Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'θανάσης πέτρου'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 34 results

  1. Τιμή καταλόγου: 15.50€ Με αφορμή το "2018 Έτος Χαλεπά", το δίδυμο Βανέλλη & Πέτρου μας παραδίδει τη βιογραφία ενός μοναδικού γλύπτη, που είναι ταυτόχρονα και μια καταγραφή των προκαταλήψεων περί των ψυχικών νόσων, όπως και την αδυναμία αντιμετώπισής των (όχι μεγάλη διαφορά από το σήμερα δηλαδή). Βασισμένη σε πλούσια βιβλιογραφία, η ζωή του Χαλεπά απεικονίζεται σε ασπρόμαυρο (ή μάλλον γκριζόμαυρο) φόντο με τον Πέτρου να παραδίδει την πιο λεπτομερή δουλειά του, με πιστότητα απαραίτητη ώστε να λάμψει η μαστοριά και η έμπνευση του γλύπτη. Μαστοριά και από τους δύο συντελεστές του βιβλίου, η οποία αποτυπώθηκε και στις πωλήσεις με αποτέλεσμα το κόμικ να βρίσκεται ήδη στη 2η έκδοσή του. Για όποιον θέλει να διαβάσει ένα απόσπασμα από το βιβλίο εδώ...
  2. Ο γνωστός κομίστας εμπνεύστηκε από τη συναρπαστική και συγκινητική ζωή του κορυφαίου μας γλύπτη, από το ψυχιατρείο μέχρι την αποθέωση, και συνεργαζόμενος στο σενάριο με τον Δημήτρη Βανέλλη μάς προτείνει να βυθιστούμε μέσα της, καρέ καρέ. Πόσο Γιαννούλη Χαλεπά μπορεί να καταναλώσει ένας αναγνώστης; Πολύ, πάρα πολύ. Δεν πάει καιρός που η Ρέα Γαλανάκη με την έξοχη νουβέλα της «Αθηνά-βοσκοπούλα» δήλωνε ότι «ο Χαλεπάς είναι ένας άγιος και τον προσκυνώ». Και να που τώρα αποκτήσαμε κι ένα γκράφικ νόβελ που έχει τίτλο απλώς το όνομά του, «Γιαννούλης Χαλεπάς». «Είναι η πραγματική του υπογραφή», μας λέει ο γνωστός κομίστας Θανάσης Πέτρου, που έκανε τα σκίτσα, αλλά και το σενάριο, παρέα με τον μόνιμο πια συνεργάτη του Δημήτρη Βανέλλη. Και είναι αξιοθαύμαστη η καινούργια τους δουλειά. Γυρνάς με απόλαυση τις 176 σελίδες της προσεγμένης έκδοσης (Πατάκης), ξαναρουφάς όλη τη ζωή του Χαλεπά (1831-1938), σε καρέ ζωγραφισμένα με φροντίδα, ομορφιά και ιστορική πιστότητα. «Μέσα στο 2018, που ήταν Έτος Χαλεπά, ξαναδιάβασα γι' αυτόν διάφορα, κυρίως βιογραφίες, όπως του Χρήστου Σαμουηλίδη», λέει ο Θανάσης Πέτρου. «Ήξερα για τον Χαλεπά μέσες άκρες, όπως όλοι μας, ότι κάποια στιγμή είχε τρελαθεί, ότι είχε μια δύσκολη σχέση με τη μητέρα του, ότι μόνο προς το τέλος της ζωής του αναγνωρίστηκε ως μεγάλος και τρανός. Όσο πιο πολύ το έψαχνα τόσο περισσότερο με συνέπαιρνε, "θα μπορούσαμε να το κάνουμε γκράφικ νόβελ", σκέφτηκα και το πρότεινα στον Δημήτρη Βανέλλη». Το σενάριο άρχισε να γράφεται ενώ η έρευνα κρατούσε και δεν άφηνε τίποτα στην τύχη, ούτε από την εποχή ούτε από το ίδιο το πλούσιο έργο του Χαλεπά. «Σχεδίασα όλα τα έργα του», τονίζει με έμφαση, «έχω βάλει μέσα στα καρέ μου ακόμα και τα πιο άγνωστά του, για δυνατούς λύτες αυτά», λέει και γελάει. Διάλεξε να υπάρχει ένας κεντρικός αφηγητής, ένας σύγχρονος του Χαλεπά, που επισκέπτεται τον Πύργο της Τήνου το 1915 και «συναντά εκεί έναν παππού, που σχεδιάζει σε ένα τραπέζι και τον στέλνουν να φέρει νερό από τη βρύση». Μετά την κηδεία του Χαλεπά, στην οποία καταλαβαίνουμε ότι έχει παραστεί, αφηγείται στην παρέα του τη συναρπαστική ιστορία αυτού του ανθρώπου. Εφημερίδες της εποχής, φωτογραφίες, σπάνια ντοκουμέντα, τα πάντα τέθηκαν στην υπηρεσία ενός κόμικς, που, όπως λέει ο Θανάσης Πέτρου, «ήθελε να αποφύγει τους υψηλούς συναισθηματικούς τόνους, αλλά να έχει μια προσέγγιση αποστασιοποιημένη, όχι, όμως, στεγνή και να κινείται στη γραμμή ενός ντοκιμαντέρ. Να είμαστε, δηλαδή, όσο το δυνατόν πιο κοντά στις μαρτυρίες για τον Χαλεπά, ακόμα κι αν είναι λίγες, γιατί ο μοναδικός πραγματικός του βιογράφος είναι ο Στρατής Δούκας, που τον έζησε, ήταν φίλος του και έχει γράψει μόνο διασταυρωμένα πράγματα». Φρόντισε και ο ίδιος να ενσωματώσει ει δυνατόν στη διήγηση νέα, αποκαλυπτικά στοιχεία, όπως για παράδειγμα για τις συνθήκες στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Κέρκυρας, εκεί όπου κλείστηκε ο Χαλεπάς για «άνοια» από το 1888 έως το 1901. «Με βοήθησαν πολύ στατιστικές που άφησε ο Χριστόδουλος Τσιριγώτης, από τους πρώτους Έλληνες ψυχιάτρους του 19ου αιώνα, διευθυντής του ψυχιατρείου κατά το 1887, αλλά και μετέπειτα διευθυντές του. Διαβάζοντας Εφημερίδες της Κυβερνήσεως ανακάλυψα με έκπληξη τον ταξικό χαρακτήρα του ψυχιατρείου - όποιος είχε χρήματα και πλήρωνε, όπως ο Χαλεπάς στην αρχή του εγκλεισμού του, είχε καλύτερο φαγητό και διαμονή. Όταν ο πατέρας του φαλίρισε, κατάντησε "να ζει εις βάρος του Δημοσίου", δηλαδή άθλια». Πήγε, άραγε, στην Τήνο, με μολύβι και χαρτί στο χέρι, να δει τον τόπο που έθρεψε τον μεγάλο καλλιτέχνη και να σχεδιάσει; «Και με φωτογραφική μηχανή... Δυο φορές. Ήθελα αληθοφάνεια. Δυστυχώς υπάρχει μόνο μία φωτογραφία του Χαλεπά στα νιάτα του, 20 χρονών, και πολλές, φυσικά, σε μεγάλη ηλικία. Στο πρόσωπό του δούλεψε, λοιπόν, η φαντασία μου, τον προσάρμοσα στο σχέδιό μου. Σε άλλα πράγματα, όμως, έκανα πραγματικό αγώνα για να είμαι πιστός - βρήκα ακόμα και μια φωτογραφία της εκκλησίας στα Αλάτσατα, που δούλευε στο τέμπλο της ο αδελφός του, τότε που είχαν στείλει εκεί τον Γιαννούλη για λουτρά. Όταν ήρθε στην Αθήνα, η Ακαδημία Αθηνών χτιζόταν ακόμα -Σιναία Ακαδημία την έλεγαν- ήταν γιαπί. Πάλι, λοιπόν, έπρεπε να βρω φωτογραφίες της...». Ο γνωστός κομίστας Θανάσης Πέτρου και δίπλα το εξώφυλλο Συναρπαστική η δουλειά του κομίστα. Μια τελευταία, μόνο, απορία, που με τρώει. Η ίδια η τέχνη του Χαλεπά πόσο επηρέασε το ύφος του σκίτσου του; Θέλησε μια υπόγεια, έστω, συνομιλία μαζί της; «Πριν ξεκινήσεις να κάνεις μια τέτοια δουλειά, περνάς από φάση δοκιμών, πολλών δοκιμών. Ακόμα και με χρώμα, που, όμως, τελικά καθόλου δεν με ικανοποιούσε, μου φαινόταν πολύ περίεργο και ψεύτικο να χρωματίσω γλυπτά από πηλό και γύψο. Κατέληξα στη διχρωμία, το βιβλίο δεν είναι ασπρόμαυρο». Ας ελπίσουμε, αν και δεν είναι δύσκολο, αυτό το ωραιότατο κόμικς να βρει γρήγορα το κοινό του. «Ξέρω πως για το κλασικό κοινό των κόμικς, ίσως, φανεί λίγο περίεργο, λίγο έξω από τα συνηθισμένα», παραδέχεται ο Θανάσης Πέτρου. «Θέλω, όμως, όπως άλλωστε έγινε με τις προηγούμενες δουλειές μας με τον Δημήτρη Βανέλλη, που ήταν διασκευές λογοτεχνικών έργων, να αγγίξουμε ένα πιο μεγάλο κοινό». Και το σχετικό link...
  3. Το Λεξικοπωλείο και οι Εκδόσεις Πατάκη σας προσκαλούν την Τετάρτη 29 Μαΐου 2019 στις 19:30 στην παρουσίαση του graphic novel των Θανάση Πέτρου και Δημήτρη Βανέλλη «Γιαννούλης Χαλεπάς. Ο μύθος της νεοελληνικής γλυπτικής». Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι: Λήδα Καζαντζάκη, ιστορικός τέχνης Γιώργος Μπότσος, δημιουργός κόμικς, εικαστικός και οι δημιουργοί του βιβλίου Θανάσης Πέτρου & Δημήτρης Βανέλλης «Λένε ότι η ιδιοφυΐα βρίσκεται πολύ κοντά στην παράνοια. Πράγματι, αρκετοί μεγάλοι καλλιτέχνες κατέληξαν σε ιδρύματα με αμφίβολη θεραπευτική αξία. Στη ζωή του Γιαννούλη Χαλεπά όμως, του σημαντικότερου ίσως Νεοέλληνα γλύπτη, δεν υπάρχουν μόνο μια ελπιδοφόρα άνοιξη και μια κατάβαση στην κόλαση. Υπάρχει και μια αναπάντεχη ανάσταση, μια απρόσμενη επανεμφάνιση της ιδιοφυΐας, η οποία μάλιστα μας έδωσε έργα πολύ πιο προσωπικά από τα παλιά. Η βασανισμένη του ζωή, ακόμα και μετά την αναζωπύρωση της δημιουργικότητας, είναι που μας συγκίνησε τόσο πολύ, γι’ αυτό και προσπαθήσαμε να τη μεταφέρουμε σε εικόνες. Μερικοί πιστεύουν ότι ο Χαλεπάς είναι κάτι σαν άγιος. Ποιος ξέρει; Το σίγουρο είναι ότι η ιστορία του δεν μοιάζει με καμιά άλλη».
  4. until
    Το Λεξικοπωλείο και οι Εκδόσεις Πατάκη σας προσκαλούν την Τετάρτη 29 Μαΐου 2019 στις 19:30 στην παρουσίαση του graphic novel των Θανάση Πέτρου και Δημήτρη Βανέλλη «Γιαννούλης Χαλεπάς. Ο μύθος της νεοελληνικής γλυπτικής». Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι: Λήδα Καζαντζάκη, ιστορικός τέχνης Γιώργος Μπότσος, δημιουργός κόμικς, εικαστικός και οι δημιουργοί του βιβλίου Θανάσης Πέτρου & Δημήτρης Βανέλλης «Λένε ότι η ιδιοφυΐα βρίσκεται πολύ κοντά στην παράνοια. Πράγματι, αρκετοί μεγάλοι καλλιτέχνες κατέληξαν σε ιδρύματα με αμφίβολη θεραπευτική αξία. Στη ζωή του Γιαννούλη Χαλεπά όμως, του σημαντικότερου ίσως Νεοέλληνα γλύπτη, δεν υπάρχουν μόνο μια ελπιδοφόρα άνοιξη και μια κατάβαση στην κόλαση. Υπάρχει και μια αναπάντεχη ανάσταση, μια απρόσμενη επανεμφάνιση της ιδιοφυΐας, η οποία μάλιστα μας έδωσε έργα πολύ πιο προσωπικά από τα παλιά. Η βασανισμένη του ζωή, ακόμα και μετά την αναζωπύρωση της δημιουργικότητας, είναι που μας συγκίνησε τόσο πολύ, γι’ αυτό και προσπαθήσαμε να τη μεταφέρουμε σε εικόνες. Μερικοί πιστεύουν ότι ο Χαλεπάς είναι κάτι σαν άγιος. Ποιος ξέρει; Το σίγουρο είναι ότι η ιστορία του δεν μοιάζει με καμιά άλλη».
  5. Μετά το Παραρλάμα και το Γιούσουρι, οι εκδόσεις Τόπος, κάνουν ένα ακόμα μεγάλο βήμα. Προχωράνε στην έκδοση της Μεγάλης Βδομάδας του Πρεζάκη, την απόδοση δηλαδή σε κόμικ ενός μυθιστορήματος το Μ. Καραγάτση. Με τους ίδιους συντελεστές, τον Θανάση Πέτρου στο σχέδιο και τον Δημήτρη Βανέλλη στο σενάριο που προεξοφλούν την άριστη ποιότητα της μεταφοράς. Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, όπου το συνάντησα, χαρακτηρίζεται σαν σατιρικό. Κατά την δική μου άποψη είναι μιά ακόμα Ελληνική τραγωδία. Διηγείται με γλαφυρό τρόπο την κοινωνική (και όχι μόνο) απομόνωση ενός εξαρτημένου από τα ναρκωτικά ανθρώπου. Περισσότερο ακόμα και από εγκληματίες, πολιτικούς καταζητούμενους, διεφθαρμένους επιχειρηματίες κλπ, κλπ. Τόσο η απόδοση, όσο και η έκδοση στέκονται στα ψηλά στάνταρτς των δύο προηγούμενων έργων. Θεωρώ ότι αυτή η προσπάθεια πρέπει να συνεχιστεί. Η Ελληνική λογοτεχνία έχει πολλά διαμάντια να μας δώσει και ο Τόπος μας τα δίνει με ένα υπέροχο τρόπο.
  6. Τιμή καταλόγου: 9,90€ 472 π.Χ και οι Αθηναίοι παρακολουθούν μια παράσταση του Αισχύλου για τον αποκαλούμενο ως μεγάλο πόλεμο, τον πόλεμο ενάντια στους Πέρσες, την οποία χορηγεί ο Περικλής στην πρώτη του δημόσια ενέργεια. Το ανέβασμα ενός έργου βασισμένο σε πρόσφατα πραγματικά γεγονότα παραξενεύει τους πολίτες αλλά στο τέλος το επευφημούν, δίνοντας αφορμή να θυμηθούν την δική τους συμβολή στον πόλεμο, αναλύοντας γεγονότα που αναγκαστικά η παράσταση δεν μπορούσε να καλύψει, δίνοντας έτσι τα γεγονότα υπό την ματιά των απλών ανθρώπων. Συνέχεια τις σειράς που καλύπτει τα γεγονότα των Περσικών Πολέμων από την Κατερίνα Σέρβη και τον Θανάση Πέτρου. Το ίδιο αξιόλογη με το Στη μάχη του Μαραθώνα και το Στη μάχη των Θερμοπυλών. Ίδιο μεγάλο μέγεθος επίσης ενώ ακόμα για μια φορά έχει παράρτημα με επεξηγήσεις. Αυτό που δεν είχε αναφερθεί είναι πως τα συγκεκριμένα άλμπουμ εντάσσονται σε μια υπερσειρά με τίτλο Ιστορικά Εικονογραφημένα του Πατάκη. Δεν ξέρω αν υπάρχουν ήδη άλλα άλμπουμ υπό αυτή την ομπρέλα ή αν υπάρχει πλάνο και για άλλα άλμπουμ σε αυτή την σειρά. Το άλμπουμ υπάρχει και στην βιβλιοθήκη της ΛΕΦΙΚ.
  7. ΓΡΑ – ΓΡΟΥ, τα πολλαπλά περάσματα (της Κατερίνας Προκοπίου) της Κατερίνας Προκοπίου Έχω στα χέρια μου το graphic novel ΓΡΑ – ΓΡΟΥ των Τ. Ζαφειριάδη, Γ. Παλαβού και Θ. Πέτρου από τις εκδόσεις Ίκαρος. Πέρα από τη λατρεία μου για τα graphic novels με ιντρίγκαρε να το διαβάσω και το ότι έχω αναμνήσεις από το εστιατόριο ΓΡΑ – ΓΡΟΥ, έξω από το χωριό Καστανιά του Βερμίου, που ορίζει το πέρασμα από την Κεντρική στη Δυτική Μακεδονία, όταν μικρή πηγαίνοντας για τα Κοίλα ή το Καλονέρι Κοζάνης, χωριά όπου είχαν τοποθετήσει αρχικά τους Ίωνες πρόσφυγες παππούδες μου, απαραιτήτως σταματούσαμε να ξεδιψάσουμε κάτω από το εκκλησάκι του Αγίου Χριστόφορου, του σκυλομούρη, ή να φάμε σογλάκια, όπως τά ‘λεγε η Σουλτάνα του Ηράκλη, θεια του πατέρα μου, που μ’ άρεσε να κάθομαι απέναντί της και να χαρτογραφώ τις πολυάριθμες ελιές του προσώπου της. Θυμάμαι στο τελευταίο ταξίδι να περπατάμε με τον παππού – είχα πάψει από καιρό να λέω «πάω πίσω παππού μου», τώρα πια ήμουν συνοδοιπόρος και συνομιλήτρια – πίσω από το ΓΡΑ – ΓΡΟΥ σε ένα ύψωμα με έναν τεράστιο σταυρό και να μου διηγείται ιστορίες «να εδώ μόλις είχαν φύγει οι Γερμανοί, οι αντάρτες πιάσαν έναν δοσίλογο, έναν ΠΑΟτζή, τον σκοτώσαν και τον πετάξαν στον γκρεμό εκεί…» Αφού τρώγαμε τα σογλάκια, συνεχίζαμε τον φιδόδρομο και συναντούσαμε έξω από το χωρίο Καστανία στα δεξιά τα ερείπια από ένα χάνι, όπου διανυχτέρευσαν ένα βράδυ ο παππούς με τον μπαμπά μου πιτσιρικά, όταν φύγαν οι Γερμανοί και ο παππούς πήγε αμέσως με τα άλογα να τον φέρει πίσω, που είχε εγκλωβιστεί για όλη τη διάρκεια της Κατοχής στα Κοίλα. Στην επιστροφή βρήκαν τη γέφυρα του Αξιού ανατιναγμένη από τους Γερμανούς και βάλαν ξύλα να ενώσουν την όχθη με τη γκρεμισμένη γέφυρα, για να περάσουν τα άλογα. Τα περάσματα, λοιπόν! Πόσα περάσματα μέσα σε ένα graphic novel! Κατ’ αρχήν ο χώρος, το ΓΡΑ – ΓΡΟΥ ορίζει το πέρασμα από την Κεντρική στη Δυτική Μακεδονία, στη συνέχεια το δικό μου πέρασμα, αυτό του αναγνώστη τη στιγμή της ανάγνωσης, στη χώρα των αναμνήσεων, όπου εγκιβωτίζονται τα περάσματα των προσφύγων από την Ιωνία στις νέες τους πατρίδες, με το πέρασμα από την Κατοχή στην προεμφυλιοπολεμική Ελλάδα μέσα από το πέρασμα της ιωνικής προφορικής αφήγησης στις επόμενες γενιές. Στην ατμοσφαιρική ιστορία του graphic novel η ένθετη ιστορία – αναδρομή στο παρελθόν, που αποδίδεται οπτικά με διαφορετικά χρώματα από το αφηγηματικό παρόν, αποτελεί πέρασμα από το παρελθόν στο παρόν καθώς το παραδοσιακό χτίσιμο του γεφυριού και το στοίχειωμα του πρωτομάστορα συνομιλεί με το χτίσιμο της Εγνατίας, το πέρασμα από την Ευρώπη στην Ασία, που ποιος γνωρίζει πόσα στοιχειώματα απαίτησε. Η αναφορά στον αρχιτέκτονα Μιμάρ Σινάν (1489 – 1588), που βίωσε το πέρασμα από την ορθόδοξη κοινότητα στην οθωμανική, καθώς ήταν ελληνικής καταγωγής Καππαδόκας και με το παιδομάζωμα ανατράφηκε ως γενίτσαρος στην Κωνσταντινούπολη. Η γλώσσα των μαστόρων της πέτρας, τα κουδαρίτικα, γλώσσα διαβατήριο για το πέρασμα, την ένταξη στην συντεχνία. Το πέρασμα από τη ρεαλιστική αφήγηση στο φανταστικό, το πέρασμα μέσω του γεφυριού από τη μία κατάσταση στην άλλη, στην ‘απέναντι’. Ο Άγιος Χριστόφορος ο περαματάρης, περνούσε τους οδοιπόρους από έναν χείμαρρο, που δεν είχε γέφυρα, από όπου πέρασε στις πλάτες του και τον ίδιο τον Χριστό, εξ ου και το όνομα Χριστόφορος,αλλά και για έναν ανεξήγητο λόγο κυνοκέφαλος κάτι μεταξύ ανθρώπου και ζώου, ένα άλλου είδους μυστηριώδες πέρασμα αυτό. Πρωτίστως όμως το graphic novel ως είδος αποτελεί ένα πέρασμα από το κόμικς στη λογοτεχνία, ένα υβρίδιο μεταξύ μυθιστορήματος και κόμικς. Έχουμε ειδολογική διαμεσικότητα καθώς είναι ένα υβριδικό μέσο, που συνδυάζει την εικόνα με το κείμενο και εκμεταλλεύεται τα εκφραστικά μέσα άλλων τεχνών, όπως της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου και των εικαστικών τεχνών, θέτοντας, σύμφωνα με τον Umberto Eco σε λειτουργία μια επιδέξια τεχνική δανεισμού τρόπων και αναφορών σε αξίες από την τέχνη, τροφοδοτώντας ταυτόχρονα με τις δικές του συμβάσεις και τις άλλες μορφές τέχνης. Στα graphic novels έχουμε διαμεσική αφήγηση, καθώς ως μέσον έχουν τις δικές τους συμβάσεις και ταυτόχρονα ακολουθούν και τις συμβάσεις της λογοτεχνίας. Αλλά και ως έκδοση το συγκεκριμένο graphic novel αποτελεί πέρασμα προς διαφορετικού τύπου εκδόσεις καθώς συνοδεύεται από το εικονιστικό soundtrack του Μιχάλη Σιγανίδη, ΓΡΑ – ΓΡΟΥ. (*) Η Κατερίνα Προκοπίου είναι φιλόλογος Πηγή
  8. Ο Θανάσης Πέτρου έχει ουκ ολίγες ιδιότητες. Εκτός από τα κόμικς και την εικονογράφηση, έχει επίσης ασχοληθεί με τη μετάφραση, έχει υπάρξει ερευνητής σε ακαδημαϊκό επίπεδο και είναι ερασιτέχνης (;) μουσικός. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, το 1971. Αν τα σκίτσα/ζωγραφιές που έκανε από μικρός ήταν ο σπόρος, τα περιοδικά της δεκαετίας του '80 (Κολούμπρα, Σκαθάρι, Βαβέλ κ.λπ.) αποτέλεσαν το νερό που τον έκαναν να βλαστήσει. Το 1989 ξεκίνησε σπουδές στη Γαλλική Φιλολογία, τις οποίες θα συνεχίσει στη Γαλλία μεταξύ 1992 και 1993. Εκεί θα έρθει σε επαφή με την εγχώρια σκηνή και όχι μόνο, γεγονός που τον επηρέασε σε μεγάλο βαθμό. Επιστρέφοντας στην γενέτειρά του, έκανε μεταπτυχιακό στην Κοινωνιογλωσσολογία, με αποτέλεσμα να εργαστεί πάνω στην εκπαίδευση των Πομάκων (εξ ου και το nickname με το οποίο μπορείτε να τον βρείτε στο GC ). Συνεδρία στα γραφεία του 9: Τέρμα δεξιά ο περί ου ο λόγος και στο κέντρο ο μαέστρος του περιοδικού, Άγγελος Μαστοράκης Fast forward. Παρά τις σποραδικές δουλειές στο πλαίσιο εκθέσεων, η εμφάνιση του Πέτρου στα κόμικς έγινε το 2002. Τότε αποφάσισε να στείλει μια σύντομη ιστορία για τον 2ο Διαγωνισμό Νέων Ταλέντων του περιοδικού 9, «για πλάκα» όπως έχει πει. Τελικά, κέρδισε το πρώτο βραβείο και κατ' επέκταση μια τριετή υποτροφία για σχετικές σπουδές στον ΑΚΤΟ. Έτσι, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και την περίοδο αυτή δημιούργησε τις πρώτες του ιστορίες για φανζίν, για τα περιοδικά 9 και Γαλέρα, αλλά και για τα Φεστιβάλ της Βαβέλ. Κάποιες εξ αυτών θα συγκεντρωθούν αργότερα, στο άλμπουμ Ο Τυμπανιστής και οι φίλοι του (2008). Το 2015 το Πτώμα κυκλοφόρησε στα γαλλικά από την εκδοτική Steinkis Η διετία 2011-2012 ήταν ιδιαίτερα καθοριστική για τον Πέτρου. Η αρχή έγινε με το Παραρλάμα (2011), μια από τις πολλές συνεργασίες με τον Δημήτρη Βανέλλη, και το Πτώμα (2011). Το μεν αποτελεί μια συλλογή ιστοριών του διηγηματογράφου Δημοσθένη Βουτυρά, ορισμένες από τις οποίες είχαν προηγουμένως συμπεριληφθεί στο 9. Το δε, ένα κόμικ σε σενάριο των Τάσου Ζαφειριάδη και Γιάννη Παλαβού, εμπνευσμένο από μία αληθινή και μάλλον μακάβρια ιστορία. Αυτά, όπως και το Γιούσουρι (2012) που ακολούθησε λίγο μετά, τράβηξαν το ενδιαφέρον ενός ευρύτερου αναγνωστικού κοινού και συνοδεύτηκαν από σημαντικές διακρίσεις. Ακολούθησε μια περίοδος σχετικής εκδοτικής σιωπής, με εξαίρεση το artbook Actors (2013) και τη συμμετοχή στο Ας μιλήσουμε καθαρά για την ακροδεξιά (2014), και το 2015 κυκλοφόρησαν δύο νέες δουλειές του Πέτρου. Η μία ήταν Η Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη, μεταφορά του ομώνυμου διηγήματος του Μ. Καραγάτση, μαζί με τον συνήθη ύποπτο Βανέλλη. Η άλλη, ελαφρώς απρόσμενη, ήταν το άλμπουμ Στη Μάχη του Μαραθώνα, σε σενάριο της Κατερίνας Σέρβη. Η συνεργασία μαζί της συνεχίστηκε και με άλλα κόμικς όμοιας θεματολογίας (Στη Μάχη των Θερμοπυλών - 2016, Στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές - 2017). Το 2016 κυκλοφόρησε το μεγαλύτερο, από άποψη μεγέθους, εγχείρημα του Πέτρου, ήτοι το graphic novel Αμανίτα Μουσκάρια, μία ακόμη μεταφορά από τη λογοτεχνία. Συμμετείχε επίσης στο συλλογικό Το πιο κρύο καλοκαίρι (2016), μια έκδοση πάνω στο τραγικό ζήτημα του προσφυγικού. Η πιο πρόσφατη δουλειά του είναι το Γρα-Γρου (2017), η δεύτερη σύμπραξη με τους Ζαφειριάδη και Παλαβό, που βραβεύτηκε στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς και συζητήθηκε εκτενώς σε μη κομιξόφιλους κύκλους. Στις πιο «μικρές» δουλειές των τελευταίων ετών περιλαμβάνονται στριπ για την Εφημερίδα των Συντακτών. Όπως προαναφέρθηκε όμως, ο Πέτρου έχει και ένα αξιόλογο μεταφραστικό έργο. Έχει αποδώσει, από τα γαλλικά στα ελληνικά, τα Γκαρντούνο (2006) και Άλακ Σίνερ - Υπόθεση ΗΠΑ (2007), αλλά και το Ρεμπέτικο (2010, 2015). Είναι εξάλλου μύστης του μουσικού αυτού είδους και παίζει μπουζούκι, κιθάρα και μπάσο. Η δράση του στον χώρο του σχεδίου ολοκληρώνεται από τις μπόλικες εικονογραφήσεις που έχει κάνει (κυρίως εξώφυλλα βιβλίων) και τη διδασκαλία στον ΑΚΤΟ. Οι επιρροές του Πέτρου προέρχονται κατά βάση από την ευρωπαϊκή και λατινοαμερικάνικη παράδοσης. Μεταξύ των δημιουργών που επηρέασαν την τέχνη του είναι οι Alberto Breccia, Miguelanxo Prado, David Sala, Emmanuel Lepage και Domingo Mandrafina.
  9. Το 2015 κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος του «Athens: The Comic Book», με 16 ιστορίες ισάριθμων δημιουργών κόμικς για την Αθήνα. Στον δεύτερο τόμο, που παρουσιάστηκε πριν από λίγες ημέρες, ακόμη 13 καλλιτέχνες τοποθετούν την πόλη στο επίκεντρο και καταγράφουν εμπειρίες, φόβους, δυσάρεστες στιγμές, αλλά και ανάσες ελπίδας. Σε μια μεγάλη, σύγχρονη πόλη όπως η Αθήνα, με τις αντιφάσεις της, το βαρύ της παρελθόν και το δυσοίωνο αύριο, τις απάνθρωπες πτυχές της αλλά και τις νησίδες ελευθερίας της, η εμπειρία της καθημερινής ζωής συμβαδίζει με την αμφιθυμία. Μέσα από την απόγνωση και τη μοναξιά μπορεί να αναδυθεί η ελπίδα και την ίδια στιγμή, κάπου αλλού ή και ακριβώς δίπλα, η απόλυτη χαρά μπορεί σε μια στιγμή να μετατραπεί σε απελπισία. Αυτή την αμφιθυμία και το διαρκές ευμετάβλητο της αίσθησης καταγράφουν 13 δημιουργοί κόμικς στο «Athens: The Comic Book #2» (έκδοση της ATAthens, εξώφυλλο: Daniel Egneus), τρία χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου τόμου. Όπως επισημαίνει η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Εύη Σαμπανίκου, στην εισαγωγή της: «Ο τρόπος που βιώνεται η πόλη πάντοτε απασχολούσε (και ακόμη απασχολεί) τους καλλιτέχνες (και πολλούς ακόμη). Όλες οι μορφές τέχνης και δημιουργικής έκφρασης, από τη λογοτεχνία, την ποίηση, τη ζωγραφική και τη φωτογραφία μέχρι το θέατρο, τον κινηματογράφο και τα κόμικς, αντλούν από την πόλη και τον τρόπο με τον οποίο η ζωή υφαίνεται στο πλέγμα του αστικού ιστού αναρίθμητες ιστορίες». Κι αυτές οι ιστορίες μπορούν να αφορούν μια αθώα εξαπάτηση των θαμώνων μιας ταβέρνας με σκοπό να μοιραστούν γεύματα σε φτωχούς και μετανάστες, όπως στη γλυκύτατη ιστορία της Τέτης Σώλου, μέχρι τον ξυλοδαρμό ενός άστεγου από χρυσαυγίτες και την ελπίδα που του προσφέρει το δώρο ενός μικρού κοριτσιού στη σκληρή ιστορία του Malk ή τη δυστοπία μιας πόλης κατεστραμμένης από έναν τεχνο-ιό που αντιστέκεται στη σκιά του τελευταίου δέντρου στην ιστορία του Νίκου Παπαμιχαήλ ή το όνειρο ενός απολυμένου εργαζόμενου που τελειώνει σε ένα εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο με ένα ζεστό φλιτζάνι «αλληλέγγυου» καφέ στην ιστορία της Αλεξίας Λουγιάκη. Στο βάθος όλων των ιστοριών, φυσικά, βρίσκεται πάντα η πολιτική. Γιατί, όπως τονίζει η Εύη Σαμπανίκου, οι ιστορίες είναι «κάποιες φορές ρεαλιστικές, κάποτε φουτουριστικές – σουρεαλιστικές, αλλά εξ ορισμού πάντα πολιτικές, καθώς η καθεμιά αναπαριστά το ιδεολογικό στίγμα και την οπτική γωνία του δημιουργού της. Επιπλέον, υπάρχει πάντα το ιδεολογικό στίγμα της εποχής, το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου υλοποιείται κάθε έργο που οδηγεί κάποιες φορές σε αφηρημένες ουτοπίες ή, πιο συχνά, σε δυστοπικές αφηγήσεις, όπως συμβαίνει συνήθως στα κόμικς και τα γκράφικ νόβελς». Μια τέτοια συγκλονιστική δυστοπική αφήγηση είναι η σπαρακτική και παράλληλα αλληγορική ιστορία του Θανάση Πέτρου για τους κατοίκους μιας πόλης (που όταν σχεδιάζεται από ψηλά, ναι, δυστυχώς, είναι η Αθήνα) που μέρα με τη μέρα συνειδητοποιούν ότι ο πόλεμος όχι απλά έφτασε στη χώρα αλλά και οι ίδιοι είναι πια αναγκασμένοι να ζουν κρυμμένοι στα άδεια σπίτια τους και να καίνε έπιπλα για να ζεσταθούν. Απόσπασμα από την ιστορία του Ν. Παπαμιχαήλ Με τον τρόπο τους, άλλοτε σε δραματικό ύφος και άλλοτε με χιουμοριστικούς τόνους, οι δημιουργοί που μιλούν για την Αθήνα και σχεδιάζουν τις λεπτομέρειές της δίνουν ο καθένας και η καθεμιά μια διαφορετική διάσταση. Η Κατερίνα Σταμάτη ασχολείται με τις μικρές αλλά όχι ασήμαντες λεπτομέρειες και πληροφορίες που κάνουν τη ζωή στην Αθήνα πιο όμορφη και ενδιαφέρουσα, οι Έφη Θεοδωροπούλου και Θεώνη Δρακοπούλου περιγράφουν μια νύχτα με σούσι «σαν να μην υπάρχει αύριο» τη στιγμή της συνειδητοποίησης μιας άνεργης κοπέλας ότι πράγματι δεν υπάρχει αύριο, η Kristel Pent παρατηρεί τη «ζωή» ενός κάδου απορριμμάτων και, μέσω αυτής, τη ζωή των περιοίκων, μια και -όπως λένε- «δείξε μου τα σκουπίδια σου να σου πω ποιος είσαι», ο Wild Drawing εικονογραφεί στιγμές εθνικής «υπερηφάνειας» στα χρόνια του τέταρτου μνημονίου, ο Ευάγγελος Ανδρουτσόπουλος περιπλανάται στους δρόμους και παρατηρεί τα άδεια κτίρια που θα μπορούσαν (και θα έπρεπε) να στεγάζουν ανθρώπους, ενώ ο Γιώργος Τσαρδανίδης παρατηρεί τους ανθρώπους που πέφτουν θύματα κακοποίησης στη δουλειά, στον δρόμο, στη διασκέδαση, αλλά επιβιώνουν και μπορούν να δημιουργούν παρέες και συλλογικότητες για να ξεπερνούν τα προβλήματα. Απόσπασμα από την ιστορία του Malk Και όλες αυτές οι ιστορίες συνδέονται με την εικαστική ματιά του Manolo, που κάνει τα περάσματα στις -κατά κάποιον τρόπο- θεματικές ενότητες του τόμου. Ενός τόμου που, απ’ ότι φαίνεται, θα έχει και συνέχεια, καθώς το θέμα είναι ανεξάντλητο και οι σύγχρονοι δημιουργοί κόμικς μπορούν και θέλουν να ασχοληθούν με την Αθήνα. Μια Αθήνα που συνήθως αποδίδεται στα κόμικς να προκαλεί αποστροφή και να απωθεί τους κατοίκους της μέχρι τη στιγμή που ένα ανθρώπινο χέρι, μια πράξη αλληλεγγύης, μια εκδήλωση αντίστασης και ανυποταξίας κάνουν τη ζωή καλύτερη προσφέροντας ελπίδα. Και το σχετικό link...
  10. Ονομαστική τιμή: 14,90€ Για κάποιον περίεργο λόγο, το κόμικ μου κίνησε την προσοχή από την στιγμή που έμαθα για την επερχόμενη κυκλοφορία του, χωρίς να υπάρχει περίληψη τότε και χωρίς να έχω δει το σχέδιο. Η αλήθεια είναι ότι ούτε με τον Ζαφειριάδη ούτε με τον Πέτρου είχα κάποια επαφή σαν αναγνώστης μέχρι τώρα, ενώ, αντίθετα, με τον Παλαβό ήταν αλλιώς τα πράγματα, μιας και είχα διαβάσει τόσο την ωραία συλλογή διηγημάτων "Αστείο" (εκδόσεις Νεφέλη) και το διήγημα "Σαν Άνγκρε", όσο και δυο-τρία βιβλία που έχει μεταφράσει. Όμως είχα δει δουλειές του Θανάση Πέτρου και ήμουν σίγουρος ότι θα άξιζε τον κόπο να διαβάσω τελικά το "Γρα-Γρου". Λοιπόν, ναι, τον κόπο τον άξιζε και με το παραπάνω. Νιώθω ότι διάβασα κάτι το ιδιαίτερο και το ξεχωριστό, απορροφήθηκα εντελώς από την όλη ιστορία και μεταφέρθηκα στα υπέροχα τοπία έξω από το χωριό Καστανιά του Βέρμιου. Η ιστορία συνδυάζει αρμονικά το κοινωνικό δράμα με κάποια αλληγορικά στοιχεία που μπορεί να πει κανείς ότι ανήκουν και στο είδος του Φανταστικού, και πιστεύω ότι δίνει λίγη τροφή για σκέψη. Οι διάλογοι είναι οι απολύτως απαραίτητοι, μιας και υπάρχουν πάμπολλα καρέ όπου οι εικόνες μιλάνε από μόνες τους. Το σχέδιο και ο χρωματισμός είναι, πραγματικά, σε εξαιρετικό επίπεδο ποιότητας. Ένιωσα στο πετσί μου το κρύο, την μελαγχολία, την μοναξιά, την μουντάδα, την άγρια ομορφιά των τοπίων στα οποία εξελίσσεται η ιστορία, ήταν σαν να ήμουν και εγώ ο ίδιος παρών στο εστιατόριο Γρα-Γρου και τα γύρω μέρη. Χάρηκα πολύ που διάβασα το "Γρα-Γρου". Πρόκειται για μια πολύ όμορφη δουλειά, που έχει να προσφέρει πράγματα τόσο στους έμπειρους αναγνώστες κόμικς, όσο και στους πιο άπειρους. Σίγουρα το σχέδιο και ο χρωματισμός είναι τα πιο δυνατά σημεία του κόμικ, όμως προσωπικά και η ιστορία μου άρεσε πολύ. Τώρα δεν ξέρω κατά πόσο θα συγκινήσει ή θ'αγγίξει άλλους αναγνώστες, εμένα όμως με κράτησε μέχρι το τέλος. Όσον αφορά την έκδοση του Ίκαρου, είναι πραγματικά πολύ προσεγμένη και όμορφη, από την γραμματοσειρά και την επιμέλεια, μέχρι το χαρτί, την βιβλιοδεσία και την όλη εξωτερική εμφάνιση. Προτείνεται με κλειστά μάτια! 9/10
  11. «Το Γρα-Γρου ξεκίνησε ως χάνι, έγινε κουρείο και τελικά εστιατόριο. Κοιμούνταν δυο και τρεις μέρες μέσα και την έβγαζαν με φασολάδες και σούπες, τσάι και κονιάκ», λένε οι δημιουργοί του. Γρα-Γρου. Γρα-Γρου. Περίεργο όνομα – μόνο αν το επαναλάβεις μερικές φορές, ίσως με λίγο γρέζι στη φωνή σου, μπορεί και να υποψιαστείς από που προέρχεται. Ατμοσφαιρικό εξώφυλλο, ποτισμένο ένα βαθύ μπλε που το φως του λυχναριού του δίνει χροιά ηλεκτρική – δυο άνθρωποι βαδίζουνε μια ανηφόρα που το τέλος της δε φαίνεται. Θέλω να το μεγεθύνω σε διαστάσεις πόστερ. Κόμιξ είναι το Γρα-Γρου. Το καλύτερο ελληνικό κόμιξ για το 2017 σύμφωνα με το ComicDom, όπου απέσπασε και το βραβείο καλύτερου σεναρίου. Συνάντησα στο Παγκράτι τους δυο από τους τρεις συνδημιουργούς του: τον συγγραφέα Γιάννη Παλαβό (που μαζί με τον Τάσο Ζαφειριάδη υπογράφουν το σενάριο) και τον σχεδιαστή Θανάση Πέτρου που σκηνοθέτησε τις λέξεις σε εικόνες. Αντί συστάσεων να αναφέρω μόνο πως ο Γ. Παλαβός με τη συλλογή διηγημάτων του «Αστείο» τιμήθηκε το 2013 με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, ενώ ο Θανάσης Πέτρου έχει σχεδιάσει σε κόμιξ άλλα τρία λογοτεχνικά έργα. «Ήταν ένα στοίχημα αν θα αρέσει. Γιατί είναι ένα πολύ παράξενο, ιδιαίτερο κόμιξ. Άρεσε – και το χαρήκαμε πολύ», λέει ο Γ. Παλαβός. Αν αρχίσεις και μόνο να το φυλλομετράς, θα διαπιστώσεις αμέσως πόσο ανεπιτήδευτο, λιγόλογο και «μετρημένο» είναι – «θέλαμε το κείμενο να λειτουργεί ως συμπλήρωμα στη σιωπή. Το κόμιξ έχει πολύ “άδειο”, είναι βασισμένο στην ατμόσφαιρα και το σχέδιο», μου λένε οι δημιουργοί του. Ζαφειριάδης, Παλαβός και Πέτρου έχουν συνεργαστεί ξανά στο «Πτώμα», ένα κόμιξ που κατάφερε να μεταφραστεί και στα γαλλικά. Το Γρα-Γρου είναι ένα πρότζεκτ που ξεκίνησε ως ιδέα το 2012, μέστωσε, δουλεύτηκε ξανά και ξανά, μέχρι το φθινόπωρο του 2017, οπότε κυκλοφόρησε – ως απτό έργο τέχνης. Εικόνες, λέξεις, μουσική (από το ιδιοσυγκρασιακό soundtrack του Μιχάλη Σιγανίδη) – σαν κινηματογραφική ταινία που αποδόθηκε με ειλικρίνεια και δεξιοτεχνία στο χαρτί. To Γρα-Γρου θα παρουσιαστεί το Σάββατο 5 Μαΐου στις 21:00 στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης (αίθουσα «Ματαρόα», Περίπτερο 13). Θα μιλήσουν οι συγγραφείς Ηλίας Παπαμόσχος και Νώντας Τσίγκας, καθώς και οι δημιουργοί του κόμιξ. - Τι ήταν το Γρα-Γρου; (Γ. Παλαβός): Το Γρα-Γρου ήταν ένα εστιατόριο στα σύνορα των νομών Κοζάνης και Ημαθίας, σε μια άκρη της παλιάς εθνικής οδού που ένωνε τη Δυτική με την Κεντρική Μακεδονία. Ήταν ένα χαμηλό κτήριο που έχτισαν πρόσφυγες από τη Σάντα του Πόντου σ’ έναν ορεινό τόπο, στα 1000 μ. υψόμετρο, με πολύ ομίχλη, δριμύ κρύο το χειμώνα και χιόνι, δυο μέτρα συχνά. Ξεκίνησε ως χάνι, έγινε κουρείο και τελικά εστιατόριο. Ήταν ένα μέρος με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, περιτριγυρισμένο από δάσος με καστανιές. Καστανιά ονομάζεται και το ποντιακό χωριό πάνω από το Γρα-Γρου, και λίγο ψηλότερα στο βουνό είναι η Παναγία Σουμελά. Πολλοί ταξιδιώτες σταματούσαν στο Γρα-Γρου. Κι όταν έριχνε πολύ χιόνι, εγκλωβιζόταν κόσμος εκεί – κοιμούνταν δυο και τρεις μέρες μέσα στο εστιατόριο και την έβγαζαν με φασολάδες και σούπες, τσάι και κονιάκ. Το Γρα-Γρου ήταν σαν φάρος στην ομίχλη, ένα καταφύγιο μέσα στην αγριάδα του τοπίου. - Το ήξερες σαν μέρος; (Γ. Παλαβός): Ήταν διάσημο και πολύ αγαπητό στους Βορειοελλαδίτες. Εμείς από το χωριό μου, το Βελβεντό της Κοζάνης, σταματούσαμε εκεί όταν πηγαίναμε στη Βέροια ή στη Θεσσαλονίκη. Επίσης, ο πατέρας μου ήταν φορτηγατζής, σταματούσε πάντα στο Γρα-Γρου κι έχω ακούσει κι απ’ αυτόν πολλές ιστορίες. Αλλά και ο Τάσος Ζαφειριάδης, που γράψαμε μαζί το σενάριο, είχε περάσει πολλές φορές παλιότερα από κει στον δρόμο για Θεσσαλονίκη κατά τις οικογενειακές εξορμήσεις προς τα δυτικά. (Θ. Πέτρου): Θεσσαλονικιός όντας, έχω κάνει κι εγώ πολλές φορές αυτόν τον δρόμο, το ήξερα ως μαγαζί και ως ιδιαίτερο σημείο, αλλά δεν είχα σταματήσει ποτέ. - Το Γρα-Γρου δούλευε, λοιπόν, με τους διερχόμενους οδηγούς και τα ΚΤΕΛ; (Γ. Παλαβός): Υπήρχε κι ένα άλλο μέρος, η Ζωοδόχος Πηγή, λίγο πιο πάνω στον ίδιο δρόμο, με αρκετά σουβλατζίδικα και τουριστικά καταστήματα που πουλούσαν σουβενίρ, γκλίτσες κλπ. Τα λεωφορεία έκαναν στάση εκεί. Το Γρα-Γρου είχε λιγότερο κόσμο, τρόπον τινά «ρέκτες» – σταματούσαν εκεί όσοι ήθελαν να φάνε συγκεκριμένα και καλομαγειρεμένα φαγητά. Φημιζόταν για τη φασολάδα του, το χοιρινό με λάχανο, τα μανιτάρια από το βουνό, ενώ ξακουστό ήταν το ρυζόγαλό του. Οι διερχόμενοι αποτελούσαν τον κύριο όγκο της πελατείας του, αλλά πήγαιναν εκεί, για το ποιοτικό φαγητό του, και άνθρωποι από τη Θεσσαλονίκη ή τη Βέροια. Είχε έναν διαφορετικό χαρακτήρα το Γρα-Γρου, ήταν σύμβολο και τοπόσημο, και σίγουρα όχι τουριστικό. - Πότε άρχισε να λειτουργεί; (Γ. Παλαβός): Ως εστιατόριο τη δεκαετία του ’60, και μέχρι να κλείσει το δούλεψαν τρεις οικογένειες, όλες από το χωριό Καστανιά. Πρώτα η οικογένεια Χειμωνίδη, έπειτα γύρω στο ’70 η οικογένεια Λιανίδη και τέλος ορισμένοι συγγενείς τους. - Και πότε έκλεισε; (Γ. Παλαβός): Μόλις ξεκίνησε να λειτουργεί η Εγνατία. Την επόμενη μέρα δεν πέρασε κανένας. Γιατί να κάνεις μια ώρα δρόμο, μπορεί και τρεις αν έβρισκες μπροστά σου κάμποσα πούλμαν και φορτηγά, όταν μέσω της Εγνατίας η απόσταση Βέροιας-Κοζάνης είναι είκοσι λεπτά, μια συνεχόμενη ευθεία με σήραγγες και γέφυρες; Έκλεισε την επομένη. (Θ. Πέτρου): Ο δρόμος ήταν «Κατάρα» νούμερο δύο... Μετά την Εγνατία αχρηστεύτηκε. Και δεν μπορούσε να «ζήσει» το μαγαζί με τους δέκα θαμώνες που θα έρθουν από τη Θεσσαλονίκη το Σάββατο, ούτε με δυο παππούδες που θα κατέβουν απ’ το χωριό για να πιουν καφέ. Μετά από λίγους μήνες γκρεμίστηκε και, πλέον, δεν μπορεί να ξαναχτιστεί στο ίδιο σημείο. Ο νόμος απαγορεύει πλέον να χτίσεις οτιδήποτε σε απόσταση μικρότερη των έξι μέτρων από τον δρόμο – και δεν υπάρχουν έξι μέτρα εκεί, είναι γκρεμός. - Δεν έχουμε πει ακόμα πώς πήρε αυτό το τόσο χαρακτηριστικό όνομά του. (Γ. Παλαβός): Από τον ήχο των μηχανών καθώς ανέβαιναν τη δύσκολη ανηφόρα. Υπήρχε ένα σπίτι ακριβώς δίπλα στο Γρα-Γρου κι αυτός που έμενε εκεί δεν μπορούσε να κοιμηθεί από το «γρα-γρου» των αυτοκινήτων που άλλαζαν ταχύτητα για να βγάλουν την ανηφόρα. - Και πώς το εστιατόριο «Γρα-Γρου» έγινε κόμιξ; (Γ. Παλαβός): Η ιδέα ήταν του Τάσου Ζαφειριάδη. Ξεκίνησε με την εικόνα μιας γέφυρας που χάνεται στην ομίχλη. Φαντάσου ένα γεφύρι και να βλέπεις μόνο μέχρι τη μέση του, να μην ξέρεις τι βρίσκεται απέναντι. Στο σημείο δεν υπήρχε γεφύρι, συνδυάστηκε όμως στο μυαλό του Τάσου η εικόνα μιας τέτοιας, επινοημένης γέφυρας, με το Γρα-Γρου, κάπως σαν «φυλάκιο» δίπλα της. Ήταν, λοιπόν, μια ιδέα του Τάσου, αλλά κι εγώ, γνωρίζοντας το μέρος, μπορούσα να την καταλάβω: στο σημείο όπου ήταν χτισμένο το πραγματικό Γρα-Γρου, ένιωθες την ένταση του περάσματος. Όταν μου πρότεινε ο Τάσος να δουλέψουμε μαζί ένα σενάριο πάνω σ’ αυτή την πρώτη εικόνα και αίσθηση, δέχτηκα αμέσως. - Πώς καταλήξατε στην ιστορία και τους χαρακτήρες; Η πρώτη ιδέα είναι αρκετά αφαιρετική. (Γ. Παλαβός): Το καλοκαίρι του 2012 ήρθε ο Τάσος στο Βελβεντό και δυο μέρες συζητούσαμε – αποκρυσταλλώσαμε τον βασικό κορμό της πλοκής και τους χαρακτήρες. Υπάρχει ένα πέρασμα, μια γέφυρα που δεν ξέρουμε πού οδηγεί, υπάρχει ο ιδιοκτήτης του Γρα-Γρου, ο οποίος λειτουργεί σαν φύλακας του περάσματος, και μια κοπέλα που θέλει να περάσει απέναντι αλλά δειλιάζει. Κεντρικοί ήρωες της ιστορίας είναι αυτοί οι δυο, αλλά, όπως σ’ έναν τροχό, υπάρχουν κι άλλοι χαρακτήρες που εξακτινώνονται γύρω τους. Οι περισσότεροι είναι άνθρωποι που θέλουν να περάσουν, αλλά δειλιάζουν. Ανέλαβα να γράψω το κομμάτι της ιστορίας που εκτυλίσσεται στο σήμερα και ο Τάσος το άλλο μισό, που εκτυλίσσεται στον 16ο αιώνα. - Υπάρχει κι ένα χωροχρονικό παιχνίδι, δηλαδή; (Γ. Παλαβός): Ναι, η ιστορία διαθέτει ένα μεταφυσικό στοιχείο, καθώς δεν ξέρουμε τι συμβαίνει στην άλλη μεριά της γέφυρας. Για να χτιστεί, όμως, μια γέφυρα, ξεκινάς ταυτόχρονα από τις δύο πλευρές, ώστε να ενωθούν τα δυο κομμάτια στο μέσον της. Έπρεπε να εξηγήσουμε πώς χτίστηκε αυτή η γέφυρα, που η μια της πλευρά είναι άγνωστη. Έγραψε, λοιπόν, ο Τάσος μια ιστορία που εκτυλίσσεται στην οθωμανική περίοδο, όπου ένας αρχιτέκτονας αναλαμβάνει κατά παραγγελία του Σουλτάνου να φτιάξει μια τέτοια γέφυρα. Ο χαρακτήρας του αρχιτέκτονα βασίζεται στον περίφημο Μιμάρ Σινάν, τον αρχιτέκτονα του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. (Θ. Πέτρου): Στη Βέροια, στην Μπαρμπούτα – όπως λέγεται η εβραϊκή συνοικία της πόλης –, υπάρχει μια γέφυρα που ο θρύλος λέει ότι την έφτιαξε ο Σινάν, για αυτό και λέγεται «Γέφυρα του Σινάν». Καμία σχέση, όμως, δεν είχε ο κατασκευαστής της με τον ξακουστό αρχιτέκτονα, απλώς ήταν αφιερωμένη σε κάποιον Σινάν, μπέη της περιοχής. Αν περάσεις τώρα απ’ τη Βέροια, υπάρχει ακόμα η γέφυρα, αλλά σχεδόν δεν φαίνεται, την έχουν τσιμεντώσει. «Η ιστορία τού σήμερα εκτυλίσσεται τρεις μήνες προτού ανοίξει η Εγνατία και τρεις μήνες μετά, οπότε το σημείο έχει πια ερημώσει. Δεν θα πω περισσότερα, γιατί θα κάνουμε spoiler», μου λέει ο Γιάννης Παλαβός όταν τον ρωτάω για το πώς συνδέονται οι δυο ιστορίες. «Η ιστορία του 16ου αιώνα δείχνει πώς δείλιασε ο αρχιτέκτονας να δώσει κάτι παραπάνω από τον εαυτό του στο εγχείρημα της κατασκευής της γέφυρας. Σύμφωνα με την παράδοση, για να φτιάξουμε ένα γεφύρι, κάποιος ή κάτι θυσιάζεται. Ο αρχιτέκτονας δεν τολμά να θυσιάσει ένα κομμάτι του εαυτού του, ενώ κάποιοι χαρακτήρες της ιστορίας τού σήμερα τολμούν – ίσως φτιάχνουν οι ίδιοι μια νοητή γέφυρα, πάντως δίνουν κάτι απ’ τον εαυτό τους και τη διασχίζουν. Κάνουν το βήμα. Αυτό είναι το θέμα των δυο ιστοριών: τι θυσιάζεις προκειμένου να κάνεις ένα τέτοιο βήμα». «Ένα βήμα που, ίσως, οδηγεί σε μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας», λέει ο Θανάσης Πέτρου. (Γ. Παλαβός): Οι δυο ιστορίες τέμνονται και με άλλους τρόπους, όπως ο Άγιος Χριστόφορος, που είναι ο προστάτης των οδοιπόρων και των ταξιδιωτών. Το Γρα-Γρου γκρεμίστηκε, αλλά το εκκλησάκι του Αγίου Χριστοφόρου, ακριβώς απέναντί του, υπάρχει ακόμα. Στο κόμιξ, και στις δυο ιστορίες του, υπάρχει ένα σκυλί που λειτουργεί ως ψυχοπομπός, συνοδεύοντας μέχρι ένα νοητό όριο όσους θέλουν να περάσουν απέναντι. Λέγεται Φόρης και είναι ενσάρκωση του Αγίου Χριστοφόρου. (Θανάσης Πέτρου): Ο Άγιος Χριστόφορος απεικονίζεται με δύο τρόπους, ως μια τεράστια μορφή που κρατάει στα χέρια έναν μικρό Ιησού ή ως κυνόμορφος. Αυτή είναι η παραδοσιακή απεικόνιση του αγίου, με κεφάλι και όψη σκύλου. Ο σκύλος, ο Φόρης, είναι ο τρίτος πρωταγωνιστής του κόμιξ και, κατά κάποιον τρόπο, συνδέει τις δυο ιστορίες. - Θανάση, να μιλήσουμε για το πώς σχεδίασες; (Θ. Πέτρου): Όταν τα παιδιά μου έστειλαν το σενάριο, αρχίσαμε να κάνουμε μικροδιορθώσεις στους διαλόγους. Όταν καταλήξαμε, ξεκίνησα το ντεκουπάζ, να χωρίζω δηλαδή το κείμενο σε σελίδες – από 35 σελίδες κείμενο, βγήκαν 90 σελίδες κόμιξ. Το κείμενο είναι πολύ περιορισμένο, ήταν εξαρχής λακωνικό, με ελλειπτικούς διαλόγους, αλλά και όσο δουλεύαμε το κόμιξ, συνεχώς κόβαμε. Και μετά ξεκίνησα να ετοιμάζω προσχέδια για κάθε σελίδα. Έκανα διάφορες δοκιμές, χρωματικές και σχεδιαστικές, συζητούσαμε με τα παιδιά, διορθώναμε και πάλι διορθώναμε... Κάποια στιγμή κατασταλάξαμε πώς θέλουμε να είναι. - Πόσον χρόνο σου πήρε; (Θ. Πέτρου): Την τελική κόπια τη σχεδίασα και τη χρωμάτισα σε έξι μήνες, 15 σελίδες ανά μήνα. Δούλευα «πλακωμένος»... Αλλά ήταν τόσο καλή η προετοιμασία, που μετά έβγαιναν γρήγορα οι σελίδες. - Είναι αλήθεια ότι κάποιοι χαρακτήρες του κόμιξ μοιάζουν με υπαρκτά πρόσωπα; (Θ. Πέτρου): Ο Τάσος και ο Γιάννης κάνουν εμφάνιση στο κόμιξ... (γελάει). Οι χαρακτήρες σε κάθε κόμιξ θέλουν κι αυτοί ψάξιμο όσον αφορά την εμφάνισή τους. Μου αρέσει να μεταφέρω στα κόμιξ μου φάτσες που ξέρω ή που βλέπω τυχαία. Όταν ξεκίνησα να σχεδιάζω τον βασικό ήρωα, τον κυρ Κώστα, είχα σκεφτεί να μοιάζει με τον Χαρίλαο Φλωράκη. Μετά είπαμε να τον κάνω σαν τον Αργύρη Μπακιρτζή. (Γ. Παλαβός): Ο οποίος ενθουσιάστηκε, του άρεσε πολύ. Παρουσιάσαμε το Γρα-Γρου στην Κοζάνη και ο Μπακιρτζής οδήγησε 270 χιλιόμετρα από την Καβάλα για να έρθει, μίλησε κιόλας, ήταν πολύ θερμός κι ήταν μεγάλη χαρά για μας. - Το είχατε πει στον Μπακιρτζή ότι θα τον μεταφέρετε σε κόμιξ; (Θ. Πέτρου): Ναι, αν και κάποια στιγμή μπορεί και να το είχε ξεχάσει... (γελάει). Και ο Μιχάλης Σιγανίδης που έχει γράψει τη μουσική μοιάζει με τον παπά της ιστορίας, ενώ ο πρωτομάστορας της ιστορίας του 16ου αιώνα μοιάζει μ’ έναν πρωτομάστορα του 18ου αιώνα που κάπου είδα μια απεικόνισή του. - Όσον αφορά την ατμόσφαιρα στο σχέδιο και, κυρίως, στο χρώμα; (Θ. Πέτρου): Θα μπορούσα να το έχω κάνει πιο κρύο, πιο παγερό. Εκτός από τα νυχτερινά, που είναι σκοτεινά, στις υπόλοιπες σελίδες δεν είναι τόσο «βόρεια» τα χρώματα. Ειδικά το φλας μπακ είναι σε θερμά χρώματα, ώχρες, πορτοκαλί. Στις υπόλοιπες σκηνές έπρεπε να δείξω το κρύο, αλλά αν το έκανα πιο έντονο, θα έβγαινε μουντό και άτονο, «ξεπλυμένο» κάπως. Δεν είχα ξανασχεδιάσει χιόνια σε τόσο μεγάλη έκταση και ήταν πρόκληση για μένα να φτιάξω την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Δοκίμασα, διόρθωσα, παράτησα – αλλά κάποια στιγμή καταλήγεις, δεν μπορεί να είναι αέναη αυτή η αναζήτηση. Όσον καιρό το φτιάχναμε, δεν είχαμε αναζητήσει εκδότη, οπότε ήμασταν από την αρχή ως το τέλος και οι επιμελητές της δουλειάς μας. - Χρειάστηκε έρευνα από μέρους σας; (Γ. Παλαβός): Ναι, πήγαμε στο σημείο, είδαμε τα ερείπια, βγάλαμε φωτογραφίες. Επίσης, η ποιήτρια και μεταφράστρια Μαρία Τοπάλη με φιλοξένησε στο σπίτι της στην Καστανιά τρεις μέρες, με σύστησε σε ντόπιους, μίλησα με παλιούς θαμώνες, κατέγραψα εμπειρίες. Κι ακόμα, ένα κομμάτι της ιστορίας του 16ου αιώνα είναι γραμμένο στα «κουδαρίτικα», τη συνθηματική γλώσσα των «πετράδων» που έχτιζαν τα γεφύρια. Κι εδώ χρειάστηκε έρευνα. - Είναι βλάχικα ή αρβανίτικα; (Γ. Παλαβός): Είναι μια κατασκευασμένη από τους μαστόρους γλώσσα για να μην τους καταλαβαίνουν τ’ αφεντικά και να μην αποκαλύπτονται στους ξένους τα μυστικά της τέχνης τους. (Θ. Πέτρου): «Κούδα» σε αυτή τη συνθηματική γλώσσα είναι η πέτρα, εξού και «κουδαρίτικα». (Γ. Παλαβός): Ο Τάσος έκανε έρευνα, βρήκε λεξικά. Μάλιστα, στο τέλος του βιβλίου έχουμε κι ένα γλωσσάρι, που όποιος θέλει μπορεί να το συμβουλευτεί. - Με τις οικογένειες που δούλεψαν το Γρα-Γρου μιλήσατε; (Γ. Παλαβός): Δεν τους συνάντησα στο χωριό, μένουν μόνιμα στη Βέροια. Αλλά μίλησα μαζί τους τηλεφωνικά, με τον κ. Χειμωνίδη και τον κ. Λιανίδη. Μάλιστα ο κ. Λιανίδης, με τη μητέρα του, την κυρία Κλειώ που μαγείρευε είκοσι χρόνια στο Γρα-Γρου, ήρθαν και στην παρουσίαση του βιβλίου στη Βέροια, πήραν τον λόγο και ήταν πολύ συγκινητικό. «Πάντως δεν κάναμε κόμιξ την ιστορία του μαγαζιού (Γρα-Γρου), ούτε του χωριού (Καστανιά). Το κόμιξ Γρα-Γρου είναι μια δική μας ιστορία μυθοπλασίας. Έτσι, το πραγματικό Γρα-Γρου, ένα μέρος θρυλικό, απαθανατίστηκε σ’ ένα έργο τέχνης». - Το soundtrack του Γρα-Γρου; Προσωπικά με εντυπωσίασε ως προσθήκη στη δουλειά σας. (Θ. Πέτρου): Ο Μιχάλης Σιγανίδης δεν έχει φτιάξει ένα «μουσικό χαλί», δεν είναι το κλασικό soundtrack που θα βάλεις να παίζει ενώ διαβάζεις το βιβλίο. Ο Σιγανίδης έγραψε ένα δεύτερο Γρα-Γρου, έκανε μια δική του, προσωπική ανάγνωση της ιστορίας και έδωσε μια δική του ερμηνεία, μουσική και ηχητική. Στο soundtrack παίζουν εξαιρετικοί μουσικοί και, νομίζω, πρέπει ο αναγνώστης να δώσει προσοχή στις μουσικές συνάψεις που έχει φτιάξει ο Σιγανίδης – αξίζει να διαβάσεις το βιβλίο και να ακούσεις μετά τη μουσική του, ξεχωριστά. - Όμως η μουσική ακολουθεί τη ροή της ιστορίας; (Θ. Πέτρου): Είναι χωρισμένη σε κομμάτια αντίστοιχα με τις σκηνές του βιβλίου. - Και πώς ακούς τη μουσική; Το κόμιξ δεν συνοδεύεται από CD. (Θ. Πέτρου): Αν έχεις στο τηλέφωνό σου ένα QR Reader, απλώς θα κάνεις ανάγνωση του QR code που υπάρχει στο βιβλίο. Μπορείς όμως να χρησιμοποιήσεις και το σχετικό λινκ, που επίσης υπάρχει στο βιβλίο, και να ακούσεις το soundtrack σε live streaming. Μέσα σε έξι μήνες το Γρα-Γρου έχει πουλήσει περίπου 3.000 αντίτυπα. «Μεγάλη επιτυχία σε μια εποχή που οι πωλήσεις των κόμιξ σε όλον τον κόσμο βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση, και ειδικά για ένα κόμιξ που δεν είναι σαν αυτό που περιμένεις να διαβάσεις», μου λέει ο Θανάσης Πέτρου. «Δεν απευθυνόμαστε στον δεκαοκτάχρονο που διαβάζει Σούπερμαν και Μπάτμαν». - Χωρίς να τον αποκλείετε, φαντάζομαι. (Θ. Πέτρου): Δεν τον αποκλείουμε, καθόλου. Απλώς δεν είναι όλα για όλους. Ούτε υπάρχει ιδεατός αναγνώστης, κατ’ εμέ. Όμως αυτός που διαβάζει Σούπερμαν δεν θα διαβάσει το Γρα-Γρου ούτε τα Μυστικά του Βάλτου. Μακάρι να το κάνει, αλλά δεν θα τα ξεφυλλίσει καν. Είναι εντελώς διαφορετική η αισθητική. - Σε ποιους απευθύνεστε, λοιπόν; Αν μπορούσαμε να ορίσουμε target group σ’ ένα βιβλίο που δεν έχει γίνει μ’ αυτόν τον σκοπό. (Γ. Παλαβός): Σ’ ένα κοινό καλλιεργημένων, ανοιχτόμυαλων ανθρώπων που αγαπούν τη λογοτεχνία και δεν σνομπάρουν τα κόμιξ, αλλά αναγνωρίζουν ότι είναι μια σοβαρή, ώριμη μορφή τέχνης. Σε σοβαρούς αναγνώστες που, όπως θα διαβάσουν ένα καλό μυθιστόρημα ή θα παρακολουθήσουν μια καλή ταινία, ανάλογα θα εκτιμήσουν ένα καλό κόμιξ. - Εμπεριέχει ένα καλτ στοιχείο το Γρα-Γρου; Και δεν χρησιμοποιώ αρνητικά τον όρο «καλτ». (Γ. Παλαβός): Το καλτ έχει, ίσως, ένα στοιχείο ειρωνικό ή μπορεί να αποπνέει μια νοσταλγία για την «παλιά Ελλάδα» και όλα τα σχετικά... Εμένα δεν με αφορά αυτό. Το Γρα-Γρου ήταν για μένα κάτι ζωντανό, σύμβολο των παιδικών μου χρόνων και μέρος της προσωπικής μου ιστορίας. «Κάποτε ο Σπύρος Δερβενιώτης είχε πει “κάνω κόμιξ αυτά που θα ήθελα να διαβάσω”. Τα δικά μου κόμιξ δεν είμαι σίγουρος ότι είναι αυτά που θα ήθελα να διαβάσω, είναι πάντως αυτά που θέλω να κάνω εγώ, που “είμαι εγώ”», λέει ο Θανάσης Πέτρου. «Θα συνεργαστείτε ξανά οι τρεις σας;» τον ρωτάω. «Κάτι θα κάνουμε. Για να τριτώσει το κακό», μου απαντάει γελώντας. Και το σχετικό link...
  12. Γρα-Γρου- Ένα ταξίδι στην μυσταγωγία της ελληνικής παράδοσης Η ελληνική παράδοση, πρόσφατη και παλαιότερη, αποτέλεσε συχνά έμπνευση για τους Έλληνες συγγραφείς, ειδικά σε περιόδους κρίσης. Έχει κάτι το μαγευτικά ανανεωτικό το να γυρίζεις στον τόπο σου, ή καλύτερα, να τον (ξανά) βλέπεις μέσα από μάτια αλλαγμένα από τον καιρό, τις διαφορετικές (και όχι πάντα ευχάριστες) εμπειρίες. Όπως άλλωστε έχει ειπωθεί πολλάκις, ότι είναι βαθιά εθνικό είναι συγχρόνως και βαθιά διεθνές, και σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, αυτή η μαγεία της γλυκόπικρης νοσταλγίας έχει κάτι το λυτρωτικό. Το Γρα-Γρου (εκδόσεις Ικαρος), το νέο κόμικ των Γιάννη Παλαβού και Τάσου Ζαφειριάδη, σε σχέδιο του πάντα εξαιρετικού Θανάση Πέτρου, ακουμπά βαθιά τόσο στην εθνική, όσο και στην προσωπική παράδοση των κατοίκων της βόρείας Ελλάδας, αφηγούμενο με έναν ιδιαίτερο τρόπο την ιστορία του ομώνυμου εστιατορίου στο χωριό Καστανιά. Το κτίσμα αυτό σημάδεψε την ευρύτερη περιοχή τόσο χωρογραφικά, αφού αποτελούσε το πέρασμα παλιά εθνική οδό Βέροιας-Κοζάνης, όσο και πολιτισμικά, αφού προσέφερε, σε δύσκολους καιρούς, ένα φιλόξενο σπίτι (ίσως το Τελευταίο Φιλόξενο σπίτι…) στους οδοιπόρους. Το άνοιγμα της Εγνατίας οδού, το 2004, έριξε το κτίριο σε αχρηστία, προσφέροντας μεν ταχύτητα, στερόντας όμως από το ταξίδι αυτή την έννοια της περιπέτειας που είχε παλαιότερα. Η ιστορία του κόμικ δεν μένει μόνο στην απλή περιγραφή του εστιατορίου Γρα-Γρου. Με αφορμή την ονομασία του, από τον ήχο των απομακρυσμένων, ταξιδιάρικων μηχανών, ξεκινά μια πορεία αφηγηματικής και οπτικοποιητικής αναπαράστασης του πικρού αισθήματος της μυσταγωγίας και της νοσταλγίας για το αναπάντεχο που συνόδευει τους οδοιπόρους στα κρύα βουνά της Κεντρικής Μακεδονίας. Πλάθοντας ουσιαστικά μια ιστορία φανταστικού μυστηρίου, το Γραγ-Γρου (ξανά)ορθώνεται μπροστά μας όπως ήταν στο μυαλό των δημιουργών: ένα πέρασμα από το άγνωστο της φαντασίας στο πραγματικό του δρόμου, ένα προσωπικό ταξίδι για το άγνωστο χ της επιθυμίας, όποια μορφή και αν παίρνει αυτό. Η ατμόσφαιρα του κόμικ είναι βαριά. Μέσα από τα ακανόνιστα καρέ, το δωρικό, με έμφαση στην σωματικότητα μοντάζ του, σε συνδυασμό με τις κοφτές, τελεσίδικες ατάκες των χαρακτήρων του καταφέρνουν και φέρνουν τον αναγνώστη αντιμέτωπο με την τραχύτητα των βουνών του Βερμίου, που κρύβει ένα κρύο βαθύτερο και πιο παγωμένο από αυτό του χειμώνα. Κύρια πηγή των φαντασιακών στοιχείων της ιστορίας είναι μια γέφυρα, η άλλη άκρη της οποίας χάνεται στην ομίχλη. Τι κρύβεται πέρα από αυτή κανείς δεν ξέρει. Με όχημα την ιστορία της γέφυρας, αλλά και τις γλωσσικές υπερβάσεις, με τα μυστικά κουραδίτικα, την γλώσσα που μιλούσαν οι τεχνίτες την περίοδο της Τουρκοκρατίας οι δημιουργοί μας μεταφέρουν στο παρελθόν του τόπου αλλά και στην βαθύτερη έννοια ίδιου του ταξιδιού, δίνοντας σε ανθρώπους που ίσως έχουν βολευτεί με αυτοκίνητα και αεροπλάνα να καταλάβουν πως το πέρασμα από τον έναν τόπο στον άλλον έχει μια ομορφιά που ξεπερνά την απλή μεταφορά. Είναι μια εμπειρία που σε σημαδεύει, που σε αφήνει να περιηγηθείς στα σύννεφα, ενώ τα πόδια σου είναι γερά ριζωμένα στην γη. Ταυτόχρονα, η έμφαση που δίνει η ιστορία στην παράδοση τόσο των εννοιών όσο και του τόπου, αποδίδεται με εξαιρετικό τρόπο και οπτικά από τον Θανάση Πέτρου. Το σχέδιο του, βαθιά επηρεασμένο από μεγάλους Έλληνες ζωγράφους , με βασικότερο ίσως ανάμεσα τους τον Τσαρούχη βασισμένο σε ευδιάκριτες, λιτές μορφές και ρεαλιστικά χρώματα που αναπλάθουν το φως, καταφέρνει και μας μεταφέρει την αίσθηση του μακρινού, χρονικά και χωρικά Γρα-Γρου, ενώ ταυτόχρονα μας μεταδίδει λίγη από την νοσταλγία των δημιουργών για το μέρος αυτό. Σε αυτή την μαγεία συμβάλει και τα μέγιστα η πρωτότυπη μουσική του Μιχάλη Σιγανίδη, η οποία συμπληρώνει τις εικόνες του κόμικ και το μεταπλάθει σε μια πλήρη οπτικοακουστική πρόταση. Εν κατακλείδι, το Γρα-Γρου αποτελεί ένα σοβαρό βήμα για την στροφή των ελληνικών κόμικ στην εγκόλπωση και θεμάτων αμιγώς ελληνικών, τόσο σε επίπεδο αφήγησης όσο και ιστορίας, χωρίς ωστόσο να χάνουν την επαφή τους με τις εξελίξεις της 9ης Τέχνης, μια ισορροπία πολύ δύσκολη. Έχουμε όμως δημιουργούς ικανούς να την επιτελέσουν και δούμε τρομερά πράγματα στο μέλλον. Μάλιστα, πολλά τα βλέπουμε ήδη! Πηγή
  13. Ονομαστική Τιμή: 9,90 ευρώ Ευχάριστη έκπληξη για μένα το συγκεκριμένο κόμικ και σαφώς καλύτερο από ό,τι περίμενα. Η σύγκρουση Ελλήνων (Αθηναίων κατά βάση) και Περσών στο Μαραθώνα περιγράφεται με γλαφυρό τρόπο, χωρίς μανιχαϊσμό, χωρίς κορώνες, αλλά απλά και κατανοητά και μέσα από τα μάτια τριών νεαρών Αθηναίων. Αρκετά ενδιαφέρον ως αφήγηση, κινηματογραφική ροή και διαβάζεται με μεγάλη ευχαρίστηση. Ο Πέτρου τα καταφέρνει για μια ακόμα φορά πολύ καλά στο σχέδιο και συλλαμβάνει με επιτυχία όλες τις σημαντικές στιγμές, τόσο τις ιστορικές, όσο και τις προσωπικές. Στο τέλος του έργου, έχουμε και δύο παραρτήματα, ένα σχετικά με τις αλήθειες και τους μύθους γύρω από τη Μάχη του Μαραθώνα, αλλά και την Περσική Αυτοκρατορία και ένα με γλωσσάρι αρχαίων ελληνικών ονομάτων και φράσεων. Είναι σαφές, ότι το κόμικ έχει σαφώς εκπαιδευτικό χαρακτήρα, αλλά διαβάζεται άνετα και από μεγαλύτερο ηλικιακά κοινό. Για περαιτέρω απόψεις, σας παραπέμπω στα σχόλια των germanicus και ConB εδώ, με τα οποία συμφωνώ απόλυτα. ΥΓ 1 Όπως αναφέρει και ο ConB, το άλμπουμ είναι σε μεγαλύτερο μέγεθος για να χωρέσει σε σκάνερ Α4. Έκανα ό,τι μπορούσα, αλλά αν κάποιος έχει πρόσβαση σε μεγαλύτερο σκάνερ, ας προσπαθήσει κι εκείνος. ΥΓ 2 Η τιμή είναι πολύ λογική, αλλά μπορείτε, αν ψάξετε καλά, να το βρείτε ακόμα φτηνότερα, και μάλιστα με σημαντικότατη έκπτωση.
  14. Γέφυρα μεταξύ παράδοσης και φαντασίας Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Ενα τοξωτό γεφύρι της Μακεδονίας και ένα εστιατόριο με το παράξενο όνομα «Γρα-Γρου» (εκδόσεις Ικαρος) γίνονται τόποι συνάντησης των ετερόκλητων περαστικών που μόνο τυχαία δεν βρίσκονται εκεί, σε μια ατμοσφαιρική ιστορία των Τάσου Ζαφειριάδη – Γιάννη Παλαβού (σενάριο) και Θανάση Πέτρου (σχέδια), που συνοδεύεται από ένα εξαιρετικό σάουντρακ του Μιχάλη Σιγανίδη Ο ηλικιωμένος εστιάτορας, ιδιοκτήτης του «Γρα-Γρου», παραμένει ένας τυπικός επαγγελματίας ακόμα και τη στιγμή που βρίσκεται μια ανάσα από την οικονομική καταστροφή. Ο νέος δρόμος που εγκαινιάζεται θα παρακάμψει το χωριό του και οι πελάτες θα μειωθούν δραματικά. Αυτός, όμως, δεν πτοείται. Γιατί βρίσκεται εκεί για άλλον λόγο. Ως φύλακας-κλειδοκράτορας ενός βυθισμένου στην ομίχλη παράξενου γεφυριού που συνδέει την Κεντρική με τη Δυτική Μακεδονία, καλωσορίζει τους επισκέπτες που έχουν φτάσει εκεί από μια ανεξήγητη παρόρμηση, ένα όνειρο που είδαν, μια σκοτεινή επιθυμία, μια τάση φυγής από κάτι που τους στοιχειώνει, ένα βαθιά κρυμμένο μυστικό. Αναχωρητές όλοι από τον κόσμο «εκεί έξω» και μετοικούντες σε ένα ατέρμονο, άχρονο και επαναλαμβανόμενο «τώρα» πασχίζουν να κρυφτούν στην ομίχλη που σκεπάζει το χιονισμένο Βέρμιο για να κρύψουν το παρελθόν τους και να ξεφύγουν από τους προσωπικούς τους δαίμονες. Το γεφύρι στέκεται δίπλα τους αγέρωχο για να χωρίζει το «εδώ» από το «εκεί», περισσότερο για να αποτρέπει τη διέλευση παρά για να γεφυρώνει το χάσμα. Χαμένο κι αυτό σε μια ομίχλη από μύθους, θρύλους και δοξασίες του παρελθόντος. Ποιος το έχτισε και πότε; Και πάνω απ’ όλα γιατί; Ποιοι θυσιάστηκαν για να στεριώσει (θαυμάσιες, τόσο σεναριακά όσο και σχεδιαστικά οι σελίδες του παρελθόντος που αναφέρονται στην Τουρκοκρατία); Ποιο ρόλο εξυπηρετεί σήμερα; Πώς αντέχει τόσα χρόνια; Γιατί το βλέπουν μόνο όσοι είναι προορισμένοι να το δουν; Είναι μονόδρομος για όσους επιχειρήσουν το απονενοημένο και τολμήσουν να το διασχίσουν ή επιτρέπει και την αντίθετη διαδρομή; Τα ερωτήματα διαδέχονται το ένα το άλλο σε μια ατμοσφαιρική αφήγηση που εξελίσσεται εσκεμμένα υποτονικά για να συμβαδίζει με τη σιωπή των χιονισμένων βουνών και τους κοφτούς, λιτούς, χαμηλόφωνους διαλόγους των θαμώνων του «Γρα-Γρου». Η ένταση και η αγωνία βρίσκονται μέσα τους και εντείνονται καρέ με το καρέ, σελίδα με τη σελίδα. Το τοπίο παραμένει ανεπηρέαστο από τα πάθη και τα λάθη των ανθρώπων και κάποιοι από αυτούς χρίζονται φύλακες και προστάτες του για να διασκεδάσουν τη μικρότητά τους μπρος στο Υψηλό που τους περικυκλώνει και την ανεξήγητη δύναμη της αυτοσυντηρούμενης φύσης. Και οι μέρες περνούν ώσπου η Σοφία, η νεαρή καθηγήτρια-πρωταγωνίστρια να πάρει μια απόφαση, συντροφιά με τον αδέσποτο σκυλάκο, τον Φόρη. Οι αποφάσεις σε τέτοια μέρη, όμως, δεν παίρνονται εύκολα. Η ιστορία του «Γρα-Γρου» μπορεί να είναι φανταστική αλλά βασίζεται σε κάποια πραγματικά στοιχεία. Το ομώνυμο εστιατόριο, παλαιότερα χάνι, λειτουργούσε έξω από την Καστανιά Ημαθίας μέχρι το 2004 όταν και άνοιξε η Εγνατία Οδός. «Σήμερα ελάχιστοι περνούν από κει, ωστόσο οι Βορειοελλαδίτες θυμούνται την ατέλειωτη διαδρομή με τις φιδωτές στροφές. Βυθισμένο στην ομίχλη επί μήνες κάθε χρόνο, το τοπίο μεταδίδει μια ασυνήθιστη ένταση, που επιτείνεται από την αίσθηση ότι το σημείο είναι ουσιαστικά μια διάβαση, ένα σύνορο, κι ότι το «Γρα-Γρου» ήταν το φυλάκιο. Δεν πρέπει να είναι τυχαίο ότι το εκκλησάκι που χτίστηκε απέναντι από το εστιατόριο αφιερώθηκε στον προστάτη των ταξιδιωτών, τον Αγιο Χριστόφορο, που ενίοτε απεικονίζεται ως κυνόμορφος», επισημαίνουν οι Τάσος Ζαφειριάδης και Γιάννης Παλαβός στο επιλογικό τους σημείωμα. Οι δυο σεναριογράφοι είχαν και κατά το παρελθόν συνεργαστεί με τον Θανάση Πέτρου στο «Πτώμα» (εκδόσεις Jemma Press, 2011), μια σαρκαστικά μακάβρια ιστορία που έχει μεταφραστεί ήδη και στα γαλλικά. Στο «Γρα-Γρου» όμως, στρέφουν το επίκεντρό τους στη σκοτεινή και αχαρτογράφητη ελληνική επαρχία, συνδυάζοντας την παράδοση, την τοπικότητα, τη γοητεία της μικροκλίμακας με τη φαντασία, το ιδιοσυγκρασιακό και το μεταφυσικό στοιχείο, παρεμβάλλοντας παράλληλα εγκιβωτισμένες αφηγήσεις για το παρελθόν που ερμηνεύουν το παρόν και μπολιάζοντάς τες με γλώσσες και ντοπιολαλιές που αντί να ξενίζουν τον αναγνώστη τον προκαλούν να τις «μεταφράσει». Αναρωτώμενοι ουσιαστικά για τη σχέση της Ιστορίας με τις μικρές ανθρώπινες, προσωπικές ιστορίες. Οπως τονίζουν και οι ίδιοι: «Αυτή η ένταση που σηματοδοτεί το πέρασμα από τον έναν τόπο στον άλλο, από τη μια κατάσταση στην άλλη, ήταν η αφετηρία για το κόμικς. Για τις ανάγκες της ιστορίας μας, επινοήσαμε ένα γεφύρι, μονίμως μισοχαμένο στην ομίχλη, όπως είναι συχνά το καθετί στην περιοχή. Εμπνευση για την ιστορία της γέφυρας ήταν η βεροιώτικη γέφυρα Καραχμέτ, που αποδίδεται λανθασμένα στον Μιμάρ Σινάν, τον σπουδαίο αρχιτέκτονα της εποχής του Σουλεϊμάν Α'. Στα παράλληλα επεισόδια που αφηγούνται την περιπλάνηση του αρχιτέκτονα και το χτίσιμο της γέφυρας, οι μάστορες μιλούν τα λεγόμενα “κουδαρίτικα”, τη συνθηματική γλώσσα των τεχνιτών της πέτρας». Το πολυεπίπεδο «Γρα-Γρου», όμως, δεν εξαντλείται στις σελίδες της έντυπης έκδοσης. Γίνεται ακόμη πιο απολαυστικό συνοδεία του «εικονικού σάουντρακ» που συνέθεσε ο Μιχάλης Σιγανίδης και μπορεί να απολαύσει ο αναγνώστης σκανάροντας το QR code του εσωφύλλου ή επισκεπτόμενος τη σελίδα των εκδόσεων Ικαρος. Αποκομίζοντας εντέλει μια μοναδικά πλούσια εμπειρία και απολαμβάνοντας μια εξαιρετική και πρωτότυπη δουλειά. Οι στίχοι Η γέφυρα του «Γρα-Γρου» παίζει τον ρόλο, μεταξύ άλλων, κι ενός διαχρονικού σημείου αποχωρισμού, φορτισμένου με μνήμες και ποτισμένου με δάκρυα. «Κλαψόδεντρε, Κλαψόδεντρε, πάνω στην κλαψοράχη, Γιατ’ είν’ στυφά τα μήλα σου, Τ’ άνθη σου μαραμένα; Στις ρίζες μου αγκαλιάζουνε τους γιους τους οι μανάδες, που παίρνουνε τη δημοσιά στα μακρινά να πάνε. Μαστόρ’ είναι οι άντρες τους κι εδώ αποχαιρετιούνται. Πέρα μακριά στην ξενιτιά Την πέτρα πελεκούνε. Στη σκιά μου αποχωρίζονται οι ξενοπαντρεμένες, στερνή φορά που βλέπουνε το πατρικό οι κόρες. Στις ρίζες πέφτουν δάκρυα, νοτίζουν τα κλαδιά μου. Γι’ αυτό είν’ στυφά τα μήλα μου τ’ άνθη μου μαραμένα». Οπως επισημαίνει ο Τάσος Ζαφειριάδης στο επίμετρο της έκδοσης, οι στίχοι του αυτοί είναι «εμπνευσμένοι από μια συνήθεια που επιβίωσε στα μαστοροχώρια της Δυτικής Μακεδονίας έως τα μέσα του εικοστού αιώνα: όταν οι χτίστες έφευγαν για να δουλέψουν σε άλλες περιοχές, οι συγγενείς και οι φίλοι τούς συνόδευαν μέχρι ένα ορισμένο σημείο στην άκρη του χωριού, όπου γινόταν ο αποχωρισμός. Το σημείο ονομαζόταν «Κλαψόδεντρος», «Κλαψογκορτσιά», «Κλαψοράχη», «Πικροκέρασος» κ.λπ. Εκεί οι οικείοι αποχαιρετούσαν και όσους επρόκειτο να ξενιτευτούν». Παρουσίαση Η πρώτη επίσημη παρουσίαση του «Γρα-Γρου» θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 29 Νοεμβρίου στις 19.00, στο MatchPoint café (Αινιάνος 1, πλατεία Βικτωρίας). Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο εικαστικός και διευθυντής του Τμήματος Kόμικς του ΑΚΤΟ Γιώργος Μπότσος, ο συγγραφέας Αβραάμ Κάουα και οι δημιουργοί του «Γρα-Γρου». Στον εκθεσιακό χώρο MatchPoint Arts N’ More θα λειτουργεί από τις 27 ώς τις 29 Νοεμβρίου έκθεση με σελίδες του κόμικς. Πηγή
  15. Π Α Ρ Ο Υ Σ Ι Α Σ Η Β Ι Β Λ Ι Ο Υ ΓΡΑ-ΓΡΟΥ Τετάρτη 29 Νοεμβρίου στις 19:00 MATCHPOINT CAFÉ Τ. ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΗΣ, Γ. ΠΑΛΑΒΟΣ, Θ. ΠΕΤΡΟΥ Οι εκδόσεις Ίκαρος και το MatchPoint café σάς προσκαλούν στην παρουσίαση του graphic novel Γρα-Γρου των Τάσου Ζαφειριάδη, Γιάννη Παλαβού και Θανάση Πέτρου, σε μουσική του Μιχάλη Σιγανίδη. Θα μιλήσουν ο εικαστικός και διευθυντής του Τμήματος Kόμικς του ΑΚΤΟ Γιώργος Μπότσος, ο συγγραφέας Αβραάμ Κάουα και οι δημιουργοί του Γρα-Γρου. Στον εκθεσιακό χώρο MatchPoint Arts N’ More θα λειτουργεί από τις 27 ως τις 29 Νοεμβρίου έκθεση με σελίδες του κόμικς. MatchPoint café Αινιάνος 1, Αθήνα 104 34 - σταθμός Βικτώρια, Τ. 210 8250898
  16. until
    Την Τετάρτη 29 Νοεμβρίου στις 19:00, οι εκδόσεις Ίκαρος και το MatchPoint café σάς προσκαλούν στην παρουσίαση του graphic novel «Γρα-Γρου» των Τάσου Ζαφειριάδη, Γιάννη Παλαβού και Θανάση Πέτρου, σε μουσική του Μιχάλη Σιγανίδη. Θα μιλήσουν ο εικαστικός και διευθυντής του Τμήματος Kόμικς του ΑΚΤΟ Γιώργος Μπότσος, ο συγγραφέας Αβραάμ Κάουα και οι δημιουργοί του «Γρα-Γρου». Στον εκθεσιακό χώρο MatchPoint Arts N’ More θα λειτουργεί από τις 27 ως τις 29 Νοεμβρίου έκθεση με σελίδες του κόμικς. MatchPoint café (Αινιάνος 1, Αθήνα 104 34 - σταθμός Βικτώρια) Τ. 210 8250898
  17. Το κόμικ αυτό βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Παύλου Μεθενίτη που έγραψε και το σενάριο. Πρόκειται στην ουσία για ένα οδοιπορικό αυτογνωσίας. Ένας δημοσιογράφος με ειδικότητα το ταξιδιωτικό ρεπορτάζ, πηγαίνει για ένα άρθρο στο όρος Πάικο. Εκεί συναντά τον μοναδικό επιζώντα μιας διμοιρίας του ΕΛΑΣ που αλλησκοτώθηκαν λόγω παραισθήσεων που προκλήθηκαν από κατανάλωση του παραισθησιογόνου μανιταριού Ροδίτης. Ένα ταξίδι, το οποίο τελικά βοηθά τον δημοσιογράφο να αντιμετωπίσει τα δικά του προβλήματα, βιώνοντας τον λόγο του γηραιού αντάρτη. Το σχέδιο του Πέτρου, σκοτεινό σε κάποια σημεία, ταιριάζει απόλυτα στο ύφος του κόμικ. Αυτό που με ξένισε λιγάκι είναι το σενάριο. Βρήκα κάποιους από τους διαλόγους αφύσικους, τραβηγμένους. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του Μεθενίτη, αλλά νομίζω ότι το κόμικ ίσως ήθελε λίγο διαφορετική αντιμετώπιση. Τέλος πάντων, το ξεπέρασα και συνολικά μου άρεσε αρκετά. Η έκδοση της Γνώσης είναι εξαιρετική. Σκληρό εξώφυλλο σε πολύ καλής ποιότητας χαρτί, ότι χρειάζεται για ένα Graphic Novel.
  18. Τα μανιτάρια των αισθήσεων και των παραισθήσεων Ο Παύλος Μεθενίτης Συντάκτης: Βασιλική Τζεβελέκου Αν ζητήσεις από παιδί ή ενήλικα να ζωγραφίσει ένα μανιτάρι, είναι βέβαιο ότι θα σχεδιάσει ένα ολοκόκκινο κεφάλι με λευκά στίγματα επάνω στο κλασικό ποδαράκι. Μια Αμανίτα Μουσκάρια δηλαδή, το αθώο και τόσο ψυχεδελικό μανιτάρι των παραμυθιών, της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων, των φωτιστικών στους κήπους των εξοχικών. Ο Αμανίτης ο Μυγοκτόνος, όπως ονομάζεται, δεν είναι άλλο από το παραισθησιογόνο ιερό φυτό, άμεσα συνδεδεμένο με το ανθρώπινο υποσυνείδητο και πασίγνωστο από τους μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων και τους σαμάνους της Σιβηρίας που το έτρωγαν για να ταξιδέψει η ψυχή τους, μέχρι τους κατοίκους της Γουατεμάλας ή της Αυστραλίας που το θεωρούσαν μαγικό. Οι αντάρτες και οι αντάρτισσες διά χειρός Θανάση Πέτρου Είναι εκείνα τα μανιτάρια που ξεκλήρισαν τη διμοιρία των Ελασιτών στο Πάικο της Μακεδονίας το φθινόπωρο του ‘43, όταν οι πεινασμένοι αντάρτες και οι αντάρτισσες τα μαγείρεψαν και τα έφαγαν κι ας έλεγε ο Γιαννάκος «είναι ζουρλομάνταρα, τρελομάνταρα, ζουρλομανίταρα. Στο χωριό μου δεν τ’ αγγίζουμε». Ο Θανάσης Πέτρου με το εμπνευσμένο πενάκι του αφηγείται με εικόνες την αληθινή ιστορία των ανταρτών στο graphic novel «Αμανίτα Μουσκάρια» (εκδόσεις Γνώση) που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο. Βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα «Αμανίτα Μουσκάρια» (εκδόσεις Καστανιώτη, 2007) του Παύλου Μεθενίτη, που έγραψε το σενάριο του κόμικς για τα σχέδια του Θανάση Πέτρου, ο οποίος και στο παρελθόν έχει μεταφέρει λογοτεχνικά κείμενα στο χαρτί με εξαιρετική επιτυχία. «Το δουλεύαμε δύο χρόνια, παράλληλα με άλλες ασχολίες, δίναμε από το έλλειμμα του χρόνου μας. Είναι τεράστιο έργο με φοβερή δουλειά, ιδιαίτερα για τον Θανάση. Ο κομίστας είναι ο σκηνοθέτης και δημιουργεί καρέ καρέ, όπως ο σκηνοθέτης πλάνο πλάνο, την ιστορία που βλέπουμε. Ο κομίστας βγάζει την ατμόσφαιρα. »Ο Θανάσης σκηνοθέτησε λοιπόν, έκανε κανονικά ντεκουπάζ όλο το βιβλίο στο χαρτί και δημιούργησε μια έντυπη ταινία. Ηταν κοπιαστική, δημιουργική διαρκής διαδικασία. Λίγα αποσπάσματα έχουν παραλειφθεί από το βιβλίο, οι διάλογοι είναι ελάχιστα τροποποιημένοι και όλες οι πληροφορίες για τη δράση των ηρώων προκύπτουν από την εικόνα», μας λέει ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Παύλος Μεθενίτης. Ενα road movie, λοιπόν, είναι το κόμικς, που μας ταξιδεύει από την καρδιά της Αθήνας στα βουνά της Κεντρικής Μακεδονίας και έχει στο επίκεντρο την αληθινή ιστορία των ανταρτών η οποία συνδέεται με το σήμερα. Μια ιστορία με παραισθησιογόνα και έκπτωτους αγγέλους, που μιλάει για το «χρέος και τα πάθη, για τις ουσίες και τους ανθρώπους που μαθαίνουν, πάντα σκληρά, πως λαχτάρα σημαίνει επιθυμία αλλά και τρόμος». Ο Ηλίας, δημοσιογράφος ταξιδιωτικού ρεπορτάζ, είναι ο κεντρικός ήρωας. Με οικογενειακές εκκρεμότητες, τον θάνατο του τζάνκι αδελφού του να τον βαραίνει και συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα, δραπετεύει συχνά με τη μοτοσικλέτα του. Σ’ ένα τέτοιο ταξίδι βρίσκεται στο Πάικο. Τυχαία μένει στο πανδοχείο του Ντρούγκαρου, του τελευταίου αντάρτη από τους δύο επιζήσαντες της αλληλοσφαγής που ακολούθησε μετά την κατάποση των μανιταριών το ‘43. Ολα αυτά τα χρόνια ο Ντρούγκαρος ζει αποτραβηγμένος, με τις αναμνήσεις και τα ερωτήματα να τον βασανίζουν. Οταν ο Ηλίας ύστερα από μια βόλτα στο δάσος τού φέρνει αμανίτες και του ζητάει να φάνε, ο Ντρούγκαρος έξαλλος του απαντάει: Ζουρλομάνταρα σαν και τούτα ρίξανε κάτω άντρες δράκους, θεριά, όχι αποσπόρια σαν κι εσένα και εμένα... Αντρες με πέντε κιλά αρχίδια ο καθένας! Που κρατάγανε ντουφέκι, όχι κομπιουτεράκια! Που ανέβαιναν τρέχοντας το βουνό με είκοσι κιλά στην πλάτη, που μπαίνανε στη φωτιά τραγουδώντας ρε! Τέτοιους άντρες λέω! Που μπορεί να μην είχαν το δικό σου μπόι αλλά ήταν γίγαντες. Τ’ ακούς; Γίγαντες Ωστόσο, ο νεαρός και ο ηλικιωμένος άντρας θα έρθουν κοντά, θα ανοίξουν τις καρδιές τους, θα καπνίσουν μπάφο, θα εξομολογηθούν ο ένας στον άλλον και τελικά θα φάνε αμανίτες αλλάζοντας διάσταση και βιώνοντας ο καθένας το δικό του ταξίδι, εκείνο που επιθυμούσε για να δραπετεύσει και να λυτρωθεί. • Οταν γράψατε το μυθιστόρημα θέλατε να αναδείξετε την ιστορία των ανταρτών ή να αναφερθείτε στην επίδραση των παραισθησιογόνων στον άνθρωπο; Παρακινήθηκα από την πραγματική ιστορία των ανταρτών, που υπάρχει στην αυτοβιογραφία του Στέφανου Χουζούρη «Γιατρός σε τρεις πολέμους». Αυτός είναι ο πυρήνας στο μυθιστόρημα και στο κόμικς. Ηθελα να συνδέσω την ιστορία του ‘43 με το σήμερα, με γέφυρα τις παραισθησιογόνους ουσίες και τους ανθρώπους που κινούνται μεταξύ καθήκοντος και πάθους. Οι αντάρτες ήταν άνθρωποι που είχαν αφοσιωθεί στο καθήκον. Η χρήση των μανιταριών λειτούργησε σαν κλειδί για να ξεκλειδώσει το ασυνείδητο των ανταρτών. Αυτό που βγήκε φανερώνει τι κρύβει κάθε άνθρωπος στην ψυχή του. Πως κάποιος που είναι ταγμένος σε μια ιδέα, σ’ ένα ιδανικό, καταπιέζει κατά κάποιο τρόπο τον ψυχισμό, τις επιθυμίες, τις τάσεις, τις ορέξεις, τις κλίσεις του, ακριβώς γιατί έχει να επιτελέσει τον σκοπό του. Στην ιστορία σήμερα, έχουμε έναν δημοσιογράφο που δεν τα πάει πολύ καλά με τον εαυτό του και κάτι ψάχνει για να αυτοπραγματωθεί. Για να ανακτήσει την αξιοπρέπεια που κάπου έχει χάσει. Τα μανιτάρια και η ιστορία του Ντρούγκαρου τον κάνουν με τον πιο σκληρό τρόπο να γίνει αυτός που θέλει να είναι. Μετά από αυτό γράφει το βιβλίο του και έρχεται σε εσωτερική αρμονία. Κλείνει τα χρέη προς τον εαυτό του, προς τους γονείς του, την πρώην κοπέλα του, την κοινωνία γενικότερα. Η σχέση πάθους-καθήκοντος που έλεγα πριν, φαίνεται στην ιστορία του αδελφού του. Πρεζάκι, χάνει τη ζωή του, όταν τον σκοτώνει ένας αστυφύλακας. Ο πατέρας είναι στρατιωτικός, άνθρωπος του καθήκοντος, και η μάνα δασκάλα -άλλο ένα πρόσωπο ταγμένο σε ιδανικό σκοπό. Ωστόσο όλοι, είτε είμαστε ταγμένοι στα πάθη, είτε στο καθήκον, δεν είμαστε μονοδιάστατοι. Στο τέλος ο ήρωας καταφέρνει να ισορροπήσει και ο Ντρούγκαρος, σε μεγάλη ηλικία πια, τρώει για πρώτη φορά αμανίτες. Σαν να θέλει να συνδεθεί με το παρελθόν του με τίμημα τη ζωή του. Αφού βγάζει τη φρίκη που είχε μέσα του για μισό αιώνα, πεθαίνει ήσυχος. • Πώς έγινε η συνεργασία με τον Θανάση Πέτρου; Οταν βγήκε το βιβλίο σημειώθηκε ένα χλιαρό ενδιαφέρον να μεταφερθεί στον κινηματογράφο, τουλάχιστον η σεκάνς με τους αντάρτες, να γίνει κάτι σαν αυτόνομη ταινία μικρού μήκους. Ατόνησε το σχέδιο και δεν προχώρησε, ωστόσο υπήρχε μια μορφή σεναρίου. Αργότερα γνωριστήκαμε με τον Πέτρου μέσω της «Ελευθεροτυπίας» όπου εργαζόμασταν. Με το μαγικό χέρι του έχει μεταφέρει διηγήματα μεγάλων συγγραφέων -Καραγάτση, Δημοσθένη Βουτυρά και άλλων- με φοβερή επιτυχία, με γλυκύτητα και ευαισθησία. Μου είπε ότι ενδιαφερόταν να κάνει το «Αμανίτα Μουσκάρια» graphic novel και φυσικά χάρηκα. Ετσι άρχισε η συνεργασία μας. • Ποια η σχέση σας με τα κόμικς; Τα λατρεύω. Αρχισα όπως όλοι της γενιάς μου από «Μίκι Μάους», «Σεραφίνο», «Τιραμόλα» και μετά τα διαπλανητικά της Μarvel. Δεν παρακολουθώ πλέον όλη την παραγωγή γιατί είναι τεράστια. Εκδίδονται καταπληκτικά πράγματα, έχουν εξελιχθεί σημαντικά το σενάριο και οι εικόνες. Ωστόσο ο πρώτος που μου έρχεται πάντα στο μυαλό είναι ο Ούγκο Πρατ. Τον αγαπώ πολύ, εκείνος κι αν έχει κάνει χάρτινες ταινίες! Και δεν μιλάμε για δημιουργούς όπως ο Ρεζέ και οι άλλοι φοβεροί που κάνουν ένα στριπ σε εφημερίδα και τα λένε όλα, αλλά για σχεδιαστές, για κομίστες που εκδίδουν μεγάλα άλμπουμ. • Τα κόμικς έχουν πάντα μια διαδραστική σχέση με τις νέες γενιές. Θεωρείτε ότι έτσι η ιστορία σας θα φτάσει ευκολότερα στους νεότερους αναγνώστες; Το ελπίζω. Η εικόνα πάντα είναι πιο εύληπτη. Δεν χρειάζεται πολλές επεξηγήσεις. Την εικόνα χωρίς λέξεις μπορεί να την προσλάβει κάθε άνθρωπος στον κόσμο. Η εικόνα είναι οικουμενική και οι νέες γενιές λειτουργούν κυρίως μέσω των εικόνων, έναντι των λέξεων. Θυμάμαι τον εαυτό μου να ανοίγω «Ρόμπαξ» και «Μπλεκ» και να τρελαίνομαι ή να βλέπουμε τηλεόραση... με μόνο δύο κανάλια. Ημασταν πεινασμένοι για εικόνες. Τώρα ο γιος μου έχει το τάμπλετ με εικόνα απίστευτης ευκρίνειας και παίζει παιχνίδια που τα βλέπω και πάλι χαζεύω. Η αλήθεια είναι ότι η εικόνα γοήτευσε τον άνθρωπο από την αρχή. Από τα πρώτα κόμικς είναι εκείνα των αρχαίων Αιγυπτίων που σκαλίζουν την ιστορία και τη μορφή του βασιλιά και της βασίλισσάς τους. • Κόμικς ή βιβλία θα προτείνατε; Βυθίστηκα σε ένα βιβλίο γύρω στα 14 κι έκτοτε κολυμπάω σ’ αυτή τη θάλασσα. Θεωρώ ότι το βιβλίο είναι θέμα αποκάλυψης. Δεν είναι θέμα μαθητείας. Είτε ερωτεύεται κάποιος τη λογοτεχνία και δεν ξαναβγαίνει από εκεί, είτε έχει μια σχέση περιστασιακή, διαβάζει για τη δουλειά, τις σπουδές του ή γιατί κάποιος του πρότεινε ένα καλό βιβλίο. Δεν είναι όμως ο παθιασμένος αναγνώστης, ο βιβλιόφιλος που θα πεθάνει μ’ ένα βιβλίο στο χέρι. Ωστόσο και οι εικόνες, όπως και οι λέξεις, είναι το μέσο για να εκφράσει κανείς ιδέες και συναισθήματα. Πηγή
  19. Ονομαστική τιμή: 9.90 Σχεδόν ένα χρόνο μετά το "Στη Μάχη του Μαραθώνα", το δίδυμο Σέρβου και Πέτρου μας προσφέρει το δεύτερο μέρος των κόμικ που ασχολούνται με τους Περσικούς Πολέμους. Και σε αυτό το κόμικ, έχει ακολουθηθεί η ίδια, πετυχημένη κατ'εμέ, συνταγή με το προηγούμενο: δίδεται φωνή σε ήρωες της καθημερινότητας, το ύφος είναι γλαφυρό, χωρίς κορώνες, οι Πέρσες παρουσιάζονται χωρίς μανιχαϊσμό, το σχέδιο είναι επιτυχημένο, η έκδοση πολύ ωραία. Περιλαμβάνονται τα ίδια παραρτήματα με το προηγούμενο έργο: αλήθειες και πλάνες σχετικά με τη Μάχη των Θερμοπυλών, καθώς και ένα γλωσσάρι. Ιδανικό για δώρο σε μικρά, αλλά και μεγαλύτερα παιδιά. Τολμώ να ευελπιστώ ότι σε έναν περίπου χρόνο θα δούμε και το "Στη ναυμαχία της Σαλαμίνας".
  20. Μόλις βγήκαν από τον φούρνο 2 νέα κόμικ σε σχέδιο του Θανάση Πέτρου. Αναμένονται Δελτία Τύπου, αλλά θέλει ο Πέτρου να κρυφτεί και η χαρά δεν τον αφήνει, οπότε ανέβασε 2 φώτο στο φβ (α, β) Στη Μάχη των Θερμοπυλών από την εκδοτική Πατάκη. Σε συνεργασία με την Κατερίνα Σέρβη με την οποία πέρυσι έβγαλαν το Στη Μάχη του Μαραθώνα. Η θεματολογία φαντάζομαι ότι είναι προφανής Αμανίτα Μουσκάρια από την εκδοτική Γνώση (aka Πρωτοπορία) σε σενάριο του Παύλου Μεθενίτη το οποίο αποτελεί και διασκευή του ομώνυμου βιβλίου του Μεθενίτη (εκδόσεις Καστανιώτη). Η θεματολογία στο 2ο σύμφωνα με την περίληψη που υπάρχει στο σάητ του Καστανιώτη για το βιβλίο. "Αμανίτα Μουσκάρια είναι το παραισθησιογόνο μανιτάρι που ξεκλειδώνει τις πύλες της ψυχής, επιτρέποντας στους αγγέλους και τους δαίμονες –που κρύβονται εκεί– να βγουν στο φως του συνειδητού. Ο ιερός μύκητας που μασούσαν οι αρχαίοι σαμάνοι για να μπουν στον κόσμο των πνευμάτων. Η αιτία που ξεκλήρισε μια ολόκληρη διμοιρία ανταρτών στη Μακεδονία το 1943. Αμανίτα Μουσκάρια, όμως, είναι και η ιστορία του Ηλία, ενός σαραντάρη δημοσιογράφου που βγάζει το ψωμί του οργώνοντας την Ελλάδα με τη μοτοσικλέτα του. Ενός ανθρώπου που γράφει σε ταξιδιωτικό περιοδικό, αλλά που περισσότερο θα ήθελε να ήταν συγγραφέας... Ένα μυθιστόρημα δρόμου για το χρέος και τα ανθρώπινα πάθη· για το καθήκον και την απόλαυση· για τις ευφορικές ουσίες, τις εθιστικές, και τα χημικά κλειδιά του υποσυνείδητου. Ένα βιβλίο για τους αντιήρωες της ζωής, που μαθαίνουν πάντοτε με σκληρό τρόπο πως λαχτάρα σημαίνει επιθυμία, αλλά και τρόμος." 124 σελίδες το κόμικ και είναι το μεγαλύτερο που έχει κάνει μέχρι στιγμής ο Θανάσης Καλοτάξιδα!
  21. Ένας από τους πιο εκρηκτικούς κινηματογραφιστές της γενιάς του, ο Γιάννης Οικονομίδης («Σπιρτόκουτο», «Η ψυχή στο στόμα», «Μαχαιροβγάλτης», «Το μικρό ψάρι») μεταφέρει την παράνοια της αστικής βίας και στο θέατρο. Σε συνεργασία με τον Βαγγέλη Μουρίκη παρουσιάζουν στο Εθνικό Θέατρο την παράσταση «Στέλλα κοιμήσου». Έξι σκιτσογράφοι προσκλήθηκαν να παρακολουθήσουν τις πρόβες και να αποδώσουν με ένα σχέδιο την εμπειρία τους. Το αποτέλεσμα εντυπωσιακό. Απόσπασμα από το έργο του Χάρη Λαγκούση Η ματιά του Γιάννη Οικονομίδη πάνω στη συγκεκαλυμμένη σκληρότητα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας και την υποκρισία που ξεδιπλώνεται οδυνηρά πίσω από την κουρτίνα μιας –τάχα– οικογενειακής γαλήνης εκφράστηκε με συγκλονιστικό τρόπο στο «Σπιρτόκουτο» και συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση στις επόμενες ταινίες του. Τώρα μεταφέρεται και στο θέατρο. Η παράσταση «Στέλλα κοιμήσου» (Εθνικό Θέατρο, πρεμιέρα 13 Οκτωβρίου) είναι μια «in your face» καταγραφή των συνεπειών ενός απαγορευμένου έρωτα σε έναν κόσμο εδραιωμένο στο ψέμα, το χρήμα, τη χυδαιότητα και το έγκλημα, λένε όσοι παρακολούθησαν τις πρόβες. Ανάμεσά τους και έξι δημιουργοί κόμικς που αποτύπωσαν με ένα σχέδιο και εν θερμώ την πρώτη τους εντύπωση. Έργο του Πέτρου Ζερβού «Ο Οικονομίδης μεταφέρει την ουσία του κινηματογράφου του στο θέατρο με τους ηθοποιούς να βάζουν κατά μέρος ή μάλλον να σπάζουν τα όρια της θεατρικής υποκριτικής και παιδείας, ενσαρκώνοντας την ωμή αλήθεια τους χωρίς καλολογικά στοιχεία κι άλλες "διαμεσολαβήσεις". Ο θεατής "ρίχνεται", σαν σε αρένα, στην πραγματική συνθήκη των ηρώων που ξεδιπλώνεται αριστοτεχνικά σαν να βλέπουμε σε αργή κίνηση μια αλυσιδωτή πυρηνική αντίδραση. Το αποτέλεσμα είναι μια δυνατή αλλά και λυτρωτική εμπειρία», δηλώνει στην «Εφ.Συν.» ο Πέτρος Ζερβός. Από μια τέτοια θυελλώδη παράσταση που ξεχειλίζει οργή, με ποια κριτήρια επέλεξαν την εικόνα τους οι έξι καλλιτέχνες; Και ποιος ήταν ο στόχος τους; «Όση ώρα βλέπαμε την παράσταση, σημείωνα κάποια στοιχεία από τις ατάκες των ηθοποιών, έκανα αρκετά προσχέδια με μολύβια ή πενάκια και στο τελικό μου σχέδιο προσπάθησα να διατηρήσω τη ζωντάνια που υπήρχε σ' αυτές τις γρήγορες σημειώσεις, χωρίς να μεσολαβήσει πολλή σκέψη και επεξεργασία που θα βάραιναν το αποτέλεσμα», επισημαίνει ο Θανάσης Πέτρου. Και η Μαρία Τζαμπούρα συμπληρώνει: «Ήταν αρκετά δύσκολο γιατί αν και πήγα ως σκιτσογράφος, με απορρόφησε ως θεατή και το απόλαυσα σαν παιδί που του διηγούνται μια συναρπαστική ιστορία. Έτσι χρειάστηκε, στο τέλος, να αναρωτηθώ για το ποια ήταν ακριβώς η συναρπαστική ιστορία που μόλις είχα παρακολουθήσει και τι ήθελα να διηγηθώ εγώ μέσα από αυτό που είδα. Αποφάσισα ότι ήταν μια ιστορία που την λένε οι γυναίκες και η απόφαση αυτή αποτέλεσε και το κριτήριο για το τι ήθελα να φτιάξω». Έργα των Θανάση Πέτρου (αριστερά) και Χάρη Λαγκούση (δεξιά) Στον αυθορμητισμό της δημιουργίας του στέκεται ο Χάρης Λαγκούσης που τονίζει: «Ήθελα να κάνω κάτι που να περνάει τη γενικότερη αίσθηση που μου άφησε το έργο: τη βία, την ένταση, την υποταγή. Και έτσι, με φρέσκια ακόμη τη μνήμη της παράστασης, ξεκίνησα να σκιτσάρω χωρίς να έχω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου, ώσπου κατέληξα στην εικόνα του τερατόμορφου πατέρα, του όπλου και του σκυμμένου προφίλ της Στέλλας», ενώ ο Γιώργος Γούσης στέκεται στην αμεσότητα της εμπειρίας: «Όταν με πήρε τηλέφωνο ο Γιάννης για να με καλέσει στην πρόβα, μου είπε πως ήθελε να κάνω ένα σκίτσο που θα αποτύπωνε αυτό που θα ένιωθα βλέποντας την παράσταση. Ακριβώς επειδή ήταν πρόβα, αυτό που παρακολούθησα ήταν πολύ λιτό, χωρίς σκηνικά, κοστούμια, φώτα, μουσική. Ήταν μοναχά τα κορμιά και οι ψυχές των ηθοποιών. Αποφάσισα λοιπόν να φτιάξω κάτι απλό με όση περισσότερη ένταση μπορούσα. Το συμπύκνωσα στην "Στέλλα" που μέσα από τον έρωτα, βρίσκει το κουράγιο και την ενέργεια να ορθώσει ανάστημα απέναντι στον εξουσιαστικό πατέρα της που ελέγχει με κάθε τρόπο τις ζωές όλων των ανθρώπων γύρω του, ακόμα και τα μέλη της ίδιας του της οικογένειας. Σε ένα δεύτερο επίπεδο τους φαντάστηκα και σαν ζώα, σαν θηρευτή και θήραμα. Προσπάθησα όσο μπορούσα να προετοιμάσω τους θεατές της παράστασης που θα έχουν δει πρώτα το σκίτσο για το τι πρόκειται να αισθανθούν μέσα στην αίθουσα αλλά, πιστέψτε με, είναι απλά η προετοιμασία. Η εμπειρία αυτής της παράστασης θα χαράξει τον θεατή βαθιά». Έργο του Γιώργου Γούση Στη «Στέλλα» επικεντρώνεται και το έργο του Πέτρου Ζερβού για την οποία δηλώνει: «Για χάρη της αγάπης της, συγκρούεται με τον πατέρα-αφέντη αλλά και με όλη την οικογένεια που, θέλοντας και μη, υπακούει στο θέλημά του. Αυτός ο δυναμισμός της, που είναι το alter ego του δυναμισμού του πατέρα της, εκφράζεται με μια απέραντη χορογραφία κινήσεων, χειρονομιών, αισθημάτων και επιχειρημάτων που κινούνται σπασμωδικά από τον τσαμπουκά που σου δίνει το δίκιο, την προσπάθεια συνδιαλλαγής ώς την απελπισία που σε οδηγεί το απόλυτο της πατρικής εξουσίας. Κάτι από αυτό το σπαρτάρισμα της ηρωίδας προσπάθησα να εκφράσω», ενώ ο Παναγιώτης Μητσομπόνος ξεκαθαρίζει: «Μόνο γιατί είναι φίλος μου ο Οικονομίδης δέχτηκα να πάω στην πρόβα. "Ελάτε να δείτε την πρόβα και να κάνετε κανένα σχεδιάκι, έτσι ό,τι σας κάνει εντύπωση, να μου πείτε και τη γνώμη σας, και θα δούμε τι θα τα κάνουμε (τα σχέδια) μετά". Με το θέατρο γενικά δεν έχω και πολύ καλή σχέση αλλά είπα ok, ας χάσω ένα απόγευμα για τον Γιάννη. Η παράσταση ήταν δυναμίτης! Η ένταση φοβερή, οι ηθοποιοί καταπληκτικοί και η αίσθηση δυνατή κλοτσιά στο στομάχι. Ήταν ένας κινηματογραφικός Οικονομίδης σε θέατρο με ρεαλιστικούς ζωντανούς χαρακτήρες. Μια παράσταση που την βλέπεις μονορούφι, με εντάσεις που εκεί που νόμιζες δεν πάει πιο πάνω, δεν έχεις δει τίποτα... πόσο πιο πάνω μπορεί να φτάσει. Ήταν τόσο έντονα τα συναισθήματα που μετά το τέλος της παράστασης όταν μιλάγαμε με τους ηθοποιούς τους κοιτούσα περίεργα, επηρεασμένος ακόμα από τους χαρακτήρες που υποδύονται! Ήξερα ήδη τι θα φτιάξω και το ίδιο βράδυ "έστησα" το σχέδιο. Περισσότερο σαν κινηματογραφική αφίσα μου βγήκε, με την έντονη βλοσυρή μορφή του μαφιόζου πατέρα πάνω από τα τρία "σακατεμένα" παιδιά του». Τι κινδύνους κρύβει, όμως, η απόσπαση μιας σκηνής από μια θεατρική παράσταση ή η επινόηση μιας εικόνας που να αποδίδει τα τεκταινόμενα σε μια ιδιοσυγκρασιακή μορφή τέχνης όπως αυτή του Οικονομίδη; «Το να παρακολουθεί κάποιος οποιαδήποτε μορφή τέχνης προϋποθέτει μια ειλικρινή ματιά απέναντι στο έργο, είτε είναι ζωγραφικός πίνακας είτε ταινία είτε θέατρο. Σημαίνει ότι αφήνεις όσο περισσότερο από το "εγώ" σου (ιδέες, κοσμοθεωρία, αντιλήψεις, στερεότυπα) έξω από την αίθουσα -είναι λίγο όπως το να βγάζεις τα παπούτσια σου μπαίνοντας σε δωμάτιο με χαλί- για να κάνεις χώρο για το καινούργιο που βλέπεις. Αυτό είναι έτσι κι αλλιώς δύσκολο, από μόνο του. Είναι περίπου όπως συμβαίνει στην καθημερινότητά μας. Πόσο εύκολα ακούμε τι έχει να μας πει ο άλλος χωρίς να τον διακόψουμε για να πούμε τη δική μας γνώμη; Στην περίπτωση του Οικονομίδη έπρεπε να αφήσω πίσω ακριβώς όλα τα επίθετα που συνήθως συνοδεύουν ό,τι κάνει και να του χαρίσω την πιο καθαρή ματιά μου, να κοιτάξω αυτό που πραγματικά έβλεπα εκείνη τη στιγμή, χωρίς να ανατρέξω στο κουτί στο οποίο τον έχουμε -όσοι τον έχουμε- κατηγοριοποιήσει. Ελπίζω να το κατάφερα κάπως», απαντά η Μαρία Τζαμπούρα. Έργα των Παναγιώτη Μητσομπόνου (αριστερά) και Μαρίας Τζαμπούρα (δεξιά) Την ένταση του Οικονομίδη, θα μπορούσαν άραγε να την αποδώσουν και τα κόμικς; «Εντυπωσιάστηκα από το γεγονός ότι ο Οικονομίδης σκηνοθέτησε μια θεατρική παράσταση διατηρώντας ατόφια, νομίζω, την κινηματογραφική του γλώσσα και ματιά, οπότε φαντάζομαι και κόμικς αν έκανε, αυτό το προσωπικό ύφος θα υπήρχε με την ίδια ένταση. Επομένως, δεν είναι το μέσο που βαραίνει περισσότερο, αλλά η προσωπική άποψη, αντίληψη και ευαισθησία», επισημαίνει ο Θανάσης Πέτρου. Αντίθετη άποψη φαίνεται να έχει ο Χάρης Λαγκούσης που δηλώνει: «Υπάρχουν κόμικς που πηδάνε από τη σελίδα και επιτίθενται στις αισθήσεις - το μόνο όριο είναι το ταλέντο και η φαντασία του δημιουργού. Προσωπικά πάντως, ως σκηνοθέτης και σκιτσογράφος, διαχωρίζω πλήρως τις δύο τέχνες: είναι δύο αφηγηματικές γλώσσες με διαφορετική τοποθέτηση απέναντι στον ρεαλισμό. Για παράδειγμα η αποστασιοποίηση του κινηματογράφου του Bresson λειτουργεί άψογα στα κόμικς του Chester Brown, αλλά τι νόημα θα είχε μία κόμικς διασκευή μιας ταινίας του Κασσαβέτη;», ενώ ο Γιώργος Γούσης συμπληρώνει: «Κάθε αφηγηματική τέχνη έχει τα δικά της εργαλεία για να μεταδίδει στον θεατή τα συναισθήματα της ιστορίας που αφηγείται. Εξαρτάται από το ταλέντο και την ικανότητα του αφηγητή ώστε να χρησιμοποιήσει σωστά αυτά τα εργαλεία. Ο Οικονομίδης τα κατάφερε στο σινεμά και τώρα πιστεύω τα καταφέρνει και στο θέατρο αποφεύγοντας να γίνει κινηματογραφικός κι αυτό είναι και το μεγάλο κατόρθωμά του. Αν λοιπόν αυτό ήταν το ζητούμενο, προφανώς υπάρχει τρόπος να γίνει και σε ένα κόμικ, φτάνει κάποιος να έχει την όρεξη και την επιμονή να βρει τον τρόπο με τα εργαλεία αυτής της τέχνης». Και το σχετικό link...
  22. Το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ κάνει την πρώτη του εκδοτική κίνηση στον χώρο των κόμικς. Το πιο κρύο καλοκαίρι είναι μια πολύ όμορφη και προσεγμένη σε όλα τα επίπεδα έκδοση, κάτι που δεν έχουμε συνηθίσει σε έντυπα που διανέμονται δωρεάν. Η έκδοση περιλαμβάνει τρεις ιστορίες κόμικς, οι οποίες είναι βασισμένες σε πραγματικές αφηγήσεις προσφύγων, όπως τις κατέγραψαν σε συνεντεύξεις οι Μύριαμ Κλαπή (Βερολίνο), Ηλέκτρα Αλεξανδροπούλου (Αθήνα) και Αλίκη Κοσυφόγλου (Αθήνα). Οι ιστορίες είναι τυχαίες, χωρίς ιδιαίτερες κορυφώσεις. Την διασκευή των συνεντεύξεων σε κόμικ και την εικονογράφηση εκαναν οι Δήμητρα Αδαμοπούλου, Θανάσης Πέτρου και Γιώργος Τραγάκης, γνωστοι και καταξιωμένοι δημιουργοί και οι τρεις. Στην έκδοση συμπεριλαμβάνονται επίσης, το ποίημα της Ηλέκτρας Αλεξανδροπούλου "Ιδού εγώ", το κείμενο του Μιχάλη Παναγιωτάκη (Δημοσιογράφου-Αναλυτή) "10 σημεία για τη γεωπολιτική συγκυρία της προσφυγικής κρίσης" και το κείμενο του Κωστή Τσιτσελίκη (Καθηγητή στο πανεπιστήμιο Μακεδονίας-Προέδρου της Ελληνικής ένωσης για τα δικαιώματα του ανθρώπου) "Μεταναστευτικές πολιτικές στην Ελλάδα και την Ευρώπη: Ξέρουμε τι (δεν) θελουμε;". Το εξώφυλλο ειναι φωτογραφία του Μάριου Λώλου. Αξίζει να αναφερθεί πως η εκτύπωση έγινε στο ΚΕΘΕΑ ΣΧΗΜΑ+ΧΡΩΜΑ του οποίου η δράση, ειναι το λιγότερο αξιέπαινη και ενδιαφέρουσα. Σε προσωπικό επίπεδο, το βρήκα καταπληκτικό σε σκέψη και εκτέλεση. Χαίρομαι να βλέπω τέτοιες εκδόσεις, θα χαρώ να μπει σε όσο περισσότερα σχολεία γίνεται, μιας και όπως με πληροφόρησε η υπεύθυνη της έκδοσης Ιωάννα Μεϊτάνη, ειναι ενας βασικός στόχος της έκδοσης αυτής. Για αντίτυπα, επικοινωνήστε με το παράρτημα Ελλάδας στο 2103613769. Η έκδοση είναι επίσης διαθέσιμη στο διαδίκτυο http://rosalux.gr/publications
  23. Ο Σύρος πρόσφυγας, στην ιστορία του Γιώργου Τραγάκη, διασχίζει χιλιάδες χιλιόμετρα για να βρει μια ασφαλή γη Ο φράκτης στον Εβρο μετά από έναν χρόνο «Αριστερά» παραμένει στη θέση του. Οι πρόσφυγες πνίγονται στο Αιγαίο ή αντιμετωπίζονται σαν ανθρώπινα σκουπίδια στα σύνορα διάφορων ευρωπαϊκών κρατών. Όσοι καταφέρνουν να φτάσουν στον προορισμό τους αντιμετωπίζουν νέες δυσκολίες. Τρεις Ελληνες δημιουργοί μεταφέρουν σε κόμικς τις περιπέτειες των ανθρώπων που διάλεξαν να ζήσουν και αγωνίστηκαν για να το πετύχουν​. «Ιδού εγώ Ο Μετανάστης, ο Ξένος, ο Εξόριστος, ο Πρόσφυγας, ο Απατρις, ο Εκτοπισμένος αυτός που δεν θέλετε να δείτε αυτός που δεν έχει όνομα αυτός που πέρασε τη θάλασσα αυτός που άφησε πίσω του τη λεπτή κόκκινη γραμμή αυτός που φέρνει τους νεκρούς του μαζί του, πάνω του, μέσα του αυτός που δεν ήθελε να πολεμήσει…» Έτσι ξεκινά το σπαρακτικό ποίημα της Ηλέκτρας Αλεξανδροπούλου με τίτλο «Ιδού Εγώ», που «προλογίζει» την έκδοση «Το πιο κρύο καλοκαίρι – Τρεις πραγματικές ιστορίες προσφύγων» του ελληνικού παραρτήματος του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ. Το βιβλίο, με εξώφυλλο του Μάριου Λώλου, περιλαμβάνει τρεις συγκλονιστικές αφηγήσεις προσφύγων μεταφερμένες σε κόμικς από ισάριθμους Ελληνες δημιουργούς, καθώς και κείμενα του Μιχάλη Παναγιωτάκη («10 σημεία για τη γεωπολιτική συγκυρία της προσφυγικής κρίσης») και του Κωστή Τσιτσελίκη («Μεταναστευτικές πολιτικές στην Ελλάδα και την Ευρώπη: Ξέρουμε τι (δεν) θέλουμε;»). Οι δυο νεαροί Αφγανοί, στην ιστορία της Δ. Αδαμοπούλου, ετοιμάζονται για το μεγάλο ταξίδι. Ό,τι και να πάρουν μαζί τους δε θα είναι αρκετό. Στο εισαγωγικό τους σημείωμα, οι Martin Schirdewan, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Γραφείου του Ιδρύματος, και Ιωάννα Μεϊτάνη, συντονίστρια του παραρτήματος στην Ελλάδα, επισημαίνουν: «Οι ιστορίες είναι βασισμένες σε πραγματικές αφηγήσεις προσφύγων που συναντήσαμε στην Αθήνα και στο Βερολίνο. Είναι ιστορίες τυχαίες, χωρίς ιδιαίτερες κορυφώσεις. Διαλέξαμε να τις μετατρέψουμε σε κόμικς για να ξεγελάσουμε τη δραματικότητα χωρίς να χάσουμε τη λεπτομέρεια της αφήγησης. Τα βασικά πρόσωπα των ιστοριών μας είναι άνθρωποι που θα μπορούσαν ίσως να είναι μέλη της οικογένειάς μας, φίλοι μας, γείτονες. Είναι όμως σίγουρα άνθρωποι που στο κοντινό μέλλον θα γίνουν οι συνάνθρωποί μας στις κοινωνίες μας, στους τόπους μας. Ας τους υποδεχτούμε». Τις συνεντεύξεις των προσφύγων πήραν οι Μύριαμ Κλαπή, Ηλέκτρα Αλεξανδροπούλου και Αλίκη Κοσυφολόγου και τη μεταφορά σε κόμικς ανέλαβαν οι Γιώργος Τραγάκης, Θανάσης Πέτρου και Δήμητρα Αδαμοπούλου. Πρωταγωνιστές στην ιστορία της Αδαμοπούλου («Προς τη Δύση») είναι ο Σαΐντ και ο Αλαμντάρ, δυο παιδικοί φίλοι από το Αφγανιστάν, δεκαέξι και δεκαεφτά χρόνων αντίστοιχα, που για να ξεφύγουν από τις επιθέσεις των Ταλιμπάν ο πρώτος και από την έκρυθμη κατάσταση στο Πακιστάν όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια ο δεύτερος περπατούσαν επί ενάμιση μήνα μέχρι να φτάσουν στα τουρκικά παράλια, από εκεί στην Ελλάδα και εντέλει στη Φρανκφούρτη και στο Όσλο. Απόσπασμα από το κόμικς της Δήμητρας Αδαμοπούλου «Θα ήθελα να τους γνωρίσω από κοντά, όχι τόσο για τη δουλειά μου αλλά σε προσωπικό επίπεδο, γιατί από το κείμενο της συνέντευξής τους που μου δόθηκε είδα πόσο δυνατοί άνθρωποι είναι και πόσο κουράγιο έχουν παρά τα όσα έχουν περάσει. Ο ένας από αυτούς μάλιστα ταξίδεψε μόνος του, δεκαέξι χρόνων παιδί. Πώς βρίσκεις δύναμη στα δεκαέξι σου να ξεκινήσεις τέτοιο ταξίδι και να αρχίσεις μια καινούργια ζωή σε μια ξένη χώρα χωρίς καν να μιλάς τη γλώσσα; Είναι απίστευτο το ότι το πέτυχε και ταυτόχρονα διατηρούσε το χιούμορ του και έλεγε αστεία καθώς του έπαιρναν τη συνέντευξη! Σέβομαι και θαυμάζω απεριόριστα αυτά τα παιδιά» τονίζει στην «Εφ.Συν.» η Δήμητρα Αδαμοπούλου. Η εικοσιτετράχρονη Χίμπα, στην ιστορία του Θανάση Πέτρου, φτάνει στη Μυτιλήνη για να συνειδητοποιήσει ότι νέα προβλήματα μόλις αρχίζουν Στην ιστορία του Θανάση Πέτρου («Ακόμα λίγους μήνες»), παρακολουθούμε την περιπέτεια της εικοσιτετράχρονης Χίμπα που έφυγε μαζί με την κόρη της από το Χαλέπι αρχικά και από τη Δαμασκό στη συνέχεια για να συναντήσει τον σύζυγό της στη Γερμανία. Περπάτημα στην Τουρκία, φουρτουνιασμένο Αιγαίο, μούσκεμα στη Μυτιλήνη με βοήθεια μόνο από τους εθελοντές, Αθήνα, Βελιγράδι και ύπνος στα πάρκα, νηστικοί και ταπεινωμένοι σε Ουγγαρία, Αυστρία, Μόναχο, Βερολίνο. Πώς είναι δυνατό να αποδοθεί σε κόμικς ένα τέτοιο ταξίδι επιβίωσης; Και σε ποιες λεπτομέρειες πρέπει να εστιάσει ο δημιουργός; «Δεν ήταν και τόσο εύκολη δουλειά, μια και έπρεπε να προκύψει ένα σενάριο που να σέβεται την πρωτότυπη αφήγηση και να είναι προσαρμοσμένο στους ρυθμούς και στις ανάγκες που έχουν τα κόμικς ως μέσο. Έδωσα μεγαλύτερο βάρος στο να δημιουργήσω μια αίσθηση ενιαίας ατμόσφαιρας, είτε πρόκειται για την ηλιόλουστη Λέσβο είτε για τη βροχερή Γερμανία» επισημαίνει ο Θανάσης Πέτρου. Απόσπασμα από το κόμικς του Θανάση Πέτρου Ένας ανώνυμος σαραντάχρονος Σύρος από τη Δαμασκό αφηγείται τη δική του βασανιστική πορεία στην ιστορία του Γιώργου Τραγάκη («Το πιο κρύο καλοκαίρι»). Η γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του έμειναν πίσω μέχρι αυτός να προετοιμάσει το έδαφος για να τους υποδεχθεί. Συλληφθείς αρχικά από τη συριακή αστυνομία κατά τις πρώτες διαδηλώσεις εναντίον του καθεστώτος, κυνηγημένος στη συνέχεια από τον ISIS, διέσχισε σε άθλιες συνθήκες τη Συρία και την Τουρκία και με βάρκα έφτασε στην Ελλάδα για να καταλήξει αρχικά στην Ουγγαρία και μετά στο Αϊζενχούτενστατ. Παρά τα προβλήματα και τις συνεχείς προσβολές και ταπεινώσεις, προτιμά, περιμένοντας να γίνει δεκτή η αίτηση ασύλου του, να κλείσει την αφήγησή του λέγοντας για κάποιους από τους Γερμανούς που τον βοηθούν να ενταχθεί: "Γνώρισα μερικούς ανθρώπους που μας φέρονται σαν αδέρφια. Είναι απλοί, καλοί, ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι". Για τους Ελληνες θα μπορούσε να λεχθεί κάτι τέτοιο; «Δυστυχώς σε όλη την Ευρώπη έχουμε αυτό που, εύκολα θα λέγαμε, μεγάλη ποικιλία ψυχοσυνθέσεων με απεριόριστα απρόβλεπτη συμπεριφορά. Είμεθα ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο» απαντά στην «Εφ.Συν.» ο Γιώργος Τραγάκης. Το τέλος του τεράστιου ταξιδιού μπορεί να είναι αίσιο για λίγους. Όχι για όλους. Aπόσπασμα από τη συμμετοχή του Γιώργου Τραγάκη. Πώς μπορεί, όμως, μια τέτοια έκδοση με εξαιρετικής ποιότητας έργα τέχνης να συμβάλει στη βελτίωση των ζωών των προσφύγων; Σε ποιους απευθύνεται και ποιος είναι ο στόχος των τριών δημιουργών κόμικς που συμμετέχουν; «Η βοήθεια προς τους πρόσφυγες δεν είναι ανάγκη να γίνεται πάντα απευθείας και να είναι μόνο οικονομική. Η έκδοση προσπαθεί να επικοινωνήσει ένα θέμα που σε πολλούς μπορεί να μην είναι τόσο γνωστό όσο σε άλλους» επισημαίνει ο Γιώργος Τραγάκης. Και ο Θανάσης Πέτρου συμπληρώνει: «Το βιβλίο προσπαθεί να κάνει γνωστές στο ευρύ κοινό τις ταλαιπωρίες που βιώνουν άνθρωποι οι οποίοι διεκδικούν το αυτονόητο, να ζουν δηλαδή σε ένα ασφαλές περιβάλλον μακριά από τον πόλεμο. Δείχνει, επιπλέον, ότι δεν πρόκειται για ανθρώπους "εξωπραγματικούς", η Χίμπα είναι μια κοπέλα που σπούδαζε γραφιστική στο πανεπιστήμιο. Ελπίζω να το διαβάσουν και άνθρωποι που δεν ασχολούνται με τα κόμικς». «Το πιο κρύο καλοκαίρι» με τις ιστορίες των Γιώργου Τραγάκη, Θανάση Πέτρου και Δήμητρας Αδαμοπούλου, σε εξώφυλλο του Μάριου Λώλου, κυκλοφορεί από το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ Τέλος, η Δήμητρα Αδαμοπούλου δηλώνει ότι στόχος της είναι οι νέοι και όλοι όσοι δεν κατανοούν το πρόβλημα που βρίσκεται πίσω από τις αιτίες της προσφυγιάς: «Θα ήθελα να διαβάσουν αυτήν την ιστορία οι νέοι κυρίως άνθρωποι που πιστεύουν ότι οι πρόσφυγες δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν από το να θαλασσοπνίγονται στο Αιγαίο. Για να δουν ότι οι πρόσφυγες έχουν κι εκείνοι οικογένεια και φίλους και μια ολόκληρη ζωή που καταστράφηκε πίσω στην πατρίδα τους. Και ότι αυτά που πέρασαν για να φτάσουν ώς εδώ εμείς τα βλέπουμε μόνο στις ταινίες. Θέλω να τη διαβάσουν νέοι άνθρωποι που βλέπουν τον πρόσφυγα ως κάτι μακρινό και απειλητικό και να μπουν λίγο στη θέση αυτών των ανθρώπων, να καταλάβουν, όχι με τη λογική αλλά με το συναίσθημα». «Το πιο κρύο καλοκαίρι - Τρεις πραγματικές ιστορίες προσφύγων» διατίθεται δωρεάν από το Παράρτημα Ελλάδας του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ. Η έκδοση είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο, ενώ για αντίτυπα επικοινωνήστε με το Ίδρυμα (τηλ. 210 3613769, Καλλιδρομίου 17, 10680, Αθήνα). Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.