Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'σπυρος δερβενιωτης'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 29 results

  1. Έξι Έλληνες σκιτσογράφοι αποχαιρετούν το δάσκαλό τους Η πολιτική γελοιογραφία, για να είναι πραγματικά αιχμηρή και εύστοχη, απαιτεί πολλά χαρίσματα. Χιούμορ, ταλέντο, οξύνοια, αντικειμενικότητα, γνώση των ορίων, ήθος. Ο Γιάννης Ιωάννου, συνδύαζε όλα τα παραπάνω και πολλά χαρίσματα ακόμη, γεγονός που τον έκανε τον κατά γενική ομολογία κορυφαίο Έλληνα πολιτικό γελοιογράφο της μεταπολίτευσης. Μέσα από το 'Αντί', τον θρυλικό 'Τρίτο Δρόμο' και πληθώρα μέσων, από εφημερίδες μέχρι και το δικό του μπλογκ, η σατιρική ματιά του Γιάννη Ιωάννου υπήρξε πάντοτε εύστοχη και επίκαιρη. Μα κυρίως, ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος, ενέπνευσε πολλούς ακόμη σκιτσογράφους να ακολουθήσουν το δρόμο του και να μάθουν δίπλα του. Σήμερα, μέσα από το Oneman, ήρθε η ώρα κάποιοι από τους μαθητές αυτούς να αποχαιρετήσουν με τα δικά τους λόγια -ή και σκίτσα- τον Δάσκαλο, ο οποίος στις 9 του περασμένου Μαΐου έφυγε από κοντά μας σε ηλικία 75 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα έργο διαχρονικό και παιδευτικό, το οποίο θα αποτελεί για πάντα σημείο αναφοράς. 'Η αρχεία Ελλάδα', το τελευταίο σκίτσο του Γιάννη Ιωάννου στο μπλογκ του, το οποίο δημοσιεύθηκε και στην Εφημερίδα των Συντακτών Σπύρος Δερβενιώτης Προσπαθώ να θυμηθώ την πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με τη σάτιρα του Γιάννη Ιωάννου, και το μυαλό μου είναι κενό. Θυμάμαι πολύ καθαρά (παρ’ ότι παιδί) την πρώτη εντύπωση που μου έκανε η λιτή απέριττη γραμμή και η ιδιόλεκτος του ΚΥΡ. Θυμάμαι πολύ καθαρά (καθ’ ότι έφηβος) την πρώτη φορά που είδα σε δράση τον οδοστρωτήρα που ήταν ο Αρκάς, στον ‘Κόκκορα’. Αλλά δε θυμάμαι την πρώτη φορά που εκτέθηκα στη νευρώδη και διαβρωτική ματιά του Γιάννη, που επηρέασε τη δική μου προσέγγιση όσο όλοι οι υπόλοιποι Δάσκαλοι συνδυαστικά, και ίσως και λίγο παραπάνω. Προσπαθώντας να σκεφτώ γιατί συμβαίνει αυτό, κατέληξα σ’ ένα συμπέρασμα που θέλω να πιστεύω ότι βγάζει νόημα: Ο εγκέφαλός μου κατέγραψε το Γιάννη σα να ήταν Πάντα εκεί. Σαν η οξυδερκής ματιά του, η βίαιη εισβολή του στα άδυτα των μυαλών των Στιβαρών Ηγετών μας στην ησυχία του σπιτιού τους, αυτό το εμμονικά τεκμηριωμένο ξεγύμνωμα των πιο ιδιοτελών κινήτρων κάθε εξουσίας, αυτός ο διαρκής υποτιτλισμός της ζωής που ζήσαμε, να ήταν πάντα εκεί. Σαν, παρ΄ όλο που το έργο του συνιστούσε μια τομή στην ελληνική γελοιογραφία, ταυτόχρονα να έγινε το σημείο μηδέν, ένα event horizon που καμπύλωσε το σατιρικό χωροχρόνο, ενώνοντας το Πριν (την εποχή μιας γλυκιάς. ασφαλούς γελοιογραφίας) με το Μετά (τη Γιακωβίνικη αναίδεια που μας μεταλαμπάδευσαν από το Γαλλικό Μάη οι καλύτεροι εκπρόσωποι της Μεταπολιτευτικής γελοιογραφίας) σε ένα σώμα: την Ευγενή Αναίδεια που τόσους σύγχρονους και κατοπινούς συναδέλφους του καθόρισε. Είναι ένα συμπέρασμα που γλυκαίνει κάπως τη βαθιά θλίψη για την απώλεια ενός βαθιά ευγενικού ανθρώπου που ευτύχησα να γνωρίσω από κοντά. Γιατί σημαίνει ότι, όπως πάντα ήταν, έτσι πάντα και θα είναι εδώ. Μιχάλης Κουντούρης Ήταν λίγο μετά την Άλλη Επταετία όταν συστηθήκαμε με τον Κοσμά τον Ευρωπαίο και το Μεγάλο Αφεντικό. Τους ακολουθήσαμε με την Πρώτη στον Τρίτο Δρόμο, ένα δρόμο που μας οδήγησε στο πιο σημαντικό σταυροδρόμι της ελληνικής πολιτικής γελοιογραφίας μετά τη μεταπολίτευση. Πολιτικού σκίτσου και κόμικς γωνία. Εκεί γνωρίσαμε, θαυμάσαμε, εμπνευστήκαμε, επηρεαστήκαμε και αγαπήσαμε τον Γιάννη Ιωάννου. Εκεί, σ ’εκείνη τη γωνία, θέλω να αφήσω αυτό το σκίτσο στη μνήμη του. Να το αφήσω με μια βαθιά υπόκλιση, Όσο βαθύς είναι ο σεβασμός που αισθάνομαι, Όσο βαθιά είναι η θλίψη για το χαμό του. Μια υπόκλιση τόσο βαθιά που δεν θα αφήσει να φανεί το δάκρυ για το δάσκαλο που έφυγε, για το συνάδελφο που χάσαμε για το φίλο που θα μας λείψει. Ο τρίτος δρόμος ορφάνεψε… Πέτρος Ζερβός Τον Γιάννη Ιωάννου τον πρωτοείδα στα γραφεία του Σχολιαστή, μέσα δεκαετίας ’80. Ήταν ήδη γνωστός γελοιογράφος, εγώ στα πρώτα μου βήματα. Όμως δεν ανταλλάξαμε ποτέ κουβέντα! Εγώ πολύ ντροπαλός, αυτός από τη φύση του απόμακρος δούλευε απομονωμένος στο βάθος, σε κάποιο τραπέζι… Τον ξανασυνάντησα το 2006, στα πλαίσια των εκδηλώσεων Πάτρα, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, όπου φιλοξενηθήκαμε Έλληνες και Ευρωπαίοι γελοιογράφοι για να φτιάξουμε επί τόπου έργα με θέμα το Καρναβάλι. Γνώρισα έναν διαφορετικό άνθρωπο! Ήταν κοινωνικός, φιλικός, εξωστρεφής και ένα βράδυ σε τραπέζι, όσοι ξέραμε τον κλειστό του χαρακτήρα, με έκπληξη τον είδαμε να χορεύει! Μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω καλύτερα τον άνθρωπο Ιωάννου, όταν στήναμε τη Λέσχη Ελλήνων Γελοιογράφων στη σημερινή της μορφή. Εξαιρετικά ευφυής, με χιούμορ, ολιγόλογος, κάθε του κουβέντα μεστή και καθαρή. Κρεμόμασταν από το στόμα του γιατί πάντα είχε κάτι ουσιαστικό να πει και πάντα έδινε διέξοδο σε πολλές δυσκολίες που προέκυπταν. Ήταν ακέραιος άνθρωπος, με ήθος και πεντακάθαρο βλέμμα. Θυμάμαι, σε κάποιο βραδινό τραπέζι, με έκπληξη να απαξιώνει μπροστά σε άλλους συναδέλφους σκίτσα μου που με τα δικά του κριτήρια έβρισκε «χυδαία»! Αυτό δεν επηρέασε την εκτίμησή μου γι’ αυτόν, αντίθετα μ’ έκανε να σκεφτώ πάνω στη δουλειά μου και να μην κάνω το λάθος να μπερδεύω το χιούμορ με την εμπάθεια!... Ο Γιάννης Ιωάννου ήταν ανοιχτός σε νέους γελοιογράφους που εντάσσονταν στη Λέσχη αλλά και απρόθυμος να δεχτεί όσους δεν θεωρούσε άξιους! Δεν θα μιλήσω για το έργο του. Κατ’ εμέ είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας γελοιογράφος μεταπολεμικά! Η δουλειά του είναι μια τοιχογραφία των τελευταίων δεκαετιών της χώρας. Ένας ιστορικός δεν θα κατανοήσει π.χ. την δεκαετία του ’80, που ήταν καθοριστική ακόμα και για το σήμερα, αν δεν μελετήσει τα αντίστοιχα βιβλία του Ιωάννου! Τα τελευταία χρόνια μια μικρή παρέα γελοιογράφων συναντιόμασταν και εκτός Λέσχης, συχνά με τον Γιάννη. Πάντα ένιωθα δέος και σεβασμό δίπλα του! Ο Γιάννης εξακολουθούσε να είναι για μένα απόμακρος, όχι πια από παραξενιά του χαρακτήρα του αλλά γιατί καταλάβαινα την βαθιά αξία του ως δημιουργού και ως ανθρώπου... Παναγιώτης Μητσομπόνος Αντί κειμένου, ο Παναγιώτης Μητσομπόνος προτίμησε να αποχαιρετίσει τον Γιάννη Ιωάννου με μια διαφορετική μεταξύ τους 'συνομιλία', η οποία δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην Εφημερίδα των Συντακτών το 2017 Πάνος Ζάχαρης Όταν καλείσαι να μιλήσεις για έναν Μεγάλο που έφυγε, φλερτάρεις μοιραία με την αυτοαναφορικότητα. Τον ήξερες; Σε ήξερε; Τι του είχες πει και τι σου απάντησε… Πόσο μάλλον όταν αυτός που έφυγε καθόρισε όχι απλώς τον τρόπο με τον οποίο δουλεύεις αλλά και την ίδια την επιλογή της δουλειάς σου, την επιλογή του –τρίτου;- δρόμου που επέλεξες να τραβήξεις στη ζωή σου. Το αποτύπωμα του Γιάννη Ιωάννου στην Ελληνική Γελοιογραφία, είναι γιγαντιαίο και βαθύ. Τόσο μεγάλο που όσο κι αν το θες είναι δύσκολο να βαδίσεις παράλληλα με αυτό γιατί νιώθεις πως καταλαμβάνει όλο το μονοπάτι που ο ίδιος άνοιξε λίγο πριν το ’80. Έτσι, προχωράς προσεκτικά, βρίσκοντας τα δικά σου μονοπατάκια, τις γελοιογραφικές παρακάμψεις που όμως συχνά, ενίοτε ασυναίσθητα καταλήγουν ξανά στα χνάρια του. Το παρήγορο είναι ότι σε αυτόν τον δρόμο έχεις καλή παρέα. Συναντάς πολλούς, όλους σχεδόν τους φίλους και τους συναδέλφους σου. Άλλους τους βλέπεις μπροστά να προπορεύονται σημαντικά, άλλους στο πλάι, άλλους να ξεκινούν τώρα να τον βαδίζουν. Χάσαμε τον Γιάννη Ιωάννου, αλλά δεν πρόκειται να χαθούμε στον δρόμο του που κάναμε δικό μας. Το σκίτσο της κεντρικής φωτογραφίας μάς το παραχώρησε ευγενικά ο κύριος Πάνος Μαραγκός, ο οποίος προτίμησε να αποχαιρετήσει τον φίλο του με ένα σχέδιο, το οποίο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Εφημερίδα 'Έθνος'. Και το σχετικό link...
  2. Από το οπισθόφυλλο: Λος Άντζελες, 2020. Μια φεμινιστική ομάδα απελευθερώνει την Μπίμπι, τη σκλάβα του σεξ που ανήκει στον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο των Η.Π.Α. , ο οποίος είναι μια διχαστική μασκοφορεμένη ιντερνετική περσόνα γνωστή μόνο ως "ο Καρχαρίας". Έναν χρόνο μετά τα γεγονότα του Yesternow , η υπόθεση αυτή φέρνει το δίδυμο Φιλίπο και Γκάφρει σε ολομέτωπη αντιπαράθεση, μπλεγμένους σε ένα περίπλοκο πολιτικό παιχνίδι που στήνεται με αφορμή την αρπαγή της Μπίμπι. -------------------- Ο Σπύρος Δερβενιώτης επιστρέφει στο κόσμο του πολύ καλού κόμικ Yesternow ( παρουσίαση εδώ ) και μας δίνει μια αξιόλογη συνέχεια γεμάτη ίντριγκα και καταπιάνεται με πολλά επίκαιρα θέματα όπως ο φεμινισμός, οι μειονότητες, η εισβολή της τεχνολογίας στην καθημερινότητα μας, ο έλεγχος στο ίντερνετ καθώς και την επίδραση των social media στις αποφάσεις που παίρνουμε (σημαντικές ή ασήμαντες). Πολύ καλό σενάριο και σχέδιο σε μια καλή συνέχεια η οποία καταφέρνει όμως να διαφοροποιηθεί από το πρώτο.
  3. Στο Comicdom Con 2019 έκανε την εμφάνισή του ένα μικρό κομιξάκι του Σπύρου Δερβενιώτη, που εντάσσεται στο ίδιο σύμπαν με τα Yesternow και Shark Nation. Τοποθετείται χρονικά μετά από αυτά τα δύο, πολύ σύντομα μετά τα γεγονότα του Shark Nation. Δε θα ήθελα να αναφερθώ στην κεντρική ιδέα, καθώς αποτελεί μεγάλο spoiler και για τους δύο τόμους. Ας πούμε, όμως, ότι ο Δερβενιώτης γράφει για το σχέδιο δολοφονίας ενός κορυφαίου πολιτικού προσώπου, ενώ παράλληλα παίζει με το concept του Terminator. Για όσους έχουν διαβάσει τα προηγούμενα, αρκεί να θυμηθούν ένα συγκεκριμένο καρέ (το πιο αστείο κατ' εμέ) του Yesternow και να κάνουν τη σύνδεση με το εξώφυλλο... Περίμενα κάτι τελείως χιουμοριστικό, αλλά ο δημιουργός δεν ξεφεύγει από το κλίμα του Derveniverse. Έχουμε λοιπόν, ένα πολύ έξυπνο κόμικ, στο οποίο θίγονται ζητήματα της σύγχρονης πραγματικότητας, όπως οι ιντερνετικές κλικοθηρικές σελίδες ενημέρωσης και η υιοθεσία παιδιών από ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Αν σας άρεσαν Yesternow και Shark Nation, διαβάστε το. Αν και πιθανώς το έχετε κάνει ήδη...
  4. Από την (αγαπημένη πλέον) σειρά Comic Soap του Σπύρου Δερβενιώτη, ένα μονοσέλιδο για αληθινούς τζεντάι!
  5. Στριπάκι του Σπύρου Δερβενιώτη που έμπαινε στην πρώτη σελίδα του 9. Το συγκεκριμένο είναι από το τεύχος 85 του περιοδικού.
  6. "Ιστορίες καθημερινής τρέλας μέσα από τη ματιά ενός ιδιοκτήτη κομιξάδικου!". Βρείτε περισσότερα εδώ
  7. Τα κόμικς για να δημιουργήσουν αφηγήσεις και ιστορίες απαιτούν σενάριο και σχέδια. Συχνά, όμως, το πρώτο από αυτά τα θεμελιώδη συστατικά υποτιμάται. Ο σεναριογράφος κόμικς Δημήτρης Βανέλλης μιλά στην «Εφ.Συν.» για τη σημασία του σεναρίου και τη συνεργασία του με σπουδαίους Έλληνες σχεδιαστές. Ο Δημήτρης Βανέλλης είναι ένας από τους ελάχιστους Έλληνες σεναριογράφους κόμικς με συνέπεια και διάρκεια στη δουλειά του εδώ και περισσότερα από 25 χρόνια. Έχει συνεργαστεί με σημαντικούς σχεδιαστές (Σπύρος Δερβενιώτης, Ηλίας Κυριαζής, Λάζαρος Ζήκος, Μαρία-Ηλέκτρα Ζογλοπίτου κ.ά.) και ιστορικά έντυπα («Βαβέλ», «Σινεμά», «Εννέα» κ.ά.) ενώ επί σειρά ετών υπήρξε μέλος της πρωτοποριακής εικαστικής ομάδας ΜΜ με τον Ηλία Ταμπακέα, τον Σταύρο Ντίλιο, τον Γαβριήλ Παγώνη κ.ά. Τα τελευταία χρόνια προσαρμόζει σε κόμικς μικρές ή μεγαλύτερες ιστορίες σπουδαίων Ελλήνων λογοτεχνών («Παραρλάμα και άλλες Ιστορίες» του Δημοσθένη Βουτυρά, «Το Γιούσουρι και άλλες Φανταστικές Ιστορίες» των Κωνσταντίνου Καβάφη, Ανδρέα Καρκαβίτσα, Κώστα Καρυωτάκη, Πλάτωνα Ροδοκανάκη, Νίκου Νικολαΐδη, Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Η Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη» του Μ. Καραγάτση, όλα σε σχέδια του Θανάση Πέτρου) και τα σχέδιά του για το μέλλον είναι τολμηρά και μεγάλα. Ένα γνωστό αστείο μεταξύ των ανθρώπων που ασχολούνται με τα κόμικς είναι το πόσο «παραμελημένοι» είναι οι σεναριογράφοι. Νιώθετε έτσι μερικές φορές; Όχι και τόσο. Είναι αλήθεια ότι σχεδόν πάντα μπαίνει μπροστά το όνομα του σχεδιαστή. Είναι επίσης αλήθεια ότι στην πραγματικότητα η δουλειά είναι ακριβώς 50-50 και ότι προφανώς το κόμικς δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχε οποιοσδήποτε από τους δύο. Ωστόσο, αυτό το 50% του σχεδιαστή βρίσκεται τοποθετημένο στη «βιτρίνα». Δηλαδή, κάποιος που θα ξεφυλλίσει ένα κόμικς σε βιβλιοπωλείο θα δει σε πρώτη φάση μόνο την εικόνα (το σενάριο έρχεται αφού αρχίσεις να διαβάζεις), οπότε το αν θα τον τραβήξει και θα προχωρήσει παρακάτω, τις περισσότερες φορές εξαρτάται από την εικόνα. Άρα... Έχετε συνεργαστεί μέχρι τώρα με σημαντικούς Έλληνες σχεδιαστές, όπως ο Σπύρος Δερβενιώτης, ο Θανάσης Πέτρου και άλλοι. Πώς καταφέρνετε κάθε φορά να δημιουργείτε κάποιο σενάριο που να ταιριάζει σε συγκεκριμένο σχεδιαστή; Αυτό είναι μία πολυτέλεια που ισχύει σε μικρές και «φτωχές», σε μέγεθος αγοράς, χώρες όπως η Ελλάδα. Η πολυτέλεια, τουλάχιστον όσον αφορά εμένα, έγκειται στο ότι όλους τους κατά καιρούς συνεργάτες τούς γνώριζα από πριν, είχαμε φιλική σχέση και ήξερα και τη δουλειά και την αισθητική τους. Οπότε, γνωρίζοντάς τους, μπορώ, όταν έχω μια ιδέα, πριν καν αρχίσω να την αναπτύσσω, να ξέρω σε ποιον θέλω να την προτείνω, σε ποιον ταιριάζει. Ευτυχώς ή δυστυχώς δεν βρισκόμαστε απέναντι σε «βιομηχανίες» τύπου Marvel, όπου πληρώνεσαι για να εκτελείς παραγγελίες. Στην Ελλάδα δεν ζούμε που δεν ζούμε από τα κόμικς, οπότε ας μη στερούμαστε τουλάχιστον τη χαρά να έχουμε καλή και φιλική σχέση με τον συνεργάτη μας και να ξέρουμε τι του ταιριάζει. Και αυτό αποτελεί συμβουλή και για τους νέους Έλληνες δημιουργούς που ψάχνουν για συνεργάτη, σχεδιαστή ή σεναριογράφο. Απόσπασμα από «Το Γιούσουρι» σε σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη και σχέδια του Θανάση Πέτρου (εκδ. Τόπος) Τα τελευταία χρόνια δείχνετε να έλκεστε περισσότερο από τις μεταφορές σε κόμικς γνωστών έργων Ελλήνων συγγραφέων του παρελθόντος. Πώς ξεκινήσατε να το κάνετε; Ξεκίνησε από μια ιδέα του επιμελητή των απάντων του Βουτυρά, του Βάσια Τσοκόπουλου, ο οποίος κάποια στιγμή πρότεινε: «Γιατί δεν κάνεις κόμικς το “Παραρλάμα;”» (πρόκειται για το γνωστότερο ίσως διήγημα του συγγραφέα). Η ιστορία δημοσιεύτηκε στο αείμνηστο «9», μετά δημοσιεύτηκε κι άλλη ιστορία του Βουτυρά και μετά ο Θανάσης Πέτρου λέει: «Δεν κάνουμε κι ένα άλμπουμ μόνο με ιστορίες του Βουτυρά;». Κι έτσι ξεκίνησε όλο αυτό. Δεν σας κρύβω ότι στη δημιουργία των δύο άλλων άλμπουμ που ακολούθησαν μας ώθησε η εξαιρετική υποδοχή που γνώρισε το «Παραρλάμα». Πόσο δύσκολο είναι να προσαρμοστούν στην εξ ανάγκης αφαιρετική και γλωσσικά λιτή φόρμα των κόμικς πασίγνωστα λογοτεχνικά έργα; Ποιοι κίνδυνοι ελλοχεύουν και πώς τους ξεπερνάτε; Είναι όντως δύσκολο. Αλλά για να είσαι καλός στη δουλειά σου, πρέπει απαραίτητα να διαθέτεις τη δυνατότητα αυτής ακριβώς της προσαρμογής. Το πρώτο πράγμα στο οποίο πρέπει να τα καταφέρνεις είναι να διακρίνεις τα σημαντικά σημεία της ιστορίας, τα απαραίτητα για τη ροή της αφήγησης και να αναδεικνύεις κυρίως αυτά. Και, φυσικά, σε καθαρά λεκτικό επίπεδο, να μπορείς να προσαρμόσεις με λιγότερα λόγια τα όσα εκτενώς περιγράφει ο συγγραφέας. Επίσης, να ισορροπείς σωστά ανάμεσα στο τι απ’ αυτά που γράφει θα γίνει εικόνα (δίχως να χρειάζεται λόγο) και τι απαιτεί και κείμενο, το οποίο πρέπει βέβαια να είναι λιτότερο, περιληπτικότερο και, όπως σωστά λέτε, αφαιρετικό, διατηρώντας όμως το νόημα και την ουσία τόσο της πλοκής όσο και της σκέψης του συγγραφέα. Αν δεν έχεις αυτές τις ικανότητες, μην κάνεις μεταφορά λογοτεχνικού έργου. Γράψε κάτι δικό σου. Βασικός κίνδυνος είναι το να πλατειάσεις προσπαθώντας να πεις όσα ακριβώς γράφει ο συγγραφέας, με τον τρόπο που τα γράφει, να μην καταφέρεις να βγάλεις την ουσία, να μην κάνεις τον σωστό συνδυασμό εικόνας – κειμένου από κάτι που αρχικά είναι μόνο κείμενο. Τότε υπάρχουν προβλήματα στη ροή ή μπορεί η ιστορία να γίνει βαρετή ή και ακατανόητη. «Φανούρης Άπλας» σε σενάριο Δ. Βανέλλη και Δ. Καλαϊτζή και σχέδια του Σ. Δερβενιώτη (εκδ. Μαμούθ) και «Το Γιούσουρι» σε σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη και σχέδια του Θανάση Πέτρου (εκδ. Τόπος) Ποιο λογοτεχνικό έργο ξένου συγγραφέα θα θέλατε να προσαρμόσετε σε κόμικς και ποιο πιστεύετε ότι θα ήταν αδύνατο να προσαρμοστεί; Χμμμ… Πιθανώς κάποια από τα μυθιστορήματα ή διηγήματα συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας που αγαπώ. Κάποια του Μπάλαρντ, του Μπράντμπερι, του Ντικ… Αδύνατη νομίζω ότι ίσως (και δώστε παρακαλώ ιδιαίτερο βάρος σ’ αυτό το «ίσως») είναι η προσαρμογή σχεδόν πειραματικών, σχεδόν μη αφηγηματικών κειμένων, όπως ας πούμε του Τζόις. Ποτέ δεν ξέρει όμως κανείς… Από τους μεγάλους συγγραφείς της ελληνικής λογοτεχνίας που έχετε προσαρμόσει έργα τους σε κόμικς (Βουτυράς, Καβάφης, Καραγάτσης, Καρκαβίτσας, Ροδοκανάκης, Παπαδιαμάντης κ.ά.) ποιος ήταν ο πιο δύσκολος; Φοβηθήκατε για κάποιον πως δεν θα τα καταφέρετε; Φοβηθήκατε πιθανές αντιδράσεις; Φυσικά ο Παπαδιαμάντης. Και ιερό τέρας είναι, και υπάρχει διάχυτη η άποψη «μην τον αγγίζετε αυτόν», και είναι το θέμα της ιδιαίτερης γλώσσας του, η οποία, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, πρέπει να αλλάξει και να προσαρμοστεί σε σύγχρονα ελληνικά στα μπαλονάκια ενός κόμικς, πράγμα μη αποδεκτό από πολλούς… Δεν ξέρω αν τα καταφέραμε. Εσείς θα μας πείτε. Βιβλία των Δημήτρη Βανέλλη και Θανάση Πέτρου με έργα της ελληνικής λογοτεχνίας προσαρμοσμένα σε κόμικς (εκδ. Τόπος) Εκτός από σεναριογράφος κόμικς είστε και συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας. Ποιες διαφορές υπάρχουν ανάμεσα στα δύο είδη; Πόσο διαφορετική είναι η μεθοδολογία εργασίας; Τεράστιες διαφορές. Ας πω επιγραμματικά (και κάπως απλοϊκά) ότι ο συγγραφέας «κάνει ό,τι γουστάρει» (ανεξάρτητα από το αν το αποτέλεσμα είναι τελικά καλό ή κακό), ενώ ο σεναριογράφος κόμικς έχει όλους αυτούς τους περιορισμούς λόγω της «αφαιρετικής και λιτής γλώσσας» που προαναφέρατε (επίσης ανεξαρτήτως του καλού ή κακού τελικού αποτελέσματος). Σε πρώτο επίπεδο απλώς και μόνο λόγω έλλειψης χώρου. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι ο σεναριογράφος είναι υποχρεωμένος να σκέφτεται με εικόνες, να περιγράφει την εικόνα που περιέχεται σε κάθε καρέ, είτε αυτό είναι βουβό είτε όχι, ενώ ο συγγραφέας ουδεμία τέτοια υποχρέωση έχει. Μπορεί κάλλιστα να γράψει, ας πούμε, μια εκτενέστατη συζήτηση δύο τύπων που απλώς κάθονται σε ένα καφέ και μιλάνε και αυτό να έχει τεράστιο λογοτεχνικό, ακόμα και φιλοσοφικό ενδιαφέρον. Άντε να το κάνεις κόμικς αυτό… Θεωρώ ότι ουσιαστικά συγγραφέας και σεναριογράφος αποτελούνται από διαφορετική «καλλιτεχνική στόφα», γι’ αυτό και στατιστικά είναι λίγοι αυτοί που τα κάνουν αμφότερα. Εργάζεστε επίσης ως βιβλιοθηκονόμος στην ΑΣΚΤ. Οι φοιτητές και διδάσκοντες της σχολής, εικαστικοί και θεωρητικοί, σας γνωρίζουν ως τον συμπαθέστατο και παντογνώστη άνθρωπο περί των βιβλίων τέχνης. Πώς κατορθώνετε να συνδυάζετε τόσο διαφορετικές ιδιότητες; Ή δεν είναι εντέλει πολύ διαφορετικές; Ελπίζω να είναι αλήθεια τα καλά σας λόγια. Στην πραγματικότητα είναι αρκετά απλό. Αρκεί να αγαπάς και να ενδιαφέρεσαι αληθινά για την τέχνη γενικά (εννοώ για αρκετές τέχνες, όχι μόνο μία). Από εκεί και πέρα, το να γνωρίζεις σε βάθος τα πράγματα που τις αφορούν είναι θέμα προσωπικής καλλιέργειας, η οποία –και αυτό είναι το σημαντικότερο– δεν προέρχεται από υποχρέωση, αλλά από προσωπικό ενδιαφέρον ή να είναι κάτι σαν παιχνίδι για σένα. Τότε μπορούν να συνδυαστούν πολλά πράγματα. Όσο για το «δεν είναι εντέλει πολύ διαφορετικές», ε, δεν είναι τυχαίο ότι η τέχνη των κόμικς συνδυάζει εικαστικό και λογοτεχνικό στοιχείο… Απλώς, και θα πρέπει να το τονίσω αυτό, παρά το ότι αυτές είναι οι δύο βασικές τέχνες στις οποίες πατά, ποτέ να μην ξεχνάμε ότι το τελικό αποτέλεσμα είναι κάτι εντελώς διαφορετικό και αυτόνομο ως τέχνη, είναι δηλαδή μια άλλη τέχνη και όχι το απλό άθροισμα των δύο. Άλλωστε σε καλλιτεχνικά θέματα, ποτέ ένα κι ένα δεν κάνει δύο. Κάνει κάτι διαφορετικό. Μερικές απλές σκέψεις για την τόσο σύνθετη τέχνη του κινηματογράφου θα σας πείσουν γι' αυτό. Απόσπασμα από το «Παραρλάμα» σε σενάριο του Δ. Βανέλλη και σχέδια του Θ. Πέτρου (εκδ. Τόπος) Και από δω και πέρα τι να περιμένουμε; Μετά από τόσες μεγάλες επιτυχίες ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια; Τα όνειρά σας; Σχέδια αρκετά. Προχωράμε ήδη δύο κόμικς ταυτόχρονα, για τα οποία θα μου επιτρέψετε να μην πω τίποτα, αφού ακόμα αργεί η έκδοσή τους. Όνειρα; Εκτός από το προφανές, ότι θα επιθυμούσα να είμαι καλός σ’ αυτό που κάνω, θα κρατήσω τα υπόλοιπα για τυχόν ψυχαναλυτή (αν και, μεταξύ μας, δεν με βλέπω να πηγαίνω ποτέ σε τέτοιον). Και το σχετικό link...
  8. Ο ντετέκτιβ, ο πρόεδρος, η «σκλάβα» του και οι σωτήρες της Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Ενα χρόνο μετά το απολαυστικό «Yesternow», το δίδυμο των πρωταγωνιστών του Σπύρου Δερβενιώτη επιστρέφει για μια ακόμη περιπέτεια με κεντρικό πρόσωπο τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο των ΗΠΑ του 2020. Σε ένα βιβλίο που διερευνά την έννοια της ελεύθερης βούλησης σε έναν κόσμο εξαρτημένο από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και υπό καθεστώς ακροδεξιάς παλινόρθωσης «Δεν είσαι ο ήρωας των εξαθλιωμένων. Σε ψήφισαν επειδή είσαι πλούσιος και άπληστος για εξουσία, για να εκνευρίσουν τους ψευτο-συμπονετικούς ηγέτες τους. Δεν είσαι το “όλοι μαζί μπορούμε” αλλά το “όλοι μαζί γαμιέστε”» φωνάζει οργισμένα ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Ντικ Φιλίπο στον νεοεκλεγέντα πρόεδρο των ΗΠΑ. Και ο δεύτερος του απαντά: «Συμφωνώ απολύτως. Καταλαβαίνεις τώρα τι έγινε; Αν ο κόσμος αποφάσισε πως εγώ ήμουν η καλύτερη επιλογή, πόσο μα πόσο βαθιά τους απογοήτευσε η άλλη πλευρά;». Στο «Shark Nation» (εκδόσεις Χαραμάδα) του Σπύρου Δερβενιώτη, ο πρόεδρος είναι μια διχαστική ιντερνετική περσόνα με την πλαστική μάσκα ενός καρχαρία, ένας αγνώστου πραγματικής ταυτότητος επιτήδειος μισογύνης που μιλά στον λαό «αυθεντικά», μάτσο, ρατσιστικά και σεξιστικά και το προβάλλει ως «αντρίκεια και σταράτα». Ενα, μεταφορικά μιλώντας, εξελιγμένο μοντέλο του Τραμπ. Και βασική αντίπαλός του είναι η «Σκρόφα». Μια διαπλεκόμενη πολιτικός παλαιάς κοπής (σας λέει κάτι η Χίλαρι;) που μετά την ήττα της οργανώνει την απαγωγή της σεξουαλικής σκλάβας του «Καρχαρία» για να την σώσει, τάχα, από τις ταπεινώσεις και τις προσβολές. Κι αν αυτή δεν θέλει να σωθεί; Αν δεν είναι καν άνθρωπος; Το μυστήριο που πλέκει ο Σπύρος Δερβενιώτης για την πολιτική κατάσταση στις ΗΠΑ του 2020 μπορεί να λυθεί μόνο από τον Ντικ Φιλίπο, έναν ντετέκτιβ με την όψη του Τζον Γκούντμαν από τον «Μεγάλο Λεμπόφσκι», και τη συνεργάτιδά του, Τζένιφερ Γκάφρεϊ. Το δίδυμο επιστρέφει έναν χρόνο μετά τα γεγονότα του «Yesternow» για μια συναρπαστική και βαθιά πολιτική ιστορία γύρω από τον πολιτικό αμοραλισμό, τον ανεξέλεγκτο ακτιβισμό, τον παθιασμένο βολονταρισμό, τη συνενοχή των απλών ψηφοφόρων στα εγκλήματα των εκλεγμένων ηγετών τους. Οταν ο καιροσκόπος «Καρχαρίας» επισκέπτεται τη σύνοδο των «G-8» έχοντας μια γυναίκα δεμένη με λουρί και φίμωτρο, ημίγυμνη και στα τέσσερα για να σβήνει τα πούρα του στη γλώσσα της, αυτό που κάνει εντύπωση δεν είναι οι χλιαρές αντιδράσεις των υπολοίπων επτά αλλά το πόσο ίδιοι (ή και χειρότεροι) φαντάζουν δίπλα του. Αυτός είναι μια καρικατούρα προέδρου (ένας «τρόλεδρος»), ένας ακροδεξιός εκπρόσωπος της «κοινής λογικής», δηλαδή ένας εκφραστής των ταπεινότερων ενστίκτων των θαυμαστών του, μια εξωθημένη στα άκρα εκδοχή του Τραμπ (όσο απίθανο κι αν φαίνεται να υπάρχει κάτι χειρότερο από τον Τραμπ, μπορούμε απλώς να φανταστούμε πόσο απίθανο θεωρούσε η κοινή γνώμη να δει τον Τραμπ πρόεδρο μια μέρα), αλλά όλοι οι άλλοι είναι πραγματικοί ηγέτες, υποκριτές και θρασύδειλοι. Η απαγωγή της εθελουσίως σκλάβας Μπίμπι από την ομάδα των Grossbusters ανοίγει τον ασκό του Αιόλου, για να αποκαλυφθούν ή να συγκαλυφθούν μια σειρά από μυστικά σε όλα τα επίπεδα τόσο του δημόσιου πολιτικού βίου όσο και του ιδιωτικού. Και ο Δερβενιώτης αποκτά την ευκαιρία να χτίσει ακόμη πιο αποτελεσματικά τους στέρεους χαρακτήρες που μας σύστησε στο πρώτο άλμπουμ της σειράς. Ενώ, παράλληλα, με το γνωστό υπόγειο χιούμορ του, τις φαρμακερές ατάκες των πρωταγωνιστών του και τις συνεχείς αναφορές του σε εμβληματικές ταινίες του παρελθόντος («Star Wars», «Blade Runner» κ.ά.) σε κάθε μπαλονάκι, σε κάθε καρέ, σε κάθε σελίδα «λέει» πάντα κάτι παραπάνω από αυτό που δείχνει καλώντας τον αναγνώστη να αναζητήσει περαιτέρω για να ανακαλύψει τα «κρυμμένα» στοιχεία. Και για τους γνώστες της ελληνικής σκηνής των κόμικς, ως inside joke υπάρχει μια ακόμη πρόκληση-«κυνήγι του θησαυρού»: η αναγνώριση γνωστών δημιουργών κόμικς σε εντελώς αναπάντεχους ρόλους. Στο «αστυνομικό» κλίμα του βιβλίου και στη νουάρ διάσταση της προσωπικότητας του ντετέκτιβ Ντικ Φιλίπο συμβάλλουν καθοριστικά τα ασπρόμαυρα σχέδια του Δερβενιώτη που, ιδιαίτερα στις τελευταίες σελίδες και βοηθούντος του σεναρίου, αποκτούν έναν παραισθητικό, φρενήρη, παραληρηματικό ρυθμό. Και οδηγούν σε μια κορύφωση ανοιχτού τέλους που υπόσχεται ότι ο Ντικ Φιλίπο και η Τζένιφερ Γκάφρεϊ έχουν ακόμα πολλά να πουν και να κάνουν. Πηγή
  9. Μια κουβέντα με τον δημιουργό κόμικ Σπύρο Δερβενιώτη, για το «Shark Nation», το βαθύ twitter και τον Ντόναλντ Τραμπ. Μέσα στις 144 σελίδες του κόμικς Shark Nation (εκδ. Χαραμάδα), ο δημιουργός του, Σπύρος Δερβενιώτης, μας παρουσιάζει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία: Ως Πρόεδρος των ΗΠΑ έχει εκλεγεί ένας αστέρας των social media, του οποίου το πρόσωπο δεν βλέπουμε, καθώς κρύβεται πίσω από μια μάσκα καρχαρία, BDSM αισθητικής. Στην πρώτη του δημόσια εμφάνιση -μια φωτογράφιση με τους υπόλοιπους ηγέτες του πλανήτη- ο Καρχαρίας παρουσιάζεται κρατώντας ένα πούρο και σέρνοντας μια γυναίκα -την Μπίμπι- δεμένη με λουρί. Μια LGBTQ ακτιβιστική οργάνωση με το όνομα Grossbusters, που φαίνεται παράλληλα να συνδέεται με την πολιτική αντίπαλο του Καρχαρία, αποφασίζει να την απαγάγει – ή, ανάλογα την οπτική, να την απελευθερώσει. Η ιστορία, όμως, ξεκινάει με την παρουσίαση των δυο συνεργατών ντετέκτιβ τους οποίους ο Σπύρος Δερβενιώτης μας είχε ήδη συστήσει στο Υesternow. Πρόκειται για τον Ντικ Φιλίπο, έναν σωματώδη 50άρη με μια χαρακτηριστική καλύπτρα ματιού, ένα πυκνό υπογένειο και δυο χοντρές φαβορίτες και την Γκάφρεϊ, την όμορφη, μελαχρινή, δυναμική και λεσβία συνεργάτιδά του, οι οποίοι θα παίξουν καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής. Ο πρώτος θα προσληφθεί από τον Καρχαρία, για να εντοπίσει την απαχθείσα παλλακίδα του, ενώ η δεύτερη θα βρεθεί προ τετελεσμένου γεγονότος, αναγκασμένη να τη φιλοξενήσει, για να βοηθήσει την ερωμένη της και την ακτιβιστική της ομάδα. Επίσης, δυο από τους πολλούς χαρακτήρες που εμφανίζονται θα αποδειχθεί τελικά πως είναι cyborg. Ενώ σκοπός του Σπύρου Δερβενιώτη είναι μάλλον να συζητήσει γύρω από τα ζητήματα του φύλου, παράλληλα θέτει μια σειρά από προβληματισμούς που συνοδεύουν την εποχή μας. Το φεμινιστικό ζήτημα, λοιπόν, παίζει σε πρώτο πλάνο, όμως κάποιος μπορεί να το αντιληφθεί ως μια απλή αφορμή, για να συζητήσει πολλά άλλα θέματα που συνοδεύουν την εποχή μας. Σε κάθε περίπτωση, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά. Το ίδιο ενδιαφέρουσες είναι και οι απαντήσεις του στο VICE με αφορμή αυτήν. VICE: Πρόεδρος των ΗΠΑ, ένα alt-right troll. Μια περσόνα του Διαδικτύου παίρνει τέτοια δύναμη, ώστε καταφέρνει να γίνει Πρόεδρος των ΗΠΑ. Σπύρος Δερβενιώτης: Προφανώς, οποιοσδήποτε συνταγματολόγος θα σου έλεγε ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει. Είναι ένα σύμβολο. Ήθελα να είναι ο Trump, αλλά χωρίς να είναι ο Trump. Όσες φορές παρουσιάστηκε ο Trump σε τέτοια πράγματα βγήκε κάτι το οποίο δεν ήταν πετυχημένο. Είναι τόσο ορατά και φανερά λάθος, που δεν μπορείς να τον σατιρίσεις. Ό,τι και να πεις γι’ αυτόν, αυτός είναι ο λόγος που τον εκλέξανε. Επειδή είναι σκατάς, επειδή είναι σάπιος. Είναι τόσο υπερμπουφόνος, που δεν μπορείς να τον σατιρίσεις. Οπότε, βρήκα αυτήν τη λύση. Να μην είναι ο Trump. Να μην είναι καν χοντρός, ας πούμε. Να μη θυμίζει Trump, αλλά να είναι. Ήθελα να έχω έναν Πρόεδρο alt-right, δηλαδή το αντίθετο όσων είναι υπέρ των δικαιωμάτων. Εντάξει, έχουμε ήδη τέτοιον, αλλά δεν έπρεπε να είναι αυτός συγκεκριμένα. Όποτε, χρονολογικά είναι στις επόμενες εκλογές, αμέσως μετά τον Trump. Θεωρητικά ο Trump έκανε μια τετραετία και αμέσως μετά πήγαμε στον Καρχαρία. Η αρχική σκέψη ήταν ένα κόμικς γύρω από τα ζητήματα του φύλου. Στην αρχή, ο ρόλος που παίζει ο Καρχαρίας είναι, όχι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, αλλά ένας οποιοσδήποτε κυρίαρχος αρσενικός. Όσο δούλευα το σενάριο, μου ήρθε η έμπνευση να είναι ο πλανητάρχης και αυτό μου άνοιγε οδούς σεναρίου που δεν είχα σκεφτεί. Ότι μπορεί να γίνει μια ωραία ιστορία που μπορεί να απλωθεί σε αυτό, εκείνο, το άλλο. Η σύλληψη του Καρχαρία πώς προέκυψε; Είναι τυχαίο, από την άποψη ότι έψαχνα για πολύ καιρό ποια θα μπορούσε να είναι η φάτσα που ταιριάζει σε αυτό το σώμα. Έπεσα στην περίπτωση του Πέπε του βατράχου, ένα καρτούν το οποίο ήταν ένα αθώο παιδικό που σιγά-σιγά το μετέτρεψαν οι alt-right, πολύ συγκεκριμένα και πολύ πετυχημένα, σε ένα ρατσιστικό avatar που με παιδικά χαρακτηριστικά ξερνούσε μίσος και προπαγάνδα και αυτό μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον. Tέλος, πάντων χαρτί και μολύβι - χαρτί και μολύβι, κάποια στιγμή σκάει χωρίς να το συνειδητοποιήσω αυτή η επιλογή. Ουσιαστικά μια BDSM μάσκα. Ψάχνοντας συγχρόνως ζώα, είδα ότι το σχήμα του καρχαρία μου έδινε καλύτερες δυναμικές και καλύτερες γωνίες. Ήταν συμβολικά σωστό και στιλιστικά βολικό. Υπάρχει μια αίσθηση ότι κάνεις κάποιου είδους κριτική στα δικαιωματικά κινήματα και ότι τα παρουσιάζεις σαν να διαπλέκονται με την εξουσία. Δεν είναι ότι το δικαιωματικό διαπλέκεται με την εξουσία, αλλά ότι το εγκολπώνει η εξουσία για δικούς της λόγους. Ήθελα να κάνω και μια κριτική στη Hillary, για παράδειγμα ότι αγκάλιασε και έκανε σημαία το δικαιωματικό κίνημα και στα υπόλοιπα είναι ένας Trump με φουστάνι. Σε όλα τα υπόλοιπα υπέσκαπτε την εκφρασμένη της ιδεολογία. Έβαλε μπροστά το «είμαι γυναίκα, είμαι των δικαιωμάτων» και από πίσω ήταν πιο έτοιμη να μπει και στην Κορέα και στο Ιράν, από ότι ήταν ο Trump. Δύο από τους πρωταγωνιστές σου προκύπτει ότι τελικά είναι cyborg - δυο δολοφονημένοι άνθρωποι που επανήλθαν στη ζωή ως cyborg. Βάζεις κάποια ηθικά και φιλοσοφικά θέματα γύρω από το ζήτημα. Από το ζήτημα της αθανασίας, μέχρι τα δικαιώματά τους. Πηγαίνουμε προς τα εκεί. Έχει ξεκινήσει να σκάει ως θέμα, να συζητιέται πολύ. Είναι ένα θέμα πολύ πιο now, από ότι πριν από δέκα χρόνια, που απλώς υπήρχαν σποραδικές προσπάθειες για αυτό. Συζητιέται πια, είναι πλέον επίκαιρο, γράφονται πράγματα. Πλέον συγκλίνουν και οι τεχνολογίες προς τα εκεί. We are going there. Είναι πράγματα που εδώ και καιρό προβληματίζουν και δεν μπορείς να έχεις και μια ξεκάθαρη θέση ή απάντηση γι’ αυτά. ΟΚ, προφανώς εδώ και πάρα πολλά χρόνια μηχανοποιούμαστε. Είναι εύλογο, είναι και φυσικό. Οπότε, δεν υπάρχει και φιλοσοφικά κανένας λόγος να πεις ότι αυτό σταματάει κάπου. Ή μάλλον, φιλοσοφικά υπάρχει λόγος να πεις που σταματάει αυτό. Βάζεις μηχανική υποστήριξη, γίνεσαι μηχανή, αλλά είσαι τελικά άνθρωπος ή μηχανή - και τι σημαίνει αυτό; Αν υποθέσουμε ότι αντικαθιστάς όλο σου το εξωτερικό περίβλημα με μηχανή, παύεις να είσαι άνθρωπος; Σε ποιο ποσοστό; Δηλαδή, είσαι τελικά μόνο ο εγκέφαλος; Είσαι ανεξάρτητος από τις ορμόνες; Το γεγονός ότι έχουμε συναισθηματικές αντιδράσεις είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους; Τι είναι άνθρωπος, τελικά; Πού σταματάει αυτό; Στο Υesternow υπήρχε η προβληματική γύρω από τους «αναστέρες», όπως αναφέρονταν εκεί: Ήταν ηθοποιοί οι οποίοι επανέρχονταν στη ζωή. Ήταν ακριβώς η λύση στο ζήτημα της αθανασίας. Εκεί, δεν σου επιτρέπεται να πεθάνεις, ακόμη και αν θες κάποια στιγμή να πεις ότι έρχεται το βιολογικό μου τέλος και αυτό θα ήθελα να συνοδεύεται και από το τέλος της εκμετάλλευσής μου. Δεν στο αφήνουν αυτό. «Όχι», σου λένε, «μπορούμε να σε εκμεταλλευόμαστε και μετά θάνατον». Δεν το έκανα αστόχαστα και φυσικά δεν το έκανα στην έκταση που του πρέπει. Στο τρίτο κεφάλαιο -επειδή θα υπάρξει τρίτο κεφάλαιο- θα φύγω από την προβληματική «cyborg», θα πάω στα θέματα της περιρρέουσας κουλτούρας και πώς αυτή διαμορφώνεται και στο τέταρτο θα πιάσω μόνο το θέμα cyborg. Πού βλέπεις να πηγαίνει ο έλεγχος και η λογοκρισία στο Ίντερνετ; Είναι άλλο ένα θέμα που θίγεις. Ζούμε στη μετά WikiLeaks εποχή. Μετά τα WikiLeaks δεν υπάρχει επιστροφή. Από τη μια, γίνεται μια προσπάθεια να ξεχυθεί η πληροφορία για όποιον νοιάζεται. Όμως αυτό είναι το άλλο ερώτημα. Ποιος νοιάζεται για την πληροφορία; Τη βγάλαμε. Ποιος νοιάζεται; Από την άλλη, υπάρχει η προσπάθεια η πληροφορία να μαντρωθεί ακόμη πιο αποτελεσματικά, σε σχέση με όταν ξεκινούσε το ίντερνετ, που υπήρχε η υπόσχεση ότι ο καθένας θα μπορεί να έχει πρόσβαση στην πληροφορία. Υπάρχει μια θέληση να ελεγχθεί το Ίντερνετ. Δεν είναι αυτό που ξεκίνησε. Το αν θα πάμε σε ένα Ίντερνετ πιο ελεύθερο ή σε ένα Ίντερνετ περιορισμένο και τεμαχισμένο σε μεγάλες εταιρείες, είναι ένα ανοιχτό ερώτημα. Αλλά είτε αν πάει προς τη μια πλευρά είτε προς την άλλη, πιστεύω ότι δεν θα κάτσει η μπίλια κάπου για πάντα. Οι φόβοι ότι οι εταιρείες θα αναλάβουν τον έλεγχο, που υπήρχαν στα πρώτα χρόνια του Ίντερνετ, βεβαιώθηκαν μέχρι στιγμής. Όμως η ίδια η τεχνολογία, η ίδια η δυνατότητα των ανθρώπων, θα αφήνει πάντα δικλίδες ασφαλείας, ακόμη και σε πολύ κλειστά καθεστώτα. Φαίνεται με έναν τρόπο -και αυτό είναι επίσης ένα θέμα που αναδεικνύεται στο Shark Nation- ότι όλο και περισσότερο η συλλογική μνήμη συνδέεται και εξαρτάται από τις μηχανές αναζήτησης. Και από τα social media το ίδιο. Τα social media χρησιμοποιούνται πια από την εφορία και την Αστυνομία, για να εξετάσουν πού ήσουν, πού είσαι και πού θα πας. Δεν είσαι πια κύριος του εαυτού σου και το έχεις κάνει μόνος σου. Τελικά, φτιάχνεις κάτι που σε υπερβαίνει. Δεδομένου ότι η πολιτική των δυο τελευταίων δεκαετιών έχει ντυθεί με έναν μανδύα πολιτικής ορθότητας, η εκλογή του Καρχαρία ως Πρόεδρου των ΗΠΑ δείχνει να είναι εκδήλωση μιας δυσαρέσκειας, με την έννοια ότι η κοινωνική απάντηση περιορίζεται στην εκλογή του πολιτικά μη ορθού. Αυτή η τάση φαίνεται να υπάρχει και στην πραγματικότητα. Δεν είναι η απάντηση, αλλά η αντίδραση. Δεν είναι ότι επειδή η πολιτική ορθότητα απέτυχε, πρέπει να είμαστε το αντίθετο, δηλαδή κανίβαλοι. Είναι κάποιοι που εκμεταλλεύτηκαν αυτό το γεγονός, έδειξαν την υποκρισία τους πέφτοντας από πολύ πιο ψηλό πήχη. Η αντίδραση είναι: Τι μισείς; Με αυτό θα σε τιμωρήσω. Άλλο ένα θέμα της εποχής μας που θίγεις είναι η δημόσια διαπόμπευση στα social media. Η αναβίωση αυτής της μορφής τιμωρίας. Η διαπόμπευση είναι ακριβώς χαρακτηριστικό της μικρής κλειστής ομάδας. Είναι το κατεξοχήν όπλο μια κλειστής ομάδας. Απλώς μεγάλωσε η κλειστή ομάδα και έγινε ένα παγκόσμιο χωριό, όμως δεν ξέρω αν είναι ίδια η λογική. Το παραδοσιακό χωριό το έκανε, όποτε το έκανε, για να προστατέψει μια ενιαία -ας το πούμε- ηθική πλειοψηφία. Για να τιμωρήσει το ξένο σώμα. Ό,τι ξέφευγε από τη νόρμα. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι τέτοιο, αλλά με κάτι πολύ χειρότερο, το οποίο θέλει μελέτη και εξηγήσεις που δεν τις έχω. Τη μόνη εξήγηση για την πολύ επιθετική συμπεριφορά στο ίντερνετ, η οποία όμως ξεφεύγει από αυτό που λες, την έδωσε ο Douglas Paszkiewicz, ένας αμερικάνος κομίστας, ο οποίος έλεγε ότι στο ίντερνετ δεν έχουμε φυσική παρουσία, η οποία είναι το 80% της επικοινωνίας των ανθρώπων, όπως το ύφος ή οι χειρονομίες ή η γλώσσα του σώματος που καθορίζουν πολύ καλύτερα τον λόγο σου, από ό,τι αυτά που λες. Οπότε, όταν δεν υπάρχει αυτό το στοιχείο, για να βγάλεις άκρη ποιος είναι τι, αυτό που γίνεται είναι ότι ενστικτωδώς και πρωτόγονα προσπαθείς να ξεχωρίσεις ποιος είναι φίλος και ποιος εχθρός. Μιλάς με συνθήματα, για να εκπέμψεις ένα σήμα. Είμαι από εδώ ή από εκεί. Είμαι με εκείνους, δεν είμαι με τους άλλους, έτσι, πολύ εύκολα. Τώρα, για τη διαπόμπευση συγκεκριμένα, ας επικεντρωθούμε λίγο και στο alt-right, του οποίου ο λόγος στοχεύει στο να διαπομπεύει κόσμο, να πληγώνει κόσμο, να επιτίθεται σε κόσμο. Είναι τελικά ο διαχωρισμός μεταξύ διαδικτυακού προφίλ και πραγματικού προσώπου καθοριστικός; Δεν το πίστευα ποτέ αυτό. Δηλαδή, αυτό που λένε, «άλλο το Ίντερνετ, άλλο η πραγματική ζωή», δεν το καταλαβαίνω. Πρέπει να ορίσεις κάποια στιγμή τι είναι η πραγματική ζωή και εκεί ξεκινούν οι δυσκολίες. Δεν είναι διαφορετικά πράγματα. Στο Facebook ή στο Twitter είσαι απλώς μια έκφραση του ίδιου σου του εαυτού, με πάρα πολύ πραγματικές συνέπειες. Δεν είναι αυτό που λένε ότι σβήνει ο υπολογιστής και χάνονται όλα αυτά. Υπάρχουν διαδικτυακές προσωπικότητες που έχουν αναδειχτεί, επειδή είναι ιδιαίτερα διχαστικοί ή εριστικοί. Αυτά είναι χαρακτηριστικά που ώθησαν τον Καρχαρία μέχρι τη θέση του Προέδρου των ΗΠΑ; Όχι γενικά, αλλά σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, όπου αυτό ήταν η αντίδραση σε κάτι άλλο. Δεν είναι ο κανόνας ότι όσο πιο εριστικός είσαι, τόσο πιο πετυχημένος. Το alt-right, όντας επιθετικό με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο, στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, έχει έρθει στον αφρό. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Είναι συγκεκριμένες συγκυρίες που προμοτάρουν το ένα ή το άλλο είδος επιθετικότητας και επίσης μπορεί και να έρθει ένας κορεσμός με την επιθετικότητα. Για παράδειγμα, το Instagram, πολύ συγκεκριμένα και πολύ συνειδητά, «επιβάλλει» μια ειρήνη στους συμμετέχοντες και κόβει τα επιθετικά σχόλια. Υπάρχει κάποιου είδους λογοκρισία και δεν μπορείς στο Instagram να ξεκινήσεις ιντερνετικό πόλεμο. Αν το τιμήσουν πολύ περισσότεροι άνθρωποι με την επιλογή τους, δίνει μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Εγώ είχα στο μυαλό μου τον Kanekos που έχει κάποιες δεκάδες χιλιάδες ακόλουθους στο Twitter, όμως οι περισσότεροι είναι haters. Δεν μπορώ να το κατατάξω με βάση την επιθετικότατα, αφού και αυτά που λέμε «ρομαντικά ακάου», δηλαδή καλημέρες, καληνύχτες, λουλουδάκια και Coelho έχουν εξαπλάσιους ακολούθους από τον Kanekos. Δηλαδή, είναι δυο διαφορετικές καταστάσεις. Βρίζεις τους πάντες και σε παρακολουθούν, επειδή έχει χάζι, σαν να βλέπεις ένα δυστύχημα. Δεν υπάρχει ένας κανόνας για την ιντερνετική επιτυχία και αυτό είναι το ωραίο. Το The Shark Nation μας λέει ότι ζούμε στο στάδιο που ένα avatar έχει φτάσει στη θέση του Προέδρου των ΗΠΑ. Το επόμενο βήμα ποιο είναι; Από avatar σε cyborg, όπως υπονοείς στον επίλογο; Θα πρέπει να αποφύγω το spoiler. Ο Alan Moore είχε πει ότι μπορείς να δεις οτιδήποτε για Πρόεδρο της Αμερικής - αυτό που δεν μπορεί να δεις ποτέ, είναι ένας φτωχός. Όλα είναι ανοιχτά, ώστε να συμβεί οτιδήποτε, αλλά αυτό που δεν θα δεις ποτέ, είναι κάποιος από τα φτωχά στρώματα στη θέση του Προέδρου των ΗΠΑ. Και το σχετικό link...
  10. Kabuki

    YESTERNOW

    Από το οπισθόφυλλο: Λος Άντζελες, 2019. Η Ντετέκτιβ Τζένιφερ Γκάφρεϊ του LAPD ενώνει τις δυνάμεις της με τον ιδιωτικό ντετέκτιβ και φανατικό ταινιών επιστημονικής φαντασίας Ντικ Φιλίπο για να λύσει μια αλυσίδα φόνων. Όλα τα θύματα είναι ηθοποιοί της δεκαετίας του '80. Όλοι δολοφονήθηκαν μόλις ανακοινώθηκε η επιστροφή τους σε σίκουελ των ταινιών που τους έκαναν διάσημους. Όλοι ετοιμάζονταν να δουλέψουν για τον παραγωγό B. B. Eightiz. Η υπόθεση περιπλέκεται όταν μια "νεκρή" ηθοποιός εμφανίζεται ξαφνικά στο γραφείο του Ντικ ολοζώντανη και σε νεαρή ηλικία και ο B. B. Eightiz ανακοινώνει άλλο ένα σίκουελ, αρχίζοντας την αντίστροφη μέτρηση για την επόμενη δολοφονία. ------------------ Από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις του φετινού Comicdom! Serial killer δολοφονεί ηθοποιούς των 80ς με την ανακοίνωση της συμμετοχής τους σε σύγχρονα σικουελ, πως να μη με τραβηξει ένα τέτοιο κόμικ; Εδώ που τα λέμε, όλοι εχουμε ψιλοαγανακτήσει με ατελείωτα κακόγουστα remakes & sequels των 80ς. Υπήρξαν και διάφορα πετυχημένα φυσικά, αλλά δεν μπορεί να αγνοήσει κανεις την υπάρχουσα έλλειψη φαντασιάς, την αγοραπωλησία νοσταλγίας και το ξεζούμισμα παλιότερων δεκαετιών απο την κινηματογραφική βιομηχανία. Πίσω στο κόμικ. Με αυτήν την έξυπνη ιδέα ο Δερβενιώτης φτιάχνει ένα πολύ καλό αστυνομικό/scifi κόμικ (και όχι καλό κόμικ για ελληνικό). Είναι ένας φόρος τιμής στα 80ς, με καυστική χιουμοριστική ματιά, με δεκάδες αναφορές στην ποπ κουλτούρα, easter eggs (μέρες που είναι ), καλή ανάπτυξη χαρακτήρων, αληθοφανείς διαλόγους με πετυχημένες ατακες, σωστή ροή χωρίς κοιλιές, που παρά το μέγεθος του κόμικ δεν κουράζει. Σχεδιάστικά είναι ίσως η πιο ώριμη δουλειά του Δερβενιώτη, με πολύ καλή σκηνοθεσία και σωστή ατμόσφαιρα. Νομίζω ότι του παει περισσότερο το ασπρόμαυρο τελικά και αναδεικνύει καλύτερα τις δυνατότητές του. Συνολικά, πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο, χορταστικό κόμικ, που μου άρεσε πολύ και νομίζω πως μπορεί να σταθεί άνετα και στο εξωτερικό. Ανυπομονώ και για άλλες αντίστοιχες δουλειές πολύ ενδιαφέρον άρθρο για το κόμικ, με σχόλια του δημιουργού εδώ
  11. Στις 144 σελίδες του Shark Nation συναντά κανείς όλα όσα μας απασχολούν και μας προβληματίζουν στα social media, αλλά και στις παρέες μας. Συζητάμε για τον φεμινισμό που είναι ξανά στο προσκήνιο με το κίνημα του #metoo, για τα όρια, αν υπάρχουν, της πολιτικής ορθότητας, για την πολιτική που ασκείται από ανθρώπους που με δυσκολία μπορείς να τους χαρακτηρίσεις πολιτικούς, για τα social media και την άμεση επιρροή τους στις μάζες και στις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και, φυσικά, για την τεχνολογία που βάζει μπροστά μας νέα ηθικά διλήμματα. Όλα αυτά μέσα από την ιστορία της Μπίμπι, της σκλάβας του σεξ του νέου Αμερικανού προέδρου αλλά και των ντεντέκτιβ Ντικ Φιλίπο και Τζένιφερ Γκάφρεϊ, παλιών γνώριμων μας από το περσινό Yesternow. Για όλα τα υπόλοιπα ο λόγος στον Σπύρο Δερβενιώτη, στον οποίο ανήκει το σχέδιο αλλά και το κείμενο στα αγγλικά… Το Shark Nation καταπιάνεται με τα social media και την εισβολή της τεχνολογίας στην καθημερινότητα… Ποιο είναι το story του Shark Nation και γιατί το επέλεξες ως τη νέα σου δουλειά; Βρισκόμαστε στην Αμερική του 2020. Μια φεμινιστική ομάδα απελευθερώνει την Μπίμπι, την σκλάβα του σεξ που ανήκει στον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο των Η.Π.Α., μια μασκοφορεμένη ιντερνετική περσόνα γνωστή μόνο ως «ο Καρχαρίας». Η υπόθεση φέρνει το δίδυμο των ντετέκτιβ που γνωρίσαμε στο Yesternow, τον Ντικ Φιλίπο και τη Τζένιφερ Γκάφρεϊ σε ολομέτωπη αντιπαράθεση, μπλεγμένους σε ένα περίπλοκο πολιτικό παιχνίδι που στήνεται με αφορμή την αρπαγή της Μπίμπι. Όπως και στο Yesternow, το κόμικ του οποίου αποτελεί συνέχεια, επέλεξα ένα θέμα το οποίο με τον ένα ή τον άλλον τρόπο έβλεπα να επανέρχεται σαν συζήτηση και να συμπυκνώνει το zeitgeist. Ταυτόχρονα είχα να λύσω ένα «ευτυχές ατύχημα»: το γεγονός ότι έφτιαχνα ένα sequel στο κόμικ που κατακεραύνωνε τα sequel. Ωστόσο το Shark Nation δεν είναι “Yesternow II”. Το μόνο κοινό είναι οι χαρακτήρες, που τους πιάνουμε ακριβώς από εκεί που τους αφήσαμε στο τέλος του Yesternow, κι όποιος το έχει διαβάσει, ξερει ακριβώς τι σημαίνει αυτό. Όποιος δεν το έχει διαβάσει, θα πρότεινα να το διαβάσει πριν ξεκινήσει το Shark Nation, αλλιώς σημαντικά subplots θα τον ξενίσουν. …αλλά και με τα gender issues. Είναι ένα πολιτικό κόμικ και γιατί; “It’s complicated”. Είναι πολιτικό κόμικ εκ κατασκευής. Ήταν μια ιστορία που δομήθηκε πάνω στα gender issues, στη συζήτηση που γίνεται γι’ αυτά, αγγίζοντας και τα θέματα της ελεύθερης βούλησης και των ορίων αυτής, και της ελευθερίας του λόγου και των ορίων αυτής. Στο αρχικό draft δεν υπήρχε Πρόεδρος των ΗΠΑ, απλά ‘Ενας Οποιοσδήποτε Κυρίαρχος Αρσενικός. Η επιλογή αυτός να είναι ο Πλανητάρχης, μου άνοιγε δυνατότητες στην πλοκή και “it really brought the room together”, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό το τόσο «φανερά πολιτικό στοιχείο» που κάνει το κόμικ πολιτικό. Φεμινισμός, social media, τεχνολογία, Τραμπ, πολιτική ορθότητα. Το Shark Nation απλώνεται σε ένα φάσμα επίκαιρων θεμάτων και μοιάζει να μη «μασάει» πουθενά. Πώς θίγει τα παραπάνω θέματα και πόσο ταυτίζεται με τη δική σου οπτική γι’ αυτά; Πρώτα θέλω να βγάλω τον ελέφαντα απ’ το δωμάτιο: Στο κόμικ δεν υπάρχει Τράμπ, η τουλάχιστο δεν υπάρχει ο «εύκολος στόχος Τράμπ». Θεωρώ ότι η πολεμική στον Τράμπ έγινε με λάθος τρόπο, λάθος τόνο, και στην τελική εν πολλοίς και με λάθος κίνητρα. Αυτό αγγίζεται έμμεσα αλλά σε αρκετο βάθος στο δεύτερο κεφάλαιο του Shark Nation. Το τελευταίο που θα ήθελα θα ήταν να προστεθώ σε μια ανέξοδη παρέλαση αυτοσυγχαιρώμενων προοδευτικών που κλωτσάνε έναν εύκολο στόχο και παρ’ όλα αυτά καταφέρνουν ν’ αστοχήσουν. Περισσότερο με ενδιέφερε το «σκοτεινό φωτοστέφανο» που περιβάλει τον Τράμπ: Η Μοντέρνα και internet-savvy ακροδεξιά, όλο αυτό το alt-right κύμα που χρησίμευσε σαν Προφήτης του Τραμπισμού. Πρωταγωνιστές εκτός από το δίδυμο των ντεντέκτιβ Ντικ Φιλίπο και Τζένιφερ Γκάφρεϊ, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ -μια ιντερνετική περσόνα με το προσωνύμιο «Ο Καρχαρίας- και η Μπιμπή, σκλάβα του σεξ. Ποιο είναι το πιο δυνατό σημείο του Shark Nation και πώς το ανέδειξες με τη δουλειά σου; Aυτό είναι κάτι που μπορούν να απαντήσουν μόνο οι αναγνώστες. Το τέλος του Shark Nation υπαινίσσεται ότι τα πάντα πλέον είναι δυνατά, και όχι από την καλή άποψη. Τι θα μπορούσε να σε εκπλήξει προσωπικά σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο; Ένα ευτυχισμένο τέλος, αυτό θα μου προκαλούσε έκπληξη. Μια συλλογική αφύπνιση, ένα ξαφνικό και μαζικό «ρε μαλάκες τι σκατά κάνουμε; Γιατί ανεχόμαστε ΑΥΤΟ;» Αυτό θα ήταν μια γνήσια έκπληξη. Η πεμπτουσία της Κρίσης, (η οποία είναι παγκόσμια, μην αφήνετε κανέναν μαλάκα να την παρουσιάζει σαν κάτι που αφορά συγκεκριμένα τη χώρα μας), είναι αυτή η γενικευμένη αίσθηση ότι τίποτα δεν έχει συνέπειες, κανένα check and balance δε λειτουργεί, κανένας δεν είναι σε θέση να ελέγξει και να περιορίσει οποιονδήποτε αποφασίσει ότι θέλει να αρπάξει ο,τιδήποτε ορέγεται. Μεγαλώσαμε σε μια εποχή όπου ένα σκάνδαλο μπορούσε να ρίξει έναν Πλανητάρχη, και ονειρευτήκαμε να γίνουμε οι Γούντγουορντ που θα το καταφέρουν. Γερνάμε σ’ έναν κόσμο όπου οι Γούντγουορντ φανερότατα και ξεδιάντροπα παραπληροφορούν, ψέγοντας ταυτόχρονα τα «fake news των ίντερνετς» φοβικοί απέναντι σ΄έναν κόσμο που βλέπουν σαν όχλο απ’ τον οποίο έχουν πλήρως αποξενωθεί. Η αρρώστια έχει τόσο γενικευθεί, που αυτό θα με εξέπληττε: το να ξαναγίνουμε καλά, και να αποκτήσουν τα πράγματα αξία και βαρύτητα. To “Shark Nation” αποτελεί το σίκουελ του “Yesternow”. Πώς θα είναι το Shark Nation του 2051; «Ή μέχρι τότε θα έχει αναμορφωθεί, ή θα έχει πάψει να υπάρχει», είναι μια προφητεία που έχουμε στο DiEM25. Βέβαια η προφητεία αφορά την Ευρώπη και το 2025, αλλά ισχύει και για το Shark Nation. Αυτό που βιώνουμε και περιγράφει το Shark Nation είναι μια επιταχυνόμενη εντροπία. Έ, δεν υπάρχουν πολλοί τρόποι να καταλήξει αυτό, δύο είναι: ή εκμηδενίζεσαι ή μετουσιώνεσαι. Η φετινή σου παρουσία στο Comicdom Con; Για τρίτη συνεχή χρονιά στο artist’s alley, περιτρυγυρισμένος από καλούς φίλους με καινούργιες δουλειές για τις οποίες μαζί κοιλοπονήσαμε όλη τη χρονιά. Το Shark Nation κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χαραμάδα. Το Comicdom Con Athens 2018 διεξάγεται 20-22/4 (11.00-21.30) στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση και στο κτίριο του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδας. πηγή
  12. Shark Nation- Toξικά τρολ, πολιτική ορθότητα και ένα μέλλον που αιωρείται Aπό το youtube στον Λευκό Οίκο μέσω του σεξισμού Με το Yesternow, ο Σπύρος Δερβενιώτης ασχολήθηκε με την αποδόμηση της νοσταλγίας και της (μεταμοντέρνας) πολιτισμικής επιστροφής των ίδιων πραγματών ξανά και ξανά, που φαίνεται να κυριαρχεί στην εποχή μας. Τώρα, στο sequel, ο δημιουργός δε διστάζει να καταπιαστεί με μερικά από τα πιο δύσκολα θέματα της εποχής μας. Αυτά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την ιντερνετικής κουλτούρα, τα τρολ και την πολιτική ορθότητα. Αποτελούν, στην εποχή μας, θέματα αμιγώς πολιτικά, όπως έδειξαν και οι εκλογές στις ΗΠΑ. Ο Δερβενιώτης βασίζει σε αυτές τις πραγματικές συνθήκες τη δική του, ελεύθερη μέσα στην υπερβολή της, αστυνομική ιστορία και αυτή τη φορά φέρνει τους δύο ήρωες του Yesternow αντιμέτωπους, περισσότερο από θέμα συνθηκών παρά ιδεολογίας. Άλλωστε και οι διαφορετικές απόψεις που σκιαγραφούνται μέσα στις σελίδες του Shark Nation (εκδόσεις Χαραμάδα) δε θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Από τη μία είναι το γνωστό ακροδεξιό, ρατσιστικό, βαθιά μισογύνικο και αντιδραστικό παραλήρημα της alt-right, το οποίο δεν έχει αφήσει καμιά γωνιά του Ιντερνετ απολιόρκητη και στις μέρες μας, όπως και στο graphic novel, έχει φτάσει μέχρι τον Λευκό Οίκο. Προκλητικοί για την πρόκληση, εχθρικοί σε οτιδήποτε δε τους μοιάζει, οι alt-right είναι το πρόσωπο ενός νέου κόσμου που δεν βλέπει την θέση του στις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες που τον περιτριγυρίζουν, τόσο οικονομικά όσο και πολιτισμικά. Έτσι,βρίσκει καταφύγιο σε έναν νέου τύπου συντηρητισμό, από τον οποίο μάλιστα δεν λείπει και μια ανεδαφική μεν, λαοφιλής δε θεωρητική τεκμηρίωση. Στα καρέ του κόμικ αυτός ο κόσμος εκπροσωπείται από ένα avatar, έναν άνθρωπο δίχως πρόσωπο αλλά με βαθιά εγωιστικά χαρακτηριστικά. Ο Καρχαρίας, ο τρόλεδρος και αρχηγός του Shark Nation είναι ταυτόχρονα η προσωποποίηση τόσο του καταπιεσμένου, ψυχολογικά και οικονομικά, κόσμου της alt-right όσο και όσων την χρησιμοποιούν για τα επικοινωνιακά τους παιχνίδια, ως κάλυμμα καπνού σε καταπιέσεις πολύ πιο βαθιές και αληθινές από αυτές που (νομίζει ότι) βιώνει ο λευκός άνδρας στην φανταστική κυριαρχία του φεμινισμού. Από την άλλη, υπάρχει η ομάδα των Crossbusters, η φεμινιστική ομάδα των υπερασπιστριών της πολιτικής ορθότητας. Μέσα σε μια σύντομη και πολύ πιο προσωπική εστίαση, ο Δερβενιώτης κάνει μια παρουσίαση όλων των πραγμάτων για τα οποία κατηγορείται αυτός ο δύσκολος όρος με τις πολλαπλές σημασίες. Με τις Crossbusters κάνουν την εμφάνισή τους η ακραία σημασιοδότηση της ορολογίας στο πλαίσιο της έγκλισης, η επικριτική και πολλές φορές επιθετική συμπεριφορά απέναντι στην κριτική και η αποφυγή ζητημάτων της παραδοσιακής πολιτικής. Τα χαρακτηριστικά αυτά, που εντοπίζονται σε πολλές φεμινιστικές ομάδες, περισσότερο με διαδικτυακή παρουσία, είναι και αυτά που επιτρέπουν σε αστικές πολιτικές να τις αποπροσανατολίσουν από την απαραίτητη ριζοσπαστική δράση και να τις εντάξουν σε μια ρητορική όχι μόνο κενή αλλά και τελικά όντως επικίνδυνη για την ελεύθερη κριτική, στο όνομα της «προστασίας» και της «ρύθμισης». Ας μη πάει πολύ μακριά κάποιος… Αρκεί να θυμηθεί την Μέριλ Στριπ που στήριζε με τόσο πάθος την Χίλαρι Κλίντον, αγνοώντας ηθελημένα το γεγονός ότι οι φονικές πολιτικές της δε διέφεραν ουσιαστικά από αυτές του νυν προέδρου. Ο Δερβενιώτης δεν υιοθετεί την επικίνδυνη στάση του ισαποστισμού, του «ναι μεν, αλλά». Στις σελίδες του Shark Nation ο φόνος, ο βιασμός, η τρομοκρατική δράση της alt-right δεν εξισώνεται με τη διαδήλωση, τη διαμαρτυρία, την πάλη για ίσα δικαιώματα. Αντίθετα, η τελευταία αναγνωρίζεται και, στο τέλος τίθεται στο επίκεντρο για όλους, ανεξαρτήτως φύλου, σεξουαλικότητας, χρώματος, ιδιότητας ή… μηχανικής υπόστασης. Ταυτόχρονα στις πυκνές σελίδες του κόμικ βρίσκουμε και το θέμα των προσωπικών δεδομένων σε μια εποχή που ζει στο Διαδίκτυο σε μεγάλο βαθμό, αν όχι εξ ολοκλήρου. Το τι βλέπουμε, το τι και πως το σχολιάζουμε διαμορφώνει όχι μόνο την πολιτική μας ζωή αλλά και την ταυτότητά μας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο έλεγχος της πληροφορίας αποκτά πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από ότι στο παρελθόν. Η ίδια η Ιστορία κινδυνεύει όχι απλά να εξαφανιστεί αλλά να γίνει κάτι πολύ χειρότερο: να επανεγγράφεται συνεχώς, μια μεταλλαγμένη και χαοτική αλήθεια… εναλλακτικών γεγονότων όπου τίποτα δεν έχει σημασία και τίποτα δεν ξεχωρίζει. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι ήρωες του Δερβενιώτη συγκρούονται, αναθεωρούν σχέσεις και καταστάσεις, μπλέκουν και λύνουν υποθέσεις. Με την υφή του noir πάνω από την ιστορία (ενισχυόμενη και από το ύφος του σχεδίου) ο Δερβενιώτης πλέκει τα δύσκολα αυτά θέματα πάνω σε μια αστυνομική ουσιαστικά ιστορία, κάτι που δεν της στερεί τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις. Αντίθετα, κατεβάζοντας τα θέματα αυτά από τα…σύννεφα του Ιντερνετ στους δρόμους και τα γραφεία, όπου ζουν οι ανθρώπινοι χαρακτήρες του, καταφέρνει να τους δώσει όχι μόνο μια άμεση υπόσταση αλλά και μια εγγύτητα που την έχουν ανάγκη. Σχεδιαστικά, το οξύ σκίτσο του Δερβενιώτη, με τις λεπτές σκιάσεις, γραμμές και τα παιχνιδίσματα του ασπρόμαυρου δίνει ένα πολύ βίαιο αποτέλεσμα, το οποίο ταιριάζει στην εποχή και τη θεματολογία. Είναι ένα σκίτσο που όχι μόνο δε διστάζει να δείξει σώματα και όργανα ως Αντικείμενα και Υποκείμενα, αίμα και βία, αλλά το κάνει και λειτουργικά, φυσικά, σαν κομμάτι της πλοκής και των συνθηκών που την επηρεάζουν. Είναι μια εποχή άλλωστε όπου ένα ιντερνετικό ακροδεξιό τρολ είναι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ και η απογοήτευση αναρριχάται σε επίπεδα πρωτόγνωρα. Ποιο άλλο χρώμα θα ταίριαζε σε ένα τέτοιο παρόν/μέλλον; Τι επιφυλλάσει λοιπόν το μέλλον για το Shark Nation αλλά και τους αναγνώστες του; Δυστυχώς, για την απαισιόδοξη ματιά του δημιουργού, αυτά συγκλίνουν: Δυσκολίες. Τα πάντα είναι πιθανά, αλλά τα κακά είναι μάλλον πιθανότερα. Δέκα χρόνια άλλωστε παγκόσμιας κρίσης δεν αφήνουν και πολύ χώρο για αισιοδοξία. Σε κάθε περίπτωση όμως, το σοκ του Shark Nation είναι, αν μη τι άλλο, ένα καλό ξυπνητήρι. Αρκεί να μην πατήσουμε το snooze. Πηγή
  13. Θρυλική Μάνα Ρέιβερ από Σπύρο Δερβενιώτη. Το συγκεκριμένο είναι από το τεύχος 84 του 9.
  14. Yesternow: Να τελειώνουμε με το παρελθόν Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τα ιντερνετικά φόρουμ τα τελευταία χρόνια: το φάντασμα της νοσταλγίας. Και απ’ οτι φαίνεται δεν πρόκειται να μας αφήσει ήσυχους το σκασμένο. Αναμφίβολα τα 80ς αποτέλεσαν την μαμή της σύγχρονης ποπ κουλτούρας, χαρίζοντας μας εικόνες και ατάκες που θα στολίσουν τα gifάκια των επόμενων δεκαετιών. Είναι η περίοδος που θα γεννήσει μια ολόκληρη γενιά από “σπασίκλες”, οι οποίοι με την επέλαση της ψηφιακής τεχνολογίας, θα γεμίσουν το ίντερνετ με τα βιώματα τους. Τα αποτελέσματα νομίζω είναι πλέον γνωστά σε όλους: δεκάδες άρθρα για τα αγνά χρόνια στο σχολείο, τα “παιδικά” που μας μεγάλωσαν, οι ταινίες και οι μουσικές που μας άλλαξαν τη ζωή… Πλέον, η δεύτερη δεκαετία του 21ού πρώτου αιώνα – η δεκαετία της κρίσης – μοιάζει με γριά χελώνα πολιτισμικά που δεν έχει να προσφέρει τίποτα καινούριο. Οι δημιουργοί αναγκάζονται να γυρνάνε πίσω, στις χρυσές δεκαετίες, για να αναμασήσουν άλλο ένα σενάριο, όπως έγινε και με τους προκατόχους τους, στο λεγόμενο λαϊκό σινεμά των προηγούμενων δεκαετιών. Με τους πρωταγωνιστές των ταινιών Ταρζάν και του Ζορό να εκπορνεύουν τις ρυτίδες τους για λίγο κέρδος. Σενάρια-γονατογραφήματα, ανέμπνευστα και χωρίς συναίσθημα. Κάτι που ίσως ερμηνεύει και την έννοια της νοσταλγίας ως τη μοναδική αγαλλίαση που απομένει σε κάποιον που είναι δύσπιστος για το μέλλον του. Ο Σπύρος Δερβενιώτης, στο τελευταίο του κόμικ, το Yesternow (εκδ.Χαραμάδα) παλεύει με τα φαντάσματα του παρελθόντος. Γνωρίζει καλά πως ένα αθάνατο ον είναι εξ ορισμού ατελές. Ότι δεν γνωρίζει τέλος στερείται σκοπού, γι αυτό σηκώνει τα μανίκια, και προσπαθεί να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με όσους προσπαθούν να αντλήσουν υπεραξία από την νεανική του ηλικία. Ο ίδιος μας συστήνεται ως γκροτέσκα καρικατούρα του John Goodman από τον Μεγάλο Λεμπόφσκι που ακούει στο όνομα Ντίκ Φιλίπο (αναγραμματισμός του συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Φίλιπ Ντικ), που βγάζει το ψωμί του ως ιδιωτικός ντετέκτιβ στο όχι και τόσο μακρινό Λος Αντζελες του 2019. Ο Φιλίπο προσπαθεί να εξιχνιάσει μια υπόθεση αλλόκοτων φόνων, που έχουν βάλει στο στόχαστρο παλιούς αστέρες των 80ς, οι οποίοι πεθαίνουν μυστηριωδώς κάθε φορά που ανακοινώνεται ότι θα παίξουν σε ριμέικ, σίκουελ ή πρίκουελ παλαιότερων επιτυχημένων ταινιών. Κοινός παράγοντας των φόνων φαίνεται να είναι ο κύριος Β.Β Eightiz, ένας αδίστακτος χολιγουντιανός παραγωγός που μηρυκάζει το hype της νοσταλγίας χωρίς ενδοιασμούς. Όπως και κάθε ντετέκτιβ που σέβεται τον εαυτό του, χρειάζεται ένα παρτενέρ, έτσι και ο Φιλίπο βρίσκει το άλλο του μισό στο πρόσωπο της Γκάφρει. Μιας δυναμικής μπατσίνας του LAPD που προσπαθεί να επιβιώσει στο macho αστυνομικό οικοσύστημα. Μεγαλύτερο ατού ίσως του κόμικ είναι ότι δεν παίρνει σε κανένα σημείο σοβαρά τον εαυτό του. Το δίδυμο Γκάφρει και Φιλίπο είναι βγαλμένο από τα πιο επιτυχημένα αστυνομικά θρίλερ εκείνης της περιόδου. Κλισέ ατάκες που εντάσσονται εξαιρετικά στο χωροχρονικό καρέ της στιγμής, χωρίς να κουράζουν ενώ είναι ικανές ορισμένες φορές να σου προκαλέσουν σπαρακτικά γέλια. Επίσης ο Δερβενιώτης έχει εντάξει αρμονικά στην ιστορία του εικόνες από τα μεγαλύτερα blockbuster εκείνης της δεκαετίας, από τον Εξολοθρευτή και τον Indiana Jones, μέχρι το Back to the Future και τα Goonies. Aλλάζοντας όμως τα ονόματα των πρωταγωνιστών, παρασέρνοντας ουσιαστικά τον αναγνώστη σε ένα παιχνίδι πες-βρές κάθε φορά που γίνεται μια αναφορά σε κάποια ταινία. Η υπόθεση είναι γραμμένη στα αγγλικά από τον Δερβενιώτη ενώ η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από την Μ.Χρίστου. Όπως είχε δηλώσει και σε συνέντευξή του : “Το Yesternow ξεκίνησε (και θα μπορούσε να τελειώσει) σαν ένα αστείο που ειπώθηκε σε κάποια παρέα κάποιο βράδυ» . Ο ίδιος ως καλός γνώστης της πραγματικότητας προσπαθεί να εντάξει ήρωες της καθημερινής μας ζωής μέσα σε αυτήν την αλλόκοτη ιστορία.Παρελθόν και μέλλον συγχέονται σε ένα φορτωμένο, ασταθή ενεστώτα χρόνο όπου ανάλατοι hipsters χαζοχαρούμενοι vloggers, αδυσώπητοι παραγωγοί παρελαύνουν παράλληλα με γερασμένες φιγούρες μιας άλλης εποχής. Ο Δερβενιώτης δεν προσπαθεί να μας εξηγήσει γιατί συνεχίζουμε να πιπιλάμε το συναίσθημα της νοσταλγίας, αλλά θέτει ερωτήματα όπως και ο δολοφόνος του κόμικ του. Επειδή σου χέζουν το μέλλον σου η λύση είναι να χέσεις το παρελθόν σου; Πηγή
  15. Τι γίνεται όταν μιά νυχτερίδα εισβάλλει στο σπίτι ενός καθηγητή και του διαταράσσει την κανονικότητά του; Και ακόμα τι γίνεται όταν η νυχτερίδα δέχεται επίθεση από τον καθηγητή χωρίς να καταλαβαίνει το γιατί; Δύο αλληλοσυνδεόμενα γεγονότα που σηματοδοτούν την έναρξη ενός πανέξυπνου υπαρξιακού διαλόγου μεταξύ των δύο με συνεχείς ανατροπές επιχειρημάτων του ενός από τον άλλο. Ο Σπύρος Δερβενιώτης αναπτύσσει πολύ όμορφα την ιστορία του Χρήστου Νάτση και μας χαρίζει ένα φανζινάκι με μιά ιστορία από αυτές που μόνο εκείνος ξέρει να φτιάχνει. Πέρασα πολύ όμορφα διαβάζοντάς το, οπότε, επειδή το ίδιο επιθυμώ και για σας, το συνιστώ σε μεγάλες δόσεις.
  16. Τιμή καταλόγου: 6.90€ Πρόκειται για μία δουλειά του βετεράνου και πολύ αξιόλογου δημιουργού Σπύρου Δερβενιώτη που την γνωρίσαμε για πρώτη φορά μέσα από τις οθόνες των υπολογιστών μας και το socomic.gr...!Στο τέλος του 2015 όμως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να πάρει χάρτινη μορφή,με την βοήθεια των εκδόσεων ΤΟΠΟΣ και να παρουσιασθεί στο κοινό στο 1ο Athenscon,όπως μας είχε ανακοινώσει τότε ο ίδιος ο "πατέρας" του έργου...! Η σειρά αποτελείται από μονοσέλιδα,γελοιογραφικά στριπάκια κι έχει για πρωταγωνιστές τρεις χαριτωμένους κροκόδειλους,οι οποίοι μεγάλωσαν μέσα στους υπονόμους,αλλά αποφασίζουν ότι ήρθε ο καιρός να βγουν στην επιφάνεια...!Έτσι αποφασίζουν να προσαρμοστούν στην σκληρή πραγματικότητα της πόλης και γενικότερα,της κοινωνίας...!Στον δρόμο τους συναντούν μία περίεργη περσόνα που τους βοηθάει σε αυτή τους την προσαρμογή...! Η υπόθεση έχει ενδιαφέρον,το σενάριο καυτηριάζει τα κακώς κείμενα της εποχής (και της χώρας) που ζούμε,ενώ υπάρχουν αναφορές στο πολιτικό σύστημα κι όλα αυτά γίνονται διακριτικά και με καλής ποιότητας χιούμορ...!Η αλήθεια είναι ότι δεν διαθέτει την ένταση που συνήθως έχουν τα κόμικς που παρωδούν την σκληρή πραγματικότητα,αλλά γενικά είναι ένα ευχάριστο ανάγνωσμα...!Το άλμπουμ χωρίζεται σε δύο,ας τα πούμε,κεφάλαια...!Το δεύτερο ("Τρεις μάγοι με τα δόντια") το βρήκα αρκετά υποδεέστερο της βασικής ιστορίας...!Το σχέδιο είναι λίγο αφηρημένο και διεκπαιρεωτικό,με όμορφα και ζωντανά χρώματα...! Περιμένουμε και τα άλλα δύο τομάκια της τριλογίας,σύμφωνα με τα λεγόμενα του δημιουργού...! Αφιέρωμα στον Σπύρο Δερβενιώτη
  17. Πρόκειται για ένα εκπαιδευτικό βιβλιαράκι που σκοπό έχει να συστήσει τα όργανα της ορχήστρας στα μικρά παιδιά, παρομοιάζοντάς τα με διάφορα ζωάκια ανάλογου σχήματος. Την ευθύνη για τα σχέδιο αλλά και τα συνοδευτικά ποιματάκια έχει ο γνωστός Σπύρος Δερβενιώτης. Ο πρόλογος: Ενδεικτικές σελίδες:
  18. Λένε πως ένα από τα δυσκολότερα λογοτεχνικά είδη είναι το νουάρ μυθιστόρημα. Τα κλισέ που συνειδητά χρησιμοποιούν οι συγγραφείς του, κλείνοντας το μάτι στον αναγνώστη και παραπέμποντάς τον σε μια παλαιότερη αφήγηση που με τη σειρά της παραπέμπει σε μια ακόμα παλαιότερη, είναι συναρπαστικά στον εντοπισμό τους. Ο Σπύρος Δερβενιώτης με το νουάρ «Yesternow» αποτίνει φόρο τιμής στα κινηματογραφικά eighties. Με μια ανατρεπτική ιστορία. Εδώ και μερικά χρόνια, μια αίσθηση νοσταλγίας για τη δεκαετία του 1980 πλανάται στην ατμόσφαιρα. Άλλοτε αυτή η νοσταλγία αποκρύπτει και αποσιωπά τα μελανά σημεία και εξωραΐζει το παρελθόν, όπως στην πρόσφατη έκθεση «GR80s» και άλλοτε υμνεί κάποιες πολιτιστικές συνιστώσες της δεκαετίας, όπως στην τηλεοπτική σειρά «Stranger Things» για τον κινηματογράφο. Το «Yesternow» (εκδόσεις Χαραμάδα, μετάφραση από τα αγγλικά στα οποία γράφτηκε το βιβλίο: Μαρία Χρίστου) του Σπύρου Δερβενιώτη αποφεύγει τον εξωραϊσμό, την εξιδανίκευση και την εξύμνηση, παραμένοντας προσηλωμένο στον στόχο του: την υπενθύμιση των εμβληματικών ταινιών των eighties υπό το φίλτρο των τριών δεκαετιών που πέρασαν από τότε, με έναν ευφυέστατο τρόπο που φέρνει στον νου την τεχνική του Γουές Κρέιβεν στην κινηματογραφική «Κραυγή», μια ταινία-επιτομή των ταινιών τρόμου που είχαν προηγηθεί. Στο «Yesternow», πρωταγωνιστεί μια ντετέκτιβ του LAPD που ενώνει τις δυνάμεις της με έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ ονόματι Ντικ Φιλίπο (αναφορά στον συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Φίλιπ Ντικ), για να λύσουν το μυστήριο μιας αλυσίδας φόνων με θύματα ηθοποιούς της δεκαετίας του ’80 που δολοφονήθηκαν μόλις ανακοινώθηκε η επιστροφή τους σε σίκουελ των ταινιών που τους έκαναν διάσημους. Όλοι οι φόνοι συνδέονται μεταξύ τους με το όνομα του παραγωγού ταινιών B. B. Eightiz (αναφορά στη δεκαετία του ’80 και στο συμπαθές ρομπότ BB8 από τον «Πόλεμο των Άστρων»). Και, φυσικά, συνδέονται με τον κινηματογράφο της δεκαετίας αυτής. Από την πρώτη σελίδα κιόλας, ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με αυτό που θα ακολουθήσει με το tribute στον «ET» του Σπίλμπεργκ. Και αμέσως μετά συναντά τον Ντικ Φιλίπο με τη μορφή του Τζον Γκούντμαν από τον «Μεγάλο Λεμπόφσκι», τον Χάρισον Φορντ σε μια υβριδική παρουσία που δανείζεται στοιχεία τόσο από το «Blade Runner» όσο και από τους «Κυνηγούς της Χαμένης Κιβωτού», μια ηλικιωμένη Ντάριλ Χάνα με μια φωτογραφία Γοργόνας να κοσμεί τον τοίχο της, γιγαντοαφίσες από υποθετικά σίκουελ όπως «Jane Bond», «Teethx», «Ectoplasm» κ.ά., έναν Σβαρτσενέγκερ όχι ως Exterminator αλλά ως Obliterator, λίγο Νταρθ Βέιντερ, «Τζουράσικ Παρκ» και «Τρον» και πάει λέγοντας. Μαζί με τη νοσταλγία για τις τεράστιες αυτές επιτυχίες ωστόσο, ο Δερβενιώτης στήνει και την παρωδία τους. Ή, μάλλον, σατιρίζει όλους όσοι είναι κολλημένοι με μια χαμένη για πάντα εποχή και πασχίζουν να αναβιώσουν το κλίμα της με κάθε μέσο καταφέρνοντας απλώς να γίνονται γραφικοί και αρνούμενοι την εξέλιξη, τον πειραματισμό, το διαφορετικό. Σε ένα σημείο του «Yesternow», ένας σκηνοθέτης που παραπέμπει εξόφθαλμα στον Τζορτζ Λούκας σε νεαρή ηλικία κάνει μια δοκιμαστική προβολή του «Galaxy Warriors» (αναφορά στο Star Wars). Τα σχόλια που λαμβάνει πάνε κάπως έτσι: «Εκείνη η ταινία νοσταλγία-Αμερικής-του-’50-που είχες κάνει καλά τα πήγε. Τέτοιες να κάνεις. Η νοσταλγία πουλάει». Και «πραγματικά πιστεύεις πως είναι η κατάλληλη συγκυρία για μανιχαϊσμούς τύπου καλοί-κακοί; Τόσο κόπο κάναμε να εδραιώσουμε τον αντι-ήρωα!». Ευτυχώς που ο Τζορτζ Λούκας δεν το έβαλε κάτω. Ευτυχώς που τα σίκουελ του «Yesternow» είναι μόνο φανταστικά. Κι ευτυχώς που η νοσταλγία και η παρωδία του παρελθόντος στα χέρια ενός επιδέξιου δημιουργού κόμικς μπορούν να συνυπάρχουν σε ίσες δόσεις, συνθέτοντας ένα απολαυστικό αποτέλεσμα. Και το σχετικό link...
  19. Indian

    COMICSOAP

    Έχουμε διαβάσει κόμικς αφιερωμένα στα...κόμικς,αφιερωμένα στους δημιουργούς κόμικς,αφιερωμένα στα συνέδρια κόμικς...!Ε,ήρθε η ώρα να διαβάσουμε κι ένα κόμικ,αφιερωμένο στους ιδιοκτήτες κομικσάδικων...! Ο βετεράνος δημιουργός Σπύρος Δερβενιώτης,βασιζόμενος σε αφηγήσεις του Φραγκίσκου Ζουταλούρη,ανέβασε στο Socomic μερικά μονοσέλιδα στριπάκια,που έχουν σαν κύριο θέμα την καθημερινότητα ενός τυπικού ιδιοκτήτη κομικσάδικου και τρελαμένου με τα κόμικς και τα οποία ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να περάσουν από την οθόνη του υπολογιστή,στο χαρτί...!Έτσι κι έγινε,στο ComicDom 2017...!Στις σελίδες 45-48 τα κείμενα επιμελήθηκε ο ίδιος ο Φραγκίσκος Ζουταλούρης...! Η έκδοση της JEMMA κυμαίνεται στα ίδια πλαίσια με τις υπόλοιπες εκδόσεις της,εκτός φυσικά από το σκληρόδετο "Αφού μ'αρέσει να γυρνώ"...! Αντιγραφή από το οπισθόφυλλο... Αφιέρωμα στον Σπύρο Δερβενιώτη
  20. Ποιος κρύβεται πίσω από το προσωπείο ενός βιβλιοπώλη κόμικς; Ποιες είναι οι μύχιες σκέψεις του απέναντι στις φυλές των αναγνωστών που τον κατακλύζουν; Πόση υπομονή χρειάζεται για να αντεπεξέλθει; Λατρεύει τους πελάτες του; Αγαπά τη δουλειά του; Στα ερωτήματα απαντά ο Σπύρος Δερβενιώτης με μια κόμικς-σαπουνόπερα. Στο Box Office Poison (εκδόσεις ΚΨΜ, μετάφραση Μπέλλα Σπυροπούλου), ο Alex Robinson απέδωσε με απολαυστικό τρόπο το επαγγελματικό άγχος των εργαζομένων στα βιβλιοπωλεία, καθώς είναι υποχρεωμένοι με χαμόγελο και κατανόηση να απαντούν ακόμα και στις πιο παράλογες ερωτήσεις, να ικανοποιούν ακόμα και τις πιο εξωφρενικές απαιτήσεις. Οι φυλές των αναγνωστών κόμικς και ο ιδιοκτήτης ενός βιβλιοπωλείου πρωταγωνιστούν στο «Comic Soap» του Σπύρου Δερβενιώτη Αν ήταν υπάλληλοι σε ένα ειδικό βιβλιοπωλείο με κόμικς, τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι ακόμη χειρότερα. Και ακόμη πιο απολαυστικά για τους αναγνώστες. Ο Σπύρος Δερβενιώτης με το Comic Soap (εκδόσεις Jemma Press, προδημοσίευση στην ηλεκτρονική πλατφόρμα socomic.gr) δίνει αυτήν ακριβώς την εκδοχή. Τοποθετεί ως πρωταγωνιστή του έναν ιδιοκτήτη (που για τους παροικούντες την ελληνική κοινότητα των κόμικς κάτι θυμίζει…) εξειδικευμένου στα κόμικς καταστήματος και μεταφέρει με άφθονο χιούμορ τις περιπέτειές του στη «ζούγκλα του βιβλιοπωλείου». Οι πελάτες του, άλλοι μόνιμοι θαμώνες και συχνά λαθραναγνώστες και άλλοι περιστασιακοί ή απλώς περαστικοί που είδαν «μικιμάου» και μπήκαν, καλύπτουν μια μεγάλη γκάμα των αναγνωστών του πραγματικού κόσμου: φίλοι της επιστημονικής φαντασίας, θιασώτες των εναλλακτικών κόμικς, εχθροί της αμερικανικής κόμικς-κουλτούρας, φαν του υπερηρωικού είδους, νοσταλγοί της τάχα αθωότητας των περιοδικών της παιδικής τους ηλικίας, φιλόδοξοι δημιουργοί που βαφτίζουν τα ορθινοσκαλίσματά τους αριστουργήματα, οπαδοί των graphic novels και των trade paperbacks και ορκισμένοι followers των τευχών, θρησκόληπτες γιαγιάδες, μυημένοι και αμύητοι στην ένατη τέχνη (η έκδοση συνοδεύεται από ορισμένα «λήμματα» του εν εξελίξει λεξικού «Maxima Encyclopedia Comicana», με αναλυτική περιγραφή των «ειδών»). Με όλους αυτούς έρχεται αντιμέτωπος ένας φαινομενικά πράος και μειλίχιος βιβλιοπώλης. Που πολλές φορές θέλει να παρέμβει στις κενές περιεχομένου συζητήσεις, στις αδιέξοδες διαφωνίες και στα ατελέσφορα debates που εξελίσσονται δίπλα του, αλλά προτιμά να κρατήσει το στόμα του κλειστό ώστε να φερθεί «επαγγελματικά», δίνοντας απλά τις συμβουλές του. Κάποιες φορές, όμως, ξεσπά και ξεθυμαίνει. Πασχίζοντας, φύσει και θέσει, να τους κρατήσει όλους ικανοποιημένους. Και πελάτες του. Δίπλα του, ως ανταγωνιστική αλλά και συμπληρωματική sidekick, βρίσκεται η υπάλληλός του σε μια σχέση συμβιωτικής υποχώρησης και εξ ανάγκης ειρηνικής συνύπαρξης. Ανάμεσα σε χιλιάδες τεύχη κόμικς, χαρτόκουτα, ζελατίνες, αφίσες και βιβλία, σε νέες παραλαβές, σε action figures, σε ράφια που στενάζουν από το βάρος, σε μεταλλαγμένους και μασκοφόρους και σε μυωπικούς παππούδες που ζητάνε κιμά. Φυσικά, με τις υποχρεώσεις να τρέχουν, τους διανομείς να καθυστερούν και τους χονδρέμπορους να αδιαφορούν. Μέχρι να κατέβουν τα ρολά για να τελειώσει ακόμα μια μέρα. Και να αρχίσει η επόμενη. Και το σχετικό link...
  21. Αγάπη Μου, ο Σπύρος Δερβενιώτης Μόλις Σκότωσε τα 80s Δεν φταίει αυτός κύριε πρόεδρε, τα σίκουελ τον ανάγκασαν - διαβάσαμε πρώτοι το "Yesternow" που ντεμπουτάρει αυτές τις μέρες στο Comicdom, ένα graphic novel πολύ διαφορετικό απ' οτιδήποτε έχει κάνει μέχρι τώρα. Βρισκόμαστε στο Λος Άντζελες του 2019. Τα σόσιαλ μίντια κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα. Θρηνούν. Όχι όπως τρία χρόνια πριν, το 2016, για τους απανωτούς θανάτους διασημοτήτων (Bowie, Prince, George Michael, Fidel και πάει λέγοντας). Αλλά για μια σειρά από ύποπτες δολοφονίες μικρότερων ονομάτων που όμως έχουν ένα κοινό: έχουν πρωταγωνιστήσει σε θρυλικά φιλμ της δεκαετίας του ’80, έχουν γράψει στις καρδιές των fans σε τρυφερή ηλικία και, το σημαντικότερο, όλοι τους επέστρεφαν από μικρότερη ή μεγαλύτερη αφάνεια για να πρωταγωνιστήσουν σε μοντέρνα σίκουελ. Ή καλύτερα ρίκουελ, όπως θέλει ο τελευταίος χολιγουντιανός νεολογισμός εκείνα τα φιλμ που επισκέπτονται το βασικό θέμα της αυθεντικής ταινίας χωρίς να νιώθουν την υποχρέωση να συνεχίσουν γραμμικά την πλοκή της. Άρα, εδώ υπάρχει ένα μοτίβο. Η ντετέκτιβ του LAPD, Τζένιφερ Γκαφρεϊ, αρχικά δεν το συμμερίζεται. Όμως, όσο προχωρά η υπόθεση και ο κατάλογος των θυμάτων μεγαλώνει αναγκάζεται να δεχτεί τη θεωρία του Ντικ Φιλίπο ενός εμμονοληπτικού κι αποσυρμένοι πρώην συνάδελφού της με πολλά χούγια. Βασικότερο όλων, ναι, το πάθος για τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Ναι, των 80s. Το Yesternow είναι εντελώς διαφορετικό απ’ οτιδήποτε έχει κάνει ο Σπύρος Δερβενιώτης μέχρι τώρα. Είναι ένα παθιασμένο ερωτικό γράμμα στη δεκαετία που τελικά είναι η παιδική ηλικία όλων μας, ακόμα κι όσων γεννήθηκαν αρκετά αργά για να την προλάβουν. Όσοι τον παρακολουθείτε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όσοι τον γνωρίζετε από τις άγριες μέρες στα κόμικ φόρουμ, ξέρετε καλά ότι δε λέει ποτέ όχι σε έναν καλό καβγά. Ε, αυτή τη φορά αποφάσισε να υπερβεί τον δημιουργικό εαυτό του και να τα βάλει με τη βιομηχανία ανακαίνισης αναμνήσεων που συνιστά η μαζική επαναφορά των κινηματογραφικών σίκουελ («σαν χθεσινά μακαρόνια με σημερινή σάλτσα» γράφαμε σε ένα παλιότερο Κυτίο Παραπόνων στην Popaganda). Ποια ήταν η ανακοίνωση που πάτησε την σκανδάλη στο πενάκι του; «Η πλοκή του Yesternow περιστρέφεται γύρω από το σίκουελ του Blade Runner, αλλά όπως και ο,τιδήποτε άλλο στο κόμικ, η αλήθεια δεν είναι η εκ πρώτης όψεως προφανής. Παραδόξως, δεν ήταν κάποια “ταινία-ιερή αγελάδα“ η αφορμή, ήταν αντίθετα οι μυριάδες δευτεράντζες, όλα τα Clash of the Titans και τα WestWorld που μου χτύπησαν τα καμπανάκια ότι σκοπεύουμε να ξύσουμε και τον πάτο του βαρελιού. (Δεν το λέω από άποψη ποιότητας του πρωτογενούς υλικού, το λέω καθαρά από άποψη αχνού αποτυπώματος στην “κυρίαρχη κουλτούρα“). Το Yesternow ξεκινησε (και θα μπορούσε να τελειώσει) σαν ένα αστείο που ειπώθηκε σε κάποια παρέα κάποιο βράδυ (“μαλάκα, πρέπει να κάνω μια ιστορία με serial killer που ξεπαστρεύει τους ηθοποιούς των παλιών ταινιών κάθε φορά που ανακοινώνεται η επιστροφή τους στον παλιό τους ρόλο“), αλλά επειδή δεν είμαι τίποτα λιγότερο από εμμονικός, το αστείο επεκτάθηκε σε 144 σελίδες από ένα είδος που δεν είχα ξαναδοκιμάσει». Το έχετε καταλάβει ήδη, το Yesternow είναι γεμάτο ποπ αναφορές. Από το όνομα του κεντρικού ήρωα-ντετέκτιβ που παραπέμπει φυσικά στον Πατέρα Philip K. Dick στα «Δάκρυα στη Βροχή», κι από την Daryl Hannah που μας άναψε κάποτε στο ρόλο της Pris μέχρι fan fiction δάνεια όπως Kick Bill και Jane Bond. Οι παροικούντες την εγχώρια ποπ Ιερουσαλήμ θα βρουν προφανείς αναφορές ακόμα και σε μέλη της. Ο Δερβενιώτης σέβεται απόλυτα το μέσο, δε λοξοδρομεί ποτέ από το fun για να γίνει ιεραπόστολος πιουρίστας και φυσικά βάζει δουλειά στο αναγνώστη: στο επόμενο καρέ παραμονεύει η επόμενη αναφορά, άραγε τις αναγνώρισες όλες; Όταν συμβεί το “Τελος της Ποπ” , θα γίνει ό,τι και με το “Τέλος της Ιστορίας“: H “πεθαμένη Ιστορία” θα σκάσει ταυτόχρονα, και παντού Υπάρχει όμως και κάτι οξύμωρο. Από τη μία λατρεύουμε τις αναφορές-κλεισίματα του ματιού κι από την άλλη θεωρούμε τους εαυτούς μας, ως fans, θεματοφύλακες τους, απαγορεύοντας στους «κακούς της βιομηχανίας» την εμπορευματοποίησή τους. Ένας αυτοτροφοδοτούμενος φαύλος κύκλος… «Δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο, αυτό είναι κι ένα από τα κεντρικά μοτίβα του κόμικ. Αυτή η λούπα έχει ήδη γεννήσει τέρατα: Το “Han Solo shot first!” controversy, θέτει ένα τρομακτικό ερώτημα: αναγνωρίζεις το Δημιουργό ενός έργου σαν τον απόλυτο θεματοφύλακα, ή έχεις οικειοποιηθεί ΚΑΙ αυτόν το ρόλο;». Η νοσταλγία φαίνεται όμως να είναι το βασικό καύσιμο στις σύγχρονες εκφράσεις της ποπ κουλτούρας που μοιάζει σχεδόν ανήμπορη να δημιουργήσει νέα σημεία αναφοράς. Μήπως βιώνουμε το «τέλος της pop», όπως κάποτε συζητούσαμε για το «τέλος της ιστορίας»; «Θα διαφωνήσω μόνο με τον όρο “νοσταλγία“. Ψέματα, θα διαφωνήσω τελικά και με το “καύσιμο” – το ντεπόζιτο έχει αδειάσει, καίμε αναθυμιάσεις μόνο πλέον. Το κυρίαρχο κριτήριο για να πάρει το πράσινο φως μια παραγωγή δυστυχώς δεν είναι καν τόσο αθώο όσο “αυτό που κάποτε αγάπησες“. Είναι “αυτό που κάπου, κάποτε, σε κάποιους προβλήθηκε“, “άρα κάποιοι το ξέρουν και ξεκινάμε με ένα έτοιμο fan base“. Γενικά δε μιλάμε πλέον για δημιουργία, αλλά για “στάβλους“ από χαρακτήρες και franchises που να μπορούν να μετρηθούν με έρευνες αγοράς και να πείσουν ένα μίτινγκ ΔΣ να ποντάρει σε σιγουράκι. Πρόκειται για μια τελείως στείρα προσέγγιση, ένα φίδι που κάποια στιγμή θα φάει και την ουρά του. Όταν συμβεί αυτό , θα γίνει ό,τι και με το “Τέλος της Ιστορίας“: H “πεθαμένη Ιστορία” θα σκάσει ταυτόχρονα, και παντού». Είναι πολύ ενδιαφέρουσες, όσο κι εντελώς ακαδημαϊκές, αυτές οι συζητήσεις που γίνονται στη βάση ότι η Ποπ Κουλτούρα είναι η Μοντέρνα Ιστορία. Είναι πολύ ενδιαφέρων, όσο κι εντελώς αναμενόμενος, ο μανιχαϊσμός που προκαλούν. Στο Yesternow υπάρχει και ο καιροσκόπος σκηνοθέτης που πατάει κυριολεκτικά επί πτωμάτων, αλλά κι ο κάποτε οραματιστής Παραγωγός που δημιούργησε τη Μηχανή και την άφησε να τον καταπιεί. Μήπως όμως αυτή η αυτόματη αντίδρασή μας είναι απλά προστασία της νιότης μας; Ας πούμε, το Blade Runner 2049 φαίνεται λαχταριστό (το T2: Trainspotting, ναι ήταν μάπα!)… «Είναι προστασία της νιότης μας-προς εμάς. Ζούμε σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας. Ίσως είναι αναπόφευκτη μια καταφυγή στη Μήτρα, όχι ότι αντισταθήκαμε και πολύ: Παραδώσαμε ολοκληρωτικά τον έλεγχο στη Μεταδημοκρατία, με αντάλλαγμα το χρυσό κλουβί του binge watching. We “Occupy” through “Mr Robot”». Μια χαρακτηριστική ατάκα από το κόμικ είναι άλλωστε: «Κι επειδή χέζουν το μέλλον σου…η λύση σου είναι να χέσεις το παρελθόν σου;» Διαβάζοντας το Yesternow διαπιστώνεις γρήγορα ότι η ελληνική γλώσσα σε κάποια σημεία το αδικεί. Τα αγγλικά, όπως και να το κάνουμε, ταιριάζουν καλύτερα σε αυτό το αντικείμενο – κάνουν τον λόγο να ρέει πιο φυσικά, δένουν αρμονικά ορολογία κι αργκό. Όπως και στο προηγούμενό του, το UGH!, o Δερβενιώτης έγραψε στα αγγλικά στοχεύοντας στην αγορά του εξωτερικού. Κι επειδή δεν του είναι εύκολο να «μεταφράσει τον εαυτό του», ήρθε η Μαρία Χρίστου να κάνει μια προσαρμογή όσο-το-δυνατόν-πιο-κέντημα για να μη χαθεί η δυναμική. Και τα κατάφερε, μαζί με το lettering του Νάσου Βασιλόπουλου. Στον επίλογο δεν έχει ανατροπή. Ζητώ από τον Σπύρο να πει μια κουβέντα για τα 80s που και πάλι είναι στο προσκήνιο της δημόσιας κουβέντας με αφορμή και την πρόσφατη έκθεση. Κι εκείνος κατεβαίνει στο κελάρι με τα ξεσπάσματα κι ανοιγει ένα μπουκάλι κατάλληλο για την περίσταση… «Για να παραφράσω το Blade Runner: “τα 80ς είναι όπως μια οποιαδήποτε εποχή: έχουν προτερήματα και κινδύνους. Τα προτερήματά τους δεν είναι δουλειά μου”. Σε ένα πρώτο επίπεδο, προφανώς τα 80ς είναι η εφηβεία μου, με ό,τι σημαίνει αυτό. (Κοντολογίς αυτό που «σημαίνει αυτό» είναι ότι η γενιά μου αυτή τη στιγμή πάνω κάτω έχει ή παίρνει το τιμόνι, οπότε επειδή τα 80ς ήταν τα δικά μας νιάτα, θα γκώσετε από 80s μέχρι να ευχηθείτε το Τσέρνομπιλ να είχε τελειώσει τη δουλειά). Σε ένα άλλο ευρύτερο επίπεδο, και αφού εξηγήσαμε “γιατί τα ‘80s” παγκοσμίως, στην εγχώρια πραγματικότητα γίνεται μια προσπάθεια από συγκεκριμένους “μεταρρυθμιστικούς κύκλους” να πλάσουν το αφήγημα για “το λαϊκισμό που το ΠΑΣΟΚ των Μαζών εισήγαγε στην πολιτική ζωή και έτσι φτάσαμε ως εδώ” – με αυτήν ακριβώς την ελάχιστα συγκαλυμένη λογική χτίστηκε και το “Λούνα Πάρκ των 80s” στην Τεχνόπολη. Είμαι της γνώμης ότι ναι, τα 80ς ευθύνονται που φτάσαμε ως εδώ, αλλά για τους αντίθετους λόγους από αυτούς που επικαλούνται τα free press: Τα 80ς ήταν πάνω απ’ όλα η “δεκαετία του Εγώ”, και οι εμβληματικότεροι εκπρόσωποί τους πολιτικά ήταν η Θάτσερ και ο Ρέηγκαν. Από αυτούς ξεκίνησε το σταδιακό ξήλωμα όλων των δικλίδων οικονομικής και κοινωνικής ασφάλειας που κορυφώθηκε στην παγκόσμια κρίση του 2008. Σόρυ, ορφανά του Φρίντμαν, αλλά αυτά σας κατάσχεσαν τη Lexus και σας κάψαν την ελιά». πηγή παρουσίαση του κόμικ YESTERNOW στο GC εδώ
  22. Ο Σπύρος Δερβενιώτης έχει φτιάξει σε κόμικ όλη την πρώτη τριλογία του Star Wars Συνέντευξη με τον σπουδαίο κομίστα και μεγάλο φαν των ταινιών. 23.12.2015 O Σπύρος Δερβενιώτης είναι δημιουργός κόμικς και γελοιογράφος. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει 16 άλμπουμ-συλλογές των κόμικς σειρών του, τόσο των σόλο («Μάνα Ρέϊβερ», «Αταίριαστοι», «Διαρκής Ειρήνη») όσο και των συνεργασιών με άλλους δημιουργούς. Από τα μεγαλύτερα Star Wars fans πειστήριά του το γεγονός ότι έχει φτιάξει σε κόμικ όλη την πρώτη τριλογία. Πότε και πώς ξεκίνησες να βλέπεις Star Wars; Μίλησε μου λίγο για την πρώτη σου φορά. Περιέργως η πρώτη επαφή με το σύμπαν του Star Wars δεν έγινε μέσα απ’ την ταινία αυτή καθ’ αυτή, αλλά μέσα απ’ τις κόμικς μεταφορές της. Συγκεκριμένα από τα strips του Russ Manning, ο οποίος είχε πιάσει όσο λίγοι την ακριβή χημεία της Star Wars αισθητικής. Με το που είδα την art-deco φιγούρα του C-3PO, η οχτάχρονη ψυχή μου είχε σκλαβωθεί για πάντα. Κάτι που είναι δύσκολο να φανταστεί ένα σημερινό παιδί, είναι ότι στην εποχή πρίν ακόμα κι απ’ το βίντεο, οι διαθέσιμες επιλογές για να δείς μια ταινία ήταν… όσο παιζόταν στο σινεμά και μετά συνοικιακές τυχόν επαναλήψεις σε θερινά. Οπότε για χρόνια προσπαθούσα να «συναρμολογήσω» την εμπειρία της ταινίας από φωτογραφίες, εικονογραφήσεις, και το (άφθαστο) novelization της ταινίας, που δημοσιευόταν σε συνέχειες στο περιοδικό «Αγόρι» (το ελληνικό «2000AD” της εποχής). Για τον ίδιο λόγο και με τον ίδιο τρόπο, ξεκίνησα τη μεταφορά σε κόμικς της ταινίας: ουσιαστικά για να προσεγγίσω όσο γίνεται κοντινότερα την εμπειρία της ταινίας (οι μεταφορές της Marvel μου φαίνονταν τραγικά λειψές κι ανακριβείς κατά τόπους). Η πρώτη φορά που είδα Star Wars σε σινεμά ήταν το 1980, όταν βγήκε το «η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται». Εκεί άκουσα πρώτη φορά την british φωνή του C-3PO, εκεί είδα πρώτη φορά ότι τα αστρόπλοια ειχαν το καθένα διαφορετικό χρωματικό αποτύπωμα απ’ την καύση των κινητήρων τους (κομμάτια του παζλ που λείπανε απ΄τις χάρτινες αναπαραγωγές). Tο «New Hope” κατάφερα να το δώ πολύ αργότερα, σε βίντεο, σε μια τεχνολογική έκθεση στο Hilton, που κάποιος εκθέτης το έπαιζε σαν διαφημιστικό δείγμα, λούπα, όλη την ταινία. The circle was now complete. Πόσες φορές τα έχεις δει; Πραγματικά δε μπορώ να πώ, οι ολοκληρωμένες θεάσεις είναι σε διψήφιο αριθμό (συμπεριλαμβανομένου ενός μεταμεσονύχτιου μαραθωνίου). Μεμονωμένες σκηνές για μελέτη…ακόμα κι ένα astro-droid θα βραχυκύκλωνε για να υπολογίσει. Ποιο είναι το αγαπημένο σου episode και γιατί; Και πιο episode θα έλεγες ότι υστερεί έναντι των άλλων; Θα είμαι προβλέψιμος, καμία Star Wars ταινία δεν θα πλησιάσει ποτέ την «Αυτοκρατορία». Μετά απ’ αυτήν, όλα τα episodes κάπου υστερούν συγκριτικά, αλλά όλα έχουν κι από κάτι αξιομνημόνευτο που να τα σώζει απ’ το να πέσουν σε πραγματικά κακό επίπεδο. Ακόμα και το Phantom Menace, η (δικαιολογημένη) κακή φήμη του οποίου νομίζω θα ισορροπήσει κάποια χρόνια αργότερα. Σε ποια σκηνή ανατρίχιασες; Στο soundtrack η σκηνή τιτλοφορείται «the Dark Side beckons». Eίναι η σκηνή στην «Επιστροφή των Τζεντάϊ» όπου ο Luke χάνει την ψυχραιμία του κι έτσι νικάει στην ξιφομαχία τον Νταρθ Βέιντερ. Η ανατριχίλα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επιλογή του John Williams να συνοδεύσει για πρώτη φορά σκηνή δράσης με χορωδιακό κομμάτι, (εξ ού και η αναφορά στο soundtrack). Επιλογή που απογείωσε τη σκηνή κατ’ ευθείαν στη σφαίρα του μύθου. Αγαπημένος χαρακτήρας; Δεν ξέρω, ανάλογα με τη μέρα. Λίγο Χαν Σόλο, λίγο Μπέν Κενόμπι (όχι όμως Όμπι Γουαν), λίγο C-3PO και πάντα Luke. Με ποια μεριά της δύναμης είσαι; Jedi ή Sith; Original trilogy Jedi, αυτό το μυθικό είδος με τις αμέτρητες δυνατότητες ακριβώς επειδή δεν τις είχαμε δει ακόμα να αποτυπώνονται και συνεπώς να περιορίζονται σε εύρος. Τι είναι το πιο καμένο/ακραίο Star Wars related πράγμα που έχεις κάνει; Νομίζω αυτή η πρώτη θέαση του New Hope που περιέγραψα στην πρώτη ερώτηση. Για μένα δεν ήταν απλώς θέαση μιας ταινίας, ήταν το κλειδί για να συμπληρώσω την κόμικ μεταφορά μου, σε μια εποχή που δεν υπήρχε τρόπος να αποκτήσω «σημειώσεις» οπτικές παρά μόνο από μνήμης. Επισκέφτηκα λοιπόν εκείνο το περίπτερο εκείνης της έκθεσης δε θυμάμαι πόσες φορές, με το συγχωρεμένο τον Αντρέα Μαρνέζο («Λεξικός Επεξεργαστής») που ως συμμαθητές στο γυμνάσιο μοιραζόμασταν το «κάψιμο» και μαζεύαμε μαζί παραφερνάλια και σχετικά περιοδικά. Τι απαντάς σε αυτούς που λένε ότι δεν τους αρέσει το Star Wars; Θα μπορούσες να κάνεις παρέα μαζί τους; Κάνω παρέα μαζί τους. Κάποιος που έχει εντρυφήσει τόσο πολύ στο Star Wars προφανώς κάποια στιγμή θα έχει καταλήξει στο τι είναι αυτό που το κάνει τόσο ξεχωριστό και τόσο επηρεαστικό. Συνέπεια αυτής της γνώσης είναι να συμπεράνεις και το τι είναι αυτό που κάνει σε κάποιους ανθρώπους ενδεχομένως απωθητικό το όλο concept. Αν κάνεις παρέα μόνο με φανς του Star Wars δεν είσαι τρού φαν του Star Wars γιατί σου ξεφεύγει η βασική του ιδέα, αυτή της αποδοχής του διαφορετικού. Στο ίδιο το σύμπαν των ηρώων μας, ο ίδιος ο Χαν Σόλο δεν πίστευε στην ύπαρξη της Δύναμης. Bantha fodder for thought, there. Popaganda.gr
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.