Jump to content

Indian

Members
  • Content Count

    8,080
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    111

Everything posted by Indian

  1. @Retroplaymo Τι κάνετε κύριε? Μας κλέβετε την δουλειά, κύριε? Μας παίρνετε την μπουκιά από το στόμα, κύριε?
  2. @germanicus Αν δεν έκανες εσύ την παρουσίαση για το συγκεκριμένο graphic novel, ποιος θα την έκανε? Κι όσον αφορά τις φόλες με τα ανθρωπόμορφα ζώα, θα συμφωνήσω με τον κύριο @Retroplaymo!
  3. Όσον αφορά το σύμπαν του Τζούνιορ, δεν μπορώ να βρω κάποιον σχεδιαστή να με ικανοποιήσει. Όλοι ακολουθούν κάτι περίεργα μοτίβα, φτιάχνοντας τα κεφάλια των χαρακτήρων δυσανάλογα με τα σώματά τους, καθώς κι αρκετά καρτουνίστικα. Τουλάχιστον βλέπουμε ωραία τοπία, κάποιες φορές.
  4. @Retroplaymo Φαντάζομαι έχεις καταλάβει ότι αν δεν ήσουν εσύ θα είχε καταρρεύσει το τμήμα των κόμικς Disney στο φόρουμ, ε?
  5. Θα ήθελα να το "χτυπήσω", αλλά η τιμή είναι απαγορευτική για εμένα. Σε κάποια γενναία έκπτωση θα γίνει δικό μου!
  6. Το τεύχος ξεκινάει με μία “Μαγική αποστολή”. Η νύχτα έχει πέσει στην Λιμνούπολη κι ο Σκρουτζ έχει καλέσει στο θησαυροφυλάκιό του τον Κύρο και τον Ντόναλντ. Ο λόγος είναι ότι έμαθε κάποια νέα, τα οποία τον ενόχλησαν και τον ανησύχησαν. Οι πράκτορές του που βρίσκονται στους πρόποδες του Βεζούβιου, τον ενημέρωσαν ότι η Μάτζικα έχει προμηθευτεί έναν αρχαίο μαγικό πάπυρο, ο οποίος περιέχει ένα ξόρκι που θα της επιτρέψει να πάρει την πολυπόθητη πρώτη δεκάρα στα χέρια της. Για να γίνει αυτό, όμως, θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν κάποιοι συγκεκριμένοι πλανήτες (κάτι το οποίο θα γίνει σύντομα) και μέχρι να γίνει αυτό, η Μάτζικα θα φυλάξει τον πάπυρο σε ένα είδος τράπεζας για μάγους. Οι φίλοι μας θα πρέπει να μπουν στην τράπεζα αυτή και να αρπάξουν τον πάπυρο, πριν προλάβει να τον χρησιμοποιήσει η σατανική μάγισσα. Πώς θα το κάνουν αυτό? Θα τα καταφέρουν? Πρόκειται για ένα σενάριο, το οποίο μου κίνησε το ενδιαφέρον από την πρώτη κιόλας σελίδα. Το ζεύγος McGreal, φανερά επηρεασμένοι από την θρυλική σειρά “Επικίνδυνες Αποστολές”, δημιουργούν, ένα αντίστοιχης θεματολογίας, σενάριο, το οποίο πατάει επάνω σε μία σοβαρή υπόθεση. Η πλοκή έχει την απαιτούμενη δράση, ενώ ενδιαφέρον προκαλεί η αλλαγή της πορείας της, καθώς βλέπουμε την Μάτζικα να μην μονοπωλεί τον χαρακτηρισμό του villain, μιας κι εμφανίζεται κι άλλος. Οι πρωταγωνιστές λειτουργούν έξυπνα και δραστήρια, ενώ δεν λείπουν και τα όμορφα γκατζετάκια του Κύρου. Το φινάλε, κλείνει αξιόλογα την ιστορία και μας αφήνει με μία όμορφη επίγευση. Το ίδιο όμορφο ήταν και το σχέδιο του μεγάλου Giorgio Cavazzano. Μία ακόμα επική μονομαχία ανάμεσα στους δύο άσπονδους γείτονες, κρύβει η ιστορία “Το τραινάκι του τρόμου”. Ένα βράδυ, ο Ντόναλντ διαβάζει ένα βιβλίο στο σπίτι του, όταν ακούει από έξω έναν παράξενο θόρυβο. Βγαίνοντας να ελέγξει, θα παρατηρήσει τον γείτονά του, τον κύριο Τζόουνς, να φέρεται κάπως περίεργα και με άκρα μυστικότητα. Τσεκάροντας περισσότερο και καλύτερα, ο Ντόναλντ θα συνειδητοποιήσει ότι το μεγάλο μυστικό του γείτονά του είναι η κατασκευή μίας ρέπλικας σιδηροδρόμου, το οποίο θα του επιτρέψει να συμμετέχει σε έναν διαγωνισμό. Η ζήλια και η εκδικητικότητα φουντώνουν και πάλι στον φίλο μας, ο οποίος αποφασίζει να κατασκευάσει τον δικό του σιδηρόδρομο για να τον κοντράρει στα ίσα στον διαγωνισμό. Η μάχη ανάμεσα στους δύο “μηχανοδηγούς” μόλις έχει αρχίσει και μας υπόσχεται την τέλεια καταστροφή. Όπως είπα και στην αρχή, μιλάμε για ένα σενάριο που στηρίζεται επάνω σε ένα γνώριμο μοτίβο, αυτό την εκρηκτικής διαμάχης ανάμεσα στον Ντόναλντ και τον τροφαντό γείτονά του. Προσωπικά δεν περίμενα να διαβάσω κάτι πρωτότυπο και το μόνο που έμενε ήταν να δω καλές σκηνές δράσης και χιούμορ. Εν μέρει, δεν μπορώ να πω ότι απογοητεύτηκα. Μετά το αρχικό πλασάρισμα την πλοκής, το οποίο το βρήκα έξυπνο, ο σεναριογράφος παρουσιάζει στους αναγνώστες μία σειρά από γκαγκ γεμάτα δράση, αστεία, αλλά κι αρκετές υπερβολές (δικαιολογημένες σε τέτοιου είδους ιστορίες). Επίσης να πούμε ότι, σε αντίθεση με τα συνηθισμένα, αυτός που ξεκινάει τον πόλεμο και τσιγκλάει τον γείτονά του, είναι ο Ντόναλντ, ο οποίος φέρεται εντελώς ύπουλα και κακομαθημένα. Το σενάριο είναι ανατρεπτικό, αλλά όχι τόσο που να μας προκαλέσει έκπληξη. Σε γενικές γραμμές, ήταν μία καλή ιστορία, αλλά όχι κάτι το ιδιαίτερο. Σχεδιαστικά την βρήκα πολύ καλή. Ωδή στις νέες τεχνολογίες, είναι η επόμενη ιστορία του τεύχους, καθώς ασχολείται με ένα “Παιχνίδι προσομοίωσης”. Τα τρία ανιψάκια φαίνεται να έχουν παραμελήσει εντελώς τα μαθήματα του σχολείου τους κι ασχολούνται με ένα βιντεοπαιχνίδι, στο οποίο δημιουργούν μία προσομοίωση του θείου τους και την βάζουν να περνάει τα πάνδεινα (όπως συμβαίνει και στην πραγματικότητα), μέχρι το οριστικό τέλος της. Μόλις το ανακαλύπτει αυτό ο θείος τους, κατάσχει το laptop τους και...ξεκινάει να παίζει εκείνος με το παιχνίδι, το οποίο φαίνεται να είναι άκρως εθιστικό ακόμα και γι’ αυτόν. Τα ανιψάκια θα περάσουν στην αντεπίθεση και τότε θα ξεκινήσει ένα ξέφρενο κυνηγητό στην Λιμνούπολη, που κρύβει πολλούς κινδύνους, και θα καταλήξει με αρνητικό πρόσημο. Δεν μπορώ να πω ότι με ικανοποίησε η συγκεκριμένη ιστορία. Το σενάριο παρουσιάζει τρία ανιψάκια, πραγματικούς δαίμονες, εντελώς κακομαθημένα και με καθόλου σεβασμό προς τον θείο τους, γεγονός που αντιτίθεται με την συνηθισμένη, πλέον, συμπεριφορά τους ως Μικροί Εξερευνητές. Κι ο Ντόναλντ, όμως, δεν πάει πίσω. Θέλοντας να τιθασεύσει τα ανίψια του, φέρεται αυταρχικά και σκληρά. Η πλοκή, από την άλλη, είναι λίγο αλλοπρόσαλλη και με την περίεργη συνοχή της, αλλά και τις απανωτές ανατροπές, δεν με άφησε να την απολαύσω. Επίσης, αξίζει να αναφέρουμε ότι περιέχονται και μερικές σκηνές, που ίσως να μην είναι τόσο εύπεπτες στις μικρότερες ηλικίες αναγνωστών (όπως πχ η σκηνή με τον καρχαρία). Το φινάλε κάνει την απόλυτη ανατροπή, αλλά μετά από την πορεία της πλοκής, δεν με εξέπληξε τόσο. Το σχέδιο το βρήκα αρκετά καλό. Το τεύχος θα ολοκληρωθεί με μία ιστορία από την σειρά “ΤΝΤ” (μεγάλη πρωτοτυπία ), που ακούει στο όνομα “Εισβολή από τα έγκατα της Γης”. Ο Ντόναλντ απολαμβάνει την ηρεμία που του χαρίζει ο κήπος του σπιτιού του (και τσακώνεται λίγο με τον κύριο Τζόουνς για να διατηρείται σε φόρμα ), όταν δέχεται μία κλήση από την Υπηρεσία του. Αυτή την φορά τα πράγματα είναι αρκετά δύσκολα, με αποτέλεσμα όλα τα πρωτοκλασάτα μέλη της οργάνωσης να ταξιδεύουν αεροπορικώς με κατεύθυνση την αφιλόξενη Βρουτοπία, η οποία μαστίζεται από μία τεράστια ατμοσφαιρική μόλυνση. Δεν ξέρω αν σας θυμίζει κάτι η χώρα! Αν όχι, κάντε μία επανάληψη ΕΔΩ. Το πρόβλημα που έχει γεννηθεί είναι, ο γνωστός ποια, Μόλοκ, ο οποίος βρήκε μία διέξοδο από τα έγκατα της Γης και προσπαθεί να βγει στην επιφάνεια, στην περιοχή της Βρουτοπίας. Και δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα αυτό, καθώς η κυβέρνηση της χώρας δεν εμπιστεύεται τους απεσταλμένους που έρχονται για βοήθεια και προτιμά να στηρίζεται μόνο στα (ανίκανα) στελέχη της. Θα μπορέσουν οι φίλοι μας να ξεπεράσουν την καχυποψία και την εχθρότητα των Βρουτοπιανών και να αντιμετωπίσουν απερίσπαστοι τον σατανικό Μόλοκ και τον στρατό του? Η απάντηση βρίσκεται στα τεύχη σας. Δεν με έχει απογοητεύσει σενάριο της συγκεκριμένης σειράς και δεν θα γίνει η αρχή τώρα. Ο δημιουργός αποτίει έναν άτυπο φόρο τιμής στον μεγάλο Carl Barks και στέλνει τους πρωταγωνιστές σε ένα από τα μέρη που δημιούργησε η φαντασία του μεγάλου παραμυθά. Και μάλιστα, για να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο γεγονός, χρησιμοποίησε και τον αρχηγό της οργάνωσης στην αποστολή, γεγονός που δεν συνηθίζεται. Ο villain είναι γνωστός από άλλες ιστορίες της σειράς. Είναι σατανικός, επίμονος, αλλά η αλήθεια είναι ότι όλο προσπαθεί και δεν του κάθεται. Θα ήθελα να τον δω, λοιπόν, και σε πιο ουσιαστικό ρόλο. Από εκεί και πέρα έχουμε μία έξυπνη πλοκή, γεμάτη δράση και κινηματογραφική σκηνοθεσία, η οποία διαχειρίζεται εύστοχα πολλά “παρακλάδια” του σεναρίου κι όχι μόνο έναν βασικό κορμό. Η ένσταση που έχω είναι στην διαχείριση του Φέθρυ, ο οποίος δεν πήρε ουσιαστικά λεπτά συμμετοχής. Αξίζει, επίσης, να γίνει λόγος και για το καθεστώς της Βρουτοπίας, το οποίο είναι απολυταρχικό και καταπιέζει τους αντιφρονούντες. Το φινάλε ήταν έξυπνο και καθόλου βιαστικό, ενώ η τελευταία σελίδα αφήνει μία όμορφη αίσθηση. Το σχέδιο το βρήκα καλό, αλλά θα μπορούσε να ήταν και καλύτερο.
  7. Ακόμα ένα τεύχος του θρυλικού τίτλου που φέρει την ένδειξη “μετριότητα” στις σελίδες του. Οι περισσότερες ιστορίες ήταν κατάλληλες για το μικρό, ηλικιακά, αναγνωστικό κοινό, που δεν το ενδιαφέρουν οι λεπτομέρειες. Ο έμπειρος αναγνώστης, όμως, θα συναντήσει πολλά προβλήματα, διαβάζοντας τις ιστορίες αυτές, τις οποίες θα τις δούμε ευθύς αμέσως. “Τύχη γιαλαντζί” Η εταιρία που βγάζει τα περίφημα σαχλαμαράκια γιαλαντζί, διοργανώνει κλήρωση με έπαθλο μία κρουαζιέρα στις θάλασσες του νότου. Ό,τι πρέπει δηλαδή για να αποφύγει τον δριμύ χειμώνα της Λιμνούπολης και να ζεστάνει το κοκαλάκι του ο φίλος μας ο Ντόναλντ. Αποφασίζει, λοιπόν, να λάβει μέρος στον διαγωνισμό, την ίδια ακριβώς ώρα που παίρνει την ίδια απόφαση κι ο μισητός ξάδελφός του, ο Γκαστόνε. Αυτή την φορά ο Ντόναλντ φαίνεται αποφασισμένος να νικήσει και θα κάνει τα πάντα για να το πετύχει. Θα τα καταφέρει? Πρόκειται για ένα σενάριο που αποδεικνύει περίτρανα ότι ο μεγάλος Don μπορεί να πάρει μία απειροελάχιστη πληροφορία (όπως τα περίφημα σαχλαμαράκια) και να την εντάξει σε μία ιστορία που κρατάει τον αναγνώστη με τα γκαγκ και το χιούμορ της. Εννοείται ότι δεν εντάσσεται στις καλύτερες του δημιουργού (άλλωστε είναι από τις πρώτες του επαγγελματικές προσπάθειες), αλλά αφήνει το στίγμα της. Η πλοκή έχει καρτουνίστικο ρυθμό, με έναν πρωταγωνιστή να τραβάει τα πάνδεινα, ενώ την παράσταση κλέβουν τα τρία ανιψάκια, τα οποία σκέφτονται ώριμα, ψύχραιμα και είναι πάντα ταγμένα στο πλευρό του κηδεμόνα τους. Το φινάλε έχει το plot twist που χρειάζεται, αλλά ταυτόχρονα προσπαθεί να διατηρήσει τις ισορροπίες της κανονικότητας. Το σχέδιο ήταν, όπως πάντα, πανέμορφο! “Το παγοθραυστικό” Ο βαρύς χειμώνας που έχει πέσει στην Λιμνούπολη έχει παγώσει τα νερά του λιμανιού, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να προσεγγίσουν τα εμπορικά πλοία. Ο Δήμαρχος ενημερώνει τους δύο πλοιοκτήτες της πόλης (ένας από τους δύο είναι ο θείος Σκρουτζ) και τους ανακοινώνει ότι το μοναδικό παγοθραυστικό που έχει ο Δήμος έχει χαλάσει. Τους ζητάει, λοιπόν, να συνδράμουν στην αγορά ενός νέου. Ο έτερος πλοιοκτήτης κινδυνεύει να χρεοκοπήσει από αυτή την κατάσταση, μιας και περιμένει ένα μεγάλο φορτίο με εμπόρευμα που πρέπει να πουληθεί. Ο Σκρουτζ, όμως, διαφωνεί και δηλώνει ότι θα νοικιάσει ένα παγοθραυστικό για δική του χρήση. Έτσι, στέλνει τον Ντόναλντ να βρει έναν καπετάνιο που βρίσκεται πλησίον σύνταξης και να ναυλώσει το σαράβαλο παλιό σκαρί του. Τα πράγματα φαίνονται πολύ απλά. Οι μπελάδες, όμως, δεν θα αργήσουν να κάνουν την εμφάνισή τους. Και θα είναι μεγάλοι! Ένα σενάριο που από την αρχή κάνει τον αναγνώστη να δυσανασχετήσει με τον Σκρουτζ και την νοοτροπία του. Η πλοκή ξεκινάει μέτρια, αλλά στην πορεία απογειώνεται, καθώς εισάγονται στοιχεία περιπέτειας, δράσης, αλλά κι ένα love story. Ο Ντόναλντ εδώ μπορεί κάλλιστα να ανταγωνιστεί με τον Φέθρυ, όσον αφορά την ατζαμοσύνη. Το φινάλε κλείνει ευχάριστα την υπόθεση, ενώ ταυτόχρονα ο βαθύπλουτος μεγιστάνας από την Λιμνούπολη, δεν καταφέρνει να ανέβει στα μάτια μας. Το σχέδιο του μεγάλου Vicar είναι εξαιρετικό. “Έξω στην παγωνιά” Ο Ντόναλντ έχει περάσει μία δύσκολη εβδομάδα και καταφέρνει να μην έχει υποχρεώσεις το Σαββατοκύριακο για να επισκεφτεί την Γιαγιά Ντακ στο αγρόκτημά της. Παίρνει, λοιπόν, το 313 του κι εγκαταλείπει την χιονισμένη Λιμνούπολη. Στο δρόμο θα διαπιστώσει ότι στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του υπάρχει κρυμμένο ένα άτομο. Είναι η Ούνα, η προϊστορική του φίλη που, που θέλει να περάσει το ΣΚ μαζί του. Από εκείνη την ώρα ο βίος του φίλου μας γίνεται αβίωτος. Μπλέκει σε χίλιες δυο περιπέτειες, εξαιτίας της Ούνας και ούτε λόγος για ένα ξέγνοιαστο διήμερο. Ελάτε, παραδεχτείτε το. Σας έλειψε η Ούνα! Το σενάριο δεν έχει να μας χαρίσει τίποτα αξιόλογο, εκτός ίσως από μερικά όμορφα χιονισμένα τοπία. Η Ούνα εδώ δεν είναι τίποτε άλλο από την αντικαταστάτρια του Φέθρυ, ο οποίος κάλλιστα θα μπορούσε να πάρει την θέση της. Η πλοκή είναι μία σειρά από καρτουνίστικα γκαγκ, που “τρώγονται”, ενώ το φινάλε έχει νότες οικολογικού περιεχομένου. Γενικά την βρήκα μία μέτρια δουλειά. Δεν μετάνιωσα που την διάβασα, αλλά δεν θα μείνει για πολύ καιρό στην μνήμη μου. Το σχέδιο, από την άλλη, μου άρεσε αρκετά. “Η γρίπη του Ντα Βίντσι” Ο θείος Σκρουτζ κάλεσε τους δημοσιογράφους για να τους κάνει μία βαρυσήμαντη δήλωση. Πρόσφατα εντόπισε κι αγόρασε ένα σπανιότατο χειρόγραφο του μεγάλου Λεονάρντο Ντα Βίντσι, το οποίο κρύβει πολλά μυστικά, που σκοπεύει να εκμεταλλευτεί. Σύμφωνα με αυτό, λοιπόν, ο σπουδαίος εφευρέτης είχε ανακαλύψει έναν ιό γρίπης, που όποιος τον κολλάει, μετατρέπεται σε ιδιοφυΐα. Θα βάλει τότε τον Κύρο να απομονώσει τον ιό για να αποκτήσει την εξυπνάδα για νέες επιχειρηματικές ιδέες. Την ίδια ώρα, ο αντίζηλός του (όχι, δεν είναι ο Ρόμπαξ) ο Σκληρόκαρδος Χρυσοκούκης, δεν χάνει την ευκαιρία κι ξεκινήσει αμέσως την κατασκοπευτική του δράση. Πώς θα εκτυλιχτούν τα γεγονότα? Αυτό που χαρακτηρίζει το εν λόγω σενάριο είναι η φαντασία, αλλά κατά την την γνώμη μου η κακή φαντασία. Η ιδέα του ιού της γρίπης που φέρνει εξυπνάδα, δεν με κάλυψε. Από εκεί και πέρα, έχουμε μία πλοκή που με κράτησε κάπως, με τον Ντόναλντ να κλέβει την παράσταση και να σώζει την παρτίδα. Η ανατροπή στο φινάλε είναι έξυπνη, αν και δεν τιμά τόσο τον Σκρουτζ. Η παρουσία του Χρυσοκούκη σαν μόνιμος κάτοικος Λιμνούπολης πάντα δεν μου καθόταν καλά. Το σχέδιο δεν με ενθουσίασε. “Η έκτη αίσθηση” Ο θείος Σκρουτζ συγκαλεί στο γραφείο του έκτακτη σύσκεψη των μυστικών του πρακτόρων. Αυτών, δηλαδή, που είναι επιφορτισμένοι να παρακολουθούν τις κινήσεις των αντιπάλων του και να δίνουν αναφορά για τις κάθε τους κινήσεις. Εκείνοι, λοιπόν, του αναφέρουν ότι τον τελευταίο καιρό δεν υπάρχει κάτι ύποπτο από πλευράς τους. Όλοι του οι εχθροί φαίνεται να έχουν μία φυσιολογική ζωή, μακριά από την κατάστρωση ληστρικών σχεδίων εις βάρος του. Ο Σκρουτζ, όμως, φαίνεται ότι δεν πείθεται και είναι σίγουρος ότι κάτι ετοιμάζουν. Πιέζει, λοιπόν, τους πράκτορές του να βρουν κάποιο στοιχείο. Τελικά ποιος έχει δίκιο? Οι πράκτορες ή η γέρικη αλεπού από την Σκωτία? Αρκετά πρωτότυπο θα χαρακτήριζα το σενάριο αυτό. Από τις λίγες φορές που δίνεται βήμα για περισσότερα λεπτά συμμετοχής στους χαρακτήρες που μπορεί να εμφανίζονται σε πολλές ιστορίες, λειτουργούν, όμως, ως ανθυποκομπάρσοι! Η πλοκή έχει αρκετές επαναλαμβανόμενες σκηνές, οι οποίες δεν με απογοήτευσαν, καθώς είχα περιέργεια για την συνέχεια. Το φινάλε ήταν άκρως ανατρεπτικό και δεν το περίμενα. Γενικά, με περισσότερες σελίδες και καλύτερη διαχείριση του σεναρίου, θα μιλούσαμε για μία πολύ καλή ιστορία. Κι έτσι, όμως, δεν με απογοήτευσε τόσο. Το σχέδιο το βρήκα μέτριο προς καλό. Το περίεργο είναι ότι υπήρχε απουσία αξιόλογων τοπίων. Όλα τα καρέ “ζούμαραν” στους χαρακτήρες. “Οι μάστορες της συμφοράς” Η Μάτζικα περιμένει δύο φίλες της για φαγητό και το σπίτι της είναι σωστό αχούρι. Δεν προλαβαίνει να το επισκευάσει κι έτσι θα επικαλεστεί ένα φίλτρο, το οποίο θα φέρει ένα συνεργείο από χοιρόμορφους μάστορες, ικανοί να τις φτιάξουν το σπίτι της μέσα σε 24 ώρες. Όταν, όμως, αυτοί αποδεικνύονται λίγο τεμπέληδες, θα καλέσει ένα άλλο αντίστοιχο συνεργείο. Τελικά θα καταφέρει να φτιάξει το σπίτι της εντός της προθεσμίας ή θα κινδυνεύσει να γίνει ρεζίλι μπροστά στις φιλενάδες της? Πρόκειται για ένα σύντομο σενάριο με πρωταγωνίστρια την αγαπητή μας Ιταλίδα μάγισσα. Η πλοκή θυμίζει αρκετά την πραγματικότητα, με τους διάφορους δυσεύρετους μάστορες που κάνουν μισές δουλειές. Από εκεί και πέρα, εκτός από ένα ελαφρύ μειδίαμα, δεν είχε κάτι αξιόλογο να προσφέρει. Ακόμα και το φινάλε το βρήκα υποτονικό. Ευχάριστη έκπληξη ήταν ο Πόε, ο οποίος εδώ παρουσιάζεται ομιλούντας και με μαύρο ράμφος. Σχεδιαστικά μού άρεσε. “Η βασίλισσα της εποχής των παγετώνων” Ο βαρύς χειμώνας έχει κάνει την εμφάνισή του στην Λιμνούπολη και η Νταίζυ επισκέπτεται το εργαστήριο του Κύρου για να της επισκευάσει την φορητή σόμπα της. Εκεί τον βρίσκει επάνω στην δημιουργία μίας νέας του εφεύρεσης. Πρόκειται για μία συσκευή που φέρνει την ζέστη του ήλιου μέσα στο δωμάτιο. Επάνω στην κουβέντα, θα της παρουσιάσει μία ακόμα συσκευή η οποία ανοίγει μία δίοδο στο παρελθόν. Όταν αυτή η πόρτα ανοίξει, βγει από μέσα ένα προϊστορικός ρινόκερος, αρπάξει κατά λάθος την εφεύρεση αυτή κι επιστρέψει στην εποχή του, η φίλη μας θα περάσει με την σειρά της την πύλη και θα πάει να την αναζητήσει, γιατί μόνο με αυτή την συσκευή θα μπορέσει ο Κύρος να κλείσει την επαφή με το παρελθόν. Η Νταίζυ θα ταξιδέψει ως την παλαιολιθική εποχή και θα βρεθεί αντιμέτωπη με πολλούς κινδύνους. Θα καταφέρει να φανεί αντάξια των περιστάσεων? Πρόκειται για ένα σενάριο, που, στο πρόσωπο της Νταίζυ, εξυμνεί το γυναικείο μυαλό και θάρρος! Η πρωταγωνίστρια, στα καλά καθούμενα, μπλέκει σε μία περιπέτεια της εποχής των σπηλαίων και μας προσφέρει όμορφες σκηνές δράσης κι αγωνίας. Η κατάληξη στο φινάλε ήταν αρκετά έξυπνη. Γενικά την βρήκα μία ευχάριστη ιστορία, πάντα από το μεσαίο ράφι. Το σχέδιο μού άρεσε αρκετά. “Ο μεγιστάνας της μόδας” Ο Σκρουτζ είναι στα μαύρα πανιά και η αιτία είναι ο μισητός του αντίπαλος, ο Ρόμπαξ, ο οποίος χρησιμοποιεί τα ΜΜΕ που διαθέτει για να εκθειάσει τον στυλιστικό του χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να ανέβουν οι πωλήσεις των επιχειρήσεών του. Ενοχλημένος από αυτή την κατάσταση, ο φίλος μας θα προσπαθήσει να μιμηθεί την ιδέα του εχθρού του και τότε θα καταλάβει, ότι το να γίνεις ίνδαλμα για το στυλ σου, δεν είναι πάντα τόσο ευχάριστο. Ο λόγος είναι ότι γίνεται ανύπαρκτη η ιδιωτικότητά σου. Άραγε, τι θα σκαρφιστεί ο Λιμνουπολίτης μεγιστάνας, προκειμένου να κρατήσει τις παλιές του συνήθειες, αλλά παράλληλα να κερδίσει τον Ρόμπαξ? Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα από το σενάριο. Η βασική του ιδέα καταπιάνεται με τις νέες τάσεις της μόδας και τους influencers, γι΄αυτό ίσως να μην απευθύνεται σε εμένα τον παλιόγερο. Η πλοκή ήταν σύντομη κι επαναλαμβανόμενη, με αποτέλεσμα να τελειώσει η ιστορία, πριν καν το καταλάβουμε. Το φινάλε, τολμώ να πω ότι ήταν έξυπνο κι έκλεψε τις εντυπώσεις. Εξαιρετική σκέψη από τον πρωταγωνιστή! Το σχέδιο το βρήκα μέτριο προς καλό. “Στο πνεύμα του καρναβαλιού” Η μεγάλη καρναβαλική παρέλαση πλησιάζει στην Λιμνούπολη και το γιορτινό κλίμα αρχίζει να κάνει την εμφάνισή του. Με αφορμή την παρέλαση αυτή, η Νταίζυ εκδηλώνει την επιθυμία της να παρελάσει με ένα πρωτότυπο άρμα και να κάνει έρανο για κάποιο (περίεργο) σωματείο. Ο Ντόναλντ, για να της δείξει την αγάπη του αποφασίζει να φτιάξει εκείνος το άρμα που της αρμόζει. Δυστυχώς, όμως, εδώ θα έχει αντίπαλο, καθώς κι ο Γκαστόνε θέλει να φτιάξει ένα άρμα για εκείνη, με σκοπό να πάρει την θέση του Ντόναλντ στην καρδιά της. Η μάχη ανάμεσα στα δύο ξαδέλφια προβλέπεται σφοδρή. Θα αναμετρηθεί το πείσμα με την τύχη. Ποιο από τα δύο θα υπερισχύσει? Χαριτωμένη ιστορία, τοποθετημένη στο χρονικό πλαίσιο του καρναβαλιού και τον Αποκριών, που έβγαζε αρώματα παλιών κλασικών ιστοριών του Barks και των ομότεχνών του της παλιάς σχολής. Η πλοκή είναι κλιμακούμενη και θυμίζει αντίστοιχες ιστορίες, που ο Ντόναλντ βρίσκεται αντιμέτωπος με τον κύριο Τζόουνς. Υπάρχουν όμορφα δοσμένες σκηνές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από εντάσεις, παραπέμποντας σε ένα φινάλε εκρηκτικό κι όπως ήρθαν τα πράγματα, και δίκαιο. Γενικά, αν και σύντομη, η συγκεκριμένη ιστορία με κράτησε. Το σχέδιο μού άρεσε αρκετά.
  8. Η παράδοση των μέτριων ιστοριών που κουβαλούν παιδικά σενάρια, συνεχίζεται στο Super Μίκυ. Όλες οι ιστορίες διαβάζονται, αλλά δεν έχουν να προσφέρουν πολλές συγκινήσεις, τουλάχιστον στις ηλικίες των αναγνωστών που έχουν τελειώσει το Δημοτικό σχολείο. Ευχάριστα διαλείμματα από την μονοτονία, είναι η κεντρική ιστορία του τεύχους, καθώς και η δεύτερη ιστορία της σειράς “Φόρμουλα Ένα”. Ας πούμε, όμως, δύο λόγια για την κάθε μία ιστορία ξεχωριστά. “Οι πειρατές του διαστήματος” Βρισκόμαστε στο διάστημα, όπου ο Μίκυ εργάζεται σαν συλλέκτης μετάλλων που βρίσκονται σε τροχιά γύρω από τον Δία. Κατά την διάρκεια ενός δρομολογίου του, θα παρατηρήσει ένα διαστημικό όχημα που ο σκοπός του είναι να μεταφέρει καύσιμα, εντελώς εγκαταλελειμμένο και χωρίς μηχανές και φορτίο. Επιστρέφοντας στην βάση, αυτό θα γίνει αντικείμενο συζήτησης, κι όταν θα χαθεί ακόμα ένα φορτηγό μεταφοράς καυσίμων, τα πράγματα θα δυσκολέψουν ακόμα περισσότερο, μιας κι ο μόνος πάροχος καυσίμων είναι ένας μυστήριος κι αχώνευτος τύπος. Ο Μίκυ, παρέα με την Μίννι, η οποία είναι βοηθός σερίφη, θα διενεργήσουν άτυπες έρευνες, προκειμένου να ρίξουν φως στο μυστήριο της εξαφάνισης των καυσίμων, αλλά και της αποκάλυψης των ενόχων. Ευχάριστο και καλογραμμένο σενάριο, “διαστημικής” φαντασίας, που μου έφερε στο μυαλό σκηνές από το εξαιρετικό “Χρονικό των άστρων”. Η πλοκή έχει λεπτομέρειες και μας παρουσιάζει από την αρχή τους βασικούς υπαίτιους. Από εκεί και πέρα, ο αναγνώστης απολαμβάνει όμορφες σκηνές δράσης, έντασης κι αγωνίας, μέχρι να φτάσει στο φινάλε, το οποίο προσωπικά μου φάνηκε ότι αλλοιώνει την συγγραφική κατεύθυνση της ιστορίας και την κάνει πιο παιδική και περισσότερο πολύπλοκη απ’ ότι θα έπρεπε. Εννοώ ότι σαν φινάλε μου άρεσε, αλλά δεν μου κάθισε καλά στο μάτι. Το σχέδιο το βρήκα πολύ καλό. “Ο κλέφτης του φυλαχτού” Ένα βροχερό βράδυ στην Λιμνούπολη, μέσα στο μουσείο ετοιμάζεται να γίνει μία ληστεία. Ο επίδοξος κλέφτης θα εισβάλλει, αλλά δεν υπολογίζει δύο ζευγάρια μάτια που τον παρακολουθούν διακριτικά. Πρόκειται για την Μάρβελ Ντακ και τον Φάντομ Ντακ, οι οποίοι επεμβαίνουν, αλλά λόγω ασυνεννοησίας, ο ληστής αρπάζει ένα φυλαχτό που δίνει υπεράνθρωπες δυνάμεις σε αυτόν που το έχει στον λαιμό του, κι εξαφανίζεται. Έτσι, οι δύο σούπερ ήρωες, θα ενώσουν τις δυνάμεις τους και θα προσπαθήσουν να τον πιάσουν, πριν αυτός διαλύσει ολόκληρη την πόλη. Πολύ όμορφη η ιδέα του σεναρίου, με μία συμμαχία που δεν την απολαμβάνουμε συχνά. Η πλοκή βγάζει ένταση, αλλά θα την ήθελα να εκτείνεται σε περισσότερες σελίδες, ώστε να υπάρχουν συγγραφικές λεπτομέρειες, ενώ και την Μάρβελ Ντακ θα την ήθελα περισσότερο υπεύθυνη κι έξυπνη. Το αξίζει, άλλωστε. Με αυτή της την στάση ο συγγραφέας, ουσιαστικά, της υποβαθμίζει τον ρόλο, ο οποίος θα μπορούσε και να μην υπήρχε, δίνοντας χώρο για ακόμα έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στον Φάντομ. Ένιωσα, λοιπόν, ότι δεν χάρηκα την ηρωίδα όσο θα έπρεπε. Το φινάλε με κάλυψε, αλλά δεν θα έλεγα όχι για περισσότερη γλαφυρότητα. Σχέδιο και χρώμα ήταν του γούστου μου. “Ο πασχαλινός λαγός της χρονιάς” Οι ημέρες του Πάσχα έρχονται στην Λιμνούπολη κι ο δήμος προετοιμάζεται για την καθιερωμένη παρέλαση. Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, διοργανώνεται ένας διαγωνισμός με έπαθλο τον χειρισμό του τεράστιου λαγού-ρομπότ στην παρέλαση. Αυτός που θα κερδίσει είναι αυτός που θα έχει στολίσει καλύτερα το σπίτι του. Ο Ντόναλντ, λοιπόν, ο οποίος θέλει διακαώς να γίνει ο φετινός οδηγός του άρματος, έχει κάνει τις απαραίτητες ενέργειες. Το επόμενο βήμα είναι να επισκεφτεί τους γείτονές του και να τους μοιράσει σοκολατένια αυγά, με σκοπό να εξασφαλίσει την ψήφο τους. Την ίδια ώρα, ένα βανάκι με ανταγωνιστές “λαγούς”, κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα, γεγονός που εκνευρίζει τον φίλο μας. Ένας άτυπος αγώνας ξεκινάει. Μιλάμε για ένα σενάριο, αφιερωμένο στην πιο ωραία γιορτή της Άνοιξης. Η πλοκή, ενώ στην αρχή φαίνεται απλοϊκή κι αναμενόμενη (μία ακόμα διένεξη του Ντόναλντ με κάποιους από τους συνδημότες του), στην πορεία κάνει στροφή 180° και μας δίνει μία εντελώς διαφορετική οπτική. Γι’ ακόμα μία φορά ο Ντόναλντ στέκεται αξιοπρεπώς και δίνει ρεσιτάλ “ηθοποιίας” με την δράση του. Το φινάλε, μπορεί να έβγαλε μία παιδικότητα, αλλά ήταν αξιόλογο. Το σχέδιο το βρήκα αρκετά καλό. “Οι φυγάδες” Ο Μίκυ και η Μίννι βρίσκονται στο προαύλιο του σχολείου και προσπαθούν να χωρίσουν δύο κακομαθημένα παιδιά που τσακώνονται. Αφού ηρέμησαν τα πράγματα, οι δύο πρωταγωνιστές κατάλαβαν ότι έχουν διαφορετικούς τρόπους διαπαιδαγώγησης των παιδιών. Στην συνέχεια ο Μίκυ κάνει την βόλτα του στο πάρκο, όταν βλέπει τέσσερα παιδιά να κλαίνε γιατί έφυγαν από τους γονείς τους που είναι κακοποιοί. Αμέσως θα τα πάρει στο σπίτι του για να τα ταΐσει και να τα περιποιηθεί. Την ίδια ώρα θα έρθει και η Μίννι κι έτσι οι δύο τους θα βάλουν σε εφαρμογή τις “φιλοσοφίες” τους για να τα νουθετήσουν. Όμως τα πράγματα είναι έτσι όπως εμφανίζονται ή υπάρχουν κάποια καλά κρυμμένα μυστικά? Σαν σενάριο το βρήκα περίεργο και υπερβολικό. Εκτίμησα, όμως, τα μηνύματα που περνάει, όσον αφορά την σωστή διαπαιδαγώγηση. Η πλοκή δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο, ενώ το φινάλε κρύβει, μεν, εκπλήξεις, αλλά δεν απέφυγε την μετριότητα. Ακόμα και το χιούμορ ήταν πολύ διακριτικό. Το σχέδιο μού άρεσε. “Ο πιο μεγάλος φαρσέρ” Όλοι γνωρίζουν ότι ο Ντόναλντ είναι μεγάλος πλακατζής και σκαρώνει φάρσες την Πρωταπριλιά στους γνωστούς και τους φίλους του. Αυτή η αποφράδα ημέρα έρχεται στην Λιμνούπολη και την παραμονή της, ο Σκρουτζ, η Νταίζυ και τα τρία ανιψάκια κάνουν συμβούλιο με σκοπό να βρουν τρόπους να “αποκρούσουν” το χιουμοριστικό κρεσέντο του. Ξημερώνει, λοιπόν, η Πρωταπριλιά και ξεκινάνε με βάρδιες την παρακολούθησή του, προκειμένου να πάρουν πληροφορίες για το τι πρόκειται να τους σκαρώσει αυτή την χρονιά. Έκπληκτοι, όμως, θα παρατηρήσουν ότι ο Ντόναλντ δεν προβαίνει σε κανένα είδος πλάκας. Σαν να ξέχασε εντελώς την ημέρα αυτή. Όντως, όμως, την ξέχασε? Ευχάριστη ιστορία, στην οποία πρωταγωνιστούν πολλοί από τους αγαπημένους μας χαρακτήρες της Λιμνούπολης, οι οποίοι προσφέρουν γέλιο με τα κωμικά γκαγκ τους. Η πλοκή είναι μία αλληλουχία καρτουνίστικων σκηνών, που τις απόλαυσα. Το φινάλε δίνει τις απαραίτητες εξηγήσεις και κλείνει όμορφα την ιστορία. Στο σχέδιο πήρε το ΟΚ από εμένα. “Το συνέδριο των παρανόμων” Ένας ελεύθερος Μουργόλυκος επισκέπτεται τα αδέλφια τους στην φυλακή και τους μιλάει για το ετήσιο συνέδριο, το οποίο συγκεντρώνει διεθνούς φήμης κακοποιούς. Ένα convention για εγκληματικές φυσιογνωμίες. Ο φίλος μας, λοιπόν, θα παραβρεθεί στο συνέδριο και θα γνωρίσει πολλά από τα ινδάλματά του, αλλά και πολλά έξυπνα gadgets του χώρου. Εκτός από αυτά, όμως, θα γνωριστεί με μία συμπαθητική κοπελίτσα, που θα κάνει την καρδιά του να φτερουγίσει. Άραγε ο έρωτας θα του θολώσει το μυαλό ή επιτέλους βρήκε την “Bonnie” του? Πρόκειται για μία υφή σεναρίου που αρχίζει να γίνεται πλέον θεσμός. Εννοώ τις διάφορες μαζώξεις παρανόμων που βλέπουμε να γίνονται κατά καιρούς σε αρκετές ιστορίες με πρωταγωνιστές του Μουργόλυκους. Εδώ η πλοκή κυλάει σχετικά επίπεδα, όλοι καταλαβαίνουμε την κατάληξη, η οποία όταν έρχεται, δεν μας εκπλήσσει. Δεν ξέρω αν με ικανοποιεί το φινάλε, ή αν με στεναχωρεί με την αχαριστία που βλέπω. Γενικά είναι μία συμπαθητική ιστορία και τίποτε άλλο. Το σχέδιο είναι καρτουνίστικο. Καλό, αλλά μέχρι εκεί. “Το πιο απίστευτο απ' όλα” Ο θείος Σκρουτζ έχει προσλάβει μία καθαρίστρια για να κάνει μπουγάδα στα λατρευτά του νομίσματα και φαίνεται να είναι πολύ ευχαριστημένος από εκείνη. Κι ενώ όλα δείχνουν να πηγαίνουν μία χαρά, η οροφή του θησαυροφυλακίου κόβεται κι ένας τεράστιος Μουργόλυκος απλώνει την χερούκλα του κι αρπάζει την πρώτη του δεκάρα! Ο πρωταγωνιστής, αποδεικνύεται πολύ σκληρός για να πεθάνει, φοράει ένα jet pack που τον έκανε διάσημο στα χρόνια του Κλοντάικ (ό,τι να’ ναι! ) και τον κυνηγάει στους αιθέρες. Θα καταφέρει να τον πιάσει? Και πώς ήρθαν έτσι τα πράγματα? Προσωπικά το βρήκα εντελώς σαχλό κι άνευρο σενάριο, με εντελώς προβλέψιμο φινάλε. Ευτυχώς που δεν υπήρχαν πολλές σελίδες και η πλοκή κύλησε γρήγορα, κάνοντας μας την χάρη. Γενικά ήταν μία κακή προσπάθεια για τα γούστα μου. Το σχέδιο ήταν κλάσεις ανώτερο από το σενάριο. “Τα άγρια άλογα” Η Μαντάμ Μιμ βρίσκεται στον αέρα, όταν η σκούπα της δεν την υπακούει πλέον και την πετάει μέσα σε ένα ιπποφορβείο, το οποίο εκτρέφει άγρια άλογα που προορίζονται για το τοπικό ροντέο. Μέσα στην τσαντίλα της τα μαγεύει και τους δίνει τον χαρακτήρα άκακων αρνιών. Αυτό, όμως, στέκεται αφορμή να ζημιωθεί ο ιδιοκτήτης τους, ο οποίος τα βάζει στο ροντέο για να τα καβαλικεύουν οι επίδοξοι καουμπόηδες, έναντι αμοιβής. Η κακάσχημη μάγισσα θα πρέπει να επανορθώσει την ζημιά και μάλιστα γρήγορα. Τι θα σκαρφιστεί? Πρόκειται για ένα ευχάριστο διάλειμμα από τους ίδιους και τους ίδιους χαρακτήρες. Ο συγγραφέας δίνει στην Μαντάμ Μιμ κέφι κι ενέργεια, αλλά και την εξυπνάδα να μπορεί να αντεπεξέρχεται σε δύσκολες καταστάσεις. Και μετά τον ενθουσιασμό που μου άφησε ο εν λόγω χαρακτήρας, μπορώ να πω ότι την πλοκή την βρήκα γεμάτη κίνηση και νεύρο, αλλά σίγουρα αρκετά παιδική. Προσωπικά ένιωσα ότι διάβαζα παλιό Αμερικάνικο στριπ. Το φινάλε μας αποζημιώνει, κλείνοντας καλά την ιστορία. Το σχέδιο το βρήκα καλό. “Δύσοσμο κυνήγι” Περασμένα μεσάνυχτα στο Μίκυ Σίτυ κι ο Πλούτο ονειρεύεται ότι κυνηγάει γάτες και κάνει φασαρία, κάνοντας το αφεντικό του να μην μπορεί να κλείσει μάτι. Απηυδισμένος ο Μίκυ, αναγκάζεται να τον βγάλει στον κήπο, προκειμένου να ησυχάσει. Εκεί, όμως, ο Πλούτο συναντιέται με ένα κουνάβι και κολλάει την βρωμερή οσμή του. Στην προσπάθειά του να τον καθαρίσει ο ιδιοκτήτης του, εκείνος την κοπανάει και στο διάβα του σπέρνει τον απόλυτο δύσοσμο τρόμο! Η προσωπική μου άποψη είναι ότι πρόκειται για μία ιστορία της σειράς, που μπορεί να έχει μία χαριτωμένη ιδέα, αλλά η πλοκή είναι επίπεδη, ανέμπνευστη κι επαναλαμβανόμενη. Τουλάχιστον το κωμικό φινάλε σώζει, κάπως, την παρτίδα. Το σχέδιο ήταν αξιοπρεπές. “Τα κλεμμένα αυγά” Έρχονται οι ημέρες του Πάσχα και στο αγρόκτημα η Γιαγιά Ντακ πείθει τις κότες της να κάνουν περισσότερα αυγά, προκειμένου να τα πουλήσει και με τα χρήματα που κερδίζει, να αγοράσει σοκολατένια αυγά, για να τα χαρίσει στα παιδιά. Πηγαίνοντας, λοιπόν, στο κοτέτσι για να τα μαζέψει μαζί με τον Πασχάλη, μένει έκπληκτη όταν αντικρίζει τις κότες της να μην έχουν κάνει αυγά. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η έκπληξη συνεχίζεται όταν θα βρει ένα σοκολατένιο αυγό και μερικές πατημασιές λαγού στο έδαφος. Σαν να ήρθε ένας λαγός, να πήρε όλα τα κανονικά αυγά και να άφησε ένα σοκολατένιο. Τι έχει συμβεί, άραγε? Ακόμα ένα σύντομο και γιορτινό σενάριο, που προσφέρει στους αναγνώστες του ένα παιδικό μυστήριο. Η πλοκή, μπορεί να είναι βιαστική, αλλά προλαβαίνει να μας περιγράψει αυτά που θέλει. Το φινάλε δεν είναι κάτι το εξωπραγματικό και διακρίνεται από μεγάλη αφέλεια. Γενικά είναι μία ιστορία που διαβάζεται και ξεχνιέται. Το σχέδιο το βρήκα καλό. Εντύπωση προκαλεί το στυλ του Πασχάλη, ο οποίος έχει ένα τσουλούφι σαν του Λούκυ Λουκ. “Το πολύτιμο εξάρτημα” Στην δεύτερη ιστορία της σειράς “Φόρμουλα Ένα”, ο Ντόναλντ αρχίζει και παίρνει τον αέρα στο μονοθέσιό του και μοιάζει έτοιμος για να καταγράψει νίκες στο παλμαρέ του. Έκπληκτος, όμως, θα δει ότι στην παρέα έχει έρθει κι ο Γκαστόνε, ο οποίος φλερτάρει ασύστολα με την αρραβωνιαστικιά του. Τότε, από απροσεξία του, χάνει τον έλεγχο του αυτοκινήτου (στην προπόνηση που κάνει) και τρακάρει. Η ζημιά δεν είναι μεγάλη, αλλά θα χρειαστεί ένα ανταλλακτικό, το οποίο δυστυχώς βρίσκεται στο εργαστήριο του Κύρου, στην Λιμνούπολη. Ο Ντόναλντ και τα τρία του ανιψάκια, θα αναγκαστούν να πετάξουν μέχρι εκεί για να το φέρουν στην Βραζιλία (που διοργανώνει το δεύτερο Grand Prix). Το ταξίδι της αναχώρησης κυλάει ομαλά. Η επιστροφή, όμως, κρύβει πολλούς κινδύνους! Δεύτερη ιστορία της σειράς, που με άφησε πολύ ικανοποιημένο. Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν υπάρχει ουσιαστική συμμετοχή του αντιπάλου (βλέπε Σκληρόκαρδο Χρυσοκούκη), την θέση του οποίου θα μπορούσαμε να πούμε ότι την έχει καταλάβει ο Γκαστόνε. Η πλοκή ξεκινάει χαλαρά (όχι όμως υποτονικά) και στην συνέχεια απογειώνεται, χαρίζοντάς μας όμορφες σκηνές δράσης και περιπέτειας. Το φινάλε, μπορεί να είναι ευτυχές, την ίδια ώρα, όμως, βγάζει αρώματα ρεαλισμού, κάτι που εκτίμησα. Ελπίζω και οι υπόλοιπες ιστορίες της σειράς να πάνε το ίδιο καλά. Σχεδιαστικά υπήρχαν περιθώρια βελτίωσης.
  9. “Οι περιπέτειες του Δον Γκούφυ & του πιστού συντρόφου του Μίκυ Πάντσα” συνεχίζονται, λοιπόν. Το δεύτερο μέρος, βρίσκει τους δύο συνεταίρους να είναι επάνω στην μοτοσυκλέτα και να οδεύουν για την αναζήτηση αδυνάτων προς διάσωση κι επιδίωξη ανδραγαθημάτων! Ο Γκούφυ, μετά την κούτα με τα κόμικς που έφαγε στο κεφάλι του, συνεχίζει να περνάει τον εαυτό του για μεγάλο ιππότη και υπερασπιστή του δικαίου, την ίδια ώρα που ο φίλος του ο Μίκυ δεν θέλει να τον επαναφέρει στην τάξη, αν δεν συντρέξει κάποιος σοβαρός κίνδυνος. Στο δεύτερο μέρος, λοιπόν, θα αφήσουν την πόλη και στον δρόμο τους θα συναντήσουν διάφορες περιπέτειες, άλλες με θετική έκβαση κι άλλες όχι και τόσο. Στην πόλη, όμως, υπάρχουν και δύο ύποπτοι τύποι, που θέλουν να κλείσουν το στόμα των πρωταγωνιστών, για να μην μαθευτεί το ύπουλο σχέδιο που έχουν ετοιμάσει. Ποιο είναι αυτό το σχέδιο και τι γνωρίζουν γι’ αυτό ο Μίκυ κι ο Γκούφυ, θα το μάθουμε μάλλον στο επόμενο μέρος. Και σε αυτό το μέρος, έχουμε ένα σενάριο καλογραμμένο, που όμως δεν προχωράει πολύ τον μύθο. Η πλοκή εμφανίζει δράση, ενώ παράλληλα δεν λείπει και το χιούμορ. Είχε μεγάλη πλάκα η διεκπεραίωση της πρώτης “αποστολής”, και οι παραλληλισμοί ανάμεσα στην πραγματικότητα και το φανταστικό. Μου θύμισε κάτι από την απίστευτη τύχη του Γκαστόνε! Το φινάλε (με το καμπανάκι) μου φάνηκε λίγο βιαστικό. Θα προτιμούσα κάτι πιο ευφυές, για να ταιριάζει με την υπόλοιπη πλοκή. Γενικά έχουμε μία καλή δουλειά, που αφήνει υποσχέσεις για την συνέχεια! Για το σχέδιο, δεν έχει αλλάξει η γνώμη μου σε σχέση με το πρώτο μέρος. Για την συνέχεια ο αναγνώστης θα διαβάσει μία ιστορία με σταυροδρόμια, που φέρει τον τίτλο “Χωρίς δεκάρα τσακιστή”. Φυσικά ένας τέτοιος τίτλος δεν θα μπορούσε να έχει άλλον πρωταγωνιστή από τον αγαπημένο μας μπατίρη, τον Ντόναλντ! Ο φίλος μας επιστρέφει, μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, από ένα πικ νικ, το οποίο δεν πήγε καλά. Για την ακρίβεια επήλθε η πλήρης καταστροφή, μιας και τους έπιασε βροχή, αέρας και υπήρχαν εκατοντάδες μυρμήγκια. Η Νταίζυ, λοιπόν, ήταν έξω φρενών με τον Ντόναλντ κι απαιτεί να της παραθέσει, την επόμενη εβδομάδα, ένα δείπνο σε ένα ακριβό εστιατόριο για να μπορέσει να τον συγχωρέσει. Δυστυχώς, όμως, ο φίλος μας έχει μόνο 100 δολάρια, τα οποία χρειάζεται για να πληρώσει τον λογαριασμό του ρεύματος, με την προϋπόθεση να μην έρθει πολύ “φουσκωμένος”. Τις κινήσεις που θα πρέπει να κάνει για να έχει θετική έκβαση η περιπέτειά του, θα το αποφασίσει ο αναγνώστης, με τις επιλογές του στα διάφορα σταυροδρόμια που θα συναντήσει. Προσοχή, όμως, γιατί πολλές από τις εκδοχές κρύβουν μεγαλύτερους μπελάδες! Πρόκειται για ένα σενάριο, που εντάσσει στο κλίμα του τον ίδιο τον αναγνώστη. Η πλοκή είναι ευχάριστη, αλλά σίγουρα δεν έχει κάτι ιδιαίτερο να μας πει. Οι διάφορες εκδοχές εμφανίζονται σε πολύ σύντομα χρονικά διαστήματα και πιο συγκεκριμένα σχεδόν σε κάθε σελίδα, γεγονός που ίσως να κουράσει κάποιον που δεν θα διαβάσει την ιστορία με την σειρά, αλλά θα επιχειρήσει να επιλέξει εκδοχές. Ατού της πλοκής θα χαρακτήριζα την εμφάνιση του Φάντομ Ντακ. Τα διάφορα φινάλε που υπάρχουν δεν είναι το ίδιο ευτυχή, αλλά αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι το γεγονός ότι κανένα από αυτά δεν είναι 100%, αυτό που λέμε happy end. Το σχέδιο δεν με ενθουσίασε τόσο. Ο Ντόναλντ, θα συνεχίσει να έχει το τιμόνι του πρωταγωνιστή, ή καλύτερα το πηδάλιο, μιας κι ο φίλος μας βρίσκεται επάνω “Στην σχεδία”. Ο Ντόναλντ, λοιπόν, έχει φτιάξει μία αυτοσχέδια σχεδία, στην οποία έχει επάνω τα πράγματά του κι όλος χαρά, ξεκινάει να ψαρεύει για να κερδίσει το γεύμα του. Οι ατυχίες, όμως, δεν αργούν να βρουν τον φίλο μας ακόμα και καταμεσής του ωκεανού, την ίδια ώρα που μία φωνή από το υπερπέραν του τείνει χείρα βοηθείας. Εκείνος, όμως, ούτε να ακούσει για βοήθεια! Τι να έχει συμβεί άραγε? Πώς βρέθηκε στην θάλασσα και ποια είναι η μυστηριώδης φωνή, με την οποία φαίνεται να έχει τσακωθεί? Εδώ μιλάμε για ένα σενάριο με σύντομη διάρκεια, που μου έδωσε την εντύπωση ότι δημιουργήθηκε για καθαρό χαβαλέ και σε πολύ χαλαρές συνθήκες. Φαντάζομαι τους δύο δημιουργούς να είναι μαζί και να γελάνε όταν την διάβασαν ολοκληρωμένη! Αυτός ο χαβαλές παρέσυρε κι εμένα και με έκανε και γέλασα. Η πλοκή μάς βάζει κατευθείαν στα…”βαθιά” και προκαλεί πολλές απορίες στον αναγνώστη, οι οποίες λύνονται κυριολεκτικά στο τελευταίο λεπτό! Και μάλιστα με ένα εντελώς “κουφό” φινάλε. Γενικά είναι μία ιστορία που διασκεδάζει και ψυχαγωγεί, αλλά δεν επιδέχεται περαιτέρω ανάλυσης. Ένα τέτοιο σενάριο, λοιπόν, δεν θα μπορούσε να μην φέρει την υπογραφή στο σχέδιο της μεγάλης Silvia Ziche! Ο κατάλληλος άνθρωπος, στην κατάλληλη θέση. Κι ερχόμαστε στον “Κρυφό άσσο”. Όλοι γνωρίζουμε και θαυμάζουμε το σύμβολο κύρους τους μεγαλύτερου Κροίσου της Λιμνούπολης, που στεγάζει τα τρία κυβικά μέτρα χρήμα του, και βρίσκεται επάνω στον λόφο Αμαξοφονιά. Φυσικά, ο λόγος για το θησαυροφυλάκιο. Σε αυτό το μεγαθήριο, λοιπόν, αρχίζει να κάνει εμφανή τα σημάδια του ο χρόνος. Όλοι οι όροφοι έχουν πλημμυρίσει, λόγω των απαρχαιωμένων υδραυλικών. Μάταια ο Ντόναλντ κι ο Φέθρυ προσπαθούν με ημίμετρα να διορθώσουν την βλάβη, η οποία δυστυχώς απαιτεί την παρουσία υδραυλικού. Έτσι και γίνεται. Ο μάστορας, για να επισκευάσει την βλάβη, χρειάζεται τον χάρτη που απεικονίζει την γενική υδραυλική εγκατάσταση του κτιρίου. Δυστυχώς, όμως, αυτός ο χάρτης στέκεται αδύνατο να βρεθεί, κάνοντας τον Σκρουτζ απαρηγόρητο. Όταν στερέψουν τα δάκρυα, ο ιδιοκτήτης του μεγάρου και τα δύο του ανίψια θα ξεκινήσουν έναν αγώνα δρόμου, προκειμένου να βρουν το σχεδιάγραμμα. Θα τα καταφέρουν? Ένα σενάριο που βγάζει μία πρωτοτυπία (Μουργόλυκοι), την ίδια ώρα που πατάει δυνατά στην Γη κι εμφανίζει ρεαλισμό (το παλιό θησαυροφυλάκιο). Η πλοκή στην αρχή αποτελείται από αστεϊσμούς που δεν είναι του γούστου μου. Τους βρήκα εντελώς σαχλούς κι άκρως υπερβολικούς. Στην συνέχεια, όμως, παραδέχομαι ότι υπάρχει βελτίωση, η οποία με έκανε να συνεχίσω την ανάγνωση πιο ευχάριστα. Από εκεί και πέρα, το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής δεν είχε να επιδείξει κάτι ενδιαφέρον, με εξαίρεση το φινάλε, που ήταν ανατρεπτικό και ταυτόχρονα κωμικό. Γενικά, νομίζω ότι το εν λόγω σενάριο ήθελε μεγαλύτερη φροντίδα για να γίνει πιο αξιόλογο. Σχεδιαστικά, την ιστορία την βρήκα μέτρια, προς καλή. “Τα Χάπια της Γνώσης”, έχουν στην ύλη τους, αυτή την εβδομάδα, να μας μάθουν για την “Διαφήμιση”. Όπως μας διδάσκει ο αγαπημένος μας καθηγητής Λούντβιχ Φον Ντρέηκ, η τέχνη της διαφήμισης δεν είναι δημιούργημα του 20ου και του 21ου αιώνα, αλλά η γέννησή της ανάγεται στα αρχαία χρόνια και την εποχή των Φοινίκων. Την σκυτάλη, έπειτα, πήραν οι (συνήθεις ύποπτοι) Έλληνες και οι Ρωμαίοι, για να φτάσουμε στον 15ο αιώνα και την γέννηση της τυπογραφίας. Ο Λούντβιχ, όμως, δεν μένει εκεί. Μας δείχνει και τις σύγχρονες μορφές της διαφήμισης, καθώς και τον ανταγωνισμό που πηγάζει (κι) από αυτές. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να πούμε πολλά για το σενάριο αυτό, μιας και δεν διαφέρει σε τεχνικές και ουσία, από τις υπόλοιπες ιστορίες της σειράς. Χωρίς να είμαι ιδιαίτερα γνώστης, έχω την εντύπωση ότι υπάρχει μία ελαφριά δόση υπερβολής στις περιγραφές, τουλάχιστον στην αρχή της ιστορίας. Γενικά, όμως, δεν έχω κανένα παράπονο και πάντα χαίρομαι όταν διαβάζω ιστορίες της σειράς. Το σχέδιο το βρήκα μέτριο και παραφορτωμένο. Ο Πασχάλης ξύπνησε το πρωί και διερωτήθηκε “Τι κάνουμε σήμερα;” και η μοίρα αποφασίζει να του δώσει μία “Μαγική εμπειρία”. Ο φίλος μας βρίσκεται στο παζάρι της πόλης και δοκιμάζει διάφορες λιχουδιές, όταν ξεμένει από λεφτά και δεν προλαβαίνει να δοκιμάσει τους λουκουμάδες με κρέμα. Εκείνη την στιγμή θα τον προσεγγίσει ένας τύπος με περίεργη ενδυμασία και θα του προτείνει μία μικρή εργασία. Πρόκειται για έναν τσαρλατάνο ταχυδακτυλουργό, ο οποίος αναζητά έναν βοηθό για να κάνει τα κόλπα του. Ο φίλος μας, στο άκουσμα της αμοιβής, δέχεται και οι πρόβες αρχίζουν. Πώς θα εξελιχθεί, όμως, η παράσταση? Μιλάμε για μία ευχάριστη ιστορία, το σενάριο της οποίας έχει έναν καθαρά γελοιογραφικό χαρακτήρα και δίνεται λιγότερη προσοχή στην δράση και την ένταση. Ο Πασχάλης στέκεται επάξια στην θέση του πρωταγωνιστή κι έχει καλή χημεία με τον ρόλο του. Προσωπικά πιστεύω ότι ο συγκεκριμένος ρόλος θα ταίριαζε και στον Φέθρυ, αλλά κι ο Πασχάλης μάς κάνει. Μεγάλη πλάκα είχε και η έκφραση του ταχυδακτυλουργού, ο οποίος είχε τις στιγμές του. Γενικά, δεν την θεωρώ την σούπερ ουάου ιστορία και σίγουρα θα την ξεχάσω, αλλά γέλασα με την πλοκή της. Δεν ξέρω εάν οι δημιουργοί είχαν επηρεαστεί από κάτι άλλο, για την συγγραφή της ιστορίας αυτής, εμένα πάντως μου θύμισε αυτό! Οι τεχνικές του Francesco D'Ippolito, δεν ανήκουν στις αγαπημένες μου. Το αντίθετο θα έλεγα. Μία σύντομη ιστορία, θα είναι η επόμενη και μας έρχεται από την σειρά “Η μέρα που…”. Ο τίτλος της είναι “Θυμήθηκες εκείνη”. Ο θείος Σκρουτζ με τον Ντόναλντ βρίσκονται στο θησαυροφυλάκιο κι ενώ ο ένας υπολογίζει τα κέρδη του, ο άλλος γυαλίζει νομίσματα. Φαντάζομαι δεν είναι δύσκολο να καταλάβετε ποιος κάνει τι? Ο Ντόναλντ δείχνει πολύ χαρούμενος κι ο λόγος είναι ότι θα περάσει μία όμορφη βραδιά με την αγαπημένη του Νταίζυ. Από την άλλη ο Σκρουτζ, τον κατακρίνει για την σπατάλη του, καθώς και για την έλλειψη ενδιαφέροντος για την δουλειά. Επάνω στην κουβέντα, ο Ντόναλντ βρίσκει ανάμεσα στο βουνό των νομισμάτων, ένα μενταγιόν, το οποίο περιέχει μία παλιά φωτογραφία. Τι μυστικά εξακολουθεί να μας κρύβει ο Λιμνουπολίτης Κροίσος? Αν ο συγγραφέας δεν ανέφερε τα ονόματα των πρωταγωνιστών κι ο καλλιτέχνης τούς είχε σχεδιάσει διαφορετικά, θα νόμιζα ότι η συγκεκριμένη δουλειά είχε απορριφθεί από την Disney και την έβγαλαν σε φανζίν! Οι δημιουργοί φροντίζουν να καταρρίψουν ό,τι γνωρίζουμε για τον Βίο και την Πολιτεία του Σκρουτζ, ή μάλλον για να είμαστε πιο ακριβείς, πρόσθεσαν δικά τους στοιχεία στο παρελθόν του. Αν με ρωτήσετε αν έχουν το ηθικό δικαίωμα να κάνουν κάτι τέτοιο θα σας πω ναι (αν και βαθιά μέσα μου δεν θέλω να αλλοιώνονται οι “κλασικοί”! ). Εδώ, όμως, νομίζω ότι απλά παρέθεσαν τις πληροφορίες και δεν τους έφτασαν οι σελίδες για να τις καλλιεργήσουν στην συνείδηση του αναγνώστη. Έτσι, βγαίνει ένα αποτέλεσμα που απλά κάνει θόρυβο και δεν λέει κάτι ουσιαστικό. Παραδέχομαι ότι υπάρχει ρομαντισμός στην ατμόσφαιρα και ίσως, αν είχε περισσότερες σελίδες, να βλέπαμε κάτι πιο αξιόλογο. Σχεδιαστικά την βρήκα μέτρια. Και θα τελειώσουμε με την “Ημέρα εναλλακτικής μετακίνησης”. Ο Ντόναλντ σαπίζει στην αιώρα του, όταν έρχονται τα τρία ανιψάκια του για να του υπενθυμίσουν ότι είχε υποσχεθεί να τα συνοδεύσει μέχρι το πάρκο για να γιορτάσουν την συγκεκριμένη ημέρα. Πριν καλά-καλά προλάβει να τα μπαλώσει, κάνει την εμφάνισή της η Νταίζυ για να του υπενθυμίσει, με την σειρά της, ότι της είχε υποσχεθεί να περνούσαν μαζί αυτή την ημέρα, στην Λέσχη της. Το άγχος και η απόγνωση χτυπάει κόκκινο για τον φίλο μας και θα φουντώσουν ακόμα περισσότερο όταν θα εμφανιστεί ο θείος Σκρουτζ, με την απαίτηση να είναι εκείνος που θα οδηγήσει το πρωτότυπο οικολογικό αυτοκίνητο, στον διαγωνισμό που διεξάγει ο Δήμος για την συγκεκριμένη ημέρα. Ο φίλος μας θα πρέπει να σκεφτεί έξυπνα και μεθοδικά, προκειμένου να βρίσκεται σε τρία διαφορετικά σημεία ταυτόχρονα, για να μην στεναχωρήσει τα αγαπημένα του πρόσωπα. Η απύθμενη ατυχία του, όμως, δεν έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη. Πρόκειται για ένα σενάριο που προσπαθεί να περάσει οικολογικά μηνύματα, αλλά νομίζω ότι αυτό το κάνει αρκετά διακριτικά. Η πλοκή κρύβει μεγάλη ένταση και γρήγορες εναλλαγές των σκηνών, που εξάπτουν την αγωνία. Η αλήθεια είναι ότι έχει καρτουνίστικα χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα να βγάζει πολλές φορές, υπερβολή. Αποκορύφωμα, το γεγονός ότι βλέπουμε τον Ντόναλντ να πετάει επάνω από τα σπίτια της Λιμνούπολης, μέσα σε μία...σαπουνόφουσκα! Αυτά τα στοιχεία, λοιπόν, με ξένισαν κάπως. Κατά τα άλλα, έχουμε ένα σενάριο γραμμένο επάνω στον Ντόναλντ, που καταλήγει σε ένα ανατρεπτικό, αλλά άνευρο φινάλε. Γενικά, όχι πολλά πράγματα. Σχεδιαστικά έβγαζε πάθος, αλλά την βρήκα μέτρια, προς καλή.
  10. Διαβάστηκε και το πρώτο μέρος του Planet Hulk. Έχοντας διαβάσει την συνέχεια της συγκεκριμένης ιστορίας, το "World War Hulk", μου είχε αφήσει πολύ καλές εντυπώσεις και μου κίνησε την περιέργεια να μάθω πώς πέρασε ο πρωταγωνιστής στον άγνωστο πλανήτη στον οποίο τον πέταξαν οι δικοί του σύντροφοι. Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να το μάθω. Νομίζω, ότι πριν ξεκινήσουμε θα πρέπει να δώσουμε τα εύσημα στον Greg Pak για έναν βασικό λόγο. Αυτός, είναι το σύμπαν που έχει στήσει. Ο συγγραφέας δεν δημιούργησε ένα story arc, συνηθισμένο, καθώς φρόντισε να παρουσιάσει στον αναγνώστη ένα ολοκληρωμένο σύστημα, το οποίο αποτελείται από φυλές (καλούς-κακούς), και πολλές ακόμα λεπτομέρειες ενός κόσμου, που έτυχε να είναι το προσωρινό σπίτι του Hulk. Και το έκανε με τόση φροντίδα κι επιμονή, που με εξέπληξε. Το σενάριο ξεκινάει, αφήνοντας με με την απορία για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην Γη κι ανάγκασαν τους υπόλοιπους υπερήρωες να προβούν σε αυτή την απόφαση. Σίγουρα όταν είναι να διαβάσουμε μία ιστορία με τον Πράσινο Γίγαντα, περιμένουμε να δούμε ξύλο, φάπες, μπουνιές κι απόλυτη καταστροφή. Όπερ κι εγένετο, λοιπόν, με την διαφορά ότι εδώ βλέπουμε και την ψυχή του Hulk, εκτός από τους μύες του. Ο συγγραφέας αποδίδει έναν Hulk, πληγωμένο συναισθηματικά από την "προδοσία" των δικών του ανθρώπων, οι οποίοι τον δίκασαν ερήμην για ένα "έγκλημα" το οποίο δεν το έκανε με πρόθεση (τουλάχιστον έτσι πιστεύω). Έτσι, είναι γεμάτος οργή, θυμό και μεγάλη δίψα για εκδίκηση κι αυτό βγαίνει σε όλη την ιστορία. Πιστεύω ότι αυτά τα συναισθήματα τον βοήθησαν να ανταπεξέλθει στις δοκιμασίες που του επιβλήθηκαν. Όσον αφορά την πλοκή, αυτό που επικρατεί είναι οι διάφορες μάχες, οι οποίες είναι καλογυρισμένες και υπάρχουν σχεδόν παντού στην διάρκειά της. Δεν υστερεί, όμως, και η σωστή ανάπτυξη του μύθου, η οποία συνδέει νέους χαρακτήρες, που συνεργάζονται για έναν κοινό σκοπό. Και σαν έκπληξη, βλέπουμε και τον ίδιο τον Hulk να συμμετέχει σθεναρά και να ανεβαίνει τα σκαλιά της άτυπης ιεραρχίας. Ο τρόπος που ο πρωταγωνιστής κινείται στον χώρο και στην ιστορία, μού έφερε στο μυαλό κάτι από τον θρυλικό "Σπάρτακο". Η προσθήκη του "γνωστού από τα παλιά" ήταν ενδιαφέρουσα και χωρίς να καταλαμβάνει πολλά λεπτά συμμετοχής, αλλάζει ολόκληρη την πορεία της ιστορίας. Ίσως ο συγγραφέας να μην θέλησε να τον χρησιμοποιήσει αρκετά για να μην επισκιάσει τον πρωταγωνιστή. Στα αρνητικά, μπορώ σίγουρα να εντάξω κάποιες εναλλαγές σκηνών, καθώς και κάποια αφηγηματικά μοτίβα, τα οποία με κράτησαν στην σελίδα λίγο περισσότερο από το φυσιολογικό, μέχρι να καταλάβω τι ακριβώς γίνεται. Στα δύο τελευταία κεφάλαια του πρώτου μέρους, η σύρραξη της εξέγερσης κορυφώνεται κι όλα δείχνουν ότι πάμε για ένα, ακόμα πιο συναρπαστικό, δεύτερο μέρος. Το σχέδιο βρίθει λεπτομερειών, που αναδεικνύουν περισσότερο το σενάριο. Πιστός στην παράδοση των μονομάχων της αρένας, ο καλλιτέχνης έχει υιοθετήσει πολλά στοιχεία των στολών που βλέπουμε στις αντίστοιχες ταινίες και διαβάζουμε στα βιβλία ιστορίας. Οφείλω να ομολογήσω, όμως, ότι αυτή η πρακτική (της λεπτομέρειας) έβγαζε αρκετά καρέ παραφορτωμένα και μερικά δυσνόητα, τουλάχιστον με την πρώτη ματιά. Αυτό που παρατήρησα είναι ότι έχουν κατατεθεί μεγάλα ποσά φαντασίας, προκειμένου να αποδοθούν οι εξωγήινοι χαρακτήρες και τα τοπία. Επίσης υπάρχει μία μεγάλη ποικιλία χρωμάτων που μου άρεσε. Αν και καταλαβαίνω ότι θα πρέπει να υπάρχει πλουραλισμός στις ιστορίες που φιλοξενούνται στους τόμους, απογοητεύτηκα κάπως όταν έμαθα ότι η συνέχεια του "Planet Hulk" θα κυκλοφορήσει σε δύο μήνες. Μας αφήνει στην γλύκα.:( Είχα σκοπό να δω και το αντίστοιχο animation, αλλά θα το αναβάλλω μέχρι να ολοκληρώσω την έντυπη μορφή. Όσον αφορά τα εξτραδάκια, είναι γενικά παραδεκτό, ότι πάντα τα συνοδευτικά άρθρα, βοηθούν εμάς του αδαείς να μπούμε πιο γρήγορα στο νόημα του εκάστοτε graphic novel. Εδώ νομίζω ότι βοήθησαν περισσότερο από κάθε φορά. Και ειλικρινά χαίρομαι που έχω την συνήθεια να διαβάζω τα άρθρα αυτά πριν από την κάθε ιστορία.
  11. @Ilias12 Εξαιρετική η συλλογή σου. Αν θέλεις μία συμβουλή από έναν παλαιότερο και ψυχαναγκαστικό συλλέκτη, θα σου πρότεινα να φροντίζεις λίγο περισσότερο τα τεύχη σου. Αυτό το λέω γιατί παρατηρώ στις φωτογραφίες σου ότι πολλά από τα κόμικς (που είναι σχετικά πρόσφατα) φαίνονται κακοποιημένα (τσαλακωμένα, σκισμένα). Αν δεν έχεις πρόβλημα εσύ, δεν μου πέφτει λόγος. Απλά, επειδή βλέπω να χρησιμοποιείς βιβλιοθήκη και ράφια, σημαίνει ότι σου αρέσει η σωστή φύλαξή τους. Με λίγη περισσότερη φροντίδα κι αγάπη, λοιπόν, θα έχεις τα τεύχη σου για μία ζωή και μακάρι να τα χαίρονται και οι απόγονοί σου. Το λέω με μία εντελώς φιλική διάθεση. Μην με παρεξηγήσεις.
  12. Αυτό είναι που έχει σημασία. Τα υπόλοιπα είναι λεπτομέρειες!
  13. Από την μία το βιογραφικό του ηθοποιού κι από την άλλη ένα τραγικό γεγονός? Σίγουρος θάνατος!
  14. Όσον αφορά τα εξώφυλλα, νομίζω ότι δεν είναι μόνο εδώ καλό, αλλά και στα υπόλοιπα τεύχη που έχουν κυκλοφορήσει (άντε, τουλάχιστον στην πλειοψηφία τους). Ένα, από τα λίγα, θετικά του ΚΟΜΙΞ της Β' Περιόδου!
  15. Αφού υπάρχουν χλαμύδια, γιατί να μην υπάρχουν και τομίδια? Σαν το cartoon του Bravestarr, στο οποίο συμπαθούσα περισσότερο το άλογο με την καραμπίνα!
  16. (Περσινά, ξινά, σταφύλια θα μου πείτε, απλά το εντόπισα και είπα να το ποστάρω για να το έχουμε στο αρχείο μας ) Ένα πολιτικό κόμικ εμπνευσμένο από την καθημερινότητα Γνωρίσαμε τη Μαριάννα μέσω του διαδικτύου σε μια περίοδο που η κρίση είχε εισβάλει για τα καλά στη ζωή μας. Ο δημιουργός της Νάσος Βασιλακάκης μας εισάγει στον κόσμο της με τις εξής φράσεις: «Μερικοί άνθρωποι είναι συνεχώς τσαντισμένοι… και έχουν τους λόγους τους. Η Μαριάννα δουλεύει σερβιτόρα σε ένα εστιατόριο όπου συχνάζουν πολιτικοί, μεγαλοδημοσιογράφοι και διάφορα άλλα λουλούδια. Αυτές είναι οι περιπέτειες της…». Γράφει η Ιουλία Κιλέρη Η Μαριάννα είναι φοιτήτρια και σερβιτόρα που έχει την τύχη και την ατυχία να δουλεύει full time σε συνθήκες μνημονίου σε κεντρικό εστιατόριο όπου συχνάζουν πολιτικοί, δημοσιογράφοι, εφοριακοί, μεγαλοεπιχειρηματίες. Με όπλα της το χιούμορ, τις φαρμακερές ατάκες, τις γεμάτες εκφραστικότητα γκριμάτσες της και την αιχμηρή κριτική στα όσα συμβαίνουν γύρω της, αποφασίζει να συγκρουστεί ανοιχτά, διεκδικώντας σε κάθε της περιπέτεια τον χαρακτηρισμό «βρωμόστομη». Παρά την κάθε άλλο παρά ενδεδειγμένη εργασιακή της συμπεριφορά, καταφέρνει να διατηρήσει τη δουλειά της, καθώς η αυθάδεια της μετατρέπεται σε ατραξιόν του μαγαζιού, αφού σε αρκετούς πελάτες αρέσει να βλέπουν τους άλλους να ταπεινώνονται μπροστά τους! Θυμός, αγωνίες, ανασφάλεια, στερεότυπα, καθημερινότητα αλλά και τσαγανό, ζωντάνια, άρνηση για συμβιβασμό και γέλιο... όλα χωρούν στον κόσμο της Μαριάννας. Περιπέτειες εμπνευσμένες από την κοινωνική και πολιτική ζωή, με πρωταγωνίστρια μια σερβιτόρα που αρνείται να είναι χαμογελαστή και ευγενική απέναντι στην αγένεια και το παράλογο, ακόμη κι αν πρόκειται για τον εργοδότη της ή την... «υψηλή πελατεία». Επί δύο χρόνια, το χιουμοριστικό και έντονα πολιτικό κόμικ «Μαριάννα η Βρωμόστομη» δημοσιευόταν εβδομαδιαίως μέσω του ομώνυμου blog, κερδίζοντας το δικό του κοινό. Πλέον η Μαριάννα είπε όσα είχε να πει και αποφάσισε να εκδοθεί. Όλα τα επεισόδια του κόμικ που είχαν δημοσιευθεί στο bigmouthmarianna.blogspot.gr την περίοδο 2012-2014, μαζί με πέντε αδημοσίευτα επεισόδια και έξτρα υλικό, κυκλοφορεί πλέον από τις εκδόσεις Πυγμαλίων. Μέσα από τις σελίδες της φοβερής και τρομερής Μαριάννα, περιμένουν «την απάντηση που τους αξίζει» ερωτήματα όπως: Αν η δουλειά είναι εκβιασμός, ο εκβιασμός τι είναι; Τι κοινό έχουν οι νυχτερίδες με τους φρονιμίτες; Οι ερωτευμένοι έχουν αξία χρήσης; Ποια είναι η γενιά των 700 ευρώ και τι παθαίνει όποιος τα βάζει μαζί της; Η ανθρώπινη οργή αποτελεί Ιερό δικαίωμα; Πώς σχολιάζουν οι άγνωστοι τις φωτογραφίες που ανεβάζουμε στο facebook; Πώς όμως προέκυψε η ιδέα για τη Μαριάννα τη βρωμόστομη; «Κάποτε δούλευα σερβιτόρος και συζητούσαμε με φίλους διάφορα κουλά που μας συνέβαιναν. Εκεί έπαιζε συχνά το αστείο: "τι θα γινόταν αν τους έλεγες το τάδε". Όταν κάποια στιγμή θέλησα να κάνω ένα καθαρά πολιτικό κόμικ με αφετηρία τις πολιτικές πεποιθήσεις μου και όλα τα τρελά που γίνονταν και λέγονταν στη χώρα, φαντάστηκα μια σκληροπυρηνική σερβιτόρα που ακροβατεί επικίνδυνα ανάμεσα στην πολιτικό ακτιβισμό και την προσφορά θεάματος με όρους star system. Η τελική μορφή που πήρε η Μαριάννα δεν ήταν ακριβώς αυτό βέβαια, αλλά η αφετηρία με βοήθησε πολύ», δηλώνει στο newsbeast.gr ο σκιτσογράφος Νάσος Βασιλακάκης. Περιπέτειες εμπνευσμένες από τη ζωή Οι ιστορίες της έχουν βασιστεί σε πραγματικά περιστατικά, για τα οποία «ευχαριστώ τους φίλους που τα μοιράστηκαν μαζί μου», σημειώνει και εξηγεί: Ο ρατσιστής γέρος που βρίζεται με τα πιτσιρίκια στον δρόμο. Η τύπισσα στο λεωφορείο που ψήφισε ναζιστές ενώ δεν ξέρει τι της γίνεται. Η ιστορία της κοπέλας που έφυγε από το χωριό της και έγινε σούπερ μόντελ στο εξωτερικό. Ο τρελαμένος σεξιστής πελάτης που βρίζει και απειλεί μέχρι η Μαριάννα να τον βάλει τελικά στη θέση του. Επιπλέον, πολλές ατάκες πελατών της Μαριάννας έχουν ειπωθεί στα αλήθεια από δημόσια πρόσωπα ή από πελάτες που συνάντησα όταν δούλευα σε ταβέρνα. Σύμφωνα με τον κ. Βασιλακάκη, έμπνευση για τις περιπέτειές της άντλησε «από την κυβερνητική και μιντιακή προπαγάνδα που ζήσαμε την εποχή του μνημονίου, καθώς και από τις κοινωνικές συμπεριφορές που γέννησε. Από το "μαζί τα φάγαμε". Από τη θεωρία των δυο άκρων που εξισώνει αριστερά και φασισμό, λες και ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός είναι ο παράδεισος. Από τον κοινωνικό κανιβαλισμό που ανέδειξε σε ύψιστη ηθική αξία το "να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα". Από τη δημόσια διαπόμπευση γυναικών με AIDS, λες και βρισκόμαστε στο μεσαίωνα. Από τον ανορθολογισμό και τις θεωρίες συνωμοσίας. Από την άνοδο του φασισμού που τράφηκε και θέριεψε με το αηδιαστικό ζουμί όλων των παραπάνω. Από τα καλά και τα άσχημα των ανθρώπων και των κινημάτων που παλεύουν για κάτι καλύτερο». Τα μηνύματα που θέλει να περάσει ο εμπνευστής της προσωπικότητας αυτής, που παλεύει καθημερινά και δεν φοβάται να τα λέει «έξω από τα δόντια», είναι πολλά: «Ότι η συνεχής πάλη απέναντι σε ό,τι μας πνίγει και μας ξοδεύει είναι ο πιο όμορφος τρόπος ζωής, όποιο και αν είναι το τίμημα. Ότι ένας έλληνας σερβιτόρος έχει πιο πολλά κοινά με έναν τούρκο, πακιστανό η γερμανό σερβιτόρο παρά με έναν έλληνα μεγαλοπαρουσιαστή ή εφοπλιστή. Ότι ασχέτως με το τι έχουμε σπουδάσει ή ονειρευόμαστε να γίνουμε δεν πρέπει να ξεχνάμε την ταξική μας θέση. Ότι το «τι να κάνουμε, έτσι έχουν τα πράγματα» είναι από τις μεγαλύτερες πληγές τη ανθρωπότητας. Ότι σε όλους μας αξίζει μια ανθρωπότητα με περισσότερη δημιουργία, ισότητα και αλληλοσεβασμό. Ότι αν περιμένουμε να μας σώσουν ηγέτες και μεσσίες έχουμε χάσει το παιχνίδι. Ότι οι τάσεις φυγής είναι άχρηστες, διότι εδώ είναι η ομορφιά, εδώ οι μάχες, εδώ οι λύπες και οι χαρές, βαθιά στη συναρπαστική βρωμιά τούτου του κόσμου. Και άλλα πολλά». Αναγνωρίζει, πάντως, πως η Μαριάννα έτυχε και σε μια ιδιαίτερη συγκυρία που της επιτρέπει να κάνει τα δικά της, γιατί κακά τα ψέματα, υπό άλλες συνθήκες οι περισσότεροι θα απολύονταν στη θέση της. «Να προσθέσω πως, δυστυχώς, έχω γνωρίσει περισσότερους εργαζόμενους που μοιάζουν με τον Πέτρο, τον ατομιστή συνάδελφο της Μαριάννας, παρά με την ίδια». Η Μαριάννα φιλοξενήθηκε και σε αφίσα του Δικτύου Ανέργων και Επισφαλώς Εργαζομένων. Ένας συμβολισμός προφανής, «καθώς η Μαριάννα θεωρώ πως ανήκει σε μεγάλο βαθμό στη γενιά της ανεργίας και της εργασιακής επισφάλειας, ιδιαίτερα στα μαχητικά τμήματα της όπως το δίκτυο ανέργων, γι’ αυτό και ήταν μεγάλη μου χαρά να την «παραχωρήσω» για την αφίσα», σημειώνει. Η Μαριάννα είπε όσα είχε να πει... Τα διαδικτυακά κόμικ κάνουν ολοένα και πιο αισθητή την παρουσία τους τα τελευταία χρόνια. «Η αλήθεια είναι ότι αρχικά στόχευα το κόμικ να δημοσιεύεται εβδομαδιαία σε κάποια εφημερίδα η περιοδικό για να βγάζω κάποια λεφτά καθώς οι σκιτσογράφοι δεν τρεφόμαστε με αέρα. Δεν πήρα κάποια έγκριση, και αποφάσισα να το προχωρήσω μόνος μου. Ήρθε και η ανταπόκριση από ένα μικρό, αλλά αφοσιωμένο κοινό, οπότε έδεσε το πράγμα», δηλώνει ο κ. Βασιλακάκης. Ως προς τη Μαριάννα και τον κόσμο της, για την ώρα έκαναν τον κύκλο τους και είπαν όσα ήταν να πουν. Δεν αποκλείεται, πάντως, η βρωμόστομη σερβιτόρα να επιστρέψει σε κάποια χρόνια με νέες περιπέτειες. Παρουσίαση του κόμικ στο GC ΠΗΓΗ
  17. Ο Π. Νιράκης, ο ιδιοκτήτης της Συλλεκτικής Αθηνών, μάς οδηγεί σε «σπάνια» μονοπάτια Η ελληνική τηλεκάρτα μετράει ήδη 22 χρόνια ζωής. Η πρώτη που κυκλοφόρησε από τον ΟΤΕ το 1992 με τον ήλιο της Βεργίνας, εκτιμάται ότι τυπώθηκε σε 30.000 αντίτυπα, αριθμός ο οποίος όμως δεν επιβεβαιώνεται, καθώς οι συλλέκτες εκτιμούν ότι το τιράζ της ήταν αρκετά μικρότερο. Ρεπορτάζ: Γιώργος Λαμπίρης , Φωτογραφίες: Γιάννης Κέμμος Μερικές από αυτές που ανήκουν στη λεγόμενη... σειρά μπορεί να τις βρει κανείς ακόμα και με λίγα λεπτά του ευρώ ή να τις μαζέψει από έναν τηλεφωνικό θάλαμο, όπου κάποιος βιαστικός ή αδιάφορος ομιλητής την παράτησε λίγα λεπτά νωρίτερα. Οι πιο δύσκολες και σπάνιες όμως βρίσκονται στα χέρια συλλεκτών, οι οποίοι ως συνδρομητές έχουν το δικαίωμα να αποκτήσουν εκείνες που δεν θα συναντήσει κανείς στο περίπτερο της γειτονιάς του ή σε κάποιο υποκατάστημα του ΟΤΕ. Στο ερώτημα αν κάποιοι διαθέτουμε έναν... κρυφό θησαυρό σε κάποια ντουλάπα του σπιτιού μας ή στη βιβλιοθήκη μας κρυμμένο σε κάποιο άλμπουμ, ο Παναγιώτης Νιράκης, ιδιοκτήτης της Συλλεκτικής Αθηνών, ο οποίος εμπορεύεται συλλεκτικά προϊόντα, απαντάει πως είναι αρκετά δύσκολο, όχι όμως και απίθανο. Αν σκεφτεί λοιπόν κανείς ότι μία «ακριβοθώρητη» τηλεκάρτα μπορεί να κοστίζει ακόμα και 700 ευρώ, ίσως είναι καιρός κάποιοι να αλλάξουν άποψη γι' αυτή τη μικροσκοπική πλαστική επιφάνεια, εκείνοι που μέχρι σήμερα την εγκατέλειπαν με κάποια δόση περιφρόνησης στον τηλεφωνικό θάλαμο της γειτονιάς τους. - Κύριε Νιράκη, πόσα χρόνια ζωής μετράει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα η τηλεκάρτα; Από το 1992. Τότε ξεκίνησαν οι πρώτες δοκιμαστικές τηλεκάρτες. Υπάρχουν δοκιμαστικές, απλές, συνδρομητικές, σύνθετες, σπάνιες και... εύκολες. Μία συλλογή τεράστια, με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. - Η πρώτη τηλεκάρτα που κυκλοφόρησε είναι αν δεν κάνω λάθος αυτή με τη Βεργίνα... Ναι. Είναι ο πόθος πολλών συλλεκτών. Δεν είναι τόσο ακριβή πια, αλλά είναι πολύ δύσκολο να τη βρει κανείς. Η τιμή διαμορφώνεται ανάλογα με την ποιότητά της. Εξαρτάται δηλαδή από το αν θα είναι κλειστή και αμεταχείριστη ή ανοιχτή. Συνήθως βρίσκουμε ανοιχτές τηλεκάρτες με τη Βεργίνα, των οποίων η τιμή κυμαίνεται γύρω στα 100 με 150 ευρώ. - Πόσες τηλεκάρτες με τη Βεργίνα είχαν τυπωθεί τότε; Δεν είναι πολλές και γι' αυτό είναι και σπάνιες. Ο ακριβής αριθμός του τιράζ όμως δεν είναι γνωστός. Σίγουρα είναι πολύ μικρότερος ο αριθμός που τυπώθηκε, από αυτόν που φημολογείται στην αγορά. - Είναι η μόνη που δεν αναγράφει το τιράζ πάνω; Όχι. Είναι κι άλλες. Κάποιες δοκιμαστικές ή κάποιες μαγνητικές δεν αναγράφουν το τιράζ. - Τι είναι αυτό που τις κάνει σπάνιες και διαφορετικές; Καταρχάς οι τηλεκάρτες αποτελούν μία πολύ μεγάλη συλλογή με τεράστια γκάμα απεικονίσεων. Έχουν χαρακτήρα επιμορφωτικό και πολιτισμικό. Μπορεί να μάθει κανείς χίλια δύο πράγματα. Είναι ένα προϊόν, το οποίο λόγω των απεικονίσεών του, όπως εκθέματα μουσείων, φωτογραφίες τοποθεσιών, ιστορικά πρόσωπα ή οτιδήποτε άλλο μπορεί ο οποιοσδήποτε να δει ένα πολύ μικρό κομμάτι της ελληνικής ιστορίας. Πολλοί συλλέκτες, μαζεύουν τηλεκάρτες με βάση το θέμα τους. Άλλοι μαζεύουν λουλούδια, άλλοι αυτοκίνητα, άλλοι τοπία. Οπότε μπορεί να διαμορφωθεί και μία συλλογή όχι μόνο με βάση τη σπανιότητα και την έκδοσή τους, αλλά και με βάση το θέμα που παρουσιάζουν. Πολύ πιο απλά και πιο οικονομικά σε αυτή την περίπτωση. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες, για τους οποίους μπορεί κάποιος να επιλέξει να ασχοληθεί με την τηλεκάρτα. Βέβαια, η κατάσταση όπως σε όλα τα χόμπι και λόγω της κρίσης δεν είναι αυτή που ήταν τα προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο δεν παύει να υπάρχει έντονο ενδιαφέρον από την πλευρά των συλλεκτών. - Ποιες χαρακτηρίζονται ως μοναδικές και περιζήτητες; Υπάρχουν συγκεκριμένες τηλεκάρτες που είναι «δύσκολες». Όπως άλλωστε συμβαίνει και με όλα τα συλλεκτικά προϊόντα. Κάποια μπορεί να τα βρει κανείς στο παζάρι ή στο μπαούλο της γιαγιάς. Υπάρχουν όμως και τα περιζήτητα προϊόντα, αυτά που έχουν «κόψει» λίγα κομμάτια και κυρίως απευθύνονται σε συλλέκτες. Οι πιο σπάνιες τηλεκάρτες πέρα από τη «Βεργίνα», είναι και αυτές που απεικονίζουν τον «Παρθενώνα», από τις πρώτες που εκδόθηκαν. Επίσης σπάνιες είναι οι δοκιμαστικές, τα δοκίμια όπως τα λέμε εμείς, που και γι' αυτά δεν υπάρχει σαφής καταγραφή των απεικονίσεων. Είναι γνωστές δύο ή τρεις απεικονίσεις και από 'κει και ύστερα μπορεί να προκύψουν και κάποιες καινούργιες που δεν έχουμε ξαναδεί στην αγορά. Πολύ σπάνιες βέβαια είναι και αυτές που έχουν τυπωμένες την Πάτμο, τα Μετέωρα, το Ρίζο, το Λύτρα κλπ. Οι τηλεκάρτες με την Πάτμο ή τα Μετέωρα έχουν πολύ μικρό τιράζ και αυτές είναι που κρατούν τα σκήπτρα. Ένας συλλέκτης που έχει προχωρήσει τη συλλογή του, έχει όνειρο να πάρει κάποια στιγμή ένα ζευγάρι «Πάτμο – Μετέωρα», σφραγισμένα στη ζελατίνα του. Αυτές οι δύο τηλεκάρτες, αν πουληθούν κλειστές χωρίς πρόβλημα στη ζελατίνα κοστίζουν γύρω στα 600 ευρώ το ζευγάρι, αλλά μπορεί και περισσότερο. - Ποια είναι η διαφορά που εμφανίζεται στις τιμές αν τις συγκρίνουμε με εκείνες που ίσχυαν προ κρίσης; Υπάρχει ένας κανόνας στα συλλεκτικά προϊόντα. Αυτός ο κανόνας λέει ότι το καλό προϊόν δεν χάνει ποτέ την αξία του. Εφόσον αναφέραμε τις τηλεκάρτες με την Πάτμο και τα Μετέρωα, θα σας αναφέρω χαρακτηριστικά ότι πριν από πέντε χρόνια κόστιζαν γύρω στα 700 με 800 ευρώ. Μπορεί να έχει πέσει η τιμή τους, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η παλιά τιμή ήταν και η σωστή. Κατά την άποψή μου η σημερινή τιμή τους είναι και πιο κοντά στην πραγματικότητα. Πάντα, όταν υπάρχει μεγάλη ζήτηση στην αγορά, δημιουργείται αυτό που ονομάζουμε «φούσκα». Σε όλα τα συλλεκτικά είδη όμως ισχύει κάτι ανάλογο. Η τηλεκάρτα σε σχέση με το γραμματόσημο και το νόμισμα βρίσκεται σε πιο άσχημη κατάσταση, δεν παύει όμως να διατηρεί ένα σημαντικό μέρος της αξίας της. - Φαντάζομαι ότι υπάρχουν κάποια σφάλματα κατά τη διαδικασία παραγωγής, τα οποία έκαναν πιο σπάνια μία τηλεκάρτα. Ποια είναι αυτά; Τα πιο γνωστά ήταν για παράδειγμα μία τηλεκάρτα της Lufthansa με το «σπασμένο» μηδέν. Είχε τυπωμένο ένα μηδενικό με μια κάθετο πάνω σε αυτό. Πρόκειται για σφάλματα τυπώματος. Υπάρχουν επίσης σφάλματα στα τσιπ, σφάλματα στο κόψιμο και πολλών ειδών ακόμα λάθη. Το σφάλμα όμως έχει υπερτιμηθεί. Παρόλ' αυτά πολύς κόσμος το αναζητά. Μία καλή συλλογή για 'μένα είναι μία ολοκληρωμένη συλλογή ή μία θεματική συλλογή. Μεγάλο ενδιαφέρον πιστεύω ότι έχει η παράσταση μιας τηλεκάρτας. Αρκεί να μελετήσουμε αυτό το «κάτι» που έχει η καθεμία από αυτές. Όταν δηλαδή έχω μία τηλεκάρτα με την Πάτμο, καλό είναι να γνωρίζουμε και κάποια πράγματα για την ιστορία της Πάτμου. - Πόσο πιθανό είναι να έχουμε στο σπίτι μας μία τηλεκάρτα αξίας χωρίς να το γνωρίζουμε; Καθημερινά έρχονται στο κατάστημά μου πολλοί άνθρωποι. Οι περισσότεροι βρίσκουν πράγματα ξεχασμένα, πεταμένα ή οτιδήποτε άλλο. Όλοι αυτοί έρχονται με την προσδοκία ότι θα εισπράξουν πολλά χρήματα. Δυστυχώς οι 99 στους 100 επισκέπτες έχουν βρει «σκουπίδια». Κάποιες τηλεκάρτες άνευ σημασίας με αξία 1 λεπτό, 2 λεπτά... Το ίδιο ισχύει και με τα νομίσματα. Έρχονται κάποιοι και με ρωτάνε: «Πόσο κάνουν αυτά; Είναι ακριβά; Μα είδαμε στο ίντερνετ ότι πωλούνται πανάκριβα». Ο καθένας μπαίνει στο ίντερνετ και προτείνει για το οτιδήποτε μία αστρονομική κοστολόγηση. Στην πραγματικότητα όμως είναι πολύ δύσκολο να βρούμε κάτι, το οποίο να αξίζει πραγματικά, χωρίς βέβαι να αποκλείεται. Συνήθως αυτά που βρίσκουμε τζάμπα, είναι και... τζάμπα. Τα καλά πράγματα προέρχονται κυρίως από συλλογές, δημοπρασίες ή πρόκειται για συλλογές που περνάνε από γενιά σε γενιά. - Έχει έρθει κάποιος να σας πει ότι «εγώ είμαι από τα Μετέωρα» και τότε που είχε βγει αυτή η τηλεκάρτα είχα πάρει δύο -τρεις και τις κράτησα κλειστές; Σαφώς υπάρχουν τέτοια παραδείγματα. Πρέπει να σας πω όμως ότι το ζευγάρι «Πάτμος – Μετέωρα» δεν πουλήθηκε ποτέ στην ονομαστική του αξία. Απευθυνόταν μόνο σε εγγεγραμμένους συλλέκτες και όταν βγήκαν προς πώληση ήταν ήδη ακριβές αυτές οι κάρτες. - Άρα δεν θα την έβρισκε κανείς στο περίπτερο; Όχι. Την Πάτμο όχι... Το ίδιο ισχύει άλλωστε και για τα γραμματόσημα ή τα νομίσματα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχουν έρθει άνθρωποι που έχουν βρει πράγματα, και έχουν συλλεκτική αξία. Έχει τύχει να μου φέρει κάποιος προπολεμικά χαρτονομίσματα που βρήκε, μεγάλης αξίας. Αυτά ήταν κρυμμένα σε ένα μπαούλο του παππού. - Οι τηλεκάρτες πεντακοσίων ή χιλίων μονάδων που είχαν κυκλοφορήσει, είχαν κι εκείνες συλλεκτική αξία; Βεβαίως και είχαν. Έχουν ακόμα δηλαδή. Αυτές είναι καλύτερες από τις άλλες γιατί έχουν μεγαλύτερη ονομαστική αξία. Ειδικά αν κάποιος τις έχει κρατήσει κλειστές. Γιατί το να κρατήσει κάποιος μία κάρτα χιλίων μονάδων χωρίς να τη χρησιμοποιήσει ήταν αρκετά δύσκολο. Δεν μπορούσε να αποταμιεύσει κανείς μια κάρτα χιλίων μονάδων, τόσο εύκολα όσο μία των εκατό. - Αυτές είχαν και μικρότερο τιράζ από τις τηλεκάρτες των 100 μονάδων. Έτσι δεν είναι; Ναι έτσι είναι. Αρνητικό βέβαια για τους συλλέκτες είναι το γεγονός ότι ο ΟΤΕ εμπορευματοποίησε κατά πολύ την έκδοση τηλεκαρτών. Αρκετοί συλλέκτες μάλιστα, δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν όλο το εύρος των συλλογών που εκδίδονται κατά καιρούς. Δεν μπορεί για παράδειγμα σε ένα μήνα να κυκλοφορούν δέκα διαφορετικές τηλεκάρτες, τη στιγμή που παλαιότερα κυκλοφορούσε μία ή δύο το μήνα. Αφιερωμένο στον καλό φίλο @Valtasar, που μου εκμυστηρεύτηκε την παλιά του αγάπη για τις τηλεκάρτες. ΠΗΓΗ
  18. Καλώς όρισες κι εσύ στην παρέα μας, φίλε @johndough . Εύχομαι καλή διαμονή.
  19. Αλλάζω λίγο το θέμα, για να αναφέρω μία σχεδιαστική λεπτομέρεια, η οποία δεν ξέρω αν έχει ειπωθεί ξανά. Διάβαζα πρόσφατα τον τόμο του Captain Britain και σε ένα πλούσιο, σχεδιαστικά, καρέ, εντόπισα την φιγούρα δύο "συμπατριωτών" του πρωταγωνιστή. Ο λόγος για τον θρυλικό Danger Mouse και τον πιστό βοηθό του, Penfold, δύο χαρακτήρες, βγαλμένοι από cartoon της δεκαετίας του '80. Πολύ έξυπνο!
  20. @mr-d Καλό το αυτοκίνητο, αλλά σου έχει βγάλει σκουριά. Να το προσέξεις. Πέρα από την πλάκα, είναι πανέμορφο και με μεγάλη προσοχή στην λεπτομέρεια!
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.