Jump to content

Search the Community

Showing results for tags '2018'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Valt's blog
  • Dr Paingiver's blog
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • Dhampyr Diaries
  • Περί ανέμων και υδάτων

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

  1. Πως και το προπέρσινο (2016) κόμικς "ΗΡΩΕΣ" οι ''ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ'' περιέχουν τους τρεις πρώτους νικητές που διοργάνωσε το Κέντρο Εφαρμοσμένων Τεχνών πέρσι το Φθινόπωρο με τίτλο ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ. Την ιστορία τους έπρεπε να την φτιάξουν μέσα σε 4 σελίδες. Διαβάζεται μέσα σε ένα λεπτό, δεν με ενθουσίασε καθόλου ούτε σεναριακά ούτε σχεδιαστικά. Ευτυχώς που το παρών κομιιξάκι δίνεται δωρεάν. Αν αυτά ήταν τα καλύτερα δεν θέλω να φανταστώ τα χειρότερα. Οι περισσότεροι φανζινάδες κάνουν καλύτερες δουλείες.    ΑΝΑΓΝΩΣΤΕ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ Υ.Γ.ΣΕΛΙΔΕΣ ΘΑ ΑΝΕΒΑΣΩ ΑΡΓΟΤΕΡΑ
  2. Στις 144 σελίδες του Shark Nation συναντά κανείς όλα όσα μας απασχολούν και μας προβληματίζουν στα social media, αλλά και στις παρέες μας. Συζητάμε για τον φεμινισμό που είναι ξανά στο προσκήνιο με το κίνημα του #metoo, για τα όρια, αν υπάρχουν, της πολιτικής ορθότητας, για την πολιτική που ασκείται από ανθρώπους που με δυσκολία μπορείς να τους χαρακτηρίσεις πολιτικούς, για τα social media και την άμεση επιρροή τους στις μάζες και στις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και, φυσικά, για την τεχνολογία που βάζει μπροστά μας νέα ηθικά διλήμματα. Όλα αυτά μέσα από την ιστορία της Μπίμπι, της σκλάβας του σεξ του νέου Αμερικανού προέδρου αλλά και των ντεντέκτιβ Ντικ Φιλίπο και Τζένιφερ Γκάφρεϊ, παλιών γνώριμων μας από το περσινό Yesternow. Για όλα τα υπόλοιπα ο λόγος στον Σπύρο Δερβενιώτη, στον οποίο ανήκει το σχέδιο αλλά και το κείμενο στα αγγλικά… Το Shark Nation καταπιάνεται με τα social media και την εισβολή της τεχνολογίας στην καθημερινότητα… Ποιο είναι το story του Shark Nation και γιατί το επέλεξες ως τη νέα σου δουλειά; Βρισκόμαστε στην Αμερική του 2020. Μια φεμινιστική ομάδα απελευθερώνει την Μπίμπι, την σκλάβα του σεξ που ανήκει στον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο των Η.Π.Α., μια μασκοφορεμένη ιντερνετική περσόνα γνωστή μόνο ως «ο Καρχαρίας». Η υπόθεση φέρνει το δίδυμο των ντετέκτιβ που γνωρίσαμε στο Yesternow, τον Ντικ Φιλίπο και τη Τζένιφερ Γκάφρεϊ σε ολομέτωπη αντιπαράθεση, μπλεγμένους σε ένα περίπλοκο πολιτικό παιχνίδι που στήνεται με αφορμή την αρπαγή της Μπίμπι. Όπως και στο Yesternow, το κόμικ του οποίου αποτελεί συνέχεια, επέλεξα ένα θέμα το οποίο με τον ένα ή τον άλλον τρόπο έβλεπα να επανέρχεται σαν συζήτηση και να συμπυκνώνει το zeitgeist. Ταυτόχρονα είχα να λύσω ένα «ευτυχές ατύχημα»: το γεγονός ότι έφτιαχνα ένα sequel στο κόμικ που κατακεραύνωνε τα sequel. Ωστόσο το Shark Nation δεν είναι “Yesternow II”. Το μόνο κοινό είναι οι χαρακτήρες, που τους πιάνουμε ακριβώς από εκεί που τους αφήσαμε στο τέλος του Yesternow, κι όποιος το έχει διαβάσει, ξερει ακριβώς τι σημαίνει αυτό. Όποιος δεν το έχει διαβάσει, θα πρότεινα να το διαβάσει πριν ξεκινήσει το Shark Nation, αλλιώς σημαντικά subplots θα τον ξενίσουν. …αλλά και με τα gender issues. Είναι ένα πολιτικό κόμικ και γιατί; “It’s complicated”. Είναι πολιτικό κόμικ εκ κατασκευής. Ήταν μια ιστορία που δομήθηκε πάνω στα gender issues, στη συζήτηση που γίνεται γι’ αυτά, αγγίζοντας και τα θέματα της ελεύθερης βούλησης και των ορίων αυτής, και της ελευθερίας του λόγου και των ορίων αυτής. Στο αρχικό draft δεν υπήρχε Πρόεδρος των ΗΠΑ, απλά ‘Ενας Οποιοσδήποτε Κυρίαρχος Αρσενικός. Η επιλογή αυτός να είναι ο Πλανητάρχης, μου άνοιγε δυνατότητες στην πλοκή και “it really brought the room together”, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό το τόσο «φανερά πολιτικό στοιχείο» που κάνει το κόμικ πολιτικό. Φεμινισμός, social media, τεχνολογία, Τραμπ, πολιτική ορθότητα. Το Shark Nation απλώνεται σε ένα φάσμα επίκαιρων θεμάτων και μοιάζει να μη «μασάει» πουθενά. Πώς θίγει τα παραπάνω θέματα και πόσο ταυτίζεται με τη δική σου οπτική γι’ αυτά; Πρώτα θέλω να βγάλω τον ελέφαντα απ’ το δωμάτιο: Στο κόμικ δεν υπάρχει Τράμπ, η τουλάχιστο δεν υπάρχει ο «εύκολος στόχος Τράμπ». Θεωρώ ότι η πολεμική στον Τράμπ έγινε με λάθος τρόπο, λάθος τόνο, και στην τελική εν πολλοίς και με λάθος κίνητρα. Αυτό αγγίζεται έμμεσα αλλά σε αρκετο βάθος στο δεύτερο κεφάλαιο του Shark Nation. Το τελευταίο που θα ήθελα θα ήταν να προστεθώ σε μια ανέξοδη παρέλαση αυτοσυγχαιρώμενων προοδευτικών που κλωτσάνε έναν εύκολο στόχο και παρ’ όλα αυτά καταφέρνουν ν’ αστοχήσουν. Περισσότερο με ενδιέφερε το «σκοτεινό φωτοστέφανο» που περιβάλει τον Τράμπ: Η Μοντέρνα και internet-savvy ακροδεξιά, όλο αυτό το alt-right κύμα που χρησίμευσε σαν Προφήτης του Τραμπισμού. Πρωταγωνιστές εκτός από το δίδυμο των ντεντέκτιβ Ντικ Φιλίπο και Τζένιφερ Γκάφρεϊ, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ -μια ιντερνετική περσόνα με το προσωνύμιο «Ο Καρχαρίας- και η Μπιμπή, σκλάβα του σεξ. Ποιο είναι το πιο δυνατό σημείο του Shark Nation και πώς το ανέδειξες με τη δουλειά σου; Aυτό είναι κάτι που μπορούν να απαντήσουν μόνο οι αναγνώστες. Το τέλος του Shark Nation υπαινίσσεται ότι τα πάντα πλέον είναι δυνατά, και όχι από την καλή άποψη. Τι θα μπορούσε να σε εκπλήξει προσωπικά σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο; Ένα ευτυχισμένο τέλος, αυτό θα μου προκαλούσε έκπληξη. Μια συλλογική αφύπνιση, ένα ξαφνικό και μαζικό «ρε μαλάκες τι σκατά κάνουμε; Γιατί ανεχόμαστε ΑΥΤΟ;» Αυτό θα ήταν μια γνήσια έκπληξη. Η πεμπτουσία της Κρίσης, (η οποία είναι παγκόσμια, μην αφήνετε κανέναν μαλάκα να την παρουσιάζει σαν κάτι που αφορά συγκεκριμένα τη χώρα μας), είναι αυτή η γενικευμένη αίσθηση ότι τίποτα δεν έχει συνέπειες, κανένα check and balance δε λειτουργεί, κανένας δεν είναι σε θέση να ελέγξει και να περιορίσει οποιονδήποτε αποφασίσει ότι θέλει να αρπάξει ο,τιδήποτε ορέγεται. Μεγαλώσαμε σε μια εποχή όπου ένα σκάνδαλο μπορούσε να ρίξει έναν Πλανητάρχη, και ονειρευτήκαμε να γίνουμε οι Γούντγουορντ που θα το καταφέρουν. Γερνάμε σ’ έναν κόσμο όπου οι Γούντγουορντ φανερότατα και ξεδιάντροπα παραπληροφορούν, ψέγοντας ταυτόχρονα τα «fake news των ίντερνετς» φοβικοί απέναντι σ΄έναν κόσμο που βλέπουν σαν όχλο απ’ τον οποίο έχουν πλήρως αποξενωθεί. Η αρρώστια έχει τόσο γενικευθεί, που αυτό θα με εξέπληττε: το να ξαναγίνουμε καλά, και να αποκτήσουν τα πράγματα αξία και βαρύτητα. To “Shark Nation” αποτελεί το σίκουελ του “Yesternow”. Πώς θα είναι το Shark Nation του 2051; «Ή μέχρι τότε θα έχει αναμορφωθεί, ή θα έχει πάψει να υπάρχει», είναι μια προφητεία που έχουμε στο DiEM25. Βέβαια η προφητεία αφορά την Ευρώπη και το 2025, αλλά ισχύει και για το Shark Nation. Αυτό που βιώνουμε και περιγράφει το Shark Nation είναι μια επιταχυνόμενη εντροπία. Έ, δεν υπάρχουν πολλοί τρόποι να καταλήξει αυτό, δύο είναι: ή εκμηδενίζεσαι ή μετουσιώνεσαι. Η φετινή σου παρουσία στο Comicdom Con; Για τρίτη συνεχή χρονιά στο artist’s alley, περιτρυγυρισμένος από καλούς φίλους με καινούργιες δουλειές για τις οποίες μαζί κοιλοπονήσαμε όλη τη χρονιά. Το Shark Nation κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χαραμάδα. Το Comicdom Con Athens 2018 διεξάγεται 20-22/4 (11.00-21.30) στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση και στο κτίριο του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδας. πηγή
  3. Φανζίν που έκανε την εμφάνισή του στον πάγκο των Εκδόσεων του Κάμπου στο Comicdom Con 2018. Είναι το ντεμπούτο το Θωμά Κεφαλά, ο οποίος κάνει το σενάριο και το σχέδιο. Γραφιστική επιμέλεια, ο δικός μας Βασίλης "Sandman" Φωτσεινός. Επτά ιστορίες μαύρες, κυνικές, μίζερες θα έλεγαν κάποιοι (και πιθανώς θα είχαν δίκιο), συνοδευόμενες από τρία pin-up. Όμως υπάρχει κάτι ενδιαφέρον στο εγχείρημα αυτό. Το artwork, που μεταβάλλεται λιγότερο ή περισσότερο από story σε story, είναι μια μείξη Robert Crumb και Thomas Ott. Μου φάνηκε αναπάντεχα καλό και με σημαντικά περιθώρια εξέλιξης. Σεναριακά, είναι ακριβώς το είδος του (ελληνικού) κόμικ που πολλοί λατρεύουν να κράζουν, αν και περιέχει μερικές δυνατές σκηνές, με αποκορύφωμα τη βουβή «Βόλτα». Γιατί είπα ότι παρουσιάζει ενδιαφέρον; Αν ο Κεφαλάς το προχωρήσει σοβαρά, τότε πιστεύω ότι μπορεί να κάνει εντυπωσιακά πράγματα, οπότε αυτό θα είναι το πρώτο κόμικ ενός (πολύ;) αξιόλογου δημιουργού. Αν το αφήσει ή δεν το πάρει στα σοβαρά, τότε το κόμικ αυτό θα χαθεί κάτω από τη σκόνη. Όπως και να 'χει, αξίζει να του ρίξετε μια ματιά, υπό τους ήχους του Thee Most Exalted Potentated Love των Cramps.
  4. Το νέο (ή μήπως να πω το πρώτο, σε έντυπη τουλάχιστον μορφή; ) κομιξάκι της ταλαντούχου Ειρήνης Σκούρα είναι γεγονός. Πολύ προσεγμένη έκδοση με ωραίο σχέδιο, άψογο τυπογραφικά (αν και μικρό) - ένα τευχάκι που χαίρεσαι να κρατάς στα χέρια σου. Επίσης τα αμερικάνικά που μιλάνε μου φαίνονται άψογα. Περιέχει σύντομες και αστείες περιπέτειες Αμερικανίδας (ή Αμερικάνας; ) σερβιτόρας σε diner εθνικής οδού. Τα σεναριάκια του μονοσέλιδων στριπς δεν με κέρδισαν, λίγο αναμενόμενο το χιούμορ, λίγο αμερικάνικο μου φάνηκε, κάπως έτσι. Συνολικά πάντως πολύ ωραίο. Πιστεύω ότι η δημιουργός με το ένα μάτι κοιτάζει υπερατλαντικά.
  5. Shark Nation- Toξικά τρολ, πολιτική ορθότητα και ένα μέλλον που αιωρείται Aπό το youtube στον Λευκό Οίκο μέσω του σεξισμού Με το Yesternow, ο Σπύρος Δερβενιώτης ασχολήθηκε με την αποδόμηση της νοσταλγίας και της (μεταμοντέρνας) πολιτισμικής επιστροφής των ίδιων πραγματών ξανά και ξανά, που φαίνεται να κυριαρχεί στην εποχή μας. Τώρα, στο sequel, ο δημιουργός δε διστάζει να καταπιαστεί με μερικά από τα πιο δύσκολα θέματα της εποχής μας. Αυτά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την ιντερνετικής κουλτούρα, τα τρολ και την πολιτική ορθότητα. Αποτελούν, στην εποχή μας, θέματα αμιγώς πολιτικά, όπως έδειξαν και οι εκλογές στις ΗΠΑ. Ο Δερβενιώτης βασίζει σε αυτές τις πραγματικές συνθήκες τη δική του, ελεύθερη μέσα στην υπερβολή της, αστυνομική ιστορία και αυτή τη φορά φέρνει τους δύο ήρωες του Yesternow αντιμέτωπους, περισσότερο από θέμα συνθηκών παρά ιδεολογίας. Άλλωστε και οι διαφορετικές απόψεις που σκιαγραφούνται μέσα στις σελίδες του Shark Nation (εκδόσεις Χαραμάδα) δε θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Από τη μία είναι το γνωστό ακροδεξιό, ρατσιστικό, βαθιά μισογύνικο και αντιδραστικό παραλήρημα της alt-right, το οποίο δεν έχει αφήσει καμιά γωνιά του Ιντερνετ απολιόρκητη και στις μέρες μας, όπως και στο graphic novel, έχει φτάσει μέχρι τον Λευκό Οίκο. Προκλητικοί για την πρόκληση, εχθρικοί σε οτιδήποτε δε τους μοιάζει, οι alt-right είναι το πρόσωπο ενός νέου κόσμου που δεν βλέπει την θέση του στις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες που τον περιτριγυρίζουν, τόσο οικονομικά όσο και πολιτισμικά. Έτσι,βρίσκει καταφύγιο σε έναν νέου τύπου συντηρητισμό, από τον οποίο μάλιστα δεν λείπει και μια ανεδαφική μεν, λαοφιλής δε θεωρητική τεκμηρίωση. Στα καρέ του κόμικ αυτός ο κόσμος εκπροσωπείται από ένα avatar, έναν άνθρωπο δίχως πρόσωπο αλλά με βαθιά εγωιστικά χαρακτηριστικά. Ο Καρχαρίας, ο τρόλεδρος και αρχηγός του Shark Nation είναι ταυτόχρονα η προσωποποίηση τόσο του καταπιεσμένου, ψυχολογικά και οικονομικά, κόσμου της alt-right όσο και όσων την χρησιμοποιούν για τα επικοινωνιακά τους παιχνίδια, ως κάλυμμα καπνού σε καταπιέσεις πολύ πιο βαθιές και αληθινές από αυτές που (νομίζει ότι) βιώνει ο λευκός άνδρας στην φανταστική κυριαρχία του φεμινισμού. Από την άλλη, υπάρχει η ομάδα των Crossbusters, η φεμινιστική ομάδα των υπερασπιστριών της πολιτικής ορθότητας. Μέσα σε μια σύντομη και πολύ πιο προσωπική εστίαση, ο Δερβενιώτης κάνει μια παρουσίαση όλων των πραγμάτων για τα οποία κατηγορείται αυτός ο δύσκολος όρος με τις πολλαπλές σημασίες. Με τις Crossbusters κάνουν την εμφάνισή τους η ακραία σημασιοδότηση της ορολογίας στο πλαίσιο της έγκλισης, η επικριτική και πολλές φορές επιθετική συμπεριφορά απέναντι στην κριτική και η αποφυγή ζητημάτων της παραδοσιακής πολιτικής. Τα χαρακτηριστικά αυτά, που εντοπίζονται σε πολλές φεμινιστικές ομάδες, περισσότερο με διαδικτυακή παρουσία, είναι και αυτά που επιτρέπουν σε αστικές πολιτικές να τις αποπροσανατολίσουν από την απαραίτητη ριζοσπαστική δράση και να τις εντάξουν σε μια ρητορική όχι μόνο κενή αλλά και τελικά όντως επικίνδυνη για την ελεύθερη κριτική, στο όνομα της «προστασίας» και της «ρύθμισης». Ας μη πάει πολύ μακριά κάποιος… Αρκεί να θυμηθεί την Μέριλ Στριπ που στήριζε με τόσο πάθος την Χίλαρι Κλίντον, αγνοώντας ηθελημένα το γεγονός ότι οι φονικές πολιτικές της δε διέφεραν ουσιαστικά από αυτές του νυν προέδρου. Ο Δερβενιώτης δεν υιοθετεί την επικίνδυνη στάση του ισαποστισμού, του «ναι μεν, αλλά». Στις σελίδες του Shark Nation ο φόνος, ο βιασμός, η τρομοκρατική δράση της alt-right δεν εξισώνεται με τη διαδήλωση, τη διαμαρτυρία, την πάλη για ίσα δικαιώματα. Αντίθετα, η τελευταία αναγνωρίζεται και, στο τέλος τίθεται στο επίκεντρο για όλους, ανεξαρτήτως φύλου, σεξουαλικότητας, χρώματος, ιδιότητας ή… μηχανικής υπόστασης. Ταυτόχρονα στις πυκνές σελίδες του κόμικ βρίσκουμε και το θέμα των προσωπικών δεδομένων σε μια εποχή που ζει στο Διαδίκτυο σε μεγάλο βαθμό, αν όχι εξ ολοκλήρου. Το τι βλέπουμε, το τι και πως το σχολιάζουμε διαμορφώνει όχι μόνο την πολιτική μας ζωή αλλά και την ταυτότητά μας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο έλεγχος της πληροφορίας αποκτά πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από ότι στο παρελθόν. Η ίδια η Ιστορία κινδυνεύει όχι απλά να εξαφανιστεί αλλά να γίνει κάτι πολύ χειρότερο: να επανεγγράφεται συνεχώς, μια μεταλλαγμένη και χαοτική αλήθεια… εναλλακτικών γεγονότων όπου τίποτα δεν έχει σημασία και τίποτα δεν ξεχωρίζει. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι ήρωες του Δερβενιώτη συγκρούονται, αναθεωρούν σχέσεις και καταστάσεις, μπλέκουν και λύνουν υποθέσεις. Με την υφή του noir πάνω από την ιστορία (ενισχυόμενη και από το ύφος του σχεδίου) ο Δερβενιώτης πλέκει τα δύσκολα αυτά θέματα πάνω σε μια αστυνομική ουσιαστικά ιστορία, κάτι που δεν της στερεί τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις. Αντίθετα, κατεβάζοντας τα θέματα αυτά από τα…σύννεφα του Ιντερνετ στους δρόμους και τα γραφεία, όπου ζουν οι ανθρώπινοι χαρακτήρες του, καταφέρνει να τους δώσει όχι μόνο μια άμεση υπόσταση αλλά και μια εγγύτητα που την έχουν ανάγκη. Σχεδιαστικά, το οξύ σκίτσο του Δερβενιώτη, με τις λεπτές σκιάσεις, γραμμές και τα παιχνιδίσματα του ασπρόμαυρου δίνει ένα πολύ βίαιο αποτέλεσμα, το οποίο ταιριάζει στην εποχή και τη θεματολογία. Είναι ένα σκίτσο που όχι μόνο δε διστάζει να δείξει σώματα και όργανα ως Αντικείμενα και Υποκείμενα, αίμα και βία, αλλά το κάνει και λειτουργικά, φυσικά, σαν κομμάτι της πλοκής και των συνθηκών που την επηρεάζουν. Είναι μια εποχή άλλωστε όπου ένα ιντερνετικό ακροδεξιό τρολ είναι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ και η απογοήτευση αναρριχάται σε επίπεδα πρωτόγνωρα. Ποιο άλλο χρώμα θα ταίριαζε σε ένα τέτοιο παρόν/μέλλον; Τι επιφυλλάσει λοιπόν το μέλλον για το Shark Nation αλλά και τους αναγνώστες του; Δυστυχώς, για την απαισιόδοξη ματιά του δημιουργού, αυτά συγκλίνουν: Δυσκολίες. Τα πάντα είναι πιθανά, αλλά τα κακά είναι μάλλον πιθανότερα. Δέκα χρόνια άλλωστε παγκόσμιας κρίσης δεν αφήνουν και πολύ χώρο για αισιοδοξία. Σε κάθε περίπτωση όμως, το σοκ του Shark Nation είναι, αν μη τι άλλο, ένα καλό ξυπνητήρι. Αρκεί να μην πατήσουμε το snooze. Πηγή
  6. Οι Νύφες του Δράκουλα: Νουρ- Το φως και το σκοτάδι στις (δευτερ) αγωνίστριες Είναι αλήθεια πως είναι πολύ δύσκολο να πει κανείς πλέον κάτι για τον Δράκουλα του Μπραμ Στόκερ. Ένα έργο σταθμός για την σύγχρονη λογοτεχνία γενικά, στέκει ακόμα και σήμερα, 121 χρόνια μετά την έκδοση του στην αρχή μιας μακράς λογοτεχνικής παράδοσης για τους Βασιλιάδες των Παρεκκλίσεων από τους φυσικούς νόμους. Μπορεί οι μύθοι για τους βρυκόλακες να υπήρχαν και πριν, ωστόσο ήταν ο Στόκερ που τους έδωσε την μορφή με την οποία έφτασαν στις μέρες μας μέχρι σήμερα, και στην οποία βασίστηκαν αργότερα τόσοι και τόσοι δημιουργοί, σε όλες τις τέχνες. Θα έλεγε κανείς οτι τόσα χρόνια μετά, οι βρυκόλακες θα έπρεπε να είχαν προχωρήσει. Και, σε μεγάλο βαθμό, το έκαναν. Αλλά πάντα η επανεφεύρεση των πηγών ασκεί μια τεράστια γοητεία στους δημιουργούς και το κοινό. Ειδικά όταν έτσι πέφτει φως σε άτομα, μέρη και ιστορίες που ποτέ πριν δεν είχαμε φανταστεί αλλά πάντα τριγυρνούσαν στο πίσω μέρος του μυαλού μας, σαν άμορφες απορίες. Μια τέτοια πτυχή του μύθου έρχεται σήμερα, στα δεδομένα της ελληνικής κόμικ σκηνής, να λύσουν ο Αβράαμ Κάουα και ο Γιάννης Ρουμπούλιας με το νέο τους πόνημα «Οι Νύφες του Δράκουλα» (εκδόσεις Jemma Press), μια (ελπίζουμε) τριλογία αφιερωμένη στις Νύφες του Βλάντ του Παλουκωτή, οι οποίες στο αρχικό έργο δεν εμφανίζονται παρά σε ελάχιστα μέρη. Και όμως, αυτά τα όντα κάποτε ήταν άνθρωποι με θέλω, επιδιώξεις και ελπίδες. Με φόβους, μίση και απογοητεύσεις. Στο πρώτο βιβλίο λοιπόν βυθιζόμαστε στην ιστορία της πρώτης Νύφης, της Νουρ (φως στα Αιγυπτιακά), μιας σκλάβας σε ένα χαρέμι στην Κωσταντινούπολη. Η Νουρ αντάλλαξε μια ζωή στο φως με μια άλλη, πέρα από τα όρια του θανάτου και της τρέλας, και, κοιτώντας το πως έφτασε εκεί, δεν μπορούμε να πούμε πως την αδικούμε. O Κάουα φτιάχνει με μια εικόνα μόνο μια ολόκληρη ιστορία με βάθος και χαρακτήρες προσεγμένους, προσεγγίσιμους. Το κυριότερο όμως είναι οτι, αναγνωρίζοντας την ιστορικότητα των χαρακτήρων, δεν τους κάνει πιόνια σε μια κοινότυπη ιστορία εκδίκησης ή εντυπωσιασμού. Οι Νύφες δεν είναι μια ευκαιρία να ξαναδούμε τον Δράκουλα. Η Νουρ είναι πρωταγωνίστρια σε όλα. Από το ψυχολογικό προφίλ, μέχρι την στιγμή της εναντίωσης/ ενηλικίωσης. Οι επιλογές της είναι δικές της και το σενάριο μας οδηγεί σε αυτές χωρίς άλματα, βιασύνες ή εφηβικό ενθουσιασμό. Καταλαβαίνουμε πως μια γυναίκα που επί χρόνια βιώνε την χειρότερη καταπίεση μπορεί να επιλέγει ελεύθερα τον θάνατο (και τελικά την προσωοποποίηση του). Καταλαβαίνουμε γιατί τελικά ξεσηκώνεται και σηκώνει τα όπλα απέναντι σε μια ολόκληρη κοινωνία που την έστειλε στα μεταξένια αλλά πολύ πραγματικά κάτεργα. Η άρνηση όλων των ανθρώπων που γνώρισε και ο εναγκαλισμός της νύχτας μας δίνεται με λογική, ευαισθησία και κατανόηση. Μακριά από εύκολες και παιδιαρίστικες λογικές της αδύναμης γυναίκας που παρασύρεται από τον γοητευτικό ξένο, η Νουρ με το γιαταγάνι στο χέρι μαθαίνει να ορίζει την μοίρα της- και να δέχεται τις συνέπειες των επιλογών της. Όσον αφορά το σχέδιο, παραμένει ένα από τα πιο δυνατά στοιχεία της έκδοσης. Ο Γιάννης Ρουμπούλιας αφήνει λίγο στην άκρη το γνωστό, έντονα σωματικό στυλ του και μας δίνει μια καλοακονισμένη σκοτεινή ατμόσφαιρα, έντονα επηρεασμένη από πιο παραδοσιακές απεικονίσεις του Δράκουλα. Οι έντονες γραμμές και σκιάσεις δίνουν έμφαση στα πρόσωπα, τα οποία πολύ συχνά γεμίζουν εντελώς τα ακανόνιστα καρέ, ως κοντινά στους χαρακτήρες. Το μαύρο, σε όλες του τις αποχρώσεις, κυριαρχεί, ενώ οι αντιθέσεις μεταξύ των τονών Η βία και το αίμα ενώ υπάρχουν σε αφθονία, θα ήταν λάθος να καθορίσουν τον τόνο του έργου και, σε μεγάλο βαθμό, αυτό αποφεύγεται, δίνοντας έμφαση σε πάλεις και στοιχεία εσωτερικά. Ταυτοχρονα, το ερωτικό στοιχείο, εφόσον μάλιστα μιλάμε για γάμους, είναι ιδιαίτερα έντονο τόσο εκφραστικά όσο και σχεδιαστικά στους χαρακτήρες, πολύ περισσότερο στους γυναικείους, πράγμα που ενώ σαν επιλογή δικαιολογείται, θα μπορούσε να ακολουθήσει τον δρόμο του υπόλοιπου έργου. Σε κάθε περίπτωση, οι Νύφες ήταν μια πολύ ιδιαίτερη και ευχάριστη έκπληξη που θα θέλαμε να συνεχιστεί. Πηγή
  7. Άρθρο της Αγγελικής Καραχάλιου, που υπάρχει στο σημερινό Έθνος της Κυριακής, στο οποίο μας παρουσιάζει την βιβλιοθήκη του πολιτιστικού οργανισμού "Ατοπος" . Και σε μεγαλύτερη ανάλυση. Έθνος Βιβλιοθήκη Φλάφι.zip Υ.Γ. Μηπως να καναμε ετσι και την βιβλιοθηκη της λεσχης;
  8. Ο αγαπημένος ήρωας από το πενάκι του Γιάννη Ρουμπούλια, Πόναν ο Μάρμαρος επιστρέφει δριμύτερος και με παρέα αυτή τη φορά για μια ακόμη περιπέτεια γεμάτη χιούμορ (ακόμη περισσότερο καμμένο χιούμορ) και φυσικά αναφορές σε ταινίες, καταστάσεις κτλ Η έκδοση στην ίδια ποιότητα με το περσινό τεύχος, το μέγεθος και ο αριθμός των σελίδων επίσης όπως και η τιμή (πέντε ευρώ). Μα τον Βρώμ γέλασα αρκετά ομολογώ.
  9. Ένα σκληρό παραμύθι για τον Μακεδονικό Αγώνα Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς «Τα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση των εθνικών μας μύθων γύρω από τον Μακεδονικό Αγώνα. Το βιβλίο σημείωσε τεράστια επιτυχία και εξακολουθεί να διαβάζεται ακόμα. Η πρόσφατη προσαρμογή του σε κόμικς είναι εικαστικά μαγευτική. Η επιλογή, ωστόσο, του συγκεκριμένου βιβλίου για να μεταφερθεί σε κόμικς δημιουργεί ερωτήματα Στο πλαίσιο της εθνικά εγκεκριμένης ιστοριογραφίας, τα «Μυστικά του Βάλτου» (1937) της Πηνελόπης Δέλτα, βιβλίο βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα και αποδοσμένο ως μυθοπλασία, απέκτησαν μια μυθική διάσταση, τονώνοντας κατά καιρούς το πατριωτικό αίσθημα και διαμορφώνοντας τις εθνικές συνειδήσεις των Ελληνοπαίδων. Πάνω, ωστόσο, σε σαθρά θεμέλια, στα βαλτώδη και θολά νερά της κατασκευής ηρωικών εθνικών αφηγήσεων, στον εθνικιστικό βούρκο της δαιμονοποίησης των «αντιπάλων» και της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας για κάποιον «ιερό σκοπό» μια και ο σκοπός «αγιάζει τα μέσα». Τα «Μυστικά» κυκλοφόρησαν το 1937, τρεις δεκαετίες μετά τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται, σε ό,τι δηλαδή έμεινε γνωστό στην Ιστορία ως «Μακεδονικός Αγώνας» (1904-1908). Με κεντρικά πρόσωπα δυο ανήλικα αγόρια, τον Αποστόλη και τον Γιωβάν και θέατρο του δράματος τη Λίμνη των Γιαννιτσών και τις γύρω από αυτήν ελώδεις περιοχές, στο βιβλίο περιγράφεται η δράση των ελληνικών αντάρτικων σωμάτων στις επιχειρήσεις τους κατά των Βούλγαρων Κομιτατζήδων σε μια εποχή που ολόκληρη η Μακεδονία βρισκόταν σε αναβρασμό, με την Οθωμανική Αυτοκρατορία να βρίσκεται στα τελευταία της και τον χάρτη των Βαλκανίων να ανασχεδιάζεται στα γραφεία των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών. Τα όσα αναφέρονται στο βιβλίο αξιοποιήθηκαν καταλλήλως από την πολιτική ηγεσία και την εθνικόφρονα τάση της ιστορικής μελέτης για να εξυμνηθούν τα ανδραγαθήματα των Ελλήνων και να «αποδειχθεί» με έναν ακόμη τρόπο η ελληνικότητα της Μακεδονίας. Αυτό απαιτούσε την επιλεκτική χρήση αποσπασμάτων του, την αποσιώπηση μέρους της πραγματικότητας, την υποβάθμιση κάποιων γεγονότων και την ανάδειξη κάποιων άλλων. Ενδελεχείς, τεκμηριωμένες και εμπεριστατωμένες μελέτες όπως αυτές του Τάσου Κωστόπουλου («Το Μυστικό του Βάλτου», «Εφ.Συν.», 14 Μαΐου 2017) έχουν θέσει τα ιστορικά γεγονότα σε μια πραγματική διάσταση που διαφέρει σημαντικά από την «εθνική υπερηφάνεια» και τις -καταγεγραμμένες στην επίσημη Ιστορία- περιφανείς νίκες εναντίον των «κακών» Βούλγαρων. «Από την άποψη της εθνικής κατήχησης, θα ήταν, γαρ, μάλλον αντιπαραγωγικό να εξηγήσεις στα ελληνόπουλα (αλλά και στους ενήλικους συμπατριώτες μας) πως ο αγώνας στον Βάλτο έληξε νικηφόρα όταν (και επειδή) οι ημέτεροι "ιππότες του σταυρού" έδρασαν ως άτακτη επικουρία των στρατευμάτων του σουλτάνου, ξεκαθαρίζοντας την περιοχή από τους επαναστατημένους ντόπιους χριστιανούς. Γιατί αυτό ακριβώς συνέβη τον Μάιο του 1907: μια κοινή ελληνοτουρκική στρατιωτική επιχείρηση, με την οποία οι φιλοβούλγαροι αντάρτες (κομιτατζήδες) της περιοχής εκτοπίστηκαν από τα κρησφύγετά τους, απαλλάσσοντας προσωρινά τους μπέηδες του κάμπου από τον βραχνά της επαναστατικής τρομοκρατίας. Ως λογοτέχνης, η Δέλτα δεν δεσμευόταν φυσικά από την υποχρέωση ειλικρίνειας του ιστορικού. Την ίδια όμως πολιτική αυτολογοκρισίας και αποσιώπησης έχει ακολουθήσει στο συγκεκριμένο ζήτημα και το μεγαλύτερο μέρος της καθ’ ύλην αρμόδιας, εθνικά ορθής επιστημονικής κοινότητας. Ο χαρακτήρας του Μακεδονικού Αγώνα ως πολύμορφης σύμπραξης οθωμανικού κράτους, μουσουλμάνων μπέηδων και Ελλήνων παραστρατιωτικών για την καταστολή του επαναστατικού κινήματος των σλαβόφωνων αγροτών της Μακεδονίας αποτελεί μέχρι τις μέρες μας ένα από τα μεγαλύτερα ταμπού της εγχώριας ιστοριογραφίας» αναφέρει ο Κωστόπουλος. Φυσικά, όπως η Δέλτα ως λογοτέχνης δεν δεσμευόταν από την υποχρέωση της αντικειμενικότητας και της επιστημονικότητας, έτσι και ακόμη περισσότερο, οι Γιάννης Ράγκος και Παναγιώτης Πανταζής που μετέφεραν «Τα Μυστικά του Βάλτου» σε κόμικς (εκδόσεις Polaris) δεν υπόκεινται σε ανάλογες δεσμεύσεις. Η προσαρμογή ενός σχεδόν κλασικού έργου της ελληνικής λογοτεχνίας σε κόμικς προϋποθέτει και απαιτεί μεγάλους βαθμούς ελευθερίας. Με δεδομένη και αναπόφευκτη τη «συμπίεση» των περισσοτέρων από 600 σελίδων του βιβλίου της Δέλτα σε 110 σελίδες κόμικς, η προσαρμογή πρέπει να γίνει με ιδιαίτερη μαεστρία. Και ο Ράγκος τα καταφέρνει περίφημα. Εχει επιλέξει από το ογκώδες λογοτεχνικό έργο τα κατάλληλα αποσπάσματα που συνθέτουν μια ολοκληρωμένη αφήγηση που έχει την αυταξία της και λειτουργεί ανεξάρτητα από τη γνώση του πρωτοτύπου. Ο Ράγκος, άλλωστε, δημοσιογράφος και συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας («Η Στάση του Εμβρύου», «Μυρίζει Αίμα» κ.ά.) γνωρίζει καλά να περιγράφει γεγονότα με ευσύνοπτο τρόπο και να αποδίδει νοήματα αποτελεσματικά και με λίγα λόγια. Το είχε πράξει πρόσφατα και με τον βραβευμένο «Ερωτόκριτο» σε κόμικς με τη συνεργασία του Δημοσθένη Παπαμάρκου στο σενάριο, σε σχέδια του Γιώργου Γούση. Επικεντρώνεται στα δυο παιδιά – πρωταγωνιστές και τα παρακολουθεί σε αρκετές συγκινησιακά φορτισμένες στιγμές από τη ζωή τους στον βάλτο ενώ σε κατάλληλες δόσεις παρεμβάλλει τους πραγματικούς πρωταγωνιστές των γεγονότων: τον Τέλλο Αγρα (Σαράντος Αγαπηνός) και τον καπετάν Νικηφόρο (Ιωάννης Δεμέστιχας), εξέχουσες φυσιογνωμίες της περιόδου. Αποφεύγοντας, ευτυχώς, να μιμηθεί το εθνικό πάθος της Δέλτα και να εξιδανικεύσει τους χαρακτήρες. Οπως γράφει ο Αθανάσιος Τζ. Φερμίν στο επίμετρο της έκδοσης: «Το μυθιστόρημα της Δέλτα περιγράφει μ’ ενθουσιασμό, επικό ύφος και εθνικό πάθος αυτό τον αγώνα […] Πρόκειται για ένα πολεμικό μυθιστόρημα με συναρπαστική πλοκή, μυστήριο και περιπέτεια αλλά και αναπόφευκτη βία και σκληρότητα όπου οι κεντρικοί ήρωες είναι παιδιά, τα οποία δεν παρακολουθούν απλώς θαυμάζοντας τα κατορθώματα των πολεμιστών αλλά παίρνουν και τα ίδια μέρος στον πόλεμο, αναλαμβάνουν αποστολές, κινδυνεύουν, τραυματίζονται, θυσιάζονται». Ο πατριωτισμός της Πηνελόπης Δέλτα και τα εθνικά κίνητρά της, την οδήγησαν στα «Μυστικά του Βάλτου» με προφανή τον διαπαιδαγωγητικό και διδακτικό στόχο. Τα κίνητρα του Ράγκου δεν είναι τέτοια και αυτό αποδεικνύεται από την επιλογή των σκηνών και των στιγμιοτύπων που μάλλον δεν διαφημίζουν τον πόλεμο ούτε είναι προορισμένα για να νουθετήσουν τα παιδιά και να χαλυβδώσουν το πατριωτικό τους αίσθημα. Από την άλλη, ωστόσο, παραμένει ανεξερεύνητο και το πραγματικό κίνητρο. Γιατί, να επιλέξει, ας πούμε, κάποιος εν έτει 2018 και με ένα θησαυρό ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας διαθέσιμο, να προσαρμόσει σε κόμικς ένα μυθιστόρημα του 1937 που αναφέρεται στον Μακεδονικό Αγώνα; Σίγουρα οι δημιουργοί του δεν είχαν καμιά πρόθεση να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία που έχει φέρει στην επικαιρότητα το θέμα του ονόματος της ΠΓΔΜ, καθώς το βιβλίο τους ετοιμαζόταν επί τρία ολόκληρα χρόνια και μάλλον εναντίον τους λειτουργεί η χρονική σύμπτωση της κυκλοφορίας του με τον διπλωματικό πυρετό των τελευταίων μηνών, με γνώμονα και το κοινό στο οποίο απευθύνονται κατά πλειονότητα τα ελληνικά κόμικς. Η επιλογή, όμως, του συγκεκριμένου βιβλίου της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής του εικοστού αιώνα δεν παύει να προκαλεί ερωτήματα που τις απαντήσεις τους διαθέτουν μόνο οι δημιουργοί και οι εκδότες, σε μια περίοδο που τα ελληνικά κόμικς κατακλύζονται από μια διαρκή «επιστροφή» στην ελληνική λογοτεχνία και στην ελληνοκεντρική θεματολογία. Παρά τα ερωτήματα αυτά όμως, τα «Μυστικά» των Ράγκου - Πανταζή είναι εικαστικά υπέροχα. Ο Πανταζής («Common Comics», «Μαρμελάδα Κεράσι» κ.ά.) είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς των «τριάντα-και-κάτι» Ελλήνων δημιουργών κόμικς που εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία φιλοτεχνεί με συνέπεια, έργα ευαίσθητα, φορτισμένα με συναισθήματα και μουσικές, έργα γλυκά και μελαγχολικά, που εξελίσσονται σε αφιλόξενα αστικά περιβάλλοντα. Στα «Μυστικά», αν και βρέθηκε πολύ μακριά από τις θεματικές συνήθειές του, το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Μελέτησε επί χρόνια το θέμα του, ταξίδεψε στις περιοχές που αποτυπώνονται στα σχέδιά του, έψαξε σε αρχεία, φωτογραφίες, ζωγραφικούς πίνακες. Αλλά δεν αποπειράθηκε να δημιουργήσει μια πιστή αναπαράσταση· θα ήταν αδύνατο και αναίτιο κάτι τέτοιο. Αντίθετα, πειραματίστηκε επιτυχημένα με τα χρώματα, που συχνά αντανακλούν την ένταση ή τη ραθυμία της ιστορίας, ζωγράφισε τον βάλτο υπό πολλές και διαφορετικές συνθήκες, χρίζοντάς τον έναν από τους πρωταγωνιστές και απέδωσε με συμπάθεια τα κάτισχνα πρόσωπα του δράματος που θυμίζουν πορτρέτα του Μοντιλιάνι. Δημιουργώντας έτσι μια εικαστικά άρτια ιστορία που αξίζει να διαβαστεί λόγω της άγριας ομορφιάς της αλλά και λόγω των ερεθισμάτων που προσφέρει για μια πιο αναλυτική έρευνα του αναγνώστη πάνω στα πραγματικά και τεκμηριωμένα γεγονότα του Μακεδονικού Αγώνα πέρα από τα εθνικώς εγκεκριμένα των πρωτοτύπων «Μυστικών του Βάλτου». Πηγή
  10. Ένας κοινωνικά αδέξιος άντρας που του αρέσει να τρώει, μαθαίνει μια και καλή γιατί δεν ταιριάζει με τον περίγυρο του. Η νέα δουλειά του Κώστα Παντούλα, ακόμα μια φορά σε συνεργασία με ξένο σεναριογράφο. Αυτή την φορά πρόκειται για αυτόνομη δουλειά με απλή υπόθεση, πέρα από την ανατροπή στο τέλος. Το τεύχος βγήκε για πρώτη φορά στο Comicdom Con Athens 2018 και έκανε 4€. Σελίδα δείγμα.
  11. Indian

    TRUE STORY 3

    Η ταλαντούχα δημιουργός Δήμητρα Αδαμοπούλου συνεχίζει με άκρως αυτοβιογραφική διάθεση και μας χαρίζει ακόμα ένα άλμπουμ βγαλμένο από την ζωή. Το τρίτο άλμπουμ του True Story είναι γεγονός και πρωτοεμφανίστηκε στο ComicDom Con Athens 2018. Από τις τρανταχτές διαφορές που μπορούμε να εντοπίσουμε είναι κατά πρώτον το μέγεθος,το οποίο επιστρέφει στο στενόμακρο φορμάτ και μοιάζει περισσότερο με το πρώτο άλμπουμ της σειράς και φυσικά η αλλαγή εκδοτικής "στέγης",καθώς δεν φέρει την σφραγίδα της JEMMA,αλλά εμφανίζεται πλέον ως αυτοέκδοση. Για τα στριπάκια που περιέχονται δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Σεναριακά είναι κεφάτα,με αρκετά να είναι kinky,ενώ το σχέδιο συμβάλει μεν στην ενίσχυση του κωμικού στοιχείου,αλλά είναι διεκπεραιωτικό. Όποιος έχει διαβάσει τα δύο προηγούμενα True Stories θα μπει αμέσως στο νόημα. Όσοι δεν έχουν ασχοληθεί με την σειρά να πούμε ότι θα βρουν σε κάθε σελίδα και μία μικρή χιουμοριστική ιστορία που πηγάζει από την καθημερινότητα της δημιουργού και σίγουρα αρκετές από αυτές τις έχουμε ζήσει κι εμείς προσωπικά. Το True Story on-line στην ιστοσελίδα του socomic.gr Η παρουσίαση των δύο προηγούμενων άλμπουμ του True Story
  12. Άρθρο της Τιτίκας Δημητρούλια που υπάρχει στο σημερινό Έθνος της Κυριακής. Και σε μεγαλύτερη ανάλυση. Εθνος 15-4-2018.zip
  13. Mανιφέστο… κάθε γενιάς που ψάχνεται! Κάποιες φορές ξαναπιάνεις ένα βιβλίο, ένα κόμικ ή μία ταινία που σου άρεσε πολύ και αναρωτιέσαι «μα τι του έβρισκα». Άλλες πάλι, πιο σπάνια δυστυχώς, επιστρέφεις για να ανακαλύψεις νέα στοιχεία, να ξαναδιαβάσεις και να ξαναδείς από μία οπτική που σου έλειπε την πρώτη φορά και πλέον σου επιτρέπει να το εκτιμήσεις διαφορετικά. Διαβάζοντας την επετειακή έκδοση του Μανιφέστο, του κόμικ του Ηλία Κυριαζή, βρίσκομαι στη δεύτερη περίπτωση, όπως πιστεύω ότι θα βρεθούν και πολλοί ακόμα που, έφηβοι τότε, διαβάζαμε το Μανιφέστο και πειθόμασταν ότι κόμικ δεν είναι μόνο τα «μίκι μάου» και ότι θα τα διαβάζουμε για μία ζωή. Δέκα χρόνια μετά την ολοκλήρωση της έκδοσης του στο περιοδικό «9» της Ελευθεροτυπίας (εκδιδόταν από το 2003 μέχρι το 2008), οι εκδόσεις Anubis μας επαναφέρουν στο πολυαγαπημένο κόμικ του Κυριαζή. Στην έκδοση που μόλις κυκλοφόρησε θα βρείτε όλα τα επεισόδια της σειράς –που είχαν συγκεντρωθεί στα τεύχη Manifesto και Manifesto:Δύο– μαζί με αδημοσίευτο υλικό αλλά και έναν εξαιρετικό πρόλογο του Θοδωρή Δημητρόπουλου. Πρωταγωνιστής στο Μανιφέστο είναι ο Βίκτωρας που είναι στα «τελειώματα» ενός ΤΕΙ γραφιστικής, είχε όνειρο από μικρός να σχεδιάσει κόμικ και κατά βάση είναι αβέβαιος για το μέλλον του, καθώς βγαίνει από μία φάση της ζωής του και μπαίνει σε μία νέα, όπου υπάρχει η τρομακτική απαίτηση «να ωριμάσει». Με τα λόγια του ίδιο: «Σήμερα κλείνω το 24ο έτος της ηλικίας μου και ακόμα δεν έχω γίνει ούτε πλούσιος ούτε διάσημος, δεν έχω νιώσει έναν έρωτα όπως τον περιγράφουν οι ταινίες και τα τραγούδια, δεν αφήνω πίσω μου μία ξέφρενη εφηβεία με τρελές καταστάσεις και ατελείωτο σεξ, ναρκωτικά και πράγματα τα οποία θα συμβουλεύω τα παιδιά μου να αποφεύγουν . Δεν έχω κάνει βήμα για την ολοκλήρωση των ονείρων μου. Και είμαι μόνο 6 χρόνια πριν τα 30» Ο Βίκτωρας ακολουθεί την παρέα του, καθώς βγαίνουν από τα φοιτητικά χρόνια και μπαίνει σε μία φάση όπου ψάχνεται. Γνωρίζει νέους ανθρώπους και μπαίνει σε σχέσεις που δεν μπορούσε ούτε να φανταστεί, αλλάζει μουσικά γούστα και προσπαθεί να μπει στη goth σκηνή, την ώρα που κρατάει τους Abba στο discman, ξεκινάει μια δουλειά, την ίδια ώρα που πασχίζει να δημοσιεύσει το πρώτο του κόμικ. Είναι νάρκισσος αλλά και χαρισματικός, πολύ φιλόδοξος αλλά και λίγο τεμπέλης και απείθαρχος, απογοητεύεται εύκολα, κλείνεται στον εαυτό του και, την ίδια στιγμή, είναι έτοιμος να ριχθεί στην επόμενη σχέση. Ανησυχεί για τα όνειρα του αλλά δεν μπορεί να οργανώσει το χρόνο του ώστε να τα κυνηγήσει μέχρι τέλους. Καταλαβαίνει ότι μεγάλωσε πια αλλά όχι τόσο ώστε να νιώθει άνετα στο οικογενειακό τραπέζι. Συγκεντρώνει όλες τις ανασφάλειες και τα «μπρος-πίσω» μίας δύσκολης φάσης στη ζωή ενός ανθρώπου. Στο πλευρό του, ο Άλκης, η ξαδέρφη του, Τιτίκα, που εκφράζει την πίεση να «φτιάξει λίγο τη ζωή του» και ο Λόγκαν, φανατικά alternative (ό,τι και αν σημαίνει αυτό), με διαρκές άγχος να μην ξεπουληθεί — το όνομα του ,προφανώς, βγαίνει από τον Wolverine. Στο Μανιφέστο ισορροπούν άριστα μία σειρά από θεματικές χωρίς καμία να απομονώνεται και να ξεχωρίζει. Οι ερωτικές σχέσεις και τα αδιέξοδα τους, οι φιλικές σχέσεις που εξαντλούν τη δυναμική τους και γίνονται όλο και πιο τυπικές δένονται απόλυτα με τα πρώτα βήματα στη δουλειά, τις απογοητεύσεις που κρατάνε πολύ και τις επιτυχίες που λάμπουν για λίγο. Και την ίδια στιγμή, οι φίλοι που σε στηρίζουν όταν δεν το περιμένεις, οι νέοι έρωτες και οι δρόμοι για πιο δημιουργική έκφραση. Όλα αυτά, στα πλαίσια μίας παρέας που εντάσσεται στη nerd κουλτούρα που, από ακραία μειοψηφική, στις αρχές του 2000 άρχισε να παίρνει τα πάνω της και στην Ελλάδα. Ο Λόγκαν θέτει τα δύσκολα διλήμματα στην παρέα, οδηγώντας στην απόγνωση την κοπέλα του Βίκτωρα, : «ποιος σχεδιαστής θα λέγατε ότι κάνει καλύτερα τους καβάλους». Ο Κυριαζής δεν χαρίζεται ούτε εδώ. Το μανιφέστο μας πηγαίνει σε επιτραπέζια rpg με καλτ φιγούρες, σχεδιαστές κόμικ που αρχίζουν να καβαλάνε το καλάμι μόλις δημοσιεύσουν δύο ιστορίες, φεστιβάλ που μαζικοποιούνται και σκληροπηρυνικοί φαν που βγάζουν ελιτισμό απέναντι στους νεοφώτιστους. Μας ακουμπάει και εδώ η απορία του Βίκτωρα «είναι δυνατόν να έχω τα ίδια ενδιαφέρονται με αυτούς;». Πλάι σε αυτό, δεν λείπει ο ενθουσιασμός, η βαθιά αγάπη για τα κόμικ και οι γνήσιες κοινότητες που χτίζονται γύρω από αυτό. Ειδικότερα, όσον αφορά τον δημιουργό κόμικ ως καλλιτέχνη, αποτυπώνεται με χιουμοριστικό αλλά και ειλικρινή τρόπο το δίλημμα ανάμεσα σε προσπάθεια για mainstream έργα που θα αποφέρουν χρήματα και αναγνώριση αλλά και υπόκεινται στον αυστηρό έλεγχο των εκδοτών και, από την άλλη, η επιμονή στις αυτοεκδόσεις, την ανεξάρτητη δημιουργία με τους κινδύνους και τους περιορισμούς που τη συνοδεύουν. Ο Βίκτωρας περνάει διαρκώς από το ένα στο άλλο, δίνει μάχη να κρατήσει τις ισορροπίες, βρίζει τον Λόγκαν για τον δογματισμό του αλλά, πάνω από όλα, πίνει και εύχεται «να μη γίνουμε ποτέ σαν αυτούς», που ξεπουλήθηκαν και χρησιμοποιούν την τέχνη τους για να πουλήσουν μούρη. Σε όλο το Μανιφέστο, ο Κυριαζής ξεδιπλώνει όλο το ταλέντο του και τις ικανότητες του, ενώ βρισκόταν στα πρώτα βήματα της καριέρας του. Στα πρώτα επεισόδια κάνει κλασικά χιουμοριστικά στριπάκια ενώ στη συνέχεια περνάει σε μεγαλύτερου μήκους ιστορίες. Περνάει από την κωμωδία καταστάσεων (να ένα sitcom που θα βλέπαμε ξανά με ενθουσιασμό!) σε buddy movie και, στο 2ο μέρος, φτάνει σε ένα πιο γλυκόπικρο στήσιμο. Η αφήγηση εξελίσσεται και παίρνει πολλές μορφές: χιουμοριστικά στριπ, «origin story», ιστορίες που μπλέκεται η αρχή με το τέλος και, πάρα πολύ συχνά, ένα πανέξυπνο κόμικ μέσα στο κόμικ. Μέσα σε όλα αυτά, ο Κυριαζής μοιράζει γενναιόδωρα easter eggs, μικρές αναφορές σε έργα της ποπ κουλτούρας, κόμικ της Marvel, blockbuster ταινίες αλλά και ελληνικά σήριαλ, μπαρ της Αθήνας ακόμα και άλλα δικά του κόμικ. Όλα αυτά κρύβονται στο περιθώριο των καρέ, στις μπλούζες των πρωταγωνιστών, στις ταινίες που βλέπουν. Με οδηγό το παράρτημα του Κυριαζή στο τέλος του κόμικ, μπορούμε να δούμε πόσα πιάσαμε αλλά και να μάθουμε πράγματα για τους περιορισμούς που έβαζε το «9» και δεν μπορούσαμε τότε να φανταστούμε, όπως για παράδειγμα ότι τον πίεζαν να περιορίσει αναφορές στην ομοφυλοφιλία. Όλα τα παραπάνω, κάνουν το Μανιφέστο να προσφέρεται για πολλές αναγνώσεις με διαφορετικές εστιάσεις, στους χαρακτήρες, τις λεπτομέρειες των καρέ και το σχέδιο. Για όλα αυτά και πολλά ακόμα που δεν μπορούν να συγκεντρωθούν σε ένα κείμενο, το Μανιφέστο ήταν και παραμένει το καλύτερο ελληνικό κόμικ. Εμπνέεται, φυσικά, από μία άλλη περίοδο που απέχει πλέον πάνω από 10 χρόνια αλλά η κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδας άλλαξε τόσο που φαίνεται να απέχει δεκαετίες. Τα πράγματα σήμερα για τους άνω των 25 είναι πολύ πιο άγρια και μπροστά στη σημερινή πραγματικότητα της ανεργίας και της ταλάντευσης ανάμεσα στη φυγή στο εξωτερικό και την παραμονή σε μία κατάσταση που στερείται προοπτικής, ο Βίκτωρας και οι ανησυχίες του ίσως φαντάζουν «λίγες». Αλλά δεν είναι. Το έργο του Κυριαζή συνεχίζει να είναι το μανιφέστο του ελιτιστή νέρντουλα, του εναλλακτικού που θέλει να γίνει mainstream και νιώθει ενοχές για αυτό, του νάρκισσου που συνειδητοποιεί το ελάττωμα του, του χαρισματικού τεμπέλη, του ερωτευμένου που καταπιέζει τη σύντροφο του με τις ανασφάλειες του . Πολύ περισσότερο από αυτά, είναι το μανιφέστο του αιώνιου έφηβου, του χαμένου φοιτητή που τελειώνει τη σχολή του και αρνείται να γίνει «κανονικός» ενήλικος, είναι το μανιφέστο του 25χρονου που πλησιάζει περισσότερο τα 30 και νιώθει μεσήλικας. Είναι το βασικό ντοκουμέντο μιας γενιάς που της έταξαν ένα καλύτερο αύριο και το είδε να διαψεύδεται αλλά ψάχνει δρόμους για να αντέξει. Το κόμικ του Κυριαζή «ανήκει» στο 2018 , όπως άνηκε στο 2008 και κάποια από τα σκίτσα και τους διαλόγους του, αντηχούν σήμερα ακόμα πιο δυνατά. Στην εποχή που η αβεβαιότητα γενικεύεται και δεν περιορίζεται στους 20 και κάτι, παραμένει το δικό μας Μανιφέστο… Πηγή
  14. Ενα αρθρο του Αλέξανδρου Λοθάνο, με αφορμη την κυκλοφορία των περιπετειών του Κόρτο Μαλτέζε, από την επομενη Κυριακή 15/4 μαζί με το Έθνος.
  15. Οι Μαρξ και Φρόιντ «αυτο»βιογραφούνται Δύο νέες εκδόσεις για μια πρώτη γνωριμία με τη ζωή και το έργο των μεγάλων στοχαστών Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να μελετήσει το έργο του Μαρξ και του Φρόιντ, αν και θα του ήταν χρήσιμο να το κάνει για να κατανοήσει περισσότερο τον κόσμο όπου ζει, να τον ερμηνεύσει και, ίσως, να τον αλλάξει. Αν όμως θέλει να τους μελετήσει και δεν ξέρει από πού να αρχίσει, ίσως τα κόμικς να αποτελούν τη λύση. Με τους (πιο απλά δεν γίνεται…) τίτλους «Μαρξ» και «Φρόιντ» σε σενάρια της Corinne Maier και σχέδια της Anne Simon (μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου), οι εκδόσεις Πατάκη κυκλοφόρησαν δύο πολύ ενδιαφέρουσες και ευσύνοπτες εκδοχές της ζωής και του έργου των μεγάλων στοχαστών που εκτός από εισαγωγικές για τους ενήλικους αναγνώστες, είναι ιδανικές και για το εφηβικό κοινό. Και στις δύο εκδόσεις, οι Γαλλίδες δημιουργοί προσφέρουν όλα τα απαραίτητα βιογραφικά στοιχεία που απαιτούνται για να μπει ο αναγνώστης στο κλίμα της εποχής και να τοποθετήσει αυτά που συμβαίνουν στις ζωές των Μαρξ και Φρόιντ σε κάποιο συγκεκριμένο χωρικό και χρονικό πλαίσιο ώστε να κατανοήσει σε ένα πρώτο επίπεδο τις αιτίες και τις αφορμές που τους ώθησαν σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις αναφορικά με το ερευνητικό-επιστημονικό τους έργο και τις πολιτικές αποχρώσεις που αυτό είχε. Ακόμα πιο ελκυστικές και ενδιαφέρουσες γίνονται οι δύο βιογραφίες από την επιλογή των Maier και Simon να παρουσιάσουν τους πρωταγωνιστές τους να μιλούν σε πρώτο πρόσωπο και να αυτοσυστήνονται στους αναγνώστες: «Με λένε Καρλ Μαρξ. Κάποτε με ονόμασαν Διάβολο! Επειδή θέλησα τον θάνατο του καπιταλισμού. Η ανθρωπότητα πρέπει να απελευθερωθεί από την εξαθλίωση, από τις ανισότητες, από την εκμετάλλευση, από την ανεργία. Τίποτα δεν έχει αλλάξει! Η κρίση σας μοιάζει με τις κρίσεις που έζησα εγώ στην εποχή μου! Μία είναι η λύση: η επανάσταση!», λέει ο Μαρξ, φορώντας στολή υπερήρωα και «κοιτώντας» κατά πρόσωπο τους αναγνώστες στην πρώτη σελίδα-πρόλογο. Κι η ιστορία αρχίζει από τις 5 Μαΐου του 1818 στην Τριρ, μια μικρή πόλη της Ρηνανίας στην Πρωσία όπου γεννήθηκε ο μικρός Καρλ. Ολοι και όλες (μάλλον…) γνωρίζουν ότι κάποτε υπήρξε κάποιος φιλόσοφος ονόματι Καρλ Μαρξ και κάποιος που αποκαλούμε «πατέρα της ψυχανάλυσης» ονόματι Ζίγκμουντ Φρόιντ. Αν εκεί σταματά η γνώση κάποιου για τα δύο ιερά τέρατα της διανόησης, δύο νέα βιβλία έρχονται να καλύψουν το κενό και να αποτελέσουν μια γρήγορη και όμορφα δοσμένη εισαγωγή στο έργο τους Η συνέχεια περιλαμβάνει περιληπτικά τα παιδικά και νεανικά του χρόνια, τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Βόνης, τη γνωριμία του με το έργο του Γκέτε, του Ομήρου, του Σέξπιρ, του Χέγκελ, την απάρνηση της λουθηρανικής θρησκείας, τα διαβάσματά του, τη γνωριμία του με τη μέλλουσα σύζυγό του. Από κει και πέρα, η ιστορία εξελίσσεται με έναν καταιγιστικό ρυθμό ώστε να χωρέσουν σε εξήντα μόλις σελίδες όλα τα σημαντικά γεγονότα της ζωής του και να αναφερθούν έστω και επιγραμματικά, έστω και ως συνθήματα σε τοίχους, ορισμένες από τις εμβληματικές ρήσεις του: «Η αστική βιομηχανική επανάσταση είναι προοίμιο του κομμουνισμού», «Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού», «Οι καταπιεσμένοι πρέπει να ελευθερωθούν μόνοι τους», «Ο κομμουνισμός είναι κίνηση προς την ελευθερία» κ.ά. Η γνωριμία και συνεργασία του με τον Ενγκελς, το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, το Κεφάλαιο, η σχέση του με τον Λαφάργκ δεν θα μπορούσαν να λείπουν καθώς και ένα οιονεί επίμετρο όπου ο ίδιος ο Μαρξ, πάλι σαν ιπτάμενος υπερήρωας, αποτιμά το έργο του από το μέλλον (το δικό μας παρόν) και παραμένει πιστός στον ανυποχώρητο αγώνα των προλετάριων ενάντια στους καταπιεστές τους και, πάνω απ’ όλα, ενάντια σε όσους, ψευδώς, διακηρύττουν το Τέλος της Ιστορίας. «Το όνειρο μεταμορφώνει» Σε αντίστοιχους, φρενήρεις ρυθμούς κινείται και η «αυτο»βιογραφία του Φρόιντ: «Εζησα στη Βιέννη πριν από έναν αιώνα. Είμαι διάσημος όσο ο Σέξπιρ και ο Αϊνστάιν. Εχουν γραφτεί για μένα χιλιάδες βιβλία. Εξερεύνησα μιαν άγνωστη ήπειρο, το ανθρώπινο πνεύμα. Ποιος είμαι; Είμαι ο Φρόιντ. Ο εφευρέτης της ψυχανάλυσης. Η πορεία μου δεν ήταν ούτε απαλή ούτε γλυκιά σαν βιεννέζικη μηλόπιτα», είναι τα πρώτα του λόγια καθώς περιπλανιέται στα μονοπάτια και στις πτυχώσεις ενός υπερμεγέθους ανθρώπινου εγκεφάλου. Η δική του ιστορία ξεκινά από τις σπουδές του στην ιατρική, τα πειράματά του με την κοκαΐνη, την επαφή του με τη νευρολογία και την ύπνωση, τις πρώτες του απόπειρες να εφαρμόσει σε ασθενείς την πρωτοποριακή ψυχαναλυτική μέθοδο του ντιβανιού, την εμμονή του με το γράψιμο, την προσπάθειά του να ερμηνεύσει τα όνειρα: «Το όνειρο είναι η βασιλική οδός προς το ασυνείδητο. Τα συρτάρια μένουν ανοιχτά στη διάρκεια του ύπνου και μπορούμε να τα ψαχουλέψουμε στη διάρκεια του ονείρου. Το όνειρο είναι η ικανοποίηση μιας επιθυμίας και ο φύλακας του ύπνου. Το όνειρο δεν κρίνει, δεν υπολογίζει. Μεταμορφώνει». Βοηθούντος φυσικά και του θέματος, η εικονογράφηση είναι άκρως ενδιαφέρουσα, ιδιαίτερα στα σημεία όπου εικονοποιούνται και αποδίδονται εικαστικά τα όνειρα ή οι σκέψεις του Φρόιντ. Επιπλέον, η αναφορά συγκεκριμένων περιπτώσεων από τους ατέλειωτους ασθενείς που είχε την ευκαιρία να γνωρίσει ως θεραπευτής ο πρωτοπόρος ψυχαναλυτής («Η περίπτωση Ντόρα», «Το Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα», «Η περίπτωση του ανθρώπου με τους αρουραίους», «Η περίπτωση του μικρού Χανς» κ.ά.) καθώς και η θεωρία του για το Ασυνείδητο, το Συνειδητό και το Υποσυνείδητο αλλά και το Αυτό, το Εγώ και το Υπερεγώ δίνουν στη Simon την ευκαιρία να φιλοτεχνήσει πανέμορφες σουρεαλιστικές εικόνες που βοηθούν στην κατανόηση των τόσο δύσκολων και δυσεξήγητων φροϊδικών εννοιών. Οπως και ο Μαρξ έτσι και ο Φρόιντ στο τέλος του βιβλίου κάνει ένα post mortem σχόλιο για την πρόσληψη του έργου του από τους μελλοντικούς αποδέκτες του και δηλώνει απογοητευμένος και οργισμένος από τις παρερμηνείες και υπεραπλουστεύσεις υπενθυμίζοντας μια βασική αρχή του: «Η επιθυμία καταπιέζεται παντού. Αποστολή της ψυχανάλυσης είναι να την απελευθερώσει». Μια από τις πιο καταπιεσμένες επιθυμίες είναι και η επιθυμία για γνώση. Οι «Μαρξ» και «Φρόιντ» των Corinne Maier και Anne Simon αποτελούν για τους ανεξοικείωτους αλλά ανήσυχους αναγνώστες μια καλή προτροπή για εμβάθυνση σε μια γνώση αναμφίβολα επίκαιρη. Πηγή
  16. Τα «Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα μόλις έγιναν graphic novel Μετά τον «Ερωτόκριτο», ο Γιάννης Ράγκος και ο Παναγιώτης Πανταζής συνεργάζονται ξανά και μετατρέπουν σε κόμικ ένα τα πιο δημοφιλή «παιδικά» βιβλία των τελευταίων 80 ετών Η κυκλοφορία των Μυστικών του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα (ένα από τα πιο δημοφιλή «παιδικά» βιβλία στην Ελλάδα τα τελευταία 80 χρόνια) σε ένα εξαιρετικό graphic novel, ήταν η αφορμή να συναντήσω τον Γιάννη Ράγκο και τον Παναγιώτη Πανταζή, τους δημιουργούς του. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Δεν ξέρω αν συνδέεται με την εποχή που ζούμε και αν είναι θέμα συγκυριών, αλλά το ελληνικό κόμικ διανύει μία περίοδο άνθισης, και μάλιστα, δημιουργικά, περνάει την καλύτερη φάση που μπορώ να θυμηθώ. Η τεράστια εμπορική (και καλλιτεχνική) επιτυχία του Logicomix, του Ερωτόκριτου ή το Παραρλάμα (με τις ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά), Η μεγάλη βδομάδα του Πρεζάκη (από το διήγημα του Καραγάτση), το Γρα Γρου, έχουν ανεβάσει πολύ τον πήχη και δημιουργούν ολόκληρη σκηνή με αμιγώς ελληνικά θέματα, εξαιρετικά σενάρια και σκίτσο που κάθε καρέ είναι έργο τέχνης (κυριολεκτικά). Η κυκλοφορία των Μυστικών του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα (ένα από τα πιο δημοφιλή «παιδικά» βιβλία στην Ελλάδα τα τελευταία 80 χρόνια) σε ένα εξαιρετικό graphic novel, ήταν η αφορμή να συναντήσω τον Γιάννη Ράγκο και τον Παναγιώτη Πανταζή, τους δημιουργούς του, για μια κουβέντα που κατέληξε σε μια εκ βαθέων ανάλυση του βιβλίου που επέλεξαν να μεταφέρουν σε σκίτσο. Όπως μου εξήγησαν ήταν πολύ δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία για ένα έργο 600 σελίδων που έπρεπε να στριμωχθεί στις 114 σελίδες του graphic novel. Και οι δύο έχουν συνεργαστεί και στη δημιουργία του Ερωτόκριτου, ενός κόμικ best seller, του πιο πετυχημένου των τελευταίων χρόνων –μετά την παγκόσμια επιτυχία του Logicomix. Ο Γιάννης είχε συγγράψει το σενάριο μαζί με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο και ο Παναγιώτης είχε χρωματίσει τα σκίτσα του Γιώργου Γούση. «Τα τελευταία χρόνια, λόγω της ευρύτερης συγκυρίας, υπάρχει μια επιστροφή της ηθογραφίας, γενικά, και μάλιστα σχεδόν κατακλυσμική, σχεδόν μονοπωλιακή, το βλέπουμε και από τα λογοτεχνικά βιβλία που κάνουν επιτυχία» λέει ο Γιάννης, «ανεξαρτήτως από την αξία τους τη λογοτεχνική, έχουν μια επιστροφή σε μιας νέας μορφής ηθογραφία, μία νεοηθογραφία. Αυτό υπάρχει στην Ελλάδα και έχει να κάνει με την κρίση, έχει να κάνει με την ανάγκη να γυρίσουμε σε κάποια δεδομένα, σε κάποιους στυλοβάτες, γιατί αισθανόμαστε όλοι ότι φεύγει το χαλί κάτω απ' τα πόδια μας όλα αυτά τα χρόνια. Και ο Ερωτόκριτος, επειδή είναι ένα αρχετυπικό κείμενο για τα ελληνικά γράμματα και όλοι τον ξέρουμε, ακόμα και αν δεν τον έχουμε διαβάσει, αν είχε βγει πριν από 10 χρόνια πιθανώς να μην είχε την ανταπόκριση που είχε την συγκεκριμένη στιγμή». «Με τα Μυστικά του βάλτου πώς ασχοληθήκατε;», ρωτάω. «Για τα Μυστικά του βάλτου είχα λάθος εντύπωση, είχα στο μυαλό μου αυτό που είχαμε διαβάσει μικροί, ότι είναι ένα παιδικό βιβλίο και όταν το διάβασα επειδή θα ξεκινούσαμε το κόμικς συνειδητοποίησα ότι είναι σκοτεινό, βίαιο, ότι δεν είναι για παιδιά» λέει ο Παναγιώτης. «Έχει πόλεμο, βία, θανάτους, περιγράφει πώς είναι το τουμπανιασμένο πτώμα του Άγρα, ή ότι έχει κρεμαστή γλώσσα, αλλά και μόνο το ότι πεθαίνει ένα παιδί, ο Γιοβάν, αυτό πάει κόντρα στη σύμβαση της παιδικής λογοτεχνίας». «Και μην ξεχνάμε ότι είναι γραμμένο το '36-37, έχει σημασία αυτό» προσθέτει ο Γιάννης. «Βέβαια, τότε ήταν άγρια χρόνια και η εξοικείωση όλων των γενιών και όλων των ανθρώπων με τον θάνατο ήταν πολύ πιο άμεση. Σήμερα έχουμε αποκηρύξει τον θάνατο. Επειδή είμαι και αστυνομικός συγγραφέας και άρα στον πυρήνα της δικής μου λογικής υπάρχει η έννοια του θανάτου, αλλά και υπαρξιακά μιλώντας, πιστεύω ότι πρέπει να ζούμε με την ανάμνηση του θανάτου μας κάθε στιγμή, ότι θα πεθάνουμε, δηλαδή. Όχι με την έννοια την πεισιθανάτια, το γεγονός δηλαδή ότι θα πεθάνουμε να μας ακυρώνει και να μας ακινητοποιεί, αλλά να το έχουμε σαν μια παράμετρο στην εξίσωση της ζωής μας. Ακριβώς επειδή θα πεθάνουμε, πρέπει να ζήσουμε. Αλλά δεν μπορούμε να ζούμε σαν να μην πρόκειται να πεθάνουμε ποτέ. Πρέπει να έχουμε επίγνωση της θνητότητάς μας, κι επειδή είμαι agent provocateur με έναν τρόπο, πολλές φορές για να προβοκάρω όταν είμαι σε παρέες τους λέω "άντε παιδιά, καλό θάνατο!", γιατί όλοι αποφεύγουν να μιλάνε για αυτόν, παρόλο που είναι το μόνο βέβαιο γεγονός της ζωής μας. Δεν μπορεί να μιλάμε για όλα τα άλλα, για γκόμενες, για γκόμενους, για παρέες, για δουλειές, για ταξίδια, να ξοδεύουμε ατελείωτες ώρες για διάφορα στη ζωή μας και να μην ξοδεύουμε έναν έστω ελάχιστο χρόνο για να συζητήσουμε και για αυτό που είναι το μόνο βέβαιο ότι θα μας συμβεί, στο κάτω-κάτω. Όλα τ' άλλα μπορεί και να μην μας συμβούν. Τότε οι γενιές ήταν πολύ πιο εξοικειωμένες με τον θάνατο και για πρακτικούς λόγους, τα μισά παιδιά πέθαιναν, είχαμε διαρκείς πολέμους, στον Μεσοπόλεμο η Ελλάδα είχε βγει από μία εικοσαετία που ήταν σχεδόν μόνιμα σε πόλεμο -Μακεδονικός Αγώνας, Βαλκανικοί πόλεμοι, Μικρά Ασία-, επομένως το να πεθάνει ένα παιδί δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο, ενώ σήμερα μας ξενίζει. Σήμερα σε ένα παιδικό βιβλίο δεν θα μπορούσες να διανοηθείς να βάλεις τον θάνατο ενός παιδιού. Ένας από τους λόγους που μου άρεσε το κείμενο, πέρα από κάποιες επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς, ήταν το ότι είναι μελαγχολικό, είναι βίαιο, είναι σκοτεινό, δεν είναι καθόλου πολιτικώς ορθό. Και είναι και αντιηρωικό, παρόλο που υπάρχει ένα πνεύμα ηρωισμού...». Αυτό που αρέσει σε μένα σε αυτό το βιβλίο, ότι δείχνει πολύ έντονα τις ματαιώσεις» λέει ο Παναγιώτης. «Δηλαδή, ακόμα και οι πιο ηρωικοί χαρακτήρες, ο Άγρας π.χ., έχει στιγμές που ζητάει να αντικατασταθεί. Διαρκώς παλεύουν κάτω από αντίξοες συνθήκες και διαρκώς υπάρχει μια ματαίωση, ότι πάλι δεν πέτυχαν αυτό που ήθελαν, πάλι είχαν πολλές απώλειες. Τελειώνει και μελαγχολικά με τη ματαίωση, ότι τελικά όλος αυτός ο αγώνας δεν βγάζει πουθενά. Έχουμε δει τόσες ηρωικές πράξεις, θανάτους, αλλά παρόλα αυτά δεν βγαίνει κάτι. Είναι ενδιαφέρον πώς η ίδια η συγγραφέας επέλεξε να το πιάσει, παρόλο που το έγραψε με απόσταση 30 χρόνων από τα γεγονότα: δηλαδή ενώ ξέρει πού έχει καταλήξει, ξέρει ότι οι Έλληνες αντάρτες πέτυχαν τον σκοπό τους, παρόλα αυτά δεν σου δείχνει την νίκη τους, επιλέγει να το κλείσει πριν τη νίκη τους, δείχνει την ταλαιπωρία, την πίεση αλλά όχι τι κέρδισαν». «Η Πηνελόπη Δέλτα για να γράψει αυτό το βιβλίο συγκέντρωνε στοιχεία επί 20 χρόνια, έκανε τρομακτική έρευνα» συνεχίζει ο Γιάννης. «Όλο αυτό το υλικό υπάρχει στο αρχείο της που βρίσκεται κατά βάση στο Μουσείο Μπενάκη. Συγκέντρωσε πολύ υλικό από το Υπουργείο Εξωτερικών και από άλλες πηγές. Επίσης, είναι καταπληκτικό το ότι δημιούργησε μία ιστορική ύλη που δεν υπήρχε καταγεγραμμένη: πήρε πάρα πολλές συνεντεύξεις-μαρτυρίες πρωταγωνιστών της περιόδου, και μάλιστα ένα μεγάλο μέρος του υλικού και της αφήγησης αυτής το πήρε από τον ίδιο τον καπετάν Νικηφόρο ή Γιάννη Δεμέστιχα -που είναι και ένας από τους συμπρωταγωνιστές του βιβλίου της, ένα πραγματικό, ιστορικό πρόσωπο. Είναι καταπληκτική η δουλειά που έκανε και δείχνει ακριβώς και πόσο κυρίαρχο ήταν το πνεύμα του αλυτρωτισμού εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, τις αντιλήψεις της ίδιας...». «Πώς καταφέρατε να συμπυκνώσετε τις 600 σελίδες του βιβλίου της σε 120;». «Υπήρχε ένα πρόβλημα "αφηγηματικό", είναι πάρα πολλά τα επεισόδια και οι χαρακτήρες, έτσι χρησιμοποιήσαμε το μοτίβο των συνεντεύξεων και κάναμε μια παρέκβαση σε σχέση με το βιβλίο» εξηγεί ο Παναγιώτης. «Το δικό μας βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με τον Αποστόλη, 40άρη πια -γιατί στο βιβλίο είναι 12-13 χρονών, ο οποίος είναι στο σπίτι της Δέλτα το 1936 στην Κηφισιά (αυτό δεν υπάρχει στο βιβλίο της) και ουσιαστικά της αφηγείται τη μαρτυρία του. Αυτό που βλέπουμε στο κόμικ είναι ένα γιγαντιαίο φλας μπακ, αξιοποιήσαμε αυτή τη λογική ότι συγκέντρωνε μαρτυρίες από πρωταγωνιστές των γεγονότων, άρα θα μπορούσε να έχει βρει και τον Αποστόλη. Ο Αποστόλης, βέβαια, είναι fiction πρόσωπο στο βιβλίο της, αλλά αν υπήρχε θα μπορούσε να τον είχε βρει να του πάρει μαρτυρία. Αυτό μας διευκόλυνε γιατί μέσα από την αφήγηση του Αποστόλη περιορίσαμε τα επεισόδια, μπορέσαμε να επιταχύνουμε τους χρόνους, να πάμε παρακάτω στην ιστορία με μια φράση, με μια κουβέντα. Μας βόλεψε, γιατί το βιβλίο είναι 600 σελίδες και έτσι καταφέραμε αφηγηματικά να το συμπυκνώσουμε σε 110 σελίδες. Αν γινόταν κόμικ όπως ήταν, θα έβγαιναν 2000 σελίδες!». «Το 80-85% των αφηγήσεων, οι λεζάντες, οι ατάκες, είναι αυθεντικά κομμάτια μέσα από το βιβλίο» τονίζει ο Γιάννης. «Ελάχιστα είναι τα επινοημένα. Ένα μεγάλο μέρος του κόμικ, από κειμενική άποψη, είναι το ίδιο το βιβλίο». «Πόσο καιρό το δουλεύατε; Γιατί συνέπεσε σε μια περίοδο που έχει αναβιώσει το θέμα της Μακεδονίας...». «Στην πραγματικότητα δεν συσχετίζονται» ξεκαθαρίζει ο Παναγιώτης. «Το δουλεύαμε τρία χρόνια το βιβλίο μας, 8 μήνες πριν ακόμα τυπωθεί ο Ερωτόκριτος είχαμε αρχίσει να συζητάμε για την ιδέα των Μυστικών του Βάλτου. Άρα δεν είναι κάτι που έχει να κάνει με τη συγκυρία. Το γεγονός ότι κυκλοφορεί τώρα είναι εντελώς τυχαίο. Μόνο το σενάριο χρειάστηκε ένα χρόνο για να ολοκληρωθεί, και ένας χρόνος χρειάστηκε για να σχεδιαστεί, δεν μπορεί να γίνει όλη αυτή η δουλειά μέσα σε δυο μήνες, είναι αστείο να το συζητάμε. Ξεκίνησα να σχεδιάζω το βιβλίο ψάχνοντας εικόνες, να σχεδιάζω βάλτους, δοκίμαζα για καιρό σχέδια και τεχνικές και πριν από δύο χρόνια πήγα ένα πολύ ωραίο road trip στη Μακεδονία, στα μέρη που περιπλανιόνταν οι χαρακτήρες του βιβλίου γατί ήθελα να νιώσω βιωματικά τον τόπο. Βεβαίως, ο βάλτος δεν υπάρχει πια, έχει αποξηρανθεί, αλλά έφερα πίσω 2000 φωτογραφίες. Από αυτές, εν τέλει, χρησιμοποίησα ελάχιστες, αλλά ήταν σημαντικό το ότι πήγα εκεί και έζησα την ατμόσφαιρα». «Επίσης σημαντικό, όπως και στον Ερωτόκριτο, ήταν ότι δεν διαβάσαμε μόνο το κείμενο, διαβάσαμε και για το κείμενο» λέει ο Γιάννης. Φιλολογικές πηγές, αναλύσεις για το βιβλίο, για τα μοτίβα κλπ., και για την ιστορική περίοδο. Ήταν μια δουλειά τεκμηρίωσης, πολύ σημαντική». Να μιλήσουμε λίγο για το ιδεολογικό περιεχόμενο του βιβλίου;». «Όταν διάβασα το βιβλίο ένιωσα ότι η Δέλτα επιμένει στην ευγένεια των Ελλήνων, είναι αρκετά εθνικιστικό, αλλά πρέπει να το τοποθετήσουμε στην εποχή του, γιατί άλλος ο εθνικισμός τότε, άλλος σήμερα» επισημαίνει ο Παναγιώτης. «Δεν είναι ίδια η έννοια. Το 1935 που το έγραψε και υπήρχε η φασιστική απειλή πάνω απ' την Ευρώπη, το να είσαι εθνικιστής στην Ελλάδα σήμαινε ότι είσαι διατεθειμένος να υπερασπιστείς τη χώρα σου για να μην μπει ο Χίτλερ σε αυτή, να μην μπουν οι φασίστες. Το 1905 σήμαινε μια άλλου είδους συνείδηση, δεν ήταν ούτε καν εθνική τότε, ήταν άλλος ο διαχωρισμός. Εν πάση περιπτώσει, είχε να κάνει με κάποιον κατακτητή, τώρα εθνικιστής μπορεί και να σημαίνει ότι μισείς να βλέπεις ανθρώπους στο δρόμο που έχουν διαφορετικό χρώμα από σένα, έχει τεράστια διαφορά. Πρέπει να σκέφτεσαι το context και να μην το κρίνεις με τα σημερινά κριτήρια. Αυτό που εγώ ξεχώρισα και μου άρεσε πριν ακόμα ξεκινήσω να δουλεύω, από τη δουλειά που έκανε ο Γιάννης, ήταν ότι κράτησε τα στοιχεία του βιβλίου που μέχρι σήμερα το κάνουν να είναι σπουδαίο: τις ματαιώσεις, τους προσωπικούς αγώνες, τα ψυχογραφήματα, τα φανταστικά επεισόδια -που περιγράφονται πολύ πλούσια και με χορταστικό τρόπο, και κατάφερε να θέσει τον εθνικισμό που έχει το βιβλίο στη σωστή του βάση. Στη χρονική του περίοδο. Δηλαδή, δεν πρόκειται για κάποια αγιογραφία αυτού του πράγματος σήμερα αλλά το τοποθετεί στο τότε, με τον ίδιο τρόπο που βλέπεις μια ταινία εποχής για τον ρατσισμό στην Αμερική και χρησιμοποιούν τη λέξη νέγρος, ενώ προφανώς είναι απαράδεκτο σήμερα να χρησιμοποιήσεις στα αγγλικά αυτή τη λέξη, ειδικά αν είσαι λευκός. Από την πρώτη στιγμή που το αποφασίσαμε, είπαμε ότι από τη στιγμή που επιλέξαμε το συγκεκριμένο έργο, πρέπει να σεβαστούμε τις ιδεολογικές και πολιτικές του τοποθετήσεις και να τις παρουσιάσουμε, όχι να τις αποκρύψουμε. Αλλιώς φτιάχναμε μια δικιά μιας εκδοχή, μια δικιά μας ιστορία που διαδραματίζεται στον Μακεδονικό Αγώνα και την κάναμε όπως θέλαμε. Το σεβαστήκαμε ως έργο. Σαφώς το βιβλίο της Δέλτα έχει έναν συγκεκριμένο προσανατολισμό και ιδεολογικό, αλλά δεν ταυτιζόμαστε εμείς ως δημιουργοί με αυτό. Έχουν περάσει και 80 χρόνια και ξέρουμε τι σήμαιναν αυτά τα πράγματα και τι σημαίνουν τώρα, είμαστε άνθρωποι του 21ου αιώνα». «Βέβαια, έχει στιγμές που εκπλήσσει η Δέλτα» λέει ο Γιάννης, «γίνεται ένας θάνατος βίαιος και λέει ένας Έλληνας "πω πω, αυτός δεν είναι πόλεμος, είναι αγριότητες, είναι φρίκη" και απαντάει κάποιος άλλος Έλληνας "τα ίδια θα λένε και οι Βούλγαροι για μας, ότι κι εμείς τα ίδια κάνουμε". Ενώ τους έχει περιλούσει τους Βούλγαρους με κοσμητικά, "απολίτιστους, γουρουνομύτες, άξεστους", ξαφνικά λέει αυτό. Και πράγματι, οι αγριότητες σε έναν πόλεμο γίνονται και από τις δύο πλευρές, δεν γίνεται ποτέ απ' τη μία. Έχει τέτοια "φωτεινά" διαλείμματα η Δέλτα, σε σχέση με το κυρίαρχο ιδεολογικό της μοτίβο, το οποίο, βεβαίως, παραμένει εθνικιστικό, παραμένει πατριωτικό, και παραμένει και ελληνοκεντρικό. «Το βιβλίο έχει χαρακτήρες που είναι συγκλονιστικοί» συνεχίζει ο Παναγιώτης, «ο Άγρας και ο Νικηφόρος μιλάνε για τα εθνικά ιδεώδη, ο Βασίλης και ο Γρέγος δεν μιλάνε για τίποτα τέτοιο, κινητοποιούνται από ανάγκη για προσωπική εκδίκηση. Μου σκότωσες την οικογένειά μου; Θα γυρίσω πίσω και θα σας καθαρίσω όλους. Είναι και οι πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες του βιβλίου ο Βασίλης και ο Γρέγος, και μάλιστα είναι χαρακτήρες που έρχονται από τον Μάγκα, το προηγούμενο βιβλίο της Δέλτα. Στο τέλος του Μάγκα λένε ότι "φεύγουμε για τη Μακεδονία για να πολεμήσουμε" και τους συναντάμε ξανά στα Μυστικά του βάλτου. Έχει καταπληκτικές σκηνές περιγραφών του βάλτου, γιατί ο βάλτος στην πραγματικότητα είναι ο πρωταγωνιστής, ο τίτλος δεν είναι τυχαίος». «Οι σκηνές του βάλτου όπως τις σχεδίασε ο Παναγιώτης είναι εξαιρετικές» λέει ο Γιάννης. «Παρουσιάζεται σε όλες τις εποχές του χρόνου, από το ένα φθινόπωρο μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, και το βιβλίο μυρίζει την υγρασία του βάλτου. Το μειονέκτημα του βιβλίου είναι ότι είναι σαν δύο βιβλία σε ένα, τα 4/10 είναι ο Άγρας και ο Νικηφόρος και το κομμάτι το εθνικό, ένα είδος ιστορικού χρονικού, και ξαφνικά, με την εμφάνιση του Βασίλη του Ανδρεάδη, του Γρέγου, όλων αυτών των Αιγυπτιωτών που έρχονται από την Αλεξάνδρεια, μετατοπίζεται το κέντρο βάρους περισσότερο στη μυθοπλασία, στους φανταστικούς χαρακτήρες και μπαίνει πια όχι το στοιχείο του εθνικού ιδεώδους, αλλά της προσωπικής εκδίκησης. Η Δέλτα το αποκαλύπτει αυτό σταδιακά, με πολύ αριστοτεχνικό τρόπο, δεν το γνωρίζεις από πριν». Και οι δύο έχουν αρχίσει να δουλεύουν σε νέα project και καινούριες δουλειές τους αναμένονται σύντομα. Θα μπορέσεις να τους συναντήσεις από κοντά στο Comicdom Con Athens 2018 που θα γίνει από 20-22 Απριλίου. === Πηγή
  17. Τιμή: 10€ Η συνέχεια του Χάρις και Λυσίας, που κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με αυτό, οπότε ξέρετε τι να περιμένετε. Όπως και πριν 4 χρόνια, η έκδοση παρουσιάστηκε στην Λέσχη Φίλων Κόμικς, και μάλιστα τον ίδιο μήνα (Φεβρουάριος).
  18. Παραθέτω σκαναρισμένο ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Κάππα (τεύχος # 769) της Καθημερινής,στις 25 Φεβρουαρίου 2018 κι έχει σαν θέμα τους χαρακτήρες της Marvel και την εξέλιξή τους στην βιομηχανία του θεάματος. Το υπογράφει ο Άθως Δημουλάς. Καλή σας ανάγνωση.
  19. Αλλη μια Κυριακατικη εφημερίδα μπαίνει στην ζωή μας .Η ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ απο την ερχόμενη Κυριακή 25 Φεβρουαρίου θα προσφέρει στούς θαυμαστες του ιδιοφυές και ιδιοτροπου ντεντέκτιβ τις περιπέτειες σε κόμικς.Οσοι πιστοι προσέλθετε .
  20. Μια φρέσκια έκδοση, η οποία κυκλοφόρησε στις αρχές του 2018 Πρόκειται για βιογραφία με χιουμοριστικές πινελιές του μεγάλου φιλοσόφου Διογένη, ειδικά φτιαγμένη για παιδιά. Ενδιαφέρουσα σύλληψη και ενδιαφέροντα τα κείμενα, έμαθα πολλά για τον Διογένη. Ο Διογένης παρουσιάζεται σαν Πόντιος (ήταν από τη Σινώπη) γι’ αυτό ενίοτε μιλάει ποντιακά και τον συνοδεύει παντού μια ποντιακή λύρα. Περιλαμβάνει επίσης μουσικό CD με ένα συμπαθητικό τραγουδάκι που περιγράφει και ατό τη ζωή του Διογένη. Εκεί που μας τα χάλασε λίγο είναι το σχέδιο του κ. Νικολαΐδη που νομίζω ότι παραείναι απλοποιημένο, καθώς και ο χρωματισμός, όπως και μόνοι σας μπορείτε να δείτε παρακάτω. Το βιβλίο αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα για το πώς μπορεί κάποιος να φτιάξει ένα ολόκληρο κόμικς ζωγραφίζοντας μόνο 4-5 διαφορετικά σώματα και 5-6 διαφορετικά κεφαλάκια του ήρωα τα οποία ακολούθως συρράπτει ανάλογα με τις ανάγκες του σεναρίου, προσθέτοντας και κάποιο κατάλληλο φόντο με ένα απλό πρόγραμμα επεξεργασίας εικόνας. Παραδείγματα: Κρατάμε το κεφαλάκι και αλλάζουμε το σώμα. Κρατάμε το σώμα και αλλάζουμε το κεφαλάκι Αναστροφή δεξί-αριστερό. Η τιράντα μια από ‘δω, μια από ‘κει. Ο Διογένης προφίλ εμφανίζεται τουλάχιστον δέκα φορές. Επίσης από προφίλ στρίβει σε 3/4 πατώντας απλώς ένα κουμπάκι Τα βιογραφικά των δημιουργών Άλλες δουλειές του Δημήτρη Νικολαΐδη στο φόρουμ μας
  21. Ο Θάνατος του Στάλιν- Μια ίσως διδακτική αντίδραση Το «Ο Θάνατος του Στάλιν» των Fabien Nury (σενάριο) και Thierry Robin (σχέδιο), το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οξύ ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα προκαλούσε συζητήσεις. Σχεδόν ελάχιστα μετά την έκδοση του έγινε ταινία και βρέθηκε να δημιουργεί εντάσεις, συζητήσεις, διαφωνίες, ακόμα και… απαγορεύσεις, όπως στην Ρωσία, όπου η μεταφορά του απαγορεύτηκε. Ανεξάρτητα από το γεγονός αυτό,έτσι και αλλιώς το να αντιπαραβάλει κανείς την Ρωσία του Πούτιν με την Σοβιετική Ένωση είναι ένα λογικό άλμα που μόνο κακεντρέχεια, αν όχι και αφέλεια, φανερώνει, τόσος ντόρος κάτι δείχνει. Το μόνο σίγουρο είναι ο Στάλιν, σαν ηγέτης, προσωπικότητα, ακόμα και φυσική παρουσία, ακόμα ενοχλεί και συνεχίζει να γίνεται στόχος. Το ίδιο το κόμικ δεν κάνει καμία προσπάθεια να εκφράσει κάποιον αντίλογο στις πολιτικές πράξεις του Στάλιν ή για τις αιτίες οι οποίες τις προκάλεσαν. Αντίθετα, βυθίζεται στην απόπειρα του να περιγράψει με τα πιο μελανά χρώματα τις τελευταίες στιγμές του ηγέτη της ΕΣΣΔ, με γκροτέσκα υπερβολή, πένθιμη υπόβολή και σκόπιμη συσκότιση της ιστορικής αλήθειας, υπό τον μανδύα της αληθοφάνειας. Το σενάριο του Nury παρουσιάζει ,με μια υποψία χιούμορ, ένα σκηνικό απόλυτου τρόμου, στο οποίο δρούσαν τα υψηλόβαθμα κλιμάκια του Κομμουνιστικού Κόμματος αλλά και ο περίγυρος του Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν κατά τις αρχές του 1950. Τα ανώτερα στελέχη παρουσιάζονται ως διεφθαρμένα ανθρωπάρια που μάχονται με πισωμαχαιρώματα και γραφειοκρατικά τερτίπια για το ποιος θα βρεθεί πιο κοντά στη καρέκλα του ηγέτη. Ο σεναριογράφος πλάθει μια εικόνα που, όπως διατυμπανίζει και ο ίδιος δεν είναι αληθινή αλλά η οπτικής της ειλικρινής, έννοια οξύμωρη όταν μετατρέπει επίτηδες το χάος της κηδείας του Στάλιν σε ωμή εκτέλεση σοβιετικών πολιτών, πράξη η οποία εμπεριέχει το λιγότερο δόλο, μία μόνο από τις πολλές παραχαράξεις που γίνονται στο όνομα της διακωμώδησης. Ωστόσο, το σενάριο του κόμικ δεν αποτελεί μια ανάξια αναφοράς αστική αντίδραση. Όταν ακούγονται οι κλασσικές και πλέον γραφικές ερωτήσεις για το πόσους έστειλε στα γκούλαγκ ο κομμουνισμός, ελάχιστοι θα μνημονεύουν το » Ο Θάνατος του Στάλιν» Αντίθετα, με τον δικό του, κωμικό (λιγότερο) – τραγικό (περισσότερο) τρόπο και, μάλλον άθελα του, το κόμικ αναδεικνύει ένα ουσιαστικό πρόβλημα, αυτό της απομάκρυνσης της βάσης του κόμματος, των απλών πολιτων που μάτωσαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εναντίον του φασισμού, των ανθρώπων που ύψωσαν την κόκκινη σημαία πάνω στο Ράιχσταγκ και των διοικητικών, επαγγελαμτικών στελεχών. Η γραφειοκρατία τίθεται εδώ όπως είναι: η μάστιγα κάθε μεγάλου πολιτικού σχηματισμού, μια τυραννία της εξουσίας του κανενός. Οι ασάφειες, η απανθρωποίηση των κομματικών σχέσεων και το ενδιαφέρον για το γράμμα και όχι το πνεύμα των αποφάσεων, όπως επίσης και οι προσωπικές αψιμαχίες και ανταγωνισμοί που είναι φυσικό (και πολλές φορές γόνιμο) να υπάρχουν σε κάθε πραγματικά δημόσιο χώρο, μπαίνουν στο επίκεντρο και, αναδεικνύουν, μέσα σε όλη την αντιδραστικότητα των δημιουργών του graphic novel, μια αλήθεια που ακόμα και όσοι ανήκου στην άλλη μερά οφείλουν να αναγνωρίσουν: πως ο καπιταλισμός έχει αποδείξει ότι μια χαρά τα πάει χωρίς δημοκρατία. Αντίθετα ο κομμουνισμός χωρίς πραγματική, ανθρώπινη δημοκρατία που πάλλεται, δε μπορεί να προχωρήσει. Σκηνογραφικά και σχεδιαστικά, ο Robin όχι απλά ακολουθεί κατά πόδας τον Nury αλλά ενταντικοποιεί και τις καταδίκες του σοβιετικού τρόπου ζωής. Κυρίαρχα χρώματα το μαύρο και το γκρι, ενώ οι φιγούρες των ανθρώπων σταθερά απάνθρωπες και απωθητικές, θυμίζοντας περισσότερο κακούς σε ταινία Β διαλογής παρά ιστορικά πρόσωπα. Από αυτή την άποψη, το casting της ταινίας ήταν αρκετά καλύτερο. Και πάλι όμως, σε μια απόπειρα να προσεταιριστεί το λαικό έρεισμα, οι εργάτες που τραγουδούν την Διεθνή οδεύοντας αυθόρμητα προς την Μόσχα μοιάζου παράταιρα ηρωικοί, μια σταγόνα ανθρωπιάς σε έναν ημιφωτισμένο δωμάτιο που έκλεινε στους τοίχους του όλη την Σοβιετική Ένωση. Επιπλέον, τα καρέ διαφορετικού σχήματος δίνουν μια ανάστατη χρονικότητα στην ροή της ιστορίας, σάμπως ο ρυθμός να ταράζεται και αυτός. Ωστόσο, ακόμα και σε αυτές τις ακανθώδεις συνθήκες, δεν χάνεται το μέτρο και η αίσθηση της πορείας που έχει η ιστορία βαυκαλιζόμενη πως ακολουθεί την Ιστορία. Σε κάθε περίπτωση, το «Ο Θάνατος του Στάλιν» αξίζει να διαβαστεί για αυτή την προβληματική που θέτει. Και, αν μπορεί τελικά να αξιοποιηθεί σαν μια συμβολή σε αυτή την κατεύθυνση, ας γίνει. Πηγή
  22. Εκπαιδευτικη σειρα για παιδια και ενηλικες, απο τις εκδοσεις Πεδιο σε συνεργασια με την εφημεριδα Εθνος. Η σειρα ειναι βασισμενη στην αντιστοιχη Ιταλικη και ολοκληρωθηκε σε 4 τευχη, με δωρο σε καθε τευχος ενα 3D puzzle δεινοσαυρου. Kαλη εκδοση με illustration χαρτι, αρκετα ευκολη στο διαβασμα, με τις πληροφοριες που αναγραφονται να ειναι απλοικες και κατανοητες. Το μονο μελανο σημειο, οτι η ελληνικη εκδοση δεν περιελαμβανει το 3D puzzle. Τα στοιχεια της εκδοσης και τα περιεχομενα... Ενδεικτικο δισελιδο... Η αντιστοιχη Ιταλικη σειρα.... Το επομενο τευχος της σειρας κυκλοφορει στις 4 Φεβρουαριου.
  23. Αρθρο για την επερχομενη ταινια "Black Panther" της Marvel, απο την Άντα Δαλιάκα, που υπαρχει στο σημερινο "Έθνος της Κυριακής" (11 Φεβ. 2018). Και σε μεγαλυτερη αναλυση. Black Panther Εθνος .zip
  24. Το Εθνος αυτης της Κυριακης εδινε δωρο - εκτος απο τον Ερίκ Καστέλ και τους Δεινοσαυρους - ενα αλμπουμ της PANINI με τιτλο "Οι φιλοι μας τα ζωα". 132 σελιδες και 563 αυτοκολλητα που σας περιμενουν καπου εκει εξω, σε καποιο περιπτερο/ψιλικατζιδικο για να τα κολλησετε. Τα πρωτα 6 εσωκλειονται ηδη μεσα στο αλμπουμ. Το ευχαριστο ειναι, οτι περιελαμβανει και μια 4σελιδη ιστορια σε κομικ, στις σελιδες 2, 64, 65 και 128.
  25. Θέλετε να μάθετε Πόσα στραγάλια χωράνε σε μια μαύρη τρύπα του διαστήματος; Πού βρίσκεται κρυμμένο το όγδοο χρώμα του ουράνιου τόξου; και Γιατί οι καμηλοπαρδάλεις έχουν γαλάζιες γλώσσες; Δεν έχετε παρά να ρωτήσετε τον Ευγένιο Τριβιζά το Σάββατο 13/01 και ώρα 11.30. Καταφτάνει με το Εξπρές των Ονείρων με την βοήθεια των Public και των εκδόσεων Διόπτρα στο Public at The Mall για να λύσει όλες μας τις απορίες εκτός από τρεις… Ώρα προσέλευσης: 11:00 πμ Είσοδος ελεύθερη, θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας. ΠΗΓΗ
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.