Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'polaris'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 23 results

  1. Πολυθεματικό περιοδικό των εκδόσεων Polaris σε αρχισυνταξία Γιώργου Γούση. Όπως λέει στο editorial του πρώτου τεύχους, έχει παπούδες Κλασσικά Εικονογραφημένα, Μικρό Ήρωα και Μίκυ Μάους, γονείς και θείους Κολούμπρα, Μαμούθ, Βαβέλ και Παρα Πέντε, μεγάλα ξαδέρφια 9 και mov και πλήθος άλλων μακρινών συγγενών. Πνευματικό παιδί του κομίστα Γούση και του λογοτέχνη Παπαμάρκου υπό τη στέγη των εκδόσεων Polaris. Φιλοξενεί (στο πρώτο τεύχος έστω) ιστορίες Ελλήνων δημιουργών και μερικά άρθρα. Συζήτηση για την είδηση της επικείμενης κυκλοφορίας του εδώ. Καλοτάξιδο Περιεχόμενα 1ου τεύχους Εξώφυλλο : PanPan σελίδα 2 : μονοσέλιδο κόμικ "Ο Θάνατος" του Αντώνη Βαβαγιάννη 3 : editorial 4-5 : στήλη ειδήσεων "Στη τροχιά των κόμικ" του Σπύρου Γιαννακόπουλου 5 : μονόστηλο επιλογών "Top 5 Comics" του Πέτρου Ζερβού 6-9 : κόμικ "Καρμανιόλα" σεν. Γλυκερία Πατραμάνη, σχ. Γιώργος Φαραζης 10-25 : κόμικ "Παραλογή" Πέτρος Ζερβός βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Δημοσθένη Παπαμάρκου από το Γκιακ 16-29 : συνέντευξη του σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη στον Γιάννη Ράγκο με εικονογράφηση Αχιλλέα Χρηστίδη 30-34 : κόμικ "Ντετέκτιβ Φιλ Πωτ" του Γιώργου Γούση, βασισμένη στον ομώνυμο χαρακτήρα κόμικ του Μητσομπόνου 35 : μονοσέλιδο κόμικ "Diet Orchestra" του Τάσου Ζαφειριάδη 36-43 : κόμικ σε συνέχεια "Γυμνά οστά" των Μιχάλη Διαλυνά και Δημοσθένη Παπαμάρκου 44-49 : διήγημα "Το παιχνίδι των κατόπτρων" της Ιωάννας Μπουραζοπούλου σε εικονογράφηση Δημήτρη Καμμένου 50-53 : κόμικ "Ο Επιδιορθωτής" του Παναγιώτη Μητσομπόνου. 54-55 : κόμικ "Σήμερα είμαι ένα μικρό παιδί" σεν. Ειρήνη Λουτα, σχ. Aniro 56-57 : κόμικ "Ο Πολυμήχανος" του Πανάγου Γερακάκη 58-61 : κόμικ "3,04" των Στέλλα Στεργίου και Νίκου Κιχεμ 62-63 : συνέντευξη του δημιουργού graffiti WD (Wild Drawing) στον Αλέξανδρο Σιμόπουλο 64-65 : κόμικ "Στο παγκάκι στη γωνία" του Ευάγγελου Ανδρουτσόπουλου 66 : μονοσέλιδο κόμικ " Τελευταία σελίδα" του Κλήμη Κεραμιτσόπουλου Ευχαριστούμε για τα υπόλοιπα εξώφυλλα τους Indian, albertus magnus, kabuki & GeoTrou.
  2. Αδελφοί Ρετζαίοι: Η ζωή και ο θάνατος των τελευταίων λήσταρχων των ελληνικών βουνών Ένα κόμιξ σαν βαλκανικό γουέστερν- και η πραγματική ιστορία πίσω από αυτό. Ήπειρος, 1909, λίγα χρόνια πριν την απελευθέρωση και την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος- στο Ανώγι, ένα απομονωμένο, ορεινό χωριό, ζωοκλέφτες δολοφονούν έναν κτηνοτρόφο συντοπίτη τους όταν αυτός τους κατήγγειλε στις οθωμανικές αρχές. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1916 οι δύο γιοι του, ο Γιάννης και ο Θύμιος Ρέντζος σκοτώνουν τους φονιάδες του πατέρα τους και περνάνε στην παρανομία. Το κίνητρο της εκδίκησης λειτούργησε σαν θρυαλλίδα μιας καταιγιστικής ιστορίας: για την επόμενη 20ετία τα δύο αδέρφια, οι λήσταρχοι Ρεντζαίοι, οι «βασιλείς της Ηπείρου» όπως πολλοί τους αποκαλούσαν, αιματοκύλισαν την ευρύτερη περιοχή. Φόνοι, ληστείες, απαγωγές: 80 νεκροί και εκατομμύρια δραχμές η λεία των δύο αδερφών και της συμμορίας τους. Οι ληστές είναι αδίστακτοι- το 1925 ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος δελεάζει με αμνηστία όποιον παράνομο παραδοθεί, ‘προσκομίζοντας’ στις Αρχές ως ‘πεσκέσι’ της μεταμέλειάς του το κεφάλι ενός άλλου ληστή: οι Ρεντζαίοι εκτελούν εν ψυχρώ δύο συντρόφους τους και τους αποκεφαλίζουν. Το επίσημο κράτος όχι μόνο τους συγχωρεί αλλά και τους εγκολπώνει και αποπειράται να τους χρησιμοποιήσει- οι πρώην ληστές καθοδηγούν αποσπάσματα της χωροφυλακής στην καταδίωξη άλλων παρανόμων που δρουν στα ηπειρώτικα βουνά. Οι Ρεντζαίοι, επιχειρηματίες και στον κατασκευαστικό τομέα πλέον, ζούνε σε αρχοντικό μέσα στα Γιάννενα και συναναστρέφονται την ‘καλή κοινωνία’ της πόλης. Το 1926 όμως πραγματοποιούν τη ληστεία της Πέτρας, την πιο πολύνεκρη ληστεία στα ελληνικά χρονικά: στη διαδρομή από Πρέβεζα προς Γιάννενα ‘χτυπάνε’ μια χρηματαποστολή της Εθνικής Τράπεζας. Φράζουν το δρόμο με κορμούς δέντρων και έφιπποι γαζώνουν το αυτοκίνητο. Ο απολογισμός της γκαγκστερικής ενέδρας: 8 νεκροί και 15 εκατομμύρια δραχμές... Οι Ρεντζαίοι διαφεύγουν στα Βαλκάνια και λίγα χρόνια αργότερα συλλαμβάνονται στη Βουλγαρία- εκτελούνται το πρωί της 5ης Μαρτίου του 1930 στην τάφρο του φρουρίου της Κέρκυρας. Η ζωή και η δράση τους, σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό, συναρμολογεί ένα ελληνικό γουέστερν που κάνει τον διάσημο Νταβέλη να φαντάζει ‘σχολιαρόπαιδο’: ο δημιουργός κόμιξ Γιώργος Γούσης και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας (true crime stories) Γιάννης Ράγκος, μετά τον ‘Ερωτόκριτο’ συνεργάζονται ξανά και ορμώμενοι από την πραγματική ιστορία των Ρεντζαίων, κατασκευάζουν ένα φιλμ νουάρ με μολύβι σε χαρτί. Τα δυο πρώτα επεισόδια αυτής της hard copy κινηματογραφικής ταινίας έχουν κυκλοφορήσει στα τεύχη 6 και 7 του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» (εκδόσεις Polaris). Και όταν η σειρά τελειώσει, θα ‘δεθεί’ και θα κυκλοφορήσει σε ένα συναρπαστικό, ογκώδες graphic novel των 200 σελίδων. «Δεν μεταφέρουμε στο κόμιξ επακριβώς την ιστορία των Ρεντζαίων», λέει ο Γιάννης Ράγκος. «Για αυτό και ονομάζουμε τους κεντρικούς μας χαρακτήρες Γιάννη και Θύμιο Ντόβα. Κρατάμε τον καμβά των βασικών γεγονότων, αλλά υπάρχει και η μυθοπλασία. Πολλά κομμάτια της ζωής των Ρεντζαίων δεν τα ξέρουμε καν- κι επίσης, το πρωτογενές υλικό δεν είναι πάντα αξιοποιήσιμο ή ενδιαφέρον». -Μια εμμονή με την ιστορική ακρίβεια μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος του έργου; (Γούσης) Πολλές φορές ο δημιουργός μένει τόσο πιστός στα πραγματικά γεγονότα που τελικά η ιστορία καταντάει βαρετή. Εμείς εμπνεόμαστε από την πραγματική ιστορία των Ρεντζαίων, δεν πειθαναγκαζόμαστε να την αναπαράγουμε εντελώς πιστά. (Ράγκος) Είναι διαφορετικό το εμπνευσμένο (inspired by) από το βασισμένο (based on)- το δεύτερο είναι πιο κοντά στο πραγματικό γεγονός. -Να μιλήσουμε για τον πυρήνα της ιστορίας; (Γούσης) Είναι η ζωή και ο θάνατος δύο ληστών, που είναι και αδέρφια. Ουσιαστικά είναι μια σάγκα που εξιστορεί όλη τους τη ζωή, από παιδιά, το 1909, όταν συμβαίνει το περιστατικό της ζωοκλοπής και του θανάτου του πατέρα, και τελειώνει με το θάνατό τους. Το τέλος τους γίνεται σαφές από την πρώτη σκηνή- έτσι ξεκινάει το βιβλίο, με τις τελευταίες ώρες πριν την εκτέλεσή τους. «Θα έχει 4 κεφάλαια το βιβλίο, των 50 περίπου σελίδων το καθένα», λέει ο Γ. Γούσης. «Στο πρώτο κεφάλαιο βλέπουμε πως έγιναν ληστές, το δεύτερο είναι η δράση τους στο βουνό, έως και τη νομιμοποίησή τους (παίρνουν αμνηστία κάποια στιγμή), το τρίτο είναι η δράση τους ως νόμιμοι, αμνηστευμένοι, επιχειρηματίες αλλά και διώκτες ληστών...» Λειτούργησαν δηλαδή όχι μόνο σαν «κλέφτες» αλλά και σαν «αρματολοί» (με την οθωμανική χρήση του όρου) οι Ρετζαίοι... (Ράγκος) Ναι, μπήκαν στην υπηρεσία του κράτους και κυνηγούσαν τους μέχρι πρότινος συντρόφους τους. -Ως παρακρατικοί; (Ράγκος) Όχι, επισήμως. Ως χωροφύλακες. Πως σήμερα το FBI χρησιμοποιεί έναν χάκερ; Ήταν άνθρωποι που είχαν το know how και οδηγούσαν τα αποσπάσματα της χωροφύλακης στην καταδίωξη άλλων ληστών. (Γούσης) Είχαν μισθό και όπλα από τη χωροφυλακή. Μόνο στολή δε γνωρίζω αν φορούσαν. «Το τρίτο μέρος τελειώνει με το αν θα γίνει ή όχι η μεγάλη ληστεία που διοργανώνουνε (Ληστεία της Πέτρας). Το τέταρτο κεφάλαιο ξεκινάει με τη ληστεία και αναπτύσσει όλη τους τη δράση μέχρι τη σύλληψή τους. Η φυγή στα Βαλκάνια, στην Αλβανία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία μετά». (Ράγκος) Εκεί συλλαμβάνονται, εκδίδονται στην Ελλάδα, δικάζονται, καταδικάζονται και εκτελούνται. Το φαινόμενο της ληστοκρατίας ξεκίνησε αμέσως μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους- οι Ρεντζαίοι ήταν οι τελευταίοι «ληστές των ορέων». -Ο Παλαιοκώστας σήμερα; Μερικοί τον θεωρούν «ληστή του βουνού». (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι ενσάρκωναν τον νόμο στο βουνό- ο Παλαιοκώστας δεν ασκεί νόμο, κρύβεται στο βουνό. «Οι πρώτοι ληστές τις δεκαετίες του 1830, 1840 είναι πρώην κλεφταρματολοί που δεν ενσωματώνονται, ούτε ως στρατιωτικοί ή αστυνομικοί, στους θεσμούς του νεοσύστατου κράτους», λέει ο Γιάννης Ράγκος. «Αισθάνονται προδομένοι, ανεβαίνουν πάλι στα βουνά και γίνονται παράνομοι. Αυτό το φαινόμενο κράτησε περίπου 100 χρόνια. Οι Ρεντζαίοι είναι οι τελευταίοι και με την εκτέλεσή τους ουσιαστικά τελειώνει και όλη αυτή η περίοδος. Είναι ένα φαινόμενο γενικευμένο που δεν αφορά μονο την Ελλάδα- υπάρχει μια καταπληκτική μελέτη του Χοπςμπάουμ (Οι Ληστές), που την χρησιμοποιήσαμε ως μελέτη τεκμηρίωσης και αναφέρεται σε όλα τα παρόμοια φαινόμενα και παραδείγματα, από τον Ρομπέν των Δασών έως τη Νότια Αμερική και τα Βαλκάνια, ενώ αναφέρεται και στην Ελλάδα». «Η ληστεία είναι το αποτέλεσμα της σύγκρουσης του προ- νεωτερικού και του νεωτερικού κράτους», συνεχίζει ο Γ. Ράγκος. «Αναπτύσσεται κυρίως στα βουνά, σε απομονωμένες περιοχές και προ- νεωτερικές κοινωνίες. Η νεωτερική μορφή της εξουσίας, θεσμοί όπως το κράτος, η αστυνομία, η δικαιοσύνη, συγκρούονται μαζί της. Σταδιακά οι περιοχές αυτές ξεφεύγουν από την απομόνωση, με την τεχνολογική πρόοδο, τα έργα υποδομής- τότε η ληστεία ξεκινά να φθίνει και σιγά σιγά χάνεται. Γιατί χάνεται και το πεδίο επί του οποίου δημιουργήθηκε». -Είχε και κοινωνική αποδοχή η ληστεία συχνά. (Ράγκος) Ο Πάντσο Βίλα, ο ηγέτης της επανάστασης στο Μεξικό το 1910, ληστής ήταν. Οι Ρεντζαίοι δεν ήταν κοινωνικοί ληστές όμως, δεν έγιναν ληστές εξαιτίας κάποιου κοινωνικού οράματος, τύπου Salvatore Giuliano (1922- 1950), ούτε Ρομπέν των Δασών- δεν έκλεβαν από τους πλούσιους για να τα δώσουν στους φτωχούς. Η δράση που ανέπτυξαν ήταν καθαρά ποινική- δεν είχε καμία κοινωνική προέκταση. Εκτελούσαν συμβόλαια ως πληρωμένοι δολοφόνοι, έκαναν ληστείες και απαγωγές εκβιάζοντας για λύτρα. (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι ήταν ληστές- εκδικητές. Πήραν εκδίκηση για τη δολοφονία του πατέρα τους και επειδή το αίμα φέρνει κι άλλο αίμα, για να γλιτώσουν το κυνήγι της αστυνομίας και του αντίπαλου σογιού, έγιναν παράνομοι. Χωρικοί τους μίσθωναν για να τους κάνουν τις βρώμικες δουλειές, κυρίως πράξεις εκδίκησης. «Πάρε δυο λίρες και σκότωσε αυτόν». Και σε εκλογές είχαν κάνει τραμπουκισμούς, ακόμα και δολοφονίες υπέρ υποψηφίων. -Στη ληστεία της Πέτρας η λεία ήταν πολύ μεγαλύτερη από δύο λίρες... Και σαν γεγονός η βιαιότητά του μου φέρνει στο νου την παλιά ατάκα «Σικάγο γίναμε».. (Γούσης): Δεκαπέντε εκατομμύρια δραχμές ήταν η λεία, αστρονομικό ποσό τότε. Οι Ρεντζαίοι την ίδια εποχή, ως νόμιμοι επιχειρηματίες, προσπαθούσαν να κλείσουν μια συμφωνία και να αναλάβουν την εργολαβία για τις προσφυγικές κατοικίες των Ιωαννίνων. Είμαστε στο 1926, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Και θέλανε να πάρουν την εργολαβία με λάδωμα, όπως γίνεται και σήμερα. Τα κέρδη τους, αν έκτιζαν ένα ολόκληρο χωριό, θα ήταν δύο εκατομμύρια δραχμές στους επόμενους έξι μήνες. Με την ληστεία της Πέτρας έβγαλαν δεκαπέντε σε μία μέρα... Ήταν ένα ποσό τεράστιο και σε όγκο- μετά τη ληστεία το έθαψαν και όταν πήγαν να πάρουν τα χρήματά τους βρήκαν μόνο τα μισά. (Ράγκος) Οι Ρεντζαίοι εισάγουν έναν καινούργιο τότε τρόπο δράσης, εφαρμόζωντας πρακτικές του οργανωμένου εγκλήματος. Παραδείγματος χάριν, το 1925 γίνεται η δικτατορία του Πάγκαλου- αυτός για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της ληστείας βγάζει ένα διάταγμα με το οποίο αμνηστεύονται οι ληστές που θα φέρουν στις Αρχές το κεφάλι ενός άλλου ληστή. Οι Ρεντζαίοι εκμεταλλεύονται αυτό το διάταγμα και σκοτώνουν συντρόφους τους, μέλη της συμμορίας τους. (Γούσης) Έχει ενδιαφέρον ότι τους Ρεντζαίους συμβουλεύει να προβούν σε αυτή την πράξη ένας τρίτος χαρακτήρας, οικονομικός παράγοντας στα Γιάννενα και άνθρωπος που κινεί τα νήματα στην τοπική κοινωνία. Αυτός λειτουργεί ως εγκέφαλος της συμμορίας, ως νόμιμη «προέκταση» της δράσης των Ρεντζαίων. Και ενώ τα δυο αδέλφια αρχίζουν να καταστρώνουν σχέδια για το πως θα κυνηγήσουν ληστές αντίπαλων συμμοριών, αυτός τους προτείνει να σκοτώσουν δικούς τους συντρόφους, μέλη της συμμορίας τους. Γιατί να ψάξουν άλλους; Κι αυτοί ληστές είναι και μάλιστα πολύ πιο εύκολοι στόχοι. Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται το στυγνά καπιταλιστικό, ωφελιμιστικό κίνητρο της δράσης. (Ράγκος) Κολοβός ήταν το όνομα του επιχειρηματία, υπαρκτό πρόσωπο. Παντρεύει την κόρη του με τον Γιάννη και πλέον οι ληστές ζούνε σε κεντρικό μέγαρο των Ιωαννίνων. Στο γάμο του Γιάννη και της Χαρίκλειας παραβρέθηκε όλη η αφρόκρεμα της γιαννιώτικης κοινωνίας, ο νομάρχης, ο αρχηγός της αστυνομίας. Όπως στο «Νονό», που στο γάμο της κόρης του- η σκηνή που ξεκινά η ταινία- γερουσιαστές είναι προσκεκλημένοι... «Πρόβαλέ το όλο αυτό στο σήμερα: ο πρώην μαφιόζος που ξαφνικά είναι μέλος της κοσμικής κοινωνίας. Ξεπλένει χρήμα- και ξεπλένεται και ο ίδιος». -Υπάρχουν λοιπόν εμφανείς αναλογίες με την εποχή μας; (Ράγκος) Εντελώς. Η ιστορία μπορεί να ειδωθεί και ως ένα κοινωνικοπολιτικό σχόλιο για την Ελλάδα της εποχής, που μοιάζει με την Ελλάδα που διαμορφώνεται και σήμερα. Απεικονίζει και την σύγχρονη μορφή του οργανωμένου εγκλήματος- ο πρώην μαφιόζος που νομιμοποιεί έσοδα από παράνομες δραστηριότητες αγοράζοντας ΜΜΕ για παράδειγμα. Με έναν επιχειρηματία, συνήθως στα όρια της νομιμότητας, όπως οι Ρεντζαίοι είχαν τον Κολοβό, ως σύμβουλο αλλά και βιτρίνα. Επίσης με ένα πολυεπίπεδο δίκτυο συνεργατών που εξαπλώνεται μέχρι την αστυνομία. «Οι Ρεντζαίοι από τη στιγμή που αμνηστεύθηκαν, έγιναν διώκτες των ληστών και ευυπόληπτοι επιχειρηματίες. Κάνουν δουλειές με τα υπουργεία αφού χώνουν χρήμα στα κατάλληλα πρόσωπα. Ξεπλύθηκαν πλήρως μέσα από επιχειρήσεις βιτρίνα- και θα είχαν παραμείνει ξεπλυμένοι, αν έναν χρόνο μετά, το 1926, δεν αποφάσιζαν να κάνουν τη ληστεία της Πέτρας. Αυτή η ενέργεια τους ξαναπερνάει στην παρανομία». -Δεν προξενεί έκπληξη η αποδοχή που είχαν οι Ρεντζαίοι από τις τοπικές κοινότητες; (Γούσης): Καμία έκπληξη. (Ράγκος) Οι μισοί τους αποδέχτηκαν από φόβο και οι μισοί γιατί είχαν να ωφεληθούν. Θα εργάζονταν σε δουλειές τους, θα τα είχαν καλά με την εξουσία- με την όποια εξουσία, ακόμα και με αυτή των Ρεντζαίων. -Και όταν μετά την αμνήστευσή τους μπήκαν στα Γιάννενα τους υποδέχτηκε πλήθος κόσμου... (Ράγκος) Ναι. Υπήρξαν βέβαια δημοσιογράφοι του τοπικού Τύπου που τους κοντράριζαν και είχαν δεχτεί απειλές. Γιατί είχαν αποκαλύψει ότι οι Ρεντζαίοι ήταν πίσω από τη ληστεία της Πέτρας. (Γούσης) Οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τους Ρεντζαίους και σαν θέαμα, σαν άγρια λιοντάρια που έρχονταν στην πόλη τους. Κάποιοι μπορεί και να τους συμπαθούσαν ή να προσδοκούσαν κάποιο όφελος- πολλοί όμως είχαν απλώς τη λογική του «ζωολογικού κήπου». Μετά τη σύλληψή τους, όταν τους μετέφεραν με το τρένο από τη Βουλγαρία, σε κάθε σταθμό σε κάθε σταθμό υπήρχε κόσμος που προσπαθούσε να τους δει από τα παράθυρα. Ως θέαμα. -Νομίζω δεν είναι σύνηθες στη ληστρική αφηγηματική παράδοση να είναι δύο οι κεντρικοί χαρακτήρες, πόσω μάλλον αδέρφια μεταξύ τους. (Γούσης) Ναι, συνήθως είναι ένας, ο αρχηγός και η συμμορία του. Εδώ είναι δύο και αυτό είναι ταυτόχρονα η δυναμή τους αλλά και η αχίλλειος πτέρνα τους. Αν χτυπούσες τον ένα, αμέσως και ο άλλος βρισκόταν σε δυσχερή, ευάλωτη θέση. Γιατί είχε πάντα στον νου του τον αδερφό του. Υπάρχει μια σκηνή- δεν θυμάμαι αν είναι πραγματική ή την επινοήσαμε- όπου χρησιμοποιούν τον Γιάννη ως συλληφθέντα για να παγιδεύσουν και τον Θύμιο. Γίνεται μια συμπλοκή, ο Θύμιος μπορεί να ξεφύγει αλλά παραδίνεται κι αυτός γιατί ο αδερφός του δεν μπορεί να τον ακολουθήσει. Ή και οι δύο ελεύθεροι, ή κανένας. (Ράγκος) Μεταξύ τους υπάρχει μια σχέση συνεχών συγκλίσεων και αποκλίσεων. Ενώ ξεκινάνε απόλυτα ενωμένοι- άλλωστε τους καθαγιάζει και το αίμα του πατέρα τους που μαζί εκδικήθηκαν- όταν βρίσκονται στην πόλη συντελείται η πρώτη μεγάλη μεταξύ τους ρωγμή. Γιατί ο μεγάλος αδερφός ενσωματώνεται πλήρως, θέλγεται από τον αστικό, νεωτερικό τρόπο ζωής και τα πλούτη, ενώ ο μικρός είναι ‘κολλημένος’ στο βουνό. Όχι από κάποια παραδοσιοπληξία- η φύση του είναι έτσι, ιδιοσυγκρασιακά είναι εκεί. Η ψυχή του έχει μείνει στο βουνό. -Ήταν καθάρματα οι Ρεντζαίοι; Ή οι ήρωες της δικής σας ιστορίας. (Γούσης) Υπάρχει μια αντίφαση που μας ενδιέφερε πολύ να διερευνήσουμε. Τα δύο αδέλφια είχαν μεταξύ τους μια σχέση απόλυτα ηθική, σχεδόν χριστιανική, τη σχέση που μακάρι να είχαμε όλοι οι άνθρωποι μεταξύ μας- αλλά ήταν οι δυο τους ενάντια σε όλη την κοινωνία. Το έγκλημα έγινε η δουλειά τους και από ένα σημείο και μετά ενσωματώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως ‘muscle’ από την αστική, καπιταλιστική τάξη- που δεν υπολόγισε όμως ότι αυτοί οι δύο τύποι μπορούσαν να είναι κάτι πολύ παραπάνω από απλοί εκτελεστές. Ξέφυγαν από τον έλεγχό της- και για αυτό τελικά καρατομήθηκαν. (Ράγκος) Πώς να εξετάσεις ηθικολογικά τη στάση ενός επαγγελματία δολοφόνου; Επειδή προέρχομαι και από τον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας, αυτό που εμένα ενδιαφέρει δεν είναι να δικαιολογήσω ή να καταδικάσω τις πράξεις των ανθρώπων, αλλά να τις ερμηνεύσω- με τα εργαλεία βέβαια της τέχνης, δεν είμαι ψυχαναλυτής. -Εντρυφώντας στην ιστορία τους, εντοπίσατε ανθρώπινα χαρακτηριστικά που μπορεί να είναι και γοητευτικά ή κατά κάποιον τρόπο εκτιμητέα; (Γούσης) Είναι οι ήρωες μας στο βιβλίο- προσπαθούμε να ταυτιστούμε μαζί τους, όχι για να πάρουμε θέση ή να τους κρίνουμε αλλά για να καταλάβουμε πως μπορεί να ήταν πραγματικά το κάθε γεγονός, η κάθε σκηνή - και να την αποδώσουμε ανάλογα. Δε γίνεται να μην προσπαθήσεις να μπεις στο μυαλό τους. (Ράγκος) Κατά τη γνώμη μου αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν natural born killers- αν δεν είχε δολοφονηθεί ο πατέρας τους, αν δεν ζούσαν εκείνη την εποχή, πιθανόν να μην είχαν γίνει ποτέ εγκληματίες. Οι Ρεντζαίοι (και οι Ντοβαίοι στο κόμιξ) είναι δημιουργήματα του ιστορικού χρόνου και του κοινωνικού σημείου, του χώρου όπου λειτουργούν. Άνθρωποι του ίδιου ‘πυρήνα’ σε άλλο χρόνο και χώρο μπορεί να ακολουθούσαν διαφορετική πορεία. -Δεν ήταν οι καλοκάγαθοι χωρικοί πάντως... (Ράγκος) Όχι, δεν ήταν. Τα εγκλήματά τους είχαν και ένταση και ψυχρότητα και κυνισμό. Ούτε σκοτώναν εξ’ ανάγκης. Ψυχαναλυτικά μπορούμε μάλλον να ανιχνεύσουμε μια ατελή συγκρότηση προσωπικότητας- και σίγουρα μια ‘ευκολία’ προς τη βία. Βέβαια η σχέση του ανθρώπου τότε με την έννοια του θανάτου, ειδικά σε απομονωμένες περιοχές, δεν ήταν η σχέση δέους που καταλαμβάνει τον σύγχρονο αστό... Η αφαίρεση λοιπόν μιας ζωής, για τον ηθικό κώδικα αυτών των περιοχών δεν ήταν τόσο αποκρουστική, αν στο μυαλό των ανθρώπων νομιμοποιείτο έναντι μιας ηθικής επιταγής, όπως η εκδίκηση. -Ποια στοιχεία της ιστορίας και των χαρακτήρων σας ιντρίγκαραν περισσότερο; (Ράγκος) Η ιστορία των Ρεντζαίων έχει στοιχεία νουάρ και βαλκανικού, ελληνικού γουέστερν- και διαρθρώνεται σε τρία επίπεδα: το action, αλλά και το κοινωνικοπολιτικό και το ψυχαναλυτικό. Είναι μια huge ιστορία με χαρακτήρες larger than life- και αναφέρεται σε μια εποχή που στην Ελλάδα ελάχιστα την έχουμε οπτικοποιήσει. Ο Αγγελόπουλος και ο Παπαστάθης είναι από τους ελάχιστους που έχουν αναφερθεί στην ληστοκρατία- δεν αναφέρομαι σε χαζοταινίες με φουστανέλες. Επομένως είναι και ένα πεδίο που δεν έχει ερευνηθεί- θέλουμε να το προσπαθήσουμε, να δούμε τι είναι αυτό που πυροδοτεί τις τόσο αιματηρές, τόσο ακραίες πράξεις αυτών των ανθρώπων. «Κυρίως οι άνθρωποι με τραγικό σου δίνουν τροφή μυθοπλαστική και υλικό προς διερεύνηση. Όπως έλεγε και ο Τολστόι (αν θυμάμαι καλά τη φράση του) : ‘Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν ιστορία- κι αν έχουν, είναι μια ιστορία που δεν ενδιαφέρει κανέναν’. Την καταβύθιση στον ανθρώπινο ψυχισμό σου επιτρέπουν να την κάνεις άνθρωποι που ζούνε οριακά. Πότε μας ενδιαφέρει η Κλυταιμνήστρα; Σίγουρα όχι όσο είναι μια ευτυχισμένη βασίλισσα. Πότε μας ενδιαφέρει ο Οιδίποδας; Όταν μαθαίνουμε ότι έχει σκοτώσει τον πατέρα του και έχει παντρευτεί τη μάνα του. Τότε τον διερευνούμε. -Κορυφώνεται λοιπόν και η ιστορία του κόμικ με κάποια ‘κάθαρση’, όπως της αρχαίας τραγωδίας; (Γούσης) Αν υπάρχει μια κάθαρση είναι η σκηνή (fiction) όπου οι Αρχές υπόσχονται στους συλληφθέντες ληστές πως μπορούν να γλιτώσουν τη θανατική ποινή αν «καρφώσουν»- αν μιλήσουν για όλη τους τη δράση με πρόσωπα και γεγονότα, αν αποκαλύψουν ποιοι τους υποστήριξαν και με ποιους συνεργάζονταν. Ο εισαγγελέας περιμένει από την απολογία τους να αντλήσει στοιχεία για άλλους ληστές- αυτοί όμως γράφουν τον επικήδειό τους κάπως... «Δε θα σας αποκαλύψουμε τίποτα, γιατί ήδη ξέρετε ποιοι είναι συνεργάτες μας- είστε σχεδόν όλοι σας. Πρέπει να μιλήσουμε για όλους, άρα δεν υπάρχει απάντηση. Και σαν άνθρωποι του βουνού θεωρούμε ότι είμαστε πιο κοντά σαν ψυχοσύνθεση με τα άγρια όρνια και τα τσακάλια, παρά με τους ανθρώπους. Και ζητάμε τα πτώματά μας να μην τα θάψετε, πάρα μόνο να τα αφήσετε να γίνουνε τροφή για αυτά τα ζώα». -Θέλω να πούμε δυο κουβέντες και για το σχέδιο του κόμιξ- προσωπικά τα μισά καρέ θα ήθελα να τα έχω σε πόστερ... (Γούσης) Η βασική επιλογή είναι το ασπρόμαυρο- ήθελα να αποδώσω την ατμόσφαιρα της εποχής και το γκρι τοπίο της Ηπείρου. Και τα πρόσωπα των ανθρώπων είναι τραχιά, σαν πέτρινα. Το κόμιξ έχει δράση αλλά δεν είναι εστιασμένο στο action κομμάτι της ιστορίας- είναι πιο ανθρωποκεντρικό, πιο ντοκιμαντερίστικο. Η αφήγηση είναι οριακά ακαδημαϊκή- δεν έχει σουρεαλισμό, ούτε υπερβολές. Προσπαθώ να βάλω σασπένς, αναπάντεχες γωνίες θέασης της ιστορίας αλλά δεν ήθελα να φαίνεται ο σχεδιαστής πάνω απ’ το έργο. -Το κείμενο είναι κι αυτό βαρύ- ‘λιγομίλητο’, ανεπιτήδευτο. (Ράγκος) Δε βάλαμε έντονη τη ντοπιολαλιά, όπως συχνά συμβαίνει, υποτίθεται για λόγους αυθεντικότητας- χρησιμοποιούμε στρωτά ελληνικά με λίγες ιδιαίτερες εκφράσεις. «Στρίψτο κακό θεέ μου» λέει η μάνα των ληστών κάποια στιγμή- μου άρεσε πολύ αυτή η φράση. Μια άλλη κεντρική επιλογή είναι να μην έχουμε λεζάντες, να μην υπάρχει αφηγητής δηλαδή. Και το κόμιξ έχει αρκετές σιωπηλές σκηνές, χωρίς ομιλίες και ανθρώπινους ήχους. Υπάρχουν σκηνές όπου υπονοείται ο ήχος ενός ποταμού, ή του ανέμου- σε άλλες η ένταση είναι άρρητη: μια έντρομη σιωπή και ο άνθρωπος που του έχει κοπεί η ανάσα, -Κεντρικό, διαχρονικό ίσως, απόσταγμα της ιστορίας; (Ράγκος) Το αρχικό κίνητρο της δράσης των ηρώων είναι η εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα τους- αυτό υπάρχει και σήμερα, ξέχωρα της βεντέτας στην Μάνη ή τα Ζωνιανά. Η ανθρώπινη ύπαρξη στον πυρήνα της παραμένει ίδια, χιλιετίες τώρα. Τα τεχνικά μέσα και οι συνθήκες, τα ρούχα ή τα όπλα αλλάζουν, αλλά ο άνθρωπος πάντα θέλει εξουσία, χρήμα, έρωτα. Οι επιθυμίες είναι ίδιες. Ο εξωτερικός φλοιός μπορεί να αλλάζει- η ουσία παραμένει η ίδια. Στη δική μας ιστορία η φουστανέλα, το μουστάκι και η ντοπιολαλιά είναι μόνο ο εξωτερικός φλοιός λοιπόν- με τον Γιώργο προσπαθούμε να βυθιστούμε κάτω από αυτό το ‘περιτύλιγμα’ για να αποδώσουμε την ιστορία αυτών των ανθρώπων όσο πιο διαχρονικά μπορούμε. (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι έκαναν μια τεράστια προσπάθεια αναρρίχησης, αφήνοντας μάλιστα πίσω τους μια παχιά κόκκινη γραμμή από αίμα- όταν φτάσανε στην δική τους κορυφή, πλούσιοι και ‘νομοταγείς’ πολίτες πλέον, αντί να απολαύσουν τη θέα από ψηλά, θυμήθηκαν το εθιστικό συναίσθημα της ανάβασης και βούτηξαν στο κενό. -|.~.|- Πηγή Ευχαριστούμε τον @albertus magnus που το ανακάλυψε και μας το σφύριξε
  3. Το κλασικό ποίημα της κρητικής μεσαιωνικής λογοτεχνίας, του Βιτσέντζου Κορνάρου, διασκευασμένο από τους Παπαμάρκο, Ράγκο και Γούση σε σχέδιο του Γούση. Χωρισμένο σε 5 μέρη, όπως και το αυθεντικό ποίημα στο οποίο υποψιάζομαι πως μένει πιστό. Το σχέδιο δένει πάρα πολύ με το περιεχόμενο αφού βγάζει την λαϊκή ελληνική τέχνη έτσι όπως την ξέρουμε στα έργα του Θεόφιλου κτλ ενώ εκεί που πρέπει αποκτά περισσότερες διαστάσεις με σύγχρονο σχεδιασμό και σκηνοθεσία. Χρωματισμός πάρα πολύ έντονος, δεν είναι κακός σε καμία περίπτωση αλλά θα ήθελα να δω πως θα φαινόταν σε άλλο τόνο. Η έκδοση πάρα πολύ καλή, με αυτάκια, χρυσά ανάγλυφα γράμματα στο εξώφυλλο και μέσα και προσεγμένη στη λεπτομέρεια εσωτερική διακόσμηση και γραφιστική επιμέλεια. Θα έλεγα πως είναι υποδειγματικό. Κυκλοφόρησε σε 2000 αντίτυπα, ενώ είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Δημήτρη Αρμάου.
  4. Τα Μυστικά του Βάλτου- «Αυτό δεν είναι πόλεμος! Είναι δολοφονίες» Τα Μυστικά του Βάλτου, το «παιδικό¨μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα που γράφτηκε το 1937, αποτέλεσε ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής (και εθνικής, με την πολιτική έννοια) λογοτεχνίας. Γραμμένο μετά από μεγάλη έρευνα για τον Μακεδονικό αγώνα, τις ένοπλες συγκρούσεις Ελλήνων και Βουλγάρων ανταρτών για τον μελλοντικό έλεγχο της τουρκοκρατούμενης ακόμα Μακεδονίας (βόρειας και νότιας), το αρχικό κείμενο αποπνέει έναν έντονο αλυτρωτισμό. Η παρουσίαση λεπτομεριών για την διαμάχη στην περιοχή της Μακεδονίας ανάμεσα στους αλλοεθνείς πληθυσμούς που την κατοικούσαν μπορεί να έχει ένα πραγματικό θεμέλιο, όμως επηρεασμένη ξεκάθαρα από το πολιτικό κλίμα της δεκαετίας του 1930, είναι καθαρόαιμα εθνικιστική. Ο αγώνας των ευγενικών, όπως παρουσιάζονται, Ελλήνων απένταντι στους άγριους Βούλγαρους αποτέλεσε την κύρια θεματική. Στο βιβλίο ωστόσο δεν λείπουν και κομμάτια που δεν εντάσσονται στην εθνική ρητορική, όπως η σκληρότητα του πολέμου, οι αγριότητες (και από τις δύο πλευρές), η απογοήτευση και η παραίτηση, χαρακτηριστικά δηλαδή που έχουμε συνηθίσει στις πιο υπαρξιακές πολεμικές αφηγήσεις Πως λοιπόν σήμερα (ή, πιο συγκεκριμένα, 3 χρόνια πριν όταν ξεκίνησαν οι δημιουργοί του κόμικ την διαδικασία δημιουργίας του) μπορείς να ένα κόμικ μιλήσει για (και με) ένα τέτοιο βιβλίο, μια τέτοια ιστορία, όταν ο εθνικισμός έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις και δείχνει (ξανά) το άσχημο πρόσωπο του; Το graphic novel Τα Μυστικά του Βάλτου (Εκδόσεις Polaris) , σε σενάριο του Γιάννη Ράγκου και σκίτσο του Παναγιώτη Πανταζή έρχεται να αναμετρηθεί με αυτό το ερώτημα. Σαν κόμικ, βασισμένο στον αφηγηματικό κορμό της ιστορίας του μικρού Αποστόλη, η οποία δίνεται ως flash back από τον 40αρη πια ηρωα στην ίδια την Πηνελόπη Δέλτα, συνδιαλέγεται άμεσα με το αρχικό κείμενο. Οι περιγραφές, οι χαρακτήρες αλλά και τα γεγονότα παραμένουν, ωστόσο ο Ράγκος προσπαθεί να δίνει πέρα από το εθνικιστικό περίβλημα της ιστορίας. Και πράγματι, μέσα στο κόμικ έχουν στιγμές, όπου η ίδια η Δέλτα φαίνεται να αφήνει την εθνική αφήγηση για τον ηρωισμό πίσω και να αναφέρεται σε δολοφόνιες. αγριότητες και εγκλήματα και από τις δυο μεριές («τα ίδια θα λένε και οι Βούλγαροι για μας, ότι κι εμείς τα ίδια κάνουμε»). Όσο σύντομες και αν είναι αυτές οι στιγμές, δίνουν την δυνατότητα μιας άλλης ανάγνωσης. Επιπλέον, το κόμικ έχει καταφέρει να πάρει μια από τις μεγάλες συγγραφικές προσθήκες της Δέλτα, την ανύψωση του τοπίου στον ρόλο του πρωταγωνιστή. Η περιοχή Βάλτου είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό local. Γίνεται πεδίο, συναισθηματικό, πολιτικό και προσωπικό, στο οποίο ούσιαστικά οι ήρωες συγκρούονται, όχι μόνο με τους αντιπάλους τους αλλά και με τον εαυτό και το παρελθόν τους, τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις τους, το φαντασιακό έθνος τους και την πραγματική φρίκη που περνούν για αυτό. Είναι το καύσιμο στην μηχανή της ιστορίας. Ταυτόχρονα, ο βάλτος είναι και ένα σημείο εκπληκτικής (σχεδιαστικής) ομορφιάς. Το σκίτσο του Παναγιώτη Πανταζή, έντονα επηρεασμένο από την ηθογραφική και λαική ζωγραφική της δεκαετίας του 1930, με ενδεικτικότερο παράδειγμα της τον Θεόφιλο, στο κομμάτι του βάλτου έχει ξεπεράσει πραγματικά τον εαυτό του. Έχοντας έναν φυσικό καμβά, τον οποίο μελέτησε μέσα από φωτογραφίες και έρευνα, αποδίδει όλες τις στιγμές του βάλτου με εκρήξεις έντονα συναισθηματικά φορτισμένου χρώματος, αδρές σκιές και μικρές γραμμές . Από την άλλη τα πρόσωπα των (πολλών και ετερόκλητων) χαρακτήρων (και όχι ηρώων) δίνονται με στόχο όχι τον ρεαλισμό αλλά την σκιαγράφηση του ψυχισμού τους. Πιστός στην τάση ηθογραφίας που υπάρχει τα τελευταία χρόνια στον χώρο των κόμικ, τα Μυστικά του Βάλτου έχουν ως σκοπό να φέρουν στο προσκήνιο όχι μια εθνικιστική αφήγηση, αλλά μια ανθρώπινη ιστορία. Όχι μια κατήχηση, αλλά ένα μυθιστόρημα. Παρ’ όλες τις καλές προθέσεις που μπορεί να έχει όμως μια τέτοια απόπειρα, αναμετράται όχι μόνο με ένα ογκώδες βιβλίο αλλά και μια γραμματεία 80 ετών που πάνω του έχτισε μια ολόκληρη σχολή εθνικής προπαγάνδας. Όσο και αν είναι διαφορετικός ο σκοπός και η μέθοδος ανάγνωσης, είναι αναπόφευκτο να δίνεται πάτημα σε έναν λόγο διαφορετικό από ότι σκοπευόταν. Επιπρόσθετα, σε πιο πρακτικό επίπεδο τα δεκάδες πρόσωπα των χαρακτήρων και οι πολύπλοκες μεταξύ τους σχέσεις κάποιες φορές, όπως είναι λογικό, μπλέκονται τόσο που η προσοχή του αναγνώστη χάνετα μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα. Ακόμα και στην συντομευμένη μορφή του κόμικ των 110 σελίδων, είναι δύσκολο να συγκρατήσεις ποιος έκανε τι ή γιατί… Σε τελική ανάλυση, τα Μυστικά του Βάλτου ως κόμικ μπορεί να μην αφήσει την εντύπωση που άφησε το βιβλίο. Ωστόσο είναι πολύ θετικό που βγήκε, καθως όχι μόνο αποτελεί μια πολύ καλοδουλεμένη έκδοση, αλλά και δείχνει πως ίσως η ευρύτερη σκηνή να είναι έτοιμοι να αναμετρηθεί πραγματικά με τα σκοτεινά, δύσωσμα μυστικά που κρύβει ο βάλτος του Έθνους… Πηγή
  5. The_Sandman

    ΣΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΟΥ

    Μεταφορά του, κλασικού πλέον, μυθιστορήματος της Πηνελόπης Δέλτα. "Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908), η βαλτώδης λίμνη των Γιαννιτσών αποτέλεσε ένα από τα κυριότερα πεδία των σφοδρών ελληνοβουλγαρικών συγκρούσεων στη Μακεδονία, η οποία ήταν τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο κλασικό ιστορικό μυθιστόρημα Στα μυστικά του Bάλτου (1937), η εμβληματική συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας Πηνελόπη Δέλτα αποτυπώνει τα δραματικά γεγονότα της εποχής, συνδυάζοντας έξοχα τη δύναμη του αυθεντικού ιστορικού υλικού με την ένταση της μυθοπλασίας. Η αφήγηση εξελίσσεται γύρω από τη δράση δύο παιδιών, του Αποστόλη και του Γιωβάν, τα οποία βοηθούν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα στις επιχειρήσεις τους κατά των βουλγαρικών σωμάτων, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθεί τον αγώνα που δίνουν ο Τέλλος Άγρας (Σαράντος Αγαπηνός) και ο καπετάν Νικηφόρος (Ιωάννης Δεμέστιχας), εξέχουσες ιστορικές φυσιογνωμίες της περιόδου αυτής. Το αρχετυπικό τοπίο του βάλτου, οι πράξεις ηρωισμού, το αίσθημα φιλοπατρίας, οι στιγμές ανθρωπιάς, αλλά και οι προδοσίες, τα ατομικά δράματα και η αναπόφευκτη σκληρότητα του πολέμου συγκροτούν ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, που οκτώ δεκαετίες μετά την αρχική του κυκλοφορία –και παρά τις σημερινές ιστορικές αντιλήψεις για τα γεγονότα που περιγράφει– διατηρεί ακέραια τη μαγεία του και διαβάζεται με το ίδιο, αμείωτο ενδιαφέρον." Είχα να ασχοληθώ με τη λογοτεχνία της Π.Σ. Δέλτα, από το σχολείο και, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, αν δεν υπήρχε το όνομα του Παν Παν στο εξώφυλλο δεν είχα σκοπό να ασχοληθώ ξανά... (Ένα τεράστιο ευχαριστώ στους φιλολόγους μου για αυτό... ) Όπως και με κάθε δουλειά του Παναγιώτη, δεν μετάνιωσα που το έπιασα στα χέρια μου. Το σχέδιο του (σύμφωνα με το δικό μου γούστο) είναι για άλλη μία φορά πανέμορφο, φαίνεται ότι έχει κάνει μελέτη και στη συνέχεια έχει ρίξει τρελή δουλειά. Δεν έφυγε γρήγορα, δεν περίμενα όμως και να φύγει. Το βασικό του μειονέκτημα είναι η ροή του, που με ζόρισε λίγο. Στα συν η άψογη έκδοση. Στο κομμάτι αυτό, οι εκδόσεις Polaris το έχουν προχωρήσει σε άλλο επίπεδο!
  6. Ένα σκληρό παραμύθι για τον Μακεδονικό Αγώνα Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς «Τα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση των εθνικών μας μύθων γύρω από τον Μακεδονικό Αγώνα. Το βιβλίο σημείωσε τεράστια επιτυχία και εξακολουθεί να διαβάζεται ακόμα. Η πρόσφατη προσαρμογή του σε κόμικς είναι εικαστικά μαγευτική. Η επιλογή, ωστόσο, του συγκεκριμένου βιβλίου για να μεταφερθεί σε κόμικς δημιουργεί ερωτήματα Στο πλαίσιο της εθνικά εγκεκριμένης ιστοριογραφίας, τα «Μυστικά του Βάλτου» (1937) της Πηνελόπης Δέλτα, βιβλίο βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα και αποδοσμένο ως μυθοπλασία, απέκτησαν μια μυθική διάσταση, τονώνοντας κατά καιρούς το πατριωτικό αίσθημα και διαμορφώνοντας τις εθνικές συνειδήσεις των Ελληνοπαίδων. Πάνω, ωστόσο, σε σαθρά θεμέλια, στα βαλτώδη και θολά νερά της κατασκευής ηρωικών εθνικών αφηγήσεων, στον εθνικιστικό βούρκο της δαιμονοποίησης των «αντιπάλων» και της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας για κάποιον «ιερό σκοπό» μια και ο σκοπός «αγιάζει τα μέσα». Τα «Μυστικά» κυκλοφόρησαν το 1937, τρεις δεκαετίες μετά τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται, σε ό,τι δηλαδή έμεινε γνωστό στην Ιστορία ως «Μακεδονικός Αγώνας» (1904-1908). Με κεντρικά πρόσωπα δυο ανήλικα αγόρια, τον Αποστόλη και τον Γιωβάν και θέατρο του δράματος τη Λίμνη των Γιαννιτσών και τις γύρω από αυτήν ελώδεις περιοχές, στο βιβλίο περιγράφεται η δράση των ελληνικών αντάρτικων σωμάτων στις επιχειρήσεις τους κατά των Βούλγαρων Κομιτατζήδων σε μια εποχή που ολόκληρη η Μακεδονία βρισκόταν σε αναβρασμό, με την Οθωμανική Αυτοκρατορία να βρίσκεται στα τελευταία της και τον χάρτη των Βαλκανίων να ανασχεδιάζεται στα γραφεία των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών. Τα όσα αναφέρονται στο βιβλίο αξιοποιήθηκαν καταλλήλως από την πολιτική ηγεσία και την εθνικόφρονα τάση της ιστορικής μελέτης για να εξυμνηθούν τα ανδραγαθήματα των Ελλήνων και να «αποδειχθεί» με έναν ακόμη τρόπο η ελληνικότητα της Μακεδονίας. Αυτό απαιτούσε την επιλεκτική χρήση αποσπασμάτων του, την αποσιώπηση μέρους της πραγματικότητας, την υποβάθμιση κάποιων γεγονότων και την ανάδειξη κάποιων άλλων. Ενδελεχείς, τεκμηριωμένες και εμπεριστατωμένες μελέτες όπως αυτές του Τάσου Κωστόπουλου («Το Μυστικό του Βάλτου», «Εφ.Συν.», 14 Μαΐου 2017) έχουν θέσει τα ιστορικά γεγονότα σε μια πραγματική διάσταση που διαφέρει σημαντικά από την «εθνική υπερηφάνεια» και τις -καταγεγραμμένες στην επίσημη Ιστορία- περιφανείς νίκες εναντίον των «κακών» Βούλγαρων. «Από την άποψη της εθνικής κατήχησης, θα ήταν, γαρ, μάλλον αντιπαραγωγικό να εξηγήσεις στα ελληνόπουλα (αλλά και στους ενήλικους συμπατριώτες μας) πως ο αγώνας στον Βάλτο έληξε νικηφόρα όταν (και επειδή) οι ημέτεροι "ιππότες του σταυρού" έδρασαν ως άτακτη επικουρία των στρατευμάτων του σουλτάνου, ξεκαθαρίζοντας την περιοχή από τους επαναστατημένους ντόπιους χριστιανούς. Γιατί αυτό ακριβώς συνέβη τον Μάιο του 1907: μια κοινή ελληνοτουρκική στρατιωτική επιχείρηση, με την οποία οι φιλοβούλγαροι αντάρτες (κομιτατζήδες) της περιοχής εκτοπίστηκαν από τα κρησφύγετά τους, απαλλάσσοντας προσωρινά τους μπέηδες του κάμπου από τον βραχνά της επαναστατικής τρομοκρατίας. Ως λογοτέχνης, η Δέλτα δεν δεσμευόταν φυσικά από την υποχρέωση ειλικρίνειας του ιστορικού. Την ίδια όμως πολιτική αυτολογοκρισίας και αποσιώπησης έχει ακολουθήσει στο συγκεκριμένο ζήτημα και το μεγαλύτερο μέρος της καθ’ ύλην αρμόδιας, εθνικά ορθής επιστημονικής κοινότητας. Ο χαρακτήρας του Μακεδονικού Αγώνα ως πολύμορφης σύμπραξης οθωμανικού κράτους, μουσουλμάνων μπέηδων και Ελλήνων παραστρατιωτικών για την καταστολή του επαναστατικού κινήματος των σλαβόφωνων αγροτών της Μακεδονίας αποτελεί μέχρι τις μέρες μας ένα από τα μεγαλύτερα ταμπού της εγχώριας ιστοριογραφίας» αναφέρει ο Κωστόπουλος. Φυσικά, όπως η Δέλτα ως λογοτέχνης δεν δεσμευόταν από την υποχρέωση της αντικειμενικότητας και της επιστημονικότητας, έτσι και ακόμη περισσότερο, οι Γιάννης Ράγκος και Παναγιώτης Πανταζής που μετέφεραν «Τα Μυστικά του Βάλτου» σε κόμικς (εκδόσεις Polaris) δεν υπόκεινται σε ανάλογες δεσμεύσεις. Η προσαρμογή ενός σχεδόν κλασικού έργου της ελληνικής λογοτεχνίας σε κόμικς προϋποθέτει και απαιτεί μεγάλους βαθμούς ελευθερίας. Με δεδομένη και αναπόφευκτη τη «συμπίεση» των περισσοτέρων από 600 σελίδων του βιβλίου της Δέλτα σε 110 σελίδες κόμικς, η προσαρμογή πρέπει να γίνει με ιδιαίτερη μαεστρία. Και ο Ράγκος τα καταφέρνει περίφημα. Εχει επιλέξει από το ογκώδες λογοτεχνικό έργο τα κατάλληλα αποσπάσματα που συνθέτουν μια ολοκληρωμένη αφήγηση που έχει την αυταξία της και λειτουργεί ανεξάρτητα από τη γνώση του πρωτοτύπου. Ο Ράγκος, άλλωστε, δημοσιογράφος και συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας («Η Στάση του Εμβρύου», «Μυρίζει Αίμα» κ.ά.) γνωρίζει καλά να περιγράφει γεγονότα με ευσύνοπτο τρόπο και να αποδίδει νοήματα αποτελεσματικά και με λίγα λόγια. Το είχε πράξει πρόσφατα και με τον βραβευμένο «Ερωτόκριτο» σε κόμικς με τη συνεργασία του Δημοσθένη Παπαμάρκου στο σενάριο, σε σχέδια του Γιώργου Γούση. Επικεντρώνεται στα δυο παιδιά – πρωταγωνιστές και τα παρακολουθεί σε αρκετές συγκινησιακά φορτισμένες στιγμές από τη ζωή τους στον βάλτο ενώ σε κατάλληλες δόσεις παρεμβάλλει τους πραγματικούς πρωταγωνιστές των γεγονότων: τον Τέλλο Αγρα (Σαράντος Αγαπηνός) και τον καπετάν Νικηφόρο (Ιωάννης Δεμέστιχας), εξέχουσες φυσιογνωμίες της περιόδου. Αποφεύγοντας, ευτυχώς, να μιμηθεί το εθνικό πάθος της Δέλτα και να εξιδανικεύσει τους χαρακτήρες. Οπως γράφει ο Αθανάσιος Τζ. Φερμίν στο επίμετρο της έκδοσης: «Το μυθιστόρημα της Δέλτα περιγράφει μ’ ενθουσιασμό, επικό ύφος και εθνικό πάθος αυτό τον αγώνα […] Πρόκειται για ένα πολεμικό μυθιστόρημα με συναρπαστική πλοκή, μυστήριο και περιπέτεια αλλά και αναπόφευκτη βία και σκληρότητα όπου οι κεντρικοί ήρωες είναι παιδιά, τα οποία δεν παρακολουθούν απλώς θαυμάζοντας τα κατορθώματα των πολεμιστών αλλά παίρνουν και τα ίδια μέρος στον πόλεμο, αναλαμβάνουν αποστολές, κινδυνεύουν, τραυματίζονται, θυσιάζονται». Ο πατριωτισμός της Πηνελόπης Δέλτα και τα εθνικά κίνητρά της, την οδήγησαν στα «Μυστικά του Βάλτου» με προφανή τον διαπαιδαγωγητικό και διδακτικό στόχο. Τα κίνητρα του Ράγκου δεν είναι τέτοια και αυτό αποδεικνύεται από την επιλογή των σκηνών και των στιγμιοτύπων που μάλλον δεν διαφημίζουν τον πόλεμο ούτε είναι προορισμένα για να νουθετήσουν τα παιδιά και να χαλυβδώσουν το πατριωτικό τους αίσθημα. Από την άλλη, ωστόσο, παραμένει ανεξερεύνητο και το πραγματικό κίνητρο. Γιατί, να επιλέξει, ας πούμε, κάποιος εν έτει 2018 και με ένα θησαυρό ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας διαθέσιμο, να προσαρμόσει σε κόμικς ένα μυθιστόρημα του 1937 που αναφέρεται στον Μακεδονικό Αγώνα; Σίγουρα οι δημιουργοί του δεν είχαν καμιά πρόθεση να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία που έχει φέρει στην επικαιρότητα το θέμα του ονόματος της ΠΓΔΜ, καθώς το βιβλίο τους ετοιμαζόταν επί τρία ολόκληρα χρόνια και μάλλον εναντίον τους λειτουργεί η χρονική σύμπτωση της κυκλοφορίας του με τον διπλωματικό πυρετό των τελευταίων μηνών, με γνώμονα και το κοινό στο οποίο απευθύνονται κατά πλειονότητα τα ελληνικά κόμικς. Η επιλογή, όμως, του συγκεκριμένου βιβλίου της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής του εικοστού αιώνα δεν παύει να προκαλεί ερωτήματα που τις απαντήσεις τους διαθέτουν μόνο οι δημιουργοί και οι εκδότες, σε μια περίοδο που τα ελληνικά κόμικς κατακλύζονται από μια διαρκή «επιστροφή» στην ελληνική λογοτεχνία και στην ελληνοκεντρική θεματολογία. Παρά τα ερωτήματα αυτά όμως, τα «Μυστικά» των Ράγκου - Πανταζή είναι εικαστικά υπέροχα. Ο Πανταζής («Common Comics», «Μαρμελάδα Κεράσι» κ.ά.) είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς των «τριάντα-και-κάτι» Ελλήνων δημιουργών κόμικς που εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία φιλοτεχνεί με συνέπεια, έργα ευαίσθητα, φορτισμένα με συναισθήματα και μουσικές, έργα γλυκά και μελαγχολικά, που εξελίσσονται σε αφιλόξενα αστικά περιβάλλοντα. Στα «Μυστικά», αν και βρέθηκε πολύ μακριά από τις θεματικές συνήθειές του, το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Μελέτησε επί χρόνια το θέμα του, ταξίδεψε στις περιοχές που αποτυπώνονται στα σχέδιά του, έψαξε σε αρχεία, φωτογραφίες, ζωγραφικούς πίνακες. Αλλά δεν αποπειράθηκε να δημιουργήσει μια πιστή αναπαράσταση· θα ήταν αδύνατο και αναίτιο κάτι τέτοιο. Αντίθετα, πειραματίστηκε επιτυχημένα με τα χρώματα, που συχνά αντανακλούν την ένταση ή τη ραθυμία της ιστορίας, ζωγράφισε τον βάλτο υπό πολλές και διαφορετικές συνθήκες, χρίζοντάς τον έναν από τους πρωταγωνιστές και απέδωσε με συμπάθεια τα κάτισχνα πρόσωπα του δράματος που θυμίζουν πορτρέτα του Μοντιλιάνι. Δημιουργώντας έτσι μια εικαστικά άρτια ιστορία που αξίζει να διαβαστεί λόγω της άγριας ομορφιάς της αλλά και λόγω των ερεθισμάτων που προσφέρει για μια πιο αναλυτική έρευνα του αναγνώστη πάνω στα πραγματικά και τεκμηριωμένα γεγονότα του Μακεδονικού Αγώνα πέρα από τα εθνικώς εγκεκριμένα των πρωτοτύπων «Μυστικών του Βάλτου». Πηγή
  7. Τα «Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα μόλις έγιναν graphic novel Μετά τον «Ερωτόκριτο», ο Γιάννης Ράγκος και ο Παναγιώτης Πανταζής συνεργάζονται ξανά και μετατρέπουν σε κόμικ ένα τα πιο δημοφιλή «παιδικά» βιβλία των τελευταίων 80 ετών Η κυκλοφορία των Μυστικών του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα (ένα από τα πιο δημοφιλή «παιδικά» βιβλία στην Ελλάδα τα τελευταία 80 χρόνια) σε ένα εξαιρετικό graphic novel, ήταν η αφορμή να συναντήσω τον Γιάννη Ράγκο και τον Παναγιώτη Πανταζή, τους δημιουργούς του. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Δεν ξέρω αν συνδέεται με την εποχή που ζούμε και αν είναι θέμα συγκυριών, αλλά το ελληνικό κόμικ διανύει μία περίοδο άνθισης, και μάλιστα, δημιουργικά, περνάει την καλύτερη φάση που μπορώ να θυμηθώ. Η τεράστια εμπορική (και καλλιτεχνική) επιτυχία του Logicomix, του Ερωτόκριτου ή το Παραρλάμα (με τις ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά), Η μεγάλη βδομάδα του Πρεζάκη (από το διήγημα του Καραγάτση), το Γρα Γρου, έχουν ανεβάσει πολύ τον πήχη και δημιουργούν ολόκληρη σκηνή με αμιγώς ελληνικά θέματα, εξαιρετικά σενάρια και σκίτσο που κάθε καρέ είναι έργο τέχνης (κυριολεκτικά). Η κυκλοφορία των Μυστικών του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα (ένα από τα πιο δημοφιλή «παιδικά» βιβλία στην Ελλάδα τα τελευταία 80 χρόνια) σε ένα εξαιρετικό graphic novel, ήταν η αφορμή να συναντήσω τον Γιάννη Ράγκο και τον Παναγιώτη Πανταζή, τους δημιουργούς του, για μια κουβέντα που κατέληξε σε μια εκ βαθέων ανάλυση του βιβλίου που επέλεξαν να μεταφέρουν σε σκίτσο. Όπως μου εξήγησαν ήταν πολύ δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία για ένα έργο 600 σελίδων που έπρεπε να στριμωχθεί στις 114 σελίδες του graphic novel. Και οι δύο έχουν συνεργαστεί και στη δημιουργία του Ερωτόκριτου, ενός κόμικ best seller, του πιο πετυχημένου των τελευταίων χρόνων –μετά την παγκόσμια επιτυχία του Logicomix. Ο Γιάννης είχε συγγράψει το σενάριο μαζί με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο και ο Παναγιώτης είχε χρωματίσει τα σκίτσα του Γιώργου Γούση. «Τα τελευταία χρόνια, λόγω της ευρύτερης συγκυρίας, υπάρχει μια επιστροφή της ηθογραφίας, γενικά, και μάλιστα σχεδόν κατακλυσμική, σχεδόν μονοπωλιακή, το βλέπουμε και από τα λογοτεχνικά βιβλία που κάνουν επιτυχία» λέει ο Γιάννης, «ανεξαρτήτως από την αξία τους τη λογοτεχνική, έχουν μια επιστροφή σε μιας νέας μορφής ηθογραφία, μία νεοηθογραφία. Αυτό υπάρχει στην Ελλάδα και έχει να κάνει με την κρίση, έχει να κάνει με την ανάγκη να γυρίσουμε σε κάποια δεδομένα, σε κάποιους στυλοβάτες, γιατί αισθανόμαστε όλοι ότι φεύγει το χαλί κάτω απ' τα πόδια μας όλα αυτά τα χρόνια. Και ο Ερωτόκριτος, επειδή είναι ένα αρχετυπικό κείμενο για τα ελληνικά γράμματα και όλοι τον ξέρουμε, ακόμα και αν δεν τον έχουμε διαβάσει, αν είχε βγει πριν από 10 χρόνια πιθανώς να μην είχε την ανταπόκριση που είχε την συγκεκριμένη στιγμή». «Με τα Μυστικά του βάλτου πώς ασχοληθήκατε;», ρωτάω. «Για τα Μυστικά του βάλτου είχα λάθος εντύπωση, είχα στο μυαλό μου αυτό που είχαμε διαβάσει μικροί, ότι είναι ένα παιδικό βιβλίο και όταν το διάβασα επειδή θα ξεκινούσαμε το κόμικς συνειδητοποίησα ότι είναι σκοτεινό, βίαιο, ότι δεν είναι για παιδιά» λέει ο Παναγιώτης. «Έχει πόλεμο, βία, θανάτους, περιγράφει πώς είναι το τουμπανιασμένο πτώμα του Άγρα, ή ότι έχει κρεμαστή γλώσσα, αλλά και μόνο το ότι πεθαίνει ένα παιδί, ο Γιοβάν, αυτό πάει κόντρα στη σύμβαση της παιδικής λογοτεχνίας». «Και μην ξεχνάμε ότι είναι γραμμένο το '36-37, έχει σημασία αυτό» προσθέτει ο Γιάννης. «Βέβαια, τότε ήταν άγρια χρόνια και η εξοικείωση όλων των γενιών και όλων των ανθρώπων με τον θάνατο ήταν πολύ πιο άμεση. Σήμερα έχουμε αποκηρύξει τον θάνατο. Επειδή είμαι και αστυνομικός συγγραφέας και άρα στον πυρήνα της δικής μου λογικής υπάρχει η έννοια του θανάτου, αλλά και υπαρξιακά μιλώντας, πιστεύω ότι πρέπει να ζούμε με την ανάμνηση του θανάτου μας κάθε στιγμή, ότι θα πεθάνουμε, δηλαδή. Όχι με την έννοια την πεισιθανάτια, το γεγονός δηλαδή ότι θα πεθάνουμε να μας ακυρώνει και να μας ακινητοποιεί, αλλά να το έχουμε σαν μια παράμετρο στην εξίσωση της ζωής μας. Ακριβώς επειδή θα πεθάνουμε, πρέπει να ζήσουμε. Αλλά δεν μπορούμε να ζούμε σαν να μην πρόκειται να πεθάνουμε ποτέ. Πρέπει να έχουμε επίγνωση της θνητότητάς μας, κι επειδή είμαι agent provocateur με έναν τρόπο, πολλές φορές για να προβοκάρω όταν είμαι σε παρέες τους λέω "άντε παιδιά, καλό θάνατο!", γιατί όλοι αποφεύγουν να μιλάνε για αυτόν, παρόλο που είναι το μόνο βέβαιο γεγονός της ζωής μας. Δεν μπορεί να μιλάμε για όλα τα άλλα, για γκόμενες, για γκόμενους, για παρέες, για δουλειές, για ταξίδια, να ξοδεύουμε ατελείωτες ώρες για διάφορα στη ζωή μας και να μην ξοδεύουμε έναν έστω ελάχιστο χρόνο για να συζητήσουμε και για αυτό που είναι το μόνο βέβαιο ότι θα μας συμβεί, στο κάτω-κάτω. Όλα τ' άλλα μπορεί και να μην μας συμβούν. Τότε οι γενιές ήταν πολύ πιο εξοικειωμένες με τον θάνατο και για πρακτικούς λόγους, τα μισά παιδιά πέθαιναν, είχαμε διαρκείς πολέμους, στον Μεσοπόλεμο η Ελλάδα είχε βγει από μία εικοσαετία που ήταν σχεδόν μόνιμα σε πόλεμο -Μακεδονικός Αγώνας, Βαλκανικοί πόλεμοι, Μικρά Ασία-, επομένως το να πεθάνει ένα παιδί δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο, ενώ σήμερα μας ξενίζει. Σήμερα σε ένα παιδικό βιβλίο δεν θα μπορούσες να διανοηθείς να βάλεις τον θάνατο ενός παιδιού. Ένας από τους λόγους που μου άρεσε το κείμενο, πέρα από κάποιες επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς, ήταν το ότι είναι μελαγχολικό, είναι βίαιο, είναι σκοτεινό, δεν είναι καθόλου πολιτικώς ορθό. Και είναι και αντιηρωικό, παρόλο που υπάρχει ένα πνεύμα ηρωισμού...». Αυτό που αρέσει σε μένα σε αυτό το βιβλίο, ότι δείχνει πολύ έντονα τις ματαιώσεις» λέει ο Παναγιώτης. «Δηλαδή, ακόμα και οι πιο ηρωικοί χαρακτήρες, ο Άγρας π.χ., έχει στιγμές που ζητάει να αντικατασταθεί. Διαρκώς παλεύουν κάτω από αντίξοες συνθήκες και διαρκώς υπάρχει μια ματαίωση, ότι πάλι δεν πέτυχαν αυτό που ήθελαν, πάλι είχαν πολλές απώλειες. Τελειώνει και μελαγχολικά με τη ματαίωση, ότι τελικά όλος αυτός ο αγώνας δεν βγάζει πουθενά. Έχουμε δει τόσες ηρωικές πράξεις, θανάτους, αλλά παρόλα αυτά δεν βγαίνει κάτι. Είναι ενδιαφέρον πώς η ίδια η συγγραφέας επέλεξε να το πιάσει, παρόλο που το έγραψε με απόσταση 30 χρόνων από τα γεγονότα: δηλαδή ενώ ξέρει πού έχει καταλήξει, ξέρει ότι οι Έλληνες αντάρτες πέτυχαν τον σκοπό τους, παρόλα αυτά δεν σου δείχνει την νίκη τους, επιλέγει να το κλείσει πριν τη νίκη τους, δείχνει την ταλαιπωρία, την πίεση αλλά όχι τι κέρδισαν». «Η Πηνελόπη Δέλτα για να γράψει αυτό το βιβλίο συγκέντρωνε στοιχεία επί 20 χρόνια, έκανε τρομακτική έρευνα» συνεχίζει ο Γιάννης. «Όλο αυτό το υλικό υπάρχει στο αρχείο της που βρίσκεται κατά βάση στο Μουσείο Μπενάκη. Συγκέντρωσε πολύ υλικό από το Υπουργείο Εξωτερικών και από άλλες πηγές. Επίσης, είναι καταπληκτικό το ότι δημιούργησε μία ιστορική ύλη που δεν υπήρχε καταγεγραμμένη: πήρε πάρα πολλές συνεντεύξεις-μαρτυρίες πρωταγωνιστών της περιόδου, και μάλιστα ένα μεγάλο μέρος του υλικού και της αφήγησης αυτής το πήρε από τον ίδιο τον καπετάν Νικηφόρο ή Γιάννη Δεμέστιχα -που είναι και ένας από τους συμπρωταγωνιστές του βιβλίου της, ένα πραγματικό, ιστορικό πρόσωπο. Είναι καταπληκτική η δουλειά που έκανε και δείχνει ακριβώς και πόσο κυρίαρχο ήταν το πνεύμα του αλυτρωτισμού εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, τις αντιλήψεις της ίδιας...». «Πώς καταφέρατε να συμπυκνώσετε τις 600 σελίδες του βιβλίου της σε 120;». «Υπήρχε ένα πρόβλημα "αφηγηματικό", είναι πάρα πολλά τα επεισόδια και οι χαρακτήρες, έτσι χρησιμοποιήσαμε το μοτίβο των συνεντεύξεων και κάναμε μια παρέκβαση σε σχέση με το βιβλίο» εξηγεί ο Παναγιώτης. «Το δικό μας βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με τον Αποστόλη, 40άρη πια -γιατί στο βιβλίο είναι 12-13 χρονών, ο οποίος είναι στο σπίτι της Δέλτα το 1936 στην Κηφισιά (αυτό δεν υπάρχει στο βιβλίο της) και ουσιαστικά της αφηγείται τη μαρτυρία του. Αυτό που βλέπουμε στο κόμικ είναι ένα γιγαντιαίο φλας μπακ, αξιοποιήσαμε αυτή τη λογική ότι συγκέντρωνε μαρτυρίες από πρωταγωνιστές των γεγονότων, άρα θα μπορούσε να έχει βρει και τον Αποστόλη. Ο Αποστόλης, βέβαια, είναι fiction πρόσωπο στο βιβλίο της, αλλά αν υπήρχε θα μπορούσε να τον είχε βρει να του πάρει μαρτυρία. Αυτό μας διευκόλυνε γιατί μέσα από την αφήγηση του Αποστόλη περιορίσαμε τα επεισόδια, μπορέσαμε να επιταχύνουμε τους χρόνους, να πάμε παρακάτω στην ιστορία με μια φράση, με μια κουβέντα. Μας βόλεψε, γιατί το βιβλίο είναι 600 σελίδες και έτσι καταφέραμε αφηγηματικά να το συμπυκνώσουμε σε 110 σελίδες. Αν γινόταν κόμικ όπως ήταν, θα έβγαιναν 2000 σελίδες!». «Το 80-85% των αφηγήσεων, οι λεζάντες, οι ατάκες, είναι αυθεντικά κομμάτια μέσα από το βιβλίο» τονίζει ο Γιάννης. «Ελάχιστα είναι τα επινοημένα. Ένα μεγάλο μέρος του κόμικ, από κειμενική άποψη, είναι το ίδιο το βιβλίο». «Πόσο καιρό το δουλεύατε; Γιατί συνέπεσε σε μια περίοδο που έχει αναβιώσει το θέμα της Μακεδονίας...». «Στην πραγματικότητα δεν συσχετίζονται» ξεκαθαρίζει ο Παναγιώτης. «Το δουλεύαμε τρία χρόνια το βιβλίο μας, 8 μήνες πριν ακόμα τυπωθεί ο Ερωτόκριτος είχαμε αρχίσει να συζητάμε για την ιδέα των Μυστικών του Βάλτου. Άρα δεν είναι κάτι που έχει να κάνει με τη συγκυρία. Το γεγονός ότι κυκλοφορεί τώρα είναι εντελώς τυχαίο. Μόνο το σενάριο χρειάστηκε ένα χρόνο για να ολοκληρωθεί, και ένας χρόνος χρειάστηκε για να σχεδιαστεί, δεν μπορεί να γίνει όλη αυτή η δουλειά μέσα σε δυο μήνες, είναι αστείο να το συζητάμε. Ξεκίνησα να σχεδιάζω το βιβλίο ψάχνοντας εικόνες, να σχεδιάζω βάλτους, δοκίμαζα για καιρό σχέδια και τεχνικές και πριν από δύο χρόνια πήγα ένα πολύ ωραίο road trip στη Μακεδονία, στα μέρη που περιπλανιόνταν οι χαρακτήρες του βιβλίου γατί ήθελα να νιώσω βιωματικά τον τόπο. Βεβαίως, ο βάλτος δεν υπάρχει πια, έχει αποξηρανθεί, αλλά έφερα πίσω 2000 φωτογραφίες. Από αυτές, εν τέλει, χρησιμοποίησα ελάχιστες, αλλά ήταν σημαντικό το ότι πήγα εκεί και έζησα την ατμόσφαιρα». «Επίσης σημαντικό, όπως και στον Ερωτόκριτο, ήταν ότι δεν διαβάσαμε μόνο το κείμενο, διαβάσαμε και για το κείμενο» λέει ο Γιάννης. Φιλολογικές πηγές, αναλύσεις για το βιβλίο, για τα μοτίβα κλπ., και για την ιστορική περίοδο. Ήταν μια δουλειά τεκμηρίωσης, πολύ σημαντική». Να μιλήσουμε λίγο για το ιδεολογικό περιεχόμενο του βιβλίου;». «Όταν διάβασα το βιβλίο ένιωσα ότι η Δέλτα επιμένει στην ευγένεια των Ελλήνων, είναι αρκετά εθνικιστικό, αλλά πρέπει να το τοποθετήσουμε στην εποχή του, γιατί άλλος ο εθνικισμός τότε, άλλος σήμερα» επισημαίνει ο Παναγιώτης. «Δεν είναι ίδια η έννοια. Το 1935 που το έγραψε και υπήρχε η φασιστική απειλή πάνω απ' την Ευρώπη, το να είσαι εθνικιστής στην Ελλάδα σήμαινε ότι είσαι διατεθειμένος να υπερασπιστείς τη χώρα σου για να μην μπει ο Χίτλερ σε αυτή, να μην μπουν οι φασίστες. Το 1905 σήμαινε μια άλλου είδους συνείδηση, δεν ήταν ούτε καν εθνική τότε, ήταν άλλος ο διαχωρισμός. Εν πάση περιπτώσει, είχε να κάνει με κάποιον κατακτητή, τώρα εθνικιστής μπορεί και να σημαίνει ότι μισείς να βλέπεις ανθρώπους στο δρόμο που έχουν διαφορετικό χρώμα από σένα, έχει τεράστια διαφορά. Πρέπει να σκέφτεσαι το context και να μην το κρίνεις με τα σημερινά κριτήρια. Αυτό που εγώ ξεχώρισα και μου άρεσε πριν ακόμα ξεκινήσω να δουλεύω, από τη δουλειά που έκανε ο Γιάννης, ήταν ότι κράτησε τα στοιχεία του βιβλίου που μέχρι σήμερα το κάνουν να είναι σπουδαίο: τις ματαιώσεις, τους προσωπικούς αγώνες, τα ψυχογραφήματα, τα φανταστικά επεισόδια -που περιγράφονται πολύ πλούσια και με χορταστικό τρόπο, και κατάφερε να θέσει τον εθνικισμό που έχει το βιβλίο στη σωστή του βάση. Στη χρονική του περίοδο. Δηλαδή, δεν πρόκειται για κάποια αγιογραφία αυτού του πράγματος σήμερα αλλά το τοποθετεί στο τότε, με τον ίδιο τρόπο που βλέπεις μια ταινία εποχής για τον ρατσισμό στην Αμερική και χρησιμοποιούν τη λέξη νέγρος, ενώ προφανώς είναι απαράδεκτο σήμερα να χρησιμοποιήσεις στα αγγλικά αυτή τη λέξη, ειδικά αν είσαι λευκός. Από την πρώτη στιγμή που το αποφασίσαμε, είπαμε ότι από τη στιγμή που επιλέξαμε το συγκεκριμένο έργο, πρέπει να σεβαστούμε τις ιδεολογικές και πολιτικές του τοποθετήσεις και να τις παρουσιάσουμε, όχι να τις αποκρύψουμε. Αλλιώς φτιάχναμε μια δικιά μιας εκδοχή, μια δικιά μας ιστορία που διαδραματίζεται στον Μακεδονικό Αγώνα και την κάναμε όπως θέλαμε. Το σεβαστήκαμε ως έργο. Σαφώς το βιβλίο της Δέλτα έχει έναν συγκεκριμένο προσανατολισμό και ιδεολογικό, αλλά δεν ταυτιζόμαστε εμείς ως δημιουργοί με αυτό. Έχουν περάσει και 80 χρόνια και ξέρουμε τι σήμαιναν αυτά τα πράγματα και τι σημαίνουν τώρα, είμαστε άνθρωποι του 21ου αιώνα». «Βέβαια, έχει στιγμές που εκπλήσσει η Δέλτα» λέει ο Γιάννης, «γίνεται ένας θάνατος βίαιος και λέει ένας Έλληνας "πω πω, αυτός δεν είναι πόλεμος, είναι αγριότητες, είναι φρίκη" και απαντάει κάποιος άλλος Έλληνας "τα ίδια θα λένε και οι Βούλγαροι για μας, ότι κι εμείς τα ίδια κάνουμε". Ενώ τους έχει περιλούσει τους Βούλγαρους με κοσμητικά, "απολίτιστους, γουρουνομύτες, άξεστους", ξαφνικά λέει αυτό. Και πράγματι, οι αγριότητες σε έναν πόλεμο γίνονται και από τις δύο πλευρές, δεν γίνεται ποτέ απ' τη μία. Έχει τέτοια "φωτεινά" διαλείμματα η Δέλτα, σε σχέση με το κυρίαρχο ιδεολογικό της μοτίβο, το οποίο, βεβαίως, παραμένει εθνικιστικό, παραμένει πατριωτικό, και παραμένει και ελληνοκεντρικό. «Το βιβλίο έχει χαρακτήρες που είναι συγκλονιστικοί» συνεχίζει ο Παναγιώτης, «ο Άγρας και ο Νικηφόρος μιλάνε για τα εθνικά ιδεώδη, ο Βασίλης και ο Γρέγος δεν μιλάνε για τίποτα τέτοιο, κινητοποιούνται από ανάγκη για προσωπική εκδίκηση. Μου σκότωσες την οικογένειά μου; Θα γυρίσω πίσω και θα σας καθαρίσω όλους. Είναι και οι πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες του βιβλίου ο Βασίλης και ο Γρέγος, και μάλιστα είναι χαρακτήρες που έρχονται από τον Μάγκα, το προηγούμενο βιβλίο της Δέλτα. Στο τέλος του Μάγκα λένε ότι "φεύγουμε για τη Μακεδονία για να πολεμήσουμε" και τους συναντάμε ξανά στα Μυστικά του βάλτου. Έχει καταπληκτικές σκηνές περιγραφών του βάλτου, γιατί ο βάλτος στην πραγματικότητα είναι ο πρωταγωνιστής, ο τίτλος δεν είναι τυχαίος». «Οι σκηνές του βάλτου όπως τις σχεδίασε ο Παναγιώτης είναι εξαιρετικές» λέει ο Γιάννης. «Παρουσιάζεται σε όλες τις εποχές του χρόνου, από το ένα φθινόπωρο μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, και το βιβλίο μυρίζει την υγρασία του βάλτου. Το μειονέκτημα του βιβλίου είναι ότι είναι σαν δύο βιβλία σε ένα, τα 4/10 είναι ο Άγρας και ο Νικηφόρος και το κομμάτι το εθνικό, ένα είδος ιστορικού χρονικού, και ξαφνικά, με την εμφάνιση του Βασίλη του Ανδρεάδη, του Γρέγου, όλων αυτών των Αιγυπτιωτών που έρχονται από την Αλεξάνδρεια, μετατοπίζεται το κέντρο βάρους περισσότερο στη μυθοπλασία, στους φανταστικούς χαρακτήρες και μπαίνει πια όχι το στοιχείο του εθνικού ιδεώδους, αλλά της προσωπικής εκδίκησης. Η Δέλτα το αποκαλύπτει αυτό σταδιακά, με πολύ αριστοτεχνικό τρόπο, δεν το γνωρίζεις από πριν». Και οι δύο έχουν αρχίσει να δουλεύουν σε νέα project και καινούριες δουλειές τους αναμένονται σύντομα. Θα μπορέσεις να τους συναντήσεις από κοντά στο Comicdom Con Athens 2018 που θα γίνει από 20-22 Απριλίου. === Πηγή
  8. Ο Ερωτόκριτος Σε Κόμικ! «Ήταν ρίσκο. Aκουμπούσαμε ένα έργο αγαπητό και ριζωμένο στη μνήμη του Έλληνα» Η HuffPost μιλάει με τον δημιουργό κόμικ Γιώργο Γούση και τον συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο για το πρώτο μεσογειακό fantasy comic. Να διασκευάσεις ένα αναγεννησιακό, επικό ποίημα, όπως ο χιλιοτραγουδισμένος ανά τις γενιές «Ερωτόκριτος» του Βιτσέντζου Κορναρου, σε κόμικ (Εκδόσεις Polaris, 2016)... Θαρραλέο εγχείρημα- και με εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Ο δημιουργός κόμικ Γιώργος Γούσης, ο συγγραφέας Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο δημοσιογράφος Γιάννης Ράγκος δούλεψαν επί ένα χρόνο με μεράκι και καρπός της προσπάθειάς τους είναι ένα ελληνικό graphic novel που στην ιστορία του έχει πουλήσει δέκα χιλιάδες αντίτυπα και διδάσκεται στα σχολεία από τους φιλολόγους - δε μπορώ να φανταστώ πιο πρόσφορο και γοητευτικό τρόπο για να εισάγεις έναν μαθητή του 2018 στο νεοελληνικό λογοτεχνικό και ιστορικό σύμπαν. Οι περισσότεροι έλκουμε την όποια εξοικείωση έχουμε με τον «Ερωτόκριτο» από τα τραγούδια που έχει εμπνεύσει, όπως του Χριστόδουλου Χάλαρη με την λεβέντικη φωνή - κλαγγή του Νίκου Ξυλούρη. Δεν είναι όμως ο «Ερωτόκριτος» ένα μονοδιάστατο ερωτικό ποίημα, σαν «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» στα ελληνικά. Μίλησα με τους δύο εκ των τριών συνδημιουργών- με τον Γιώργο Γούση επικεντρωθήκαμε στην εικόνα και με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο στο λόγο. Σημειώνω πολύ σύντομα και πριν τις συνεντεύξεις τους πέντε πυρηνικά χαρακτηριστικά του έργου, όπως τα τόνισαν και οι δυο τους. Ο «Ερωτόκριτος» έχει ωμή βία με επική μάλιστα περιγραφή, αλλά η προσέγγιση του Κορνάρου δεν είναι πολεμοχαρής, εξισώνει νικητή και ηττημένο, ενώ εστιάζει περισσότερο στις απώλειες και των δύο πλευρών, παρά στο κέρδος του νικητή. Έχει μια δυαδική, σχεδόν ομηρική προσέγγιση - μετά τις επικές περιγραφές των μαχών και των ηρώων αναδεικνύεται το ανθρώπινο δράμα και η φαυλότητα του κύκλου της βίας. Στον «Ερωτόκριτο» γυναίκα και άντρας εξισώνονται - η Αρετούσα δεν είναι η γυναίκα/τρόπαιο των κλασικών ιπποτικών μυθιστορημάτων, απεναντίας η ίδια κινεί τα νήματα της ιστορίας. Είναι ένα «ταξικό» έργο ο Ερωτόκριτος - η Αρετούσα δεν μπορεί να παντρευτεί τον Ερωτόκριτο γιατί δεν κρατάει κι αυτός από βασιλική γενιά. Όμως, τελικά η παραδοσιοκρατική ταξικότητα υπερβαίνεται. Γιατί ο έρωτας των δύο παιδιών, της 16χρονης Αρετούσας και του 19χρονου Ερωτόκριτου, δεν είναι «μελό», αλλά σταθερός, επίμονος μέχρι τέλους. Και είναι αυτό το ποίημα μια ανοιχτή πόρτα στον κοσμοπολιτισμό της Ανατολής, κεντρικός χαρακτήρας του από ένα σημείο κι έπειτα είναι ένας Σαρακηνός. Ήταν άραγε αυτές κοινές αντιλήψεις του μέσου όρου εκείνης της εποχής ή ο Κορνάρος, ως φωτισμένος λόγιος, γράφει υπερβατικά, απηχώντας απόψεις μιας μικρής ιντελιγκέντσιας; Άλλωστε, η λογοτεχνική «εταιρεία» όπου ανήκε ο ίδιος, λεγόταν «Ακαδημία των Παράξενων»... «κ’ εγώ δε θε να κουρφευτώ κι αγνώριστο να μ’ έχου μα θέλω να φανερωθώ , κι όλοι να με κατέχου. Βιτσέντζος είναι ο ποιητής και στη γενιά Κορνάρος που να βρεθή ακριμάτιστος, σα θα τον πάρη ο Χάρος. Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη, εκεί ’καμε κι εκοπιασεν ετούτα που σας γράφει. Στο Κάστρον επαντρεύτηκε σαν αρμηνεύγει η φύση, το τέλος του έχει να γενή όπου ο θεός ορίσει». Έτσι συστήνεται ο ίδιος ο Κορνάρος στο ποίημά του. Και όταν απολαμβάνουμε τον «Ερωτόκριτο», σε κάθε του εκδοχή, κείμενο, εικόνα, μουσική, ας τον θυμόμαστε. Άλλο σκοπό, ή όφελος, δεν είχε. Συναντιόμαστε πρώτα με τον δημιουργό (του) κόμικ Γιώργο Γούση- λόγοι αρχής το επιβάλλουν αυτό, καθώς είναι κοινά παραδεκτό πως το δυνατότερο κουπί στην παραγωγή κάθε κόμικ το τραβάει ο σχεδιαστής. Καθ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας λίγες φορές τον διέκοψα για τυπικές ερωτήσεις- φυλλομετρούσα τις σελίδες του κόμικ, καθεμιά από τις οποίες αξίζει να μετατραπεί σε πόστερ και χαιρόμουν την αίσθηση αυτού του hard copy αριστουργήματος στα χέρια μου, στην κοντινή όρασή μου τις εικόνες του Γούση και τους στίχους του ποιήματος να συμπλέκονται δυναμικά. «Έχετε φτιάξει ένα έργο τέχνης οι τρεις σας», του λέω. - Να πάρουμε την ιστορία αυτού του πρότζεκτ απ’ την αρχή; Η αρχική ιδέα προήλθε από τους εκδότες. Και δεν ήταν συγκεκριμένα ο «Ερωτόκριτος» αλλά η αναγέννηση των Κλασικών Εικονογραφημένων - μας πρότειναν να διασκευάσουμε ένα έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με γνώμονα όμως ότι αυτό θα αποτελέσει, πιθανότατα, την αρχή μιας σειράς. Σκεφτήκαμε το «Αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού, όπως και έργα του Παπαδιαμάντη, αλλά τα απορρίψαμε λόγω της καθαρεύουσάς τους, που είναι σχεδόν απαγορευτική για κόμικ. Όταν ο Δημοσθένης (Παπαμάρκος) έριξε την ιδέα του Ερωτόκριτου, αρχικά ήμουν αρνητικός, το θεωρούσα «μπανάλ». Ο Δημοσθένης με προέτρεψε να διαβάσω το ποίημα- το έκανα και αμέσως πείστηκα. Γιατί εντόπισα πολλά στοιχεία που συνηγορούσαν ότι μπορεί να γίνει ένα καλό κόμικ. «Ο Ερωτόκριτος είναι fantasy, όχι ιστορικό έργο- δεν τοποθετείται σε συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, ούτε στην Κρήτη, όπως πολλοί εσφαλμένα νομίζουν. Τόπος της δράσης είναι η Αθήνα, αλλά μια Αθήνα απροσδιόριστη, άχρονη. Ο Κορνάρος έκανε ότι και ο Τόλκιν στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών»- μια συρραφή στοιχείων που δημιουργεί σαν κολάζ έναν κόσμο που φαίνεται (και) ρεαλιστικός αλλά δεν υπήρξε ποτέ. Ο Τόλκιν δανείστηκε στοιχεία από τις μυθολογίες των βόρειων λαών, ο Κορνάρος στο ποίημά του δεν περιγράφει τίποτα απολύτως- τον τόπο, ή το παλάτι, το σπίτι, κάποιον πολεμιστή, ή το πρόσωπο της Αρετούσας. Βλέπεις όμως από την πλοκή και τη γλώσσα ποιες είναι οι επιρροές του και από ποιους κόσμους δανείζεται στοιχεία- είμαστε στην αναγεννησιακή Κρήτη και στον Ερωτόκριτο υπάρχει ο αχταρμάς των στοιχείων που διαμόρφωσαν την Αναγέννηση: ο ελληνορωμαϊκός κόσμος, το Βυζάντιο και οι δυτικές επιδράσεις. Όλα αυτά έπρεπε να τα κάνω κολάζ για να απεικονίσω τον κόσμο του Ερωτόκριτου σαν ένα fantasy, για πρώτη φορά όμως μεσογειακό, όχι βόρειο». - Πως απέδωσες σε εικόνες αυτές τις αναφορές του Κορνάρου; Είναι ορατές ήδη από το εξώφυλλο - η αρχαιοελληνική ένδυση της Αρετούσας, η αναγεννησιακή πανοπλία του Ερωτόκριτου, ενώ το χρυσό στο φόντο είναι βυζαντινή επιρροή. Για τους δύο πρωταγωνιστές, την Αρετούσα και τον Ερωτόκριτο, αποφάσισα ότι έπρεπε να σχεδιάσω δυο φιγούρες- πρότυπα της ομορφιάς και της απλότητας. Κατέληξα να «αντιγράψω» το προφίλ και την κατατομή των προσώπων τους από τις ανθρώπινες μορφές των αρχαιοελληνικών αγγείων. Για τις ενδυμασίες του βασιλικού ζεύγους, τον θρόνο και το σκήπτρο του βασιλιά, το διάδημα της βασίλισσας, χρησιμοποίησα μια βυζαντινή ζωγραφιά της εποχής του Βασίλειου Β΄ (Βουλγαροκτόνου). Και μετά ξεκίνησα να σχεδιάζω μια αναγεννησιακή Αθήνα, κτισμένη στα ερείπια της αρχαίας πόλης, αλλά ακμάζουσα, με κλέος. - Απ’ όσα μου λες, υποθέτω πως κάνατε και ιστορική έρευνα δυνατή... Μεγάλη έρευνα. Ο ρόλος του σκιτσογράφου είναι κρίσιμος αλλά η δουλειά είναι ομαδική. Οι συγγραφείς λοιπόν, με βοηθήσανε πολύ (και) στην ιστορική έρευνα. Ψάξαμε πίνακες, στολές και οπλισμούς, ενδυμασίες, γκραβούρες και σχέδια κτιρίων που τελικά έμειναν στα χαρτιά. Το παλάτι του βασιλιά και η αίθουσα του θρόνου βασίζονται στα σχέδια ενός Αυστριακού αρχιτέκτονα, του Σίνκελ (Karl Friedrich Schinkel), που πρότεινε στον Όθωνα να κτίσει το παλάτι του πάνω στον βράχο της Ακρόπολης, γκρεμίζοντας τον Παρθενώνα - ήταν ένα από τα σχέδια που ακυρώθηκαν, για προφανείς λόγους. Στη μάχη των Αθηναίων με το στρατό των Βλάχων αντέγραψα τις στολές των Ανατολικοευρωπαίων ιπποτών της εποχής. Θέλαμε οι μάχες (και οι μονομαχίες) να είναι όσο πιο ρεαλιστικές- βρήκε λοιπόν ο Δημοσθένης αναγεννησιακά εγχειρίδια οπλομαχητικής, «tutorials» όπως λέμε σήμερα, και αντιγράψαμε από εκεί κινήσεις και τεχνικές. Σκοπός όλης της έρευνας ήταν να βρούμε την κλωστή που θα ενώσει όμορφα και φυσικά όλα τα εκατέρωθεν στοιχεία ώστε το σύνολο να μην είναι κιτς. - Είναι πολύ δουλεμένο το σχέδιό σου αλλά και τα χρώματα είναι καταπληκτικά, γήινα και υποβλητικά ταυτόχρονα. Στο χρώμα με βοήθησε ο Παναγιώτης Πανταζής - θέλαμε να σπάσουμε τον «κανόνα» του γκρι, τη μουντίλα των ιπποτικών μυθιστορημάτων. Ο Ερωτόκριτος και εμείς δε βρισκόμαστε σε βόρειες χώρες - θέλαμε να κυριαρχεί το φως και το χρώμα να διαχέεται παντού. Οι νύχτες είναι έναστρες, το αττικό φως και οι μάχες είναι κίτρινες, σαν να λούζονται στον ήλιο. Και όταν μάχεσαι με πανοπλία κάτω από δυνατό ήλιο, όλα γίνονται πύρινα. Στο φόντο χρησιμοποιήσαμε βυζαντινά χρώματα, ώχρες όπως των αγιογραφιών. Όλο το χρωματικό αποτέλεσμα έπρεπε να είναι επικό και παραμυθένιο, αντάξιο της ατμόσφαιρας του ποιήματος. - Πόσο καιρό δούλεψες τον Ερωτόκριτο; Περίπου ένα χρόνο, κάθε μέρα για να μη χάσω το ρυθμό και βγω απ′ το κλιμα του έργου. Και με τους δύο συγγραφείς υπήρχε επικοινωνία και αλληλεπίδραση συνεχώς. - Το διασκέδασες; Στην αρχή αισθανθήκαμε και φόβο - ακουμπούσαμε ένα έργο κλασικό και στέρεα ριζωμένο στη μνήμη του Έλληνα, με μεγάλη αγάπη από τους φιλολόγους. Ήταν ένα ρίσκο για εμάς, να μας κράξουν. Γιατί σε αυτές τις προσπάθειες υπάρχει πάντα η πιθανότητα να βεβηλώσεις κάτι. Όμως και οι τρεις θεωρήσαμε ότι οτιδήποτε κλασικό είναι και σύγχρονο σε κάθε εποχή. Αντιπαρατεθήκαμε με τον «Ερωτόκριτο» στα ίσα, χωρίς υπερβολές και αλαζονεία από μέρους μας, αλλά και δίχως να αντιμετωπίζουμε αυτό το περίφημο έργο ως τοτέμ και μουσειακό είδος που δεν επιτρέπεται να αγγίζεις. Το διασκέδασα, πολύ. Και έβαλα στην άκρη άλλα πρότζεκτ για να δουλέψω τον «Ερωτόκριτο». «Προσπάθησα να εισάγω στην εικόνα κάποια στοιχεία με έμμεσες αναφορές στα βασικά χαρακτηριστικά της ιστορίας, ελπίζω ότι ο αναγνώστης θα τα διαισθανθεί, ακόμα κι αν δεν τα αναγνωρίσει ευθέως», μου λέει. Και του ζητάω να μου δώσει ένα παράδειγμα: «Στη σκηνή του γάμου Ερωτόκριτου και Αρετούσας οι δυο τους φεύγουν από την αίθουσα του γλεντιού, αφήνοντας τα σύμβολα της εξουσίας, το στέμμα και τον μανδύα, πάνω στους θρόνους. Είναι το γλέντι ενός βασιλικού γάμου - κεντρικό γεγονός είναι η μεταβίβαση της εξουσίας στον Ερωτόκριτο, που θα γίνει ο επόμενος βασιλιάς. Και οι δυο όμως επιλέγουν να αποχωρήσουν από το πανηγύρι της εξουσίας για να γιορτάσουν τον έρωτά τους». - Εγώ το «μετέφρασα», βλέποντας τις εικόνες με τα γουρουνόπουλα στις πιατέλες, ότι αποστρέφονται, και ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα, την αποκτήνωση, την βουλιμία... Αυτό ακριβώς δεν είναι μια «γιορτή της εξουσίας»; Μετά από λίγες μέρες βρέθηκα σε ένα καφέ στο (αγαπημένο) Παγκράτι με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο, τον έναν εκ των δύο συγγραφέων που διασκεύασαν το ποίημα του Κορνάρου. Γιατί μπορεί στο κόμικ να κυριαρχεί η εικονογράφηση, όμως ειδικά στην περίπτωση του «Ερωτόκριτου», ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Γιάννης Ράγκος αντιπαρατέθηκαν με την προσαρμογή και συμπύκνωση ενός επικού ποιήματος δέκα χιλιάδων στίχων σε διαστάσεις και ύφος κόμικ. «Για τη γλώσσα του Κορνάρου ότι και να πω είναι κλισέ - ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος είμαι που με συναρπάζει. Η ποιητική του Κορνάρου μου δημιουργεί δέος - η γλώσσα είναι σε πολύ υψηλό επίπεδο, κυλάει αβίαστα, ρυθμικά και το ποίημα των δέκα χιλιάδων στίχων είναι σφιχτοδεμένο, υψηλής αισθητικής και νοήματος. Δεν σε κουράζει ποτέ. Εμένα με συνάρπαζε από έφηβο και όταν το πρότεινα στον Γιώργο (Γούση) και τον Γιάννη (Ράγκο) το έκανα με επιφύλαξη, μήπως είμαι υποκειμενικός. Αλλά είναι πραγματικά ένα γραπτό έργο τέχνης- τα σχήματα λόγου που χρησιμοποιεί ο Κορνάρος, ο τρόπος που φωτίζει την κάθε λεπτομέρεια είναι αριστοτεχνικός». - Ο Κορνάρος γράφει στην μεσαιωνική ελληνική, την Κοινή; Ναι, είναι η Κοινή, στην κρητική της εκδοχή και διανθισμένη με δυτικές, βενετικές επιρροές. - Πως διαχειριστήκατε αυτά τα ελληνικά του 16ου αι., την γλώσσα του Κορνάρου; Το κρίσιμο ερώτημα, η βάσανός μας ήταν αυτή - σε ποια γλώσσα θα γράψουμε; Θέλαμε το έργο να είναι προσβάσιμο και από πιτσιρικάδες, οπότε η γλώσσα θα έπρεπε να είναι πιο κατανοητή. Ο Κορνάρος δε, γράφει σε γλώσσα που δε μπορούμε να καταλάβουμε αλλά σίγουρα έχει μια ιδιαιτερότητα, ειδικά αναγνώστες μικρότερων ηλικιών μπορεί να τους αποθαρρύνει. Και θεωρήσαμε ότι στο κόμικ μια γλώσσα ποιητική δεν λειτουργεί - δε σηκώνει κι άλλο έργο τέχνης «πάνω του», καταντά πολύ βαρύ. «Οπότε, τους διαλόγους, για να έχουν τη φυσικότητα που απαιτεί το μέσο τους ”φέραμε” σε μια νέα ελληνική, στρωτή, χωρίς νεολογισμούς, που, όμως, αποδίδει το περιεχόμενο των διαλόγων του πρωτοτύπου. Συμπυκνώσαμε το νόημα έχοντας τη μεγάλη βοήθεια της εικόνας. Χρειαζόμασταν όμως και αφηγητή- δεν χρειαζόταν να τον εφεύρουμε εμείς, γιατί αφηγητή έχει και ο Κορνάρος, υπήρξε όμως εκεί προβληματισμός αν θα έπρεπε να ”φέρουμε” τον δεκαπεντασύλλαβο του Κορνάρου στη νέα ελληνική, να ”μεταφράσουμε” τους στίχους και του αφηγητή, κρατώντας όμως το μέτρο τους. Εγώ ήμουν αντίθετος». - Γιατί; Ένα μεταφρασμένο απόσπασμα σε ποιητικό λόγο δεν μπορεί να αγγίξει το ύφος του Κορνάρου. Και θα ήταν κρίμα να το χάσουμε αυτό. Για να είμαστε σίγουροι, το δοκιμάσαμε- «μετέφρασα» στίχους από την μεσαιωνική του Κορνάρου, στην νέα ελληνική. Το αποτέλεσμα δεν ήταν καλό. Τελικά αποφασίσαμε ο αφηγητής, οι λεζάντες μας δηλαδή, να κρατήσουν την γλώσσα του Κορνάρου, επιλέγοντας και ενώνοντας μεταξύ τους σε δίστιχα, σκόρπιους στίχους από όλο το ποίημα. Έχε υπόψη ότι ούτως ή άλλως είχαμε συμπυκνώσει στο σενάριο σκηνές και επεισόδια του ποιήματος, επομένως έπρεπε να γίνει ένα ανάλογο μοντάζ και στον λόγο. Μπορεί να χρειαζόταν μια προσαρμογή, να «πειράξουμε» μια λέξη που επαναλαμβανόταν αλλά τα περισσότερα σημεία (και λέξεις) έμειναν ατόφια. Έχουμε περίπου 80 στίχους και οι αλλαγές είναι τρεις ή τέσσερις. - Άρα κρατήσατε την γλώσσα του Κορνάρου όσον αφορά την αφήγηση (στις λεζάντες). Ναι. Η ιδιαίτερη γλώσσα των λεζαντών δε «χτυπάει» άσχημα, είναι η γλώσσα του αφηγητή λίγο ανοίκεια αλλά τελικά βοηθά τον αναγνώστη να μπει στο setting. - Φτιάχνει ατμόσφαιρα. Ακριβώς. Ταιριάζει με την εικόνα, που είναι μια μίξη αρχαίας Ελλάδας, Βυζαντίου, δυτικού Μεσαίωνα και Αναγέννησης, σε μεσογειακό τοπίο. Η γλώσσα του Κορνάρου λειτουργεί σαν συγκολλητική ουσία όλων αυτών των στοιχείων και «τσιμεντάρει» το τελικό αποτέλεσμα. - Να πούμε μερικά πράγματα για το έργο αλλά και τον ποιητή; Για τον «Ερωτόκριτο» και τον Βιτσέντζο Κορνάρο; Για τον Κορνάρο δεν ξέρουμε πάρα πολλά. Γεννήθηκε στη Σητεία στα μέσα του 16ου αι. και πέθανε το 1613 στον Χάνδακα (Ηράκλειο). Η οικογένειά του ήταν βενετσιάνικης, αριστοκρατικής καταγωγής αλλά εντελώς εξελληνισμένη. Ο Κορνάρος είναι ένας Κρητικός λόγιος που γράφει στην τοπική διάλεκτο της λαϊκής ελληνικής γλώσσας της εποχής. Ο «Ερωτόκριτος» δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1713, τυπώθηκε στη Βενετία εκατό χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα του. Είχε διασωθεί από την προφορική παράδοση- ακόμα στην Κρήτη ξέρουν να το τραγουδούν γιαγιάδες που ’ναι αναλφάβητες. - Υπάρχει η άποψη ότι η μεσαιωνική και αναγεννησιακή ελληνική λογοτεχνία παρήγαγε σχετικά φτηνές απομιμήσεις. Ναι, γιατί τα πρότυπα ήταν δυτικά. Και ο «Ερωτόκριτος» έχει βασιστεί σε ένα γαλλικό ποίημα, το «Παρίσι και Βιέννη» (Paris et Vienne). Όμως ο Κορνάρος δεν το έχει διασκευάσει απλά, έχει φτιάξει ένα ανώτερο, αυθύπαρκτο έργο που αφορά το ελληνικό κοινό της εποχής. Το εξώφυλλο του κόμιξ «Ερωτόκριτος» από τις Εκδόσεις Polaris (2016) Πηγή
  9. Ο Μικρός Πρίγκιπας (σε κόμικ): Το παραμύθι για όλες τις γενιές Το παραμύθι «Ο Μικρός Πρίγκιπας» του Αντουάν Ντε Σεντ-Εξιπερί είναι ίσως ένα από το πιο διάσημο παραμύθι των τελευταίων 70 χρόνων. Δημοσιευμένο στην καρδιά του πολέμου (1943) από έναν μαχόμενο πιλόγο, βρήκε γρήγορα φανατικό κοινό που υποδέχθηκε με συγκινητικά απλό μήνυμα του για τα μικρά πράγματα στην ζωή που την γεμίζουν ομορφιά και αξία. Ειδικά μέσα στην δίνη του πολέμου, αλλά των δύσκολων μεταπολεμικών χρόνων, η ζεστή παρουσία του και η αγάπη για το λουλούδι του, έδωσε σε πολλά παιδιά μια διέξοδο. Ο Μικρός Πρίγκηπας, σαν ιστορία, ποτέ δεν έφυγε από την επικαιρότητα. Τυπώθηκε πολλές φορές, έγινε θεατρικό έργο, animated ταινία και, φυσικά, κόμικ. Μια τέτοια διασκευή παρουσιάζει και η Στέλλα Στεργίου (εκδόσεις Polaris) και κατάφερε να μας κερδίσει με την πολύ ανθρώπινη προσέγγιση του σχεδίου της και την κατανόηση του κειμένου. Το ίδιο το παραμύθι, σαν συνειρμικός, αφαιρετικός λόγος με καταγωγή από λογικά συστήματα πριν τον ορθολογισμό, έχει συχνά την τάση να μεταπηδά από θέμα σε θέμα, από οπτική γωνία σε οπτική γωνία. Η Στεργίου, κατανοώντας πολύ καλά τις συγγένειες των δύο αυτών μεταμοντέρνων λόγων, του παραμυθιού και του κόμικ, καταφέρνει και κινηματογραφεί την ιστορία του Μικρού Πρίγκιπα με εξαιρετικό τρόπο. Δίνει μεγάλη προσοχή στα θέματα του ρυθμού και της προσαρμογής του λόγου-σεναρίου προκειμένου το παραμύθι να μην χάσει την ονειρική, μεταχρονική του αφήγηση, αλλά ούτε να κρέμεται έωλο στον κόσμο του συμβολισμού. Στερεωμένο στο εδώ και το τώρα, αλλά με βλέμμα που κοιτάει μπροστά (και, ενίοτε, πίσω) η σωματικοποιημένη διασκευή της καταφέρνει και παίρνει τα καλύτερα στοιχεία και των δύο. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί η πολύ θετική απόδοση σε χρώμα και σχέδιο, τόσο των ηρώων όσο και της ατμόσφαιρας. Με κατα κύριο λόγω κυρτές, καμπυλόγραμμες απεικονίσεις που τονίζουν το συμβολικό τους χαρακτήρα, οι θαυμαστοί πλανήτες με τους παράξενους, ιδιόρυθμους κατοίκους του Ντε Σεντ-Εξιπερί παίρνουν ζωή μπροστά μας. Επιπρόσθετα, οι μεστοί και συγχρόνως ζωηροί χρωματικοί συνδυασμοί της Στεργίου αγκαλιάζουν το σχέδιο και του δίνουν την απαραίτητη ζεστασιά που πρέπει να έχει ένα τόσο αγαπημένο παραμύθι. Σε κάθε περίπτωση ο Μικρός Πρίγκιπας της Στεργίου είναι μια πολύ καλή επιλογή για να γνωριστείτε με το κείμενο του Εξιπερί ή, αν το έχετε διαβάσει, να δείτε πως επηρεάζει ακόμα τους νέους δημιουργούς. Η διασκευή αυτή σε κόμικ εγκολπώνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία του μεγάλου Γάλλου συγγραφέα και τα αποδίδει στο σήμερα, χωρίς να χάνει ούτε δράμι από το μαγικό μελάνι που έκανε την ιστορία του πρίγκιπα και του τριαντάφυλλου του τόσο αγαπημένη. Πηγή
  10. Ενας «Παίκτης» χαμένος από χέρι Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς «Οσο για τον Φιόντορ, ελπίζω να μην τον αδικήσαμε πολύ». Με αυτή τη φράση κλείνει το επιλογικό του σημείωμα ο Στεφάν Μικέλ, σεναριογράφος της προσαρμογής του «Παίκτη» σε κόμικς. Πράγματι, θα ήταν βλασφημία ή αυταπάτη για έναν σύγχρονο σεναριογράφο να πιστεύει ότι θα αναμετρηθεί με τον Ντοστογιέφσκι επί ίσοις όροις. Και μάλιστα, στο «γήπεδο» του δεύτερου. Αν, όμως, αλλάξει το γήπεδο; Και αν οι δύο καλλιτέχνες δεν έχουν ανταγωνιστική διάθεση; Ο Στεφάν Μικέλ (σενάριο) και ο Λοΐκ Γκοντάρ (σχέδιο και χρώμα) μεταφέροντας σε κόμικς τον «Παίκτη» του Ντοστογιέφσκι (εκδόσεις Polaris, μετάφραση: Κωστής Σωχωρίτης) δεν έχουν καμιά αυταπάτη και καμιά ανταγωνιστική διάθεση. Ο πρώτος επιχειρεί και εκ του αποτελέσματος επιτυγχάνει να επιλέξει τα κατάλληλα μέρη του πρωτοτύπου που χρειάζονται για να θεωρηθεί η μεταφορά του «Παίκτη» σε κόμικς στοιχειωδώς επαρκής ως προς το πλήθος των σκηνών και ο δεύτερος αποπειράται να εικονοποιήσει τις περιγραφές προσώπων, τόπων, χώρων κ.λπ. του Ρώσου συγγραφέα. Αυτή η επιτυχής απόδοση των περιγραφών, που μπορεί στο πρωτότυπο να διαρκούν επί σειρά σελίδων αλλά στην κόμικς εκδοχή τους συνοψίζονται σε ένα ή δύο καρέ, είναι και το μεγάλο προτέρημα αυτού του βιβλίου. Εκ των πραγμάτων οι δημιουργοί του, γνωρίζοντας ότι με τον «Παίκτη» δεν παίζεις, δεν επιχείρησαν να αυτοσχεδιάσουν, να προσθέσουν δυνητικά αμφισβητήσιμες λεπτομέρειες, να αυθαιρετήσουν με στόχο να βάλουν το δικό τους λιθαράκι. Παρέμειναν πιστοί στην αφηγηματική δομή και συντόμευσαν ορισμένα διαλογικά μέρη, αλλά παράλληλα επινόησαν και εφάρμοσαν ορισμένα ευφυή τεχνάσματα στην απόδοση του σκοτεινού τόνου του πρωτοτύπου: εξπρεσιονιστικές και γκροτέσκες φιγούρες που συνωστίζονται γύρω από μια ρουλέτα παρακολουθώντας τη σιωπηλά, παραμορφωμένα πρόσωπα από την απελπισία της χασούρας και της απώλειας της αυτοεκτίμησης, καζίνα πλημμυρισμένα από μαύρο και ώχρα, απολύτως εναρμονισμένα με τη διάθεση των θαμώνων τους, ένα παγερό γαλάζιο στα ξενοδοχεία και στα δωμάτια που οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες ανασυντάσσονται για να επιστρέψουν στην παγίδα που τους έλκει σαν μαγνήτης. Ο «Παίκτης» (1866) είναι μια μοναδική καταγραφή της κατάδυσης στον αδιέξοδο κόσμο του τζόγου και του εθισμού και μια λεπτομερής περιγραφή των συνεπειών στο πνεύμα και το σώμα των «χαμένων». Ως προς αυτά, ο Ντοστογιέφσκι βασίστηκε εν πολλοίς στις δικές του εμπειρίες από το κυνήγι της τύχης εν καιρώ πλήρους οικονομικής ένδειας. Το κλειστοφοβικό κλίμα στους ναούς του τζόγου που μεταφέρεται ακόμα και έξω από αυτούς, μια και οι πρωταγωνιστές είναι νομοτελειακά βέβαιο ότι θα επιστρέψουν για να ποντάρουν και το τελευταίο τους φιορίνι, δεν αφήνει καμιά αχτίδα φωτός να προσφέρει ελπίδα. Η ανθρώπινη φύση των παικτών του Ντοστογιέφσκι απομακρύνεται σταθερά από τη λογική, τη σύνεση, την οξυδέρκεια και βυθίζεται στον παρορμητισμό, την πλεονεξία, τον ανταγωνισμό. Πηγή «Ποντάρετε παρακαλώ!», τιτλοφορούν οι Μικέλ και Γκοντάρ το πρώτο κεφάλαιο του δικού τους «Παίκτη» όσο ακόμα υπάρχει μια πιθανότητα σωτηρίας. Οταν τα πράγματα δυσκολεύουν και το ταξίδι γίνεται αναντίστρεπτο, το δεύτερο κεφάλαιο αποκτά τον τίτλο «Τέλος τα πονταρίσματα…». Το τρίτο κεφάλαιο, αναμενόμενα, φέρει τον τίτλο «Αδιέξοδο, χάνει και χάνεται…» για να υπενθυμίσει ότι στην περίπτωση ενός εθισμού τέτοιου τύπου οι λέξεις «χάνω» και «χάνομαι» γίνονται συνώνυμα. Ο παίκτης του Ντοστογιέφσκι είναι ένας παίκτης χαμένος από χέρι, όπως συμβαίνει στη συντριπτική πλειονότητα των παικτών που ελπίζουν να γίνουν πλούσιοι από τύχη. Ο «Παίκτης» των Μικέλ και Γκοντάρ, με δεδομένη την αυταξία του ως ξεχωριστού έργου τέχνης, μη ανταγωνιστικού προς το πρωτότυπο, είναι μια σοβαρή προτροπή ανάγνωσης του «Παίκτη» του Ντοστογιέφσκι. Προσφέρει εξαιρετικά σχεδιασμένες εικόνες, εξελίσσεται σε ένα ζοφερό κλίμα χωρίς διαφυγή και, πάνω απ’ όλα, δεν αδικεί πολύ τον Φιόντορ, όπως ήλπιζε ο Μικέλ.
  11. Ένα πάντα επίκαιρο παραμύθι Τι καινούργιο μπορεί να προσφέρει ακόμη μία έκδοση του «Μικρού Πρίγκιπα»; Εχουν υπάρξει μέχρι τώρα αμέτρητες μεταφράσεις, προσαρμογές, κινηματογραφικές ταινίες, θεατρικές παραστάσεις, εικονογραφημένες εκδοχές, σειρές κινουμένων σχεδίων κ.λπ. Σε ποιους απευθύνεται; Και ποιους αφορά; Μια απάντηση μπορεί να είναι: «Μα, τους νέους αναγνώστες που δεν έχουν ακόμη προλάβει να διαβάσουν το βιβλίο!» Σωστά. Για τους ήδη γνώστες του, ωστόσο, που κατά συντριπτική πλειονότητα διατηρούν το βιβλίο σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης τους, το «brand name» που λέγεται Μικρός Πρίγκιπας, για να γίνει ελκυστικό, πρέπει να προσφερθεί με νέο περιτύλιγμα, με νέο τρόπο. Ο «Μικρός Πρίγκιπας» σε κόμικς (εκδόσεις Polaris) της εικοσιπεντάχρονης Στέλλας Στεργίου διαθέτει αυτό το πλεονέκτημα. Είναι βασισμένος στο αριστούργημα του Γάλλου συγγραφέα και πιλότου εμπορικών και πολεμικών αεροσκαφών Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί (1900-1944), αλλά μέσω των κόμικς το οπτικοποιεί προσφέροντας στους αναγνώστες του μια μοναδική εμπειρία γνωριμίας και οπτικής εξοικείωσης με λογοτεχνικά πρόσωπα και πράγματα όπως τα φαντάστηκε μια σύγχρονη δημιουργός. Επιπλέον, δεν αποτελεί ακόμα μια μετάφραση ενός γνωστού έργου. Αποτελεί τη μεταγραφή του έργου σε μια άλλη μορφή τέχνης. Κάτι που υποχρεώνει τη δημιουργό του νέου έργου να επιλέξει ποια από τα αποσπάσματα του πρωτοτύπου θα κρατήσει και ποια θα προσπεράσει. Αλλά, ακόμα πιο σημαντικό, αποτελεί μια προσωπική ματιά απέναντι σε πασίγνωστες περιγραφές και σκηνές που δημιουργούνταν μέσω του λόγου και τώρα αποκτούν το ορατό τους ανάλογο. Ο Μικρός Πρίγκιπας προσφέρεται, άλλωστε, για κάτι τέτοιο. Πρόκειται για ένα βιβλίο-ύμνο στα μικρά και απλά πράγματα που κάνουν πιο όμορφες τις ζωές των ανθρώπων και ταυτόχρονα για μια αλληλουχία πιθανών συμβολισμών, μεταφορών και αλληγοριών γύρω από την ύπαρξη. Κατά βάση είναι ένα θλιβερό βιβλίο για τη μοναξιά, τα χαμένα όνειρα, την αναζήτηση σκοπού, για την οδύνη που προκαλεί η συνειδητοποίηση της κατάστασής σου και της αδυναμίας σου να ερμηνεύσεις τον κόσμο με τη λογική όταν απουσιάζει η καρδιά. Ο Μικρός Πρίγκιπας γίνεται η φωνή της συνείδησης και της αθωότητας ενός αλλοτριωμένου ανθρώπου. Ενας πρίγκιπας που θα εξαφανιστεί τόσο απότομα όσο απρόσμενα εμφανίστηκε έχοντας προηγουμένως δώσει νόημα στη ζωή ενός αυταπατώμενου μεσήλικα. Και πώς οπτικοποιούνται όλα αυτά; Εδώ έγκειται η ιδιαιτερότητα του έργου της Στεργίου. Ακόμα κι αν ξέρεις και έχεις διαβάσει την ιστορία, οι εικόνες είναι συναρπαστικές. Ενα γκριζόμαυρο αεροπλάνο βυθισμένο στη χρυσοκόκκινη άμμο μιας ερήμου, ένας ροζ μικροσκοπικός πλανήτης, ουρανοί που αλλάζουν χρώματα, μια τρομακτική στην όψη αλεπού που όταν μιλά (; ) διαψεύδει κάθε φόβο, ένα πηγάδι στη μέση του πουθενά, τα βήματα στην άμμο ως θνησιγενή αποτυπώματα ενός σύντομου περάσματος. Και πάνω απ’ όλα οι εκφράσεις του Μικρού Πρίγκιπα: χαρά, λύπη, έκπληξη, απορία, θυμός, σε αντίστιξη με τον ανέκφραστο πιλότο που ανακαλύπτει σταδιακά το νόημα της ζωής (του; ) μέχρι να αισθανθεί και αυτός την εγκατάλειψη, έχοντας πρώτα βιώσει την εμπειρία της φιλίας. Της συμφιλίωσης με τον απωθημένο εαυτό του, τον κρυμμένο κάτω από το βάρος των συμβάσεων, των υποχωρήσεων, των απορρίψεων. Η Στεργίου επιτυγχάνει ιδιαίτερα σε αυτόν τον τομέα, στην απόδοση δηλαδή της παραισθητικής διάστασης του έργου. Κι αυτό γιατί μια από τις ερμηνείες του «Μικρού Πρίγκιπα» είναι ότι αποτελεί τη δημοσιοποίηση ενός ονείρου που εν τη εξελίξει του ακροβατεί μεταξύ ουτοπίας και εφιάλτη. Ο Εξιπερί και η Στεργίου δεν παίρνουν θέση και δεν δίνουν απαντήσεις αναφορικά με την κατάληξη αυτού του μοναχικού ταξιδιού στον ονειρικό κόσμο. Η μεγαλύτερη και σημαντικότερη ερώτηση «ποιος ήταν ο Μικρός Πρίγκιπας;» δεν θα απαντηθεί ποτέ. Ο πιλότος θα θυμάται πάντα όλα όσα σκέφτεται στον σπαρακτικό επίλογο του πρωτοτύπου, που ευφυώς η Στεργίου συμπτύσσει σε μια φράση του Μικρού Πρίγκιπα: «Τώρα άφησέ με. Θέλω να κάνω ένα βήμα μόνος μου» και σε μια εικόνα παρμένη από την «ερασιτεχνική» εικονογραφία του Εξιπερί: τον Μικρό Πρίγκιπα να κλείνει τα μάτια και να (μην) ατενίζει την αχανή έρημο που απλώνεται μπροστά του με το μοναχικό αστέρι στον ουρανό. Η επιλογή των εκδόσεων Polaris, μετά τη μεγάλη επιτυχία του «Ερωτόκριτου» από τους Παπαμάρκο, Ράγκο και Γούση, να εμπιστευτούν σε μια νέα δημιουργό την εικονοποίηση ενός εμβληματικού κλασικού έργου και τη μεταφορά του σε κόμικς ήταν ιδιαίτερα τολμηρή. Εκ του αποτελέσματος κρίνεται γενναία και απολύτως ορθή. Πηγή
  12. GreekComicFan

    Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ

    Τιμή Καταλόγου: 12€ Μετά από δύο διασκευές σε κόμικ της ιστορίας του μικρού πρίγκιπα που μας ήρθαν από το εξωτερικό, ήρθε η ώρα να το δούμε και από Ελληνίδα δημιουργό. Οι εκδόσεις Polaris συνεχίζουν να μας εκπλήσσουν με τις επιλογές τους, εκδίδοντας μια διασκευή του γνωστού βιβλίο του Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί από την Στέλλα Στεργίου. Αφαιρετικό και παραβολικό σεναριακά, χαριτωμένα παράξενο σχεδιαστικά, το άλμπουμ είναι σαφές πως απευθύνεται κυρίως σε παιδιά και όχι σε κυνικούς ενήλικες, αν και σαφώς μπορεί και να τους κερδίσει και αυτούς και να τους κάνει και για λίγο ξανά παιδιά, μιας και το σενάριο επιφυλλάσει ένα έξτρα εύρος για τους μεγάλους υπενθυμίζοντας τους αλήθειες που είχαν ξεχάσει, αποδομώντας τις συμβάσεις που είχαν αποδεχτεί. Η έκδοση για άλλη μια φορά σε έκδοση της Polaris, αναφέρει τον Γιώργο Γούση ως Καλλιτεχνικό επιμελητή εικονογράφησης, ότι και αν σημαίνει αυτό. Δείγμα από το άλμπουμ, παρμένο από το σάιτ του εκδότη. MikrosPrigkipasPolaris.pdf Το άλμπουμ υπάρχει διαθέσιμο και στην βιβλιοθήκη της ΛΕΦΙΚ, προσφορά της δημιουργού, και με αφιέρωση. Βιογραφικά Η διασκευή σε κόμικς από τον Joann Sfar Σειρά 6 τευχών από τις εκδόσεις Γράμματα.
  13. tik

    Ο ΠΑΙΚΤΗΣ

    Συμπληρωματική εικονογράφηση ελληνικής έκδοσης: Γιώργος Γούσης Τιμή: 10,50 Οι εκδόσεις Polaris έχουν αρχίσει να μας κακομαθαίνουν! Μετά το θρίαμβο του Ερωτόκριτου συνεχίζουν την εκδοτική τους παραγωγή με φρέσκα BD που τόσο μας λείπουν. Ο Παίκτης είναι μια διασκευή της κλασικής νουβέλας του Ντοστογιέφσκι σε κόμικς, με αρκετά τυπικό γαλλοβελγικό στιλ θα έλεγα. Η έκδοση είναι στα συνήθη υψηλά στάνταρ της Polaris. O Παίκτης στην Bedetheque, όπου μπορείτε να βρείτε εσωτερική σελίδα, αλλά και τα βιογραφικά των δημιουργών.
  14. Μια αξιόλογη αισθητικά έκδοση (όπως εξάλλου μας έχει συνηθίσει η Polaris), η οποία ωστόσο πέρασε απαρατήρητη από το φόρουμ. Ένα χρόνο αργότερα ίσως έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για παρουσίαση. Πρόκειται για διασκευή της διάσημης (καταραμένη την ονομάζουν ορισμένοι) τραγωδίας του Σέξπιρ. Πρωταγωνιστές αυτή τη φορά είναι τα ζώα του ζωολογικού κήπου του Στράτφορντ, πατρίδας του Σέξπιρ, τα οποία όταν το πάρκο κλείνει ανεβάζουν παραστάσεις με έργα του Δασκάλου. Από το αρχικό έργο έχει διατηρηθεί ο βασικός άξονας της πλοκής, με τις απαραίτητες τροποποιήσεις ώστε το κόμικς να πλησιάσει και το παιδικό κοινό, ενώ δεν λείπουν και οι χιουμοριστικές πινελιές. Λίγο βαρετό και αρκετά παιδικό μου φάνηκε για να πω την αλήθεια. Αντίθετα στον Γιάννη Κουκούλα φάνηκε ενδιαφέρον όπως μπορείτε να διαβάσετε στο αντίστοιχο πλούσιο και κατατοπιστικότατο άρθρο του Καρέ-Καρέ, το οποίο αναδημοσιεύεται και εδώ, στο φόρουμ. Στην ίδια σειρά κυκλοφόρησε η επίσης διάσημη τραγωδία “Ρωμαίος και Ιουλιέτα”
  15. Ο συν-δημιουργός του κόμικ της χρονιάς μας δίνει το απόλυτο commentary του έργου του. “Θέλαμε να κάνουμε κάτι που να ξεφύγει από τα στενά όρια της διασκευής,” μου λέει ο Γιώργος Γούσης καθώς ξεφυλλίζουμε τον τόμο του ‘Ερωτόκριτου’, το οποίο συνέγραψε (μαζί με το Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο) και σχεδίασε για λογαριασμό των Εκδόσεων Polaris. “Όταν σκεφτόμασταν ποιο κείμενο θα κάναμε είχαμε απορρίψει διάφορα γιατί δεν είχαν κάτι να δώσουν στο μέσο. Ο ‘Ερωτόκριτος’ είχε,” εξηγεί ο Γούσης, δικαιολογώντας το γιατί ήταν ο Κορνάρος που έκανε τη διαφορά για αυτούς. “Κατάλαβα ότι αυτός ο άνθρωπος όταν το έγραφε είχε ένα όραμα πολύ πιο γενικό από το να γράψει απλά ό,τι ήταν αυτό που γραφόταν στην εποχή του.” Ίσως αυτό εξηγεί εν μέρει και το γιατί η έκδοση αυτή έχει συναντήσει τόσο μεγάλη, άμεση επιτυχία. (Είναι πολλά πράγματα φυσικά. Η άρτια επιμέλεια και η συγγραφική δουλειά από ένα έξοχο τιμ. Η προσεγμένη έκδοση σε φτηνή τιμή, μόλις 10 ευρώ. Το εξαιρετικό αισθητικό αποτέλεσμα που ξεπερνά τα στάνταρ μιας τυπικής ‘κομιξικής διασκευής’.) Η αίσθησή μου διαβάζοντας τον ‘Ερωτόκριτο’ δεν ήταν πως έχω να κάνω με μια ακόμα ‘Κλασικά Εικονογραφημένα’ περίπτωση, αλλά με ένα έργο που στο μεγαλύτερο μέρος του δεν πρόδιδε καν την εξω-κομιξική προέλευσή του. Το βιβλίο αυτό είχε το ρυθμό, την αίσθηση, το λουκ ενός κανονικού κόμικ, δε νιώθεις σα να διαβάζεις μια περίληψη πραγμάτων που βρίσκονται αλλού, με τα γνωστά τεράστια επεξηγηματικά κουτάκια και τα ατελείωτα κείμενα. Η πρώτη στιγμή εντυπωσιασμού ήρθε στην πρώτη κιόλας σελίδα, με αυτή τη φανταστική χρωματική παλέτα νύχτας που έδωσε με το καλημέρα (ή το καλησπέρα τελοσπάντων) ένα σαφή αισθητικό τόνο. Ο Γούσης μου εξήγησε αναλυτικά τη διαδικασία του πώς βρήκαν με τον Παναγιώτη Πανταζή (για χρόνια συνεργάτες) τον κατάλληλο τόνο και το πώς υπογραμμίζεται άμεσα το ύφος της ιστορίας. Κι από εκεί, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο σελίδα-σελίδα, ο Γούσης μας ανέλυσε, σα να επρόκειτο για τον ηχητικό σχολιασμό στο DVD μιας ταινίας, πώς δημιουργήθηκε κάθε σκηνή-κλειδί του έργου, και τι κρυβόταν πίσω από πολλές αισθητικές ή σκηνοθετικές επιλογές του. “Αλλά όλα αυτά είναι μέσα στου ‘Ερωτόκριτου’ το κείμενο,” καταλήγει. “Εμείς απλά κάπως τα φωτίσαμε. Με τη ματιά του σήμερα.” Αυτός είναι ο σχολιασμός κάθε σκηνής. Όπως και με την περίπτωση του commentary σε μια ταινία, εξυπακούεται πως συζητούνται σκηνές μέχρι και το τέλος της ιστορίας, οπότε το ιδανικό θα ήταν να έχετε διαβάσει ήδη το κόμικ. Κάντε το, ο ‘Ερωτόκριτος’ είναι μια τέλεια προσθήκη για τη βιβλιοθήκη σας, όσο και ιδανικό για δώρο. Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ “Σκέφτηκα για την Αθήνα πως, σε μια τέτοια πόλη αφού δεν υπάρχει ηλεκτρισμός, θα είχε ατμόσφαιρα βαθιά. Η αθηναϊκή νύχτα έχει ξάστερο ουρανό και κάπως ισορροπούσε. Κι ουσιαστικά απεικονίζεται η θλίψη του κανταδόρου, έτσι το φαντάστηκα. Βγαίνει τη νύχτα και κάνει καντάδα σε μια κοπέλα που ελπίζει να τον ακούσει. Είναι ρομαντισμός, αλλά στη μελαγχολική του έκφανση. Είναι μια ιστορία που δεν έχει λιβάδια όπου τρέχουν κι αγαπιούνται.” “Σκέψου, ο Κορνάρος δεν περιγράφει πουθενά σκηνογραφία. Δηλαδή αυτή τη σκηνή παρακάτω που κάνουν τα κρυφά ραντεβού, τη φανταζόμουν πάντα με τη λογική ότι αυτός είναι πιο κάτω από εκείνην και προσπαθεί με αυτό τον τρόπο σα να σκαρφαλώνει τα βράχια. Προσπαθεί να τη φτάσει από το παράθυρο, κι αυτό μοιάζει με φυλακή. Είναι σα να προσπαθεί να μπει. Σα να είναι ελεύθερος και να μην είναι. Ένα μυστήριο πράγμα. Σαν μια φυλακή του έρωτα που αυτός προτιμά να είναι εκεί μέσα, παρά να είναι έξω.” ΣΑΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΦΗΒΟΙ “Όταν φτάνει η ιστορία στην κοπέλα ήθελα να φαίνεται σαν κάτι σύγχρονο, σαν μια έφηβη του σήμερα. Τη βλέπεις να τεντώνεται στο κρεβάτι, κάνει σα να κοιτάει το κινητό. Θα μπορούσε να έχει ένα iPad στο χέρι.” “Και στην σκηνή που είναι στο δωμάτιου εκείνου, που αράζουν κι αυτός κοιμάται στο πάτωμα, βλέπεις εκεί γύρω ένα λαούτο, βλέπεις σπαθιά. Ο τύπος είναι έφηβος μποέμ, το σπίτι του είναι εντελώς τηλεοπτικό. Σχεδόν βλέπεις κουτάκια μπύρας.” ΦΙΓΟΥΡΕΣ ΑΠΟ ΑΓΓΕΙΑ “Το πρώτο μου πρόβλημα ήταν πώς θα απεικονίσω τους δύο πρωταγωνιστές. Υπάρχει μια απεικόνιση του Θεόφιλου που έχουν μουστάκι και ξανθιά μπούκλα. Ήθελα κάτι αρχετυπικά Ελληνικό, να είναι δύο εντελώς μεσογειακές φιγούρες. Το πιο κοντινό ήταν των αγγείων οι μορφές αλλά δεν ήθελα να είναι και κλασικό. Οπότε έκανα το ανάποδο αγγείο που είναι όλο μαύρο. Υπάρχει το μελανόμορφο αγγείο που είναι άσπρο background και μαύρη φιγούρα και υπάρχει ερυθρόμορφο που είναι το αντίθετο. Εγώ το μαύρο το έβαλα μόνο στην τρίχα, είναι γυαλάδα, το πρόσωπο είναι σαν καραγκιόζης, όλο μαύρο. Το δοκίμασα να δω αν λειτουργεί και το κράτησα παντού. Και υπάρχει ελάχιστη σκιά. Αυτό θα ήταν hit ή θα ήταν miss.” Η ΜΑΓΙΣΣΑ “Η μάγισσα είναι εφεύρεση δικιά μας, δεν υπάρχει στο κείμενο. Ο Κορνάρος δεν δείχνει καν τη σκηνή. Αυτά τα τοπία, τα κτίσματα είναι στη Βόρεια Εύβοια στα βουνά πάνω, λέγονται Δρακόσπιτα, κανείς δεν ξέρει ποιος τα έφτιαξε. Στο πλαίσιο που θέλαμε όλα τα μέρη να είναι Ελληνικά, διαλέξαμε κάτι που να θυμίζει σπηλιά μάγισσας. Κι αυτή είναι μια κλασική φιγούρα μάγισσας, λίγο άφυλη.” “Θεώρησα ότι εφόσον έχει υπάρξει το φίλτρο, και υπάρχει η σκηνή που πάει ξανά στη μάγισσα, δε χρειάζονταν παραπάνω εξηγήσεις για την εμφάνιση του φίλτρου στο τέλος, θα ήταν τελείως πασιφανές. Αφού υπάρχει από την αρχή αυτό, δέχεσαι ότι υπάρχει μαγεία. Ότι αυτά γίνονται.” Ο ΛΑΟΚΟΩΝ “Είναι αναφορά στην αντίστοιχη ιστορία που είχε πάλι να κάνει με ένα γονέα κι ένα παιδί, που την έχει διώξει. Ο πατέρας εδώ είναι λίγο περίεργος χαρακτήρας, τη μία μπορεί να φανείς σοφός και την άλλη παράλογος. Η σκηνή που τρελαίνεται ο πατέρας μου αρέσει, και στο βιβλίο είναι ακόμα πιο απότομη, τρελαίνεται σε δευτερόλεπτα. Το κάνει όλο αυτό στα πλαίσία της εξουσίας της εποχής. Στο τέλος μαλακώνει πολύ.” BROMANCE “Μου αρέσει πολύ η σκηνή που είναι οι δυο φίλοι σε ένα μπαλκόνι και βλέπουν το λιμάνι. Μου αρέσει πολύ και σαν ρομαντική σκηνή, υπάρχει gay subtext. Αυτός είναι σα να έχει αισθήματα για τον Ερωτόκριτο. Είναι και η φωνή της λογικής. Είναι ο φίλος που λέει ‘έλα, ξεπέρνα το, αφού δε θα καταλήξει καλά’. Τον πιέζει να την ξεπεράσει. Γενικά όλοι οι χαρακτήρες θεωρούνται εκφάνσεις του Ερωτόκριτου. Αυτός είναι κάπως η συνείδησή του.” ΜΑΧΗ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ ΣΑΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ “Η μεγάλη μάχη είναι 7-8 σελίδες, σε δυο μέρη κιόλας. Εδώ εμφανίζεται ο Ερωτόκριτος αλλαγμένιος, και έπρεπε να είναι πειστικό ότι όντως σώζει το βασιλιά στη μάχη. Πρέπει να έχει μια πλοκή η μάχη, να φαίνεται πως όντως γίνεται πόλεμος. Η μονομαχία μετά είναι η κορύφωση του έργου, δε μπορούσαμε να δείξουμε τρεις γροθιές και μετά τέλος. Και δε μου αρέσει και καθόλου που βλέπεις μάχες και δεν ξέρεις τι γίνεται, σε σινεμά και σε κόμικς. Είχαμε δει και του Όμπεριν στο ‘Game of Thrones’ που ήταν και πωρωτικό και καταλάβαινες και μια πλοκή.” “Σκέφτηκα πώς θα είναι στον Ελληνικό ήλιο, σε αντίθεση με τα ιπποτικά της Αγγλίας που είναι βρεγμένα, μουντά. Εδώ θα ήταν πύρινη η φάση, θα έλιωναν στις πανοπλίες. Γι’αυτό το πύρινο το πράσινο του ήλιου. Είναι μια υπερβολή στα πλαίσια του να σε πείσει ένα παραμύθι. Είναι τελείως παράλογα τα χρώματα της μονομαχίας στο background. Πήγα πιο κοντά στα βυζαντινά, μια αγιογραφική απεικόνιση. Μόνο στρατιώτες οι οποίοι μάχονται μέχρι θανάτου.” “Πιο πολύ βασίστηκα στο να ακολουθώ ένα ρυθμό και τα χρώματα να δίνουν ένταση ή παύση, παρά να είναι ρεαλιστικά ή να βάζω από πίσω στρατιώτες. Ενώ μέχρι ένα σημείο βγάζει νόημα τι γίνεται, σταδιακά παύει, γιατί είναι πια σα να κάνουν έρωτα.” “Κι επίσης επίτηδες δεν έβαλα καθόλου σκηνή πανηγυρισμού για να μην περνάει ότι είναι μια νίκη. Έχουμε αλληλοσκοτωθεί, κανείς δεν κέρδισε, απλά με αυτό τον τρόπο έληξε ο πόλεμος. Δεν ήθελα να έχει κάτι το ηρωικό, ότι θριαμβεύσαμε. Και στο τέλος της ιστορίας αντίστοιχα πάλι δεν έχει πανηγύρι. Αυτό που αφορά το ζευγάρι λιγότερο είναι η εξουσία.” ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΑΙΜΑ “Η κονταρομαχία νωρίς στην ιστορία είναι ένα πανηγυράκι που δε μας καίει και πολύ, απλά θέλουμε να κερδίσει ο Ερωτόκριτος. Ενώ εδώ ουσιαστικά παίζεται όλη η ιστορία. Το πολύ ενδιαφέρον για μένα είναι ότι δεν κερδίζει ηρωικά, δεν κερδίζει αέρα ο Ερωτόκριτος αυτή τη φορά. Ουσιαστικά αλληλοσκοτώνονται. Γι’αυτό έχω βάλει να ενώνονται τα αίματά τους.” (ΠΟΠ) ΑΝΑΦΟΡΕΣ “Υπάρχει η σκηνή που τον μεταφέρουν μετά την μονομαχία ημιθανή οι άλλοι στρατιώτες μέσα στο παλάτι βάζοντας τον σε ένα σεντόνι, και το έχω πάρει από όλες τις απεικονίσεις πιετά που μεταφέρουν το νεκρό.” “Και εδώ μοιάζουν με δονκιχωτικές φιγούρες. Σαν μια ελάχιστη ξώφαλτση αναφορά. Θεωρούνται κοινής εποχής. Και επίτηδες αυτοί είναι τρισδιάστατοι και δεν μοιάζουν με τους άλλους χαρακτήρες.” ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ “Η αγαπημένη μου σκηνοθετικά σκηνή είναι η τελευταία, που ουσιαστικά το σενάριο ζητά μια αίθουσα γεμάτη κόσμο, και γίνεται ο γάμος. Επίτηδες έχω πλάνο που είναι δυο άδειες καρέκλες, που έχουν παρατήσει εκεί κορώνες, τα πάντα, κι ουσιαστικά τρέχουν να πάνε στο δωμάτιο να κάνουν σεξ. Κι αυτός είναι τόσο χαρούμενος που ουσιαστικά απλά ακουμπά μια κολώνα, ίσα ακουμπά το μάρμαρο, τα πόδια του δεν πατάνε στιβαρά. Φεύγουν σχεδόν στα κρυφά, είναι μια φάση μέθεξης. Και φιλιούνται έξω από το δωμάτιο, πριν προλάβουν να μπούνε μέσα. Εκείνη τον τραβάει μέσα. Δηλαδή εντάξει, ΟΚ η εξουσία, αλλά η φάση είναι να κάνουμε έρωτα. Και ουσιαστικά ένα τεράστιο έπος γεμάτο μάχες τελειώνει απλά σε μια κλειστή πόρτα.” *Ο ‘Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου’ κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Polaris. Πηγη
  16. Ο Ερωτόκριτος σε κόμικ Οι δημιουργοί του «ελληνικού Game of Thrones» εξηγούν πώς ένα κείμενο του 17ου αιώνα μπορεί να μετατραπεί σε ποπ ανάγνωσμα. Του Δημήτρη Θεοδωρόπουλου, για το Βήμαgazino: «Ξέχνα τον! Είστε από διαφορετικούς κόσμους. Αυτή η σχέση είναι αδύνατο να προχωρήσει. Ερωτας είναι, θα σου περάσει. Δεν είσαι δα και η πρώτη που ερωτεύτηκε!». «Νομίζεις ότι το διάλεξα να πονάω γι' αυτόν; Ο έρωτας περνάει μόνο αν τον ζήσεις!». Αυτός ο διάλογος της ερωτευμένης Αρετούσας με την επιφυλακτική παραμάνα της, από το graphic novel «Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου» των Γιώργου Γούση, Δημοσθένη Παπαμάρκου και Γιάννη Ράγκου (εκδ. Polaris), θα μπορούσε να εμφανίζεται σε ένα σύγχρονο ερωτικό μυθιστόρημα. Οι σκηνές της επικής μάχης των Αθηναίων με τους Βλάχους, οι εντάσεις, οι μονομαχίες, το σασπένς, το σπλάτερ θα μπορούσαν να εμφανίζονται σε μια ελληνική προσαρμογή του «Game of Thrones». Ο λόγος που διαπνέει όλο το κόμικ είναι νεοελληνικός, πεζός, ενώ παρεμβάλλονται αυτούσια αποσπάσματα από τον αυθεντικό «Ερωτόκριτο», σαν λεζάντες. Τα χρώματα της αρχαίας Αθήνας είναι ατμοσφαιρικά, παραμυθένια, μεσογειακά. Η σύνθεση των στοιχείων από την έμμετρη μυθιστορία του «Ερωτόκριτου» του Βιτσέντζου Κορνάρου, μια ιστορία που συνήθως διδασκόμασταν επιφανειακά στο μάθημα των Νέων Ελληνικών, είναι εντυπωσιακή. Οι δημιουργοί του κόμικ που κυκλοφόρησε πρόσφατα, ο βραβευμένος διηγηματογράφος Δημοσθένης Παπαμάρκος και ένας από τους πιο ταλαντούχους κομίστες της Ελλάδας, ο Γιώργος Γούσης, εξηγούν το σκεπτικό πίσω από αυτό το τόσο ενδιαφέρον μεσογειακό fantasy. Ο Παπαμάρκος, συγγραφέας του βραβευμένου «Γκιακ», μιλάει για την προσαρμογή των διαλόγων: «Στους διαλόγους, στα μπαλονάκια δηλαδή, χρησιμοποιήσαμε νεοελληνικό πεζό λόγο χωρίς νεολογισμούς. Φυσικά, το περιεχόμενο των διαλόγων ορίστηκε από το πρωτότυπο κείμενο του Κορνάρου. Με άλλα λόγια, κρατήσαμε το νόημα, απλώς κάναμε το έμμετρο πεζό. Στα αφηγηματικά μέρη, στις λεζάντες, πήραμε αυτούσια αποσπάσματα από τον αυθεντικό "Ερωτόκριτο", και συγκεκριμένα από τα μέρη όπου μιλάει ο ποιητής, και τα ταιριάξαμε με τις αντίστοιχες εικόνες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χρειάστηκε να επέμβω και να συνθέσω τα δίστιχα που χρησιμοποιήθηκαν "μοντάροντας" στίχους που δεν βρίσκονταν πλάι πλάι στο αρχικό κείμενο». Πόσο εύκολο είναι να μετατρέψεις ένα κλασικό κείμενο του 17ου αιώνα σε σύγχρονο κόμικ; Ο Γιώργος Γούσης εξηγεί: «Ο Ερωτόκριτος είναι ένα έργο που δεν ανήκει μόνο στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση, αλλά και σε αυτή της Αναγέννησης. Ως τέτοιο, αντλεί στοιχεία από διαφορετικές εποχές και πολιτιστικές παραδόσεις (π.χ. της κλασικής αρχαιότητας, του Βυζαντίου, της δυτικής Αναγέννησης κ.τ.λ.), τις οποίες, ωστόσο, μάλλον υπαινίσσεται γλωσσικά, παρά περιγράφει με ακρίβεια. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι που το κάνει ιδιαίτερα πρόσφορο για μεταφορά σε κόμικ, αφού επιτρέπει μια ελευθερία όσον αφορά την ανάπλαση ενός νέου φανταστικού κόσμου με πλήθος στοιχείων από διάφορους υπαρκτούς πολιτισμούς. Θεώρησα πως για μένα αυτό ήταν μια πρόκληση με την οποία ήθελα να αναμετρηθώ. Αντλήσαμε στοιχεία από τη ζωγραφική, την αρχιτεκτονική, τον ρουχισμό αλλά και τον οπλισμό όλων τον διαφορετικών πολιτιστικών παραδόσεων που συνδυάζει το πρωτότυπο έργο και μετά προσπάθησα να τα συνθέσω έτσι ώστε να φαίνονται οργανικά. Η δυσκολία ήταν ότι το κολάζ που ήθελα να φτιάξω έπρεπε στο τέλος να μην ξενίζει, να μην εντυπωσιάζει μόνο τον αναγνώστη, αλλά κυρίως να τον πείθει». Το έργο καταπιάνεται ακροθιγώς με σύγχρονα και διαχρονικά ζητήματα, όπως ο φεμινισμός, η δύναμη του έρωτα, το χάσμα των ταξικών διαφορών, ο σύγχρονος (αλλά όχι αργκό) λόγος δύο νέων ανθρώπων μέσα από τις δυστοπίες της κάθε εποχής. Και όλα αυτά με μια ποπ ανάγνωση της αρχαίας Ελλάδας. Είναι μια εντυπωσιακή δουλειά, όπως όλες όσες γίνονται με τόσο μεράκι. * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 5 Ιουνίου 2016
  17. Tου κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνου και του τροχού που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου, και του καιρού τ’ αλλάματα που αναπαημό δεν έχου, μα στο καλό κ’ εις το κακό περιπατούν και τρέχου και των αρμάτω οι ταραχές, έχθρητες και τα βάρη, του Eρωτα η εμπόρεση και της φιλιάς η χάρη, αυτάνα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέρα ν’ αναθιβάλω και να πω τα κάμαν και τα φέρα σ’ μια κόρη κ’ έναν άγουρο που μπερδευτήκα ομάδι σε μια φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. Kι όποιος του πόθου εδούλεψε εισέ καιρό κιανένα ας έρθη για ν’ αφουκραστή ό,τι ,ναι εδώ γραμμένα. Aφουκραστήτε το λοιπό... Το έμμετρο ερωτικό μυθιστόρημα του Βιτσέντζου Κορνάρου αποτέλεσε για αιώνες το δημοφιλέστερο ανάγνωσμα του ελληνισμού. Kαι παρόλο που επικρίθηκε ως ευτελές λαϊκό δημιούργημα («εξάμβλωμα» το χαρακτηρίζει ο Kοραής και «μυθιστόρημα για τις υπηρέτριες» ο Mιστριώτης), επηρέασε όσο κανένα άλλο κείμενο τη νεοελληνική ποίηση από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη. Σήμερα θεωρείται ως ένα από τα αριστουργήματα της Αναγέννησης σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. Αυτό το ιπποτικό έπος του Κορνάρου κυκλοφορεί τώρα για πρώτη φορά σε graphic novel, χάρη στην πρωτότυπη ιδέα τριών δημιουργών. Ο Γιώργος Γούσης (σχέδιο) και οι Δημοσθένης Παπαμάρκος και Γιάννης Ράγκος (σενάριο) μετέτρεψαν την κλασική έμμετρη μυθιστορία των αρχών του 17ου αιώνα σε ένα ελληνικό fantasy, στο οποίο συνυπάρχουν ανεκπλήρωτοι έρωτες και ισχυροί δεσμοί φιλίας, πολιτικές συμμαχίες και βίαιες μάχες, κώδικες τιμής και φεμινιστικά «μοτίβα», με το στοιχείο της μαγείας να διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο. Ο Γ. Γούσης επιλέγει κινηματογραφικά πλάνα και μαζί με τον Παναγιώτη Πανταζή (συνεργάστηκε στο χρώμα) επιλέγουν ποπ χρώματα δημιουργώντας σύγχρονες και ταυτόχρονα παραμυθένιες εικόνες. Παράλληλα, καθώς η ιστορία του Ερωτόκριτου -αν και τυπικά εξελίσσεται στην αρχαία Αθήνα- χρησιμοποιεί στοιχεία από ποικίλες ιστορικές εποχές και διαφορετικούς πολιτισμούς (κλασική αρχαιότητα, Βυζάντιο, Αναγέννηση, Ενετοκρατία κ.α.), η εικονογράφηση συνθέτει έναν κόσμο που δεν ανταποκρίνεται σε καμία συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα, αλλά αντλεί από στοιχεία της ελληνικής τέχνης όλων των περιόδων, με τον ίδιο τρόπο που η γλώσσα του Κορνάρου αντλεί από την ελληνική γλωσσική παράδοση. Στους διαλόγους υιοθετείται ένας λιτός και στρωτός νεοελληνικός λόγος, με απόλυτο σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο του Κορνάρου. Στην αφήγηση περιλαμβάνονται αυθεντικά αποσπάσματα (δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι στην κρητική διάλεκτο) με ελάχιστες προσαρμογές, ως μια σκόπιμη «σύνδεση» με το γλωσσικό ιδίωμα του εμβληματικού αυτού έργου. Παρακάτω μπορείτε να πάρετε μια ιδέα του έργου μέσα από τις πρώτες, εντυπωσιακές σελίδες του βιβλίου. Και το σχετικό link...
  18. Ο «Ερωτόκριτος» στον κόσμο του κόμικς ΣΠΥΡΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Ο τρόπος που έχουν απεικονιστεί οι φιγούρες, φέρνει στον νου μορφές από αρχαία ελληνικά αγγεία. Οι λεπτομερείς ιπποτικές στολές εντυπωσιάζουν. Η σκηνοθεσία δείχνει μελέτη σε βάθος. Οι σκηνές τρέχουν, υπάρχει ένταση και αγωνία. Κάποια καρέ, ειδικά αυτά με τις μάχες, είναι άξια θαυμασμού, ζωντανά, γεμάτα δυναμισμό. Και η ίδια η ιστορία, από τις καντάδες του Ερωτόκριτου με το λαγούτο στο παραθύρι της Αρετούσας μέχρι το τελικό σμίξιμο των δύο τραγικών ηρώων, ξεδιπλώνεται με ρυθμό. Οι Γιώργος Γούσης, Δημοσθένης Παπαμάρκος και Γιάννης Ράγκος διασκεύασαν σε graphic novel τον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου, και οι έμμετροι και ομοιοκατάληκτοι στίχοι του εμβληματικού έπους του 17ου αιώνα απεικονίζονται σε καρέ και συνοδεύουν αυτά. Αλλοτε αυτούσιοι και άλλοτε μεταφερμένοι στη δημοτική. Πρώτο καρέ, νύχτα στην Ακρόπολη και γύρω από αυτήν. Σκούρο μπλε ο ουρανός, κάποια άστρα. Αναμμένες φλόγες στολίζουν με πορτοκαλιές σκιές τα οικοδομήματα της αρχαίας Αθήνας. Ο ποιητής γράφει: «Στους περαζόμενους καιρούς που οι Ελληνες ορίζα/ και που δεν είχε η πίστη τους θεμέλιο μηδέ ρίζα/ εις την Αθήνα που ήτανε της μάθησης η βρώσις/ και το θρονί της αφεντιάς κι ο ποταμός της γνώσης/ τότ’ ένας νέος φρόνιμος που ’χε καιρού θεμέλιο/ του Ερωτα εγίνηκε παιχνίδι του και γέλιο», ακολουθούν και άλλες λίγες λεζάντες παρμένες από το πρωτότυπο. Ο δεκαπεντασύλλαβος στίχος του Κορνάρου υπάρχει διακριτικά· στις αρχές των κεφαλαίων ή των σκηνών, για να θυμίζει τη γλώσσα στην οποία γράφτηκε το μεγάλο έπος. Οταν όμως πηγαίνουμε στους διαλόγους, ο λόγος γίνεται σύγχρονος. Από τις ατελείωτες στροφές των διαλόγων του πρωτοτύπου έχει κρατηθεί η ουσία. Και έχει έρθει στο σήμερα, με φράσεις που συμβαδίζουν με την αισθητική ενός fantasy κόμικς. Στα «μπαλονάκια» η γλώσσα είναι καθαρή, στρωτή και «ιπποτική» – νεολογισμοί και αργκό δεν χωρούν στον «Ερωτόκριτο». Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος (συγγραφέας της εξαιρετικής συλλογής διηγημάτων «Γκιακ», εκδ. Αντίποδες) και ο Γιάννης Ράγκος (δημοσιογράφος και συγγραφέας των αστυνομικών μυθιστορημάτων «Η στάση του εμβρύου» και «Μυρίζει αίμα», εκδ. Ινδικτος) είναι οι σεναριογράφοι του κόμικς, οι οποίοι ακολούθησαν πιστά το πρωτότυπο όσον αφορά την πλοκή, αφήνοντας βέβαια πολλά απ’ έξω, αλλά τηρώντας τη βασική γραμμή των γεγονότων. Ακολουθήθηκε ακόμη και ο αναχρονισμός που υπάρχει στο έργο του ποιητή. Ο Κορνάρος δεν τοποθέτησε τον Ερωτόκριτο σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά σε μια αόριστη προχριστιανική Αθήνα, χωρίς δωδεκάθεο, με στοιχεία από την ιταλική Αναγέννηση, όπως τους ιπποτικούς αγώνες. Οπότε, αυτό που παρουσιάζουν στο κόμικς οι δημιουργοί –οι οποίοι δείχνει να άνοιξαν πολλά βιβλία, εγχειρίδια και ιστοσελίδες– είναι ένα χαρμάνι από αρχαία Αθήνα, μεσαιωνική, βυζαντινή, αναγεννησιακή και βενετσιάνικη. Το άχρονο και πολυπολιτισμικό σκηνικό είναι ταιριασμένο αρμονικά, χωρίς παραφωνίες, δεν ξενίζει τον αναγνώστη, ενώ προσδίδει ένα παραμυθένιο στοιχείο στο όλο περιβάλλον. Οι σεναριογράφοι πρώτη φορά καταπιάνονται με το κόμικς, όπως πρώτη φορά και ο σχεδιαστής Γιώργος Γούσης δοκιμάζεται σε κόμικς μεγάλης φόρμας (86 σελίδες), καθώς το βιογραφικό του μέχρι πρότινος μετρούσε ολιγοσέλιδες ιστορίες (κάποιες από τις οποίες συλλέγονται στον τόμο: «Ιστορίες από τις αθώες εποχές», εκδ. ΚΨΜ). Και ο Γούσης μάς εκπλήσσει ευχάριστα. Εχει χειριστεί το θέμα με ικανότητα. Γραμμές καθαρές, χαρακτήρες εκφραστικοί, καλοστημένα σκηνικά, κάποια έξυπνα «κοψίματα» της σελίδας σε καρέ κι ένας αέρας από άλλες εποχές, πολύ παλιές. Ο Γούσης καταφέρνει το σχέδιό του να ανταποκρίνεται στα σημερινά μοτίβα των κόμικς, να είναι επικό, αλλά να έχει παράλληλα κάτι το απροσδιόριστα αρχαιοελληνικό και μεσαιωνικό μαζί. Το χρώμα, που έκανε μαζί με τον Παναγιώτη Πανταζή (από τον οποίο αξίζει να αναζητήσετε το κόμικς του «Μαρμελάδα κεράσι», αυτοέκδοση), δεν ξεφεύγει και ενισχύει το σχέδιό του. Και όσον αφορά τις μαζικές μάχες και τις μονομαχίες, οι οποίες χορογραφήθηκαν βάσει αναγεννησιακών εγχειριδίων οπλομαχητικής αλλά και με επιρροές από τα manga, είναι γεμάτες δύναμη και ζωντάνια. Και οι μάχες, σε αυτό το ελληνικό fantasy graphic novel, είναι πολλές και σκληρές, προκειμένου ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα να δώσουν το πρώτο τους φιλί. ​​«Ερωτόκριτος». Σενάριο: Δημοσθένης Παπαμάρκος και Γιάννης Ράγκος. Σχέδιο: Γιώργος Γούσης. Εκδόσεις Polaris Πηγή Παρουσίαση της έκδοσης Άλλο άρθρο για το έργο. Δεύτερο άρθρο για το έργο. Τρίτο άρθρο για το έργο.
  19. Μπορεί να δημιουργήθηκε τον 17ο αιώνα, εξακολουθεί όμως να είναι πηγή έμπνευσης τόσο για μουσικές παραστάσεις που αναμιγνύουν την ροκ με τα ηπειρώτικα, όσο και για συγγραφείς και εικονογράφους που τολμούν μια νέα προσέγγιση στο διαχρονικό έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου. Το έμμετρο ερωτικό μυθιστόρημα, που αν και παλαιότερα επικρίθηκε ως ένα ευτελές λαϊκό δημιούργημα, αποτέλεσε για αιώνες το δημοφιλέστερο ανάγνωσμα του ελληνισμού και σήμερα βιώνει μία ακόμα νιότη μέσα από τα μάτια σύγχρονων καλλιτεχνών. Προκειμένου να εντοπίσουμε το στοιχείο που κάνει τους νέους δημιουργούς να επιστρέφουν στο κείμενο που επηρέασε όσο κανένα τη νεοελληνική ποίηση, μιλήσαμε με την ομάδα που μετέτρεψε τον Ερωτόκριτο σε κόμικ, αλλά και με τον Δημήτρη Αποστολάκη των Χαΐνηδων. To graphic novel που θυμίζει Game of Thrones Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, βραβευμένος συγγραφέας και ένας εκ των δύο διασκευαστών, μας εξηγεί ότι «Ο Ερωτόκριτος είναι ένα έργο που δεν ανήκει μόνο στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση, αλλά και σε αυτή της Αναγέννησης. Ως τέτοιο αντλεί στοιχεία από διάφορες ιστορικές εποχές και πολιτισμικές παραδόσεις –π.χ. της Κλασσικής Αρχαιότητας, του Βυζαντίου, της Βενετίας και της δυτικής Αναγέννησης, κλπ.- κι έτσι συνθέτει έναν κόσμο αμάλγαμα όλων αυτών, τον οποίο ωστόσο μάλλον υπαινίσσεται γλωσσικά, παρά περιγράφει με ακρίβεια». Ο Γιώργος Γούσης, ο σχεδιαστής κόμικ που ανέλαβε την εικονογράφηση του έργου, προσθέτει ότι «αυτό το χαρακτηριστικό είναι που κάνει το έργο του Κορνάρου ιδιαίτερα πρόσφορο για μεταφορά σε κόμικ, αφού επιτρέπει μία ελευθερία όσον αφορά την ανάπλαση ενός νέου φανταστικού κόσμου με πλήθος στοιχείων από διάφορους υπαρκτούς πολιτισμούς», ενώ ο δεύτερος διασκευαστής, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Γιάννης Ράγκος, αναφέρεται στην αγάπη της ομάδας για το πρωτότυπο κείμενο: «Κάθε διασκευή έργου δεν μπορεί παρά να έχει ως αφετηρία της αυτή την αγάπη». Όπως εξηγούν η πρόταση της διασκευής ενός κλασσικού έργου της νεοελληνικής λογοτεχνίας σε κόμικ ήρθε από τους ανθρώπους του εκδοτικού οίκου “Polaris”. «Στο τραπέζι έπεσαν διάφοροι τίτλοι έργων συγγραφέων όπως ο Βιζυηνός, ο Παπαδιαμάντης κ.ά., τα οποία ωστόσο απορρίφθηκαν για διάφορους λόγους το καθένα. Κάποια στιγμή, ο Δημοσθένης πρότεινε τον "Ερωτόκριτο", αλλά επειδή σε ένα κόμικ ο δημιουργός που επωμίζεται το πιο κοπιώδες μέρος της δουλειάς, και γι’ αυτό πρέπει να μπορεί να οραματιστεί το έργο ως το τέλος, είναι ο σχεδιαστής, τα μάτια έπεσαν στον Γιώργο. Εκείνος ανταποκρίθηκε αμέσως και με ενθουσιασμό και στην συζήτηση που ακολούθησε η επιλογή οριστικοποιήθηκε». Οι βασικές προκλήσεις που αντιμετώπισαν ήταν δύο: Η πρώτη είχε να κάνει με την επιλογή της γλώσσας. Ο Δημοσθένης εξηγεί: «Ο Ερωτοκριτος όπως όλοι γνωρίζουμε είναι γραμμένος σε λόγο ποιητικό, σε στίχους. Αποφασίσαμε λοιπόν όσον αφορά τους διαλόγους, τα "μπαλονάκια", να αποδώσουμε μεν το νόημα του πρωτότυπου κειμένου του Κορνάρου, αλλά σε έναν πεζό νεοελληνικό λόγο απαλλαγμένο όσο το δυνατόν από νεολογισμούς. Κάτι τέτοιο, εκτός από συνεπές με την τέχνη των κόμικς, διευκολύνει κατά πολύ την ανάγνωσή του από τα παιδιά, τα οποία είναι ένα κοινό που το συγκεκριμένο κόμικ δεν θέλει να αποκλείσει. Όμως, θα ήταν αδιανόητο για εμάς να υπάρξει αυτό το κόμικ και να λείπει η αυθεντική γλώσσα του Κορνάρου. Έτσι, στα μέρη του αφηγητή, στις λεζάντες που λέμε, παρατίθενται αυθεντικά αποσπάσματα από το πρωτότυπο έργο με ελάχιστες προσαρμογές». Η δεύτερη πρόκληση ήταν ο μεγάλος όγκος της έρευνας που έπρεπε να γίνει έτσι ώστε να βρεθούν τα «υλικά» με τα οποία θα χτιζόταν, από την αρχή σχεδόν, οι εικόνες του κόσμου του Ερωτόκριτου. Όσον αφορά την εικονογράφηση, ο Γιώργος αναφέρει πως «μεγάλη πρόκληση συνάντησα στη σκηνοθεσία και τον ρυθμό της αφήγησης της εικόνας. Και την αντιμετώπισα χρησιμοποιώντας πιο σύνθετα και μοντέρνα μοτίβα που αντλούν τις επιρροές τους ακόμα και από τα ασιατικά κόμιξ». Οι κεντρικοί ήρωες Ο Γιώργος εξηγεί πως προσπάθησαν να μείνουν όσο πιο πιστοί γίνεται στη χαρακτηρολογία που μας δίνει ο Κορνάρος, «όμως σε ορισμένες περιπτώσεις για λόγους συμπύκνωσης της αφήγησης του κόμικ ενσωματώσαμε σε κάποιους δευτερεύοντες χαρακτήρες στοιχεία από πρόσωπα που ο ρόλος τους ήταν διαδικαστικός για την εξέλιξη της πλοκής. Με άλλα λόγια, αφού αναλύσαμε σε βάθος τους ήρωες του δράματος αναδείξαμε αυτά τα χαρακτηριστικά τους που κρίναμε ότι βρίσκονται σε συμφωνία με τους αφηγηματικούς μας στόχους». Όσον αφορά τους δύο πρωταγωνιστές, τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα και το πώς προσεγγίζεται η θέση της γυναίκας στο έργο, ο Γιώργος αναφέρει πως «στέκονται ισότιμα τόσο όσον αφορά τη μεταξύ τους σχέση, αλλά και στο κομμάτι που αφορά την επιρροή που έχουν οι πράξεις του καθένα τους στην εξέλιξη της ιστορίας. Και οι δύο συγκρούονται, με τον δικό τους τρόπο, στο ταξικό εμπόδιο που μπαίνει στην σχέση τους από τον βασιλιά και πατέρα της Αρετούσας ο οποίος εκπροσωπεί την εξουσία. Ο Ερωτόκριτος δεν είναι πρίγκιπας, είναι απλά ευγενής, γιός πιστού συμβούλου του βασιλιά, και γι΄αυτό η πρότασή του να παντρευτεί την Αρετούσα παίρνει διάσταση προσβολής των θεσμών και της εξουσίας. Η πρόταση όμως έχει έρθει μετά από πίεση της Αρετούσας προς τον Ερωτόκριτο. Κι ενώ ο Ερωτοκριτος εξορίζεται, η Αρετούσα επίσης φυλακίζεται ως αποτέλεσμα της αντίθεσής της στην επιθυμία του βασιλιά πατέρα της να την παντρέψει παρά τη θέλησή της. Βλέπουμε δηλαδή έναν αγώνα του ατόμου για προσωπική ελευθερία απέναντι στην καταπιεστική εξουσία κάθε μορφής, αλλά και της γυναίκας για την κατάκτηση του ισότιμου λόγου απέναντι στον εξουσιαστικό ανδρικό λόγο που εκπροσωπείται από την πατριαρχική φιγούρα του βασιλιά». Ο Γιάννης συμπληρώνει: «Aν σκεφτούμε δε ότι το έργο γράφτηκε στις αρχές του 17ου αιώνα, μπορούμε να καταλάβουμε ότι μιλάμε για κάτι το ανατρεπτικό ειδικά όσον αφορά την θέση της γυναίκας στα ιπποτικά μυθιστορήματα της δύσης, όπου η γυναίκα εμφανίζεται συνήθως ως "λάφυρο" ενώ τα νήματα της ιστορίας κινούν κυρίως οι άνδρες. 
Γι’ αυτό και στο εξώφυλλο η Αρετούσα ακουμπάει μαζί με τον Ερωτόκριτο στο ξίφος προβάλλοντας τον εαυτό ως ισάξια με τον άνδρα όχι μόνο στο παιχνίδι του έρωτα, αλλά και σε αυτό του αγώνα για την κοινωνική χειραφέτηση και την κατάκτηση της εξουσίας». Καθώς στο πρωτότυπο κείμενο ο Κορνάρος δεν περιγράφει αναλυτικά τις μορφές των πρωταγωνιστών, ο Γιώργος επέλεξε να καταφύγει στην Αρχαία Ελληνική τέχνη, και συγκεκριμένα στην αγγειογραφία, για να βρει την τεχνοτροπία που κατά τη γνώμη του προσφερόταν για την απόδοση των προσώπων. «Αυτό γίνεται περισσότερο φανερό παραδείγματος χάριν στις νυχτερινές σκηνές, όπου οι ανθρώπινες φιγούρες μοιάζουν βγαλμένες από μελανόμορφα αρχαιοελληνικά αγγεία. Όσον αφορά τα χρώματα επιλέξαμε μαζί με τον Παναγιώτη Πανταζή πιο "χτυπητούς" τόνους, για να τονίσουμε το παραμυθικό στοιχείο της αφήγησης. Στις ατμόσφαιρες διαλέξαμε σαν "πρωταγωνιστή" το αττικό φως και τις ξάστερες νύχτες της καλοκαιρινής Ελλάδας. Από εκεί και πέρα, όλη η σκηνογραφία κι ενδυματολογία είναι μία σύνθεση από αρχιτεκτονικά ρεύματα, ενδύματα, οπλισμούς, κλπ διάφορων εποχών και πολιτισμών που κρίναμε ότι ο απόηχός τους καταγράφεται στο έργο του Κορνάρου. Ο Δημοσθένης, χάρη στις γνώσεις του ως ιστορικός με βοήθησε πολύ σε αυτό το κομμάτι της έρευνας όπως και στη δύσκολη δουλειά της χορογράφησης των μαχών, τις οποίες αποφασίσαμε να αναπαραστήσουμε για λόγους ρεαλισμού στηριζόμενοι σε αναγεννησιακά εγχειρίδια οπλομαχητικής. Την ίδια λογική ακολουθήσαμε και για τα αρχιτεκτονήματα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το παλάτι του βασιλιά το οποίο είναι βασισμένο στα σχέδια του Καρλ Φρίντριχ Σίνκελ για το παλάτι του Όθωνα στην Ακρόπολη. Ο Γιάννης, με τη γνωστή του αγάπη για την Αθήνα, τα είχε στη συλλογή του και τα πρόσφερε σαν από μηχανής θεός όταν χρειάστηκε». Η μέθοδος και η συνεργασία Αν και η επιλογή της ομάδας ήταν να μείνουν όσο το δυνατόν πιο πιστοί στο πνεύμα του έργου του Κορνάρου διευκρινίζουν πως η διασκευή σε ένα άλλο αφηγηματικό μέσο, εν προκειμένω το κόμικ, προϋποθέτει την μετάβαση σε έναν διαφορετικό κώδικα με τους δικούς του κανόνες, τους οποίους επίσης οφείλει κανείς να υπηρετήσει πιστά. «Άλλωστε, σε μια διασκευή είναι εξίσου αναγκαίο να είσαι πιστός στο πρωτότυπό σου και ταυτόχρονα "ασεβής" προς αυτό. Διαφορετικά, αν δεν έχεις κάτι νέο να πεις, η διασκευή είναι κενή νοήματος». Ανθρώπινες σχέσεις, έρωτας, κοινωνικές ανισότητες και συγκρούσεις: Είναι τελικά αυτά τα στοιχεία μιας καλής, διαχρονικής ιστορίας; Ο Δημοσθένης απαντά: «Ο Ερωτόκριτος έχει καθιερωθεί ως έργο κλασσικό. Το βασικό χαρακτηριστικό ενός κλασσικού έργου είναι ότι είναι διαχρονικό, άρα και σύγχρονο σε κάθε εποχή. Τα μοτίβα και τα θέματα που θίγει αλλά και ο τρόπος που χτίζει την πλοκή του δεν είναι μονάχα εξαιρετικός, αλλά και καινοτόμος σε σύγκριση με τα δυτικά ιπποτικά μυθιστορήματα, στην παράδοση των οποίων ανήκει.» Ο Γιάννης, αναφερόμενος στη στιχουργική δεινότητα του Κορνάρου συμπληρώνει ότι «Δεν είναι υπερβολή να μιλήσουμε για ένα αριστούργημα της Ελληνικής γλώσσας. Βέβαια στο κόμικ υπάρχει ένα μικρό σχετικά δείγμα αυτού, το οποίο προσπάθησε ο Γιώργος να το αναπληρώσει με την εικόνα και τον ρυθμό της αφήγησης. Το αν τα κατάφερε θα το κρίνουν οι αναγνώστες, πάντως ο στόχος ήταν αυτός». Όσο για το αν θα επιχειρήσουν και άλλες διασκευές έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας σε κόμικ, απαντούν καταφατικά, αν και προς το παρόν έχουν όλοι επιστρέψει στα προσωπικά τους πρότζεκτ, τα οποία είχαν «παγώσει» για όσο καιρό δουλεύανε πάνω στον Ερωτόκριτο. «Σίγουρα, θα ακολουθήσουν από τις εκδόσεις Polaris κι άλλες διασκευές στις οποίες θα συμμετέχουν είτε κάποιοι από εμάς είτε άλλοι δημιουργοί» καταλήγουν. «Για μένα, το κεντρικό πρόσωπο του έργου δεν είναι ούτε ο Ερωτόκριτος ούτε η Αρετούσα» Τη δική τους ανάγνωση στο έργο του Κορνάρου, πλαισιωμένη από ποικίλα μουσικά μοτίβα (μεταξύ αυτών κρητικά, ηπειρώτικα, ανατολίτικα, τζαζ, αλλά και ροκ) παρουσιάζουν την Πέμπτη 21 Απριλίου στη Θεσσαλονίκη οι Χαΐνηδες, σε συνεργασία με την ομάδα χορού και ακροβασίας «Κι όμως κινείται». Ο Δημήτρης Αποστολάκης των Χαΐνηδων εξηγεί τον βαθύτερο λόγο της επιλογής του Ερωτόκριτου ως εξής: «Nομίζω ότι ήταν η ανάγκη κατάδυσής μας σε πρώτες αρχές. Η συναισθηματική φτώχεια και η αρρυθμία της ζωής μας αντανακλάται στη φτώχεια και την αρρυθμία της πλαστικής, στιλιζαρισμένης, ξύλινης γλώσσας που χρησιμοποιούμε. Έτσι λοιπόν, σαν έντομα που πηγαίνουν προς το φως, καταφύγαμε στον Ερωτόκριτο, την απαρχή της ποικιλότητας κι ευρυθμίας της νεοελληνικής γλώσσας. Επίσης μέσα από το έπος καταδεικνύονται η ανάδυση του ατομικού φαντασιακού της Αναγέννησης, ο νεοπλατωνισμός, τα προδαρβινικά σπέρματα, η αντεξουσία της αρχαίας τραγωδίας, η κυκλικότητα του χρόνου των κατά φύσιν κοινωνιών και η μητρογραμμική απαρχή της ιστορικότητας. Για μένα, το κεντρικό πρόσωπο του έργου δεν είναι ούτε ο Ερωτόκριτος ούτε η Αρετούσα. Είναι η παραμάνα της η Νένα». Επισημαίνει ότι ο «Ερωτόκριτος» είναι το μόνο έπος στην Ευρώπη που ζούσε στην προφορική παράδοση μέχρι και πριν 20 χρόνια και εξηγεί πως είχε την τύχη να είναι από τους τελευταίους που τον έμαθαν έτσι. «Τον είδα δηλαδή, να λειτουργεί -όπως τα Ομηρικά έπη στην αρχαιότητα- σαν έργο αναφοράς και σαν αξιακό αρχέτυπο: στα χείλη απλών ανθρώπων, στην παρέα τους, στην εργασία τους, στη μοναξιά τους. Επομένως η τραγουδαφήγηση των "Χαΐνηδων" δεν μπορεί να μοιάζει με αναίμακτες τουριστικές θεατροποιήσεις, με έντεχνες τραγουδιστικές μελούρες ή κραυγές αυτάρεσκης κρητολαγνείας, που μας βομβαρδίζουν κατά κόρον». Όσο για το κατά πόσο ο κόσμος γνωρίζει ή πράγματι έχει διαβάσει τον Ερωτόκριτο αναφέρει πως μάλλον η πλειονότητα του κόσμου γνωρίζει μόνο μια στροφή: «Τ’ άκουσες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα/ο κύρης σου με ξόρισε στης ξενιτιάς τη στράτα». «Δεν είναι κακό να γνωρίζουμε λίγα. Είναι η αρχή για να μάθουμε περισσότερα». Ερμηνεύοντας τη διαχρονικότητα του κειμένου ο Δημήτρης Αποστολάκης μιλάει για την αξία του «αίσιου τέλους»: «Όπως λέει κι ο Μπόρχες, το ανώτερο είδος λογοτεχνίας είναι η ποίηση και το ανώτερο είδος ποίησης είναι το έπος. Γιατί μόνο στο έπος δικαιολογείται το αίσιο τέλος. Σκεφτείτε ότι οποιοδήποτε ποίημα ή στίχος έχει αίσιο τέλος φαίνεται γελοίο, σε μια εποχή κατατεθλιμμένων ατομικοτήτων, παρηκμασμένων μύθων, που μαστίζεται από έλλειψη τελετών και οραμάτων. Γι’ αυτό είναι γοητευτικά -και σπάνια- τα έπη. Επειδή μόνο σ’ αυτά νοιώθει δικαιωμένη η ανθρώπινη ύπαρξη». Info βιβλίου: Γιώργος Γούσης, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Γιάννης Ράγκος (2016). Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου. Αθήνα: Polaris Την ομάδα θα τη βρείτε στο Comicdom Con Athens που βρίσκεται αυτές τις μέρες σε εξέλιξη (15, 16 & 17 Απριλίου), αλλά και στο The Comic Con στη Θεσσαλονίκη (6 - 8 Μαΐου). Info παράστασης: Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου. Χαΐνηδες – Κι όμως κινείται 21 Απριλίου, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης Και το σχετικό link...
  20. Ένα μοντέρνο, γοητευτικό και ιστορικά τεκμηριωμένο graphic novel ξαναζωντανεύει ένα εμβληματικό κείμενο της Κρητικής Αναγέννησης. Είναι ο «Ερωτόκριτος» του Βιτσέντζου Κορνάρου. Δέκα χιλιάδες δώδεκα στίχοι μιας έμμετρης ερωτικής μυθιστορίας των αρχών του 17ου αιώνα ζωντανεύουν σε 449 ζωηρόχρωμα καρέ ενός εικονογραφημένου αφηγήματος του 21ου αιώνα. Είναι ο Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου, που για πρώτη φορά αναπτύσσεται σε ένα graphic novel 86 σελίδων (εκδ. Polaris) με τρόπο γοητευτικό όσο και ουσιαστικό, αναδεικνύοντας τον συναρπαστικό κόσμο αυτού του κορυφαίου έργου της Κρητικής Αναγέννησης, αλλά ταυτόχρονα και το πνεύμα του συγγραφέα του. Το υπογράφουν ο ταλαντούχος κομίστας Γιώργος Γούσης (εικονογράφηση) μαζί με τον βραβευμένο διηγηματογράφο του Γκιακ και ιστορικό Δημοσθένη Παπαμάρκο και τον έμπειρο ερευνητή δημοσιογράφο και συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων Γιάννη Ράγκο (κείμενο). Και οι τρεις έχουν ως πυξίδα τους τη λογοτεχνία κι έτσι, ξεπερνώντας τα όρια της τέχνης των comics, απευθύνονται και στο δικό της νεανικό κοινό. Δημοσθένης Παπαμάρκος, Γιάννης Ράγκος Ο Ερωτόκριτος των Γούση, Παπαμάρκου, Ράγκου κατατάσσεται ειδολογικά στα λεγόμενα έργα Fantasy. Όμως εδώ δεν κυριαρχεί το δυτικότροπο κλίμα των κέλτικων ή των σκανδιναβικών μύθων που έχει επηρεάσει αυτό το είδος όσο και η επιστημονική φαντασία. Εδώ έχουμε ένα «μεσογειακό fantasy» χωρίς προηγούμενο, «ελληνικό Game of Thrones» το χαρακτηρίζει ο Ράγκος, που παρουσιάζει ένα ιπποτικό μυθιστόρημα λουσμένο στο μεσογειακό φως, όπου τα μόνα δάση είναι οι ελαιώνες, όπου τα άνυδρα τοπία ορίζονται από «του γλαυκού το γειτόνεμα», όπου η κατοικία μιας μάγισσας μοιάζει με τα δρακόσπιτα της Καρύστου και όπου κάθε αρχιτεκτονικό, ενδυματολογικό, στρατιωτικό στοιχείο της εικονογράφησης είναι τεκμηριωμένο μέχρι κεραίας. Βενετοκρητικός με φιλολογικά ενδιαφέροντα, μεγάλη κτηματική περιουσία στη Σητεία και δραστήρια παρουσία στη δημόσια ζωή του Χάνδακα, ο Κορνάρος άρχισε να εξιστορεί τον έρωτα και τα βάσανα του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, μετά το 1590. Ηταν 40άρης και ολοκλήρωσε το έργο στα 60 του, το 1613-14, χρονιά του θανάτου του, στον Χάνδακα («Κάστρο»), το σημερινό Ηράκλειο, όμως τοποθέτησε τις περιπέτειες των δύο νέων σε μια υποθετική και άχρονη αρχαιότητα. Η αφήγησή του είναι χωρισμένη σε πέντε μέρη, τα οποία ο Παπαμάρκος και ο Ράγκος ακολουθούν στο σενάριο του graphic novel χωρίς αλλαγές στην πλοκή ούτε αυθαιρεσίες, παρά μόνο συμπτύξεις, όμως τοποθετούν τη δράση στο πιο σύνθετο σύμπαν του Κορνάρου. Ένα σύμπαν πολυεθνοτικό και πολυπολιτισμικό -το σημερινό ζητούμενο- όπου οι μνήμες της κλασικής αρχαιότητας και του Βυζαντίου συγκατοικούν με την ενετική κουλτούρα της Αναγέννησης, με την ανατολίτικη κουλτούρα των Αράβων και των Οθωμανών, καθώς και με την κουλτούρα των βαλκανικών εθνοτήτων. Ο συγγραφέας περισσότερο το υπαινίσσεται παρά το περιγράφει -όταν π.χ. αναφέρεται στο ρηγόπουλο του Βυζαντίου που διεκδικεί την Αρετούσα ή το έθνος των Βλάχων- αλλά ο Γούσης ανασυστήνει αυτό το σύμπαν στα παλάτια και στις πόλεις, στις κονταρομαχίες και στα πεδία της μάχης, στα δώματα ή, στα στάδια και στα λιμάνια, με αναφορές σε διάσημα έργα τέχνης, με εμπνευσμένη σκηνοθεσία, εξπρεσιονιστικό φωτισμό και εναλλαγές στην ατμόσφαιρα του κάθε επεισοδίου. Οι δημιουργοί του graphic novel δεν εστιάζουν μονάχα στην ερωτική ιστορία των δύο νέων, αλλά με διεισδυτικότητα και θαυμαστή οικονομία υποβάλλουν και το πλαίσιό της ή τις συγκρούσεις που την καθορίζουν, όπως είναι: οι ταξικές διαφορές, η αμφισβήτηση της εξουσίας, τα ηθικά διλήμματα, ο πρώιμος φεμινισμός, οι σχέσεις με τους άλλους λαούς, ο πόλεμος και τα δεινά του. Έτσι η λυρική αφήγηση του Κορνάρου αποκτά δραματικό βάθος και διασταυρώνεται με τους προβληματισμούς του σύγχρονου κοινού. Οι χαρακτήρες μιλούν μεταξύ τους την προφορική γλώσσα του σήμερα. Όμως σε εκείνα τα επεισόδια όπου ο αφηγητής περιγράφει και σχολιάζει το πλαίσιο της δράσης, παρεισφρέει και ο ιδιωματικός και υπέροχα πλούσιος λόγος του Κορνάρου. Ένας λόγος μουσικός, γοητευτικός για το σύγχρονο αυτί, γραμμένος σε ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο, που πλησιάζει τη γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών. Όπως σημειώνει στην «Εφ.Συν.» ο Παπαμάρκος: «Το γεγονός ότι μείναμε κοντά στο πρωτότυπο κείμενο είναι αυτό που μας έδωσε την ελευθερία για μια νέα ανάγνωση, η οποία αναδεικνύει στοιχεία από το έργο του Κορνάρου που έχουν μείνει υποφωτισμένα. Εμείς δεν είδαμε στον Ερωτόκριτο ένα “παλιωμένο” κείμενο που θελήσαμε να το κάνουμε “μοντέρνο”. Ισα-ίσα, πήραμε ένα κείμενο που πιστεύουμε πως είναι μοντέρνο και, μέσα από τη γλώσσα των κόμικς, προσπαθήσαμε να δείξουμε γιατί είναι μοντέρνο». O homo universalis, η φεμινίστρια και το αίμα Στους περαζόμενους καιρούς που οι Έλληνες ορίζα κι που δεν είχε η πίστη τως θεμέλιο μηδέ ρίζα εις την Αθήνα που ήτανε της μάθησης η βρώσις και το θρονί της αφεντιάς κι ο ποταμός της γνώσης, τότ’ ένας νέος φρόνιμος που ‘χε καιρού θεμέλιο, του Έρωτα εγίνηκε παιγνίδι του και γέλιο Έτσι ανοίγει το graphic novel Ερωτόκριτος: με τον λόγο του Κορνάρου και με μια συμπλοκή στη νυχτερινή Αθήνα. Ο μεταμφιεσμένος Ερωτόκριτος, με την υποστήριξη του φίλου του Πολύδωρου, κάνει ερωτική καντάδα κάτω από τα δώματα της Αρετούσας, η οποία αγνοεί ποιος είναι αλλά έχει γοητευτεί. Όμως στο μεταξύ ο πατέρας της, ο βασιλιάς Ηράκλης, έχει στείλει τη φρουρά του να μάθει την ταυτότητα του μυστηριώδη τραγουδιστή. Οι δυο νέοι αρνούνται να την ακολουθήσουν και τότε αποδεικνύεται ότι ο 18χρονος Ερωτόκριτος είναι καλός στο σπαθί όσο είναι και στο τραγούδι. Δυο φρουροί πέφτουν νεκροί και οι δυο φίλοι ξεφεύγουν στα σοκάκια της πόλης. Το επεισόδιο αναφέρεται από τον Κορνάρο στους στίχους 509-586, αλλά οι δημιουργοί του graphic novel το επέλεξαν ως αφετηριακό, δίνοντας έτσι και το στίγμα της δικής τους ανάγνωσης: μιας ανάγνωσης που προβάλλει την κοινωνική διαδικασία πίσω από την ερωτική ιστορία. «Ο Ερωτόκριτος δεν είναι ένα έργο τύπου Ρωμαίος και Ιουλιέτα με αίσιο τέλος», σχολιάζει ο Παπαμάρκος. «Η αγάπη των δύο νέων δεν είναι απλά ένα πάθος. Είναι τα κοινά “θέλω” τους, αντιμέτωπα με την καθεστηκυία τάξη. Ο νεαρός Ερωτόκριτος είναι ένας homo universalis που εξορίζεται επειδή αμφισβήτησε τη θέληση του βασιλιά». Αλλά και η Αρετούσα, συμπληρώνει απ’ την πλευρά του ο Γιάννης Ράγκος, «είναι μια πρώιμη φεμινίστρια που φυλακίζεται επειδή επιμένει πως ένας γάμος με οποιονδήποτε άλλον θα ήταν χειρότερος από φυλακή». Αντίστοιχα διαφοροποιημένη από την στερεότυπη ανάγνωση είναι η ματιά των Γούση-Παπαμάρκου-Ράγκου στις σκηνές των μαχών και των συμπλοκών που βρίθουν στο έργο του Κορνάρου. Το graphic novel του Ερωτόκριτου περιλαμβάνει πολύ βίαιες σκηνές, ρεαλιστικά εικονογραφημένες, αλλά πουθενά δεν εξιδανικεύεται ο πόλεμος όπως συμβαίνει στα αμερικανικά κόμικς Υπερηρώων. Αντίθετα επισημαίνονται τα τραύματα που προκαλεί στην κοινωνία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η άγρια μονομαχία του Ερωτόκριτου με τον Άριστο, που κρατά πέντε σελίδες. Ο Ερωτόκριτος έχει επιστρέψει από την εξορία μεταμορφωμένος σε «Άλλο», σε Σαρακηνό, και έχει σώσει τον βασιλιά Ηράκλη στη μάχη με τους Βλάχους. Είναι ο «καλός ξένος» τον οποίο ο Κορνάρος προβάλλει σε μια εποχή σύγκρουσης των Ενετών με τους Οθωμανούς. Και τώρα θα μονομαχήσει με τον πρόμαχο των Βλάχων για να κριθεί η έκβαση του πολέμου. Οι πολεμιστές είναι στην αρχή έφιπποι με λόγχη ο ένας και δόρυ ο άλλος, έπειτα μένουν με ξίφος και πέλεκυ αντίστοιχα, και τελικά αλληλομαχαιρώνονται με εγχειρίδια. Όμως όταν πέφτουν, το αίμα του ενός συναντά το αίμα του άλλου. Ψαγμένος και πειστικός Δεν ήταν φανατικός των κόμικς ο 30χρονος Γιώργος Γούσης, ούτε σπούδασε κινηματογράφο, κι όμως η εικονογράφηση του Ερωτόκριτου είναι αντάξια ενός καλλιτέχνη εξοικειωμένου με την έβδομη και με την ένατη τέχνη. Ο Γούσης σπούδασε γραφιστική στα ΤΕΙ, εργάστηκε ως εικονογράφος σε διάφορα έντυπα και σήμερα παραδίδει μαθήματα κόμικς σε φροντιστήριο. Το 2011 έκανε το ντεμπούτο του στην εικονογραφημένη αφήγηση με το άλμπουμ "Ιστορίες από τις αθώες εποχές" (εκδ. ΚΨΜ), που αντανακλά την ορμή και την αυτοκαταστροφική τάση των νέων στα χρόνια της κρίσης. Στη συνέχεια ξεκίνησε με τον Γ. Ράγκο ένα «βαλκανικό» graphic novel εμπνευσμένο από τους ληστές Ρετζαίους της Ηπείρου και εκεί, έπειτα από πρωτοβουλία των εκδόσεων Polaris, μπήκε σφήνα το έργο του Κορνάρου. «Το στοίχημά μου», σημείωσε στην «Εφ.Συν.» ο Γούσης, «ήταν ένα graphic novel που να μη μιμείται ούτε τα ξένα πρότυπα ούτε και τον εμβληματικό Ερωτόκριτο του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου». Ο Γούσης διάλεξε λοιπόν να δώσει στους χαρακτήρες αγγειομορφικά πρόσωπα που παραπέμπουν στον μυθιστορηματικό χρόνο του Κορνάρου, αλλά για την κίνησή τους επεξεργάστηκε την τεχνική των γιαπωνέζικων manga. Εκανε όλα τα σχέδια στο χέρι και δούλεψε σε Η/Υ μονάχα το χρώμα (μαζί με τον Παναγιώτη Πανταζή). Για το παλάτι του βασιλιά Ηράκλη χρησιμοποίησε ως πρότυπο τα σχέδια του Βαυαρού αρχιτέκτονα Σίνκελ, που είχε οραματιστεί το παλάτι του Όθωνα πάνω στην Ακρόπολη. Για τον οπλισμό και τη χορογραφία των πολεμιστών βασίστηκε σε στοιχεία που συγκέντρωσε ο Παπαμάρκος από αναγεννησιακά εγχειρίδια οπλομηχανικής, πίνακες κ.ά. Και επέμεινε στις λεπτομέρειες. «Πίστευα από την αρχή πως εάν καταφέρω να γίνω πειστικός, το graphic novel θα στείλει αναγνώστες και στο πρωτότυπο κείμενο». Και το σχετικό link...
  21. Προσοχή. Από τη δεύτερη εικόνα και μετά το άρθρο δίνει την πλοκή κεφάλαιο-κεφάλαιο Οπότε, εάν δεν γνωρίζετε την υπόθεση, ίσως να ήταν σκόπιμο να μην το διαβάσετε μετά από εκείνη τη φωτογραφία και να περιοριστείτε στο κείμενο ανάμεσα στις 2 φωτογραφίες που δίνει κάποια γενικά στοιχεία για το κόμικ ==== Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Γιώργος Γούσης εξηγούν πώς μετέτρεψαν το κλασικό ιπποτικό μυθιστόρημα σε ένα εξαιρετικό ελληνικό fantasy. Οι χαρακτήρες είναι δύο νέοι άνθρωποι που συμπεριφέρονται σαν δύο σύγχρονοι νέοι ως προς την κινησιολογία, το στήσιμο του σώματος. Δεν μιλούν την αργκό των πιτσιρικάδων, ο λόγος στα μπαλονάκια είναι ένας στρωτός, νεοελληνικός, πεζός λόγος, απαλλαγμένος από νεολογισμούς, βασισμένος πιστά στον Κορνάρο... Ο Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου, μiα έμμετρη μυθιστορία σε κρητική διάλεκτο του 17ου αιώνα, είναι ένα έργο απ' το οποίο όλοι περνούν ξώφαλτσα στο μάθημα των Νέων Ελληνικών, αλλά ελάχιστοι γνωρίζουν πραγματικά το στόρι του. «Ξέρουμε τον Ερωτόκριτο, αλλά ουσιαστικά δεν τον ξέρουμε» λέει ο Δημοσθένης Παπαμάρκος. «Ό, τι εικόνα έχουμε προέρχεται από τη λαϊκή τέχνη, τον Θεόφιλο, κάτι που σε έναν πιτσιρικά φαντάζει μίζερο. Δεν ξέρεις την πλοκή, τον πλούτο των περιστατικών, ξέρεις μόνο για τον έρωτα του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας. Είναι ένα κλασικό ιπποτικό μυθιστόρημα με ανατροπές και εντάσεις, γρήγορες σκηνές, μονομαχίες, "αγωνία" για το τι θα γίνει στο τέλος, σαν να βλέπεις μια ταινία δράσης. Διαδραματίζεται στην Αθήνα, ενώ οι πιο πολλοί έχουν την εντύπωση ότι διαδραματίζεται στην Κρήτη, και μέσα από το βασικό μοτίβο του ανεκπλήρωτου έρωτα δύο νέων θίγονται θέματα διαχρονικά, όπως η φιλία, η γενναιότητα, η τιμή». Η μετατροπή του σε graphic novel ήταν μεγάλη πρόκληση, έτσι, με τον Δημοσθένη και τον Γιάννη Ράγκο στο κείμενο και τον Γιώργο Γούση στο σκίτσο, το έργο του Κορνάρου πήρε μορφή κόμικ με μια εντελώς σύγχρονη «σκηνοθεσία». «Με ενδιέφερε ο Ερωτόκριτος και δούλεψα με μεράκι» λέει ο Γιώργος. «Συνειδητοποίησα ότι το έργο έχει εικόνες και δράση, αλλά δεν έχει περιγραφή, δεν τη σκηνογραφεί, έχει κοστούμια αλλά, κι αυτά δεν τα περιγράφει. Επίσης, είναι άχρονο, μόνο ο τόπος, η Αθήνα, ορίζεται, οπότε είχα την άνεση να κάνω ό,τι ήθελα. Και κάναμε ένα ελληνικό fantasy». «Προσέξαμε ώστε τα στοιχεία που εφευρίσκουμε να τα αντλούμε πάντοτε από κάτι ιστορικό και μετά να το μετασχηματίζουμε για τις ανάγκες του κόμικ» προσθέτει ο Δημοσθένης. «Αυτό μας οδήγησε στο να χορογραφήσουμε τις μάχες βάσει αναγεννησιακών εγχειριδίων οπλομαχητικής, κάτι που για έναν νέο αναγνώστη θα είναι φρέσκο, δεν θα είναι η ψεύτικη μάχη που έχεις συνηθίσει να βλέπεις σε ένα κόμικ». «Τα πλάνα είναι ποπ, είναι σύγχρονα, είναι παραμυθένια, νομίζω ότι κερδίζουν τις εντυπώσεις» λέει ο Γιώργος. «Όλες οι μορφές είναι στηριγμένες στις γραμμές των μορφών από τα αρχαία ελληνικά αγγεία. Αυτή η επιλογή έκανε το έργο ακόμα πιο μοντέρνο, γιατί διαπιστώσαμε ότι αυτό το φέρνει πιο κοντά στο manga» συνεχίζει ο Δημοσθένης. «Η φιγούρα του νεαρού Ερωτόκριτου στο εξώφυλλο είναι βασισμένη στον Κανόνα του Πολυκλείτου, τον "δορυφόρο", τα χέρια των δύο ερωτευμένων συμπλέκονται πάνω στο σπαθί για να δείξουμε ότι η γυναίκα είναι ισότιμη με τον άντρα. Δεν είναι καθόλου αυτό που περιμένεις να δεις. Δεν είναι νέα ανάγνωση, έτσι ήταν πάντα, απλώς δεν το έβλεπε κανείς». «Οι χαρακτήρες είναι δύο νέοι άνθρωποι που συμπεριφέρονται σαν δύο σύγχρονοι νέοι ως προς την κινησιολογία, το στήσιμο του σώματος. Δεν μιλούν την αργκό των πιτσιρικάδων, ο λόγος στα μπαλονάκια είναι ένας στρωτός, νεοελληνικός, πεζός λόγος, απαλλαγμένος από νεολογισμούς, βασισμένος πιστά στον Κορνάρο. Με έναν τρόπο, το ότι μείναμε πιστοί στο κείμενο μας βοήθησε πολύ στη διαδικασία τού να χτίσουμε τον κόσμο του κόμικ – είναι μια σύνθεση που αντλεί από στοιχεία της ελληνικής τέχνης όλων των περιόδων, με τον ίδιο τρόπο που η γλώσσα του Κορνάρου αντλεί από όλη την ελληνική γλωσσική παράδοση. Η αυλή του βασιλιά επιλέξαμε να είναι βυζαντινότροπη, ενώ οι στρατιώτες του είναι αναγεννησιακοί, η Αθήνα είναι μία μείξη από αρχαία Αθήνα, μεσαιωνική, βυζαντινή, βενετσιάνικη. Η αχρονία βοήθησε και στο σχέδιο, όπου κάναμε μια μείξη από πολλές χρονικές περιόδους και πολλούς πολιτισμούς. Η γλώσσα υποδείκνυε πού να κινηθείς. Η Αρετούσα είναι φεμινίστρια της εποχής και έρχεται σε απόλυτη σύγκρουση με τον πατέρα της και για ταξικούς λόγους, γιατί εκείνος δεν την αφήνει να παντρευτεί τον Ερωτόκριτο, επειδή είναι κατώτερης τάξης». Το στόρι; Ο Ερωτόκριτος, γιος ενός συμβούλου του βασιλιά από μια τάξη κατώτερη, αγαπάει την Αρετούσα, κόρη του βασιλιά. Αυτός, μεταμφιεσμένος, κάνει καντάδα στην Αρετούσα. Μαγεύονται όλοι, ακόμα και ο βασιλιάς, που στέλνει φρουρά να συλλάβει τον μυστικό τροβαδούρο και σε μια συμπλοκή σκοτώνονται δύο φρουροί. Εκεί ξεκινάει η ιστορία. Το πρώτο κεφάλαιο τελειώνει εκεί όπου οι δύο νέοι συνειδητοποιούν ότι ο ένας αγαπάει τον άλλο. Η αχρονία βοήθησε και στο σχέδιο, όπου κάναμε μια μείξη από πολλές χρονικές περιόδους και πολλούς πολιτισμούς... Στο δεύτερο κεφάλαιο, ο βασιλιάς διοργανώνει μια κονταρομαχία για τη θλιμμένη Αρετούσα με γόητες της εποχής. Σε αυτήν παίρνει μέρος ο Ερωτόκριτος και κερδίζει. Είναι η πρώτη φορά που οι δύο νέοι έρχονται σε επαφή και βλέπει ο ένας τον άλλο. Στο τρίτο κεφάλαιο αρχίζουν να συναντιούνται κρυφά με τη βοήθεια της νταντάς. Η Αρετούσα λέει στον Ερωτόκριτο: «Έλα να με ζητήσεις». Στέλνει τον πατέρα του στον βασιλιά κι αυτός τον διώχνει κακήν κακώς, για τη μεγάλη προσβολή που του έκανε. Του χαρίζει τη ζωή, αλλά εξορίζει τον γιο του. Ο βασιλιάς θέτει το ζήτημα σε επίπεδο πολιτικό, του λέει πως με αυτό που κάνει αμφισβητεί την εξουσία, ακυρώνει το status του. Με έναν τρόπο, το ότι μείναμε πιστοί στο κείμενο μας βοήθησε πολύ στη διαδικασία τού να χτίσουμε τον κόσμο του κόμικ – είναι μια σύνθεση που αντλεί από στοιχεία της ελληνικής τέχνης όλων των περιόδων, με τον ίδιο τρόπο που η γλώσσα του Κορνάρου αντλεί από όλη την ελληνική γλωσσική παράδοση... Στο τέταρτο κεφάλαιο ο βασιλιάς ανακοινώνει στην κόρη του ότι θα την παντρέψει με τον Ρηγόπουλο του Βυζαντίου, αυτή αρνείται, της κόβει τα μαλλιά και τη φυλακίζει μαζί με την νταντά. Ο καιρός περνάει, ο Ερωτόκριτος είναι εξορία και στο μεταξύ ξεσπάει ο πόλεμος των Βλάχων με τους Αθηναίους. Στον πόλεμο ο Ερωτόκριτος επιστρέφει με αλλαγμένη μορφή (από τα μάγια μιας μάγισσας) ως Σαρακηνός πολεμιστής, παίρνει μέρος σε διάφορες μάχες, ενώ ξεχωρίζει και σώζει τον βασιλιά σε μια κρίσιμη μάχη. Εδώ, ως Σαρακηνός, επικοινωνεί και με την αρθούρια παράδοση της Δύσης. Στον κύκλο του βασιλιά Αρθούρου υπάρχει και ένας μαύρος ιππότης, τον οποίο αργότερα βλέπεις και στον Σαίξπηρ, στον Οθέλλο. Είναι πολύ ωραίο που και ο Κορνάρος γράφει ένα έργο που είναι ενταγμένο πλήρως στην παράδοση της Αναγέννησης. Όταν φτάνουν σε ισοπαλία στη μάχη, προτείνουν μονομαχία που θα κρίνει τον νικητή και ο Ερωτόκριτος-Σαρακηνός αντιπροσωπεύει το βασίλειο της Αθήνας. Ο Ερωτόκριτος κερδίζει, αλλά είναι σχεδόν ημιθανής. Τον γυρίζουν στο παλάτι, στο δωμάτιο της Αρετούσας, τον γιατρεύουν και κάποια στιγμή ο βασιλιάς τον πλησιάζει και του λέει «σου δίνω το βασίλειό μου». Εκείνος του απαντά ότι δεν θέλει το βασίλειο, θέλει την κόρη του για γυναίκα του και προσπαθεί να την πείσει να τον παντρευτεί. Στο τέλος, ενώ της λέει ότι ο Ερωτόκριτος είναι νεκρός και αυτή σπαράζει, πίνει το φίλτρο, αλλάζει μορφή και ξαναγίνεται ο Ερωτόκριτος. Παντρεύονται και τελειώνει το κόμικ λίγο πριν μπουν στο δωμάτιο την πρώτη νύχτα του γάμου... ==== Πηγή
  22. Τιμή: 22€ Το κόμικ αυτό το είχα πετύχει από τις 15 Νοεμβρίου στο Public της Κέρκυρας. Μάλλον σπάει το ρεκόρ αργοπορίας παρουσίασης μιας καινούργιας έκδοσης. Μιας και μου το χάρισαν προχτές, ας κλείσουμε λοιπόν το κενό αυτό. Βασίζεται, όπως φαίνεται και από τον τίτλο, στο ομώνυμο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Χρόνη Μίσσιου. Πρωτοεκδόθηκε τον Απρίλιο στη Γαλλία από την Futuropolis, διασκευασμένο από τον Sylvain Ricard και τη Μυρτώ Ράις, εικονογραφημένο από τον Daniel Casavane. Η ελληνική έκδοση κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο σε έναν γερό σκληρόδετο τόμο. Μπορείτε να διαβάσετε τις πρώτες σελίδές της εδώ. Αντιγράφω το οπισθόφυλλο και την εισαγωγή: Το πρωτότυπο βιβλίο είναι ένα ενιαίο κομμάτι κειμένου, χωρίς κεφάλαια ή ενότητες, και με πολλές αναδρομές στο παρελθόν ή το μέλλον του συγγραφέα. Αν δεν διαβαστεί προσεκτικά, μπερδεύει τον αναγνώστη. Στο κόμικ, τώρα, έχουν γίνει προσπάθειες ώστε να βελτιωθεί η δομή. Κάθε φορά που αλλάζει η τοποθεσία στην οποία βρίσκεται ο ήρωας, μια ολοσέλιδη σελίδα παρουσιάζει την περιοχή: Βίδο, Κέρκυρα, Αθήνα, Κασσαβετεία, Μακρόνησος... Ακόμα, έχουν μειωθεί τα διάφορα περιστατικά που αναφέρονται στο βιβλίο (και δεν έχουν άμεση σχέση με την κύρια πλοκή), όπως γράφει και η εισαγωγή παραπάνω. Το σχέδιο επίσης αποδίδει τις προηγούμενες δεκαετίες και τις διάφορες περιοχές ρεαλιστικά. Θεωρώ πως το κόμικ αποτελεί μια πολύ καλή διασκευή. Νομίζω όμως πως αν κάποιος το ευχαριστηθεί, αξίζει να διαβάσει και το βιβλίο. Υπάρχουν σκέψεις και αισθήματα που δύσκολα αποτυπώνονται σε εικονογραφημένη μορφή. Προαναγγελία της ελληνικής έκδοσης
  23. Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς Graphic Novel από το βιβλίο του Χρόνη Μίσσιου Ντανιέλ Καζανάβ, Συλβαίν Ρικάρ, Μυρτώ Ράις Δίχρωμο σκληρό εξώφυλλο 19,5×26,5 εκ. 188 σελ. Νοέμβριος 2013 Τιμή: €22.00 ISBN: 978-960-6829-44-4 1947. Mε το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η Ελλάδα τυλίγεται στο χάος του Εμφυλίου.Ο τότε δεκαεξάχρονος Χρόνης Μίσσιος συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον Δημοκρατικό Στρατό. Αποφυλακίζεται με την αμνηστία του 1973, αφού έχει περάσει 21 χρόνια σε φυλακές και εξορίες. Την περίοδο αυτή της ζωής του ο Μίσσιος τη διηγείται στο ...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, βιβλίο που δεν χρειάζεται συστάσεις, τόσο που έχει διαβαστεί από την έκδοσή του το 1985 μέχρι σήμερα. Καθηλωμένοι από τη ζωντάνια της γραφής, αλλά και από τη δύναμη των γεγονότων και των προσώπων, η Μυρτώ Ράις, ο Συλβαίν Ρικάρ και ο Ντανιέλ Καζανάβ αποφάσισαν να αποτολμήσουν τη διασκευή του βιβλίου σε εικονογραφημένο αφήγημα. Δεν κατάφερα να αλλάξω το σύστημα, όμως δεν θα επιτρέψω ούτε σε αυτό να με αλλάξει, έλεγε ο Χρόνης Μίσσιος. Τι ονομάζουμε «πράξη αντίστασης» σήμερα; Τι περιεχόμενο μπορεί να δώσει κανείς στη λέξη «στράτευση»; Ποια όπλα διαθέτει, για να εναντιωθεί σ' ένα σύστημα που έχει καταντήσει την ελευθερία επιχείρημα μάρκετινγκ; Ποια πρότυπα να τον εμπνεύσουν μέσα σ' αυτόν τον μετα-ιδεολογικό κόσμο, που μοιάζει να επιστρέφει στο πιο σκοτεινό του παρελθόν; Η μαρτυρία αυτή μας απαντά με τρόπο ξεκάθαρο και δυνατό. Ο Χρόνης Μίσσιος πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 2012 σε ηλικία 82 χρόνων, λίγο πριν την ολοκλήρωση αυτού του βιβλίου. Του είναι αφιερωμένο. Preview PDF: 138.pdf σσ.Το παρόν είναι μετάφραση του Toi au moins, tu es mort avant, που κυκλοφόρησε στις 5 Απριλίου από την Futuropolis. σσ2. Το προτείνει μέχρι και ο αρθρογράφος του Κόμιξ, Δημακόπουλος. Ναι, πρόκειται για μια τρομερή έκδοση, από το πουθενά!
×

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.