Μετάβαση στο περιεχόμενο

ramirez

Members
  • Περιεχόμενο

    5838
  • Εγγραφή

  • Τελευταία επίσκεψη

  • Κερδισμένες ημέρες

    15

ramirez τελευταία νίκη Νοεμβρίου 24 2024

ramirez είχε το πιο δημοφιλές περιεχόμενο!

4 Ακόλουθοι

Σχετικά με το μέλος ramirez

  • Γενέθλια Νοεμβρίου 28

Retained

  • Member Title
    WHAT ? ME WORRY ?

ΜΕΘΟΔΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

  • Website URL
    http://

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΦΙΛ

  • ΓΕΝΟΣ
    Male
  • Χώρα
    Greece

Πρόσφατοι Επισκέπτες Προφίλ

20422 προβολές προφίλ

ramirez's Achievements

GC Fan

GC Fan (7/9)

37.7k

Συνολική φήμη στο GC

  1. Το Gazzetta διάβασε και σας προτείνει το υψηλής ευφυΐας κόμικ «Tarwar» (Εκδ. Inkpress), του Ιλάν Μανουάχ. Το λευκό δεν είναι ο αρχικός καμβάς της ζωής, της γλώσσας, της σκέψης, της τέχνης. Όχι! Το πρώτο χρώμα, η πρώτη μουσική, η πρώτη κίνηση, η πρώτη αλήθεια, το πρώτο ψέμα που απαντήθηκε βρίσκεται στο μαύρο! Σε αυτό το λείο, στιλπνό, βαθύ πεδίο που όλα υπάρχουν και όλα χάνονται. Εκεί που η ομιλία προετοιμάζεται, εκεί που ο λόγος βιώνει τις ωδίνες του, εκεί που το άφυλο, άμορφο ον, άλογο ον ενώνει το αίμα και τους χτύπους της καρδιάς με την αιτία της ύπαρξής του. Το μαύρο είναι πριν τον ήλιο, το φεγγάρι, το νερό, τον αέρα, τον big bang. Το μαύρο είναι η πιο ολοκληρωμένη μορφή επικοινωνίας, σύλληψης νοημάτων, εννοιών. Και είναι αυτό που θα στηρίζει πάντα την τέχνη του κόμικ. Αυτή η μορφή έκφρασης που απευθύνεται σε παιδιά, εφήβους, νέους, μεσήλικες, ηλικιωμένους, άνδρες, γυναίκες, αυτή η διαχρονική επικοινωνία ξεκινά από το μαύρο σε αυτό καταλήγει και ενδιάμεσα δίνει τα χρώματα που γίνονται λέξεις και οι λέξεις η απόλυτη συστολή πριν τη μεγάλη, εκρηκτική, διαστολή. Η παιδική αθωότητα, το αυθόρμητο και η ουσία του σχεδόν αδιαμεσολάβητου λόγου είναι εδώ, σε ένα κόμικ που είναι τόσο παράξενο μα και τόσο αληθινό όσο η αρχή της ζωής (μας). Διαβάστε το «Tarwar» (Εκδόσεις Inkpress) και αφεθείτε στον μετεωρισμό της ύπαρξης μας. Τα κόμικς ως παγκόσμιο μέσο έκφρασης Η «Inkpress» λοιπόν, μετά το The End του Δημήτρη Ρόκου, επανέρχεται για δεύτερη φορά με original υλικό και κυκλοφορεί το νέο conceptual comics βιβλίο του Ιλάν Μανουάχ, σε μια διεθνή συμπαραγωγή με τους ανεξάρτητους εκδοτικούς οίκους La Cinquième Couche (Βέλγιο), NERO Editions (Ιταλία), Lystring Förlag (Σουηδία) και CCC (Πορτογαλία). Ο Ιλάν Μανουάχ συνεχίζει τη θεματική του παλιότερου έργου του, Compendium of Franco-Belgian Comics, επεκτείνοντας αυτή τη φορά το πεδίο μελέτης του αντικειμένου στις πλήρεις διαστάσεις του, τα κόμικς ως πραγματικά παγκόσμιο μέσο έκφρασης. Πιάνοντας την πολυτελή και καλά προσεγμένη έκφραση, παρατηρείς ότι τα μαύρα πάνελ είναι παντού. Μέσα απ’ αυτά φτιάχνεται ο λόγος, οι εικόνες και μέσα σε αυτά ζουν οι εννοιολογικές, υπαινικτικές, προσεγγίσεις που εξερευνούν το φαινόμενο της έκλειψης-επίδειξης της ύπαρξης. Ανάμεσα στις σκιές, το σκοτάδι και τις ξαφνικές λάμψεις, εκρήξεις, συντελείται παγκόσμια γλωσσική, σημασιολογική, αφαιρετική, ουσιαστική επικοινωνία. Το υψηλής ευφυΐας-σύλληψης «Tarwar» Το υψηλής ευφυΐας-σύλληψης «Tarwar» κινείται στη μοναδικότητα της ιδιαίτερης σκέψης και στην ακρίβεια της τεχνολογίας. Διαβάστε πως δούλεψε ο Μανουάχ και θα καταλάβετε. "Μέσω ανθρώπινης εργασίας και τεχνολογιών Computer Vision, το στούντιο παραγωγής του Μανουάχ ανέλυσε πάνω από 12 εκατομμύρια ψηφιοποιημένες σελίδες κόμικς από διαφορετικές ηπείρους, γλώσσες και πολιτισμικά πλαίσια – από κορεάτικα webtoons και ινδικά εικονογραφημένα παραμύθια, μέχρι βραζιλιάνικα quadrinhos και Αμερικάνους υπερήρωες – για να συγκεντρώσει στο Tarwar τα μαύρα panels των κόμικς ως ένα πανταχού παρόν οπτικό στοιχείο που στοιχειώνει το μέσο σε όλες του τις εκφάνσεις και παραδόσεις. Αυτοί οι μυστηριώδεις σημασιολογικοί χώροι, είτε σηματοδοτούν «μια νύχτα χωρίς φεγγάρι», είτε την «απώλεια συνείδησης» ενός χαρακτήρα ή τις διακοπές ρεύματος, λειτουργούν ως χωροχρονικές μονάδες όπου η αφήγηση αιωρείται, δημιουργούν στιγμές εσωστρέφειας, διφορούμενου νοήματος και του άρρητου, και αμφισβητούν τη συμβατική αφηγηματική ροή προκαλώντας τον αναγνώστη να γίνει συνδημιουργός. Αποτελούμενο εξ ολοκλήρου από μαύρα panels από αυτό το τεράστιο σώμα έργων, το Tarwar υπερβαίνει τα γλωσσικά όρια, τους κανόνες της αγοράς και τις στυλιστικές συμβάσεις, αποκαλύπτοντας πώς τα κόμικς λειτουργούν ως μια καθολική σημειογραφική γλώσσα που υφαίνει την αλληλοσύνδεση του παγκοσμιοποιημένου αναγνωστικού κοινού μέσω κοινών νημάτων αφήγησης". INFO TARWAR: Το νέο conceptual comics βιβλίο του Ιλάν Μανουάχ Κυκλοφορεί από την «Inkpress» Διαστάσεις: 24 x 34 cm Σελίδες: 120 Εκτύπωση: Τετραχρωμία Σκληρόδετο, €35.00 ISBN: 9-789608-965980 Εκδότες: La Cinquième Couche (Βέλγιο), NERO Editions (Ιταλία), Lystring Förlag (Σουηδία), CCC (Πορτογαλία), inkpress (Ελλάδα) Και το σχετικό link...
  2. «Κοίτα να δεις», σκέφτηκα. Μόλις πριν από δύο τεύχη, με αφορμή τα 10 χρόνια από τον θάνατό του, είχαμε αφιέρωμα στον Γιάννη Καλαϊτζή, εσαεί «αντιστασιακό» στις πάσης φύσεως αυταρχικές εξουσίες. Κι αυτή τη φορά, με αφορμή τα συγκλονιστικά φωτογραφικά τεκμήρια της εκτέλεσης των 200 στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του ’44, ο John Antono μας χαρίζει ένα θαυμάσιο αφιέρωμα στον Φωκίωνα Δημητριάδη (1894-1977) για τον οποίο η ιστορική μνήμη των πολλών έχει διατηρήσει, στην καλύτερη περίπτωση, την ανεκδοτολογικού τύπου σχέση του με τον Τσάτσο, τον οποίο σκιτσάριζε πάντα δίπλα σε μια κότα. Ο Φωκίων Δημητριάδης όμως, όπως θα δείτε και θα διαβάσετε στις επόμενες σελίδες, δεν ήταν μόνον ο «σκιτσογράφος με την κότα του Τσάτσου». Ήταν ένας σημαντικότατος δημιουργός, ο οποίος αντιστάθηκε σθεναρά σε κατακτητές και χαφιέδες με το «ταπεινό» του σκίτσο, μια τέχνη προορισμένη δυστυχώς συχνά για το εφήμερο και τη λήθη. Αλλά ο Δημητριάδης, που είχε μάλιστα συλληφθεί από τους Γερμανούς στη διάρκεια της Κατοχής και είχε μεταξύ πολλών άλλων σκεφτεί να αποτυπώσει σκιτσογραφικά την είσοδο του στρατοπέδου συγκέντρωσης στο Χαϊδάρι, τόλμησε να καταγράψει σε σοβαρά και άλλοτε σπαρακτικά σκίτσα την Ιστορία – κι ας του έμελλε να καταχωριστεί και ο ίδιος όπως και πολλοί άλλοι ομότεχνοί του στα κιτάπια της πρωτίστως ως «γελοιογράφος». Από εκεί κάνω «γέφυρα» μέχρι τον Καλαϊτζή κι από εκεί φτάνω στους σύγχρονους φορείς αυτής της τέχνης, λίγο-πολύ παραγνωρισμένης, ειδικά όταν εκπροσωπείται από το σκίτσο-σχόλιο της ειδησεογραφικής καθημερινότητας σε καθημερινό έντυπο που η αναγνωστική ματιά το διατρέχει χωρίς να μένει στην υπογραφή του καλλιτέχνη. Αλλά από τον Δημητριάδη, πιο πριν και μέχρι εδώ, με όπλο άλλοτε την καυστικότητα, την κοφτερή ειρωνεία, το χιούμορ ή και την ωραία, λαϊκή πλάκα και πάντα την άνεση στην καταγραφή της επικαιρότητας, κυριολεκτικά σε αδρές γραμμές και επί της ουσίας, με ελάχιστα λόγια ή και χωρίς, με τα λόγια σε δευτερεύοντα έτσι κι αλλιώς ρόλο, το σκίτσο υπήρξε η μεγάλη τέχνη του ακαριαίου σχολίου, της πιο δημοκρατικής και άμεσα προσλήψιμης απ’ όλους επιτομής της ειδησεογραφίας. Στην πορεία του υπήρξαν και υπάρχουν ασφαλώς και φορείς του που έκλεισαν το μάτι στη συστημικότητα και στην εκάστοτε εξουσία – το ίδιο συμβαίνει και με όλους της καλλιτέχνες και δη της σάτιρας. Αλλά στη διάρκειά του επιβιώνουν οι αντισυστημικοί, οι «αντιεξουσιαστές», οι «θρασείς» κάθε εποχής, εκείνοι που τολμούσαν πάντα να σκιτσάρουν τον Τσάτσο (ή και τον εκάστοτε τσάτσο) με μια κότα. Και το σχετικό link...
  3. Είναι απαραίτητος ο ρεαλισμός στις αναπαραστάσεις των ανθρώπων στα κόμικς; Μήπως ένας κύκλος και λίγες γραμμές είναι ό,τι ακριβώς χρειάζεται για να δοθεί η ψευδαίσθηση της ανθρώπινης μορφής; Ορισμένα πλήρως σχηματοποιημένα stick figures αποδεικνύουν ότι η ακρίβεια και η λεπτομέρεια δεν αποτελούν προϋποθέσεις μιας επιτυχημένης αφήγησης. Πριν από λίγες εβδομάδες, σε άρθρο με τίτλο «Προσωπικές Υποθέσεις» (7/2/2026) αναφερθήκαμε στα ιδεοτυπικά σχεδιασμένα και υπεραπλοποιημένα πρόσωπα πολλών χαρακτήρων των κόμικς που μπορεί να στερούνται λεπτομέρειες, χωρίς αυτό να στερεί τίποτα από την αφηγηματικότητα και την αρμονική σχέση εικόνας και κειμένου. Σχολιάζαμε, επίσης, τον ανθρωπομορφισμό, την προσπάθεια δηλαδή πολλών καλλιτεχνών να αποδώσουν ανθρώπινες μορφές σε αντικείμενα, ζώα κ.ά., καθώς και τη διαχρονική και αυθόρμητη τάση (ή ανάγκη;) του ανθρώπου να αναγνωρίζει χαρακτηριστικά προσώπου όπως μάτια, στόμα και μύτη σε οποιοδήποτε κλειστό σχήμα που μέσα του βρίσκονται δύο τελίτσες κοντά η μία στην άλλη, μια κατακόρυφη γραμμούλα από κάτω κι άλλη μία οριζόντια ακόμα παρακάτω. Αυτή την έμφυτη συνήθεια περιγράφει ιδανικά ο Scott McCloud στο «Κατανοώντας τα Κόμικς», δεν προχωρεί όμως τον συλλογισμό του, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό, και στα σώματα των χαρακτήρων που σχεδιασμένα μόνο με τις απολύτως απαραίτητες λεπτομέρειες αποτελούν τις μορφές που αποκαλούνται «stick figures». Αυτές δεν χρειάζονται τίποτα περισσότερο από έναν κύκλο για κεφάλι, μια γραμμή ή, το πολύ, ένα παραλληλόγραμμο για σώμα και άλλες τέσσερις γραμμούλες για χέρια και πόδια. Κι έτσι σχηματίστηκε ένας άνθρωπος! Το αποδεικνύουν ο «Cynical Man» του Matt Feazell, οι χαρακτήρες του «XKCD» του Randall Munroe, οι «Σπιφ και Σπαφ» του Τάσου Ζαφειριάδη. Και, με λίγο περισσότερες λεπτομέρειες είναι η αλήθεια, όχι τόσες όμως που να μην επιτρέπουν την κατάταξή τους στα stick figures, η σειρά «Cyanide and Happiness» των Kris Wilson, Ron DenBleyker, Matt Melvin και Dave McElfatric καθώς και το «Phat Comicz» του Βαγγέλη Χατζηδάκη. «Σπιφ και Σπαφ» Σε μια εποχή όπου τα ψηφιακά μέσα, η τεχνητή νοημοσύνη, τα φίλτρα, τα προηγμένα προγράμματα σχεδίασης και τα τρισδιάστατα περιβάλλοντα επιτρέπουν τη μέγιστη δυνατή λεπτομέρεια και τη βελτιστοποίηση της αληθοφάνειας στην αναπαράσταση της ανθρώπινης μορφής χωρίς, πολλές φορές, ούτε καν την εμπλοκή του ανθρώπινου χεριού παρά μόνο με φωνητικές εντολές, τα stick figures ίσως είναι μια προσπάθεια διάσωσης της χειροποίητης δημιουργίας. Μια ανακουφιστική παραδοχή των ανθρώπινων ατελειών, μια συνθηκολόγηση και συμφιλίωση με το «ανθρώπινο λάθος» που πολύ σύντομα θα μας κάνει να είμαστε περήφανοι και να ξεχωρίζουμε από τις μηχανές. «XKCD» Τέτοιες εσκεμμένες ατέλειες ή, καλύτερα, απλοποιήσεις υπάρχουν πολλές στο «XKCD», μια σειρά που παρά τον σχεδιαστικό μινιμαλισμό της – δεν υπάρχουν ούτε καν χαρακτηριστικά στα πρόσωπα των ανθρώπων – καταπιάνεται με απόλυτη επιτυχία με τα μαθηματικά, τις φυσικές επιστήμες, την τεχνολογική εξέλιξη, τις μηχανές αλλά και τις κοινωνικές αμηχανίες. Το χιούμορ δεν είναι τόσο απλό όσο οι μορφές και γεννιέται από τα λογικά και μαθηματικά παράδοξα, τις επιστημονικές υπερβολές αλλά και αυταπάτες, την πνευματική απόσταση των ανθρώπων παρά την ασφυκτική εγγύτητά τους στο εργασιακό τους περιβάλλον. «Cynical Man» Στις περιπέτειες του «Cynical Man» τα σώματα είναι, ίσως, ακόμα πιο σχηματοποιημένα και απλά αλλά υπάρχουν πολύ έντονες εκφράσεις στα πρόσωπα των χαρακτήρων. Εδώ η υπεραπλούστευση των σωμάτων αντισταθμίζεται από την εκφραστικότητα των προσώπων που επιτυγχάνεται, ωστόσο, με εξαιρετικά τεχνάσματα και λιγοστές γραμμές κίνησης, μικρά σημαδάκια, σύντομες ονοματοποιίες κ.λ.π. «Cyanide and Happiness» Στο «Cyanide and Happiness», ίσως το πιο δημοφιλές και μακρόβιο από αυτά τα κόμικς καθώς ξεκίνησε το 2005, τα πρόσωπα έχουν μόνο τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά αλλά τα σώματα είναι παραλληλόγραμμα ή οβάλ που ορισμένες φορές φέρουν ακόμα και ενδυμασίες. Και εδώ η εκφραστικότητα είναι ιδιαίτερα έντονη καθώς παρά τις έγχρωμες ιστορίες, πολλές φορές το χιούμορ είναι μαύρο και σαρκαστικό, ενώ υπάρχει διάχυτη ειρωνεία μαζί με άφθονη βία και αίμα, πυροβολισμούς, ακρωτηριασμούς και δολοφονίες. Τεχνοτροπικά, πιο κοντά στο «XKCD» και το «Cynical Man» βρίσκεται το «Σπιφ και Σπαφ» του Τάσου Ζαφειριάδη, με τους δύο πανομοιότυπους χαρακτήρες να μπερδεύονται ακόμα και μεταξύ τους για το ποιος είναι ποιος φιλοσοφώντας για τα υπαρξιακά τους προβλήματα, ενώ πλησιέστερα στο «Cyanide and Happiness» είναι το «Phat Comicz» με τα συνεχή λογοπαίγνια και τις μικρές αλλά καθοριστικές λεπτομέρειες στις κομμώσεις, τις ενδυμασίες, τα γένια κ.λ.π. που κάνουν τους σωματικά ολόιδιους χαρακτήρες να ξεχωρίζουν. Αποδεικνύοντας τελικά ότι σημασία δεν έχουν η σχεδιαστική ακρίβεια και η πιστότητα στην αναπαράσταση αλλά ο τρόπος που υπηρετείται το σενάριο και η αφηγηματικότητα. «Phat Comicz» Όλες οι προηγούμενες σειρές με τα stick figures για πρωταγωνιστές συντίθενται από σπουδαίες αφηγήσεις που σε κάνουν να ξεχνάς την απλότητα και τον μινιμαλισμό των μορφών ή, κάποιες φορές, να θαυμάζεις τους δημιουργούς που με τόση απλότητα στο σχέδιο καταφέρνουν να μεταδίδουν τόσο σύνθετα νοήματα. Και το σχετικό link...
  4. Παιδικά κόμικς υπάρχουν πολλά. Όπως και κόμικς για ενήλικο κοινό. Είναι λίγα όμως αυτά που απευθύνονται σε μικρούς και μεγάλους και είναι εξίσου ενδιαφέροντα για όλους. Μια τέτοια περίπτωση, άκρως επιτυχημένη, βραβευμένη ως Καλύτερο Διαδικτυακό Κόμικς στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς και με φανατικό κοινό σε όλα τα target groups είναι οι «Μπαμπαδοϊστορίες» του Νικόλα Στεφαδούρου. Πριν από λίγες ημέρες κυκλοφόρησε το τρίτο μέρος της σειράς (εκδόσεις Μικρός Ήρως, 130 σελίδες), με τον μπαμπά και την κόρη να μεγαλώνουν λίγο ακόμα και να αντιμετωπίζουν μαζί την περιπέτεια της Α’ Δημοτικού. Μια περιπέτεια γεμάτη άγχος και προκλήσεις αλλά, πάνω απ’ όλα, μια όμορφη και γλυκιά περιπέτεια, εν μέρει αυτοβιογραφική για τον Στεφαδούρο που δεν εξωραΐζει ούτε εξιδανικεύει καταστάσεις αλλά ξέρει να αποκομίζει απ’ όλες τα θετικά στοιχεία και να προχωρά παρακάτω μαζί με την κόρη του. Όπως γράφει κι ο Αριστοτέλης Ρήγας στον πρόλογό του, οι «Μπαμπαδοϊστορίες» επιτρέπουν μια κλεφτή ματιά σε έναν κόσμο «γεμάτο συγκίνηση, δυσκολία, σουρεαλισμό, κούραση, χιούμορ και αγκαλιές. Για όσους το έχουν βιώσει, θα δούνε τον εαυτό τους εκεί, τα παιδιά τους και όλες αυτές τις λεπτομέρειες της σχέσης του γονιού με το παιδί που φαντάζουν τόσο μοναδικές και ταυτόχρονα είναι τόσο παράδοξα κοινές σε όλους τους γονείς. Ένα πραγματικά απολαυστικό κόμικς γεμάτο αγάπη και χρώματα». Στο ίδιο πνεύμα, η Έλενα Χαραλαμπούδη συμπληρώνει ότι απολαμβάνει τις «Μπαμπαδοϊστορίες» μαζί με τη δική της κόρη και τον άντρα της καθώς πρόκειται για ένα κόμικς «αληθινό, τρυφερό μα πάνω απ’ όλα γεμάτο με χιούμορ και αγάπη!». Αυτή τη φορά οι αναγνώστες θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν τη σχέση πατέρα και κόρης να εξελίσσεται με αφορμή την πρώτη μέρα στο σχολείο, τη χαλάρωση στην τηλεόραση, τις παρεξηγήσεις για το πρώιμο μακιγιάζ, τον μύθο της νεράιδας των δοντιών, τους καβγάδες για την ερμηνεία του Σπάιντερ-Μαν, την απογοήτευση από ένα βαρετό πρωινό, τα ατυχήματα μιας σχολικής εκδρομής, τη συγκίνηση της πρώτης παράστασης χορού. Η έκδοση ολοκληρώνεται με λίγες ιστορίες αφιερωμένες στην απαραίτητη σεξουαλική εκπαίδευση των παιδιών, σε συνεργασία με τη δραστήρια ΑΜΚΕ «Ως Αιδώ», και με τις guest ιστορίες «Μαμάδες & Κόρη» των Nicoleta Ionescu & Lidia, Μαριλένας Μέξη, Αλέξιας Οθωναίου και Χρυσαυγής Σακελλαροπούλου. Και το σχετικό link...
  5. Ο Σταύρος Παναγιωτίδης και ο Αντώνης «Κουραφέλκυθρος» Βαβαγιάννης μας προσφέρουν ένα απολαυστικό εγχειρίδιο κατάρριψης μύθων που «δεν είναι καν Ιστορία». Διωκόταν ποινικά η ομοφυλοφιλία στην αρχαία Ελλάδα; Υπήρξε το Κρυφό Σχολειό; Έχασαν τα ελληνικά για μία ψήφο την ευκαιρία να γίνουν επίσημη γλώσσα των ΗΠΑ; Ποιος δεν έχει ακούσει ή διαβάσει αναρίθμητες φορές τους παραπάνω ιστορικούς μύθους, που γνώρισαν τεράστια διάδοση στα χρόνια του διαδικτύου; Και αν οι εν λόγω μύθοι διαδίδονται κατά βάση από συγκεκριμένους διαύλους που προωθούν το αφήγημα μιας συντηρητικής οπτικής της Ιστορίας, δεν στερούνται και οι προοδευτικοί άνθρωποι τους δικούς τους μύθους. Μύθους όπως για το κατά πόσον τελικά η Μάχη της Κρήτης καθόρισε την εξέλιξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου ή για το εάν οι ΗΠΑ οργάνωσαν το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Πλάι στα γεγονότα χιλιάδων χρόνων ελληνικής και παγκόσμιας ιστορίας έχουν επισωρευτεί χιλιάδες μύθοι, οι οποίοι δεν συνιστούν απαραιτήτως ψέματα: κάθε μύθος διαθέτει έναν ιστορικό πυρήνα αλήθειας, στον οποίο βασίζεται για να δημιουργήσει, εκούσια ή ακούσια, ένα μίγμα υπερβολών, διαστρεβλώσεων, παρανοήσεων και μισών αληθειών, πασπαλισμένων συχνά από καρυκεύματα εθνικού ή ιδεολογικού βολονταρισμού. Ο Σταύρος Παναγιωτίδης (διδάκτορας Ιστορίας και παρουσιαστής της σειράς podcast «Δεν είναι αυτό που νομίζεις» στο FYI.gr) έχει αναλάβει τα τελευταία χρόνια, με πολύ επιτυχημένο τρόπο, να συγκεντρώσει και να αποδομήσει αρκετούς από αυτούς τους δημοφιλείς μύθους της παρα-Ιστορίας. Στα βιβλία του «Μύθοι, παρεξηγήσεις και άβολες αλήθειες της ελληνικής Ιστορίας», ν. 1 και 2, που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Κέδρος, αναμετριέται με ερωτήματα που για τον μέσο άνθρωπο φαντάζουν αυτονόητα, όμως απέχουν πολύ από την αλήθεια. Ερωτήματα όπως: Πετούσαν οι Σπαρτιάτες τα παιδιά τους στον Καιάδα; Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς ταυτίζεται εξαρχής με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο; Έκλεψε ο Αϊνστάιν τη θεωρία της σχετικότητας από τον Καραθεοδωρή; (Spoiler alert: η απάντηση και στα τρία είναι «όχι».) Όλους αυτούς τους μύθους των δύο βιβλίων του ο Παναγιωτίδης τους συγκέντρωσε σε ένα «Μυθοκόμιξ», με σύντομη αναφορά και εικονοποίηση του κάθε μύθου ξεχωριστά. Και ποιος καταλληλότερος να τους εικονοποιήσει από τον μετρ του σουρεαλιστικού χιούμορ, τον Αντώνη Βαβαγιάννη των «Κουραφέλκυθρων»; Πρόκειται για ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, ένα εγχειρίδιο «έκτακτης ανάγκης» για άμεση κατάρριψη μυθευμάτων που επί χρόνια συσκοτίζουν ή δίνουν απλοϊκές εξηγήσεις για πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Και καθώς κανείς και καμιά μας δεν είναι απρόσβλητος/η από παραναγνώσεις της Ιστορίας, δεν αποκλείεται να ξαφνιαστούμε, εντοπίζοντας στο «Μυθοκόμιξ» και τον δικό μας μύθο που μέχρι σήμερα θεωρούσαμε αλήθεια - άλλωστε «παντού υπάρχει ένας μύθος». ● Το βιβλίο «Μυθοκόμιξ» των Εκδόσεων Κέδρος θα παρουσιαστεί την Πέμπτη 5 Μαρτίου στις 19.30, στον Πολυχώρο Πολιτισμού «Stage 7» (Βιργινίας Μπενάκη 7, Μεταξουργείο, πλησίον σταθμού μετρό). Και το σχετικό link...
  6. Εβδομήντα επτά σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη από την περίοδο της Κατοχής καταγράφουν την εμπειρία του λιμού, του δωσιλογισμού, της Αντίστασης και των μαζικών ναζιστικών αντιποίνων στην Αθήνα ● Σε αλλεπάλληλα σπαρακτικά σκίτσα του, δείχνει όλη τη διαδικασία των εκτελέσεων: εκφώνηση των ονομάτων των μελλοθανάτων, κραυγές θρήνου, πορεία προς τον θάνατο, μαζικοί τουφεκισμοί, «αναμνηστικές φωτογραφίες» των εκτελεσμένων από τους ναζί. Οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 συγκλόνισαν κάθε πολίτη ανεξαρτήτως ιδεολογικών καταβολών – πλην, βεβαίως, των νοσταλγών του ναζισμού και της δωσιλογικής εθνικοφροσύνης. Τα πρόσωπα των κομμουνιστών που βαδίζουν προς τον θάνατο αγέρωχοι και ευθυτενείς, τραγουδώντας και σηκώνοντας τις γροθιές τους μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, έχουν ήδη χαραχτεί στο συλλογικό μας ασυνείδητο. Και αποτελούν ένα μικρό μόνο στιγμιότυπο από τις τεράστιες θυσίες ενός μεγάλου κομματιού του λαού μας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που αψήφησε τον φόβο και όρθωσε ανάστημα απέναντι στην τριπλή φασιστική Κατοχή και στους Έλληνες συνεργάτες της. Αν και συγκλονιστικά – κυρίως για τον αναπάντεχο τρόπο με τον οποίο ανακαλύφθηκαν 82 χρόνια μετά, το Ψυχοσάββατο της 14ης Φλεβάρη του 2026 – τα φωτογραφικά ντοκουμέντα από την Καισαριανή δεν είναι τα μοναδικά που αποτυπώνουν εκείνη την εποχή. Και άλλες φωτογραφίες από γερμανικές στρατιωτικές πηγές που βγήκαν πριν από δεκαετίες στη δημοσιότητα έχουν αποτυπώσει εκτελέσεις όπως εκείνη στο Κοντομαρί Χανίων στις 2.6.1941, ενώ φωτογράφοι όπως η Βούλα Παπαϊωάννου, ο Δημήτρης Χαρισιάδης, ο Σπύρος Μελετζής και ο Κώστας Μπαλάφας κατέγραψαν με κίνδυνο της ζωής τους τη φρίκη, την πείνα και την αντίσταση. Πέρα όμως από τους ηρωικούς φωτογράφους της Κατοχής, ο νους μας ανέτρεξε ετούτες τις μέρες και σε έναν σκιτσογράφο. Έναν σπουδαίο, εμβληματικό σκιτσογράφο, τον οποίο η Ιστορία έχει τοποθετήσει στο πάνθεον των σημαντικότερων δημιουργών στα διακόσια χρόνια της ελληνικής γελοιογραφίας. Πρόκειται για τον Φωκίωνα Δημητριάδη (1894-1977), γνωστό στο ελληνικό κοινό κυρίως από τις γελοιογραφίες του στον προδικτατορικό ημερήσιο Τύπο. Ένα σκιτσορεπορτάζ της Κατοχής Ο Φωκίων Δημητριάδης (ή Φώκος για τους φίλους του) στην περίοδο της Κατοχής δημιούργησε δεκάδες δραματοποιημένα σκίτσα από την καθημερινότητα της Αθήνας, συνθέτοντας μια μεγάλη εικονογραφημένη αφήγηση της κατοχικής εμπειρίας στην Αθήνα. Τα 77 σκίτσα του συγκεντρώθηκαν σε λεύκωμα που εκδόθηκε αρχικά στις ΗΠΑ το 1945, με τον τίτλο «Shadow over Athens». Το λεύκωμα εκδόθηκε και στην Ελλάδα το 1970 με τον τίτλο «Σκιά πάνω απ’ την Αθήνα». Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Δημητριάδης συνελήφθη από τους Γερμανούς, αλλά αφέθηκε ελεύθερος. Ο ίδιος αναφέρει ότι ο λόγος της σύλληψής του ήταν μια αντιχιτλερική καρικατούρα, υπάρχει ωστόσο και μια ανέκδοτη μαρτυρία ότι συνελήφθη επειδή πάνω του βρέθηκαν ένσημα της ΠΕΕΑ. «Εν αντιθέσει με πολλούς, εγώ απελευθερώθηκα. Συνέχισα να ζω στην αγαπημένη μου πόλη και να παρακολουθώ τους κατακτητές. Και όσο παρακολουθούσα, σχεδίαζα», γράφει ο ίδιος στον πρόλογο του λευκώματος. Εξαθλίωση, αντίσταση και αντίποινα Τα σκίτσα διακρίνονται, θεματικά, σε τρεις μεγάλες κατηγορίες. Η πρώτη αφορά την καθημερινότητα των Αθηναίων, από την είσοδο των Γερμανών στην πρωτεύουσα τον Απρίλιο του 1941, μέχρι την αποχώρησή τους τον Οκτώβριο του 1944. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται σκηνές του καθημερινού αγώνα για επιβίωση σε συνθήκες πείνας, εξευτελισμού και εξαθλίωσης: ρακοσυλλέκτες, επαίτες, ουρές για πενιχρή μερίδα συσσιτίου, χιλιάδες σκελετωμένα πτώματα. Η δεύτερη κατηγορία αφορά στην Αντίσταση: από τις μικρές πράξεις αξιοπρέπειας απέναντι στους αλαζόνες Γερμανούς και Ιταλούς κατακτητές, μέχρι τις αιματοβαμμένες απεργιακές διαδηλώσεις και τα σαμποτάζ. Τέλος, η τρίτη κατηγορία σκίτσων απεικονίζει τα αντίποινα των κατακτητών και των συνεργατών τους: τρομοκρατία, βασανιστήρια σε κρατουμένους, μαζικές εκτελέσεις. Η σειρά των σκίτσων είναι χρονική. Σε αυτά βλέπουμε την επιστροφή ταλαιπωρημένων Ελλήνων στρατιωτών από το αλβανικό μέτωπο μετά τη συνθηκολόγηση με το Ράιχ. Ακολουθεί η προέλαση των Γερμανών στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 1941, μαζί με τους ηττημένους από τον ελληνικό στρατό «κοκορόφτερους» Ιταλούς, οι οποίοι κορδώνονται ως νικητές με τις πλάτες της Βέρμαχτ. Απλοί άνθρωποι του λαού περιφρονούν τους κατακτητές, όπως ο επαίτης-ανάπηρος πολέμου που δεν καταδέχεται «ελεημοσύνη» από αυτούς. Άλλοι εξοργίζουν τον κατοχικό στρατό, επιφυλάσσοντας θερμή υποδοχή στους αιχμαλώτους των Συμμαχικών Δυνάμεων, ενώ κάποιοι πιο ριψοκίνδυνοι αποκρύπτουν στα φτωχικά τους σπίτια στρατιώτες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και αργότερα εκατοντάδες εβραϊκές οικογένειες. Στη συνέχεια ξεκινάει ο λιμός της πρώτης κατοχικής περιόδου, που έπληξε κατά βάση τα αστικά κέντρα και κατά κύριο λόγο την Αθήνα. Στα οικογενειακά τραπέζια των Αθηναίων, τα παιδιά δείχνουν να αγνοούν όχι μόνο τον «επιούσιο άρτο» της Κυριακής προσευχής, αλλά και άλλα βασικά διατροφικά στοιχεία, όπως τα αυγά και το γάλα. Εξαθλιωμένες οικογένειες «αγρεύουν επί ματαίω» υπολείμματα τροφής στις χωματερές. Οι πολίτες σταδιακά αδυνατίζουν και αποστεώνονται. Οι καρότσες του δήμου καθημερινά περισυλλέγουν πτώματα από τους δρόμους. Την ίδια ώρα, οι Γερμανοί απεικονίζονται να εκμεταλλεύονται σεξουαλικά κάποιες γυναίκες έναντι μιας μπουκιάς ψωμιού, να τρώνε πλουσιοπάροχα μπροστά σε ξελιγωμένα βλέμματα και να θραύουν τα χέρια μικρών παιδιών που επιχειρούσαν να κλέψουν καρβέλια από τις προμήθειές τους. Παρά το αρχικό σοκ του πρώτου χρόνου Κατοχής – ή, μάλλον, και εξαιτίας αυτού –, ο λαός άρχισε να οργανώνει την αντίστασή του. Μια από τις πρώτες αφορμές δόθηκε στις 25 Μαρτίου 1942, στην επέτειο έναρξης του ελληνικού πολέμου της ανεξαρτησίας. Σκίτσο του Δημητριάδη δείχνει Αθηναίους να αφήνουν λουλούδια στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, λίγο πριν δεχτούν την επίθεση των έφιππων Ιταλών καραμπινιέρων. Σε άλλο σκίτσο, οι Γερμανοί ανοίγουν πυρ στα πλήθη της μαχητικής διαδήλωσης του Ιουλίου 1943 κατά της βουλγαρικής επέκτασης στη Μακεδονία, ενώ ένα τανκ συνθλίβει μια τραυματισμένη διαδηλώτρια. Ίσο περνάει ο καιρός, η αντίσταση θεριεύει. Ο Δημητριάδης δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει το αντάρτικο που μαινόταν στην ύπαιθρο. Στο χαρτί του αποτυπώνει εικόνες από την αντίσταση στην πόλη, μια αντίσταση ίσως πολύ πιο παράτολμη και ριψοκίνδυνη σε σχέση με τον «αέρα ελευθερίας» που έπνεε στα βουνά. Σε σκίτσο του δείχνει μια γυναίκα, συνοδεία ένοπλων συντρόφων της, να προειδοποιεί μια συνοικία μέσω του γνωστού χωνιού-τηλεβόα ότι επέκειτο μπλόκο για απόσπαση ομήρων. Αλλού, νεολαίοι αντιστασιακοί σαμποτάρουν τις υποδομές του εχθρού, ενώ αντάρτες αποσπούν όπλα και στρατιωτικό υλικό. Η Αντίσταση εξαγρίωσε τις κατοχικές Αρχές, οι οποίες, ειδικά στο τελευταίο έτος της Κατοχής, ενέτειναν απροκάλυπτα την τρομοκρατία τους. Στα σκίτσα του, ο δημιουργός απεικονίζει την αγριότητα των βασανιστηρίων στα οποία υπέβαλλαν τα θύματά τους οι Έλληνες δωσίλογοι για λογαριασμό των ναζί, στη διάρκεια των ανακρίσεων. Κάποιος εξ αυτών εκβιάζει οικονομικά έναν συμπατριώτη του με την απειλή του χαρακτηρισμού του ως κομμουνιστή, ενώ αλλού, βασανιστές της Γκεστάπο τοποθετούν τη μνηστή ενός αντάρτη σε μια αναμμένη ηλεκτρική κουζίνα για να μαρτυρήσει τους συντρόφους της. Στο σκίτσο ο Δημητριάδης απεικονίζει την είσοδο του στρατοπέδου συγκέντρωσης στο Χαϊδάρι το οποίο, κατόπιν ολιγοήμερης λειτουργίας του υπό ιταλική διοίκηση, πέρασε στα χέρια των Γερμανών μετά την ιταλική συνθηκολόγηση (8.9.1943). Υπολογίζεται ότι πάνω από 21.000 κρατούμενοι πέρασαν από το Χαϊδάρι, συμπεριλαμβανομένων πολλών Εβραίων. Από το εν λόγω στρατόπεδο μεταφέρθηκαν και οι 200 κομμουνιστές στην Καισαριανή, φυλακισμένοι στην πλειονότητά τους ήδη από τη δικτατορία του Μεταξά. Το τίμημα του αγώνα για την ελευθερία ήταν βαρύ. Χιλιάδες Έλληνες εκτελέστηκαν είτε λόγω της αντιστασιακής τους δράσης, είτε γιατί παρείχαν κάλυψη στους αντάρτες, είτε διότι απλώς έπεσαν θύματα των ναζιστικών αντιποίνων συλλογικής ευθύνης και της αριθμητικής «λογιστικής» των Übermenschen. Σε αλλεπάλληλα σπαρακτικά σκίτσα του, ο Δημητριάδης δείχνει όλη τη διαδικασία των εκτελέσεων: εκφώνηση των ονομάτων των μελλοθανάτων, κραυγές θρήνου, πορεία προς τον θάνατο, μαζικοί τουφεκισμοί, «αναμνηστικές φωτογραφίες» των εκτελεσμένων από τους ναζί, αγωνιώδης αναζήτηση νεκρών συγγενών, η γραμμή αίματος που άφηναν τα γερμανικά καμιόνια μεταφέροντας τους νεκρούς από τον τόπο της εκτέλεσης. Οι κουκουλοφόροι που καταδίδουν συμπατριώτες τους έχουν και αυτοί την «τιμητική» τους σε διάφορα σκίτσα, συνδιαμορφώνοντας τις αναπαραστάσεις μας για αυτούς. Αποτίμηση Τα 77 σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη από τη ναζιστική Κατοχή συνιστούν ένα είδος «σκιτσορεπορτάζ». Πέραν της αδιαμφισβήτητης καλλιτεχνικής τους αξίας, αποτελούν ανεκτίμητα δημοσιογραφικά τεκμήρια για τις ακραίες συνθήκες μιας αιματοβαμμένης περιόδου, πληρώντας τις προϋποθέσεις της πρωτογενούς ιστορικής πηγής, όπως και κάθε άλλο φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό ή κείμενο εκείνης της εποχής. Καταγράφουν μια πραγματικότητα «εν τω γίγνεσθαι»: βιωματικά, ως αυτόπτη και αυτήκοη μαρτυρία, και όχι καταγραμμένα δευτερογενώς από μαρτυρίες άλλων ή «φιλτραρισμένα» από τις μετέπειτα εμφυλιοπολεμικές εξελίξεις. Είναι ιδωμένα όχι από το «ουδέτερο» βλέμμα ενός εξωτερικού παρατηρητή, ούτε όμως και από το βλέμμα του στρατευμένου αγωνιστή, αλλά μέσα από τα μάτια του λαϊκού ανθρώπου. Του ανθρώπου που υποφέρει, διώκεται και βασανίζεται, αλλά παράλληλα διατηρεί την αξιοπρέπειά του και αντιστέκεται στην τυραννία. Πολύ περισσότερο, τα σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη καταδεικνύουν τη βαθιά πίστη του σκιτσογράφου στον ουμανισμό και μεταδίδουν το μήνυμα πως στο τέλος, ό,τι και να συμβεί, η «αδυναμία» των θυμάτων της Ιστορίας θα επικρατήσει επί των καταχθόνιων δυνάμεων της αδικίας, του μίσους και της βίας. Φωκίων Δημητριάδης (1894-1977) Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1894. Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και στην Εθνική Σχολή Γλωσσών και Εμπορίου. Ενώ σκόπευε να ακολουθήσει το επάγγελμα του λογιστή, τελικά σαγηνεύτηκε από τη γελοιογραφία, την οποία υπηρέτησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Σκίτσα του δημοσιεύονταν από νωρίς σε εφημερίδες της Πόλης. Στην Ελλάδα ήρθε το 1915 και δούλεψε επί πέντε χρόνια στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη Θεσσαλονίκη, ενώ υπήρξε και ιδρυτικό μέλος της ΑΕΚ. Αποκλειστικά στη γελοιογραφία θα αφοσιωθεί από το 1922. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου εργάστηκε στις εφημερίδες «Ελεύθερον Βήμα» και «Αθηναϊκά Νέα». Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-41 έφτιαξε – όπως και το σύνολο των Ελλήνων συναδέλφων του – πολλές αντιφασιστικές γελοιογραφίες, στις οποίες σατίριζε και αυτός τον Μουσολίνι και τους Ιταλούς εισβολείς. Οι γελοιογραφίες του κυκλοφόρησαν και στα αγγλικά σε όλον τον κόσμο ως ταχυδρομικά δελτάρια. Μετά την Απελευθέρωση, ο Δημητριάδης στράφηκε εναντίον της βρετανικής επέμβασης και υπέρ του αριστερού αντιστασιακού κινήματος. Μεταπολεμικά εργάστηκε στον «Ρίζο της Δευτέρας» μέχρι και το 1947. Εκεί συνυπήρξε με τον Νίκο Καστανάκη, δημιουργώντας σκίτσα με αντιαμερικανικό περιεχόμενο, κατά του Τρούμαν, του Φλιτ κ.λ.π. Το τελευταίο ανυπόγραφο σκίτσο του δημοσιεύτηκε στις 10.11.1947. Μετά τον Εμφύλιο και μέχρι τη δικτατορία τον βρίσκουμε πλέον ως σκιτσογράφο της κεντρώας παράταξης. Εξέφραζε τις θέσεις του κατά της Δεξιάς και του μετεμφυλιακού καθεστώτος από τις ασφαλέστερες «επάλξεις» του εθνικόφρονος Κέντρου («Τα Νέα», «Το Βήμα», «Μακεδονία»). Επινόησε χαρακτήρες που άφησαν εποχή, όπως το Παρδαλό Κατσίκι, την Κόκω και άλλους. Εξέδωσε σειρές, ανάμεσά τους και τη διασκευή της «Οδύσσειας» του Ομήρου, «Το Παρδαλό και η εποχή του» (1948) και «Με το μάτι του γελοιογράφου 1950-1959» (1960). Το 1961 τιμήθηκε με το Α΄ βραβείο του Παγκόσμιου Διαγωνισμού Πολιτικής Γελοιογραφίας στο Λος Άντζελες. Το 1969 έλαβε το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας. Στη Μεταπολίτευση έλαβε μέρος στις δύο πρώτες παγκόσμιες εκθέσεις πολιτικής γελοιογραφίας του Δήμου Κηφισιάς (1976 και 1977). Πέθανε το 1977 σε ηλικία 83 ετών. Και το σχετικό link...
  7. Η νέα έκδοση του Γάλλου εικονογράφου Xavier Coste για το πολύτιμο και επιδραστικό βιβλίο του Τζορτζ Όργουελ. Λέμε συνήθως ότι το «1984» είναι ήδη εδώ. Και ίσως ο Τζορτζ Όργουελ να μην ήταν ποτέ άλλοτε τόσο κοντά μας όσο στους «ενδιαφέροντες καιρούς» που ζούμε. Από τις εξελίξεις της τεχνολογίας – που μοιάζει να ξεπερνά το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, ειδικά μετά την επέλαση της Τεχνητής Νοημοσύνης – έως την άνοδο του αυταρχισμού σε Ευρώπη, Ασία και Αμερική. Και αν κάτι φέρνει το 1984 πιο κοντά στο 2026, αυτό είναι πρωτίστως η κατανόηση του Όργουελ για τον σκοπό και τη φύση της προπαγάνδας και της παραπληροφόρησης. Η δεύτερη προέρχεται από εκείνους που βρίσκονται στην κορυφή της εξουσίας και αναπτύσσεται για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά τους. Ο έλεγχος, όμως, εκτείνεται πέρα από αυτό. Στον κόσμο του ήρωα Γουίνστον Σμιθ, ακόμη και το κουτσομπολιό μετατρέπεται σε εμπόρευμα για τους σκοπούς του κόμματος. Το αστυνομικό κράτος ενθαρρύνει τους ανθρώπους να καταγγέλλουν τους φίλους, τους γείτονες ή τους εραστές τους – ακόμη και τα παιδιά να καταγγέλλουν τους γονείς τους. Το «οργουελικό», λοιπόν, είναι στοιχείο της ρητορικής ακόμη και αν δεν έχει διαβάσει κανείς τα μυθιστορήματα του συγγραφέα. Με την ίδια έννοια που το «καφκικό» επικάθεται σε πολλαπλές ερμηνείες της καθημερινότητάς μας. Πέρα από τις ερμηνείες, πάντως, υπάρχουν τα γεγονότα – κι αυτά λειτουργούν πάντα ως γέφυρα με την εποχή μας. Η ιδέα, για παράδειγμα, ότι η πίστη στο Κόμμα ξεπερνάει την αυτοσυνείδηση των οπαδών, έτσι ώστε να αποδέχονται εκουσίως την υποταγή («Ξέρεις τι θα πω όταν βρεθώ μπροστά στους δικαστές;» ρωτάει ο Πάρσονς τον Γουίνστον Σμιθ. «”Ευχαριστώ” θα τους πω, “ευχαριστώ που με σώσατε πριν να είναι πολύ αργά”»). Η εικόνα των απαράτσικ που διαφθείρονται ως το χοιρινό τους μεδούλι από τα προνόμια ή η δίψα του Κόμματος να εξουσιάζει: «Η εξουσία δεν είναι μέσον, είναι ο τελικός σκοπός. Κανείς δεν εγκαθιδρύει μια δικτατορία για να προστατέψει μιαν επανάσταση. Κάνει την επανάσταση για να εγκαθιδρύσει μια δικτατορία» (Ο’ Μπράιεν στο «1984»). Η «διπλόσκεψη», που τηρουμένων των αναλογιών φτάνει με διακλαδώσεις στην εποχή της μετα-αλήθειας: «Να ξέρεις και να μην ξέρεις, να έχεις συνείδηση όλης της αλήθειας ενώ λες έντεχνα κατασκευασμένα ψεύδη, να έχεις ταυτόχρονα δύο γνώμες που η μία αναιρούσε την άλλη, γνωρίζοντας ότι είναι αντιφατικές και πιστεύοντας και στις δύο, να χρησιμοποιείς τη λογική ενάντια στη λογική, να αποκηρύσσεις την ηθική και ταυτόχρονα να εγείρεις αξιώσεις σ’ αυτήν, να πιστεύεις ότι η δημοκρατία ήταν αδύνατη και ότι το Κόμμα ήταν ο θεματοφύλακας της δημοκρατίας…». Το μήνυμα του Όργουελ κρυβόταν στη διαρκή μάχη – τη μόνη που υπερασπιζόταν πέρα από την ανάγκη του δημοκρατικού σοσιαλισμού – ανάμεσα στην ελευθερία και τον ολοκληρωτισμό. Και αν πρέπει να του πιστωθεί σίγουρα η λογοτεχνική αρετή της αμφισημίας, είναι το «Παράρτημα» του «1984», που αφήνει ανοιχτή την οδό της ελπίδας: οι κανόνες της Νεογλώσσας (newspeak) γράφονται στην παλιά αγγλική. Το Κόμμα δεν κυβερνά πια. Με τις σκέψεις ανοίγουμε την τελευταία προσθήκη στην πρόσφατη γενναία παραγωγή τίτλων του Όργουελ: το graphic novel «1984» σε εικονογράφηση και διασκευασμένο σενάριο του Γάλλου 36χρονου Ξαβιέ Κοστ (Xavier Coste), το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδ. Οξύ, σε στρωτή μετάφραση του Βασίλη Μπαμπούρη. Σε αρκετά σημεία η λογική του δημιουργού είναι να αφήσει το σχέδιο να «αναπνέει» προσδίδοντας στην ιστορία την απαραίτητη δυστοπικά επική διάσταση. Άλλοτε πάλι χρειάζονται οι λεπτομέρειες για να μείνουμε κοντά στον ήρωα Σμιθ, οπότε ο εικονογράφος «σπάει» τα κάδρα του σε μικρότερα καρέ. Πρέπει άλλωστε να υπάρχει διάχυτη η αίσθηση ότι ο Μεγάλος Αδελφός μπορεί να παρακολουθεί και να ρυθμίζει τα πάντα. «Πάρε για παράδειγμα το “καλός”» λέει στον Σμιθ ο υπεύθυνος του Λεξικού. «Αν έχεις μια λέξη όπως το “καλός”, τι νόημα έχει να έχεις και μια λέξη όπως το “κακός”; Το “μηκαλός” είναι πιο σωστό, επειδή είναι το ακριβώς αντίθετο του “καλός”, κάτι που δεν είναι η άλλη λέξη». Μια καλή βιβλιοφιλική πρόταση – 237 ωφέλιμων σελίδων μεγάλου σχήματος – για να περάσει ένας σημαντικός τίτλος σε νεότερες γενιές διατηρώντας την «ενήλικη» οπτική. Και το σχετικό link...
  8. Από το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου και κάθε Σάββατο, η νέα προσφορά της Καθημερινής φέρνει ξανά στο προσκήνιο τον σχεδόν αιωνόβιο ήρωα που αγαπήθηκε για την αυθεντικότητα, τις ατέλειες και την αδιαπραγμάτευτη καλοσύνη του. Λίγοι φανταστικοί ήρωες έχουν καταφέρει να ξεφύγουν από τα όρια του χαρτιού και της οθόνης και να μετατραπούν σε παγκόσμια πολιτισμικά σύμβολα. Ο Ποπάυ είναι μια φιγούρα που συνοψίζει μια ολόκληρη εποχή, μια φιλοσοφία ζωής και μια λαϊκή ηθική που εξακολουθεί να συγκινεί σχεδόν έναν αιώνα μετά τη δημιουργία του. Καλόψυχος, μυώδης και με ένα – χαριτωμένα – στραβό μάτι. Με την κλασική πίπα στο στόμα και τρώγοντας λίγο σπανάκι, ήταν πάντα έτοιμος να υπερασπιστεί το κορίτσι του. Ο κομπάρσος έγινε πρωταγωνιστής Η πρώτη του εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 1929 στο κόμικ Thimble Theatre, ένα καθημερινό στριπ εθνικής διανομής που δημοσιευόταν σε αρκετές εφημερίδες των Ηνωμένων Πολιτειών. Δημιουργός του ήταν ο Αμερικανός σκιτσογράφος Έλζι Σίγκαρ, ένας καλλιτέχνης με βαθιά επαφή με τη λαϊκή κουλτούρα και τους ανθρώπους της εργατικής τάξης. Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι ότι αρχικά ο Ποπάυ δεν προοριζόταν να είναι ο πρωταγωνιστής. Ήταν ένας δευτερεύων χαρακτήρας, ένας τραχύς ναύτης που εμφανίστηκε για λίγο στην ιστορία. Όμως το κοινό τον αγάπησε και ο Σίγκαρ κατάλαβε ότι είχε στα χέρια του κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν απλό κομπάρσο. Αυτή ήταν η πρώτη και βασική αλλαγή πορείας στη μοίρα του Ποπάυ. Mία από τις σελίδες του τεύχους Το νησί των φαντασμάτων, που θα κυκλοφορήσει με την Καθημερινή. Σύντομα ο Ποπάυ έγινε ο κεντρικός ήρωας. Η δημοτικότητά του εκτοξεύτηκε όταν πέρασε από τις σελίδες των εφημερίδων στην οθόνη, με τα κινούμενα σχέδια του στούντιο Fleischer να παίζουν στα σινεμά πριν από τις ταινίες, τη δεκαετία του 1930. Εκεί, η χαρακτηριστική φωνή του, η τραχιά άρθρωση και το μόνιμο μουρμουρητό του ολοκλήρωσαν την εικόνα ενός ήρωα που έμοιαζε περισσότερο με άνθρωπο της διπλανής πόρτας παρά με σούπερ ήρωα. Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά, το 1957, θα εισβάλει και στη μικρή οθόνη από την King Features, για να εδραιωθεί περαιτέρω η φήμη του. Γύρω του οικοδομήθηκε ένα ολόκληρο σύμπαν χαρακτήρων που συνέβαλαν στη διαχρονικότητά του. Η Όλιβ Όιλ, η ψηλόλιγνη, νευρική αγαπημένη του, αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα γυναικεία καρτούν όλων των εποχών. Η σχέση τους είναι γεμάτη εντάσεις, παρεξηγήσεις και τρυφερότητα, μακριά από τα ρομαντικά στερεότυπα. Από την άλλη πλευρά, ο Βρούτος ενσαρκώνει τη δύναμη χωρίς ηθική, τον νταή που επιβάλλεται με το μέγεθος και τον φόβο. Η σύγκρουση του Ποπάυ με τον Βρούτο δεν είναι απλώς σωματική· είναι βαθιά ιδεολογική. Ένα τεράστιο μπαλόνι με τον Ποπάυ αιωρείται πάνω από τον δρόμο, κατά τη διάρκεια της ετήσιας παρέλασης των Macy’s για την Ημέρα των Ευχαριστιών στη Νέα Υόρκη, στις 23 Νοεμβρίου 1961. Συνολικά στις ΗΠΑ κυκλοφόρησαν 171 τεύχη με τις ιστορίες του Ποπάυ – πριν καν κυκλοφορήσει το τεύχος Νο 1, οι λιανέμποροι κόμικς είχαν κάνει προπαραγγελίες για 11.569 αντίτυπα από την IDW Publishing. Αυτό οδήγησε τον εκδοτικό οίκο να τυπώσει περίπου 13.400 αντίτυπα στην πρώτη έκδοση, τα οποία εξαντλήθηκαν και σε πολλές αγορές τυπώθηκε δεύτερη έκδοση. Ο συνολικός αριθμός των πωλήσεων ανεβαίνει κατακόρυφα αν συνυπολογίσουμε το ότι μεταφράστηκε σε περίπου 50 χώρες. Φευ, δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος «παγκόσμιος» αριθμός πωλήσεων, εντούτοις είναι πρόδηλο πως έγινε, συν τω χρόνω, ένα διαχρονικό εκδοτικό φαινόμενο. «Δεν γίνεται ποτέ νταής» Ο Ποπάυ είναι ιδιαίτερος, ακριβώς διότι δεν μοιάζει με τους κλασικούς ήρωες. Δεν είναι όμορφος, δεν είναι καλοντυμένος, δεν είναι ευγενικός με την παραδοσιακή έννοια. Είναι τραχύς, συχνά αδέξιος και καθόλου τέλειος. Και όμως, διαθέτει έναν ακλόνητο ηθικό πυρήνα. Υπερασπίζεται τους αδύναμους, στέκεται μαχητικά απέναντι στην αδικία και, πάνω απ’ όλα, μένει πιστός σε αυτό που πιστεύει. Θυμηθείτε το τραγουδάκι του: «I’m Popeye the Sailor Man / I’m Popeye the Sailor Man / I yam wot I yam / And that’s all wot I yam / I’m Popeye the Sailor Man». Κάποια στιγμή θα το έχετε τραγουδήσει ή έστω ψιθυρίσει. Ίσως να το κάνετε ακόμα. Ο Νικ Κέιβ το έκανε· χρησιμοποίησε (ελαφρώς παραποιημένη) τη χαρακτηριστική ατάκα του Ποπάυ σε ένα παλαιότερο τραγούδι του (Loverman). Είχε προηγηθεί ο Τσάμπι Τσέκερ, όταν το 1962 τραγούδησε το Popeye the Hitchhiker, ένα rock ’n’ roll single που ανέβηκε στο Top-10 του Billboard Hot 100. Ο κομίστας Κωνσταντίνος Μοσχονάς μάς περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τους λόγους που ο Ποπάυ ξεφεύγει από το στερεότυπο των περισσότερων χαρακτήρων κόμικ: «Είναι ένας street level ήρωας, πιο καθημερινός και καθόλου ατσαλάκωτος. Μπορεί να είναι μυώδης, αλλά δεν γίνεται ποτέ νταής. Αντίθετα, θα προτάξει τα στήθη του για να προστατέψει το κορίτσι του. Μπορεί να μην είναι όμορφος, αλλά ένας ήρωας δεν χρειάζεται να αρέσει στις γυναίκες για να καθιερωθεί. Έπειτα από εκατό χρόνια, ο Ποπάυ παραμένει διαχρονικός. Δεν βλέπω τον λόγο γιατί στις μέρες μας να μην μπορεί να ταυτιστεί κάποιος μαζί του». Θυμάται, δε, πως στην παιδική του ηλικία αποτέλεσε μια οικεία φιγούρα: «Πριν καν μάθω να διαβάζω, φανταζόμουν τις ιστορίες του χωρίς, φυσικά, να μπορώ να ξέρω τι έλεγαν. Από την αρχή μού άρεσε η φιγούρα του Ποπάυ και συνεχίζει να μου αρέσει έπειτα από τόσες δεκαετίες». Ο Αμερικανός σκιτσογράφος Ε. Κ. Σίγκαρ (1894-1938) στην αγκαλιά του ηθοποιού Χάρι Φόστερ Γουέλς ως Ποπάυ, πιθανόν το 1935. Παρόμοια και ακόμη πιο έντονη είναι η σχέση που απέκτησε με τον Ποπάυ ο επίσης κομίστας Γαβριήλ Τομπαλίδης. «Από τα τέσσερά μου έμαθα να διαβάζω, χάρη στον Ποπάυ. Θυμάμαι στην αρχή μού διάβαζε τις ιστορίες του ο παππούς μου, που μου έλεγε πως η Όλιβ λεγόταν Φατμέ. Ίσως είχε να κάνει με την καταγωγή του από το Καστελλόριζο. Όπως και να είχε, κάτι δεν μου κολλούσε στην αφήγησή του και χάρη στην αδελφή μου, που ήταν μεγαλύτερη, άρχισα να διαβάζω μόνος μου. Μπορεί να πέρασα από την Καλών Τεχνών, αλλά θυμάμαι ακόμη πως τα πρώτα σχέδια που έκανα μικρός στο χαρτί ήταν ο Ποπάυ». Γιατί τρώει σπανάκι; Κεντρικό ρόλο στον μύθο του Ποπάυ παίζει, φυσικά, το σπανάκι. Το πράσινο λαχανικό που του χαρίζει υπεράνθρωπη δύναμη δεν ήταν απλώς ένα εύρημα χιούμορ. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το σπανάκι θεωρούνταν υπερτροφή (εξαιτίας ενός λάθος υπολογισμού στην περιεκτικότητα σιδήρου σε σχέση με άλλες τροφές) και ο Ποπάυ λειτούργησε ακούσια ως ένας πολύ αποτελεσματικός «διαφημιστής» του. Δεν είναι τυχαίο ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες καταγράφηκε αύξηση στην κατανάλωση σπανακιού μετά την επιτυχία του ήρωα. Ο Ρόμπιν Γουίλιαμς ως Ποπάυ και η Σέλι Ντουβάλ ως Όλιβ στην ταινία του Ρόμπερτ Άλτμαν Popeye (1980). Αρκετές πηγές αναφέρουν ότι οι πωλήσεις σπανακιού αυξήθηκαν κατά περίπου 33% στις ΗΠΑ εκείνη την περίοδο, και αυτό συνδέθηκε με την τεράστια δημοτικότητα του χαρακτήρα, κυρίως μέσω του κόμικ και των κινούμενων σχεδίων. Παράλληλα, μια μελέτη στην Ταϊλάνδη (δημοσιευμένη στο Nutrition & Dietetics) βρήκε ότι παιδιά ηλικίας τεσσάρων-πέντε ετών έτρωγαν περισσότερα λαχανικά, συμπεριλαμβανομένου του σπανακιού, όταν παρακολουθούσαν Ποπάυ ως μέρος ενός προγράμματος ενθάρρυνσης υγιεινής διατροφής. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι το σπανάκι δεν ήταν εξαρχής το «καύσιμο» μέσω του οποίου κινητοποιούνταν στον μέγιστο βαθμό οι δυνάμεις του Ποπάυ. Στις πρώτες ιστορίες ήταν απλώς ένας σκληροτράχηλος ναυτικός με δυνατή θέληση και ικανότητες, αλλά η δύναμή του δεν συνδεόταν με το σπανάκι. Η εισαγωγή του σπανακιού ήταν ένα εύρημα που έκανε τον χαρακτήρα ακατανίκητο και εύκολο να μεταφερθεί στην παιδική κουλτούρα και να γίνει η ανάλογη εμπορική εκμετάλλευση. Η Αμερικανίδα ιστορικός Λόρα Λόβετ του Πανεπιστημίου του Πίτσμπουργκ σημειώνει σε μελέτη της πως ο Ποπάυ χρησιμοποιήθηκε στην Αμερική για να προωθήσει ιδέες γύρω από τη διατροφή και την καταπολέμηση της παιδικής κακής διατροφής στις αρχές του 20ού αιώνα. Το άρθρο της, που δημοσιεύτηκε το 2005 στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Health Politics, Policy and Law, αναφέρει πως η σχέση του Ποπάυ με το σπανάκι σχεδιάστηκε στο πλαίσιο μιας κοινωνικής «κρίσης υγείας», με σκοπό να μπορεί να διδάξει τα παιδιά για τη δημόσια υγεία και την εκπαίδευση. Πέρα από τα κόμικς Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1930 και του 1940, ο Ποπάυ αποτέλεσε κομμάτι της αμερικανικής καθημερινότητας. Στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης και αργότερα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ναύτης με το σπανάκι εξέφραζε την ελπίδα ότι ο απλός άνθρωπος, με πείσμα και καθαρή καρδιά, μπορεί να τα βάλει με μεγαλύτερες δυνάμεις και να νικήσει. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αρκετά επεισόδια της εποχής ο Ποπάυ παρουσιάζεται ως πατριωτικό σύμβολο, χωρίς όμως να χάνει τη λαϊκή του ταυτότητα. Ο ιστορικός της ποπ κουλτούρας Ίαν Γκόρντον, ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της ιστορίας των κόμικς, έχει αναλύσει συνολικά τη σημασία των στριπ όπως του Ποπάυ στη διαμόρφωση της αμερικανικής κουλτούρας, της καθημερινής αφήγησης και της κοινής ανάγνωσης των κόμικς. Το συμπέρασμα είναι ότι ο ήρωας έχει ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικού και πολιτισμικού ήθους που ξεπερνά τον κόσμο των κόμικς. Μετά τον θάνατο του Σίγκαρ το 1938, ο Ποπάυ συνέχισε να ζει μέσα από άλλους δημιουργούς, τηλεοπτικές σειρές, κόμικς και κινηματογραφικές απόπειρες. Το 1980 ο Ρόμπερτ Άλτμαν σκηνοθέτησε την ταινία Popeye, με τον Ρόμπιν Γουίλιαμς στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αν και η ταινία δίχασε κοινό και κριτικούς, ανέδειξε ξανά τη μοναδικότητα του χαρακτήρα και τη δυσκολία να μεταφερθεί αυτούσια η γοητεία του σε διαφορετικά μέσα. Όπως έγραφε το New Yorker στην κριτική του: «Ο Γουίλιαμς ενσαρκώνει τον Ποπάυ με όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του – τα φουσκωμένα μπράτσα, τη χαρακτηριστική ομιλία και την ιδιόρρυθμη προσωπικότητα –, ωστόσο η ταινία δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τον καρτουνίστικο χαρακτήρα και παραμένει στο επίπεδο της απλής μίμησης». Στις δεκαετίες που ακολούθησαν ο Ποπάυ πέρασε περιόδους μικρότερης επιρροής, χωρίς όμως να εξαφανιστεί ποτέ. Παρέμεινε παρών στη συλλογική μνήμη, σε επαναλήψεις παλιών επεισοδίων, σε εμπορεύματα και αναφορές της ποπ κουλτούρας. Και αυτό είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της διαχρονικότητάς του: δεν χρειάστηκε να «εκσυγχρονιστεί» δραστικά για να επιβιώσει. Η αυθεντικότητά του ήταν αρκετή. Στο μεταξύ, πέρυσι (2025) ο καλοκάγαθος Ποπάυ εμφανίστηκε με έμμεσο τρόπο σε τρεις (!) ταινίες μεγάλου μήκους (και χαμηλού μπάτζετ), οι οποίες αντί για γέλιο προκαλούν τρόμο: πρόκειται για τις ταινίες Popeye the Slayer Man, Popeye’s Revenge και Shiver Me Timbers. Ο Ποπάυ στην Ελλάδα Ο Ποπάυ εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά μόλις το 1956, όταν ο εκδότης του περιοδικού κόμικς Γέλιο και Χαρά τον εισήγαγε στη χώρα μας. Αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, ο Ιωάννης Δραγούνης πήρε την άδεια να επαναφέρει και να δημοσιεύσει τις περιπέτειες του Ποπάυ σε δικό του περιοδικό κόμικς, με ακόμη μεγαλύτερη απήχηση. Στις μέρες μας, τις περιπέτειές του εκδίδει ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς, ο οποίος μιλώντας στο Κ εξήγησε έναν από τους πολλούς λόγους που κάνουν αγαπητό τον Ποπάυ: «Είναι με τέτοιο τρόπο φτιαγμένος, που σε κάθε σελίδα βγάζει ένα αστείο, κάτι που δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Στην ουσία, ανά τρία καρέ έχουμε έναν λόγο να γελάσουμε και όλο μαζί βγάζει ένα νόημα. Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι να γελάω με τα αστεία διαφόρων περιοδικών, όταν όμως μεγάλωσα, τα ίδια αυτά αστεία μού φαίνονταν κενά ή πεζά. Σίγουρα δεν με έκαναν να γελάω. Αυτό δεν μου συνέβη ποτέ με τον Ποπάυ. Ακόμη και τώρα, αν διαβάσω μια ιστορία του, θα γελάσω ξανά όπως τότε που ήμουν μικρός», αναφέρει. Γιατί όμως εξακολουθούμε να αγαπάμε τον Ποπάυ σήμερα; Ίσως επειδή σε έναν κόσμο γεμάτο υπερήρωες με σμιλεμένα σώματα και αψεγάδιαστα ηθικά προφίλ, ο Ποπάυ μοιάζει σχεδόν επαναστατικός. Είναι κουρασμένος, γκρινιάρης, κάνει λάθη, αλλά όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή, σηκώνεται και παλεύει. Δεν γεννήθηκε δυνατός· γίνεται δυνατός όταν το απαιτούν οι περιστάσεις. Ο κ. Ανεμοδουράς συμπληρώνει με νόημα: «Το χιούμορ του Ποπάυ κάνει γκελ σε όλες τις ηλικίες, γιατί είναι σχεδόν σουρεαλιστικό. Αν και είμαι προβληματισμένος για το τι θέλει πραγματικά η Γενιά Ζ, πιστεύω πως μπορεί να γελάσει με τον Ποπάυ. Στην ουσία είναι το αποτέλεσμα ενός άκρως επιτυχημένου spin-off, καθώς, όπως ξέρουμε, δεν φτιάχτηκε για να είναι πρωταγωνιστής, αλλά πολύ νωρίς έστρεψε πάνω του όλα τα φώτα και καθιερώθηκε όπως τον ξέρουμε πλέον». Ο κ. Τομπαλίδης δίνει και μια πιο συναισθηματική διάσταση: «Ο Ποπάυ είναι η προσωποποίηση της καλοσύνης. Να γιατί ο ίδιος λέει κάποια στιγμή ότι τον αγαπούν τα παιδιά και τα ζώα. Είναι ένα καρτούν που σου προσφέρει αγαλλίαση ψυχής. Από την αρχή μίλησε για πράγματα που τα είδαμε να συμβαίνουν στη συνέχεια στις κοινωνίες μας, όπως το μπούλινγκ, το χάσμα των γενεών, ακόμη και η τεχνητή νοημοσύνη. Παραμένει πάντα επίκαιρος, διότι είναι βαθύτατα ανθρώπινος», σημειώνει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Ποπάυ εκπροσωπεί μια απλή, αλλά βαθιά αξία: τη σημασία της επιμονής και της εντιμότητας. Δεν πολεμά για δόξα ή αναγνώριση, αλλά για το σωστό. Και αυτή η στάση, όσο παλιά κι αν μοιάζει, παραμένει επίκαιρη. Σε μια εποχή κυνισμού και ταχύτητας, ο ναύτης με την πίπα μάς θυμίζει ότι το ήθος δεν βγαίνει ποτέ εκτός μόδας. Σχεδόν έναν αιώνα μετά την πρώτη του εμφάνιση, ο Ποπάυ εξακολουθεί να στέκει όρθιος στο κατάστρωμα της παγκόσμιας κουλτούρας. Όχι ως απολίθωμα του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανό σύμβολο ενός ήρωα που δεν φοβήθηκε ποτέ να είναι ο εαυτός του. Και ίσως γι’ αυτό, κάθε φορά που τρώμε μια μπουκιά σπανάκι, κάτι μέσα μας χαμογελά ακόμα. Μπαντ Σάγκεντορφ, η «ψυχή» του Ποπάυ Αν ο Ε. Κ. Σίγκαρ ήταν ο γεννήτορας του Ποπάυ, ο Μπαντ Σάγκεντορφ έγινε ο ανανεωτής του, καίτοι ο ίδιος επέμενε πως ήταν μόνο ο θεματοφύλακας της κληρονομιάς που άφησε ο δάσκαλός του. Παιδί της Νέας Υόρκης των αρχών του 20ού αιώνα (γεννήθηκε στις 22/3/1915), ο Σάγκεντορφ έδειξε από πολύ νωρίς πως ήταν γεννημένος για τα κόμικς. Στις αρχές του ’30 θα συναντηθεί με το πεπρωμένο του όταν θα γίνει ο βοηθός του Σίγκαρ, μια σχέση ζωής που διαμόρφωσε την καριέρα του. Ο Σίγκαρ τον εμπιστεύτηκε τυφλά, διότι διείδε την πίστη του στον Ποπάυ αλλά και την δίχως όρια εργατικότητά του. Κάπως έτσι, όταν ο Σίγκαρ πέθανε το 1938, ήταν φυσικό επόμενο να αναλάβει τα ηνία ο Σάγκεντορφ. Όντως, από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 ανέλαβε τις τύχες του Ποπάυ για λογαριασμό της King Features. Δημιούργησε εκατοντάδες ιστορίες, κυρίως σε comic books. Το ύφος του ήταν πιο «καρτουνίστικο» και ελαφρύ σε σχέση με εκείνο του Σίγκαρ, με έμφαση στο slapstick (βλ. μορφή κωμωδίας) και στις παιδικές περιπέτειες. Στην ουσία, ο Σάγκεντορφ προσάρμοσε τον Ποπάυ στις ανάγκες του μεταπολεμικού κοινού. Έως τη δεκαετία του ’80 ήταν η «ψυχή» του ήρωα. Δικαίως, θεωρείται πλέον ο άνθρωπος που κράτησε τον χαρακτήρα εμπορικά και πολιτισμικά ενεργό για σχεδόν 40 χρόνια μετά τον αρχικό δημιουργό του. Πέθανε στις 22 Σεπτεμβρίου 1994. Το πρώτο τεύχος του Ποπάυ, με τίτλο Το νησί των φαντασμάτων, θα κυκλοφορήσει με την Καθημερινή το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026. Και το σχετικό link...
  9. Αν και ξεκίνησαν πριν από μόλις έναν χρόνο – και κάτι – έχουν προλάβει να εκδώσουν πολλά σημαντικά βιβλία και ετοιμάζουν ακόμα περισσότερα. Ο λόγος για τις εκδόσεις DocMZ που γιορτάζουν τα πρώτα τους γενέθλια με μια μεγάλη έκθεση και μια σειρά εκδηλώσεων στην έδρα τους, τον Βόλο, σε συνεργασία με τον νεοσύστατο φορέα πολιτισμού Centaurus – Arts & Culture και σε επιμέλεια του Γιάννη Ιατρού και του Μάριου Ιωαννίδη. Στην έκθεση που ακολουθεί τη σπουδαία περσινή μεταφορά της έκθεσης «Hugo Pratt: η κληρονομιά, το έργο, η βιογραφία» και θα διαρκέσει ώς τις 8 Μαρτίου (Μουσείο της Πόλης του Βόλου, Φερών 17, Παλαιά Βόλου) παρουσιάζονται οι μέχρι τώρα εκδόσεις τους («Infierno» των Tito Faracci & Silvia Ziche, «Ολυμπος Α.Ε.» 1 και 2 των Vincenzo Cerami & Silvia Ziche, «Σμάλτο & Τζόννυ» των Giorgio Pezzin & Giorgio Cavazzano, «Amore Mio» της Silvia Ziche, «Η Προφητεία του Αρμαντίλλο» του Zerocalcare σε συνεργασία με την Chaniartoon Press, «El Eternauta 1969» των Hector Oesterheld & Alberto Breccia σε συνεργασία με την Jemma Press) καθώς και οι επικείμενες όπως το αριστουργηματικό «Caravaggio» του Milo Manara για τη ζωή και το έργο του μεγάλου καλλιτέχνη του ιταλικού μπαρόκ. Την έκθεση πλαισιώνουν παράλληλες δράσεις, προβολές, συζητήσεις και σεμινάρια σε συνεργασία με το Τμήμα Πολιτισμού και Δημιουργικών Μέσων και Βιομηχανιών και το Εργαστήριο Δημιουργικής Ανάγνωσης, Γραφής και Λογοτεχνικής Εκπαίδευσης του Τμήματος Γλωσσικών και Διαπολιτισμικών Σπουδών της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Από τις εκδηλώσεις ξεχωρίζει το πρακτικό σεμινάριο πάνω στη μετάφραση κόμικς και τις ιδιαιτερότητες του μέσου με παραδείγματα έργων που έχουν εκδοθεί από την DocMZ (Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου, 9.30-11.30), το masterclass με τον Γιάννη Ιατρού, «Η εκδοτική παραγωγή κόμικς στην Ελλάδα: διαδικασία, προκλήσεις και προοπτικές», που εξετάζει το εκδοτικό φαινόμενο των κόμικς στη χώρα μας από την αγορά δικαιωμάτων και τη μετάφραση μέχρι τη γραφιστική επεξεργασία, την τυπογραφική παραγωγή και την τελική πορεία προς τα βιβλιοπωλεία (Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου, 18.00-20.00), και το Εργαστήριο Δημιουργίας Κόμικς με τον Pan Pan που θα διεξαχθεί στο Φουαγέ της Αρχιτεκτονικής Σχολής την Τετάρτη 4 Μαρτίου. Και το σχετικό link...
  10. Για την «Babel», το νέο εξαιρετικό, συγκινητικό και εν μέρει αυτοβιογραφικό έργο του Soloup, είχαμε γράψει πριν από λίγες εβδομάδες. Τώρα ήρθε και η ώρα της πρώτης επίσημης παρουσίασής του. Την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου στις 19.00, στον χώρο του Ινστιτούτου για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή Eteron (Λεωκορίου 38, Ψυρρή), θα μιλήσουν για το βιβλίο οι Βαγγέλης Καραμανωλάκης, καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΕΚΠΑ, Λήδα Τσενέ, διδακτόρισσα και ιδρύτρια της Athens Comics Library, και ο δημιουργός. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης θα προβληθεί βίντεο με τα παρασκήνια της έρευνας στο Βέλγιο από τους Πόλυ Ρουμελιώτη και Kris Kaerts. Και το σχετικό link...
  11. Νέα τέχνη, νέα αρχιτεκτονική, νέα βιβλία, νέοι άνθρωποι, νέα ζωή. «Η Χώρα του Αύριο» ήταν το όνειρο της Οκτωβριανής Επανάστασης, που κινητοποίησε εκατομμύρια ανθρώπους να οικοδομήσουν έναν νέο κόσμο, πιο όμορφο και πιο δίκαιο για όλους. Η Οκτωβριανή Επανάσταση κέρδισε ή έχασε; Η απάντηση δεν είναι εύκολη και δεν μπορεί να δοθεί με ένα ναι ή ένα όχι, καθώς μπορεί να μην υπάρχει πια η Σοβιετική Ένωση, αλλά τα οράματά της εξακολουθούν να φωτίζουν τους αγώνες των λαών όλου του κόσμου. Επιπλέον οι κατακτήσεις της έγιναν φάρος του εικοστού αιώνα σε ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη και υιοθετήθηκαν από κράτη και κυβερνήσεις μετά από μαζικές διεκδικήσεις και λαϊκούς ξεσηκωμούς. Εξίσου δύσκολο είναι να διατυπωθούν με ασφάλεια και συναίνεση οι λόγοι που η πορεία προς τον κομμουνισμό από το 1917 μέχρι την οριστική διακοπή της δεν ήταν ποτέ ευθύγραμμη και ομαλή. Παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις ωστόσο για τις αιτίες που οδήγησαν το λεγόμενο ανατολικό μπλοκ στην κατάρρευση, είναι σίγουρο πως τα πρώτα χρόνια της επανάστασης αποτέλεσαν μια μοναδική, ξεχωριστή στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας γεμάτη ελπίδα, αλληλεγγύη και αφοσίωση στην οικοδόμηση ενός νέου κόσμου χωρίς καταπίεση, φτώχεια και ανισότητες. Στο «Η Χώρα του Αύριο» η Τάνια Σαφόναβα (μετάφραση: Λαμπριάνα Οικονόμου, Brainfood Εκδοτική / Φουρφούρι, 104 σελίδες) περιγράφει ευσύνοπτα αν και με κάποια δόση εξιδανίκευσης, όπως επισημαίνει και ο γενικός γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας, στον εύστοχο πρόλογό του, όλες τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που οραματίστηκαν και εν μέρει υλοποίησαν οι κομμουνιστές τον πρώτο καιρό μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση του 1917. Σε μια περίοδο που η πολιτική και κοινωνική αλλαγή δεν ήταν αξεδιάλυτες από την τέχνη της αποκαλούμενης Ρωσικής Πρωτοπορίας με σημαντικότερο ρεύμα της τον κονστρουκτιβισμό. «Αν θέλουμε να μιλήσουμε με όρους φιλοσοφίας, θα λέγαμε πως το υπόβαθρο του κονστρουκτιβισμού είναι περισσότερο ένα κράμα υποκειμενικού ιδεαλισμού – και πιο ειδικά πραγματισμού – με τεχνοκρατικές αντιλήψεις, που ανήγαγαν τα νέα τεχνολογικά επιτεύγματα ως τον αποφασιστικό συντελεστή της κοινωνικής απελευθέρωσης, αντί για τις νέες, σοσιαλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας. Χωρίς όμως αυτή τη βαθιά κοινωνική τομή, η τεχνολογική πρόοδος θα ελεγχόταν και θα αξιοποιούνταν από την αστική τάξη για την ικανοποίηση των δικών της οικονομικών και ιδεολογικών συμφερόντων και όχι για την εξασφάλιση της γενικής λαϊκής προόδου και ευημερίας, που ήταν ο στόχος του σοσιαλισμού και των καλλιτεχνών της πρωτοπορίας, όπως με δύναμη και εκφραστικότητα μας τον παρουσιάζει το βιβλίο. Σε κάθε περίπτωση, το θέμα είναι σύνθετο, πολυδιάστατο, δεν επιτρέπει μονομέρειες και μια εμπεριστατωμένη ανάλυσή του δεν θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο προλόγου σε ένα παιδικό βιβλίο. Η ουσία είναι ότι οι καλλιτέχνες της μεταεπαναστατικής Σοβιετικής Ένωσης ένιωθαν στην πλειονότητά τους την ευθύνη να μορφώσουν, να διαπαιδαγωγήσουν, να εξυψώσουν ηθικά, αισθητικά και πολιτισμικά τον λαό με την καλλιτεχνική και πολιτική δράση τους» σημειώνει ο Δ. Κουτσούμπας. Όλες τις πλευρές της επανάστασης, αυτές που πέτυχαν και αυτές που ξεκίνησαν αλλά δεν ολοκληρώθηκαν, εξετάζει η Τάνια Σαφόναβα, η οποία στην εισαγωγή της ξεκαθαρίζει ότι «το βιβλίο αυτό είναι ο άτλαντας μιας χώρας που έκανε όνειρα και εδραιώθηκε πριν από εκατό χρόνια· περιγράφει μια εποχή όπου οι άνθρωποι ήθελαν να κάνουν επανάσταση – σε όλες τις πτυχές του βίου – και να δημιουργήσουν μια νέα τέχνη, μια νέα ζωή και έναν νέο άνθρωπο. Ένα νέο, πρωτοφανές οικοδόμημα χτίστηκε με γνώμονα τις ανάγκες της καθημερινής ζωής και θεμελιώθηκε με μόχθο προς το συμφέρον του Ανθρώπου». Πέραν των υπέροχων σχεδίων της που παραπέμπουν με παιχνιδιάρικο τρόπο τόσο στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό όσο και στην αισθητική του κονστρουκτιβισμού, η Σαφόναβα φροντίζει να παράσχει στους αναγνώστες πλούσιες πληροφορίες για την εποχή, ένα σύντομο αλλά ουσιαστικό λεξικό (αγκιτάτσια, Κομσομόλ, κοινόβιο, ντάτσα κ.ά.) καθώς και βιογραφικά στοιχεία για σημαίνοντα πρόσωπα του πολιτισμού (Ελ Λισίτσκι, Τζίγκα Βερτόφ, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Βλαντίμιρ Τάτλιν, Αλεξάντερ Ροντσένκο, Γκούσταβ Κλούτσις κ.ά.). Το βιβλίο δεν αξιώνει να θεωρηθεί μια ιστορική καταγραφή, ούτε δομείται με βάση κάποια χρονολογική σειρά, αλλά χωρίζεται σε κεφάλαια που το καθένα καλύπτει μια σημαντική έννοια και πτυχή της περιόδου: αγκιτάτσια, αρχιτεκτονική, κινηματογράφος, εκπαίδευση, μουσική, θέατρο, φωτογραφία, κοινοτικές κουζίνες, λογοτεχνία, βιβλίο, συλλογικές ψυχαγωγικές δραστηριότητες κ.ά. Δίνει έτσι μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα, έστω και ωραιοποιημένη, για μια περίοδο αγώνα, οράματος και αισιοδοξίας για την παγκόσμια επανάσταση. Οι στόχοι μπορεί να μην ευοδώθηκαν, αλλά το μέλλον επιφυλάσσει εκπλήξεις. Το τέλος της Ιστορίας δεν έχει φτάσει. Και το σχετικό link...
  12. Ο κομίστας Θανάσης Πέτρου μιλάει για το τελευταίο του βιβλίο, στο οποίο καταπιάνεται με τα υλικά που βρίσκονται στις τροφές. Μέρος της σελίδας που είναι αφιερωμένη στο παντζάρι. Ο δημιουργός, εκτός από κομίστας και μεταφραστής, είναι και γλωσσολόγος και έκανε συστηματική ετυμολογική έρευνα για κάθε υλικό που επέλεγε να συμπεριλάβει στο βιβλίο του. «Πώς φτιάχνω πατάτες γιαχνί, πώς φτιάχνω φασολάδα, πώς κάνω κουλούρια; Αυτά με απασχολούσαν το περασμένο καλοκαίρι. Για πλάκα λοιπόν, πήρα μία συνταγή από ένα φαγητό που μαγειρεύω συχνά στο σπίτι μου και τη μετέτρεψα σε μονοσέλιδο κόμικ. Την ανέβασα στον λογαριασμό μου στο Facebook και άρεσε πολύ. Χωρίς να το καταλάβω, άρχισα να φτιάχνω κι άλλες. Σχεδίασα γύρω στις δεκαπέντε τέτοιες συνταγές, ξεκάθαρα γιατί πέρναγα καλά, συνδυάζοντας έτσι τα δύο αγαπημένα μου πράγματα: τη μαγειρική και τα κόμικς», μας λέει ο Θανάσης Πέτρου για το νέο του graphic novel με τίτλο «Πικάντικες ιστορίες γεύσεων», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οξύ. Αν και ο γνωστός κομίστας έχει συνηθίσει το κοινό του σε ιστορικά κόμικς, όπως τα «Όμηροι του Γκαίρλιτς» και «1922 – Το τέλος ενός ονείρου» – και τα δύο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος –, το νέο του έργο ξαφνιάζει τον αναγνώστη από την πρώτη στιγμή. Η εικόνα του εξωφύλλου δεν μοιάζει καθόλου με το γνώριμο σύμπαν των προηγούμενων βιβλίων του. Αντί για ιστορικά τοπία, εμφανίζονται ζουμερές ντομάτες, μελιτζάνες και κολοκύθες, απλωμένες σε ένα τεράστιο τραπέζι και ζωγραφισμένες με έντονα χρώματα που θυμίζουν καλοκαιρινή υπαίθρια αγορά. Παρ’ όλα αυτά, το βιβλίο – ή αλλιώς το graphic cookbook – «δεν είναι ένα ακόμα βιβλίο μαγειρικής», όπως ξεκαθαρίζει στον πρόλογό του ο κομίστας, λίγο πριν μπει ο ίδιος μέσα στις σελίδες του και ως «μάγειρας-αφηγητής» αρχίσει να μιλάει για τα βασικά υλικά που υπάρχουν στις τροφές μας, όπως το λάδι, το πιπέρι, το σουσάμι και η κανέλα. Η εκκίνηση των ιστοριών για τα μύδια (επάνω) και το πράσο (κάτω) αποτυπώνει το μείγμα προσωπικών αναμνήσεων και εγκυκλοπαιδικών πληροφοριών, που συνδυάζονται στο βιβλίο του Θανάση Πέτρου «Πικάντικες ιστορίες γεύσεων». Την αρχική έκπληξη ακολουθεί γρήγορα η αναγνώριση του τρόπου με τον οποίο ο Πέτρου χειρίζεται το υλικό του και τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται σε όλη του την πορεία. Μέσα από τις τροφές βρίσκει έναν ευφάνταστο τρόπο να μιλήσει ξανά για ιστορία. «Όταν αρχίζεις να ερευνάς την ιστορία των υλικών και της διατροφής, συνειδητοποιείς πως στην πραγματικότητα μελετάς τον ίδιο τον ανθρώπινο πολιτισμό. Τα πάντα ξεκίνησαν όταν οι πρώτοι πληθυσμοί εξημέρωσαν τα φυτά και εγκαταστάθηκαν μόνιμα σε περιοχές, οδηγώντας στη δημιουργία των πόλεων και των αυτοκρατοριών», μας λέει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ιστορία για το ρύζι. Ο σκιτσογράφος δεν περιορίζεται σε πληροφορίες για την προέλευσή του, αλλά μιλάει, μέσα σε λίγα καρέ, για το πού καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά, για τις ποικιλίες που υπάρχουν αλλά και πώς έφτασε στην Ευρώπη. Από προσωποποιημένους κόκκους ρυζιού, περνάμε στον Διονύση Σαββόπουλο να τραγουδά το «Στο Βιετνάμ πυρπόλησαν το ρύζι», πριν το κεφάλαιο κλείσει ευφυώς με το λογοπαίγνιο, «Βράσε όρυζα, Νιόνιο…». Με την ίδια λογική δουλεύει και τις υπόλοιπες ιστορίες όπως εκείνη της ζάχαρης. Ξεκινάει από την αποικιοκρατία και το εμπόριο σκλάβων, δείχνει πώς το ζαχαροκάλαμο ταξίδεψε στον κόσμο, ποιοι το εκμεταλλεύτηκαν και πώς κατέληξε να γίνει καθημερινό προϊόν για όλους τους λαούς της Δύσης. «Το ξεκίνημα κάθε μιας από τις δεκάδες ιστορίες τροφίμων ήταν μια σπαζοκεφαλιά. Αν αποφάσιζα, για παράδειγμα, να ασχοληθώ με το κολοκυθάκι, ξεκινούσα έρευνα γύρω από την ετυμολογία της ίδιας της λέξης. Βυθιζόμουν στα λεξικά και στο Διαδίκτυο, κάνοντας κυρίως λεξικογραφική δουλειά», αναφέρει. Ο Θανάσης Πέτρου, εκτός από κομίστας και μεταφραστής, είναι και γλωσσολόγος και έκανε συστηματική ετυμολογική έρευνα για κάθε υλικό που επέλεγε να συμπεριλάβει στο βιβλίο του. Αναζητούσε την προέλευση της λέξης, τις σημασίες που απέκτησε με τον χρόνο αλλά και τις εκφράσεις οι οποίες γεννήθηκαν γύρω της. Χαρακτηριστικό είναι το κεφάλαιο όπου υπάρχει, μεταξύ άλλων κρεατικών, το συκώτι. Εκεί μας εξηγεί ότι η λέξη «τζιέρι» προέρχεται από το τουρκικό «ciger» που σημαίνει συκώτι, και γενικότερα σπλάχνο, και χρησιμοποιούνταν παλαιότερα ως τρυφερή προσφώνηση. «Όταν οι μεγάλοι, συνήθως, άνθρωποι λένε “τζιέρι μου” εννοούν “σπλάχνο μου”. Είναι μια πολύ γλυκιά έκφραση. Δεν την ακούμε πλέον ιδιαίτερα, αλλά στο παρελθόν, ιδίως οι πρόσφυγες και οι ντόπιοι στη Βόρεια Ελλάδα, τη χρησιμοποιούσαν για να αποκαλέσουν κάποιον με τρυφερότητα, όπως τα παιδιά τους», εξηγεί. Από τις δικές του αγαπημένες ιστορίες είναι εκείνη του αλατιού, την οποία μας αφηγείται στις πρώτες σελίδες του κόμικ, στο κεφάλαιο με τα «Βασικά υλικά» μιας διατροφής. «Το αρχαίο ελληνικό “αλς”, γνωστό σήμερα ως “αλάτι”, έγινε “sal” στα λατινικά. Το “salarium” δήλωνε τα χρήματα που έπαιρναν οι λεγεωνάριοι για να αγοράσουν αλάτι. Από εκεί προέρχεται το αγγλικό “salary” και το γαλλικό “salaire”, που σημαίνουν τον “μισθό” με τον οποίο αμείβεται κάποιος», μας λέει. Σκοτεινές πτυχές Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, είναι εντυπωσιακό το πώς αφηγείται σκοτεινές ή στενάχωρες πτυχές στην ιστορία του ανθρώπου, επιστρατεύοντας το χιούμορ και την αγάπη του για το φαγητό. «Στην πραγματικότητα δεν είμαι το άτομο που θα πει ανέκδοτα και θα κάνει πλάκα. Παραείμαι σοβαρός, θα έλεγα. Στα κόμικς όμως μου έβγαινε πάντα μία χιουμοριστική πλευρά. Και εδώ, παρόλο που μπορεί να ξέθαβα στενάχωρες ιστορίες πίσω από τα υλικά, ήθελα να τις διαχειριστώ με μία ελαφρότητα, με σεβασμό στην ιστορία και χωρίς διδακτισμό. Έτσι “μαγείρεψα” αυτό το βιβλίο», καταλήγει. Και το σχετικό link...
  13. Αν και θεωρούνταν κάποτε ένα παραλογοτεχνικό είδος, βλαβερό για τα παιδιά, τις τελευταίες δεκαετίες το κλίμα έχει πλήρως αντιστραφεί και τα κόμικς έχουν δίκαια κερδίσει την εμπιστοσύνη των εκπαιδευτικών. Μια ημερίδα με πλούσιο πρόγραμμα θα εξετάσει τη χρήση τους και την αξιοποίησή τους ως εργαλείων σε κάθε βαθμίδα εκπαίδευσης. Τα τελευταία χρόνια το Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη διοργάνωσε στη Δανειστική Βιβλιοθήκη του έναν πολύ ενδιαφέροντα Κύκλο Εργαστηρίων για εφήβους και εκπαιδευτικούς με υπεύθυνο καθηγητή τον Soloup. Με αφορμή την ολοκλήρωση αυτού του Κύκλου και την κυκλοφορία του βιβλίου των Soloup και Ευαγγελίας Μουλά με τίτλο «Comics και Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί: Λογοτεχνία, Ιστορία και Οπτική Επικοινωνία. Τα Κόμικς στην Εκπαίδευση» από τις εκδόσεις Διόπτρα, η Δανειστική Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη και το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Παιδικό Βιβλίο και Παιδαγωγικό Υλικό» του Τμήματος Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Αιγαίου διοργανώνουν το επόμενο Σάββατο 28 Φεβρουαρίου μια σπουδαία ημερίδα με τίτλο «Τα κόμικς και η οπτική αφήγηση ως εκπαιδευτικό εργαλείο». Η ημερίδα απευθύνεται κατά κύριο λόγο σε εκπαιδευτικούς κάθε βαθμίδας αλλά και σε οποιονδήποτε ενδιαφέρεται από τη μια για τη χρήση των κόμικς στην εκπαίδευσή και τη διδασκαλία και από την άλλη για την ερμηνεία και την κατανόηση της γλώσσας και των τεχνικών τους. «Τα κόμικς ως μια υβριδική τέχνη Λόγου και Εικόνας, έχοντας πλέον κατακτήσει την ευδιάκριτη θέση τους ανάμεσα στις άλλες τέχνες, αλλά και τις προτιμήσεις των αναγνωστών όλων των ηλικιών, αποτελούν σήμερα μια γέφυρα επικοινωνίας με τους νέους, αλλά και ένα πολύτιμο εργαλείο επικοινωνίας και διαλόγου στα χέρια των εκπαιδευτικών» σύμφωνα με το Δελτίο Τύπου της ημερίδας, της οποίας σκοπός είναι «να αναδείξει τη δυναμική των κόμικς και της οπτικής αφήγησης ως εκπαιδευτικών, καλλιτεχνικών και πολιτισμικών εργαλείων, να ενημερώσει το ευρύ κοινό για την ιστορία και την εξέλιξή τους, να παρουσιάσει σύγχρονες τάσεις και να ενισχύσει τη δημιουργικότητα. Επιπλέον, στοχεύει να φέρει κοντά δημιουργούς, αναγνώστες και επαγγελματίες του χώρου, να στηρίξει πρωτοεμφανιζόμενους/ες δημιουργούς και να καλλιεργήσει τον διάλογο γύρω από τον ρόλο της εικόνας και του κειμένου στην κοινωνία». Στην ημερίδα θα λάβουν μέρος πανεπιστημιακοί, εκπαιδευτικοί, συγγραφείς, καλλιτέχνες και εκδότες που θα μοιραστούν την εμπειρία τους και θα αναπτύξουν τις θέσεις και τις απόψεις τους με στόχο τη διεύρυνση της χρήσης των κόμικς και τη βελτιστοποίησή της αποτελεσματικότητάς τους σε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα κάθε είδους. Η ημερίδα θα ολοκληρωθεί με ένα στρογγυλό τραπέζι με τίτλο «Εκδόσεις κόμικς και νέοι αναγνωστικοί ορίζοντες», το οποίο θα συντονίσει ο Soloup και θα συμμετέχουν οι Νίκος Μπακουνάκης, πρόεδρος Δ.Σ. Ελληνικού Ιδρύματος Βιβλίου και Πολιτισμού/ΕΛΙΒΙΠ, Νίκος Αργύρης, εκδότης/εκδόσεις Ίκαρος, Γιάννης Ιατρού, δημοσιογράφος, εκδότης DocMZ Publishing, Έλενα Πατάκη, εκδότρια/εκδόσεις Πατάκη, Φιλήμονας Πατσάκης, υπεύθυνος σχεδιασμού εκδοτικού πλάνου/εκδόσεις Διόπτρα, Θοδωρής Τσώλης, υπεύθυνος παιδικού τμήματος/εκδόσεις Μεταίχμιο, Κατερίνα Φράγκου, ατζέντισσα πνευματικών δικαιωμάτων/Πρακτορείο Iris. ℹ️ Ημερίδα: Τα κόμικς και η οπτική αφήγηση ως εκπαιδευτικό εργαλείο | Σάββατο 28 Φεβρουαρίου, 9.00-17.00, Ίδρυμα Λασκαρίδη, 2ας Μεραρχίας 36 & Ακτής Μουτσοπούλου, Πειραιάς. Δωρεάν συμμετοχή με απαραίτητη αίτηση εγγραφής. Και το σχετικό link...
  14. Περιοδικό Κ – Ο Ποπάυ έρχεται στην Καθημερινή Αγαπήσαμε, αγαπάμε και θα αγαπάμε πάντα τον Ποπάυ, το ναυτάκι με την καλοκάγαθη ψυχή που δυναμώνει με λίγο σπανάκι για να υπερασπιστεί το σωστό ή έστω το κορίτσι του. Το περιοδικό Κ, με αφορμή το πρώτο τεύχος των περιπετειών του Ποπάυ, που έρχεται στην Καθημερινή το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου, μας θυμίζει γιατί αυτός ο ήρωας ήταν κάτι παραπάνω από μια χάρτινη φιγούρα.
×
×
  • Δημιουργία νέου...

Σημαντικές πληροφορίες

Χρησιμοποιώντας αυτή τη σελίδα, αποδέχεστε τις Όρους χρήσης μας.