Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'milo manara'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Γερμανίκεια
  • Ιστορική/ φιλολογική γωνιά
  • Περί ανέμων και υδάτων
  • Dhampyr Diaries
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • The Unstable Geek
  • Κομικσόκοσμος
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Valt's blog
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • Film
  • Θέμα ελεύθερο
  • Vet in madness
  • GCF about comics
  • Dr Paingiver's blog

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

  1. To Φεστιβάλ Comicdom Con Athens γιορτάζει τα εικοστά του γενέθλια στην Τεχνόπολη στο Γκάζι με ένα πλούσιο πρόγραμμα γεμάτο εκθέσεις, ομιλίες, παρουσιάσεις, διαγωνισμούς, συζητήσεις και προβολές για μικρούς και μεγάλους. Η αφίσα του φεστιβάλ από τον Αντώνη Βαβαγιάννη. Μπορεί να έχουν περάσει 20 χρόνια από την πρώτη διεξαγωγή τού Comicdom Con Athens, αλλά όλα δείχνουν πως οι διοργανωτές του δεν έχουν κουραστεί. Παραμένουν αποφασισμένοι και συνεπείς σε όσα σχεδιάζουν και υλοποιούν ενώ οι επισκέπτες του φεστιβάλ αυξάνονται κάθε χρόνο και ανανεώνονται με την προσθήκη νεότερων φίλων των κόμικς. Από το κτίριο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης και στη συνέχεια του Γαλλικού Ινστιτούτου, που στέγασαν το φεστιβάλ για πολλά χρόνια αλλά αποδείχτηκαν μικρά για τις χιλιάδες των επισκεπτών, μέχρι την πλατεία Κλαυθμώνος στην εποχή του Covid, το Comicdom δίνει σταθερά το ραντεβού με το πολυπληθές κοινό της ένατης τέχνης κάθε άνοιξη. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα το Comicdom διοργανώνει και άλλες εκδηλώσεις, εκθέσεις, ομιλίες και συζητήσεις κατά τη διάρκεια του έτους για να κρατά ζεστή τη σχέση με τους φίλους του, ενώ η μετακόμιση στην Τεχνόπολη επιτρέπει ένα ακόμη πλουσιότερο πρόγραμμα με περισσότερους καλλιτέχνες και ποικίλες εκδηλώσεις με τα κόμικς στο επίκεντρο. Όπως κάθε χρόνο τον τόνο στο φεστιβάλ δίνουν οι εκθέσεις. 20 χρόνια Comicdom Con Athens, 30 χρόνια Comicdom Πολύ πριν από το φεστιβάλ, το Comicdom ήταν ένα fanzine που γραφόταν από μια παρέα φίλων με πάθος για τα κόμικς και κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι. Στην κεντρική επετειακή έκθεση, σε επιμέλεια της Λήδας Τσενέ, οι επισκέπτες θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την πορεία από το fanzine των λίγων δεκάδων αντιτύπων στο φεστιβάλ των δεκάδων χιλιάδων επισκεπτών μέσα από πρωτότυπο αρχειακό υλικό, εκδόσεις, αφίσες, φωτογραφίες και σπάνια τεκμήρια. Σχέδια του Μίλο Μανάρα. Στην έκθεση φιλοξενούνται επίσης τα έργα που φιλοτέχνησαν ειδικά για το φεστιβάλ οι προσκεκλημένοι δημιουργοί (Milo Manara, John Romita Jr, Mark Buckingham, David Lloyd, Emanuela Lupacchino, Μιχάλης Διαλυνάς, Ηλίας Κυριαζής, Τόμεκ, DaNi, Αγγελική Σαλαμαλίκη, Θανάσης Πέτρου κ.ά.), ενώ παρουσιάζονται και 8 νέες εικονογραφήσεις που έγιναν ειδικά για τα εικοστά γενέθλια. 20 έργα-σταθμοί: η άνθηση των ελληνικών κόμικς Μαζί με το Comicdom αυτά τα 20 χρόνια μεγάλωσε και η ελληνική σκηνή. Σε επιμέλεια Αριστείδη Κώτση, Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και Μέλανδρου Γκανά η έκθεση ανατρέχει στην πορεία των ελληνικών κόμικς και παρουσιάζει 20 από τα σπουδαιότερα ελληνικά έργα της τελευταίας εικοσαετίας («Αϊβαλί» του Soloup, «Ερωτόκριτος» των Δημοσθένη Παπαμάρκου, Γιάννη Ράγκου και Γιώργου Γούση, «Θανάσης Βέγγος: Η Γαλέρα της Ζωής μου» των Σπύρου Δερβενιώτη και Θανάση Πέτρου, «Σκουριές» των Λεωνίδα Οικονομάκη, Δημήτρη Δαλάκογλου και Αποστόλη Ιωάννου κ.ά.) που αντανακλούν την εντυπωσιακή, θεματικά και εικαστικά, ανάπτυξη της σκηνής. Παύλος Σιδηρόπουλος: Εν Κατακλείδι Απόσπασμα από το βιβλίο για τον Παύλο Σιδηρόπουλο των Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη. Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι» σε σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και σχέδια του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη (εκδόσεις Μικρός Ήρως), η έκθεση, σε επιμέλεια του Γαβριήλ Τομπαλίδη, παρουσιάζει εικονογραφήσεις, καρέ και προσχέδια από το έργο και πλαισιώνεται από την εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου με τη συμμετοχή ανθρώπων που έζησαν και συνεργάστηκαν στενά με τον αντισυμβατικό «πρίγκιπα» του ελληνικού ροκ. Πολυκατοικίες Οι «Πολυκατοικίες» σε σχέδιο του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι. Ο Λεξ τραγουδά για τις «Πολυκατοικίες» και οι Μι Δέλτα (σενάριο) και Δημήτρης-Κρις Αγκαράι (σχέδια) εμπνέονται από τα λόγια του δημοφιλούς ράπερ και μεταφέρουν σε κόμικς τους στίχους του (εκδόσεις Μικρός Ήρως). Σε επιμέλεια του Γαβριήλ Τομπαλίδη η ομώνυμη έκθεση περιγράφει την πορεία του βιβλίου και της ιστορίας από τα προσχέδια μέχρι τα ράφια των βιβλιοπωλείων και συνοδεύεται από την παρουσίαση της έκδοσης. Τιμώμενος καλλιτέχνης: Αντώνης Βαβαγιάννης Με περισσότερα από 17 χρόνια συνεχούς παρουσίας στον έντυπο και ηλεκτρονικό κόσμο, δέκα βιβλία στο ενεργητικό του και χιλιάδες followers στα social media, ο Αντώνης Βαβαγιάννης είναι από τους πιο επιτυχημένους Έλληνες δημιουργούς κόμικς με τα «Κουραφέλκυθρά» του να αποτελούν ένα διαρκές best-seller (εκδόσεις Jemma Press). Στην έκθεση της οποίας τα έργα επιλέγει ο ίδιος καταγράφεται η εξέλιξη της σειράς μέσα στον χρόνο, ενώ ως τιμώμενος καλλιτέχνης επιμελείται το επίσημο εικαστικό του φετινού φεστιβάλ. Ο David Lloyd, σχεδιαστής του «V for Vendetta». Εκτός από τις εκθέσεις, στο 20ό Comicdom Con Athens ξεχωρίζει η παρουσία του David Lloyd, σχεδιαστή του εμβληματικού «V for Vendetta» που συνδημιούργησε με τον Alan Moore για να αναδειχτεί η εικονογραφία του σπουδαίου αυτού έργου σε σύμβολο των κοινωνικών κινημάτων. Δίπλα του θα βρεθεί ο P.J. Holden με τη μεγάλη καριέρα ως δημιουργός τού «Judge Dredd» στο βρετανικό 2000AD, η Arianna Turturro, καταξιωμένη επιμελήτρια της DC, και οι Simon Davis και Boo Cook, επίσης γνωστοί για τις δουλειές τους στο 2000AD. Το Artists' Alley. Στο artists' alley θα βρεθούν περίπου 200 δημιουργοί κόμικς και εικονογράφοι για να παρουσιάσουν τις δουλειές τους και να μιλήσουν με το κοινό, ενώ θα δώσουν το «παρών» και περισσότερες από 60 επιχειρήσεις με βιβλία, παιχνίδια, ρούχα και άλλα προϊόντα σχετικά με την pop κουλτούρα. Το πρόγραμμα συμπληρώνεται με προβολές, διαγωνισμό cosplay, παιχνίδια, θεματικές συζητήσεις, συναυλίες, εργαστήρια και sketch events καθώς και με την απονομή των Ελληνικών Βραβείων Κόμικς την Παρασκευή στις 21.30. ℹ️ 20ό Comicdom Con Athens | Παρασκευή 15 έως Κυριακή 17 Μαΐου 2026, 11.00-21.30 | Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Πειραιώς 100, Γκάζι | Για το πλήρες πρόγραμμα: www.comicdom-con.gr | Είσοδος ελεύθερη Και το σχετικό link...
  2. Το διεθνές φεστιβάλ comics της Αθήνας έρχεται για τα 20α γενέθλιά του στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων. Η Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων γίνεται στις 15, 16 και 17 Μαΐου, το απόλυτο σημείο συνάντησης για τους φίλους των comics. Mε προσκεκλημένο τον συν-δημιουργό του εμβληματικού V for Vendetta, David Lloyd, επετειακές και μουσικές εκθέσεις, ντοκιμαντέρ για τον θρυλικό Milo Manara (σε πρώτη προβολή), και περισσότερους από 200 διεθνείς και εγχώριους καλλιτέχνες στο μεγαλύτερο artists alley με νέα comics, η Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων γίνεται στις 15, 16 και 17 Μαΐου, το απόλυτο σημείο συνάντησης για τους φίλους των comics, της εικονογράφησης, του animation και των επιτραπέζιων παιχνιδιών, με ένα πλούσιο πρόγραμμα για κάθε λάτρη της pop κουλτούρας. Όπως κάθε χρόνο, το φεστιβάλ παραμένει το μόνο αυτής της κλίμακας με ελεύθερη είσοδο σε όλες τις δράσεις του, προσφέροντας παράλληλα δωρεάν τον κατάλογό του σε όλους τους επισκέπτες! ΟΙ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΠΕΤΕΙΑΚΗ ΈΚΘΕΣΗ: 20 Χρόνια Comicdom CON Athens – 30 Χρόνια Comicdom Μέσα από πρωτότυπο αρχειακό υλικό, εκδόσεις, αφίσες, φωτογραφίες και σπάνια τεκμήρια, ο επισκέπτης της κεντρικής επετειακής έκθεσης θα ακολουθήσει τα βήματα ενός ταξιδιού: από τις πρώτες αυτοεκδόσεις και τα fanzines που κυκλοφορούσαν χέρι με χέρι, μέχρι τη θεσμοθέτηση του Comicdom CON Athens. Η έκθεση φιλοξενεί παράλληλα όλα τα έργα που φιλοτέχνησαν διεθνείς και εγχώριοι καλλιτέχνες, ειδικά δημιουργημένα για το Φεστιβάλ από τους Milo Manara, John Romita Jr, Mark Buckingham, David Lloyd και Emanuela Lupacchino, μέχρι τους Μιχάλη Διαλυνά, Ηλία Κυριαζή, Τόμεκ, DaNi, Αγγελική Σαλαμαλίκη και Θανάση Πέτρου. Την οπτική εμπειρία συμπληρώνουν 8 νέες εικονογραφήσεις, φιλοτεχνημένες αποκλειστικά για τα 20α γενέθλια του μακροβιότερου διεθνούς φεστιβάλ comics της Αθήνας. Επιμέλεια: Λήδα Τσενέ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΕΤΕΙΑΚΗ ΕΚΘΕΣΗ: 20 Χρόνια, 20 Έργα-Σταθμοί: Η Άνθηση των Ελληνικών Comics Ανατρέχοντας στη δυναμική πορεία της εγχώριας σκηνής, παρουσιάζουμε 20 εμβληματικές εκδόσεις που σφράγισαν την πρόσφατη ιστορία της. Η επιλογή των έργων αντανακλά την εντυπωσιακή θεματική και καλλιτεχνική ωρίμανση των Ελλήνων δημιουργών, περιλαμβάνοντας – μεταξύ άλλων – ιστορικές καταγραφές (Αϊβαλί), λογοτεχνικές μεταφορές (Ερωτόκριτος), βιογραφίες εμβληματικών προσωπικοτήτων (Θανάσης Βέγγος: Η Γαλέρα της Ζωής μου), αλλά και το πρώτο εγχώριο εθνογραφικό comic (Σκουριές). Τα 20 αυτά έργα αφηγούνται την εξέλιξη μιας Τέχνης που δεν φοβάται να πειραματιστεί και να συγκινήσει. Επιμέλεια: Αριστείδης Κώτσης, Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Μέλανδρος Γκανάς ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ: Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι Ένα οπτικό ταξίδι στη ζωή και το έργο του «πρίγκιπα» της ελληνικής ροκ. Του «διανοούμενου αλήτη» που σφράγισε με τη μουσική του τις καρδιές μας, λοιδορήθηκε εν ζωή για την αντισυμβατικότητα και τις εξαρτήσεις του, αλλά αποθεώθηκε – ακόμη και από τους επικριτές του – σημαδεύοντας ανεξίτηλα τις επόμενες γενιές. Η έκθεση παρουσιάζει εικονογραφήσεις, καρέ και προσχέδια από το νέο graphic novel Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι (εκδόσεις Μικρός Ήρως), σε σχέδιο Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη και σενάριο Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου, και θα πλαισιωθεί από την παρουσίαση της έκδοσης, με τη συμμετοχή ανθρώπων που έζησαν και συνεργάστηκαν στενά με τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Επιμέλεια Έκθεσης: Γαβριήλ Τομπαλίδης ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ: Πολυκατοικίες – από το Ομώνυμο Τραγούδι του ΛΕΞ Εμπνευσμένο από το φημισμένο ομώνυμο κομμάτι του άλμπουμ 2ΧΧΧ του ΛΕΞ, οι Πολυκατοικίες είναι μια αφηγηματική κατάδυση στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Με ρυθμό που θυμίζει βιντεοκλίπ και εικόνες που κινούνται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το αφαιρετικό, ο Δήμος ξετυλίγει τη ζωή που έζησε όσο ήταν μακριά από τον πατέρα του. Η έκθεση παρουσιάζει εικονογραφήσεις, καρέ και προσχέδια από το graphic novel των εκδόσεων Μικρός Ήρως, σε σχέδιο Δημήτρη-Κρις Αγκαράι και σενάριο Μι Δέλτα. Η έκθεση θα πλαισιωθεί και από μια παρουσίαση της έκδοσης. Επιμέλεια Έκθεσης: Γαβριήλ Τομπαλίδης ΕΚΘΕΣΗ ΤΙΜΩΜΕΝΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ: Αντώνης Βαβαγιάννης Αν υπάρχει ένας δημιουργός comics/γελοιογράφος, το έργο του οποίου αναδείχθηκε σε εθνικό φαινόμενο, συγκρίσιμο μόνο με αυτό του Αρκά, τότε αυτός είναι ο Αντώνης Βαβαγιάννης, δημιουργός της εμβληματικής best seller σειράς Κουραφέλκυθρα, με περισσότερα από 17 χρόνια αδιάκοπης παρουσίας, πάνω από 10 εκδόσεις και δεκάδες χιλιάδες followers στα social media. Ως τιμώμενος καλλιτέχνης του φετινού Φεστιβάλ ο Αντώνης Βαβαγιάννης επιμελήθηκε το επίσημο εικαστικό του, ενώ η παρούσα έκθεση καταγράφει την πορεία του μέσα στο χρόνο, με τα πιο αστεία έργα και strips του, επιλεγμένα από τον ίδιο. ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜEΝΟΙ Ο David Lloyd αποτελεί μια εμβληματική φυσιογνωμία της 9ης Τέχνης, διεθνώς αναγνωρισμένος ως ο εικονογράφος και συνδημιουργός του V for Vendetta. Το έργο του έχει επηρεάσει βαθιά την παγκόσμια εικονογραφία, με το σχέδιό του να μετατρέπεται σε σύμβολο κοινωνικών κινημάτων. Με μια καριέρα που εκτείνεται από την πρωτοποριακή ψηφιακή πλατφόρμα Aces Weekly έως την πρόσφατη καταξίωσή του στις Καλές Τέχνες μέσω εκθέσεων ζωγραφικής, ο Lloyd γεφυρώνει την pop κουλτούρα με την υψηλή τέχνη. Ο PJ Holden συγκαταλέγεται στους πιο αναγνωρίσιμους εικονογράφους της βρετανικής σκηνής, έχοντας σφραγίσει με το έργο του τον θρυλικό Judge Dredd στο περιοδικό 2000AD. Η πορεία του καλύπτει είδη, από τη δυστοπική επιστημονική φαντασία έως το ιστορικό πολεμικό δράμα. Πρωτοπόρος της ψηφιακής μετάβασης των comics, ανέπτυξε καινοτόμες εφαρμογές που προσέλκυσαν το ενδιαφέρον κολοσσών όπως η NBC Universal. Η Arianna Turturro είναι καταξιωμένη editor στην DC Comics, καθώς και καλλιτέχνιδα, συγγραφέας και performer. Απόφοιτος της Σχολής Εικαστικών Τεχνών στη Νέα Υόρκη, φέρει βαθιά κατανόηση του μέσου στην εργασία της ως επιμελήτρια σειρών όπως η βραβευμένη με GLAAD Media, Poison Ivy, και το βραβευμένο με Eisner διήγημα Finding Batman. Η Turturro θα συμμετέχει στην φετινή Agora, δίνοντας τη δυνατότητα σε Έλληνες καλλιτέχνες να αποκτήσουν πρόσβαση σε μία από τις μεγαλύτερες εκδοτικές comics στον κόσμο. Τη λίστα προσκεκλημένων ολοκληρώνουν οι Βρετανοί καλλιτέχνες Simon Davis και Boo Cook, γνωστοί για τη συνεργασία τους με την 2000 AD (σε συνεργασία με το Relax Your Soul Comics). ΤΟ ARTISTS ALLEY Σχεδόν 200 δημιουργοί comics και εικονογράφοι, καταξιωμένοι, ανερχόμενοι, αλλά και πρωτοεμφανιζόμενοι, θα έχουν τη δυνατότητα να παρουσιάσουν τις νέες, αλλά και παλαιότερες δουλειές τους στους τομείς των comics και της εικονογράφησης. Παράλληλα και λόγω της επέλασης της Τεχνητής Νοημοσύνης στην πολιτιστική βιομηχανία, το Φεστιβάλ στηρίζει και προστατεύει τους καλλιτέχνες, βάζοντας τον κανόνα που απαγορεύει τη συμμετοχή με έργα δημιουργημένα από A.I. ΤΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ & ΟΙ ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ Περισσότερες από 60 επιχειρήσεις και εκδοτικές συμμετέχουν στο Φεστιβάλ, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να επικοινωνήσουν τα προϊόντα τους, νέες αλλά και παλαιότερες εκδόσεις. Η σημασία του Comicdom CON Athens στην εγχώρια σκηνή comics, αποτυπώνεται από το γεγονός ότι ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό της ετήσιας εκδοτικής παραγωγής συντονίζεται για να συμπέσει με τη μεγάλη γιορτή των comics. ΟΙ ΠΡΟΒΟΛΕΣ Ο αποκαλούμενος Μαέστρος, Milo Manara έφερε επανάσταση απελευθερώνοντας την γυναικεία επιθυμία μέσω των πρωταγωνιστριών των comics του. Η καριέρα του σημαδεύτηκε από τη συνάντησή του με τον Hugo Pratt, μέντορα και φίλο του, και από την εξερεύνηση της δύναμης του σεξ ως πολιτικής πράξης, με αποκορύφωμα την έκδοση του Il gioco. Η συνεργασία του με τον Federico Fellini επαναπροσδιόρισε τα όρια μεταξύ ερωτισμού, κινηματογράφου και κόμικς, και το αδιαμφισβήτητο στυλ του τον κατέστησε σημείο αναφοράς για ολόκληρες γενιές. Η προβολή πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών. Manara – Ντοκιμαντέρ της Valentina Zanella σε πρώτη πανελλήνια προβολή. Animasyros Shorts – Southern Voices, Animated Stories Σε συνεργασία με το διεθνές φεστιβάλ animation Animasyros, προβάλλουμε ένα πρόγραμμα ταινιών μικρού μήκους του δικτύου Festivals Animation Network, με θεματική την Ελευθερία, και shorts από την Ελλάδα, την Ισπανία, την Ιταλία, την Κύπρο και την Πορτογαλία. TAF Animation Shorts Αγγελικό; Ανίερο; Μάλλον Ανιαρό κι Ανθρώπινο. Το Thessaloniki Animation Festival παρουσιάζει ένα διεθνές πρόγραμμα ταινιών μικρού μήκους, το οποίο μέσα από τον τρόμο, το χιούμορ, το δράμα, ακόμα και την ποίηση, εξερευνά το δίπολο φυσικό/μεταφυσικό. Animasyros Shorts – FAN Children Films Προσαρμοσμένες για προβολή σε παιδικά κοινά και οικογένειες, καθώς πέραν της καταλληλότητάς τους οι περισσότερες δεν περιέχουν διαλόγους, έρχεται από το Animasyros, ένα πρόγραμμα ταινιών μικρού μήκους για τους μικρούς, αλλά και τους ενήλικες λάτρεις των κινουμένων σχεδίων. ΤΟ ΝΙΚΗΤΗΡΙΟ COSPLAY ΠΑΕΙ (ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ) ΕΥΡΩΠΗ Το Comicdom Cosplay, η πιο δημοφιλής δράση του Φεστιβάλ, επιστρέφει και φέτος ως ο εθνικός προκριματικός του πανευρωπαϊκού Europa Cosplay Cup. Μέσα από χειροποίητα κοστούμια υψηλής ποιότητας, καλλιτέχνες cosplayers ενσαρκώνουν τρισδιάστατα αγαπημένους ήρωες από anime, comics, video games και ταινίες. Ο μεγάλος νικητής θα ταξιδέψει στην Τουλούζη της Γαλλίας, εκπροσωπώντας επάξια την ελληνική κοινότητα σε έναν από τους σημαντικότερους διεθνείς διαγωνισμούς του χώρου. ΤΟ CCA2026 ΦΙΛΟΞΕΝΕΙ ΤΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑ YU-GI-OH! 2026 Το Yu-Gi-Oh! World Championship National Qualifier – Greek National 2026, το σημαντικότερο ετήσιο τουρνουά για το παιχνίδι καρτών Yu-Gi-Oh! Trading Card Game στην Ελλάδα φιλοξενείται για ακόμη μια χρονιά στο Φεστιβάλ, σε ένα διήμερο event (Σάββατο και Κυριακή) με τα National στη κεντρική σκηνή και side events (advanced, win a mat, Genesys) για κάθε προτίμηση. Διοργάνωση: Κάισσα ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΟΥΝ: Agora: Εγχώριοι καλλιτέχνες και εκδότες παρουσιάζουν τα έργα τους σε διεθνείς εκδότες, επιμελητές και πράκτορες δικαιωμάτων, με στόχο τη διεθνή δικτύωση και την – εκτός συνόρων – καριέρα. Τελετή Απονομής Ελληνικών Βραβείων Κόμικς (σε συνεργασία με την Ελληνική Ακαδημία Κόμικς) Πρόγραμμα ειδικά διαμορφωμένο για γονείς και παιδιά (σε επιμέλεια της Athens Comics Library) Θεματικές συζητήσεις/panels (με τη συμμετοχή εκδοτών, δημιουργών, θεωρητικών των comics, επαγγελματιών του χώρου και δημοσιογράφων) Συναυλία της Fantasy Choir, με μελωδίες από ταινίες, σειρές, video games και anime, τα οποία, είτε ξεκίνησαν από comics, manga και graphic novels, είτε δημιουργήθηκαν από αυτά. Εργαστήρια από καταξιωμένους Έλληνες και διεθνείς δημιουργούς σε τεχνικές σεναρίου, εικονογράφησης, δημιουργίας και προώθησης comics και animation. Sketch Event με τη συμμετοχή Ελλήνων και ξένων δημιουργών, όπου και τα έργα κληρώνονται στο κοινό. Το πλήρες πρόγραμμα του CCA2026, ανακοινώνεται σταδιακά στην ιστοσελίδα comicdom-con.gr και στα social media (Facebook, Instagram και Tik-Tok) Παρασκευή 15, Σάββατο 16 και Κυριακή 17 Μαΐου, 11:00-21:30 Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων (Πειραιώς 100) Είσοδος από ΜΕΤΡΟ Στάση Κεραμεικός – Οδός Ιάκχου Και το σχετικό link...
  3. Ο ταραχώδης βίος και το ανεπανάληπτο έργο του Καραβάτζιο, της πιο εμβληματικής καλλιτεχνικής μορφής του ιταλικού μπαρόκ, γίνονται κόμικς από τον μεγάλο Μίλο Μανάρα. Ο Μίλο Μανάρα, του οποίου η έκθεση «Μανάρα και Φελίνι: Όνειρο και Σχέδιο» συνεχίζεται στο Ιταλικό Ινστιτούτο της Αθήνας (Πατησίων 47) μέχρι τις 20 Μαΐου, πάντα με τα έργα του «επικοινωνούσε» με τους άτυπους δασκάλους του, τους μεγάλους καλλιτέχνες του παρελθόντος. Για παράδειγμα, στις πολύτομες Περιπέτειες του Τζιουζέπε Μπέργκμαν, ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας – alter ego του Μανάρα – συναντά τον Μαγιακόφσκι, χάνεται στο Μακόντο του Μάρκες και «βυθίζεται» σε πίνακες του Μποτιτσέλι, του Βερονέζε, του Ντορέ, του Μανέ κ.ά. Με φανερή τη διάθεση για απότιση φόρου τιμής, στο «Il Pittore e la Modella» δίνει τις δικές του εκδοχές σε έργα του Ρούμπενς, του Χοκουσάι, του Κουρμπέ, του Μουνκ, του Ιβ Κλάιν κ.ά. Κι ενώ σε όλη του την καριέρα ο Μίλο Μανάρα δείχνει να «συνομιλεί» αδιάκοπα με τους ομότεχνούς του, δεν είχε ποτέ, μέχρι το 2015, φιλοτεχνήσει τη βιογραφία κάποιου από αυτούς. Το έκανε τότε, και μάλιστα σε δύο μέρη, για τον Καραβάτζιο, κατά κόσμον Μικελάντζελο Μερίζι. Και φαίνεται ότι το απόλαυσε καθώς το έργο του, που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά σε έναν πλούσιο, ενιαίο τόμο υπό τον τίτλο «Καραβάτζιο» (μετάφραση: Γιάννης Ιατρού, συνέκδοση της Chaniartoon Press και της DocMZ Publishing, 128 σελίδες), δεν είναι μια στεγνή παράθεση στοιχείων με χρονολογική σειρά αλλά μια ελεύθερη ματιά στο έργο του θρυλικού ζωγράφου. Όπως γράφει στον πρόλογο του πρώτου μέρους και ο ιστορικός τέχνης Κλαούντιο Στρινάτι, σημαίνων παράγοντας στον χώρο της ιταλικής πολιτιστικής κληρονομιάς και επί μακρόν επιστάτης του συγκροτήματος μουσείων της Ρώμης: «Η ιστορία του Καραβάτζιο παρουσιάζεται από τον Μίλο Μανάρα με μεγάλο σεβασμό προς τη μαρτυρία των πηγών και προς την ουσιαστική αλήθεια των γεγονότων. Δεν πρόκειται, όντως, για μια μυθοπλαστική εκδοχή. Αντιθέτως, ο Μανάρα έχει αποτυπώσει επάνω της το στίγμα της δημιουργικότητάς του με τρόπο καθαρό και απολύτως προσωπικό. Ο δικός του Καραβάτζιο, παρότι αντανακλά τέλεια τον ιστορικό Καραβάτζιο, είναι ακριβώς αυτό: δικός του· ένας από τους ωραιότερους χαρακτήρες που γέννησε η φαντασία του. Αντιστοιχεί, πρέπει να το υπογραμμίσουμε, στο πραγματικό πρόσωπο, αλλά μέσα σε αυτή την εικονογραφημένη αφήγηση αποκτά ένα βαθύ νόημα που υπερβαίνει κατά πολύ την ιστορική αληθοφάνεια, για να εισχωρήσει στους μυχούς μιας ιδέας της Αλήθειας, η οποία από πολλές απόψεις είναι ακριβώς εκείνη που υπήρξε και του ίδιου του Καραβάτζιο και που ο Μανάρα ξαναζεί με τα δικά του κριτήρια μέσα στα οποία λάμπουν ο θαυμασμός και ο σεβασμός προς έναν συνάδελφο μακρινό στον χρόνο, αναμφίβολα, αλλά εξαιρετικά κοντινό στην ευαισθησία και στις δημιουργικές επιδιώξεις. Άλλωστε, στην αφήγηση του Μανάρα, το ουσιώδες σημείο είναι η οικοδόμηση των χαρακτήρων. Η θέση που αναγνωρίζει κανείς στην ιστορία που σχεδίασε ο μεγάλος αυτός σύγχρονος δημιουργός είναι ακριβώς η ίδια με εκείνη που ο Καραβάτζιο είχε πάντοτε μπροστά του στην αθάνατη ζωγραφική του, δηλαδή η ιδέα των χαρακτήρων». Αυτή η προσπάθεια του Μανάρα να εξερευνήσει τους χαρακτήρες και να ερμηνεύσει τις συμπεριφορές και τις πράξεις τους – και κυρίως του Καραβάτζιο – είναι που καθιστά την αφήγησή του πρωτότυπη και γοητευτική. Μαζί, φυσικά, με τη μοναδική σχεδιαστική του δεινότητα και την ικανότητά του να αναπλάθει από τη μια με τη μέγιστη ιστορική ακρίβεια τα πραγματολογικά στοιχεία του τέλους του 16ου και των αρχών του 17ου αιώνα κι από την άλλη να ανασχεδιάζει με το δικό του στιλ δεκάδες έργα του Καραβάτζιο προσθέτοντάς τους με αξιοθαύμαστη πειστικότητα το παρελθόν που μόνο να εικάσουμε μπορούμε. Ίσως αυτό να είναι και το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του βιβλίου: η, έστω και υποκειμενική αλλά ιστορικοποιημένη, ερμηνεία των σπουδαιότερων πινάκων του Καραβάτζιο που με την παρέμβαση του Μανάρα φαίνεται να προκύπτουν και να φιλοτεχνούνται ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων προσωπικών καταστάσεων αλλά και γενικότερων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών. Μ’ αυτή τη διάθεση κατανόησης και ερμηνείας ο Μανάρα ακολουθεί τον Καραβάτζιο από την έλευσή του ως άσημου και καβγατζή ζωγράφου από το Μιλάνο στη Ρώμη μέχρι τη διαμόρφωση του εντελώς προσωπικού του στιλ με πιο ιδιαίτερο στοιχείο το κιαροσκούρο με τις μεγάλες αντιθέσεις φωτός και σκιάς, την έντονη θεατρικότητα στο πλαίσιο του μπαρόκ, την ανέλιξή του στους κύκλους των ευγενών και της Εκκλησίας και τη δολοφονία ενός νεαρού έπειτα από λογομαχία. Εκεί αρχίζει το δεύτερο μέρος με τον εξόριστο και φυγόδικο Καραβάτζιο να καταφεύγει κρυφά στη Νάπολη όπου θα συνεχίσει να ζωγραφίζει, κι από εκεί στη Μάλτα και αργότερα στη Σικελία και σε άλλα μέρη του ιταλικού Νότου, προσπαθώντας πάντα να επιστρέψει στη Ρώμη και να του απονεμηθεί χάρη, κάτι που δεν θα καταφέρει καθώς το 1610 θα βρεθεί νεκρός υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες σε ηλικία μόλις 39 ετών. Για να σβήσει έτσι το μοναδικό ταλέντο ενός οξύθυμου χαρακτήρα, που αποτελεί τον σημαντικότερο εκπρόσωπο της μετάβασης της ζωγραφικής από την αναγεννησιακή αρμονία προς το παθιασμένο δράμα των ισορροπιών μεταξύ σκότους και φωτός που θα επηρεάσει καθοριστικά την ευρωπαϊκή τέχνη τα επόμενα χρόνια. Και το σχετικό link...
  4. Μίλο Μανάρα: Συνέντευξη στην Athens Voice. O διάσημος Ιταλός κομίστας μιλάει για τον ερωτισμό και την πολιτική. Έχετε τη φήμη του ερωτικού κομίστα, αναφέρονται σε σας σαν «ο ερωτικός Manara» και οι περισσότεροι σταματάνε σ' αυτό. Όμως μοιάζει κάτι να έχει αλλάξει τελευταία. Στα πιο πρόσφατα άλμπουμ σας, όπως στο «Revolution» και στην «Παγίδα Nο 4», έχετε «πιάσει» όλα τα επίκαιρα πολιτικά θέματα της εποχής μας και τα ξετινάζετε. Πιστεύετε ότι ο κόσμος αντιλαμβάνεται την αλλαγή; Mε ευχαριστεί πολύ που επισημάνατε ότι υπάρχει κάτι πέρα από τον ερωτισμό στο έργο μου. Eίναι αλήθεια ότι χρησιμοποιώ τον ερωτισμό γιατί είναι ωραία η ευχαρίστηση που προκαλεί, όμως τον χρησιμοποιώ για να διηγηθώ ιστορίες πιο ενδιαφέρουσες κοινωνικά. Σας απασχολεί δηλαδή η πολιτική; Bέβαια. Aκόμα και όταν διηγούμαι ερωτικές ιστοριούλες, ο τύπος του ερωτισμού που διηγούμαι εγώ είναι πάντα ο δημόσιος και κοινωνικός ερωτισμός. Eμένα δεν με ενδιαφέρει το σκάνδαλο. Δεν σχεδίασα ποτέ ένα ζευγάρι που κάνει έρωτα στην κρεβατοκάμαρά του. Kάθε γεγονός που σχεδιάζω είναι δημόσιου και κοινωνικού ενδιαφέροντος. Στην «Παγίδα 4», τα κορίτσια που γδύνονται μπροστά απ' την κάμερα διαφωνούν για το αν το να γδύνεσαι για να βγάλεις χρήματα είναι εκπόρνευση ή όχι. Eσείς τι πιστεύετε; Θέτω το πρόβλημα αλλά δεν δίνω την απάντηση. Eκείνο που με ενδιαφέρει είναι πώς είναι η κοπέλα που επιλέγει να γδυθεί για να κερδίσει χρήματα. Tο Internet είναι γεμάτο από τέτοιες κοπέλες. Πιστεύω, πάντως, ότι αυτή είναι μια επιλογή εντελώς ελεύθερη και νόμιμη. Tο πρόβλημα δημιουργείται όταν κάποιος άλλος εκμεταλλεύεται αυτή την κατάσταση για να ανεβάσει τη θεαματικότητα ή να ανεβάσει την τιμή της διαφήμισης και να κερδίσει χρήματα. Tότε μιλάμε για εκπόρνευση. Tα κορίτσια σας, στην ίδια ιστορία, έχουν σπόνσορα. Πιστεύετε ότι τόσο εμείς όσο και η τέχνη δεν μπορούμε πια να επιβιώσουμε χωρίς σπόνσορα; Πραγματικά, ο αρνητικός χαρακτήρας, ακόμα και αν δεν φαίνεται μέσα σ' αυτή την ιστορία, είναι ο σπόνσορας. Πιστεύω ότι θα έπρεπε να μπορούσε η τέχνη να επιβιώσει, δεν ξέρω όμως αν είναι πια δυνατόν γιατί μου φαίνεται ότι ο κόσμος πάει όλο και χειρότερα. Nομίζω ότι χώρες που έχουν μια παράδοση όπως η Eλλάδα, η Iταλία, ίσως η Γαλλία, θα έπρεπε να σταματήσουν αυτή την ακυβερνησία και να βάλουν κανόνες. H E.E. πρέπει να φτιάξει νόμους που να εμποδίζουν τους σπόνσορες να κάνουν ό,τι θέλουν. H τελευταία σας δουλειά (και ο λόγος που βρίσκεστε τώρα εδώ) διαφήμιζε εμπορικά προϊόντα, ήταν παραγγελία από κάποια εταιρεία. Θεωρείτε τη διαφήμιση δημιουργία; Δεν πιστεύω ότι η διαφήμιση είναι δημιουργία. Aκόμα και όταν είναι κάπως δημιουργική, η επανάληψη την κάνει να χάνει αυτή την πλευρά της. Ως εκ τούτου, όταν μου προτείνουν να κάνω μια διαφήμιση ζητάω συνήθως να παρουσιάσω τη δική μου πρόταση εξ αρχής. Xωρίς να κάνω παραλληλισμούς που δεν θα έπρεπε, σας λέω ότι ακόμα και ο Mιχαήλ Άγγελος χρειάστηκε τον Πάπα Julius II della Rovere για να του παραγγείλει την Cappella Sistina. Πάντως αν ο σπόνσορας ήταν ο απόλυτος άρχοντας, εγώ δεν θα δεχόμουν... Yπάρχουν πράγματα που επιτρέπονται στις ιστορίες σας και δεν επιτρέπονται στην πραγματικότητα; Bεβαίως. Kαι όχι μόνο στα κόμικς αλλά και σε άλλες μορφές τέχνης, όπως το σινεμά και η φωτογραφία. Συνέβη να μεταφέρουν ιστορίες δικές μου στον κινηματογράφο, όπου χρειάστηκε να γίνουν σημαντικές αλλαγές. Στις περιπτώσεις που αυτές οι αλλαγές δεν έγιναν, το αποτέλεσμα ήταν κάκιστο. Aν χρειαζόταν να κάνω τις ίδιες ιστορίες για τον κινηματογράφο θα τις άλλαζα εντελώς. H παρουσία των ηθοποιών, δηλαδή αληθινών προσώπων, θα με υποχρέωνε να τις αλλάξω, πράγμα που στο κόμικ δεν συμβαίνει. Για παράδειγμα, ο σεξουαλικός βιασμός είναι μια κλασική γυναικεία φαντασίωση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι γυναίκες θέλουν να βιαστούν στην πραγματικότητα. Tο ίδιο μπορώ να κάνω και εγώ στα κόμικς, με την ίδια ελευθερία που το κάνουν οι γυναίκες στη φαντασία τους. Oι ιστορίες σας είναι συχνά ιστορίες «τυφλής υποταγής πρόθυμων κοριτσιών». Kάποιος άντρας «βοηθάει» τα κορίτσια να ανακαλύψουν τι τους αρέσει – συνήθως να τις βλέπουν... Πιστεύετε ότι η διαθεσιμότητα είναι το μεγαλύτερο «προσόν» μιας γυναίκας; Aυτό που κάνω είναι να καταγράφω τις φαντασιώσεις των αντρών. Eπομένως, η γυναίκα που είναι πρωταγωνίστρια στο μεγαλύτερο μέρος των αντρικών φαντασιώσεων είναι αυτή που παίρνει στα χέρια της την κατάσταση και δείχνει αμέσως τη διαθεσιμότητά της. Στα κόμικς σας οι αντρικές φαντασιώσεις θέλουν να υποδουλώσουν τις γυναίκες. Γιατί; Γιατί οι άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη να εξουσιάζουν άλλους ανθρώπους; Δεν μπορώ να εξηγήσω το γιατί... (σκέφτεται λίγο)... αυτό είναι βέβαια κακό... ίσως είχαν άσχημα παιδικά χρόνια! Oι γυναίκες, από την άλλη, έχουν συχνά ακραία σεξουαλική συμπεριφορά, χάνουν κάθε έλεγχο. Δοκιμάζοντας τα όριά μας πιστεύετε ότι απελευθερωνόμαστε; Tι αλήθεια απελευθερώνει έναν άνθρωπο; H παράβαση, η αθέτηση. Ίσως η ελευθερία συνίσταται στο να ακολουθείς πάντα τις επιθυμίες σου χωρίς να υπολογίζεις τους νόμους. Mιλάμε για παράβαση σε κάθε πράγμα που θέτει περιορισμούς. Tαυτόχρονα, κάνουν τα πάντα δημόσια. Bρίσκετε ηδονή στον εξευτελισμό; Στη φαντασία, ναι. Πρέπει να μην μπερδεύουμε τα πράγματα. Aν εγώ σχεδιάσω μια τράπεζα, δεν σημαίνει ότι έγινα και εκατομμυριούχος! Για να το εξηγήσω καλύτερα, η παιδεραστία πιστεύω ότι είναι ένα από τα χειρότερα εγκλήματα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος. Aν κάνω φιλμ ή φωτογραφίες με θέμα την παιδεραστία, τότε κάνω έγκλημα εναντίον ενός συγκεκριμένου παιδιού. Eνώ αν σχεδιάσω μια τέτοια ιστορία δεν διαπράττω κανένα έγκλημα εναντίον κάποιου παιδιού. Mέσα από το σχέδιο θα περιέγραφα μια αρρωστημένη φαντασία. Στην Iταλία πέρασε πριν από δύο χρόνια ένας νόμος ο οποίος λέει ότι ο βιασμός είναι ένα έγκλημα που διαπράττεται εναντίον ενός ατόμου και όχι εναντίον της ηθικής γενικά. Kαι αυτό είναι σπουδαίο, γιατί κάποιος μπορεί να προσβάλει ένα πρόσωπο και όχι την ηθική, που είναι κάτι αφηρημένο. Όταν σχεδιάζω λοιπόν ένα κόμικ μένω πάντα στη σφαίρα της φαντασίας αλλά και της ηθικής. Στο «Kουμπί της Nο 4» η ηρωίδα μοιάζει με την Aντζελίνα Τζολί. Ποια κορίτσια σάς εμπνέουν; Hθοποιοί και μοντέλα; Nαι, είναι η Aντζελίνα Τζολί. Oι σχεδιαστές κόμικς έχουν αυτή την τύχη. Σου επιτρέπεται να διαλέξεις οποιαδήποτε μεγάλη σταρ χωρίς να χρειάζεται να την πληρώσεις! Ήταν ένα πράγμα που ζήλευε στη δουλειά μου ο Φελίνι! (μου δίνει την εντύπωση ότι μελαγχολεί όταν μιλάει για τον Φελίνι. Eίναι γνωστό ότι αυτός, ο Φρεντερίκο Φελίνι και ο Oύγκο Πρατ ήταν για χρόνια φίλοι και συνεργάτες. Τα άλμπουμ «Trip to Tulum», «Indian Summer», «El Gaucho» είναι προϊόντα αυτής της συνεργασίας. Tώρα έχει μείνει μόνος). Kάθε φορά που φτιάχνεις μια ιστοριούλα κάνεις και ένα μικρό καστ. H Aντζελίνα ήταν μια από αυτές. Bρήκα το πρόσωπό της ιδιαίτερα ενδιαφέρον, αλλά αυτό πριν 3-4 χρόνια, που ήταν λιγότερο γνωστή. Όταν μια ηθοποιός γίνεται πολύ γνωστή φέρει ένα δικό της τύπο. Mετά δεν μπορείς να τη σχεδιάσεις κάνοντας αντίθεση με τον τύπο που αυτή έχει γίνει γνωστή στο κοινό. Ποιος τύπος γυναίκας σάς εμπνέει; Aυτό έχει πάντα σχέση με την αφήγηση. Σε κάποιες σειρές (στο «Kουμπί της») σχεδίαζα τη Pόμι Σνάιντερ γιατί ταίριαζε πολύ στον τύπο αυτής της αριστοκρατικής, αυστηρής γυναίκας, που ξαφνικά γίνεται σκλάβα του τηλεκοντρόλ. Aνάλογα με την ιστορία ψάχνω τον τύπο που ταιριάζει, κι αυτό δεν μου κοστίζει τίποτα. Στην πραγματική ζωή όμως δεν υπάρχει ένας τύπος συγκεκριμένος, μπορεί να στρίψω στη γωνία και να δω τη γυναίκα της ζωής μου. Tα κορίτσια σας μοιάζουν με κούκλες Barbie, με μοντέλα, είναι τέλεια. Έχετε μανία με την τελειότητα; Eυχαριστώ, αλλά δεν νομίζω ότι αυτά που σχεδιάζω είναι τέλεια. O σχεδιασμός των κόμικς είναι ένας μηχανισμός που μοιάζει στην Kομέντια ντε λ' Άρτε. Eπειδή ο κόσμος έβλεπε από μακριά τη σκηνή, οι χαρακτήρες έπρεπε να είναι πολύ τονισμένοι. Tο ίδιο συμβαίνει στα κόμικς, γιατί έχουμε μικρές φιγούρες χωρίς κίνηση και πρέπει να φορτίσεις την εξωτερική εμφάνιση με όλα τα χαρακτηριστικά του ήρωα. O κακός πρέπει να είναι πολύ κακός, ο καλός πολύ καλός. Όλοι οι χαρακτήρες είναι αρχετυπικοί. Eπομένως και οι κοπέλες πρέπει να είναι τραβηγμένες στα άκρα των γυναικείων δυνατοτήτων τους, της θηλυκότητας. Eίναι ένα από τα χαρακτηριστικά του κόμικ, αλλά και εδώ δεν πρέπει να μπερδεύουμε την πραγματικότητα με τη φαντασία. Tα σκίτσα είναι συμβολισμοί. Aν εγώ σχεδίαζα πάνω σε μια κοπέλα μια υποψία κυτταρίτιδας, αυτή θα γινόταν αμέσως γριά. Mια αρρωστημένη εικόνα... Aρρωστημένη εννοείτε, φαντάζομαι, όχι ερωτική. Tι είναι για σας ο ερωτισμός; Nαι, και μιλάω πάντα για το κόμικ, γιατί και ο Pούμπενς έφτιαχνε γυναίκες με κυτταρίτιδα που ήταν πάρα πολύ ερωτικές. Kαι εγώ αν έκανα ζωγραφική δεν θα είχα αυτή τη συμπεριφορά σε σχέση με την τελειότητα. Mε δυο λόγια, θα έλεγα ότι ερωτισμός είναι η ενέργεια που κινεί τον κόσμο. Όταν κάθε άνοιξη βλέπουμε τα δέντρα ν' ανθίζουν, αυτό είναι ερωτισμός. Στην Iνδία υπάρχει ο κοσμικός χορός της Σίβα, της ενέργειας που κινεί τον κόσμο... Πιστεύετε ότι η τελειότητα φυλακίζει; Όχι, είναι ένα προτέρημα που έχει κανείς για να ζήσει μέσα στη φανταστική προβολή του. Kαθένας από εμάς κάνει τις φανταστικές προβολές του σχετικά με την τελειότητα. Πότε αρχίσατε να ζωγραφίζετε; Eπαγγελματικά πριν από 35 χρόνια, το 1968-69. Aλλά η μητέρα μου λέει ότι από πολύ μικρός δεν έκανα τίποτα άλλο από το να σχεδιάζω. Oι γονείς σας είχαν κάποια σχέση με την τέχνη; Όχι, η μητέρα μου ήταν δασκάλα και ο πατέρας μου στέλεχος της τοπικής αυτοδιοίκησης. Πιστεύετε στο ταλέντο; Aυτή είναι μια δύσκολη ερώτηση. Tο έχω σκεφτεί μερικές φορές και όταν με ρωτάνε πώς μπορείς να σχεδιάζεις έτσι, ρωτάω μα εσύ πώς μπορείς να μη σχεδιάζεις έτσι. Πώς γίνεται κανείς πρωτότυπος; Aυτό δεν το καταλαβαίνει κανείς αμέσως. Tο καταλαβαίνει πολύ αργότερα, κοιτώντας προς τα πίσω. Aκόμα προσπαθώ να τελειοποιούμαι στη δουλειά μου. Aν είχα ένα μαγικό ραβδί θα έκανα χιλιάδες αλλαγές στον τρόπο που σχεδιάζω. Kάνατε τίποτα άλλο πριν γίνετε ο Mανάρα; Έκανα σπουδές αρχιτεκτονικής στη Bενετία αλλά δεν πήρα το πτυχίο. Δούλεψα 1-2 χρόνια με έναν αρχιτέκτονα και μετά μ' έναν γλύπτη, τον Miguel Berrocal. Πιστεύετε ότι τα κόμικς είναι μια μορφή τέχνης όπως η ζωγραφική; Όχι, δεν είναι εικαστική τέχνη. Eίναι πιο κοντά στην αφήγηση. Ένας από τους κανόνες στις εικαστικές τέχνες, που έρχεται από την αρχαία Eλλάδα, είναι ότι δεν έχει σημασία τι απεικονίζεις αλλά πώς το απεικονίζεις. Στο κόμικ είναι ακριβώς το αντικείμενο που έχει σημασία, επομένως δεν είναι εικαστική τέχνη. Πιστεύετε στον διαχωρισμό χαμηλής και υψηλής τέχνης; Όχι, δεν πιστεύω σ' αυτό τον διαχωρισμό. Γιατί οι άνθρωποι διαβάζουν κόμικς; Yπάρχει η στιγμή REM κατά τη διάρκεια του ύπνου, στην οποία δημιουργείται το όνειρο. Έκαναν διάφορα πειράματα σε ανθρώπους προσπαθώντας να διακόψουν τον ύπνο την ώρα του ονείρου και αυτό είχε καταστροφικές συνέπειες στη φυσική τους κατάσταση. Aυτό σημαίνει ότι έχουμε ανάγκη από τα όνειρα όσο και από την τροφή. Διαβάζουμε κόμικς όπως ακούμε μουσική ή διαβάζουμε βιβλία: για να προβάλλουμε όνειρα μέσα στη φαντασία μας. Aλλιώς διαβάζουμε εφημερίδες, όπου ερχόμαστε σε επαφή με τα πραγματικά γεγονότα. Πιστεύω ότι εκτός από τις περιπτώσεις που είναι αναγκαίο να πει κανείς την αλήθεια για τα πραγματικά γεγονότα, η τέχνη πρέπει να οδηγεί τη φαντασία. Γι' αυτό τον λόγο μού άρεσε ο κινηματογράφος του Φελίνι, αυτός δηλαδή της φαντασίας. Πιστεύω ότι είναι η προέκταση της στιγμής REM που μας κάνει να διαβάζουμε κόμικς. Bλέπετε όνειρα; Nαι, αλλά δεν τα θυμάμαι. Όταν ήμουν μικρός υπήρχαν κάποια όνειρα που επαναλαμβάνονταν, αλλά τώρα πια δεν τα θυμάμαι. Ποιος είναι ο ρόλος της τέχνης σήμερα; Tον κοινωνικό ρόλο της τέχνης στις μέρες μας έχει δυστυχώς αναλάβει η τηλεόραση. Kαι ο κινηματογράφος, αλλά περισσότερο η τηλεόραση. Kαι το πρόβλημα είναι ακριβώς αυτό: ότι η τηλεόραση χαμηλώνει συνεχώς το επίπεδο. Tην ανάγκη μας να απεικονίσουμε τις φαντασιώσεις μας – μια ανάγκη που κάποτε εξυπηρετούσαν οι καλλιτέχνες – τώρα την ικανοποιεί η τηλεόραση. Έχει υποκαταστήσει την τέχνη. Tώρα πια για τέχνη μπορούμε να μιλήσουμε αν σε κάποιο πλειστηριασμό ένα έργο έχει πουληθεί για 800 δισ., αλλιώς δεν ενδιαφέρει κανέναν. Yπάρχουν όμως πολλοί και καλοί σύγχρονοι καλλιτέχνες... Nαι, αλλά δεν έχουν κανένα κοινωνικό ρόλο. O Oυμπέρτο Έκο έχει πει ότι «το πρόβλημα με την τηλεόραση δεν είναι ότι κάνει λίγη κουλτούρα, αλλά ότι κάνει πάντα κουλτούρα, ακόμα και κατά τη διάρκεια των διαφημίσεων». Ίσως θα έπρεπε να κάνουν τηλεόραση οι καλλιτέχνες, αλλά, βλέπετε, την κάνουν οι έμποροι. Όποια ώρα και ν' ανοίξεις τη συσκευή βλέπεις κάποιον που θέλει να σου πουλήσει κάτι. Aυτό είναι το πρόβλημα. Δεν μπορώ να πω τι πρέπει να κάνουμε, είναι κάτι που δεν λύνεται εκ των άνω. Eίναι κάτι που το καταγγέλλεις, πράγμα που προσπαθώ να κάνω κι εγώ. Συνήθως στα κόμικς μιλάω πολύ αρνητικά για την τηλεόραση. Θα έπρεπε ο καθένας να φροντίζει από τον χώρο του να καταγγέλλει αυτή την κατάσταση – εγώ το κάνω στα κόμικς –, με σκοπό να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε ένα κίνημα πολιτιστικής αντίστασης. (Στο σημείο αυτό η Zανίν, η Γαλλίδα ατζέντισσά του, κάτι σαν φύλακας άγγελός του, πλησιάζει για να με προσγειώσει στον πραγματικό χρόνο. Bλέπω με την άκρη του ματιού μου την κα Mανάρα να ετοιμάζεται και πίσω της, έξω από το παράθυρο, την αθηναϊκή άνοιξη να είναι με το μέρος της. Όμως είχα δυο τρεις απορίες ακόμα...) Άκουσα ότι ήρθατε με πλοίο! O χρόνος δεν σας απασχολεί; Δεν μου αρέσει το αεροπλάνο, το χρησιμοποιώ μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο, αν μπορώ να ταξιδέψω με το πλοίο το κάνω, μου αρέσει πολύ περισσότερο. Δεν με φοβίζει ο καιρός, γιατί έχω ένα ιστιοπλοϊκό και ξέρω από καιρό, όταν είναι χάλια δεν βγαίνω από το λιμάνι! Συγγνώμη, εννοούσα ποια είναι η σχέση σας με τον χρόνο. A! O χρόνος που περνάει! Πιστεύω ότι είναι ένα από τα πιο μεγάλα ζητούμενα. Πιστεύω ότι τον πετάμε και ότι συνήθως δεν έχουμε την πολυτέλεια του προσωπικού μας χρόνου. Tαξιδεύω με το καράβι και μου αρέσει να ξέρω ότι η Aθήνα είναι δύο μέρες μακριά από τη Bενετία και όχι μια ώρα. Παίρνω μαζί τα μολύβια μου, μπορώ να δουλεύω παντού. Πήγα στην Iνδία 5-6 μήνες και είχα το μπλοκάκι μου μαζί. Kαι την επόμενη φορά που θα πάω στην Aμερική θα πάω με πλοίο γιατί θέλω να περάσω τον Aτλαντικό με πλοίο... Πού περνάτε τον περισσότερο χρόνο σας; Zω κοντά στη Bερόνα αλλά πηγαίνω συχνά στο Παρίσι. Έχετε ξαναέρθει βέβαια στην Eλλάδα... Έχω έρθει στην Eλλάδα πάρα πολλές φορές, ούτε θυμάμαι πόσες. Eρχόμουνα και έμενα 2-3 μήνες στην Πελοπόννησο, τη Xαλκιδική, την Kρήτη, και αισθάνομαι ένοχος που δυστυχώς δεν μιλάω ελληνικά πέρα από το να μετράω, και ίσως καμιά λέξη στα εστιατόρια. Mια τελευταία ερώτηση. H γυναίκα σας είναι η πιο φανατική αναγνώστριά σας; Όχι, η γυναίκα μου δεν ξέρει τίποτα από τα κόμικς μου, δεν την ενδιαφέρει! Και το σχετικό link...
  5. Στην εξηντάχρονη καριέρα του ο Ιταλός μετρ των κόμικς δημιούργησε αριστουργήματα και συνεργάστηκε με εμβληματικά ονόματα της ένατης τέχνης σε τίτλους που έμειναν στην ιστορία. Περισσότερο, ίσως, από οτιδήποτε άλλο, η καριέρα του Μίλο Μανάρα χαρακτηρίζεται από έναν μοναδικό συνδυασμό άριστης ποιότητας και εντυπωσιακής θεματικής ποικιλίας. Τα σενάρια που μετέτρεψε σε κόμικς με τη σχεδιαστική δεξιοτεχνία του καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα: από ερωτισμό έως πολιτικά θρίλερ, διαστημικά ταξίδια και προσαρμογές μυθιστορημάτων, από ανατολίτικο μυστικισμό μέχρι βιογραφίες καλλιτεχνών, ιστορικά δράματα και κοινωνική σάτιρα, από γουέστερν μέχρι υπερηρωικές αφηγήσεις και επιστημονική φαντασία. Πολλά από τα κόμικς του βασίστηκαν σε δικές του ιστορίες αλλά μεγάλο μέρος τους ήταν αποτέλεσμα συνεργασιών με άλλους δημιουργούς, γεγονός που συνέβαλε καθοριστικά στον θεματικό πλουραλισμό του έργου του. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 συνεργάζεται με τον συγγραφέα, ποιητή και τραγουδοποιό Σιλβέριο Πιζού στο βαθιά πολιτικό «Alessio, Il Borghese Rivoluzionario» και στο «Σιμμιόττο», μια αλληγορία βασισμένη στην κινεζική μυθολογία και τους αγώνες του Μάη του ’68 με πρωταγωνιστή έναν ανθρωπόμορφο πίθηκο ενάντια σε κάθε εξουσία. Λίγο αργότερα γνωρίζει τον Ούγκο Πρατ με τον οποίο γίνονται στενοί φίλοι. Το 1978 τοποθετεί τον Πρατ ως καταλυτικό χαρακτήρα στο πολυεπίπεδο «H.P. και Τζιουζέπε Μπέργκμαν», όπου τα αρχικά «H.P. παραπέμπουν στο όνομα του Hugo Pratt ενώ ο πρωταγωνιστής Τζιουζέπε Μπέργκμαν αποτελεί ένα alter ego του ίδιου του Μανάρα, και τρία χρόνια μετά φιλοτεχνεί το «Dedicato a Corto Maltese», αφιερωμένο στον τυχοδιώκτη ναυτικό και πρωταγωνιστή του Πρατ. Ο Ούγκο Πρατ από το «H. P. Και Τζιουζέπε Μπέργκμαν». Η βαθιά προσωπική τους σχέση θα εξελιχθεί και σε δημιουργική συνεργασία το 1983, όταν κυκλοφορεί το «Ινδιάνικο καλοκαίρι», μια βίαιη ιστορία, τοποθετημένη στα πρώτα χρόνια του αποικισμού της Αμερικής από τους Ευρωπαίους, σε σενάριο του Πρατ και σχέδια του Μανάρα, ενώ η σχέση αυτή θα συνεχιστεί με το «El Gaucho» το 1991, με θέμα τη δύσκολη διαδρομή ενός νεαρού στη Νότια Αμερική που κλυδωνίζεται από αγώνες για ανεξαρτησία των κρατών της τον 19ο αιώνα. Η σχέση αυτή θα διατηρηθεί μέχρι τον θάνατο του Πρατ το 1995, με τον Μανάρα να θεωρεί πάντα τον εαυτό του έναν μαθητή του μεγάλου δημιουργού: «Ενώ κάναμε παρέα, κουβεντιάζαμε και πίναμε, δουλεύαμε και ταξιδεύαμε μαζί, δεν τον αποκάλεσα ποτέ με το μικρό του όνομα. Τον προσφωνούσα πάντα “Δάσκαλο”» γράφει στην «Αυτοπροσωπογραφία» του (εκδόσεις ΚΨΜ, 2022). Βαθιά ήταν και η σχέση του με τον μεγάλο Φεντερίκο Φελίνι. Η συνεργασία τους ξεκίνησε με το «Ταξίδι στην Τουλούμ» το 1989, ένα σουρεαλιστικό παραμύθι πάνω σε σενάριο του Φελίνι με τον κινηματογράφο στο επίκεντρο, πρωταγωνιστή τον Ιταλό σκηνοθέτη, δίπλα του τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και εμφανίσεις του Μοέμπιους, του Αλεχάντρο Χοντορόφσκι κ.ά. και συνεχίστηκε με «Το ταξίδι του Τζ. Μαστόρνα» πάνω σε μια ιδέα του Φελίνι, του οποίου ήταν και η τελευταία δουλειά πριν τον θάνατό του το 1993. Ο Φεντερίκο Φελίνι και ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι από το «Ταξίδι στην Τουλούμ». Νωρίτερα, το 1989, είχε συνεργαστεί με τον Ζαν-Πιερ Ενάρ στο ερωτικό και σατιρικό «Όλα είναι τέχνη – Οι ωφέλειες του πυγοραπίσματος», ενώ το 1990 συμμετείχε στην ανθολογία «Breakthrough» του Neil Gaiman για την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Το 1993 εικονογραφεί το «Φωτιά στα σωθικά» του Πέδρο Αλμοδόβαρ, το 1995 δημιουργεί την ερωτική «Γκιουλιβεριάνα», βασισμένη πάνω στο έργο του Τζόναθαν Σουίφτ, το 1997 φιλοτεχνεί το «Κάμα Σούτρα» βασισμένο στο κείμενο του Ινδού φιλοσόφου Βατσιαγιάνα, το 1999 σχεδιάζει τον σατιρικό «Χρυσό Γάιδαρο» του Ρωμαίου συγγραφέα και φιλοσόφου Λούκιου Απουλήιου και το 2003 την «Αφροδίτη» του Πιερ Λουίς. Το 2004 ξανασυνεργάζεται με τον Neil Gaiman, σχεδιάζοντας την ιστορία «Τι γεύτηκα από την επιθυμία» για τον τόμο «Αιώνιες νύχτες» από το σύμπαν του Sandman και την ίδια χρονιά ξεκινά τους «Βοργίες» σε σενάριο του Αλεχάντρο Χοντορόφσκι, μια σειρά γεμάτη δολοπλοκίες, ίντριγκες και παιχνίδια εξουσίας με πρωταγωνιστές τα μέλη της περιβόητης οικογένειας της αναγεννησιακής Ρώμης. Απόσπασμα από το «Κάμα Σούτρα». Σε μια από τις πιο απρόσμενες στροφές της καριέρας του, το 2006 συνεργάζεται με τον Valentino Rossi, πρωταθλητή αγώνων Moto GP, σε ένα υβριδικό εγχείρημα με εικονογραφήσεις, κόμικς και εικαστικές παρεμβάσεις στον αγωνιστικό εξοπλισμό και στο brand του δημοφιλούς οδηγού. Το 2007 είναι η σειρά για «Tα μάτια της Πανδώρας» σε σενάριο του Vincenzo Cerami, το 2009 σε σενάριο του Chris Claremont υπογράφει το ρηξικέλευθο «Τα κορίτσια το έσκασαν» με πρωταγωνίστριες τις υπερηρωίδες από τους X-Men της Marvel, ενώ ένα εξώφυλλό του για τη «Spider-Woman» το 2014 ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων για την αφύσικα σεξουαλικοποιημένη στάση της πρωταγωνίστριας. Πιο πρόσφατη μεγάλη δουλειά του είναι η μεταφορά σε κόμικς του μεσαιωνικού και διακειμενικού μυστηρίου του Ουμπέρτο Έκο «Το όνομα του ρόδου», επτά χρόνια μετά τον θάνατο του σπουδαίου Ιταλού συγγραφέα και ακαδημαϊκού. Σήμερα, στα 81 του χρόνια, ο Μίλο Μανάρα συνεχίζει να δημιουργεί και αναμένουμε με ενδιαφέρον την επόμενη μεγάλη συνεργασία του. Και το σχετικό link...
  6. Η έκθεση «Μανάρα και Φελίνι: Όνειρο και Σχέδιο» εγκαινιάστηκε την Πέμπτη 2 Απριλίου με την παρουσία του Ιταλού «Μαέστρο» των ερωτικών κόμικς. Απότοκο της συνεργασίας του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών με το Comicdom Con Athens 2026 – το οποίο κλείνει φέτος τα 20 χρόνια ζωής του και έχει πλούσιες προφεστιβαλικές δράσεις – και το Comicon Napoli, η έκθεση αποτελεί έναν φόρο τιμής σε δύο ιερά τέρατα της σύγχρονης ιταλικής τέχνης και αφήγησης: στον Μίλο Μανάρα και τον Φεντερίκο Φελίνι. Χωρισμένη σε τέσσερις ενότητες («Ταξίδι στην Τουλούμ», «Το Ταξίδι του Τζ. Μαστόρνα», «Οι Εικονογραφήσεις για την Costa Atlantica» και «Διαφήμιση»), περιλαμβάνει πρωτότυπες σελίδες και σχέδια του Μίλο Μανάρα, τα οποία είτε εμπνέονται ευθέως από το ονειρικό, φελινικό σύμπαν, είτε αποτελούν προϊόν της συνεργασίας των δύο κορυφαίων Ιταλών καλλιτεχνών. Μεταξύ των εκθεμάτων συναντά κανείς ακόμα και σπάνια, πρωτότυπα σχέδια του ίδιου του Φελίνι, αναδεικνύοντας μια λιγότερο γνωστή πτυχή της δημιουργικότητας του σπουδαίου σκηνοθέτη. Το σχέδιο του Μίλο Μανάρα με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάννι χρησιμοποιήθηκε ως αφίσα της έκθεσης. Σε μια κατάμεστη αίθουσα, ο Μίλο Μανάρα μίλησε για όλα: τα κόμικς του, τον ερωτισμό, την πολιτική, τον πόλεμο. Περισσότερο όμως, μίλησε για τον κόσμο του Φελίνι. «Μετά το 8 ½ έγινα φανατικός του: όπως οι άλλοι κρεμούσαν στα δωμάτιά τους φωτογραφίες και αφίσες των Rolling Stones, των Beatles, εγώ κρεμούσα δικές του», εκμυστηρεύεται στη Μυρτώ Τσελέντη που συντόνισε τη συζήτηση. Η γνωριμία των δύο αντρών έγινε το 1984, όταν ο Μανάρα σχεδίασε την τετρασέλιδη ιστορία Senza titolo (Χωρίς Τίτλο), εμπνευσμένη από ένα σχέδιο για ένα όνειρο του Φελίνι, με πρωταγωνιστή έναν Κινέζο στο αεροδρόμιο της Ρώμης. Ήταν η συμμετοχή του Μανάρα στα 64α γενέθλια του Φελίνι, την οποία ο τελευταίος ξεχώρισε, οδηγώντας στη γνωριμία τους, η οποία εξελίχθηκε σε φιλία και, αργότερα, σε συνεργασία. «Είχα πάει να τον βρω για να κάνουμε διορθώσεις, ενώ παραθέριζε με τη σύζυγό του σε ένα θέρετρο με ιαματικά λουτρά. Ήταν high season και δεν έβρισκε δωμάτιο για μένα, οπότε ζήτησε από το ξενοδοχείο που έμενε να βάλουν ένα ράντζο στο δωμάτιό τους. Έχω την τιμή να έχω μοιραστεί ένα βράδυ με το ζευγάρι Φεντερίκο Φελίνι και Τζουλιέτα Μασίνα», είπε χαμογελώντας αμήχανα, καθώς οι γλαφυρές αφηγήσεις του μετέφεραν τους παρευρισκόμενους σε μια άλλη εποχή. Σε μια εποχή όπου τα όνειρα όχι απλά επιτρέπονταν, αλλά συχνά επιβάλλονταν. O μεγάλος Ιταλός καλλιτέχνης στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών. «Τα όνειρα έχουν επηρεάσει το έργο μου – όπως έλεγε κι ο Ούγκο Πρατ, στα κόμικς, στο σινεμά, στη λογοτεχνία, είναι χαζό να παρουσιάζεις την πραγματικότητα όπως είναι. Η ανάμιξη της φαντασίας με την πραγματικότητα είναι στοιχείο πολλών αφηγητών. Εκτός από το όνειρο, ή μάλλον περισσότερο από αυτό, στον έργο του Φελίνι είναι σημαντική η μνήμη. Αυτή επιλέγει ποια πράγματα θυμόμαστε, ποια όχι, αλλοιώνοντας συχνά την πραγματικότητα», εξηγεί καθώς μνημονεύει έργα όπως το Αμαρκόρντ που σημαίνει «θυμάμαι». «Μπορεί να πάμε σε ένα μέρος που θυμόμαστε από παιδιά και να είναι πολύ διαφορετικό, γιατί όταν το πρωτοείδαμε η αντίληψη του χώρου, των διαστάσεων, ήταν διαφορετική. Τα σκηνικά του Φελίνι πάντα στόχευαν στη δημιουργία αυτής της αίσθησης, στη μετάδοση της έκπληξης του να βλέπεις κάτι για πρώτη φορά». Και το σχετικό link...
  7. Η σχέση του Μίλο Μανάρα με την Μπριζίτ Μπαρντό κρατά από πολύ παλιά, έστω κι αν δεν συναντήθηκαν ποτέ. Ο ίδιος στην «Αυτοπροσωπογραφία» του (εκδόσεις ΚΨΜ) εκμυστηρεύεται ότι αποφάσισε να στραφεί ολοκληρωτικά προς την ένατη τέχνη όταν διάβασε πρώτη φορά τα κόμικς επιστημονικής φαντασίας του Ζαν-Κλοντ Φορέστ με πρωταγωνίστρια την Μπαρμπαρέλα. Ο Φορέστ είχε σχεδιάσει την ηρωίδα του με πρότυπο την Μπαρντό, σούπερ σταρ τη δεκαετία του 1960. Για την πρώτη του επαφή με την Μπαρμπαρέλα, ο Μανάρα λέει: «Κεραυνοβολήθηκα όπως ο Απόστολος Παύλος στην οδό προς τη Δαμασκό. Μέσα σε μια στιγμή κατάλαβα. Κατάλαβα τι ήταν εκείνο – ακριβώς εκείνο– που ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Που έπρεπε να κάνω στη ζωή μου. Έτσι, εγκατέλειψα τα πάντα: την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη ζωγραφική… όλα. Κι άρχισα να σχεδιάζω σαν μανιακός. Να σχεδιάζω κόμικς». Μπορεί στην κινηματογραφική προσαρμογή από τον Ροζέ Βαντίμ, το 1968, η Μπαρμπαρέλα να ενσαρκώθηκε από την Τζέιν Φόντα, αλλά για τους αναγνώστες κόμικς η μορφή της θα ανήκε πάντα στην Μπε Μπε. Τη δεκαετία του 2000, ο Μανάρα σχεδίασε μία σειρά εικόνων της Μπαρμπαρέλα με βάση την Μπαρντό για ένα φημολογούμενο ριμέικ της ταινίας, το οποίο δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Χρόνια αργότερα ανταποκρίθηκε αμέσως όταν του ζητήθηκε να σχεδιάσει μια σειρά πορτρέτων της για να δημοπρατηθούν υπέρ της χρηματοδότησης της εταιρείας της για την προστασία των ζώων. Του προτάθηκε επίσης να σχεδιάσει το μοντέλο για το άγαλμά της στο Σεν Τροπέ: «Φαντάστηκα αμέσως κάτι σαν τη Γέννηση της Αφροδίτης του Μποτιτσέλι. Η βάση του γλυπτού θα είχε τη μορφή κύματος που θα ανασήκωνε ένα κοχύλι. Και μέσα σ’ αυτό θα ήταν η Μπορντό γυμνή». Η Μπε Μπε συμφώνησε με μόνη παράκληση να αντικατασταθεί το κύμα από ένα λουλούδι με επτά πέταλα. Τη μέρα των αποκαλυπτηρίων το 2017 είχε κανονιστεί και η πρώτη συνάντησή τους. Η Μπορντό είχε θέσει ως όρο να μην υπάρχουν φωτογράφοι. Όταν έφτασε στο ξενοδοχείο και είδε ένα πλήθος να την περιμένει με αναμμένα τα κινητά τηλέφωνα, ζήτησε από τον οδηγό της να αποχωρήσουν. Δεν συναντήθηκαν ποτέ. «Λυπήθηκα» λέει ο Μίλο Μανάρα, «γιατί ήταν, και είναι, ένας υπέροχος μύθος». Και το σχετικό link...
  8. Στη συνάντησή μας με τον 81χρονο, σήμερα, Milo Manara, μιλήσαμε για τους κυριότερους σταθμούς της επαγγελματικής διαδρομής του για τη συνεργασία του με δημιουργούς όπως ο Ούγκο Πρατ και ο Φεντερίκο Φελίνι, για τις σχέσεις ερωτισμού και πορνογραφίας, αλλά και, με αφορμή την κυκλοφορία του κόμικς «Καραβάτζιο» στα ελληνικά (από τις εκδόσεις Chaniartoon Press και DocMZ Publishing), για τις σχέσεις ζωγραφικής, κόμικς και κινηματογράφου και το μέλλον της τέχνης στα χρόνια της Α.Ι. Εγκαινιάστηκε την Πέμπτη 2 Απριλίου στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών η μεγάλη έκθεση με τίτλο «Μανάρα και Φελίνι: Όνειρο και Σχέδιο», στο πλαίσιο των προφεστιβαλικών εκδηλώσεων του 20ού Comicdom Con Athens 2026, η οποία θα συνεχιστεί μέχρι και τις 20 Μαΐου. Λίγο πριν από την κεντρική εκδήλωση με εκλεκτό προσκεκλημένο τον Milo Manara και συντονίστρια τη Μυρτώ Τσελέντη, είχαμε τη χαρά να συζητήσουμε με τον σπουδαίο Ιταλό δημιουργό, ιδιαιτέρως αγαπητό στο ελληνικό κοινό ήδη από τη δεκαετία του ’80. Ο Μίλο Μανάρα με τον John Antono ● Είστε ταυτισμένος στη συνείδηση του ελληνικού, αλλά και του παγκόσμιου κοινού με την τέχνη των κόμικς, ως ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους δημιουργούς. Τι είναι για εσάς τα κόμικς; Τι κρατάτε από όλη αυτή τη διαδρομή; Θεωρούσα πάντοτε την εμπορική επιτυχία ως βασικό προαπαιτούμενο για να συνεχίσω να κάνω αυτό το επάγγελμα. Αν δεν είχα αναγνώστες, θα έπρεπε να αλλάξω δουλειά. Πάντοτε, έκανα μόνο κόμικς. Μου ζήτησαν ορισμένες φορές να διδάξω, αλλά δεν το έκανα ποτέ. Θεωρώ επομένως τον εαυτό μου πάρα πολύ τυχερό, που συνεχίζω όλα αυτά τα χρόνια από το 1968 μέχρι και σήμερα, 58 χρόνια μετά, να κάνω το ίδιο πράγμα. ● Για ποιο από τα καλλιτεχνικά δημιουργήματά σας είστε περισσότερο περήφανος; Ποιο απολαύσατε περισσότερο κατά τη διαδικασία; (Γέλιο) Είναι πολύ δύσκολο να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση, ωστόσο μπορώ να διακρίνω τρεις βασικές συνιστώσες στα έργα μου. Αφενός είναι οι ιστορίες μου, από το πρώτο ακόμα αφήγημα, με τον Τζουζέπε Μπέργκμαν (σ.σ.: «H. P. και Τζουζέπε Μπέργκμαν», 1978 – ακολούθησαν άλλες πέντε μεταξύ 1980 και 2004), με τις οποίες είμαι πολύ δεμένος. Στη συνέχεια, το μεγάλο ρεύμα με τις ιστορίες του Ούγκο Πρατ (σ.σ.: βλ. «Ινδιάνικο Καλοκαίρι», 1987) – γιατί μπορώ να υπερηφανευτώ ότι είμαι ο μοναδικός καλλιτέχνης κόμικς για τον οποίο ο Ούγκο Πρατ έγραψε κάποια σενάρια – και μετά είναι όλη η συνεργασία με τον Φελίνι, που αποτελεί για μένα άλλο σπουδαίο κεφάλαιο. Οπότε, μέσα σε αυτά, είναι πολύ δύσκολο να διακρίνω κάποιο έργο. Ο «Καραβάτζιο» του Μανάρα, που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις DocMZ Publishing & Chaniartoon Press. ● Στα κόμικς σας, παρότι ο γυναικείος ερωτισμός διαμεσολαβείται αναπόφευκτα από αυτό που λέμε «αντρικό βλέμμα», βλέπουμε καθαρά ότι στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων υπάρχει σεβασμός στο γυναικείο σώμα και δίνεται προτεραιότητα στη γυναικεία επιθυμία. Θεωρείτε, παρ’ όλα αυτά, ότι επηρέασε τη δουλειά σας η πολιτική ορθότητα και το κίνημα «MeToo»; Μεγάλωσα σε μια οικογένεια στην οποία ήμασταν έξι αδέρφια – εγώ ήμουν ο τέταρτος – και ήμασταν τρία αγόρια και τρία κορίτσια, συν η μαμά και ο μπαμπάς. Οπότε υπήρχε ένας ισοδύναμος χωρισμός των φύλων και των ρόλων. Επίσης οι μισθοί της μαμάς και του μπαμπά ήταν ίδιοι, οπότε υπήρχε πραγματικά ένα ισότιμο στάτους. Μεγάλωσα, λοιπόν, σε ένα πλαίσιο στο οποίο δεν θα μπορούσα να διανοηθώ να μην τρέφω σεβασμό προς τη γυναίκα, γιατί θα το θυμόμουν από τις αντιδράσεις των αδελφών μου. Ως προς τον ερωτισμό, πάντα πίστευα ότι αυτός μπορεί να υφίσταται μόνο όταν η γυναίκα είναι πρωταγωνίστρια. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, αυτές τις ταινίες που είχαν βγει στην Ιταλία τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, του είδους commedia all' italiana, αυτές οι ψευδοερωτικές ταινίες, στις οποίες η γυναίκα ήταν πάντα σαν αντικείμενο στις ορέξεις του άντρα, κάτι που συνέβαινε και σε πολλά κόμικς τέτοιου τύπου. Σε αυτό πιστεύω ότι δεν υπάρχει καν ερωτισμός. Επομένως, εγώ προσπάθησα να ζωγραφίζω ερωτικές ιστορίες στις οποίες η γυναίκα θα είναι πάντα πρωταγωνίστρια. Οι περισσότερες από αυτές φτιάχτηκαν, προφανώς, πριν από το κίνημα του «Me Too». Ωστόσο, μετά το «Me Too» έγινα ακόμη πιο προσεκτικός στο πώς σχεδιάζω, γιατί δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να φανεί ότι δεν σέβομαι τη γυναίκα και τη σεξουαλικότητά της. Επιπλέον θεωρώ ότι πολιτικά το «Me Too» ήταν πάρα πολύ χρήσιμο στο να αποκαλυφθούν μηχανισμοί των ανθρώπων που κατέχουν την εξουσία, γιατί [η σεξουαλική κακοποίηση] ήταν ο τρόπος με τον οποίο επιδείκνυαν και έκαναν κατάχρηση αυτής της εξουσίας. Αν ήμουν εγώ ένας άνθρωπος της εξουσίας δεν θα έβρισκα καν ερωτική ικανοποίηση στο να ασκήσω τέτοια δύναμη προς τη γυναίκα. Αρνούμαι μια τέτοια στάση, όχι μόνο πολιτικά, αλλά και από ερωτικής άποψης. ● Είναι γνωστό ότι στην εποχή μας το γυμνό, το ερωτικό και το πορνογραφικό τείνουν να οδηγούνται σε μια ταύτιση μέσω της αντικειμενοποίησης της γυναίκας και της εμπορευματοποίησης της σεξουαλικής επιθυμίας. Ποια είναι όμως τα στοιχεία που διαφοροποιούν αυτά τα τρία; Γενικά το γυμνό δεν είναι απαραίτητο να είναι ερωτικό. Σκεφτείτε τα έργα του Πραξιτέλη και της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής: ένα γυμνό σώμα δεν σημαίνει ότι μεταφέρει απαραίτητα κάποιο ερωτικό μήνυμα. Όπως, επίσης, ο ερωτισμός δεν προϋποθέτει το γυμνό. Μπορεί να υπάρχει κάτι πάρα πολύ ερωτικό, χωρίς να υπάρχει καν γυμνό. Πολλοί επιχείρησαν να ορίσουν τη διαφορά ερωτικού και πορνογραφικού: ο Γούντι Άλεν είχε πει ότι η πορνογραφία είναι ο ερωτισμός των άλλων, δηλαδή ότι αυτό που εγώ θεωρώ πορνογραφικό, για κάποιον άλλο μπορεί να είναι ερωτικό. H Μέι Γουέστ, μία πολύ πνευματώδης ηθοποιός, όταν της έκαναν αυτή την ερώτηση είπε ότι «εάν τα πλάνα έχουν συγκεκριμένη εστίαση είναι πορνογραφικά. Εάν δείχνουν πιο θολά κάποια σημεία, σημαίνει ότι είναι ερωτικά». Αυτό που πιστεύω είναι ότι ο ερωτισμός είναι η πολιτισμική επεξεργασία της σεξουαλικότητας που κάνει μια κοινωνία, ενώ η πορνογραφία είναι απλώς μια ωμή, ανεπεξέργαστη αποτύπωση. Εκείνο που δυστυχώς παρατηρούμε στην εποχή μας είναι ότι όσο η πορνογραφία αυξάνεται και είναι τόσο εύκολα προσβάσιμη, τόσο ο ερωτισμός εξαφανίζεται ολοένα και περισσότερο. Η ελληνική έκδοση της εικονογραφημένης αυτοβιογραφίας του δημιουργού, με τον τίτλο «Αυτοπροσωπογραφία» (ΚΨΜ, 2022). ● Εγκαινιάζεται σήμερα η εξαιρετική έκθεση για τη συνάντηση ανάμεσα σε εσάς και τον θρυλικό σκηνοθέτη Φεντερίκο Φελίνι. Στο βιβλίο σας (σ.σ.: «Αυτοπροσωπογραφία», εκδ. ΚΨΜ, 2022) του αφιερώνετε αρκετά κεφάλαια, εκφράζοντας τον θαυμασμό σας, και αναφέρεστε εκτενώς στη γνωριμία σας που εξελίχθηκε σε μια βαθιά φιλία. Με λίγα λόγια, πώς θα περιγράφατε τη φιλία σας με τον Φελίνι; Τι σας έχει μείνει από εκείνον, 33 χρόνια μετά τον θάνατό του; Ήταν τεράστια τύχη να γνωρίσω τον Φελίνι και ήταν μια συνεργασία που δεν γεννήθηκε από τη μια μέρα στην άλλη. Καλλιεργήθηκε με την εξής αφορμή: ο Βιντσέντζο Μόλικα είχε ζητήσει από σχεδιαστές να σχεδιάσουν κάποια έργα για τα εξηκοστά τέταρτα γενέθλια του Φελίνι – κάποια από αυτά βρίσκονται και εδώ, στην έκθεση. Στον Φελίνι άρεσαν τόσο πολύ τα δικά μου, που με προσκάλεσε στην Τσινετσιτά (σ.σ.: Στούντιο Cinecittà) – και ο Φελίνι ήταν μεγάλος λάτρης των κόμικς. Από την άλλη, και εγώ ήμουν τεράστιος θαυμαστής του Φελίνι, από τότε που είδα το 8½. Όταν με πήρε τηλέφωνο, ένιωθα σαν να με είχε καλέσει σε άλλη εποχή ο Ραφαέλο, ο Μικελάντζελο ή ο Φειδίας. Ένας μύθος της Τέχνης! Η συνεργασία μας δεν ξεκίνησε από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά προέκυψε στην πορεία, καθώς αναπτυσσόταν και η μεταξύ μας φιλία. ● Αν θα έπρεπε να τοποθετήσετε πλησιέστερα την τέχνη σας, ανάμεσα στη ζωγραφική και τον κινηματογράφο, πού θα καταλήγατε; Με τι από τα δύο θεωρείτε ότι συγγενεύει πιο πολύ η τέχνη των κόμικς, αλλά και η αντίληψή σας ως δημιουργού; Ο κινηματογράφος και τα κόμικς είναι πολύ κοντινοί συγγενείς. Αρκεί να σκεφτεί κανείς τα κινούμενα σχέδια, που είναι ο κρίκος που τα συνδέει. Ξεκίνησαν μάλιστα την ίδια περίοδο, άρα είναι και συνομήλικοι. Και τα δύο είναι αφηγηματικά μέσα. Αυτό που ο Παζολίνι αποκαλούσε την τέχνη της κατασκευασμένης αφήγησης. Ενώ η ζωγραφική έχει μια διαφορετική προσέγγιση. Το πιο σημαντικό στη ζωγραφική είναι ο τρόπος με τον οποίο θα απεικονιστεί το θέμα που αναπαράγεις. Φέρνω, για παράδειγμα, τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου που έχει φιλοτεχνηθεί από διάφορους καλλιτέχνες: μεταξύ του Φρα Αντζέλικο και του Λεονάρντο υπάρχει άβυσσος, ακόμα κι αν καταπιάστηκαν με το ίδιο θέμα, ακόμα κι αν τα πρόσωπα που απεικονίζονται είναι τα ίδια. Αυτό που μετράει είναι το αντικείμενο. Ένας καλλιτέχνης κόμικς, όμως, θα δώσει βάρος στο πώς το υποκείμενο, ο χαρακτήρας, εξελίσσεται μέσα σε αυτή τη διαδικασία. Αυτή είναι και η οπτική του κινηματογραφιστή, γι’ αυτό βλέπω πολύ πιο κοντινή συγγένεια κόμικς και κινηματογράφου. Ο κινηματογράφος μπορεί να έχει προτέρημα στη μουσική, στην κίνηση και όλα αυτά που τα κόμικς δεν έχουν. Ωστόσο και τα κόμικς έχουν το δικό τους προτέρημα ως προς τον κινηματογράφο, βρίσκονται σε μια πιο ενεργή διάδραση με τον αναγνώστη και επιπλέον δεν έχουν όρια στην έκφραση. Με τα κόμικς μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. «Donna del Soccorso» (2004), υδατογραφία αφιερωμένη στο ιταλικό νησί Ίσκια. ● Σήμερα η Τεχνητή Νοημοσύνη μοιάζει να έχει κατακλύσει τα πάντα, από την εικονογράφηση και τη λογοτεχνία μέχρι τη μουσική και το animation. Τι θα λέγατε σε ένα νέο παιδί που φιλοδοξεί τώρα να ακολουθήσει επαγγελματικά τη δουλειά του σκιτσογράφου; Γιατί να το κάνει; Δεν δέχομαι κανέναν ανταγωνισμό με την Τ.Ν. Ακόμα και αν μπορεί, κλέβοντας τις δουλειές άλλων, να «ζωγραφίσει» καλύτερα από μένα, της λείπει η ανθρώπινη ζωντάνια, η ερωτική σχέση ανάμεσα στον δημιουργό και το έργο του. Απολαμβάνω τη διαδικασία του σχεδίου, η οποία εμπεριέχει μια συνεχή έρευνα και βελτίωση. Σίγουρα η Α.Ι. έχει την αξία της, αλλά αυτή την ευχαρίστηση της όξυνσης της φαντασίας και της κοπιαστικής δημιουργικότητας δεν μπορεί να την προσφέρει ούτε στον δημιουργό, ούτε στον αναγνώστη. Η Τ.Ν. τρέφεται μόνο από τα έργα του παρελθόντος, δεν μπορεί να δημιουργήσει κάτι ολότελα καινούργιο με τον τρόπο που το κάνει η ανθρώπινη εφευρετικότητα επί τόσους αιώνες. Αυτό είναι το πλεονέκτημα του καλλιτέχνη – και θα έλεγα στα νέα παιδιά να μη στερήσουν από τον εαυτό τους την απόλαυση αυτής της «ερωτικής σχέσης» που γεννά η καλλιτεχνική δημιουργία και είναι μια σχέση ζωής. Και το σχετικό link...
  9. Συναντήσαµε τον θρύλο της κόµικς κουλτούρας µε αφορµή την έκθεση «Manara και Fellini: Όνειρο και σχέδιο». Ο Μίλο Μανάρα ανήκει στο πάνθεον της µεταπολεµικής κουλτούρας. Μέσα από τη δική του δουλειά ανανεώθηκε ριζικά η θέση του ερωτισµού στα ευρωπαϊκά κόµικς και άλλαξε ο τρόπος που αντιµετωπίζεται η επιθυµία. Παράλληλα, η στάση του απέναντι στη λογοκρισία και την ελευθερία της έκφρασης τον καθιστούν σηµαντικό σηµείο αναφοράς για τη σχέση τέχνης και κοινωνίας σήµερα. Τα πρώτα του βήµατα έγιναν στα λαϊκά και εµπορικά κόµικς του Μιλάνου στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η καθιέρωσή του ήρθε στα µέσα της δεκαετίας του 1970 µε έργα όπως τα «Lo scimmiotto», «H.P. e Giuseppe Bergman», «L’uomo delle nevi» και «L’uomo di carta». Στη δεκαετία του 1980 εντάχθηκε πλήρως στον ευρωπαϊκό κανόνα των κόµικς. Συνεργάστηκε µε τον Ούγκο Πρατ στο «Tutto ricominciò con un’estate indiana» και στο «El Gaucho», ενώ µε έργα όπως «Il gioco», «Il profumo dell’invisibile» και «Candide Camera» καθιερώθηκε στο ερωτικό φαντασιακό. Από τότε η πορεία του κινείται σε δύο άξονες, τον ερωτισµό από τη µια και από την άλλη τη λόγια περιπέτεια, τη διασκευή, τη βιογραφία και τον διάλογο µε τον κινηµατογράφο, τη λογοτεχνία και τις εικαστικές τέχνες. Πριν από λίγες µέρες ο Μίλο Μανάρα βρέθηκε στην Αθήνα µε αφορµή την έκθεση «Manara και Fellini: Όνειρο και σχέδιο», µε έργα και ηµιτελή πρότζεκτ από τη συνεργασία του µε τον Φεντερίκο Φελίνι. Η έκθεση, επιµεληµένη από το Napoli COMICON, διοργανώνεται από το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών σε συνεργασία µε το Comicdom CON Athens, και εντάσσεται στις προφεστιβαλικές δράσεις για τα 20 χρόνια του φεστιβάλ. Πρόσφατα επίσης κυκλοφόρησε στα ελληνικά και το «Καραβάτζιο» των εκδόσεων Chaniartoon Press και DocMZ Publishing, µία από τις ωραιότερες δουλειές του µαέστρο. Με αφορµή την επίσκεψή του στην Αθήνα τον συναντήσαµε στη βιβλιοθήκη του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου. Ο Μίλο Μανάρα από κοντά είναι ένας ευγενικός συνοµιλητής µε λεπτούς τρόπους. Μεγαλώσατε σε ένα σπίτι µε πολλά βιβλία αλλά χωρίς ίχνος κόµικς. Πότε τα ανακαλύψατε; Στο σπίτι µας είχαµε πολλά βιβλία, µεταξύ αυτών την παιδική εγκυκλοπαίδεια Mondadori που τότε κυκλοφορούσε σε δέκα τόµους. Σε αυτήν υπήρχαν πολλές εικονογραφήσεις, σκίτσα που µε έκαναν να ονειρεύοµαι. Στην οικογένειά µας δεν ήταν απαγορευµένα τα σκίτσα αλλά τα κόµικς συγκεκριµένα. Κι αυτό επειδή η µητέρα µου ήταν δασκάλα δηµοτικού και παλιότερα κυρίως οι δάσκαλοι ήταν προκατειληµµένοι. Θεωρούσαν ότι οι εικόνες αποθάρρυναν τα παιδιά από το διάβασµα. Ανακάλυψα τα κόµικς όταν πλέον ήµουν ενήλικος. Πώς βιώσατε ως παιδί την πρώτη µεταπολεµική περίοδο δεδοµένου ότι οι γονείς σας ήταν αντιφασίστες και ο θείος σας αντάρτης; Ο αδελφός της µητέρας µου, Αουγκούστο Τεµπάλντι, είχε εκτοπιστεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Φλόσενµπεργκ. Ήταν διοικητής των ανταρτών, έχουν γραφτεί βιβλία γι’ αυτόν. Οι δικές του αφηγήσεις ήταν που µε έκαναν να καταλάβω τι ήταν ο φασισµός. Οι γονείς µου ήταν αντιφασίστες αλλά δεν ήταν αγωνιστές. Τους θυµάµαι όµως να µιλούν ψιθυριστά για όσα συνέβαιναν εκείνη την εποχή. Γεννήθηκα το 1945 όταν ο πόλεµος είχε ήδη τελειώσει. Μετά την 8η Σεπτεµβρίου 1943 (σ.σ.: τότε έγινε η συνθηκολόγηση της Ιταλίας µε τις συµµαχικές δυνάµεις) επικράτησε πολιτικό χάος στην Ιταλία. Κάποια από τα βιβλία που είχαµε σπίτι ήταν κλειδωµένα. Θυµάµαι ακόµη τους τίτλους γιατί εµείς τα παιδιά προφανώς ανοίξαµε κάποια στιγµή την κλειδωµένη βιβλιοθήκη. Εκεί, πέρα από τα βιβλία του Κούρτσιο Μαλαπάρτε ή του Γκουίντο ντα Βερόνα, ο οποίος συγγενεύει κάπως µε τον Ντ’ Ανούντσιο, υπήρχαν και κάποια βιβλία φριχτά. Το ένα λεγόταν «Το φραγγέλιο της σβάστικας» και το άλλο «∆εν ξέρεις τι σηµαίνει πείνα». Και τα δύο είχαν θέµα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Άουσβιτς και το Μπίρκεναου µε φωτογραφίες. Άφησαν πραγµατικά ανεξίτηλο σηµάδι πάνω µου. Η δεκαετία του 1960 σας βρήκε στο Μιλάνο που τότε θεωρούνταν κέντρο της ιταλικής αντικουλτούρας. Πώς το θυµάστε; Έζησα πολύ έντονα τη δεκαετία αυτή. Είµαι παιδί των 60s και συµµετείχα στην κοινωνική αναταραχή και ανανέωση που συνέβαιναν τότε. Στην Ιταλία παρατηρήθηκε ένα φαινόµενο που δεν υπήρχε πουθενά αλλού στον κόσµο. Ό,τι έγινε το 1968 ξεκίνησε από το Μπέρκλεϊ και το Σαν Φρανσίσκο και ο γαλλικός Μάης ήταν ακόµη πιο συνεπής από τον ιταλικό. Στην Ιταλία όµως υπήρξε το φαινόµενο των µικρών κόµικς. Το πιο διάσηµο είναι το «Diabolik» το οποίο περιλάµβανε ερωτικές ιστορίες, φρικτές ιστορίες, που όµως άνοιξαν την πόρτα των κόµικς για τους ενήλικες αναγνώστες. Μιλάµε για πραγµατικά προσβλητικές ιστορίες προς τις γυναίκες, αλλά πολύ πιο προσβλητικές προς τους οµοφυλόφιλους. Παρότι ήταν ενοχλητικό, το φαινόµενο αυτό εξελίχθηκε στα σηµερινά κόµικς. Ήταν µια εποχή στην οποία εµφανίστηκαν πολλά περιοδικά αντικουλτούρας, κάποια µε πολιτική θεµατολογία, κάποια µόνο µουσικά. Άλλωστε το κύµα του ’68 προήλθε πάνω απ’ όλα από τη µουσική, τους Beatles, τους Rolling Stones κ.λ.π. Πιο πριν δεν υπήρχε νεολαία που να είχε δύναµη στην αγορά. Με αυτά τα νέα αγγλοαµερικανικά συγκροτήµατα οι νέοι απέδειξαν ότι είχαν αξία στην αγορά και εποµένως και πολιτική αξία. Πιστεύαµε ότι ο κόσµος θα γινόταν πολύ καλύτερος από ό,τι ήταν. Σήµερα οι νέοι ατενίζουν το µέλλον µε περισσότερη ανησυχία. Τότε το βλέπαµε µε αισιοδοξία γιατί πραγµατικά ήµασταν πεπεισµένοι ότι θα ανατρέπαµε το σύστηµα και θα δηµιουργούσαµε ένα νέο σύστηµα αξιών. Σε κάποιον βαθµό τα καταφέραµε. Όχι πολιτικά, εκεί τίποτα δεν έχει αλλάξει. Ένα µεγάλο µέρος της τέχνης σας έχει να κάνει µε το ερωτικό στοιχείο. Ποια είναι τα όρια µεταξύ ερωτισµού και πορνογραφίας; Το όριο είναι θολό και µάλιστα τυχαίο, ανάλογα µε τον καθένα. Ο Γούντι Άλεν έχει πει ότι η πορνογραφία είναι ο ερωτισµός των άλλων. Αυτό που για κάποιον µπορεί να είναι ερωτικό, για µένα µπορεί να είναι πορνογραφικό. Ακόµη κι αυτό που σε ορισµένες στιγµές βρίσκω ερωτικό και συναρπαστικό, άλλες φορές µπορεί να το θεωρήσω χυδαίο, πορνογραφικό. Ο ερωτισµός είναι η πολιτισµική επεξεργασία του σεξ. ∆εν υπάρχει ερωτισµός χωρίς πολιτισµό. Σήµερα που η πρόσβαση στην πορνογραφία είναι πιο εύκολη, ο ερωτισµός περνάει σε δεύτερη µοίρα; Οι δηµιουργοί της πορνογραφίας προσπαθούν να την κάνουν πιο ενδιαφέρουσα παρουσιάζοντας απίστευτες παραστάσεις, ας πούµε παράξενες και ολοένα πιο κουραστικές και προσβλητικές για τις γυναίκες. Πιστεύω ότι στον ερωτισµό δεν υπάρχει απολύτως καµία προσβολή για τις γυναίκες. Συγκεκριµένα βασίζεται στη γυναικεία απόλαυση, εποµένως είναι απολύτως απαλλαγµένος από οποιαδήποτε βία. Εκτός αν µιλάµε για συγκεκριµένες αποκλίσεις όπως ο σαδισµός και ο µαζοχισµός, που µπορούν να είναι ευχάριστες, αρκεί να υπάρχει συναίνεση. Το ερωτικό στοιχείο έχει σηµαντικό ρόλο και στις ταινίες του Φεντερίκο Φελίνι µε τον οποίο συνεργαστήκατε. Θυµάστε την πρώτη φορά που είδατε το «8 ½»; Είναι τόσο έντονη η µνήµη που νιώθω σαν να ήταν σήµερα. Η ταινία επηρέασε πολύ τη φαντασία µου. ∆εν νοµίζω ότι κατάλαβα καλά τους συµβολισµούς της, αλλά οι εικόνες έµειναν στο µυαλό µου. Την «Dolce vita» που είχε προηγηθεί δεν την είχα δει όταν είχε βγει γιατί ήµουν ανήλικος και απαγορευόταν η είσοδος για άτοµα κάτω των 18. Γνωριστήκατε µε τον Φελίνι στα µέσα της δεκαετίας του 1980, όταν σας τηλεφώνησε για µια δουλειά που είχατε κάνει κι έτσι συνδεθήκατε µε φιλία. Πώς ήταν ως προσωπικότητα; Από πολλές απόψεις ήταν δύσκολος, αλλά από άλλες πολύ εύκολος. ∆ιατηρούσε κάποια παιδικά χαρακτηριστικά, ήταν πολύ ευχάριστος στη συζήτηση και πολύ δηµιουργικός. Επινοούσε τέλειες εκφράσεις που δεν συνηθίζουµε να χρησιµοποιούµε. Τον θυµάµαι να αφηγείται πως όταν τον είχε παρατήσει µια κοπέλα ένιωθε µια οδυνηρή µελαγχολία, «σκυλίσια» όπως έλεγε. Και όπως το περιέγραφε έκανα εικόνα στο µυαλό µου τον σκύλο. ∆εν υπάρχει τίποτα πιο οδυνηρό από έναν σκύλο που κλαίει. Επίσης θυµάµαι την ευγένεια και την καλοσύνη του. Σε αντίθεση µε άλλους σεναριογράφους µε τους οποίους συνεργάστηκα, είχε πολύ σαφείς ιδέες, ακόµη και οπτικά. Οπότε αν τα σχέδιά µου δεν ήταν ακριβώς όπως θεωρούσε ότι έπρεπε να είναι, τα ξανάκανα. ∆εν έχω ξανακάνει ποτέ σχέδιο µε κανέναν άλλον, ούτε µε τον Ούγκο Πρατ ούτε µε τον Χοδορόφσκι ή τον Νιλ Γκέιµαν. ∆εν µου το ζήτησαν ποτέ. Ο Φελίνι πάντα µου εξηγούσε πολύ ευγενικά τα λάθη, οπότε για µένα ήταν σπουδαίο µάθηµα. Κάποιες φορές τον έβλεπα και θυµωµένο, ειδικά όταν έκανε γύρισµα µε πλήθος, όπου υπήρχαν πολλοί κοµπάρσοι που µιλούσαν µεταξύ τους και έπρεπε να χρησιµοποιεί το µεγάφωνο για να επιβάλλει την ησυχία. Είχε πολύ δυνατή προσωπικότητα. Όσοι γνωρίστηκαν κάτω από την οµπρέλα του Φελίνι εξακολουθούν να επικοινωνούν σήµερα. Για παράδειγµα, είµαστε ακόµα φίλοι µε τον Νικόλα Πιοβάνι, ο οποίος συνεργάστηκε µε τον Φελίνι µετά τον Νίνο Ρότα. Και µε τον Ροµπέρτο Μπενίνι είµαστε φίλοι όπως ήµασταν και µε τον Πάολο Βιλάτζιο. Οι θαυµαστές του Φελίνι αναγνώριζαν ο ένας τον άλλον επειδή είχαν την τύχη να κάνουν παρέα µε αυτόν τον γίγαντα της φαντασίας. Πολύ φίλοι ήσασταν και µε τον Ούγκο Πρατ. Γιατί ποτέ δεν τον αποκαλέσατε µε το µικρό του όνοµα; Παρόλο που ήµασταν πολύ δεµένοι, περισσότερο από αδέρφια, πάντα τον αποκαλούσα δάσκαλο. Απλώς δεν µπορούσα να τον πω Ούγκο. Αλλά ακόµη και τώρα, όταν µιλάω για τον Ούγκο Πρατ, τον λέω πάντα Ούγκο Πρατ. ∆εν θα µε ακούσετε ποτέ να λέω Ούγκο. Ηταν ένας τρόπος να αναγνωρίσω τη µαεστρία του και τους ρόλους του µαθητή και του δασκάλου. Μια από τις πολύ ωραίες ιστορίες σας µαζί του είναι όταν βρεθήκατε να πίνετε µέχρι πρωίας µε τον υπόκοσµο της Βενετίας. Οι χαρακτήρες εκείνης της εποχής είχαν µεγαλύτερο ενδιαφέρον για σας από τους σηµερινούς; Σίγουρα ήταν λιγότερο βίαιοι. Ο βενετσιάνικος υπόκοσµος ήταν σίγουρα πολύ λιγότερο βίαιος και πολύ πιο συναρπαστικός από τον σηµερινό. Αυτοί οι άνθρωποι, πηδώντας από τον έναν τοίχο στον άλλο, κατάφερναν παρότι σωµατώδεις να φτάσουν στον τέταρτο όροφο. Ο Κοτσίς συγκεκριµένα, που πήρε το όνοµα αυτό από µια ταινία µε Ινδιάνους Απάτσι, έµοιαζε λίγο µε τον Diabolik στο κόµικς και ήταν πολύ δηµοφιλής στις γυναίκες. Στην κηδεία του – τον σκότωσε η αστυνοµία – υπήρχε µια ποµπή από βάρκες γεµάτες γυναίκες που έκλαιγαν. Αυτόν λοιπόν τον γνωρίσαµε ως εξής. Περάσαµε µε τον Ούγκο Πρατ µπροστά από ένα µπαρ στη Βενετία. Εκείνος τον ήξερε από τη φήµη που είχε και όταν τον είδε µέσα µου είπε να µην κοιτάξω. Φυσικά κοίταξα. Όταν ο Κοτσίς συνειδητοποίησε ότι µιλούσαµε για εκείνον, βγήκε και στάθηκε µπροστά µας. Ήταν ψηλός. Ο Ούγκο Πρατ, από την άλλη, ήταν αρκετά κοντός. Τον ρώτησε: «Ποιος είσαι;» και εκείνος απάντησε: «Είµαι ο Ούγκο Πρατ». Τότε ο Κοτσίς είπε: «Αν εσύ είσαι ο Ούγκο Πρατ, τότε εγώ είµαι η Ούρσουλα Αντρες». Και τότε εκείνος του απάντησε: «Α, µου φαίνεσαι πολύ αλλαγµένη τελευταία». Ο Κοτσίς άρχισε να γελάει και µας πήγε στο µπαρ. Όλοι µας κερνούσαν και κάπως έτσι καταλήξαµε πολύ µεθυσµένοι. Να έρθουµε στο σήµερα της Ιταλίας και της Ευρώπης. Παρατηρείται άνοδος του φασισµού στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσµο. Πώς βλέπετε τα ευρωπαϊκά κόµικς απέναντι σε όλο αυτό; Υπάρχει µια κάποια ριζοσπαστικοποίηση, αλλά είµαι αντίθετος στο να αποκαλούµε αυτό που βιώνουµε τώρα φασισµό, από σεβασµό προς τα θύµατα του φασισµού. Αυτό που ζούµε δεν είναι φασισµός. ∆εν υπάρχουν στρατόπεδα συγκέντρωσης τώρα. Ας µη συγχέουµε µια αυταρχική κυβέρνηση, ακόµη και υπέρµετρα αυταρχική, µε τον φασισµό. Ο φασισµός ήταν µια πολύ βίαιη εποχή µε συγκεκριµένα χαρακτηριστικά που ευτυχώς δεν αναπαράγονται σήµερα. Το λέω αυτό ακριβώς επειδή, ακούγοντας τις ιστορίες αυτού του αντάρτη θείου µου, κατάλαβα πώς ήταν. Τόλµησε να επαναστατήσει ενάντια στον φασισµό, πήρε ένα τουφέκι και πήγε στα βουνά µε την αντάρτικη ταξιαρχία. Ποιος παίρνει ένα τουφέκι να πάει στα βουνά σήµερα; Σήµερα µπορεί να είναι φασιστική η νοοτροπία – του Τραµπ σίγουρα είναι. Θα την αποκαλούσα ακόµη και ναζιστική. Ωστόσο η Αµερική δεν είναι φασιστική κοινωνία. Υπάρχουν υπερβολές εκ µέρους κάποιων αστυνοµικών, είναι µια πολύ βίαιη κοινωνία, ωστόσο δεν κυριαρχεί ο φασισµός. Υπάρχουν αντίβαρα, υπάρχουν δικαστές. Η Αριστερά, κατά τη γνώµη µου, κάνει λάθος να προκαλεί συνεχώς φόβο κάνοντας αναγωγή του τότε στο σήµερα. INFO «Manara και Fellini: Όνειρο και σχέδιο», Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών (Πατησίων 47), έως 20/5. Θερµές ευχαριστίες στον Ιάκοπο Νοβέντα για τη διερµηνεία µέρους της συνέντευξης. Και το σχετικό link...
  10. Ένας από τους σπουδαιότερους κομίστες της Ιταλίας, με σχεδόν εξήντα χρόνια πορείας στον χώρο, μιλάει στα «ΝΕΑ» για τη ζωή του με αφορμή την έκδοση για πρώτη φορά στα ελληνικά ενός από τα πλέον φιλόδοξα έργα του, του «Καραβάτζιο». Ο Milo Manara μετρά σχεδόν εξήντα χρόνια πορείας στα κόμικς. Η διαδρομή του είναι σχεδόν σύγχρονη με την ακμή των λεγόμενων «ενήλικων» κόμικς και της ευρείας πλέον αναγνώρισης του είδους των κόμικς ως τέχνης. Αποτελεί άλλωστε έναν από τους σπουδαιότερους κομίστες της Ιταλίας, μιας χώρας με μακρά παράδοση στο είδος. Δεινός σχεδιαστής, τολμηρός, αισθησιακός, ταύτισε το όνομά του με διασκεδαστικές ιστορίες όπου πρωταγωνιστούσαν καλλίγραμμες γυναίκες μπλέκοντας σε αλλόκοτες ιστορίες ακραίου αισθησιασμού και σεξ. Δεν αποτελούσε όμως ποτέ, παραδόξως, το βλέμμα του Manara πάνω στο γυναικείο σώμα και τη γυναικεία σεξουαλικότητα στενά το βλέμμα ενός άντρα. Οι ιστορίες που έγραψε και σχεδίασε δεν ήταν ένα ακόμα προϊόν τού πώς μεταβολίζουν το ανδρικό βλέμμα και η πατριαρχία την επικράτεια της γυναικείας σεξουαλικότητας. Οι ηρωίδες του, αφού απελευθερωθούν απ’ όσα τους έχει επιβάλει η πατριαρχική κοινωνία, αυτενεργούν, αποφασίζουν, επιθυμούν, γίνονται προκλητικές. Ορίζουν οι ίδιες τις επιθυμίες και τα όριά τους. Συναντήσαμε τον «μαέστρο» των ενήλικων κόμικς στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών, λίγο πριν από τα εγκαίνια της έκθεσης «MANARA και FELLINI: Όνειρο και Σχέδιο» (που θα «τρέξει» από τις 2 Απριλίου ως τις 20 Μαΐου). Με την έκθεση και τη συνάντησή μας συνέπεσε η έκδοση για πρώτη φορά στα ελληνικά ενός από τα πλέον φιλόδοξα έργα του ιταλού δημιουργού, κομματιού της περιόδου της ωριμότητάς του, του «Καραβάτζιο» (Chaniartoon Press και DocMZ Publishing, 2026, μτφ. Γιάννης Ιατρού). Μια απόπειρα μεταφοράς σε κόμικς της ζωής του Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζιο, ενός από τους σημαντικότερους ζωγράφους που υπήρξαν. Η εικονογράφηση που βλέπετε να πλαισιώνει τη συνέντευξη προέρχεται από αυτό το κόμικ και ευχαριστούμε θερμά τις εκδόσεις Chaniartoon Press και DocMZ Publishing για την ευγενική παραχώρηση. Στις τελευταίες σελίδες της αυτοβιογραφίας σας («Αυτοπροσωπογραφία», εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα, 2022, μτφ. Χρήστος Σιάφκος) λέτε: «Είμαι σχεδιαστής». Σε άλλο σημείο αναφέρεστε στον Hugo Pratt και παραθέτετε τα λόγια του: «Οι κομίστες δεν είναι παρά συγγραφείς που απλώς ξέρουν και να σχεδιάζουν». Εσείς, πώς θέλετε να αποκαλείστε ως καλλιτέχνης; Ο Pratt ήθελε πολύ να μη θεωρείται δημιουργός δεύτερης κατηγορίας. Εκείνη την εποχή υπήρχε, από τους ζωγράφους και τους καλλιτέχνες, μια αίσθηση ανωτερότητας απέναντι στους δημιουργούς κόμικς, αλλά και από την πλευρά των συγγραφέων το ίδιο. Οι συγγραφείς θεωρούσαν τους εαυτούς τους «ατόφιους» καλλιτέχνες και επειδή το κόμικ θεωρούνταν ανέκαθεν μια κατώτερη αφηγηματική τέχνη – κυρίως γιατί απευθυνόταν στους νέους, στα παιδιά, με τον Ντόναλντ Ντακ και τον Μίκυ Μάους –, αυτή ήταν η φαντασιακή εικόνα του. Τότε ο Pratt επινόησε αυτόν τον νέο ορισμό του κόμικ ως «εικονογραφημένης λογοτεχνίας». Ήθελε το κόμικ να ονομάζεται έτσι, γιατί έλεγε ότι οι δημιουργοί κόμικς είναι συγγραφείς, αλλά επιπλέον ξέρουν και να σχεδιάζουν. Με αυτή την έννοια, ο Pratt δεν ήθελε να θεωρείται καλλιτέχνης δεύτερης κατηγορίας. Εμένα μου κάνει το «σχεδιαστής». Σε ποιο σημείο της καριέρας σας αποβάλατε αυτό το κλισέ που ακολουθούσε τα κόμικς ως υποδεέστερα και νιώσατε ότι κάνετε κάτι που έχει αξία; Νομίζω πως αυτό συνέβη όταν άρχισα να σχεδιάζω τον χαρακτήρα Τζουζέπε Μπέργκμαν. Γιατί το «À Suivre» (σ.σ.: σημαντική βελγική επιθεώρηση κόμικς που κυκλοφόρησε την περίοδο 1978-1997) ήταν ένα περιοδικό πραγματικά υψηλού πολιτιστικού επιπέδου και το γεγονός ότι με δέχτηκαν – ότι δέχτηκαν την πρώτη μου ιστορία, γραμμένη από εμένα και σχεδιασμένη από εμένα – ήταν ήδη μια μεγάλη ενθάρρυνση. Ένιωσα πως έκανα όντως κάτι καλό. Εκεί κατάλαβα ότι τα κόμικς είναι μια τέχνη που δεν έχει τίποτα κατώτερο από όλες τις άλλες· είναι μια αφηγηματική τέχνη, ένα αφήγημα με εικόνες. Αν σκεφτούμε ποιο είναι το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου – που πολλοί πιστεύουν ότι είναι κάποιο άλλο –, οι αποδείξεις δείχνουν ότι είναι ο σχεδιαστής, ο αφηγητής μέσω εικόνων. Δηλαδή κάτι που γεννήθηκε μαζί με τον άνθρωπο: αυτή η ανάγκη να αφηγείται μέσω του σχεδίου. Γι’ αυτό θα έλεγα ότι αυτό το ευλογημένο επάγγελμα, το επάγγελμα του κομίστα, έχει πολύ ευγενείς καταβολές. Πρέπει να αφηγηθείς κάτι. Το αφηγείσαι πρώτα στον εαυτό σου όμως, και αυτή η διαδικασία έχει κάτι το καθαρτικό. Τα κόμικς δεν στερούνται τίποτε συγκριτικά με τις υπόλοιπες τέχνες. Ένα μεγάλο χρονικά κομμάτι της αρχής της πορείας σας δαπανήθηκε με εσάς να σχεδιάζετε ατελείωτες σελίδες για ιστορίες άλλων, σαν σε γραμμή παραγωγής. Πώς νιώσατε όταν δημοσιεύτηκε το πρώτο κόμικ σε σενάριό σας; Μπορείτε να ανακαλέσετε αυτά τα συναισθήματα; Ήταν ο Hugo Pratt που με υποχρέωσε, γιατί μου είπε ότι όταν θα γράψω το δικό μου σενάριο, θα καταλάβω πως αυτό το επάγγελμα παύει να είναι απλώς μια δουλειά και γίνεται μια εξομολόγηση. Γίνεται ο τρόπος με τον οποίο βλέπεις τον κόσμο και τον επικοινωνείς. Δεν είναι πια ένα επάγγελμα όπως τα άλλα για να βγάζεις τα προς το ζην· είναι κάτι που είναι η ίδια η ουσία της ζωής σου. Είσαι αυτό που αφηγείσαι. Και παραδόξως, παρόλο που ο Pratt με ανάγκασε να υπογράψω τα δικά μου σενάρια, ήταν αυτός που εν τέλει με έβαλε να εικονογραφήσω τα δικά του… (Γέλια) Μεγάλο μέρος της αφήγησης στο βιβλίο διαπερνά τη σχέση σας με τον Federico Fellini. Λέτε πως όταν δουλεύατε μαζί ένα κόμικ ο Fellini συμπεριφερόταν απολύτως ως σκηνοθέτης, παρά ως σεναριογράφος. Πώς επέδρασε αυτό στον τρόπο που χειρίζεστε το μέσο των κόμικς μετέπειτα; Είχα την τύχη να συνεργαστώ με πολλούς μεγάλους σεναριογράφους: τον Hugo Pratt, τον Jodorowsky, τον Vincenzo Cerami, τον Alfredo Castelli, τον Chris Claremont, τον Neil Gaiman, τον Frank Miller. Όλοι, σπουδαίοι. Αλλά κανείς δεν ήταν όπως ο Fellini. Όλοι οι άλλοι μου έδιναν το σενάριο και με άφηναν εντελώς ελεύθερο να το μετατρέψω σε εικόνες. Στα γαλλικά ο σκηνοθέτης λέγεται metteur en scène, αυτός που «βάζει στη σκηνή». Και στα ελληνικά το ίδιο. Στα αγγλικά και στα ιταλικά η σημασία αυτή έχει χαθεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο σκηνοθέτης ήμουν εγώ. Με τον Fellini όμως, ο σκηνοθέτης ήταν πάντα εκείνος. Μου αφηγούνταν καρέ προς καρέ και σχεδίαζε ο ίδιος τα storyboards. Κανείς άλλος δεν το είχε κάνει ποτέ αυτό για μένα. Έπρεπε να κάνω ένα πρόχειρο, να του το πάω, εκείνος να διορθώσει ό,τι χρειαζόταν, και μετά να κάνω το τελικό, το οποίο έπρεπε να εγκρίνει πριν από την εκτύπωση. Ήταν πιο δύσκολο, αλλά ταυτόχρονα μια θαυμάσια μαθητεία. Ήταν πάντα ευγενικός, μου μιλούσε ήρεμα σαν σε μικρότερο αδελφό και μου εξηγούσε τους λόγους για κάθε αλλαγή. Παρά την κούραση, ήταν μια μεγάλη χαρά. Ήταν σαν να έχω έναν editor. Κάτι που δεν μου συνέβαινε. Το 1983 δημοσιεύετε «Το κουμπί της». Το πλαίσιο τότε το έθεταν η ελευθεριότητα που διεκδίκησε ο Μάης του ’68 και ο πουριτανισμός που ο Μάης προσπάθησε να ανατρέψει. Σήμερα, παρόλο που το σεξ είναι παντού, νιώθει κανείς πως η κοινωνία συντηρητικοποιείται. Πώς το βλέπετε αυτό; Σήμερα η σεξουαλικότητα είναι ελεύθερη και όντως το σεξ είναι προσβάσιμο. Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά ανάμεσα στην πορνογραφία και τον ερωτισμό. Σήμερα υπάρχει μια τεράστια εξάπλωση της πορνογραφίας – ποτέ δεν ήταν τόσο εύκολα προσβάσιμη, ακόμη και για τα παιδιά –, αλλά υπάρχει όλο και λιγότερη πολιτισμική επεξεργασία του σεξ, άρα και λιγότερος ερωτισμός. Αυτό ισχύει γενικότερα: υπάρχει όλο και λιγότερη πολιτισμική επεξεργασία των πάντων. Ακόμη και οι πόλεμοι το αποδεικνύουν: «εγώ δυνατός, εσύ αδύναμος, εγώ σκοτώνω». Όλα λίγο-πολύ κινούνται στα πλαίσια αυτής της επιφανειακής λογικής. Είναι μια βασική, πρωτόγονη λογική, χωρίς καμία επεξεργασία. Τότε υπήρχε και μια γενικότερη διεκδίκηση απελευθέρωσης της επιθυμίας… Βεβαίως. Τότε υπήρχε μια συνολική αλλαγή: στο κόμικ, στο σινεμά, στη μόδα, στον τρόπο ένδυσης. Η Mary Quant πρότεινε τη μίνι φούστα και ξαφνικά όλα άλλαξαν. Οι συμφοιτήτριες ξεκίνησαν να φορούν μίνι φούστες και δεν ήξερες πού να κοιτάξεις… Υπήρξε μια γενικευμένη κοινωνική αναταραχή που άλλαξε τις σχέσεις μεταξύ των φύλων, τις σχέσεις γονιών και παιδιών, δασκάλων και μαθητών. Δεν θα τη χαρακτήριζα επανάσταση, αλλά σίγουρα μια βαθιά αλλαγή που επηρέασε τα πάντα, και τον ερωτισμό. Υπήρχε επίσης θεωρητική επεξεργασία, όπως ο Μαρκούζε με τον «Μονοδιάστατο άνθρωπο» (σ.σ.: Χέρμπερτ Μαρκούζε, «Ο μονοδιάστατος άνθρωπος», στα ελληνικά, εκδόσεις Παπαζήση, 1971, μτφ. Μπάμπης Λυκούδης) και το «Έρως και πολιτισμός» (εκδόσεις Κάλβος, 1970, μτφ. Ιορδάνης Αρζόγλου), όπου υποστήριζε ότι η ανθρώπινη απελευθέρωση περνά και μέσα από τη σεξουαλική απελευθέρωση και πως πρέπει να ξεκινά από τον καθένα ατομικά, όχι από κάτι που επιβάλλεται εν είδει ενός «πρέπει». Αν, υποθετικά, το σχεδιάζατε σήμερα, θα κάνατε κάτι διαφορετικά; Δεν ξέρω αν θα το έκανα σήμερα. Γιατί κάθε εποχή δίνει τους δικούς της καρπούς, και εγώ βρίσκομαι πλέον σε ένα «χειμερινό» στάδιο. Αλλά κυρίως επειδή ζούμε σε μια πολυεθνική, πολυθρησκευτική κοινωνία, με πολλές διαφορετικές ευαισθησίες. Αυτό που κάποτε ήταν απελευθερωτικό, σήμερα μπορεί να θεωρηθεί προσβλητικό. Πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικοί. Δεν ξεχνώ επίσης το «Charlie Hebdo». Είμαι ακόμα «Charlie». Ένας πολύ αγαπημένος μου φίλος, o Georges Wolinski, σκοτώθηκε σε εκείνη τη σφαγή. Δεν μπορούμε σήμερα να κάνουμε τα ίδια που κάναμε τότε. Σας βαραίνει αυτή η αλλαγή; Όχι, είναι μια συνειδητοποίηση, αλλά και μια μορφή αυτολογοκρισίας. Είναι κακό; Ή απλώς έτσι είναι; Σίγουρα δεν είναι κάτι καλό. Είστε ικανοποιημένος από την καριέρα σας; Κανείς δεν είναι ποτέ πλήρως ικανοποιημένος. Αλλά αν δεν ήμουν ευτυχισμένος για την τύχη που είχα, θα ήμουν αχάριστος απέναντι στη μοίρα. Τι σας ώθησε να γράψετε την αυτοβιογραφία σας; Δεν θα την έγραφα ποτέ μόνος μου. Μου το πρότεινε ο εκδοτικός οίκος Feltrinelli και επέμεινε πολύ. Δεν είχα καν χρόνο να τη γράψω, οπότε την αφηγήθηκα στον Tito Faraci, που της έδωσε γραπτή μορφή. Αναρωτήθηκα ποια θα μπορούσε να είναι η χρησιμότητα μιας αυτοβιογραφίας και έτσι ζήτησα να επικεντρώνεται κυρίως στην εξέλιξη του κόμικ. Γιατί η δική μου πορεία είναι ιδιαίτερη: ξεκίνησα από τα κόμικς για παιδιά, όταν το ενήλικο κόμικ δεν υπήρχε ακόμη, και έζησα όλη αυτή την εξέλιξη, που είναι και κοινωνική εξέλιξη. Αν αυτό το βιβλίο έχει κάποια χρησιμότητα, είναι ότι αφηγείται αυτή την πορεία μέσα από τη ματιά ενός άμεσου μάρτυρα. Σ.σ.: θερμές ευχαριστίες στον κ. Jacopo Noventa για τη διερμηνεία της συζήτησης. Και το σχετικό link...
  11. Το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών φιλοξενεί από τις 2 Απριλίου έως τις 20 Μαΐου την έκθεση «Manara και Fellini: Όνειρο και Σχέδιο». Από τις 2 Απριλίου έως τις 20 Μαΐου, το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών φιλοξενεί την έκθεση «Manara και Fellini: Όνειρο και Σχέδιο», μια παρουσίαση έργων του Μίλο Μανάρα που αναδεικνύει τη βαθιά συνεργασία ανάμεσα στον θρυλικό Ιταλό σκηνοθέτη Φεντερίκο Φελίνι και τον μεγάλο δημιουργό των κόμικς, τόσο μέσα από έργα που ολοκληρώθηκαν όσο και μέσα από ημιτελή πρότζεκτ. Η έκθεση, σε επιμέλεια του Napoli COMICON, διοργανώνεται από το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών σε συνεργασία με το Comicdom CON Athens και εντάσσεται στις προφεστιβαλικές δράσεις για τα 20 χρόνια του σημαντικότερου φεστιβάλ κόμικς της Ελλάδας. Τα εγκαίνια θα πραγματοποιηθούν την Πέμπτη 2 Απριλίου στις 18:30, στους εκθεσιακούς χώρους του Ινστιτούτου στην Πατησίων 47, παρουσία του ίδιου του Μίλο Μανάρα, ο οποίος θα συναντήσει το κοινό και θα απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικά με την τέχνη και την πορεία του. Τη συζήτηση θα συντονίσει η συγγραφέας και συντάκτρια του Comicdom Press, Μυρτώ Τσελέντη, η οποία είναι επίσης συνεργάτιδα του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας. Για τη συμμετοχή στα εγκαίνια απαιτείται κράτηση μέσω του συνδέσμου του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου. Ένα ονειρικό αφιέρωμα στη συνάντηση δύο μεγάλων δημιουργών Η έκθεση «Manara και Fellini: Όνειρο και Σχέδιο» παρουσιάζεται ως ένα ονειρικό αφιέρωμα στον κινηματογράφο μέσα από την τέχνη των κόμικς και δίνει στο κοινό την ευκαιρία να δει πώς δύο εμβληματικές μορφές της ιταλικής τέχνης συνέλαβαν έναν γόνιμο διάλογο πέρα από τα όρια των εκφραστικών τους μέσων. Το αποτέλεσμα αυτού του διαλόγου υπήρξε μια πολιτιστική κληρονομιά ξεχωριστής οπτικής και αφηγηματικής δύναμης. Στην καρδιά της έκθεσης βρίσκεται η ιδέα ότι ο κινηματογραφικός κόσμος του Φελίνι μπορούσε να μεταφερθεί, να μετασχηματιστεί και να επανερμηνευθεί από τη σχεδιαστική γλώσσα του Μανάρα. Ο τελευταίος απορρόφησε με εντυπωσιακή ευχέρεια τη φελλινιανή ατμόσφαιρα, μεταφέροντας σε χαρτί την ένταση ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, το φαντασιακό και το βίωμα, το οικείο και το αλλόκοτο. Οι τέσσερις θεματικές ενότητες της έκθεσης Η έκθεση χωρίζεται σε τέσσερις θεματικές ενότητες, καθεμία από τις οποίες φωτίζει μια διαφορετική πτυχή αυτής της δημιουργικής συνάντησης. Η πρώτη, «Ταξίδι στο Tulum», ακολουθεί ένα σουρεαλιστικό ταξίδι στο Μεξικό με αφορμή την αναζήτηση του απόκρυφου Κάρλος Καστανέντα. Το έργο δημιουργήθηκε αρχικά ως σενάριο για την εφημερίδα Corriere della Sera και στη συνέχεια μετατράπηκε σε κόμικ από τον Μανάρα. Σε αυτή την περιπέτεια συνυπάρχουν ο ίδιος ο Φελίνι, ο Βιντσέντζο Μολίκα και ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, σε μια αφήγηση όπου πραγματικότητα και όνειρο συγχέονται με τρόπο χαρακτηριστικό του φελινικού σύμπαντος. Η δεύτερη ενότητα, «Το Ταξίδι του G. Mastorna, γνωστού ως Fernet», αφορά ένα πρότζεκτ που προοριζόταν για το περιοδικό Il Grifo, αλλά το πεπρωμένο του καθορίστηκε το 1992 από ένα τυπογραφικό λάθος: η λέξη «τέλος» τυπώθηκε αντί για «συνέχεια». Ο Φελίνι, που ήταν γνωστός για την απροθυμία του να ολοκληρώνει τα έργα του, εξέλαβε το λάθος ως οιωνό και σταμάτησε την αφήγηση. Η έκθεση επαναφέρει αυτό το ημιτελές κεφάλαιο, ανασύροντας μια σχεδόν θρυλική εκκρεμότητα. Η τρίτη ενότητα, «Οι εικονογραφήσεις για την Costa Atlantica», είναι αφιερωμένη στις μεγάλες πρωτότυπες συνθέσεις που δημιούργησε ο Manara το 2000 για το πλοίο Costa Atlantica. Τα έργα αυτά συγκεντρώθηκαν αργότερα στο πορτφόλιο Milo Manara: Fellini και καταδεικνύουν την ξεχωριστή ικανότητα του καλλιτέχνη να προσλαμβάνει και να επανερμηνεύει τον οπτικό κόσμο του σκηνοθέτη. Η τέταρτη ενότητα, «Διαφήμιση», λειτουργεί ταυτόχρονα ως φόρος τιμής και ως αιχμηρή καταγγελία απέναντι στην εισχώρηση της τηλεοπτικής διαφήμισης. Σε αυτή τη σύντομη ιστορία οκτώ σελίδων, ο Μανάρα, μέσα από τη μορφή του φελινικού Casanova, εκφράζει τη στήριξή του στις επικριτικές θέσεις του Φελίνι απέναντι στη «δικτατορία» των μέσων μαζικής ενημέρωσης, χρησιμοποιώντας το κόμικ ως όχημα ενός ισχυρού κοινωνικού σχολίου. Ο Μανάρα στην Αθήνα και η έναρξη του επετειακού Comicdom Η παρουσία του Μίλο Μανάρα στην Αθήνα συνδέεται άμεσα με τον εορτασμό των 20 χρόνων του Comicdom CON Athens, του μεγαλύτερου και μακροβιότερου διεθνούς φεστιβάλ κόμικς στην Ελλάδα, το οποίο θα κορυφωθεί από τις 15 έως τις 17 Μαΐου στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων. Με αφετηρία την έκθεση για τον Μανάρα και τον Φελίνι, το φεστιβάλ ξεδιπλώνει ένα πλούσιο προφεστιβαλικό πρόγραμμα με άξονες την εκπαίδευση, τη φιλαναγνωσία, τη γυναικεία αυτοβιογραφική αφήγηση και τη στήριξη των δημιουργών του αύριο. Στο πλαίσιο αυτών των δράσεων, την Τρίτη 31 Μαρτίου στις 18:00, στην Athens Comics Library, στην Ευβοίας 7 στην Κυψέλη, θα πραγματοποιηθεί η συζήτηση «Comics, Εκπαίδευση και Φιλαναγνωσία» με τη Nancy Silberkleit, Co-CEO της Archie Comics. Η Silberkleit, πρώην εκπαιδευτικός, θα μιλήσει για τον τρόπο με τον οποίο τα comics μπορούν να λειτουργήσουν ως «κλειδί» για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας εντός και εκτός σχολικής αίθουσας. Η συμμετοχή είναι ελεύθερη με δήλωση στη σχετική φόρμα. Στις 25 και 26 Απριλίου, από τις 10:00 έως τις 19:00, θα ακολουθήσει το Comicdom Junior 2026 στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, στη Μασσαλίας 22 στο Κολωνάκι. Για δύο ημέρες, παιδιά και έφηβοι ηλικίας 5 έως 17 ετών θα καταλάβουν τον χώρο με το δικό τους Artists Alley, εργαστήρια και ομιλίες, σε μια πρωτοβουλία της Athens Comics Library που φέρνει τη νέα γενιά στο προσκήνιο της 9ης Τέχνης. Η είσοδος θα είναι ελεύθερη. Μια ευρύτερη γιορτή για την 9η Τέχνη Παράλληλα, έως τις 17 Μαΐου συνεχίζεται στο Ινστιτούτο Θερβάντες, στη Σκουφά 31 στο Κολωνάκι, η έκθεση «Συγνώμη, Μιλάω! Αυτοβιογραφικό κόμικ από γυναίκες στην Ισπανική Γλώσσα». Πρόκειται για μια δυναμική παρουσίαση που συγκεντρώνει 35 κορυφαίες ισπανόφωνες δημιουργούς και κινείται γύρω από τον άξονα ότι «το προσωπικό είναι πολιτικό». Μέσα από τα έργα τους αναδεικνύονται με ειλικρίνεια και τόλμη ζητήματα όπως ο σεξισμός, η έμφυλη βία και οι κοινωνικές ανισότητες, σε μια διαδρομή που μετατρέπει το ατομικό βίωμα σε συλλογική εμπειρία και δράση. Το ωράριο λειτουργίας της έκθεσης είναι Δευτέρα έως Παρασκευή 10:00-13:30 και 16:00-20:00, ενώ το Σάββατο 10:00-13:30. Όσο για την κεντρική έκθεση «Manara και Fellini: Όνειρο και Σχέδιο», το κοινό θα μπορεί να την επισκέπτεται από Δευτέρα έως Παρασκευή, 10:00-19:00, και το Σάββατο, 10:00-14:00. Ειδικό εορταστικό ωράριο θα ισχύσει την Πέμπτη 9 Απριλίου και την Παρασκευή 10 Απριλίου, από τις 10:00 έως τις 16:00, ενώ η έκθεση θα παραμείνει κλειστή το Σάββατο 11 Απριλίου και τη Δευτέρα 14 Απριλίου. Με την παρουσία του Μίλο Μανάρα στην Αθήνα και με ένα πρόγραμμα που συνδέει την εκπαίδευση, τη διεθνή σκηνή των comics, τη γυναικεία αφήγηση και τη νέα γενιά δημιουργών, το Comicdom CON Athens ανοίγει πανηγυρικά τον κύκλο των επετειακών του δράσεων, μετατρέποντας την άνοιξη του 2026 σε μια μεγάλη γιορτή για την 9η Τέχνη. Και το σχετικό link...
  12. Η έκθεση «Όνειρο και σχέδιο», η συνεργασία με τον Ιταλό auteur, ο ερωτισμός. Ο διάσημος κομίστας Μίλο Μανάρα φωτογραφημένος στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο στην Αθήνα, όπου φιλοξενείται η έκθεση «Όνειρο και σχέδιο», η οποία περιλαμβάνει στριπ από τη συνεργασία του με τον Φεντερίκο Φελίνι. Τίποτα δεν προδίδει στο παιδικό σχεδόν βλέμμα του, στην τακτοποιημένη γραβάτα του και στα κατάλευκα μαλλιά του πως ο άνδρας που κάθεται απέναντί μας, στη βιβλιοθήκη του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου, είναι ο Μίλο Μανάρα, δηλαδή ο κομίστας που τις τελευταίες δεκαετίες έκανε την ένατη τέχνη να ξεχειλίζει ερωτισμό. Η έκθεση «Όνειρο και σχέδιο», που τον έφερε στην Αθήνα, σε συνεργασία με το Comicdom CON Athens βέβαια, δεν επικεντρώνεται στα θρυλικά, ερωτικά του κόμικς, αλλά σε μια «συνάντηση γιγάντων» και στη συνεργασία του Ιταλού κομίστα με τον σκηνοθέτη Φεντερίκο Φελίνι, από την οποία μπορεί κανείς να απολαύσει στιγμιότυπα στους εκθεσιακούς χώρους του Ινστιτούτου. Οι δυο τους συναντήθηκαν τη δεκαετία του ’80 και συνέχισαν να δημιουργούν μαζί κόμικς έως τη δεκαετία του ’90. Έργα τους όπως το «Ταξίδι στο Tulum» μοιάζουν σαν μια ταινία του Φελίνι για την οποία χρειάστηκε πενάκι αντί για κάμερα. Εξακολουθούσε ο Φελίνι να είναι ένας «σκηνοθέτης» στο χαρτί και στη συνεργασία τους; Ο Μανάρα γελάει και γνέφει καταφατικά στην ερώτηση και εξηγεί, αυστηρά στα ιταλικά, πως «ο Φελίνι διόρθωνε συνεχώς τα σχέδια στα κόμικς, όπως ακριβώς θα παρέμβαινε ένας σκηνοθέτης σε μια ταινία» και δεν κρύβει ότι ήταν οι δυσκολίες που έφεραν τους δύο δημιουργούς κοντά. «Βοήθησε πολύ το ότι η RAI δυσκολευόταν να χρηματοδοτήσει τις ταινίες του και έτσι στράφηκε σε ένα άλλο μέσο έκφρασης. Ήταν και λίγο τύχη», μας λέει. Πρέπει να ήταν και ανακουφιστικό ότι τα κόμικς, σε αντίθεση με τους πρακτικούς περιορισμούς μιας κινηματογραφικής παραγωγής, είχαν άπειρες δυνατότητες. Με αυτή την έννοια, οι κοινές δουλειές τους «ήταν ταινίες που δεν έγιναν ποτέ». Και τον Φελίνι «τον χαροποιούσε ιδιαίτερα το ότι στα κόμικς δεν χρειάζονταν λεφτά». Άποψη της έκθεσης που θα διαρκέσει έως τις 20 Μαΐου. Ακόμη και αν δεν είχε αφήσει ποτέ τη φαντασία του να καλπάσει στα καρέ των κόμικς, ο Φελίνι ούτως ή άλλως είχε επηρεάσει τον κόσμο τους γενικά, αλλά και ειδικότερα τον Μανάρα, ο οποίος είχε προσδώσει «φελινική» ατμόσφαιρα σε δουλειές του πολύ πριν από τη συνεργασία τους. Σημασία πάντως για τον κομίστα είχε και η γενικότερη στάση του. «Ήταν από τους διανοούμενους, όπως και ο Ουμπέρτο Έκο, που δεν ντρέπονταν για το πόσο τους άρεσε η ένατη τέχνη. Και αυτό τη βοήθησε πάρα πολύ», μας τονίζει. Η κοινή πορεία του Μανάρα και του Φελίνι θα τέλειωνε με έναν τρόπο που σχεδόν έμοιαζε βγαλμένος από κινηματογραφικό σενάριο. «Το Ταξίδι του Τζ. Μαστόρνα» ήταν ένα ακόμη πρότζεκτ του Φελίνι που δεν ολοκληρώθηκε ούτε ως ταινία ούτε ως κόμικ. Ο προληπτικός Φελίνι δεν ήθελε ποτέ να αναγράφεται η λέξη «τέλος» στα έργα του. «Έβρισκε τη λέξη αυτή πολύ βίαιη, γιατί ένιωθε ότι τον έστελνε πίσω στην πραγματικότητα», υπογραμμίζει ο κομίστας. Είδε επομένως ως κακό οιωνό ένα τυπογραφικό λάθος του περιοδικού Il Grifo, που έβαλε «τέλος» σε ένα μέρος της χάρτινης ιστορίας από το «Ταξίδι του Τζ. Μαστόρνα» που δημοσίευσε ως κόμικς ο Μανάρα. Ο auteur αποφάσισε να την αφήσουν ανολοκλήρωτη και έμελλε να γίνει και η τελευταία του δουλειά, καθώς μερικούς μήνες αργότερα πέθανε. Αλλά όπως φαίνεται, η συνεργασία τους θα προλάβαινε να επηρεάσει τον Μίλο Μανάρα με έναν ακόμη τρόπο: «Έκτοτε, ούτε εγώ έβαλα ποτέ “τέλος” στις δουλειές μου». Λίγο πριν από το τέλος της δικής μας συνέντευξης, του εκμυστηρεύομαι πως όταν ήμουν μικρή, θυμάμαι τα κόμικς του στα ράφια του περιπτέρου της γειτονιάς, που κοίταζα σκανταλιάρικα. Μου φαίνονταν μια υπόσχεση ενός κόσμου των μεγάλων όπου ο πόθος και οι επιθυμίες έμοιαζαν απενοχοποιημένα και ας μην μπορούσα να το εκφράσω ακριβώς έτσι. «Στα δικά μου χρόνια, αγοράζαμε ερωτικά περιοδικά και τα κρύβαμε μέσα σε εφημερίδες, οπότε χαίρομαι που έχεις αυτή την ανάμνηση, γιατί ο σκοπός μου ήταν ακριβώς αυτός, να κάνω τον κόσμο να αγοράσει ένα τέτοιο κόμικ χωρίς ντροπή», μου λέει. Στη σημερινή εποχή όμως, της συχνά αυστηρής πολιτικής ορθότητας, τι θέση παίρνει ο ερωτισμός; «Στην εποχή μας, που η σεξουαλικότητα είναι πολύ εύκολα προσβάσιμη, το σεξ έχει καταντήσει να είναι μια αθλητική δραστηριότητα. Είναι σαν να έχει χαθεί σε αυτό το κλίμα ο ερωτισμός και, εντέλει, δεν υπάρχει σεβασμός απέναντι στη γυναίκα», υποστηρίζει. Σε πείσμα όλων αυτών, ο Μίλο Μανάρα ανοίγει ένα κόμικ του με μια ολόγυμνη γυναίκα στο εξώφυλλο για να το υπογράψει, πριν μας πει «αριβεντέρτσι» και πάει να συναντήσει όσους θέλουν να ακούσουν και άλλες ιστορίες του ανάμεσα στα έργα του. Και το σχετικό link...
  13. «Ένας φορτηγατζής δεν κρεμάει στο φορτηγό έργα του Rauschenberg ή του Jasper Johns, κρεμάει ένα ωραίο pin-up. Στα pin-ups μου οφείλω το ότι μπορώ ακόμα να ψυχαγωγώ, να είμαι κοντά στους ανθρώπους: στρατιώτες, φορτηγατζήδες, κρατούμενους…» Ο Maurilio Manara, γνωστός ως Milo Manara, είναι Ιταλός δημιουργός κόμικς και εικονογράφος. Αποτελεί έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους Ευρωπαίους καλλιτέχνες και ίσως τον διασημότερο ερωτικό σχεδιαστή παγκοσμίως. Ο Manara γεννήθηκε το 1945 στο Luson, μια μικρή, γερμανόφωνη κωμόπολη της Βόρειας Ιταλίας, το τέταρτο από έξι παιδιά. Ήδη από μικρή ηλικία είχε δείξει την αγάπη του για την τέχνη: παιδί ακόμα, το έσκασε από το σπίτι για να παρακολουθήσει μια έκθεση του Giorgio di Chirico, ενώ στην εφηβεία του αναλάμβανε με τ’ αδέλφια του διακοσμήσεις επί πληρωμή. Τελειώνοντας ένα ιδιωτικό καλλιτεχνικό σχολείο, μετακόμισε στη Βερόνα. Εκεί υπήρξε βοηθός του Ισπανού γλύπτη Miguel Ortiz Berrocal, ενώ παράλληλα σπούδαζε αρχιτεκτονική στη Βενετία, χωρίς ποτέ να πάρει πτυχίο. Κάπου εκεί, τη δεκαετία του 1960 δηλαδή, ο Manara ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τα κόμικς, χάρη στη Γαλλίδα σύζυγο του Berrocal. Έτσι, θα μάθει ονόματα όπως ο Hugo Pratt, ο Sergio Toppi, ο Dino Battaglia και ο Guido Crepax. Όπως έχει πει ο ίδιος, ιδιαίτερα η ανάγνωση του προκλητικού για την εποχή του Barbarella του Jean-Claude Forest ήταν πραγματικό σημείο καμπής, καθώς αποφάσισε τι ήθελε να κάνει στη ζωή του. Ο Manara έκανε την εμφάνισή του στον χώρο των κόμικς το 1969, σχεδιάζοντας για το Genius, μια σειρά στο στυλ του δημοφιλούς Diabolik. Λίγο αργότερα, συνεργάστηκε με τον Fransisco Rubino για το αρκετά επιτυχημένο Jolanda de Almaviva (1971-1973) και δούλεψε για το παιδικό περιοδικό Corriere dei Ragazzi. Σε σενάριο του Silverio Pisu σχεδίασε δύο κόμικς, το Alessio, Il Borghese Rivoluzionario (1977) και το πιο γνωστό Lo Scimmiotto (1976-1977). Η φήμη του Manara όλο και μεγάλωνε, ξεπερνώντας τα σύνορα της Ιταλίας. Αρχικά, συστήνεται στο γαλλικό κοινό μέσω κάποιων ιστορικών κόμικς για την Larousse. Το 1978 δημιουργεί έναν από τους σημαντικότερους χαρακτήρες του, τον Giuseppe Bergman, ο οποίος κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή του στο βελγικό περιοδικό (À Suivre), ένα από τα πλέον πρωτοποριακά ευρωπαϊκά έντυπα της εποχής. Κεντρικό ρόλο στο κόμικ αυτό παίζει και ο HP, ένας ξεκάθαρος φόρος τιμής στον Hugo Pratt, με τον οποίο ήδη είχε επαφές. Ο Bergman θα εμφανιστεί συνολικά σε έξι άλμπουμ, το τελευταίο εκ των οποίων το 2004. Μεταξύ 1981 και 1982 δημοσιεύεται στο Pilot, το λυρικό western Quatre Doigts – L’Homme de Papier. Στη συνέχεια, δημιούργησε ένα από τα γνωστότερα έργα του, το Il Gioco. Πρόκειται για μια εύθυμη ερωτική ιστορία, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1983 μέσα από τις σελίδες του περιοδικού Playmen. Γνώρισε τεράστια επιτυχία σε Ιταλία και Γαλλία και μπορούμε να πούμε ότι καθιέρωσε τον Manara στο ευρωπαϊκό στερέωμα. Το 1983, κυκλοφόρησε επίσης η πρώτη κοινοπραξία του Manara με τον μέντορά του Hugo Pratt. Το Tutto Ricominciò con un'Estate Indiana βραβεύτηκε ως το καλύτερο ξένο άλμπουμ στο Φεστιβάλ της Ανγκουλέμ και σήμερα συγκαταλέγεται στα κορυφαία έργα και των δύο δημιουργών. Το 1986 ήρθε το Il Profumo dell’Invisibile, ένα ερωτικό κόμικ εμπνευσμένο από το κλασικό The Invisible Man του H.G. Wells. Λίγα χρόνια πριν, είχε γνωριστεί με τον Federico Fellini και έφτιαξαν ένα πολύ ενδιαφέρον δίδυμο. Το πρώτο τους κόμικ, Viaggio a Tulum (1986), κυκλοφόρησε αρχικά ως εικονογραφημένη ιστορία και στη συνέχεια ως κανονικό κόμικ, ενώ μερικά χρόνια αργότερα ακολούθησε το Il Viaggio di G. Mastorna, detto Fernet (1992). Αξίζει να σημειωθεί ότι και για τα δύο αυτά έργα, ο Manara δούλεψε πάνω σε storyboards του μεγάλου σκηνοθέτη. Μεταξύ 1991 και 1994, ο Manara ξανασχεδιάζει σενάριο του Hugo Pratt και έτσι γεννιέται το El Gaucho. Γενικά, κατά τη δεκαετία του 1990, επικεντρώθηκε στα ερωτικά κόμικς (Il Gioco 2 και 3, Il Gioco di Kamasutra, κ.ά.). Ακόμα και αυτά που δεν θεωρούνται αμιγώς ερωτικά, όπως τα Gulliveriana (1996) ή το L'Âne d'Or (1999) έχουν σημαντικές δόσεις αισθησιασμού. Μάλιστα, το 1992 συνεργάζεται με έναν ακόμη σπουδαίο σκηνοθέτη, τον Pedro Almodóvar, για το άλμπουμ Le Feu aux Entrailles. Από το 2000 περίπου κι έπειτα, ο Manara αραιώνει αρκετά τις δουλειές του, αλλά συνεχίζει με αξιόλογα κόμικς. Το 2003 κάνει την είσοδό του στην αμερικανική σκηνή, συνεργαζόμενος με τον Neil Gaiman για μια εκ των ιστοριών της ανθολογίας The Sandman: Endless Nights, ενώ τον επόμενο χρόνο δημουργεί, μαζί με τον Alejandro Jodorowsky, τη σειρά Borgia (2004-2010). Το 2006, ολοκληρώνει το Quarantasei, όπου πρωταγωνιστής και συνδημιουργός είναι ο διάσημος μοτοσικλετιστής Valentino Rossi. Σε σενάριο του Vincenzo Cerami, συνσεναριογράφο του πολυβραβευμένου La Vita è Bella, ο Manara σχεδίασε το Les Yeux de Pandora (2007). Το 2010, συνεργεί με έναν από τους ιστορικότερους δημιουργούς της Marvel, τον Chris Claremont, για το X-Women, ενώ το 2013 ξεκίνησε να κάνει variants για τεύχη της ίδιας εταιρείας (Spider-Woman, Guardians of the Galaxy κ.ά.). Το πιο πρόσφατο κόμικ του είναι το Le Caravage (2015-…), μια σειρά για τη ζωή του μεγάλου μπαρόκ ζωγράφου Caravaggio. Εκτός αυτής της πλουσιότατης βιβλιογραφίας, ο Milo Manara έχει προσφέρει και πολλά εντυπωσιακά portofolio και «περίπου κόμικς». Δύο από τα πιο γνωστά είναι το Bolero (1999), όπου εξιστορεί την ανθρώπινη ιστορία μέσα από παρέλαση χαρακτήρων, από τον άνθρωπο των σπηλαίων, μέχρι το σήμερα, και ο πρώτος τόμος του Aphrodite (1999-2000), μια εικονογράφηση έργων του ερωτικού ποιητή Pierre Louÿs. Η υπογραφή του Manara έχει μπει και σε πληθώρα άλλων αντικειμένων, από τράπουλες ταρώ, μέχρι ταμπακέρες. Έχει σχεδιάσει τις αφίσες των ταινιών Intervista και La Voce della Luna του Fellini καθώς κι ένα από τα κράνη του Valentino Rossi. Μέχρι και σειρά κρασιών, ονόματι Vini da Maestro, ξεκίνησε το 2015, με δικές του ετικέτες προφανώς.
  14. Και ναι φίλε @ Mandrake , ήρθε η ώρα να κάνω την παρουσίαση που σου χρωστάω τόσους μήνες( όπως βλέπεις δε το αμέλησα) ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΩ ΤΗΝ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΜΑΝΑΡΑ ΚΙ ΟΧΙ ΚΑΠΟΙΟ ΚΟΜΙΚ ΤΟΥ; Εύλογο ερώτημα. Αρχικά, πρόκειται για μία εκπληκτική έκδοση των εκδόσεων ΚΨΜ(οι οποίες επαναδραστηριοποιούνται μετά το τελευταίο τους άλμπουμ το 2019), που πραγματεύεται τον βίο και την πολιτεία του -πασίγνωστου- Ιταλού δημιουργού κόμικς Μίλο Μανάρα. Ο δημιουργός, δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, καθώς στην Ελλάδα, έχουμε δει το μεγαλύτερο κομμάτι του έργου του. Ή μήπως όχι; Πράγματι, έχουν εκδοθεί πάμπολλες δουλειές του, όμως σχεδόν(για να μην πω αποκλειστικά- με εξαίρεση το Σιμμοτό) τα ερωτικά του έργα. Ο Μανάρα, είναι δημιουργός με τεράστια εργογραφία, πολύ πριν καταπιαστεί με τα ερωτικά κόμικς( αν και πάντα τον γοήτευε το άλλο φύλο στα κόμικς). Μέσα σε 220 σελιδούλες μαθαίνουμε πάμπολλα πράγματα για δημιουργούς, εκδότες, ή κι εκδόσεις εκείνης της εποχής, όχι όμως από κάποιον ιστορικό που επιχείρησε να συντάξει ένα κείμενο και συνεπώς να πρέπει να καταφύγει σε δευτερογενείς πηγές, οι οποίες όπως είναι λογικό θα έχουν λάθη. Όχι, εδώ μας μιλάει ο ίδιος ο Μανάρα που τα έζησε, με αποτέλεσμα αυτό το βιβλίο να αποτελεί μία τεράστια πρωτογενή πηγή, από την οποία αντλούμε απίστευτες πληροφορίες! Επιπλέον, έτσι διασώθηκε ένα τεράστιο μέρος της ιστορίας των ιταλικών κόμικς της δεκαετίας του '60. Αυτά είναι τα αίτια που καθιστούν αυτό το βιβλίο τέτοιο "ευαγγέλιο" κι όχι απλώς μια μελέτη που εκδίδει ένας x Κάσσης λόγου χάρη. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ(ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ): Έχουμε το μοντέλο του ομοδιηγητικού αφηγητή, δηλαδή αυτού που αφηγείται τις δικές του ιστορίες- περιπέτειες και μας αποκαλύπτει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Όπως καταλαβαίνετε, ο τριτοπρόσωπος κι ο ομοδιηγητικός αφηγητής, δύσκολα συνδυάζονται- και θα τολμήσω να πω ότι αυτή η ένωση παρατηρείται μόνο σε αυτοβιογραφίες. Κανονικά, υπάρχουν και τα τρία μοντέλα αφηγητών. Αυτό του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, το οποίο χρησιμοποιείται συχνότερα. Σε αυτό, ο αφηγητής αφηγείται αυτά που αισθάνεται, τις σκέψεις του και διηγείται τα γεγονότα από τη δική του οπτική γωνία. Είναι ομοδιηγητικός και γίνεται παρατεταμένη χρήση του α' προσώπου( εγώ). Υπάρχει επιπλέον το δεύτερο αρκετά πιο ασυνήθιστο και σίγουρα πολύ πιο "βαρύ". Σε αυτό, ο αφηγητής, μιλάει στον ίδιο του τον εαυτό. Παραδείγματα: "Η ασχήμια σου δεν έχει όρια. Άχρηστε" Κάπως έτσι μιλάω στον καθρέφτη κάθε μέρα. "Άθλιε δεν έπρεπε να τον σκοτώσεις" αυτό σκέφτομαι κάθε φορά και μετανοιώνω για το αίμα που κύλησε εξ' αιτίας μου. Όπως βλέπετε, συνδυάζεται με τα άλλα δύο είδη και είναι πιο βαρύ. Υπάρχει και το τρίτο. Εκεί ο αφηγητής είναι παντογνώστης. Δηλαδή, γνωρίζει τις πράξεις και τις σκέψεις όλων των ηρώων και μπορεί να δει από τη δική του οπτική γωνία. Αυτό το μοντέλο, χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο στη λογοτεχνία. Υπάρχει επίσης η εστίαση. Η εστίαση είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπει ο αφηγητής τους ήρωες του (χονδρικά- χονδρικά). Εδώ έχουμε τη λεγόμενη εσωτερική εστίαση. Τι είναι αυτό; Το εξηγεί πάρα πολύ ωραία εδώ: Η αφήγηση είναι γραμμική, δηλαδή ο αφηγητής- Μανάρα παραθέτει τα γεγονότα με τη σειρά που αυτά συνέβησαν σε πραγματικό χρόνο( έτσι άλλωστε, πρέπει να γίνεται σε μια μελέτη/αυτοβιογραφία). Επίσης, βλέπουμε ότι ο Μανάρα, χρησιμοποιεί με φειδώ τα επίθετα/μετοχές, τα οποία "αποδυναμώνουν" μια μελέτη(ενώ αντίθετα ευεργετούν ένα λογοτεχνικό). Αυτό τον καθιστά, εκτός από μάστορα του σκίτσου, μάστορα. στον χειρισμό του λόγου. Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ Η έκδοση είναι αρκετά απλή, δίχως πολλές περιττές φιοριτούρες, μας παρουσιάζει το έργο, χωρίς ορθογραφικά- τυπογραφικά λάθη, με πολύ καλή ποιότητα χαρτιού κι εξαιρετικής υφής βιβλιοδεσία. Πραγματικά πιο ανθεκτικό βιβλίο- με μαλακό εξώφυλλο- δεν έχω ξαναδεί! Στο εσωτερικό, περιλαμβάνονται πολλές σελίδες από διάφορα έργα του Μανάρα. Άλλες φορές έγχρωμα, άλλες ασπρόμαυρα. Οπότε στο πινακάκι δε ξέρω τι να βάλω( κάποιο μέλος της Δ.Ο. να με βοηθήσει παρακαλώ). Γενικά, τα 25 ευρώ, χτυπάνε κάπως άσχημα στο μάτι- στην αρχή- αλλά πρόκειται περί εξαιρετικού εντύπου που αξίζει οπωσδήποτε να το έχετε στη βιβλιοθήκη σας! ΚΑΠΟΙΕΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ Ορισμένες ενδεικτικές σελίδες που στο βιβλίο υπάρχουν ως παραδείγματα. Απολαύστε *υπεύθυνα* το οφθαλμόλουτρο: Υ.Γ. Εδώ η καταχώρησή του στο Ελληνικό Κέντρο ISBN! Ουφ, πολύ χαρούμενος που (επιτέλους) ολοκλήρωσα την δεύτερή μου παρουσίαση! Θα ήθελα να ακούσω και τις δικές σας απόψεις.
  15. Το «Σιμμιότο» των Σιλβέριο Πιζού και Μίλο Μανάρα (κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μαμούθ το 1982) είναι μια πολιτική αλληγορία μπολιασμένη με στοιχεία της κινεζικής μυθολογίας, αναφορές στον Μάη του ‘68 και πρωταγωνιστή έναν ανθρωπόμορφο πίθηκο που τα βάζει με κάθε μορφής εξουσία, θρησκευτική, πολιτική, στρατιωτική, οικονομική. Από την άλλη, «Η Πριγκίπισσα του Αέναου Κάστρου» του Σιντάρο Κάγκο (Jemma Press) είναι μια σουρεαλιστικά εφιαλτική και ταυτοχρόνως πολιτικά σατιρική κατάδυση στα παράλληλα σύμπαντα ενός τρομακτικού κόσμου που εκκινεί από την ιαπωνική ιστορία αλλά διαιρείται και αναδιπλασιάζεται με μικρές διαφοροποιήσεις απρόβλεπτων συνεπειών. «Σιμμιότο» Η σχεδιαστική μαεστρία του Κάγκο πλημμυρίζει το βιβλίο με διονυσιακές σκηνές αμέτρητων παραδοξοτήτων, με χώρους και τοπία που αψηφούν τους νόμους της φυσικής, «με ατέλειωτα λαβυρινθώδη, μη ευκλείδειας γεωμετρίας κτίρια» που παραπέμπουν στον Έσερ, «κάστρα που απομακρύνονται από τη στατικότητα ενός αρχιτεκτονικού σχεδίου κι αναπνέουν σαν κλαδιά, κουνιούνται και γίνονται ασταθή με την παραμικρή – εκτός των προβλεπόμενων – παρεμβολή», όπως σημειώνει εύστοχα η Μυρτώ Τσελέντη στο επίμετρό της. «Η Πριγκίπισσα του Αέναου Κάστρου» Τόσο στο «Σιμμιότο» όσο και στην «Πριγκίπισσα του Αέναου Κάστρου», οι σχεδιαστικοί πειραματισμοί είναι διαρκείς, οι άνθρωποι παραμορφώνονται και μεταλλάσσονται χωρίς τέλος, αλλόκοτα πλάσματα διασταυρώνονται μαζί τους σε ανατριχιαστικές και σαδομαζοχιστικές ερωτικές συνευρέσεις, ενώ κυριαρχούν οι μάχες με σπαθιά που δημιουργούν αιμάτινους πίδακες, αφήνοντας διάσπαρτα διαμελισμένα πτώματα και πολτοποιημένα, κομμένα κεφάλια. Και παρά τις διαφορετικές «σχολές» στις οποίες ανήκουν οι δημιουργοί τους, παρά τη χρονική διαφορά φιλοτέχνησης των έργων τους, παρά το διαφορετικό πλαίσιο των ιστοριών, υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία, τουλάχιστον στο σχεδιαστικό μέρος, που αποδεικνύουν ότι οι μεγαλοφυΐες συχνά συναντιούνται έστω και ασυνείδητα. Και το σχετικό link...
  16. "Angela & Luciana Giussani "Το 1962 η Angela και η Lucianna Giussani, δυο ομορφες,καλλιεργημενες,πνευματώδεις κ ανησυχες κυριες της μιλανέζικης αστικής τάξης είχαν το θάρρος να ξεκινήσουν την εκδοτικη τους δραστηριοτητα μη δισταζοντας να βρεθουν αντιμετωπες με κατηγορίες και κρίτικες,δικαστήρια και κατασχεσεις προκειμένου να συνεχίσουν τη "μεγάλη περιπέτεια τους" τον Diabolik. Ευφυεστατες δημιουργικά δεν επινόησαν ¨απλως" εναν χαρακτηρα που πέρασε στη συλλογικη μνημη των Ιταλών,αλλα και εναν αποκλειστικά δικό τους τρόπο δημιουργίας κομικς. Το γεγονος πως ακομα και εως τις μερες μας ο Βασιλιάς του Τρόμου αποτελεί εναν μύθο τοσο για τους αναγνωστες οσο και για τους επαγγελματίες του χωρου,οφείλεται κατα ενα μεγαλο μερος στις βασεις που εκεινες έβαλαν,κατι περισσοτερο απο μισο αιωνα πριν." (Σημείωμα στον κολλοφονα της εκδοσης) Εδω επειτα απο αρκετες δεκαετιες που ειχαμε να δουμε Diavolik στα Ελληνικα (Βλεπε DIABOLIK το 1970 ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ και ΔΙΑΒΟΛΙΚ στα 1983 απο τον ΑΡΗ ΓΚΡΙΤΖΑΛΗ) https://www.greekcomics.gr/forums/index.php?/topic/6434-diabolik/ https://www.greekcomics.gr/forums/index.php?/topic/6432-διαβολικ/ επανερχονται τα Ιταλικα Fumetto (ή αλλιως "φουμέτια"οπως επικρατησαν να χαρακτηριζονται στον Ελλαδικο χωρο αυτες οι εκδοσεις.) Βλεπουμε μια ανθολογια ιστοριων απο πασιγνωστους Ιταλους δημιουργους. Ορισμενους τους ξερουμε με την ενασχοληση τους και στα Ντισνεικα κομικ (π.χ. Cavazzano, Ziche) αλλα ολοι ανεξεραιτως ειναι κορυφαιοi. H εκδοση στην Ιταλια εγινε με αφορμη τα 55 χρονια υπαρξης του Diavolik.. Η συνολικη αισθηση που αποπνεει η εκδοση ειναι στα γνωστα στανταρ που μας εχει μαθει η Jemma press. To σχεδιο παροτι ασπρομαυρο αναδυκνειται και δεν κουραζει στην αναγνωση. Η προελευση της εκδοσης ειναι απο τον κορυφαιο Ιταλικο εκδοτικο Mondatori που πρωτοκυκλοφορησε στην γειτονικη μας χωρα στις 31.10.2017 (Diabolik. Fuori dagli schemi).Βεβαια εδω κυκλοφορησε με μαλακο εξωφυλλο εν αντιθεση με το σκληροδετο Ιταλικο.. Προτεινεται για τους μυημενους-να θυμηθουν τον ηρωα της νιοτης τους-και στους νεοτερους -για να μαθουν και αυτοι.. Υ.Γ.Αφησε να ενοηθει ο υπεθυνος της εκδοτικης οτι αναλογως την αποδοχη και τις πωλησεις που θα κανει η κυκλοφορια θα εχει και συνεχεια..Οποτε σπευσατε.. Υ.Γ.2 Μαζι με το καταπληκτικο εξωφυλλο και τον προλογο του Milo Manara δινοταν και ποστερ μαζι με την αγορα του τιτλου σε περιορισμενα κομματια. (To poster δια χειρος Milo Manara)
  17. Τα γηρατειά της πάντα όμορφης πρωταγωνίστριας του Milo Manara παρουσιάζονται στο «Sandman: Endless Nights» του Neil Gaiman. Δίνουν και παίρνουν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στα ηλεκτρονικά κοινωνικά δίκτυα, στην ειδησεογραφία, στην καθημερινότητά μας οι ειδήσεις γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και τις εφαρμογές της στην καλλιτεχνική δημιουργία. Πρόκειται κατά κανόνα για ενθουσιώδεις αλλά ρηχότατες διατυπώσεις που αποθεώνουν την τεχνολογική πρόοδο ωσάν αυτή να αποτελεί προϊόν παρθενογένεσης και να μη χειραγωγείται/κατευθύνεται από συγκεκριμένα συμφέροντα τα οποία αποσκοπούν στη διαιώνιση και ενίσχυση της θέσης εξουσίας τους. Λίγες είναι οι αντιδράσεις, οι περισσότερες προερχόμενες από τον καλλιτεχνικό χώρο, αλλά κι αυτές συχνά μπερδεμένες, αντιφατικές, αμυντικές. Δεν λέω, κάποιες από τις εφαρμογές είναι ελκυστικές, ιντριγκάρουν, σε προκαλούν να μπεις στον πειρασμό και να παραδοθείς στα κατορθώματα των μηχανών. Όπως για παράδειγμα η εφαρμογή που σε καλεί να ανεβάσεις μια φωτογραφία σου και να παρακολουθήσεις πώς θα φαίνεται ο εαυτός σου με το πέρασμα του χρόνου μέχρι τα βαθιά γηρατειά σου. Θαυμάζεις τα επιτεύγματα της επιστήμης και ζηλεύεις τον απρόσωπο «κάποιον» που σκέφτηκε να σχεδιάσει και να θέσει σε λειτουργία κάτι τόσο καινοτόμο. Και παντελώς άχρηστο και εφιαλτικό συνάμα. Αδύνατον άλλωστε να αποδειχτεί αν δεν περάσουν μερικές δεκαετίες. Τότε καταλαβαίνεις ότι στην τέχνη αυτές οι hi tech κουτοπόνηρες εφαρμογές και οι εξυπνακίστικοι νεωτερισμοί δεν έχουν θέση. Το πώς γερνάει ο άνθρωπος και πώς μεταμορφώνεται το κορμί του είναι ακόμα, ευτυχώς, απρόβλεπτο. Είναι συνάρτηση του ψυχικού του κόσμου και των συνθηκών εντός των οποίων θα περάσει τα επόμενα χρόνια της ζωής του. Όπως τα γηρατειά της πάντα όμορφης πρωταγωνίστριας του Milo Manara στο «Sandman: Endless Nights» του Neil Gaiman (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Anubis). Αντί του βιολογικού ντετερμινισμού που χαμογελά χαιρέκακα για τα προδιαγεγραμμένα κακοφορμισμένα γεράματά μας, προτιμώ την ιστορικοποιημένη ερμηνεία της γήρανσης εντός του κοινωνικού πλαισίου. Και αυτή δυσοίωνη είναι, αλλά όχι αμετάκλητα. H ομορφιά, κρυμμένη βαθιά μέσα μας και πάντα έτοιμη να απελευθερωθεί στις συλλογικές μας αξιώσεις, θα επιβιώνει πάντα. Και το σχετικό link...
  18. Τα στοιχεία που δημιούργησαν τον διάσημο σκιτσογράφο Μίλο Μανάρα. Εικόνα που σχεδίασε ο Μίλο Μανάρα προς τιμήν του νοσηλευτικού προσωπικού την περίοδο της πανδημίας. Γαλλία, 1968. Tα «ενήλικα» κόμικς είναι παντού. Οι λαοφιλείς ήρωες της γαλλοβελγικής σχολής, ο Αστερίξ και ο Τεντέν, βλέπουν μια γερή δόση Αμερικής να έρχεται σαν καταιγίδα από τη Δύση και να κερδίζει μεγάλο κομμάτι του κοινού τους. Το Φεστιβάλ του Μόντερεϊ, την περασμένη χρονιά, έχει δει τον Τζίμι Χέντριξ να βάζει φωτιά στην κιθάρα του επί σκηνής, το Βιετνάμ έχει δεχθεί περισσότερες αμερικανικές βόμβες ακόμη και από όσες είχε δεχθεί η Ευρώπη στον Β΄ Παγκόσμιο, και το νέο όραμα των νέων της Αμερικής για ειρήνη ποτισμένη με άφθονη ψυχεδέλεια έχει φτάσει στους δρόμους του Παρισιού. Μέσα σε αυτό το γόνιμο, εκρηκτικό κλίμα, τα γαλλικά κόμικς βιώνουν μια αναγέννηση και εμφανίζονται περιοδικά ανθολογίας όπως το Metal Hurlant, το L’ echo des Savanes ή το A Suivre, που έμελλε να γίνουν θρυλικά. Είναι η απαρχή της μεγάλης ακμής του ευρωπαϊκού κόμικς (που θα κορυφωθεί τη δεκαετία του ’80) και αντιπροσωπεύεται από Γάλλους δημιουργούς όπως ο Μέμπιους (κατά κόσμο Ζαν Ζιρό) και ο Φιλίπ Ντρουιγιέ, ο δεξιοτέχνης Άγγλος Ντον Λόρενς και ο Ενκι Μπιλάλ, Γιουγκοσλάβος που ζούσε στο Παρίσι. Όλοι τους σκιτσάρουν υποβλητικούς κόσμους επιστημονικής φαντασίας με γενναίες δόσεις σεξ, βίας, και ένα σχέδιο τόσο εικαστικό, τόσο πρωτοποριακό, που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ οι αναγνώστες, και στις δύο όχθες του Ατλαντικού. Σύντομα θα εμφανιστούν και άλλα υποείδη, όπως το δράμα εποχής, με τη μεγάλη του έρευνα πάνω στα ιστορικά δεδομένα (μέγας εκπρόσωπός του ο Ούγκο Πρατ και ο παγκοσμίως διάσημος ήρωάς του, ο ναυτικός Κόρτο Μαλτέζε), και το γουέστερν, με δημοφιλείς ήρωες όπως ο καουμπόι «Μπλούμπερι», σχεδιασμένος από τον Ζαν Ζιρό. Και μετά θα έρθουν τα ερωτικά κόμικς, που ονομάστηκαν «Eurotica» και έγιναν γνωστά κυρίως από δύο Ιταλούς, τον Γκουίντο Κρέπαξ και τον Μίλο Μανάρα. Σήμερα θα μιλήσουμε εδώ για τον τελευταίο, και αφορμή στέκεται μια πληθωρική, απολαυστική αυτοβιογραφία του, η οποία κυκλοφόρησε πρόσφατα. Παίρνοντας στα χέρια μας την «Αυτοπροσωπογραφία» του μεγάλου Ιταλού σκιτσογράφου (εκδόσεις ΚΨΜ, 2022), ξέρουμε αμέσως πως μας περιμένει μια αναγνωστική εμπειρία τόσο πλούσια όσο και η ίδια η ζωή που περιγράφει. Η έκδοση είναι γενναιόδωρη, σαν το περιεχόμενό της. Διαθέτει χοντρό ιλουστρασιόν χαρτί στο εξώφυλλο και βαριές σελίδες με χαρτί «γραφής» στο σώμα της, ενώ η εικονογράφηση (που, σε μεγάλο βαθμό, αντλείται από το ιδιωτικό αρχείο του ίδιου του συγγραφέα) είναι παραπάνω από απλόχερα σκορπισμένη σε όλες τις (κάτι παραπάνω από διακόσιες) σελίδες του περιεχομένου. Είναι και η ροή του κειμένου έτσι δομημένη – σε μικρά, ευανάγνωστα, αυτοτελή κεφάλαια – που, σε συνδυασμό με τον πλούτο των εικόνων, κάνουν την έκδοση να διαβάζεται αδιάκοπα και ξεκούραστα. Όσο για τη μετάφραση του Χρήστου Σιάφκα, είναι αόρατη, άρα επιτυχημένη: ξεχνάμε πως διαβάζουμε ένα κείμενο που έχει γραφτεί στα ιταλικά. Ο «τέταρτος τοίχος» ποτέ δεν πέφτει, και μπαίνουμε για τα καλά μέσα στη ζωή του Μίλο Μανάρα. Τη ζούμε δίπλα του, σε μικρά επεισόδια, ιστορίες απίστευτες και συναρπαστικές, ανέκδοτα περιστατικά μιας ζωής που μοιάζει η ίδια να αποτελεί υλικό για μια μεγάλη ιστορία κόμικς. Ο κόσμος ερωτισμού και φαντασίας του Μίλο Μανάρα και του «δασκάλου» Ούγκο Πρατ, σε ένα διόραμα του 2017. Εικονογράφηση για το εξώφυλλο του "Giuseppe Bergman Integrale" (Ολόκληρος ο Τζουζέπε Μπέργκμαν). Καθεδρικοί από βράχους Κάτι που μας γίνεται φανερό από την αρχή της ανάγνωσης είναι η συγγραφική ευκολία του Μανάρα. Στα πρώτα κεφάλαια των απομνημονευμάτων του, μιλώντας για τον τόπο καταγωγής του, τους Δολομίτες, εξαπολύει, περιγράφοντάς τους, ένα φραστικό πυροτέχνημα, σαν επίδειξη δύναμης: «Καθεδρικοί ναοί λαξευμένοι σε φωτεινούς βράχους, που πάνω τους άνθησαν αρχαίοι μύθοι και εποποιίες φανταστικών λαών και πλασμάτων» θα γράψει εντυπωσιακά. Μιλάει, με έντονες μνήμες γεμάτες αγάπη, για δύο πυλώνες της παιδικής του ηλικίας: τα βιβλία και τις γυναίκες. Τα βιβλία που βρίσκονταν σε αφθονία στο σπίτι του (και που μέσα τους θαύμαζε εικονογραφήσεις από μεγάλους τεχνίτες του Μεσοπολέμου όπως ο Ουκρανό-Ιταλός Βσέβολοντ Νικουλίνι) και η γυναικεία παρουσία. «Ήμασταν ισότιμοι και αριθμητικά: τρεις γιοι και τρεις κόρες, ο μπαμπάς και η μαμά. Τέσσερις με τέσσερις», θα πει, προσθέτοντας: «Αλλά πέραν τούτου, η ανδροκρατία ήταν κάτι εντελώς ξένο για εμάς. Εργάζονταν και οι δύο γονείς μου και νομίζω πως η μητέρα μου έβγαζε κάτι παραπάνω από τον πατέρα. Τα δικαιώματα και τα καθήκοντα ήταν μοιρασμένα». Εικόνες και λόγια μέσα σε βιβλία και γυναίκες, ισχυρές γυναίκες: η μαγιά για το δημιουργικό μέλλον του Μίλο Μανάρα – εκεί όπου πρωταγωνιστούν πανίσχυρες ηρωίδες από μελάνι – βρισκόταν όλη εκεί, κάτω από τους Δολομίτες. Εκτός όμως από δεινό λυρισμό η γραφή του χρωματίζεται συχνά και με ένα χιουμοριστικό αυτοσαρκασμό: στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Πώς να μη γίνεις αρχιτέκτονας» (όπου μας διηγείται την απόπειρά του να σπουδάσει αρχιτεκτονική στη διάσημη Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βενετίας), αναφέρει απολαυστικά τα εξής: «Στην αρχή νόμιζα πως όλοι οι αρχιτέκτονες είναι σαν τον Λε Κορμπιζιέ. Ότι εργάζονται για να δημιουργήσουν τις πόλεις του μέλλοντος ή σχεδιάζουν μοναδικά κτίρια. Γρήγορα κατάλαβα πως περνούσαν τις μέρες τους σε συμβούλια με διάφορες οικοδομικές επιτροπές και πως ήταν χωμένοι ως τον λαιμό στη γραφειοκρατία. Σίγουρα, αυτή δεν ήταν δουλειά για μένα». Πράγματι, η ανάγκη του για ελευθερία είναι ένα ακόμη στοιχείο που χαρακτηρίζει τις μνήμες του. H ίδια ελευθερία που αναζήτησε μέσα στις ευρωπαϊκές περιηγήσεις του στο αυτοκινούμενο όχημά του (το πρώτο πράγμα που απέκτησε με τις πρώτες του ικανοποιητικές αμοιβές ως σκιτσογράφος) και που τον είχε μάλιστα φτάσει μέχρι και την Ελλάδα, στις ακτές της Χαλκιδικής. Η ελευθερία του να δουλεύει ως αφεντικό του εαυτού του, διαλέγοντας τα ωράριά του, τον χώρο εργασίας του, τις συνεργασίες του, αλλά και η ελευθερία με την οποία μπόλιασε τους δύο κύριους χαρακτήρες του μετέπειτα έργου του – τη Μέλι και τον Τζουζέπε Μπέργκμαν, δύο χαρακτήρες που μέσα τους είδε τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Μίλο Μανάρα στο στούντιό του το 2021. Γύρω του βιβλία για την τέχνη, μπροστά του ακουαρέλες και ένα από τα χαρακτηριστικά σκίτσα του εν εξελίξει. Η ελεύθερη Μέλι Γράφοντας για τη Μέλι (την ηρωίδα της ιστορίας του «Άρωμα του Αόρατου» που εξέδωσε στην Ελλάδα η «Βαβέλ» το 1987), αναφέρει χαρακτηριστικά: «H ελευθερία είναι η μεγαλύτερη αρετή της. Είναι ελεύθερη από προκαταλήψεις, δεν έχει αναστολές. Ζει ελεύθερη τη σεξουαλικότητά της. Είναι υποκείμενο, και όχι αντικείμενο» θα μας πει, συνεχίζοντας με δύο φράσεις που ερμηνεύουν οικουμενικά το στοιχείο του ερωτισμού στο έργο του: «Για μένα, ο ερωτισμός πρέπει να αποτελεί ουσιαστικά μια επεξεργασία του σεξ από πολιτισμική σκοπιά, για να αποκτήσει έτσι θετική αξία. Να γίνει συνείδηση». Και όμως, συχνά νιώθουμε πως δεν είναι ο ίδιος, αλλά δύο άλλοι άντρες που διεκδικούν ρόλο πρωταγωνιστή σε αυτήν την αυτοβιογραφία. Δύο κολοσσοί της μεταπολεμικής καλλιτεχνικής Ιταλίας, που έγιναν γι’ αυτόν μέντορες και φίλοι ζωής: ο Ούγκο Πρατ και ο Φεντερίκο Φελίνι. Οι ιστορίες που διαβάζουμε σε σχέση με τον θρυλικό Βενετσιάνο συγγραφέα και σκιτσογράφο (που τον αποκαλούσε πάντοτε «δάσκαλο») είναι συγκλονιστικές, ενώ η περιγραφή του Φελίνι γίνεται με όρους σχεδόν θρησκευτικούς. Ήταν άλλωστε γι’ αυτόν «μια αφηρημένη οντότητα, σχεδόν σαν μια θεότητα που, πότε πότε από εκεί ψηλά, χάριζε σε εμάς τους κοινούς θνητούς αριστουργήματα», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει. Αλλά οι Ούγκο Πρατ και Φεντερίκο Φελίνι δεν ήταν οι μόνοι σπουδαίοι που βρέθηκαν στο διάβα του. Δούλεψε (μεταξύ άλλων) και με τον Αλεχάντρο Χοδορόφσκι, τον Αντριάνο Τσελεντάνο, τον Λικ Μπεσόν, τον Νιλ Γκέιμαν, τον Νικόλα Πιοβάνι. Ο Μίλο Μανάρα υπήρξε κάποιος που γνώρισε τους πιο σημαντικούς ανθρώπους, που κέρδισε διακρίσεις. Κάποιος που, όπως λέμε, «έκανε τα πάντα». Και όμως δεν έδωσε ποτέ δεκάρα για τίποτε από όλα αυτά, γιατί αυτό που τον ένοιαζε στ’ αλήθεια ήταν να ζωγραφίζει και να λέει ιστορίες. Λάβαρο που σχεδίασε ο Μίλο Μανάρα για τους περίφημους ιππικούς αγώνες στη Σιένα, 2019. «Ναι, είδα και γνώρισα τον πλούτο των πραγματικά πλουσίων», θα γράψει στο τελευταίο κεφάλαιο της έκδοσης, συνεχίζοντας: «Δεν μου κάνει πια ούτε κρύο ούτε ζέστη. Δεν με εντυπωσιάζει, ιδιαίτερα αυτός των νεόπλουτων». Και θα κλείσει ηχηρά, με μία φράση που δεν φιγουράρει τυχαία στο οπισθόφυλλο της έκδοσης: «Αν ο πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο μού έλεγε “θα σου προσφέρω όλα τα αγαθά μου με αντάλλαγμα τη δυνατότητά σου να σχεδιάζεις” θα του απαντούσα αρνητικά. Θα του έλεγα “κράτα εσύ τα πλούτη σου, γιατί η ζωή μου είναι το σχέδιο”». Στη φωτογραφία που συνοδεύει το τελευταίο αυτό κεφάλαιο, ο μεγάλος σκιτσογράφος βρίσκεται στο εργαστήριό του λίγο έξω από τη Βερόνα, στο Βένετο της βόρειας Ιταλίας. Γύρω του βρίσκονται βιβλία για την τέχνη, μπροστά του ακουαρέλες και ένα από τα χαρακτηριστικά σκίτσα του εν εξελίξει. Είναι σήμερα 77 ετών και μοιάζει να θέλει να συνεχίσει να σχεδιάζει. «Το μέλλον μου παραμένει ακόμη μια άσπρη σελίδα», θα πει ο ίδιος. Και το σχετικό link...
  19. Όνομα-θρύλος στον χώρο των κόμικς ο Μίλο Μανάρα. Ακόμα και για όσους δεν είναι ακραιφνείς οπαδοί αυτής της τέχνης, της επονομαζόμενης και 9ης, το όνομά του είναι πασίγνωστο έστω και μόνο για «Το κουμπί της» (αυθεντικός τίτλος: «Il gioco»), το ερωτικό αριστούργημα που έχει στοιχειώσει τις φαντασιώσεις γενεών – παρ’ όλο που ο ίδιος κάποιες φορές νιώθει απογοήτευση όταν αυτή η πλευρά του έργου του επισκιάζει τις άλλες. Επιστήθιος φίλος και συνεργάτης του Ούγκο Πρατ, δημιουργού του Κόρτο Μαλτέζε, φίλος του Φεντερίκο Φελίνι με τον οποίο συνδημιούργησαν δύο κόμικς, συνεργάτης του Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι, ακάματος δημιουργός, ο Μίλο Μανάρα δεν σταματά μέχρι σήμερα να εργάζεται, να κάνει σχέδια, να ονειρεύεται. Με αφορμή την αυτοβιογραφία του με τον εύλογο τίτλο «Αυτοπροσωπογραφία» (Εκδόσεις ΚΨΜ) μας ανοίγει την καρδιά του σε μια συζήτηση σπάνιας ειλικρίνειας. ● Υποθέτω πως γνωρίζετε ότι είστε εξαιρετικά δημοφιλής στην Ελλάδα. Μα κι εγώ αγαπώ την Ελλάδα πάρα πολύ! Ολόκληρη τη δεκαετία του ’70 περνούσα εκεί σχεδόν τέσσερις μήνες κάθε καλοκαίρι. Φόρτωνα γυναίκα και παιδιά σε ένα αυτοκινούμενο τροχόσπιτο που είχα τότε και γυρνούσαμε τη χώρα ολόκληρη σταματώντας σε διάφορα σημεία. Εξακολουθώ να έρχομαι τακτικά για διακοπές μέχρι σήμερα. Κι είναι κρίμα που ο φόρτος εργασίας δεν μου επιτρέπει να είμαι εκεί μαζί σας τώρα. ● Στη Χαλκιδική δεν ήσασταν όταν διαπιστώσατε πως έπρεπε να σκιτσάρετε το Hôtel des Invalides, αλλά δεν είχατε ιδέα πώς μοιάζει; Ακριβώς! (γέλια) Δούλευα τότε πάνω στην «Ιστορία της Γαλλίας σε Κόμικς» για τον ιστορικό εκδοτικό οίκο Λαρούς και η τελευταία εικόνα που έπρεπε να σκιτσάρω ήταν τα Μέγαρο των Απομάχων (Hôtel des Invalides), όπου είναι θαμμένος ο Ναπολέων. Όμως δεν το είχα δει ποτέ, δεν είχα καμία εικόνα και βρισκόμασταν σε μια ερημιά στη Χαλκιδική – ούτε διαδίκτυο τότε, ούτε κινητά όπως καταλαβαίνετε. Ευτυχώς κοντά μας παραθέριζε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Γάλλων που είχε την καλοσύνη μόλις επέστρεψε στο Παρίσι να μου στείλει στο μοναδικό καφενείο της περιοχής μια καρτ ποστάλ με μια υπέροχη φωτογραφία του κτιρίου… ● Αγάπησα πολύ το βιβλίο σας. Αν θα μπορούσα να επιλέξω μια φράση, είναι αυτή που νομίζω πως είναι και το κέντρο όσων έχετε κάνει: «Η δουλειά μου είχε πάντα δύο πρόσωπα. Ένα εξομολογητικό και ένα επαγγελματικό. Εργάστηκα πάντα σε αυτά τα δύο μέτωπα εκ παραλλήλου». Ναι, έτσι ακριβώς είναι. Υπάρχουν οι ιστορίες που ήταν καθαρά δικές μου, σε δικό μου σενάριο, και ήταν πολύ προσωπικές. Όπως υπήρξαν και αυτές που τις έκανα κατά παραγγελία, ως εκτέλεση μιας επαγγελματικής δέσμευσης, συχνά πάνω σε ιστορίες άλλων. Όχι ότι υποτιμώ τις δεύτερες, πολλές από αυτές είναι σχεδόν εξίσου δικά μου «παιδιά». Πάντα υπάρχει χώρος να μπει η δική σου δημιουργικότητα και η παραγγελία να γίνει δική σου. Άλλωστε, όπως λέω, κι ο Καραβάτζιο έκανε πίνακες κατά παραγγελίαν. ● Έχετε συνεργαστεί με ανθρώπους που για όλους εμάς βρίσκονται στη σφαίρα του μύθου: τον Ούγκο Πρατ, τον Φελίνι, τον Γιοντορόφσκι. Πείτε μας κάτι για τον καθένα τους. Με τον Ούγκο Πρατ υπήρξαμε στενοί φίλοι, αχώριστοι, και τον θεωρώ δάσκαλό μου. Με επηρέασε σε όλα: αισθητικά, τεχνικά, στον τρόπο δουλειάς μου. Ήταν υπέροχα όσα κάναμε μαζί και λυπάμαι τόσο για όσα σχέδια δεν προλάβαμε να ολοκληρώσουμε. Κάναμε το «Εl Gaucho», όπου ο Πρατ έγραφε το σενάριο κι εγώ έκανα τα σκίτσα. Ποτέ δεν πραγματοποιήσαμε τον δεύτερο τόμο του, τη συνέχεια της ιστορίας, παρ’ όλο που το θέλαμε πολύ. Σε αυτόν τον δεύτερο τόμο θα εμφανιζόταν και ο κεντρικός ήρωας που, ενώ χάρισε το όνομα στον τόμο, παραμένει απών. Επίσης ποτέ δεν κάναμε τον «Μονομάχο» που συζητούσαμε πολλά πολλά χρόνια πριν από την ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ. Θα ήταν η ιστορία δύο αντρών, ενός Άγγλου και ενός Ιρλανδού, που αιχμαλωτίζονται από τους Ρωμαίους και υποχρεώνονται να εκπαιδευτούν ως μονομάχοι και εκεί γεννιέται η φιλία τους. Εικονογράφηση του Μανάρα για την πρώτη δημοσίευση του σεναρίου του Φελίνι από το «Ταξίδι στην Τουλούμ», 1986 ● Ο Ούγκο Πρατ άλλωστε ήταν αυτός που σας συμβούλεψε να αρχίσετε να δουλεύετε πάνω σε δικά σας σενάρια. Ακριβώς. Εκείνος με παρακίνησε να κάνω το έπος του Τζουζέπε Μπέργκμαν επηρεάζοντας δραστικά και το στιλ μου με τις συμβουλές του. Και πίσω από τους ήρωες βρισκόμασταν εμείς οι δύο. Ο Τζουζέπε Μπέργκμαν ήταν το άλτερ έγκο μου και ο HP εκείνου – είναι τα αρχικά του ονόματός του, Hugo Pratt. Ο Φελίνι είναι μια διαφορετική ιστορία. Ενώ τον έζησα, παραμένει θρύλος για μένα, όπως και για σας. Παρ’ όλη τη φιλία μας, πάντα ένιωθα δέος απέναντί του. Δεν μου ήταν εύκολο να σηκώσω το ακουστικό, να σχηματίσω τον αριθμό και να τον πάρω τηλέφωνο. Κάναμε μαζί δύο κόμικς, δύο «ταξίδια» (viaggio= ταξίδι): το «Viaggio a Tulum» και το «Il viaggio di G. Mastorna detto Fernet». Και στις δύο περιπτώσεις επρόκειτο για σενάριά του που προορίζονταν να γίνουν ταινίες, αλλά δεν έγιναν ποτέ. Με τον Γιοντορόφσκι συνεργαστήκαμε άψογα, είναι πολύ περισσότερα από ένας άψογος σεναρίστας. Πρόκειται αληθινά για μια πολύπλευρη προσωπικότητα. Δεν περιορίζεται σε μία τέχνη. Αλλά δεν μπορώ να πω κατηγορηματικά ότι γίναμε φίλοι. ● Αναπόφευκτη ερώτηση: έχετε κάνει πολλά διαφορετικά πράγματα, άλλα τα γνώριζα κι άλλα τα ανακάλυψα από το βιβλίο. Όμως αν ρωτήσουμε κάποιον στην Ελλάδα – και αλλού φαντάζομαι – ποιος είναι ο Μίλο Μανάρα, θα απαντήσει: ο δημιουργός τού «Το κουμπί της» ή της Μελένιας. Πάντως σίγουρα θα γνωρίζει τα ερωτικά έργα σας. Αυτό σας ενοχλεί; Η αλήθεια είναι πως μερικές φορές ναι (γέλια). Όταν έχεις κάνει τόσες ιστορίες, έχεις δημιουργήσει τόσους χαρακτήρες και έχεις επενδύσει όλη σου τη φαντασία, μερικές φορές το βρίσκεις άδικο να επικεντρώνονται όλοι στο κομμάτι του ερωτισμού, που δεν είναι παρά ένα μικρό μέρος του έργου μου. Από την άλλη, αν οι άνθρωποι θέλουν να με θυμούνται για τις γυναικείες μορφές που δημιούργησα, ας το κάνουν! Τουλάχιστον θα με θυμούνται για κάτι! Γιατί όχι, αν αυτές οι γυναίκες έδωσαν χαρά στους αναγνώστες; Σελίδα του «HP e Giuseppe Bergman», 1978 ● Κάτι άλλο που με εντυπωσίασε στο βιβλίο είναι η εμμονή σας στην ακρίβεια. Το κόμικς προφανώς και είναι προϊόν μιας δημιουργικής φαντασίας, όμως τα σχέδια πρέπει να είναι σωστά στην κάθε τους λεπτομέρεια. Αυτό δεν είναι αυτονόητο για όλους. Αυτό ήταν ένα μάθημα που πήρα από αρκετά νωρίς, από όταν έκανα την «Ιστορία της Γαλλίας σε Κόμικς»: όλα, τα ρούχα, τα κτίρια, οι στολές, έπρεπε να είναι όπως ήταν στην πραγματικότητα. Κι ο Πρατ στο σενάριο του «Εl Gaucho» μου σκιτσάριζε λεπτομέρειες στολών, ακόμα και τις ιδιομορφίες στο κεφάλι ενός είδους αργεντίνικου αλόγου. Όμως η δική μου τάση ως μαθητή της Αναγέννησης, η οποία επηρεάστηκε από τις δικές σας αξίες της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας, είναι να σχεδιάζω τα πράγματα καλύτερα, ομορφότερα από ότι είναι στην πραγματικότητα. ● Γι’ αυτό δίσταζε ο Φελίνι να σας αφήσει να ζωγραφίσετε το πρόσωπό του; Επειδή φοβόταν πως θα τον εμφανίσετε πιο όμορφο από ότι στην πραγματικότητα; Ναι, αλήθεια είναι! (γέλια) Δίσταζε, ανησυχούσε μήπως κυκλοφορήσει η φήμη πως εκείνος προέβαλε την απαίτηση να τον σκιτσάρω έτσι! Τελικώς όμως τον έπεισα και μου επέτρεψε να τον απεικονίσω στο κόμικς. ● Δεν ξέρω αν θα συμφωνούσαν όλοι μαζί μου λόγω του ερωτισμού στο έργο σας, αλλά σας θεωρώ και μοραλιστή. Στο μισό τουλάχιστον του βιβλίου σας μιλάτε για τους φίλους σας και τη σπουδαιότητά τους στη ζωή σας, τους συνεργάτες σας – ονομαστικά και αναλυτικά – και φυσικά τη γυναίκα σας Λουίζα, με την οποία είστε μαζί πάνω από πενήντα χρόνια. Δεν έχετε άδικο, είναι σωστή παρατήρηση. Αλλά δεν θα μπορούσε να έχω γράψει αυτό το βιβλίο διαφορετικά: ξέρω πολύ καλά πως δεν θα είχα φτάσει ποτέ ως εδώ χωρίς τους φίλους μου, ιδιαίτερα χωρίς τον Πρατ. Το ίδιο και οι συνεργάτες: έπαιξαν βασικό ρόλο στην εξέλιξή μου. Κι είναι περιττό να πω πόσο πολύτιμη υπήρξε η γυναίκα μου με την υποστήριξη και την κατανόησή της – και ιδιαίτερα στο ξεκίνημά μου. Όσο για τον ερωτισμό, πιστεύω πως είναι κάτι εντελώς φυσικό που όλοι θα έπρεπε να το χαίρονται ελεύθερα και ακομπλεξάριστα, χωρίς φραγμούς. Η θρησκεία, η εκκλησία είναι που έχει συνδέσει την έννοια του ερωτισμού με αυτήν της αμαρτίας. Κι αυτό δημιουργεί ένα σωρό συμπλέγματα, αυτή η σύνδεση του έρωτα με την αμαρτία. ● Ο Ζορζ Μπατάιγ πάντως έλεγε πως ο ερωτισμός εντοπίζεται στο απαγορευμένο. Εφόσον το λέει ο Μπατάιγ, ο απόλυτος ειδικός στα ζητήματα ερωτισμού, σίγουρα δεν μπορώ να διαφωνήσω. Τον έχω άλλωστε μελετήσει πολύ κι έχω επηρεαστεί από αυτόν. Εικονογράφηση για το εξώφυλλο της «Γκιουλιβεριάνα», 2013 ● Παραμένετε ενεργός και εξακολουθείτε να εργάζεστε. Αυτό που δεν υπάρχει στο βιβλίο είναι το μέλλον. Υπάρχουν σχέδια, ή και όνειρα, για το άμεσο ή το πιο μακρινό μέλλον; Πάντα υπάρχουν! Δεν σταματώ ποτέ να δουλεύω. Και τώρα που μιλάμε με βρίσκετε στο σχεδιαστήριό μου. Θα σας εμπιστευτώ λοιπόν το πρότζεκτ πάνω στο οποίο εργάζομαι αυτή τη στιγμή. Πρόκειται για το έργο ενός πολύ μεγάλου δασκάλου, του Ουμπέρτο Έκο. Είναι «Το Όνομα του Ρόδου» σε κόμικς. Όπως καταλαβαίνετε είναι κάτι τεράστιο που μου απορροφά όλη μου την ενέργεια αλλά και όλο μου τον χρόνο. Αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορώ φέτος να έρθω στην Ελλάδα, όχι μόνο για διακοπές όπως πολύ θα ήθελα, αλλά ούτε καν για την παρουσίαση του βιβλίου μου. Ελπίζω όμως ότι του χρόνου θα μπορέσω να αναπληρώσω το κενό. Επίσης ακολουθεί μια συνεργασία μου με έναν άλλο πολύ μεγάλο καλλιτέχνη. Όμως αυτή παραμένει σχέδιο – αν και προχωρημένο – και προτιμώ να μη μιλώ για τα σχέδιά μου μέχρι να πάρουν μπρος για τα καλά. Το έχω για κακό, όσες φορές το έκανα τελικώς δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. 📌 Η αυτοβιογραφία του Μίλο Μανάρα με τίτλο «Αυτοπροσωπογραφία» κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις ΚΨΜ. Και το σχετικό link...
  20. Τελικά, το πενάκι του αρχιτέκτονα αντί να σχεδιάζει κτίρια, προτίμησε να σχεδιάζει ζωές, ιστορίες σύγχρονες και παλιές, φανταστικές και πραγματικές και μερικές από τις ωραιότερες ερωτικές φαντασιώσεις που πέρασαν στο συλλογικό ασυνείδητο σαν μια σαρκική ποίηση. Δεν είναι τυχαίο ότι στις μνήμες του κυριαρχούν η αστείρευτη ιταλική παράδοση των γραμμάτων και της τέχνης και στην ζωή του ο Φεντερίκο Φελίνι, ο Παζολίνι και ο επίσης τεράστιος σκιτσογράφος Ούγκο Πρατ! Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΚΨΜ η αυτοβιογραφία του Μίλο Μανάρα, όπου λέξεις και σκίτσα συνθέτουν μια φανταστική ζωή και η τέχνη αποτελεί τον βασικό πυρήνα της ύπαρξης. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι πίσω από την ευθύγραμμη διήγηση της ζωής του, τα παιδικά του χρόνια, την οικογένειά του, το περιβάλλον, τους τόπους που μεγάλωσε, το σχολειό, τους φίλους, τον περίγυρο, τις γνωριμίες και τα ταξίδια, υποφώσκει το όραμα της ζωής αυτής του καλλιτέχνη που του ζεσταίνει τα όνειρα, την τρέλα και φωτίζει σταθερά τη μοίρα του. Μια μοίρα όπου ο κόσμος έπαιρνε το μαγικό σχήμα του μέσα από το πενάκι του Μίλο Μανάρα, έτσι που η ζωή σε κάθε της εκδοχή αποκτούσε ένα σχέδιο διαφυγής και υπέρβασης. Διαβάζοντας κανείς για τις Σουηδέζες τουρίστριες που κατέφθαναν στην τουριστική περιοχή της λίμνης Γκάρνα ενεργοποιώντας τις εκρηκτικές ορμές των νεαρών αγοριών, αυτό το ασυγκράτητο κύμα πάθους που παρέσυρε το κοινωνικό ηθικό τείχος άμυνας, που γούσταρε άμεσα τον έρωτά δίχως καμία συμβατική-ρομαντική διαμεσολάβηση, στην πιο ζωώδη και αθώα ταυτόχρονα εκδοχή του, αντιλαμβάνεται τις γραμμές των γυναικείων κορμιών του που πάλλονται ολοζώντανες ανάμεσα σε έναν φανταστικό και πραγματικό κόσμο. Σε ένα μεταίχμιο ζωής όπου τα σχήματα σαρκώνονται μέσα σε υποσχετικά περιγράμματα! Στο βιβλίο, ο κορυφαίος αυτός σκιτσογράφος αφηγείται τον κόσμο του με τον τρόπο που θα διηγείτο μια ιστορία σε έναν φίλο του σ’ ένα ταξίδι… Η διήγηση είναι συγκλονιστική – κυρίως, καθώς αφορά σε έναν μεγάλο καλλιτέχνη της εποχής μας – όπου ακόμα και το πιο ασήμαντο συμβάν στον ψυχισμό του αποκτά διαστάσεις τέχνης. Έξαλλου, η τέχνη είναι να βλέπεις εκεί που δεν πέφτει το φως. Πίσω από τον άνθρωπο την ψυχή, πίσω από την σάρκα την απόλαυση, πίσω από ένα τοπίο την αρμονία, πίσω από την ζωή την ομορφιά και την ασχήμια. Πρόκειται για μιαν έκδοση που το δίχως άλλο αφορά άμεσα όλους τους κολλημένους με τα κόμικς όσο και το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, καθώς ο κόσμος του Μανάρα παραμένει πάντα ζωντανός σε όλους όσους είχαν την τύχη να απολαύσουν έστω και ένα σκίτσο του. Ο Μίλο Μανάρα όπως και να ‘χει, έδωσε χρώμα, φως και πνεύμα στις πιο απόκρυφες ερωτικές μας φαντασιώσεις δίχως περικοπές, χάρισε στον έρωτα την κτηνώδη δύναμη της σαρκικής ομορφιάς, την αδυσώπητη σαγήνη. Έτσι, δικαίως μπορεί να ενταχθεί μέσα σε μια κορυφαία εθνική καλλιτεχνική πινακοθήκη που βρίσκει τις ρίζες της στην οργιαστική ρωμαϊκή παράδοση, στην ιταλική Αναγέννηση που ανανέωσε τα αισθητικά πρότυπα επαναφέροντας στο προσκήνιο την ελληνική αρχαιότητα, ακόμα και στη σκοταδιστική περί σωμάτων εκκλησιαστική αντίληψη, συνεργαζόμενος με τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης ιταλικής κουλτούρας, ακολουθώντας ωστόσο πιστά τα βήματα του «δικού» του, Ούγκο Πρατ, του μεγάλου του μέντορα, του ανθρώπου που άσκησε την καλλιτεχνική επιρροή του για να ξεχωρίσει ο νεαρός Μανάρα την επιβίωση από την τέχνη και την σιγουριά από την εμπνευσμένη περιπέτεια! Μίλο Μανάρα Αυτοπροσωπογραφία Μετάφραση: Χρήστος Σιάφκος Εκδόσεις: ΚΨΜ Σελ.: 220 Και το σχετικό link...
  21. Βγαλμένη από άλλη εποχή, η «Αυτοπροσωπογραφία» του Μίλο Μανάρα που μόλις κυκλοφόρησε φέρνει στο φως την Ιταλία του Παζολίνι και του Φελίνι, τους σπουδαίους κομίστες της εποχής και μια ζωή γεμάτη τέχνη και περιπέτεια. Ο αέρας ελευθερίας που διαπνέει τις ιστορίες του Απουλήιου, οι σκαμπρόζικες σκηνές του Δεκαημέρου, τα σκοτάδια του Καραβάτζο, τα αρώματα της Τοσκάνης, τα όνειρα του Φελίνι και το κράνος του Φερνάντο Ρόσι υπάρχουν αυτούσια στην αυτοβιογραφία του Μίλο Μανάρα με τον τίτλο Αυτοπροσωπογραφία που μόλις κυκλοφόρησε σε μετάφραση Χρήστου Σιάφκου από τις εκδόσεις ΚΨΜ. Όταν εκδόθηκε το βιβλίο στην Ιταλία όλοι ζητούσαν μια συνέντευξη από τον κορυφαίο κομίστα, ο οποίος επέλεξε τη χρονιά της έξαρσης της πανδημίας και του κινήματος του #metoo για να γράψει την αυτοβιογραφία του, ουσιαστικά για να εξηγήσει ολόκληρη την κοσμοθεωρία που κρύβεται πίσω από το πολύχρωμο σύμπαν των δημιουργών των κόμικς, οι οποίοι, σε αυτόν τον τόμο, παίρνουν δικαιωματικά μια θέση δίπλα στους μεγάλους καλλιτέχνες όχι με έπαρση, αλλά με την ακριβή ευθύτητα ενός δημιουργού που ξέρει πως το έργο του ‒ όχι μόνο το δικό του αλλά και τόσων διάσημων ομοτέχνων του στους οποίους αποτίει φόρο τιμής ‒ δεν εξαντλείται, όπως πολλοί νομίζουν, στην εικονογράφηση ερωτικών ή άλλων ανάλογων περιπετειών για τις οποίες τον έχουν κατηγορήσει, αλλά κρύβουν ένα καλλιτεχνικό όραμα, ακόμα και όταν φαίνεται εσκεμμένα ότι λοξοδρομούν. Εν προκειμένω, πρόκειται για το όραμα ενός ανήσυχου δημιουργού ο οποίος δεν επικαλείται επί ματαίω τη σπουδαία πολιτιστική παράδοση της χώρας του, κάνοντας αναφορές σε ονόματα όπως αυτό του αγαπημένου του Καραβάτζο ‒ άλλο αποσυνάγωγο πνεύμα κι αυτός! ‒, αλλά μπορεί, για παράδειγμα, να εξηγεί με ακρίβεια τις επιρροές του κιαροσκούρο στο αεροπλάνο που ζωγράφισε στο κόμικ που εμπνεύστηκε από τα δημιουργικά όνειρα του Φελίνι, και ας μην εκδόθηκε ποτέ, την ακρίβεια του φωτός στα πλάνα που συζητούσαν μαζί επί ώρες ή τη βαθιά συναίσθηση των μεγάλων γεγονότων που είχε όταν έφτιαχνε την εικονογραφημένη Ιστορία της Γαλλίας για τη Larousse. Δεν είναι τυχαίο ότι αποφάσισε να ξαναστήσει ένα κόμικ από την αρχή μόνο και μόνο επειδή έδειχνε εσφαλμένα τον Λουδοβίκο IH να φτάνει στις Τουιλερί το 1814 με την αμαξά κλειστή και όχι ανοιχτή, όπως είχε συμβεί στην πραγματικότητα! Αυτά τον γέμιζαν χαρά και όχι απογοήτευση. Με κύριους συνομιλητές και συνεργάτες τον Ούγκο Πρατ, τον περίφημο δημιουργό του Κόρτο Μαλτέζε, και τον Φελίνι, ο οποίος παρεμπιπτόντως είχε υπάρξει δεινός σκιτσογράφος, ο Μανάρα βρέθηκε να στοχάζεται από νωρίς πάνω στους κεντρικούς άξονες της εικονοποιητικής δημιουργίας και των αρχών που διαμόρφωσαν την παράδοση του κόμικ στο οποίο αφοσιώθηκε αποκλειστικά, αρνούμενος να γίνει αρχιτέκτονας. Επίτηδες δεν χρησιμοποιεί την έκφραση graphic novel σε καμία από τις αφηγήσεις του στο βιβλίο, οι οποίες συνοδεύονται από πλούσια εικονογράφηση ‒ πώς αλλιώς; ‒, και μια φορά που την αναφέρει είναι για κακό, ίσως γιατί με το βιβλίο του επιδιώκει να αποκαταστήσει τη μεγάλη δόξα της παλιάς σχολής που δεν εικονογραφούσε ούτε έφτιαχνε απλώς σενάρια, παρά δημιουργούσε μεγαλόπνοες ιδέες τις οποίες άφηνε ανοιχτές στον αέρα της περιπέτειας. Απόδειξη η ίδια του η ζωή, από τότε που ο Ούγκο Πρατ τον απέτρεψε να δουλεύει με ωράριο σε γραφείο και εκείνος βάλθηκε να γυρίζει όλο τον κόσμο μαζί με τη γυναίκα του και το κάμπερ όχημά του, στο οποίο φόρτωσε τον εξοπλισμό του επισκεπτόμενος ακόμα και την Ελλάδα, όπου βρέθηκε να ζωγραφίζει μερικές από τις πιο γνωστές δημιουργίες του στους αμμόλοφους της Χαλκιδικής. Πέρασε επίσης από τα Μετέωρα για να δει, όπως λέει, τις πόλεις μέσα από τους βράχους και έφτασε μέχρι την Ινδία εμπνευσμένος από το Το άρωμα των Ινδιών του Πιερ-Πάολο Παζολίνι. Η ελευθερία ως η κεντρική αίσθηση που πρέπει να διαπνέει τα σκίτσα κάθε κομίστα, όπως αυτή που φυσούσε τα ατίθασα μαλλιά του Κόρτο Μαλτέζε του Πρατ και της δικής του ηρωίδας, της Μέλι, ήταν θέμα γενικότερης αισθητικής αλλά και προσωπικής και πολιτικής νοοτροπίας. Εξ ού και ότι, κατευθυνόμενος από το ίδιο ριζοσπαστικό κλίμα, δημιούργησε μαζί με τον Ούγκο Πρατ μια σειρά από κόμικς για τα άγνωστα μέρη της άγριας Δύσης, έχοντας ως σημείο αναφοράς τον Τζέιμς Φέμινορ Κούπερ, τον Ζέιν Γκρέι αλλά και τον Ναθάνιελ Χόθορν. Οι κοινές διεργασίες οδήγησαν στη δημιουργία του περίφημου Όλα ξανάρχισαν μ’ ένα ινδιάνικο καλοκαίρι, όπου φυσικά πρωταγωνιστές ήταν οι καλοί Ινδιάνοι και όχι οι «κακοί» καουμπόηδες. Το πρώτο, πανέμορφο και εντυπωσιακό στριπ αυτών των ιστοριών αποκάλυπτε ένα τοπίο άδειο από αμμόλοφους, γλάρους, με μια ήρεμη θάλασσα απ’ όπου ξεπρόβαλαν οι όμορφοι εκπρόσωποι της ινδιάνικης φυλής. Μάλιστα, τα συγκεκριμένα σχέδια έτυχε να τα δείξει ο Μανάρα στον αείμνηστο Πρατ σε μια γόνδολα στη Βενετία με οριστικό κριτή έναν γονδολιέρη(!) φίλο του Πρατ, ο οποίος αποφάνθηκε ότι είναι όμορφα και ότι μπορούν να εκδοθούν. Το κόμικ έγινε τελικά διεθνής επιτυχία και πήρε βραβείο στο Φεστιβάλ της Ανγκουλέμ, το οποίο, όπως λέει ο ίδιος ο Μανάρα, είχε τη γενναιοδωρία να του χαρίσει ο Πρατ. Γενικώς, από την τιμή που αποδίδει στα πρόσωπα που τον βοήθησαν έχει κανείς την αίσθηση ότι ο αυτοβιογραφούμενος κομίστας ήταν και είναι γεμάτος από αγάπη για την τέχνη και τη ζωή. Γι’ αυτό και στην εξιστόρησή του βάζει στο δεύτερο πλάνο τις απογοητεύσεις, αναλαμβάνοντας αποκλειστικά την ευθύνη των όποιων αστοχιών. Η αλήθεια είναι ότι δεν μετανιώνει ούτε καν για τα πρώτα, παράνομα ερωτικά κόμικς τσέπης, παρά μόνο για το γεγονός ότι δεν ήταν τόσο επαγγελματικά, αναγνωρίζοντας το κλίμα της εποχής που ήθελε τους πρώτους κομίστες να καταφεύγουν σε αυτήν τη λύση αν ήθελαν να είναι οικονομικά ανεξάρτητοι, και μάλιστα σε μια εποχή που ο ερωτισμός ήταν ουσιαστικά ένας τρόπος εκφραστικής αντίστασης στη γενικότερη συντήρηση που επέβαλαν η Εκκλησία και οι πολιτικοί. Φροντίζει δε να μας θυμίσει ότι όλες αυτές οι κινήσεις ήταν απολύτως πολιτικές, αντίστοιχες με αυτές που επηρέασαν τον Παζολίνι ή που έκαναν τον Μάρκες να εμπνευστεί την Ερεντίνα, ένα κορίτσι από το Μακόντο, και να τη βάλει να το σκάσει με μια ομάδα περαστικών σαλτιμπάγκων, μια ιστορία που ο ίδιος λέει ότι επηρέασε βαθιά. «Το Μακόντο είχε δώσει το όνομά του στο ιστορικό κέντρο του Μιλάνου που από τη δεκαετία του ’70 υπήρξε ένα από τα σημεία αναφοράς της αντικουλτούρας και της αμφισβήτησης», γράφει ο Μανάρα. Στο ίδιο ριζοσπαστικό κλίμα ξεκίνησε να στήνει τις ιστορίες του Τζουζέπε Μπέργκμαν για το ανήσυχο πνευματικά περιοδικό «À Suivre», τις οποίες λέει ότι απαγόρευσαν στη Νότια Αφρική του απαρτχάιντ τη δεκαετία του ’80. Στο ίδιο περιοδικό, στο τεύχος το αφιερωμένο στον Λένον λίγο μετά τον θάνατό του, φαντάστηκε τον τραγουδιστή των Beatles να συναντά τους εκπροσώπους διαφορετικών θρησκειών, όπως ο Ιησούς Χριστός, ο Βούδας και ο Μωάμεθ, «που τον παρουσίασα όπως έχει αποτυπωθεί στην ισλαμική εικονογραφία, δηλαδή μ’ ένα πέπλο μπροστά στο πρόσωπο. Το έκανα με ακρίβεια και με σεβασμό. Δεν πρόσβαλα τις ευαισθησίες κανενός», γράφει χαρακτηριστικά. Είναι η ίδια η εποχή που γνωρίζει τον Μοέμπιους (Ζαν Ζιρό), τον Αντρέα Πατσιέντσα ή τον Ζορζ Βολανσκί που ξέρουμε ότι δολοφονήθηκε στο «Charlie Hebdo». Ήταν τότε που συναντιούνταν όλοι μαζί και κουβέντιαζαν περί δημιουργίας μαζί με τον Ζακ Μπρελ, τον Πάολο Κόντε, τον Ντέιβιντ Ριοντίνο και τον Φραντσέσκο Γκουτσίνι. Αυτή η λίστα δεν έχει τέλος, αν αναλογιστεί κανείς με ποιους έχει συνευρεθεί αλλά και συνεργαστεί ο Μανάρα σε αυτήν τη ζωή: από τον Πέδρο Αλμοδόβαρ και τον Ρόμπερτ Όλτμαν μέχρι τον Λικ Μπεσόν και τον Ρομάν Πολάνσκι (για μια ταινία που δεν έγινε τελικά). Στις αυτοβιογραφικές αυτές εξιστορήσεις του ο Μανάρα θα «ζωγραφίσει» το φόντο της αφήγησης με πλάνα από τα ατελείωτα ταξίδια σε διαφορετικές πόλεις του ορίζοντα, με σχέδια που έπλεκε μαζί με τον μόνιμο συνταξιδιώτη του Ούγκο Πρατ, όπως εκείνα για τον Μπόρχες, όταν φαντάζονταν από κοινού τις πόλεις-βιβλιοθήκες, αλλά και με εξαίσια, γαργαντουικά δείπνα με αμέτρητα πιάτα και άφθονο κρασί που συνήθιζε να του παραθέτει ο πάντοτε γενναιόδωρος Φελίνι. Τίποτα λιγότερο δηλαδή από ένα συγκλονιστικό ταξίδι χωρίς τέλος ‒ μια λέξη που πάντοτε μισούσε ο Φελίνι ‒ με πρωταγωνιστές αληθινά πρόσωπα αλλά και τους δυο κεντρικούς ήρωες του, τους χαρακτήρες που ο ίδιος δημιούργησε, δηλαδή το θηλυκό alter ego του, τη Μέλι, και το αρσενικό, τον Τζουζέπε Μπέργκμαν, ως κεντρικούς εκφραστές της ελευθερίας και του ερωτισμού. Άλλωστε, το μυθιστορηματικό από το πραγματικό σε αυτήν τη βιογραφία με δυσκολία διαχωρίζονται και έχουν ως κοινό άξονα τον κόσμο του κόμικ. Μίλο Μανάρα, Αυτοπροσωπογραφία, Μτφρ.: Χρήστος Σιάφκος, Εκδόσεις ΚΨΜ, Σελ.: 224 Και το σχετικό link...
  22. Προδημοσίευση από την «Αυτοπροσωπογραφία» του ζωντανού θρύλου των κόμικς που κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις ΚΨΜ. Έχει συνεργαστεί με τον Φεντερίκο Φελίνι και τον Ούγκο Πρατ, με τους οποίους τον συνέδεε βαθιά φιλία. Τα βιβλία του έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα. Έχει κινηθεί με επιδεξιότητα μεταξύ των πολιτικών κόμικς, της επιστημονικής φαντασίας, του μαγικού ρεαλισμού, της ιστορικής αφήγησης και του ερωτισμού με μια ιδιαίτερη προτίμηση στον τελευταίο. Ο Μίλο Μανάρα (γεν. 1945) είναι ένας ζωντανός θρύλος των ευρωπαϊκών κόμικς που πλησιάζει τα ογδόντα, παραμένοντας ακμαίος και δημιουργικός. Στην πολύ πλούσια αυτοβιογραφία του που κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις ΚΨΜ με τίτλο «Αυτοπροσωπογραφία» (μετάφραση: Χρήστος Σιάφκος, 224 σελίδες) αφηγείται τις σημαντικότερες στιγμές μιας ονειρικής διαδρομής που από την ορεινή Βόρειο Ιταλία τον οδήγησε στην παγκόσμια καταξίωση, σε δεκάδες βραβεία και διακρίσεις και σε εμβληματικά έργα (στην Ελλάδα κυκλοφορούν πολλά από αυτά με σημαντικότερα ίσως το «Ινδιάνικο Καλοκαίρι», το «Ταξίδι στην Τουλούμ», τη σειρά με πρωταγωνιστή τον Τζουζέπε Μπέργκμαν, το «Σιμμιόττο» κ.ά.). Με αφορμή την «Αυτοπροσωπογραφία» και με ευχαριστίες στις εκδόσεις ΚΨΜ για την παραχώρηση της άδειας προδημοσίευσης, επιλέγουμε ορισμένα από τα σημεία αυτής της μοναδικής πορείας. Για την αρχή Όλα άρχισαν στα τοιχώματα μιας σπηλιάς. Το πρώτο επάγγελμα στον κόσμο για το οποίο διατηρούμε κάποια βεβαιότητα είναι του σκιτσογράφου, του σχεδιαστή. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η φυλή μας ξεκίνησε τις δραστηριότητές της σχεδιάζοντας, με τον ίδιο τρόπο που τα μικρά παιδιά σχεδιάζουν για να γνωρίσουν τον εαυτό τους και τον κόσμο. Μετά, τα πιο πολλά τα παρατάνε. Κάποια ωστόσο συνεχίζουν, και για καλή μου τύχη είμαι κι εγώ ένα απ’ αυτά. Τα πρώτα διαβάσματα Οι μνήμες των καλοκαιριών εκείνης της εποχής συνδέονται με τα λιμανάκια και τους καλαμιώνες. Ο χειμώνας αντιθέτως είναι συνυφασμένος με το διάβασμα. Ήταν η κύρια απασχόλησή μου και το μεγάλο μου πάθος. Το σπίτι μας ήταν γεμάτο βιβλία. Έλειπαν όμως, και μου έλειπαν κι εμένα, τα κόμικς για παιδιά. Όπως όλες οι δασκάλες του καιρού εκείνου, η μητέρα μου τα απαγόρευε αφού θεωρούνταν αντιπαιδαγωγικά. Αντ’ αυτών ήμουν περικυκλωμένος από μυθιστορήματα, πολλά και κάθε είδους. Ο έρωτάς μου για την περιπέτεια ξεκίνησε μέσα από τα βιβλία (σίγουρα και μέσα από τα γρανάζια του ρολογιού). Πρώτα απ’ όλα υπήρχαν τα μυθιστορήματα του Σαλγκάρι. Και τα κλασικά του Ντίκενς και του Κίπλινγκ. Και βέβαια, εκτός από τη λογοτεχνία, είχαμε και την Enciclopedia dei ragazzi (Εγκυκλοπαίδεια των παιδιών) των εκδόσεων Mondadori. Ακόμα την έχω. Απαίτησα να δοθεί σ’ εμένα όταν με τ’ αδέλφια μου μοιραστήκαμε την κληρονομιά των γονιών μας. Εικονογράφηση για το φεστιβάλ «Collisioni» του Μπαρόλο, 2014 Και τα πρώτα κόμικς Τα πρώτα τεύχη κόμικς που έπεσαν στα χέρια μου, όταν ήμουν ήδη δέκα χρονών, αποτελούνταν από συρραμμένες σελίδες, περιλήψεις ουσιαστικά πολυδιαβασμένων μυθιστορημάτων, που δίνονταν δώρο με το γάλα μαγνησίας San Pellegrino. Θυμάμαι το «Il Capitan Fracassa» (Καπετάν Φρακάς), από το κλασικό έργο του Τεοφίλο Γκοτιέ (τότε μετέφεραν στα ιταλικά όλα τα ξένα ονόματα, π.χ. Τζούλιο Βερν, Ρομπέρτο Λουίτζι Στίβενσον, Μικέλε ντα Θερβάντες…). Εκείνο το τομίδιο ήταν σχεδιασμένο υπέροχα, ένας Θεός ξέρει από ποιον. Ίσως από τον Ρίνο Αλμπερταρέλι. Μάταια το έψαξα στην πορεία των χρόνων. Σιγά μην ανέφεραν εκείνους τους καιρούς τα ονόματα των σχεδιαστών κόμικς. Και αυτό το λέω για να γίνει αντιληπτό ότι δεν τους έδιναν την παραμικρή σημασία. Όπως κατάλαβα κι εγώ ο ίδιος χρόνια μετά, επρόκειτο για ένα επάγγελμα για το οποίο δεν μπορούσες να είσαι υπερήφανος. Η «αποτυχία» Έχω ζήσει ξανά και ξανά τη σκηνή στο μυαλό μου. Έμπαινες σ’ εκείνες τις γιγαντιαίες αίθουσες της Ακαδημίας Καλών Τεχνών. Επρόκειτο για ένα μεγαλειώδες μέγαρο του 16ου αιώνα, με πανύψηλα ταβάνια και εντυπωσιακούς χώρους. Στις αίθουσες υπήρχαν τα τεράστια μαύρα θρανία που χρησιμοποιούσαν τότε. Τόσο μαύρα που έμοιαζαν με γόνδολες. Πάνω σε κάθε θρανίο ήταν τοποθετημένο ένα πλαστικό βαζάκι μ’ ένα επίσης πλαστικό κυκλάμινο. Ένα πράγμα μίζερο και θλιβερό. Η εξέταση συνίστατο στο να σχεδιάσουμε αυτό το ταλαίπωρο πλαστικό κυκλάμινο. Εικόνα για τον κατάλογο Fellini Roma (Φελίνι Ρώμη), 2004 Πιστεύω ότι πρέπει να έφτιαξα κάτι α λα Πικάσο, για να το πούμε έτσι. Διότι εγώ ήμουν ο ψαγμένος, που ήξερε τι του γινόταν. Όλοι οι άλλοι ήσαν παιδάκια δεκατριών χρόνων κι εγώ δεκαοχτάρης. Είχα ήδη τελειώσει το Καλλιτεχνικό Λύκειο. Τι θα έπρεπε να αποδείξω! Θεωρούσα προσβλητικό να σχεδιάσω ένα πλαστικό κυκλάμινο. Κι έτσι απέδωσα εκείνο το πράγμα με μια τεχνοτροπία μεταξύ κυβισμού και άμορφης τέχνης. Το αποτέλεσμα: με έκοψαν. Με έκοψαν! Αδυνατώ να το πιστέψω ακόμα και τώρα. Για τον Μπεροκάλ και την έμπνευση Πέθανε στις αρχές του 2000. Το 1972 ωστόσο, αποφάσισαν στη Μάλαγα, τη γενέθλια πόλη του Πάμπλο Πικάσο, να αφιερώσουν στον ζωγράφο ένα μνημείο, και γι’ αυτό κάλεσαν τον Μπεροκάλ. Εκείνος, όντας αντιφασίστας, ζούσε και δούλευε αυτοεξόριστος μακριά από την Ισπανία. Όταν τον γνώρισα, έμενε σε μια μεγάλη βίλα του 16ου αιώνα στο χωριό μου, το Νεγκράρ, όπου είχε και το στούντιό του. Το πάρκο γύρω απ’ αυτήν ήταν τεράστιο κι οι επισκέπτες του σημαντικοί. Εκεί συνάντησα την Παλόμα Πικάσο, τον Ρομπέρτο Σεμπαστιάν Μάτα… και μια φορά, από μακριά, είδα στα μονοπάτια του πάρκου τον Σαλβαδόρ Νταλί. Το εσωτερικό της βίλας ήταν γεμάτο από έργα τέχνης, στους τοίχους οι πίνακες ήσαν πολλοί, ανάμεσά τους και κάποιες μεταξοτυπίες του Ούγκο Πρατ. Εικονογράφηση για το εξώφυλλο του «Giuseppe Bergman Integrale» (Ολόκληρος ο Τζουζέπε Μπέργκμαν), 2017. Αριστερά, ο Ούγκο Πρατ. Αναπαριστούσαν Άγγλους στρατιώτες που φορούσαν κόκκινες στολές και μπορούσαν να ανταγωνιστούν τους πίνακες των μεγάλων ζωγράφων. Ε, σ’ εκείνη τη βίλα συναντήθηκα με το μεγάλο Κόμικ. Η σύζυγος του Μιγκέλ Μπεροκάλ ήταν Γαλλίδα, και από το Παρίσι της έστελναν όλα τα νέα βιβλία, περιλαμβανομένων και κόμικς. Έτσι έπεσαν στα χέρια μου οι ιστορίες της Μπαρμπαρέλας, της ηρωίδας που δημιούργησε ο Ζαν Κλοντ Φορέστ, με πρότυπο την Μπριζίτ Μπαρντό. Κεραυνοβολήθηκα όπως ο Απόστολος Παύλος στην οδό προς τη Δαμασκό. Μέσα σε μια στιγμή κατάλαβα. Κατάλαβα τι ήταν εκείνο – ακριβώς εκείνο – που ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Που έπρεπε να κάνω στη ζωή μου. Έτσι, εγκατέλειψα τα πάντα: την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη ζωγραφική… όλα. Κι άρχισα να σχεδιάζω σαν μανιακός. Να σχεδιάζω κόμικς. Για τον Ούγκο Πρατ Τώρα που το σκέφτομαι, εξακολουθώ και σήμερα να μην τον αποκαλώ «Ούγκο». Όπως όταν ζούσε… Ενώ κάναμε παρέα, κουβεντιάζαμε και πίναμε, δουλεύαμε και ταξιδεύαμε μαζί, δεν τον αποκάλεσα ποτέ με το μικρό του όνομα. Τον προσφωνούσα πάντα «Δάσκαλο». Για τον Φελίνι Με τον Φελίνι στη Βερόνα, 1990 Η αγάπη του Φελίνι για τα κόμικς ήταν τεράστια και ειλικρινής, χωρίς ίχνος υπεροψίας. Για αυτόν ήταν τιμή να γνωρίζει τους δημιουργούς μιας τέχνης που θεωρούσε πραγματική. Μεταξύ άλλων είχε συναντήσει τον Γουόλτ Ντίσνεϊ και τον Τσαρλς Σουλτς, δύο κολοσσούς. Εγώ τον σύστησα στον Μέμπιους και στον Ούγκο Πρατ. […] Ο Φεντερίκο Φελίνι είχε έντονα, βαθιά αισθήματα για μένα. Ήταν λες και προσωποποιούσα την αγάπη και τη συμπάθεια που είχε από πάντα για τους κομίστες. Λες και οι δυο μας ήμασταν από πάντα μαζί, από τα παιδικά μας χρόνια. Για τα πλούτη Αν ο πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο μού έλεγε «θα σου προσφέρω όλα τα αγαθά μου με αντάλλαγμα τη δυνατότητά σου να σχεδιάζεις», θα του απαντούσα αρνητικά. Θα του έλεγα: «Κράτα εσύ τα πλούτη σου, γιατί η ζωή μου είναι το σχέδιο. Δίχως αυτό δεν έχω ζωή». Και το σχετικό link...
  23. Η κατά Μίλο Μανάρα εκδοχή του Κάμα Σούτρα ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Δόθηκε ως ένθετο με το περιοδικό MAX, τεύχος 111, 6ος/1999 (η πρωτότυπη έκδοση είναι του 1997, νομίζω). Εξαιρετική έκδοση, έγχρωμη και σε μεγάλο σχήμα, που αναδεικνύει απόλυτα το σχέδιο του Μανάρα. Δυστυχώς όμως, την ίδια στιγμή, εκθέτει ανεπανόρθωτα και το προσχηματικό σενάριο. Προτιμήστε το Σιμιόττο ή το Τζουζέπε Μπέργκμαν ή το Χάρτινο Άνθρωπο, τότε που ο Μανάρα είχε κάτι να πει και δεν αρκούταν στο να προσφέρει οφθαλμόλουτρο. Παραθέτω και το οπισθόφυλλο, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι υπάρχει λόγος.
  24. Τύπος Άλμπουμ: Φλιπ Κόμικ Άλμπουμ Ιστορίες που περιέχονται στα Φαινόμενα Απατούν 1.Τόλος 2.John Lennon 3.Μπλε Περίοδος 4.Acherontia Atropos 5.Η τελευταία τραγική μέρα του Γκόρι Μπάου και της Καλλίγλουτης Σίστερ Παρουσίαση από Μανάρα Είναι αλήθεια ότι τα φαινόμενα απατούν; Ίσως είναι αλήθεια μόνο κατά το ήμισυ, μόνο φαινομενικά. Κατά τα φαινόμενα, τα φαινόμενα απατούν. Η απάτη των φαινομένων δεν είναι μια πραγματική απάτη. Είναι μια απάτη μόνο φαινομενική. Ή μήπως απατώμαι; Δεν μπορείς ποτέ να είσαι ήσυχος. Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τίποτα. Τουλάχιστον φαινομενικά. Στην πραγματικότητα, ο Αϊνστάιν απέδειξε ότι η απάτη των φαινομένων είναι μια απάτη μόνο φαινομενική κι ότι, με βάση τις νέες γνώσεις μας, μπορούμε να φτάσουμε ακόμα και σ« βεβαιότητες. 0 δρόμος της γνώσης είναι, κατά τα φαινόμενα, μακρύς και δύσκολος, γιατί είναι φαινομενικά σπαρμένος με παγίδες: τις παγίδες της απάτης που είναι παγίδες μόνο φαινομενικές. Μόνο η αμφιβολία είναι καλός σύντροφος, γιατί η αμφιβολία δεν πέφτει εύκολα στη1 απάτη. Είναι αναγκαίο να συμφιλιωθούμε με την αμφιβολία, να ζήσουμε μαζί της καλά, χαρούμενα. Μόνο φαινομενικά, η αμφιβολία προκαλεί άγχος. Στην πραγματικότητα, η αμφιβολία είναι ήρεμη, διασκεδαστική, παιχνιδιάρα, χαρούμενη και γεμάτη αυτοπεποίθηση, φαινομενικά, τουλάχιστον. Όπως και να 'χει το πράγμα, εδώ υπάρχουν μερικές ιστορίες. Περιέχουν περισσότερες αμφιβολίες παρά βεβαιότητες, περισσότερα φαινόμενα παρά απάτες, περισσότερο έρωτα παρά άγχος. Τουλάχιστον κατά τα φαινόμενα, αν δεν απατώμαι. Το Ημερολόγιο της Σάντρα Φ. υποτίθεται ότι είναι η εικονογράφηση σελίδων από το ημερολόγιο μιας αναγνώστριας του Μανάρα...
  25. Ας μιλήσουμε για ημίθεους (ελλείψει θεών)... Ας μιλήσουμε για τους ευλογημένους των θεών (που ελλείπουν). ‌Ο Ραφαήλ δεν υπήρξε ποτέ ούτε Michelangelo ούτε Leonardo. Ήταν ένας απλός πλην φιλόδοξος επαρχιώτης από το Urbino που όμως κατάφερε – κατακτώντας με την τέχνη και την ακαταδάμαστη εργατικότητα του μητροπολιτικά κέντρα όπως η Ρώμη ή η Φλωρεντία – να γοητεύσει, όσο ποτέ κανείς άλλος, την εξουσία, να ταυτιστεί μαζί της και να την εκφράσει αισθητικά αλλά και ιδεολογικά. Παραμένοντας ο ιδιοφυέστερος και πιο ταλαντούχος ”κλέφτης” στην ιστορία της τέχνης απέσπασε από τον δάσκαλό του Perugino την αινιγματική γλυκύτητα των προσώπων, από τον Leonardo το μυστηριώδες sfumato των περιγραμμάτων και από τον Michelangelo την teribilità των υπερφυών σωμάτων. Ο ίδιος υπήρξε ο εγκυρότερος εισηγητής της αισθητικής του κλασικού κόσμου στην νεότερη εποχή αλλά έκτοτε και το σημείο αναφοράς κάθε Ακαδημίας και κάθε ακαδημαϊκού δασκάλου. Ο Ραφαήλ επαναπρότεινε το σώμα, αισθησιακό, ανθρώπινο αλλά με την αύρα της τελειότητας ως το εγκρατέστερο όπλο για την εκπόρθηση του Παραδείσου. Για την κατάκτηση της αθανασίας. Ο ίδιος μοίραζε, μέσα από τα έργα του, το κάλλος με την απλοχεριά ενός θεού και τοποθετώντας εκ νέου την Ψυχή στον ίδιο θρόνο με τον Έρωτα. Δηλαδή αδελφώνοντας τον παγανισμό με τον χριστιανισμό. Κανένας νεοπλατωνικός φιλόσοφος δεν τα κατάφερε καλύτερα, ούτε καν αυτός ο ίδιος ο Marcilio Ficino ή ο μαθητής του, ο Pico della Mirandola... ‌Όταν όλοι οι άλλοι πάλευαν τις ιδέες με κορμιά στερημένα, εκείνος αγκάλιαζε τα σώματα, χάιδευε τα τρυφερά στήθη των κοριτσιών και κέρδιζε και στα νοήματα και στην ομορφιά! Ένας Mozart της ζωγραφικής, ένας αγαπημένος των θεών, ο γενάρχης της σχολής της Ρώμης, η ενσάρκωση του μέτρου και της ισορροπίας, ο εισηγητής των λαμπρών, βενετσιάνικων χρωμάτων (που πάντως τα υιοθετεί από τον Sebastiano del Piombo). Ο καλλιτέχνης που επιλέγει σαν τον Θεό Πατέρα απλά κορίτσια του λαού για να τις καταστήσει Μαντόνες του! Όπως λ.χ. τη Φορναρίνα... Η τέχνη του, τέλος, εικονοποιεί ένα αρμονικό σύμπαν θεμελιωμένο στερεά τόσο στην αρχαία φιλοσοφία όσο και στο δόγμα της Chiesa Cattolica. Ίσως γι‘ αυτό διαδόθηκε σ’ όλη την Ευρώπη χάρη στις χαλκογραφίες που φιλοτέχνησε ο βοηθός του Marcantonio Raimondi και οι οποίες έφτασαν μέχρι το Άγιον Όρος, τα Επτάνησα και την Κρήτη επηρεάζοντας τη μεταβυζαντινή, ενετοκρητική σχολή της αγιογραφίας (Εμμανουήλ Τζάνες, Θεόδωρος Πουλάκης). Η παραμονή του στη Ρώμη υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική. Εκτός των άλλων φιλοτέχνησε τοιχογραφίες στη Villa Farnesina, στη Santa Maria della Pac και στη λότζια του Βατικανού σε συνεργασία με τον Giovanni da Undine και τον Perino del Vaga. Ο Ραφαήλ επιτυγχάνει τον απόλυτο συγκερασμό της pulchritudo (ομορφιά) και της similitudo (ομοιότητα), διατυπώνει τη σχεδόν αρχετυπική εικόνα της ευταξίας και του ωραίου. Οι νωπογραφίες του στις stanze, τα παπικά δώματα του Ιουλίου Β' della Rovere, στον τρίτο όροφο του Βατικανού που ολοκληρώνονται ανάμεσα στα 1509 και 1511, φέρουν μεν στοιχεία από τη μιχαηλαγγελική αίσθηση του μνημειώδους αλλά οι μορφές, παρά την ένταση τους, εμφανίζονται ισορροπημένες, φωτισμένες από ένα υπερκόσμιο μεγαλείο. Βρίσκονται ακριβώς πάνω από τα ”καταραμένα” διαμερίσματα του Πάπα Αλέξανδρου ΣΤ' Βοργία στον δεύτερο όροφο, το άγος των οποίων ήθελαν να εξορκίσουν τόσο ο Ιούλιος Β' όσο και ο ευνοούμενος του νεαρός από το Ουρμπίνο. Στο εικονογραφικό πρόγραμμα της Stanza della Segnatura για παράδειγμα παριστάμεθα έκθαμβοι εμπρός σ′ ένα μνημειώδες speculum doctrinale πλατωνοχριστιανικής έμπνευσης. (Universal History Archive via Getty Images) Σ’ ένα theatrum mundi. Στην τόσο εμπνευσμένα γεωμετρημένη ”Σχολή των Αθηνών” το στρογγυλό, κεντρικό κτίσμα με τον τρούλο παραπέμπει στα πρώτα σχέδια του Bramante για τον Άγιο Πέτρο, ενώ στο κέντρο της σύνθεσης ο Πλάτωνας-Ντα Βίντσι (ο δάσκαλος) και ο Αριστοτέλης-Μπραμάντε (ο φίλος) βαδίζουν δυναμικά προς τον θεατή σαν σε μιαν υπέργεια σκηνή ενός επίσης θαυμαστού θεάτρου. Ο ένας δείχνει τον ουρανό ο άλλος τη γη, μεταφυσική και φυσικός κόσμος σε μίαν έξοχη, διαλεκτική ενότητα. Γύρω τους το Πάνθεον των Ελλήνων φιλοσόφων και κάτω αριστερά μόνος και βυθισμένος σε μελαγχολικές σκέψεις ο σκοτεινός Ηράκλειτος-Μιχαήλ Άγγελος. Ο αντίπαλος! Ένα είδος οπτικής εγκυκλοπαίδειας της αρχαίας φιλοσοφίας της οποίας συνεχιστές είναι οι πρωτεργάτες της Αναγέννησης αυτή πού εκπροσωπούν τον homo universalis. Συμπάθειες και αντιπάθειες, καλλιτεχνικοί ανταγωνισμοί και bella maniera, ίντριγκες και συμφέροντα, φιλοσοφικές σχολές και ιδεολογικές διαμάχες μπορούν εδώ να συνυπάρχουν με τόσο ιδιοφυή και εντέλει καθαρτήριο τρόπο! Με τον Poussin και τον lngres να κατασκοπεύουν από το μέλλον γοητευμένοι αυτόν τον ευνοημένο της Φύσης και ευνοούμενο της εξουσίας. Η μαγεία αλλά και η τρομακτική δύναμη της ζωγραφισμένης εικόνας.... Και τότε και πάντα. Πρόκειται για την εντυπωσιακή ακουαρέλα του ανεξάντλητου εικονογράφου της ιστορίας Milo Manara ”Fornarina″ (από την σειρά έργων του από το 2002 ” Il pittore e la modella″) με διαστάσεις 70Χ50 εκ. Ο Μανάρα από το 1969 ασχολείται με την εικονογράφηση ιστορικών θεμάτων εμπνεόμενος κυρίως από την ιστορία της Αναγέννησης και του μπαρόκ. Και βέβαια από εκείνους τους δημιουργούς οι οποίοι συνδυάζουν ερωτισμό αλλά και ριζοσπαστική, καλλιτεχνική έκφραση όπως είναι ο Καραβάτζιο, ο Ραφαήλ, ο Πιρανέζι ή ο κύκλος των δημιουργών που κινούνται γύρω από τους Βοργίες. Οι αξεπέραστες ζωγραφικές του Μανάρα, σφιχταγκαλιασμένες με τα κείμενα, ερωτοτροπούν με πάθος ώστε να αναστήσουν μπροστά στα μάτια του, κακομαθημένου από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, θεατή όλον τον πολύχρωμο πλούτο αλλά και την υπόγεια γοητεία της ιστορίας. Μια ιστορία που εικονογραφείται σαν το διαρκές δράμα σωμάτων, επιθυμιών, εξάρσεων και πτώσεων. Συχνά σε αυτό του το ταξίδι τον συνοδεύουν δημιουργοί του επιπέδου ενός Federico Fellini, ενός Pedro Almodóvar, ενός Hugo Pratt. Με την συγκεκριμένη ακουαρέλα μεταφερόμαστε στο παπικό ανάκτορο όπου ανάμεσα σε γραμματείς και ερωμένες εικονίζεται να πρωταγωνιστεί η κόρη του φούρναρη, η Fornarina, δηλαδή η Margherita Luti, αλλιώς γνωστή και ως la Velata, η πεπλοφόρος. La Fornarina by Raffaello Έχω θαυμάσει το ημίγυμνο κορίτσι, μόνο του στο κέντρο της μεγάλης σάλας του Palazzo Barberini, να φυλάσσεται από δύο αγριωπούς φρουρούς, τουλάχιστον δύο φορές. Την κοίταζα όπως κοιτάζει κάνεις παλιά αγαπημένη που δεν έχει ξεπεράσει. Είναι η ημίγυμνη έμπνευση, η αγέρωχα αγέραστη σε πείσμα του χρόνου που καθοδηγεί τον ζωγράφο, κρατημένο σκόπιμα στο ημίφως. Όπως στη σκιά βρίσκεται κι ο Γκόγια στο περίφημο πορτρέτο της οικογένειας του Καρόλου Δ. Στο βάθος ο Πάπας Λέων Ι' των Μεδίκων στο θρόνο του ενώ στο πρώτο επίπεδο οι ανιψιοί του, ο καρδινάλιος Guilio di Guiliano de’ Medici, ο μετέπειτα καταστροφικός Πάπας Κλήμης Ζ' και ο καρδινάλιος Luigi de’ Rossi. Καμία ενδελεχής θεωρητική ανάλυση δεν θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα όχι το δέρμα αλλά το σώμα, όχι την πληροφορία αλλά την ατμόσφαιρα της ιστορίας... Τη γοητεία, το κύρος ή την παρακμή των μεγάλων στιγμών που κυοφορούν ανατροπές. Το δεύτερο έργο του Νίκου Ζήβα ονομάζεται ”Η άλλη Σχολή των Αθηνών” με διαστάσεις 47Χ34 εκ. και μεικτή τεχνική: (σχέδιο με μολύβι και κολλάζ σε ψηφιακά επεξεργασμένη εικόνα σε χαρτί) 2020. Ο Νίκος Ζήβας επιστρέφει στη Σχολή των Αθηνών της Stanza della Segnatura, αποστερημένης όμως από τα διάσημα πρόσωπα της, με τους κίονες και τις ορθομαρμαρώσεις, με τα δάπεδα και τις κόγχες των γλυπτών, ερημωμένες, χορταριαριασμένες. Πρόκειται μήπως για κάποιο πρωθύστερο πνεύμα ρομαντισμού και ρητορικής των ερειπίων όπως συμβαίνει λ.χ. με τον Robert Hubert και τον Piranesi, ή τάχα αυτή η ερήμωση αναφέρεται σε κάτι ουσιαστικότερο, σε κάτι πιο σύγχρονο; Μήπως αφορά στην στερημένη ουμανιστικών ιδεωδών και ίσως γι’ αυτό και μεγάλης τέχνης, εποχή μας; Νίκος Ζήβας Ως συνήθως η λύση των προβλημάτων βρίσκεται κάπου στο τέλος. Αν κοιτάξουμε το βάθος της συγκεκριμένης σύνθεσης θα δούμε να αχνοφαίνεται μία σύγχρονη μεγαλούπολη κι ένα αεροπλάνο να σκίζει τον αιθέρα. Δηλαδή βρισκόμαστε στο σήμερα με την τεχνολογία να κυριαρχεί και τις εφαρμογές της να έχουν καταλάβει τον πλανήτη. Για το καλό όμως ή για το κακό; Ποιός θα μπορούσε να απαντήσει με εγκυρότητα; Από τα βάθη του χρόνου η τέχνη, οι καλλιτέχνες μάς προειδοποιούν: Όσο καθιστούμε την καλλιτεχνική έκφραση μηχανική, αυτιστική και διακοσμητική, τόσο χάνουμε όχι μόνο πνευματικά αλλά και από πλευράς ποιότητας ζωής. Από πλευράς οράματος. Και χωρίς όραμα η ζωή καταντά καταδίκη. Χωρίς έρωτα και για τους ανθρώπους και για τα πράγματα που οι άνθρωποι έφτιαξαν, ισοδυναμεί με ειρκτή. Σαν αυτή που ζούμε τους τελευταίους μήνες έγκλειστοι και αποκλεισμένοι από όσα αγαπάμε και μας καθιστούν πιο ανθρώπινους. Μια αγκαλιά, ένας λόγος, ένα βλέμμα, ένα φιλί. Εσείς, φίλοι, τί λέτε; Η παρουσίαση του έργου του Milo Manara γίνεται με πρωτοβουλία της Zivasart Gallery κατόπιν της ευγενούς και φιλικής παραχώρησης αδείας προς αυτή από τον ίδιο και τον μάνατζερ του Claudio Curcio, διευθυντή της Comicon. Η Έκθεση ξεκινά το Σάββατο 19/12/2020 και η Zivasart Gallery (Zivasart Gallery | Facebook) παρουσιάζει την διαδικτυακή έκθεση μέσω του ακόλουθου συνδεσμου https://my.matterport.com/show/?m=HHgSnn2QGab Για να επισκεφθείτε τον Μίλο Μανάρα: https://www.facebook.com/milomanaraofficial - https://www.instagram.com/milomanara_official/?hl=it Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.