Jump to content

ramirez

Members
  • Posts

    4,392
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    11

Everything posted by ramirez

  1. Πορνογραφία ή ερωτική τέχνη; Μια συζήτηση με την ερευνήτρια των κόμικς, Σταματία Αντωνάτου. Πότε ξεκινούν οι εκδόσεις των ερωτικών κόμικς στην Ελλάδα; Στο εξωτερικό είναι πολύ διαφορετικά τα πράγματα. Στην Ελλάδα σαν κόμικς, τα πρώτα ερωτικά κόμικς που εμφανίζονται είναι μετά την μεταπολίτευση, δηλαδή από το ’75, ’76 και μετά. Βέβαια, υπάρχουν από τότε που υπάρχει ο τύπος, γελοιογραφίες όπου πάντα ήταν πιπεράτες. Σαν εκδόσεις όμως και σαν αυτό που ονομάζουμε κόμικς έχουμε από την δεκαετία του ’70 μέχρι το τέλος της τα γνωστά φουμέτι που είναι μικρά βιβλία τσέπης. Το περισσότερο υλικό τους είναι από Ιταλία. Έχουν μια λογική λαϊκού αναγνώσματος. Δεν είναι κάτι τρομερό, απλά είναι τα πρώτα ερωτικά που γνωρίζουμε ότι κυκλοφορούν. Φτιάχνονται από καλλιτέχνες που δεν γνωρίζουμε ποιοι είναι. Στην ιστορία μαθαίνουμε ότι διάφοροι διάσημοι καλλιτέχνες ξεκινούν από εκεί και δουλεύουν σε αυτά χωρίς να τα υπογράφουν. Το κάνουν φυσικά για τα χρήματα. Ο Μιλο Μανάρα π.χ. ξεκίνησε να κάνει φουμέτι στην Ιταλία μέχρι να καταξιωθεί σαν καλλιτέχνης. Αυτό το αναγνωρίζουμε αργότερα από το σκίτσο του αλλά το έχει δηλώσει και ο ίδιος. Πολλές φορές τα φουμέτι χαρακτηρίζονται ως ανάγνωσμα καθαρά για στρατώνα. Σε κάποιον θα κάνει παρέα το βράδυ. Το 1978 κυκλοφορεί το περιοδικό Κολούμπρα, μια πάρα πολύ αξιόλογη δουλειά όπου πλέον μαθαίνει το αναγνωστικό κοινό το πιο καλλιτεχνικό κόμικς. Είναι γνωστοί σκιτσογράφοι που είναι ήδη αναγνωρισμένοι στην Αμερική και στην Ευρώπη. Η Κολούμπρα μας συστήνει την Βαλεντίνα του Κρέπαξ. Είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε τον Κρέπαξ και κάποιες ιστορίες του. Η Βαλεντίνα πουλιέται στα βιβλιοπωλεία στην Ευρώπη. Ο Κρέπαξ μας την συστήνει το 1963. Μιλάμε για 15 χρόνια πριν. Έχουμε το κόμικς που είναι το λαϊκό ανάγνωσμα που το παίρνουμε, το διαβάζουμε και το πετάμε και έχουμε τους καταξιωμένους καλλιτέχνες που κάνουν άλλου είδους δουλειά. Από το ’78 και μετά έχουμε το ενήλικο κόμικς πια. Στα κόμικς για το ενήλικο κοινό εικονογραφούνται λογοτεχνικά έργα ή οι καλλιτέχνες παρουσιάζουν δικές τους ιστορίες. Το 1981 αρχίζει να κυκλοφορεί το περιοδικό Βαβέλ. Η Βαβέλ φιλοξενεί ερωτικά κόμικς. Τα φουμέτι συνεχίζουν να κυκλοφορούν μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του '80 αλλά παράλληλα αρχίζουν να κυκλοφορούν τα μεγάλα άλμπουμ. Δεν πουλιούνται πια σαν τσοντοπεριοδικά στην Ομόνοια αλλά κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία και είναι περιποιημένες εκδόσεις. Και αρχίζει και ο κόσμος να αντιμετωπίζει διαφορετικά αυτό που λέμε ερωτικό. Δεν είναι το παίρνω για να το κρύψω κάτω από το κρεβάτι μου όπως είναι ένα τσοντοπεριοδικό. Το αντιμετωπίζω σαν ένα βιβλίο που έχει μια άλλη βαρύτητα και μια άλλη αξία. Δεν σημαίνει όμως ότι προσωπικά υποτιμώ τα φουμέτι. Και αυτά τα θεωρώ τέχνη. Τα ερωτικά περιοδικά ή τσοντοπεριοδικά που έχουν και κόμικς μέσα ‒ πάντα ερωτικά ‒ συνεχίζουν να κυκλοφορούν μέχρι και πρόσφατα, το 2014. Έλληνες καλλιτέχνες καταπιάνονται με τα ερωτικά κόμικς; Είναι πολύ λίγοι καλλιτέχνες στην Ελλάδα που έχουν κάνει ερωτικά κόμικς, δηλαδή μια κατεξοχήν ερωτική ή σεξουαλική ιστορία. Αν και σε διάφορες δουλειές θα δούμε και ένα ερωτικό καρέ, ένα ζευγάρι π.χ. να κάνει έρωτα ή γυμνό. Είναι π.χ. ο Φώτης Πεχλιβανίδης με την γνωστή του Luna που μεταφράστηκε στο εξωτερικό. Είναι ο Κώστας Φραγκιαδάκης που έχει κάνει εξαιρετικά ερωτικά κόμικς. Είναι ο Σταύρος Κουτσιούκης από την Θεσσαλονίκη, ο Σπύρος Βερύκιος που έχει κάνει επίσης πολύ καλά ερωτικά κόμικς και έχει κυκλοφορήσει η δουλειά του στο εξωτερικό. Είναι ο Πέτρος Ζερβός που κάνει από την δεκαετία του ’90 το "Οι Ξανθές το Γλεντάνε" από τις εκδόσεις του Ρόδου. Είναι η πρώτη έκδοση ελληνικού κόμικς στην Ελλάδα, η δουλειά του Πέτρου. Κυκλοφόρησε το 1991. Γιατί δεν κυκλοφορούν πιο συχνά; Είναι ταμπού; Δεν νομίζω ότι είναι θέμα ταμπού. Οτιδήποτε κυκλοφόρησε σαν άλμπουμ στην Ελλάδα είναι δουλειές που υπάρχουν στο εξωτερικό από πολύ παλιά. Απλά έρχονται κάποιοι εκδότες που έχουν άλλη αντίληψη για τα πράγματα, που θέλουν δείξουν κάτι άλλο. Αυτό δεν ισχύει μόνο για το ερωτικό κόμικς, ισχύει για όλα τα πράγματα. Θέλουν π.χ. να παρουσιάσουν με καθυστέρηση κάποιους μεγάλους καλλιτέχνες. Βλέπουμε Κρέπαξ στην Ελλάδα μετά από 15-20 χρόνια που ήδη κυκλοφορεί και είναι καταξιωμένος στο εξωτερικό. Το ίδιο ισχύει για Μανάρα που οι μεγάλες του δουλειές είναι τέλη ‘70, αρχές του ’80. Εμείς τις μαθαίνουμε από το ’85 και μετά. Συνεχίζουν στο εξωτερικό να γίνονται ερωτικά κόμικς, αλλά δεν μεταφράζονται και δεν κυκλοφορούν εδώ. Άσχετα με το διαδίκτυο που σήμερα γίνονται πολλά πράγματα. Γενικά λίγα πράγματα μεταφράζονται πλέον και κυκλοφορούν στην Ελλάδα. Το μεγαλύτερο μέρος της Ελληνικής παραγωγής πάνω στα κόμικς είναι από Έλληνες καλλιτέχνες. Αυτό έχει να κάνει και με το οικονομικό, των δικαιωμάτων και όλων αυτών των πραγμάτων. Τώρα για ποιο λόγο δεν γίνονται ερωτικά κόμικς δεν μπορώ να απαντήσω. Ίσως επειδή ανήκει σε μια γενικότερη κουβέντα. Τα φουμέτι δεν είχαν δικαιώματα; Αν και κυκλοφορούσαν νόμιμα στα περίπτερα. Δεν ήταν παράνομα με την λογική το πουλάω στην μαύρη αγορά. Είμαι σίγουρη ότι δεν πληρώθηκαν ποτέ δικαιώματα στους ξένους εκδοτικούς. Ξεσήκωναν τα ξένα περιοδικά, έκαναν μια υποτυπώδη μετάφραση – μερικές φορές έβαζαν και χέρι στην μετάφραση. Σίγουρα κανένας δημιουργός δεν πληρώθηκε. Ο Κρέπαξ π.χ. είναι χαρακτηριστικό ότι έμαθε μετά από πάρα πολλά χρόνια ότι κυκλοφορεί δουλειά του στην Ελλάδα, φυσικά χωρίς να πληρωθούν δικαιώματα. Κάποιες από τις δουλειές του μάλιστα κυκλοφορούσαν εδώ και στο περίπτερο. Στα φουμέτι είναι νορμάλ τα πράγματα. Υπάρχει σεξ, βία και το φανταστικό στις σελίδες του. Από τις κύριες πρωταγωνίστριες είναι η Ζάκουλα, μια γυναίκα-βαμπίρ. Μπλέκεται πολύ συχνά ο τρόμος και το μεταφυσικό. Τα αγαπάω πάρα πολύ. Διαβάζονται. Περνάς ευχάριστα. Τα εκτιμώ πάρα πολύ. Ήταν ποτέ παράνομα; Ποτέ δεν κυκλοφόρησαν παράνομα. Ποτέ δεν πήγαν από χέρι σε χέρι σαν να είναι παράνομο υλικό, όπως π.χ. κυκλοφορούσε ο Ριζοσπάστης. Απλά κάποιες φορές υπήρχαν θέματα. Θυμάμαι μια ιστορία με την Βαβέλ. Δημοσιεύει μια εξαιρετική δουλειά του Alex Varenne και ένας εισαγγελέας αποφασίζει να ασκήσει δίωξη περί δημοσίας αιδούς. Αθωώθηκαν αμέσως. Έχει σχέση με τον συντηρητισμό στην εποχή μας και το τι επικρατεί. δεν έχουμε ερωτικά κόμικς στην εποχή μας με την ποσότητα και την έκταση των προηγούμενων δεκαετιών. Βέβαια το διαδίκτυο είναι γεμάτο από αυτά πλέον. Π.χ. τα χεντάι που κυκλοφορούν κατά κόρον στην Ιαπωνία και μπορείς επίσης να τα βρεις στο διαδίκτυο. Στην Ελλάδα όμως δεν έχουν κυκλοφορήσει ποτέ. Προσωπικά δεν έχω δει. Τουλάχιστον σε έντυπη μορφή. Ζούμε σε συντηρητικές εποχές. Και το γυμνό είναι απαγορευμένο. Πολύ εύκολα ο κόσμος σοκάρεται. Και δεν είναι τυχαίο. Όπως δεν είναι τυχαίο που ζούμε σε πολύ βίαιες εποχές. Όσο πιο συντηρητικοί γινόμαστε στο ερωτικό κομμάτι, τόσο πιο βίαιοι γινόμαστε σαν κοινωνία. Ζούμε σε μια εποχή εύκολων ταμπελών. Πως ασχοληθήκατε με τα ερωτικά κόμικς; Έχω μια πολύ μεγάλη αγάπη για τα κόμικς. Μου άρεσε σε όλες τις μορφές της τέχνης να ασχολούμαι με το ερωτικό κομμάτι της, ήταν φυσικό επακόλουθο να ασχοληθώ και με τα ερωτικά κόμικς. Στην συλλογή μου έχω σχεδόν ότι έχει κυκλοφορήσει στην Ελλάδα σε αυτό το είδος. Είναι πάρα πολλοί τίτλοι. Θα έλεγα πάνω από 500 τίτλοι. Κάποιοι φιλοξενούνται μάλιστα και σε σειρά, οπότε μιλάμε για πάνω από 1000 τεύχη που έχουν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα, χώρια ιστορίες που υπάρχουν σε περιοδικά. Βρίσκονται ακόμη απλά κάποια βρίσκονται πιο πολύ δύσκολα. Του Μανάρα αναγνωρίζουμε κάποια πράγματα όπως μας έρχονται. Εδώ πρέπει να ψάξεις να τα βρεις. Υπάρχουν κάποια εξώφυλλα αλλά δεν μπορώ να το απαντήσω με σιγουριά. Ποιο είναι το αγαπημένο σας; Η Ιστορία της Ο είναι ότι καλύτερο έχει σχεδιαστεί πάνω σε ερωτικό κόμικς κατά την άποψη μου. Ο Κρέπαξ έχει κεντήσει. Είναι ένας πολύ μεγάλος μάστορας της ένατης τέχνης. Λειτουργεί κινηματογραφικά. Απομονώνει ακόμη και μικρά καρέ. Είναι σαν σκηνοθέτης. Σαν να έχει σχεδιάσει μια ιστορία και την έχει δώσει σε έναν καμεραμάν να την τραβήξει σκηνή με σκηνή. Το συγκεκριμένο θα έλεγα ότι είναι καλύτερο από το βιβλίο. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε σαν τσοντοπεριοδικό στην Ομόνοια. Είναι πάντα με τι σκοπό θέλεις να το κυκλοφορήσεις. Η ορίτζιναλ έκδοση που κυκλοφόρησε ο Κρεπαξ στην Γαλλία αυτή την στιγμή ξεπερνάει τα 5000 ευρώ στο ebay. Ήταν υπογεγραμμένα όλα από τον ίδιο, σκληρόδετα σε πολύ μεγάλο μέγεθος και μέσα είχε κείμενα πάνω στον ερωτισμό, πέρα από το κόμικς. Είναι πορνογραφία; Όχι. Θεωρώ τον όρο πορνογραφία πολύ προκατειλημμένο. Τον θεωρώ υβριστικό όρο. Ο σωστός όρος είναι ερωτική τέχνη. Τέχνη που απεικονίζει μια ανθρώπινη στιγμή. Δεν είναι μια υβριστική στιγμή και έχει δώσει χιλιάδες αριστουργήματα από την αρχή του κόσμου. Δεν είναι πρόστυχη. Υπήρχαν πολιτισμοί όπως είναι ο αρχαίος ελληνικός, ο ιαπωνικός, ο ινδικός, ο κινεζικός που ήταν πολιτισμοί που δεν είχαν σεμνοτυφίες και ηθικές αναστολές, απεικόνιζαν την ερωτική τέχνη με περίτεχνους τρόπους. Με τον χριστιανισμό το ανθρώπινο σώμα θεωρείται πλέον μιαρό και η ερωτική πράξη βρώμικη, και κηρύσσει ότι κάθε ηδονή είναι αμαρτία. Η λέξη πορνογραφία είναι ένα προϊόν της βικτοριανής εποχής και έρχεται από το 1845. Είναι οι τσόντες χυδαίες; Σε αυτό θα απαντήσω ότι υπάρχει καλή ή κακή τέχνη όπως υπάρχουν στα πάντα. Απλά επιλέγει ο καθένας μας με το δικό του κριτήριο. Για μας είναι χυδαίο το γυμνό. Για μένα είναι πιο χυδαίο σε μια γυναίκα να φαίνονται μόνο τα μάτια της. Πάντα όλα έχουν να κάνουν με τον χώρο, τον τόπο και τον χρόνο που ζούμε. Το ίδιο ισχύει και για τα κόμικς. Και το σχετικό link...
  2. Βγαλμένη από άλλη εποχή, η «Αυτοπροσωπογραφία» του Μίλο Μανάρα που μόλις κυκλοφόρησε φέρνει στο φως την Ιταλία του Παζολίνι και του Φελίνι, τους σπουδαίους κομίστες της εποχής και μια ζωή γεμάτη τέχνη και περιπέτεια. Ο αέρας ελευθερίας που διαπνέει τις ιστορίες του Απουλήιου, οι σκαμπρόζικες σκηνές του Δεκαημέρου, τα σκοτάδια του Καραβάτζο, τα αρώματα της Τοσκάνης, τα όνειρα του Φελίνι και το κράνος του Φερνάντο Ρόσι υπάρχουν αυτούσια στην αυτοβιογραφία του Μίλο Μανάρα με τον τίτλο Αυτοπροσωπογραφία που μόλις κυκλοφόρησε σε μετάφραση Χρήστου Σιάφκου από τις εκδόσεις ΚΨΜ. Όταν εκδόθηκε το βιβλίο στην Ιταλία όλοι ζητούσαν μια συνέντευξη από τον κορυφαίο κομίστα, ο οποίος επέλεξε τη χρονιά της έξαρσης της πανδημίας και του κινήματος του #metoo για να γράψει την αυτοβιογραφία του, ουσιαστικά για να εξηγήσει ολόκληρη την κοσμοθεωρία που κρύβεται πίσω από το πολύχρωμο σύμπαν των δημιουργών των κόμικς, οι οποίοι, σε αυτόν τον τόμο, παίρνουν δικαιωματικά μια θέση δίπλα στους μεγάλους καλλιτέχνες όχι με έπαρση, αλλά με την ακριβή ευθύτητα ενός δημιουργού που ξέρει πως το έργο του ‒ όχι μόνο το δικό του αλλά και τόσων διάσημων ομοτέχνων του στους οποίους αποτίει φόρο τιμής ‒ δεν εξαντλείται, όπως πολλοί νομίζουν, στην εικονογράφηση ερωτικών ή άλλων ανάλογων περιπετειών για τις οποίες τον έχουν κατηγορήσει, αλλά κρύβουν ένα καλλιτεχνικό όραμα, ακόμα και όταν φαίνεται εσκεμμένα ότι λοξοδρομούν. Εν προκειμένω, πρόκειται για το όραμα ενός ανήσυχου δημιουργού ο οποίος δεν επικαλείται επί ματαίω τη σπουδαία πολιτιστική παράδοση της χώρας του, κάνοντας αναφορές σε ονόματα όπως αυτό του αγαπημένου του Καραβάτζο ‒ άλλο αποσυνάγωγο πνεύμα κι αυτός! ‒, αλλά μπορεί, για παράδειγμα, να εξηγεί με ακρίβεια τις επιρροές του κιαροσκούρο στο αεροπλάνο που ζωγράφισε στο κόμικ που εμπνεύστηκε από τα δημιουργικά όνειρα του Φελίνι, και ας μην εκδόθηκε ποτέ, την ακρίβεια του φωτός στα πλάνα που συζητούσαν μαζί επί ώρες ή τη βαθιά συναίσθηση των μεγάλων γεγονότων που είχε όταν έφτιαχνε την εικονογραφημένη Ιστορία της Γαλλίας για τη Larousse. Δεν είναι τυχαίο ότι αποφάσισε να ξαναστήσει ένα κόμικ από την αρχή μόνο και μόνο επειδή έδειχνε εσφαλμένα τον Λουδοβίκο IH να φτάνει στις Τουιλερί το 1814 με την αμαξά κλειστή και όχι ανοιχτή, όπως είχε συμβεί στην πραγματικότητα! Αυτά τον γέμιζαν χαρά και όχι απογοήτευση. Με κύριους συνομιλητές και συνεργάτες τον Ούγκο Πρατ, τον περίφημο δημιουργό του Κόρτο Μαλτέζε, και τον Φελίνι, ο οποίος παρεμπιπτόντως είχε υπάρξει δεινός σκιτσογράφος, ο Μανάρα βρέθηκε να στοχάζεται από νωρίς πάνω στους κεντρικούς άξονες της εικονοποιητικής δημιουργίας και των αρχών που διαμόρφωσαν την παράδοση του κόμικ στο οποίο αφοσιώθηκε αποκλειστικά, αρνούμενος να γίνει αρχιτέκτονας. Επίτηδες δεν χρησιμοποιεί την έκφραση graphic novel σε καμία από τις αφηγήσεις του στο βιβλίο, οι οποίες συνοδεύονται από πλούσια εικονογράφηση ‒ πώς αλλιώς; ‒, και μια φορά που την αναφέρει είναι για κακό, ίσως γιατί με το βιβλίο του επιδιώκει να αποκαταστήσει τη μεγάλη δόξα της παλιάς σχολής που δεν εικονογραφούσε ούτε έφτιαχνε απλώς σενάρια, παρά δημιουργούσε μεγαλόπνοες ιδέες τις οποίες άφηνε ανοιχτές στον αέρα της περιπέτειας. Απόδειξη η ίδια του η ζωή, από τότε που ο Ούγκο Πρατ τον απέτρεψε να δουλεύει με ωράριο σε γραφείο και εκείνος βάλθηκε να γυρίζει όλο τον κόσμο μαζί με τη γυναίκα του και το κάμπερ όχημά του, στο οποίο φόρτωσε τον εξοπλισμό του επισκεπτόμενος ακόμα και την Ελλάδα, όπου βρέθηκε να ζωγραφίζει μερικές από τις πιο γνωστές δημιουργίες του στους αμμόλοφους της Χαλκιδικής. Πέρασε επίσης από τα Μετέωρα για να δει, όπως λέει, τις πόλεις μέσα από τους βράχους και έφτασε μέχρι την Ινδία εμπνευσμένος από το Το άρωμα των Ινδιών του Πιερ-Πάολο Παζολίνι. Η ελευθερία ως η κεντρική αίσθηση που πρέπει να διαπνέει τα σκίτσα κάθε κομίστα, όπως αυτή που φυσούσε τα ατίθασα μαλλιά του Κόρτο Μαλτέζε του Πρατ και της δικής του ηρωίδας, της Μέλι, ήταν θέμα γενικότερης αισθητικής αλλά και προσωπικής και πολιτικής νοοτροπίας. Εξ ού και ότι, κατευθυνόμενος από το ίδιο ριζοσπαστικό κλίμα, δημιούργησε μαζί με τον Ούγκο Πρατ μια σειρά από κόμικς για τα άγνωστα μέρη της άγριας Δύσης, έχοντας ως σημείο αναφοράς τον Τζέιμς Φέμινορ Κούπερ, τον Ζέιν Γκρέι αλλά και τον Ναθάνιελ Χόθορν. Οι κοινές διεργασίες οδήγησαν στη δημιουργία του περίφημου Όλα ξανάρχισαν μ’ ένα ινδιάνικο καλοκαίρι, όπου φυσικά πρωταγωνιστές ήταν οι καλοί Ινδιάνοι και όχι οι «κακοί» καουμπόηδες. Το πρώτο, πανέμορφο και εντυπωσιακό στριπ αυτών των ιστοριών αποκάλυπτε ένα τοπίο άδειο από αμμόλοφους, γλάρους, με μια ήρεμη θάλασσα απ’ όπου ξεπρόβαλαν οι όμορφοι εκπρόσωποι της ινδιάνικης φυλής. Μάλιστα, τα συγκεκριμένα σχέδια έτυχε να τα δείξει ο Μανάρα στον αείμνηστο Πρατ σε μια γόνδολα στη Βενετία με οριστικό κριτή έναν γονδολιέρη(!) φίλο του Πρατ, ο οποίος αποφάνθηκε ότι είναι όμορφα και ότι μπορούν να εκδοθούν. Το κόμικ έγινε τελικά διεθνής επιτυχία και πήρε βραβείο στο Φεστιβάλ της Ανγκουλέμ, το οποίο, όπως λέει ο ίδιος ο Μανάρα, είχε τη γενναιοδωρία να του χαρίσει ο Πρατ. Γενικώς, από την τιμή που αποδίδει στα πρόσωπα που τον βοήθησαν έχει κανείς την αίσθηση ότι ο αυτοβιογραφούμενος κομίστας ήταν και είναι γεμάτος από αγάπη για την τέχνη και τη ζωή. Γι’ αυτό και στην εξιστόρησή του βάζει στο δεύτερο πλάνο τις απογοητεύσεις, αναλαμβάνοντας αποκλειστικά την ευθύνη των όποιων αστοχιών. Η αλήθεια είναι ότι δεν μετανιώνει ούτε καν για τα πρώτα, παράνομα ερωτικά κόμικς τσέπης, παρά μόνο για το γεγονός ότι δεν ήταν τόσο επαγγελματικά, αναγνωρίζοντας το κλίμα της εποχής που ήθελε τους πρώτους κομίστες να καταφεύγουν σε αυτήν τη λύση αν ήθελαν να είναι οικονομικά ανεξάρτητοι, και μάλιστα σε μια εποχή που ο ερωτισμός ήταν ουσιαστικά ένας τρόπος εκφραστικής αντίστασης στη γενικότερη συντήρηση που επέβαλαν η Εκκλησία και οι πολιτικοί. Φροντίζει δε να μας θυμίσει ότι όλες αυτές οι κινήσεις ήταν απολύτως πολιτικές, αντίστοιχες με αυτές που επηρέασαν τον Παζολίνι ή που έκαναν τον Μάρκες να εμπνευστεί την Ερεντίνα, ένα κορίτσι από το Μακόντο, και να τη βάλει να το σκάσει με μια ομάδα περαστικών σαλτιμπάγκων, μια ιστορία που ο ίδιος λέει ότι επηρέασε βαθιά. «Το Μακόντο είχε δώσει το όνομά του στο ιστορικό κέντρο του Μιλάνου που από τη δεκαετία του ’70 υπήρξε ένα από τα σημεία αναφοράς της αντικουλτούρας και της αμφισβήτησης», γράφει ο Μανάρα. Στο ίδιο ριζοσπαστικό κλίμα ξεκίνησε να στήνει τις ιστορίες του Τζουζέπε Μπέργκμαν για το ανήσυχο πνευματικά περιοδικό «À Suivre», τις οποίες λέει ότι απαγόρευσαν στη Νότια Αφρική του απαρτχάιντ τη δεκαετία του ’80. Στο ίδιο περιοδικό, στο τεύχος το αφιερωμένο στον Λένον λίγο μετά τον θάνατό του, φαντάστηκε τον τραγουδιστή των Beatles να συναντά τους εκπροσώπους διαφορετικών θρησκειών, όπως ο Ιησούς Χριστός, ο Βούδας και ο Μωάμεθ, «που τον παρουσίασα όπως έχει αποτυπωθεί στην ισλαμική εικονογραφία, δηλαδή μ’ ένα πέπλο μπροστά στο πρόσωπο. Το έκανα με ακρίβεια και με σεβασμό. Δεν πρόσβαλα τις ευαισθησίες κανενός», γράφει χαρακτηριστικά. Είναι η ίδια η εποχή που γνωρίζει τον Μοέμπιους (Ζαν Ζιρό), τον Αντρέα Πατσιέντσα ή τον Ζορζ Βολανσκί που ξέρουμε ότι δολοφονήθηκε στο «Charlie Hebdo». Ήταν τότε που συναντιούνταν όλοι μαζί και κουβέντιαζαν περί δημιουργίας μαζί με τον Ζακ Μπρελ, τον Πάολο Κόντε, τον Ντέιβιντ Ριοντίνο και τον Φραντσέσκο Γκουτσίνι. Αυτή η λίστα δεν έχει τέλος, αν αναλογιστεί κανείς με ποιους έχει συνευρεθεί αλλά και συνεργαστεί ο Μανάρα σε αυτήν τη ζωή: από τον Πέδρο Αλμοδόβαρ και τον Ρόμπερτ Όλτμαν μέχρι τον Λικ Μπεσόν και τον Ρομάν Πολάνσκι (για μια ταινία που δεν έγινε τελικά). Στις αυτοβιογραφικές αυτές εξιστορήσεις του ο Μανάρα θα «ζωγραφίσει» το φόντο της αφήγησης με πλάνα από τα ατελείωτα ταξίδια σε διαφορετικές πόλεις του ορίζοντα, με σχέδια που έπλεκε μαζί με τον μόνιμο συνταξιδιώτη του Ούγκο Πρατ, όπως εκείνα για τον Μπόρχες, όταν φαντάζονταν από κοινού τις πόλεις-βιβλιοθήκες, αλλά και με εξαίσια, γαργαντουικά δείπνα με αμέτρητα πιάτα και άφθονο κρασί που συνήθιζε να του παραθέτει ο πάντοτε γενναιόδωρος Φελίνι. Τίποτα λιγότερο δηλαδή από ένα συγκλονιστικό ταξίδι χωρίς τέλος ‒ μια λέξη που πάντοτε μισούσε ο Φελίνι ‒ με πρωταγωνιστές αληθινά πρόσωπα αλλά και τους δυο κεντρικούς ήρωες του, τους χαρακτήρες που ο ίδιος δημιούργησε, δηλαδή το θηλυκό alter ego του, τη Μέλι, και το αρσενικό, τον Τζουζέπε Μπέργκμαν, ως κεντρικούς εκφραστές της ελευθερίας και του ερωτισμού. Άλλωστε, το μυθιστορηματικό από το πραγματικό σε αυτήν τη βιογραφία με δυσκολία διαχωρίζονται και έχουν ως κοινό άξονα τον κόσμο του κόμικ. Μίλο Μανάρα, Αυτοπροσωπογραφία, Μτφρ.: Χρήστος Σιάφκος, Εκδόσεις ΚΨΜ, Σελ.: 224 Και το σχετικό link...
  3. Το καταιγιστικό graphic novel «Χρώματα Πολέμου» του Ισπανού Άνχελ δε λα Κάγιε μόλις εκδόθηκε στα ελληνικά και ο δημιουργός του ήρθε στην Αθήνα για να το παρουσιάσει. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Το καταιγιστικό graphic novel του Ισπανού Άνχελ δε λα Κάγιε (Άγγελος του Δρόμου) μας μεταφέρει στην Pont Neuf του Παρισιού του Κορτάσαρ και μας γεννάει την επιθυμία να ξαναδιαβάσουμε τον «Άνθρωπο στο ψηλό κάστρο» του Φίλιπ Ντικ, να ξαναδούμε το «Με κομμένη την ανάσα του Γκοντάρ» ή να αναρωτηθούμε πού κρύφτηκαν στη βιβλιοθήκη μας τα μανιφέστα του Γκι Ντεμπόρ. Βραβευμένο στη Βαρκελώνη (A’ βραβείο του Salón Internacional del Cómic), το βιβλίο μόλις εκδόθηκε στα ελληνικά και ο δημιουργός του ήρθε στην Αθήνα για να το παρουσιάσει. Ο Άνχελ δε λα Κάγιε, κριτικός, δημιουργός κόμικ, συγγραφέας μονογραφιών για αγαπημένους του κομίστες όπως ο Ούγκο Πρατ («Το χέρι του θεού»), δημοσίευσε δείγματα δουλειάς του το 1977 στα ισπανικά περιοδικά «Star», «Rambla», «Comix Internacional», «Zona 84», το σουηδικό «Tung Metal», το γαλλικό «Fantastik» και το αμερικανικό «Heavy Μetal». Είναι δημιουργός δύο graphic novels «Tina Modotti – Από την τέχνη στην επανάσταση» (εκδ. ΚΨΜ). Κοιτάζει γύρω του, ρουφώντας και την παραμικρή λεπτομέρεια, απολαμβάνοντας κρυφά νοήματα, πασχίζοντας να συνδέσει ιστορία με φρέσκιες πληροφορίες, κάνοντας ερωτήσεις. «Τι είναι εδώ;» Δείχνει την πινακίδα στη βόρεια κλιτύ, το σημείο απ’ όπου κατάφεραν ο Μανώλης Γλέζος και ο Απόστολος Σάντας να προσπελάσουν τον βράχο για να κατεβάσουν τη σβάστικα από την Ακρόπολη. Του εξηγώ. «Η Αθήνα αστράφτει στον ήλιο, ανοιχτή πόλη» λέει, ξεκλέβοντας το βλέμμα του από την Ακρόπολη. Μετά, στο μουσείο, μπροστά στις μετόπες, η μία δίπλα στην άλλη σαν comic strip, γυρνάει προς την πόλη που τις αγκαλιάζει απ’ έξω και μόλις φτάνουμε στο καφέ εντοπίζει έναν φοίνικα και βγάζει τα μολύβια του. Και τότε, ενώ σχεδιάζει σε κείνο το τετράδιο το προορισμένο αποκλειστικά για φοίνικες που συναντάει στο πέρασμά του, λέει: «Ξέρεις, τα «Χρώματα Πολέμου» είναι ένα βιβλίο που αναγκάστηκα να κάνω». — Με ποια αφορμή; Το 2008 με κάλεσαν στο Μπουένος Άιρες για να παρουσιάσω το πρώτο μου graphic novel, το «Tina Modotti – Από την τέχνη στην επανάσταση». Εκεί ήρθα σε επαφή με τη σύγχρονη λατινοαμερικάνικη τέχνη, κι αυτό που με συντάραξε, το πιο εμβληματικό έργο, ήταν το σώμα, το σώμα μιας γυναίκας με λευκό μαντίλι, μιας Μητέρας ή Γιαγιάς της Πλατείας του Μαΐου (Asociación Madres de Plaza de Mayo). Αυτές οι ατρόμητες γυναίκες που κράδαιναν επί τριάντα χρόνια κάτω από το προεδρικό μέγαρο, την Κάσα Ροσάδα, το πορτρέτο ενός ντεσαπαρεσίδο, ενός αγνοούμενου γιου, κόρης, αδελφού, εγγονού, με συγκλόνισαν. Ζήτησα να δω ιστοριέτας (κόμικ στα αργεντίνικα) με τους Μοντανέρος, τους αντάρτες της περονικής αριστεράς, και τις Μητέρες των ντεσαπαρεσίδος. Μου είπαν πως δεν υπήρχαν. Πλην του «El Eternauta 2» («Ο κοσμοναύτης του απείρου») του Έκτορ Έστερχελντ (ο οποίος απήχθη και αγνοείται από τις 27 Απριλίου του 1977) και του «El síndrome Guastavino» του Κάρλος Τρίγιο. Το πρώτο εμπίπτει στην κατηγορία επιστημονικής φαντασίας και πολιτικής αλληγορίας και στο δεύτερο ο βασανιστής είναι ένας «psycho killer», λες και βγήκε από τη «Σιωπή των Αμνών», και η ιστορία χάνει όλο της το νόημα, αφού ο δημιουργός δούλευε ήδη για την Ευρώπη. — Σας γεννιέται, λοιπόν, η σκέψη «να γράψω γι’ αυτά»; Όχι ακόμα. Έφυγα από το Μπουένος Άιρες φορτωμένος βιβλία. Από τους τρεις τόμους της «Θέλησης» του Καπαρός και τα κείμενα για τα στρατόπεδα θανάτου στην Αργεντινή της Πιλάρ Καλβέιρο ως την αφήγηση του Χουάν Γκασπαρίνι, που ήταν υπεύθυνος οικονομικών των Μοντονέρος και τώρα εργάζεται στη Γενεύη… και τότε άρχισα να καταλαβαίνω. Πολλούς απ’ αυτούς τους ήξερα (τους είχα γνωρίσει στη Semana Negra, το επιδραστικότερο φεστιβάλ αστυνομικής λογοτεχνίας που ίδρυσε το 1987 ο Πάκο Τάιμπο ΙΙ στη Χιχόν της Ισπανίας). Απλώς δεν ήξερα ότι ήταν αντάρτες που είχαν επιβιώσει, κι αυτό με δυσκόλεψε ακόμα περισσότερο. Γιατί δεν αρκούσε να ξεθάψω την αλήθεια, έπρεπε να είμαι ικανός και να τη διηγηθώ. Αυτό απαιτούσε τεράστια έρευνα που με οδήγησε ξανά πίσω στο Μπουένος Άιρες, στο Μοντεβιδέο, στο Σαντιάγο της Χιλής, στο Μεξικό, για να ακούσω τους πρωταγωνιστές της εποχής να μιλάνε. Τότε έμαθα για τη σύντομη δράση (επί δύο μήνες στα τέλη του 1981) των αυτορεαλιστών στο Παρίσι. — Μιλάτε για τη Μάργκα, τον Ματίας, τον Ενρίκε και τον Χαβιέρ, τέσσερις από τους ζωγράφους του βιβλίου που εγκατέλειψαν τα πινέλα για τα όπλα και τη Λατινική Αμερική για το Παρίσι, ενώ βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη η Επιχείρηση Κόνδωρ υπό την αιγίδα του Κίσινγκερ; Αυτοί οι πρώην αντάρτες, οι αυτορεαλιστές όπως αυτοαποκαλούνταν, χρησιμοποιούσαν το ίδιο τους το πρόσωπο, αυτό που έχασαν κάτω από μια κουκούλα όσο καιρό αγνοούνταν, και τους τοίχους του Παρισιού ως υπόβαθρο αυτοπροσωπογραφίας για να καταγγείλουν τη φρίκη των βασανιστηρίων στις δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής. Και, εκτός ενός που γνώρισα και αντιπάθησα το ’85 στη Βαρκελώνη και μου χάρισε μια ξεθωριασμένη φωτοτυπία του Αντονέν Αρτό που τοιχοκολλούσαν μαζί με τις δικές τους, σαν μανιφέστο, εξοντώθηκαν όλοι. Αρχίζουν να μπαίνουν αλλεπάλληλες στρώσεις στην αφήγηση. Ας σταθούμε λίγο στη σύνοψη της πλοκής και ας δώσουμε τον λόγο στον Πάκο Τάιμπο ΙΙ. Στην Πόλη του Μεξικού άλλωστε πρωτοκυκλοφόρησε το βιβλίο το 2016, όπου μοιράστηκε σε χίλιους ανθρώπους στη Γιορτή Βιβλίου του Σόκαλο, και το τρομερό δεν είναι ότι ο Άνχελ παραχώρησε τα δικαιώματα για να γίνει αυτό αλλά καρφώθηκε σε μια καρέκλα επί δύο ημέρες και αφιέρωσε το βιβλίο του σε χίλιους ανθρώπους, κάνοντας στον καθένα ξεχωριστά και από μια μικρή ζωγραφιά! Άνχελ δε λα Κάγιε, «Χρώματα Πολέμου», Μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος, Πρόλογος: Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, Red n' noir comics, Σελ.: 296 «Τα “Χρώματα Πολέμου” είναι ένας αφηγηματικός άθλος. Ο Άνχελ είναι ένας μπαρόκ αφηγητής. Ο ήρωάς του είναι ένας Ισπανός που βρίσκεται στο Παρίσι για να γράψει μια βιογραφία της καταραμένης πριγκίπισσας του αμερικανικού κινηματογράφου Τζιν Σίμπεργκ. Αλλά οι ιστορίες μπλέκονται στον δρόμο του και φτάνει μια στιγμή που στο βιβλίο συνυπάρχουν επτά διαφορετικά ρεαλιστικά επίπεδα. Και λες, μα καλά, έχει τον ήρωα, έχει τη Σίμπεργκ, τον πράκτορα της CIA και τον αντίστοιχο συνάδελφό του στις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, μπλεγμένες στον βρόμικο πόλεμο της Αλγερίας, και ξαφνικά στήνει δευτερεύοντες χαρακτήρες, έχοντας ήδη είκοσι κεντρικά πρόσωπα! Μα είναι τρελός, πώς θα χειριστεί με ακρίβεια όλα αυτά τα κλειδιά της αφήγησης, επιτρέποντας σε δεκάδες πρόσωπα και ιστορίες να συναντηθούν σε μια κεντρική ιστορία; Κι έτσι αρχίζει η επεισοδιακή συνεύρεση αυτών των αβανγκάρντ καλλιτεχνών, των τσακισμένων ψυχικά και σωματικά από τις δικτατορίες: μιας Χιλιανής ζωγράφου μέλους του MIR, ενός Ουρουγουανού ζωγράφου μέλους των ανταρτών Τουπαμάρος, ενός Μεξικανού επιζώντα από τη σφαγή του Τλατελόλκο, κι ενός ζωγράφου μέλους των ανταρτών Μοντονέρος της Αργεντινής. Κι όλοι αυτοί συναντιούνται στο Παρίσι, ενώ ο αφηγητής, ένας νεαρός Ισπανός, μπαίνει στην ιστορία από μια παρεξήγηση όταν ένας ταξιτζής τον αφήνει στο λάθος σημείο, παρασύροντας τον αναγνώστη σε τέτοιους δαιδάλους και αστυνομικές ίντριγκες, που μόνο μια μνημειώδης αφήγηση κι ένα μεγάλο βιβλίο μπορεί να του χαρίσει!» Πάκο Τάιμπο ΙΙ — Αυτός ο Ισπανός είστε εσείς; (Γελάει) Είναι μάλλον ένα αφηγηματικό πρόσχημα. Ο χαρακτήρας είναι ένας αδαής που βγαίνει από το καταπιεστικό καθεστώς του Φράνκο και τυφλωμένος από τη λάμψη της Αμερικανίδας μούσας της nouvelle vague, πέφτει κατευθείαν στα βαθιά. Κι όλους αυτούς γύρω του, καλλιτέχνες κυρίως, δεν τους καταλαβαίνει, ασκούν όμως μια περίεργη έλξη πάνω του. Γι’ αυτό θέτει το ερώτημα: «Αλλά… Αλλά εσείς είστε καλλιτέχνες. Στο όνομα τίνος… Γιατί… σκοτώσατε ανθρώπους;». — Μιλάμε για μια ζόρικη τοιχογραφία με αιματηρά στρατιωτικά πραξικοπήματα, ανθρώπους που πίστεψαν ότι ήταν η χώρα και ήταν μονάχα το τοπίο και αγωνίζονταν από την εξορία για τα ανθρώπινα δικαιώματα όσων παρέμεναν στα κολαστήρια της Νότιας Αμερικής. Ποια στιγμή αποφασίσατε να γράψετε το βιβλίο; Όταν επέστρεψα στο Μπουένος Άιρες, το ζοφερό κέντρο βασανιστηρίων και εξόντωσης της Σχολής Ναυτικού και Μηχανικού, η ESMA, είχε μετατραπεί σε Κέντρο Μνήμης. Αποφασίζω να πάω. Τελευταία στιγμή μπαίνει κι ένας συγγραφέας Αργεντίνος στο ταξί. Δεν τον ξέρω, δεν τον έχω διαβάσει. Φτάνουμε, ρωτούν αν έχω ραντεβού (κλείνεται τρεις μήνες πριν). Αρχίζω τις κλάψες, έχω κάνει 13.000 χιλιόμετρα για να φτάσω εδώ, ώσπου ακούγεται η φωνή του συνοδού μου: «Λέγομαι Μιγκέλ Άνχελ Μολφίνο, η μητέρα μου ήταν εδώ πριν δολοφονηθεί στη Μαδρίτη και η αδελφή μου εδώ εξαφανίστηκε. Κι εκείνο το νούμερο εκεί, το 93, είναι ο ανιψιός μου. Θέλω να επισκεφτώ τον χώρο με τον Ισπανό φίλο μου». Μόλις μπήκαμε, ταράχτηκα. Μου είχαν περιγράψει το μέρος, είχα δει σχεδιαγράμματα. Αυτό που έβλεπα δεν είχε καμία σχέση. Το ήξερα, γιατί στο μεταξύ είχα γνωρίσει και τρεις γυναίκες που είχαν επιβιώσει, όπως η Miriam Lewin, που είναι σήμερα πολύ γνωστή δημοσιογράφος και το βιβλίο της «Iosi, el espía arrepentido» έχει γίνει σειρά στο Netflix. Έκανα να βγάλω τη μηχανή μου. «Απαγορεύεται, δεν είναι θεματικό πάρκο εδώ», μου είπαν. «Έχω όμως μπλοκ και μολύβι. Κι αν δεν με αφήσετε να ζωγραφίσω, θα το κάνω ούτως ή άλλως και θα προσθέσω κι άλλα παράθυρα». Ρώτησαν αν είμαι σχεδιαστής. Και μου είπαν ότι κάτω από τις στρώσεις της μπογιάς ανακάλυψαν έναν τοίχο ζωγραφισμένο από έναν απαχθέντα, αν ήθελα μπορούσα να τον δω. Κι εγώ είπα ναι. Στην ESMA κάθε Τετάρτη και Πέμπτη υποτίθεται ότι σε μετέφεραν σε μια νόμιμη φυλακή. Έτσι έλεγαν. Στην πραγματικότητα άκουγες το νούμερό σου, σου έκαναν μια ένεση για να σε ναρκώσουν, σ’ έβαζαν σε ένα αεροπλάνο και από κει σε πετούσαν στο Ρίο ντε Λα Πλάτα. Το έκαναν αυτό τουλάχιστον πέντε χιλιάδες φορές. Η ζωγραφιά ήταν στον χώρο όπου έκαναν την ένεση, και σκέφτηκα: «Μαλάκα, είναι ζαβλακωμένος, όχι ηλίθιος, ξέρει τι τον περιμένει, και το τελευταίο πράγμα που κάνει είναι να αφήσει το σημάδι του». Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι πρέπει να πω την ιστορία του, αλλιώς δεν θα την έλεγε κανείς. — Η Τίνα Μοντόττι, η ηρωίδα του προηγούμενου βιβλίου σας, αλλά και η Τζιν Σίμπεργκ πέθαναν στο πίσω μέρος ενός αυτοκινήτου. Τι άλλο συνδέει αυτές τις δύο γυναίκες; Είναι ακριβώς η ίδια ιστορία με διαφορά μισού αιώνα. Την πρώτη την ανακάλυψα στο βιβλίο «Ο Τρότσκι στο Μεξικό». Υπήρχε μια φράση που μου έμεινε: «Τι σχέση μπορεί να είχε το παράξενο ζευγάρι που αποτελούσαν ο πράκτορας της Κομιντέρν Βιτόριο Βιντάλι και η εξωτική τυχοδιώκτρια Τίνα Μοντόττι». Μου άρεσε αυτό το «εξωτική τυχοδιώκτρια», όπως μου άρεσε ακόμα περισσότερο ο έρωτάς της με τον νεαρό Κουβανό εξόριστο Χούλιο Αντόνιο Μέγια, από τους ιδρυτές του Κ.Κ. Κούβας, που είχε πέσει σε δυσμένεια για τις φιλοτροτσκιστικές του θέσεις. Ο Μέγια δολοφονήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1929 στους σκοτεινούς δρόμους της Πόλης του Μεξικού, βαδίζοντας αγκαλιασμένος με την Τίνα, μια γυναίκα που πολέμησε για δίκαιο σκοπό κάτω από λάθος σημαία, τη σημαία του σταλινισμού. Αυτό που τη χαρακτηρίζει όμως είναι η τέχνη της· υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες φωτογράφους του εικοστού αιώνα και για μένα αυτό είναι σημαντικότερο απ’ το ότι ήταν ηρωίδα του ισπανικού εμφύλιου, ή πρωταγωνίστρια του βωβού κινηματογράφου στο Χόλιγουντ, ή μοντέλο για τις τοιχογραφίες του Ντιέγο Ριβέρα. Οι φωτογραφίες που τράβηξε η Τίνα του Μέγια, το πορτρέτο του, είχε εκείνη την εποχή τη θέση που θα καταλάμβανε αργότερα η φωτογραφία του Τσε Γκεβάρα από τον Αμπέρτο Κόρντα. «Όταν η Τζιν Σίμπεργκ βρίσκεται στην οθόνη, δεν μπορείς να κοιτάξεις τίποτε άλλο», έλεγε ο Φρανσουά Τριφό. Αυτή η φράση συνοψίζει, νομίζω, τα πάντα. Σταρ του Χόλιγουντ που από την εφηβεία της συμμετείχε σε δράσεις της NAACP κατά των φυλετικών διακρίσεων, σχετικά με την ισότητα των δυο φύλων ή τα δικαιώματα των ζώων, ακτιβίστρια στο πλευρό των Μαύρων Πανθήρων, συνδεδεμένη για πάντα στο μυαλό των σινεφίλ με την ταινία του Ζαν Λικ Γκοντάρ «Με κομμένη την ανάσα», η Τζιν Σίμπεργκ μου αποκάλυψε στα δεκάξι μου χρόνια κάτι σημαντικό. Η ταινία της, απαγορευμένη στην Ισπανία του Φράνκο για άτομα κάτω των δεκαοκτώ, ήταν πρακτικά απροσπέλαστη για μένα. Την ερωτεύτηκα από μια φωτογραφία ενός περιοδικού που μιλούσε για την ταινία. Κι έτσι κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται να έχεις δει όλες τις ταινίες ή να διαβάσεις όλα τα βιβλία για να ξέρεις ποια ταινία ή ποιο βιβλίο θα σε σημαδέψει για πάντα. — Στο δικό σας βιβλίο πάντως, τα «Χρώματα Πολέμου», δύο τίτλοι επανέρχονται σταθερά: «Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο» του Φίλιπ Κ. Ντικ και το «Κουτσό» του Χούλιο Κορτάσαρ… Ο «Άνθρωπος στο ψηλό κάστρο» είναι το καλύτερο αμερικανικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του ’60. Ανάπτυγμα του διηγήματος του Μπόρχες «Tlön, Uqbar, Orbis Tertius», μιλάει για την τέχνη που, καθώς έχει απαγορευτεί, επανεφευρίσκεται στα χέρια δύο πλαστογράφων και ενός διακινητή. Και η ιδέα του απαγορευμένου βιβλίου που περιγράφει ότι τον πόλεμο δεν τον κέρδισε ο άξονας, ότι η Ιστορία δεν είναι έτσι, ότι η ζωή είναι μια απομίμηση, αλλάζει την πραγματικότητα και αποσταθεροποιεί την πολιτική τάξη. Και, διάολε, αν είσαι Ισπανός, είναι ένα απολύτως ρεαλιστικό βιβλίο, όχι μια δυστοπία. Αφού στη χώρα μου τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τον κέρδισαν οι ναζί και ζούμε υπό την κυριαρχία τους μέχρι κι εγώ δεν ξέρω πότε. Το «Κουτσό» του Κορτάσαρ είναι το κορυφαίο ισπανόφωνο μυθιστόρημα του εικοστού αιώνα. Βιβλίο αναφοράς μιας ολόκληρης γενιάς Λατινοαμερικάνων, όπου ανήκει η Μάργκα και οι άλλοι ήρωες του βιβλίου «Χρώματα Πολέμου». Βιβλίο μοντέρνο που απαιτεί τη σωματική παρουσία του αναγνώστη. — Τα «Χρώματα Πολέμου» κλείνουν και ανοίγουν με μια περίεργη γιορτή όπου ο ήρωας (και ο αναγνώστης) καταβυθίζεται στο κάστρο του «Δράκουλα» του Στόκερ, «όπου λάμιες διψασμένες για αίμα κάνουν τη βρόμικη δουλειά τους». Ναι, είναι το σπίτι της ποιήτριας Μαριάνα Καγέχας και του Αμερικανού συζύγου της και πράκτορα της CIA Μίκαελ Τάουνλι στα περίχωρα του Σαντιάγο, που τους είχε παραχωρήσει η DINA (η υπηρεσία πληροφοριών του Πινοτσέτ), της οποίας ήταν πράκτορες. Εκεί διοργάνωναν λογοτεχνικές βραδιές με μεγάλη επιτυχία και πολλούς καλεσμένους, ενώ στα υπόγεια του αχανούς σπιτιού υπήρχε ένα κέντρο βασανιστηρίων όπου διαπράττονταν οι πιο φρικτές κτηνωδίες. Η ιστορία είναι πραγματική. Την έχουν καταγράψει ο Πέδρο Λεμεμπέλ και ο Ρομπέρτο Μπολάνιο στην «Τελευταία νύχτα στη Χιλή». Ο Τάουνλι και η Καγέχας καταδικάστηκαν για τις δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων της δικτατορίας, μεταξύ των οποίων και του Ορλάντο Λετελιέ, που ανατίναξαν με βόμβα στις ΗΠΑ, όπου διέφυγε ο Τάουνλι. Η Καγέχας συνέχισε να ζει ανενόχλητη στη βίλα της. Της ζήτησα συνέντευξη, αλλά αρνήθηκε να μου μιλήσει. — Απ’ όλες αυτές τις κουβέντες με τους επιζήσαντες, τι σας εντυπωσίασε περισσότερο; Τρία πράγματα. Γιατί γίνονται βασανιστήρια; Τα δύο πρώτα χρόνια της δικτατορίας στην Αργεντινή, μεταξύ ’76 και ’78, ο Κίσινγκερ τους είχε δασκαλέψει να ξεμπερδεύουν το ταχύτερο δυνατό με τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Ένας από τους επιζήσαντες της ESMA, ο Χουάν Γκασπαρίνι, μου είπε ότι υπήρχε μια ατέλειωτη ουρά ανθρώπων που περίμεναν να περάσουν από την πικάνα (το μηχάνημα βασανιστηρίων με ηλεκτροσόκ), κι αν αργούσες να κελαηδήσεις, σε καθάριζαν και περνούσαν στον επόμενο. Το 1977 ουσιαστικά είχαν ξεπαστρέψει τους πάντες, καταφέρνοντας να σκορπίσουν τον τρόμο για τα επόμενα σαράντα τόσα χρόνια. Γι’ αυτό γίνονται τα βασανιστήρια. Το δεύτερο ήταν η φύση των βασανιστών. Αστυνομικοί, ναυτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, νέοι και σφριγηλοί, βιάζουν ένα-δυο μήνες – πώς συνεχίζουν, τέρατα είναι; Ανακάλυψα ότι οι βασανιστές έπαιρναν τα υπάρχοντα των απαχθέντων και τα πουλούσαν, στη συνέχεια τα σπίτια τους, και μετά άρχισαν τις απαγωγές ατόμων απλώς της ανώτερης τάξης… ώσπου βρήκαν τοίχο. Τρίτον, γιατί κάποιοι επέζησαν; Προφανώς και ξεχώριζαν. Ο Γκασπαρίνι ας πούμε, ήταν ιδιοφυΐα στα οικονομικά, κάποιος άλλος καλλιτέχνης, άσος στην πλαστογράφηση εγγράφων, και κάποιες γυναίκες σεξουαλικές σκλάβες. Μία εξ αυτών μου ομολόγησε ότι τη μοναδική φορά που φοβήθηκε ήταν όταν ο βιαστής της την κοίταξε και της είπε: «Σε μισώ γιατί δεν μπορώ να κοιτάξω τη γυναίκα μου». — Σε όλο σας το έργο τέχνη και ακτιβισμός είναι αλληλένδετα, στα «Χρώματα Πολέμου» όμως αυτό είναι πιο έντονο. Υπήρξα ανέκαθεν πολιτικός ακτιβιστής. Και η δημιουργία του Φεστιβάλ Κόμικς το 1979 στο Αβιλές πολιτικός ακτιβισμός ήταν. Ωστόσο, αν θέλετε να διαβάσετε πολιτικό κόμικ, θα σας πρότεινα κάποιον τίτλο της Marvel, το «Nam» για παράδειγμα, που αφηγείται τον πόλεμο του Βιετνάμ με κριτικό τρόπο, όπως λένε. Όπως κάνουν και στον κινηματογράφο, όταν γυρίζουν το «Rambo», το «Platoon» και το «Αποκάλυψη τώρα» στο ίδιο στούντιο. Έχουμε πάντα μια μοναδική, μονόπλευρη εκδοχή του νικητή και του ηττημένου. Ποιος από μας διάβασε ποτέ ένα κόμικ βιετναμέζικο γι’ αυτόν τον πόλεμο; Ας μη γελιόμαστε, τα βιβλία μου είναι ιστορικά και κοινωνικά. Πολιτική κάνει η Marvel, αυτοί ξέρουν από πολιτικό ακτιβισμό. Γι’ αυτό και κάθε παιδί στην Ισπανία ξέρει τον Πρώτο Εκδικητή, τον Κάπταιν Αμέρικα, όπως και το τελευταίο παιδί στην Αφρική ξέρει τον «Iron Man». — Διευθύνετε από το 2012 τη Σεμάνα Νέγρα της Χιχόν. Φέτος ξεκινάει στις 8 Ιουλίου με μια διάλεξη του Γερμανού φιλόσοφου Stefan Gandler για την επίδραση της Σχολής της Φρανκφούρτης στην Ιβηρική Χερσόνησο και στη Λατινική Αμερική. Και ενώ ένα εκατ. κόσμος θα συνωστίζεται καθημερινά στους δρόμους για να δει εκθέσεις φωτογραφίας, να γνωρίσει συγγραφείς, να φάει και να πιει, να πάει στο λούνα παρκ και στη ροκ συναυλία με ελεύθερη είσοδο και να κλείσει τη βραδιά του με ένα ρεσιτάλ ποίησης στη μία τη νύχτα, μου λέτε ότι αυτό δεν είναι πολιτικός ακτιβισμός; Η φιλοσοφία της Μαύρης Εβδομάδας, της SN, που διανύει τον τριακοστό πέμπτο χρόνο της, της μόνης λογοτεχνικής (και όχι μόνο) εβδομάδας που κρατάει δέκα μέρες και συγκεντρώνει πάνω από εκατόν πενήντα συγγραφείς απ’ όλο τον πλανήτη, είναι ότι η κουλτούρα, ο πολιτισμός δεν είναι αγαθό, είναι δικαίωμα. Γι’ αυτό και διατίθεται ελεύθερα. — Αυτό, λοιπόν, τι σημαίνει; Ότι ισχύουν όλα όσα είπαμε προηγουμένως. Ζούμε στην εποχή του νεολιμπεραλισμού. Αυτός ο κόσμος έτσι είναι. Αλλά θα τον αλλάξουμε. — Το πιστεύετε αυτό; Προφανώς και το πιστεύω. Το λέει άλλωστε και ο τίτλος του βιβλίου μου, για το οποίο τόση ώρα μιλάμε. Τι σημαίνει «pinturas de guerra;» — Ο Iνδιάνος που βάφει μαύρο το σώμα του πριν πολεμήσει; Η γυναίκα που βάφεται πριν βγει να κατακτήσει τον έρωτα της ζωή της; Με μια λέξη; — Ετοιμοπόλεμος; Ναι! Και το σχετικό link...
  4. Σκίτσο του Δημήτρη Χαντζόπουλου στην εφημερίδα Καθημερινή στις 21/06/22.
  5. Ο Κόρτο Μαλτέζε, ο τυχοδιώκτης κυνηγός της περιπέτειας του Ούγκο Πρατ, «επιστρέφει» στο παρόν και ταξιδεύει στις θάλασσες του Τόκιο και στα βουνά του Περού τις μέρες της πτώσης των Δίδυμων Πύργων. Για περισσότερα από είκοσι χρόνια (1967-1989), ο Ούγκο Πρατ φιλοτεχνούσε ιστορίες με πρωταγωνιστή έναν τυχοδιώκτη ναυτικό στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο μοναχικός και λιγομίλητος Κόρτο Μαλτέζε, ταγμένος πάντα στο πλευρό των αδύναμων και φύσει ενάντια σε εξουσιαστές και αποικιοκράτες, ταξίδεψε όπου γραφόταν η Ιστορία. Μετά τον θάνατο του Πρατ το 1995, ο Κόρτο Μαλτέζε έμεινε «ορφανός» για είκοσι χρόνια μέχρι οι Ruben Pellejero και Juan Díaz Canales, διατηρώντας το πνεύμα της δουλειάς του μεγάλου δασκάλου, να αναβιώσουν τον δημοφιλή χαρακτήρα. Μέχρι σήμερα οι δυο Ισπανοί καλλιτέχνες έχουν δημιουργήσει τρεις ιστορίες με τον Κόρτο Μαλτέζε με αρκετά μεγάλη επιτυχία. Η μεγάλη στροφή στη νέα περίοδο του πολυδιάστατου ήρωα ήρθε όμως με το έργο των Γάλλων δημιουργών Martin Quenehen και Bastien Vivès που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες. Κι αυτό γιατί «Ο Μαύρος Ωκεανός» (μετάφραση: Τατιάνα Ραπακούλια, Γαβριήλ Τομπαλίδης, εκδόσεις Μικρός Ήρως) ανανεώνει ριζικά και αναπάντεχα τον μύθο του ταξιδευτή και θαλασσοπόρου Κόρτο, μεταφέροντάς τον στη σύγχρονη εποχή. Κάτι παρόμοιο είχαν εφαρμόσει λίγα χρόνια νωρίτερα οι δημιουργοί του Mister No στη σειρά «Revolution» πάνω σε μια ιδέα του σεναριογράφου Michele Masiero: αφηγήθηκαν μια συναρπαστική ιστορία του διάσημου πολεμιστή και πιλότου στη Νότιο Αμερική, τοποθετώντας τον όμως 25 ολόκληρα χρόνια μετά από το κανονικό χρονικό πεδίο δράσης του. Ακόμα πιο τολμηροί οι Quenehen και Vivès, μετέφεραν τον Κόρτο Μαλτέζε έναν αιώνα μετά από την εποχή του. Ο νέος Κόρτο Μαλτέζε μοιάζει πολύ με τον πρωτότυπο, φορά το ίδιο σκουλαρίκι-κρίκο αλλά όχι την κλασική ναυτική στολή. Θυμίζει περισσότερο έναν νέο της σύγχρονης εποχής με τα t-shirts του και τα χακί πουκάμισα, την μπαντάνα του και το τζόκεϊ. Η ζωή του όμως είναι τελείως διαφορετική. Η περιπέτειά του στον «Μαύρο Ωκεανό» ξεκινά από μια πειρατεία και συνεχίζεται στην Ιαπωνία, μέσα σε παραδοσιακά θέατρα και στα βουνά του Περού, στην αναζήτηση ιερών αντικειμένων αμύθητης οικονομικής και πολιτικής αξίας. Και όπως πάντα, ο Κόρτο θα πάρει το μέρος της δικαιοσύνης και της αλήθειας, θα προστατέψει όσους αθώους κινδυνεύουν, θα σεβαστεί την ανθρώπινη ζωή, θα αντιταχθεί σε νοσταλγούς του φασισμού και εμπόρους κοκαΐνης, θα βυθιστεί σε κόσμους γεμάτους παραισθήσεις και μαγικό ρεαλισμό αλλά όχι το 1901 όπως συνήθως. Το 2001! Αυτή την αλλαγή στη μορφή και το πεδίο δράσης του Κόρτο Μαλτέζε υπερασπίζεται η Patrizia Zanotti, επικεφαλής του οργανισμού CONGSA που διαχειρίζεται παγκοσμίως το έργο του Ούγκο Πρατ, σε συνέντευξή της που δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Το να έβλεπε [ο Ούγκο Πρατ] τον Κόρτο στη νέα χιλιετία αντιμέτωπο με θεματικές της εποχής, θα του προκαλούσε μεγάλο ενδιαφέρον μα πάνω απ’ όλα θα εκτιμούσε το γεγονός πως δύο νεαροί δημιουργοί εξέφρασαν την επιθυμία να ερμηνεύσουν εκ νέου τον ήρωά του, δίνοντάς του μια νέα ζωή και μια καινούργια νιότη! Για έναν δημιουργό, το να βλέπει τον ήρωά του να καταφέρνει να μεταδώσει τις αξίες που τον έκαναν σύμβολο σε επόμενες γενιές, σημαίνει να συνεχίσει να ζει και σε μια εποχή διαφορετική. Είναι κάτι το φανταστικό, μια μαρτυρία της δύναμης και της οικουμενικότητας του ήρωα που τον καθιστούν ικανό να ανεξαρτητοποιηθεί από τον δημιουργό του». Και συνεχίζει ξεκαθαρίζοντας ότι δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία η ναυτική στολή αλλά οι πράξεις: «Το σημαντικό είναι η ουσία, όχι η μορφή, ο χαρακτήρας του Κόρτο είναι τόσο ισχυρός ώστε να του επιτρέπει να μπορεί να βγάλει τη στολή του χωρίς να χάσει τίποτα από το ελεύθερο πνεύμα του και το ενδιαφέρον που δείχνει για τους συνανθρώπους του». Αυτή η ικανότητα προσαρμογής είναι απολύτως ταιριαστή με το ελεύθερο πνεύμα του κοσμοπολίτη Κόρτο που μάχεται διαρκώς για την ελευθερία να απολαμβάνει τη θάλασσα και τα ταξίδια. Όπως επισημαίνει και ο Benoit Mouchart στον επίλογό του: «Γεμάτος περιέργεια για άλλους πολιτισμούς, ο Κόρτο είναι πολίτης του κόσμου χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς τα δεσμά καμιάς θρησκείας ή ιδεολογίας. Ενώ προτιμά να σταθεί στο πλευρό των καταπιεσμένων παρά των ισχυρών, ρίχνεται στη μάχη για να υπηρετήσει τα συμφέροντα των φίλων του ή… τα δικά του! Απαλλαγμένος από κάθε μορφή αφελούς ιδεαλισμού, αυτός ο σύγχρονος και ελευθερόφρονας Οδυσσέας, αρνείται σθεναρά να χαρακτηριστεί “ήρωας”». Δεν είναι ακόμη γνωστό αν η απόπειρα των Quenehen και Vivès θα έχει συνέχεια. Η τόλμη τους όμως να αναμετρηθούν με έναν θρύλο και να τον επανεπικαιροποιήσουν τόσο έξυπνα είναι σίγουρα αξιέπαινη και ενδιαφέρουσα. Και το σχετικό link...
  6. Μια ακόμη συνέχεια από τα Phat Comicz του Βαγγέλη Χατζηδάκη με χιούμορ, λογοπαίγνια και αυτοσαρκασμό. «Το παρόν αριστούργημα είναι εκνευριστικά συλλεκτικό. Μόνο 150 αντίτυπα κυκλοφόρησαν, αποκλειστικά στο Comicdom Con του 2022. Μάλιστα, είναι αριθμημένα για να προσδώσουν ακόμα παραπάνω κύρος στην συλλεκτικότητα (και για να δικαιολογήσουμε την τιμή). Πουλήστε τα bitcoin σας, τα ομόλογα και γενικά ό,τι τέτοιο άχρηστο έχετε. Δώστε στο τευχάκι αυτό την φροντίδα που του αξίζει (βάλτε το σε κανένα σακουλάκι) και σε μερικά χρόνια η αξία του θα μπορεί να πληρώσει τις σπουδές των παιδιών σας ή ένα ονειρεμένο ταξίδι»*. Με αυτές τις διευκρινίσεις στην τελευταία του σελίδα κυκλοφόρησε το «Για σε, άρα Phat» (με τον Γιάσερ Αραφάτ στο εξώφυλλο) του Βαγγέλη Χατζηδάκη, ενός δημιουργού που χρόνια τώρα είναι συνεπής στο «καμένο» χιούμορ, τα μοναδικά λογοπαίγνια, τον σαρκασμό απέναντι σε κάθε στερεότυπο και, πάνω απ’ όλα, τον αυτοσαρκασμό. Γι’ αυτό και η παραπάνω φράση δεν θα μπορούσε να μην συμπληρώνεται από την ακόλουθη: *«Το παρόν αποτελεί πρόβλεψη και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί εγγύηση για οικονομική ευρωστία και αμύθητα πλούτη. Η προτροπή να πουλήσετε κρυπτονομίσματα και άλλα χρεόγραφα χρησιμοποιείται για κωμικούς λόγους και αν το κάνατε επειδή το διαβάσατε εδώ είστε ηλίθιοι. Πολύ πιθανόν να μπορέσετε να καλύψετε τα έξοδα που αναφέρονται, αρκεί το παιδί σας να θέλει να σπουδάσει ονυχοπλαστική σε συνοικιακό IEK και το ταξίδι των ονείρων σας να είναι μέχρι τα Οινόφυτα». Με τη σειρά Phat Comicz, ο Βαγγέλης Χατζηδάκης, stand up κωμικός εκτός από δημιουργός κόμικς, εφαρμόζει με απόλυτη επιτυχία μια όλο και πιο διαδεδομένη τεχνική τα τελευταία χρόνια. Φαινομενικά εύκολη αλλά στην πράξη εξαιρετικά απαιτητική: με ένα απλό σχέδιο (όλα τα πρόσωπα μοιάζουν ίδια και διαφοροποιούνται σε ανεπαίσθητες λεπτομέρειες), με λιτά, πλακάτα χρώματα, με λίγες γραμμές, αφηγείται σε σύντομα στριπάκια ξεκαρδιστικές ιστορίες. Αποδεικνύοντας ότι τα κόμικς είναι μια σύνθετη γλώσσα που δεν απαιτεί/προϋποθέτει ούτε ρεαλιστικό ή εντυπωσιακό σχέδιο ούτε μακροσκελή κείμενα και «μεγάλες αφηγήσεις». Ο συνδυασμός κειμένου και σχεδίου οφείλει να υπηρετεί την αφήγηση και αν το επιτυγχάνει, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι θετικό. Αυτή η μέθοδος ακολουθείται σταθερά από τον Βαγγέλη Χατζηδάκη εδώ και πολλά χρόνια. Και τα έργα του εξακολουθούν να είναι διασκεδαστικά, ωθώντας τον αναγνώστη να επιστρέφει σ’ αυτά, να τα ξαναβλέπει και να απορεί πώς είναι δυνατόν με τόσο λιτά εκφραστικά μέσα να αποδίδονται τόσο εύστοχα κινήσεις, διαθέσεις, συναισθήματα και καταστάσεις. Και το σχετικό link...
  7. Κυριακή πρωί και δεν έχει ανεβάσει κανείς το εξώφυλλο του νο 418; Πώτς γκένεν ατό; Μεταφέρθηκαν στη βάση
  8. Λογικά θα είναι περιοδικό στο οποίο λείπει το εξώφυλλο που αναγράφεται το νο του τεύχους...
  9. Ο Γερμανός κομίστας έφτιαξε μια queer ιστορία του Λούκυ Λουκ και μιλά στην ATHENS VOICE με αφορμή τον μήνα του Pride. Πριν λίγα χρόνια, το 2016 συγκεκριμένα, ο φτωχός και μόνος καουμπόι των κόμικς, o Λούκυ Λουκ, συμπλήρωσε 70 χρόνια παρουσίας στις πολύχρωμες σελίδες και, για να γιορτάσει την επέτειο, η γαλλική εταιρία που έχει και τα δικαιώματα του ήρωα έδωσε τη δυνατότητα σε μερικούς φημισμένους Γάλλους και Γερμανούς κομίστες να δημιουργήσουν ιστορίες του θρυλικού καουμπόι με τη δική τους ματιά. Είδαμε παρωδίες των κλισέ του ήρωα, σκοτεινές και πιο hard boiled εκδοχές, για να φτάσουμε σε μια ιστορία, Choco-boys αποδόθηκε στα γαλλικά, όπου ο Λούκυ Λουκ αγκαλιάζει τη διαφορετικότητα. Δεν πρόκειται για μια γκέι απεικόνιση του Λούκυ Λουκ, όχι, αλλά για μια ιστορία που περιγράφει πλήρως την queer εμπειρία, την queer πλευρά της ζωής. Υπεύθυνος για την ιστορία αυτή, την ελληνική έκδοση της οποίας αναμένουμε – εκτός απροόπτου – εντός του 2022, είναι ο περίφημος Γερμανός κομίστας Ραλφ Κένιγκ (Ralf König). Ο Λούκυ Λουκ από τον Ralf König Ο Κένινγκ έκανε come-out ως γκέι άντρας στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και δημοσιεύει κόμικς γεμάτα (γκέι) σεξουαλικότητα πάνω από σαράντα χρόνια ήδη, με τεράστια επιτυχία. Έχει μεταφραστεί σε δεκατέσσερις γλώσσες, έχει πουλήσει πάνω από επτά εκατομμύρια αντίτυπα και αρκετά κόμικς του έχουν διασκευαστεί και μεταφερθεί στον κινηματογράφο, με πρώτο το «The most Desired Man» (1994) (κινηματογραφική μεταφορά των κόμικς του «Der bewegte Mann» και «Pretty Baby» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Βαβέλ» τχ. 203-209) που αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία στην ιστορία του γερμανόφωνου κινηματογράφου με box office μεγαλύτερο από σαράντα εκατομμύρια ευρώ. Στην Ελλάδα τον μάθαμε από το περιοδικό κόμικς «Βαβέλ», όπου δημοσιεύτηκαν σε συνέχειες πολλά κόμικς του όπως τα «Pretty Baby», «Beach Boys» και «Λυσιστράτη», αλλά και από τα αυτοτελή κόμικς που κυκλοφόρησαν, την «Καπότα δολοφόνο» που έγινε και ταινία, και το «Τρελές αδελφές». Στην ιστορία του Λούκυ Λουκ που έφτιαξε, ο γνωστός μας κουμπόι χρειάζεται διακοπές από τις γνωστές περιπέτειές του, μια ευκαιρία να χαλαρώσει και να είναι ο εαυτός του. Και είναι αρκετά διαφορετικός απ’ ότι συνήθως: πιο στρογγυλεμένος και – για πρώτη φορά – χωρίς μπλούζα. Πιάνει δουλειά βόσκοντας αγελάδες, οι οποίες παράγουν το γάλα που χρησιμοποιείται για την παρασκευή των νόστιμων βελγικών σοκολάτων. Το γάλα θα μεταφερθεί στο Hershey ώστε να ανακατευτεί με το πρόσφατα ανακαλυφθέν κακάο και να γίνει σοκολάτα. Κάπου εκεί ξεκινά και η κωμωδία, ή μάλλον η παρωδία του «Brokeback Mountain», καθώς ο Λουκ συναντά δύο καουμπόηδες και προσπαθεί να τους βοηθήσει να βρουν την αγάπη. Πώς όμως έφτασε ο 62χρονος σήμερα Κένιγκ να σχεδιάσει αυτή την ιστορία του Λούκυ Λουκ; Το εξώφυλλο του κόμικ με την queer ιστορία του Λούκυ Λουκ από τον Ralf König Πώς έγινε η queer friendly ιστορία του Λούκυ Λουκ Όπως μου λέει ο Ραλφ Κένιγκ στη συνέντευξη που μου παραχώρησε, η σχέση του με τον Λούκυ Λουκ ξεκινά από την παιδική του ηλικία. «Ήμουν έξι ετών όταν η μητέρα μου μού έδωσε την “Καλάμιτι Τζέιν”, το πρώτο κόμικς του Λούκυ Λουκ που έπιασα στα χέρια μου. Ως παιδί αντιλαμβανόμουν ότι ήταν σπουδαίο, χωρίς να κατανοώ πολλά. Σήμερα καταλαβαίνω την πραγματική γοητεία του μελανιού στο χαρτί των ιστοριών του Λούκυ Λουκ. Οι γραμμές είναι αυθόρμητες αλλά τέλειες. Από τη στάση του σώματος των χαρακτήρων και τις προοπτικές μέχρι τα αβάν γκαρντ χρώματα, όλα είναι τέλεια. Ο Μορίς ήταν ένας πολύ σπουδαίος κομίστας». «Το πώς κατέληξα να φτιάξω αυτήν την ιστορία του Λούκυ Λουκ είναι μια άλλη ιστορία. Είχα μια πολύ επιτυχημένη βραδιά ανάγνωσης των κόμικς μου στη Ζυρίχη της Ελβετίας και μετά το πέρας της εκδήλωσης μου έκαναν δώρο ένα κουτί με υψηλής ποιότητας ελβετικές σοκολάτες. Αυτό με έκανε να αναρωτηθώ πότε και πώς η σοκολάτα έφτασε στην Άγρια Δύση. Επίσης πάντα ήθελα να φτιάξω μια παρωδία της ταινίας “Το μυστικό του Brokeback Mountain”. Αυτές ήταν οι αρχικές ιδέες πίσω από το “Choco Boys”. Είχα δει τα επετειακά τεύχη του ήρωα και ανέφερα την ιδέα στον εκδότη μου, ο οποίος ενθουσιάστηκε και αμέσως έκανε ότι μπορούσε για να συμβεί». Η queer ιστορία του Λούκυ Λουκ από τον Ralf König Το «Λούκυ Λουκ», όπως και τα περισσότερα γαλλοβελγικά κόμικς της περιόδου που πρωτοκυκλοφόρησε, είναι γεμάτα στερεοτυπικές απεικονίσεις των ανθρώπων. Και αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που υπηρετούν άριστα την κωμωδία τους. Τον ρωτάω πως ένιωσε που έπρεπε να εισάγει το θέμα της ομοφυλοφιλίας στο context ενός κόμικς όπως ο Λούκυ Λουκ. Η απάντησή του είναι εντελώς αυθόρμητη. «Αυτός ήταν ο όρος μου για να γίνει το πρότζεκτ. Χωρίς έναν γκέι καουμπόι απλά δεν θα με ενδιέφερε να το κάνω. Οι Γάλλοι κάτοχοι των δικαιωμάτων του Λούκυ Λουκ όρισαν ρητά ότι ο ίδιος ο Λουκ θα έπρεπε να μην είναι γκέι και να μην καπνίζει. Δεν είχα πρόβλημα με το πρώτο, δεν θα έβγαζε νόημα ένας καουμπόι που είναι στρέιτ εδώ και 75 χρόνια να γίνει ξαφνικά γκέι, το δεύτερο κομμάτι που αφορούσε το κάπνισμα ήταν κάπως ατυχία. Αντιλαμβάνομαι το πρόβλημα, αλλά ήταν ήδη κολασμένα σέξι με τα αποτσίγαρα από τα στριφτά του». Για τις κινηματογραφικές μεταφορές των κόμικς του έχει ανάμεικτα συναισθήματα. «Χρωστάω πολλά στην ταινία “The most Desired Man” καθώς ήταν τεράστια εισπρακτική επιτυχία στη Γερμανία. Αλλά δεν μου άρεσε καμία από τις άλλες τέσσερις ταινίες που έγιναν μέχρι σήμερα. Είναι ένα πολύ διαφορετικό προϊόν, ένα πολύ διαφορετικό μέσο με ηθοποιούς, φωτογραφία και σκηνοθεσία με τα οποία δεν μπορώ να ανακατευτώ και πολύ πια. Αυτό ενδεχομένως να άλλαζε με μια ταινία κινουμένων σχεδίων. Υπάρχουν πλάνα αυτή την περίοδο να ξεκινήσει η παραγωγή μιας σειράς κινουμένων σχεδίων βασισμένη στα κόμικς “Konrad and Paul”. Αλλά αυτά παίρνουν πολύ καιρό μέχρι να υλοποιηθούν. Ενδεχομένως όταν είναι έτοιμο εγώ να είμαι ήδη 80 ετών», λέει γελώντας. Ραλφ Κένιγκ: μια καριέρα σαράντα ετών γεμάτων κόμικς Το 2020 συμπλήρωσε αισίως σαράντα χρόνια πορείας στον χώρο των κόμικς. Η καριέρα του είναι χωρίς αμφιβολία ζηλευτή. Εκατομμύρια πωλήσεις, μεταφράσεις σε πολλές γλώσσες, ταινίες και τώρα Λούκυ Λουκ. Για όλα αυτά νιώθει, όπως μου λέει, «βαθιά ευγνώμων. Είχα τη δυνατότητα να κάνω το πάθος μου για τα κόμικς επάγγελμα και για περισσότερα από σαράντα χρόνια να ζω από αυτό. Σήμερα έχω ένα ράφι στη βιβλιοθήκη μου μήκους ενάμισι μέτρου γεμάτο με εκδόσεις των κόμικς μου. Τι άλλο μπορώ να κάνω από το να απολαύσω τη στιγμή; Δεν χρειάζεται να αποδείξω τίποτα και σε κανέναν πια. Είναι πολύ cool. Δεν σκέφτομαι να σταματήσω. Η συνταξιοδότηση μοιάζει πολύ αφηρημένο πράγμα στο δικό μου μυαλό. Θα σχεδιάζω μέχρι το πενάκι να πέσει από τα χέρια μου ή στερέψω από ιστορίες. Από την άλλη, κάτι θα μείνει πίσω… Στο Βερολίνο υπάρχει ένα μεγάλο αρχείο με τα πρωτότυπα σχέδιά μου, πιστεύω όμως ότι η ανθρωπότητα θα έχει στο μέλλον πολύ πιο σοβαρά προβλήματα να αντιμετωπίσει από το να ασχολείται με τα γκέι κόμικς». Κοιτώντας πίσω σε αυτή την καριέρα που απλώνεται σε τέσσερις δεκαετίες του ζητάω να ανακαλέσει το πιο χαρμόσυνο και το πιο δυσάρεστο περιστατικό. «Αγαπητέ μου Γιάννη, θα πρέπει να το σκεφτώ πάρα πολύ αυτό μετά από σαράντα χρόνια πορείας». Τον αφήνω να σκεφτεί. «Ήμουν πραγματικά χαρούμενος την πρώτη φορά που υπέγραφα κόμικς μου σε αναγνώστες σε ένα γκέι βιβλιοπωλείο στο Βερολίνο, αρχές του 1980. Είχε πάρα πολύ κόσμο εκείνη τη βραδιά, το κατάστημα ήταν γεμάτο ανθρώπους που ήταν χαρούμενοι με τα μικρά σκίτσα που έφτιαχνα στα αντίτυπά τους. Το πιο δυσάρεστο πράγμα που έχω ζήσει ήταν όταν ξέσπασε η κρίση του AIDS. Υπήρχε τόσος φόβος και τόσα αγόρια πέθαιναν γεμάτα αγωνία. Το πιο όμορφο πράγμα, ο έρωτας, είχε λάβει πολύ σκοτεινή όψη. Ήταν φρικτή περίοδος. Δεν μπορούσα να αντιδράσω τότε σε όλο αυτό που συνέβαινε, δεν μπορούσα να το μεταβολίσω. Όταν πέθανε ένας πολύ κοντινός, ένας πολύτιμος φίλος που είχα, μπόρεσα να κοιτάξω κατάματα την κατάσταση και έφτιαξα την ιστορία “Super paradise”η οποία λαμβάνει χώρα στη Μύκονο». Ακτιβισμός και γκέι κόμικς Όλα τα κόμικς του Ραλφ είναι γεμάτα γκέι έρωτα. Θα έλεγε κανείς ότι είναι ο Tom of Finland of Germany. Τα γκέι θέματα είναι τα θέματά του και για πολλούς αυτό θεωρείται έμπρακτος γκέι ακτιβισμός. Ο ίδιος όμως δεν θεωρεί τον εαυτό του ακτιβιστή. «Το βλέπω ως κάτι λιγότερο εξωτικό. Είμαι γκέι και είμαι κομίστας, αυτό είναι όλο. Δεν νιώθω πως κάνω ακτιβισμό, είμαι υπεύθυνος μονάχα για την τέχνη μου. Εντούτοις είμαι πολύ χαρούμενος όταν οι αναγνώστες μου λένε ανά τα χρόνια ότι νιώθουν πιο ανοιχτόμυαλοι λόγω των ιστοριών μου, είτε είναι στρέιτ είτε γκέι. Μέλημά μου είναι πάνω απ’ όλα ο κόσμος να διασκεδάζει και συνάμα αγαπώ πολύ το σεξ και οτιδήποτε ντροπιαστικό ή “δύσκολο” το αφορά. (γέλια) Είμαι πάνω από εξήντα ετών πλέον και δεν έχω σταματήσει να αγαπώ το σεξ. Πιθανώς θα έπρεπε να με προβληματίζει αυτό και να το ψάξω ίσως και λίγο. Για την ώρα προτιμώ όμως να φτιάχνω απλά φανταστικά κόμικς». Είναι χαρούμενος με την πρόοδο της κοινωνίας σε ό,τι αφορά τα ΛΟΑΤΚΙ θέματα όλα αυτά τα χρόνια. «Στη Γερμανία τουλάχιστον, πολλά πράγματα έχουν καλυτερέψει και οι άνθρωποι παντρεύονται και τεκνοθετούν. Είναι υπέροχο όλο αυτό αν αναλογιστείς πώς ήταν η κατάσταση το ’80 που ξεκίνησα να σκιτσάρω. Τότε, ό,τι σχετιζόταν με τους γκέι ήταν ταμπού, στο περιθώριο της κοινωνίας. Θεωρούμασταν απόβλητοι. Αλλά όλες αυτές οι ελευθερίες που με κόπο κατακτήθηκαν πάντα απειλούνται από ακροδεξιούς, θρησκόληπτους και κάθε λογής οπισθοδρομικούς. Όταν σκέφτομαι το τι συμβαίνει στη Ρωσία τρομάζω», μου λέει και η συζήτηση προχωράει στο κατά πόσο η τέχνη μπορεί να αλλάξει τις αντιλήψεις της κοινωνίας στα θέματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. «Είμαι πεσιμιστής σχετικά με αυτό. Δεν πιστεύω ότι η τέχνη αλλάζει τα πράγματα προς το καλύτερο σε βάθος χρόνου. Μπορείς να έχεις σε κάθε περίπτωση καθαρές προθέσεις. Οι άνθρωποι που απεχθάνονται τους γκέι, τις λεσβίες, τα τρανς άτομα, δεν θα αλλάξουν γνώμη λόγω των κόμικς. Δεν τα διαβάζουν καν». Για τον Ραλφ Κένιγκ το Pride, το οποίο γιορτάζουμε αυτόν τον μήνα, εξακολουθεί να έχει σημασία. «Είναι πολύ σημαντικό για τα νεαρά queer άτομα να νιώσουν ότι δεν είναι μόνα τους. Πολλοί έρχονται για αυτό από την επαρχία και βιώνουν το μεγάλο, πολύχρωμο, συμπεριληπτικό πάρτι μια φορά τον χρόνο. Είτε είναι διαδήλωση, είτε απλά ένα ιβέντ, δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Μου χάρισε απλόχερα αυτοπεποίθηση όταν τη χρειάστηκα στο παρελθόν, όταν ένιωσα ανασφαλής στα νιάτα μου. Η αυτοπεποίθηση στα ΛΟΑΤΚΙ άτομα είναι απολύτως αναγκαία, οι δυσκολίες που βιώνουν τα νεαρά άτομα στο πατρικό τους είναι πιθανώς ακόμα και σήμερα σκληρές». Και το σχετικό link...
  10. Χτύπησε βαθιά νοσταλγική φλέβα η αναγγελία της απώλειας του εκδότη κάποιων περιοδικών που αποτελούσαν κάποτε το εικονογραφημένο ευαγγέλιο των ατέλειωτων και ανέμελων καλοκαιριών της προεφηβείας. Ίσως αν δεν ήταν καλοκαίρι, έστω και πέντε-έξι ζωές μετά από τα ατέλειωτα και ανέμελα καλοκαίρια της προεφηβείας, να μην είχε τον ίδιο αντίκτυπο και να μη χτύπαγε τόσο βαθιά νοσταλγική φλέβα η αναγγελία θανάτου του εκδότη κάποιων περιοδικών που αποτελούσαν το εικονογραφημένο ευαγγέλιο εκείνης της περιόδου. Ο Νίκος Δεληγιώργης ήταν εκείνος που είχε λανσάρει περιοδικά μαζικής και απόλυτης δημοτικότητας όπως η «Μανίνα» και το «Αγόρι» (απαραίτητα σχεδόν αξεσουάρ / εγχειρίδια κάποτε για τα κοριτσάκια και τα αγοράκια αντιστοίχως), αλλά και οι πιο χορταστικές μηνιαίες ή δεκαπενθήμερες εκδοχές τους («Πάττυ» και «Τρουένο») καθώς και την πιο εφηβική και ψαγμένη «Βαβούρα» αργότερα. Θυμήθηκα έναν μεγαλύτερο στο σχολείο μου που είχε θέμα με το ρο, παρ’ όλα αυτά όμως ζητούσε με μεγαλίστικη αυτοπεποίθηση από τον περιπτερά «ένα Μάγμπογο και τη Βαβούγα». Δεν είχα πετύχει στην ώρα του το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Αγόρι» που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα μέσα του καλοκαιριού του 1975 (και ολοκλήρωσε την εκπαιδευτική του διαδρομή τον Μάρτιο του 1992) και θα πρέπει η πρώτη επαφή να έγινε γύρω στο 1977, όταν είχε φύγει από τον τίτλο ο επιθετικός προσδιορισμός «Δυναμικό» και είχε μείνει σκέτο το «Αγόρι» μαζί με τον, ξεκάθαρων προθέσεων, υπότιτλο: Περιπέτειες – Δράση – Ηρωισμοί. Παρότι έμοιαζε να βασίζεται στην ίδια συνταγή (μια ανθολογία από ξένα κόμικς, εν προκειμένω βρετανικά και ισπανικά κυρίως), έμοιαζε κάπως πιο σύγχρονο ή πιο προχωρημένο ή πιο βίαιο ή πιο συναρπαστικό από το αντίπαλο δέος του, το «Μπλεκ» των εκδόσεων Ανεμοδουρά που υπήρχε ήδη από το 1969, όπως υπήρχαν και διάφοροι άλλοι τίτλοι, βραχύβιοι συχνά, που κατέκλυζαν σιγά-σιγά την αγορά ικανοποιώντας την μετάβαση από τα «παιδικά» στα «κόμικς», και κάθε καλοκαίρι έμοιαζαν να πολλαπλασιάζονται. Παρά την πανσπερμία του είδους στην αυγή της δεκαετίας του ’80, τον ερχομό των κόμικς της Marvel από τις εκδόσεις Καμπανά και την πληθώρα των κόμικς που κυκλοφορούσαν για χρόνια με ηρωικές ιστορίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου («Μάχη», «Κράνος», «Τανκς», «Έφοδος» κ.λ.π., στα οποία μπορούσες, έστω και εξαιρετικά σπανίως, να πετύχεις και κανέναν καλό Γερμανό, οι Γιαπωνέζοι όμως ήταν σταθερά οι «κίτρινοι σατανάδες» και αντιπροσώπευαν όλοι ανεξαιρέτως το εξωτικό / εφιαλτικό «Άλλο»), το «Αγόρι» παρέμενε το αγαπημένο προεφηβικό αγορίστικο ανάγνωσμα, το χάιλαϊτ της εβδομάδας. Και κάποιες ιστορίες που είχα διαβάσει εκεί, βδομάδα με τη βδομάδα, και που ενδεχομένως προορίζονταν για «μεγαλύτερα παιδιά», μου προκάλεσαν μια αίσθηση που δεν μπορούσε να επαναληφθεί ποτέ ξανά μετά την επέλαση της εφηβείας. Όπως ο ανελέητος (και φασίζων) «Δικαστής Ντρεντ», που εκεί τον ανακαλύψαμε, εισαγόμενο από το θρυλικό βρετανικό περιοδικό κόμικς «2000AD» και μεταγλωττισμένο στα ελληνικά. Όπως θα μάθαινα πολύ εκ των υστέρων, δύο ακόμα αγαπημένα μου κόμικς στο «Αγόρι» προέρχονταν επίσης από την ίδια Βίβλο: Τα «Τέρατα του Μετώπου», που ξεκινούσαν με την ανακάλυψη του ημερολογίου ενός νεαρού Γερμανού στρατιώτη που βρέθηκε να πολεμά στο Ανατολικό Μέτωπο μαζί με Ρουμάνους βρικόλακες, και το αγρίως φουτουριστικό «Αερομπόλ», η παράνοια του οποίου είναι δύσκολο να περιγραφεί (μια ομάδα μαύρων παικτών ενός υβριδικού σπορ δίνουν στο μέλλον αγώνες ζωής και θανάτου). Ίσως το πιο αγαπημένο μου όμως ήταν ένα «παλιομοδίτικο» εμφανισιακά κόμικ που λεγόταν «Αδάμ ο Αιώνιος» (δεν έχει σχέση με τον «Αιώνιο Αδάμ» του Ιουλίου Βερν) με πρωταγωνιστή έναν νεαρό βοηθό αλχημιστή του 16ου αιώνα που δοκιμάζει το ελιξίριο της αιώνιας ζωής και καταδικάζεται να περιφέρεται μαρτυρικά στον αέναο χωροχρόνο. Κι επειδή εκείνα τα καλοκαίρια υπήρχαν και ξαδέλφες στο οικογενειακό εξοχικό, προσφερόταν η δυνατότητα κατασκοπείας του «εχθρού» μέσα από τη (λαθραία) ανάγνωση της «Μανίνας» και της «Πάττυ». Από μία άποψη ήταν η διαφορά της μέρας με τη νύχτα, η διαφορά ανάμεσα στη μακάρια προεφηβεία των αγοριών και την πρώιμη εφηβεία των κοριτσιών. Τα κοριτσίστικα περιοδικά έμοιαζαν ταγμένα στην ποπ ειδωλολατρία και τα κόμικς που περιείχαν ήταν πλημμυρισμένα με ρομαντικές προσμονές, ερωτικές απογοητεύσεις και πλήθος γκομενικές καταστάσεις, την ώρα που εμείς ασχολούμασταν μόνο με μπάλα, με τέρατα και με μεταλλαγμένους υπερήρωες. Τα μόνα ινδάλματα που επιτρέπονταν στα αγοράκια ήταν οι ποδοσφαιριστές. Μετά μπήκαν, διά της βίας σχεδόν, κι άλλα ενδιαφέροντα στην εξίσωση και τα πράγματα μπλέχτηκαν. Το «Αγόρι» έμοιαζε παιδικό πια κατάλοιπο μιας προηγούμενης ύπαρξης, μια χαρά όμως είχε κάνει τη δουλειά του. Επίσης, η αγάπη για τα κόμικς από εκεί ξεκίνησε και δεν υποχώρησε ποτέ. Και το σχετικό link...
  11. Από τις δημιουργίες από μεγάλα στούντιο όπως η Walt Disney και η Warner Bros, τα αγαπημένα μας καρτούν έχουν κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες γύρω από τη δημιουργία τους. Η ιστορία του σύγχρονου animation πηγαίνει αρκετά πίσω, συγκεκριμένα στη δεκαετία του 1830 και το φαινακιστοσκόπιο, το οποίο δημιούργησε την ψευδαίσθηση της κίνησης με εικόνες σε έναν περιστρεφόμενο δίσκο από χαρτόνι. Προς το παρόν δεν υπάρχουν καν στατιστικά στοιχεία σχετικά με το πόσα κινούμενα σχέδια έχουν δημιουργηθεί, επειδή πρόκειται για μια μορφή τέχνης η οποία δύσκολα μπορεί να καταμετρηθεί. Από τα μεγάλα στούντιο όπως η Walt Disney και η Warner Bros μέχρι εν δυνάμει καλλιτέχνες στο σπίτι, τα κινούμενα σχέδια υπάρχουν παντού και ανεξάρτητα από τη δημοφιλία τους, υπάρχουν κάποια αξιοσημείωτα παρασκηνιακά γεγονότα για τη δημιουργία τους. Στη λίστα που ακολουθεί θα δούμε κάποια εξαιρετικά ενδιαφέροντα, ίσως και αμφιλεγόμενα σκηνικά για τα αγαπημένα μας καρτούν. Πηγή: Toptenz 10. Ο Popeye μιλούσε σαν να μουρμουράει επειδή σχεδιάστηκε πριν σταλεί για ηχογράφηση Αν παρακολουθήσετε μερικά παλιά κινούμενα σχέδια του Popeye από τη δεκαετία του ’30, θα παρατηρήσετε ότι ο διάλογος συχνά φαίνεται σαν να μην είναι μέρος του κινούμενου σχεδίου. Τα στόματα των χαρακτήρων δεν κινούνται σχεδόν καθόλου, και αυτό δεν ήταν τυχαίο. Ο Popeye σχεδιάστηκε πριν σταλεί για ηχογράφηση φωνών. Αυτό σήμαινε ότι οι ηθοποιοί έπρεπε να «χωρέσουν» τον διάλογο για να συμβαδίσει με την εικόνα που τους έδιναν, είτε αυτό λειτουργούσε είτε όχι. Έτσι ο Popeye και ο Bluto καταλήγουν να μουρμουρίζουν κάτω από την ανάσα τους όλη την ώρα απλώς και μόνο επειδή στο σχεδιασμό του καρτούν δεν υπήρχε η πρόθεση να μιλήσουν καθόλου. 9. Τα καρτούν του στούντιο Hanna-Barbera φορούσαν κολάρα για να είναι πιο εύκολα στον σχεδιασμό Το animation δεν είναι εύκολο πράγμα και στο παρελθόν ήταν πολύ πιο δύσκολο. Ένα καρτούν ζωγραφισμένο στο χέρι έπρεπε να συναρμολογηθεί από κυριολεκτικά χιλιάδες εικόνες, καθεμία ελαφρώς διαφορετική από την προηγούμενη στη σειρά. Φανταστείτε να σχεδιάζετε τον Μίκυ Μάους να ανεβαίνει μια σκάλα 1000 φορές, με τα πόδια του να κινούνται λίγο ψηλότερα σε κάθε εικόνα. Για να εξοικονομήσουν χρόνο και προσπάθεια οι σχεδιαστές έμαθαν να κόβουν τις γωνίες. Ένα από αυτά ήταν πολύ σαφές στα πρώτα κινούμενα σχέδια του Hanna-Barbera, στα οποία φαινόταν ότι κάθε χαρακτήρας είχε γιακά και γραβάτα. Όταν ο Fred Flinstone φορούσε γραβάτα, σήμαινε ότι το σώμα του μπορούσε να παραμείνει στατικό και μόνο το κεφάλι του έπρεπε να κινείται. Αυτό ήταν προϊόν των μειωμένων προϋπολογισμών που έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι κατασκευαστές κινουμένων σχεδίων όταν δούλευαν στην τηλεόραση. Ένα καρτούν θα μπορούσε να κατασκευαστεί χρησιμοποιώντας μόλις 2.000 σχέδια αντί για τα συνηθισμένα 14.000 ως αποτέλεσμα. 8. Τα καρτούν με τέσσερα δάχτυλα εξοικονόμησαν εκατομμύρια δολάρια Συχνά στο Simpsons, ένας χαρακτήρας μιλάει στον Θεό και ίσως έχετε παρατηρήσει ότι ο Θεός έχει πέντε δάχτυλα, ενώ όλοι οι άλλοι χαρακτήρες έχουν τέσσερα. Και μπορεί επίσης να έχετε παρατηρήσει ότι για χρόνια, οι περισσότεροι χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων είχαν τέσσερα δάχτυλα αντί για πέντε. Αν και δεν είναι πρόβλημα σήμερα χάρη στους υπολογιστές, στις μέρες των κινούμενων σχεδίων με το χέρι το να φτιάξεις ένα πέμπτο δάχτυλο ήταν σκληρή δουλειά. Τα επιπλέον δάχτυλα έκαναν έναν χαρακτήρα σαν τον Μίκυ Μάους να φαίνεται περίεργος και τον έκαναν πιο δύσκολο στο σκίτσο. Επιπλέον, δεδομένου ότι πολλοί από τους πρώτους χαρακτήρες δεν ήταν στην πραγματικότητα άνθρωποι, δεν χρειαζόταν πραγματικά να έχουν πέντε δάχτυλα. Λέγεται ότι ο Walt Disney είχε εξοικονομήσει εκατομμύρια δολάρια χάρη στους χαρακτήρες με τέσσερα δάχτυλα. 7. Στους ThunderCats υπήρχε ψυχολόγος για να επιβλέπει τα σενάρια Αν σκεφτήκατε ποτέ ότι τα κινούμενα σχέδια της δεκαετίας του ’80 ήταν απλώς ανόητη ψυχαγωγία ή δικαιολογίες για να πουληθούν φιγούρες δράσης, ξανασκεφτείτε το. Αν μη τι άλλο, οι ThunderCats ήταν εκεί για να διδάξουν στα παιδιά την ηθική, και είχαν ακόμη και έναν ψυχολόγο για να διασφαλίσουν ότι αυτό συμβαίνει. Ο Δρ. Robert Kuisis προσλήφθηκε για να αναθεωρήσει όλα τα σενάρια και να προσφέρει ανακατεύθυνση με βάση τους τομείς που σχετίζονται με τη βία και την ηθική. Αυτό έγινε το 1985, μια εποχή που η βία και το απροκάλυπτο μάρκετινγκ στα παιδιά μέσω των κινουμένων σχεδίων ήταν μια σημαντική ανησυχία στα μέσα ενημέρωσης. Τα κινούμενα σχέδια τοποθετούνταν συχνά στο μικροσκόπιο ως πολύ βίαια ή στερούμενα αξίας για τα παιδιά που τα παρακολουθούσαν. 6. O Pepe Le Pew θεωρούνταν Ιταλός στη Γαλλία Το 2021 ο Pepe Le Pew αποβλήθηκε από το ρόστερ των Looney Tunes μετά από σχεδόν 70 χρόνια, καθώς το να κυνηγά αδυσώπητα μια γυναίκα που δεν θέλει να είναι κοντά του, και στη συνέχεια να την πιέζει όταν την πιάνει, δεν είναι ηθικό. Αλλά ακόμη και πριν από αυτό, μερικοί άνθρωποι αναρωτήθηκαν πώς ένα καρτούν που φαίνεται να κοροϊδεύει αλύπητα τους Γάλλους κράτησε τόσο πολύ. Τι νόμιζαν οι Γάλλοι; Αποδεικνύεται ότι λίγοι Γάλλοι γνώριζαν ότι υπήρχε πρόβλημα. Στη Γαλλία ο Pepe Le Pew δεν ήταν Γάλλος, ήταν Ιταλός. Ο ηθοποιός Francois Tavares έκανε τη γαλλική μεταγλώττιση του Pepe le Putois, που σημαίνει polecat, για το γαλλικό κοινό με μια παχιά, υπερβολική ιταλική προφορά, επιτρέποντας έτσι σε όλους να γελάσουν με τα στερεότυπα μιας διαφορετικής κουλτούρας και γλώσσας. 5. Ο ηθοποιός Casey Kasem εγκατέλειψε τον Scooby Doo σε ένδειξη διαμαρτυρίας για ένα διαφημιστικό σποτ του Burger King Η αρχική φωνή του Shaggy από τον Scooby Doo ήταν ο Casey Kasem. Άρχισε να παίζει τον Shaggy τη δεκαετία του 1960 και έκανε voice acting μέχρι τη δεκαετία του 2010 λίγο πριν τον θάνατό του, αλλά υπήρξε μια χρονική περίοδος κατά την οποία ο Kasem εγκατέλειψε τον Scooby Doo σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Μεταξύ 1995 και 2002, ο Kasem αρνήθηκε να κάνει τη φωνή του Shaggy αφού οι χαρακτήρες επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν σε ένα διαφημιστικό για το Burger King. Ο Kasem, vegan και ένθερμος υποστηρικτής αυτού του τρόπου ζωής, φέρεται να στενοχωρήθηκε που το Hanna-Barbera, το στούντιο πίσω από το καρτούν, δεν ήταν διατεθειμένο να κάνει και τον Shaggy vegan. Ο Kasem όχι μόνο αρνήθηκε τη διαφήμιση, αλλά άφησε την εκπομπή εντελώς για 7 χρόνια. Μόνο όταν οι παραγωγοί υποχώρησαν και συμφώνησαν να κάνουν τον Shaggy χορτοφάγο επέστρεψε. 4. Σε κινούμενα σχέδια όπως ο GI Joe προστέθηκαν ατάκες για να κατευνάσουν τους κριτικούς και να εμφανιστούν εκπαιδευτικά Εάν ήσασταν παιδί της δεκαετίας του 1980, τότε πιθανότατα γνωρίζετε καλά τη φράση «η γνώση είναι η μισή μάχη». Έγινε διάσημη από τον GI Joe, καθώς έτσι τελείωνε κάθε επεισόδιο. Οι GI Joe, όπως οι Transformers και ο He-Man, ήταν ουσιαστικά μια διαφήμιση δράσης 30 λεπτών. Σχεδιάστηκε για να πουλάει παιχνίδια. Οι δημιουργοί του σόου γνώριζαν ότι αυτό θα μπορούσε να είναι πρόβλημα, οπότε για να αποσιωπήσουν τους επικριτές προσπαθούσαν να δώσουν και έναν «εκπαιδευτικό τόνο». Τα μηνύματα αυτά επιβλέπονταν από γιατρό, προερχόμενο από τη Σχολή Εκπαίδευσης και Ανθρώπινης Ανάπτυξης του Χάρβαρντ, και ελέγχονταν από το Εθνικό Συμβούλιο Ασφάλειας των Παιδιών. 3. H Costco και ο Ρατατούης της Disney "έσπασαν" τους κανόνες περί διαφήμισης Οι ταινίες που περιέχουν διαφημίσεις δεν είναι κάτι καινούργιο. Έτσι, όταν η Disney ήθελε να προωθήσει την ταινία Ratatouille το 2007 δεν ήταν παράξενο το να προσπαθήσουν να συνεργαστούν με την Costco. Το πρόβλημα με τη συνεργασία σε αυτή την περίπτωση ήταν το τι αποφάσισαν να κάνουν οι δύο εταιρείες. Παρήγαγαν κρασί με το σήμα του Ratatouille. Η ταινία αφορούσε έναν αρουραίο σεφ, οπότε αν και η ιδέα δεν ήταν τόσο τρελή, το σχέδιο με τον αρουραίο παραβίασε τους κανόνες διαφήμισης του Wine Institute που υπήρχαν από το 1949. Το σχέδιο λοιπόν έπρεπε να ακυρωθεί, παρά το γεγονός ότι το οινοποιείο ήταν γαλλικό και δεν τηρούσε τους συγκεκριμένους κανόνες που ισχύουν μόνο στην Καλιφόρνια. 2. Το Clone High ακυρώθηκε λόγω διαδηλώσεων στην Ινδία Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, το Clone High έκανε το ντεμπούτο του πρώτα στον Καναδά και στη συνέχεια στο MTV. Το καρτούν για ενήλικες απεικόνιζε ένα γυμνάσιο στο οποίο οι μαθητές είναι όλοι κλώνοι σημαντικών ιστορικών προσωπικοτήτων. Ωστόσο, ακυρώθηκε λίγο μετά τις μαζικές και πολύ σοβαρές διαδηλώσεις στην Ινδία όπου 100 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων μέλη της ινδικής κυβέρνησης, έκαναν απεργίες πείνας. Ο Γκάντι ήταν ένας από τους χαρακτήρες στην εκπομπή, όμως αντί να είναι αντιπροσωπευτική απεικόνιση της πραγματικής του προσωπικότητας, οι δημιουργοί επέλεξαν να τον παρουσιάσουν ως κάποιον που είχε εμμονή με το μεθύσι και το σεξ. Αυτό φυσικά δεν πήγε καλά στον τόπο όπου τον τιμούν ως εθνικό ήρωα. Το MTV ζήτησε συγγνώμη αμέσως και ακύρωσε το πρόγραμμα. Διέγραψαν ακόμη και όλες τις αναφορές της εκπομπής από τον ιστότοπό τους, μόνο και μόνο για να είναι ασφαλείς. 1. Η εμφάνιση και η φωνή της Betty Boop κλάπηκαν από μία τραγουδίστρια που τα αντέγραψε από μία άλλη Η Betty Boop δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1930, σχεδιάστηκε ώστε να μοιάζει με flapper και μιλούσε με μια χαρακτηριστική, ψηλή φωνή. Θεωρείται γενικά ως ένα από τα πρώτα κινούμενα σύμβολα του σεξ και παραμένει μέχρι σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα αργότερα. Αυτό που πολλοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν, είναι ότι οι παραγωγοί πίσω από την Boop μηνύθηκαν από την ηθοποιό Helen Kane επειδή της έκλεψαν τον ήχο και την εμφάνισή της. Η Kane τραγούδησε περίφημα ένα τραγούδι που ονομάζεται I Wanna Be Loved by You το 1928, το οποίο αργότερα έγινε πολύ πιο γνωστό από την Betty Boop. Ο δημιουργός της Boop, Max Fleischer, παραδέχτηκε μάλιστα ότι βάσισε το σχέδιό του εν μέρει στην Kane, ωστόσο δεν γνωρίζετε ακόμα για την Baby Esther. Η Esther Jones ήταν τραγουδίστρια πριν από την Helen Kane, η οποία ονομαζόταν Baby Esther. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η Kane είχε δει την Jones να παίζει στα τέλη της δεκαετίας του 1920, πριν από τη δική της άνοδο. Τραγoυδούσε στο Cotton Club στο Χάρλεμ και είχε καταφέρει να δημιουργήσει μια περσόνα που συνδύαζε αυτούς τους παιδικούς ήχους «boop» και «doop» σε μια σαγηνευτική μουσική παράσταση. Το βίντεο με τις παλιές πράξεις της Baby Esther χρησιμοποιήθηκε για να αποδειχθεί ότι η Kane δεν ήταν η έμπνευση, όπως είχε ισχυριστεί, και ότι ουσιαστικά μήνυσε για ένα στυλ που η ίδια είχε κλέψει. Η Kane έχασε τη δίκη. Δυστυχώς η Baby Esther είχε εξαφανιστεί εκείνη τη στιγμή και θεωρήθηκε νεκρή, έτσι δεν κατάφερε ποτέ να γίνει το «πραγματικό» πρόσωπο της Betty Boop. Και το σχετικό link...
  12. Ο γνωστός Ισπανός κομίστας Άνχελ δε λα Κάγιε μάς μιλά για τα γκράφικ νόβελ του και πώς αυτά επηρεάζονται σφόδρα από την πολιτική πραγματικότητα. Συναντήσαμε τον Ισπανό κομίστα Άνχελ δε λα Κάγιε στο πλαίσιο του επιτυχημένου φεστιβάλ βιβλίων Books n’ Beer στην πλατεία Πρωτομαγιάς, όπου παρουσίασε το γκράφικ νόβελ «Χρώματα πολέμου» (Εκδόσεις Red n’ Noir). Παρακολουθήσαμε τη συζήτηση και λίγο αργότερα είχαμε μια φιλική κουβέντα γύρω από το βιβλίο του, την πολιτική και την τέχνη. Γεννημένος το 1958, ο Δε Λα Κάγιε – διευθυντής του νουάρ φεστιβάλ Semana Negra – έζησε το τέλος του κύματος κοινωνικής αλλαγής που σάρωσε τη Λατινική Αμερική, του οποίου οι ηγέτες ηττήθηκαν ολοκληρωτικά από τις κρατικές δυνάμεις καταστολής με την καθοδήγηση του Πενταγώνου και της CIA. Αυτά ζωγραφίζει και διηγείται στις ασπρόμαυρες σελίδες του τελευταίου βιβλίου του, που αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας άτυπης τριλογίας, με το πρώτο να αφορά την Ιταλοαμερικάνα Τίνα Μοντότι, φωτογράφο, ηθοποιό, μοντέλο, συνάμα ακτιβίστρια της Τρίτης Διεθνούς και μέλος του Κ.Κ. Μεξικού, που κυκλοφόρησε και στη χώρα μας με τίτλο «Tina Modotti – Από την τέχνη στην επανάσταση» (Εκδόσεις ΚΨΜ). Όπως σημειώνει ο κομίστας, «τα “Χρώματα πολέμου” τελειώνουν με την προσπάθεια του πρωταγωνιστή – που είναι ο ίδιος – να γράψει ένα βιβλίο για την αριστερή Αμερικανή ηθοποιό Τζιν Σίμπεργκ που 50 χρόνια μετά είχε το ίδιο τέλος με τη Μοντότι: και οι δυο βρέθηκαν νεκρές στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου με αμφιλεγόμενες αιτίες θανάτου. Αυτό που τις ενώνει κυριολεκτικά ήταν οι επαναστατικές προσωπικότητές τους». Οι ήρωες των «Χρωμάτων» είναι τέσσερις ζωγράφοι που παράτησαν τα πινέλα και πήραν τα όπλα για να απελευθερωθούν από τις χούντες και τους νέους γιάνκηδες αποικιοκράτες – Τουπαμάρος, Ουρουγουάη, Μοντονέρος, Αργεντινή, ΜΙR, Χιλή –, καθώς και ένας Μεξικανός που γλίτωσε απ’ τη σφαγή των φοιτητών στην πλατεία Τλατελόλκο το 1968. Άφησαν κατά μέρος την τέχνη τους, γιατί η τέχνη χωρίς πολιτική δεν είναι τέχνη. Η αισθητική χωρίς ηθική δεν είναι τέχνη, είναι διακόσμηση. Τους ήταν αδύνατο να μπογιατίζουν απλώς τους καμβάδες. Τους συνέλαβαν, τους βασάνισαν, τους τσάκισαν σωματικά και ψυχικά – κάποιους ελευθέρωσαν, άλλοι δραπέτευσαν, σχεδόν όλοι κατέφυγαν στο Παρίσι κατεστραμμένοι. Γι’ αυτή τη «χαμένη γενιά» ο Δε Λα Κάγιε θυμίζει τα λόγια του Ισπανού ποιητή Αντόνιο Ματσάδο (1939): «για τους ιστορικούς μπορεί να έχουμε ηττηθεί, όμως ανθρωπίνως έχουμε νικήσει». Ακριβώς. Η μνήμη των αγώνων για να αλλάξει η ζωή έρχεται με ένταση σήμερα, με τις αριστερές κυβερνήσεις που εδώ και 20 χρόνια κερδίζουν τις εκλογές σε όλη σχεδόν τη Λατινική Αμερική. Είναι αυτές που αναφέρονται στα σοσιαλιστικά κινήματα που νικήθηκαν, αλλά οι ιδέες τους κέρδισαν τους εργαζομένους και ανακαλούν τις μνήμες τους: Κομαντάντε Τσάβες, Ραφαέλ Κορέα, Έβο Μοράλες, Πέπε Μουχίκα, Κίρσνερ, Γκάμπριελ Μπόριτς. Με την εμφάνιση αυτών των ηγετών επιστρέφουν τα αιτήματα της αναδιανομής του πλούτου, της κοινωνικής ισότητας, κατά των φυλετικών διακρίσεων και ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Αλλά για τον ίδιο, αυτό που τον εντυπωσιάζει περισσότερο είναι το σώμα. Το σώμα μιας γυναίκας με μαντίλι που σηκώνει ψηλά με τα χέρια της την εικόνα ενός προσώπου, ενός desaparecido, ενός αγνοούμενου συγγενή – γιου, πατέρα, αδελφού. Η εικόνα του 20ού αιώνα. Και το σχετικό link...
  13. Τα κόμικς συναντούν την κινηματογραφική μουσική του Ennio Morricone στη Λάρισα. Οδός Μανωλάκη, Λάρισα. Μια τεράστια τοιχογραφία με το πορτρέτο του Ιταλού μουσικοσυνθέτη Ennio Morricone κοσμεί μια πολυκατοικία. Ακριβώς απέναντι, σε είσοδο πολυκατοικίας που οδηγεί στην υπόγεια ρωμαϊκή δεξαμενή του Διοκλητιανού, μας υποδέχονται δυο μικρότερες τοιχογραφίες του Maestro και του σπουδαίου σκηνοθέτη Σέρτζιο Λεόνε. Σε κοντινή απόσταση, στη Μ. Αλεξάνδρου, δεσπόζει μια εντυπωσιακή απεικόνιση από την ταινία «Σινεμά ο Παράδεισος», ενώ σε παλιό κτίσμα της οδού Σκυλοσόφου, αντικρίζουμε ένα εικαστικό με τα πορτρέτα των αναρχικών Σάκο και Βαντσέτι που το 1927 καταδικάστηκαν σε θάνατο στις ΗΠΑ. «Exorcist II: The Heretic» (λεπτομ.), της Στέλλας Στεργίου Κάτι «τρέχει» σε αυτή την πόλη, που δεν κρύβει ότι είναι φιλότεχνη και σινεφίλ. «Υπεύθυνος» για τις παραπάνω καλλιτεχνικές παρεμβάσεις που στολίζουν τη Λάρισα είναι ο Πολιτιστικός Σύλλογος Φίλων Μουσικής Ennio Morricone Ελλάδος. Και «ψυχή» του συλλόγου, ο άοκνος πρόεδρός της, Κωνσταντίνος Παπακώστας. Ο σύλλογος ιδρύθηκε το 2011 με βασικό σκοπό την προώθηση ανά την Ελλάδα και το εξωτερικό της μουσικής, της σημαίνουσας προσωπικότητας και της φιλοσοφίας του μεγάλου μουσικοσυνθέτη. Φιλοδοξία του συλλόγου ήταν να αποτελέσει έναν ζωντανό πυρήνα πολιτιστικής δημιουργίας και έκφρασης, με καλλιτεχνικά δρώμενα ανοιχτά στην κοινωνία. Αυτό το έχει πετύχει καθώς εκτός από τις τεράστιες σχεδιαστικές αναπαραστάσεις σε κτίρια σε συνεργασία με σημαντικούς καλλιτέχνες, έχει διοργανώσει κινηματογραφικές προβολές, εικαστικές εκθέσεις (ζωγραφικής, γλυπτικής, αφίσας, κόμικς) κ.ο.κ. Όλες αυτές οι δραστηριότητες έχουν καταστήσει τη Λάρισα στα εγχώρια και διεθνή ΜΜΕ ως συνώνυμο «της πόλης που αγαπάει τον Μορικόνε». «Orca», της Αγγελικής Σαλαμαλίκη Όσο ο Maestro ήταν εν ζωή είχε πληροφορηθεί για τους Έλληνες φίλους του, με τους οποίους είχε τηλεφωνική επαφή. Η δράση του συλλόγου δεν άφησε ασυγκίνητο τον Τζουζέπε Τορνατόρε ο οποίος τη συμπεριέλαβε στο τελευταίο ντοκιμαντέρ του, «Ennio» (2021), προσκαλώντας τους εκπροσώπους του στην πρεμιέρα στο περσινό Φεστιβάλ Βενετίας. O Ennio Morricone (1928-2020), εμβληματικός μουσικοσυνθέτης με πάνω από 60 χρόνια δημιουργικής πορείας, έγραψε μουσική για περισσότερες από – κάθε είδους – 500 ταινίες και σειρές, καθώς και δεκάδες κλασικά κομμάτια. Παρότι είναι πασίγνωστος για τις «σπαγγέτι γουέστερν» μελωδίες του (από ταινίες όπως «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος» και «Η Μονομαχία στο Ελ Πάσο»), στην πραγματικότητα τα γουέστερν αντιπροσωπεύουν μόλις το 1/10 της φιλμογραφίας που επένδυσε μουσικά. Ο Morricone κατάφερε να αποτυπώσει μουσικά όλες τις πτυχές του ανθρώπινου βιώματος: από τον έρωτα και τη νοσταλγία μέχρι την πνευματικότητα και τον θάνατο. Η μοναδικότητα και η ποικιλομορφία του έργου του, με ένα ευρύ και αναγνωρίσιμο μουσικό φάσμα για όλα σχεδόν τα είδη κινηματογραφικών ταινιών, τον καθιστούν έναν από τους πλέον πολύπλευρους, παραγωγικούς και επιδραστικούς μουσικοσυνθέτες όλων των εποχών. Τα μέλη του συλλόγου αποφάσισαν φέτος να αναδείξουν την αμιγώς «σινεφίλ» διάσταση του Maestro. Τον τρόπο που εμπνεύστηκε και έγραψε τις συνθέσεις του για μια ευρεία γκάμα ταινιών. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο σύλλογος απευθύνθηκε σε 26 Έλληνες/ίδες δημιουργούς κόμικς οι οποίοι/ες επέλεξαν ισάριθμες αντιπροσωπευτικές ταινίες, προκειμένου να εμπνευστούν και να φιλοτεχνήσουν από μια μονοσέλιδη ιστορία. Η λίστα καλύπτει χρονικά μια περίοδο από τη δεκαετία του ’60 μέχρι το 2013 και περιλαμβάνει φιλμ που εκτείνονται από την επιστημονική φαντασία, το crime fiction και τον τρόμο, μέχρι την επική φαντασία, το αισθηματικό δράμα και την πολεμική περιπέτεια. Από τη λίστα απουσιάζει το είδος των γουέστερν, καθώς κρίθηκε ότι αξίζει αυτόνομο αφιέρωμα. «1900», της Chrispy Shift Ο/η κάθε καλλιτέχνης κλήθηκε να εμπνευστεί από την ατμόσφαιρα, την πλοκή και, βέβαια, το σάουντρακ της ταινίας που επέλεξε, εικονοποιώντας τα συναισθήματα που του/της προκάλεσε. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό: 26 μονοσέλιδες ιστορίες «πάντρεψαν» τα κόμικς με τον κινηματογράφο και τη μουσική, αποδεικνύοντας πως οι διάφορες μορφές τέχνης μπορούν να συνεργαστούν και να συμπληρώσουν η μία την άλλη, χαρίζοντάς μας ιστορίες που μας συγκινούν. Τα 26 έργα είναι μοναδικά ως προς την αισθητική και την τεχνοτροπία τους, αντιστοιχώντας στη διαφορετικότητα του κάθε καλλιτέχνη. Στην έκθεση συνυπάρχουν η δαιμονισμένη έφηβη από τον «Εξορκιστή 2» και η Λολίτα από την ομώνυμη ταινία του 1997. Η επώδυνη αναπόληση των παιδικών χρόνων του Νουντλς στο «Κάποτε στην Αμερική» και η γλυκιά νοσταλγία του Σαλβατόρε στο «Σινεμά ο Παράδεισος». Η «βλάσφημη» και γκροτέσκα αλληγορία του φασισμού στο «Σαλό» και οι Ιησουίτες ιεραπόστολοι που ταυτίστηκαν με τη μοίρα των ιθαγενών Γκουαράνι στην «Αποστολή». «Red Sonja», Γιάννης Ρουμπούλιας Κάποια από τα κόμικς υπηρετούν την πλοκή της ταινίας, άλλα την προσεγγίζουν πιο εικαστικά. Κοινός παρονομαστής των έργων ο ίδιος ο Maestro ο οποίος περιλαμβάνεται με κάποιον τρόπο. Σε κάποια έργα (π.χ. The Legend of 1900, Malena) η παρουσία του είναι αόρατη, αλλά αισθητή μέσω της μουσικής του. Σε άλλα (π.χ. Le Clan des Siciliens, Red Sonja) αναφέρεται το όνομά του ή απεικονίζεται σε πρώτο ή δεύτερο πλάνο (π.χ. Città violenta , Sacco e Vanzetti, Frantic, Wolf). Ενώ σε ορισμένα (π.χ. Battle of Algiers, Le Casse, The Island) ο Maestro πρωταγωνιστεί, μιλώντας μας σε πρώτο πρόσωπο για την έμπνευσή του. Η έκθεση κόμικς «Ennio the Cinephile» έρχεται ως συνέχεια της περσινής ατομικής, βιογραφικής έκθεσης «Io, Ennio Morricone», η οποία, βασισμένη σε συνεντεύξεις του, σκιαγραφούσε τη ζωή του. Σκοπός αυτών των εκθέσεων (και όσων βέβαια πρόκειται να ακολουθήσουν υπό τον κοινό τίτλο «Sketching Ennio») είναι η γνωριμία του κοινού με το μουσικό έργο του Morricone αλλά και με τις ίδιες τις ταινίες, καθώς κάθε σελίδα κόμικς προσφέρει ένα ερέθισμα για να τις δούμε. Η έκθεση, υπό την αιγίδα του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου και της Περιφέρειας Θεσσαλίας και τη στήριξη του Martini Bacardi Greece, θα παραμείνει μέχρι τις 10 Οκτωβρίου στον χώρο Speak Easy του Συνεργατικού Καφενείου Kubrick (Πρωτοπαπαδάκη 12, πλ. Ταχυδρομείου, Λάρισα). Όσοι/ες την επισκεφτούν, θα έχουν τη δυνατότητα να γευτούν το ιδιαίτερο «Ennio Cocktail». Αν ο δρόμος δεν σας βγάλει στη Λάρισα, μπορείτε να θαυμάσετε τα έργα από τη FB σελίδα του συλλόγου («Ennio Morricone Greek Page») που θα ανεβαίνουν στη διάρκεια του καλοκαιριού. Οι συμμετοχές Δήμητρα Αδαμοπούλου, John Antono, Μαγδαληνή Βεντούρη, Tόμεκ Γιοβάνης, Σπύρος Δερβενιώτης, Ορέστης – Orestix – Ερμείδης, Γεωργία Ζάχαρη, Έφη Θεοδωροπούλου, Θανάσης Καραμπάλιος, Σταύρος Κιουτσιούκης, Ραφαέλλα Κόνη, Tasmar, Παναγιώτης Μητσομπόνος, Μάριος Μπόρας, Δήμητρα Νικολαΐδη, Αλέξια Οθωναίου, Θανάσης Πετρόπουλος, Γιάννης Ρουμπούλιας, Αγγελική Σαλαμαλίκη, Chrispy Shift, Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, Νίκος Σταυριανός, Στέλλα Στεργίου, Νικόλας Στεφαδούρος, Lussaki, Κώστας Φραγκιαδάκης. Και το σχετικό link...
  14. Σκίτσο του Πέτρου Ζερβού στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 10/06/22.
  15. Η κατάσταση στο λιμάνι του Πειραιά αμέσως μετά την καταστροφή της Σμύρνης το 1923, οι συγκλονιστικές ιστορίες των προσφύγων και οι ανυπόφορες συνθήκες στις οποίες έπρεπε να ζήσουν, αντιμετωπίζοντας εχθρότητα και πολιτική αστάθεια, γίνονται για τον Θανάση Πέτρου το πλαίσιο για το νέο συγκλονιστικό graphic novel του. 1923, Πειραιάς, μετά την καταστροφή της Σμύρνης. Χιλιάδες Μικρασιάτες πρόσφυγες κατακλύζουν το λιμάνι, ενώ το στρατιωτικό κίνημα που αναλαμβάνει επίσημα την άσκηση της εξουσίας απαιτεί την απομάκρυνση του βασιλιά. Η στρατοκρατούμενη διοίκηση πρέπει να φροντίσει για τη σίτιση και τη στέγαση των χαροκαμένων προσφύγων οι οποίοι, πέρα από τις ταλαιπωρίες τους, έχουν να υπομείνουν και τη σχεδόν εχθρική σε πολλές περιπτώσεις αντιμετώπιση από τους γηγενείς Έλληνες. Ο Σμυρνιός Γιώργος Αμπατζής και ο Ζακυνθινός Σπύρος Τζανέτος, συμπολεμιστές στη Μικρασιατική Εκστρατεία που έχουν πάρει το στρατιωτικό τους απολυτήριο και φτάνουν στον Πειραιά μαζί με τις χιλιάδες προσφύγων τον Σεπτέμβριο του 1922, αγωνίζονται να επιβιώσουν στις ανυπόφορες συνθήκες και την πολιτική αστάθεια σε ένα περιβάλλον με αμέτρητες δυσκολίες. Ο Αμπατζής αναζητά τη χαμένη του οικογένεια και ο Τζανέτος παραμένει στο λιμάνι για να βοηθήσει τον φίλο του. Το νέο κόμικς του Θανάση Πέτρου «1923, Εχθρική Πατρίδα» που κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Ίκαρος είναι το τρίτο μέρος της συναρπαστικής ιστορίας που ξεκίνησε με τους «Ομήρους του Γκαίρλιτς, Μια απίστευτη, αληθινή ιστορία διχασμού και πολέμου» και συνεχίστηκε με το «1922, Το τέλος ενός ονείρου». Παρουσιάζει με ρεαλιστικό τρόπο τις συνθήκες στους καταυλισμούς των προσφύγων και τη δημιουργία μιας ολόκληρης περιοχής, της Κρεμμυδαρούς, μέσα από περιστατικά που είναι σκληρά και απάνθρωπα αλλά εντελώς αληθινά – με καρέ ωμής πραγματικότητας. «Αρχικά είχα ξεκινήσει να γράφω μια ιστορία που θα εστίαζε στο ρεμπέτικο, την οποία όμως εγκατέλειψα σχετικά γρήγορα, όταν συνειδητοποίησα ότι τα γεγονότα με το Δ' Σώμα Στρατού στο Γκαίρλιτς και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονταν είχαν πολύ περισσότερο ενδιαφέρον», εξηγεί ο Θανάσης Πέτρου. «Πριν ακόμα εκδοθούν οι "Όμηροι" είχα ξεκινήσει να ετοιμάζω τη συνέχειά τους, δηλαδή το “1922, το τέλος ενός ονείρου”, στο οποίο διαπραγματεύομαι την ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το να ασχοληθώ με τις συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής και τη μοίρα των προσφύγων που έφτασαν στην Ελλάδα μου φάνηκε ότι ήταν μονόδρομος, οπότε προέκυψε το “1923, Εχθρική πατρίδα”. Επομένως, αν και δεν ήταν ο αρχικός σκοπός μου να κάνω μια τριλογία, τελικά συνέβη. Στους "Όμηρους" τον ρόλο του αφηγητή παίζει ο Θεσσαλονικιός Οικονόμου, στο “1922” τη σκυτάλη παίρνει ο Σμυρνιός, ενώ στο “1923” ουσιαστικά δεν υπάρχει αφηγητής. Ξεκινώντας να συλλέγω υλικό και να γράφω το σενάριο για το “1923” είχα κατά νου η ιστορία μου να φτάσει μέχρι το 1936, την εποχή που επιβάλλεται η δικτατορία από τον Μεταξά. Ωστόσο, τα ιστορικά γεγονότα του ελληνικού Μεσοπολέμου είναι τόσα πολλά και τόσο σύνθετα που ήταν αδύνατο με την αφήγησή μου να καλύψω μια τόσο μεγάλη χρονική περίοδο. Επομένως θα υπάρξει και συνέχεια γιατί θέλω η ιστορία των πρωταγωνιστών μου να ολοκληρωθεί το 1936 και μάλιστα αυτό να γίνεται στη γενέθλια πόλη μου, τη Θεσσαλονίκη». — Τι έρευνα έκανες για να δημιουργήσεις το σκηνικό και τους ήρωες; Από τον τρόπο που μιλάνε μέχρι την κατάσταση στα καταλύματα στις περιοχές που τους έβαλαν να μείνουν; Προφανώς υπάρχει τεράστια βιβλιογραφία που σχετίζεται με το θέμα των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, της υποδοχής και της ένταξής τους στον ελλαδικό χώρο, έκανα μια επιλογή βιβλίων που αποτέλεσαν τις αρχικές πηγές μου. Πολύ βασικότερο ρόλο στην άντληση υλικού για το σενάριό μου είχε η ανάγνωση εφημερίδων της εποχής. Ουσιαστικά έκανα αποδελτίωση των καθημερινών φύλλων 4-5 εφημερίδων από τον Σεπτέμβριο του 1922 μέχρι τον Απρίλιο του 1924. Ήταν πολύ κουραστικό, αλλά «ψάρευα» φοβερά πράγματα ώστε να σχηματίσω μια πληρέστερη εικόνα για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Βέβαια πάρα πολλά από αυτά δεν τα χρησιμοποίησα, αλλά αυτό πάντα συμβαίνει όταν κάνεις έρευνα και συλλέγεις υλικό, ένα πολύ μεγάλο μέρος του μένει στο ράφι. — Πες μου για τις αληθινές προσωπικότητες που εμφανίζονται μέσα στην ιστορία. Στη διάρκεια της αφήγησης βλέπουμε δύο φορές τον Νικόλαο Πλαστήρα, επικεφαλής του επαναστατικού κινήματος, να βγάζει λόγο στο Σύνταγμα, ενώ ένα μικρό πέρασμα κάνουν ο έφηβος Μάρκος Βαμβακάρης (17 χρονών το 1922), ο συνθέτης Βαγγέλης Παπάζογλου και ο τραγουδιστής Στελλάκης Περπινιάδης (οι δυο τους, με βάση τη βιογραφία του Περπινιάδη, όντως είχαν γνωριστεί στα Βούρλα). Κατά τα άλλα, όσοι χαρακτήρες εμφανίζονται στο βιβλίο είναι επινοημένοι. — Πόσο δύσκολο ήταν να εντάξεις όλα αυτά τα γεγονότα μέσα στο σενάριο του κόμικς και σε ελάχιστα καρέ; Δεν ήταν εύκολο, γιατί επιπλέον στο τρίτο βιβλίο δεν υπάρχει αφηγητής, επομένως τα πάντα έπρεπε να γίνονται κατανοητά από την οπτική αφήγηση και τους διαλόγους. Μόνο στην τελευταία σελίδα του βιβλίου θα διαβάσουμε τις σκέψεις του Αμπατζή. Ήταν επιλογή μου να απουσιάζει ο αφηγητής που θα μας περιγράφει κάποια γεγονότα, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του ή θα τοποθετεί χωρικά ή χρονικά τον αναγνώστη. Επομένως, όλα τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου στην οποία αναφέρομαι δεν περιγράφονται αυτά καθ’ εαυτά, αλλά προσπάθησα να τα εντάξω έμμεσα. — Μίλησέ μου για τους άλλους χαρακτήρες του κόμικς, τον Σπύρο Τζανέτο, τον Μπάμπη Καραλή, τη Μαριγώ… Ο Σπύρος Τζανέτος, Επτανήσιος στην καταγωγή, ήταν συμπολεμιστής του Αμπατζή στη Μικρασιατική Εκστρατεία και σ’ αυτή την πρωτόγνωρη πραγματικότητα που αντικρίζουν στον Πειραιά αποφασίζει να μείνει και να συμπαρασταθεί στον φίλο του. Στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσε να φύγει, γιατί τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1922 οι ακτοπλοϊκές γραμμές είχαν διακοπεί. Όλα τα πλοία ουσιαστικά χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά προσφύγων από τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου προς τα μεγάλα λιμάνια της ηπειρωτικής ή της νησιωτικής χώρας. Ο χαρακτήρας του Μπάμπη Καραλή, μαζί με την παρέα του, ουσιαστικά αντιπροσωπεύει τον ντόπιο Πειραιώτη που είναι μάγκας, πονηρός, λωποδύτης και προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τους πρόσφυγες, ώστε να βρει έναν εύκολο τρόπο βιοπορισμού. Με δεδομένο ότι το ρεμπέτικο τραγούδι γεννήθηκε στον Πειραιά και με δεδομένο ότι σήμερα υπάρχει μια ρομαντική, σχεδόν μυθική διάσταση γύρω από αυτό και τους δημιουργούς του, θέλησα να δείξω ότι ο κόσμος της μαγκιάς του Πειραιά, στην πραγματικότητα απείχε πάρα πολύ από οποιαδήποτε ειδυλλιακή εικόνα έχουμε πλέον εμείς και η οποία βασίζεται στα ρεμπέτικα τραγούδια. Ο κόσμος της μαγκιάς είχε κλέφτες, απατεώνες, φυλακόβιους, νταβατζήδες, μαχαιροβγάλτες, τραμπούκους. Θύμα του Μπάμπη πέφτει η έφηβη Μαριγώ, η αδελφή του Αμπατζή, η οποία έχει χάσει την οικογένειά της στη Σμύρνη και φτάνει ολομόναχη στον Πειραιά. — Η κατάσταση στα προσφυγικά ήταν πολύ δύσκολη, κι ο τρόπος που παρουσιάζεται στο «1923» είναι πολύ ρεαλιστικός. Τι σε εντυπωσίασε περισσότερο από τα στοιχεία που μάζευες όσο ετοίμαζες το κόμικς; Είχες πηγές για αυτές τις αναφορές; Την πραγματική διάσταση των προβλημάτων την ξέρουν φυσικά μόνο όσοι πρόσφυγες τα βίωσαν στο πετσί τους. Από ’κει και πέρα όλοι εμείς οι υπόλοιποι, θα πρέπει αναγκαστικά να βασιστούμε στις μαρτυρίες αυτών των προσφύγων, όπως στις αφηγήσεις της Αγγέλας Παπάζογλου ή σε λογοτεχνικά έργα. Αν έχω καταφέρει στο κόμικς να περιγράψω, έστω με τον ελάχιστο ρεαλισμό, την κατάσταση και τις συνθήκες που επικρατούσαν, θα είμαι πολύ ικανοποιημένος. — Πες μου για το πολιτικό πλαίσιο της ιστορίας – που είναι στην ουσία η επιβίωση στον προσφυγικό καταυλισμό και η αναζήτηση της οικογένειας του Αμπατζή. Ουσιαστικά, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή θα επικρατήσει ένα κίνημα στρατιωτικών το οποίο θα αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Σήμερα θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε μια δικτατορία συνταγματαρχών, εκείνη την εποχή όλες αυτές οι ενέργειες των στρατιωτικών που κατέλυαν το πολιτικό σύστημα ονομάζονταν «κινήματα». Για να μη μακρηγορήσω, τα πολιτικοϊστορικά γεγονότα της συγκεκριμένης περιόδου είναι καταλυτικά: η υπογραφή συνθήκης ειρήνης με την κεμαλική Τουρκία, η τιμωρία των ενόχων για την αποτυχία της Μικρασιατικής Εκστρατείας, η έναρξη συνομιλιών Ελλάδας και Τουρκίας με ποικίλα και πολυσύνθετα προβλήματα (ανατολική Θράκη, πολεμικές αποζημιώσεις, το Πατριαρχείο, οι πρόσφυγες κ.λ.π.). Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό της χώρας το κολοσσιαίο πρόβλημα είναι φυσικά η στέγαση, η σίτιση, η περίθαλψη και η γεωγραφική κατανομή των χιλιάδων προσφύγων που κατέφτασαν στον ελλαδικό χώρο. Από εκεί και πέρα, η καθημερινότητα των πρωταγωνιστών μου επηρεάζεται φυσικά από τα πολιτικά θέματα που προκύπτουν, αλλά το κυριότερο ζήτημα είναι κατά βάση αυτό της επιβίωσης, ή για τον Αμπατζή το να βρει αν η οικογένειά του έχει γλιτώσει από την καταστροφή, ενώ παράλληλα βλέπουμε πώς δημιουργείται η Κρεμμυδαρού, η περιοχή που θα αποτελέσει αργότερα τη Δραπετσώνα. — Ο τρόπος που υποδέχτηκαν οι ντόπιοι τους πρόσφυγες είναι σοκαριστικός, αν και είναι στο DNA μας να μη θέλουμε ξένους στο σπίτι μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Δεν μαθαίνει ποτέ ο Έλληνας από την ιστορία… Υπάρχουν δύο βασικές διαστάσεις σε ότι αφορά την υποδοχή των προσφύγων. Από τη μία είναι η κρατική μέριμνα που έπρεπε να λειτουργήσει άμεσα, σε μεγάλη κλίμακα και αποτελεσματικά και η οποία προφανώς δεν επαρκούσε, οπότε χρειάστηκε μεγάλη συνδρομή από το εξωτερικό. Να αναφέρω ένα ενδεικτικό παράδειγμα της κατάστασης: τις πρώτες ημέρες που άρχισαν να φτάνουν πρόσφυγες στον Πειραιά γινόταν διανομή μόνο ξηράς τροφής, γιατί δεν υπήρχαν σκεύη για να τους προσφέρουν φαγητό. Από την άλλη οι ντόπιοι Πειραιώτες, μια και το κόμικς διαδραματίζεται εξ ολοκλήρου στον Πειραιά, είδαν την πόλη τους να πλημμυρίζει από χιλιάδες εξαθλιωμένους ανθρώπους. Να έχουμε υπόψη ότι στην αρχή οι πρόσφυγες που κατέφθαναν ήταν ηλικιωμένοι και γυναικόπαιδα, μια και οι άντρες από 18 έως 45 ετών είχαν συλληφθεί από τους Τούρκους. Προφανώς πολλοί ντόπιοι προσπάθησαν να τους βοηθήσουν, αλλά πολλοί τους αντιμετώπισαν εχθρικά, ενώ κάποιοι θέλησαν να τους εκμεταλλευτούν. Πολλοί Αθηναίοι ή Πειραιώτες έτρεξαν να βρουν ανάμεσα στους πρόσφυγες οικιακές βοηθούς και παραδουλεύτρες, αλλά αρκετές γυναίκες και νέες κοπέλες έπεσαν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και οδηγήθηκαν στην πορνεία. Πρέπει να ήταν τόσο μεγάλη η προσπάθεια εξαπάτησης του γυναικείου προσφυγικού πληθυσμού ώστε πολύ σύντομα ψηφίστηκε νόμος που απαγόρευε στους ντόπιους να έχουν επαφές με τους πρόσφυγες, αν πρώτα δεν αποδείκνυαν την οικογενειακή τους κατάσταση και ότι όντως χρειάζονταν οικιακή βοηθό. Επίσης να προσθέσω ότι μέσα από τις αναγνώσεις των εφημερίδων της εποχής, διαπίστωσα ότι ο Πειραιάς ήταν ούτως ή άλλως μια περιοχή όπου η γενική παραβατικότητα, οι τραυματισμοί, ακόμη και οι ανθρωποκτονίες για ασήμαντες αφορμές μάλλον ήταν σε καθημερινή βάση. — Πες μου και για το κρατικό πορνείο των Βούρλων. Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα στην περιοχή του Πειραιά φαίνεται ότι υπήρχε πολύ μεγάλο πρόβλημα με τα χαμαιτυπεία που εξυπηρετούσαν ναυτικούς και εργάτες και ήταν διασκορπισμένα στην περιοχή. Οι κάτοικοι διαμαρτύρονταν για τη διασπορά των εκδιδόμενων γυναικών μέσα στην πόλη και απαιτούσαν τη μεταφορά των πορνείων εκτός των ορίων της πόλης. Έτσι το 1873 παραχωρήθηκε μία έκταση στην περιοχή Βούρλα, που ήταν κοντά στο νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου και θα προοριζόταν για την κατασκευή ενός κτιριακού συγκροτήματος-πορνείου. Ο δήμαρχος Πειραιά, κάτω από μυστήριες συνθήκες, ανέθεσε την εργολαβία στον Νικόλαο Μπόμπολα, ο οποίος αποπεράτωσε το κτιριακό συγκρότημα το 1875. Στην πραγματικότητα ήταν ένα περίκλειστο στρατόπεδο-φυλακή-πορνείο υπό την επίβλεψη της χωροφυλακής. Στα Βούρλα οι εργαζόμενες γυναίκες (ακόμα και ανήλικες) ήταν στην πραγματικότητα φυλακισμένες μέσα στο κτιριακό συγκρότημα, που ήταν χωρισμένο σε τρεις πτέρυγες. Τα δωμάτιά τους είχαν έναν βασικό εξοπλισμό (κρεβάτι, τραπέζι, καρέκλα και νιπτήρα τοίχου), ενώ στην κοινόχρηστη αυλή υπήρχαν αποχωρητήρια, λουτρά και καφενείο. Η κατάταξη των των γυναικών γινόταν σύμφωνα με την ηλικία τους. Στην πρώτη πτέρυγα ήταν οι μεσόκοπες 40-50 ετών, στη μεσαία οι γυναίκες 18-40 ετών και στην τρίτη πτέρυγα τα κορίτσια 14-18 ετών. Οι διευθύντριες, απόμαχες πόρνες, ήταν υπεύθυνες για την ενοικίαση των δωματίων, επέβλεπαν την προσέλευση των πελατών και την είσπραξη του αντιτίμου, φρόντιζαν για τις εβδομαδιαίες ιατρικές εξετάσεις των γυναικών στο Νοσοκομείο Συγγρού για αφροδίσια νοσήματα. Οι γυναίκες μπορούσαν να βγουν έξω από τα Βούρλα μόνο για ιατρικές εξετάσεις ή αν έπαιρναν άδεια από τις αστυνομικές αρχές, πράγμα σπάνιο. Απ’ ότι φαίνεται υπήρχαν γυναίκες που μεγάλωναν μέσα στα Βούρλα τα παιδιά τους. Πληροφορίες από πρώτο χέρι για τα Βούρλα έχουμε από τα επιτόπια ρεπορτάζ που έκαναν η συγγραφέας-δημοσιογράφος Λιλίκα Νάκου το 1936 για την εφημερίδα «Ακρόπολις», ο δημοσιογράφος Κανελλής που επισκέφθηκε τα Βούρλα το 1933 για λογαριασμό της εφημερίδας «Ανεξάρτητος» και από τις βιογραφίες του Μάρκου Βαμβακάρη και του Νίκου Μάθεση. Δεν είναι βέβαιο πότε τερματίστηκε η λειτουργία του πορνείου των Βούρλων (άλλοι υποστηρίζουν το 1934, άλλοι το 1937), πάντως στην περίοδο της Κατοχής το συγκρότημα είχε μετατραπεί σε φυλακές. Αργότερα μετονομάστηκαν σε «Δικαστικές Φυλακές Πειραιώς», οι οποίες λειτούργησαν μέχρι τα χρόνια της δικτατορίας. Είναι γνωστή η ιστορία της απόδρασης 27 φυλακισμένων κομμουνιστών το 1955, οι οποίοι σε τέσσερις μήνες έσκαψαν σήραγγα 18-19 μέτρων για να καταφέρουν να αποδράσουν. Και το σχετικό link...
  16. Η σειρά κόμικς του Neil Gaiman «The Sandman», μία από τις σημαντικότερες και πιο επιδραστικές που κυκλοφόρησαν ποτέ, γίνεται σειρά στο Netflix. Στις 5 Αυγούστου θα κάνει πρεμιέρα στο Netflix μία σειρά που περιμένουν πολλά-πολλά χρόνια τώρα οι ανά τον κόσμο φαν του «Sandman», της «καλύτερης σειράς κόμικς όλων των εποχών». Για την ακρίβεια, οι περισσότεροι πίστευαν πως τα κόμικς αυτά, το σύμπαν τους, ήταν αδύνατον να μεταφερθούν στην τηλεόραση για μία σειρά από λόγους. Είναι τόσο πλούσια, τόσο βαθιά, τόσο επαναστατικά και πολυδιάστατα, που μία τηλεοπτική τους απόδοση θα ωχριούσε μπροστά στην αφηγηματικά και «ψυχολογική» πολυπλοκότητά τους. Όμως ίσως πλέον η τεχνολογία αφενός, και το γεγονός ότι στη βιομηχανία του θεάματος δουλεύει μία στρατιά από geeks, να είναι η αναγκαία και ικανή συνθήκη για να δούμε κάτι πολύ περισσότερο από «ενδιαφέρον». Όμως πάντα έχουμε στα χέρια μας τα κόμικς, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό από μόνο του. Και οι δύο πρώτοι τόμοι (το υλικό, ακριβώς, πάνω στο οποίο βασίζεται ο πρώτος κύκλος της σειράς) κυκλοφορούν σε εξαιρετικά επιμελημένες εκδόσεις και στα ελληνικά. Είναι όμως πράγματι το «Sandman» του Neil Gaiman η καλύτερη σειρά κόμικς όλων των εποχών; Μπορεί. Πάντως, πολλοί (λάθος: ΠΑΡΑ πολλοί) το πιστεύουν. Και οπωσδήποτε είναι στο Top-10 των κόμικς που ΠΡΕΠΕΙ να διαβάσει κανείς για να ξέρει για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την 9η Τέχνη. Σε κάθε περίπτωση, το 1988 είναι έτος-ορόσημο για την ιστορία – και την ψυχή – του μέσου, καθώς κυκλοφορεί για πρώτη φορά κάτι εντελώς επαναστατικό, κάτι ακατάτακτο, κάτι που δεν υπήρχε ποτέ πριν. Και κάτι που δεν μπορούσε να υπάρξει. Μέχρι τις αρχές του 1990, ΟΛΑ έχουν αλλάξει πια. Γιατί δεν μιλάμε για ένα «απλό» κόμικς. Μιλάμε για μία από τις πιο κορυφαίες στιγμές της καλλιτεχνικής δημιουργίας μίας ούτως ή άλλως τρομερά παραγωγικής και επιδραστικής δεκαετίας. Πετώντας από πάνω του σαν να μην υπήρχαν όλα όσα χαρακτήριζαν μέχρι τότε τα «συνηθισμένα» κόμικς (και εξαιρετικά, πολλά από αυτά βέβαια), και χαράσσοντας έναν δικό του δρόμο (ή καλύτερα: πολλούς δικούς του δρόμους), το «Sandman» είναι ο ορισμός της πρωτοπορίας. Αφού μας συστήσει το σύμπαν του και (κάποιους από) τους πρωταγωνιστές του, αρχίζει σιγά-σιγά και παρεμβάλλει στη μεγάλη, ενιαία αφήγηση εμβόλιμες ιστορίες, νέους ήρωες, καινούργια στοιχεία, σαν ξεχωριστά αστέρια σε έναν επιβλητικό αστερισμό που εμφανίζεται αργά-αργά στο στερέωμα. Ο Neil Gaiman, φτιαγμένος οπωσδήποτε από το υλικό των ονείρων, οργιάζει. Και όσο περνά ο καιρός, όσο μαθαίνει και ο ίδιος τον κόσμο που δημιουργεί, οργιάζει στο τετράγωνο. Και ο κόσμος μαγεύεται. Όχι αμέσως, αλλά με σταθερούς ρυθμούς. Μέχρι που τα πολλά-πολλά ρυάκια των αναγνωστών γίνονται ένας πελώριος ποταμός. Η επιτυχία είναι κολοσσιαία. Καλλιτεχνική και εμπορική. Το cult, σχεδόν στιγμιαίο – και πλέον μόνιμο. Η επίδραση στις τέχνες; Δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε όλες της τις διαστάσεις. Μιλάμε για ένα φαινόμενο που δεν είχε προηγούμενο και δεν γίνεται να έχει επόμενο. Το «Sandman» γεννά άπειρα κόμικς, ντύνει ροκ μπάντες, φτιάχνει σχολή, γίνεται μια λογοτεχνική-εικαστική οντότητα που εισχωρεί παντού. «Η Τέχνη, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι ένα αγαθό, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο σημαντικό από τα υπόλοιπα. Και ο καλλιτέχνης; Ένας ακόμα εργαζόμενος. Δεν είναι μάντης. Δεν υπάρχει καμία μαγεία. Εκτός από… αυτό το βιβλίο. Και αυτόν τον σεναριογράφο. […] Στο SANDMAN βρήκα ένα βάλσαμο για μια πληγή που δεν θυμόμουν πως είχα. Κι όμως. Νιώθω καλύτερα τώρα. Έτσι απλά. Ως διά μαγείας. Κι έτσι, σου δίνω αυτή την ευλογία: μπες σε αυτές τις σελίδες σαν να πρόκειται για όνειρο. Θα ανακαλύψεις αυτό που χρειάζεσαι. Ο Μορφέας δημιούργησε το μέρος αυτό για σένα, και στο βασίλειό του τα πάντα είναι δυνατά. Κούνα πάνω-κάτω τα χέρια σου. Θα πετάξεις» – Kelly Sue De Connick («The Sandman», τόμος 2: «Το Κουκλόσπιτο», απόσπασμα από την Εισαγωγή). Και βέβαια τα εξώφυλλα. Ο DaveMcKean, που θα τα σχεδιάσει από το πρώτο μέχρι το τελευταίο τεύχος, αλλάζει άρδην ΟΛΟ το σκηνικό. Μια ματιά από μακριά, αρκεί για να καταλάβεις πως αυτό το φωτογραφικό-γραφιστικό-ζωγραφικό κολάζ ΕΙΝΑΙ McKean. Και πως είναι «Sandman». Το «Sandman» είναι το σκοτεινό, ή υποφωτισμένο, βασίλειο της Φαντασίας. Παρά ταύτα, με κάποιον σχεδόν ανεξήγητο τρόπο είναι πιο ρεαλιστικό από τα περισσότερα «ρεαλιστικά» κόμικς. Μπορεί ο Μορφέας, ο Βασιλιάς των Ονείρων, να είναι ένα πρόσωπο της Άλλης Πλευράς, μπορεί ο Τρόμος να είναι (σχεδόν) πανταχού παρών, μπορεί να πρωταγωνιστούν αρχαίοι θεοί, άγγελοι, νεράιδες και μάγισσες – αλλά και ο Σέξπιρ! –, μπορεί ο Gaiman να αντλεί το υλικό του από τη μυθολογία (και την κλασική λογοτεχνία) και να ταξιδεύει με άνεση στον χρόνο και στις εποχές επειδή έτσι πρέπει και έτσι μάς αρέσει, αλλά τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται αγγίζουν τους πάντες. Και οι ήρωές του ΕΙΝΑΙ οι πάντες. «Το SANDMAN διεύρυνε τους ορίζοντές μου. Υπάρχουν ομοφυλόφιλοι χαρακτήρες. Τρανς χαρακτήρες. Κουίρ χαρακτήρες. Και στις περισσότερες περιστάσεις, δεν ήταν κάτι το φοβερό για τους πρωταγωνιστές της ιστορίας. Κανείς δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία. Για ένα παιδί από το Γουισκόνσιν, αυτό ήταν σημαντικό τη δεκαετία του ’90. Δεν είχα τέτοια ερεθίσματα στη ζωή μου και έγινα καλύτερος άνθρωπος με την έκθεσή μου σε κάτι τέτοιο. Ξαναδιάβασα όλη τη σειρά πριν από περίπου τέσσερα χρόνια και μου έκανε εντύπωση πόσο πολλά θυμόμουν και πόσο πολλά είχα ξεχάσει. Με έκανε να κλάψω. Πάντα με κάνει να κλαίω». – Patrick Rothfuss («The Sandman», τόμος 1: «Πρελούδια και Νυχτωδίες», απόσπασμα από την Εισαγωγή). «Η απήχηση του “Sandman”», γράφει η ιδρύτρια της Vertigo, της πιο ενήλικης, θυγατρικής εκδοτικής εταιρίας της DC, που γεννήθηκε χάρη ακριβώς στην τεράστια επιτυχία του κομίζοντας έναν νέο αέρα στον χώρο, «ξεπερνά τα στενά όρια της παραδοσιακής αγοράς των κόμικς». Πράγματι, εδώ συναντιούνται άνθρωποι με τελείως διαφορετικές πολιτιστικές καταβολές και ποικίλα λογοτεχνικά γούστα. Ακόμη περισσότερο: το «Sandman» έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά γυναικών αναγνωστών ανάμεσα στους φαν του. Ας μην ξεχνάμε ότι τα κόμικς, με τις υπερηρωικές καταβολές, υπήρξαν (και εν πολλοίς εξακολουθούν να είναι) ένας τυπικά ανδροκρατούμενος χώρος. Από τις κλασικές σελίδες του πέρασαν μερικοί από τους σημαντικότερους σχεδιαστές κόμικς. Μάλιστα, όσο προχωρά η σειρά τόσο πιο Sandman γίνεται και το σχέδιο, ενώ όλα αυτά τα διαφορετικά χέρια όχι απλώς δεν ξενίζουν τον μαγεμένο αναγνώστη, αλλά του ανοίγουν περισσότερο την όρεξη – και διευρύνουν τους εικαστικούς του ορίζοντες. Σάμπως τα όνειρά μας μοιάζουν μεταξύ τους; Συνολικά από τον Ιανουάριο του 1989 (όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο, αν και το τεύχος κυκλοφόρησε στις 29 Νοεμβρίου του 1988) μέχρι τον Μάρτιο του 1996 κυκλοφόρησαν 75 τεύχη της σειράς (DC/Vertigo). Το 1999 κυκλοφόρησε η μίνι σειρά «The Sandman: The Dream Hunters» με 4 επιπλέον τεύχη, ενώ από τον Οκτώβριο του 2013 μέχρι τον Νοέμβριο του 2015 κυκλοφόρησαν τα 6 τεύχη τής επίσης μίνι σειράς «The Sandman: Overture». Έχουν κυκλοφορήσει και διάφορα spin-off: κάθε Αιώνιος θα δει τη δική του ιστορία να ζωντανεύει – με πρώτο τον Θάνατο στο «Τίμημα της Ζωής» (στα ελληνικά, επίσης από τις Εκδόσεις Anubis). Ο 1ος συγκεντρωτικός τόμος του «Sandman» που κρατάμε στα χέρια μας με τίτλο «Πρελούδια και Νυχτωδίες», συγκεντρώνει τα τεύχη #1-#8 της σειράς και εισάγει τους αναγνώστες στον σκοτεινό και μαγευτικό κόσμο των ονείρων και των εφιαλτών: στη χώρα του Μορφέα, του Βασιλιά των Ονείρων, και της οικογένειάς του, των Αιώνιων. Ο 2ος τόμος που επίσης κυκλοφορεί με τίτλο «Το Κουκλόσπιτο», περιλαμβάνει τα τεύχη #9-#16 της σειράς και ακολουθεί μια νεαρή κοπέλα, τη Ρόουζ Γουόκερ, καθώς ανακαλύπτει το εκπληκτικό μυστικό της ταυτότητάς της – συνοδοιπόρος στο ταξίδι της είναι βέβαια ο Βασιλιάς των Ονείρων, για τον οποίο η ύπαρξή της αποτελεί ταυτόχρονα ένα σαγηνευτικό μυστήριο αλλά και μια τεράστια απειλή. Η ελληνική αυτή έκδοση από τη σειρά των Graphic Novels που διατηρούν οι Εκδόσεις Anubis, οριστική και καλά επιμελημένη από κάθε άποψη, είναι εξαίσια. Μια εκρηκτική απόλαυση, ένα όνειρο που βλέπουμε εν εγρηγόρσει, ένα μελαγχολικό έπος των καιρών μας, φρέσκο και επαναστατικό, πάντα έτοιμο να σαγηνεύσει και να γεμίσει το κεφάλι και την καρδιά μας με μαγεία. Παραδοθείτε στη μαγεία του, είναι βάλσαμο. «The Sandman». Σενάριο: Neil Gaiman. Εικονογράφηση εξωφύλλων: Dave McKean. Εικονογράφηση 1ου τόμου: Sam Kieth, Mike Dringenberg, Malcolm JonesIII. Εικονογράφηση 2ου τόμου: Mike Dringenberg, Malcolm Jones III, Chris Bachalo, Michael Zulli, Steve Parkhouse. Μετάφραση: Ηλίας Τσιάρας. Διαστάσεις: 17 x 26 εκ. Σελίδες: 240 + 232, Τιμή: 27,70 € + 29,40 € Και το σχετικό link...
  17. Μια συναρπαστική νουάρ αφήγηση μεταξύ Ιστορίας, πολιτικής φαντασίας και μαγικού ρεαλισμού από τον Άνχελ δε λα Κάγιε. Η πρόσφατη ιστορία της Λατινικής Αμερικής είναι γεμάτη επαναστάσεις, διαδηλώσεις, αγώνες για την ανεξαρτησία και την ελευθερία. Ταυτόχρονα όμως είναι γεμάτη και από αμερικανοκίνητες δικτατορίες, καταστολή, βασανιστήρια, θανάτους. Καλλιτέχνες, ζωγράφοι, συγγραφείς, ποιητές σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική δημιούργησαν τέχνη για να εκφράσουν την αντίσταση. Κάποιοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, κάποιοι άλλοι πλήρωσαν με την καριέρα ή και τη ζωή τους την πολιτική τους στράτευση. Σε μια πολυδαίδαλη και πολυεπίπεδη φανταστική ιστορία με αρκετά πραγματικά πρόσωπα του εικοστού αιώνα σε πρωταγωνιστικούς ρόλους, ο Ισπανός δημιουργός κόμικς Άνχελ δε λα Κάγιε (στα ελληνικά κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο του «Tina Modotti» από τις εκδόσεις ΚΨΜ) «αφηγείται» στιγμιότυπα από αυτόν τον πολυτάραχο βίο της Λατινικής Αμερικής και των ανθρώπων της, καταδεικνύοντας την κοινή μοίρα τους αλλά και τη διαρκή επικαιρότητα της ανατροπής παρά τις διαδοχικές ήττες, τα βρώμικα μέσα και την υπεροπλία των αντιπάλων. Στα «Χρώματα Πολέμου» (εκδόσεις Red n’ Noir, μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος, 296 σελίδες), συνδυάζοντας με μοναδική επιδεξιότητα τις ζωές και τις περιπέτειες δεκάδων προσώπων που το καθένα κουβαλά μια ξεχωριστή ιστορία, συνθέτει ένα μωσαϊκό από αφηγήσεις για το παρελθόν της νότιας Αμερικής. Ένας πράκτορας της CIA, ένας συνάδελφός του στις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες μπλεγμένος στον βρώμικο πόλεμο της Αλγερίας, μια Χιλιανή ζωγράφος, ένας ακόμα ζωγράφος, μέλος των ανταρτών Τουπαμάρος, και ένας τρίτος, μέλος των ανταρτών Μοντονέρος της Αργεντινής, ένας Μεξικανός επιζών από τη σφαγή του Τλατελόλκο συναντιούνται στο Παρίσι όπου διασταυρώνουν τη διαδρομή τους με αυτή ενός νεαρού Ισπανού που φιλοδοξεί να γράψει τη βιογραφία της καταραμένης «πριγκίπισσας» του αμερικανικού κινηματογράφου, Τζιν Σίμπεργκ. Τα φανταστικά αυτά πρόσωπα όμως, κουβαλούν και μεταφέρουν γνώσεις και εμπειρίες από πραγματικά γεγονότα που πλήγωσαν τη Νότια Αμερική και το μείγμα γίνεται ακόμα πιο εκρηκτικό όταν οι ζωές τους τέμνονται με αυτές πραγματικών προσώπων όπως του ιδρυτή της Καταστασιακής Διεθνούς Γκι Ντεμπόρ, του φιλόσοφου Ζαν Πολ Σαρτρ, των δημιουργών κόμικς Ζακ Λουστάλ και Λορέντσο Ματότι κ.ά. Στο βιβλίο του Άνχελ δε λα Κάγιε, οι αναφορές σε πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα είναι συνεχείς όπως και οι υπομνήσεις παρελθοντικών στιγμών. Αντί ωστόσο κάτι τέτοιο να λειτουργεί ανασταλτικά για τον αναγνώστη που δεν γνωρίζει κάθε πτυχή της Ιστορίας, λειτουργεί προτρεπτικά, παρακινεί στην περαιτέρω μελέτη και γνώση των συνθηκών που έφεραν τη Λατινική Αμερική στη σημερινή της κατάσταση. Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η συσχέτιση των γεγονότων και των προσώπων του βιβλίου με την Ιστορία της τέχνης και των κινημάτων από τα οποία αναδύθηκαν σημαντικές καλλιτεχνικές μορφές. Οι αναφορές στον αφηρημένο εξπρεσιονισμό, τον αντιφορμαλισμό, τον μινιμαλισμό, την Pop Art, τις περφόρμανς, τον αυτορεαλισμό, δεν γίνονται για να μπερδέψουν τον αναγνώστη αλλά για να τον οδηγήσουν στην έννοια του πολιτισμικού ιμπεριαλισμού, στη διαφορά των έργων του Τζάκσον Πόλοκ από τις τοιχογραφίες του Ντιέγο Ριβέρα, στην κατανόηση της τέχνης που άνθισε στις μητροπόλεις του αμερικανικού νότου σε σχέση με αυτήν των ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Κι όλα αυτά με την πολιτική να βρίσκεται δίπλα σε κάθε καλλιτεχνική δράση και πράξη. «Η Λατινική Αμερική είναι μια αποικία που εδώ και δυο αιώνες πολέμησε για την ανεξαρτησία της από την Ισπανία. Και τώρα προσπαθούμε να απελευθερωθούμε από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, από την εξουσία του Βορρά. Αν δεν το δείτε έτσι, δεν θα καταλάβετε. Είμαστε Λατινοαμερικάνοι πατριώτες οπλισμένοι με ένα πινέλο και ένα τουφέκι», λέει ένας από τους χαρακτήρες του δε λα Κάγιε την ώρα που περιγράφει την αντάρτικη δράση του εναντίον αστυνομικών, πρακτόρων και στρατιωτικών με αναφορές στον Σιμόν Μπολιβάρ και τον Τσε Γκεβάρα. Αυτή την εκπληκτική ικανότητα του δε λα Κάγιε να συνδέει πολιτική, τέχνη, Ιστορία και φαντασία με αριστοτεχνικό τρόπο, επισημαίνει και ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ στον εξαιρετικό πρόλογό του: «Το βιβλίο αυτό είναι ένα αδιάκοπο κλείσιμο του ματιού που θα μας μεταφέρει στην Πον Νεφ του Παρισιού του Κορτάσαρ και στην ανάγκη να διαβάσουμε τον “Άνθρωπό στο Ψηλό Κάστρο” του Φίλιπ Ντικ και να ξαναδούμε το “Με Κομμένη την Ανάσα” ή θα σε κάνει να αναρωτηθείς πού κρύφτηκαν στη βιβλιοθήκη σου τα μανιφέστα του Γκι Ντεμπόρ». Και συμπληρώνει για να καταδείξει την ομοιότητα του βιβλίου του δε λα Κάγιε με την πραγματική Ιστορία και τραγωδία του αμερικανικού νότου: «Ο Άνχελ οργανώνει το χάος: συνέχειες, επιστροφές στο παρελθόν, αφηγήσεις σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο, επιστολές, γεγονότα που πηγαινοέρχονται μέσα στο χρόνο, δευτερεύουσες αστυνομικές πλοκές […] Πρέπει να ευχαριστήσουμε τον Άνχελ για τα αστικά τοπία του, τις συνεχείς αναπαραγωγές πινάκων, φωτογραφιών και τοιχογραφιών, τον έρωτά του για τις λεπτομέρειες, τη λογοτεχνική του ικανότητα να συγκεντρώνει την ιστορία σ’ ένα χαμένο παπούτσι». «Χρώματα Πολέμου» Παρουσίαση Πότε: Σάββατο 4/6 στις 21.00, στο πλαίσιο του 2ου Φεστιβάλ «Books n’ Beer fest» Πού: Πλατεία Πρωτομαγιάς, Πεδίον του Άρεως Ομιλητές: Κρίτωνας Ηλιόπουλος (μεταφραστής του βιβλίου), Ανδρέας Αποστολίδης (συγγραφέας, σκηνοθέτης και μεταφραστής), Δανάη Ταχτάρα (μεταφράστρια, διδάκτωρ μετάφρασης) και ο δημιουργός του βιβλίου, Άνχελ δε λα Κάγιε. Είσοδος ελεύθερη Και το σχετικό link...
  18. Το καίριο ερώτημα, που τίθεται κάθε φορά που ο άνθρωπος βρίσκεται στην καμπή της Ιστορίας, για τον Soloup είναι ένα. «Πώς στεκόμαστε εμείς οι απλοί άνθρωποι απέναντι στα ιστορικά γεγονότα». Αυτό το ερώτημα διατρέχει τη νέα, επαυξημένη επετειακή έκδοση του graphic novel «Αϊβαλί» (εκδ. Κέδρος), που, μέσα στην επετειακή χρονιά για το 1922, έρχεται να μας θυμίσει τον τρόπο με τον οποίο οι απλοί άνθρωποι, Έλληνες και Τούρκοι, βίωσαν την ίδια ιστορία. Από την Αγάπη Βενέζη μέχρι τον τουρκοκρητικό Χασανάκη, η απόσταση που διανύθηκε και από τις δύο πλευρές, αν δεν είναι παράλληλη, μοιάζει ταυτόσημη. Ο «άλλος» έσωσε τον διωκώμενο. Αυτόν τον «άλλο», Έλληνα ή Τούρκο, τα πάθη και τις τραγωδίες του θυμίζει το νέο «Αϊβαλί», τώρα, καθώς συμπληρώνονται τα 100 χρόνια από τα σκληρά γεγονότα του 1922, δίνοντας ευκαιρία και αφορμή να ξανασκεφτούμε τα γεγονότα του πρώτου τέταρτου του 20ού αιώνα σε παραλληλία μ' αυτά που βιώνουμε σήμερα, στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα. «Σ' αυτό ήθελα ακριβώς να εστιάσω, σε αυτόν τον ανθρώπινο πόνο, ο οποίος, μετά από 100 χρόνια, μπορεί να ιδωθεί και ως μια γέφυρα αλληλοκατανόησης, σε αντίθεση με όλους αυτούς τους εξοπλισμούς και τις κορώνες επιθετικότητας που ακούμε, δυστυχώς, και στις μέρες μας» λέει ο Soloup, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος. Ωστόσο επισημαίνει και κάτι ακόμα πιο σημαντικό. «Το να μπορείς να διατυπώνεις αλλά και να πράττεις τη δύσκολη ώρα υπερασπιζόμενος την ανθρώπινη ζωή είναι ένα πρώτο βήμα για να κατακτήσεις πρώτα απ' όλα τη δική σου αξιοπρέπεια». Τι είναι αυτό που συγκινεί τον αναγνώστη του βιβλίου σου «Αϊβαλί» αλλά και της ιστορίας που φέρει; Το μαγικό με αυτό το graphic novel είναι ότι τα 7-8 χρόνια που κυκλοφορεί δεν σταμάτησε στιγμή να δημιουργεί καινούργια ερεθίσματα, φιλίες και αναγνώσεις. Έχει μεταφραστεί ήδη στα τουρκικά, στα γαλλικά όπου έκανε δύο εκδόσεις, στα αγγλικά και στα ισπανικά. Ακόμα έχει γίνει αντικείμενο ακαδημαϊκής έρευνας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, έχει προκαλέσει εικαστικές εκθέσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα κ.ά. Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι το κατεξοχήν graphic novel για το 1922, το οποίο αναφέρεται πλέον στην ευρύτερη βιβλιογραφία για τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αυτή ήταν και η αφορμή για την επετειακή, επαυξημένη έκδοση του. Τι νέο περιλαμβάνεται σ' αυτή την επετειακή έκδοση; Έχει όλον τον απόηχο που δημιούργησε το οχτάχρονο ταξίδι του βιβλίου. Από τη μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη το 2015, τις ξένες μεταφράσεις του, το ερευνητικό υλικό που προέκυψε αλλά και όσα συνέβησαν στις παρουσιάσεις του όλων αυτών των χρόνων. Για παράδειγμα, μια φωτογραφία Ελληνίδας Αϊβαλιώτισσας που μου έδωσε ένας σημερινός κάτοικος του Αϊβαλίκ όταν παρουσίασα εκεί το βιβλίο μου, φωτογραφία που είχαν βρει οι γονείς του στο ελληνικό σπίτι που κατοίκησαν με την ανταλλαγή. Ή σπάνιο υλικό που βρέθηκε κατά την έρευνα που ακολούθησε για την οργάνωση της έκθεσης στο Μπενάκη. Ακόμα περιλαμβάνονται κείμενα της Άννας Βενέζη-Κοσμετάτου, κόρης του Ηλία, του Μιχάλη Παγίδα, απογόνου της γνωστής οικογένειας Αϊβαλιωτών κοντραμπατζήδων και δισέγγονος του περίφημου «Στριγκάρου», αλλά και σχόλια ανθρώπων που έζησαν την πορεία του βιβλίου. Επίσης αναφορές σε σημειολογικά κλειδιά που αναδεικνύουν το σκεπτικό και τους μηχανισμούς της αφήγησης. Σ' αυτή λοιπόν την έκδοση τοποθετείς και την άλλη πλευρά, την οπτική ματιά των Τούρκων. Η επιστημονική δεοντολογία είναι κομβική, τι εξυπηρετεί ωστόσο σε ένα graphic novel, στο δικό σου «Αϊβαλί»; Μπορεί το συγκεκριμένο βιβλίο να είναι ένα «λογοτεχνικό» έργο, αλλά η ανάγκη για να απαντήσουμε σε κάποια ερωτήματα που μας απασχολούν διαχρονικά σε σχέση με τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου και της διαρκώς ταραγμένης σχέσης μας με τους Τούρκους, η φωνή και η ματιά της άλλης πλευράς, ήταν και είναι κάτι παραπάνω από αναγκαία. Τα εθνικά αφηγήματα και από τις δύο πλευρές εμπεριέχουν πάντα και αποσιωπήσεις ή διαστρεβλώσεις γεγονότων που ίσως δεν είναι τόσο θετικά για τη δράση των δύο αντιμαχόμενων πλευρών. Γι' αυτό και η ματιά του Κόντογλου και του Βενέζη και της αδελφής του Αγάπης, που ως Αϊβαλιώτες έζησαν πολύ έντονα τα γεγονότα του 1922, συνδιαλέγονται και αντιπαραβάλλονται με τις αφηγήσεις του Αχμέτ Γιορουλμάζ, Τούρκου λογοτέχνη τουρκοκρητικής καταγωγής, που γνώρισε την ανταλλαγή των γονιών του μέσα από τα βιώματά τους. Μέσα από τις προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων μπορούμε να προσεγγίσουμε με διαφορετικό τρόπο τη «μεγάλη» ιστορία των συνθηκών, της εμπόλεμης ζώνης, των πολιτικών και διπλωματικών διεργασιών. Πώς τοποθετούνται οι άνθρωποι την άλλης πλευράς απέναντι στα γεγονότα της «μεγάλης» Ιστορίας, που καθόρισαν τις προσωπικές ιστορίες και τις ζωές τους; Πέρα από τις δύο αντικρουόμενες εθνικές αφηγήσεις, ο ανθρώπινος πόνος είναι ο ίδιος. Οι Έλληνες Μικρασιάτες διώχθηκαν βίαια από τις εστίες τους. Από την άλλη, οι μουσουλμάνοι της ελληνικής επικράτειας αναγκάστηκαν, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης και την προβλεπόμενη ανταλλαγή πληθυσμών, να εγκαταλείψουν κι αυτοί τα δικά τους σπίτια. Η απώλεια, η προσφυγιά, η αλλαγή ταυτότητας στο πλαίσιο των κοινωνιών που τους υποδέχτηκαν ήταν κοινή, λοιπόν, γι' αυτούς τους ανθρώπους – και Τούρκους και Έλληνες. Και σ' αυτό ήθελα ακριβώς να εστιάσω, σε αυτόν τον ανθρώπινο πόνο, ο οποίος, μετά από 100 χρόνια, μπορεί να ιδωθεί και ως μια γέφυρα αλληλοκατανόησης, σε αντίθεση με όλους αυτούς τους εξοπλισμούς και τις κορώνες επιθετικότητας που ακούμε, δυστυχώς, και στις μέρες μας. Μπορεί η λογοτεχνία ή τα κόμικς να κατευνάσουν τα πάθη στις μέρες μας, που έχει ξεσπάσει και πάλι ένας πόλεμος στην Ευρώπη και που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν περνούν την καλύτερη φάση τους; Κάπως έτσι διατυπώνεται και στην εισαγωγή του βιβλίου το ερώτημα του Μπρους Κλαρκ, συγγραφέα του «Δυο φορές ξένος». Δυστυχώς, η τέχνη ποτέ δεν προλαβαίνει να φρενάρει εγκαίρως τον όλεθρο ενός πολέμου. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως θα σταματήσουμε να αντιδρούμε και να αντιστεκόμαστε στον παραλογισμό της μισαλλοδοξίας και των εθνικών φανατισμών, που προφανώς κρύβουν από πίσω τους και άλλες ισορροπίες και συμφέροντα. Αυτό ακριβώς διατυπώνεται και μέσα στo «Αϊβαλί», το ότι δηλαδή αν είναι ουτοπία να θέλουν οι άνθρωποι να μην είναι ούτε δήμιοι ούτε θύματα, τότε εγώ προτιμώ αυτού του είδους την ουτοπία. Πού αναζητείται η ουτοπία σε έναν κόσμο εμπόλεμο, που βρίσκεται στη δίνη μιας πανδημίας και στην προοπτική μιας ακόμα πιο σκληρής οικονομικής, ενεργιακής και επισιτιστικής κρίσης; Η εκδοχή αυτή της «ουτοπίας», όπως την περιέγραψα, έχει τις ρίζες της εκτός των άλλων και στον Αλμπέρ Καμύ. Έχουμε φτάσει να θεωρούμε τη λογική και τον ορθό λόγο ουτοπία. Να θεωρείται «ρεαλισμός» η πιθανότητα ενός πυρηνικού ολέθρου ή να αναβληθεί η «σωτηρία του πλανήτη» όπως ευαγγελίζονταν μέχρι πρόσφατα οι ισχυροί του κόσμου, λόγω του ουκρανικού πολέμου και της ενεργειακής κρίσης. Πόσες καταστροφές πρέπει να βιώσει ακόμη η ανθρωπότητα για να καταλάβουμε ότι αυτός ο δρόμος είναι αδιέξοδος; Στην πράξη πώς απαντιέται αυτό το ερώτημα; Η σιωπή, η λήθη και ο εφησυχασμός σίγουρα δεν είναι η λύση. Το να προσπαθούμε να δούμε με διαύγεια, όσο αυτό είναι δυνατόν, τα προβλήματα στο σύνολό τους είναι ένα πρώτο βήμα. Το επόμενο βήμα είναι να είμαστε παρόντες και να παίρνουμε θέση για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Ο τροχός της Ιστορίας, συχνά, παρασύρει και αλέθει τις ζωές των απλών ανθρώπων, όπως έγινε το 1922 στη Σμύρνη, όπως γίνεται το 2022 στην Ουκρανία. Αυτό δυστυχώς δεν αλλάζει εύκολα. Κανείς δεν ρώτησε το '22 ή το '23 αν ήθελαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια, τις περιουσίες και τους τάφους των προγόνων τους οι Έλληνες της Μικρασίας αλλά και οι Τούρκοι των ελληνικών περιοχών. Πού συναντούμε αυτό που περιγράφες στο «Αϊβαλί» σου; Η ωμότητα και η ασυδοσία των ανθρώπων στον πόλεμο απαντιέται σε αρκετά σημεία από τους πρωταγωνιστές του βιβλίου. Και αυτό ήταν ακριβώς το στοιχείο που με έκανε να επιλέξω τις συγκεκριμένες ιστορίες. Για παράδειγμα, στην ιστορία της Αγάπης Βενέζη-Μολυβιάτη, αδελφής του Ηλία, ένας Τούρκος αξιωματικός, ο Κεμαλεντίν, είναι αυτός που την προστατεύει και εντέλει τη σώζει και τη φυγαδεύει μαζί με τον πατέρα της στο καράβι για τη Μυτιλήνη. Ανάλογα, στην ιστορία του Αχμέτ Γιορουλμάζ, ο Τουρκοκρητικός Χασανάκης αρχικά σώζεται από την οργή των Ελλήνων της Κρήτης και μετά φυγαδεύεται και αυτός στο πλοίο της σωτηρίας του από μια Ελληνίδα, τη Μαριγώ. Το να μπορείς να διατυπώνεις αλλά και να πράττεις τη δύσκολη ώρα υπερασπιζόμενος την ανθρώπινη ζωή, είναι ένα πρώτο βήμα για να κατακτήσεις πρώτα απ' όλα τη δική σου αξιοπρέπεια. Καθώς φτάνουμε στο μέσο πια της επετειακής χρονιάς για τα σκληρά γεγονότα του 1922, πώς διαβάζεις σήμερα αυτή την ιστορία; Έχοντας την εμπειρία και από το προηγούμενο graphic novel «'21 – Η μάχη της πλατείας», που αφορούσε την επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, αυτό που έμεινε τελικά ήταν η πραγματική ανάγκη των ανθρώπων, όλων μας, να προσεγγίσουμε την Ιστορία μακριά από τα στερεότυπα και το εθνικό αφήγημα. Έτσι, και λόγω της πανδημίας, φιλτραρίστηκαν οι όποιες «εντυπωσιακές» επετειακές εκδηλώσεις και έμεινε η ουσία της έρευνας και της μελέτης σοβαρών συγγραφέων και ακαδημαϊκών έτσι όπως κατατέθηκε στα βιβλία τους που κυκλοφόρησαν αυτή την περίοδο. Το ίδιο πιστεύω και ελπίζω ότι θα συμβεί και τώρα, με την επικαιροποίηση της συζήτησης για το 1922, σε μια και πάλι ταραγμένη περίοδο της ανθρωπότητας. Αναρωτιέμαι αν και το επόμενο graphic novel που ετοιμάζεις θα έχει σχέση με κομβικά ιστορικά γεγονότα του τόπου. Συνήθως δουλεύω παράλληλα σενάρια, που αρκετά απ' αυτά έχουν να κάνουν με ιστορικές περιόδους. Όμως πράγματι ένα από αυτά, που το δουλεύω από το 2013, αφορά το ίδιο ιστορικό πλαίσιο με το «Αϊβαλί» και τους ίδιους τόπους, δηλαδή την Κρήτη, τη Λέσβο και το Αϊβαλίκ. Το ζητούμενο όμως δεν είναι μόνο το ιστορικό πλαίσιο αλλά αυτό το καίριο ερώτημα που τίθεται κάθε φορά, δηλαδή πώς στεκόμαστε εμείς οι απλοί άνθρωποι απέναντι στα ιστορικά γεγονότα. Φωτογραφίες: Εύα Λουκάτου, Κωνσταντίνος Οικονόμου Και το σχετικό link...
  19. Μια εικόνα, 272 λέξεις Σάλος δημιουργήθηκε το 2014, όταν ο Μίλο Μανάρα σχεδίασε τη Spider-Woman σε στάση ίδια με του Spider-Man. Κατηγορήθηκε για σεξισμό. Πολλοί τον κατηγόρησαν, πολλοί τον στήριξαν. Ο ίδιος στην «Αυτοπροσωπογραφία» του ξεκαθαρίζει: «Πρέπει όμως να μιλήσω και για ένα άλλο θέμα που προέκυψε στη Marvel. Ένα θέμα που κουβεντιάστηκε πολύ και αντιμετωπίστηκε ως γκάφα. Αναφέρομαι στο εξώφυλλο για ένα ειδικό τεύχος της Spider-Woman, που το 2014 ξεσήκωσε αντιδράσεις. Ήταν ένα variant-cover για το πρώτο τεύχος μιας νέας σειράς αφιερωμένης στη θηλυκή εκδοχή του Spider-Man. Μου φάνηκε πως η καλύτερη ιδέα ήταν η πιο απλή και άμεση. Μελέτησα μια κλασική στάση του Spider-Man σε ένα από τα εξώφυλλα και το πρότεινα βάζοντας στη θέση του μια γυναικεία μορφή. Το αποτέλεσμα μου φάνηκε διασκεδαστικό, συμπαθητικό και επί της ουσίας αθώο. Δεν περίμενα ποτέ την πολεμική που θα ξεσπούσε. Κατηγορήθηκα για μισογυνισμό. Είπαν πως η στάση που είχα επιλέξει ήταν προκλητική, “εμφανώς σεξουαλική”. Και καταναγκαστική, καθότι “ανατομικά αδύνατη”. Κάποιος μάλιστα, για να το αποδείξει, έκανε τρισδιάστατες προσομοιώσεις σε υπολογιστή. Εκείνες βεβαίως και ήταν γελοίες, καταναγκαστικές και προκλητικές! Ευτυχώς υπήρξε και κάποιος άλλος που επίσης έκανε τρισδιάστατες προσομοιώσεις με περισσότερη φροντίδα, οι οποίες απέδειξαν πόσο σωστό ήταν το σχέδιό μου. Ήταν και κορίτσια που ανέβασαν στο Διαδίκτυο φωτογραφίες τους στην ίδια στάση. Για να αποφορτίσει την κατάσταση, ήρθε μετά ο συνάδελφός μου Φρανκ Τσο, ένας εκπληκτικός σχεδιαστής, και έφτιαξε μια ολόκληρη σειρά από εξώφυλλα με διαφορετικούς ήρωες σ’ εκείνη τη στάση. Η πολεμική ξεφούσκωσε και το κοινό βρήκε άλλα πράγματα ν’ ασχοληθεί. Η Marvel όμως δεν μου ζήτησε να σχεδιάσω ξανά εξώφυλλα, με εξαίρεση ένα του Θορ. Ενός ήρωα με τον οποίο δεν θα διακινδύνευα τίποτα».
  20. Προδημοσίευση από την «Αυτοπροσωπογραφία» του ζωντανού θρύλου των κόμικς που κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις ΚΨΜ. Έχει συνεργαστεί με τον Φεντερίκο Φελίνι και τον Ούγκο Πρατ, με τους οποίους τον συνέδεε βαθιά φιλία. Τα βιβλία του έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα. Έχει κινηθεί με επιδεξιότητα μεταξύ των πολιτικών κόμικς, της επιστημονικής φαντασίας, του μαγικού ρεαλισμού, της ιστορικής αφήγησης και του ερωτισμού με μια ιδιαίτερη προτίμηση στον τελευταίο. Ο Μίλο Μανάρα (γεν. 1945) είναι ένας ζωντανός θρύλος των ευρωπαϊκών κόμικς που πλησιάζει τα ογδόντα, παραμένοντας ακμαίος και δημιουργικός. Στην πολύ πλούσια αυτοβιογραφία του που κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις ΚΨΜ με τίτλο «Αυτοπροσωπογραφία» (μετάφραση: Χρήστος Σιάφκος, 224 σελίδες) αφηγείται τις σημαντικότερες στιγμές μιας ονειρικής διαδρομής που από την ορεινή Βόρειο Ιταλία τον οδήγησε στην παγκόσμια καταξίωση, σε δεκάδες βραβεία και διακρίσεις και σε εμβληματικά έργα (στην Ελλάδα κυκλοφορούν πολλά από αυτά με σημαντικότερα ίσως το «Ινδιάνικο Καλοκαίρι», το «Ταξίδι στην Τουλούμ», τη σειρά με πρωταγωνιστή τον Τζουζέπε Μπέργκμαν, το «Σιμμιόττο» κ.ά.). Με αφορμή την «Αυτοπροσωπογραφία» και με ευχαριστίες στις εκδόσεις ΚΨΜ για την παραχώρηση της άδειας προδημοσίευσης, επιλέγουμε ορισμένα από τα σημεία αυτής της μοναδικής πορείας. Για την αρχή Όλα άρχισαν στα τοιχώματα μιας σπηλιάς. Το πρώτο επάγγελμα στον κόσμο για το οποίο διατηρούμε κάποια βεβαιότητα είναι του σκιτσογράφου, του σχεδιαστή. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η φυλή μας ξεκίνησε τις δραστηριότητές της σχεδιάζοντας, με τον ίδιο τρόπο που τα μικρά παιδιά σχεδιάζουν για να γνωρίσουν τον εαυτό τους και τον κόσμο. Μετά, τα πιο πολλά τα παρατάνε. Κάποια ωστόσο συνεχίζουν, και για καλή μου τύχη είμαι κι εγώ ένα απ’ αυτά. Τα πρώτα διαβάσματα Οι μνήμες των καλοκαιριών εκείνης της εποχής συνδέονται με τα λιμανάκια και τους καλαμιώνες. Ο χειμώνας αντιθέτως είναι συνυφασμένος με το διάβασμα. Ήταν η κύρια απασχόλησή μου και το μεγάλο μου πάθος. Το σπίτι μας ήταν γεμάτο βιβλία. Έλειπαν όμως, και μου έλειπαν κι εμένα, τα κόμικς για παιδιά. Όπως όλες οι δασκάλες του καιρού εκείνου, η μητέρα μου τα απαγόρευε αφού θεωρούνταν αντιπαιδαγωγικά. Αντ’ αυτών ήμουν περικυκλωμένος από μυθιστορήματα, πολλά και κάθε είδους. Ο έρωτάς μου για την περιπέτεια ξεκίνησε μέσα από τα βιβλία (σίγουρα και μέσα από τα γρανάζια του ρολογιού). Πρώτα απ’ όλα υπήρχαν τα μυθιστορήματα του Σαλγκάρι. Και τα κλασικά του Ντίκενς και του Κίπλινγκ. Και βέβαια, εκτός από τη λογοτεχνία, είχαμε και την Enciclopedia dei ragazzi (Εγκυκλοπαίδεια των παιδιών) των εκδόσεων Mondadori. Ακόμα την έχω. Απαίτησα να δοθεί σ’ εμένα όταν με τ’ αδέλφια μου μοιραστήκαμε την κληρονομιά των γονιών μας. Εικονογράφηση για το φεστιβάλ «Collisioni» του Μπαρόλο, 2014 Και τα πρώτα κόμικς Τα πρώτα τεύχη κόμικς που έπεσαν στα χέρια μου, όταν ήμουν ήδη δέκα χρονών, αποτελούνταν από συρραμμένες σελίδες, περιλήψεις ουσιαστικά πολυδιαβασμένων μυθιστορημάτων, που δίνονταν δώρο με το γάλα μαγνησίας San Pellegrino. Θυμάμαι το «Il Capitan Fracassa» (Καπετάν Φρακάς), από το κλασικό έργο του Τεοφίλο Γκοτιέ (τότε μετέφεραν στα ιταλικά όλα τα ξένα ονόματα, π.χ. Τζούλιο Βερν, Ρομπέρτο Λουίτζι Στίβενσον, Μικέλε ντα Θερβάντες…). Εκείνο το τομίδιο ήταν σχεδιασμένο υπέροχα, ένας Θεός ξέρει από ποιον. Ίσως από τον Ρίνο Αλμπερταρέλι. Μάταια το έψαξα στην πορεία των χρόνων. Σιγά μην ανέφεραν εκείνους τους καιρούς τα ονόματα των σχεδιαστών κόμικς. Και αυτό το λέω για να γίνει αντιληπτό ότι δεν τους έδιναν την παραμικρή σημασία. Όπως κατάλαβα κι εγώ ο ίδιος χρόνια μετά, επρόκειτο για ένα επάγγελμα για το οποίο δεν μπορούσες να είσαι υπερήφανος. Η «αποτυχία» Έχω ζήσει ξανά και ξανά τη σκηνή στο μυαλό μου. Έμπαινες σ’ εκείνες τις γιγαντιαίες αίθουσες της Ακαδημίας Καλών Τεχνών. Επρόκειτο για ένα μεγαλειώδες μέγαρο του 16ου αιώνα, με πανύψηλα ταβάνια και εντυπωσιακούς χώρους. Στις αίθουσες υπήρχαν τα τεράστια μαύρα θρανία που χρησιμοποιούσαν τότε. Τόσο μαύρα που έμοιαζαν με γόνδολες. Πάνω σε κάθε θρανίο ήταν τοποθετημένο ένα πλαστικό βαζάκι μ’ ένα επίσης πλαστικό κυκλάμινο. Ένα πράγμα μίζερο και θλιβερό. Η εξέταση συνίστατο στο να σχεδιάσουμε αυτό το ταλαίπωρο πλαστικό κυκλάμινο. Εικόνα για τον κατάλογο Fellini Roma (Φελίνι Ρώμη), 2004 Πιστεύω ότι πρέπει να έφτιαξα κάτι α λα Πικάσο, για να το πούμε έτσι. Διότι εγώ ήμουν ο ψαγμένος, που ήξερε τι του γινόταν. Όλοι οι άλλοι ήσαν παιδάκια δεκατριών χρόνων κι εγώ δεκαοχτάρης. Είχα ήδη τελειώσει το Καλλιτεχνικό Λύκειο. Τι θα έπρεπε να αποδείξω! Θεωρούσα προσβλητικό να σχεδιάσω ένα πλαστικό κυκλάμινο. Κι έτσι απέδωσα εκείνο το πράγμα με μια τεχνοτροπία μεταξύ κυβισμού και άμορφης τέχνης. Το αποτέλεσμα: με έκοψαν. Με έκοψαν! Αδυνατώ να το πιστέψω ακόμα και τώρα. Για τον Μπεροκάλ και την έμπνευση Πέθανε στις αρχές του 2000. Το 1972 ωστόσο, αποφάσισαν στη Μάλαγα, τη γενέθλια πόλη του Πάμπλο Πικάσο, να αφιερώσουν στον ζωγράφο ένα μνημείο, και γι’ αυτό κάλεσαν τον Μπεροκάλ. Εκείνος, όντας αντιφασίστας, ζούσε και δούλευε αυτοεξόριστος μακριά από την Ισπανία. Όταν τον γνώρισα, έμενε σε μια μεγάλη βίλα του 16ου αιώνα στο χωριό μου, το Νεγκράρ, όπου είχε και το στούντιό του. Το πάρκο γύρω απ’ αυτήν ήταν τεράστιο κι οι επισκέπτες του σημαντικοί. Εκεί συνάντησα την Παλόμα Πικάσο, τον Ρομπέρτο Σεμπαστιάν Μάτα… και μια φορά, από μακριά, είδα στα μονοπάτια του πάρκου τον Σαλβαδόρ Νταλί. Το εσωτερικό της βίλας ήταν γεμάτο από έργα τέχνης, στους τοίχους οι πίνακες ήσαν πολλοί, ανάμεσά τους και κάποιες μεταξοτυπίες του Ούγκο Πρατ. Εικονογράφηση για το εξώφυλλο του «Giuseppe Bergman Integrale» (Ολόκληρος ο Τζουζέπε Μπέργκμαν), 2017. Αριστερά, ο Ούγκο Πρατ. Αναπαριστούσαν Άγγλους στρατιώτες που φορούσαν κόκκινες στολές και μπορούσαν να ανταγωνιστούν τους πίνακες των μεγάλων ζωγράφων. Ε, σ’ εκείνη τη βίλα συναντήθηκα με το μεγάλο Κόμικ. Η σύζυγος του Μιγκέλ Μπεροκάλ ήταν Γαλλίδα, και από το Παρίσι της έστελναν όλα τα νέα βιβλία, περιλαμβανομένων και κόμικς. Έτσι έπεσαν στα χέρια μου οι ιστορίες της Μπαρμπαρέλας, της ηρωίδας που δημιούργησε ο Ζαν Κλοντ Φορέστ, με πρότυπο την Μπριζίτ Μπαρντό. Κεραυνοβολήθηκα όπως ο Απόστολος Παύλος στην οδό προς τη Δαμασκό. Μέσα σε μια στιγμή κατάλαβα. Κατάλαβα τι ήταν εκείνο – ακριβώς εκείνο – που ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Που έπρεπε να κάνω στη ζωή μου. Έτσι, εγκατέλειψα τα πάντα: την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη ζωγραφική… όλα. Κι άρχισα να σχεδιάζω σαν μανιακός. Να σχεδιάζω κόμικς. Για τον Ούγκο Πρατ Τώρα που το σκέφτομαι, εξακολουθώ και σήμερα να μην τον αποκαλώ «Ούγκο». Όπως όταν ζούσε… Ενώ κάναμε παρέα, κουβεντιάζαμε και πίναμε, δουλεύαμε και ταξιδεύαμε μαζί, δεν τον αποκάλεσα ποτέ με το μικρό του όνομα. Τον προσφωνούσα πάντα «Δάσκαλο». Για τον Φελίνι Με τον Φελίνι στη Βερόνα, 1990 Η αγάπη του Φελίνι για τα κόμικς ήταν τεράστια και ειλικρινής, χωρίς ίχνος υπεροψίας. Για αυτόν ήταν τιμή να γνωρίζει τους δημιουργούς μιας τέχνης που θεωρούσε πραγματική. Μεταξύ άλλων είχε συναντήσει τον Γουόλτ Ντίσνεϊ και τον Τσαρλς Σουλτς, δύο κολοσσούς. Εγώ τον σύστησα στον Μέμπιους και στον Ούγκο Πρατ. […] Ο Φεντερίκο Φελίνι είχε έντονα, βαθιά αισθήματα για μένα. Ήταν λες και προσωποποιούσα την αγάπη και τη συμπάθεια που είχε από πάντα για τους κομίστες. Λες και οι δυο μας ήμασταν από πάντα μαζί, από τα παιδικά μας χρόνια. Για τα πλούτη Αν ο πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο μού έλεγε «θα σου προσφέρω όλα τα αγαθά μου με αντάλλαγμα τη δυνατότητά σου να σχεδιάζεις», θα του απαντούσα αρνητικά. Θα του έλεγα: «Κράτα εσύ τα πλούτη σου, γιατί η ζωή μου είναι το σχέδιο. Δίχως αυτό δεν έχω ζωή». Και το σχετικό link...
  21. Μια συνάντηση με τον εικονογράφο της Θρυλικής Τετράδας, γεμάτη από αρώματα ενός ηρωικού παρελθόντος. Ήταν κάποτε τέσσερα παιδιά, υπερασπιστές του νόµου στην αµερικανική ∆ύση, στον απέραντο τόπο όπου «ο άγριος άνεµος κάνει τις κορφές των θάµνων να σκύβουν ταπεινά στο πέρασµά του». Στον απέραντο τόπο όπου ζητούσαν χώρο για το προσωπικό τους όνειρο άποικοι, αυτόχθονες, απόκληροι και παράνοµοι. Τέσσερα παιδιά – ο µικρός σερίφης του Τέξας Τζιµ Άνταµς και οι βοηθοί του Ντιάνα, Πεπίτο Γκονζάλες και Τσιπιρίπο – ξετύλιξαν τις περιπέτειές τους σε εκατοντάδες τεύχη περιοδικών όπως ο «Μικρός Σερίφης», ο «Μικρός Καου-µπόυ» και ο «Μικρός Αρχηγός», τα οποία διάνυσαν µε θαυµαστή συνέπεια µια διαδροµή στον υπερθετικό για περίπου 30 χρόνια. Η µαγική εποχή στον κόσµο της εικονογράφησης Όταν έφτασε στα χέρια µας η καινούργια έκδοση του «Μικρού Αρχηγού» – µε µια ιστορία από τον παλιό καιρό, µια καινούργια που υπογράφει ο συγγραφέας Βαγγέλης Γεωργάκης και φυσικά µε εικονογράφηση του Κωνσταντίνου Ραµπατζή – η ιδέα να συναντήσουµε τον θρυλικό εικονογράφο της Θρυλικής Τετράδας σφηνώθηκε στο µυαλό µας. Τελικά χάρη στον κ. Γεωργάκη αυτό έγινε δυνατό. Έτσι περάσαµε την πόρτα της Φρίντας, το πατρικό του που µετέτρεψε σε ξενοδοχείο στο κέντρο της Αθήνας, µε σκοπό να συναντήσουµε τον κ. Ραµπατζή, ο οποίος µαζί µε τον Θέµο Ανδρεόπουλο, τον Πότη Στρατίκη και τον Γιώργο Μαρµαρίδη – όπως και µε µια πλειάδα άλλων συνεργατών – δηµιούργησαν τον µύθο των τεσσάρων παιδιών που εφάρµοζαν τον νόµο στην αδυσώπητη ∆ύση. Με τέτοιες σκέψεις κατά νου η πρώτη ερώτηση που απευθύναµε στον Κων. Ραµπατζή είναι αν έχει συνειδητοποιήσει το γεγονός ότι είναι θρύλος. Το «όχι» που εκστόµισε ήταν αποφασιστικό. «Ποτέ δεν ένιωσα και δεν νιώθω έτσι. Απλώς προσπάθησα να κάνω κάτι και φαίνεται ότι το πέτυχα. Κι αυτό πρέπει να οµολογήσω ότι το κατάλαβα όταν µεγάλωσα αρκετά. Μετά το κλείσιµο του περιοδικού άρχισα να καταλαβαίνω τι έκανα. Αυτό που έφτιαξα το κατάλαβα µετά. Εγώ απλώς έκανα το κέφι µου, έκανα αυτό που αγαπούσα». Από 14 χρόνων µαθήτευσε δίπλα στη ζωγράφο ∆έσποινα Λεούση. «Οι δικοί µου µε άφηναν να κάνω αυτό που ήθελα. Συµφωνούσαν µε ό,τι κι αν έκανα. ∆εν ήθελαν να µε δυσκολέψουν στη ζωή µου. Προσωπικά ήθελα απλώς να ζωγραφίζω. Γύρω στα 16 µου κατάλαβα ότι πρέπει να ακολουθήσω αυτό τον δρόµο». Και όταν αντιλήφθηκε ποιο µονοπάτι ήθελε να χαράξει στη ζωή του πήγε στο ατελιέ του Θέµου Ανδρεόπουλου. Αρχές της δεκαετίας του ’50, στη Φιλελλήνων 1 στο Σύνταγµα, σε έναν κόσµο µαγικό απ’ όπου έβγαιναν έντυπα που εντυπώθηκαν στο υποσυνείδητο των αναγνωστών. Ύστερα από λίγα χρόνια έγιναν συνέταιροι. Το 1957 έφυγαν από το Σύνταγµα και πήγαν στην Πραξιτέλους 1. Με δωρικότητα στη διήγησή του ο κ. Ραµπατζής σκιαγραφεί την ατµόσφαιρα της εποχής στα γραφεία του ατελιέ: «Στο γραφείο µας έρχονταν ηθοποιοί, άλλοι ζωγράφοι… ήταν ένα κέντρο καλλιτεχνών. Εργαζόµασταν εκείνο τον καιρό σε διάφορα περιοδικά, στη “∆ιάπλαση των Παίδων”, στο “Ελληνόπουλο”. Είχα κάνει και εξώφυλλα του “Ελληνόπουλου” στην τελευταία περίοδο της κυκλοφορίας του». Μια φορά κι έναν καιρό στη ∆ύση… Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο Θέµος Ανδρεόπουλος µε τον Πότη Στρατίκη προχώρησαν σε µια κίνηση από αυτές που χαρακτηρίζονται τοµή στα εκδοτικά δεδοµένα της χώρας: τη δηµιουργία του «Μικρού Σερίφη». «Ο Ανδρεόπουλος έδωσε τον τίτλο. Ήταν δηµιουργικός άνθρωπος. ∆ούλευε ακόµη και το βράδυ. ∆ηλαδή τι έκανε; Έστηνε τις δουλειές που είχε να κάνει την επόµενη µέρα… Ήταν πολύ δραστήριος. Ο Ανδρεόπουλος βοηθούσε τον Στρατίκη. Τον πήγαινε στους διάφορους εκδότες. Είχε βρει έναν καλό δρόµο, είχε δουλειά δηλαδή ο Στρατίκης. Και αποφάσισε να γράψει κάτι. Κι έτσι συνεταιρίστηκαν οι δυο τους. Ο Ανδρεόπουλος µου ’δωσε το 50% από το ποσοστό του και ο Στρατίκης έβαλε τον έναν από τα αδέρφια του. Έτσι έγινε η οµάδα. Εµείς είχαµε τα γραφεία κι αυτός ερχόταν εκεί κι έγραφε. Την εικονογράφηση την κάναµε εµείς». Ο Θ. Ανδρεόπουλος επιµελούνταν τα εξώφυλλα και τους τίτλους των ιστοριών και ο Κων. Ραµπατζής τις εσωτερικές εικονογραφήσεις, ενώ είχε αναλάβει και την τεχνική καθοδήγηση των συγγραφέων. Βέβαια, τα πρώτα κεφάλαια αυτής της µεγάλης ιστορίας έκρυβαν πολλές δυσκολίες. «Όταν βγάλαµε τον “Μικρό Σερίφη” τα δύο πρώτα χρόνια µπαίναµε µέσα. Αλλά επειδή βάζαµε προσωπική εργασία µπορέσαµε και αντέξαµε. Τον τρίτο χρόνο άρχισε να παίρνει τα πάνω του. Οπότε στη συνέχεια κυκλοφορήσαµε δοκιµαστικά τον “Μικρό Καου-µπόυ”, τον οποίο είχαµε βγάλει, αν θυµάµαι καλά, µηνιαίο. Μετά έγινε δεκαπενθήµερος και στη συνέχεια εβδοµαδιαίος». Ο κ. Ραµπατζής ταξίδεψε στην Αµερική όταν πλέον τα περιοδικά είχαν σταµατήσει την έκδοσή τους. Οπότε η άποψη που είχε για το Φαρ Ουέστ ήταν προϊόν της φαντασίας του και των ταινιών που έβλεπε στον κινηµατογράφο; «Όχι µόνο, αφού ο Θ. Ανδρεόπουλος αγόραζε πολλά βιβλία· του άρεσαν οι ωραίες εκδόσεις. Οπότε είχαµε ένα καλό αρχείο και ενηµερωνόµασταν για ό,τι συνέβαινε στην Άγρια ∆ύση. Μας βοήθησε αυτό. Πώς έφτιαχναν το λάσο, πώς διοργάνωναν τα ροντέο κ.λ.π.». Ο Π. Στρατίκης πρότεινε τον Τζιµ Άνταµς και ο Θ. Ανδρεόπουλος και ο κ. Ραµπατζής τον Τσιπιρίπο, ενώ η σχεδιαστική έµπνευση του Πεπίτο Γκονζάλες ανήκει στον συνοµιλητή µας. Κάποια στιγµή στις ιστορίες εµφανίστηκε και ένας σκύλος, ο Μπικ, τον οποίο όµως δεν διατήρησαν καθώς η εµπλοκή του δυσχέραινε τη διαδικασία της συγγραφής. Έφτασε η στιγµή που ο συνεταιρισµός τους διαλύθηκε: «Ξεκινήσαµε πάλι από την αρχή εµείς και αφήσαµε πολύ πίσω τον Πότη Στρατίκη, ο οποίος κράτησε τον “Μικρό Σερίφη”. Εµείς πήραµε τον “Μικρό Καου-µπόυ” και βγάλαµε επιπλέον τον “Μικρό Αρχηγό”, όπως και άλλες πολλές εκδόσεις. Είχαµε βγάλει το “Λάκυ” όπου έκανα την εικονογράφηση αλλά δεν πήγε καλά. Βγάλαµε λίγα τεύχη σε µεγάλο µέγεθος στον τύπο του “Λούκυ Λουκ”». Η δουλειά των Ανδρεόπουλου–Ραµπατζή και του Γιώργου Μαρµαρίδη («ήταν πολύ φίλος µου. Μέχρι το τέλος της ζωής του ήµασταν µαζί») στη συγγραφή υπήρξε ένα εκδοτικό κοµψοτέχνηµα. Η κυκλοφορία των περιοδικών της Θρυλικής Τετράδας εκτοξεύτηκε – του «Μικρού Καου-µπόυ» είχε φτάσει τα 30.000 τεύχη εβδοµαδιαίως. Η οµάδα δούλευε µε µαστοριά κάθε περιοδικό. Όση προσπάθεια και αν απαιτούσε η έκδοση των περιοδικών, όσο κόπο και αν κατέβαλλαν οι δηµιουργοί τους, δεν ένιωθαν ότι έκαναν κάτι ιδιαίτερο. «Ήταν σαν κάτι να έβγαινε αυτόµατα, χωρίς προσπάθεια, από µέσα µου. Και µου άρεσε αυτό που έβγαινε. Και µου άρεσε αυτό που έφτιαχνα. Αλλά δεν πίστευα ότι κάνω κάτι σπουδαίο. Αυτό που µε ευχαριστούσε έκανα. Όπως όταν βλέπεις έναν φίλο και του λες “Καληµέρα! Τι κάνεις;”, αλλά του το λες αλλιώς επειδή τον αγαπάς. Αυτό ένιωθα όταν έκανα αυτά που έφτιαξα». Τα χρόνια κύλησαν και στα τέλη της δεκαετίας του ’80 αποφασίστηκε η «προσωρινή» αναστολή της κυκλοφορίας του «Μικρού Αρχηγού» και του «Μικρού Καου-µπόυ». «Τριάντα χρόνια πια. Είχα κουραστεί» λέει ο κ. Ραµπατζής. Τα τέσσερα ατρόµητα παιδιά όµως εξακολουθούν να συντροφεύουν µε τις περιπέτειές τους παιδιά και µεγάλους. «Όταν βγάλαµε τον “Καου-µπόυ” δεν κυκλοφορήσαµε ένα παιδικό περιοδικό, αλλά ένα περιοδικό που να αρέσει στα παιδιά και αυτό συνεχίστηκε όλα τα χρόνια. ∆εν γράφαµε διηγήµατα για παιδιά. Απλώς οι ήρωες ήταν µικροί σε ηλικία. Γράψαµε ελεύθερα και είχαµε επιτυχία σε αυτό». Μετά την πρόσφατη έκδοση του δεύτερου τεύχους του «Μικρού Αρχηγού» φαίνεται ότι ο τίτλος θα γνωρίσει ακόµη µια εποχή κατά την οποία θα τροφοδοτεί τη φαντασία των αναγνωστών του, αν και ο θρυλικός εικονογράφος δηλώνει πως σε σχέση µε τους ήρωές του είναι «κοµπλέ. Έχω µεγαλώσει πολύ πλέον. Έχω άλλες φιλοδοξίες. Θέλω να ζωγραφίζω, αλλά δυστυχώς δεν έχω χρόνο. Έχει δυσκολέψει η ζωή. Αλλά δεν σταµατάω να κάνω όνειρα για το µέλλον. Και γελάω όταν µιλάω για µέλλον». Φεύγοντας από το ξενοδοχείο Φρίντα και αποχαιρετώντας τον Κων. Ραµπατζή καταλαβαίνουµε ότι αφήνουµε πίσω µας έναν κόσµο που ακόµη διαθέτει χώρο σε ήρωες. «Σε έναν κόσµο εύθραυστο το καλό ας νικάει πάντα το κακό και όταν δεν συµβαίνει αυτό, οι ήρωες ας είναι το καταφύγιό µας» έγραψε ο θρύλος των εικονογράφων στον πρόλογο του «Μικρού Αρχηγού» που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2020. Ας είναι και ήρωες από χαρτί… Βαγγέλης Γεωργάκης: «Το παιδί είναι η καλύτερη εκδοχή του ανθρώπου» Μια σύντομη συζήτηση με τον Βαγγέλη Γεωργάκη, ο οποίος συγγράφει τις νέες περιπέτειες της Θρυλικής Τετράδας. Πώς βρεθήκατε στο περιβάλλον αυτών των περιοδικών; Αγόρασα το πρώτο τεύχος του «Μικρού Καου-μπόυ» στην ηλικία των 9 χρόνων και έως τα 15 μου τον διάβαζα συνεχώς. Αλλά και ως φοιτητής είχα διαβάσει πάρα πολύ και «Μικρό Καου-μπόυ» και «Μικρό Αρχηγό». Τα τελευταία πέντε χρόνια βέβαια με άγγιξαν περισσότερο. Θεωρώ ότι αυτό έχει να κάνει με το ότι δεν ήταν παιδικά περιοδικά, αλλά έντυπα που μπορούσαν να τα διαβάσουν και παιδιά. Εσείς ασχολείστε με τη συγγραφή και κάποια στιγμή γνωρίζετε τον κ. Ραμπατζή. Η αλήθεια είναι ότι το ένα έφερε το άλλο. Χωρίς να υπάρχει καμία επιδίωξη, αλλά είναι αυτό που είπε ο κ. Ραμπατζής: όταν ξεκίνησε τη ζωγραφική το έκανε γιατί του άρεσε, όχι γιατί ήθελε να πετύχει κάτι. Τελικά βέβαια, έτσι πετυχαίνεις περισσότερα. Όταν είναι κάτι που βγαίνει πηγαία από μέσα σου. Πώς κύλησε η συνεργασία σας; Αφού είχα γράψει το κείμενο επιλέχτηκαν κάποιες εικόνες για να πλαισιώσουν την ιστορία. Στη συνέχεια αναγκαζόμουν να γράψω κάτι γι’ αυτές τις εικόνες σαν να γινόταν κάποια έκρηξη στο υποσυνείδητό μου. Τελικά αυτό που έγραψα με βάση τις εικόνες ίσως ήταν το πιο ωραίο κομμάτι στην ιστορία. Είναι εύκολος συνεργάτης ή δύσκολος; Επικοινωνούμε απόλυτα. Δεν θεωρώ ότι υπήρξε οποιοσδήποτε βαθμός δυσκολίας. Η Θρυλική Τετράδα έχει κατακτήσει την αιώνια παιδικότητα; Θεωρώ ότι το παιδί είναι η καλύτερη εκδοχή του ανθρώπου. Ακόμη και ο ενήλικας όταν καταφέρνει να διατηρεί την παιδικότητά του ανέπαφη, αυτό τον κάνει πιο δυνατό. Τι σημαίνει ήρωας; Είναι αυτός που κάνει το καλό χωρίς να περιμένει ανταλλάγματα. Και ίσως όχι μόνο αυτό. Που κάνει το καλό όταν αδικείται. Ή ενδεχομένως όταν καταστρέφεται η ζωή του. Είναι αυτός που σε μια ταραγμένη εποχή θα δεχτεί να χάσει προκειμένου να κάνει αυτό που του υπαγορεύει η συνείδησή του. Η εποχή μας είναι αντιηρωική. Πώς μπορούν να επιβιώσουν οι χάρτινοι ήρωες στην εποχή μας; Με όλη αυτή την ιστορία που αντιμετωπίζουμε το τελευταίο διάστημα και ο κόσμος βρίσκεται σε ένα καζάνι που βράζει και ολοένα ανεβαίνει η θερμοκρασία… η αναζήτηση αυτών των παλιών περιοδικών δεν είναι μόνο νοσταλγία. Μοιάζει σαν να έχει ανάγκη ο κόσμος από κάτι αυθεντικό. Δεν ξέρω επίσης αν καμιά φορά δεν προβάλλονται οι ήρωες. Μήπως υπάρχουν ήρωες και σήμερα που είναι περισσότερο αφανείς από ποτέ; INFO Το νέο τεύχος του «Μικρού Αρχηγού» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Oasis Και το σχετικό link...
  22. 9 Ιουνίου 2019. Ο δημοσιογράφος, συγγραφέας και εκδότης Παναγιώτης (Πότης) Στρατίκης άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 93 χρόνων, αφήνοντας πίσω του εκδοτικό και συγγραφικό έργο τεράστιο σε όγκο μα κυρίως διαχρονικό σε αξία. Γνωστός με την ιδιότητα του συγγραφέα ως ο δημιουργός του θρυλικού περιοδικού «Μικρός Σερίφης», μα και των ηρώων του εν λόγω αναγνώσματος, άφησε (κυριολεκτικά) ανεξίτηλο το στίγμα του στον χώρο της παιδικής/λαϊκής λογοτεχνίας. Ο Πότης Στρατίκης γεννήθηκε το 1926 και μεγάλωσε στο Κοπανάκι Μεσσηνίας ως παιδί φτωχής οικογένειας. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τον βρίσκει (άριστο) μαθητή γυμνασίου να προσχωρεί στην ΕΠΟΝ, λαμβάνοντας έτσι ενεργά μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Όταν ο πόλεμος τελείωσε και οι εμφύλιες διαμάχες εντάθηκαν, ο νεαρός Στρατίκης έφυγε από τη γενέτειρά του και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπως χιλιάδες άλλοι αριστεροί της εποχής. Άρχισε να μαθαίνει ξένες γλώσσες ως αυτοδίδακτος, ενώ παράλληλα θήτευε στα περιοδικά «Χτυποκάρδι» και «Τραστ του Γέλιου» ως μεταφραστής. Ακολούθησε η θρυλική «Μάσκα» του Απόστολου Μαγγανάρη στην οποία εργάστηκε ως διορθωτής κειμένων (κάτι το οποίο έπραξε και στον «Μικρό Ήρωα» για σύντομο χρονικό διάστημα), ενώ στη συνέχεια ανέλαβε μεταφράσεις μα και τη συγγραφή πρωτότυπων περιπετειών των ηρώων του περιοδικού. Η καριέρα του συνεχίστηκε επιτυχώς στα κορυφαία περιοδικά της εποχής, στα οποία ήταν περιζήτητος. Στα «Ρομάντσο», «Γυναίκα», «Πρώτο», «Θεατής», «Φαντασία», «Πάνθεον», «Βεντέτα», «Ελληνίδα» εργάστηκε ως συντάκτης, μεταφραστής, μα και μόνιμος συνεργάτης. Το 1962, σε συνεργασία με τον εξαίρετο εικονογράφο Θέμο Ανδρεόπουλο, δημιουργούν το εμβληματικό περιοδικό «Μικρός Σερίφης». Οι περιπέτειες του θρυλικού 18άχρονου Ελληνοαμερικανού σερίφη Τζιμ Άνταμς και των αχώριστων φίλων του (Ντιάνα, Πεπίτο, Τσιπιρίπο) θα γίνουν σε σύντομο χρονικό διάστημα η μόνιμη παρέα εκατοντάδων χιλιάδων παιδιών/οικογενειών. Οι όμορφες, προσιτές γουέστερν περιπέτειες (τις οποίες ο Πότης Στρατίκης υπογράφει ως Κώστας Φωτεινός) και η μεγάλη εμπορική επιτυχία θα οδηγήσουν στη δημιουργία ενός νέου τίτλου, του ακόμη πιο επιτυχημένου «Μικρού Καου-μπόυ». Περιοδικά που άφησαν εποχή και ακόμη αποτελούν διακαή πόθο φανατικών συλλεκτών. Ταυτόχρονα ως ικανότατος εκδότης καταφέρνει να πάρει τα δικαιώματα ενός υπέροχου κόμικ για την Ελλάδα. Το όνομα αυτού «Λούκυ Λουκ»! Λίγα χρόνια αργότερα δημιούργησε τον εκδοτικό οίκο Αδελφοί Στρατίκη (με τους αδερφούς του Χρήστο και Πέτρο). Ο οίκος αυτός εξέδωσε πανέμορφες εκδόσεις κλασικών παραμυθιών, ελληνικής ιστορίας και μυθολογίας – με αριστουργηματικές εικονογραφήσεις –, τα κείμενα των οποίων υπέγραφε ο Πότης Στρατίκης. Αυτά τα μοναδικά βιβλία μεγάλωσαν και συνεχίζουν να μεγαλώνουν γενιές παιδιών, πραγματοποιώντας διαρκείς ανατυπώσεις και αναδεικνύοντας περίτρανα τη διαχρονικότητά τους. Τιμήθηκε πολλάκις για την προσφορά του στον περιοδικό Τύπο, ενώ μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε κοντά στην αγαπημένη του εκδοτική δραστηριότητα – όσο τουλάχιστον του επέτρεπαν οι λιγοστές του δυνάμεις. Ως επίλογο θα ήθελα να γράψω ένα τεράστιο, προσωπικό ευχαριστώ στον Πότη Στρατίκη. Διότι μεγάλωσα με τα ιστορικά βιβλία του και λάτρεψα τον «Μικρό Σερίφη». Διότι είχα τη χαρά και την τιμή να τον γνωρίσω και πριν από λίγα χρόνια να εκδώσω τεύχη με τη θρυλική τετράδα που εκείνος δημιούργησε. Αντίο, Πότη μας. Και το σχετικό link...
  23. Ένα προφίλ και μια μικρή ανάγνωση της βιβλιογραφίας του 38χρονου δημιουργού, με αφορμή τη σειρά που σχεδίασε, έγραψε και σκηνοθέτησε στο Netflix. Ιταλία. Χώρα με μεγάλη παράδοση στην κουζίνα, στα τυριά, τα αλλαντικά και τα ζυμαρικά, στα αλκοολούχα ποτά, στον νεορεαλιστικό κινηματογράφο, στους διαγωνισμούς τραγουδιού και στα εντυπωσιακά σόου, στο θέατρο, τη σύγχρονη φιλοσοφία και τα κόμικς. Ενώ πολλοί πάγκοι με μεταχειρισμένα βιβλία διαθέτουν τευχίδια με κόμικς προηγούμενων δεκαετιών σε χαμηλές τιμές, αυτή τη στιγμή στα βιβλιοπωλεία της Ιταλίας, εκεί που τοποθετούνται τα graphic novels, τα ράφια καλύπτονται από τις συλλογές μικρών ιστοριών που σχεδίασε ο Τζεροκαλκάρε (Zerocalcare), ίσως ο πιο σημαντικός δημιουργός κόμικ της ιταλικής χερσονήσου τα τελευταία χρόνια. Ξεφυλλίζω μερικές από τις συλλογές του και προσπαθώ να καταλάβω τι γράφει στο οπισθόφυλλο: α) «Τίποτα νεότερο από το μέτωπο της Ρεμπίμπια (Niente di nuovo sul fronte di Rebibbia)», με μικρές ιστορίες που έγραψε από το 2019 μέχρι το 2021 που πραγματεύονται τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των φυλακισμένων στη Ρεμπίμπια, ένα προάστιο βορειοανατολικά της Ρώμης όπου ο Τζέροκαλκάρε μεγάλωσε και ζει, το φαινόμενο της cancel culture και προσωπικές του ιστορίες μέσα στην καραντίνα. β) «Κάθε καταραμένη Δευτέρα στις δύο (Ogni maledetto Lunedi su due)», που αφηγείται το μανιφέστο των millenials που δεν θέλουν να παραδεχτούν πως είναι ενήλικες. γ) το graphic novel “Kobane Calling”, μια αυτοβιογραφία του νεαρού δημιουργού που ταξιδεύει στη Μέση Ανατολή και στην επαρχία της Ροζάβα με μια οργάνωση που υποστηρίζει την αντίσταση των Κούρδων στη Συρία. Αποσπάσματά του δημοσιεύτηκαν στο ανεξάρτητο, ιταλικό περιοδικό Internazionale και στην Ελλάδα, σε τεύχη του βραχύβιου περιοδικόυ κόμικς Μπλε Κομήτης. Δεν υπάρχει απόδοση των έργων του στα ελληνικά, αλλά η σειρά του Netflix «Κατά μήκος της διακεκομμένης γραμμής (Tear along the dotted line) την οποία σχεδίασε, έγραψε, σκηνοθέτησε και έδωσε την φωνή του στους περισσότερους χαρακτήρες των έξι επεισοδίων, είναι η πιο προσβάσιμη και συναισθηματικά ισχυρή γνωριμία με την πολιτική σάτιρα και τον κόσμο του Τζεροκαλκάρε, στον οποίο τίποτα δεν είναι αρμονικά σχεδιασμένο. Ένας 38χρονος… ασβεστόλιθος Καλκάρε στα ελληνικά σημαίνει ασβεστόλιθος. Ασυνήθιστο ψευδώνυμο επέλεξε ο 38χρονος Μικέλε Ρεκ, αλλά η επιρροή της τηλεόρασης και των διαφημίσεων που διαμόρφωσαν την ποπ κουλτούρα της δεκαετίας του ’90 ήταν καταλυτική στα βιώματά του. Γι’ αυτό και επέλεξε αυτές τις δύο λέξεις που άκουσε σε ένα διαφημιστικό σποτ για να κρύψει την πραγματική του ταυτότητα σε μια συζήτηση στο ίντερνετ. Ήταν 2001, όταν ήταν μαθητής στην τελευταία τάξη του γαλλικού λυκείου που τον έγραψε η Γαλλίδα μητέρα του. Η βία στην σύνοδο της G8 στη Γένοβα και η δολοφονια του 23χρονου Κάρλο Τζουλιάνι άφησε μια τεράστια πληγή στην συλλογική μνήμη της Ιταλίας, αλλά και στον 18χρονο Μικέλε Ρεκ, που με αφορμή τα επεισόδια σχεδίασε τα πρώτα του σκίτσα. Άλλαξε πολλές δουλειές. Από ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας μέχρι δάσκαλος φυσικής κατ’ οίκον. Εμπειρίες που αποτύπωσε σε πολλές ιστορίες με έναν ιδιότυπο σαρκασμό και αστείρευτη αυθεντικότητα. Για να καλύψει το ενοίκιο του σπιτιού του με έναν πιο δημιουργικό τρόπο αποφάσισε να συμμετάσχει σε φεστιβάλ κόμικς, στα οποία εμβληματικοί εκδοτικοί οίκοι της χώρας και εφημερίδες όπως η La Repubblica αρχίζουν να ανακαλύπτουν το ταλέντο του. Η πρώτη έκδοση των ιστοριών του έγινε το 2011 με τον τίτλο «Η προφητεία του Αρμαντίλο», με πρωταγωνιστή τον ίδιο και ένα πορτοκαλί αρμαντίλο που εκφράζει τις ενοχικές σκέψεις της συνείδησής του που δεν τον αφήνουν ελεύθερο να δημιουργήσει, να αγαπήσει, να σχεδιάσει, να μιλήσει. Αυτές οι ιστορίες, μαζί με μεταγενέστερες, αποτέλεσαν την βάση της σειράς του Netflix που τον περασμένο Οκτώβριο εκτόπισε σε δημοφιλία το «Παιχνίδι του Καλαμαριού». Λοιπές αυτοβιογραφικές ιστορίες δημοσιεύονται στο μπλογκ του, ενώ διακρίνεται απανωτά από λογοτεχνικούς θεσμούς της χώρας. Μια θεματολογία γεμάτη ειλικρίνεια Αν και το μετρό της Ρώμης είναι ένα από τους πιο «ατημέλητους» υπόγειους σιδηροδρόμους της Ευρώπης, έξω από τον σταθμό της Ρεμπίμπια υπάρχει μια τεράστια τοιχογραφία με ένα μαμούθ με αριθμό φυλακισμένου, του οποίου τα οστά βρέθηκαν εκεί στα 80s, να συμβολίζει την περηφάνια όσων αποτελούν μέρος της. «Καλωσορίσατε στην Ρεμπίμπια. Μια φετούλα παραδείσου ανάμεσα στην Τιμπουρτίνα και την Νομεντάνα, γη του μαμούθ, των ρεγιόν, των έρημων σωμάτων και των μεγάλων καρδιών. Εδώ μας λείπουν όλα, δεν χρειαζόμαστε τίποτα», είναι ο υπότιτλος της τοιχογραφίας, η οποία δεν έχει βανδαλιστεί και δεν έχει καταστραφεί από κανέναν κάτοικο. Στα λόγια του Τζέροκαλκάρε υπάρχει ένας έντονος σαρκασμός και μια εμφανής απογοήτευση για τις συνθήκες στις οποίες έχει μεγαλώσει η γενιά του. Η κεντρική ιδέα της σειράς του Netflix αφορά τη διαχείριση του θανάτου μιας παιδικής του φίλης, αλλά ο Ιταλός δημιουργός δεν σκοπεύει να εξιστορήσει το πώς έγινε και το πώς το διαχειρίζεται ο ίδιος, αλλά να παρουσιάσει στιγμιότυπα από τη ζωή του σαν μια ρετροσπεκτίβα, για να φτάσει στο σήμερα. Άβολες στιγμές στην ερωτική του στιγμή, παιδικές αμφιβολίες που προκύπτουν από την ανάγκη του για επιβεβαίωση, εικόνες από την εργασιακή του εμπειρία και την επαφή του με νεαρούς μαθητές, πικρές συνειδητοποιήσεις απεικονίζονται με μια καθόλου επιεική ειλικρίνεια και φανερά υπόγειες πολιτικές αναφορές που κάνουν τους Ιταλούς millenials και τη Gen Z να ταυτίζονται με την ιστορία του. Σε όλες τις δημιουργίες του, η πολιτική δεν μένει ποτέ εκτός πλάνου. Αν θέλει κανείς να κατανοήσει ένα κομμάτι της ιταλικής κοινωνίας και να βρει τα κοινά που την ενώνουν με τη δικιά μας, η φωνή του Τζέροκαλκάρε εκπέμπει δυνατά, αγγίζει πολλούς αναγνώστες και πάντοτε δημιουργεί νέα ερωτήματα για τον ίδιο, αλλά και το προς τα πού πηγαίνει ο καθένας από εμάς. Δεν ξέρω αν πρέπει να μεταφραστεί στα ελληνικά, γιατί όλο και κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό θα ξεφύγει στη διαδικασία, αλλά η σειρά του Netflix είναι μια καλή ευκαιρία για να τον ανακαλύψετε. Ποτέ δεν είναι αργά για μια καλοειπωμένη ιστορία. Και το σχετικό link...
  24. Άρης Καπλανίδης και Ηλίας Ρουμελιώτης – «Από το Μπαλκόνι»: Οι δημιουργοί της animation ταινίας μιλούν στην ATHENS VOICE. «Οι καλύτερες ταινίες είναι αυτές που σου προτείνουν οι φίλοι σου». Αυτή είναι γενικά μια παραδεδεγμένη αλήθεια, ειδικά όταν είσαι άτομο με αμυδρή επαφή με τον κινηματογράφο. Έτσι κι εγώ, βρισκόμενος σε ταξίδι με φίλους πριν μέρες, βίωσα αυτό ακριβώς. Ετοιμαζόμαστε να δούμε ταινία κι ένας φίλος μάς λέει πως είδε μια φοβερή μικρού μήκους, ελληνική, και πρότεινε «να τη δούμε πριν την κυρίως ταινία». Δεχθήκαμε και… αυτό ήταν. Το «Από το Μπαλκόνι», η δωδεκάλεπτη ταινία κινουμένων σχεδίων των Άρη Καπλανίδη και Ηλία Ρουμελιώτη ήταν μια αποκάλυψη. Ένα καλοκουρδισμένο ταινιάκι με γρήγορα, κοφτά πλάνα «να ξυπνάνε τα μυαλά», οργανική αφομοίωση του ελληνικού αστικού περιβάλλοντος και της χτυπημένης από την οικονομική κρίση – και τη συνακόλουθη παρακμή – της αθηναϊκής γειτονιάς, ιστορία βγαλμένη από τη ζωή, λιτή αλλά όχι απλοποιημένη, σαφής μα καθόλου διδακτική. Με μια φοβερή μουσική επένδυση, αποτελούμενη από παλιά λαϊκά και ρεμπέτικα και ένα ραπ του Τάκι Τσαν, το «Από το μπαλκόνι» κατέγραψε μια ζηλευτή πορεία σε εγχώρια και διεθνή φεστιβάλ: από τη Δράμα, το AnimaSyros και τις Νύχτες Πρεμιέρας, ως τη Βαλένθια, το Λος Άντζελες και το Σαν Φρανσίσκο. Πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι η ταινία θα είναι υποψήφια για το Βραβείο Ίρις 2022 της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου στην κατηγορία «Βραβείο Μικρού Μήκους Ταινίας Animation». Κάπως έτσι, βιωματικά, προκύπτουν και τα ωραία θέματα. Μια παρέα και μια πρόταση για ταινία που καταλήγει σε αποκάλυψη – πρώτα ζούμε, μετά γράφουμε. Δεν έχασα την ευκαιρία να γνωρίσω τους νεαρούς κινηματογραφιστές και να μιλήσω μαζί τους για την ταινία τους. Στο «Από το Μπαλκόνι» κεντρική ηρωίδα είναι μια γυναίκα μέσης ηλικίας, Λίνα τη λένε, που ζει στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας σε μια τυπική αθηναϊκή γειτονιά στη Νέα Φιλαδέλφεια. Η Λίνα «από το μπαλκόνι» παρατηρεί ό,τι συμβαίνει στη γειτονιά της, καρφώνοντας το βλέμμα της στους περαστικούς, μη διστάζοντας ακόμα και να παρέμβει: πετώντας επίδεσμο αν συμβεί κάποιο ατύχημα, δίνοντας οδηγίες παρκαρίσματος, καλώντας την αστυνομία όταν αντιλαμβάνεται ότι μια διάρρηξη είναι εν εξελίξει. Πολλοί την κοιτούν με απορία και θαυμασμό, οι περισσότεροι στη γειτονιά όμως είναι ενοχλημένοι από την παρεμβατικότητα και την αδιακρισία της. Ώσπου μια μέρα θα αλλάξουν όλα δραματικά… Η Λίνα πρωταγωνιστεί στην ιστορία «Από το Μπαλκόνι» της Η αρχή. Έχουν και οι δύο εμπειρία στον κινηματογράφο έχοντας γυρίσει και άλλες ταινίες στο παρελθόν, αυτή όμως ήταν η πρώτη φορά που δημιούργησαν κινούμενα σχέδια. «Στην αρχή δεν θέλαμε να ασχοληθούμε με το κινούμενο σχέδιο. Όταν ετοιμάσαμε το storyboard για μια live action εκδοχή του “Από το Μπαλκόνι”, όσοι το είδαν μας είπαν ότι θα γινόταν ένα πολύ όμορφο κινούμενο σχέδιο. Είχαμε σχεδιάσει τα πάντα για να γυριστεί η ταινία με ανθρώπους, εν τέλει όμως αποφασίσαμε να το κάνουμε κινούμενο σχέδιο γιατί έτσι θα μπορούσαμε να αφομοιώσουμε με τον καλύτερο τρόπο όλα τα μέσα που μας παρείχε ο παραδοσιακός κινηματογράφος: από τους φακούς που θέλαμε μέχρι τις λήψεις. Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει τι σημαίνει κινούμενο σχέδιο, δεν είχαμε δουλέψει ποτέ κάτι αντίστοιχο. Στους 14 μήνες που χρειαστήκαμε για να δημιουργήσουμε αυτό το δωδεκάλεπτο ταινιάκι, από τον σχεδιασμό καρέ-καρέ ως την παραγωγή, πλέον είχαμε μάθει να κάνουμε και animation» μου λένε οι δύο δημιουργοί, προσθέτοντας ότι, αν γινόταν με ηθοποιούς, θα είχε διαρκέσει το πολύ έναν μήνα. «Από τη στιγμή που το “Από το Μπαλκόνι” ήταν έτοιμο, κοιταχτήκαμε και είπαμε ότι θα ήταν ωραίο να κάναμε άλλο ένα κινούμενο σχέδιο. Έτσι αποφασίσαμε να ανοίξουμε την εταιρία μας, την Brosinarts, για να αφοσιωθούμε στη δημιουργία κινουμένων σχεδίων μυθοπλασίας. Είναι πολύ ωραία διαδικασία το animation γιατί σου δίνει τη δυνατότητα, επειδή είναι εξ ορισμού μια πιο αργή διαδικασία, να έχεις περισσότερη ελευθερία. Τόσο οι ηθοποιοί μας, όσο και εμείς οι ίδιοι, είχαμε περισσότερο χρόνο για να αφομοιώσουμε στην ταινία στοιχεία πιο προσωπικά ή ανορθόδοξα αν θέλεις, τα οποία συνεισέφεραν μοναδικά στο ύφος που θέλαμε να έχει η ταινία. Στοιχεία που μπορεί να θεωρούνται “φθηνά” ή “άκομψα”, μέσα από το animation αναδεικνύονται με έναν φοβερά οργανικό τρόπο». Η ατμόσφαιρα. Περισσότερο από την πλοκή ή τους χαρακτήρες τους ενδιαφέρει το κλίμα της ταινίας. «Το κλίμα είναι το κυρίαρχο στοιχείο στις δουλειές μας», μου λέει ο Άρης Καπλανίδης. «Για το “Από το Μπαλκόνι” είχαμε συγκεντρώσει διάφορες ιστορίες από μια γειτόνισσα π.χ., η οποία μένει κοντά στο γραφείο που δουλεύαμε και την ακούγαμε. Ουσιαστικά προβήκαμε σε μια συρραφή ιστοριών, συμπεριφορών διαφορετικών “τύπων” ανθρώπων. Δουλεύαμε αρχικά τις φωνές των διαφόρων χαρακτήρων, σαν να φτιάχναμε ραδιοφωνικό σίριαλ. Βάζοντάς τα όλα μαζί διαπιστώσαμε ότι έβγαινε μια ωραία ταχύτητα, μια ενέργεια. Δεν θα μπορούσαμε όμως να κάνουμε μια απλή συρραφή από ανέκδοτα, οπότε πετώντας όλες τις αρχικές ιστορίες, διατηρώντας όμως το κλίμα, αρχίσαμε να δομούμε λίγο-λίγο την ιστορία, προσθέτοντας το στοιχείο της συγκίνησης». «Το κλίμα μάς οδηγεί να δομήσουμε τα πάντα, από τον τρόπο που μιλάει ένας από τους χαρακτήρες μας, μας βοηθάει να δομήσουμε στην ιστορία μας από το σπίτι που μένει, μέχρι τον τρόπο που ντύνεται και κινείται. Στη συνέχεια τραβώντας υποσυνείδητες γραμμές μεταξύ των χαρακτήρων χτίζουμε τα υπόλοιπα». Αυτό ακριβώς συνέβη και στο «Από το Μπαλκόνι» το οποίο είναι εκ πρώτης όψεως κωμωδία, αν ξύσεις όμως την επιφάνεια η οσμή της πολιτικοκοινωνικής σάτιρας σου σπάει τη μύτη. Στην ταινία η γειτονιά μη δίνοντας σημασία στα δικά της ζητήματα (ανεργία, ανέχεια κ.ο.κ.) ασχολείται με τη Λίνα, εξωτερικεύοντας στο πρόσωπό της και στο «ανυπόφορο» βλέμμα της τα προβλήματά της. Συγχρόνως και η ίδια η Λίνα δεν ασχολείται με τα δικά της προβλήματα (ανεργία, γιος εθισμένος στα ναρκωτικά) και χαζεύει τη γειτονιά από το μπαλκόνι. Η κωμωδία υπηρετεί άριστα μια κοινωνική κριτική της χτυπημένης από την οικονομική κρίση αθηναϊκής γειτονιάς, κυρίως όμως είναι μια γλυκόπικρη σάτιρα της ανθρώπινης κατάστασης. Σε αυτό συμβάλλει καθοριστικά και η ιμπρεσιονιστική τεχνική των δημιουργών, χάρη στην οποία με απίστευτη γρηγοράδα ο θεατής συγκρατεί όσα οι δημιουργοί θέλουν να τον βοηθήσουν να συγκρατήσει. «Σαν να κάνει μια βουτιά, ένα γρήγορο πέρασμα με αμάξι μέσα σε αυτήν τη γειτονιά». Όπως μου λένε, «Θέλαμε μέσω της τεχνικής και όχι μέσω της ιστορίας καθ’ αυτής να περάσουμε τα όποια μηνύματα, γιατί ξέρουμε πως είμαστε επιρρεπείς στον διδακτισμό και στο “κούνημα του δαχτύλου” και αυτό δεν θέλαμε να συμβεί». Την επιτυχία της ταινίας τη βιώνουν μάλλον με αμηχανία και φυσικά μεγάλη ευγνωμοσύνη. «Κάναμε κάτι αρχικά για εμάς και όλο αυτό κατέληξε να μας οδηγήσει επαγγελματικά στα κινούμενα σχέδια. Όσον αφορά την αγάπη του κοινού στις προβολές ή τα καλά λόγια συναδέλφων και τις βραβεύσεις, ό,τι και να πούμε είναι λίγο. Δεν το φανταζόμασταν ποτέ». Το μέλλον. Ο Άρης Καπλανίδης και ο Άρης Ρουμελιώτης τώρα δουλεύουν ένα ντοκιμαντέρ animation για τη Μικρασιατική καταστροφή. «Είχαμε την ιδέα να πάρουμε αυτούσιες τις μαρτυρίες γυναικών που βίωσαν τη Μικρασιατική καταστροφή, ξεκινώντας από τον διωγμό μέχρι την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα. Θα επικεντρωθούμε σε όσα οι ίδιες θεωρούν σημαντικά. Σε αυτό μας βοηθά πολύ το αρχείο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, όπου έχουν καταγραφεί οι μαρτυρίες των γυναικών του ’22 διατηρώντας τον προφορικό τους λόγο. Το υλικό αυτό σκηνοθετικά και για το κλίμα της ταινίας είναι ένας πλούτος. Υπάρχει παραδόξως πολύ χιούμορ και επίσης πρόκειται για τη φωνή γυναικών που εκείνη την εποχή δεν είχαν άλλη ευκαιρία να μιλήσουν για τις ίδιες. Μιλούν σε ιστορικούς για το τραγικό συμβάν του διωγμού, συγχρόνως όμως βλέπεις και όσα τις απασχολούσαν στην καθημερινότητά τους. Το βρήκαμε τρομερά ενδιαφέρον». Σκηνή από την ταινία «Ζωή Ενταύθα» Το κλείσιμο ενός κύκλου. Λίγο πριν το τέλος ένιωσαν την ανάγκη να μου μεταφέρουν το ακόλουθο περιστατικό. «Όταν κάναμε τη μεγάλου μήκους ταινία μας “Η ζωή ενταύθα”, μια ανεξάρτητη ταινία του 2015 που γυρίσαμε μόνοι μας με φίλους, κάποια στιγμή βρεθήκαμε για γύρισμα στην Αίγινα. Στη σκηνή που γυρνούσαμε, οι ήρωες κάθονταν στην παραλία και περίμεναν, είχε τόσο ήλιο όμως που ένας ηθοποιός πήρε μια εφημερίδα για να μην τον βαράει ο ήλιος. Η εφημερίδα αυτή ήταν η ATHENS VOICE. Αργότερα στο μοντάζ σκοπεύαμε να το κόψουμε, είχε όμως δέσει τόσο αρμονικά στο πλάνο που το κρατήσαμε. Η ταινία πλέον έχει αποκτήσει τον κόσμο της, είναι ελεύθερη για online θέαση και τώρα που μοιραζόμαστε το περιστατικό αυτό με δημοσιογράφο της ATHENS VOICE είναι σαν να κλείνει ένας κύκλος!» Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.