν αν τα περίπτερα θα έμεναν ανοιχτά. Ακόμα και να έμεναν, το αναγνωστικό κοινό θα έπρεπε να στείλει SMS προκειμένου να πάει στο περίπτερο ή στο ψιλικατζίδικο προκειμένου να αγοράσει το περιοδικό. «Είπαμε ότι θα το βγάλουμε για δύο λόγους. O ένας ήταν γιατί το Metal Hammer ποτέ από τον Δεκέμβριο του 1984 δεν έλειψε από το περίπτερο και δεν είμαστε εμείς που θα το σταματήσουμε τώρα αυτό. Το δεύτερο είναι ότι αποφασίσαμε να εμπιστευτούμε αυτό που είναι 100% το περιοδικό και δεν είναι άλλο από τους αναγνώστες μας, ανθρώπους που δεν τους γνωρίζουμε κι όμως τους γνωρίζουμε». Τελικά όπως φάνηκε έκαναν πολύ καλά. Ρώτησα τυπικά τον Χάκο για το τι έγινε τελικά. Είχα καταλάβει από τον τρόπο που μίλαγε ο Κώστας με σπασμένη φωνή ότι η κοινότητα έδειξε ότι είναι εκεί την πιο δύσκολη στιγμή. «Η ανταπόκριση του κοινού ήταν καταπληκτική. Ακόμα μεγαλύτερη από ότι ήταν υπό κανονικές συνθήκες. Μας έπαιρναν τηλέφωνο, μας έστελναν μηνύματα και μας ρωτούσαν αν θα βγούμε εκείνον τον μήνα». Το Metal Hammer έμεινε για ακόμα μία φορά η σταθερά σε έναν κόσμο που μεταμορφώνεται συνεχώς. Γιατί συνέβη αυτό; «Οι άνθρωποι που πάτησαν το μήνυμα στο κινητό και βγήκαν να αγοράσουν το Metal Hammer απέδειξαν ότι δεν μας βλέπουν ως προϊόν. Η κοινότητα αυτή έχει ρίζες, έχει ιστορία, έχει και συνέχεια. Ξέρουμε τι μας ενώνει, ξέρουμε την κοινή μας γλώσσα. Είμαι 50 χρονών και κάποια από τα χούγια μου τα έχει και ένα παιδί 14 και 15 ετών». Τι είναι τελικά αυτό που συνδέει όλους αυτούς τους ανθρώπους; «Η γνώση ότι η μουσική και το heavy metal είναι πολύ σημαντικά στη ζωή μας. Αυτό είναι που κάνει και τόσο συμπαγή την κοινότητα. Πώς αλλιώς θα επιβίωνε το περιοδικό τόσα πολλά χρόνια;». Η αλήθεια είναι ότι, 442 τεύχη μετά, κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει με αυτό. Και το σχετικό link...
  10. Σκίτσο του Βαγγέλη Χερουβείμ στην εφημερίδα Αυγή στις 06/10/21.
  11. Δημιουργός κόμικς, εικονογράφος, σχεδιαστής, είναι κάποιες από τις ιδιότητες με τις οποίες είναι γνωστός ο Πέτρος Χριστούλιας. Όλες σχετικές με την εικόνα. Σε αυτές προστέθηκε πρόσφατα κι ακόμα μία, αυτή του συγγραφέα παιδικών βιβλίων. «Η Ατμομηχανή του Χρόνου» είναι η πρώτη του συγγραφική δουλειά. Και είναι συναρπαστική. Τα ταξίδια στον χρόνο αποτελούσαν πάντα προκλήσεις για συγγραφικές επινοήσεις και αγαπημένα θέματα των αναγνωστών. Συνήθως τέτοια ταξίδια στη λογοτεχνία – αλλά και στον κινηματογράφο, στα κόμικς κ.λ.π. – συνδυάζονταν με τρελές περιπέτειες, με απρόσμενα σενάρια, με εντυπωσιακά ειδικά εφέ. Επιπλέον, οι επιστροφές στον χρόνο συνήθως αφορούν συγκεκριμένες χρονικές στιγμές, που είναι φορτισμένες με ιστορική σημασία και συγκεκριμένα μέρη που είναι ικανά να εξάψουν τη φαντασία. Δεν είναι και τόσο συνηθισμένο ένα θέμα τόσο εξωπραγματικό να «περιορίζεται» σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Ελλάδας και να μην έχει ούτε πανίσχυρα υπερόπλα ούτε καταστροφές και φιλοσοφικά παράδοξα ούτε απαστράπτουσες χρονομηχανές. Ο Πέτρος Χριστούλιας το κατάφερε όμως. Στο βιβλίο του μπορεί να μην υπάρχουν τα αναμενόμενα σε ένα τέτοιο έργο. Και κυρίως να μην υπάρχει μια μηχανή του χρόνου. Είναι αρκετή όμως μια «Ατμομηχανή του Χρόνου» (εκδόσεις Ίκαρος, 152 σελίδες) η οποία μεταφέρει τον Άλκη και τη Φωτεινή σε μια προηγούμενη εποχή της ίδιας τους της πόλης και σε ένα μυστήριο που πρέπει να λυθεί. Αν και δεν δηλώνεται ρητά πουθενά στο βιβλίο αυτή η πόλη είναι η Χαλκίδα, πόλη στην οποία ζει, εργάζεται και δημιουργεί ο Χριστούλιας. Και είναι μια υπέροχη Χαλκίδα. Με τις ιδιαιτερότητές της, με τα παράξενα υδάτινα φαινόμενά της, με τα καραβάκια στο στενό που τη χωρίζει από την απέναντι στεριά, με τα ήσυχα και κατάφυτα δρομάκια της. Όλα αυτά, ιδιαίτερα στην παλαιά εποχή κατά την οποία εξελίσσεται το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, υποκαθιστούν και με το παραπάνω την απουσία όλων των συμβατικών «αναμενόμενων» που προαναφέραμε. Μετατρέποντας έτσι την «Ατμομηχανή του Χρόνου» σε ένα πανέμορφο ταξίδι στον χρόνο, σε μια πανέμορφη πόλη, με πρωταγωνιστές δύο μικρά παιδιά που γνωρίζουν από κοντά τη μαγεία και τη γοητεία της απλότητας και της αθωότητας μιας άλλης, οριστικά χαμένης εποχής: «Σε λίγο περπατούσαν στις γειτονιές της πόλης τους, που τώρα, με όλα αυτά τα σπίτια με τις κεραμοσκεπές και τις αυλές τους, που από τα κάγκελά τους ξεχείλιζαν διάφορα φυτά, έμοιαζε περισσότερο με κάποιο χωριό. Οι μεθυστικές μυρωδιές από τα γιασεμιά και τα νυχτολούλουδα ήταν σίγουρα πιο ευχάριστες από τις αναθυμιάσεις των αυτοκινήτων που είχαν συνηθίσει». Η γραφή του Πέτρου Χριστούλια είναι απλή, κατανοητή και γεμάτη νοήματα και συναισθήματα για τα παιδιά άνω των 9 ετών στα οποία απευθύνεται η έκδοση, ενώ η αφήγηση συμπληρώνεται από τα έξυπνα, δεκάδες σχέδια του δημιουργού που προσφέρουν σε ορισμένα σημεία του βιβλίου την απαραίτητη οπτικοποίηση που κάνει την ιστορία ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Σε ένα ακόμα παράδειγμα παιδικής, εφηβικής και νεανικής λογοτεχνίας που τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας γνωρίζουν και θα συνεχίζουν να γνωρίζουν μεγάλη ανάπτυξη και εξέλιξη. Και το σχετικό link...
  12. Τα γυναικεία γεννητικά όργανα έχουν περιγραφεί με αμέτρητους τρόπους και η γυναικεία σεξουαλικότητα έχει ερμηνευτεί με άλλους τόσους. Κατά κανόνα από άνδρες. Η Liv Stromquist κάνει μια ιστορική αναδρομή και με άφθονο χιούμορ κριτικάρει την κυρίαρχη αντρική ματιά που σχεδόν πάντα αποδείχτηκε λανθασμένη. «Γεια και χαρά σας! Ίσως να πιστεύετε πως υπάρχει ένα πρόβλημα στην κουλτούρα μας, πως αυτό που αποκαλούμε “γυναικεία γεννητικά όργανα” είναι κάτι αόρατο και ντροπιαστικό, πως θεωρούμε ότι είναι λάθος να μιλάμε γι’ αυτό, πως είναι κάτι που έχουμε διαγράψει, κάτι που το κρατάμε κρυφό, που όλοι είναι αμήχανοι απέναντί του μέχρι που πιστεύουν πως δεν έχει κάποιο κανονικό όνομα! Ίσως και να πιστεύετε πως αυτό έχει να κάνει με την επιρροή των ανδρών στην κοινωνία, ότι δηλαδή οι άνδρες έχουν καταφέρει με διάφορους τρόπους να δημιουργήσουν μια κουλτούρα που το έχει μετατρέψει σε κάτι ντροπιαστικό, κάτι που πρέπει να κρατάμε κρυφό. Ωστόσο. Υπάρχουν πολύ, πολύ μεγαλύτερα και πιο σοβαρά προβλήματα στην κουλτούρα μας! Μιλάω για τους άνδρες που δείχνουν ένα υπερβολικά μεγάλο ενδιαφέρον σ’ αυτό που συνήθως αποκαλούμε “γυναικεία γεννητικά όργανα”». Έτσι ξεκινά η Liv Stromquist το βιβλίο της με τον έξυπνο τίτλο «Το Φρούτο της Γνώσης – Το αιδοίο εναντίον της πατριαρχίας» (μετάφραση: Βαγγέλης Γιαννίσης, εκδόσεις Jemma Press, 152 σελίδες). Και αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος του ακριβώς σε αυτούς τους «άνδρες που έδειχναν υπερβολικά μεγάλο ενδιαφέρον γι’ αυτό που συνήθως αποκαλούμε “γυναικεία γεννητικά όργανα”». Στους πρώτους άνδρες αυτής της κατηγορίας λοιπόν, η Stromquist τοποθετεί πρώτο και καλύτερο τον Τζον Χάρβεϊ Κέλογκ, τον ίδιο που είχε ανακαλύψει τα κορν φλέικς. Ο Κέλογκ ήταν ένας διάσημος γιατρός στα τέλη του 19ου αιώνα που θεωρούσε πως ο γυναικείος αυνανισμός προκαλούσε καρκίνο της μήτρας, επιληψία, παραφροσύνη και γενικότερη σωματική και νοητική αδυναμία. Ως «θεραπεία» πρότεινε στις γυναίκες να χύνουν οξύ στην κλειτορίδα τους ώστε να περιορίζεται ο ερεθισμός και να μην κινδυνεύουν απ’ όσα ο Κέλογκ πίστευε ότι προκαλεί ο αυνανισμός. Αμέσως μετά η Stromquist αναφέρεται αναλυτικά στις θεωρίες του δρα Άϊζακ Μπέικερ-Μπράουν (1811-1873) που πίστευε πως η λύση για την υστερία, τον πονοκέφαλο, την κατάθλιψη, τον ερεθισμό του νωτιαίου μυελού, την απώλεια όρεξης και την ανυπακοή των γυναικών είναι η κλειτοριδεκτομή. Μάλιστα ο ίδιος ο Μπέικερ-Μπράουν έκανε και ο ίδιος κλειτοριδεκτομές και επηρέασε καθοριστικά τη γυναικολογία της εποχής. Το ευτράπελο είναι ότι ο ιατρικός σύλλογος του αφαίρεσε την άδεια όταν υπήρξαν καταγγελίες ότι χειρουργεί γυναίκες «χωρίς την άδεια των συζύγων τους». Και το πιο τραγικό, ότι οι αποκαλούμενες θεραπευτικές κλειτοριδεκτομές συνεχίστηκαν στις ΗΠΑ μέχρι το 1948 ακόμα και σε μικρά, ανήλικα κορίτσια. Ιδιαίτερη περίπτωση ήταν και ο βαρόνος Ζορζ Κιβιέ (1769-1832) που θεωρούσε – και οι απόψεις του είχαν πολύ μεγάλη απήχηση στους επιστημονικούς κύκλους – ότι τα μεγάλα χείλη του αιδοίου που έχουν πολλές γυναίκες στην Αφρική είναι μια τρανή απόδειξη της φυλετικής κατωτερότητάς τους αλλά παράλληλα και της ηθικής τους κατάπτωσης! Εκτός από τις απαράδεκτες απόψεις που είχαν διατυπωθεί κατά το παρελθόν από πολλούς επιστήμονες, η Stromquist ρίχνει φως και σε πολλές αναπαραστάσεις και περιγραφές των γυναικείων γεννητικών οργάνων σε πληθώρα περιπτώσεων, όπως για παράδειγμα τα σχολικά εγχειρίδια ή ακόμα και η εικόνα της γυναίκας και του άντρα που έστειλε η NASA στο Διάστημα το 1972. Σε αυτή την εικόνα, αφαιρέθηκε την τελευταία στιγμή η μικρή γραμμούλα που υπαινισσόταν σχεδιαστικά τον γυναικείο κόλπο για να μη σκανδαλιστεί η ηγεσία της NASA. Αντιθέτως το ανδρικό πέος και οι όρχεις φαίνονται κανονικότατα, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος να σκανδαλίσουν τους εξωγήινους που θα δουν γυμνό έναν άνδρα σε «πλήρη ανάπτυξη» και μια γυναίκα χωρίς γεννητικά όργανα. Ως προς τις αναπαραστάσεις σε βιβλία σε διάφορες εποχές, η Stromquist είναι απολαυστική. Πρώτα απ’ όλα θυμίζει την κλασική, στερεοτυπική έκφραση που χρησιμοποιούν πολλοί ενήλικοι για να περιγράψουν τα ανθρώπινα γεννητικά όργανα στα μικρά παιδιά: «Τα αγόρια έχουν πουλάκι. Τα κορίτσια δεν έχουν»! Παρά τον εμφανή παραλογισμό της η φράση αυτή δεν ξενίζει τον αναγνώστη ή τον ακροατή της και γίνεται συχνά δεκτή σε περιγραφές ανατομίας του φύλου. Η ίδια προτείνει όμως στους αναγνώστες μια μικρή παραλλαγή αυτής της φράσης ως εξής: «Τα κορίτσια έχουν μουνί και τα αγόρια δεν έχουν μουνί». Είναι δεδομένο πως μια τέτοια φράση θα απορριπτόταν μετά βδελυγμίας… Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η ανάλυση της Stromquist στο θέμα του γυναικείου οργασμού και των διαφορετικών αντιλήψεων που επικρατούσαν γύρω απ’ αυτόν στα χρόνια πριν από τον Διαφωτισμό και στη νεωτερική εποχή. Σημείο καμπής για τη θεώρηση του γυναικείου οργασμού ως περιττής και περίπλοκης διαδικασίας ήταν τα χρόνια μετά τον Διαφωτισμό με τις απόλυτες εξειδικεύσεις, τις κατατάξεις, τις ταξινομήσεις και τις αναζητήσεις ειδοποιών διαφορών. «Τα γεννητικά όργανα και η σεξουαλικότητα έγιναν η ιδανική σκηνή για να προβληθούν οι θεωρίες σχετικά με τις διαφορές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες», σύμφωνα με τη Σουηδή συγγραφέα. Που συνεχίζει: «Έτσι η γυναικεία σεξουαλικότητα άρχισε να παρουσιάζεται ως αδύναμη ή ως ανύπαρκτη, ενώ η ανδρική παρουσιαζόταν ως ισχυρή και ανεξέλεγκτη». Τέτοιου τύπου αντιλήψεις οδήγησαν στη μετατροπή της γυναικείας σεξουαλικότητας στην ανδρική συνείδηση σε κάτι άχρηστο και ανούσιο. Η γυναίκα ήταν αρκετό να εξυπηρετεί τον άνδρα ώστε αυτός να εκσπερματίζει. Και τέλος. Αν η γυναίκα επιζητούσε τον δικό της οργασμό, κατευθείαν θεωρούνταν μια πόρνη... Αυτά και πολλά ακόμη, υπό μια εμφανώς φεμινιστική οπτική, περιλαμβάνονται στο «Φρούτο της Γνώσης». Ένα βιβλίο πολύτιμο στην κατανόηση και την ιστορική εξέλιξη των αντιλήψεων γύρω από τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Και ταυτόχρονα ένα βιβλίο γεμάτο έξυπνα σχέδια και σαρκαστικό χιούμορ. Ένα βιβλίο που, όπως γράφει στον επίλογό του, γίνεται «πότε εξοργιστικό, πότε ξεκαρδιστικά αστείο αποκαλύπτοντας τη δυσάρεστη αλήθεια για το πόσο (δεν) έχουμε προχωρήσει τόσους αιώνες». Και το σχετικό link...
  13. O Pat Mills είναι θρυλικός συγγραφέας σε Αγγλικά περιοδικά όπως το Action, το Battle και το 2000AD. Πιο γνωστός χαρακτήρας του είναι ο Slaine, έχει γράψει και ιστορίες για τον δικαστή Dredd, ενώ αφιέρωμα για το αριστούργημά του Charley' s war βρίσκεται εδώ...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.