Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Jemma press'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Dr Paingiver's blog
  • Valt's blog
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

  1. Ιστορίες Του Κθούλου Η μυθολογία του Κθούλου και των Μεγάλων Παλαιών, την οποία έπλασε ένας από τους θρύλους της λογοτεχνίας τρόμου, ο Χ. Φ. Λάβκραφτ, δεν έχει πάψει να στοιχειώνει τα όνειρα της ανθρωπότητας από την εποχή της σύλληψής της. Αναρίθμητοι συγγραφείς, καλλιτέχνες, σκιτσογράφοι και σκηνοθέτες έχουν διοχετεύσει τα νοσηρά αποκυήματα της ανίερης αυτής ονειροπλασίας στο έργο τους. Μερικοί από τους καλύτερους δημιουργούς του χώρου των κόμικς, αποφάσισαν να αντιπαραβάλλουν τις Λαβκραφτιανές τους αναζητήσεις και τελικά να παρουσιάσουν το αποτέλεσμα στο ευρύ κοινό: αυτός ο τόμος λοιπόν, ο οποίος περιλαμβάνει τόσο το «Cthulhu Tales», όσο και το «Cthulhu Tales: Rising», παραθέτει ένα εύρος ιστοριών με ποικιλία που κυμαίνεται από το παραδοσιακό στυλ του Λάβκραφτ («Η Παραλία»), το υπερφυσικό noir («Κυνηγός Μαγισσών»), μέχρι και το εφηβικό δράμα με «κθουλιανές» προεκτάσεις («Are You There Cthulhu? It’s me, Margaret»), δίχως να αφήνει απέξω κανένα χρώμα του αφηγητικού φάσματος. Συνολικά 12 ιστορίες υπερφυσικού τρόμου, εκ των οποίων 2 έχουν κάνει την εμφάνισή τους στο «Γκραν Γκινιόλ» και οι υπόλοιπες 10 εκδίδονται για πρώτη φορά στα ελληνικά, όλες δεμένες με το εξαιρετικό εξώφυλλο του Γιώργου Δημητρίου. Από το Δελτίο Τύπου της έκδοσης Τον Ιούλιο του 2008 η Jemma μας παρουσιάζει μια συλλογή ιστοριών από τον κόσμο του Κθούλου, έναν κόσμο που δημιούργησε ο αξεπέραστος Lovecraft και πάνω του χτίσανε ιστορίες μια πλειάδα δημιουργών από τον χώρο της Λογοτεχνίας, του Κινηματογράφου και του Κόμικ. Οι ιστορίες που περιέχονται είναι: Η Παραλία - Nelson / Ritchie (πρωτοεκδόθηκε στην Ελλάδα στο Γκραν Γκινιόλ #0) Love's Craft - Strokes / Sablik / Heroux Κυνηγός Μαγισών - Cosby / Carter / Rans of Imaginary Friends Ποιοτικός Χρόνος - Rigers / Kuhn / Rambo Cthulhu Calls - Gray / Badger Ο Φινέας Φλυν... - Giffen / Roman / Rambo (πρωτοεκδόθηκε στην Ελλάδα στο Γκραν Γκινιόλ #0) I Hear The Call - Kuhoric / Dzialowski / Raj Are You There Cthulhu? It's Me Margaret - Myers / Lie Η Σπορά Του Κθούλου - Long / Bennett / Struble The Pull Of Insanity - Rodionoff / Hamilton / Struble For You - Nelson / Ritchie Η Τέχνη Του Θορύβου - Church / Abraham / Raz Εσωτερικό link: Δελτίο Τύπου στο greekcomics Εξωτερικό link: Αναφορά στο site της Jemma: www.jemmacomics.gr
  2. Ένα noir κόμικ της Αλέξιας Οθωναίου, βασισμένο σε ένα διήγημα τινός ονόματι Ratchet. Το κόμικ δημοσιεύτηκε από το Νοέμβρη του 2019 σε συνέχειες στο ίντερνετ μέσω του socomic.gr. Μπορείτε λοιπόν να το διαβάσετε online για να δείτε εάν σας ενδιαφέρει από εδώ. Το σχέδιο είναι στα τυπικά πλέον χνάρια της δημιουργού. Αντιγράφω την περιγραφή του από το socomic "Ο μεγαλοδικηγόρος Μαρίνος Ταχτσίδης βρίσκεται στριμωγμένος μέσα στο ψυγείο του διαμερίσματος του νεκρός, με ένα τραπουλόχαρτο στο στόμα. 10 κούπα. Ο Σταύρος Καλιάτης, υποψήφιος καθηγητής στην Καλών Τεχνών, δολοφονείται μια βδομάδα αργότερα. Η καρδιά του λείπει. Στη θέση της, ο βαλές σπαθί. Ακολουθεί η ντάμα καρό. Ξημερώνει Δεκέμβρης του 2008. Η Αθήνα παίρνει φωτιά, και η γυναίκα με τα τραπουλόχαρτα δεν παίρνει τη δημοσιότητα που ίσως επιθυμούσε. Οι φόνοι σταματούν λες και είχε αλλάξει ξαφνικά γνώμη. Αλλά όχι. Ποτέ δεν είχε ξεστομίσει «πάσο». Απλά, εδώ και δεκαοχτώ μήνες, κοίταζε τα χαρτιά της και έπαιζε με τις μάρκες της πριν συνεχίσει να τα χώνει."
  3. Δεν ήταν μια συνηθισμένη, φυσιολογική χρονιά αυτή που φεύγει. Μια από τις πολλές συνέπειες της κυριαρχίας του ιού επί των ζωών μας ήταν και η ελάττωση της παραγωγής κόμικς. Λίγο πριν από το νέο έτος ξαναθυμόμαστε τα σημαντικότερα έργα του 2020 με την ευχή του χρόνου τέτοιες μέρες τα πράγματα να είναι καλύτερα. «Οι Όμηροι του Γκαίρλιτς» του Θανάση Πέτρου (εκδόσεις Ίκαρος) Ήρωες ή προδότες; Οι Όμηροι του Γκαίρλιτς στο περιθώριο (ή στην καρδιά;) του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου γίνονται οι ανώνυμοι πρωταγωνιστές σε μια ιστορία διχασμού και πολέμου. Ξεχασμένοι από όλους, έρμαια των παλινωδιών και της αναποφασιστικότητας της ελληνικής κυβέρνησης, οι Έλληνες φαντάροι ένιωσαν στο πετσί τους την έννοια της εγκατάλειψης. Ο Θανάσης Πέτρου παρουσιάζει έπειτα από εξαντλητική έρευνα και τεκμηρίωση τις ζωές αυτών των ανθρώπων σε μια από τις ελάχιστα γνωστές πτυχές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, στην οποία αντικατοπτρίζονται μοναδικά οι πολιτικές συνθήκες της εποχής. «Ληστές» των Γιάννη Ράγκου και Γιώργου Γούση (εκδόσεις Polaris) Στην Ήπειρο των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα, με κεντρικά πρόσωπα τους ληστές που λυμαίνονταν την ύπαιθρο αλλά και τις πόλεις, τοποθετείται η μυθοπλασία των Γιάννη Ράγκου (σενάριο) και Γιώργου Γούση (σχέδια). Μια ιστορία που μπορεί να έχει φανταστικούς πρωταγωνιστές, αλλά βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και είναι εμπνευσμένη από τη ζωή των αδελφών Ρέντζου. Νουάρ ατμόσφαιρα, ηθογραφία, ακρίβεια σε όλα τα πραγματολογικά στοιχεία και τα ιστορικά δεδομένα χαρακτηρίζουν αυτή την ιδιότυπη βιογραφία, από την οποία αναδύονται όλες οι κλασικές παθογένειες του νεοελληνικού κράτους και η διαχρονικά αμετάβλητη διαφθορά της εξουσίας. «Berlin» των Κυριάκου Αθανασιάδη και Νικόλα Κούρτη (εκδόσεις Jemma Press) Ένας λιγόλογος και φλεγματικός ιδιωτικός ντετέκτιβ που ασχολείται με μικροϋποθέσεις δέχεται μια δελεαστική πρόταση που μπορεί να αλλάξει (ή να τερματίσει) τη ζωή του. Αναλαμβάνει τη δουλειά αδιαφορώντας για τους κινδύνους. Αλλά αυτοί θα είναι τελικά απρόβλεπτοι και πολύ περισσότεροι σε μια θηριώδη, επιβλητική και απάνθρωπη μητρόπολη που λέγεται Μπερλίν. Σε μια πνιγηρή και κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και με πολλά στοιχεία εξπρεσιονιστικού και παραφυσικού τρόμου, η αυτοτελής νουάρ ιστορία των Αθανασιάδη και Κούρτη αποτελεί την αρχή μιας σειράς που αναμένεται να έχει πολλές ακόμη συνέχειες. «Στο δάσος» των Σπύρου Γιαννακόπουλου και Στέλλας Στεργίου (εκδόσεις Πατάκη) Ένα μοντέρνο παραμύθι που πλάθεται με σκοπό να ανατρέψει κάθε στερεότυπο και κάθε σύμβαση του είδους φιλοτεχνούν ο συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας Σπύρος Γιαννακόπουλος και η γνωστή από την υπέροχη εκδοχή του «Μικρού Πρίγκιπα» Στέλλα Στεργίου. Η συνταγή τα έχει όλα: μάγισσες, γίγαντες, τέρατα, νάνους, μαγεμένες βατραχίνες, πρίγκιπες και σκουπόξυλα. Αλλά τίποτα δεν πηγαίνει όπως συνηθίζεται σε παρόμοιες ιστορίες. Οι ανατροπές κρύβονται σε κάθε γωνιά αυτού του γοητευτικού δάσους που διαβάζεται εξίσου απολαυστικά από μικρούς και μεγάλους. «1800» του Θανάση Καραμπάλιου (εκδόσεις Jemma Press) Στο τέταρτο μέρος της βραβευμένης σειράς «1800», με τίτλο «Χάκι» (= εκδίκηση στα αρβανίτικα) ο Θανάσης Καραμπάλιος παρακολουθεί και καταγράφει τα επόμενα βήματα της οικογένειας των Καραμάνων λίγο πριν από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Κλέφτες και αρματολοί, Έλληνες και Τούρκοι, στρατιώτες και χωρικοί, πλούσιοι και φτωχοί στην ακόμα ρευστή, σαν καζάνι που κοχλάζει, ελληνική ύπαιθρο, παρουσιάζονται με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια σε μια μυθοπλασία που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μπλέκοντας πραγματικά πρόσωπα και fiction χαρακτήρες και προχωρώντας βήμα βήμα προς τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που θα ακολουθήσουν σε λίγα χρόνια. «Η γυναίκα με τα τραπουλόχαρτα» της Αλέξιας Οθωναίου (εκδόσεις Jemma Press) Μια σειρά από εγκλήματα με θύματα επιτυχημένους άνδρες στοιχειώνουν τη σκέψη και τη ζωή ενός ντετέκτιβ που πασχίζει να λύσει το μυστήριο στη βροχερή και αφιλόξενη Αθήνα μιας νουάρ και σκοτεινής ιστορίας. Σε κάθε κατακρεουργημένο πτώμα κρύβεται και ένα διαφορετικό τραπουλόχαρτο που οδηγεί στην επόμενη κίνηση σε μια παράδοξη και εφιαλτική παρτίδα πόκερ. Κι όλα αυτά στη βαριά σκιά ενός μεγάλου και μοιραίου έρωτα που αποτελεί μέρος της ίδιας παρτίδας, από την οποία κανείς από τους παίκτες δεν μπορεί να βγει. «Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου» των Αγγελικής Δαρλάση και Δημήτρη Μαστώρου (εκδόσεις Μεταίχμιο) Ένα κλασικό βιβλίο της Άλκης Ζέη, μιας από τις σπουδαιότερες εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, προσαρμόζουν σε κόμικς η συγγραφέας Αγγελική Δαρλάση και ο Δημήτρης Μαστώρος. Η ιστορία ξεκινά μια μέρα πριν οι Ιταλοί κηρύξουν τον πόλεμο στην Ελλάδα το 1940 και εξελίσσεται μέχρι τη λήξη του πολέμου μέσα από τα μάτια και τη ζωή του μικρού Πέτρου που βλέπει τον εαυτό του να «ενηλικιώνεται» απότομα υπό καθεστώς κατοχής. Κι ας είναι μόνο εννιά χρονών όταν ακούει τις πρώτες σειρήνες. Η πείνα, οι διωγμοί, ο φόβος, ο θάνατος αλλά και η φιλία, η Αντίσταση, η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά εναλλάσσονται σε ένα υπέροχο βιβλίο που γεννά σπάνια συναισθήματα στον αναγνώστη. «Μετεωρίτες» των Τάκη Θεοδοσίου και John Antono (εκδόσεις Λόγος Slovo Α-Ω) Διευθυντής του Ελληνικού Μουσείου Μετεωριτών ο Τάκης Θεοδοσίου και πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς με επιστημονικές ανησυχίες ο Γιάννης Αντωνόπουλος, συνεργάζονται σε ένα σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα βιβλίο εκλαΐκευσης της επιστημονικής γνώσης. «Ταξίδι στη Γνώση» είναι ο υπότιτλός του και πράγματι προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία στον αναγνώστη του να μάθει τι ακριβώς είναι οι μετεωρίτες, από πού έρχονται, ποιες οι διαφορές τους, τι μας διηγούνται για την ιστορία του ηλιακού συστήματος, πόσο κινδυνεύουμε από αυτούς, πώς θα εκμεταλλευτούμε την ύπαρξή τους. «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς» των Γιώργου Σκαμπαρδώνη και Δημήτρη Κερασίδη (εκδόσεις Μικρός Ήρως) Τέσσερις ρεμπέτες που μετέπειτα έγραψαν ιστορία, ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Γιώργος Μπάτης, ο Ανέστος Δελιάς και ο Στράτος Παγιουμτζής αποτέλεσαν την Τετράδα την Ξακουστή του Πειραιώς, μια ρεμπέτικη κομπανία που σχηματίστηκε το 1934. Η ιστορία τους βασίζεται στο βιβλίο «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας» του συγγραφέα Γιώργου Σκαμπαρδώνη, ενώ τα σχέδια φιλοτεχνεί ο Δημήτρης Κερασίδης και το εξώφυλλο ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ιστορία μιας παρέας που άφησε εποχή και μέσω αυτής η ιστορία του ρεμπέτικου ως κοινωνικού και καλλιτεχνικού φαινομένου αλλά και η κατάσταση της Ελλάδας την προπολεμική περίοδο. «All Hell Broke Loose» των Αντώνη Β. και Λέανδρου (εκδόσεις Skewed Press) Η Κόλαση στις εικόνες του Λέανδρου και τα κείμενα του Αντώνη Β. είναι οι σύγχρονες βρόμικες, εχθρικές και σκοτεινές μητροπόλεις και οι κολασμένοι πολίτες καίγονται στα καζάνια της. Αλλά δεν έχουν συνθηκολογήσει. Και κάποια μέρα ξεχύνονται στους δρόμους για να πάρουν εκδίκηση. Πάνω στις φωτογραφίες του Αντώνη Β. από το Όκλαντ της Νέας Ζηλανδίας, το Χονγκ Κονγκ και το Λος Αντζελες που θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί από κάθε μεγαλούπολη της Δύσης, ο Λέανδρος στήνει τα δικά του σχέδια και παρουσιάζει ένα «πριν» απελπισίας και ένα φωτεινό «μετά» από το ξέσπασμα της βίας και της επανάκτησης της αξιοπρέπειας έστω κι αν το μέλλον θα είναι πάντα αβέβαιο και υπό διαμόρφωση. «Scary Tales» του Πάνου Ζάχαρη (εκδόσεις Jemma Press) Ο Κακός Λύκος, τα Τρία Γουρουνάκια, ο Κοντορεβιθούλης, η Κοκκινοσκουφίτσα, ο Πίτερ Παν, ο Πινόκιο, ο Λαγός κι η Χελώνα συμπρωταγωνιστούν στα «τρομακτικά παραμύθια» του Πάνου Ζάχαρη που δημοσιεύονται κάθε εβδομάδα στις σελίδες της Εφ. Συν. Ο τρόμος ωστόσο δεν προκύπτει από το περιεχόμενο των πρωτότυπων παραμυθιών αλλά από τις απολαυστικές παρωδίες του δημιουργού τους, από τους ευφυέστατους αναχρονισμούς του, από τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα στην οποία παραπέμπουν. Όλα τα στριπάκια του Ζάχαρη αποτελούν μοναδικά χιουμοριστικά σχόλια πάνω στην εξοργιστική γύμνια των βασιλιάδων αλλά και την κομφορμιστική σιωπή των υπηκόων τους. «Καραντινιέροι» του Κλήμη Κεραμιτσόπουλου (αυτοέκδοση) Ως «μια αφ’ υψηλού και εκ του ασφαλούς θεώρηση καταστάσεων εγκλεισμού» χαρακτηρίζει σαρκαστικά και αυτοσαρκαστικά ο ίδιος ο δημιουργός το έργο του. Και καταγράφει τη διόλου αρμονική συμβίωση δύο συγκατοίκων στα χρόνια της καραντίνας και του κορονοϊού. «Τι μέρα είπαμε ότι είναι;» είναι η λιτή και λακωνική φράση που παίζει τον ρόλο του προλόγου για να ξεκινήσει ένα χιουμοριστικό «πιτζάμα πάρτι», με μόνους πρωταγωνιστές δύο φίλους σε κατάσταση απομόνωσης και σε διαρκή ανταγωνισμό για το ποιος θα ξεστομίσει την πιο απαισιόδοξη και φαρμακερή ατάκα. Αν όλα αυτά κάτι θυμίζουν στους περισσότερους από εμάς, δεν είναι τυχαίο. Όπως δεν είναι τυχαίο ότι τα ζούμε ακόμα και απ’ ότι φαίνεται θα συνεχίσουμε για πολύ ακόμα. Και το σχετικό link...
  4. germanicus

    ΤΡΕΙΣ

    Περιπέτεια που διαδραματίζεται στην Αρχαία Σπάρτη το 364πΧ. Σενάριο Kieron Gillen, σχέδιο Ryan Kelly, χρώματα Jordie Bellaire. Πρώτη έκδοση 2013-2014 σε 5 τευχάκια για την Image ως Three. Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο την περίληψη της υπόθεσης: "364 πΧ. Μετά από έναν αιώνα ηγεμονίας, η Σπάρτη καταρρέει. Μια σφαγή αθώων ειλώτων εξελίσσεται σε ένα κυνήγι που θα μπορούσε να σημάνει το τέλος αυτής της στρατιωτικής κοινωνίας. Τρεις δούλοι τρέχουν για να σωθούν. Στα χνάρια τους τριακόσιοι από τους Σπαρτιάτες αφέντες τους. Έχουν άραγε ελπίδα να επιβιώσουν απέναντι στους σπουδαιότερους πολεμιστές που γνώρισε ποτέ ο κόσμος;" οκ Υπερβάλλει Έχω τις ενστάσεις μου στην περιγραφή, αλλά νταξ. Όντως μια Σπάρτη κυνηγάει 3 είλωτες. Σχεδόν μια Σπάρτη. Διότι έχει απ'όλα μέσα Κάποιοι λχ δε νοιάζονται Εν πάση περιπτώσει, θα το πάρετε, θα το διαβάσετε, θα δείτε Και στο τέλος θα μάθετε ότι τον φόνο τον έκανε ο μπάτλερ, αλλά αυτό το ξέρατε προτού πιάσετε το κόμικ. Τι δεν ξέρατε? Ότι είναι ένα από τα καλύτερα ιστορικά κόμικ που έχω διαβάσει ποτέ μου. Το είχα διαβάσει στα Αγγλικά όταν βγήκε, το τσίμπησα (πρωτοφανώς) και στην Ελληνική του έκδοση. Ένα βραδάκι, μετά από καμπόσο αλκοόλ, γυρνώντας ψιλοκομμάτια ο Gillen σπίτι, σωριάστηκε στον καναπέ και κάνοντας μια από πίσω, τσίμπησε στην τύχη ένα κόμικ για να περάσει την ώρα του. Στα χεράκια του έπιασε τους 300 του Miller. Προφανώς το είχε ξαναδιαβάσει. Και του άρεσε. Αυτή τη φορά όμως του καρφώθηκε μια έντονη ιδέα ότι δεν ήταν έτσι ακριβώς τα πράγματα στην αρχαία Σπάρτη, ότι το συγκεκριμένο κόμικ ήταν "κάπως" και του καρφώθηκε στο μυαλό το να γράψει μια άλλου είδους ιστορία για τους Σπαρτιάτες. Στη συγγραφή του κόμικ ο Gillen συνεργάστηκε με τον καθηγητή Stephen Hodkinson του University of Nottingham. O Stephen Hodkinson, επίτιμος δημότης της Σπάρτης από το 2010, έφτιαξε με άλλους το Κέντρο Σπαρτιατικών και Πελοποννησιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ το 2005 και ήταν διευθυντής του έκτοτε μέχρι το 2018. Εξ'όσων γνωρίζω είναι το μοναδικό ινστιτούτο που έχει μια τέτοια θεματολογία, έχει ενεργή παρουσία στη Λακωνία και θα συμμετάσχει του χρόνου στις διάφορες εκδηλώσεις του Δήμου Σπάρτης για τα 2500 χρόνια από τη Μάχη των Θερμοπυλών. Διευθύντρια του Κέντρου αυτή τη στιγμή είναι η καθηγήτρια Χρυσάνθη Γάλλου. Το Κέντρο συνέβαλλε και στη μετάφραση του κόμικ στα Ελληνικά σύμφωνα με τις σημειώσεις. Φαντάζομαι στο σκέλος της ορθής απόδοσης διαφόρων όρων και εννοιών. Σενάριο, απεικονίσεις, μετάφραση λοιπόν είναι "ψαγμένα". Χωρίς όμως να βαραίνουν το κόμικ και τη ροή του. Είναι διάσπαρτες πινελιές. Είναι οι ιστορίες που αφηγούνται οι χαρακτήρες. Είναι τα ρούχα που φοράνε. Είναι η συμπεριφορά και τα θέλω τους. Είναι οι αξίες που έχουν. Ζωντανεύει μια κοινωνία και ένας κόσμος μέσα σε αυτές τις σελίδες με όχημα μια δετή περιπέτεια που έχει ρυθμό, ανατροπές, αρχή, μέση και τέλος. Τεράστιο ατού του είναι οι σημειώσεις 130 περίπου σελίδες κόμικ, 7 σελίδες με τα εξώφυλλα των τευχών (κανονικά και κάποια εναλλακτικά), 4 σελίδες έξτρα σχέδια και 10 σελίδες σημειώσεις γύρω από στιγμές του κόμικ με 12 σελίδες συζήτηση μεταξύ του σεναριογράφου και του καθηγητή. Όλα αυτά τα έξτρα, δεν χρειάζονται για να απολαύσει κανείς το κόμικ. Άνετα θα μπορούσαν να λείπουν Η ύπαρξή τους όμως απογειώνει την εμπειρία της ανάγνωσης. Όταν ξεκίνησα να το διαβάζω στα αγγλικά, αμέσως ξύπνησε η υπεροψία μέσα μου. Έχουμε μεγάλες αμφιβολίες για το πως ακριβώς ήταν η αρχαία Σπάρτη. Οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες δεν έχουν αφήσει κείμενα. Οι σημαντικότερες πηγές μας είναι πράγματα όπως ο σύγχρονός τους Αθηναίος Ξενοφώντας που τους εκθείαζε ή ο Πλούταρχος που έγραψε για αυτούς 300-700 χρόνια αργότερα Οι σύγχρονοι ακαδημαϊκοί αναρωτιούνται για το άμα όντως οι είλωτες ήταν "είλωτες", άμα όντως υπήρχε η Κρυπτεία (μια φορά το χρόνο να κυνηγάνε οι Σπαρτιάτες και να σκοτώνουν είλωτες), άμα όντως πέταγαν τα παιδιά τους στον Καιάδα. Οι σημειώσεις λοιπόν τα αποσαφηνίζουν όλα αυτά και εξηγούν το πως οι δημιουργοί γνωρίζουν αυτές τις κουβέντες, έκαναν όμως επιλογές για το τι θα δείξουν, δεν ήθελαν να ξενίσουν τελείως τον αναγνώστη και άφησαν μικρές πινελιές μέσα στο κόμικ που αφήνουν υπαινιγμούς για κάποια θέματα Ένα χαρακτηριστικό σημείο επιλογής αναφέρθηκε στο panel που έγινε για το κόμικ στο Αθενσκον. Ξέρουμε ότι τα αρχαία αγάλματα είχαν χρώματα και δεν ήταν κατάλευκα Δείτε λχ αυτή εδώ την διάλεξη, αν και άνετα θα βρείτε διάφορα άρθρα με ένα απλό γκουγκλάρισμα Οι δημιουργοί όμως επέλεξαν να τα δείξουν άσπρα. Είναι αυτό μια συγκλονιστική λεπτομέρεια? Όπως είπα, όχι Δεν χρειάζεται να το ξέρεις για να απολαύσεις το κόμικ. Υπάρχουν όμως άλλες πινελιές, όπως λχ το να έχει μια γυναίκα περιουσία και να την μεταφράζει σε άλογα που θα λάβουν μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες, που είναι ωραίο το να διαβάσεις σχόλια για αυτό στις σημειώσεις. Δεν είναι το πλέον κοινό μοτίφ όταν σκεφτόμαστε τους αρχαίους Σπαρτιάτες Η έκδοση είναι στα γνωστά στάνταρ της Jemma Προτείνεται! 4/5 από εμένα. Link στο goodreads για το αγγλικό TPB To κόμικ είχε παρουσιαστεί και στις Ξένες Εκδόσεις το 2014. Μπορείτε να διαβάσετε σχόλια και εκεί. Οι πρώτες σελίδες μέσα από το Αγγλόφωνο νομίζω πως ήμουν Λακωνικός
  5. Εκατομμύρια ψυχές συνωστίζονται στα σοκάκια μιας βροχερής, αφιλόξενης και απειλητικής μητρόπολης. Μία από αυτές πασχίζει να λύσει ένα μυστήριο κόντρα σε γκάνγκστερ, απέθαντους, μοιραίες γυναίκες και τρομακτικά τέρατα. Στην Μπερλίν που δεν ξημερώνει ποτέ. Το νουάρ αφήγημα δεν τελειώνει ποτέ. Εδώ και σχεδόν έναν αιώνα αποδεικνύεται ανθεκτικό και ευέλικτο. Προσαρμόζεται στην εποχή και ανοίγεται σε ποικιλίες που μπορούν να το καθιστούν επίκαιρο, ενδιαφέρον και σαγηνευτικό. Μια τέτοια νουάρ ιστορία φιλοτεχνούν οι Κυριάκος Αθανασιάδης στο σενάριο και Νικόλας Κούρτης στα σχέδια στο «Berlin, ο πρώτος θάνατος» (εκδόσεις Jemma Press, 112 σελίδες), το πρώτο μέρος μιας σειράς που, απ’ ότι φαίνεται και όπως δηλώνουν οι συντελεστές της, αναμένεται να έχει πολλές συνέχειες. Στις νουάρ αφηγήσεις υπάρχουν κατά κανόνα κάποια βασικά συστατικά που γύρω τους στήνεται η πλοκή. Λιγόλογοι ντετέκτιβ με αινιγματικό παρελθόν και σκοτεινό παρόν, ένα έγκλημα, ένα μυστήριο, μοχθηροί κακοποιοί, μοιραίες γυναίκες, ατυχείς έρωτες, αλκοόλ, καπνός κ.ά. Πολλά από αυτά τα συστατικά αξιοποιούν και ενσωματώνουν οι Αθανασιάδης και Κούρτης στο «Berlin». Μπολιάζοντάς τα όμως με παραφυσικά στοιχεία και συστατικά της λογοτεχνίας τρόμου με έναν εντελώς πρωτότυπο τρόπο. Και τοποθετώντας την ιστορία τους σε μια πόλη που λέγεται Βερολίνο αλλά με μια σειρά από ευφυείς αναχρονισμούς που συνδυάζουν στοιχεία του παρελθόντος (αυτοκίνητα, ενδύματα, όπλα κ.ά.) και ενός ασαφούς, δυστοπικού μέλλοντος, με τον υπερπληθυσμό να έχει ξεφύγει από κάθε όριο και τα θηριώδη αρχιτεκτονήματα να ρίχνουν παντού βαριά τη σκιά τους. «Μια πόλη όπου οι απέθαντοι συμβιώνουν με τους ζωντανούς. Μια πόλη όπου την έκταση της σήψης και της διαφθοράς της ξεπερνά μονάχα το αιώνιο σκοτάδι της. Μια πόλη που θα μπορούσε να είναι η Κόλαση, αν κάποιος είχε αντικαταστήσει τις φωτιές και τους λάκκους με το θειάφι με ατσάλινους ουρανοξύστες και επιβλητικά κτίρια που ξεφυτρώνουν μέσα από το χάος της δαιδαλώδους ρυμοτομίας της. Μια πόλη των νεκρών ονείρων και των χαμένων ψυχών» όπως περιγράφεται στο οπισθόφυλλο της έκδοσης. Η τσακισμένη «ψυχή» που έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Berlin» είναι ο Ράντολφ Κάρτερ, ένας μοναχικός και ξεπεσμένος ιδιωτικός ντετέκτιβ που ζει στην παρακμή, ξοδεύοντας στο ποτό τα λιγοστά χρήματα που κερδίζει από ασήμαντες υποθέσεις και μικροαπάτες. Ούτε ο ίδιος περιμένει ότι θα αναλάβει κάτι μεγάλο που θα αλλάξει τη ζωή του, τη διάθεσή του και την οικονομική του θέση. Όπως ο ίδιος συλλογίζεται: «Είναι εύκολο να πεθάνεις στην Μπερλίν. Υπάρχουν πολλοί τρόποι. Κάθε μέρα βρίσκουμε και μερικούς ακόμα. Και είναι φορές που απλώς σηκώνουμε τα χέρια ψηλά. Δεν αξίζει να παλέψεις. Απλώς δεν αξίζει». Και ξαφνικά, ανάμεσα στους καπνούς, τα ποτά και τα μπιλιάρδα του μπαρ Los Antiguos, εμφανίζεται η «λύση» στα προβλήματά του. Μια μεγάλη υπόθεση περιμένει τον Κάρτερ. Αλλά όπως πάντα συμβαίνει στα νουάρ αφηγήματα, τα πράγματα δεν θα είναι εύκολα. Γιατί παντού παραμονεύουν κίνδυνοι. Μεταλλαγμένοι ανθρωποφάγοι βάτραχοι, ένα τέρας των υπονόμων, ξάδελφος του Κθούλου, ζόμπι από τα ναρκωτικά, απέθαντοι με σουβλερά δόντια, μπράβοι με γυαλιστερά όπλα. Κι όλα αυτά σε ένα τρομακτικό περιβάλλον που αποδίδει ιδανικά με τα υπέροχα σχέδιά του ο Νικόλας Κούρτης, με μακρά εμπειρία στο φανταστικό, από τη χρυσή εποχή της «Βαβέλ» κιόλας. Κτίρια που παραπέμπουν στον γερμανικό εξπρεσιονισμό και τη «Μητρόπολη» του Φριτς Λανγκ, γοτθική αρχιτεκτονική με ρόδακες και δαιμονικές μορφές απειλητικών γκαργκόιλς, βγαλμένων από τους επιβλητικούς ναούς της βόρειας Ευρώπης, βροχερά και ανήλιαγα πολύβουα δρομάκια από το «Blade Runner», ναυτιλιακές εταιρείες με το όνομα Leviathan, ουρανοξύστες που η κορυφή τους χάνεται στον ουρανό ως ιδανικοί τόποι για μεγαλοπρεπείς πτώσεις, υγροί και βρομεροί υπόνομοι γεμάτοι κινδύνους, κατσαρίδες και αρουραίους συνθέτουν την Berlin, μια πόλη που ποτέ δεν κοιμάται γιατί πάντα από τα σπλάχνα της ακούγονται πυροβολισμοί και κραυγές. Κι όπως μονολογεί ο Ράντολφ Κάρτερ: «Ο καθένας μπορεί να χαθεί μέσα στην Μπερλίν. Ζούμε πολλοί εδώ πέρα. Όσοι ζούμε, τέλος πάντων. Γιατί πρέπει να υπολογίσεις και τους υπόλοιπους. Πόσοι να είμαστε; Δέκα; Πενήντα; Εκατό εκατομμύρια; Κανείς δεν το ξέρει. Γι’ αυτό και ο καθένας μπορεί να χαθεί εύκολα μέσα στην Μπερλίν. Είτε για καλό, είτε για κακό. Όχι σπάνια, μπορεί να χαθείς ακόμη και από τον εαυτό σου». Και το σχετικό link...
  6. Πίσω στο μακρινό Φθινόπωρο του 2007, τα Κουραφέλκυθρα ξεκίνησαν να δημοσιεύονται στο portal του comicdom.gr. Ένα εκ των δημοφιλέστερων, αν όχι το πλέον, ελληνικών webcomics, που δεν άργησε να αποκτήσει καλτ διαστάσεις και κοινό. Σχέδιο με χαρακτήρα που παραπέμπει σε παιδικό, κατά κάποιους δε ερασιτεχνικό. Ανατρεπτικά σενάρια, εντελώς σουρεάλ χαρακτήρες κι επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Ο Κλέαρχος με το πάντοτε άκαιρο εκφραστικό του τικ, η οικογένεια Δαπόντε με τις επισκέψεις των εκκεντρικών μνηστήρων της νεαράς κορασίδας, η Ζοζεφίνα με τις απρόβλεπτες απορίες της κλπ. Η Jemma παίρνει την πρωτοβουλία να εκδόσει μια συλλογή, που περιλαμβάνει όλα τα Κουραφέλκυθρα (γύρω στα 260) με σχολια από το δημιουργό, 17 σελίδες αδημοσίευτου υλικού, καθώς και τα 40 πρώτα Κολυμπηθρόξυλα, της επόμενης σειράς του Αντώνη Βαβαγιάννη. Κατα τη γνώμη μου, η πεμπτουσία της φετινής φουρνιάς εκδόσεων του Comicdom. Το χιούμορ του Βαβαγιάννη καμμένο, αλλά ευφυέστατο, ενώ το απλοϊκό σχέδιο δένει απροσδόκητα καλά με το ύφος των ιστοριών. Όσον αφορά τα της έκδοσης, στα συν η αναλογία τιμής - σελίδων (έγχρωμες), ενώ στα αρνητικά το γεγονός ότι τα χρώματα είναι κάπως άτονα σε σχέση με την ηλεκτρονική μορφή των στριπς. Δε ξέρω αν έμειναν απούλητα αντίτυπα. Αν ναι, δεν προτείνεται απλά ανεπιφύλακτα. Επιβάλλεται! Ακόμα κάθεσαι; Ευχαριστούμε για τα υπόλοιπα εξώφυλλα τους Ion & Θρηνωδός.
  7. germanicus

    1800

    1800. Τουρκοκρατία. Ελασσόνα. Δίπλα από τη Μελούνα. Εκεί που θα είναι τα όρια του Ελληνικού Κράτους μετά τη προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881 και κατά τον πόλεμο του 1897. Ο Δήμος Καραμάνος έχει τη φαμέλια του, έχει τα 5 παιδιά του, ζει μια φυσιολογική φτωχική ζωή. Έχει όμως ένα παρελθόν. Το οποίο τον βρίσκει. Και μαζί με αυτό το παρελθόν συναντάμε και εμείς ονόματα τόσο από το 1821, όσο κυρίως από την περίοδο λίγο πριν το 1821. Δεν τα αναφέρω για να μειώσω τα σπόιλερ Δημιουργός ο πρωτοεμφανιζόμενος (σε εμένα έστω) Θανάσης Καραμπάλιος. Από την Ελασσόνα Στη σελίδα του στο φβ έχει καμπόσες σελίδες μέσα από το κόμικ. Χωρίς μπαλονάκια και αναρτημένες το 2016. Άρα προφανώς το δουλεύει καιρό Παραθέτω μερικές για να έχετε μια ιδέα για το σχέδιο. Το κόμικ περιέχει 2σέλιδη εισαγωγή από τον Πάνο Ζαχαρη, 2 σελίδες με βιογραφικά ιστορικών χαρακτήρων που εμφανίστηκαν στον τόμο (η βιογραφία τους μέχρι το 1800 αλλά και με τα στοιχεία που εξηγούν τα όσα είδαμε στο κόμικ) και μια σελίδα με μια βιβλιογραφία που αποτελείται κυρίως από πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές. === Σχόλια? Με το που έμαθα πριν κανά μήνα από το τόπικ Νέα Κόμικς από την Jemma και το λαγωνικό τον GCF ότι βγαίνει και εν συνεχεία είδα τις σελίδες στο φβ του δημιουργού, έπαθα κάτι τις. Το υλικό με αφορούσε 132%. (α) Ελλαδάρα (β) Ελληνική Ιστορία (γ) μια περίοδος που δεν "πολυεπισκεπτόμαστε". Χτες είπαν από τη Jemma στο φβ ότι το παρέλαβαν (αφού σκοπεύουν να το κάνουν επίσημη πρεμιέρα στο Γαλλικό στη Θεσ/νικη το ερχόμενο ΣΚ), σήμερα με το που άνοιξαν το μαγαζί ήμουν εκεί για να το τσιμπήσω Δεν τα συνηθίζω αυτά Expectations στο Θεό λοιπόν, κάτι που συνήθως μεταφράζεται σε απογοήτευση Συνήθως. Διότι εδώ δεν απογοητεύθηκα Το σχέδιο μου άρεσε πάρα πολύ. Υπάρχουν κάποια καρέ που δε με ενθουσίασε η απουσία φόντου, υπάρχουν καρέ που με μάγεψαν με την Ελλαδάρα του 1800 που δείχνουν. Ο ρυθμός πάρα πολύ καλός. Άμα ξεκινάει τις επίσημες εκδόσεις του ο Καραμπάλιος με αυτό τον τρόπο, τι ακριβώς θα κάνει στο μέλλον? Δηλώνω πάντως φαν Σενάριο. Δεν είναι το Watchmen το 1986 ή το Batman Year One το 1987. Δεν αφηγείται μια περιπέτεια που δεν έχει ξανααφηγηθεί κανείς Τα μοτίβα είναι γνώριμα. Δεν την βρήκα όμως κλισαρισμένη. Είναι μια δετή σφιχτή περιπέτεια, έχει ρυθμό, ήταν ένα άγριο αχαλίνωτο σεξ με τον εγκέφαλό μου Συν τοις άλλοις καραγουστάρησα μέχρι εκεί που δεν πάει κάποια από τα ιστορικά πρόσωπα που εμφανίζονται. Σε τεράστιο βαθμό διότι εμφανίζονται με την ηλικία που είχαν το 1800 (και πάντα με σεβασμό στα όσα ξέρουμε από τις πηγές για τον χαρακτήρα τους). Πάρα πολύ μεγάλη απόλαυση. Συνήθως μνημονεύουμε κάποιους ανθρώπους από το 1821, χωρίς όμως να λέμε τι ηλικία είχαν ανά πάσα στιγμή. Για παράδειγμα, εκτιμώ πως το 99% εξ ημών δεν γνωρίζει εάν το 1821 στην Αλαμάνα ο Αθανάσιος Διάκος ήταν 23 ετών, 33 ετών, 43 ετών ή κάτι άλλο Τεράστια όμως η κουβέντα του Ζάχαρη όπως εμφανίζεται στο οπισθόφυλλο. "Οι πρωταγωνιστές της περιόδου, οι καπεταναίοι, οι κλέφτες και οι αρματολοί, δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν σε γοητεία από τους πολυσκιτσαρισμένους ντεσπεράντο και τους σκοτεινούς παρανόμους των μαύρων ευρωπαϊκών δασών". Τεράστια. Και 100% αληθινή Το κακό είναι ότι το τέλειωσα... Και η ιστορία συνεχίζεται. 48 σελίδες και έχω την αίσθηση πως είμαστε ακόμα στον προλογο. Έχουν εμφανιστεί πολλοί "παίχτες", έχει απλωθεί πολύς τραχανάς, θέλω τους επόμενους τόμους (που δεν ξέρω πόσοι θα είναι) ΤΩΡΑ Ελπίζω επίσης να πατήσει πολλούς κάλλους και να εκνευρίσει πολλούς Διότι υπάρχει η ιστορία, όπως συνέβη, με τα καλά της και με τα κακά της, υπάρχουν όμως και οι εθνικοί μύθοι Που, well... είναι μυθοι. Εθνικοι Καραγουστάρησα Φέρτε μου τα επόμενα λέμε Τώρα που γυρίζει Ευχαριστούμε για το υπόλοιπα εξώφυλλα τους albertus magnus, Jack62 & Comichunter.
  8. Με φόντο τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και την Αθήνα να βράζει, ένας αστυνομικός ερευνά μια σειρά από στυγερά εγκλήματα. Μια γυναίκα και μια τράπουλα κρύβουν τις απαντήσεις. Το πρώτο θύμα ήταν ένας μεγαλοδικηγόρος. Βρέθηκε νεκρός με το 10 κούπα στο στόμα του. Λίγο αργότερα δολοφονείται ένας υποψήφιος καθηγητής στην Καλών Τεχνών με έναν βαλέ σπαθί στη θέση της ξεριζωμένης καρδιάς του. Ακολουθούν κι άλλα πτώματα με την ντάμα καρό και τον ρήγα μπαστούνι να τα συνοδεύουν. Ο άσος όμως αργεί να φανεί. Και ο Χάρης, ένας εσωστρεφής και λιγομίλητος αστυνομικός που ερευνά ανθρωποκτονίες, πασχίζει να προβλέψει το επόμενο θύμα. «Η Γυναίκα με τα Τραπουλόχαρτα» (εκδόσεις Jemma Press) της Αλέξιας Οθωναίου, βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Ratchet, αποτελεί μια σύντομη αλλά γεμάτη αγωνία και συναίσθημα ιστορία για έναν παθιασμένο και βουτηγμένο στα μυστικά και στο αίμα έρωτα. Οκτώ χρόνια μετά την «Τσακισμένη Αυγή», η Οθωναίου, που κάθε Σάββατο περιγράφει απολαυστικά, χιουμοριστικά και σαρκαστικά στιγμιότυπα από συνεδρίες στον καναπέ του ψυχολόγου στην τελευταία σελίδα του Καρέ Καρέ, επιστρέφει σε μια μεγάλη αφήγηση που εξελίσσεται στους αφιλόξενους δρόμους της βροχερής και σκοτεινής σύγχρονης Αθήνας. Ή μήπως η βροχή και το σκοτάδι βρίσκονται μόνο στο μυαλό του πρωταγωνιστή; Που νιώθει εγκλωβισμένος και παραδομένος στο κυνήγι ενός «φαντάσματος»; Θαρρείς μαζοχιστικά, συνεχίζει να αναζητά την αλήθεια έστω κι αν αυτή μπορεί να είναι οδυνηρή. Κοιμάται και ξυπνά σε έναν εφιάλτη απ’ τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει, με έναν πονοκέφαλο «βαρύ και πορτοκαλί», σε μια πνιγηρή και υγρή ατμόσφαιρα, πάντα ένα βήμα πίσω από τις κινήσεις της αινιγματικής «Γυναίκας με τα Τραπουλόχαρτα» που πότε λέγεται Ηλέκτρα, πότε Τζούλι, πότε Κατερίνα, στον απόηχο της εξέγερσης για τον Αλέξη. Τα σχέδια της Οθωναίου συμβαδίζουν απόλυτα με το κλειστοφοβικό κλίμα προσμονής από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. Συχνά εξπρεσιονιστικά, βουτηγμένα σε βαριές μαύρες σκιές και διάσπαρτα από χρωματικούς «λεκέδες» και φαινομενικά παράταιρες πιτσιλιές, αντανακλούν ψυχικές διαθέσεις και ασταθείς ισορροπίες. Χρησιμοποιώντας δεξιοτεχνικά τα βασικά συστατικά της συνταγής των νουάρ αφηγήσεων και τοποθετώντας τα πρόσωπά της σε μια διαρκή νύχτα που ακόμα κι όταν τελειώνει, το σκοτάδι παραμένει, η Οθωναίου παρουσιάζει τον «τέλειο» έρωτα για να τον απομυθοποιήσει. Οι υποσχέσεις, τα όνειρα, τα μεγάλα λόγια («Τίποτα δεν μπορεί να με πάρει μακριά σου. Τίποτα. Το κατάλαβες;») αποσυντίθενται και χάνουν το νόημά τους κάτω από το βάρος διαταραγμένων ψυχισμών, σε μια σχέση που και τα δύο μέλη έχουν ασυνείδητα αποδεχτεί το ατελέσφορο και το λανθασμένο επικαλούμενα ψευδώς το «όνομα του πατρός». Σ’ αυτό το ψυχολογικό αδιέξοδο, η «Γυναίκα με τα Τραπουλόχαρτα» συνεχίζει να ποντάρει μέχρι να πάρει κάποιος την απόφαση να πει «πάσο» ή να σταματήσει την παρτίδα. Και το σχετικό link...
  9. Ένα κλασσικό χιουμοριστικό τσοντάκι του Κιουτσιούκη. Μια μελέτη που θέτει τον δάχτυλον επί τον τύπον των ήλων και όχι μόνο εκεί, γύρω από την ευτυχία του να έχεις τον δικό σου χώρο, γύρω από την ανεξαρτησία των 20αρηδων, τη μνήμη, τις εμπειρίες αλλά και τα στραβά του καπιταλισμού στον χώρο της σχεδόν τυποποιημένης εστίασης. Μια μελέτη επίσης που δείχνει το πόσο βλαμμένα είναι τα μικρά αδερφάκια (και ξαδερφάκια για όσους δεν είχαμε αδερφάκια, είτε διότι δεν αφήσαμε τους γονείς μας να κάνουν το λάθος, είτε διότι αυτοκτόνησαν πέφτωντας από την Ακρόπολη με το μαχαίρι μπηγμένο στην πλάτη). Με λίγα λόγια, ένα κλασσικό χιουμοριστικό τσοντάκι του Κιουτσιούκη. I did say that ως φαν πέρασα μια χαρά δεν σκανάρω σελίδες. Τυπικός Κιουτσιούκης. Όσοι δεν τον ξέρετε, να πάρετε να μάθετε. Ή να πάτε στο fb του να κάνετε χάζι
  10. Κυκλοφορία: Δεκέμβριος 2008 & Ιούλιος 2009 Τιμή: 24,90 € Μου είναι αρκετά δύσκολο να κάνω την παρουσίαση στο Eternauta. Τι μπορείς να γράψεις για το καλύτερο Λατινοαμερικάνικο κόμικ όλων των εποχών και ένα από τα καλύτερα παγκοσμίως; Τι μπορείς να γράψεις που δεν έχει γραφτεί ήδη; Επιλέγω λοιπόν τα απολύτως απαραίτητα. Το οφθαλμοφανές της υπόθεσης είναι πως παρ΄ όλο που δημιουργήθηκε πριν 50 χρόνια, το σενάριο είναι απολύτως σύγχρονο σε ιδέες, ρυθμό και εκτέλεση. Στο τελευταίο βάζει φυσικά το χεράκι του ο Solano Lopez, αυθεντικός μάστορας του σκίτσου και με τεράστια καριέρα σε παραγωγή κόμικς. Ο Κοσμοναύτης του Απείρου πρωτοεμφανίστηκε στην Ελλάδα στο περιοδικό Σκαθάρι, όπου και πήραμε μια πρώτη γεύση από τι εστί Eternauta, ενώ μια πληρέστερη εικόνα πήραμε από τη δεύτερη δημοσίευσή του στο περιοδικό Σκορπιός, όπου καταφέραμε να διαβάσουμε ουσιαστικά όλο το υλικό του 1ου τόμου της Jemma. Αρκετά χρόνια μετά, η super μικρή (στα χαρτιά μόνο ) εκδοτική εταιρεία Jemma αποκτά τα δικαιώματα και τυπώνει σε δύο πολυτελείς τόμους όλη την ιστορία του Κοσμοναύτη. Πολυεπίπεδο έργο, ξεκίνησε ως μια αλληγορία στην ιστορία του Ροβινσώνα Κρούσου και τη μοναξιά του ανθρώπου σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, αλλά στην πορεία εξελίχθηκε σε πλάγια καταγραφή της επερχόμενης πολιτικής ανωμαλίας που κυρίευσε τον πλανήτη τις δεκαετίες του '60 και του '70. Η τραγική ιστορία του Oesterheld και της οικογένειάς του ως αποτέλεσμα της χούντας είναι λίγο-πολύ γνωστή, και όσοι τυχόν δεν γνωρίζουν σχετικά ας διαβάσουν το πολύ όμορφο αφιέρωμα του germanicus εδώ. Για εγκυκλοπαιδικούς λόγους, θα ήθελα να δείξω μόνο τη διαφορά του αρχικού στενόμακρου φορμάτ της ιστορίας (που είναι αυτή που δημοσίευσε η Jemma) σε σχέση με τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις για να "χωρέσει" σε εκδόσεις μικρότερου μεγέθους ή και περιοδικών κλασσικού τύπου. Οι 2 πρώτες σελίδες από την έκδοση της Jemma. Οι 4 πρώτες σελίδες όπως δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Σκορπιός.
  11. Γνήσιο τέκνο της underground σκηνής των αμερικανικών κόμικς, ο Τζεφ Σμιθ επηρέασε καθοριστικά τη σκηνή της 9ης Τέχνης στη γενέτειρά της. Λίγο πριν το αριστουργηματικό «Bone» κλείσει τα 30 χρόνια από τη δημιουργία του, αναστοχάζεται την πορεία του από την εποχή που τα κόμικς ήταν είδος πολυτελείας μέχρι τις μέρες που μεταφέρονται στο Netflix. Αν κάτι χαρακτηρίζει τα κόμικς του Τζεφ Σμιθ, αυτό είναι η πρωτότυπη μίξη ετερόκλητων στοιχείων με αριστοτεχνική αρτιότητα. Καρτουνίστικοι ήρωες μέσα σε ένα μεσαιωνικής αισθητικής περιβάλλον επικής φαντασίας – λέγε με «Bone». Επιστημονική φαντασία εμπνευσμένη από τις πιο σκοτεινές διαδρομές του Νίκολα Τέσλα σερβιρισμένη με νεονουάρ αφηγηματικό ύφος – λέγε με «Rasl». Εξέλιξη και παλαιοανθρωπολογία σε ένα αρχέγονα ρομαντικό ταξίδι αναζήτησης χαμένων κόσμων – λέγε με «Tuki». Αν απορεί κανείς πώς είναι δυνατόν τόσο διαφορετικές δουλειές να προέρχονται από τον ίδιο άνθρωπο, η απάντηση είναι σχετικά απλή: η έμφυτη περιέργεια, η διαρκής αναζήτηση νέων ερεθισμάτων και φυσικά το ταλέντο είναι μερικά μόνο από τα γνωρίσματα ενός από τους επιδραστικότερους δημιουργούς κόμικς της σύγχρονης εποχής. Η συζήτηση μαζί του δεν ήταν μόνο ενδιαφέρουσα, αλλά και ανεξάντλητη. Bone Χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας από πλευράς μου, θα ήθελα να ξεκινήσω τη συζήτησή μας με τις επιρροές σου, σχετικές ή μη με κόμικς. Έμαθα να διαβάζω επειδή έπρεπε να ξέρω τι σκαρφιζόταν ο Τσάρλι Μπράουν και η παρέα του στα στριπ των κυριακάτικων εφημερίδων «Peanuts». Λάτρεψα το Θείο Σκρουτζ και τον Ντόναλντ Ντακ, την εποχή που ο Καρλ Μπαρκς ήταν γνωστός ως «ο καλός σχεδιαστής παπιών» – έκανε τόσο ολοκληρωμένες και περιπετειώδεις ιστορίες. Ένα κέρμα του Θείου Σκρουτζ έπεφτε στο βυθό, και για να το βρουν θα ανακάλυπταν τη Χαμένη Ατλαντίδα – κανείς άλλος δεν έγραφε τέτοιες ιστορίες! Ήξερα ότι ο Ουώλτ Ντίσνεϋ είχε δημιουργήσει το Μίκυ Μάους και τον Ντόναλντ Ντακ και ότι ο Σουλτς είχε φτιάξει το Σνούπι, έτσι ήθελα κι εγώ να έχω το δικό μου χαρακτήρα. Έφτιαξα μερικούς στο νηπιαγωγείο και κάπως έτσι μπλέχτηκα με αυτόν το μικρό τύπο που έμελλε να γίνει ο Φόουν Μπόουν. Κατά τα λοιπά έχω αμέτρητα αγαπημένα βιβλία: το «Μόμπι Ντικ» είναι ευρέως γνωστό πως αποτελεί το αγαπημένο μου βιβλίο. Μου άρεσε ο Μαρκ Τουέην («Χακλμπέρι Φιν»), η εκδοχή του Τόμας Μάλερι για το Βασιλιά Αρθούρο («Le Morte d’ Arthur»), η πρώτη μου σχεδόν ψυχεδελική εξερεύνηση της επικής φαντασίας, η μυθολογία, και πολλά ακόμη, όπως και ταινίες. Ο ρυθμός του κινηματογράφου με συνάρπαζε πάντα. Ήμουν 15 χρονών όταν πρωτοβγήκαν «Τα Σαγόνια του Καρχαρία» του Στίβεν Σπίλμπεργκ και απλά έμεινα κάγκελο με αυτό που είδα – ήταν η πρώτη φορά που ήθελα να μάθω πώς ακριβώς γυρίζεται μία ταινία, για να φτάσει σε αυτό το αποτέλεσμα. Φυσικά οι αναφορές είναι αμέτρητες. Στο δια ταύτα, θεωρούσα σημαντικό να μεταφέρω όσα μου έμαθαν όλα αυτά τα διαφορετικά μέσα στη δουλειά μου. Και αυτό ίσως ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Όταν πρωτοξεκίνησα διαπίστωσα ότι σε μεγάλο βαθμό οι επιρροές των περισσότερων δημιουργών κόμικς και όλα όσα έμαθαν ήταν από τα κόμικς. Και νομίζω αυτός είναι ένας από τους λόγους για τον οποίο το «Bone» έκανε τη διαφορά: ο ρυθμός μου και ο τρόπος που λέω ιστορίες διέφερε από την αυστηρή λογική των κόμικς. Το «Μόμπι Ντικ» αλλά και το «Pogo» του Ουώλτ Κέλι βρίσκουν φόρο τιμής στις σελίδες του «Bone» Έχω διαβάσει συνεντεύξεις που περιγράφεις την αμερικάνικη σκηνή κόμικς στα πρώτα σου βήματα, πώς αυτή διαμορφώθηκε παράλληλα με την έκδοση του «Bone» και το ρόλο που έπαιξε το τελευταίο σ’ αυτήν την πορεία. Πώς είναι τώρα η κατάσταση και ποια η θέση του «Bone» στις σημερινές συνθήκες; Έχει αλλάξει ραγδαία. Τριάντα χρόνια πριν ήταν πολύ διαφορετικά. Είδα τη σκηνή να μεγαλώνει, να εξαϋλώνεται σαν μαύρη τρύπα, να αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από άντρες αναγνώστες. Σταδιακά άρχισαν να φέρνουν τις φιλενάδες του, και γυναίκες ξεκίνησαν να αγοράζουν και να δημιουργούν κόμικς – όχι ότι δεν υπήρχαν και πριν, αλλά ήταν ισχνή μειοψηφία. Σήμερα είναι πολλές. Συνεπώς το πρώτο είναι η διεύρυνση, η ποικιλομορφία αναγνωστών και δημιουργών. Η μεγαλύτερη αλλαγή αφορά κυρίως στην καθιέρωση των γκράφικ νόβελ ως της βασικής μορφής παραγωγής κόμικς. Παλιά θεωρούνταν σπάνιο είδος, και φυσικά δεν πωλούνταν εκτός των κλασικών «κομιξάδικων», μαγαζιά που βοήθησαν τον κλάδο να μην πεθάνει, κατέπνιγαν όμως τη συγκεκριμένη μορφή τέχνης. Όταν πρωτοξεκίνησε το «Bone» στα μέσα του ’90 μας απέρριπταν οι βιβλιοθήκες, η amazon, οι μεγάλοι εκδότες. Ο λόγος ήταν κατά βάση επειδή ήταν κόμικ και επειδή ήταν αυτοεκδιδόμενο, με αποτέλεσμα να χάνουμε μεγάλο μέρος του πιθανού ακροατηρίου μας επειδή δεν είχαμε πρόσβαση στο σύστημα διανομής βιβλιοθηκών και βιβλιοπωλείων. Όλα αυτά πλέον έχουν αλλάξει. Σήμερα το «Bone» συνεχίζει να πουλάει τόσο καλά που δεν μπορώ να το πιστέψω! Ακόμα και στο amazon είναι μέσα στα 10.000 best-sellers – μπορεί να μην ακούγεται τόσο εντυπωσιακό, αλλά πίστεψέ με, είναι! Bρίσκεται εκεί από το 2004, πάνω από 15 χρόνια. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι νέοι δημιουργοί μου λένε ότι μεγάλωσαν με και εμπνεύστηκαν από το «Bone». Και ο τρόπος που έγινε αυτό με εκπλήσσει! Πάντοτε περίμενα να δω κάτι παρόμοιο, αλλά δεν έγινε μέχρι σήμερα. Αλλά ξαφνικά βρέθηκαν τόσοι δημιουργοί κόμικς, τρεις γενιές μετά, να μου λένε ότι ήταν πηγή έμπνευσης για αυτούς, ενώ οι δουλειές τους δεν έχουν καμία σχέση με τη δική μου! Είμαι πολύ περήφανος και ευτυχισμένος για αυτό, δε με νοιάζει να μείνω ο «τύπος που έκανε το Bone» μέχρι να πεθάνω! Το πάντρεμα ετερόκλητων στοιχείων με την εισαγωγή καρτουνίστικων ηρώων σε ένα ρεαλιστικό περιβάλλον επικής φαντασίας είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του «Bone» (στα ελληνικά από την Jemma Press) Δεν ξεκίνησα με σκοπό να φτιάξω κάτι κλασικό. Έφτιαξα μια ιστορία που εγώ θα ήθελα πολύ να διαβάσω πιτσιρικάς. Πάντα το είχα στο μυαλό μου σαν μια μεγάλη ιστορία με το Θείο Σκρουτζ, δομημένη με αρχή, μέση και τέλος, όπως ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, που επιφέρει πραγματικές συνέπειες στους χαρακτήρες. Δεν ήταν κάτι που συνηθίζεται στα κόμικς. Ο Τσάρλι Μπράουν τόσα χρόνια μετά παραμένει περίπου 10 χρονών. Έφερα τις επιρροές μου από τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία, γι’ αυτό και προκάλεσε το ενδιαφέρον. Ήθελα λοιπόν να κάνω τη δουλειά που με συνάρπαζε πρώτιστα ως αναγνώστη. Όμως ένα κόμικ έχει πολλή δουλειά. Πρέπει να το γράψεις, να κάνεις τα σκαριφήματα, τα μολύβια, το μελάνι, περνάς από την ίδια ιστορία τόσες πολλές φορές σε διαφορετικές φάσεις, γι’ αυτό πρέπει να σου αρέσει. Ειδικά αν πρόκειται να ξοδέψεις 12 αναθεματισμένα χρόνια πάνω της. Στο «Bone» δε χρησιμοποίησα κάποια μαγική συνταγή: απλά ήμουν πολύ τυχερός που το έκανα, τη στιγμή που το έκανα. Και δούλεψε. Και όλως περιέργως, δούλεψε και στις 36 διαφορετικές γλώσσες που μεταφράστηκε. Το ξεκαρδιστικό κεφάλαιο της «Απίθανης Αγελαδοδρομίας» δεν ήταν σχεδιασμένο να ενταχθεί στην ιστορία του «Bone» – προστέθηκε κατόπιν της αλληλεπίδρασης του Τζεφ με τους αναγνώστες Πέρα από το πρωτότυπο κεντρικό «δίπολο» – το οποίο παραμένει υπαρκτό καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας – ανάμεσα στο κωμικό, καρτουνίστικο στοιχείο και το πιο σκοτεινό της επικής φαντασίας, παρατηρούμε αφηγηματικά μοτίβα να εναλλάσσονται και να αλλάζουν ένταση: Η ιστορία ξεκινάει από τους κατοίκους της Μπόουνβιλ και μπαίνοντας όλο και πιο βαθιά στο γίγνεσθαι της Κοιλάδας, η αφήγηση πυκνώνει, τα διαρκή επιδερμικά gags δίνουν τη θέση τους στο μυστήριο και τις αποκαλύψεις, τις δολοπλοκίες, τις προφητείες, τις σκληρές μάχες. Το ίδιο συμβαίνει και στο σχέδιο, το οποίο απ’ το εύπλαστο, στρόγγυλο έντονα μελανωμένο περνάει στο πιο λεπτομερειακό και λεπτοδουλεμένο. Ήταν συνειδητή επιλογή; Ή μήπως η ιστορία, από ένα σημείο και μετά, πήρε «σάρκα και... οστά», παρασύροντάς σε και καθορίζοντας τις επιλογές σου; Είναι γεγονός ότι μέχρι τότε δεν υπήρχε κάποιο ευρέως διαδεδομένο έργο που «πάντρευε» αυτά τα δύο εκ πρώτης όψεως ετερόκλητα στοιχεία. Στα δικά μου μάτια δεν ήταν κάτι περίεργο. Πάντοτε διάβαζα Καρλ Μπαρκς, μου άρεσαν τα κινούμενα σχέδια με τον Μπαγκς Μπάνι, την ίδια στιγμή που κοιτούσα πολλά βιβλία από τη Γαλλία: ο Μπιλάλ, το νουάρ του Ταρντί, η επική ή επιστημονική φαντασία για μεγάλους του Μοέμπιους... Και λέω, γιατί να μην πάρω αυτήν την φαντασία για μεγάλους και να βάλω τα κόμικς που λάτρευα μέσα σε αυτήν, όπως το «Pogo» ή το «Peanuts»; Βάλε τον Ντόναλντ και το Θείο Σκρουτζ σε μία ιστορία του Μοέμπιους, μου έβγαζε απόλυτο νόημα! Σε ποιον δε θα άρεσε; Δε μου είχε φανεί πολύ τολμηρό – χρόνια μετά μου αποκάλυψαν, μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου στο χώρο, ότι πίσω από την πλάτη μου στοιχημάτιζαν ότι δε θα πάει καλά ένα κόμικ με καρτούν να τριγυρίζουν στον κόσμο του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, και φυσικά μου απολογήθηκαν για αυτό όταν τους διέψευσε η πραγματικότητα. Ήταν λοιπόν λίγο απ’ όλα. Ήταν πολύ συνειδητή απόφαση εξ αρχής να εξασφαλίσω ότι οι Μπόουν θα άλλαζαν όσο λιγότερο γινόταν, καθώς ήξερα ότι θα έπαιρνε χρόνια για να ολοκληρωθεί η ιστορία, υπολόγιζα περίπου μία δεκαετία. Και ήξερα επίσης ότι σε δέκα χρόνια το σχεδιαστικό μου στιλ θα άλλαζε – αν παίζεις κιθάρα θα είσαι πολύ καλύτερος μετά από δέκα χρόνια καθημερινής εξάσκησης. Το ίδιο προφανώς ισχύει και με το σχέδιο. Από τη στιγμή που τελείωσε όμως, κάποιος μπορεί να το διαβάσει μέσα σε ένα σαββατοκύριακο. Αν υπήρχαν ευδιάκριτες αλλαγές στους πρωταγωνιστές, θα ήταν πρόβλημα. Οι υπόλοιπες αλλαγές, κυρίως όσον αφορά την ιστορία που έγινε πιο γλαφυρή, ρεαλιστική και σκληρή όσο προχωρούσε, ήταν επειδή το επέβαλε η ιστορία, αλλά και ακριβώς επειδή γινόμουν καλύτερος καλλιτέχνης. Για παράδειγμα, η Θορν στην αρχή μοιάζει μεν πολύ ανθρώπινα ρεαλιστική συγκρινόμενη με τους Μπόουν, αλλά παρόλα αυτά έχει αυτήν την παιδικότητα που θα συναντούσες σε μία πριγκίπισσα των κινούμενων σχεδίων της Disney. Στο τέλος της ιστορίας τη σχεδίαζα πολύ περισσότερο ρεαλιστικά, τις αναλογίες της, τη μέση της, τα άκρα της, και είχα γνώση αυτού, αλλά αισθάνθηκα ότι λειτουργούσε στην ιστορία – η Θορν εξελισσόταν σαν άνθρωπος, έγινε μεγάλη κοπέλα, έγινε πραγματική γυναίκα, ενήλικας που έχει βαριές ευθύνες και τις έχει αποδεχτεί. Αυτό δε σημαίνει ότι κατέβαλλα προσπάθεια για να τη σχεδιάσω διαφορετικά ή, αν θες, καλύτερα, απλά μου έβγαινε και το υιοθέτησα, σε αντίθεση με την περίπτωση των Μπόουν όπου αυτοπεριοριζόμουν. Βάζοντας μελάνι στην τελευταία σελίδα του «Bone» Πριν αφοσιωθείς αποκλειστικά στη δημιουργία κόμικς είχες εργαστεί στον τομέα των κινουμένων σχεδίων. Αυτό είναι φανερό από το σχέδιο, το οποίο χαρακτηρίζεται από έντονη κίνηση, όσο και από το στήσιμο των καρέ και τη σκηνοθεσία με «ζωντανή», φυσική ροή. Πόσο σημαντική είναι αυτή η εμπειρία για έναν σχεδιαστή κόμικς; Είναι εμφανέστατη η επίδραση των κινουμένων σχεδίων στη δουλειά μου. Στα κινούμενα σχέδια βρέθηκα επειδή, αν και σχεδίαζα, δεν ήμουν ακόμα έτοιμος να ξεκινήσω ένα κόμικ. Είχα μερικούς φίλους στο Κολλέγιο οι οποίοι μου πρότειναν να ανοίξουμε ένα στούντιο κινουμένων σχεδίων. Ασχολήθηκα 8 χρόνια πριν παραχωρήσω το μερίδιό μου στους συνεργάτες μου. Ασχολούμασταν με κακοπληρωμένες τοπικές, ιδιωτικές και κρατικές διαφημίσεις, σταδιακά όμως γίναμε αρκετά καλοί και γνωστοί σε εθνική κλίμακα. Μετά από τις μεγάλες επιτυχίες ταινιών όπως «Η Μικρή Γοργόνα» και «Ο Βασιλιάς των Λιονταριών», πολλά στούντιο άρχισαν να φτιάχνουν κινούμενα σχέδια, όπως η Dreamworks, συχνά όμως έβγαιναν εκτός χρόνου και έψαχναν μικρά στούντιο σαν το δικό μας, ακόμα και για 5 λεπτά από μία ταινία. Είχε πλάκα, και αυτό που έμαθα ήταν ότι αν σχεδιάζεις ένα χαρακτήρα 1000 φορές μαθαίνεις πολλά πράγματα: όχι μόνο πώς να διατηρείς σταθερό το σχήμα και τη μορφή του, αλλά και πώς να τον τοποθετείς στο χώρο, και για να το κάνεις αυτό η κατασκευή του πρέπει να έχει γίνει με προνοητική σκέψη. Αποφεύγεις να το παρακάνεις με λεπτομέρειες γιατί θα σπαταλάς πολύ χρόνο να σχεδιάζεις κουμπιά και φερμουάρ – οπότε κράτα ένα κουμπί αντί για 5. Αυτό εξηγεί και τη σχεδιαστική απλότητα των Μπόουν. «Bone» Το πιο σημαντικό στοιχείο όμως που μετέφερα στα κόμικς ήταν οι βασικοί κανόνες των κινουμένων σχεδίων και του καδραρίσματος ενός συγκεκριμένου πάνελ. Αυτά συνοψίζονται στις εξής δύο αρχές: 1. Την αντίληψη του «screen right» και «screen left». Σε σκηνές με έντονη κίνηση πρέπει όλη η ροή να κατευθύνεται προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην «Αγελαδοδρομία». Συνεχίζω τη λήψη από τη μεριά που διάλεξα αρχικά, δεν την αλλάζω εκτός αν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος. Έτσι ο αναγνώστης κινείται νοητά διαρκώς προς εκείνη την κατεύθυνση, «βιώνει» την κίνηση. 2. Τον κανόνα των 180 μοιρών, που σημαίνει ότι όταν έχεις δύο χαρακτήρες να μιλάνε στις δύο άκρες του χώρου, μπορείς να γυρίσεις το πλάνο πίσω από τους ώμους του ενός, αρκεί ο άλλος να μένει στην ίδια θέση απέναντί του. Αυτοί είναι βασικοί κανόνες για τον κινηματογράφο, κατά συνέπεια και για τα κινούμενα σχέδια, και πιστεύω πως εφαρμόζονται τέλεια και στα κόμικς. Με αφορμή την 30η επέτείο του «Bone», ο Jeff Smith και το επιτελείο του ετοιμάζουν αρκετές ειδικές εκδόσεις και εκδηλώσεις Πριν ένα χρόνο ανακοινώθηκε η μεταφορά του «Bone» στο Netflix, μετά από πολλά χρόνια αναμονής για τη μεταφορά του στην οθόνη. Θα γίνει επιτέλους; Είμαι λιγότερο κυνικός απ’ ότι με παλαιότερες συνεργασίες. Η προσέγγιση του Netflix με έπεισε να ανακτήσω το ενδιαφέρον μου στη μεταφορά του «Bone» μετά από 10 χρόνια άκαρπων συζητήσεων με στούντιο του Χόλιγουντ, τα οποία επέμεναν στην παραγωγή μίας αυτοτελούς ταινίας 1.30 ώρας για ένα έργο 9 τόμων! Το Netflix κατάλαβε μακράν καλύτερα με τι έχουμε να κάνουμε και έχει τη δυνατότητα να το αναπτύξει ακριβώς όπως στο κόμικ, δηλαδή σε μορφή σειράς – για μένα αυτό είναι πολύ σημαντικό, τόσο για την ομαλή εξέλιξη της ιστορίας όσο και για τη γνωριμία με τους χαρακτήρες, την ταύτιση. Σε αντίθεση με τις επιταγές των χολιγουντιανών στούντιο στο παρελθόν για CG, συμφωνήσαμε στο 2D animation που αποτυπώνει καλύτερα το πνεύμα της σειράς. Τα κακά νέα είναι ότι λόγω της πανδημίας πήγαμε πίσω ένα χρόνο, κατά συνέπεια δε νομίζω να έχουμε κάτι πριν το 2023. Τα καλά νέα είναι ότι η καθυστέρηση μας έδωσε την ευκαιρία να δημιουργήσουμε ένα εξαιρετικό καλλιτεχνικό επιτελείο. Ο Νίκολα Τέσλα στο «Rasl» Ήταν εύκολη η μετάβαση από το «Bone» στο «Rasl», ένα κόμικ εντελώς διαφορετικό τόσο σε θεματική και ύφος όσο και σε αφηγηματικές και εικαστικές τεχνικές; Υπήρξα ανέκαθεν λάτρης της επιστημονικής φαντασίας, διαβάζοντας από μικρός έργα των Clarke, Asimov, ή τα πιο αλλόκοσμα του Burroughs. Επίσης μου άρεσε το νουάρ – όταν τελείωνα το «Bone» έβλεπα ταινίες με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, όπως «Το Γεράκι της Μάλτας». Όπως ήταν φανερό και από την πρώτη μου δουλειά, μου αρέσει να αναμιγνύω διαφορετικά είδη. Η μετάβαση όμως ήταν πολύ δύσκολη. Πρώτον, το αφηγηματικό στυλ του νουάρ επιτάσσει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση – κατά συνέπεια, έπρεπε διαρκώς να εφευρίσκω τρόπους η εξέλιξη της πλοκής να λαμβάνει χώρα μπροστά στα μάτια του ήρωα. Δεύτερον, μου αρέσει η επιστημονική φαντασία που παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της. Έτσι αφιέρωσα 4 χρόνια μελετώντας τη Φυσική σχετικά με τα παράλληλα σύμπαντα και τη θεωρία των χορδών, καθώς και τις θεωρίες συνομωσίας που προκύπτουν από τη ζωή και το έργο του Νίκολα Τέσλα. Εικόνα από το «Rasl» Δηλαδή ότι διαβάζουμε στο «Rasl» είναι επιστημονικά και ιστορικά τεκμηριωμένο; Πάνω-κάτω ναι. Βλέπεις, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση μου εξασφάλισε τη δυνατότητα να είμαι λιγότερο ακριβής, αφού δεν αναπαράγω τα γεγονότα αλλά τα διυλίζω μέσα από το φίλτρο του πρωταγωνιστή. Τα περισσότερα όμως είναι 100% αληθινά. Ήμουν αρκετά αυστηρός! Ειδικά όσον αφορά τον Τέσλα, πρόκειται για μία πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα που έχει δώσει τροφή στο 99,9% των θεωριών συνομωσίας: από τα UFO μέχρι την Περιοχή 51, βρίσκεται κάπου από πίσω. Οι εφευρέσεις του, με αποκορύφωμα την ακτίνα του θανάτου, αλλά και ο τρόπος που κατέληξε από λαμπρός επιστήμονας σε παρανοϊκό μπατίρη – καθώς και ο μυστηριώδης θάνατος, μία μέρα πριν συναντηθεί με εκπρόσωπους της κυβέρνησης στο Λευκό Οίκο – τον καθιστούν μία πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα με την οποία αξίζει να ασχοληθεί κανείς. Εικόνα από το «Tuki» Στην πιο πρόσφατη δουλειά σου, το «Tuki: Save the Humans», καταπιάνεσαι πάλι με κάτι εντελώς διαφορετικό και πρωτότυπο. Υπήρξε μία πραγματική στιγμή στην Ιστορία 2 εκατομμύρια χρόνια πριν, κατά την οποία περισσότερα από ένα ανθρώπινα είδη, με διαφορετικά μεγέθη και ικανότητες, συνυπήρχαν ταυτόχρονα – 11 για την ακρίβεια. Σταδιακά η εξέλιξη οδήγησε τα πιο αδύναμα σε εξαφάνιση, αλλά η συγκεκριμένη ιδέα, την οποία εμπνεύστηκα όταν επισκέφτηκα το φαράγγι Ολντουβάι στην Τανζανία, την κοιτίδα της ανθρωπότητας, με ιντρίγκαρε πολύ. Κατέληξα λοιπόν να αναμιγνύω στοιχεία παλπ μυθοπλασίας στα πρότυπα του Κόναν του Βάρβαρου και του Ταρζάν, με χαμένους κόσμους, την εξέλιξη και την παλαιοανθρωπολογία. Το ξεκίνησα ως webcomic αλλά τελικά αποφάσισα να το βγάλω σε ένα βιβλίο 200 σελίδων, το οποίο θα κυκλοφορήσει του χρόνου. Εικόνα από το «Tuki» Κλείνοντας, θα ήθελα να σε ρωτήσω αν αισθάνθηκες ποτέ δέσμιος της τεράστιας επιτυχίας της πρώτης σου δουλειάς, του «Bone», αν εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, σου προκάλεσε αμηχανία, περιορίζοντας τον αυθορμητισμό σου όσον αφορά στις επόμενες κινήσεις σου, υπό το φόβο των συγκρίσεων. Με λίγα λόγια, αν ένα από τα δημοφιλέστερα αποφθέγματα των κόμικς έχει εφαρμογή και στην περίπτωσή σου: «Η μεγάλη δύναμη φέρνει και μεγάλη ευθύνη». Η δημιουργία του «Bone» αλλά και η υποδοχή που του επιφυλάχθηκε ήταν ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Όταν το τελείωσα χρειάστηκα αρκετό χρόνο να συνέλθω πριν κάνω κάτι άλλο. Ήταν δύσκολο. Χρειάστηκε να αλλάξω τον τρόπο που γράφω γιατί είχαν δημιουργηθεί μηχανισμοί που ήταν δύσκολο να αποτινάξω. Το σίγουρο είναι ότι δεν είχα ποτέ την ψευδαίσθηση ότι θα καταφέρω κάτι τόσο μεγάλο – απεναντίας, προσπάθησα να εκμεταλλευτώ τη δημοφιλία του «Bone» για διαφημιστικούς λόγους. Μπορεί το «Rasl» να μην ήταν το ίδιο δημοφιλές αλλά πήγε καλά: βραβεύτηκε ως το καλύτερο γκράφικ νόβελ τη χρονιά που κυκλοφόρησε αυτοτελώς. Εκείνη ίσως ήταν η στιγμή της πλήρους απελευθέρωσης, σταμάτησε να με απασχολεί η σύγκριση. Από εδώ και πέρα με ενδιαφέρει μόνο να κάνω ό,τι με γεμίζει, όπως συμβαίνει και με το «Tuki». Θέλω να σταθώ όμως λίγο στο κομμάτι της ευθύνης. Πάντοτε αισθανόμουν ότι χρωστάω πολλά στο χώρο, σε όσους με εμπιστεύτηκαν και με βοήθησαν, ότι οφείλω να το ανταποδώσω. Φυσικά δεν υπάρχει τρόπος να το ανταποδώσω στον Νιλ Γκέιμαν ο οποίος βγήκε στην τηλεόραση εθνικής εμβέλειας και είπε στον κόσμο να ψάξει το «Bone», μπορώ όμως να το ανταποδώσω στη νέα γενιά. Και το κάνω. Ασχολήθηκα ενεργά με το Small Press Expo, γυρνούσα σε όλους τους πάγκους και αγόραζα κάτι απ’ τον καθένα – όταν μου τα έδιναν δωρεάν έλεγα «όχι, θα το αγοράσω και θα το υπογράψεις». Σε αυτό το πλαίσιο ξεκίνησα μία αντίστοιχη εκδήλωση στην περιοχή μου, στο Κολόμπους του Οχάιο. Ένας από τους στόχους που έχω θέσει με τους συνεργάτες μου στο Cartoon Crossroads Columbus είναι η σύνθεση νέων φερέλπιδων δημιουργών κόμικς με τους καταξιωμένους του είδους, γιατί θυμάμαι πόσο σημαντικό ήταν για μένα να συναντάω τον Αρτ Σπίγκελμαν και τον Φρανκ Μίλερ στα πρώτα μου βήματα, να συνειδητοποιώ ότι είναι πραγματικοί άνθρωποι και να μου δίνουν χρήσιμες συμβουλές. Στο τέλος της ημέρας όμως, είσαι εσύ και ένα κομμάτι χαρτί. Αν θέλεις να κάνεις κόμικς, τότε πρέπει απλά να το τολμήσεις. Και το σχετικό link...
  12. Καλωσορίσατε στην Μπερλίν. Ο συγγραφέας Κυριάκος Αθανασιάδης και ο σχεδιαστής κόμικς-εικονογράφος Νικόλας Κούρτης μιλάνε για το neo-noir graphic novel τους. Καλωσορίσατε στην Μπερλίν… την πόλη όπου δεν ξημερώνει ποτέ. Μια πόλη όπου οι απέθαντοι συμβιώνουν με τους ζωντανούς. Μια πόλη που την έκταση της σήψης και της διαφθοράς της ξεπερνά μονάχα το αιώνιο σκοτάδι της. Μια πόλη που θα μπορούσε να είναι η Κόλαση, αν κάποιος είχε αντικαταστήσει τις φωτιές και τους λάκκους με το θειάφι με ατσάλινους ουρανοξύστες και επιβλητικά κτίρια που ξεφυτρώνουν μέσα από το χάος της δαιδαλώδους ρυμοτομίας της. Μια πόλη των νεκρών ονείρων και των χαμένων ψυχών. Μια τέτοια ψυχή είναι και ο Ράντολφ Κάρτερ, ιδιωτικός ντετέκτιβ για μικροϋποθέσεις που μετά βίας τού εξασφαλίζουν τα απαραίτητα χρήματα για τα ποτά του στο Los Antiguos, το μπαρ όπου περνά τον περισσότερο καιρό του. Όταν όμως ένας μυστηριώδης πελάτης θα τον προσλάβει για μια υπόθεση που αρχικά μοιάζει να είναι μια απλή περίπτωση κλοπής και εξαφάνισης, ο Κάρτερ θα μπλεχτεί σε έναν ατέρμονο λαβύρινθο τρόμου και αίματος που οδηγεί μέσα από τα στενά δρομάκια και τις αγορές της Μπερλίν στο κατώφλι του άλλου κόσμου. Το neo-noir graphic novel «Berlin: Πρώτος θάνατος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Jemma Press, μία «σκοτεινή κατάδυση» στον κόσμο, στους χαρακτήρες, ήρωες και αντιήρωες της φανταστικής πόλης Μπερλίν. Πάνω από όλα όμως, είναι ένα graphic novel-έκπληξη που «παντρεύει» το παραφυσικό με το neo-noir είδος και μπορεί άνετα να σταθεί και στη διεθνή αγορά. Πώς συναντήθηκαν οι δρόμοι σας για το graphic novel «Berlin»; Νικόλας Κούρτης: Η γνωριμία μας μετράει δεκαετίες. Μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη για τη λογοτεχνία, τα κόμικς, τον κινηματογράφο. Κάποιες μικρές ιστορίες μας είχαν εκδοθεί παλιά στη Βαβέλ. Πρόσφατα δημιουργήσαμε τη σειρά «Urban Stories», 11 δισέλιδα αυτοτελή κόμικς, που εκδόθηκαν στο περιοδικό The Book 's Journal. Ήταν φυσική συνέχεια να εκφραστούμε σε μεγαλύτερο φορμά. Και μεγάλη τύχη που ενώθηκαν οι δρόμοι μας και με τον Λευτέρη Σταυριανό και την Jemma Press. Δεν θα μπορούσαμε να σκεφτούμε κάτι καλύτερο από αυτό. Κυριάκος Αθανασιάδης: Πριν ακόμα από τα κόμικς στη Βαβέλ, ο Νικόλας είχε σχεδιάσει τα εξώφυλλα κάποιων βιβλίων μου, ενώ εικονογράφησε και μία νουβέλα που είχα εκδώσει το 2002. Ένα από εκείνα τα ασπρόμαυρα σχέδιά του το χτύπησα τατουάζ την ίδια χρονιά, ψηλά στο μπράτσο. Οπότε ναι, έτσι πάει: μετά τα δισέλιδα στο TBJ και κάποιες άλλες δουλειές σε μικρή φόρμα που κάναμε μαζί, η «Berlin» ήταν απλώς κάτι που έπρεπε να γίνει. Και βρήκε το καλύτερο σπίτι για να γεννηθεί. Πήρε αρκετό καιρό η όλη διαδικασία, από την αρχική ιδέα μέχρι να το λάβετε στα χέρια σας; Δουλέψατε εξ αποστάσεως; Πώς ήταν η συνεργασία σας; Νικόλας Κούρτης: Είναι χαρακτηριστικό πως σε κάθε πρότζεκτ δουλεύουμε με διαφορετικό τρόπο. Συνεννοούμαστε δηλαδή εύκολα, υπάρχει ροή. Η αρχή γίνεται πάντα από τον Κυριάκο. Η βασική ιδέα, οι περιγραφές, το σενάριο, όλα από εκείνον. Μετά εγώ έχω πλήρη ελευθερία. Συζητάμε βέβαια συχνά, αλλά είμαι ευγνώμων για την ελευθερία που μου δίνει. Μα κι εγώ σπάνια θα επέμβω στο σενάριο καθαυτό. Οι αλλαγές που θα κάνω είναι συνήθως αφηγηματικές. Πώς να υπηρετήσω καλύτερα την ιστορία με τρόπους που ο Κυριάκος δεν έχει ίσως φανταστεί. Κι εκεί εισέρχεται το προσωπικό μου φίλτρο. Έτσι το αποτέλεσμα είναι «δικό μας». Κυριάκος Αθανασιάδης: Όπως ακριβώς και ένα βιβλίο, το σενάριο περνά από διάφορα στάδια: έρχεται η ιδέα, η ιδέα γίνεται προσχέδιο, το προσχέδιο σκελετός, και ο σκελετός το τελικό σενάριο. Που και πάλι θα υποστεί αλλαγές σε όλα τα στάδια του σχεδίου, μικρότερες ή μεγαλύτερες, για να βρεθούν καλύτερες δραματουργικές (ή «απλώς» αισθητικές) λύσεις ανάλογα με αυτά που σκέφτεται και προτείνει ο Νικόλας: μπορεί να είναι η προσθήκη ενός «ήχου», ή η αφαίρεση μίας σκηνής, ή η σύμπτυξη δύο άλλων. Οπότε ναι, εγώ εξ ορισμού περιμένω πολύ περισσότερο χρόνο μέχρι να πιάσω το βιβλίο στα χέρια μου. Όμως εδώ φαίνεται και η πελώρια διαφορά που έχουμε στα κόμικς ανάμεσα στο σενάριο και στο σχέδιο: το δεύτερο απαιτεί ίσως και δεκαπλάσιο χρόνο από το πρώτο. Γενικά μιλώντας, είναι άδικο που τα ονόματα των συντελεστών μπαίνουν με το ίδιο size… Τώρα, ναι, δουλεύουμε πάντα από μακριά, και επικοινωνούμε όποτε πρέπει και όσο πρέπει με μηνύματα και μέιλ. Γιατί σε μορφή κόμικς και όχι ένα μυθιστόρημα; Νικόλας Κούρτης: Εδώ και δεκαετίες το κόμικ είναι αναγνωρισμένο ως η ένατη τέχνη. Ένα δυνατό εκφραστικό μέσο με πολλές δυνατότητες, που φλερτάρει με πολλές τέχνες. Οπότε γιατί όχι; Κυριάκος Αθανασιάδης: Τα κόμικς είναι πολύ παλιά υπόθεση, ενός ή και δύο αιώνων – ανάλογα με το από πότε αρχίζει να μετράει κανείς –, αλλά έτσι κι αλλιώς ο Νικόλας είναι σχεδιαστής, εγώ συγγραφέας και κάνουμε κόμικς μαζί, οπότε όλο αυτό είναι πολύ φυσιολογικό. Η δε δυνατότητα χρήσης της μεγάλης αφηγηματικής φόρμας, που έχει ιστορία άνω των πέντε δεκαετιών, είναι ότι πιο δελεαστικό μπορώ να φανταστώ. Η προφανής καταγωγή από τον κινηματογράφο, με προσαρμοσμένες σε μία καθαρά εικαστική γλώσσα των δικών του τεχνικών στη δομή, στο μοντάζ και στους φωτισμούς, ακόμη και στον ήχο, είναι κάτι μαγικό που δεν υπάρχει αλλού. Είναι ζωγραφική, σινεμά και μυθιστόρημα μαζί – μεγάλη υπόθεση. Θα μπορούσε η πλοκή να εξελίσσεται στη Θεσσαλονίκη ή Αθήνα και όχι στο Βερολίνο; Νικόλας Κούρτης: Καταρχάς η Berlin δεν είναι το Βερολίνο. Είναι μια πόλη φανταστική, μια δυστοπική φουτουριστική «μεγάπολη» για την οποία, ο αναγνώστης τουλάχιστον, δεν γνωρίζει πολλά. Όχι, δεν θα μπορούσε να εξελίσσεται στη Θεσσαλονίκη ή στην Αθήνα γιατί θέλαμε να δημιουργήσουμε έναν νέο κόσμο εξαρχής. Μια tabula rasa πάνω στην οποία θα μπορούσαμε να γράψουμε ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς. Κυριάκος Αθανασιάδης: Έτσι είναι. Μιλάμε για το μέλλον εδώ – για «κάποιο» μέλλον, κάποια fantasy εκδοχή του μέλλοντος, όμως με πολλά στοιχεία (το ντύσιμο, τα χτενίσματα, κάποια όπλα) δανεισμένα κυρίως από τον Μεσοπόλεμο, αλλά και από αλλού. Η Berlin είναι η Μητρόπολη των Τέα φον Χάρμπου και Φριτς Λανγκ, όπως έχει εξελιχθεί μέσα στον χρόνο και μέσα στις σελίδες όπου πρωταγωνιστούν παρόμοιες μητροπόλεις: η Gotham City, η Mega-City One, η Sin City. Αλλά και πάλι: δεν είναι αυτές – είναι εντελώς διακριτή. Όπως άλλωστε φαίνεται και στον «Πρώτο θάνατο». Και όπως θα φανεί και στη συνέχεια που φτιάχνουμε τώρα. Ποιος είναι ο ντετέκτιβ Ράντολφ Κάρτερ και τι συμβολίζει ο χαρακτήρας του; Νικόλας Κούρτης: Κυριάκο, πες εσύ. Κυριάκος Αθανασιάδης: Ναι, οκέι. Λοιπόν, ο Κάρτερ είμαστε ο Νικόλας κι εγώ. Στην Berlin πιθανότατα δεν εκδίδονται κόμικς – αλλά αν εκδίδονταν θα ήθελα πολύ να τα διαβάσω –, οπότε αν ζούσαμε εκεί θα ήμασταν ντετέκτιβ. Το ελπίζω δηλαδή. Όχι ότι είναι ότι πιο εύκολο να κάνει κανείς, αλλά και ποιος δεν θέλει να παίξει τον ντετέκτιβ, και ειδικά έναν ντετέκτιβ που αναλαμβάνει υποθέσεις όπου υπερισχύει το υπερφυσικό, το μαγικό στοιχείο, και όταν η κεντρική του ηρωίδα, η femme fatale της Berlin, είναι μία υπερσέξι βρικόλακας; Η «Berlin» είναι noir, ή μάλλον neo-noir. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία ενός noir έργου; Και ποια είναι τα αγαπημένα σας noir έργα μέσα από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση ή και τα κόμικς ακόμα; Νικόλας Κούρτης: Είναι κινηματογραφικός όρος. Αναφέρεται σε ιστορίες που γενικά ονομάζουμε «αστυνομικές», αν και η αστυνομία συνήθως απουσιάζει. Δίνει συνήθως έμφαση στον κυνισμό των χαρακτήρων και στα συναισθηματικά τους κίνητρα. Χαρακτηρίζεται επίσης από το μαυρόασπρο. Μία από τις πρώτες μας αποφάσεις για την «Berlin» ήταν η χρήση μαυρόασπρου, κόντρα ίσως στο ρεύμα της εποχής. Προσπάθησα πολύ να μεταφέρω αυτή την κινηματογραφική ατμόσφαιρα στο κόμικ. Κυριάκος Αθανασιάδης: Ναι, το χρώμα θα προσέθετε πολύ στο εμπορικό κομμάτι του κόμικς, αυτό είναι το μόνο σίγουρο, αλλά θα αφαιρούσε το βασικό του χαρακτηριστικό, που είναι οι σκιές. Στην Berlin, αν μη τι άλλο, «δεν ξημερώνει ποτέ». Δεν θα δείτε μάλιστα, κανένα πλάνο ουρανού σε κανένα πάνελ – δεν υπάρχει ουρανός, υπάρχει μόνο σκοτάδι από πάνω σου… αλλά και από κάτω. Τώρα, το noir είναι μία πελώρια περιοχή, σχεδόν αχανής, και γλιστράει μέσα σε υποείδη της σύγχρονης λογοτεχνίας και του σινεμά, και προφανώς και στα κόμικς, ακόμη και ασυνείδητα, σχεδόν ερήμην του δημιουργού τους. Αυτός ο κυνισμός που λέει ο Νικόλας, η απουσία μιας ξεκάθαρης «κοινωνικής» ηθικής και η συχνή μείξη, οι αποχρώσεις, του δίπολου καλό-κακό, οι συνωμοσίες, η διαφθορά, η υποβόσκουσα διαρκής ίντριγκα, το ψέμα, η πανταχού παρούσα «τραγικότητα της ύπαρξης», αλλά και τα τσιγάρα, τα ποτά, τα πάθη, οι έρωτες που δεν βγάζουν πουθενά, η βροχή, οι ρεπούμπλικες, οι καμπαρντίνες, οι καπνοί που βγαίνουν από τις σχάρες των υπονόμων… οκέι, μιλάμε για τον ορισμό της Απόλυτης Γοητείας εδώ. Οι φαν το γνωρίζουν καλά, και όσοι τυχόν δεν το αγαπούν ή απλώς δεν το ξέρουν μπορούν να διαβάσουν και να δουν, αν μη τι άλλο, τα Top 10 των αντίστοιχων καταλόγων. Παρ’ όλα αυτά, να θυμίσουμε πως εδώ έχουμε να κάνουμε με «αστικό» νουάρ του Φανταστικού, με πολλά στοιχεία Τρόμου, όχι με τον Φίλιπ Μάρλοου. Τι να περιμένουμε από τον κάθε ένα ξεχωριστά το ερχόμενο διάστημα και τι ελπίζετε να σας φέρει το 2021; Νικόλας Κούρτης: Όσον αφορά εμένα, το επόμενο έτος θα είμαι κλεισμένος στο σπίτι μου και θα ασχοληθώ με τη συνέχεια της Berlin. Κυριάκος Αθανασιάδης: Αυτό κάνω κι εγώ – γράφω τη δεύτερη ιστορία, τον δεύτερο τόμο. Ήδη έχουμε κάνει τις πρώτες συζητήσεις, ξέρουμε πού θα πάμε και μένει μόνο να δουλέψουμε: έναν με δύο μήνες εγώ, τουλάχιστον δέκα μήνες ο Νικόλας. Αλλά αν ξέρουμε κάτι καλά, είναι ότι θα είναι ακόμη πιο «Berlin» από τον «Πρώτο θάνατο». Κι αυτό ήδη δεν είναι λίγο… Ευχαριστούμε πολύ για την κουβέντα, διαβάστε το βιβλίο, πείτε μας πώς σάς φάνηκε, και κυρίως: να προσέχετε. «Berlin: Πρώτος θάνατος», Εκδόσεις Jemma Press Σενάριο: Κυριάκος Αθανασιάδης Σχέδιο: Νικόλας Κούρτης, σελ.112, € 12,95 Και το σχετικό link...
  13. Το ψηφιδωτό του χρόνου έσπασε. Η ιστορία που διηγείται ανακατεύτηκε. Μπορεί το σύνολο να ξαναγεννηθεί από τα κομμάτια του; Ο επίμονος αναγνώστης θα ανασυνθέσει την ιστορία από τα θραύσματα... Ο Πέτρος Χριστούλιας και ο Τάσος Ζαφειριάδης, το δίδυμο πίσω από τα Χαρακώματα, επιστρέφει μια νέο κόμικ ονόματι Ψηφιδωτό. Διηγούνται μια ιστορία μέσα από τον χώρο και το χρόνο με πρωταγωνιστή τον Κύριλλο, έναν άντρα που κρύβεται όταν οι Σταυροφόροι βιάζουν την γυναίκα του, σφάζουν και αυτήν και το παιδί τους και ως τιμωρία ο θάνατος τον αφήνει να περιπλανιέται μεταξύ ζωντανών και νεκρών για αιώνες με φόντο το Βυζάντιο στην παρακμή του. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, με τα επεισόδια της ιστορίας του Κυρίλλου να εμφανίζονται στο κόμικ ανακατεμένα (π.χ. πρώτο κεφάλαιο είναι το χρονικά τελευταίο) αφήνοντας τον αναγνώστη να τα τοποθετήσει στην σωστή σειρά ανασυνθέτοντας το ψηφιδωτό της ιστορίας. Αυτή η ασυνήθιστη επιλογή αφήγησης είναι το στοιχείο που κάνει το κόμικ τόσο ιδιαίτερο. Πέρα από τις προσωπικές συμπάθειες στο στιλ γραφής του Ζαφειριάδη και το σχέδιο του Χριστούλια (τις οποίες έχω αμφότερες), το να επιλέξουν να ανακατέψουν την ιστορία τιμώντας τον τίτλο προσέφερε και σε αυτούς και στον αναγνώστη μια πρόκληση αν θέλετε, που κάνει το κόμικ πιο χαρακτηριστικό και ξεχωριστό. Νομίζω πως είναι ένα πείραμα που έπιασε και ελπίζω να τραβήξει βλέμματα γιατί του αξίζει. Για όσους πάντως μπερδευτούν με το έντυπο, μπορούν πάντα να διαβάσουν την ψηφιακή μορφή η οποία πρωτοδημοσιεύθηκε στο socomic.gr από 5/6/18 έως 28/11/18 ή να ακολουθήσουν την σειρά που είναι στημένες οι ψηφίδες στο εσώφυλλο (κάθε ψηφίδα αντιστοιχεί σε ένα κεφάλαιο και στο εσώφυλλο έχουν μπει με χρονολογική σειρά). Μόνο μείον της καλαίσθητης έκδοσης της Jemma Press με την ωραία αντίθεση που κάνει το χρυσό εξώφυλλο είναι αυτό το ίδιο το χρυσό εξώφυλλο. Χαράζει πανεύκολα και μετά από 1-2 μπες βγες σε τσάντα έχει γεμίσει μεγάλες γραμμές. Κυκλοφόρησε αρχικά στο ComicDom 2019 και αν και αντιμετωπίζεται ως fiction έργο, στον ενδιαφέροντα επίλογο οι δημιουργοί αναφέρουν διάφορα υπαρκτά ιστορικά στοιχεία που ενσωμάτωσαν στην ιστορία. *οι εσωτερικές σελίδες είναι από το socomic.gr ΕΔΩ μπορείτε να δείτε συνέντευξη των δημιουργών για το κόμικ
  14. albert

    STRANNIK

    «Δίπλα στο σχολείο μας ήταν μια φυλακή και από την άλλη πλευρά ένα νεκροταφείο. Ο δάσκαλός μας συνήθιζε να λέει πως αν δεν φερόμασταν σωστά και αν δεν δουλεύαμε σκληρά θα καταλήγαμε σε ένα από αυτά τα δυο μέρη.» Στα ρωσικά, η λέξη "strannik" σημαίνει περιπλανώμενος. Αυτό το μικρό ντοκιμαντέρ-κόμικς αφηγείται την ιστορία ενός άστεγου πυγμάχου που περνάει τη ζωή του στους δρόμους της Μόσχας. Κάποτε, αγαπούσε ένα κορίτσι, κάποτε είχε όνειρα για το μέλλον. Είναι πολύ γέρος για να πυγμαχεί, είναι όμως το μόνο που η ζωή του προσφέρει. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου) Ευχαριστούμε τον @nikos99 για τη διάθεση του τεύχους
  15. albert

    SCARY TALES

    Το άλμπουμ που κρατάτε στα χεριά σας είναι μια ανθολογία της σειράς στριπ Scary Tales του Πάνου Ζάχαρη, που δημοσιεύεται στο "Καρέ-Καρέ" της Εφημερίδας των Συντακτών κάθε Σάββατο. Κάποιες από τις ιστορίες που περιλαμβάνονται σε αυτή την έκδοση μπορεί να σας κάνουν να γελάσετε, αλλά και κάποιες είναι πολύ πιθανό να φέρουν δάκρυα στα μάτια σας. Είναι ακόμα πιθανότερο δε, αυτά τα δάκρυα να μην είναι μόνο λύπης, αλλά και οργής. «Οι κόσμοι που πλάθει ο Πάνος Ζάχαρης, γειτνιάζοντες με αυτούς της άλλης περιβόητης και βραβευμένης σειράς του υπό τον τίτλο «The Working Dead», δεν αποτελούν παρωδίες του περιεχομένου των πηγών τους, αλλά των παρερμηνευμένων νοημάτων τους από όσους θεωρούν τα παραμύθια ιερά κι ανέγγιχτα κείμενα». (Γιάννης Κουκουλάς, από την εισαγωγή του) Ευχαριστούμε τον @nikos99 για τη διάθεση του τεύχους
  16. Τιμή καταλόγου: 10€ Το Belzebubs είναι ένα ονλάιν κόμικ του Φιλανδού JP Ahonen, το οποίο παρουσιάζει τα έργα και ημέρες μιας οικογένειας μπλακμεταλάδων. Μετά την επιτυχία που έχει γνωρίσει σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, ήρθε και στην χώρα μας από την Jemma Press. Αρκετά καλό στριπ, με εύκολα αναγνωρίσιμες καταστάσεις/συμπεριφορές που παρωδεί - με αγάπη και πόνο - ο δημιουργός, την όλη εικόνα - και σε κάποιες περιπτώσεις - ιδεολογία που πουλάνε τα μπλακ μέταλ συγκροτήματα. Όσοι γνωρίζουν την ιστορία της σκηνής θα καταλάβουν πολλά (αν και δεν υπάρχει εμφανής αναφορά σε κάποιο γνωστό γεγονός) αλλά και οι μη γνώστες θα περάσουν ευχάριστα. Ευτυχώς δεν μένει στην εύκολη ατάκα και πιάνει και τις προσωπικές σχέσεις των μελών της οικογένειας, αλλά και της μπάντας του πατέρ φαμίλια, που είναι σε αδράνεια. Επίσης, ο δημιουργός φροντίζει να έχει το κάθε μέλος ευδιάκριτη προσωπικότητα. Το σχέδιο δε, είναι αξιολάτρευτο και τεχνικά άρτιο αξιοθρήνιτο και δαιμονικά σάπιο. Η σειρά ξεκίνησε το 2016 και ο τόμος της Jemma - άρτιος σε όλα του - περιέχει στριπς από το 2016 μέχρι και σήμερα. Περιέχει επίσης μια από τις πρωτότυπες εισαγωγές που έχω διαβάσει εδώ και καιρό από την Μπέκυ Κλούναν. Σελίδα δείγμα (στα αγγλικά) Πρώτη διανομή στο AthensCon 2018, όπου ήρθε και ο καλλιτέχνης για αυτόγραφα και σκιτσοαφιερώσεις. Στα πλαίσια του συνέδρειου επίσης, η Jemma έδινε με την αγορά του άλμπουμ και μια πάνινη τσάντα δώρο. Trivia. Η φανταστική μπάντα του κόμικ έχει και δικιά της σελίδα, ενώ έχει συμπεριληφθεί και στην Encyclopedia Metallum.
  17.   1622. Η Οθωμανική αυτοκρατορία έχει εξαπλωθεί σχεδόν σε όλη την Ανατολή, Κωνσταντινούπολη, παιχνίδια εξουσίας, θανάσιμα μυστικά, μυστικές συμφωνίες, επικίνδυνες συμμαχίες. Όμορφες αισθησιακές γυναίκες σκλάβες στα χαρέμια για να ικανοποιούν τις ορέξεις των αφεντάδων τους. Μία από αυτές η ΝΟΥΡ βλέπει το θανάσιμο παιχνίδι που υφαίνεται γύρω της μη μπορώντας να αντιδράσει. Ένας ξένος με σκοτεινή όψη που στο πέρασμά του σπέρνει θάνατο και χάος, θα της αλλάξει την ζωή. Και αυτή είναι μόνο η αρχή... Μια ιστορία τριών γυναικών που έγιναν οι ... ΝΥΦΕΣ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥΛΑ. Στο δεύτερο άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει προσεχώς η ιστορία της ΣΝΤΕΝΚΑ Η ΘΥΓΑΤΕΡΑ ΤΩΝ ΒΟΥΡΝΤΑΛΑΚ Με σενάριο του Κάουα και σχέδιο του Γιάννη Ρουμπούλια πιστεύω ότι θα είναι από τα καλά κόμικς που θα διαβάσουμε. Τίτλος πρώτου άλμπουμ: ΝΟΥΡ* *Που σημαίνει Φως στα Αιγυπτιακά. ΚΑΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ Ευχαριστούμε για τα υπόλοιπα εξώφυλλα τους Indian & albertus magnus.
  18. Κι ενώ η κυβέρνηση με τη Γιάννα Αγγελοπούλου στο τιμόνι οδεύει ολοταχώς προς το γνήσιο εθνικιστικό παρελθόν της ελληνικής Ακροδεξιάς, κάποιοι επιμένουν να μελετούν την Ιστορία χωρίς κραυγές και πατριωτικές κορόνες. Ο Θανάσης Καραμπάλιος με την τέταρτη συνέχεια του «1800» πλησιάζει στα χρόνια της Επανάστασης και λέει τα πράγματα λίγο διαφορετικά από το επίσημο εθνικό αφήγημα. Στο γλωσσάρι που συνοδεύει κάθε μέρος του «1800» μέχρι τώρα, ο Ελασσονίτης δημιουργός Θανάσης Καραμπάλιος, που έχει κάνει αισθητή την παρουσία του στα ελληνικά κόμικς τα τελευταία χρόνια όσο λίγοι, περιγράφει τον τίτλο του τέταρτου μέρους της σειράς του ως εξής: «Χάκι (το): η εκδίκηση, συνήθως σε κάποια ατιμωτική πράξη, αλβανική-αρβανίτικη λέξη». Ένα «χάκι» είναι το βασικό θέμα στο βιβλίο του, στην ελληνική επαρχία, λίγα χρόνια πριν από το 1821. Με πρωταγωνιστές τους κλέφτες και αρματολούς, κάποιοι πραγματικά πρόσωπα και κάποιοι προϊόν μυθοπλασίας, μακριά από τις ωραιοποιημένες και εξωραϊσμένες εκδοχές που μαθαίναμε στο σχολείο. Οι χαρακτήρες του Καραμπάλιου, με πρώτο και πιο χαρακτηριστικό (φανταστικό) πρόσωπο τον Καραμάνο με το σκοτεινό παρελθόν αλλά και όσοι αποτελούν πραγματικά πρόσωπα (Κολοκοτρώνης, Τζαβέλας κ.ά.) δεν θυμίζουν σε τίποτα τις μορφές με τις σιδερωμένες φουστανέλες, τα γυαλισμένα γιαταγάνια και τα περιποιημένα μουστάκια από τα σχολικά κάδρα ούτε από τις εθνεγερτηρίους ταινίες που προβάλλονται στις εθνικές εορτές ανελλιπώς εδώ και πάνω από μισό αιώνα. Οι πρωταγωνιστές του «1800» είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά, με πάθη και επιθυμίες, βίαιοι στο πλαίσιο της εποχής τους αλλά και με αισθήματα. Μπορεί η Ιστορία (ποτέ ουδέτερη και ποτέ απαλλαγμένη από προθέσεις) να τους κατέγραψε με έναν συγκεκριμένο τρόπο και να εξακολουθεί να αναπαράγει τις μορφές τους και τις συμπεριφορές τους όπως βολεύει την εθνική μας ανάγκη για ηρωισμούς, ανδραγαθήματα και αυτοθυσία, αλλά ο Καραμπάλιος κοιτάζει πίσω από τη βιτρίνα. Και αντικρίζει μίση και εγωισμούς, φτώχεια και εκδίκηση, αγώνα για εξουσία και επικράτηση, αίμα και πόνο. Ούτε κρυφά σχολειά ούτε αλτρουιστές ιερωμένοι ούτε ανθρωποφάγοι Τούρκοι ούτε Έλληνες με αρχαγγέλους στο πλευρό τους. Οι άνθρωποι του «1800» ζουν ακριβώς εκεί και τότε που γράφεται η Ιστορία. Αλλά αυτοί νοιάζονται περισσότερο να μείνουν ζωντανοί και να προστατέψουν με τα όπλα την οικογένειά τους και το χωριό τους, παρά να ποζάρουν με ένα απαστράπτον καριοφίλι ή να θυσιαστούν για μια μεγάλη ιδέα. Και όσο κι αν ορισμένες πτυχές της Ιστορίας αποσιωπούνται συστηματικά από τα σχολικά βιβλία και άλλες υπερτονίζονται ή διαστρεβλώνονται, ο Καραμπάλιος τις φωτίζει όλες και τις παρουσιάζει όσο κι αν είναι πιθανό να ενοχλήσουν τους θιασώτες της ελληνικής διαχρονικής λεβεντιάς που (υποτίθεται πως) δεν έχει καμιά σκιά. Μια τέτοια πτυχή είναι η δουλεία που βρίσκεται στο επίκεντρο του τέταρτου μέρους: «Στην Τουρκοκρατία η δουλεία δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο. Δούλος μπορεί να γινόταν κάποιος ως λάφυρο πειρατείας ή επιδρομών. Η πρόοδος στα καράβια (ιστιοπλοΐα) είχε μειώσει τη ζήτηση δούλων (τους οποίους χρησιμοποιούσαν ως κωπηλάτες στις γαλέρες). Παρ’ όλα αυτά η δουλεία συνέχιζε να υπάρχει με τη μορφή ενός είδους ομηρίας. Υπάρχουν αναφορές σε ένα είδος φόρου-εράνου που μάζευε ο τοπικός θρησκευτικός άρχοντας (δεσπότης ή καδής) για την απελευθέρωση των σκλάβων. Στα ελληνικά λεγόταν "σκλαβιάτικα", στα τουρκικά δεν κατάφερα να βρω πώς λεγόταν. Στον ελλαδικό χώρο το μεγαλύτερο σκλαβοπάζαρο βρισκόταν στα Γιάννενα», γράφει ο Θανάσης Καραμπάλιος στον επίλογο του βιβλίου. Αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά τον μεγάλο βαθμό τεκμηρίωσης του έργου του αλλά και την ειλικρίνειά του στην προσέγγιση της Ιστορίας. Εδώ και χρόνια ο Καραμπάλιος, χωρίς να είναι ιστορικός ή να έχει κάποια «ακαδημαϊκή» υποχρέωση πιστότητας των λόγων του σε σχέση με την πραγματικότητα, έχει χωθεί σε αμέτρητα αρχεία, σε βιβλία, σε έρευνες. Ταξιδεύει στα μέρη που περιγράφει, συλλέγει στοιχεία, εικόνες, γραπτά. Καταγράφει δεδομένα από τις επίσημες οδούς αλλά και από τις ανεπίσημες. Οι φορεσιές των πρωταγωνιστών του, τα κτίρια, τα καράβια, τα όπλα, η γεωγραφία, τα βουνά, τα δέντρα δεν προκύπτουν από μια επιδεξιότητα στο σχέδιο (που τη διαθέτει και με το παραπάνω) ή από μια καλπάζουσα φαντασία αλλά ύστερα από διεξοδική μελέτη. Τα αποτελέσματα της μελέτης είναι ορατά αλλά και όσα δεν είναι, ο Καραμπάλιος τα εξηγεί και τα μοιράζεται παραθέτοντας τις βιβλιογραφικές του πηγές και το νόημα των λέξεων και των όρων που χρησιμοποιεί. Έτσι, το σαράι, ο τζοχαντάρης, οι σκιπιτάρηδες, ο σπάχης, οι χαΐνηδες, το ασκέρι, ο νταϊφάς, ο μουρτάτης, το κοντράτο, ο μαγιόρος από λέξεις άγνωστες, εξωτικές ή δυσνόητες γίνονται οικείες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως οργανικά ενταγμένες στους διαλόγους και τα κείμενα, χωρίς να χρειάζεται να μεταφραστούν σε πιο οικείες της νέας ελληνικής. Κι έτσι προχωρά το αντιηρωικό έπος των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα προς το 1821, χωρίς τυμπανοκρουσίες και φανφάρες αλλά με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια ως προς τα ιστορικά και πραγματολογικά δεδομένα. Μακριά από αποθεώσεις και θριαμβικές ιαχές, μακριά από θρήνους και οδυρμούς. Εν αναμονή όσων μας ετοιμάζουν για τον πανηγυρικό εορτασμό των διακοσίων ετών από το 1821, το «1800» του Θανάση Καραμπάλιου είναι μια ιδανική ιστορική απάντηση μετριοπάθειας, ακρίβειας και ειλικρίνειας. Και το σχετικό link...
  19. Η Κοκκινοσκουφίτσα, ο Κοντορεβιθούλης, τα Τρία Γουρουνάκια, ο Παπουτσωμένος Γάτος και άλλα φανταστικά πλάσματα των παραδοσιακών παραμυθιών δίνουν στον Πάνο Ζάχαρη την αφορμή για μια μοναδική παρωδιακή προσαρμογή στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα που δεν μοιάζει καθόλου με παραμύθι. Τι θα γινόταν αν ο Αλαντίν από τις «Χίλιες και μία Νύχτες», έμπλεος αγαθών προθέσεων και αφέλειας, ζητούσε από το τζίνι του λυχναριού να πραγματοποιήσει μία και μοναδική ευχή: να επιστρέψει η Ευρώπη στις ιδρυτικές της αξίες; Κατά τον Πάνο Ζάχαρη, ακόμα και το παντοδύναμο τζίνι θα ένιωθε ανίκανο να πραγματοποιήσει την ευχή. Θα έβγαζε απογοητευμένο το γυαλιστερό και κοφτερό σπαθί από το θηκάρι και θα το έμπηγε με δύναμη στα σπλάχνα του, αυτοκτονώντας μπρος στο ανέφικτο της ικανοποίησης της επιθυμίας του αφέντη του. Και πώς θα υποδεχόταν σήμερα η ανθρωποφάγα κακιά μάγισσα από το «Χάνσελ και Γκρέτελ» των Αδερφών Γκριμ τα δύο αθώα και εγκαταλειμμένα παιδάκια; Θα προσπαθούσε να τα προσελκύσει με λιχουδιές και γλυκίσματα; Όχι! Θα είχε βάλει προ καιρού το σπίτι της στο AirBnb! Τα παραμύθια ανανεώνουν την αξία τους και παραμένουν επίκαιρα γιατί δεν είναι στατικές αφηγήσεις, ούτε έχουν προκαθορισμένα, παγιωμένα, σταθερά και άκαμπτα μηνύματα. Προσαρμόζονται έτσι κι αλλιώς στην εκάστοτε εποχή, στον λόγο του αφηγητή τους, στις συνθήκες και μεταδίδονται από γενιά σε γενιά εντός νέων συμφραζομένων. Δεν είναι ιερά κείμενα ούτε τοτέμ, αλλά δυνητικά ευμετάβλητες ιστορίες που διατηρούν το ενδιαφέρον των αναγνωστών και ακροατών τους από την ποικιλία του εκφερόμενου λόγου και των εύπλαστων νοημάτων. Εντάξει, ο Πάνος Ζάχαρης μπορεί λίγο να το παράκανε, αλλά οι εκδοχές των κλασικών παραμυθιών που φιλοτεχνεί εδώ και χρόνια στην πρώτη σελίδα του Καρέ Καρέ είναι απολαυστικές. Και βαθύτατα πολιτικές καθώς αυτός είναι ο πρωταρχικός στόχος του: να μιλήσει για τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα με χιούμορ. Γι’ αυτό και το παράκανε. Και καλά έκανε! Η επιδίωξη του Πάνου να μιλήσει για τα τρέχοντα προβλήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο, στην Ελλάδα και την Ευρώπη, εντέλει στον κόσμο όλο, επιτυγχάνεται στον υπερθετικό βαθμό με το όχημα της παρωδίας, την οποία και αξιοποιεί με δεξιοτεχνικό τρόπο χωρίς να λοιδορεί ή να χλευάζει τα πρωτότυπα κείμενα. Χλευάζοντας ωστόσο τους «κακούς» των παραμυθιών, που δεν είναι κατ’ ανάγκη οι ίδιοι με τους κακούς των πρωτοτύπων. Αλλά και οι «καλοί» δεν είναι σίγουρα τόσο καλοί όσο τα κείμενα-πηγές τούς παρουσιάζουν. Να, ο Κοντορεβιθούλης για παράδειγμα, ήταν ένας επινοητικός πιτσιρικάς που σκέφτηκε να αφήνει πίσω του ψίχουλα για να βρει μαζί με τα αδέρφια του τον δρόμο της επιστροφής όταν εγκαταλείφθηκαν όλοι μαζί στο άγριο και αφιλόξενο δάσος. Ο άλλος Κοντορεβιθούλης όμως, αυτός του Ζάχαρη, τα θαλάσσωσε. Χάθηκαν στη μέση του πουθενά. Καθώς τα ψίχουλα δεν ήταν αρκετά. Η δικαιολογία είναι αναμενόμενη: «…Τα ψίχουλα δεν ήταν το ιδανικό, αλλά ήταν προτιμότερο από το τίποτα!» τους λέει. Και ολοκληρώνει, φέρνοντας στον νου τις δικαιολογίες αυτών που θα έσκιζαν τα μνημόνια σε μια νύχτα: «Ήταν αυτό που μπόρεσα να κάνω μέσα στο υπάρχον ασφυκτικό δημοσιονομικό πλαίσιο…». Όπως ακριβώς και ο αηδιαστικός βάτραχος με το στέμμα που τον κρατά στα χέρια της η άτυχη πριγκίπισσα. Αυτή πασχίζει να πειστεί ότι πρόκειται για μαγεμένο πρίγκιπα κι αυτός εκμεταλλεύεται την αδυναμία της και τη θέλησή της να πιστέψει. Για να κάμψει τις αντιστάσεις της τής δηλώνει ότι αρκεί ένα φιλί για να μεταμορφωθεί σε πρίγκιπα «με έναν νόμο και ένα άρθρο»! Αυτού του τύπου οι παρωδίες παραμυθιών είναι που κρατούν πάντα αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, καθώς αν και ξέρει ότι θα εκπλαγεί από τον συνδυασμό φαινομενικά αταίριαστων θεμάτων, δεν μπορεί να φανταστεί ποτέ ποιος θα είναι ο συνδυασμός. Η Κοκκινοσκουφίτσα που συναντά τον μοχθηρό Κακό Λύκο στις πετρελαιοπηγές, λίγο νωρίτερα τον είχε βρει νεκρό, καμένο στο δάσος. Ο Σκορπιός με τη σβάστικα ετοιμάζεται να τσιμπήσει τον αφελή βάτραχο. Ο Πινόκιο καίει τη μύτη του για να ζεσταθεί. Οι αδερφές της Σταχτοπούτας κατακρίνουν τον πρίγκιπα που τη διάλεξε, γιατί επιβράβευσε τη μετριότητα αντί να επιλέξει την αριστεία. Κι ο Αλή Μπαμπά με τους Σαράντα Αντικρατιστές μπροστά στη σπηλιά, αντί για «Άνοιξε Σουσάμι» φωνάζει «Άνοιξε Δημόσιο» για να αρχίσει το πλιάτσικο. Αυτήν την ανοικείωση του θεατή-αναγνώστη ως προς το ουσιαστικό θέμα κάθε μικρής ιστορίας σε σχέση με το περιτύλιγμα εντός του οποίου «σερβίρεται» ξέρει να προκαλεί πολύ καλά ο Πάνος. Κάτι παρόμοιο επιτυγχάνει και στην άλλη του σταθερή σειρά με τον τίτλο «The Working Dead» (λογοπαίγνιο με βάση τη σειρά τρόμου με ζόμπι «The Walking Dead», δημοσιεύεται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα socomic.gr και έχουν κυκλοφορήσει δύο τόμοι από τις εκδόσεις Τόπος). Εκεί παρακολουθεί την ταξική ανισότητα στα βάθη της ιστορίας και στα πέρατα της Γης, καταγράφοντας τους εργατικούς αγώνες από τη μια και τη σθεναρή αντίσταση των αφεντικών από την άλλη. Όμως, είτε τοποθετεί την ιστορία του στην αρχαία Αίγυπτο είτε στις βαμβακοφυτείες του ρατσιστικού αμερικανικού Νότου είτε στα χρόνια του Κολόμβου είτε στην εποχή των μνημονίων, θέλει να μιλήσει για το σήμερα και να παρακινήσει τους αναγνώστες να ξεσηκωθούν ώστε να πάψουν να αποτελούν υποψήφιους «working dead». Το ίδιο «σήμερα» τον απασχολεί και στο «Scary Tales» από την πρώτη ιστορία του εδώ, στο Καρέ Καρέ, μέχρι τώρα και πιστεύω για πολλά χρόνια ακόμα, καθώς η διαχρονική βαρβαρότητα (και γελοιότητα) της εξουσίας δεν φαίνεται να αλλάζει εύκολα. Τα παραμύθια μπορεί να μην τα αφηγούνται πια οι γιαγιάδες δίπλα στο τζάκι στα τρομαγμένα εγγονάκια τους και οι δράκοι δεν αποτελούν φόβητρο για φτωχούς χωρικούς, ούτε εξολοθρεύονται από αλτρουιστές ιππότες. Οι κακοί των παραμυθιών δεν παραμονεύουν στις σκιές, ούτε μεταμφιέζονται για να κατασπαράξουν τα θύματά τους. Φορούν ακριβά κοστούμια και στήνουν οικονομικές συμφωνίες σε ολόφωτα κτίρια, ερήμην των θυμάτων τους. Αυτό δεν απαλλάσσει, αλίμονο, τα «θύματα» από τις ευθύνες τους. Ο Πάνος έχει έναν λόγο και για αυτά τα θύματα. Και όπως ξεκίνησε αυτή η παρουσίαση με τον Αλαντίν ας κλείσει κιόλας, καθώς τα λόγια που του λέει το τζίνι ακούγονται σαν μια υπόμνηση του Ζάχαρη προς όλους μας. «Θέλω ψωμί, παιδεία και ελευθερία» είναι η καλών προθέσεων και εκ του ασφαλούς ευχή του Αλαντίν. Κι η αυστηρή απάντηση που του δίνει το τζίνι: «Τράβα να αγωνιστείς ρε μαλάκα, γαμώ την ανάθεσή μου μέσα»! Και το σχετικό link...
  20. ComicDom και AthensCon χωρίς νέο τεύχος Κουραφέλκυθρων γίνεται? Φυσικά και δεν γίνεται. Έτσι, λοιπόν, στο 5ο AthensCon, ο ταλαντούχος δημιουργός Αντώνης Βαβαγιάννης (που πρόσφατα έγινε ο πρώτος καλλιτέχνης που τιμήθηκε από την ΛΕΦΙΚ, στα πλαίσια των μηνιαίων αφιερωμάτων της) παρουσίασε στο κοινό του (το οποίο φαίνεται ότι αυξάνεται εκθετικά ) την νέα έντυπη μορφή των Κουραφέλκυθρων, με τίτλο “Κουραφέλκυθρα - Καλή ιδέα αφεντικό!”. Όσοι έχουμε διαβάσει παλιότερα Κουραφέλκυθρα θα μπούμε αμέσως στο νόημα και την χιουμοριστική φιλοσοφία που επιχειρεί να περάσει ο καλλιτέχνης. Όσοι δεν τα έχετε ακόμα διαβάσει, ντροπή σας. Να πάτε αμέσως να το κάνετε!!! Τα ολοσέλιδα στριπάκια που υπάρχουν και στο παρόν τεύχος είναι παρμένα (εκτός από εκείνο της σελίδας 64) από την διαδικτυακή πλατφόρμα socomic.gr. Πολύ λίγα ήταν εκείνα που προσπέρασα. Τα περισσότερα ήταν άκρως κωμικά, ενώ υπήρχαν και μερικά με τα οποία δεν σταμάτησα να γελάω. Αυτό που με στενοχώρησε είναι ο παραγκωνισμός τους θείου Αιμίλιου, τον οποίο τον βλέπουμε μόνο σε ένα στριπάκι. Νομίζω ότι είναι πολύ νέος ακόμα για να βγει στην σύνταξη. Τι θα πει και το Μαριώ! Ο εικαστικός τομέας δεν έκρυβε εκπλήξεις. Ο αναγνώστης θα βρει ένα επιμελώς ατημέλητο σχέδιο, που παράγει μεν χιούμορ, αλλά σίγουρα όχι όσο το σενάριο. Γι’ακόμα μία φορά ο καλλιτέχνης θα δώσει περισσότερη βάση στα λόγια, παρά στις εικόνες. Ο χρωματισμός, όμως, σχεδόν σε όλα τα καρέ ήταν ταιριαστός κι ευχάριστος στο μάτι. Η έκδοση κυμαίνεται στα πλαίσια των επιπέδων της Jemma. Υπάρχει γερή κόλληση στην ράχη, γεγονός που, σε συνδυασμό με το παχύ ματ χαρτί του εσωτερικού, κάνει το κόμικ ανθεκτικό στις συχνές αναγνώσεις. Το έξτρα υλικό απουσιάζει. Το μόνο που υπάρχει είναι μία χιουμοριστική εισαγωγή στο οπισθόφυλλο. Ας παραθέσουμε και μερικές σελίδες από το εσωτερικό, αλιευμένες από το socomic.gr. Παρουσίαση Αντώνη Βαβαγιάννη στο GC Κατάλογος προηγούμενων Κουραφέλκυθρων ΚΟΥΡΑΦΕΛΚΥΘΡΑ (2008) ΚΟΥΡΑΦΕΛΚΥΘΡΑ OMNIBUS (2014) ΚΟΥΡΑΦΕΛΚΥΘΡΑ LIGHT (2015) ΚΟΥΡΑΦΕΛΚΥΘΡΑ ΔΙΠΛΗΣ ΟΨΗΣ (2016) ΚΟΥΡΑΦΕΛΚΥΘΡΑ - ΕΜΕΝΑ ΜΟΥ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΣΥΜΠΑΘΕΣΤΑΤΑ! (2017) ΚΟΥΡΑΦΕΛΚΥΘΡΑ - ΠΑΙΧΤΕ ΠΑΝΚ (2018)
  21. Η JEMMA,στα πλαίσια του 2ου Athenscon,κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο της σειράς με τίτλο "Mezolith - Όνειρα και εφιάλτες στην εποχή του λίθου"...!Πρόκειται για ένα πρωτότυπο graphic novel,το οποίο διαδραματίζεται πριν από 10000 χρόνια,στην Βρετανία...! Αντιγραφή από το οπισθόφυλλο Προς το τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα απόσπασμα από μία συνέντευξη που είχαν δώσει οι δημιουργοί για την Γερμανική έκδοση...!Μετά από αυτό υπάρχουν τα βιογραφικά τους...! Αντιγραφή από το βιβλίο Τέλος,το βιβλίο κλείνει με μία διαφήμιση της συνέχειας και με την υπόσχεση της εκδοτικής ότι θα είναι σύντομα κοντά μας...! Η ποιότητα της έκδοσης είναι πολυτελής...!Έχει καλής ποιότητας γυαλιστερό χαρτί που αποδίδει εξαιρετικά τα χρώματα του σχεδίου,με ανθεκτική ράχη και παχύ (αλλά όχι σκληρό) εξώφυλλο...!
  22. Πρόκειται για την συνέχεια σε έντυπη μορφή του πονήματος του Άρη Λάμπου με στριπάκια, που αντλούν την θεματολογία τους από τον χώρο της μουσικής και πιο συγκεκριμένα από την μέταλ σκηνή. Να θυμίσουμε ότι η σειρά αυτή ξεκίνησε και συνεχίζεται ακόμα και στις ημέρες μας στην διαδικτυακή πλατφόρμα Socomic, ενώ έχει κυκλοφορήσει και σε άλμπουμ το 2017. Προσωπικά διακρίνω μία βελτίωση στην ποιότητα των στριπ σε σχέση με τα πρώτα, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο δημιουργός έχει ωριμάσει στον τομέα της γελοιογραφίας. Αυτό που συνεχίζει να με εντυπωσιάζει είναι οι άριστες γνώσεις του στον τομέα της μέταλ μουσικής. Μέσα από τα στριπάκια ακούγονται πολλές άγνωστες λέξεις, που ακόμα και οι απλοί γνώστες ίσως να μην τις ξέρουν 100%. Μία παράξενη ορολογία. Γίνονται, όμως, και πολλές αναφορές σε μέταλ συγκροτήματα και τραγούδια που άφησαν εποχή. Αν όχι όλα, τουλάχιστον αρκετά από αυτά θα σας ξυπνήσουν αναμνήσεις. Το σχέδιο έχει ιδιαιτερότητες και πρωτοτυπία. Δεν προσπαθεί να αντιγράψει κανένα στυλ και περιγράφει αξιόλογα την κουλτούρα αυτής της μουσικής. Προσωπικά μού αρέσει, αλλά νομίζω ότι το κόμικ θα γίνει περισσότερο γνωστό από το κείμενο. Ο χρωματισμός είναι σκούρος, όποτε χρειάζεται, αλλά είναι ευχάριστος στο μάτι. Η έκδοση της JEMMA δεν έχει κάτι διαφορετικό από την προηγούμενη κυκλοφορία. Η ποιότητα των υλικών είναι καλή και προσεγμένη, δίνοντας έτσι ένα έντυπο ανθεκτικό στις πολλές αναγνώσεις. Την σελιδοποίηση την έχει επιμεληθεί η Ελευθερία Σκλάβου, ενώ το λογότυπο των “Μεταλλάδων” είναι δημιούργημα του Φραγκίσκου Ζουταλούρη. Στο τέλος του άλμπουμ, ο αναγνώστης θα βρει μερικά μονοσέλιδα στριπάκια που έχουν δημιουργήσει οι: Blacksmith, Τάσος Μαραγκός, Νικόλας Στεφαδούρος, Γιώργος Παπαδάκης, JP Ahonen, ενώ το τεύχος θα κλείσει με έναν φόρο τιμής του Άρη Λάμπου, στους Judas Priest και το κομμάτι: The Sentinel, καθώς και με μία σελίδα με ευχαριστίες. Εν κατακλείδι, σίγουρα μιλάμε για μία δουλειά που απευθύνεται πρωτίστως στους μυημένους του χώρου του Μέταλ, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι δεν θα διασκεδάσει και τους υπόλοιπους. Θα πρότεινα, αν το δείτε πουθενά, να μην το προσπεράσετε. Ας παραθέσουμε και μερικές σελίδες από το εσωτερικό, αλιευμένες από το διαδικτυακό σπίτι των Μεταλλάδων.
  23. nquees

    DRACULA

    Από το οπισθόφυλλο "Τον Δράκουλα τον γνωρίζετε όλοι. Αυτό που πιθανόν να μην γνωρίζετε, είναι πως ο σκοτεινός άρχοντας των απέθαντων έχει επισκεφθεί την χώρα μας και μάλιστα έχει εγκατασταθεί εδώ. Στο Dracula M.G.D.(My Greek Drama) η Αλεξία Οθωναίου και η Δήμητρα Αδαμοπούλου περιγράφουν τις περιπέτειες του Δράκουλα στην χώρα μας καθώς ο πρίγκηπας των βρυκολάκων έχει να αντιμετωπίσει τον πιο θανάσιμο εχθρό...την Ελληνική πραγματικότητα! Η συλλογή που κρατάτε στα χέρια σας περιέχει μια επιλογή από τα καθημερινά στριπ που δημοσιεύτηκαν διαδικτυακά στο socomic.gr καθώς και καινούργιο αδημοσίευτο υλικό που δημιουργήθηκε αποκλειστικά γι'αυτή την έκδοση." Μια σχεδόν ολόκληρη σελίδα για μια γεύση από το χιούμορ και την εικονογράφηση του εν λόγω άλμπουμ Ευχαριστούμε για τα υπόλοιπα εξώφυλλα τους Indian & totally_wired.
  24. Πώς είναι η ζωή ενός μεσήλικα πυγμάχου στη σύγχρονη Ρωσία με μόνα του υπάρχοντα μια βαλίτσα ρούχα; Οι Anna Rakhmanko και Mikkel Sommer παρακολουθούν τον περιπλανώμενο και άστεγο Βιατσεσλάβ, τον συστήνουν στους αναγνώστες και του δίνουν τον λόγο για να ακουστεί ηχηρά η εκκωφαντικά ήρεμη και συχνά σιωπηλή κραυγή του. Τι επικό μπορεί να υπάρχει στην καταγραφή λίγων ημερών από τη ζωή ενός μεσήλικα άστεγου και περιπλανώμενου πυγμάχου; Τι άξιο λόγου και ενδιαφέροντος; Τι, έστω και ελάχιστα σημαντικό, που να δικαιολογεί τη μεταφορά αυτής της θραυσματικής ζωής και των αποκομμένων αποσπασμάτων της σε κόμικς; Μα ακριβώς αυτό είναι το επικό στοιχείο της υπόθεσης: η παραδοχή ότι φτάσαμε να θεωρούμε κοινότοπη μια τέτοια καταγραφή. Η ομολογία ότι συμβιβαστήκαμε τόσο πολύ με την ιδέα πως κάτι τέτοιο δεν είναι παράξενο και άξιο λόγου που μας φαίνεται περιττό να το κοιτάμε. Η ήττα των σύγχρονων κοινωνιών που αντί να απαιτήσουν με συλλογικό τρόπο και μαζικές αγωνιστικές διεκδικήσεις, αν όχι για ανθρωπιστικούς λόγους, έστω για ωφελιμιστικούς – για να μην είμαστε εμείς οι επόμενοι που θα βρεθούν σε αυτή τη θέση –, επιλέγουν να αποστρέψουν το βλέμμα θεωρώντας δεδομένη και αναπόφευκτη την ύπαρξη μιας μερίδας ανθρώπων που αποκλείονται από τα στοιχειώδη δικαιώματα της στέγης, της περίθαλψης, της τροφής, της αξιοπρεπούς διαβίωσης. Συχνά-πυκνά, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης με υπόκρουση θλιβερής μουσικής ζουμάρουν στα κλαμένα μάτια ανθρώπων του περιθωρίου και περιγράφουν με δραματικούς τόνους τις περιπέτειες κοινωνικά αποκλεισμένων που εμπλέκονται σε τραγικά γεγονότα, σε εγκλήματα, σε μακάβριους θανάτους ή στους ελάχιστους που καταφέρνουν να αλλάξουν ζωή και να ενταχθούν στην κανονικότητα κ.λ.π. Κι από πίσω περνάνε απαρατήρητοι χιλιάδες, εκατομμύρια άλλοι που δεν προσελκύουν το ενδιαφέρον, δεν κερδίζουν ούτε το δεκαπεντάλεπτο της δημοσιότητας που αναλογεί στον καθένα μας, δεν γίνονται γνωστοί για κάτι που θα μετέτρεπε το ιδιωτικό τους σε δημόσιο. Μια τέτοια περίπτωση είναι ο πρωταγωνιστής στο «Strannik» της Ρωσίδας σεναριογράφου Anna Rakhmanko και του Δανού σχεδιαστή Mikkel Sommer. «Η πρώτη φορά που ακούσαμε για τον Βιατσεσλάβ, περισσότερο γνωστό στα ρινγκ ως Αλή Μπαμπά, ήταν τον χειμώνα του 2014. Μερικές βδομάδες αργότερα, καθόμασταν σε ένα καφέ στη Μόσχα και ακούγαμε όλες τις ιστορίες του σχετικά με το πώς είναι η ζωή όταν όλα σου τα υπάρχοντα χωράνε μέσα σε μια πλαστική τσάντα. Τα κλιμακοστάσια στις πολυκατοικίες των προαστίων, τα θορυβώδη φαστφουντάδικα, οι φθηνοί κινηματογράφοι, το ζεστό μετρό και οι ατέλειωτοι αγώνες είναι το πλαίσιο γύρω από τη ζωή του Βιατσεσλάβ. Περάσαμε μερικές έντονες μέρες μαζί του στη Μόσχα και μετά τον συνοδεύσαμε μέχρι μια στρατιωτική πόλη κλειστού τύπου στη Νότια Ρωσία, όπου ο Αλή Μπαμπά είχε τον επόμενο αγώνα του», περιγράφουν οι δημιουργοί του «Strannik» στον επίλογό τους. Αυτό που σκόπευαν και οι ίδιοι δεν ήταν να δημιουργήσουν κάτι εντυπωσιακό, κάτι κραυγαλέο, κάτι ηχηρό. Περισσότερο, απ’ ότι φαίνεται, ενδιαφέρονταν να καταγράψουν την «κοινοτοπία» της θλίψης και της απελπισίας, τα αδιέξοδα της μοναξιάς χωρίς εφέ, τον εφιάλτη που γίνεται συνήθεια και σταδιακά κανονικοποιείται στα μάτια και στις συνειδήσεις των άλλων. «Τέσσερις μέρες συζητήσεων για τα όνειρά του, τις ιδέες και τις μνήμες του μεταμορφώθηκαν σε αυτό το μικρό ντοκιμαντέρ-κόμικς. Το “Strannik” είναι μια εσωτερική ματιά στην καθημερινότητα ενός σαρανταεξάχρονου, άστεγου πυγμάχου στη Ρωσία – μια χώρα όπου εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στους δρόμους», καταλήγουν οι Rakhmanko και Sommer. Αν και δίνουν τον ρόλο του αφηγητή στον ίδιο τον Strannik, όμως παραμένουν δίπλα του. Δεν απομακρύνονται ούτε παρατηρούν αφ’ υψηλού και αποστασιοποιημένα το «αντικείμενο» της μελέτης τους. Και, πιθανώς, επιλέγουν να διατηρήσουν ατόφιες και ακέραιες τις αφηγήσεις του, με λόγια κοφτά και ξεκάθαρα, ελάχιστα χρωματισμένα με συναίσθημα. Απογοήτευση ναι, οργή όχι. «Πριν από λίγο καιρό, κάποιος επικοινώνησε για να κάνουμε μια βίντεο-συνέντευξη. Ανησύχησα λιγάκι, αλλά δέχτηκα. Ήλπιζα πως θα έκαναν ένα ωραίο φιλμ για έναν σαραντατριάχρονο γερο-πυγμάχο που ταξιδεύει τη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη αναζητώντας περιπέτειες. Προς μεγάλη μου απογοήτευση, κατέληξε να γίνει ένα φιλμάκι για έναν άστεγο που αγωνίζεται για ένα κομμάτι ψωμί στους δρόμους της Μόσχας. Το πρόβλημα ήταν πως δεν μπορούσαν να γράψουν πολλά από τα πράγματα που έκανα. Ας πούμε έναν αγώνα που είχε οργανωθεί σε μια φυλακή, με όλους τους κρατούμενους να παρακολουθούν. Δεν ήταν κάτι που μπορούσαν να μαγνητοσκοπήσουν και ούτε να το προβάλουν. Όταν έμαθα πως θα έκαναν κόμικς για εμένα, φαντάστηκα κάτι διαφορετικό. Φαντάστηκα πως θα ήταν ένα υπερηρωικό κόμικς, σαν κι αυτά που μάζευα όταν ήμουν μικρός. Σε κάθε μια από τις μικρές ιστορίες θα πολεμούσα το έγκλημα και θα έσωζα τον κόσμο. Αυτή όμως είναι ιστορία άλλου είδους», λέει ο Βιατσεσλάβ στους αναγνώστες συστήνοντας τον εαυτό του. Η ιστορία του, όμως, δεν έχει τίποτα το υπερηρωικό, δεν έχει δράση και καταδιώξεις, δεν έχει συναισθηματικές εξάρσεις και εκπλήξεις, δεν έχει ανατροπές και περιπέτειες. Κι αυτός απλώς την αφηγείται, αφήνοντας τον αναγνώστη να την κρίνει. Λακωνικός και λιτός, μιλά για τα παιδικά του χρόνια στη Σοβιετική Ένωση, για την οικογένειά του, για την παραμόρφωση στα χείλη του και το πρόβλημα ομιλίας του, πιθανώς ως αποτέλεσμα έκθεσης σε ραδιενέργεια, για τα βιβλία που του άρεσε να διαβάζει, για τις χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε, για τις δουλειές που έκανε για να ζήσει, για την πυγμαχία, για τη ζωή στον δρόμο. «Δίπλα στο σχολείο μας ήταν μια φυλακή και από την άλλη πλευρά ένα νεκροταφείο. Ο δάσκαλός μας συνήθιζε να λέει πως αν δεν φερόμασταν σωστά και αν δεν δουλεύαμε σκληρά θα καταλήγαμε σε ένα από αυτά τα δύο μέρη», αφηγείται ο Βιατσεσλάβ. Και διαψεύδει τον δάσκαλό του καθώς αν και ο ίδιος έκανε ή τουλάχιστον προσπάθησε να κάνει ότι ακριβώς του είπαν και γλίτωσε από τη φυλακή και το νεκροταφείο, εν τέλει βρέθηκε αναγκασμένος να ζει σε κάτι που ίσως είναι ακόμα χειρότερο. Στη σκοτεινή πλευρά της ανυπαρξίας και της ανωνυμίας για τα μάτια των άλλων. Στη διαρκή περιπλάνηση χωρίς στέγη, χωρίς καμιά πιθανότητα και δυνατότητα διαφυγής. Κάτι τόσο συνηθισμένο σήμερα για τεράστιο αριθμό ανθρώπων που, δυστυχώς, χάνεται κάθε επική διάσταση και κάθε πρωτοτυπία αναφοράς. Η βολική απάθεια και η διαρκής ναρκισσιστική αδιαφορία απέναντι σ’ αυτούς τους ανθρώπους αποτελούν επικών διαστάσεων ντροπιαστικά εγκλήματα. * Τα έσοδα των δημιουργών του «Strannik» από τις πωλήσεις του βιβλίου θα προσφερθούν στο περιοδικό δρόμου «Σχεδία». Και το σχετικό link...
  25. Στην εποχή τής «κανονικότητας», τα webcomics ήταν για την Αλέξια Οθωναίου μέρος της δουλειάς της. Το Διαδίκτυο εξαπλωνόταν κάνοντας τις εκδόσεις να φαίνονται ακριβότερες και εκείνη, υπεύθυνη για «χάρτινα» άλμπουμ όπως «Τσακισμένη Αυγή» (εκδ. Jemma Press), έβλεπε τα online στριπάκια της ως συμπλήρωμα της δημιουργικότητας και του εισοδήματός της. Κάποια από αυτά, όπως οι «Ιστορίες που κρύβονταν σε προφανή μέρη» ξεκίνησαν να αναρτώνται στην πλατφόρμα socomic.gr με τόση επιτυχία, που έφτασαν και στο τυπογραφείο. Σήμερα, οι συνεργασίες της δεν έχουν μειωθεί. Ειδικά οι ψηφιακές όμως, έχουν αποκτήσει μία ακόμα διάσταση: «Ο κόσμος μένει στο σπίτι, έχοντας ανάγκη και για επικοινωνία, για τέχνη», λέει. «Τα διαδικτυακά κόμικς, με τον αφηγηματικό τους χαρακτήρα, λειτουργούν και ως μια παρηγοριά». Ένα σχέδιο της Αλέξιας Οθωναίου για τον κορωνοϊό, όπως αναρτήθηκε στο socomic.gr Η ιστορία τους ξεκινά από τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Η σειρά «Witches and Stiches» του Αμερικανού Ερικ Μιλίκιν ήταν ίσως η πρώτη που δημοσιεύθηκε ψηφιακά. Με την έλευση του world wide web αρκετοί άρχισαν να σχεδιάζουν κόμικς αποκλειστικά για τις οθόνες των υπολογιστών, ενώ οι μεγάλοι παίκτες, όπως η Marvel και η DC ενίσχυσαν το ψηφιακό κομμάτι τους από τα μέσα της δεκαετίας του 2000. Στην Ελλάδα η πλατφόρμα socomic.gr διαθέτει ένα αρχείο με στριπάκια που φτάνει ως τον Σεπτέμβριο του 2011. Εδώ μπορεί κανείς να βρει την αφρόκρεμα της ελληνικής σκηνής: ο Μιχάλης Διαλυνάς, ο Ηλίας Κυριαζής, ο Pan Pan, ο Tas Mar, η Δήμητρα Αδαμοπούλου και άλλοι που αδικούμε, έχουν ανεβασμένα αρκετά έργα τους – αρκετά για να διαβαστούν σε δύο πανδημίες. Ένας από αυτούς είναι και ο Αντώνης Βαβαγιάννης, υπεύθυνος για τα περίφημα «Κουραφέλκυθρα»: είναι η δική του σειρά που ξεκίνησε από το socomic.gr, εκδόθηκε σε χαρτί από την Jemma και πλέον δημοσιεύεται από το luben.tv. «Ένας κομίστας είναι συνηθισμένος να δουλεύει από το σπίτι», λέει ο Αντώνης Βαβαγιάννης. «Ίσως τώρα είναι ευκαιρία να σχεδιάσεις περισσότερο, ενώ την ίδια στιγμή δεν μπορείς, σαν δημιουργός, να ζεις σε ένα συννεφάκι. Υπάρχει λοιπόν μια μικρή αλλαγή στη θεματολογία. Ανέβασα ένα στριπάκι που δεν εντάσσεται στα “Κουραφέλκυθρα”, αλλά δεν μπορούσα να μη σχολιάσω όσα συμβαίνουν. Όσοι έχουμε ως μέρος της δουλειάς μας το χιούμορ, το χρησιμοποιούμε για να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα και τα σχόλια του κόσμου που σε ευχαριστεί γιατί του φτιάχνεις τη διάθεση». Έκτακτο επεισόδιο από τα «Κουραφέλκυθρα» του Αντώνη Βαβαγιάννη, που δημοσιεύθηκε στο luben.tv Ο Σταύρος Κιουτσούκης, γνωστός για τα «Yellow Boy» και «Ο δεξιοτέχνης» (Ένατη Διάσταση), προτιμάει να αναρτά τα «ορφανά» σκίτσα του στα προσωπικά του κοινωνικά δίκτυα. Η θεματολογία του δεν έχει αλλάξει τόσο, όσο έχει βρει ένα «όχημα» στη συνθήκη της απομόνωσης, την οποία προσπαθεί να αντιμετωπίζει με αισιοδοξία. «Ναι, έχω παρατηρήσει μια μικρή αύξηση της επισκεψιμότητας», λέει, «ενώ αρκετοί αναγνώστες σε απομόνωση εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους. Οι δημιουργοί βέβαια περιμέναμε την άνοιξη και τα δύο μεγάλα φεστιβάλ του χώρου που αναβλήθηκαν». Το ένα ήταν το Comic Con της Θεσσαλονίκης και το άλλο το Comicdom της Αθήνας. Το δεύτερο ανακοίνωσε ότι θα πραγματοποιηθεί μεταξύ 4-6 Σεπτεμβρίου. Η ομάδα του, σύμφωνα με τη Λήδα Τσενέ, προσπαθεί να διατηρήσει ενεργό το ενδιαφέρον του κοινού, με πρωτοβουλίες όπως το Digital Artists Alley που καλεί τους δημιουργούς να προβάλουν ηλεκτρονικά τη δουλειά τους, την ενημέρωση για τη δυνατότητα ηλεκτρονικών παραγγελιών που προσφέρουν τα καταστήματα κόμικς ή τις δραστηριότητες για παιδιά μέσω της Athens Comics Library. Ένα καρέ για την ανάγνωση κόμικς σε περίοδο απομόνωσης, από τα social media του Σταύρου Κιουτσούκη «Η ανθρωπογεωγραφία του κοινού των κόμικς αλλάζει», παρατηρεί η Λήδα Τσενέ, «με τον κόσμο που είναι εξοικειωμένος με την ψηφιακή ανάγνωση να αυξάνεται». Η Αλέξια Οθωναίου προσθέτει μια άλλη πτυχή: «Είναι όπως και με την τηλεργασία», λέει. «Σημασία έχει και η κοινότητα, το δίκτυο των ανθρώπων. Όταν ο κόσμος μένει σπίτι μόνος παρακολουθώντας τέχνη, εντείνεται και μια εξατομίκευση που δεν είναι ωφέλιμη. Αγαπώ τα webcomics, αλλά ας μη μείνουμε μόνο σε αυτό». Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.