Jump to content

nikolas12

Moderator
  • Posts

    5,680
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    296

nikolas12 last won the day on July 24

nikolas12 had the most liked content!

Reputation

47,582 Popular

About nikolas12

  • Birthday 08/07/1995

Retained

  • Member Title
    A Silent Guardian. A Watchful Protector. A Dark Knight

Profile Information

  • City
    Gotham
  • Country
    Greece
  • Interests
    Μουσική, βιβλία, κόμικ, σειρές, ταινίες, μπάσκετ

Recent Profile Visitors

19,647 profile views
  1. Λάργκο Γουίντς: Η Τιμή του Χρήματος/Ο Νόμος του Δολλαρίου Έχω μείνει λίγο πίσω στα Λάργκο, συγκεκριμένα στον προηγούμενο τόμο που βγήκε, οπότε λέω να διαβάζω σιγά σιγά τις ιστορίες του και να τις αναλύω μία προς μία. Είναι ένα κακό με τον Λάργκο να θυμάμαι πολύ γενικά πράγματα και ψάχνω λίγο να θυμηθώ τι έγινε στις προηγούμενες ιστορίες. Anyways είμαι αρκετά χαρούμενος που επέστρεψα στον Λάργκο, ειλικρινά θεωρώ πολύ όμορφη κάθε ιστορία του ήρωα και η συγκεκριμένη μας γυρίζει στις πιο πρώτες ιστορίες που είχαν να κάνουν με εταιρίες και σύγκρουση οικονομικών συμφερόντων. Ουσιαστικά μια θυγατρική μιας μεγάλης εταιρίας που κατέχει ο όμιλος εταιριών του Λάργκο αποφασίζει να κλείσει τα εργοστάσιά της και το W Group θα έρθει αντιμέτωπο με τις συνέπειες όταν ένας εκ των ιδιοκτητών των εργοστασίων θα αυτοκτονήσει σε τηλεοπτική μετάδοση δίπλα στον Λάργκο. Ο ίδιος ωστόσο υποψιάζεται ότι πίσω από το κλείσιμο, έχει γίνει λογιστικό μαγείρεμα με stock options και ότι κάποια στελέχη θέλουν να βγάλουν οικονομικό κέρδος την ίδια ώρα που ο Λάργκο δέχεται τις ηθικές, νομικές και οικονομικές συνέπειες. Προφανώς έχει και δράση μέσα και κάποιες εξελίξεις στην προσωπική ζωή του Λάργκο μιας και ο Καπλάν παραιτείται από πιλότος του και τη θέση του παίρνει η Σίλκυ, μια πολύ χρήσιμη συνεργάτιδα με γνώσεις σε πολλαπλά πεδία. Αυτό που ποτέ δεν κατάλαβα στην περίπτωση του Λάργκο είναι γιατί ο επικεφαλής ενός τόσο τεράστιου ομίλου να μπλέκεται ο ίδιος σε περιπέτειες για μια θυγατρική θυγατρικής κτλ, αλλά δεν μας ενοχλεί καθόλου σαν αναγνώστες μιας και ανοίγει έξτρα ιστορίες Από εκεί και μετά, δεν το παρακάνουν με τους οικονομικούς όρους και τα εξηγούν πολύ κατανοητά ακόμα και για κάποιον που δεν πολυασχολείται, ενώ μου αρέσει το ότι πέραν της εξυπνάδας του Λάργκο που είναι προφανής, βλέπουμε περισσότερο και την ηθική του πλευρά, καθώς μπορεί να καταδικαστεί σε φόνο εκ προμελέτης αν αποκαλυφθεί η κομπίνα και ο ίδιος θέλει να βγει η αλήθεια στο φως. Ψυχανεμίζομαι ότι η επόμενη ιστορία θα έχει περισσότερη δράση και αγωνία, αλλά σε όποια έκφανση των ιστοριών της σειράς και να κινηθεί, ξέρω σίγουρα πως θα τη διαβάσω ευχάριστα
  2. Με την αντίστροφη μέτρηση για το φετινό La Comics Festival να έχει ξεκινήσει, ο καλλιτεχνικός διευθυντής της διοργάνωσης, Μέλανδρος Γκανάς, μιλά στη LarissaPress για τις παιδικές του καλοκαιρινές αναμνήσεις, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τα κόμικς, ενώ μοιράζεται τις δικές του προτάσεις για καλοκαιρινή ανάγνωση. «Από μικρό παιδί γύριζα τα καλοκαίρια στις παραλίες και έψαχνα περίπτερα και μικρά μαγαζάκια που είχαν κόμικς. Τα μεσημέρια, όταν όλα ησύχαζαν, βρίσκαμε μια σκιά, ακούγαμε τα τζιτζίκια και διαβάζαμε. Έτσι έχω συνδυάσει στο μυαλό μου το καλοκαίρι με τα κόμικς». Όπως αναφέρει, ακόμη και σήμερα η ίδια συνήθεια παραμένει αναλλοίωτη. «Μόλις έρθει το καλοκαίρι, βάζουμε στη βαλίτσα τα πράγματά μας, πετάμε μέσα και μερικά κόμικς και φεύγουμε για τη θάλασσα. Με λίγη μουσική στα ακουστικά, το αεράκι της παραλίας και ένα καλό κόμικ, το καλοκαιρινό μεσημέρι γίνεται η καλύτερη στιγμή της ημέρας». Οι καλοκαιρινές του προτάσεις Ο Μέλανδρος Γκανάς προτείνει στους φίλους των κόμικς να αναζητήσουν κλασικούς τίτλους που ταιριάζουν απόλυτα στην καλοκαιρινή ατμόσφαιρα. «Ο Corto Maltese, που είναι και ναυτικός, είναι ιδανικός για το καλοκαίρι. Φυσικά, υπάρχουν ο Αστερίξ, ο Ιζνογκούντ, ο Τεν Τεν, αλλά και τα αγαπημένα Μίκυ Μάους και Αλμανάκο, που μας γυρίζουν στα παιδικά μας χρόνια. Είναι όμορφο να ξαναβρίσκουμε αυτές τις αναμνήσεις», σημειώνει. Κλείνοντας, απευθύνει κάλεσμα στους φίλους των κόμικς ενόψει του La Comics Festival, που θα πραγματοποιηθεί από τις 4 έως τις 6 Σεπτεμβρίου. «Κάντε μια βόλτα στα περίπτερα και στα παλιά βιβλιοπωλεία, αναζητήστε ξεχασμένα κόμικς και απολαύστε τα είτε στην παραλία είτε στο σπίτι. Και φυσικά… ελάτε διαβασμένοι στο φετινό La Comics Festival». https://www.youtube.com/watch?v=zZoHP2T_yEA Α.Π. ΦΩΤΟ-ΒΙΝΤΕΟ: Λεωνίδας Τζέκας//LarissaPress Πηγή
      • 3
      • Like
  3. Το «Καμίλ το ζιζάνιο: Στον κόσμο των μεγάλων» είναι ένα απολαυστικό κόμικς το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Chaniartoon Press. Το έργο, σε σενάριο της Camille Osscini και ολοζώντανη εικονογράφηση από τον Sess, αποτελεί μια φρέσκια, χιουμοριστική ματιά στην καθημερινότητα μέσα από τα μάτια ενός μικρού, αυθόρμητου κοριτσιού. Καμίλη το ζιζάνιο: στον κόσμο των μεγάλων Η μικρή Καμίλ, η κεντρική ηρωίδα, είναι το απόλυτο «ζιζάνιο». Διαθέτει μια ανεξάντλητη ενέργεια, μια χρυσή καρδιά και ένα κεφάλι διαρκώς γεμάτο με απρόβλεπτες απορίες. Το βασικό χαρακτηριστικό της είναι ότι δεν μασάει τα λόγια της. Λέει πάντα ακριβώς αυτό που σκέφτεται, ενώ οι αυθόρμητες παρατηρήσεις και οι παιδικές της ερωτήσεις φέρνουν συχνά σε τρομερή αμηχανία και δύσκολη θέση τους γονείς της, δημιουργώντας ξεκαρδιστικές καταστάσεις. Το βιβλίο ξεδιπλώνεται μέσα από σύντομα, αυτοτελή επεισόδια γεμάτα γρήγορο ρυθμό. Κάθε σελίδα αποτυπώνει με μοναδική τρυφερότητα τη δυναμική μιας σύγχρονης οικογένειας που δεν ξέρει τι θα πει η λέξη «βαρεμάρα». Η Καμίλ μετατρέπει την πιο απλή, ρουτινιάρικη στιγμή της ημέρας σε μια ανατρεπτική περιπέτεια, φυσικά με τη βοήθεια της αδερφής της Πωλίν, του σκυλάκου και της γάτας τους. Η εικονογράφηση του Sess συμπληρώνει ιδανικά το κείμενο, προσφέροντας εκφραστικούς χαρακτήρες και έντονη κινητικότητα που καθηλώνουν τον αναγνώστη. Τη γεμάτη ζωντάνια ελληνική μεταφορά του κόμικς έχουν αναλάβει στη μετάφραση ο Γιάννης Ιατρού και η Άννα Μπότσου. Το «Καμίλ το ζιζάνιο» είναι ένας καταιγισμός παιδικής φαντασίας και αγνής οικογενειακής αγάπης. Καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο πηγαίο γέλιο και τη συγκίνηση, κάνοντας τους ενήλικες να χαμογελάσουν με τις αναμνήσεις της δικής τους παιδικής ηλικίας και τους μικρούς αναγνώστες να ταυτιστούν απόλυτα με την ηρωίδα. Είναι ένα ιδανικό ανάγνωσμα για κάθε ηλικία που αποδεικνύει ότι η καθημερινότητα με ένα παιδί είναι το πιο όμορφο, απρόβλεπτο χάος. Οι δημιουργοί της Καμίλ Στη Γαλλία, τη γενέτειρα του κόμικς, η Καμίλ κυκλοφορεί με τον τίτλο «Camille Pétille». Αρχικά εκδόθηκε από τον οίκο «Slalom», ενώ στη συνέχεια οι ιστορίες της βρήκαν στέγη στον εκδοτικό «Glénat». Οι γαλλικές εκδόσεις περιλαμβάνουν απολαυστικούς τόμους όπως το «Dans la cour des grands» και το «À la vie, à la morve», οι οποίοι αγαπήθηκαν αμέσως από το γαλλόφωνο κοινό για το έξυπνο χιούμορ τους. Πίσω από την επιτυχία του κόμικς κρύβεται ένα πολύ δεμένο καλλιτεχνικό δίδυμο, το οποίο μάλιστα μοιράζεται τη ζωή και στην πραγματικότητα: Η Camille Osscini κατάγεται από τη Μασσαλία και αντλεί όλη την έμπνευσή της από τη δική της καθημερινότητα, την παιδική της ηλικία, αλλά και τη σχέση με την κόρη της, Τες. Μεταφέρει τις αληθινές οικογενειακές στιγμές στο χαρτί με μοναδική φυσικότητα. Ο Sess είναι καταξιωμένος Γάλλος εικονογράφος και δημιουργός κόμικς με έδρα το Παρίσι. Είναι ιδιαίτερα γνωστός για το χαρακτηριστικό, «απλοϊκό» (naive) στυλ σχεδίου του και τις απαλές παλέτες ακουαρέλας. Παράλληλα, συνεργάζεται με γνωστά γαλλικά παιδικά περιοδικά όπως το Astrapi. Είναι μέλος της κολεκτίβας «The Ink Link», μίας ομάδας δημιουργών κόμικς που συνεργάζονται με ανθρωπιστικές οργανώσεις και ΜΚΟ για τη δημιουργία ενημερωτικών σκίτσων. Οι δύο δημιουργοί θα βρίσκονται στην Ελλάδα και στα Χανιά τέλη Σεπτέμβρη, για να παραβρεθούν στο φετινό 10o Chaniartoon. Συγκεκριμένα το τριήμερο του artist alley, 25-27 θα πραγματοποιήσουν εργαστήριο-παρουσίαση για παιδιά και όχι μόνο, ενώ θα βρίσκονται και στο τραπέζι της Chaniartoon Press για να υπογράφουν βιβλία. Παράλληλα το φετινό Chaniartoon, θα φιλοξενήσει και μια πρωτότυπη έκθεση, ειδικά επιμελημένη για το φεστιβάλ, βασισμένη στην αγαπημένη μικρή ηρωίδα. Πηγή
      • 2
      • Like
  4. Ο Garfield είναι πραγματικά πολύ άτυχος, ήταν μεγάλος φαν του χαρακτήρα και έκανε τρομερή δουλειά ερμηνευτικά, αλλά όλα τα στελέχη στις ταινίες του ήταν για τα σκυλιά για αυτό και δεν πήγε τίποτα καλά. Εγώ γενικά έβλεπα νέες ταινίες με Spider-Man με όλους και υπάρχει η δυνατότητα λόγω Multiverse, αλλά δύσκολο μετά το Secret Wars να επενδύσουν σε αυτό.
  5. Το είδα τη Δευτέρα το βράδυ (μιας και περίμενα τον αδερφό να γυρίσει από διακοπές, γιατί αυτός είμαι). Αν ενδιαφέρεστε για μια φουλ σπόιλερ κριτική με όλες μου τις σκέψεις, θα τη βρείτε στο podcast που κάναμε στο Super Hero News μαζί με τον @ Mixalis112 εδώ. Από εκεί και μετά για μένα αυτή η ταινία είναι η καλύτερη του Spider-Man επί Tom Holland. O Destin Daniel Cretton φέρνει επιτέλους μια νέα πνοή τόσο οπτικά όσο και σε θέμα δράσης όπου πραγματικά είναι εντυπωσιακή. Αυτό που μου άρεσε επίσης είναι ότι μετά από αρκετές ταινίες, ο Spider-Man καταπιάνεται ξανά με λίγο πιο σοβαρά ζητήματα. Βλέπουμε ας πούμε πως ο Peter πρέπει σιγά σιγά να αποδεχτεί ότι το DNA του αλλάζει και να μάθει να μην το καταπολεμά, αλλά να ζει με αυτό και να παραμείνει ο ίδιος άνθρωπος με τις ίδιες αξίες. Θίγει επίσης τη μοναξιά που νιώθει μετά τα γεγονότα του No Way Home και το πως παίρνει χαρά μέσα από την αγάπη του κόσμου που είναι ωστόσο απρόσωπη. Αυτά τα δύο έρχονται κατευθεία σε κόντρα με τον εχθρό της ταινίας και τα εντυπωσιακά πλάνα του Cretton συναντάνε ένα πιο βαθύ και συναισθηματικό background. Από εκεί και μετά, χρήση Hulk και Punisher ακριβώς όσο το χρειαζόμασταν και υπάρχει αρκετό Spidey lore με την DeWolff να συστήνεται στο κοινό. Επίσης σιγά σιγά οι ταινίες της Marvel αρχίζουν και έχουν μια διαφορετική κινηματογράφηση και όψη και αυτό είναι αρκετά ορατό στις τελευταίες ταινίες και ήταν απαραίτητο μετά το Endgame. Με την εισπρακτική επιτυχία που έκανε το Brand New Day, πιστεύω δε θα χρειαστούμε πολύ καιρό να δούμε την επόμενη, ελπίζω με τον ίδιο σκηνοθέτη.
  6. Κάνω rewatch τη φιλμογραφία του Wes Anderson και για κάποιο λόγο αυτό το διαμαντάκι δεν το είχα δει ποτέ. Είναι μια πραγματικά εξαιρετική ταινία που φέρνει τις αρετές του Wes Anderson, τη μουσική, τη συμμετρία και τη χρωματική του παλέτα στην stop motion αισθητική. Μου άρεσε πάρα πολύ ότι καταπιάνεται με θέματα που αφορούν τη σχέση των ανθρώπων με τα ζώα και το περιβάλλον, αλλά και στο να θίξει το κομμάτι της αποδοχής του εαυτού μας μέσα σε μια ιστορία με πρωταγωνιστές μερικά πολύ όμορφα ζώα. Προτείνεται εννοείται!
  7. Με αφορμή και την επιστροφή του X-Files, ας τους δούμε να μελετάνε λογικά εμένα στο Books of Adam
      • 3
      • Like
  8. Από το Brown Paper Bag του Shailesh Gopalan!
      • 3
      • Like
      • Funny
  9. Αυτήν την ερώτηση πέραν της δικής μου απάντησης, την έψαξα και λίγο για να δω τι αναφορές υπάρχουν και online. Για μένα o Pierce αποτελεί μια μεγάλη επιρροή για τον χαρακτήρα του Rick όσον αφορά τον πεσιμισμό, την εγωμανία του και τον τρόπο που φέρεται στους γύρω του. Ψάχνοντας είδα ότι ο Harmon έχει κάνει ακόμα και μικρές συνδέσεις μεταξύ των δύο σειρών π.χ τα Glip Glops που αναφέρονται στο Community μετά εμφανίζονται στο Rick and Morty.
  10. Συμφωνώ και εγώ με Kurdy, από την αρχή θα σου πρότεινα, γιατί όντως υπάρχουν αναφορές σε προηγούμενα επεισόδια.
  11. Κλασικές Ιστορίες Popeye Τόμος 6 Πάει πάνω από ένας χρόνος από τότε που κυκλοφόρησε αυτός ο τόμος και δυστυχώς λόγω υποχρεώσεων δεν είχα καταφέρει να τον αγοράσω εγκαίρως και δεν είχα και τον χρόνο να το διαβάσω. Αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στον συγκεκριμένο είναι πως αν και οι ιστορίες έχουν γραφτεί στα 80s, έχουν έναν αρκετά φουτουριστικό χαρακτήρα με συνεχόμενες αναφορές στην τεχνολογία, κάτι που πολύ εύστοχα αναφέρει και στα αφιερώματά του στην αρχή του τόμου ο Μικρός Ήρωας. Το ωραίο επίσης είναι ότι σιγά σιγά βλέπουμε επιστροφές χαρακτήρων σε σχέση με άλλους τόμους όπως οι Στριμμένοι και ο Ότις Ο. Ότις ή χαρακτήρες οπως ο Καθηγητής Ουοτεσνάζλ για τον οποίον μαθαίνουμε και το backstory του. Ένα καλό που συνεχίζουν να έχουν οι τόμοι είναι η άριστη επιμέλεια της εκδοτικής που φροντίζει να μας συστήνει με ένα πολύ ωραίο αφιέρωμα τον χαρακτήρα, να βλέπουμε την πρώτη εμφάνισή του και κάποια στριπς ακόμα και από παλιότερες ιστορίες ή άλλες ελληνικές εκδόσεις. Επίσης αυτός ο τόμος έχει πολλή Κακιά Μάγισσα, πράγμα που θεωρώ πάντα καλό γιατί η χημεία της με τον Popeye είναι αξεπέραστη, ακόμα και σε μικρές ιστορίες όπως Η Τελευταία των Μαγισσών που κλείνει το τεύχος. Από εκεί και μετά, γέλασα πολύ με το Φώτα, Κάμερα, Γυρίζουμε όπου ο Ότις Ο. Ότις αναλαμβάνει να γυρίσει μια ταινία με τον Μπρούτο να διεκδικεί την Όλιβ ως ήρωας και τον Popeye να είναι κακός, πράγμα που οδηγεί σε ξεκαρδιστικά αποτελέσματα. Από εκεί και μετά ένιωσα στο πετσί μου την ιστορία Σήμερα Γάμος Γίνεται, όπου ο Popeye και η Όλιβ μετά από αστεία γεγονότα ορίζουν το πότε θα πατρευτούν, αλλά συνειδητοποιούν και οι δύο πως δε θέλουν και αυτό μου άρεσε πάρα πολύ γιατί δίνεται σιγά σιγά και δείχνει τη δυναμική τους ως ζευγάρι κι ταυτόχρονα την ελευθερία που απολαμβάνουν με το να μη δεσμεύονται. Μια άλλη ιστορία που θεωρώ ότι έχει εξαιρετικά μηνύματα είναι το Θαλάσσια Τέρατα με κάποια πλάσματα που προσπαθούν να κατακτήσουν τον κόσμο ικανοποιώντας ευχές που στοχεύουν την απληστία του έως ότου συνειδητοποιούν ότι δεν είναι όλα τόσο εύκολα με τον Popeye. Όπως προείπα, έχει και μερικές ιστορίες που δείχνουν την επίδραση της τεχνολογίας και η μία είναι αυτή με τον Μπλόζο όπου ένας υπολογιστής του κλέβει τη βασιλεία της χώρας του δείχνοντας μας πόσο ψυχρά, στεγνά και υπολογισμένα μπορεί να διοικήσει ένα μηχάνημα. Η πιο ξεκαρδιστική πλευρά είναι η Μαγεία Εναντίον Επιστήμης με τον Ουοτεσνάζλ και την Κακιά Μάγισσα να κάνουν διαγωνισμό καταστροφής του Popeye, ο μεν με επιστήμη, η δε με μαγεία. Όπως και να 'χει, διασκέδασα και τώρα, η ικανότητα του Sagendorf να γράψει στριπς που μπορούν να είναι αυτόνομα και να μας δίνουν ενιαία ιστορία είναι μαγική και η δουλειά που κάνει ο Μικρός Ήρως στο κομμάτι της επιμέλειας και των κειμένων, κάνουν την έκδοση ακόμα πιο μαγική. Χαίρομαι που την αγκάλιασε ο κόσμος και συνέχισε.
  12. Έχουν γραφτεί πολλές βιογραφίες για τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Μάλιστα, υπήρξε μια εποχή όπου λέγονταν και γράφονταν τόσα πολλά για εκείνον σε ποικίλες και διαφορετικές πτυχές της δημόσιας σφαίρας, ώστε να πιστέψουμε πως γνωρίζαμε καλά ποιος ήταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Γνωρίζαμε την τέχνη του, τις παρέες του, τα στέκια στα οποία σύχναζε, τα σπίτια που έμενε κατά καιρούς, ακόμα και τα πάθη του, τις ερωτικές σχέσεις του, την πάγια ροπή που είχε προς κάθε είδους κατάχρηση. Ούτως ή άλλως, ο Σιδηρόπουλος ήταν ο «Πρίγκιπας» της ελληνικής ροκ, κάποιοι θα έλεγαν πως, μετά θάνατον, στέφθηκε ο άτυπος βασιλιάς μιας κουλτούρας που φαινομενικά αντιπαθούσε οτιδήποτε θύμιζε μοναρχικά καθεστώτα. Με το πέρασμα των χρόνων, ο Παύλος Σιδηρόπουλος έγινε μια μυθική φιγούρα όχι μόνο της ελληνικής ροκ μουσικής, αλλά μιας ολόκληρης εποχής που έψαχνε να βρει τον Παύλο πέρα από το περιθώριο, πέρα από τα ναρκωτικά, πέρα από την ποίηση και τις μουσικές του, να τον εξυγιάνει, να τον μεταφράσει ξανά και ξανά, για να κόψει και να ράψει, εν τέλει, την περσόνα του στα μέτρα του καθενός. Η σκιά του Παύλου έπαιρνε σάρκα και οστά διαρκώς ώστε να διαδραματίσει κάποιον καινούριο ρόλο στην Ελλάδα του εκσυγχρονισμού και της καινοτομίας, για να χωρέσει σε όλα εκείνα τα μέρη που ο ίδιος ο Σιδηρόπουλος δεν ήθελε να χωρέσει ποτέ όσο βρισκόταν στη ζωή. Ομολογουμένως, είναι απαιτητική δουλειά η ενδελεχής μελέτη της ζωής καλλιτεχνών όπως ο Σιδηρόπουλος σε μια προσπάθεια να την αντιληφθείς και να την τεμαχίσεις σε διάφορα κομμάτια με σκοπό την κατασκευή μιας βιογραφίας του. Το βασικό και πιο σημαντικό ερώτημα που τίθεται δεν είναι το αναμενόμενο, το «ποιος ήταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος» αλλά ποιον Παύλο Σιδηρόπουλο θέλει ο εκάστοτε βιογράφος να παρουσιάσει στο κοινό και με ποιον τρόπο. Σε ποια θέση θέλει να τον τοποθετήσει μέσα σε εκείνο το περιβόητο «βιβλίο των ηρώων του τρόμου» της ιστορίας, πόσο θα αφήσει τον εαυτό του και την πένα του να παρασυρθούν από τις παράξενες αποχρώσεις του παρελθόντος που οργανικό τμήμα του υπήρξε και ο Παύλος. Αυτό το δύσκολο και δύστροπο εγχείρημα ανέθεσε ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς, ο εκδότης του Μικρού Ήρωα, στον δημοσιογράφο και σεναριογράφο κόμικς Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου ένα βράδυ που έτυχε να περνούν έξω από το σπίτι του Σιδηρόπουλου που βρισκόταν στον αριθμό 50 της οδού Δροσοπούλου στην Κυψέλη. Λίγο αργότερα, την εικονογράφηση του κόμικ για τον Παύλο θα αναλάμβανε ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, εκφράζοντας τις ίδιες ανησυχίες και προβληματισμούς για το επικείμενο έργο όπως και ο συγγραφέας του. Όλοι τους αναγνώριζαν πως ένα κόμικ για τον Σιδηρόπουλο είναι μεγάλη ευθύνη, όχι μόνο για την «ορθή» διαχείριση της κληρονομιάς που μας άφησε ο «Πρίγκιπας», αλλά διότι τις δεκαετίες που ακολούθησαν από τον θάνατό του, ο Σιδηρόπουλος απομονώθηκε από την εποχή του και διένυσε πολλές και διαφορετικές τροχιές στη δημόσια σφαίρα. «Εν κατακλείδι», λοιπόν, για ποιον Παύλο Σιδηρόπουλο μιλάμε όλοι μας, φίλοι και εχθροί, ροκάδες και μη, ασυμβίβαστοι και συμβιβασμένοι; Τι καταλαβαίνει η νέα γενιά, η γενιά της οικονομικής κρίσης που δεν πρόλαβε να ζήσει ούτε τα απόνερα της Μεταπολίτευσης, για τη μακρά δεκαετία του 1960 που λόγω της χούντας των Συνταγματαρχών, στην Ελλάδα κράτησε μέχρι τη δεκαετία του 1980, ίσως και λίγο περισσότερο στις καρδιές και στις συνειδήσεις ορισμένων τμημάτων της κοινωνίας; Για το φάντασμα του Παύλου Σιδηρόπουλου που επιστρέφει διαρκώς για να βρει τη θέση του στις μουσικές ανησυχίες των τωρινών νέων που ψάχνουν τον «Φλου» σε παλιά δισκοπωλεία, σαν να μην πέρασε ούτε μια ημέρα από τότε που εκδόθηκε ο δίσκος και ας πέρασε μισός αιώνας. Για όλους εκείνους που θέλουν να ψάξουν τι είδους καλλιτέχνης ήταν ο Σιδηρόπουλος, πέραν από το μύθο του «Ασυμβίβαστου», του «Να μ’αγαπάς» και του «Αν γλυτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα». Διαβάζοντας την εισαγωγή του συγγραφέα και του εικονογράφου στο ολοκληρωμένο graphic novel για τον Παύλο Σιδηρόπουλο με τίτλο «Εν Κατακλείδι», τον τίτλο από ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια του «Φλου», μαθαίνουμε ότι οι καλλιτέχνες θέλησαν να αποδώσουν την ατμόσφαιρα της ζωής του Παύλου και όχι τις εκρήξεις της. Ίσως βοηθάει και η ίδια η εποχή ώστε τα δεδομένα να εμφανίζονται πιο ψύχραιμα, πιο αποκρυσταλλωμένα, ιδωμένα έξω από την κλειδαρότρυπα και τους κιτρινισμούς. Η γενιά του Σιδηρόπουλου, εκείνη που ονομάστηκε «Γενιά του Πολυτεχνείου», η γενιά των ’60ς και των ’70ς, χάνεται πλέον μέσα στη διάψευση των ίδιων των μεγάλων προσδοκιών που κατασκεύασαν την ουσία της, στις μεγάλες υποχωρήσεις και σε τραγικούς ιστορικούς συμβιβασμούς. Πολλοί από τη γενιά του Παύλου πέθαναν «στην ψάθα», όπως λένε, άλλοτε λησμονημένοι και καταφρονημένοι, άλλοτε προσαρμοσμένοι στους νέους καιρούς που πλέον δεν έχουν τίποτα το ροκ μέσα τους. Εκείνοι που επιβίωσαν με κάποια αξιοπρέπεια, τα κατάφεραν μέσα από τη διαχείριση των ταλέντων τους σε διάφορες τέχνες και επαγγέλματα, μέσα από την τραυματική προσαρμογή στα μοναχικά μπλουζ του ύστερου καπιταλισμού που από ένα σημείο και έπειτα ξεπουλούσε στις αγορές του κόσμου τους αγώνες του σύντομου 20ου αιώνα, μέσα από καντάρια μιας μονόχνωτης κουλτούρας της νοσταλγίας που μετουσιώθηκαν σε άνευρα στιλιστικά προϊόντα. Είναι δύσκολο να φανταστούμε τον Παύλο Σιδηρόπουλο στις εποχές της ιδιωτικής τηλεόρασης, των reality shows, της Κωστοπουλικής επίδειξης του νεοπλουτισμού που έκλεισε τα παλιά στέκια στο Κολωνάκι ή τα μετέτρεψε σε αποστειρωμένους τόπους ανακύκλωσης της ανυπόφορης χλίδας και της κωμικοτραγικής κοσμικότητας. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος ήταν γέννημα-θρέμμα της εποχής του, καμία άλλη εποχή δεν μπορούσε να γεννήσει άλλον Παύλο Σιδηρόπουλο και επί της αρχής, αυτό ακριβώς επεξεργάζεται και διαπραγματεύεται το graphic novel. Είναι σίγουρο πως ένα κόμικς για τον Παύλο Σιδηρόπουλο θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί άγαρμπα εκείνη την εποχή και να βουλιάξει ακόμα πιο βαθιά στις σκιές του, στα σκοτάδια του, στα πάθη του, στις καλές και κακές συντροφιές του, με τη χειρότερη από αυτές να παραμένει η ηρωίνη. Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, όμως, θέλησαν εξαρχής να συνομιλήσουν με τον ίδιο τον Παύλο, όχι με τη σκιά του αλλά με την ηχώ που άφησε πίσω του. Να δημιουργήσουν ένα όμορφο περιβάλλον που ξεκινάει από τη γέννηση του Σιδηρόπουλου μέσα σε μια μορφωμένη αστική οικογένεια στα τέλη της δεκαετίας του ’40, η οποία αποτέλεσε γόνιμο έδαφος για την άνθιση των ταλέντων του και τον προίκισε με ένα αξιόλογο συμβολικό κεφάλαιο, να μιλήσουν για τα λίγα χρόνια που έμεινε ως φοιτητής στο τμήμα του Μαθηματικού στη Θεσσαλονίκη το οποίο επέλεξε να παρατήσει ώστε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική και τις εσωτερικές του αντιφάσεις και τις μεγάλες αποφάσεις της ζωής του. Αλλά το πιο σημαντικό, η ουσία που διατρέχει όλη την ιστορία του Παύλου και που ο σεναριογράφος του κόμικ επέλεξε να διατρέξει και στη δική του ιστορία για τον Παύλο, είναι ο διαρκής αγώνας και η αγωνία του για το τί είδους τέχνη ήθελε να κάνει, για το τί είδους μουσική ήθελε να δημιουργήσει. Αυτή η αγωνία που δεν έσβησε ποτέ από μέσα του, δεν καταγάλιασε ούτε τις στιγμές της επιτυχίας του, ήταν το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητας του Παύλου Σιδηρόπουλου, που δεν επαναπαύτηκε ποτέ σε μια μόντα, σε έναν γνώριμο και γουστόζικο ρυθμό που άρεσε στα πλήθη ώστε να τον πατεντάρει και να τον κάνει brand name, όπως άλλοι καλλιτέχνες της εποχής. Ήταν πειραματικός καλλιτέχνης ο Σιδηρόπουλος, με κεντρομόλο δύναμη πάντα το ροκ εν ρολ, έψαχνε τις μουσικές, τα ηχοχρώματα, τις λεπτές διαφορετικές υφές των ρυθμών και των μουσικών οργάνων. Γι’ αυτό και ο θρύλος λέει πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος έκανε τα καλύτερα live στην Ελλάδα, σε μια εποχή που λίγοι μπορούσαν να αναγνωρίσουν βασικά στοιχεία ενορχήστρωσης και ακουστικής. Όλα αυτά τα έντυνε με ελληνικό στίχο, με τη δική του ποίηση και τα δικά του λόγια, κόντρα στους καιρούς που επιτακτικά απαιτούσαν ξένο στίχο, αγγλικές λέξεις, ξενόφερτους νεωτερισμούς. Αλλά και ο κόσμος της εποχής, της εποχής της Μεταπολίτευσης, δεν συγχώρεσε εύκολα στον Παύλο το γεγονός ότι δεν ασχολήθηκε ποτέ ενεργά με τα πολιτικά, δεν ντύθηκε με τα χρώματα κάποιας οργάνωσης ή κάποιου κόμματος, δεν τραγούδησε ποτέ σε κάποιο φεστιβάλ κάποιας πολιτικής νεολαίας. Ούτε και αναρχικός, όμως ήταν, και ας έκανε παρέα με τα φρικιά των Εξαρχείων κατά καιρούς και με την ασυμβίβαστη νεολαία της δεκαετίας του 1980 που έψαχνε αλλιώτικα την κατάσταση, τη μετέφραζε διαφορετικά από τα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια. Και ας είναι οι δίσκοι του Γιάννη Μαρκόπουλου στους οποίους συμμετείχε στα μέσα της δεκαετίας του 1970, πραγματικά διαμάντια, όπως ο μνημειώδης «Θεσσαλικός Κύκλος», με τραγούδια που απογειώθηκαν από τη φωνή του Σιδηρόπουλου. Δεν ήταν αυτό ο Παύλος, ήταν πολλά και διαφορετικά στοιχεία που συνύφαιναν το μωσαϊκό της δικής του, μοναδικής τέχνης. Ίσως για αυτό, σκέφτομαι πολλές φορές, ο Παύλος Σιδηρόπουλος να αγαπήθηκε τόσο πολύ από τον κόσμο μετά θάνατον, να λατρεύτηκε σε βαθμό σχεδόν αγιοποίησης από ορισμένους εναλλακτικούς χώρους. Ανήκε πεισματικά στον εαυτό του σε μια εποχή που οι περισσότεροι καλλιτέχνες καβάλησαν το άρμα της ευρείας πολιτικοποίησης της μεταδικτατορικής εποχής και έβγαζαν τον έναν πολιτικό δίσκο μετά τον άλλον. Και όταν, αργότερα, οι εποχές άλλαξαν και ο νεοφιλελευθερισμός επέλαυνε απρόσκοπτα, η υποχώρηση της συλλογικής δράσης και συνείδησης έλαβε χώρα με τέτοιο συντριπτικά εξατομικευμένο τρόπο που πάλι ο Παύλος, ο ασυμβίβαστος ροκάς που είχε μάθει να ζει συλλογικά και κοινοβιακά, δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα των γιάπηδων και της απανταχού εντατικοποίησης, στην υποχώρηση όλων όσων πίστευε και πάλευε για τη μουσική και για την τέχνη. Αυτές τις σκέψεις σου αφήνει η ανάγνωση του graphic novel για τον Παύλο Σιδηρόπουλου. Με έντιμο και σεβάσμιο τρόπο καταπιάνεται με την προσωπικότητά του και τις αγωνίες του, με την τέχνη του και τις προσδοκίες που είχε από εκείνη. Οι δημιουργοί του έργου δεν αφήνουν χώρο σε κενούς συναισθηματισμούς, ούτε ποντάρουν σε σοκαριστικές αποδώσεις της ζωής του, στις ταραχώδεις πλημμυρίδες και άμπωτες που συνηθίζουν να εμφανίζονται στις βιογραφίες για τον «Πρίγκιπα». Ούτε, από την άλλη, αποκαλύπτουν τα κρυφά μυστικά του Παύλου, τις ανείπωτες σκοτεινιές της ψυχής του έτσι όπως κατά καιρούς θυμούνται να ασχοληθούν διάφορες μεσημεριανές εκπομπές όταν ξεμένουν από θέματα. Δεν θα μάθουμε ποια ήταν στα αλήθεια η «Κ.», ούτε ο «Μπάμπης ο Φλου», ούτε πως γνώρισε τις γυναίκες που τον σημάδεψαν, ούτε για το πως και γιατί ξεκίνησε την πρέζα και πως ζούσε μέσα στη δική της μέγγενη. Στο «Εν Κατακλείδι», μαθαίνουμε ξανά τον Παύλο Σιδηρόπουλο μέσα από την τέχνη του, άρρηκτα συνδεδεμένη με τις υφές της εποχής του. Όπως προτρέπουν, λοιπόν, οι δημιουργοί του έργου, ας βάλουμε τα αγαπημένα μας τραγούδια του Παύλου και ας περιηγηθούμε σε εκείνα τα ιδιαίτερα χρόνια, σε αυτόν τον ιδιαίτερο καλλιτέχνη που σημάδεψε όσο λίγοι την μεταπολιτευτική μουσική και αποτέλεσε τον λόγο που πολλά νέα παιδιά έπιασαν την κιθάρα στα χέρια τους και έμαθαν μουσική. Ας χαθούμε για λίγο στο σύμπαν του Παύλου Σιδηρόπουλου, του «Πρίγκιπα» της ροκ, που σχεδόν σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του, συνεχίζει να μας εμπνέει. Ήρθε ο καιρός να του πούμε το αντίο που του άξιζε. «Και τώρα φίλοι μου είν’αργά μια καληνύχτα στη μαμά και λίγη στάχτη στα μαλλιά καιρός να πούμε αντίο Σκεπάσανε όλους τους νεκρούς με αρρωστιάρικους ψαλμούς Κλόουν με σοβαρούς σκοπούς γυμνοί μέσα στο κρύο Κατά τ’άλλα εσείς που’σαστε υγιείς και αξιοπρεπείς βοηθήστε μας και λίγο Δώστε μας πνοή, στέγη και τροφή μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο Πουλάμε σώμα και ψυχή δώστε μας λίγη προσοχή Στα υπόγεια μαύροι ποντικοί λουφάζουνε δύο-δύο Παίρνουμε σβάρνα τους γιατρούς αδύνατοι μπροστά στους δυνατούς και συναντάμε ξέμπαρκους θεούς που χάσανε το πλοίο» Πηγή
      • 3
      • Thanks
      • Like
  13. Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά το πρώτο μνημόνιο που βύθισε την χώρα στην οικονομική άβυσσο, η γενιά της κρίσης αρχίζει να γράφει πλέον για όσα αναγκάστηκε να ζήσει, τοποθετώντας το συλλογικό βίωμα πάνω από τις ανιαρές ατομικότητες. Δυο νέοι συγγραφείς, ο Μι Δέλτα και ο Γιώργος Αντωνόπουλος, δυο νέα παιδιά που, όπως όλοι μας, ενηλικιώθηκαν απότομα σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια, γράφουν ο καθένας με τον δικό του τρόπο για αδιέξοδα «Δρόμο-λόγια» γύρω από «Πολυκατοικίες», χωρίς να μετατοπιστούν ποτέ από τη βασική ιδεολογική ρότα που χάραξε ανεξίτηλα την πορεία της ζωής τους. Ότι τίποτα δεν γίνεται χωρίς συλλογική δράση, ότι στα μεγάλα αδιέξοδα πάντα θα έχουμε ο ένας τον άλλον, άνθρωποι του δρόμου που ανέπτυξαν τους δικούς τους κώδικες επικοινωνίας και επιβίωσης, παίρνοντας όλη την ευθύνη στις πλάτες τους. «Κανένας ασφαλής μέσα στις πολυκατοικίες» τραγουδούσε ο ΛΕΞ το 2018, την εποχή που οι επιπτώσεις της βαθιάς οικονομικής κρίσης που είχε ξεσπάσει στη χώρα σχεδόν μια δεκαετία νωρίτερα ήταν εμφανείς σε όλες τις πτυχές της καθημερινότητας. Η γενιά της κρίσης, η γενιά που είδε τα πρώτα χρόνια της νεότητάς της να μαστιγώνονται από τη φτώχεια, την ανεργία και τα χρέη των γονιών της, που είδε τα όνειρά της να σμπαραλιάζονται και αναγκάστηκε να δημιουργήσει τον χώρο και τον χρόνο για να ονειρευτεί ξανά, κόντευε τα 30 ή διάβαινε ήδη το κατώφλι τους. Και αν το τραγούδι του ΛΕΞ χτύπησε αυτή τη γενιά σαν ηλεκτρικό ρεύμα, δίνοντας σε όλους τους επιζώντες της οικονομικής κρίσης τη συλλογική ανακούφιση της επίγνωσης ενός κοινού βιώματος, μας δώρισε και κάτι πολύ μεγαλύτερο. Την ανάγκη να μετατρέψουμε και εμείς σε τέχνη τα δικά μας βιώματα, την ανάγκη των φτωχών να κάνουν τέχνη τον δικό τους πόνο, πάντα μακριά από τα ειρωνικά βλέμματα των αστών που σηκώνουν τη μύτη τους μπροστά στην ανέχεια και τη μιζέρια που οι ίδιοι δημιούργησαν. Είναι απ’ τον δρόμο και στον δρόμο θα μείνει, οι ιστορίες μιας γενιάς που μεγάλωσε απότομα και που δεν έπαψε ποτέ να αναζητεί τον νεανικό εαυτό της που χάθηκε σε μεροκάματα του τρόμου, σε μικρά διαμερίσματα, σε διαλυμένες σχέσεις, στη δολοφονική βία του κράτους που εξαπολύεται με ασίγαστο μίσος σε εκείνους που επιλέγουν να της αντισταθούν. Αυτές είναι οι ιστορίες εκείνων που προσπάθησαν να αντισταθούν, όχι μόνο στους κυβερνώντες που μας βούλιαζαν διαρκώς στον οικονομικό πνιγμό, αλλά σε εκείνη την πρωτοφανή απόγνωση που έσφιγγε σαν θηλιά τον λαιμό μας, στη διάρρηξη των κοινωνικών σχέσεων που εν τέλει κρατήθηκαν με νύχια και με δόντια, στις πολιτικές υποθέσεις που αθετήθηκαν και άφησαν πίσω τους καμένη γη. Στη ντροπή του να είσαι φτωχός, καταφρονημένος και πεινασμένος για μια άλλη ζωή. Αυτές είναι οι δικές μας ιστορίες, εκείνων που επιβίωσαν και είναι ακόμα εδώ, να μας επαναφέρουν εκείνες τις σκληρές μνήμες που κρύφτηκαν μέσα σε σκόρπιες σελίδες, ανάμεσα σε μελάνια, μολύβια και σκονισμένα πληκτρολόγια. Τα «Δρόμο-λόγια» μιας γενιάς που αντέχει ακόμα Ο Βob Dylan στο τραγούδι του «Señor (Tales of Yankee Power)», του εμβληματικού δίσκου «Street Legal», αναρωτιέται εάν βαδίζει προς την Lincoln County Road ή προς έναν Αρμαγεδώνα. Κάπως έτσι μάλλον νιώθει και ο αναγνώστης των διηγημάτων του Γιώργο Αντωνόπουλου στην πρώτη του συγγραφική δουλειά με τίτλο «Δρόμο-λόγια» που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Τρι.Ενα», ακόμα και εκείνος που δεν έτυχε να ακούσει τα τραγούδια του Dylan. Στις ιστορίες του Γιώργου δεν μπορείς να προβλέψεις ποτέ εάν στην επόμενη γωνία ενός δρόμου της Θεσσαλονίκης ή της Αθήνας θα βρεις την κάθαρση ή την καταστροφή, θα βυθιστείς στο κενό ή στην πραγμάτωση του ονείρου και όλων των προσδοκιών που εσωκλείει βαθιά μέσα του. Σε εκείνα τα όνειρα και τις προσδοκίες μια γενιάς που μεγάλωσε απότομα και βάναυσα μέσα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και ακόμα προσπαθεί να διαχειριστεί τις πληγές που της κληροδότησε εκείνη η βάρβαρη εποχή, η οποία μετατράπηκε σε μια ακόμα πιο σκληρή πραγματικότητα των 30αρηδων που κάπως κατάφεραν να βάλουν τη ζωή τους σε μια σειρά. Ο Γιώργος γράφει για τη γενιά μας, τη γενιά της κρίσης. Για εκείνα τα όνειρα που δεν κατάφεραν να ψηλώσουν και ματαιώθηκαν, για τις φοιτητικές παρέες που τις σκόρπισε ο χρόνος, για τους έρωτες που συνετρίβησαν από τη φαντασιακή προσμονή ενός εαυτού που έψαχνε μανιωδώς να βρει την ουσία του, την ταυτότητά του. Γράφει για μέρες που δεν θα ξαναρθούν και ίσως να μην υπήρξαν και ποτέ, αλλά χορεύουν αιθέριες μέσα σε ένα ποτήρι ουίσκι κάποιο μοναχικό βράδυ στα σκοτάδια ενός μπαρ μιας μεγαλούπολης. Σε εκείνα τα παρανοϊκά σκοτάδια που με κόπο προσπαθεί να αντιμετωπίσει η γενιά μας, για μια ζωή που προσπαθεί να χωρέσει αυτά τα σκοτάδια στον πενιχρό χρόνο που απομένει από τις κακοπληρωμένες και πολύωρες εργασίες, στα απάνθρωπα στεγανά μιας καθημερινότητας που παρά τις εξαγγελίες για το τέλος της κρίσης, δεν έπαψε ποτέ να σφίγγει σαν μέγγενη τον λαιμό μας. Τα «Δρόμο-λόγια» χαρτογραφούν εκείνα τα χρόνια, εκείνους τους δρόμους και εκείνα τα μουσικά ακούσματα, όπως χαρτογραφούν και τις δύο πόλεις στις οποίες διαδραματίζονται οι ιστορίες του Γιώργου, προσκαλώντας τον αναγνώστη να περπατήσει μαζί του στις ίδιες μικρές και μεγάλες περιπλανήσεις των χαρακτήρων του, να ακούσει την ίδια μουσική μαζί τους, να ξαναρχίσει τη ζωή από την αρχή ενώ ταυτόχρονα χάνεται μέσα σε δρόμους και σε ανθρώπους που υφαίνουν το παράξενο και αλλόκοτο μωσαϊκό του αστικού τοπίου. Και αν η καλύτερη θέα βρίσκεται σε υπόγεια πνιγμένα από καπνό και όνειρα αλλά και σε έρημες ταράτσες πολυκατοικιών που κοιτάνε κατάματα την ώσμωση του κόσμου, ο Γιώργος Αντωνόπουλος, με τον μικροπερίοδο λόγο του που δεν χαρίζεται σε κανέναν, έρχεται για να μας διηγηθεί τις μοναδικές ιστορίες τους. Για εκείνους που έζησαν στις «Πολυκατοικίες» ενός κόσμου που γκρεμίστηκε συθέμελα «Η επιτυχία της αποτυχίας με έχει τρελάνει» είναι σίγουρα ένας από τους στίχους που νιώθει στο πετσί του ο Δήμος, ο κεντρικός χαρακτήρας του κόμικ «Πολυκατοικίες» σε σενάριο Μι Δέλτα και σκίτσο Δημήτρη-Κρις Αγκαράι που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως». Όπως αποσαφηνίζει και ο ίδιος ο υπότιτλος του έργου, το κόμικ είναι εμπνευσμένο από το ομώνυμο τραγούδι του ΛΕΞ που περιλαμβάνεται στον εμβληματικό ραπ δίσκο «2ΧΧΧ» του 2018 ο οποίος έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους δίσκους που αποτύπωσαν όσο λίγοι την ελληνική οικονομική κρίση χωρίς να έχει καμία πρόθεση να αποτυπώσει οτιδήποτε άλλο πέρα από το βίωμα του να γεννηθείς και να ανδρωθείς μέσα στα σπλάχνα της εργατικής τάξης. Με φόντο την «υγρή Θεσσαλονίκη», ο Δήμος -ένα παιδί μιας διαλυμένης οικογένειας και μιας διαλυμένης χώρας-, περπατάει στους βροχερούς δρόμους της πόλης για να συναντήσει μέσα από τα θραύσματα του παρόντος, τα απομεινάρια ενός τραυματικά επίπονου και επίμονου παρελθόντος που μετουσιώνονται στο πρόσωπο του χρόνια αποξενωμένου και άρρωστου πατέρα του. Ο Μι Δέλτα, άλλωστε, έγραψε αυτή την ιστορία ως μια ιδιότυπη απάντηση στα δικά του επίπονα τραύματα που του άφησαν εκείνοι οι σκοτεινοί καιροί, όταν ένα δικό του κοντινό οικογενειακό πρόσωπο αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Όπως και για τις μνήμες που του άφησε η Θεσσαλονίκη της κρίσης, τότε που η πόλη έμοιαζε γενικώς σαν «τάφος οικογενειακός», για να θυμηθούμε τους στίχους του «Τυμβωρύχου» που τραγουδούσε ο Δημήτρης Μητροπάνος. Τα βιώματα και οι μνήμες του Δήμου, οι προσπάθειες του να βρει την οικογένεια που «έχασε» μέσα από φίλους και πολιτικούς συντρόφους, μέσα από καλή μουσική και βόλτες που οδηγούσαν στο πουθενά, όλα άρρηκτα συνδεδεμένα με την Θεσσαλονίκη, συνομιλούν με το τραγούδι του ΛΕΞ και με τη ζωή εντός και εκτός των ζοφερών Πολυκατοικιών. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι συνομιλούν με όλο το έργο του ράπερ, μια συζήτηση που άνοιξε πριν από πολλά χρόνια και ολοένα μεταμορφώνεται και αλλάζει όψεις αντί να κλείσει οριστικά, όπως μεταμορφώνονται και αλλάζουν όψεις τα ίδια τα ενεργά υποκείμενά της. Ο Δήμος, κάτω από τα βουητά τούτης της αστικής μυρμηγκοφωλιάς, επιζητά να αποχαιρετήσει τον πατέρα του με τον ίδιο τρόπο που επιζητά να αποχαιρετήσει και τον νεανικό εαυτό του, με εκείνη τη γλυκόπικρη γεύση της νοσταλγίας που αφήνει πίσω του οτιδήποτε μας εξαναγκάζει να συμφιλιωθούμε απότομα μαζί του. Η εικονογράφηση του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι, ενός καλλιτέχνη που και εκείνος έζησε στην ασφυκτική ατμόσφαιρα των πολυκατοικιών μιας μεγαλούπολης, έρχεται με τα έντονα μελάνια και τις βαθιές χαρακιές των προσώπων να μας επιδείξει πως οι ιστορίες όλων των ταπεινών και πεινασμένων για μια ζωή διαφορετικού φυράματος, αποτελεί το βασικό κοινό βίωμα μιας κοινωνικής τάξης που μονίμως εγκλωβίζεται μέσα στα στενά όρια των μικρών διαμερισμάτων των κάτω ορόφων και προσπαθεί με κάθε τρόπο να δραπετεύσει, να δημιουργήσει τα δικά της αξιακά συστήματα δίχως να Μπορεί, άραγε, η ίδια η Θεσσαλονίκη να μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο εκτός από μια πόλη περιπλανώμενων φαντασμάτων και ονείρων; Σε έναν τόπο όπου το διαρκές τραύμα δεν συσσωρεύεται το ένα μετά το άλλο, αλλά της δίνεται επιτέλους η δυνατότητα να ανασάνει και να ανακουφιστεί, να επανακατασκευάσει τον εαυτό της στο μπόι των ανθρώπων και της συλλογικής μνημοσύνης που χαράχτηκε πάνω στις σόλες των παπουτσιών που κάνουν καθημερινά απανωτά «Δρόμο-λόγια» για να καταλήξουν μέσα στη αδυσώπητη μοναξιά υποφωτισμένων διαμερισμάτων; Ίσως κάποτε να γίνει και αυτό. Γι’ αυτό υπάρχουν συγγραφείς σαν τον Γιώργο και σαν τον Μι Δέλτα, καλλιτέχνες σαν τον Αγκαράι και αρκετοί άλλοι από εκείνους τους νέους της κρίσης που σταδιακά αποφασίζουν να μας μιλήσουν για το επίμαχο παρελθόν χωρίς να το εξωραΐζουν με τους δύστροπους επιθετικούς προσδιορισμούς μιας κίβδηλης νοσταλγίας, όπως και όλα όσα αντιμετωπίζει στο σήμερα εκείνη η γενιά που μπορεί να τριαντάρησε αλλά μέσα της παραμένει ένα 20χρονο που το μόνο που θέλει είναι να αράξει σε ένα παγκάκι και να πιει μια μπύρα με τους αγαπημένους του ανθρώπους. Να δώσει την υπόσχεση πως ό,τι είπαμε παλιά, ισχύει. Πάντα και για πάντα. Πηγή
      • 1
      • Like
  14. Τέλος και η ένατη σεζόν και όντως το Rick and Morty αρχίζει και βρίσκει τον ρυθμό του μετά την έξοδο του Roiland. Ξεκινάει πολύ δυνατά και κάνει μια μικρή κοιλίτσα στη μέση, αλλά κλείνει όμορφα τη σεζόν. Δεν έχει κάποιο συνεχόμενο storyline, περισσότερο αυτόνομες ιστορίες γύρω από το multiverse με τους δημιουργούς να ψάχνουν συνεχώς ιδέες και να σπάνε κάπως τα όρια της αφήγησης και της φαντασίας. Μια χαρά λοιπόν
  15. Δύο Spider-Man που διαβάζουν εφημερίδα, ένας σαμουράι Hello Kitty, ο Doctor Doom, ο Ghost Rider και ένας απίθανος συνδυασμός Spider-Man με Μπομπ Ρος. Στο Comic-Con του Σαν Ντιέγκο, οι ήρωες ξεπήδησαν από τις σελίδες των κόμικς και τις οθόνες, μετατρέποντας τη διοργάνωση σε ένα πολύχρωμο σύμπαν φαντασίας. Πίσω, όμως, από κάθε εντυπωσιακή εμφάνιση κρύβονται μήνες προετοιμασίας, εκατοντάδες δολάρια και αμέτρητες ώρες δουλειάς. Η 27χρονη Σάρα Λου άρχισε τον Ιανουάριο να κατασκευάζει τη στολή με την οποία μεταμορφώθηκε στον δράκο Toothless από την ταινία «Πώς να Εκπαιδεύσετε τον Δράκο σας», ξοδεύοντας περίπου 400 δολάρια. Όπως εξηγεί, για εκείνη το cosplay αποτελεί μια συνάντηση του θεάτρου, της μουσικής και του χορού, καθώς επιστρατεύει όλες αυτές τις δεξιότητες για να ζωντανέψει έναν φανταστικό χαρακτήρα. Η μεγαλύτερη ανταμοιβή έρχεται όταν παιδιά την αναγνωρίζουν και τρέχουν ενθουσιασμένα προς το μέρος της φωνάζοντας: «Είναι ο Toothless!». Στο Comic-Con, πάντως, ακόμη και η πιο περίτεχνη στολή χρειάζεται πάνω απ’ όλα… αυτοπεποίθηση. Ο 21χρονος Χοσέ Σαμανιέγκο, ντυμένος Mega Man, υποστηρίζει ότι το μυστικό είναι να αγαπάς αυτό που φοράς. Η δεύτερη συμβουλή του είναι σαφώς πιο πρακτική: «Μην ξεχνάτε το αντηλιακό». Ο ίδιος το έμαθε με τον δύσκολο τρόπο, όταν εμφανίστηκε ως Wolverine και, όπως λέει, έπειτα από ώρες κάτω από τον ήλιο έμοιαζε με τον Kratos. Με το Comic-Con να πραγματοποιείται στην καρδιά του καλοκαιριού, η ζέστη αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους αντιπάλους των cosplayers. Ο 54χρονος Ντέιβιντ Μαρτίνες, ο οποίος εμφανίστηκε ως ένας πρωτότυπος συνδυασμός Spider-Man και Μπομπ Ρος, έχει τη δική του «υπερδύναμη»: «Νερό, νερό και πάλι νερό». Κουβαλά πάντοτε μπουκάλια στο σακίδιό του και προσπαθεί να κάνει όσο το δυνατόν περισσότερα διαλείμματα. Προειδοποιεί, μάλιστα, ότι αν επιχειρήσει κάποιος να πιει νερό φορώντας τη μάσκα του, κινδυνεύει να… πνιγεί μόνος του. Και επειδή ακόμη και οι υπερήρωες χρειάζονται βοήθεια, στη διοργάνωση βρίσκεται ο «διασώστης των cosplayers» Μπράιαν Μέρο. Ντυμένος Fix-It Felix, κουβαλά ένα σακίδιο βάρους σχεδόν επτά κιλών, γεμάτο ισχυρές κόλλες, κολλητικές ταινίες, παραμάνες, τσιμπιδάκια, λακ, λαστιχάκια, κολλητήρι και πιστόλι θερμόκολλας. Όταν ένα φτερό σπάσει, ένα ύφασμα σκιστεί ή η ζέστη αρχίσει να λιώνει την κόλλα που συγκρατεί μια στολή, ο 58χρονος αναλαμβάνει δράση. Προσφέρει τις επισκευές δωρεάν, ώστε οι cosplayers να προλάβουν τη φωτογράφιση ή την επόμενη εκδήλωσή τους και να συνεχίσουν να απολαμβάνουν το Comic-Con. Το μόνο που ζητά ως αντάλλαγμα είναι να κάνουν κι εκείνοι, όταν τους δοθεί η ευκαιρία, μια καλή πράξη για κάποιον άλλον. Πηγή: Reuters Πηγή
      • 5
      • Like
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.