Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'γιάννης ράγκος'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Dr Paingiver's blog
  • Valt's blog
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

  1. "Η νέα εικονογραφημένη νουβέλα του Γιώργου Γούση (σκίτσο - σενάριο) και του Γιάννη Ράγκου (σενάριο), Ληστές, είναι μια δουλειά που ανεβάζει ψηλά τον πήχη στο ελληνικό κόμικ, ένα καλοδουλεμένο από την πλευρά του σεναρίου και του σκίτσου συναρπαστικό βιβλίο που ξεκίνησε να ετοιμάζεται πριν από περίπου δέκα χρόνια. Η αληθινή ιστορία δύο ληστών που έδρασαν στην Ήπειρο από το 1909 μέχρι το 1930 πέρασε από σαράντα κύματα μέχρι να ολοκληρωθεί, αλλά το αποτέλεσμα τους δικαιώνει, γιατί είναι ένα υψηλού επιπέδου non-fiction graphic novel. «Έχουμε κάνει μεγάλη έρευνα με τον Γιάννη Ράγκο σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά» λέει ο Γιώργος Γούσης. «Από κει και πέρα, αυτονομούμαστε και γράφουμε μια δική μας ιστορία. Πριν από πολλά χρόνια ήρθε τυχαία στο σπίτι μου το βιβλίο Ρεντζαίοι, οι βασιλείς της Ηπείρου του Νίκου Πάνου, μια αυτοέκδοση ενός ιστοριοδίφη Ηπειρώτη με καταγωγή από το χωριό των αδελφών Ρέντζου –που είναι τα αληθινά πρόσωπα από τα οποία εμπνευστήκαμε τους ήρωες των Ληστών‒, ο οποίος είχε κάνει μια μεγάλη έρευνα με συνεντεύξεις και αρχεία για τη ζωή τους. Η ιστορία τους με γοήτευσε, έτσι αρχίσαμε να κάνουμε με τον Γιάννη πιο επισταμένη έρευνα πάνω στα γεγονότα. Βρήκαμε εφημερίδες και άλλες πηγές και αποφασίσαμε να φτιάξουμε μια ιστορία που κατά 70% είναι βασισμένη στην αληθινή. Στο βιβλίο μας τα ονόματα έχουν αλλάξει, οι δικοί μας ληστές λέγονται Γιάννης και Θύμιος Ντόβας, για να έχουμε μεγαλύτερη ελευθερία στην αφήγηση αλλά και επειδή η έρευνά μας πάνω σε πολλά σκοτεινά σημεία της δράσης των Ρεντζαίων έμεινε άκαρπη. Όλα στους Ληστές είναι αληθινά, οι χώροι, τα ρούχα, η αρχιτεκτονική, ακόμα και ο τρόπος που μιλάνε και τα τραγούδια που λένε οι άνθρωποι. Μας βοήθησε και η Ιουλία η Σταυρίδου σε αυτό, η μεγάλη σκηνογράφος που χάθηκε πρόσφατα, η οποία είχε δουλέψει με τον Αγγελόπουλο και γνώριζε καλά την περιοχή και την εποχή. Μου έδωσε πολλά βιβλία για κοστούμια, κτίρια της εποχής, μελέτησα πώς ήταν οι καλύβες και οι στάνες, μέχρι και ο τρόπος που κήδευαν το νεκρό. Η σκηνή του θρήνου στο βιβλίο είναι από μια φωτογραφία η οποία δείχνει πώς κάθονται, το ίδιο και τα όπλα. Προσπάθησα να μην είναι φολκλόρ όμως, αυτό που φανταζόμασταν ότι ήταν οι άνθρωποι τότε. Γιατί δεν φορούσαν φουστανέλα, δρούσαν τις δεκαετίες του 1910 και του 1920, οπότε η εμφάνισή τους είναι πιο σύγχρονη. Πάντως, όλη αυτή η δουλειά και η επιμονή στο σκηνογραφικό και στην πιστότητα δεν έχει σκοπό την ανάδειξη της εποχής ή της ηθογραφίας. Είναι εκεί για να πείσει τον αναγνώστη από την πρώτη κιόλας εντύπωση ότι αυτό που διαβάζει είναι ένας κόσμος αδιαπραγμάτευτος, στον οποίο μπορεί να βυθιστεί, να φάει το παραμύθι που λέμε, ώστε εν τέλει να μην προσέχει τίποτε άλλο παρά τους ανθρώπους, τους χαρακτήρες και τα πάθη τους, το "από κάτω" κείμενο δηλαδή. Tο στόρι ξεκινάει με δυο μικρά παιδιά που έχασαν τον πατέρα τους ‒ κάποιοι τον δολοφόνησαν με αφορμή ένα περιστατικό. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν ενηλικιώνονται, μαθαίνουν ποιος τον σκότωσε και αποφασίζουν να πάρουν εκδίκηση. Κι αφού εκδικούνται τους φονιάδες, βγαίνουν στην παρανομία για να μη συλληφθούν. Μετατρέπονται σε φυγάδες στο βουνό και στην πορεία σε ληστές. Παρότι δεν είναι καθόλου Ρομπέν των Δασών, ο κόσμος τους στηρίζει προφανώς επειδή προέρχονται από τα λαϊκά στρώματα και επειδή οι ληστές τότε αντικαθιστούσαν κατά κάποιον τρόπο τον νόμο: αν κάποιος είχε ένα πρόβλημα, πήγαινε στον ληστή για να του το λύσει, γιατί η αστυνομία δεν έφτανε στα βουνά. Η δράση τους προκαλούσε συναισθήματα που κυμαίνονταν μεταξύ φόβου και αγάπης. Έχει ενδιαφέρον το ότι άρχισαν να ενσωματώνονται στην εξουσία και να τους χρησιμοποιούν παράγοντες των Ιωαννίνων, βουλευτές, έμποροι. Βασικό κομμάτι της ιστορίας τους είναι ο πάτρονάς τους, ο εγκέφαλος μιας σπείρας, που ζούσε στα Γιάννενα και ήταν μεγάλος έμπορος και πολύ πλούσιος ‒ αργότερα εξελέγη και βουλευτής. Μαζί οργάνωναν απαγωγές, ληστείες, εκβιασμούς, και ενώ είχαν γίνει όργανο των ισχυρών, από ένα σημείο και μετά άρχισαν να αποκτούν μεγαλύτερη δύναμη απ' όση θα ήθελε η εξουσία, γι' αυτό στη συνέχεια προσπάθησαν να τους εξοντώσουν. Αυτοί που τους γιγάντωσαν, στην πορεία έγιναν εχθροί τους. Προσωπικά, βρίσκω πολύ ενδιαφέρον το ότι είναι αδέρφια. Η σχέση που αναπτύσσουν μεταξύ τους είναι η πιο ηθική και χριστιανική που υπάρχει, μια τρομερή σχέση φιλίας, αγάπης και τρυφερότητας. Ταυτόχρονα, όμως, για όλη την υπόλοιπη κοινωνία εκπροσωπούσαν το κακό, ήταν εγκληματίες. Μιλάμε για τρομερή βία: ο θρύλος λέει ότι σκότωσαν 80 άτομα. Η δύναμή τους και η αδυναμία τους ήταν ότι ήταν δύο, δηλαδή αφενός μπορούσαν να δρουν με μεγαλύτερη άνεση, αφετέρου το πρόβλημα του ενός γινόταν πρόβλημα και του άλλου. Οι άνθρωποι, γενικά, δεν είναι μόνο καλοί ή μόνο κακοί κι αφού αποφασίσαμε ότι οι ήρωές μας είναι αυτοί οι δύο, προσπαθήσαμε, μέσω αυτών, να δείξουμε όλες τις εκφάνσεις του ανθρώπου: από τις πολύ τρυφερές μέχρι τις πάρα πολύ άγριες. Οι συγκεκριμένοι δεν γνωρίζω αν έγιναν λαϊκοί ήρωες, μάλλον περισσότερο αρνητική ήταν η φήμη τους. Ακόμα και σήμερα, στην Ήπειρο το "Ρέντζος" το χρησιμοποιούν όταν θέλουν να πουν ότι είσαι άγριος, κατσαπλιάς και κακός. Γενικά, όμως, σύμφωνα με τον Hobsbawm, έναν μεγάλο ιστορικό που έχει κάνει μεγάλη μελέτη γύρω από τη ληστεία και τους ληστές, οι ληστές είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο που απαντά σε όλο τον κόσμο, με τα ίδια χαρακτηριστικά και για τους ίδιους λόγους. Αυτό που επισημαίνει είναι ότι οι άνθρωποι ταυτίζονται με τους ληστές και οι τελευταίοι γίνονται μυθικά πρόσωπα για δύο λόγους: πρώτον γιατί καταφέρνουν να βγουν εκτός των ορίων της κοινωνίας, δηλαδή κάνουν πράγματα που είναι στο όριο ή εκτός του ορίου, και ενδόμυχα όλοι μας θα θέλαμε να είμαστε λίγο πιο άγριοι. Δεύτερον, ακριβώς λόγω της μεγάλης αντίφασης που χαρακτηρίζει αυτούς τους ανθρώπους: τις περισσότερες φορές οι λήσταρχοι, ταυτόχρονα με τη βία και την εγκληματικότητα, φέρουν και κάποια ευγενή στοιχεία, έχουν ηθικό κώδικα, τιμή, δεν πειράζουν γυναίκες, σέβονται τους ηλικιωμένους. Υπάρχει μια θεωρητική ισοτιμία, ας πούμε, στο μυαλό τους, που ο τότε κόσμος εκτιμούσε δεόντως. Βέβαια, όλα αυτά μπορεί να τα έκαναν και ως μέρος της προπαγάνδας τους, για να παριστάνουν τους καλούς και κάποιοι να τους εμπιστεύονται. Όλα μέσα στο παιχνίδι είναι. Έχει ενδιαφέρον το πώς παρουσιάζει ο Τύπος της εποχής τους ληστές, κάνοντας κι αυτός την προπαγάνδα του: πότε είναι φοβεροί και άγιοι, πότε εγκληματίες, κλπ., το ίδιο ακριβώς που συμβαίνει και σήμερα. Η δράση τους έχει κοινά στοιχεία με τα γουέστερν, π.χ. κάνουν μια ληστεία και κλείνουν το δρόμο με κορμό δέντρου. Όλες οι ληστρικές ιστορίες ανά τον κόσμο έχουν κοινές αναφορές, γιατί όλοι δρούσαν για τους ίδιους λόγους και με τον ίδιο τρόπο. Θεωρώ ότι το πρώτο μέρος των Ληστών είναι ένα βαλκανικό γουέστερν στα βουνά, εκτός του αστικού ιστού. Στο δεύτερο κεφάλαιο, που πηγαίνουν στα Γιάννενα, γίνεται πιο νουάρ, πιο μαφιόζικο, αλλάζουν όμως και οι εποχές. Το '21 και το '22, που ζουν στα Γιάννενα, δρουν όπως οι μαφιόζοι το '30 και το '40 στην Αμερική. Έτσι τελειώνει και το πρώτο μέρος, όταν τους δίνεται αμνηστία, διαγράφονται δηλαδή όλα τους τα εγκλήματα, και μπαίνουν νόμιμοι στα Γιάννενα. Το βιβλίο έχει αυτοτέλεια, αλλά η ιστορία ολοκληρώνεται με άλλα δύο κεφάλαια, που θα αρχίσουν να σχεδιάζονται σύντομα. Το σενάριο έχει γραφτεί μέχρι το τέλος». «Γιατί το σχεδίασες ασπρόμαυρο;» «Επειδή αισθανόμουν πιο κοντά σε αυτό, λόγω της εποχής κατά τη διάρκεια της οποίας διαδραματίζεται. Ό,τι εικόνα υπάρχει από τότε είναι ασπρόμαυρη. Επίσης θεωρώ ότι δίνει την αίσθηση του ηπειρώτικου τοπίου, τη δραματικότητά του, την υγρασία που περιέχει. Είναι λίγο πιο συμβολικό, λίγο πιο πέτρινο, λίγο πιο αγαλματένιο. Θεώρησα ότι είναι αυτή η αγριάδα που ταιριάζει στην ιστορία και τους πρωταγωνιστές της». " Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.Συνεντευξη στον M. HULOT Φωτoγραφια Γιωργου Γουση: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO https://www.lifo.gr/articles/book_articles/299404/i-istoria-dyo-thrylikon-liston-tis-ipeiroy-egine-komik-apo-toys-giorgo-goysi-kai-gianni-ragko?utm_medium=Social&utm_source=Facebook&fbclid=IwAR38hAbF-8JuK75P59oUcRpWB0hhkRaT7y-7hXRaQE3kFuJ8zyHm1aQ9_lw#Echobox=1602836868 Εδω πρωτες εντυπωσεις απο τον φιλτατο φιλο @germanicus https://www.greekcomics.gr/forums/index.php?/topic/43385-ληστεσ-η-ζωη-και-ο-θανατοσ-των-γιαννη-και-θυμιου-ντοβα-γιωργοσ-γουσησ-γιαννησ-ραγκοσ-εκδοσεισ-polaris/&tab=comments#comment-603553 Eυχαριστούμε για την διαθεση του κομικ τον φιλο @nikos99
  2. Η ιστορία των αδερφών Ρεντζαίων, των «βασιλιάδων της Ηπείρου», γίνεται έμπνευση για το ατμοσφαιρικό κόμικ «Ληστές», από τους δημιουργούς του Ερωτόκριτου. Μιλήσαμε με τον σεναριογράφο και σχεδιαστή Γιώργο Γούση για το μύθο και την αλήθεια αυτών των θρυλικών ιστοριών. Το φαινόμενο της ληστοκρατίας κυριάρχησε στο νεοελληνικό κράτος σχεδόν για έναν αιώνα, μέχρι και τα μέσα των 30s, με τη σύγκρουση παράδοσης και νεωτερικότητας να βρίσκεται στην καρδιά του. Από τη μία, έχεις το κράτος που σταδιακά οργανώνεται ως κάτι πιο σύγχρονο και κεντρικό, από την άλλη έχεις τις μικρές αυτόνομες κοινότητες των απομακρυσμένων βουνών. Σε αυτό το σκηνικό της Ελληνικής υπαίθρου των αρχών του αιώνα βλέπουμε πολλούς ληστές να εξαπλώνουν τη δράση τους, ανάμεσά τους αρκετοί ξακουστοί. Δύο εξ αυτών, τα αδέρφια Ρέντζου, δίνουν την έμπνευση σε δύο δημιουργούς να αναπτύξουν μια συναρπαστική, επική ιστορία κάπου ανάμεσα στο νουάρ, το γουέστερν, τη μαφιόζικη περιπέτεια και την ηθογραφία, με φόντο την Ήπειρο της γέννησης του 20ου αιώνα. Στο κόμικ Ληστές: Η Ζωή και ο Θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα (Εκδόσεις Polaris), οι Γιώργος Γούσης και Γιάννης Ράγκος εμπνέονται από τους Ρεντζαίους για να αφηγηθούν μια ιστορία κοντά μεν στην αλήθεια, αλλά και μακριά την ίδια στιγμή. Όπως εξάλλου συμβαίνει και με τους ίδιους τους πρωταγωνιστές αυτών των ιστοριών, τους ίδιους τους λήσταρχους, που βάσιζαν μεγάλο μέρος της φήμης τους σε μύθους γύρω από το όνομα και τη δράση τους στα απομονωμένα χωριά. Οι δημιουργοί του υπερ-επιτυχημένου Ερωτόκριτου επιστρέφουν με μια ακόμα εξαιρετική δουλειά, όπου το ασπρόμαυρο, ατμοσφαιρικό σχέδιο του Γούση ντύνει λεπτομερώς μελετημένα σκηνικά και μια μοναδική εκδοχή γλώσσας της εποχής, για να απολαύσουμε τελικά μια ιστορία χαρακτήρων και δράσης σε ένα βαθιά Ελληνικό σκηνικό, βγαλμένο από την καρδιά της νεοελληνικής παράδοσης. Το πρώτο από τα δύο προβλεπόμενα μέρη των Ληστών κυκλοφορεί ήδη στα βιβλιοπωλεία κι εμείς μιλήσαμε με τον δημιουργό Γιώργο Γούση για το φαινόμενο των ληστών, τι ήταν αυτό που βρήκε συναρπαστικό σε αυτές τις ιστορίες, και το ρόλο του μύθου και της προπαγάνδας σε κάθε τοπικό θρύλο. Για την σχέση του κόμικ με την αληθινή ιστορία των Ρεντζαίων Δεν είναι βασισμένο 100% στους Ρεντζαίους, θεωρούσα πως το να έχουμε τα ονόματα θα οδηγούσε κάποιον να πιστεύει ότι είναι ντοκουμέντο, ότι διαβάζει ιστορική έρευνα. Θέλαμε να μπορούμε να αυθαιρετήσουμε και να εξυπηρετήσουμε τη δική μας ιστορία εν τέλει. Στην αρχή η ιδέα ήταν να δούμε την ιστορία αυτών των 2 ανθρώπων. Συνειδητοποιήσαμε καταρχάς ότι δε μπορούσαμε να ξέρουμε διάφορα κομβικά σημεία της ζωής και των αποφάσεων που πήραν, δεν ξέραμε τους λόγους και δε μπορούσαμε καν να τους υποψιαστούμε. Οπότε γνωρίζαμε πως αναγκαστικά θα αυθαιρετούσαμε με έναν τρόπο. Οπότε αποφασίσαμε αφού δεν θέλαμε να εγκλωβιστούμε στην πραγματικότητα, να αλλάξουμε τα ονόματα ώστε να δικαιολογείται η αυθαιρεσία. Και το άλλο πρόβλημα όταν κάνεις ιστορική έρευνα είναι ότι δεν πρέπει να χαθείς. Υπάρχει δηλαδή και το αντίθετο, να διαβάζεις για αληθινά περιστατικά και να πεις, Αφού αυτό έγινε έτσι, γιατί να μην το βάλω κι αυτό μέσα; Γιατί δεν είναι μουσείο με εκθέματα. Μία ιστορία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος. Για το πώς ήρθε σε επαφή με την ιστορία των Ρεντζαίων Πριν πολλά χρόνια είχε φτάσει σπίτι ένα βιβλίο, μια αυτοέκδοση του Νίκου Πάνου, ενός ανθρώπου που έκανε την έρευνά του από μεράκι. Λεγόταν Ρεντζαίοι: Οι Βασιλείς της Ηπείρου, και μου κίνησε την περιέργεια. Ήταν μια σκόρπια έρευνα, όχι δηλαδή μυθιστόρημα, αλλά διαβάζοντας την ιστορία με κέρδισε αγνά η αφήγηση και η εξέλιξη των χαρακτήρων. Ήταν συναρπαστική η ίδια η εξέλιξη της ζωής τους. Και είχε πολλά στοιχεία πολιτικά στο φόντο, πώς αλλάζανε τάξη, πώς από παράνομοι γίνονταν νόμιμοι, πως εγκολπίζονταν από πολιτικά στελέχη, από την αστυνομία. Ήταν από αυτές τις ιστορίες που μου αρέσει να βλέπω, έναν Scorsese ή ένα Κάποτε στην Αμερική. Είχε τέτοια στοιχεία η ίδια η ιστορία, οπότε με γοήτευσε και αποφάσισα να προσπαθήσω να το κάνω. Το χωριό των Ρεντζαίων είναι κοντά στο δικό μου αλλά δεν είναι ότι ήμουν ιστοριοδίφης. Θεώρησα είναι bigger than life η ιστορία, απλά αισθανόμουν κοντά στη νοοτροπία των ανθρώπων. Και υπάρχει μια σωματοδομή συγκεκριμένη, είναι πολύ Βαλκάνια. Κι έπειτα υπάρχει η ατμόσφαιρα της περιοχής, ομίχλη, υγρασία, που προσπάθησα να αναδείξω. Αυτοί οι άνθρωποι είναι κάπως βγαλμένοι από την πέτρα, από τη λάσπη, την ομίχλη. Αλλά όλα αυτά διαισθητικά, σαν μνήμες. Για το πώς πλέχτηκε η αλήθεια και η μυθοπλασία γύρω από τη μυθολογία των ληστών Όπου διαβάσαμε για ένα περιστατικό που μπορεί να φαινόταν όχι ρεαλιστικό αλλά ταίριαζε, το βάλαμε. Αλλά εφευρέθηκαν και τελείως σκηνές. Η σκηνή ας πούμε με τα αδέρφια στο ποτάμι είναι fiction, δεν έγινε έτσι. Με κάποιο τρόπο όμως σκότωσαν τους άλλους, οπότε εφηύραμε αυτή τη σκηνή που είναι πολύ δραματική και τελείως πάνω στους χαρακτήρες. Τρομερή πράξη βίας που λέει πράγματα όμως για αυτούς τους δύο. Το νόημα ήταν κάθε σκηνή να εξυπηρετεί και την πλοκή και τους χαρακτήρες. Σίγουρα δεν γύρισαν ας πούμε τον γιο από την απαγωγή με αυτό τον τρόπο, αλλά αυτή η σκηνή μου ήρθε στο μυαλό και λέω, Πρέπει να είναι έτσι! Εφηύραμε πολλά, που όμως έρχονταν εμπνευσμένα από αυτό τον κόσμο και από την ιστορία. Οι ίδιοι ληστές έχουν έτσι κι αλλιώς μια μυθολογία, οπότε έχει ενδιαφέρον τι είναι αλήθεια και τι είναι ψέματα. Για τη διάσταση του μύθου και της προπαγάνδας στις ιστορίες των ληστών Ακόμα κι αυτό το βιβλίο έχει μέσα συνεντεύξεις από βοσκούς ας πούμε, που ο καθένας λέει τη δική του εκδοχή της ιστορίας. Οι ίδιοι οι ληστές βασίζουν ένα μεγάλο κομμάτι της φήμης και της δράσης τους σε προπαγάνδα. Ο άλλος ο φοβισμένος ο βοσκός έχει ακούσει μια ιστορία από τη γιαγιά του κλπ. Έχει ενδιαφέρον και για το ίδιο το είδος. Το ληστρικό είναι genre, έχει συγκεκριμένους κανόνες και χαρακτήρες, και μεγάλο κομμάτι βασίζεται στο πώς οι ληστές μυθοποιούνται και γίνονται λαϊκοί ήρωες. Δε μπορείς λοιπόν να κάνεις ένα ντοκουμέντο, αλλά για μένα δεν έχει και νόημα να το κάνεις. Γιατί από τη φύση της ιστορίας υπάρχει το μυθικό στοιχείο. Είναι δυο άγριοι άνθρωποι που ζουν στα βουνά, είναι μυθικά πλάσματα. Οπότε σίγουρα βλέπεις και αντικρουόμενες αφηγήσεις αν διαβάσεις υλικό, αλλά και παραφουσκωμένα πράγματα, ο ένας τον βλέπει ως άγριο, ο άλλος ανθρώπινο. Αλλά εμείς επειδή αποφασίσαμε να είμαστε με τους χαρακτήρες, αποφασίσαμε να τους παρουσιάσουμε προσγειωμένους στη γη και να δούμε την ψυχανάλυσή τους. Δεν τους δικαιολογούμε δηλαδή, απλώς προσπαθούμε να τους κατανοήσουμε και να τους παρουσιάσουμε. Καταλαβαίνεις από πού προέρχονται τα τραύματά τους, ποια είναι τα κίνητρά τους κλπ. Για την έρευνα, από τη γλώσσα μέχρι τα περιστατικά της εποχής Με τον Γιάννη έπρεπε να εφεύρουμε μια γλώσσα που να μην είναι η πραγματική, γιατί η αληθινά πραγματική είναι δυσνόητη, έχει πολλές κοψιές. Κι έπειτα υπάρχει το διφορούμενο στοιχείο ότι στο κόμικ είναι γραπτός λόγος γιατί τον διαβάζεις γραπτό, αλλά είναι προφορικός γιατί είναι μέσα σε κάποια μπαλονάκια. Νομίζω βρήκαμε μια χρυσή τομή. Με λέξεις που σε πηγαίνουν στην εποχή, στη σύνταξη δεν υπάρχουν νεολογισμοί, δεν υπάρχει αργκό. Και ταυτόχρονα είναι δημοτική, δηλαδή καταλαβαίνει ο καθένας τι συμβαίνει. Το άλλο στην έρευνα είχε να κάνει με την ίδια την ιστορία που έπρεπε να βρούμε κάθε πτυχή, ακόμα και ψεύτικες μαρτυρίες ή δημοσιεύματα. Αυτό που γινόταν τότε ήταν ότι οι εφημερίδες στέλναν ανταποκριτές να πάρουν μια συνέντευξη ας πούμε, και ο ανταποκριτής γύρναγε πίσω με μια ψιλο-νουβέλα. Πήγα εκεί, τους συνάντησα, το μέρος μύριζε υγρασία… Κατάλαβες, έβαζαν σίγουρα μέσα και δικά τους, που αρκετά από αυτά όμως είχαν ενδιαφέρον μυθοπλαστικό. Τα κρατήσαμε, ακόμα και στοιχεία που δεν ήταν διασταυρωμένα από πολλές πλευρές. Τέλος το τρίτο στάδιο της έρευνας ήταν η αρχιτεκτονική, τα ρούχα, τα αντικείμενα. Εκεί με βοήθησε και η Ιουλία Σταυρίδου, που δυστυχώς πέθανε πρόσφατα. Είχε πολύ εκτενές υλικό από την εποχή. Την γνώριζα από τον Γιάννη Οικονομίδη με τον οποίο είχε δουλέψει, και επειδή έψαχνα υλικό εκείνης της εποχής, μου είπε ότι έχει κάνει κι η ίδια μεγάλη έρευνα λόγω των ταινιών του Αγγελόπουλου στις οποίες είχε δουλέψει. Έτσι έγινε κι αυτό το κομμάτι, που πιστεύω πάντα πρέπει να μένει αόρατο. Η σκηνογραφία είναι εκεί για να μην την παρατηρείς. Για να νιώθεις ότι είσαι σε ένα κόσμο πραγματικό, μια άλλη εποχή. Αφού κάναμε όλη την έρευνα βρισκόμασταν με τον Γιάννη Ράγκο και γράψαμε τη σκαλέτα, τη ροή, πώς εξελίσσεται η ιστορία σκηνή-σκηνή. Και προέκυψαν 4 μεγάλα κεφάλαια. Φαίνεται κι από τους τίτλους: Ριζά, δηλαδή οι πρόποδες του βουνού, Κορμί, η πλαγιά δηλαδή, το τρίτο είναι η Κορυφή και το τέταρτο ο Γκρεμός. Είναι η δομική εξέλιξη της ιστορίας. Και χωρίστηκε σε 2 κομμάτια που το πρώτο είναι η προέλευση και μετά η δράση στο βουνό και η παρανομία, και τα άλλα δύο είναι η δράση στην πόλη και η φυγή μέχρι τη σύλληψη – ένα πιο αστικό μέρος. Επειδή τραβάει πολλά χρόνια αυτό, θεώρησα ότι πρέπει να βγει και να φύγει από πάνω μου και να νιώθω ότι έχω κάτι που χρωστάω. Αλλά και επειδή από μόνο του θεωρώ ότι στέκει σαν ανάγνωσμα. Απλώς περιμένεις να διαβάσεις και τη συνέχεια. Για τη διαχρονικότητα του φαινομένου των ληστών Το φαινόμενο των ληστών έχει μια διαχρονικότητα και το είδαμε στην έρευνα διαβάζοντας το βιβλίο του Χόμπσμπαουμ, που λέγεται Ληστές. Παρατηρεί πως με έναν τρόπο είναι παγκόσμιο το φαινόμενο, έχει ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά από τη Γη του Πυρός μέχρι τη Μογγολία. Είτε σε μέρη τόσο απομονωμένα που δε μπορεί να φτάσει ο νόμος, και συνήθως μετά από μεγάλες καταστροφές, πλημμύρες κλπ, ή σε πάμφτωχα μέρη, όπου δεν υπάρχουν πόροι. Οι ληστές δρουν με τον ίδιο τρόπο, εμφανίζονται για τους ίδιους λόγους και υπάρχουν 3 διαφορετικές μορφές, ίδια χαρακτηριστικά που δρουν αντίστοιχα. Υπάρχουν οι Ρομπέν των Δασών, χρησιμοποιούν την προπαγάνδα του καλού και ίσως και από τη φύση τους έχουν τέτοια στοιχεία. Υπάρχουν οι ληστές-εκδικητές, σαν τους δικούς μου, που γίνονται ληστές από μια εκδίκηση κι έπειτα εξελίσσονται σε επαγγελματίες. Και οι ληστές-επαναστάτες, που σύντομα μετατρέπουν την δράση τους σε πολιτική, επαναστατική. Ταυτόχρονα καθένας μπορεί να έχει λίγο από όλα τα στοιχεία. Οι δικοί μου είναι πιο πολύ εγκληματίες, αλλά υπάρχει το ενδιαφέρον στοιχείο ότι αρχίζουν κι αυτοί προς το τέλος να αποκτούν την υπόσταση του… όχι επαναστάση, δεν κάνουν επαναστατική κίνηση, αλλά από το πώς φέρονται υπάρχει μια αποστροφή απέναντι στην εξουσία. Καταλαβαίνουν ότι χρησιμοποιήθηκαν. Και προκύπτει μέσα από αυτούς ένα σχόλιο για την εξουσία και το πώς δρα. Για την εξουσία μέσα από τα μάτια των χωρικών Η χωροφυλακή για πολλά χρόνια δεν έφτανε καν εκεί πάνω. Είχανε κέντρα αλλά στο βουνό που θες 5 ώρες μες στα χιόνια να πας, δεν πήγαιναν. Ο χωροφύλακας από την πλευρά των χωρικών ήταν αυτός που έρχεται καμιά φορά και μας δέρνει γιατί θέλει να μας ανακρίνει. Δεν υπάρχει καμία άλλη σχέση, γι’ αυτό και η κοντινότερη εξουσία που έχουν είναι ο ληστής. Αν θέλω κάποιος να μου λύσει το πρόβλημα, πάω στον ληστή. Αυτός είναι δικός μας. Για τη σύγκρουση δύο κόσμων, για τον παλιό απέναντι στον νέο Ενδιαφέρον στην ιστορία αυτή είναι ότι περνάνε στη νομιμότητα και μετά ξανά στην παρανομία, κι αυτό μου δίνει μια τεράστια γκάμα μυθοπλαστική και δραματουργική, αλλά έχει ενδιαφέρον και το να δεις πώς πάνε από το ένα στο άλλο. Εκεί υπάρχει ένα μεγάλο ερώτημα που δεν το λύσαμε στην έρευνα: Γιατί αφού είναι νόμιμοι, πλούσιοι και έχουν εξουσία, γίνονται ξανά κυνηγοί οι ίδιοι και ξαναβγαίνουν στην παρανομία; Είναι κάτι που έρχεται στο δεύτερο μέρος και σε εμάς έχει να κάνει με τους χαρακτήρες. Το πρώτο μέρος είναι πιο πολύ γουέστερν και το δεύτερο πιο πολύ μαφιόζικο, με περισσότερο αστικό τοπίο. Αλλά και τα δύο είναι το ίδιο πράγμα όσο αφορά το ότι βασίζεται στους χαρακτήρες. Είναι δύο κόσμοι που σίγουρα θα συγκρουστούν, το παρελθόν με το μέλλον, το σύγχρονο με το παλιό. Αλλά αυτοί είναι στη μέση. Μέχρι ένα σημείο το ισορροπούν καλά αλλά μετά αρχίζουν να αποκτούν περισσότερη δύναμη από όσοι οι άλλοι περίμεναν ότι θα αποκτούσαν. Οι ίδιοι ανήκουν σε έναν παλιό κόσμο, με μια άλλη ηθική, κάποια δεδομένα, κανόνες κλπ. Ο Κολοβός είναι από έναν πιο σύγχρονο κόσμο, είναι ένας μελλοντικός καπιταλιστής, έχει τρόπους να ελίσσεται. Επίσης οι δυο τους είναι αδέρφια κι έχει ενδιαφέρον ψυχαναλυτικό που συναντάμε δυο ανθρώπους που δεν συγκρούονται, αλλά δρουν σαν ένας. Οπότε μου φαινόταν σα να ήταν ο ληστής και το alter ego του, σα να βλέπει τον καθρέφτη και κάποιες φορές είναι σαν ο ένας να είναι ο καλός κι ο άλλος η κακή του πλευρά ή το ανάποδο. Μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε. Και υπάρχει συνεχώς ένα δίπολο που επιτρέπει κάποια πράγματα, σε μια σκηνή που πρέπει ας πούμε να πάρει μια μεγάλη απόφαση, αν ήταν ένας θα τον έβλεπες απλά σκεπτικό. Ενώ τώρα θα μιλήσει με τον «εαυτό» του. Έχει συνέχεια απέναντί του έναν καθρέφτη. Και το σχετικό link...
  3. Λίγα χρόνια μετά το graphic novel του Ερωτόκριτου, οι Γιώργος Γούσης και Γιάννης Ράγκος καταπιάνονται ξανά με το ελληνικό παρελθόν. Είναι πολύ εντυπωσιακό αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με τα ελληνικά κόμιξ. Κι όχι, δεν αναφέρομαι μόνο στην επανάκτηση της δημοτικότητας και του κούλνες τους, στην δημιουργική κι εκδοτική άνθιση της σκηνής, στην έκδοση περιοδικών που επιχειρούν να αποτυπώσουν αυτήν την στιγμή και να την προχωρήσουν παρακάτω. Όλα αυτά ισχύουν φυσικά, κι είναι πολύ όμορφες εξελίξεις τόσο για τους ανθρώπους που αγαπήσαμε το μέσο του κόμικ σε μια προηγούμενη περίοδο της ζωής μας και της ζωής του, όσο και για αυτούς που το ανακαλύπτουν και το αγαπούν τώρα, στη νέα του άνοιξη. Εδώ όμως αναφέρομαι σε κάτι πιο συγκεκριμένο, σε ένα ιδιαίτερο ρεύμα που ενυπάρχει εντός της διαδικασίας που περιγράψαμε παραπάνω και το οποίο την ωθεί στα πιο φιλόδοξά της όρια. Μιλάω λοιπόν για μια τάση κόμιξ που αναπτύσσεται, με αξιοσημείωτη συνοχή και φροντίδα, μέσα από μια διαρκή επεξεργασία του βαθέως ελληνικού παρελθόντος, των γενικών εθνικών και ειδικών τοπικών αφηγήσεων, αλλά και της ίδιας της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας κατά το πέρασμά της στην νεωτερικότητα. Πριν από 4 χρόνια κυκλοφορεί μια φαινομενικά παράξενη έκδοση. Ο δημιουργός κόμιξ Γιώργος Γούσης μαζί με τον συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο και τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Γιάννη Ράγκο διασκευάζουν σε κόμικ τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου. Η έκδοση που προκύπτει δεν έχει τίποτα από την ξεραΐλα και τη μιζέρια που συνήθως περιβάλλει ως αύρα την επαφή με τις απαρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας μέσω της σχολικής εκπαίδευσης ή της ακαδημίας. Αντιθέτως, πρόκειται για ένα ζωηρό fantasy ιπποτικό έπος που όσο πηγάζει από μια ερευνητική αφοσίωση στο κείμενο και την εποχή του, άλλο τόσο προέρχεται από ένα genre πάθος που θέλει να επικοινωνήσει με την pop κουλτούρα του φανταστικού η οποία μοιραία διαμόρφωσε εμάς και την εποχή μας. Έπειτα οι εκδόσεις Polaris μετά την τεράστια απήχηση του Ερωτόκριτου, προχωρούν στην έκδοση δύο ακόμα τίτλων που εμβαθύνουν στο πρότζεκτ «νεοελληνική λογοτεχνία σε graphic novel», τα Μυστικά του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα που διασκευάζουν οι Παναγιώτης Πανταζής και Γιάννης Ράγκος, και τον Ζητιάνο του Ανδρέα Καρκαβίτσα από τον Kanellos Cob με τον Γιάννη Ράγκο στην επιμέλεια του σεναρίου. Όπως ίσως έχετε παρατηρήσει ακόμα κι οι λιγότερο παρατηρητικοί, το όνομα του Ράγκου διατρέχει όλη αυτήν την υπο-διαδρομή του σύγχρονου ελληνικού κόμικ. Και τώρα ξανά στις εκδόσεις Polaris, o Ράγκος συνεργάζεται εκ νέου με τον Γιώργο Γούση (κάτι που είχαν ξανακάνει πρόσφατα όχι μόνο στον Ερωτόκριτο αλλά και στον Μπλε Κομήτη) για το graphic novel Ληστές: Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα που κυκλοφόρησε πρόσφατα, τον Οκτώβριο του 2020. Οι Ληστές λοιπόν αποτελούν με έναν τρόπο τομή και συνέχεια όσον αφορά την προαναφερθείσα πορεία. Από τη μία πλευρά δεν αποτελούν μεταφορά κάποιου λογοτεχνικού κειμένου, αλλά βασίζονται στην ιστορική έρευνα που έκαναν οι δύο δημιουργοί τους πάνω στο φαινόμενο της ληστείας στην Ήπειρο κατά τις αρχές του 20ού αιώνα κι ειδικότερα πάνω στη ζωή και τη δράση των αδερφών Ρέτζου, των Ρετζαίων, οι οποίοι αποτέλεσαν την πραγματική βάση για την δημιουργία της ιστορίας του Γιάννη και του Θύμιου Ντόβα που αφηγείται το κόμικ. Μ’ αυτήν την έννοια τυπικά δεν αποτελούν συνέχεια του πρότζεκτ μεταφοράς νεοελληνικής λογοτεχνίας σε κόμιξ. Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά την θεματολογία και την προβληματική που αναπτύσσουν οι Ληστές, αποτελούν όχι μόνο συνέχεια αλλά και δημιουργικό ξεπέρασμα του ήδη τρομερά ενδιαφέροντος πρότζεκτ προς την κατεύθυνση της πρωτότυπης ιστορικής έρευνας κι επακόλουθα της πρωτότυπης μυθοπλαστικής αφήγησης. Τα Μυστικά του Βάλτου και ο Ζητιάνος αφορούν αμφότερα την κοινωνική κατάσταση στη Μακεδονία και την Θεσσαλία λίγο πριν και λίγο αφότου αυτές προσαρτηθούν στο ελληνικό κράτος κατά το μεταίχμιο ανάμεσα στον 19ο και τον 20ό αιώνα. Μ’ αυτήν την έννοια αποκαλύπτουν ένα πολύπλοκο κοινωνικό, γλωσσικό, πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό περιβάλλον που φωτίζει με έναν διαφορετικό τρόπο τις μέχρι τώρα κυρίαρχες εθνικές αφηγήσεις πάνω στην εδραίωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας μέσα από τη σχέση της με το έθνος-κράτος. Στους Ληστές, αυτή η διαδικασία προχωράει παρακάτω, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, όταν η σύγκρουση παράδοσης και νεωτερικότητας εκδηλωνόταν σε ένα διπλό επίπεδο: αφενός στη σχέση του κράτους και του νόμου με τα προϋπάρχοντα δίκτυα κοινωνικής και οικονομικής εξουσίας στην ελληνική επικράτεια, κι αφετέρου στη σχέση ανάμεσα στους παλιότερους κώδικες τιμής/επικοινωνίας ή τρόπους ζωής και τις απαιτήσεις συμμόρφωσης στα ήθη ή ενσωμάτωσης στους θεσμούς της σύγχρονης εποχής. Όπως καταλαβαίνετε οι Ληστές είναι ένα εικονογραφημένο αφήγημα αντιθέσεων και συγκρούσεων. Αυτές οι αντιθέσεις και συγκρούσεις όμως δεν αναπαριστώνται με κάποια ακαδημαϊκή τυπικότητα ή τακτοποίηση ούτε με κάποια λαογραφική φολκλόρ διάθεση. Αντιθέτως ξεδιπλώνονται με την παλλόμενη ένταση της αναμπουμπούλας και της μανούρας, ενώ εικονογραφούνται με την καυλερή genre αισθητική ενός σκληροτράχηλου, ασπρόμαυρου, βίαιου western (κυκλοφορώντας σχεδόν ταυτόχρονα με το κινηματογραφικό Digger, υπέροχη σύμπτωση). Σ’ αυτό εδώ το παράδοξο western η παρουσία του frontier, του ρευστού συνόρου προς κατάκτηση και ξεπέρασμα από τις δυνάμεις του καινούριου είναι φυσικά κομβική. Εδώ το frontier είναι διαρκώς κινούμενο, με τους αδερφούς Ντόβα να διαπραγματεύονται την ύπαρξή τους στον καινούριο εκμοντερνισμένο κόσμο μέσα από μια σειρά λυκοσυμμαχιών και λυκοσυμπράξεων με τους νέους θεσμούς της σύγχρονης πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Ταυτόχρονα, όπως και στην Άγρια Συμμορία του Sam Peckinpah που διαδραματίζεται την ίδια ακριβώς εποχή στην άλλη πλευρά του πλανήτη, το frontier στενεύει γύρω τους και πνίγει τους τραγικούς ληστές σαν θηλιά: ο θαυμαστός νέος κόσμος δεν είναι γι’ αυτούς. Μπορεί η ζωή των Ντοβαίων να αναπαρίσταται με τρόπο συναρπαστικό, αλλά οι Ράγκος και Γούσης είναι προσεκτικοί στο να μην τους μυθοποιήσουν και δοξολογήσουν παραπάνω απ’ όσο τους αντιστοιχεί και τους πρέπει. Μ’ αυτήν την έννοια, η ισορροπία ανάμεσα στην αισθητικοποίηση και την αποστασιοποίηση είναι πολύ πετυχημένη κι αποτελεί ίσως την σημαντικότερη αρετή του κόμικ. Παρόλα αυτά, οι δημιουργοί κάθε άλλο παρά κρύβονται από τον αντιφατικό αλλά πραγματικό κοινωνικό χαρακτήρα της ληστείας στον ελλαδικό χώρο από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι και την εποχή που χοντρικά ολοκληρώνεται η αφήγηση, δηλαδή έναν ολόκληρο αιώνα σχεδόν (1830-1930). Υπάρχει μια αποσιωπημένη παράδοση ανταρσίας και παραβατικότητας που συχνά συναντήθηκαν μεταξύ τους μέσα από το φαινόμενο της ληστείας. Η Ήπειρος εκείνης της περιόδου, ως άγριος και παραμεθόριος τόπος, είχε πολύ έντονη ληστρική δραστηριότητα μέχρι και αρκετά μετά από την κατάκτησή της από τον ελληνικό στρατό. Οι κλέφτες έβγαιναν στο βουνό κι άλλαζαν σύνορα σαν τα πουκάμισα προκειμένου να μην τους πιάσουν. Την εποχή που διαδραματίζονται οι Ληστές, το ελληνικό κράτος αναγκάζεται να προχωρήσει στην πικρή διαπίστωση ότι οι απόπειρες εκσυγχρονισμού του προσκρούουν στα αναχρονιστικά δίκτυα εξουσίας που έχουν εγκαθιδρύσει οι ληστές με τους ντόπιους πολιτευτές. Έτσι οι κάτοικοι της περιοχής πολύ συχνά προτιμούν την εξουσία των ληστών από αυτήν του κράτους. Κατά μία έννοια, η Ήπειρος του μεσοπολέμου που αφηγείται το κόμικ στιγματίστηκε από τη σχέση του ληστή και του σταυρωτή (όπως χαρακτήριζαν τους κρατικούς αξιωματούχους), με τους ληστές της εποχής να διχάζονται ανάμεσα στις συμμαχίες με τους Φιλελεύθερους ή τους Εθνικόφρονες, και πιο συγκεκριμένα τους Ρετζαίους να συντάσσονται με το Βενιζέλο και τους Κουμπαίους να συντάσσονται με το Λαϊκό Κόμμα. Κι ενώ αυτή η ψυχρή υπολογιστική πλευρά της δύναμης των ληστών είναι πέρα για πέρα τεκμηριωμένη και χειροπιαστή, από την άλλη η ληστρική μυθολογία συνεχίζει να ασκεί επίμονα τη γοητεία της. Ο μεγάλος ιστορικός Eric Hobsbawm έχει δείξει πολύ αναλυτικά τις κοινωνικές και ηθικές ρίζες της λατρείας των ληστών, αφού πρόκειται για εχθρούς του νόμου αλλά φίλους των ηθικών κανόνων των λαϊκών τάξεων. Ως σημάδι της παρακμής των φεουδαρχικών θεσμών και της ηθικής τους, αλλά κι ως μορφή αντίδρασης στον αναδυόμενο καπιταλιστικό εκμοντερνισμό, οι ληστές αποτέλεσαν πολύ συχνά την πρώτη ύλη για τους μύθους και τους θρύλους μιας ρομαντικής αντίστασης προς τον σύγχρονο κόσμο (γι’ αυτό και θα τους συναντήσουμε εξίσου συχνά στα λαϊκά τραγούδια των ανώνυμων δημιουργών αλλά και στους εκλεπτυσμένους στίχους των ρομαντικών ποιητών). Το είπαμε και πριν: οι Ληστές αφηγούνται μια σκοτεινή και συγκρουσιακή ιστορία. Κι όπως φαίνεται ήταν αναπόφευκτο, αφού οι σελίδες της μετάβασης στο σύγχρονο, καπιταλιστικό, εθνικά ομογενοποιημένο ελληνικό κράτος είναι βαμμένες με πολύ αίμα. Όλα αυτά με ενδιαφέρουν προσωπικά πάρα πολύ από ιστορική και πολιτική σκοπιά, αλλά δεν υπονοώ ότι το κόμικ αποτελεί κάποιου είδους ιδεολογική ιστορική δήλωση. Αντίθετα προσπαθεί μάλλον να απελευθερώσει τις κρυμμένες δυνάμεις της ιστορικής πραγματικότητας μέσα από την εικόνα και το δράμα, χωρίς να φλυαρεί γι’ αυτές με κυριολεκτικό τρόπο, όπως κάνω εγώ ας πούμε εδώ από την σκοπιά του αρθρογράφου. Παρόλα αυτά, η παλιά Ελλάδα του μεσοπολέμου που αποκαλύπτουν οι Ληστές δεν έχει καμία σχέση με την εξιδανικευμένη απεικόνιση του παρελθόντος που προσφέρουν οι κυρίαρχες αφηγήσεις, απ’ τις οποίες θα μπουχτίσουμε από το νέο έτος που θα γιορτάζεται πλουσιοπάροχα (ή και όχι) η 200ή επέτειος από το 1821. Μ’ αυτήν την έννοια, το κόμικ των Γούση και Ράγκου επικοινωνεί με την πολύ ενδιαφέρουσα άτυπη καλλιτεχνική συνομοταξία που μοιάζει να καταπιάνεται με μια επανεπινόηση του παρελθόντος και της παράδοσης (όπως έχει σημειωθεί πετυχημένα ξανά και ξανά) μέσα από νέα αισθητικά εργαλεία. Όχι πια σαν επανανακάλυψη μιας δήθεν χαμένης κι ευγενούς αυθεντικότητας που επικυρώνει εκ νέου την αδιαμφισβήτητη ομοψυχία του έθνους, όπως έκαναν αμέτρητες φουρνιές καλλιτεχνών που στράφηκαν προς την παράδοση κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά περισσότερο σαν εξερεύνηση των παραδόσεων και των ιστοριών που ανθίζουν στο περιθώριο της κυρίαρχης εθνικής αφήγησης. Έτσι θα μπορούσαμε να βάλουμε τους Ληστές δίπλα στο Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου και τις Παγανιστικές Δοξασίες του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη (αμφότερα των εκδόσεων Αντίποδες), που τα τελευταία χρόνια αποτέλεσαν σημεία αναφοράς για τις υπο-εθνικές παραδόσεις που πριμοδοτούν το αλλόκοτο, το αποκλίνον, το φυγόκεντρο και το ετερόδοξο (κάτι που στα κόμιξ ξανάκανε τρόπον τινά πριν χρόνια ο Γιάννης Καλαϊτζής στα σπουδαία Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης και Τυφών). Και όπως είπαμε και πριν, αυτό δεν συμβαίνει μέσα από τα μουχλιασμένα εργαλεία της χασμουρητής πατριδογνωσίας αλλά με μια οργανική ενσωμάτωση των πιο παθιάρικων πλευρών της pop κουλτούρας, από τη λογοτεχνία και τα video games μέχρι το σινεμά και την τηλεόραση: το horror, το fantasy, το noir, το western. Όλα τα όμορφα πράγματα δηλαδή. Με αφορμή την κυκλοφορία των Ληστών λοιπόν, ζήτησα από τον Γιώργο Γούση και τον Γιάννη Ράγκο να φτιάξουν μια λίστα με 5 ελληνικές ταινίες και 5 ελληνικά βιβλία για όσους θέλουν να εντρυφήσουν περισσότερο σε μια σκοτεινή ιστορική/λαογραφική ματιά πάνω στο εθνικό παρελθόν που να περιβάλλεται από μια ιδιαίτερη genre αύρα. Αυτοί ανταποκρίθηκαν κι έτσι μου έστειλαν τα εξής: ΤΑΙΝΙΕΣ – «Οι βοσκοί» του Νίκου Παπατάκη (1967) Τα πρόσωπα, οι ερμηνείες, και η σκηνοθεσία μιας βαθιά ανατρεπτικής και μοντέρνας ταινίας. Κλασικό παράδειγμα όπου η ηθογραφία δεν είναι απλά η επιδερμική αναπαράσταση μιας εποχής. – «Ο φόβος» του Κώστα Μανουσάκη (1966) Θρίλερ στην ελληνική επαρχία, στην ουσία του υπαρξιακό, άρα και πολιτικό. Καλλιτεχνικό επίτευγμα σε κάθε του πεδίο (σκηνοθεσία, σενάριο, φωτογραφία, μουσική) με το κάθε ένα από αυτά να αναδεικνύει τα υπόλοιπα. – «Αναπαράσταση» του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1970) Το ντεμπούτο του πιο αναγνωρισμένου Έλληνα σκηνοθέτη με ένα μη γραμμικό «αστυνομικό» στα χωριά της Ηπείρου, βασισμένο σε αληθινό έγκλημα. Ταινία σταθμός για το νέο Ελληνικό σινεμά, αλλά και για τον ίδιο τον Αγγελόπουλο που ανακαλύπτει εδώ το κινηματογραφικό του σύμπαν στην πιο ανεπιτήδευτη μορφή του. – «Λόλα» του Ντίνου Δημόπουλου (1964) Στην εποχή που το εμπορικό ελληνικό σινεμά βρίσκεται στο ζενίθ του, παράγει την «Λόλα», ένα κλασικό νουάρ το οποίο ενώ πατάει στα πρότυπα του αμερικάνικου κινηματογράφου, δεν πέφτει στην παγίδα της αντιγραφής. Παρά τις μικρές δόσεις “μελό”, παραμένει μία από τις κορυφαίες νουάρ ταινίες της εγχώριας κινηματογραφικής παραγωγής με ένα σούπερ καστ της εποχής (Κούρκουλος, Καρέζη, Παπαγιαννόπουλος). – «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» του Βασίλη Γεωργιάδη (1966) Βασισμένος στα πρότυπα του γουέστερν, ο Νίκος Φώσκολος γράφει ένα από τα καλύτερά του σενάρια με φόντο την αγροτική εξέγερση του Κιλελέρ (αρχές 20ου αιώνα) και τον πρωτεργάτη της Μαρίνο Αντύπα ως έναν από τους χαρακτήρες. Ο Γεωργιάδης σκηνοθετεί το σενάριο και παρουσιάζει μια εμβληματική ταινία με σκηνές ανθολογίας για το ελληνικό σινεμά και φτάνει ως τα Όσκαρ του 1966, υποψήφια για καλύτερη ξενόγλωσση ταινία. ΒΙΒΛΙΑ – “Πίστομα” (διήγημα από τις “Κορφιάτικες ιστορίες”) του Κωνσταντίνου Θεοτόκη (1899) Πυκνό (μόλις 650 λέξεις), νατουραλιστικό, βαθύ ψυχογράφημα ενός ληστή που, μετά από την χορήγηση αμνηστίας, επιστρέφει στο χωριό του και βυθίζεται στην ανθρώπινη κτηνωδία. Ένα αληθινό αριστούργημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. – “Οι λησταί στα πρόθυρα των Αθηνών” του Μ. Καραγάτση (1952/2001) Ληστρικό μυθιστόρημα, βασισμένο στην υπόθεση της σφαγής στο Δήλεσι (1870), αλλά με σαφείς συνδηλώσεις για την (τότε) ιστορική και πολιτική συνθήκη (Εμφύλιος πόλεμος και πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια). – “Το μυστικό του Άσπρου Βράχου” του Γιάννη Μαρή (1959) Το πρώτο ιστορικό αστυνομικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα, γραμμένο από τον εισηγητή της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα και “εμποτισμένο” με στοιχεία από την παράδοση των λαϊκών ληστρικών αφηγημάτων. – “Το κιβώτιο” του Άρη Αλεξάνδρου (1975) “Ορεινή” πολιτική περιπέτεια στα χρόνια του Εμφυλίου, με εντελώς αυτόφωτη σύλληψη και δομή, αλληγορία – μεταξύ άλλων – της σταθερής οδύνης της ύπαρξης. – “Μπέσα για μπέσα ή ο άλλος Φώτης” του Νίκου Μπακόλα (1998) Το φαινόμενο των “ληστών των ορέων”, κοιταγμένο μέσα από την “κουλτούρα της ανταρσίας”, μαζί με το δημιουργικό “αναποδογύρισμα” των αρχετυπικών μοτίβων της ληστρικής φιλολογίας. Και το σχετικό link...
  4. Μια χορταστικότατη συνέντευξη του σεναριογράφου των Ερωτόκριτος, Στα μυστικά του βάλτου και Ληστές στη Lifo ==== Γιάννης Ράγκος: Ο δημοσιογράφος που μελετά τα ελληνικά εγκλήματα των τελευταίων δύο αιώνων «Πάντα με είλκυαν, όχι μόνο στην πραγματική ζωή αλλά και στα διαβάσματά μου, οι ιστορίες ανθρώπων με τραγικό πεπρωμένο». M. HULOT 8.12.2020 Ο Γιάννης Ράγκος είναι βέρος Αθηναίος και κάτοικος του ιστορικού κέντρου εδώ και χρόνια. Είναι δημοσιογράφος από πολύ νεαρή ηλικία – έχει εργαστεί ως έμμισθος ή freelance δημοσιογράφος σε περιοδικά, εφημερίδες, ραδιοφωνικούς σταθμούς, τηλεοπτικές εκπομπές, ντοκιμαντέρ και blog/sites, καλύπτοντας ποικίλα ρεπορτάζ. Έχει συνεργαστεί με μερικές από τις πιο δημοφιλείς σειρές της ελληνικής τηλεόρασης και από το 2000 είναι συγγραφέας λογοτεχνικών βιβλίων, βιβλίων έρευνας, αλλά και ταξιδιωτικών οδηγών. Με τον συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο έκαναν τη σεναριακή διασκευή για το graphic novel «Ερωτόκριτος», σε σχέδια του Γιώργου Γούση, το οποίο απέσπασε πέντε βραβεία (Καλύτερο Κόμικ, Καλύτερο Σχέδιο, Καλύτερη Καλλιτεχνική Επιμέλεια, Καλύτερο Σενάριο και Καλύτερο Εξώφυλλο) στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς 2017, καθώς και για το κόμικ «Στα μυστικά του βάλτου», σε σχέδια Παναγιώτη Πανταζή. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το «Ληστές – Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα», συνεργαζόμενος στο σενάριο με τον Γιώργο Γούση, και ξαναδουλεμένο το «Μυρίζει Αίμα», το non-fiction crime novel που είχε κυκλοφορήσει το 2008. Είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου (ΕΣΠΗΤ) και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων (IFJ), ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ) και μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Αστυνομικών Συγγραφέων (IACW). — Με τον Γιάννη Ράγκο, τον ήρωα της Επανάστασης, έχεις συγγένεια; Είναι μακρινός πρόγονός μου. Μάλιστα, έχω όλο το αρχείο του, που έχει κυκλοφορήσει σε μια έκδοση από το Εθνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, αλλά είναι πολύ μακρινή η καταγωγή. Ήταν από τον Βάλτο της Αιτωλοακαρνανίας, είχε το αρματολίκι εκεί και ήταν αντίπαλος και αντίζηλος του Καραϊσκάκη. Έγινε και στρατηγός μετά. — Γιατί έγινες δημοσιογράφος; Δεν υπάρχει συγκεκριμένη αιτία, αλλά θα σου πω πώς το αποφάσισα. Το 1981, όταν έγιναν οι σεισμοί στις Αλκυονίδες, είχαν οι γονείς μου κάποιους φίλους με εξοχικό έξω απ' την Κόρινθο, στο Βραχάτι. Πήγαμε, λοιπόν, μια βόλτα όλοι μαζί να δουν σε τι κατάσταση ήταν το σπίτι τους, και επειδή η περιοχή είχε πληγεί πάρα πολύ, ό,τι έβλεπα το κατέγραφα. Έκανα ένα είδος ρεπορτάζ. Τότε, στο σχολείο όπου πήγαινα, στο Παλαιό Φάληρο, βγάζαμε ένα μαθητικό περιοδικό και έγραψα εκεί τι είδα στο επιτόπιο ρεπορτάζ που είχα κάνει. Μου άρεσε τόσο πολύ η διαδικασία της καταγραφής και της αποτύπωσης, που στα 15 μου είπα «θέλω να γίνω δημοσιογράφος». Και πράγματι, από τα 19 μου χρόνια, πρωτοετής στο πανεπιστήμιο –μπήκα στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών στην Πάντειο σχολή τότε–, ξεκίνησα να δουλεύω στη «Ναυτεμπορική», ως νεαρός ρεπόρτερ. Έκανα πειραϊκό και ναυτιλιακό ρεπορτάζ, ως βοηθός του συντάκτη. Μου άρεσε το στοιχείο της έρευνας, της αποτύπωσης και της καταγραφής το γεγονότος, επειδή μου άρεσαν η γλώσσα και το γράψιμο. — Κι αυτό σε οδήγησε στη συγγραφή; Το πρώτο μου βιβλίο το έβγαλα το 2000, όταν ήμουν πια 34 χρονών. Ήταν μια δημοσιογραφική έρευνα που έκανα για πέντε χρόνια, από το '94 έως το '99, για την περίφημη υπόθεση της νάρκης στον Γοργοπόταμο το '64, όταν γιορτάστηκε για πρώτη φορά η επέτειος του σαμποτάζ του '42. Τότε είχε γίνει επίσημος εορτασμός από την κυβέρνηση Κέντρου, με εκπροσώπους κομμάτων κ.λπ., και με τη λήξη του εορτασμού εξερράγη μια νάρκη στο σημείο. Σκοτώθηκαν 13 άνθρωποι και τραυματίστηκαν 100. Η επίσημη εκδοχή ήταν ότι ήταν μια παλιά νάρκη από ένα ναρκοπέδιο κάτω από τη Γέφυρα του Γοργοποτάμου. Έκανα ένα θέμα στο «Ποντίκι», αλλά το υλικό που συγκεντρώθηκε ήταν τόσο πολύ, που σκέφτηκα να το κάνω βιβλίο. Αναδρομικά, μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, μπορώ να πω ότι δεν ήθελα να γίνω δημοσιογράφος, ήθελα συγγραφέας, και παραστράτησα. Ωστόσο, μου αρέσει η ερευνητική δημοσιογραφία, γι' αυτό κι έχω κάνει διάφορα ρεπορτάζ. Εκτός από πειραϊκό και ναυτιλιακό, έχω κάνει πολύ ελεύθερο, καλλιτεχνικό, πολιτικό, κοινοβουλευτικό... — Το ενδιαφέρον σου για το έγκλημα πώς προέκυψε; Δεν αγαπώ το έγκλημα ως έγκλημα, αυτό το λέω με μεθύστερη γνώση. Αυτό που διαπίστωσα είναι πάντα με είλκυαν, όχι μόνο στην πραγματική ζωή αλλά και στα διαβάσματά μου, οι ιστορίες ανθρώπων με τραγικό πεπρωμένο. Ένα γαλλικό γνωμικό λέει ότι «οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν ιστορία». Ένας «ευτυχισμένος» άνθρωπος μπορεί να είναι πολύ καλά με τον εαυτό του και μπράβο του, αλλά για μένα, που τον παρατηρώ απέξω, είναι ένας πληκτικός άνθρωπος. Δεν μου λέει τίποτα. Οι άνθρωποι που μας ελκύουν το ενδιαφέρον είναι αυτοί που έχουν τις αντιφάσεις τους, που φτάνουν στα όριά τους και τα υπερβαίνουν, που δοκιμάζουν πράγματα, που έχουν δηλαδή ένα είδος τραγικού πεπρωμένου. Αυτός ήταν ο λόγος, συν η γοητεία που ασκεί η εξιχνίαση ενός μυστηρίου, το ερευνητικό στοιχείο δηλαδή, που με οδήγησε στην αστυνομική λογοτεχνία, πρωτίστως ως αναγνώστη. Η μεθοδολογία της έρευνας που ακολουθείται και στην αστυνομική λογοτεχνία από την πλευρά του ερευνητή με γοήτευε. Όταν ήμουν στην εφηβεία μου, 15-16 χρονών, και διάβαζα Άγκαθα Κρίστι, μου είπε ο πατέρας μου –που διάβαζε και ήταν ένας πολύ καλλιεργημένος άνθρωπος–, «διάβασε Χάμετ, Τσάντλερ, Χάισμιθ και Σιμενόν, κορυφαίους συγγραφείς». Και τους διαβάζω και πέφτω ξερός, μου αποκαλύπτεται ένας ολόκληρος νέος κόσμος. Στα βιβλία τους υπήρχε και μια βαθιά λογοτεχνικότητα, εκτός των άλλων. Αυτό το στοιχείο, λοιπόν, το ότι οι άνθρωποι που κάνουν ένα έγκλημα είναι άνθρωποι που οικειοθελώς προσχωρούν στο ταξίδι προς την κόλαση, με ενδιέφερε και άρχισα να ερευνώ υποθέσεις αληθινών εγκλημάτων. Η βασική μου εμπλοκή ξεκίνησε ως εξής. Τέλη του '90 ήμουν ένας πολύ νεαρός δημοσιογράφος – τότε δούλευα ως ξένος ανταποκριτής, ήμουν στο γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ Αθηνών και έκανα καλλιτεχνικό ρεπορτάζ. Μου γίνεται μια πρόταση από τον Πάνο τον Κοκκινόπουλο για μια εκπομπή που ετοίμαζε στον ΑΝΤ1 τότε, την περίφημη «Ανατομία ενός Εγκλήματος». Ήταν ένα concept που είχε φέρει ο Μαστοράκης, ο οποίος ήταν υπεύθυνος προγράμματος του ΑΝΤ1, το docudrama, μια σειρά βασισμένη σε αληθινές ιστορίες. Ήθελαν έναν δημοσιογράφο και με ρώτησε αν με ενδιέφερε. Ήταν έγκλημα και έρευνα και με ενδιέφερε. Και αληθινές ιστορίες. Ξεκίνησα την έρευνα για να παραδώσω υλικό στους σεναριογράφους και τους σκηνοθέτες, για να μετατραπεί αυτό σε σενάριο, να γίνουν τα γυρίσματα κ.λπ., οπότε, αν και η εκπομπή ξεκίνησε το '91, εγώ δούλεψα στον ΑΝΤ1 από τα τέλη του '90 μέχρι το '95. Η σειρά έκανε πάταγο στην εποχή της, ήταν ένα concept πολύ καινούργιο για την Ελλάδα, με εξαιρετικούς συντελεστές και καστ. Δεν ήταν μόνο ο Πάνος ο Κοκκινόπουλος, ήταν κι άλλοι σκηνοθέτες σημαντικοί, και ο Πέτρος ο Μάρκαρης στο σενάριο... Υπήρχαν περιπτώσεις που χρειάστηκε να κάνω και οκτώ μήνες έρευνα για να μαζέψουμε το υλικό. Αυτό το πράγμα, λοιπόν, που διήρκεσε τέσσερα χρόνια, με οδήγησε στη συγκέντρωση ενός υλικού, γύρω στις 90 με 100 υποθέσεις εγκλημάτων που διέτρεχαν όλο τον 19ο και τον 20ό αιώνα. Το κριτήριό μας στην «Ανατομία ενός Εγκλήματος» ήταν να είναι υποθέσεις που έχουν τελεσιδικήσει από δικαστικής πλευράς, και για λόγους ηθικής τάξης αλλά και για λόγους τυπικής κάλυψης. Πηγαίναμε με την απόφαση του δικαστηρίου. Αν το δικαστήριο είχε καταδικάσει κάποιον, ήταν ένοχος. Το λέω γιατί υπήρχαν περιπτώσεις που οι καταδικασμένοι ένοχοι δεν είχαν αποδεχτεί ακόμα την απόφαση και όταν εμείς παρουσιάζαμε την υπόθεσή τους, μάς έστελναν επιστολές και μας έλεγαν «είμαι αθώος, γιατί με παρουσιάζεις ένοχο;». Πάντα, όμως, είχαμε τη δικαστική απόφαση ως οδηγό. Η συνεργασία με τον Πάνο Κοκκινόπουλο συνεχίστηκε το '96 και το '97 στη «Διπλή Αλήθεια», μια εκπομπή παρόμοιου χαρακτήρα στην ΕΡΤ, και το 2000-2002 στον Alpha κάναμε τον «Κόκκινο Κύκλο». Όλο αυτό το δυσεύρετο υλικό της δικής μου δεκαετούς ερευνητικής δουλειάς, δημοσιογραφικής και όχι επιστημονικής, κατέληξε να είναι 150 υποθέσεις στο αρχείο μου. Επομένως, με αυτή την έννοια ταυτίστηκα με το έγκλημα, χωρίς να έχω κάνει ποτέ μου αστυνομικό ρεπορτάζ. Και, βέβαια, σε αυτήν τη διαδικασία συνάντησα συγκλονιστικά γεγονότα, μάλιστα το μυθιστόρημα που γράφω τώρα βασίζεται σε όλο αυτό το υλικό που έχω στο αρχείο μου. Είναι ένα non-fiction novel πάλι, όπως και το «Μυρίζει Αίμα», απλώς διατρέχει πια όλο τον 20ό αιώνα. Πρέπει να σου πω το εξής: το υλικό που έχω, δηλαδή φάκελοι σε ένα μέρος της βιβλιοθήκης στο γραφείο μου, και κάθε φάκελος είναι και μία υπόθεση, περιλαμβάνει δημοσιεύματα εφημερίδων, δικαστικά έγγραφα, προανακριτικό υλικό, ανάλογα με την κάθε περίπτωση, απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις, οπτικοακουστικό υλικό που έχω πάρει από τα αρχεία των καναλιών στα οποία δούλευα, υλικό που είτε έχει παίξει είτε όχι, αμοντάριστο, που το έχω σε VHS. Αυτό το υλικό, λοιπόν, είναι πραγματολογικού ενδιαφέροντος, αφορά κάποιον που θέλει να κάνει μια μελέτη σε ένα φαινόμενο εγκληματολογικό. Έχουν έρθει πάρα πολλές φορές φοιτητές του Παντείου και της Νομικής Σχολής να πάρουν πρωτογενές υλικό για να δουλέψουν πάνω σ' αυτό. Ένας αστυνομικός συντάκτης πιθανόν να έχει ένα ακόμα μεγαλύτερο αρχείο, με τις υποθέσεις με τις οποίες έχει ασχοληθεί προφανώς, αλλά πιάνουν αυτά τα 20-30χρόνια που έκανε στο αστυνομικό ρεπορτάζ. Το δικό μου αρχείο, επειδή ήταν έτσι η φύση της δουλειάς μου, έχει επεκταθεί σε σχεδόν δύο αιώνες. Ξεκινάω από το 1830 και φτάνω μέχρι το 2005. — Από κει προέκυψαν και τα «Ξεχασμένα Πρωτοσέλιδα»; Αυτό το βιβλίο δεν έχει μόνο εγκλήματα, είναι δημοσιογραφικό. Το 2000 κυκλοφόρησα το πρώτο μου βιβλίο και το πρώτο λογοτεχνικό το έβγαλα το 2004, τη «Στάση του Εμβρύου» – ήταν το πρώτο μου μυθιστόρημα. Το 2000 είπα ότι θέλω να γίνω συγγραφέας κι εκείνη την περίοδο, που κράτησε ίσως και έναν χρόνο, έτυχε να λυθούν κάποιες συμβάσεις εργασίας, να σταματήσουν κάποιες συνεργασίες κ.λπ. και τότε έκανα μια επιλογή – γιατί ήταν χρυσή εποχή εκείνη, και είχα φτάσει να έχω δέκα δουλειές ταυτόχρονα ως δημοσιογράφος. Έβγαζα σχεδόν τρεις φορές περισσότερα απ' όσα χρειαζόμουν για να ζω καλά και είπα «όχι, θα περιορίσω τις δημοσιογραφικές μου δουλειές, άρα και το εισόδημά μου, για να ελευθερώσω χρόνο για να γράψω». Είμαι 35 χρόνια επαγγελματίας δημοσιογράφος και 20 χρόνια επαγγελματίας συγγραφέας, και παρότι το βασικό μου εισόδημα προέρχεται από τη δημοσιογραφία, αν με ρωτήσεις τι δουλειά κάνω, λέω πρώτα ότι είμαι συγγραφέας και μετά ότι είμαι δημοσιογράφος πια. Επειδή αποφάσισα να μην κάνω πια ρεπορτάζ της τρέχουσας επικαιρότητας, άρχισα να κάνω άλλα θέματα, που ήταν πιο ερευνητικά και δεν απαιτούσαν τόσο πολύ χρόνο και deadlines, οπότε στράφηκα σε δύο πράγματα που μου άρεσαν πολύ και τα έκανα και νωρίτερα, το ταξιδιωτικό και το ιστορικό ρεπορτάζ, μια δημοσιογραφικού τύπου προσέγγιση σε άγνωστες πτυχές της Ιστορίας, που συνίσταται στην ανακάλυψη άγνωστων ντοκουμέντων ή μιας πτυχής ενός ήδη γνωστού γεγονότος που δεν έχει φωτιστεί πολύ, με κάποια νέα στοιχεία. Διεξάγοντας αυτά τα ρεπορτάζ, έκανα πρωτότυπες ιστορικές έρευνες για διάφορα γεγονότα που ήταν άγνωστα. Συνεργάζομαι πολλά χρόνια τώρα, δεκατέσσερα για την ακρίβεια, με την «Ιστορία Εικονογραφημένη» του Πάπυρου, που τώρα, βέβαια, έχει αλλάξει ιδιοκτησία. Είναι το παλιότερο περιοδικό που κυκλοφορεί στην Ελλάδα σήμερα, από το 1968 συγκεκριμένα. Και από αυτό το υλικό, 30 κομμάτια –πολλά θέματα, κυρίως της μικροϊστορίας, τα μικρά γεγονότα, και κάποια εγκλήματα μεταξύ αυτών–, έκανα μια επιλογή και έβγαλα το 2016 τα «Ξεχασμένα Πρωτοσέλιδα». Είναι θέματα που στην εποχή τους έκαναν αίσθηση και έγιναν πρωτοσέλιδα, όμως στην πορεία του χρόνου ξεχάστηκαν. Επίσης, οι έρευνες για τα εγκλήματα που έκανα πιο παλιά έχουν και το στοιχείο της ιστορικής έρευνας, διότι ένα έγκλημα, πέρα από το καθαρά αστυνομικό του κομμάτι, πώς έγινε, πώς αποκαλύφθηκε, πώς συνελήφθη ο δράστης, πόσο δικάστηκε, αποκαλύπτει όλη την εποχή του. Είναι ένας καθρέφτης της. Ακόμα και ένα έγκλημα πάθους αποκαλύπτει την εποχή του, αρκεί να θέλεις να το δεις έτσι, να ψάξεις τα στοιχεία που σχετίζονται με το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο έγινε το έγκλημα και με το οποίο το έγκλημα συνδέεται. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η υπόθεση Αθανασόπουλου, το 1931. Συμμετέχουν στον φόνο η γυναίκα του, η μάνα της (η πεθερά του), η υπηρέτρια και ένας ανιψιός της πεθεράς, ο Μοσκιός. Και ως ηθικός αυτουργός εμφανίζεται ο Μοσκιός, που καταδικάζεται σε ισόβια επειδή είχε ένα θέμα ψυχολογικό και έπεσε λίγο στα μαλακά. Οι γυναίκες, ενώ η πρόταση ήταν για θανατική ποινή, καταδικάζονται σε ισόβια δεσμά και μάλιστα βγήκαν το '41, με την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα και την έναρξη της Κατοχής, επειδή μέχρι τότε οι γυναίκες θεωρούνταν ότι είχαν μειωμένο καταλογισμό! Άρα, είχαν ένα ελαφρυντικό στοιχείο και μειωνόταν η ποινή τους μόνο και μόνο επειδή ήταν γυναίκες. Να μια αντίληψη της κοινωνίας πώς επιδρούσε στην ποινή. Είναι κοινωνικό γεγονός το έγκλημα και εντάσσεται πλήρως στην κοινωνία. Το ιστορικό ρεπορτάζ είναι αυτό που λένε οι Αγγλοσάξονες «historical feature stories». Στη δυτική Ευρώπη και στην Αμερική υπάρχουν δημοσιογράφοι που ειδικεύονται σε αυτά τα θέματα και ψάχνουν ένα θέμα και για έναν χρόνο. Εκεί όμως υπάρχουν τα μέσα που τους διαθέτουν χρόνο και χρήμα για να κάνουν μια έρευνα, γι' αυτό και γίνονται δημοσιογραφικές αποκαλύψεις συγκλονιστικές για γεγονότα που έχουν γίνει πριν από '30 και '40 χρόνια. Στην Ελλάδα είναι πάρα πολύ υποβαθμισμένο αυτό, το κάνουν κάποιοι λίγοι δημοσιογράφοι τα τελευταία χρόνια, αλλά δεν είναι είδος που χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης. — Πες μου για τη «Στάση του Εμβρύου». Πριν από το 2000 είχα γράψει σενάρια για μικρού μήκους ταινίες που έκαναν φίλοι μου. Γύρω στο 2002 σχεδιάζαμε με έναν φίλο σκηνοθέτη να προτείνουμε μια ιδέα για σειρά σε ένα κανάλι, έπεσε η ιδέα, αλλά δεν έγινε τελικά. Είχα στο μυαλό μου αυτό το σενάριο κι ένα βράδυ που είμαστε καλεσμένοι με τη γυναίκα μου για φαγητό, γύρω στις 5 μου χτυπάει μια φλασιά και μου έρχεται όλη η ιστορία με πυρήνα αυτό που είχαμε σκεφτεί. Και γράφω πυρετωδώς 15 σελίδες. Έγραψα μια σκαλέτα σε ένα βράδυ. Κι αυτός ο σκελετός οδήγησε στο πρώτο μου μυθιστόρημα που λεγόταν «Η στάση του εμβρύου», ένα κλασικό whodunit αστυνομικό μυθιστόρημα. Υπάρχει ένας φόνος στην αρχή, υπάρχει κι ένας ερευνητής, που είναι αστυνομικός, και κάνω κι ένα tribute στον Γιάννη Μαρή, γιατί η δολοφονία γίνεται με τον τρόπο που γίνεται στο «Έγκλημα στο Κολωνάκι», με ένα αγαλματίδιο με το οποίο σπάνε το κεφάλι κάποιου. Ερευνώντας την υπόθεση, ο αστυνομικός ανακαλύπτει και κομμάτια του δικού του εαυτού. Κάνει κι ένα υπαρξιακό ταξίδι ψυχαναλυτικό, και από κει προκύπτει και η στάση του εμβρύου. Είχε ατέλειες τεχνικές, αλλά είχε καλές κριτικές και το 2016 είχα την τιμή να χαρακτηριστεί ως ένα από 40 αντιπροσωπευτικότερα ελληνικά αστυνομικά μυθιστορήματα από το 1953 μέχρι τότε. Τη χρονιά εκείνη, για την Παγκόσμια Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης βγήκε από το ελληνικό περίπτερο ένας τόμος για την ιστορία του ελληνικού μυθιστορήματος και είχε κι ένα αφιέρωμα στα αστυνομικά μυθιστορήματα από το «Έγκλημα στο Κολωνάκι» του Μαρή μέχρι το 2016. Είχαν συμπεριλάβει και τη «Στάση του Εμβρύου». Το 2008 έγραψα το δεύτερο βιβλίο, το «Μυρίζει αίμα», το οποίο ξανακυκλοφόρησε τώρα... — Έχεις προσθέσει κάτι στη νέα έκδοση; Ένα 10%. Έχω αλλάξει, έχω προσθέσει κι έχω αφαιρέσει. Όταν κάνω ένα θέμα δεν σημαίνει ότι τελειώνει η προσέγγισή μου σε αυτό. Όταν ανακαλύψω μετά ένα επιπλέον στοιχείο ή πληροφορία γι' αυτό, το κρατάω και σε μια ενδεχομένως επαναδημοσίευση ή επαναπροσέγγιση του θέματος το συμπληρώνω. Η υπόθεση του «Μυρίζει αίμα» είναι βασισμένη σε αληθινό γεγονός, στην ιστορία των δύο Γερμανών, Χέρμαν Ντουφτ και Χανς Μπασενάουερ, που ήταν οι πρώτοι serial killers επί ελληνικού εδάφους το 1969, οι οποίοι σε διάστημα μερικών ημερών έκαναν έξι φόνους και πέντε ληστείες. Κάνω την έρευνα για την υπόθεση για την «Ανατομία ενός Εγκλήματος», το δίνω για την εκπομπή, γίνεται το επεισόδιο, που λεγόταν «Εν Ψυχρώ» και το είχε σκηνοθετήσει ο Μπάμπης ο Σπανός, γράφω γι' αυτό σε διάφορα sites και κάποια στιγμή, το 2007, λέω ότι αυτό είναι καταπληκτικό υλικό για να γίνει λογοτεχνία. Εκεί, λοιπόν, κάνω επιπλέον έρευνα και ανακαλύπτω λεπτομέρειες που προσθέτουν ακόμα μία απόχρωση στην εικόνα που ήδη υπήρχε, και όλο αυτό το χρησιμοποίησα το 2008 για να βγάλω το «Μυρίζει αίμα». Τώρα, από το '08 μέχρι το '19, προστέθηκε κάποιο καινούργιο υλικό, όπως μια μαρτυρία της Ελληνίδας αρραβωνιαστικιάς του Μπασενάουερ, όταν τον επισκέφτηκε στη φυλακή της Αίγινας, η οποία έγινε μια ολόκληρη νέα σκηνή στο βιβλίο. Ξαναδουλεύτηκε και λογοτεχνικά. Είναι το πρώτο βιβλίο αστυνομικής λογοτεχνίας που βασίζεται σε αληθινή ιστορία (δηλωμένα) και είναι και από τα λίγα ελληνικά μυθιστορήματα που ανήκουν σε αυτό που λέμε non-fiction novel. Τώρα δουλεύω το τρίτο μου μυθιστόρημα, που πάλι βασίζεται σε αληθινά εγκλήματα, με τη διαφορά ότι εδώ κάνω ένα βήμα παρακάτω. Η ιστορία εξελίσσεται στο σήμερα, αλλά ψηλαφώ όλη την ελληνική Ιστορία του 20ού αιώνα μέσα από υποθέσεις αληθινών εγκλημάτων. Δεν είναι ντοκουμέντο, μέσα από τη λογοτεχνική φόρμα γίνεται αυτό. Είναι ένας αναστοχασμός του 20ού αιώνα από μια άλλη σκοπιά, όχι από την πλευρά των πολιτικών ή των διπλωματικών γεγονότων αλλά από τη σκοπιά των πραγματικών εγκλημάτων. Εδώ πρωταγωνιστής είμαι κατ' ουσίαν εγώ, πρωταγωνιστής είναι το άλτερ έγκο μου με έναν τρόπο. Ενδιάμεσα, από το 2008 μέχρι σήμερα, έχω γράψει διηγήματα που έχουν δημοσιευτεί σε διάφορους συλλογικούς τόμους. — Το «Balkan Noir» τι είναι; Το 2010 ιδρύθηκε η Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ) – ήμασταν 25 συγγραφείς, τώρα έχουμε φτάσει τους 45. Ως ΕΛΣΑΛ έχουμε επαφή με τη διεθνή ομοσπονδία αστυνομικών συγγραφέων, την Ιnternational Αssociation of Crime Writers. Κάποια στιγμή είχα πάει μόνος μου στην ετήσια συνάντηση της Διεθνούς Ομοσπονδίας το 2011 στην Ελβετία, στη Ζυρίχη, και στις συζητήσεις εκεί με έναν Ρουμάνο κι έναν Βούλγαρο, συγγραφείς και οι δύο, μεταξύ κρασιού και φαγητού, λέμε «δεν κάνουμε το Balkan Νoir;». Το 2016 αναφέρω αυτήν τη κουβέντα σε έναν φίλο, εξαιρετικό συγγραφέα, το Βασίλη τον Δανέλλη, και του λέω «γιατί δεν το κάνουμε αλήθεια αυτό; Ξέρουμε τι γίνεται στην τελευταία χώρα της Σκανδιναβίας, της Ασίας και της Αμερικής και δεν ξέρουμε τι γίνεται δίπλα μας». Και με αυτούς που ήξερα αρχικά, τον Βούλγαρο και τον Ρουμάνο, κάναμε μια έρευνα δύο ετών και καταλήξαμε να κυκλοφορήσει ένας τόμος το 2018 με τίτλο «Balkan Noir», όπου 3 συγγραφείς από κάθε χώρα, με διηγήματα γραμμένα επί τούτου, πρωτότυπα. Έπρεπε να διαδραματίζονται στη χώρα του καθενός και στη σύγχρονη εποχή, έτσι τρεις Σέρβοι, τρεις Κροάτες, τρεις Βούλγαροι, τρεις Έλληνες (ο Δανέλλης, εγώ και ο Αντρέας ο Αποστολίδης), τρεις Τούρκοι, τρεις Ρουμάνοι και τρεις Σλοβένοι έγραψαν 21 διηγήματα από 7 διαφορετικές χώρες. Επίσης, ένας τέταρτος από κάθε χώρα, πανεπιστημιακός, ιστορικός ή κριτικός, έχει γράψει μια εισαγωγή για την αστυνομική λογοτεχνία στη χώρα του. Το ιστορικό κομμάτι, τι γίνεται σήμερα κ.λπ. Είναι η πρώτη φορά στα διεθνή εκδοτικά χρονικά που υπάρχει ένας τόμος με έργα σύγχρονα. Τώρα γίνονται συζητήσεις να μεταφραστεί στα ρουμανικά και στα αγγλικά και στόχος είναι να βγει σε όλες τις χώρες που συμμετέχουν. — Τι άλλο κάνεις αυτή την περίοδο; Στο τεύχος της «Ιστορίας» του Νοεμβρίου έχω κάνει ένα θέμα για τον περίφημο Πέτρο Κουλαξίδη, τον οποίον, αν τον τσεκάρεις Google, θα σου βγάλει ότι είναι ο πρώτος Έλληνας serial killer. Είναι ψευδές εν μέρει. Λέει ότι σκότωσε οκτώ γυναίκες τη δεκαετία του '20. Αρχίζω να ψάχνω για τέσσερις μήνες σε εφημερίδες και, πράγματι, υπήρχε ένας Κουλαξίδης που το '20 ομολόγησε ότι σκότωσε την τελευταία του γυναίκα, αλλά δύο πρώην σύζυγοί του και άλλες 6-7 ερωμένες του είχαν μυστηριωδώς εξαφανιστεί ή πεθάνει. Αυτός δεν αποδέχτηκε ότι τις σκότωσε, μόνο τη δολοφονία της γυναίκας του ομολόγησε, την οποία διέπραξε για λόγους τιμής, επειδή τον κεράτωνε με τον κουμπάρο. Το δικαστήριο δεν μπόρεσε ποτέ να τεκμηριώσει ότι όλες τις γυναίκες τις είχε σκοτώσει ο ίδιος, αλλά ήταν μυστηριώδεις οι συνθήκες του θανάτου τους και θεωρήθηκε ύποπτος. Ήταν πολλές συμπτώσεις μαζί. Αυτός καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε το '30. Επειδή ήταν Ρωσοπόντιος, από την τότε Σοβιετική Ένωση, θεωρούνταν και κουμουνιστής, και συνέδεαν τη δράση του ως «βρικόλακα», επειδή ήταν κουμουνιστής. Να, πάλι, το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο που λέγαμε. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον όλο αυτό, το ότι έμεινε στην ιστορία ως «ο κόκκινος βρικόλακας». Πηγή: www.lifo.gr ===
  5. Οι Ληστές δέσποζαν στην ελληνική επαρχία για σχεδόν έναν αιώνα εγκαθιδρύοντας ανάλογα με τις συνθήκες σχέσεις αγάπης και μίσους με το νεοελληνικό κράτος, με τους χωρικούς, με τη χωροφυλακή αλλά και μεταξύ τους. Οι Γιάννης Ράγκος και Γιώργος Γούσης μιλούν στην «Εφ. Συν.» για τους εμπνευσμένους από αληθινά γεγονότα δικούς τους «Ληστές». «Οι Ντοβαίοι έχουν δικούς τους ανθρώπους παντού. Κανείς δε λέει λέξη, άλλοι γιατί τους αγαπούν και άλλοι γιατί τους φοβούνται», λέει ο ένστολος εκπρόσωπος του ελληνικού κράτους για να εξηγήσει το πώς παραμένουν ασύλληπτα τα δυο αδέρφια που πρωταγωνιστούν στους «Ληστές» (εκδόσεις Polaris) των Γιάννη Ράγκου (σενάριο) και Γιώργου Γούση (σχέδιο). Για να πάρει την απάντηση: «Τότε, αγαπητέ, την εξουσία έχουν αυτοί, κι όχι οι δικοί σου». Γι’ αυτή την εξουσία οι Ντοβαίοι, βασισμένοι στη ζωή των αδελφών Ρεντζαίων που έγιναν θρύλος της Ηπείρου με τη δράση τους, τις πράξεις τους και τη βία που τους χαρακτήριζε, έζησαν στα άκρα. «Μπας και πλαστήκαμε να ζούμε για πάντα;» φωνάζει ο ένας απ’ αυτούς αψηφώντας τον θάνατο και τους νόμους. Στον πρώτο τόμο των «Ληστών», που αποτελεί μια ελεύθερη μυθοπλασία και ταυτόχρονα μια συναρπαστική και καθηλωτική ιστορία κόμικς στην Ήπειρο των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα, οι Ράγκος και Γούσης, μετά από εξαντλητική τεκμηρίωση και σχεδόν δεκαετή έρευνα και εργασία, καταγράφουν τη ζωή (και τον θάνατο) των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα και παράλληλα τις σκοτεινές διαστάσεις της ληστοκρατίας στην Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα ελληνικά κόμικς («1800», «Όμηροι του Γκαίρλιτς», «Αϊβαλί» κ.ά.) ασχολούνται με τη νεότερη ελληνική Ιστορία. Πώς ξεκίνησε η δική σας ιδέα, τι νέο έχει να κομίσει; Γιώργος Γούσης: Η ιδέα ξεκίνησε δέκα χρόνια νωρίτερα, πριν από κάθε άλλο ελληνικό κόμικς για το παρελθόν. Και τα πρώτα κριτήρια ήταν εντελώς αφηγηματικά. Είχαν να κάνουν με την ίδια την ιστορία των Ληστών και όχι τόσο με το ότι η καταγωγή τους ήταν από την πατρίδα μου. Ούτε εμπορικά ήταν τα κίνητρα, μια και τότε στους εκδότες και τους δημιουργούς δεν είχε ακόμα επικρατήσει η τάση της επιστροφής στην ελληνική επαρχία του παρελθόντος. Γιάννης Ράγκος: Ο Γιώργος μού έστειλε ένα mail το 2011, δεν γνωριζόμασταν τότε, και μου έλεγε ότι ήθελε να φτιάξει μια ιστορία για τους ληστές σε μια περιοχή κοντά στο χωριό του κι αν με ενδιέφερε να συνεργαστούμε. Με ενδιέφερε πολύ γιατί γνώριζα την ιστορία και επιπλέον είχε μόλις κυκλοφορήσει το non fiction αστυνομικό μυθιστόρημά μου «Μυρίζει Αίμα», με παρόμοια μέθοδο εργασίας που βασίζεται επίσης σε πραγματικά περιστατικά, αλλά πάνω απ’ όλα γιατί πάντα ήθελα να ασχοληθώ με το σενάριο των κόμικς. Έτσι όταν ήρθε η πρόταση του Γιώργου ήταν σαν να απαντούσε σε μια δική μου ανάγκη πολλών ετών. Αυτή η επιστροφή στο παρελθόν μήπως γίνεται υπερβολή και εμμονή πια; Γιάννης Ράγκος: Νομίζω πως επιστρέφουμε σε μια νέου τύπου ηθογραφία. Η οικονομική και κοινωνική κρίση στην Ελλάδα μάς ανάγκασε να πιαστούμε από έναν κορμό σταθερών σημείων, να βρούμε ένα σημείο αναφοράς, να ξαναδούμε το παρελθόν μας και το εθνικό και το ατομικό. Στο πλαίσιο αυτό εξηγείται αυτή η στροφή στην ιστορία μας και την ηθογραφία μας, όχι όμως με ένα βλέμμα πατριδολαγνικό, προγονολατρικό ή νοσταλγικό, αλλά με ένα νέο κοίταγμα. Αυτή είναι μια τάση γενικότερη, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Γιώργος Γούσης: Κάτι τέτοιο ισχύει και από την άποψη της εικόνας. Της εικόνας που δεν μπορεί να σου προσφέρει, ας πούμε, το ελληνικό σινεμά για λόγους μπάτζετ. «Ληστές - Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα» είναι ο τίτλος σας. Χωρίς καμιά διευκρίνιση αν πρόκειται για φανταστική ιστορία, για μυθοπλασία, για ντοκουμέντο, για βιβλίο τεκμηρίωσης. Ήταν συνειδητή επιλογή να προτιμήσετε την ασάφεια από το να χαρακτηρίσετε το βιβλίο σας; Σε ποια προθήκη βιβλιοπωλείου θα θέλατε να τοποθετείται; Γιώργος Γούσης: Προτιμήσαμε να αναφέρεται το «η ζωή και ο θάνατος» για να δηλώνεται πως είναι μια ολοκληρωμένη ιστορία που σηματοδοτεί και το τέλος του φαινομένου της Ληστείας. Η αλήθεια είναι πως είχαμε πολλές συζητήσεις και με τον εκδότη για το αν πρέπει να αναφέρεται κάτι όπως «εμπνευσμένο από αληθινά περιστατικά», αλλά αποφασίσαμε να μπει κάτι τέτοιο μόνο στο οπισθόφυλλο. Δεν αισθάνομαι ότι είναι κάτι πιο συγκεκριμένο. Ούτε αισθάνομαι ότι είναι ένα ιστορικό βιβλίο. Σκοπός του δεν είναι να μιλήσει για την ελληνική Ιστορία. Κατά βάση είναι ένα έργο για δυο χαρακτήρες, έχει μια προσωποκεντρική πλοκή. Μάλλον μυθιστόρημα θα ήταν αν δεν επρόκειτο για κόμικς. Επιλέξαμε να μην του βάλουμε ταμπέλες γιατί αφορά όλον τον κόσμο και όχι μόνο αναγνώστες συγκεκριμένων ειδών. Γιάννης Ράγκος: Πρόκειται για μια μυθοπλασία. Κρατάμε κάποια κεντρικά σημεία της ζωής των αδελφών Ρέντζου, όμως παίρνουμε ελευθερίες. Δεν είναι ένα docudrama για τη ζωή των Ρεντζαίων. Παίρνουμε αφορμή από τη ζωή τους για να κάνουμε μια δική μας ιστορία. Δεν κάνουμε βιογραφία. Είναι σαν να παίρνεις ένα βάζο, να το σπας σε χίλια κομμάτια και στη συνέχεια να τα ξανακολλάς, όχι όμως ξαναφτιάχνοντας το ίδιο βάζο αλλά ένα άλλο πρωτότυπο βάζο από τα ίδια κομμάτια. Άρα είναι μια μυθοπλασία που διαδραματίζεται σε έναν συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο και σε συγκεκριμένο κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και ηθογραφικό περιβάλλον το οποίο θέλουμε να αποδώσουμε. Δεν διεκδικεί δάφνες ιστορικού τεκμηρίου, αλλά το πραγματολογικό κομμάτι είναι απολύτως τεκμηριωμένο, τα ρούχα, τα όπλα, ο τρόπος ομιλίας, τα πάντα είναι αποτέλεσμα μεγάλης έρευνας και των δυο μας. Πώς προσεγγίσατε μεθοδολογικά την έρευνά σας; Γιώργος Γούσης: Βασιστήκαμε πολύ στο βιβλίο του Νίκου Πάνου, ενός ιστοριοδίφη από το χωριό που κατάγονταν οι Ρεντζαίοι, «Ρεντζαίοι, οι βασιλείς της Ηπείρου», με μαρτυρίες έστω κι αν πολλές φορές ήταν αντικρουόμενες, υπερβολικές ή μυθοπλαστικού τύπου, με άρθρα από την εποχή κ.λ.π. Χρησιμοποιήσαμε συνεντεύξεις των Ρεντζαίων μετά τη σύλληψή τους που σίγουρα ήταν διανθισμένες και με φανταστικά στοιχεία. Αξιοποιήσαμε πάρα πολλά ακόμα βιβλία. Συγκεντρώσαμε ένα μεγάλο υλικό και αρχίσαμε τις συζητήσεις πάνω σε μια σκαλέτα. Όταν καταλήξαμε στην αλληλουχία των σκηνών, ο Γιάννης έφτιαξε ένα πρώτο κείμενο, εγώ τα πρώτα σχέδια, το ξανασυζητήσαμε και εντέλει φτιάχτηκε το τελικό πάνω στο οποίο δούλεψα, πάντα σε επαφή με τον Γιάννη. Γιάννης Ράγκος: Όπως κάθε κόμικς, έτσι και το δικό μας ήταν ένα work in progress μέχρι να φτάσει στο τυπογραφείο. Άλλες πηγές που χρησιμοποιήσατε; Γιώργος Γούσης: Μας βοήθησε πολύ και η Ιουλία Σταυρίδου που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας, ενδυματολόγος και σκηνογράφος του Αγγελόπουλου, του Παπαστάθη, του Βούλγαρη, του Οικονομίδη μεταξύ άλλων. Μας συμβούλευσε με τα βιβλία και τα αρχεία της ως προς τις φορεσιές, τα σπίτια κ.λ.π. Κι έτσι συγκεντρώθηκε ένα τεράστιο υλικό από φωτογραφίες και ντοκουμέντα. Για να επιλέξουμε μορφές, φυσιογνωμίες κ.λ.π. κάναμε ένα ιδιότυπο casting μέσω φωτογραφιών. Αλλά όλα αυτά είναι εκεί με σκοπό να περνούν απαρατήρητα για να μην αποσπούν τον αναγνώστη από την πλοκή. Γιάννης Ράγκος: Ο Γιώργος άλλωστε έχει και μια σχέση βιωματική με τον χώρο, με το περιβάλλον, με το τοπίο καθώς κατάγεται από κει. Ένα περιβάλλον που υπάρχει αλλά πρέπει να περνά απαρατήρητο. Όπως η σκηνή μετά τη δολοφονία ενός ομήρου που διαδραματίζεται στο αρχαίο θέατρο της Δωδώνης. Βρήκαμε από την αρχαιολογική υπηρεσία φωτογραφίες του θεάτρου της εποχής και τοποθετήσαμε εκεί τους ληστές ως μια υπόμνηση, ένα υπόρρητο κείμενο ότι αυτοί οι άνθρωποι γνώριζαν ότι είχαν μια σχέση με το κλέος και το κάλλος της αρχαίας Ελλάδας, ζούσαν στα ερείπιά της έστω κι αν δεν ήξεραν πολλά γι’ αυτήν. Πολύτιμα ήταν επίσης και κάποια φωτογραφικά λευκώματα του Κώστα Μπαλάφα από κοντινές εποχές με αυτή του βιβλίου που μας βοήθησαν στην ατμόσφαιρα. Έχει κάποιο «ηθικό δίδαγμα» ή πολιτικό πρόταγμα το βιβλίο; Συνιστά κάποια προτροπή προς τον αναγνώστη; Αποτελεί κάποια μεταφορά, παραπομπή ή αλληγορία; Γιάννης Ράγκος: Είναι ένα βιβλίο για το σήμερα, μια αλληγορία για το κάθε σήμερα. Αφού η ανθρώπινη φύση παραμένει ίδια στο βάθος των αιώνων κι εμείς προσπαθούμε να μπούμε στην ψυχή δυο ανθρώπων, γράφουμε μια ιστορία για την ανθρώπινη φύση. Για το τι σημαίνει σε κάθε εποχή νομιμότητα και παρανομία, για το σε ποιους νόμους οφείλει να υπακούει ο άνθρωπος όπως έχει τεθεί από την Αντιγόνη και τον Οιδίποδα Τύραννο μέχρι τον Ντοστογιέφσκι. Για τα ηθικά διλήμματα και τους κώδικες τιμής, για τον έρωτα, για τις σχέσεις διαπλοκής μεταξύ εξουσίας και παραεξουσίας. Ηθικό δίδαγμα όμως σαφώς δεν υπάρχει και δε μας ενδιέφερε να υπάρχει. Η τέχνη οφείλει να θέτει τις επίμαχες ερωτήσεις. Όχι να δίνει απαντήσεις. Απαντήσεις μπορεί να δώσει η επιστήμη, η φιλοσοφία και ενδεχομένως η θρησκεία. Ο τρόπος όμως που θα τεθούν τα ερωτήματα εμπεριέχει και το σπέρμα της άποψης του καλλιτέχνη. Εμείς δεν προσπαθούμε να ηθικολογήσουμε. Ούτε να δικαιολογήσουμε ή να καταδικάσουμε κανέναν. Προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τα ιστορικά, κοινωνικά, ψυχαναλυτικά και υπαρξιακά αίτια που συνόδευαν αυτούς τους ανθρώπους. Γιώργος Γούσης: Πάνω απ’ όλα είναι ένα έργο πλοκής. Δεν είχαμε στόχο να μιλήσουμε π.χ. μόνο για τη φτώχεια ή για τον χρηματισμό ή για την εμπλοκή της πολιτικής. Όμως όλα αυτά περνούν από την πλοκή, από τη σχέση, για παράδειγμα, των ληστών με την άρχουσα τάξη και με τον καπιταλισμό. Από το πώς αυτοί οι Ληστές κατάφερναν τόσα χρόνια να επιβιώνουν και μάλιστα να γίνουν μέρος της εξουσίας, να συνεργαστούν με οικονομικούς παράγοντες, ακόμα και με βουλευτές. Κάποια στιγμή όμως έγιναν πιο ισχυροί από την κρατική και οικονομική εξουσία, εντέλει έγιναν και ρέμπελοι, όχι επαναστάτες ή ιδεολόγοι, αλλά με την έννοια της σιχαμάρας γι’ αυτό που έβλεπαν και αναπόφευκτα ήρθε η σύγκρουση που σήμανε και το τέλος τους. Αλλά η άρχουσα τάξη λειτουργεί πάντα υπόγεια και δεν θα τιμωρηθεί ποτέ για τέτοιες σχέσεις. Κι αυτή είναι ακόμα μία σαφής σχέση με το σήμερα. Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νέας γενιάς Ελλήνων δημιουργών κόμικς, ο Γιώργος Γούσης («Ερωτόκριτος», «Ιστορίες από τις αθώες εποχές» κ.ά.) έχει δημοσιεύσει δουλειές του σε πλήθος εντύπων και συλλογικών εκδόσεων ενώ υπήρξε αρχισυντάκτης στο περιοδικό κόμικς «Μπλε Κομήτης». Πρόσφατα σκηνοθέτησε την ταινία μικρού μήκους «Χειροπαλαιστής» που βραβεύτηκε στις «Νύχτες Πρεμιέρας» και κατέκτησε το βραβείο ΙΡΙΣ της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Δημοσιογράφος, ερευνητής και συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, ο Γιάννης Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Γούση και τον Δημοσθένη Παπαμάρκο στον «Ερωτόκριτο», με τον Παναγιώτη Πανταζή στα «Μυστικά του Βάλτου» και με τον Canellos Cob στον «Ζητιάνο», έχει γράψει σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και θεατρικές παραστάσεις, ενώ έρευνές του έχουν μεταφερθεί στη λογοτεχνία και έχουν περιληφθεί σε ιστορικές εκδόσεις και επιστημονικά συγγράμματα. Και το σχετικό link...
  6. O σχεδιαστής κόμιξ και σκηνοθέτης Γιώργος Γούσης υπέγραψε στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου δύο από τις καλύτερες ελληνικές δουλειές στα πεδία του κόμιξ και του σινεμά. Το graphic novel «Ληστές» εξιστορεί και «αναπαριστά» δεξιοτεχνικά την ιστορία των τελευταίων λήσταρχων της ελληνικής υπαίθρου, των αδελφών Ρετζαίων που έδρασαν στο πρώτο τέταρτο του 20ου αι. στην Ήπειρο. Στο κόμιξ οι Ληστές αλλάζουν όνομα – οι δημιουργοί πήραν έτσι την ελευθερία να προσθέσουν δικά τους, fiction στοιχεία σε ένα έργο που, όμως, βασίζεται με μεγάλη ακρίβεια στην πραγματική ιστορία. Ο Γούσης, μαζί με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Γιάννη Ράγκο που συνεργάστηκε στο σενάριο, δούλευαν αυτό το βιβλίο αρκετό καιρό – είχαμε ξαναμιλήσει στη HuffPostGreece πριν από περίπου ενάμιση χρόνο. Τα κόμιξ του Γούση μοιάζουν ήδη με φιλμ στο χαρτί, hard copy σινεμά – το πέρασμά του στον κινηματογράφο και η επιτυχία του πρώτου του μικρού μήκους ντοκιμαντέρ «Ο Χειροπαλαιστής», ούτε τυχαία ούτε πρόσκαιρα είναι. Οι «Ληστές (μέρος α΄)» κυκλοφόρησαν στα βιβλιοπωλεία στις 7 Οκτωβρίου (εκδόσεις Polaris) σε έναν καλαίσθητο τόμο που μπορεί να αποτελεί item για κάθε βιβλιοθήκη. Και τα δυο ιστορίες ηπειρώτικες: λόγια σταράτα και συννεφιασμένα χρώματα. «Η ιστορία των Ληστών ξεκινάει στην Ήπειρο που βρίσκεται ακόμα υπό οθωμανική κατοχή, το 1909: σε μια φτωχή, αγροτική οικογένεια, δολοφονείται ο πατέρας», λέει ο Γιώργος Γούσης όταν του ζητάω να περιγράψουμε τον πυρήνα, να πιάσουμε τον μίτο της ιστορίας. «Τα δυο ανήλικα αγόρια βρίσκονται ορφανά και ζούνε με τη μάνα τους σε μεγάλη φτώχεια. Λίγα χρόνια μετά, 18-19 χρονών πλέον, μαθαίνουνε ποιος σκότωσε τον πατέρα τους. Και αποφασίζουν να εκδικηθούν – είναι τέτοια η φύση των χαρακτήρων τους, αλλά και πολύ μεγάλες οι δυσκολίες που τους έχουν διαμορφώσει. Υλοποιώντας αυτή την εκδίκηση, βρίσκονται μπροστά στο δίλημμα της παρανομίας: ή θα συλληφθούν από την αστυνομία ή θα φύγουν στα βουνά». «Εκεί αρχίζουν να δρουν ως επαγγελματίες ληστές και περνάνε τα επόμενα 8- 9 χρόνια κρυμμένοι. Το όνομά τους, η φήμη τους, αλλά κι ο φόβος και το δέος απέναντί τους γιγαντώνονται. Διάφοροι τοπικοί οικονομικοί παράγοντες τους εγκολπώνουν και τους χρησιμοποιούν – στη σπείρα που δημιουργείται αυτοί οι τυπικά νομοταγείς, ευυπόληπτοι πολίτες λειτούργησαν ως εγκέφαλοι ενώ οι Ρετζαίοι ήταν τα εκτελεστικά όργανα στο πεδίο της δράσης». Γιώργος Γούσης «Το 1925 ο δικτάτορας Θ. Πάγκαλος προσπάθησε να δώσει τέλος στο φαινόμενο της ληστοκρατίας, εκδίδοντας έναν νόμο που αμνήστευε όποιον ληστή παρέδιδε στις αρχές το κεφάλι ενός άλλου παράνομου. Ο σκοπός προφανής: να αλληλοεξοντωθούν οι σπείρες. Αυτό έπραξαν και τα δύο αδέλφια, με έναν τρόπο που βλέπουμε στο βιβλίο». Με έναν πολύ σκληρό τρόπο. Χαρακτηριολογικό θα έλεγα. Γιατί απεικονίζει πολύ παραστατικά πλέον τη δομή αυτών των δύο χαρακτήρων. Αγαθά (ή υπεραισιόδοξα όσον αφορά το σήμερα) σκεπτόμενος μπορεί κάποιος να πει «αυτά δεν συμβαίνουν σήμερα», δύο εγκληματίες που βαρύνονται με δεκάδες δολοφονίες να αμνηστεύονται. Μάλιστα με μόνη προϋπόθεση να φέρουν πεσκέσι στις αρχές ένα ανθρώπινο κεφάλι... Το φοβερό είναι ότι αμνηστεύονται βάσει νόμου, ούτε με μπαξίσι, δάχτυλο κάποιου βουλευτή ή θεόσταλτη επέμβαση. Οι Ληστές, τόσο στο κόμιξ όσο και οι Ρετζαίοι στην πραγματικότητα ήταν από τους τελευταίους πρωταγωνιστές του ληστρικού φαινομένου. Ζουν και δρούνε σε μια μεταιχμιακή περίοδο, οπότε το έγκλημα από ληστρικό, «του βουνού», αρχίζει να γίνεται αστικό. Και ταυτόχρονα καπιταλιστικό. Πρώην παράνομοι στο περιβάλλον της πόλης αναδεικνύονται σε «παράγοντες»: σταδιοδρομούν ως αστυνομικοί, πρόεδροι επιχειρήσεων, εργολάβοι. Το έγκλημα ως εικόνα λειαίνεται: μπαίνει κάτω από το χαλί κομψών σαλονιών. Πολύ επίκαιρα όλα αυτά. Ναι, νομίζω μοιάζουν πολύ σημερινά, εύκολα έχουμε σύγχρονες προβολές τους σε αντίστοιχους τέτοιους ανθρώπους. Καθαρίζουν κόσμο αλλά μπορεί να είναι εξαιρετικά αγαπητοί σε μεγάλη μερίδα του κοινού. Τα παραδείγματα κάνουνε μπαμ. Όσον αφορά τους Ληστές, εσύ που εντρύφησες τόσο στην ιστορία τους, πόσο μπορεί να ταυτίστηκες μαζί τους προσπαθώντας να μπεις στο πετσί των χαρακτήρων τους; Εννοώ να τους συμπάθησες κάπως, ακόμα κι αν είναι/ ήταν καθάρματα; Κάθε άνθρωπος έχει περισσότερες πλευρές από το καλός/ κακός. Σίγουρα εμπεριέχει «ρίσκο» και είναι ενδιαφέρον να καταπιάνεται όποιος δημιουργός με «κακούς», αμφιλεγόμενους πρωταγωνιστές αλλά αυτό το ζήτημα η δραματουργία το έχει λύσει από τον καιρό του Σαίξπηρ μέχρι το πιο πρόσφατο αμερικάνικο σινεμά (βλ. Ο Νονός, Scarface). Ναι, προσπαθούμε να «μπούμε» στους χαρακτήρες αλλά δεν τους καθαγιάζουμε – είναι ενδιαφέροντες γιατί κινούνται εκτός ορίων αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι συμπαθητικοί κιόλας. Δεν τους δικαιολογούμε λοιπόν – φτιάχνουμε μόνο έναν χάρτη του κόσμου τους και αφήνουμε τον αναγνώστη να σκεφτεί. Να μιλήσουμε λίγο για το σχέδιο του κόμιξ; Σε μένα φάνηκε να χρωματίζεις τέλεια τον τόπο και την εποχή της δράσης. Και οι άνθρωποι, σα να τους φόρες στολή παραλλαγής για να είναι ενταγμένοι στο τοπίο, μέρος του. Αποφάσισα πολύ γρήγορα το ύφος του σχεδίου, αυτό το ασπρόμαυρο σχέδιο με τους τόνους να έχουν την αίσθηση της ακουαρέλας, του γκρι. Αυτό προφανώς είναι και μια επιρροή που έχουμε όλοι μας από τις ασπρόμαυρες εικόνες αυτής της εποχής, μεταφερόμαστε μέσω αυτών των χρωμάτων πιο εύκολα στο τότε. Αλλά και τα στοιχεία του νουάρ και του μπάλκαν γουέστερν που έχει η ιστορία των Ληστών με κατεύθυναν στο ασπρόμαυρο. Ειδικά όταν ο τόπος, το σκηνικό της ιστορίας είναι η Ήπειρος όπου τα τοπία είναι συχνά ομιχλώδη και άχρωμα. Οι άνθρωποι με τη μίξη αυτών των τριών χρωμάτων – άσπρο, μαύρο, γκρι – μετατρέπονται κάπως σε σύμβολα, φαίνονται πέτρινοι, κομμένοι με γωνίες. Το χρώμα μπορεί να τους έκανε πιο ρεαλιστικούς τυπικά αλλά θα αποδυνάμωνε το κοντράστ των χαρακτήρων τους. Μου έκανε εντύπωση ότι οι Ληστές θα ολοκληρωθούν ως δίτομη έκδοση. Μαζί με τον δεύτερο τόμο θα είναι περίπου 260 σελίδες συνολικά. Ο πρώτος τόμος τελειώνει όταν οι Ληστές μπαίνουν στα Γιάννενα, νομιμοποιούνται και παύουν (για κάποιον καιρό) να είναι ληστές. Αυτό λειτουργεί σαν ένα πρώτο κλείσιμο της ιστορίας – μετά αρχίζει μια δεύτερη περίοδος της ζωής τους. Φαντάζομαι η μεγάλη έκταση του κόμιξ είναι ανάλογη της «πόρωσής» σου με τη δημιουργία του. Προέκυψε αυθόρμητα, φυσικά. Γιατί αυτό το κόμιξ εξιστορεί όλη τη ζωή των δύο βασικών χαρακτήρων του, έχει την (κινηματογραφική) λογική του «Κάποτε στην Αμερική». Ξέραμε από την αρχή ότι θα είναι μεγάλο. Θεωρήσαμε ότι θα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον να ασχοληθούμε με όλη τη γκάμα της ζωής αυτών των ανθρώπων και πως οι ίδιοι εξελίσσονται σαν χαρακτήρες, παρά να επικεντρωθούμε σε ένα γεγονός. «Η δουλειά για να βγει αυτό το βιβλίο κράτησε περίπου τρία χρόνια. Αλλά το είχα στο μυαλό μου από το 2012 – το «πάγωνα» για να κάνω άλλα πράγματα, τον Ερωτόκριτο, τον Μπλε Κομήτη». «Με τον Γιάννη (Ράγκο) γράφουμε τώρα το σενάριο για τον δεύτερο τόμο και σύντομα θα ξεκινήσω να σχεδιάζω», λέει ο Γ. Γούσης. «Καλό θα είναι να κυκλοφορήσει κι αυτός σχετικά σύντομα, ίσως μέσα στα επόμενα δύο χρόνια για να ολοκληρωθεί το πρότζεκτ των Ληστών. Δεν με «καίει» η εμπορική του συνέχεια πάντως, θέλω μόνο να βγει όπως πρέπει». Νομίζω ότι οι «Ληστές» είναι ένα σενάριο που θα μπορούσε να μεταφερθεί εξαιρετικά στον κινηματογράφο. Δεν θελήσαμε να φτιάξουμε ένα κόμιξ για να γίνει μετά ταινία. Παρόλα αυτά η υπόθεσή του και ο τρόπος που έχουμε αφηγηθεί την ιστορία – με σκηνές, χωρίς αφηγητή και voiceover – είναι τέτοιος που θα μπορούσε να μεταφερθεί και στην οθόνη, ίσως σαν σειρά δέκα επεισοδίων. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα ήταν κοστοβόρο, αλλά αν γινόταν σωστά θα μπορούσε να είναι και εμπορικό. Και το σχετικό link...
  7. Στο graphic novel ξεδιπλώνονται η ζωή και τα έργα των αγωνιστών μιας πρωτότυπης αντίστασης, που άφησαν το αποτύπωμά τους στην ελληνική περιπέτεια. Ρομπέν των δασών, αγωνιστές μιας πρωτόγονης αντίστασης, φοβεροί εκδικητές, ή απλώς "ηττημένοι" στην ίδια τους τη χώρα, οι ληστές άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στην ελληνική περιπέτεια. Φαινόμενο παλιό και με βαθιές ρίζες, η ληστοκρατία επικράτησε στις απαρχές του νεοελληνικού κράτους, ωστόσο ακόμα παραμένει σελίδα ανοιχτή στην ελληνική ιστοριογραφία, που επιδέχεται συστηματικής ιστορικής έρευνας και μελέτης. Όσο για την τέχνη, ένα ποίημα του Εμπειρίκου, ο "Μεγαλέξανδρος" του Θόδωρου Αγγελόπουλου, η ταινία "Τον Καιρό των Ελλήνων" του Λάκη Παπαστάθη και ίσως κάποιοι πίνακες του Εγγονόπουλου, είναι τα μόνα παραδείγματα που έρχονται στον νου. Στα ράφια των βιβλιοπωλείων όμως, μόλις προχθές βρήκε τη θέση του το πρώτο graphic novel επικεντρωμένο στη ληστοκρατία. Οι "Ληστές - Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα - Μέρος Α'» σε σενάριο Γιάννη Ράγκου και σενάριο και εικονογράφηση Γιώργου Γούση (εκδόσεις Polaris), αναλαμβάνουν να ιχνηλατήσουν μια εποχή και ένα φαινόμενο, τη σύγκρουση δύο κόσμων. "Η περίοδος της ληστοκρατίας έχει ελάχιστα αξιοποιηθεί από οποιαδήποτε μορφή τέχνης. Ως terra incognita, αποτέλεσε τη μεγάλη πρόκληση για μας" λέει ο συγγραφέας Γιάννης Ράγκος εξηγώντας ότι, "εκτός από κάποια έργα της φουστανέλας, δεν έχουμε πολλές απεικονίσεις αυτού του φαινομένου που να συνδέονται με το κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και ιστορικό περιβάλλον της εποχής. Αυτό ακριβώς θελήσαμε να αναδείξουμε". Παράλληλα όμως, "επειδή μας ελκύουν οι άνθρωποι με τραγικό πεπρωμένο, άλλωστε οι 'ευτυχισμένοι άνθρωποι' σπάνια έχουν ενδιαφέρουσες ιστορίες, μας ενδιέφερε να βυθιστούμε και στον ψυχισμό των δύο ηρώων, όχι για να δικαιολογήσουμε τις πράξεις τους αλλά για να παρουσιάσουμε τις διαφορετικές όψεις της ζωής και της δράσης τους". Στην Ήπειρο των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα και τη μεγάλη σύγκρουση της παράδοσης με τη νεωτερικότητα, την αντιπαράθεση του συγκεντρωτικού κράτους με τις αυτόνομες κοινότητες, μας μεταφέρουν οι "Ληστές". Οι αδελφοί Γιάννης και Θύμιος Ντόβας, παίρνοντας εκδίκηση για την άγρια δολοφονία του πατέρα τους, ακολουθούν τον μοναδικό δρόμο που απομένει, την παρανομία. "Δύο άνθρωποι με τραγικό πεπρωμένο, που κατάφεραν να αναρριχηθούν στην πιο απρόσιτη κορυφή του βουνού και αντί να απολαύσουν τη θέα από ψηλά, βούτηξαν στο κενό νοσταλγώντας την εθιστική αίσθηση της ανάβασης" τους περιγράφει ο Γ. Ράγκος. Στο graphic novel ξεδιπλώνεται ανάγλυφα η άνοδος και η πτώση τους. Αποτυπώνονται αδρά οι μεταξύ τους σχέσεις αλλά και οι έρωτές τους, η σχέση με τους συντρόφους τους και οι διαφοροποιήσεις τους, όπως και η νέα περίοδος που ξεκινάει με την αμνήστευσή τους. Ενώ ο Γιάννης ενσωματώνεται πλήρως στην αστική ζωή και το σύστημα, γίνεται χωροφύλακας-επιχειρηματίας, ο μικρός αδελφός του, ο Θύμιος, παραμένει ιδιοσυγκρασιακά συνδεδεμένος με τη ζωή και τους "νόμους" του βουνού. "Το βουνό δεν είναι μόνο ένας γεωγραφικός τόπος" διευκρινίζει ο Γιάννης Ράγκος. "Είναι περισσότερο ένα συμβολικό πεδίο, που συνοψίζει μια ολόκληρη αντίληψη για τη ζωή και τον κόσμο, η οποία συγκρούεται με την πόλη και το νεωτερικό της πλαίσιο. Δεν είναι τυχαίο που οι τελευταίοι ληστές την περίοδο της Κατοχής εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ. Για τον λόγο αυτό στους 'Ληστές' επιλέξαμε να δώσουμε όλη την πορεία της ζωής τους, την άνοδο και την πτώση τους, μέσα από την περιγραφή ενός βουνού, από τους πρόποδές του μέχρι την κορυφή και από εκεί στους γκρεμούς, δηλαδή την ηθική και βιολογική πτώση τους". Αντλώντας έμπνευση από τους Ρετζαίους, διαβόητους λήσταρχους των αρχών του 20ού αι. που έδρασαν στην Ήπειρο και τη Θεσπρωτία, οι "Ληστές", σύμφωνα με τον σεναριογράφο τους, "συνδυάζουν τη νουάρ ατμόσφαιρα με την ηθογραφία, τη μαφιόζικη δράση με την ελληνική εκδοχή της γουέστερν κουλτούρας, τον ληστρικό 'κώδικα τιμής' με τη διαφθορά της εξουσίας, το ιστορικό αφήγημα με τις σύγχρονες μορφές του οργανωμένου εγκλήματος". Και το σχετικό link...
  8. Μεταφορά του, κλασικού πλέον, μυθιστορήματος της Πηνελόπης Δέλτα. "Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908), η βαλτώδης λίμνη των Γιαννιτσών αποτέλεσε ένα από τα κυριότερα πεδία των σφοδρών ελληνοβουλγαρικών συγκρούσεων στη Μακεδονία, η οποία ήταν τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο κλασικό ιστορικό μυθιστόρημα Στα μυστικά του Bάλτου (1937), η εμβληματική συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας Πηνελόπη Δέλτα αποτυπώνει τα δραματικά γεγονότα της εποχής, συνδυάζοντας έξοχα τη δύναμη του αυθεντικού ιστορικού υλικού με την ένταση της μυθοπλασίας. Η αφήγηση εξελίσσεται γύρω από τη δράση δύο παιδιών, του Αποστόλη και του Γιωβάν, τα οποία βοηθούν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα στις επιχειρήσεις τους κατά των βουλγαρικών σωμάτων, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθεί τον αγώνα που δίνουν ο Τέλλος Άγρας (Σαράντος Αγαπηνός) και ο καπετάν Νικηφόρος (Ιωάννης Δεμέστιχας), εξέχουσες ιστορικές φυσιογνωμίες της περιόδου αυτής. Το αρχετυπικό τοπίο του βάλτου, οι πράξεις ηρωισμού, το αίσθημα φιλοπατρίας, οι στιγμές ανθρωπιάς, αλλά και οι προδοσίες, τα ατομικά δράματα και η αναπόφευκτη σκληρότητα του πολέμου συγκροτούν ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, που οκτώ δεκαετίες μετά την αρχική του κυκλοφορία –και παρά τις σημερινές ιστορικές αντιλήψεις για τα γεγονότα που περιγράφει– διατηρεί ακέραια τη μαγεία του και διαβάζεται με το ίδιο, αμείωτο ενδιαφέρον." Είχα να ασχοληθώ με τη λογοτεχνία της Π.Σ. Δέλτα, από το σχολείο και, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, αν δεν υπήρχε το όνομα του Παν Παν στο εξώφυλλο δεν είχα σκοπό να ασχοληθώ ξανά... (Ένα τεράστιο ευχαριστώ στους φιλολόγους μου για αυτό... ) Όπως και με κάθε δουλειά του Παναγιώτη, δεν μετάνιωσα που το έπιασα στα χέρια μου. Το σχέδιο του (σύμφωνα με το δικό μου γούστο) είναι για άλλη μία φορά πανέμορφο, φαίνεται ότι έχει κάνει μελέτη και στη συνέχεια έχει ρίξει τρελή δουλειά. Δεν έφυγε γρήγορα, δεν περίμενα όμως και να φύγει. Το βασικό του μειονέκτημα είναι η ροή του, που με ζόρισε λίγο. Στα συν η άψογη έκδοση. Στο κομμάτι αυτό, οι εκδόσεις Polaris το έχουν προχωρήσει σε άλλο επίπεδο!
  9. Το κλασικό ποίημα της κρητικής μεσαιωνικής λογοτεχνίας, του Βιτσέντζου Κορνάρου, διασκευασμένο από τους Παπαμάρκο, Ράγκο και Γούση σε σχέδιο του Γούση. Χωρισμένο σε 5 μέρη, όπως και το αυθεντικό ποίημα στο οποίο υποψιάζομαι πως μένει πιστό. Το σχέδιο δένει πάρα πολύ με το περιεχόμενο αφού βγάζει την λαϊκή ελληνική τέχνη έτσι όπως την ξέρουμε στα έργα του Θεόφιλου κτλ ενώ εκεί που πρέπει αποκτά περισσότερες διαστάσεις με σύγχρονο σχεδιασμό και σκηνοθεσία. Χρωματισμός πάρα πολύ έντονος, δεν είναι κακός σε καμία περίπτωση αλλά θα ήθελα να δω πως θα φαινόταν σε άλλο τόνο. Η έκδοση πάρα πολύ καλή, με αυτάκια, χρυσά ανάγλυφα γράμματα στο εξώφυλλο και μέσα και προσεγμένη στη λεπτομέρεια εσωτερική διακόσμηση και γραφιστική επιμέλεια. Θα έλεγα πως είναι υποδειγματικό. Κυκλοφόρησε σε 2000 αντίτυπα, ενώ είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Δημήτρη Αρμάου.
  10. Καυστικός ηθογράφος της ελληνικής επαρχίας του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας απέδωσε με ρεαλισμό και χωρίς ωραιοποιήσεις τη σκληρή πραγματικότητα μιας υπανάπτυκτης Ελλάδας. Η εξαιρετική μεταφορά σε κόμικς του «Ζητιάνου» από τον Kanellos Cob καθιστά το έργο και πάλι επίκαιρο και καταδεικνύει τις διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής ιδιαιτερότητας. Η μεταφορά σε κόμικς πολλών έργων της ελληνικής λογοτεχνίας, πρόσφατης αλλά και παλαιότερης, δεν είναι κάτι νέο. Αρκετοί δημιουργοί τα τελευταία χρόνια επιλέγουν να προσαρμόσουν σε κόμικς, ιστορίες που διαβάζαμε στα σχολικά αναγνωστικά και ανθολόγια, διηγήματα και μυθιστορήματα που συγκίνησαν τους αναγνώστες προηγούμενων εποχών αλλά είχαν αρχίσει πια να ξεχνιούνται. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι προσαρμογές αυτές είναι επιτυχημένες στον βαθμό που δεν επιδιώκουν να ακολουθήσουν πιστά το αρχικό κείμενο αλλά να αποδώσουν το κλίμα και την πλοκή του με πρωτότυπα εικαστικά εργαλεία. Άλλωστε, οι έννοιες της προσαρμογής, της διασκευής και της διασημειωτικής μετάφρασης, της μεταφοράς δηλαδή ενός έργου από μια τέχνη σε μια άλλη, προϋποθέτουν και εμπεριέχουν την προσωπική ματιά του νέου δημιουργού πάνω σε ένα προϋπάρχον έργο και αποκτούν ενδιαφέρον, όταν ο τρόπος που το παλαιό έργο επαναπροσεγγίζεται σε μια νέα εποχή βασίζεται στη διαφοροποίηση και δεν επιδιώκει την, αναπόφευκτα αδύνατη και εκ των πραγμάτων περιττή, ταύτιση. Από τους Δημήτρη Βανέλλη και Θανάση Πέτρου έχουν έως τώρα κυκλοφορήσει «Το Γιούσουρι και άλλες φανταστικές ιστορίες» με προσαρμογές διηγημάτων των Καβάφη, Καρκαβίτσα, Καρυωτάκη, Ροδοκανάκη, Νικολαΐδη, Παπαδιαμάντη, το «Παραρλάμα και άλλες ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά» και η «Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη» ως προσαρμογή του ομότιτλου διηγήματος του Μ. Καραγάτση. Οι Δημοσθένης Παπαμάρκος, Γιάννης Ράγκος και Γιώργος Γούσης μετέφεραν σε κόμικς τον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου, ο Ράγκος με τον Παναγιώτη Πανταζή φιλοτέχνησαν τα «Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, οι Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και Γιώργος Τσιαμάντας προτίμησαν ένα λιγότερο γνωστό έργο, την «Κερένια Κούκλα» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, ο Δημήτρης Χαντζόπουλος απέδωσε με έναν ιδιαιτέρως πρωτότυπο τρόπο, μέσω τροποποιημένων πινάκων και εικόνων της ιστορίας της τέχνης, την «Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη, ενώ με χιούμορ και ευφυείς αναχρονισμούς προσέγγισε το ροϊδικό έργο και ο Λευτέρης Παπαθανάσης. Στο πλαίσιο αυτό της ευρείας προσαρμογής σε κόμικς έργων της ελληνικής γραμματείας, δεν ξενίζει η επιλογή του Kanellos Cob να στρέψει το βλέμμα του στο πιο γνωστό μυθιστόρημα ενός από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς. Ο «Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1897 και από τότε έχει γνωρίσει δεκάδες επανεκδόσεις, έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες ενώ το 1983 μεταφέρθηκε σε τηλεοπτική σειρά στην αλήστου μνήμης ΥΕΝΕΔ με πρωταγωνιστή τον Ανέστη Βλάχο. Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι ο Τζιριτόκωστας, ένας επαγγελματίας ζητιάνος από τα Κράβαρα που καταφθάνει τη δεκαετία του 1880 στο χωριό Νυχτερέμι της Θεσσαλίας για να αναστατώσει τη ζωή των κατοίκων του. Πρώτα πέφτει θύμα άγριου ξυλοδαρμού από τον τελωνοφύλακα Βαλαχά και στη συνέχεια καταφέρνει να συγκινήσει τους αμόρφωτους και δεισιδαίμονες Νυχτερεμιώτες υποδυόμενος τον ταλαίπωρο και τον κακομοίρη. Παράλληλα πουλάει υποτιθέμενα μαγικά βοτάνια για να γεννούν οι γυναίκες αρσενικά παιδιά και προετοιμάζει την εκδίκησή του βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος στις προκαταλήψεις και τις προλήψεις, την αμάθεια, τη δουλικότητα και τη φτώχεια των αγράμματων επαρχιωτών που είναι έτοιμοι να πιστέψουν κάθε φράση του Ζητιάνου, αρκεί να τους δίνει ελπίδα και να χαϊδεύει τα αυτιά τους. Με τον «Ζητιάνο», ο Καρκαβίτσας καταφέρνει να περιγράψει μέσα από σκληρά περιστατικά και άγριες καταστάσεις την εύθραυστη ειρήνη στην ελληνική επικράτεια λίγα χρόνια μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, σε μια περιοχή που λυμαίνονται οι τσιφλικάδες και το ιδιοκτησιακό καθεστώς δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει ανάμεσα σε πρώην Τούρκους μπέηδες και νέους Έλληνες φιλόδοξους ιδιοκτήτες. Σε μια τέτοια συνθήκη που όλα είναι ρευστά, ευνοείται η δράση κομπογιαννιτών και απατεώνων, όπως ο Τζιριτόκωστας, που με έξυπνες κινήσεις και χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό, επιδιώκει να εκμεταλλευτεί την άγνοια και να χειραγωγήσει τα αισθήματα και τις πράξεις για να αποκομίσει οικονομικά οφέλη. Στην προσαρμογή του Kanellos Cob (εκδόσεις Polaris, επιμέλεια σεναρίου: Γιάννης Ράγκος, επιμέλεια εικονογράφησης: Γιώργος Γούσης), ενός νέου δημιουργού κόμικς που μέχρι τώρα έχει υπογράψει το βραβευμένο «Αντίο Μπάτμαν» σε σενάριο του Τάσου Θεοφίλου, το «Όχι σημαίνει όχι» για τις γυναίκες-θύματα βιασμού και την κουλτούρα του σεβασμού της άρνησης οποιασδήποτε σεξουαλικής κίνησης χωρίς την απόλυτη συναίνεση των προσώπων που εμπλέκονται σε αυτήν, αλλά και πολλά έργα στη Γαλλία, τον Καναδά και αλλού, όλη αυτή η χαοτική κατάσταση της ελληνικής επαρχίας αποδίδεται με έναν ιδιαίτερα επιτυχή τρόπο. Τα μικρά κείμενά του που εισάγουν τον αναγνώστη στη «δράση» ή συνδέουν τις σκηνές μεταξύ τους είναι ευσύνοπτα και πολύ ορθά επιλεγμένα, σε γλώσσα ταιριαστή με την υπόθεση και με ελαφρές παραλλαγές σε σχέση με το πρωτότυπο, τέτοια που να υπηρετούν και να εκφράζουν την αποστροφή του Καρκαβίτσα για τους οπισθοδρομικούς χωρικούς: «Δεκαετία 1880, Νυχτερέμι Θεσσαλίας. Ριγμένο κατά τις εκβολές του Πηνειού, στο γούπατο του πολύκαρπου κάμπου, έχει την φτωχικήν και φοβισμένην έκφραση που έχουν όλα του κάμπου τα χωριά, τα δουλωμένα και τ’ ανάξια υπάρξεως. Στα χαμόσπιτά του συζούν αρμονικά ζώα και άνθρωποι. Το κονάκι του μπέη, ψηλό κι αγέρωχο, βρίσκεται στη μέση. Άλλοτε οι Νυχτερεμιώτες είχαν υπογράψει να παραχωρήσουν το χωριό στον Πασά, αλλά με όρους: τα σπίτια, τ’ αμπέλια και τα ζωντανά δικά τους, κι από ό,τι σπέρνουν να δίνουν το τρίτο στον αφέντη». Και λίγο παρακάτω: «Αλλά μόλις ο Ντεμίς Αγάς επρόβαλλε από το κονάκι, πάλιν η κρυμμένη μέσα τους από αιώνας δουλοσύνη έκανε να λησμονούν τους όρκους και την ανεξαρτησία τους». Ακόμα πιο επιτυχημένος, ωστόσο, είναι ο τρόπος που ο Kanellos Cob εικονογραφεί τον Καρκαβίτσα και αποδίδει την ελληνική επαρχία, τους φοβισμένους ανθρώπους, τον Ζητιάνο, τον τελωνοφύλακα, τη μιζέρια και την απομόνωση των ανθρώπων σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον χωρίς καμιά πιθανότητα –και χωρίς, το χειρότερο, καμιά πρόθεση– διαφυγής. Τα κτίρια, οι ενδυμασίες, τα τοπία, οι στολές, η ελληνική φύση αποδίδονται με ακρίβεια και βασίζονται σε πραγματικά στοιχεία. Οι εκφράσεις των προσώπων, όμως, είναι μια καλλιτεχνική επιλογή του δημιουργού που απογειώνει το έργο του: η οργή και η αυθαιρεσία του συμφεροντολόγου εκπροσώπου της εξουσίας ενός πρωτόγονου αλλά πάντα πελατειακού κράτους, η δουλικότητα των βρόμικων και ξεδοντιασμένων, κακοζωισμένων κατοίκων, η περιφρόνηση του επιστάτη του μπέη, η κουτοπονηριά των γυναικών που πιστεύουν πως αγοράζουν το σερνικοβότανο, το μίσος και η εκδικητικότητα στο πρόσωπο του παπά και, πάνω απ’ όλα, η μοχθηρία του αδίστακτου Τζιριτόκωστα. Έτσι, η νατουραλιστική γραφή του Καρκαβίτσα που συνοδεύει το ηθογραφικό περιεχόμενο βρίσκει στον Kanellos Cob έναν ιδανικό εικονογράφο. Όπως τονίζει και το επιλογικό σημείωμα της έκδοσης: «Εν τέλει, ο συγγραφέας συνθέτει τη σκοτεινή τοιχογραφία μιας κοινωνίας που βρίσκεται στα σύνορα του “παλιού” και του “νέου”, ενώ με τον τελικό θρίαμβο του Κακού υπενθυμίζει ενοχλητικά τη διαρκή οδύνη της ανθρώπινης φύσης». Την οδύνη αυτή για τη διαχρονική επικράτηση του Κακού σε μια Ελλάδα χρονικά μακρινή αλλά όχι και τόσο διαφορετική από τη σύγχρονη μεταφέρει αριστοτεχνικά ο δημιουργός του κόμικς σε ένα έργο που αξίζει να διαβαστεί είτε σε συνδυασμό με το πρωτότυπο είτε και εντελώς ανεξάρτητα από αυτό, ακριβώς λόγω της διαχρονικότητας των θεμάτων του και όσων έχει να μας πει τόσο ο Καρκαβίτσας όσο και ο Cob γύρω από την Ελλάδα του τότε και, ακόμη περισσότερο, του τώρα. Και το σχετικό link...
  11. Αδελφοί Ρετζαίοι: Η ζωή και ο θάνατος των τελευταίων λήσταρχων των ελληνικών βουνών Ένα κόμιξ σαν βαλκανικό γουέστερν- και η πραγματική ιστορία πίσω από αυτό. Ήπειρος, 1909, λίγα χρόνια πριν την απελευθέρωση και την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος- στο Ανώγι, ένα απομονωμένο, ορεινό χωριό, ζωοκλέφτες δολοφονούν έναν κτηνοτρόφο συντοπίτη τους όταν αυτός τους κατήγγειλε στις οθωμανικές αρχές. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1916 οι δύο γιοι του, ο Γιάννης και ο Θύμιος Ρέντζος σκοτώνουν τους φονιάδες του πατέρα τους και περνάνε στην παρανομία. Το κίνητρο της εκδίκησης λειτούργησε σαν θρυαλλίδα μιας καταιγιστικής ιστορίας: για την επόμενη 20ετία τα δύο αδέρφια, οι λήσταρχοι Ρεντζαίοι, οι «βασιλείς της Ηπείρου» όπως πολλοί τους αποκαλούσαν, αιματοκύλισαν την ευρύτερη περιοχή. Φόνοι, ληστείες, απαγωγές: 80 νεκροί και εκατομμύρια δραχμές η λεία των δύο αδερφών και της συμμορίας τους. Οι ληστές είναι αδίστακτοι- το 1925 ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος δελεάζει με αμνηστία όποιον παράνομο παραδοθεί, ‘προσκομίζοντας’ στις Αρχές ως ‘πεσκέσι’ της μεταμέλειάς του το κεφάλι ενός άλλου ληστή: οι Ρεντζαίοι εκτελούν εν ψυχρώ δύο συντρόφους τους και τους αποκεφαλίζουν. Το επίσημο κράτος όχι μόνο τους συγχωρεί αλλά και τους εγκολπώνει και αποπειράται να τους χρησιμοποιήσει- οι πρώην ληστές καθοδηγούν αποσπάσματα της χωροφυλακής στην καταδίωξη άλλων παρανόμων που δρουν στα ηπειρώτικα βουνά. Οι Ρεντζαίοι, επιχειρηματίες και στον κατασκευαστικό τομέα πλέον, ζούνε σε αρχοντικό μέσα στα Γιάννενα και συναναστρέφονται την ‘καλή κοινωνία’ της πόλης. Το 1926 όμως πραγματοποιούν τη ληστεία της Πέτρας, την πιο πολύνεκρη ληστεία στα ελληνικά χρονικά: στη διαδρομή από Πρέβεζα προς Γιάννενα ‘χτυπάνε’ μια χρηματαποστολή της Εθνικής Τράπεζας. Φράζουν το δρόμο με κορμούς δέντρων και έφιπποι γαζώνουν το αυτοκίνητο. Ο απολογισμός της γκαγκστερικής ενέδρας: 8 νεκροί και 15 εκατομμύρια δραχμές... Οι Ρεντζαίοι διαφεύγουν στα Βαλκάνια και λίγα χρόνια αργότερα συλλαμβάνονται στη Βουλγαρία- εκτελούνται το πρωί της 5ης Μαρτίου του 1930 στην τάφρο του φρουρίου της Κέρκυρας. Η ζωή και η δράση τους, σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό, συναρμολογεί ένα ελληνικό γουέστερν που κάνει τον διάσημο Νταβέλη να φαντάζει ‘σχολιαρόπαιδο’: ο δημιουργός κόμιξ Γιώργος Γούσης και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας (true crime stories) Γιάννης Ράγκος, μετά τον ‘Ερωτόκριτο’ συνεργάζονται ξανά και ορμώμενοι από την πραγματική ιστορία των Ρεντζαίων, κατασκευάζουν ένα φιλμ νουάρ με μολύβι σε χαρτί. Τα δυο πρώτα επεισόδια αυτής της hard copy κινηματογραφικής ταινίας έχουν κυκλοφορήσει στα τεύχη 6 και 7 του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» (εκδόσεις Polaris). Και όταν η σειρά τελειώσει, θα ‘δεθεί’ και θα κυκλοφορήσει σε ένα συναρπαστικό, ογκώδες graphic novel των 200 σελίδων. «Δεν μεταφέρουμε στο κόμιξ επακριβώς την ιστορία των Ρεντζαίων», λέει ο Γιάννης Ράγκος. «Για αυτό και ονομάζουμε τους κεντρικούς μας χαρακτήρες Γιάννη και Θύμιο Ντόβα. Κρατάμε τον καμβά των βασικών γεγονότων, αλλά υπάρχει και η μυθοπλασία. Πολλά κομμάτια της ζωής των Ρεντζαίων δεν τα ξέρουμε καν- κι επίσης, το πρωτογενές υλικό δεν είναι πάντα αξιοποιήσιμο ή ενδιαφέρον». -Μια εμμονή με την ιστορική ακρίβεια μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος του έργου; (Γούσης) Πολλές φορές ο δημιουργός μένει τόσο πιστός στα πραγματικά γεγονότα που τελικά η ιστορία καταντάει βαρετή. Εμείς εμπνεόμαστε από την πραγματική ιστορία των Ρεντζαίων, δεν πειθαναγκαζόμαστε να την αναπαράγουμε εντελώς πιστά. (Ράγκος) Είναι διαφορετικό το εμπνευσμένο (inspired by) από το βασισμένο (based on)- το δεύτερο είναι πιο κοντά στο πραγματικό γεγονός. -Να μιλήσουμε για τον πυρήνα της ιστορίας; (Γούσης) Είναι η ζωή και ο θάνατος δύο ληστών, που είναι και αδέρφια. Ουσιαστικά είναι μια σάγκα που εξιστορεί όλη τους τη ζωή, από παιδιά, το 1909, όταν συμβαίνει το περιστατικό της ζωοκλοπής και του θανάτου του πατέρα, και τελειώνει με το θάνατό τους. Το τέλος τους γίνεται σαφές από την πρώτη σκηνή- έτσι ξεκινάει το βιβλίο, με τις τελευταίες ώρες πριν την εκτέλεσή τους. «Θα έχει 4 κεφάλαια το βιβλίο, των 50 περίπου σελίδων το καθένα», λέει ο Γ. Γούσης. «Στο πρώτο κεφάλαιο βλέπουμε πως έγιναν ληστές, το δεύτερο είναι η δράση τους στο βουνό, έως και τη νομιμοποίησή τους (παίρνουν αμνηστία κάποια στιγμή), το τρίτο είναι η δράση τους ως νόμιμοι, αμνηστευμένοι, επιχειρηματίες αλλά και διώκτες ληστών...» Λειτούργησαν δηλαδή όχι μόνο σαν «κλέφτες» αλλά και σαν «αρματολοί» (με την οθωμανική χρήση του όρου) οι Ρετζαίοι... (Ράγκος) Ναι, μπήκαν στην υπηρεσία του κράτους και κυνηγούσαν τους μέχρι πρότινος συντρόφους τους. -Ως παρακρατικοί; (Ράγκος) Όχι, επισήμως. Ως χωροφύλακες. Πως σήμερα το FBI χρησιμοποιεί έναν χάκερ; Ήταν άνθρωποι που είχαν το know how και οδηγούσαν τα αποσπάσματα της χωροφύλακης στην καταδίωξη άλλων ληστών. (Γούσης) Είχαν μισθό και όπλα από τη χωροφυλακή. Μόνο στολή δε γνωρίζω αν φορούσαν. «Το τρίτο μέρος τελειώνει με το αν θα γίνει ή όχι η μεγάλη ληστεία που διοργανώνουνε (Ληστεία της Πέτρας). Το τέταρτο κεφάλαιο ξεκινάει με τη ληστεία και αναπτύσσει όλη τους τη δράση μέχρι τη σύλληψή τους. Η φυγή στα Βαλκάνια, στην Αλβανία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία μετά». (Ράγκος) Εκεί συλλαμβάνονται, εκδίδονται στην Ελλάδα, δικάζονται, καταδικάζονται και εκτελούνται. Το φαινόμενο της ληστοκρατίας ξεκίνησε αμέσως μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους- οι Ρεντζαίοι ήταν οι τελευταίοι «ληστές των ορέων». -Ο Παλαιοκώστας σήμερα; Μερικοί τον θεωρούν «ληστή του βουνού». (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι ενσάρκωναν τον νόμο στο βουνό- ο Παλαιοκώστας δεν ασκεί νόμο, κρύβεται στο βουνό. «Οι πρώτοι ληστές τις δεκαετίες του 1830, 1840 είναι πρώην κλεφταρματολοί που δεν ενσωματώνονται, ούτε ως στρατιωτικοί ή αστυνομικοί, στους θεσμούς του νεοσύστατου κράτους», λέει ο Γιάννης Ράγκος. «Αισθάνονται προδομένοι, ανεβαίνουν πάλι στα βουνά και γίνονται παράνομοι. Αυτό το φαινόμενο κράτησε περίπου 100 χρόνια. Οι Ρεντζαίοι είναι οι τελευταίοι και με την εκτέλεσή τους ουσιαστικά τελειώνει και όλη αυτή η περίοδος. Είναι ένα φαινόμενο γενικευμένο που δεν αφορά μονο την Ελλάδα- υπάρχει μια καταπληκτική μελέτη του Χοπςμπάουμ (Οι Ληστές), που την χρησιμοποιήσαμε ως μελέτη τεκμηρίωσης και αναφέρεται σε όλα τα παρόμοια φαινόμενα και παραδείγματα, από τον Ρομπέν των Δασών έως τη Νότια Αμερική και τα Βαλκάνια, ενώ αναφέρεται και στην Ελλάδα». «Η ληστεία είναι το αποτέλεσμα της σύγκρουσης του προ- νεωτερικού και του νεωτερικού κράτους», συνεχίζει ο Γ. Ράγκος. «Αναπτύσσεται κυρίως στα βουνά, σε απομονωμένες περιοχές και προ- νεωτερικές κοινωνίες. Η νεωτερική μορφή της εξουσίας, θεσμοί όπως το κράτος, η αστυνομία, η δικαιοσύνη, συγκρούονται μαζί της. Σταδιακά οι περιοχές αυτές ξεφεύγουν από την απομόνωση, με την τεχνολογική πρόοδο, τα έργα υποδομής- τότε η ληστεία ξεκινά να φθίνει και σιγά σιγά χάνεται. Γιατί χάνεται και το πεδίο επί του οποίου δημιουργήθηκε». -Είχε και κοινωνική αποδοχή η ληστεία συχνά. (Ράγκος) Ο Πάντσο Βίλα, ο ηγέτης της επανάστασης στο Μεξικό το 1910, ληστής ήταν. Οι Ρεντζαίοι δεν ήταν κοινωνικοί ληστές όμως, δεν έγιναν ληστές εξαιτίας κάποιου κοινωνικού οράματος, τύπου Salvatore Giuliano (1922- 1950), ούτε Ρομπέν των Δασών- δεν έκλεβαν από τους πλούσιους για να τα δώσουν στους φτωχούς. Η δράση που ανέπτυξαν ήταν καθαρά ποινική- δεν είχε καμία κοινωνική προέκταση. Εκτελούσαν συμβόλαια ως πληρωμένοι δολοφόνοι, έκαναν ληστείες και απαγωγές εκβιάζοντας για λύτρα. (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι ήταν ληστές- εκδικητές. Πήραν εκδίκηση για τη δολοφονία του πατέρα τους και επειδή το αίμα φέρνει κι άλλο αίμα, για να γλιτώσουν το κυνήγι της αστυνομίας και του αντίπαλου σογιού, έγιναν παράνομοι. Χωρικοί τους μίσθωναν για να τους κάνουν τις βρώμικες δουλειές, κυρίως πράξεις εκδίκησης. «Πάρε δυο λίρες και σκότωσε αυτόν». Και σε εκλογές είχαν κάνει τραμπουκισμούς, ακόμα και δολοφονίες υπέρ υποψηφίων. -Στη ληστεία της Πέτρας η λεία ήταν πολύ μεγαλύτερη από δύο λίρες... Και σαν γεγονός η βιαιότητά του μου φέρνει στο νου την παλιά ατάκα «Σικάγο γίναμε».. (Γούσης): Δεκαπέντε εκατομμύρια δραχμές ήταν η λεία, αστρονομικό ποσό τότε. Οι Ρεντζαίοι την ίδια εποχή, ως νόμιμοι επιχειρηματίες, προσπαθούσαν να κλείσουν μια συμφωνία και να αναλάβουν την εργολαβία για τις προσφυγικές κατοικίες των Ιωαννίνων. Είμαστε στο 1926, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Και θέλανε να πάρουν την εργολαβία με λάδωμα, όπως γίνεται και σήμερα. Τα κέρδη τους, αν έκτιζαν ένα ολόκληρο χωριό, θα ήταν δύο εκατομμύρια δραχμές στους επόμενους έξι μήνες. Με την ληστεία της Πέτρας έβγαλαν δεκαπέντε σε μία μέρα... Ήταν ένα ποσό τεράστιο και σε όγκο- μετά τη ληστεία το έθαψαν και όταν πήγαν να πάρουν τα χρήματά τους βρήκαν μόνο τα μισά. (Ράγκος) Οι Ρεντζαίοι εισάγουν έναν καινούργιο τότε τρόπο δράσης, εφαρμόζωντας πρακτικές του οργανωμένου εγκλήματος. Παραδείγματος χάριν, το 1925 γίνεται η δικτατορία του Πάγκαλου- αυτός για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της ληστείας βγάζει ένα διάταγμα με το οποίο αμνηστεύονται οι ληστές που θα φέρουν στις Αρχές το κεφάλι ενός άλλου ληστή. Οι Ρεντζαίοι εκμεταλλεύονται αυτό το διάταγμα και σκοτώνουν συντρόφους τους, μέλη της συμμορίας τους. (Γούσης) Έχει ενδιαφέρον ότι τους Ρεντζαίους συμβουλεύει να προβούν σε αυτή την πράξη ένας τρίτος χαρακτήρας, οικονομικός παράγοντας στα Γιάννενα και άνθρωπος που κινεί τα νήματα στην τοπική κοινωνία. Αυτός λειτουργεί ως εγκέφαλος της συμμορίας, ως νόμιμη «προέκταση» της δράσης των Ρεντζαίων. Και ενώ τα δυο αδέλφια αρχίζουν να καταστρώνουν σχέδια για το πως θα κυνηγήσουν ληστές αντίπαλων συμμοριών, αυτός τους προτείνει να σκοτώσουν δικούς τους συντρόφους, μέλη της συμμορίας τους. Γιατί να ψάξουν άλλους; Κι αυτοί ληστές είναι και μάλιστα πολύ πιο εύκολοι στόχοι. Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται το στυγνά καπιταλιστικό, ωφελιμιστικό κίνητρο της δράσης. (Ράγκος) Κολοβός ήταν το όνομα του επιχειρηματία, υπαρκτό πρόσωπο. Παντρεύει την κόρη του με τον Γιάννη και πλέον οι ληστές ζούνε σε κεντρικό μέγαρο των Ιωαννίνων. Στο γάμο του Γιάννη και της Χαρίκλειας παραβρέθηκε όλη η αφρόκρεμα της γιαννιώτικης κοινωνίας, ο νομάρχης, ο αρχηγός της αστυνομίας. Όπως στο «Νονό», που στο γάμο της κόρης του- η σκηνή που ξεκινά η ταινία- γερουσιαστές είναι προσκεκλημένοι... «Πρόβαλέ το όλο αυτό στο σήμερα: ο πρώην μαφιόζος που ξαφνικά είναι μέλος της κοσμικής κοινωνίας. Ξεπλένει χρήμα- και ξεπλένεται και ο ίδιος». -Υπάρχουν λοιπόν εμφανείς αναλογίες με την εποχή μας; (Ράγκος) Εντελώς. Η ιστορία μπορεί να ειδωθεί και ως ένα κοινωνικοπολιτικό σχόλιο για την Ελλάδα της εποχής, που μοιάζει με την Ελλάδα που διαμορφώνεται και σήμερα. Απεικονίζει και την σύγχρονη μορφή του οργανωμένου εγκλήματος- ο πρώην μαφιόζος που νομιμοποιεί έσοδα από παράνομες δραστηριότητες αγοράζοντας ΜΜΕ για παράδειγμα. Με έναν επιχειρηματία, συνήθως στα όρια της νομιμότητας, όπως οι Ρεντζαίοι είχαν τον Κολοβό, ως σύμβουλο αλλά και βιτρίνα. Επίσης με ένα πολυεπίπεδο δίκτυο συνεργατών που εξαπλώνεται μέχρι την αστυνομία. «Οι Ρεντζαίοι από τη στιγμή που αμνηστεύθηκαν, έγιναν διώκτες των ληστών και ευυπόληπτοι επιχειρηματίες. Κάνουν δουλειές με τα υπουργεία αφού χώνουν χρήμα στα κατάλληλα πρόσωπα. Ξεπλύθηκαν πλήρως μέσα από επιχειρήσεις βιτρίνα- και θα είχαν παραμείνει ξεπλυμένοι, αν έναν χρόνο μετά, το 1926, δεν αποφάσιζαν να κάνουν τη ληστεία της Πέτρας. Αυτή η ενέργεια τους ξαναπερνάει στην παρανομία». -Δεν προξενεί έκπληξη η αποδοχή που είχαν οι Ρεντζαίοι από τις τοπικές κοινότητες; (Γούσης): Καμία έκπληξη. (Ράγκος) Οι μισοί τους αποδέχτηκαν από φόβο και οι μισοί γιατί είχαν να ωφεληθούν. Θα εργάζονταν σε δουλειές τους, θα τα είχαν καλά με την εξουσία- με την όποια εξουσία, ακόμα και με αυτή των Ρεντζαίων. -Και όταν μετά την αμνήστευσή τους μπήκαν στα Γιάννενα τους υποδέχτηκε πλήθος κόσμου... (Ράγκος) Ναι. Υπήρξαν βέβαια δημοσιογράφοι του τοπικού Τύπου που τους κοντράριζαν και είχαν δεχτεί απειλές. Γιατί είχαν αποκαλύψει ότι οι Ρεντζαίοι ήταν πίσω από τη ληστεία της Πέτρας. (Γούσης) Οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τους Ρεντζαίους και σαν θέαμα, σαν άγρια λιοντάρια που έρχονταν στην πόλη τους. Κάποιοι μπορεί και να τους συμπαθούσαν ή να προσδοκούσαν κάποιο όφελος- πολλοί όμως είχαν απλώς τη λογική του «ζωολογικού κήπου». Μετά τη σύλληψή τους, όταν τους μετέφεραν με το τρένο από τη Βουλγαρία, σε κάθε σταθμό σε κάθε σταθμό υπήρχε κόσμος που προσπαθούσε να τους δει από τα παράθυρα. Ως θέαμα. -Νομίζω δεν είναι σύνηθες στη ληστρική αφηγηματική παράδοση να είναι δύο οι κεντρικοί χαρακτήρες, πόσω μάλλον αδέρφια μεταξύ τους. (Γούσης) Ναι, συνήθως είναι ένας, ο αρχηγός και η συμμορία του. Εδώ είναι δύο και αυτό είναι ταυτόχρονα η δυναμή τους αλλά και η αχίλλειος πτέρνα τους. Αν χτυπούσες τον ένα, αμέσως και ο άλλος βρισκόταν σε δυσχερή, ευάλωτη θέση. Γιατί είχε πάντα στον νου του τον αδερφό του. Υπάρχει μια σκηνή- δεν θυμάμαι αν είναι πραγματική ή την επινοήσαμε- όπου χρησιμοποιούν τον Γιάννη ως συλληφθέντα για να παγιδεύσουν και τον Θύμιο. Γίνεται μια συμπλοκή, ο Θύμιος μπορεί να ξεφύγει αλλά παραδίνεται κι αυτός γιατί ο αδερφός του δεν μπορεί να τον ακολουθήσει. Ή και οι δύο ελεύθεροι, ή κανένας. (Ράγκος) Μεταξύ τους υπάρχει μια σχέση συνεχών συγκλίσεων και αποκλίσεων. Ενώ ξεκινάνε απόλυτα ενωμένοι- άλλωστε τους καθαγιάζει και το αίμα του πατέρα τους που μαζί εκδικήθηκαν- όταν βρίσκονται στην πόλη συντελείται η πρώτη μεγάλη μεταξύ τους ρωγμή. Γιατί ο μεγάλος αδερφός ενσωματώνεται πλήρως, θέλγεται από τον αστικό, νεωτερικό τρόπο ζωής και τα πλούτη, ενώ ο μικρός είναι ‘κολλημένος’ στο βουνό. Όχι από κάποια παραδοσιοπληξία- η φύση του είναι έτσι, ιδιοσυγκρασιακά είναι εκεί. Η ψυχή του έχει μείνει στο βουνό. -Ήταν καθάρματα οι Ρεντζαίοι; Ή οι ήρωες της δικής σας ιστορίας. (Γούσης) Υπάρχει μια αντίφαση που μας ενδιέφερε πολύ να διερευνήσουμε. Τα δύο αδέλφια είχαν μεταξύ τους μια σχέση απόλυτα ηθική, σχεδόν χριστιανική, τη σχέση που μακάρι να είχαμε όλοι οι άνθρωποι μεταξύ μας- αλλά ήταν οι δυο τους ενάντια σε όλη την κοινωνία. Το έγκλημα έγινε η δουλειά τους και από ένα σημείο και μετά ενσωματώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως ‘muscle’ από την αστική, καπιταλιστική τάξη- που δεν υπολόγισε όμως ότι αυτοί οι δύο τύποι μπορούσαν να είναι κάτι πολύ παραπάνω από απλοί εκτελεστές. Ξέφυγαν από τον έλεγχό της- και για αυτό τελικά καρατομήθηκαν. (Ράγκος) Πώς να εξετάσεις ηθικολογικά τη στάση ενός επαγγελματία δολοφόνου; Επειδή προέρχομαι και από τον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας, αυτό που εμένα ενδιαφέρει δεν είναι να δικαιολογήσω ή να καταδικάσω τις πράξεις των ανθρώπων, αλλά να τις ερμηνεύσω- με τα εργαλεία βέβαια της τέχνης, δεν είμαι ψυχαναλυτής. -Εντρυφώντας στην ιστορία τους, εντοπίσατε ανθρώπινα χαρακτηριστικά που μπορεί να είναι και γοητευτικά ή κατά κάποιον τρόπο εκτιμητέα; (Γούσης) Είναι οι ήρωες μας στο βιβλίο- προσπαθούμε να ταυτιστούμε μαζί τους, όχι για να πάρουμε θέση ή να τους κρίνουμε αλλά για να καταλάβουμε πως μπορεί να ήταν πραγματικά το κάθε γεγονός, η κάθε σκηνή - και να την αποδώσουμε ανάλογα. Δε γίνεται να μην προσπαθήσεις να μπεις στο μυαλό τους. (Ράγκος) Κατά τη γνώμη μου αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν natural born killers- αν δεν είχε δολοφονηθεί ο πατέρας τους, αν δεν ζούσαν εκείνη την εποχή, πιθανόν να μην είχαν γίνει ποτέ εγκληματίες. Οι Ρεντζαίοι (και οι Ντοβαίοι στο κόμιξ) είναι δημιουργήματα του ιστορικού χρόνου και του κοινωνικού σημείου, του χώρου όπου λειτουργούν. Άνθρωποι του ίδιου ‘πυρήνα’ σε άλλο χρόνο και χώρο μπορεί να ακολουθούσαν διαφορετική πορεία. -Δεν ήταν οι καλοκάγαθοι χωρικοί πάντως... (Ράγκος) Όχι, δεν ήταν. Τα εγκλήματά τους είχαν και ένταση και ψυχρότητα και κυνισμό. Ούτε σκοτώναν εξ’ ανάγκης. Ψυχαναλυτικά μπορούμε μάλλον να ανιχνεύσουμε μια ατελή συγκρότηση προσωπικότητας- και σίγουρα μια ‘ευκολία’ προς τη βία. Βέβαια η σχέση του ανθρώπου τότε με την έννοια του θανάτου, ειδικά σε απομονωμένες περιοχές, δεν ήταν η σχέση δέους που καταλαμβάνει τον σύγχρονο αστό... Η αφαίρεση λοιπόν μιας ζωής, για τον ηθικό κώδικα αυτών των περιοχών δεν ήταν τόσο αποκρουστική, αν στο μυαλό των ανθρώπων νομιμοποιείτο έναντι μιας ηθικής επιταγής, όπως η εκδίκηση. -Ποια στοιχεία της ιστορίας και των χαρακτήρων σας ιντρίγκαραν περισσότερο; (Ράγκος) Η ιστορία των Ρεντζαίων έχει στοιχεία νουάρ και βαλκανικού, ελληνικού γουέστερν- και διαρθρώνεται σε τρία επίπεδα: το action, αλλά και το κοινωνικοπολιτικό και το ψυχαναλυτικό. Είναι μια huge ιστορία με χαρακτήρες larger than life- και αναφέρεται σε μια εποχή που στην Ελλάδα ελάχιστα την έχουμε οπτικοποιήσει. Ο Αγγελόπουλος και ο Παπαστάθης είναι από τους ελάχιστους που έχουν αναφερθεί στην ληστοκρατία- δεν αναφέρομαι σε χαζοταινίες με φουστανέλες. Επομένως είναι και ένα πεδίο που δεν έχει ερευνηθεί- θέλουμε να το προσπαθήσουμε, να δούμε τι είναι αυτό που πυροδοτεί τις τόσο αιματηρές, τόσο ακραίες πράξεις αυτών των ανθρώπων. «Κυρίως οι άνθρωποι με τραγικό σου δίνουν τροφή μυθοπλαστική και υλικό προς διερεύνηση. Όπως έλεγε και ο Τολστόι (αν θυμάμαι καλά τη φράση του) : ‘Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν ιστορία- κι αν έχουν, είναι μια ιστορία που δεν ενδιαφέρει κανέναν’. Την καταβύθιση στον ανθρώπινο ψυχισμό σου επιτρέπουν να την κάνεις άνθρωποι που ζούνε οριακά. Πότε μας ενδιαφέρει η Κλυταιμνήστρα; Σίγουρα όχι όσο είναι μια ευτυχισμένη βασίλισσα. Πότε μας ενδιαφέρει ο Οιδίποδας; Όταν μαθαίνουμε ότι έχει σκοτώσει τον πατέρα του και έχει παντρευτεί τη μάνα του. Τότε τον διερευνούμε. -Κορυφώνεται λοιπόν και η ιστορία του κόμικ με κάποια ‘κάθαρση’, όπως της αρχαίας τραγωδίας; (Γούσης) Αν υπάρχει μια κάθαρση είναι η σκηνή (fiction) όπου οι Αρχές υπόσχονται στους συλληφθέντες ληστές πως μπορούν να γλιτώσουν τη θανατική ποινή αν «καρφώσουν»- αν μιλήσουν για όλη τους τη δράση με πρόσωπα και γεγονότα, αν αποκαλύψουν ποιοι τους υποστήριξαν και με ποιους συνεργάζονταν. Ο εισαγγελέας περιμένει από την απολογία τους να αντλήσει στοιχεία για άλλους ληστές- αυτοί όμως γράφουν τον επικήδειό τους κάπως... «Δε θα σας αποκαλύψουμε τίποτα, γιατί ήδη ξέρετε ποιοι είναι συνεργάτες μας- είστε σχεδόν όλοι σας. Πρέπει να μιλήσουμε για όλους, άρα δεν υπάρχει απάντηση. Και σαν άνθρωποι του βουνού θεωρούμε ότι είμαστε πιο κοντά σαν ψυχοσύνθεση με τα άγρια όρνια και τα τσακάλια, παρά με τους ανθρώπους. Και ζητάμε τα πτώματά μας να μην τα θάψετε, πάρα μόνο να τα αφήσετε να γίνουνε τροφή για αυτά τα ζώα». -Θέλω να πούμε δυο κουβέντες και για το σχέδιο του κόμιξ- προσωπικά τα μισά καρέ θα ήθελα να τα έχω σε πόστερ... (Γούσης) Η βασική επιλογή είναι το ασπρόμαυρο- ήθελα να αποδώσω την ατμόσφαιρα της εποχής και το γκρι τοπίο της Ηπείρου. Και τα πρόσωπα των ανθρώπων είναι τραχιά, σαν πέτρινα. Το κόμιξ έχει δράση αλλά δεν είναι εστιασμένο στο action κομμάτι της ιστορίας- είναι πιο ανθρωποκεντρικό, πιο ντοκιμαντερίστικο. Η αφήγηση είναι οριακά ακαδημαϊκή- δεν έχει σουρεαλισμό, ούτε υπερβολές. Προσπαθώ να βάλω σασπένς, αναπάντεχες γωνίες θέασης της ιστορίας αλλά δεν ήθελα να φαίνεται ο σχεδιαστής πάνω απ’ το έργο. -Το κείμενο είναι κι αυτό βαρύ- ‘λιγομίλητο’, ανεπιτήδευτο. (Ράγκος) Δε βάλαμε έντονη τη ντοπιολαλιά, όπως συχνά συμβαίνει, υποτίθεται για λόγους αυθεντικότητας- χρησιμοποιούμε στρωτά ελληνικά με λίγες ιδιαίτερες εκφράσεις. «Στρίψτο κακό θεέ μου» λέει η μάνα των ληστών κάποια στιγμή- μου άρεσε πολύ αυτή η φράση. Μια άλλη κεντρική επιλογή είναι να μην έχουμε λεζάντες, να μην υπάρχει αφηγητής δηλαδή. Και το κόμιξ έχει αρκετές σιωπηλές σκηνές, χωρίς ομιλίες και ανθρώπινους ήχους. Υπάρχουν σκηνές όπου υπονοείται ο ήχος ενός ποταμού, ή του ανέμου- σε άλλες η ένταση είναι άρρητη: μια έντρομη σιωπή και ο άνθρωπος που του έχει κοπεί η ανάσα, -Κεντρικό, διαχρονικό ίσως, απόσταγμα της ιστορίας; (Ράγκος) Το αρχικό κίνητρο της δράσης των ηρώων είναι η εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα τους- αυτό υπάρχει και σήμερα, ξέχωρα της βεντέτας στην Μάνη ή τα Ζωνιανά. Η ανθρώπινη ύπαρξη στον πυρήνα της παραμένει ίδια, χιλιετίες τώρα. Τα τεχνικά μέσα και οι συνθήκες, τα ρούχα ή τα όπλα αλλάζουν, αλλά ο άνθρωπος πάντα θέλει εξουσία, χρήμα, έρωτα. Οι επιθυμίες είναι ίδιες. Ο εξωτερικός φλοιός μπορεί να αλλάζει- η ουσία παραμένει η ίδια. Στη δική μας ιστορία η φουστανέλα, το μουστάκι και η ντοπιολαλιά είναι μόνο ο εξωτερικός φλοιός λοιπόν- με τον Γιώργο προσπαθούμε να βυθιστούμε κάτω από αυτό το ‘περιτύλιγμα’ για να αποδώσουμε την ιστορία αυτών των ανθρώπων όσο πιο διαχρονικά μπορούμε. (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι έκαναν μια τεράστια προσπάθεια αναρρίχησης, αφήνοντας μάλιστα πίσω τους μια παχιά κόκκινη γραμμή από αίμα- όταν φτάσανε στην δική τους κορυφή, πλούσιοι και ‘νομοταγείς’ πολίτες πλέον, αντί να απολαύσουν τη θέα από ψηλά, θυμήθηκαν το εθιστικό συναίσθημα της ανάβασης και βούτηξαν στο κενό. -|.~.|- Πηγή Ευχαριστούμε τον @albertus magnus που το ανακάλυψε και μας το σφύριξε
  12. Μετά τον "Ερωτόκριτο", ο Γιάννης Ράγκος και ο Παναγιώτης Πανταζής συνεργάζονται ξανά και ξανασυστήνουν στο αναγνωστικό κοινό ένα τα πιο δημοφιλή και "παιδικά" βιβλία των τελευταίων 80 ετών. «Τα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα εδώ και τρεις μήνες συστήνονται με έναν διαφορετικό τρόπο στο αναγνωστικό κοινό: Μέσα από το graphic novel που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Polaris», το σκοτεινό μυθιστόρημα παίρνει τη μορφή κόμικ και ζωντανεύει εκ νέου τις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων μέσα από φιλοτεχνημένα καρέ. Δράστες της πρωτοβουλίας είναι ο Παναγιώτης Πανταζής και ο Γιάννης Ράγκος, δύο από τους πιο αξιόλογους Έλληνες δημιουργούς. Ο Γ. Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γ. Γούση και τον Δ. Παπαμάρκο για τον «Ερωτόκριτο» ενώ ο Π. Πανταζής είναι μόνιμος συνεργάτης των περιοδικών «9» και «Μπλε κομήτης» κι έχει δημοσιεύσει πάνω από δεκαπέντε βιβλία με κόμικς. Μένοντας πολύ κοντά στο κείμενο της Δέλτα, το δημιουργικό δίδυμο κατάφερε να μεταφέρει καρέ-καρέ τις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν στα εδάφη που βρίσκονταν υπό την κατοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι δύο πλευρές βρέθηκαν στα όπλα, διεκδικώντας η καθεμιά το δικό της κομμάτι. Ο Παναγιώτης Πανταζής (αριστερά) και ο Γιάννης Ράγκος (δεξιά) Όπως εξηγούν στο News 24/7 οι δύο δημιουργοί, η μεταφορά ήταν πολύ δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία καθώς κλήθηκαν να "στριμώξουν" ένα έργο 600 σελίδων στις 114 σελίδες του graphic novel. Γιατί επιλέξατε να κάνετε τη μεταφορά των «Μυστικών του Βάλτου» σε κόμικ; Γιάννης Ράγκος (Γ.Ρ.): «Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για ένα από τα πιο εμβληματικά νεοελληνικά μυθιστορήματα. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι από την πρώτη του κυκλοφορία του, το 1937, έως τουλάχιστον το 2005 είχε ανατυπωθεί από τον εκδοτικό οίκο "Εστία", που το εξέδωσε, περισσότερες από 320 φορές. Βεβαίως, σε ένα βαθμό αυτό οφείλεται στο ότι είναι πλήρως ενταγμένο στον ονομαζόμενο «λογοτεχνικό κανόνα», ιδιαίτερα τις προηγούμενες δεκαετίες. Αυτό ωστόσο δεν μειώνει στο παραμικρό την προφανή γοητεία που ασκεί διαχρονικά στους αναγνώστες. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που διαθέτει αναμφισβήτητες λογοτεχνικές αρετές, ενώ ταυτόχρονα τοποθετεί τη δράση του σε μια περίοδο (Μακεδονικός Αγώνας), που ελάχιστες φορές έγινε αντικείμενο μυθοπλαστικής επεξεργασίας. Από την άλλη, αποτελεί και ένα κείμενο που διαθέτει άφθονη "πρώτη ύλη" προς εικονογράφηση - μάχες, συγκρούσεις χαρακτήρων, "σκληρές" προσωπικές ιστορίες κ.λ.π. -, κάτι που επίσης μας ενδιέφερε κατά τη διαδικασία μεταφοράς του σε μια άλλη τέχνη όπως αυτή των κόμικς.» Ένα έργο 600 σελίδων "στριμώχθηκε" στις 114 σελίδες του graphic novel Συγκυριακά, η έκδοση του κόμικ, συμπίπτει με την επίλυση του Σκοπιανού, ενός εθνικού ζητήματος που χρονίζει. Έπαιξε αυτό ρόλο στην επιλογή του έργου ή απλά ήταν μια χρονική συγκυρία; Γ.Ρ.: «Η προεργασία για το κόμικ ξεκίνησε ήδη από το 2015 κι ενώ δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμα η δουλειά για το προηγούμενο κόμικ (graphic novel) των Εκδόσεων Polaris «Ερωτόκριτος», στο οποίο ο Παναγιώτης (στο colouring) και εγώ (ως συν-σεναριογράφος με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο) είχαμε ενεργή εμπλοκή. Επομένως, η «παραγωγή» των «Μυστικών του Βάλτου» - η συγγραφή του σεναρίου και ο σχεδιασμός των 108 σελίδων του - διήρκεσε σχεδόν τρία χρόνια, σε μια εντελώς «ανύποπτη» από την άποψη της πολιτικής συγκυρίας περίοδο. Έτσι, όπως αντιλαμβάνεστε, η κυκλοφορία του κόμικ την προηγούμενη άνοιξη, όταν το ζήτημα του Σκοπιανού είχε αναδυθεί εκ νέου στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, δεν αποτελούσε παρά ένα τυχαίο γεγονός και δεν είχε καμία σχέση με τις δικές μας προθέσεις, οι οποίες ήταν αποκλειστικά καλλιτεχνικές». Χρειάστηκαν πάνω από τρία χρόνια δουλειάς για να γίνει η σωστή μεταφορά του μυθιστορήματος της Π. Δέλτα σε κόμικ Πώς είναι η διαδικασία να μετατραπεί ένα μυθιστόρημα σε εικόνες, καρέ και λίγες ατάκες; Παναγιώτης Πανταζής (Π.Π.): Είναι μια πρόκληση το να μεταφέρεις ένα έργο τέχνης από ένα μέσο σε κάποιο άλλο. Πράγματα που έχουν υπόσταση και νόημα ως λέξεις σε ένα μυθιστόρημα, σε ένα κόμικς μπορεί να μην φτάσουν καν στην επιφάνεια ενός balloon σε κάποιο καρέ, και να μείνουν ως περιγραφές στο σενάριο που θα κάνει εικόνα ο σχεδιαστής. Χρειάζεται να μπορέσεις να μεταφράσεις την οικονομία της λογοτεχνίας στην οικονομία του κόμικς. Και γι' αυτό χρειάζεται στενή συνεργασία σεναριογράφου και σχεδιαστή, για να επικοινωνεί ο ένας στον άλλον τι μπορεί να περάσει τα όρια ανάμεσα στα μέσα και σε τι μορφή. Δέκα σελίδες λογοτεχνίας μπορεί να αντιστοιχούν σε μια εικόνα ή μια γραμμή στο σενάριο να χρειάζεται δέκα σελίδες με εικόνες για να αποδοθεί όμορφα.» Γιατί επιλέγετε κλασικές ιστορίες; Είναι πιο εύκολο ή πιο δύσκολο από τη μεταφορά ενός πρωτότυπου σεναρίου; Γ.Ρ.: Μα δεν αφορά την ευκολία ή τη δυσκολία της δουλειάς. Η μεταφορά ενός μυθιστορήματος σε κόμικ, ειδικά όταν πρόκειται για ένα τόσο γνωστό και δημοφιλές κείμενο, παρουσιάζει μεν την "ευκολία" της έτοιμης πλοκής και των δοσμένων χαρακτήρων, αλλά από την άλλη ανεβάζει σημαντικά τον βαθμό δυσκολίας σχετικά με το πόσο "πιστή" στο πρωτότυπο θα είναι μια τέτοια μεταφορά, που θα πρέπει πρωτίστως να υπηρετεί τους αφηγηματικούς κώδικες του άλλου μέσου (του κόμικ), χωρίς εντούτοις να απομακρύνεται από τους κεντρικούς άξονες του αυθεντικού κειμένου. Σε κάθε περίπτωση, ας μην ξεχνάμε πως τα "Μυστικά του Βάλτου", όπως άλλωστε και ο «Ερωτόκριτος», εντάσσονται στη σειρά των Εκδόσεων Polaris για τη διασκευή σε graphic novels κλασικών κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας.» Ένα σχόλιο σας για το κόμικ στην Ελλάδα. Έχει διαδοθεί τα τελευταία χρόνια κρίνετε, πωλούνται περισσότερο από πριν και αν ναι γιατί; Π.Π.: «Δεν γνωρίζω αριθμούς πωλήσεων συνολικά, για να μπορέσω να κρίνω αν έχει μεγαλώσει το αναγνωστικό κοινό. Ξέρω όμως πως αυτή την στιγμή, στον χώρο των δημιουργών, συσσωρεύεται ενέργεια μεγαλύτερη από όση έχω δει ποτέ, στα 15 χρόνια που ασχολούμαι με αυτό. Νέοι δημιουργοί που φέρνουν νέες οπτικές εμφανίζονται διαρκώς. Ένα ακόμη συν είναι ότι πλέον ο χώρος μας, σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, έχει πολύ περισσότερες γυναίκες δημιουργούς, ΛΟΑΤΚΙ άτομα, παιδιά μεταναστών και προσφύγων, και μπορούμε να δούμε δουλειές με ακόμη μεγαλύτερο εύρος ερεθισμάτων.» Μπορεί να βιοποριστεί ένας νέος κομίστας σήμερα; Π.Π.: «Για αυτό θα χρειαστεί να ρωτήσετε κάποιον νέο κομίστα. Υποψιάζομαι πως δεν είναι εύκολο, είναι κάτι που χρειάζεται σκληρή δουλειά και τύχη για τις κατάλληλες συγκυρίες.» Στιγμιότυπο από την επίσημη παρουσίαση του κόμικ Έχετε ήδη μεταφέρει τον «Ερωτόκριτο» στην Ένατη Τέχνη. Τα επόμενα σχέδιά σας; Π.Π.: «Σχεδιάζω μια coming of age σειρά που θα αρχίσει να εμφανίζεται στον Μπλε Κομήτη από το επόμενο τεύχος του. Και είμαι στο στάδιο προσχεδίων για διάφορα άλλα πράγματα, που δεν είναι ανακοινώσιμα για την ώρα.» Γ.Ρ.: «Από την πλευρά μου, καθώς προέρχομαι από το χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας, γράφω ένα καινούργιο αστυνομικό μυθιστόρημα, ενώ παράλληλα βρίσκομαι στο στάδιο της προώθησης του πρόσφατου συλλογικού τόμου με βαλκανικές αστυνομικές ιστορίες «BalkaNoir» (εκδόσεις Καστανιώτη), που επιμεληθήκαμε (και συμμετέχουμε με ένα διήγημά μας) μαζί με τον φίλο συγγραφέα Βασίλη Δανέλλη. Σε ότι αφορά το κόμικ, με τον κομίστα Γιώργο Γούση δουλεύουμε εδώ και αρκετό καιρό μια πρωτότυπη ιστορία, που θα αρχίσει να δημοσιεύεται σε συνέχειες από το επόμενο (Δεκεμβρίου 2018) τεύχος του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» και κατόπιν θα κυκλοφορήσει σε άλμπουμ.» Το εξώφυλλο του graphic novel "Τα Μυστικά του Βάλτου" Και το σχετικό link...
  13. «Τα μυστικά του βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα εδώ και τρεις μήνες συστήνονται με έναν διαφορετικό τρόπο στο αναγνωστικό κοινό. Μέσα από το εικονογραφημένο βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Polaris» το αριστούργημα της Πηνελόπης Δέλτα παίρνει τη μορφή κόμιξ και οι συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων ζωντανεύουν ξανά. Δράστες της τωρινής πρωτοβουλίας είναι ο Παναγιώτης Πανταζής και ο Γιάννης Ράγκος, δύο από τους πιο αξιόλογους Έλληνες δημιουργούς. Ο Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γούση και τον Παπαμάρκο για τον «Ερωτόκριτο» ενώ ο Πανταζής είναι μόνιμος συνεργάτης των περιοδικών «9» και «Μπλε κομήτης» κι έχει δημοσιεύσει πάνω από δεκαπέντε βιβλία με κόμικς. Ιδιαίτερα χαρούμενος με αυτή τη δουλειά δηλώνει στα nea.gr ο Παναγιώτης Πανταζής. Ο 36χρονος εικονογράφος δούλεψε τρία χρόνια για να ολοκληρώσει αυτό το έργο αλλά το αποτέλεσμα τον αντάμειψε. «Δεν είχα διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο, μόνο κάποια αποσπάσματα όταν ήμουν μικρότερος» μου λέει ο ίδιος και συνεχίζει: «Πρώτη φορά το διάβασα ολόκληρο στα 33 μου. Είναι νομίζω ένα σκοτεινό βιβλίο που μιλάει με αρκετά ωμό τρόπο για πολλά πράγματα. Με ξάφνιασε που θεωρούνταν το πρωτότυπο έργο παιδικό. Βέβαια γράφτηκε το 1936 και οι συνθήκες ήταν τότε πολύ διαφορετικές». Αναρωτιέμαι πως μπορεί να φαίνεται σε έναν ενήλικο αυτό το έργο της Δέλτα που το έχουμε συνδυάσει με την εφηβική ηλικία. «Είναι πολύ γοητευτικό» απαντάει με βεβαιότητα ο Παναγιώτης. «Σε πιάνει σε διαφορετικά πράγματα όταν το διαβάζεις σε μεγαλύτερη ηλικία. Όταν είσαι μικρός μπορεί να μείνεις λίγο στις ηρωικές πράξεις, μεγαλώνοντας όμως συνειδητοποιείς ότι περιγράφει με πολύ δυνατό τρόπο και τρισδιάστατους χαρακτήρες τα προσωπικά δράματα του καθενός. Αυτό που μου έμεινε ήταν οι ματαιώσεις που ζει ο καθένας μπροστά στο σκοπό που προσπαθεί να πετύχει». Και πως όλο αυτό γίνεται κόμιξ; «Πρώτα το έκανε σενάριο ο Ράγκος γιατί από μόνο του το έργο είναι 600 σελίδες. Και εγώ ξεκίνησα την έρευνα. Μελέτησα τις μορφές που είχαν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή, τα ρούχα, τον τρόπο που ζούσαν. Με βοήθησαν πολύ το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, βιβλία και διαδικτυακές αναφορές. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι πήγα και έκανα 400 χιλιόμετρα road trip στην Μακεδονία. Έκανα επιτόπια έρευνα στους τόπους που είχαν πάει οι χαρακτήρες. Μπορεί ο βάλτος να είναι πια αποξηραμένος αλλά η αίσθηση του τόπου είναι αρκετά δυνατή». Τρία χρόνια συνολικά, ένα χρόνο που χρειάστηκε για τον σχεδιασμό και δύο για την προετοιμασία και την μελέτη, αφιέρωσε ο Παναγιώτης για αυτή τη δουλειά, την πρώτη του εικονογράφηση σε έργο εποχής. Αυτή τη στιγμή είναι στο τυπογραφείο η δεύτερη έκδοση. «Είμαστε ικανοποιημένοι, πουλήθηκαν τρεις χιλιάδες σε τρεις μήνες. Επενδύσαμε χρόνο και διάθεση και χαίρομαι πολύ που άρεσε». Κλείνοντας την κουβέντα μου με τον Παναγιώτη τον ρωτάω ποιος είναι ο αγαπημένος του ήρωας του βιβλίου. «Ο Βασίλης Ανδρεάδης, που έχει κίνητρα προσωπικά και επιστρέφει για να εκδικηθεί. Τότε βρίσκει ένα κομμάτι της ζωής του που νόμιζε ότι είχε χάσει. Μου αρέσει πολύ ο τρόπος που σκιαγραφείται ο χαρακτήρας του. Παρόλο που το βιβλίο έχει πολλά ιστορικά πρόσωπα, αυτός ο φανταστικός ήρωας είναι ο αγαπημένος μου και σε αυτό συμφωνεί και ο Γιάννης». Και το σχετικό link...
  14. Τα Μυστικά του Βάλτου- «Αυτό δεν είναι πόλεμος! Είναι δολοφονίες» Τα Μυστικά του Βάλτου, το «παιδικό¨μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα που γράφτηκε το 1937, αποτέλεσε ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής (και εθνικής, με την πολιτική έννοια) λογοτεχνίας. Γραμμένο μετά από μεγάλη έρευνα για τον Μακεδονικό αγώνα, τις ένοπλες συγκρούσεις Ελλήνων και Βουλγάρων ανταρτών για τον μελλοντικό έλεγχο της τουρκοκρατούμενης ακόμα Μακεδονίας (βόρειας και νότιας), το αρχικό κείμενο αποπνέει έναν έντονο αλυτρωτισμό. Η παρουσίαση λεπτομεριών για την διαμάχη στην περιοχή της Μακεδονίας ανάμεσα στους αλλοεθνείς πληθυσμούς που την κατοικούσαν μπορεί να έχει ένα πραγματικό θεμέλιο, όμως επηρεασμένη ξεκάθαρα από το πολιτικό κλίμα της δεκαετίας του 1930, είναι καθαρόαιμα εθνικιστική. Ο αγώνας των ευγενικών, όπως παρουσιάζονται, Ελλήνων απένταντι στους άγριους Βούλγαρους αποτέλεσε την κύρια θεματική. Στο βιβλίο ωστόσο δεν λείπουν και κομμάτια που δεν εντάσσονται στην εθνική ρητορική, όπως η σκληρότητα του πολέμου, οι αγριότητες (και από τις δύο πλευρές), η απογοήτευση και η παραίτηση, χαρακτηριστικά δηλαδή που έχουμε συνηθίσει στις πιο υπαρξιακές πολεμικές αφηγήσεις Πως λοιπόν σήμερα (ή, πιο συγκεκριμένα, 3 χρόνια πριν όταν ξεκίνησαν οι δημιουργοί του κόμικ την διαδικασία δημιουργίας του) μπορείς να ένα κόμικ μιλήσει για (και με) ένα τέτοιο βιβλίο, μια τέτοια ιστορία, όταν ο εθνικισμός έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις και δείχνει (ξανά) το άσχημο πρόσωπο του; Το graphic novel Τα Μυστικά του Βάλτου (Εκδόσεις Polaris) , σε σενάριο του Γιάννη Ράγκου και σκίτσο του Παναγιώτη Πανταζή έρχεται να αναμετρηθεί με αυτό το ερώτημα. Σαν κόμικ, βασισμένο στον αφηγηματικό κορμό της ιστορίας του μικρού Αποστόλη, η οποία δίνεται ως flash back από τον 40αρη πια ηρωα στην ίδια την Πηνελόπη Δέλτα, συνδιαλέγεται άμεσα με το αρχικό κείμενο. Οι περιγραφές, οι χαρακτήρες αλλά και τα γεγονότα παραμένουν, ωστόσο ο Ράγκος προσπαθεί να δίνει πέρα από το εθνικιστικό περίβλημα της ιστορίας. Και πράγματι, μέσα στο κόμικ έχουν στιγμές, όπου η ίδια η Δέλτα φαίνεται να αφήνει την εθνική αφήγηση για τον ηρωισμό πίσω και να αναφέρεται σε δολοφόνιες. αγριότητες και εγκλήματα και από τις δυο μεριές («τα ίδια θα λένε και οι Βούλγαροι για μας, ότι κι εμείς τα ίδια κάνουμε»). Όσο σύντομες και αν είναι αυτές οι στιγμές, δίνουν την δυνατότητα μιας άλλης ανάγνωσης. Επιπλέον, το κόμικ έχει καταφέρει να πάρει μια από τις μεγάλες συγγραφικές προσθήκες της Δέλτα, την ανύψωση του τοπίου στον ρόλο του πρωταγωνιστή. Η περιοχή Βάλτου είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό local. Γίνεται πεδίο, συναισθηματικό, πολιτικό και προσωπικό, στο οποίο ούσιαστικά οι ήρωες συγκρούονται, όχι μόνο με τους αντιπάλους τους αλλά και με τον εαυτό και το παρελθόν τους, τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις τους, το φαντασιακό έθνος τους και την πραγματική φρίκη που περνούν για αυτό. Είναι το καύσιμο στην μηχανή της ιστορίας. Ταυτόχρονα, ο βάλτος είναι και ένα σημείο εκπληκτικής (σχεδιαστικής) ομορφιάς. Το σκίτσο του Παναγιώτη Πανταζή, έντονα επηρεασμένο από την ηθογραφική και λαική ζωγραφική της δεκαετίας του 1930, με ενδεικτικότερο παράδειγμα της τον Θεόφιλο, στο κομμάτι του βάλτου έχει ξεπεράσει πραγματικά τον εαυτό του. Έχοντας έναν φυσικό καμβά, τον οποίο μελέτησε μέσα από φωτογραφίες και έρευνα, αποδίδει όλες τις στιγμές του βάλτου με εκρήξεις έντονα συναισθηματικά φορτισμένου χρώματος, αδρές σκιές και μικρές γραμμές . Από την άλλη τα πρόσωπα των (πολλών και ετερόκλητων) χαρακτήρων (και όχι ηρώων) δίνονται με στόχο όχι τον ρεαλισμό αλλά την σκιαγράφηση του ψυχισμού τους. Πιστός στην τάση ηθογραφίας που υπάρχει τα τελευταία χρόνια στον χώρο των κόμικ, τα Μυστικά του Βάλτου έχουν ως σκοπό να φέρουν στο προσκήνιο όχι μια εθνικιστική αφήγηση, αλλά μια ανθρώπινη ιστορία. Όχι μια κατήχηση, αλλά ένα μυθιστόρημα. Παρ’ όλες τις καλές προθέσεις που μπορεί να έχει όμως μια τέτοια απόπειρα, αναμετράται όχι μόνο με ένα ογκώδες βιβλίο αλλά και μια γραμματεία 80 ετών που πάνω του έχτισε μια ολόκληρη σχολή εθνικής προπαγάνδας. Όσο και αν είναι διαφορετικός ο σκοπός και η μέθοδος ανάγνωσης, είναι αναπόφευκτο να δίνεται πάτημα σε έναν λόγο διαφορετικό από ότι σκοπευόταν. Επιπρόσθετα, σε πιο πρακτικό επίπεδο τα δεκάδες πρόσωπα των χαρακτήρων και οι πολύπλοκες μεταξύ τους σχέσεις κάποιες φορές, όπως είναι λογικό, μπλέκονται τόσο που η προσοχή του αναγνώστη χάνετα μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα. Ακόμα και στην συντομευμένη μορφή του κόμικ των 110 σελίδων, είναι δύσκολο να συγκρατήσεις ποιος έκανε τι ή γιατί… Σε τελική ανάλυση, τα Μυστικά του Βάλτου ως κόμικ μπορεί να μην αφήσει την εντύπωση που άφησε το βιβλίο. Ωστόσο είναι πολύ θετικό που βγήκε, καθως όχι μόνο αποτελεί μια πολύ καλοδουλεμένη έκδοση, αλλά και δείχνει πως ίσως η ευρύτερη σκηνή να είναι έτοιμοι να αναμετρηθεί πραγματικά με τα σκοτεινά, δύσωσμα μυστικά που κρύβει ο βάλτος του Έθνους… Πηγή
  15. Ένα σκληρό παραμύθι για τον Μακεδονικό Αγώνα Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς «Τα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση των εθνικών μας μύθων γύρω από τον Μακεδονικό Αγώνα. Το βιβλίο σημείωσε τεράστια επιτυχία και εξακολουθεί να διαβάζεται ακόμα. Η πρόσφατη προσαρμογή του σε κόμικς είναι εικαστικά μαγευτική. Η επιλογή, ωστόσο, του συγκεκριμένου βιβλίου για να μεταφερθεί σε κόμικς δημιουργεί ερωτήματα Στο πλαίσιο της εθνικά εγκεκριμένης ιστοριογραφίας, τα «Μυστικά του Βάλτου» (1937) της Πηνελόπης Δέλτα, βιβλίο βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα και αποδοσμένο ως μυθοπλασία, απέκτησαν μια μυθική διάσταση, τονώνοντας κατά καιρούς το πατριωτικό αίσθημα και διαμορφώνοντας τις εθνικές συνειδήσεις των Ελληνοπαίδων. Πάνω, ωστόσο, σε σαθρά θεμέλια, στα βαλτώδη και θολά νερά της κατασκευής ηρωικών εθνικών αφηγήσεων, στον εθνικιστικό βούρκο της δαιμονοποίησης των «αντιπάλων» και της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας για κάποιον «ιερό σκοπό» μια και ο σκοπός «αγιάζει τα μέσα». Τα «Μυστικά» κυκλοφόρησαν το 1937, τρεις δεκαετίες μετά τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται, σε ό,τι δηλαδή έμεινε γνωστό στην Ιστορία ως «Μακεδονικός Αγώνας» (1904-1908). Με κεντρικά πρόσωπα δυο ανήλικα αγόρια, τον Αποστόλη και τον Γιωβάν και θέατρο του δράματος τη Λίμνη των Γιαννιτσών και τις γύρω από αυτήν ελώδεις περιοχές, στο βιβλίο περιγράφεται η δράση των ελληνικών αντάρτικων σωμάτων στις επιχειρήσεις τους κατά των Βούλγαρων Κομιτατζήδων σε μια εποχή που ολόκληρη η Μακεδονία βρισκόταν σε αναβρασμό, με την Οθωμανική Αυτοκρατορία να βρίσκεται στα τελευταία της και τον χάρτη των Βαλκανίων να ανασχεδιάζεται στα γραφεία των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών. Τα όσα αναφέρονται στο βιβλίο αξιοποιήθηκαν καταλλήλως από την πολιτική ηγεσία και την εθνικόφρονα τάση της ιστορικής μελέτης για να εξυμνηθούν τα ανδραγαθήματα των Ελλήνων και να «αποδειχθεί» με έναν ακόμη τρόπο η ελληνικότητα της Μακεδονίας. Αυτό απαιτούσε την επιλεκτική χρήση αποσπασμάτων του, την αποσιώπηση μέρους της πραγματικότητας, την υποβάθμιση κάποιων γεγονότων και την ανάδειξη κάποιων άλλων. Ενδελεχείς, τεκμηριωμένες και εμπεριστατωμένες μελέτες όπως αυτές του Τάσου Κωστόπουλου («Το Μυστικό του Βάλτου», «Εφ.Συν.», 14 Μαΐου 2017) έχουν θέσει τα ιστορικά γεγονότα σε μια πραγματική διάσταση που διαφέρει σημαντικά από την «εθνική υπερηφάνεια» και τις -καταγεγραμμένες στην επίσημη Ιστορία- περιφανείς νίκες εναντίον των «κακών» Βούλγαρων. «Από την άποψη της εθνικής κατήχησης, θα ήταν, γαρ, μάλλον αντιπαραγωγικό να εξηγήσεις στα ελληνόπουλα (αλλά και στους ενήλικους συμπατριώτες μας) πως ο αγώνας στον Βάλτο έληξε νικηφόρα όταν (και επειδή) οι ημέτεροι "ιππότες του σταυρού" έδρασαν ως άτακτη επικουρία των στρατευμάτων του σουλτάνου, ξεκαθαρίζοντας την περιοχή από τους επαναστατημένους ντόπιους χριστιανούς. Γιατί αυτό ακριβώς συνέβη τον Μάιο του 1907: μια κοινή ελληνοτουρκική στρατιωτική επιχείρηση, με την οποία οι φιλοβούλγαροι αντάρτες (κομιτατζήδες) της περιοχής εκτοπίστηκαν από τα κρησφύγετά τους, απαλλάσσοντας προσωρινά τους μπέηδες του κάμπου από τον βραχνά της επαναστατικής τρομοκρατίας. Ως λογοτέχνης, η Δέλτα δεν δεσμευόταν φυσικά από την υποχρέωση ειλικρίνειας του ιστορικού. Την ίδια όμως πολιτική αυτολογοκρισίας και αποσιώπησης έχει ακολουθήσει στο συγκεκριμένο ζήτημα και το μεγαλύτερο μέρος της καθ’ ύλην αρμόδιας, εθνικά ορθής επιστημονικής κοινότητας. Ο χαρακτήρας του Μακεδονικού Αγώνα ως πολύμορφης σύμπραξης οθωμανικού κράτους, μουσουλμάνων μπέηδων και Ελλήνων παραστρατιωτικών για την καταστολή του επαναστατικού κινήματος των σλαβόφωνων αγροτών της Μακεδονίας αποτελεί μέχρι τις μέρες μας ένα από τα μεγαλύτερα ταμπού της εγχώριας ιστοριογραφίας» αναφέρει ο Κωστόπουλος. Φυσικά, όπως η Δέλτα ως λογοτέχνης δεν δεσμευόταν από την υποχρέωση της αντικειμενικότητας και της επιστημονικότητας, έτσι και ακόμη περισσότερο, οι Γιάννης Ράγκος και Παναγιώτης Πανταζής που μετέφεραν «Τα Μυστικά του Βάλτου» σε κόμικς (εκδόσεις Polaris) δεν υπόκεινται σε ανάλογες δεσμεύσεις. Η προσαρμογή ενός σχεδόν κλασικού έργου της ελληνικής λογοτεχνίας σε κόμικς προϋποθέτει και απαιτεί μεγάλους βαθμούς ελευθερίας. Με δεδομένη και αναπόφευκτη τη «συμπίεση» των περισσοτέρων από 600 σελίδων του βιβλίου της Δέλτα σε 110 σελίδες κόμικς, η προσαρμογή πρέπει να γίνει με ιδιαίτερη μαεστρία. Και ο Ράγκος τα καταφέρνει περίφημα. Εχει επιλέξει από το ογκώδες λογοτεχνικό έργο τα κατάλληλα αποσπάσματα που συνθέτουν μια ολοκληρωμένη αφήγηση που έχει την αυταξία της και λειτουργεί ανεξάρτητα από τη γνώση του πρωτοτύπου. Ο Ράγκος, άλλωστε, δημοσιογράφος και συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας («Η Στάση του Εμβρύου», «Μυρίζει Αίμα» κ.ά.) γνωρίζει καλά να περιγράφει γεγονότα με ευσύνοπτο τρόπο και να αποδίδει νοήματα αποτελεσματικά και με λίγα λόγια. Το είχε πράξει πρόσφατα και με τον βραβευμένο «Ερωτόκριτο» σε κόμικς με τη συνεργασία του Δημοσθένη Παπαμάρκου στο σενάριο, σε σχέδια του Γιώργου Γούση. Επικεντρώνεται στα δυο παιδιά – πρωταγωνιστές και τα παρακολουθεί σε αρκετές συγκινησιακά φορτισμένες στιγμές από τη ζωή τους στον βάλτο ενώ σε κατάλληλες δόσεις παρεμβάλλει τους πραγματικούς πρωταγωνιστές των γεγονότων: τον Τέλλο Αγρα (Σαράντος Αγαπηνός) και τον καπετάν Νικηφόρο (Ιωάννης Δεμέστιχας), εξέχουσες φυσιογνωμίες της περιόδου. Αποφεύγοντας, ευτυχώς, να μιμηθεί το εθνικό πάθος της Δέλτα και να εξιδανικεύσει τους χαρακτήρες. Οπως γράφει ο Αθανάσιος Τζ. Φερμίν στο επίμετρο της έκδοσης: «Το μυθιστόρημα της Δέλτα περιγράφει μ’ ενθουσιασμό, επικό ύφος και εθνικό πάθος αυτό τον αγώνα […] Πρόκειται για ένα πολεμικό μυθιστόρημα με συναρπαστική πλοκή, μυστήριο και περιπέτεια αλλά και αναπόφευκτη βία και σκληρότητα όπου οι κεντρικοί ήρωες είναι παιδιά, τα οποία δεν παρακολουθούν απλώς θαυμάζοντας τα κατορθώματα των πολεμιστών αλλά παίρνουν και τα ίδια μέρος στον πόλεμο, αναλαμβάνουν αποστολές, κινδυνεύουν, τραυματίζονται, θυσιάζονται». Ο πατριωτισμός της Πηνελόπης Δέλτα και τα εθνικά κίνητρά της, την οδήγησαν στα «Μυστικά του Βάλτου» με προφανή τον διαπαιδαγωγητικό και διδακτικό στόχο. Τα κίνητρα του Ράγκου δεν είναι τέτοια και αυτό αποδεικνύεται από την επιλογή των σκηνών και των στιγμιοτύπων που μάλλον δεν διαφημίζουν τον πόλεμο ούτε είναι προορισμένα για να νουθετήσουν τα παιδιά και να χαλυβδώσουν το πατριωτικό τους αίσθημα. Από την άλλη, ωστόσο, παραμένει ανεξερεύνητο και το πραγματικό κίνητρο. Γιατί, να επιλέξει, ας πούμε, κάποιος εν έτει 2018 και με ένα θησαυρό ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας διαθέσιμο, να προσαρμόσει σε κόμικς ένα μυθιστόρημα του 1937 που αναφέρεται στον Μακεδονικό Αγώνα; Σίγουρα οι δημιουργοί του δεν είχαν καμιά πρόθεση να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία που έχει φέρει στην επικαιρότητα το θέμα του ονόματος της ΠΓΔΜ, καθώς το βιβλίο τους ετοιμαζόταν επί τρία ολόκληρα χρόνια και μάλλον εναντίον τους λειτουργεί η χρονική σύμπτωση της κυκλοφορίας του με τον διπλωματικό πυρετό των τελευταίων μηνών, με γνώμονα και το κοινό στο οποίο απευθύνονται κατά πλειονότητα τα ελληνικά κόμικς. Η επιλογή, όμως, του συγκεκριμένου βιβλίου της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής του εικοστού αιώνα δεν παύει να προκαλεί ερωτήματα που τις απαντήσεις τους διαθέτουν μόνο οι δημιουργοί και οι εκδότες, σε μια περίοδο που τα ελληνικά κόμικς κατακλύζονται από μια διαρκή «επιστροφή» στην ελληνική λογοτεχνία και στην ελληνοκεντρική θεματολογία. Παρά τα ερωτήματα αυτά όμως, τα «Μυστικά» των Ράγκου - Πανταζή είναι εικαστικά υπέροχα. Ο Πανταζής («Common Comics», «Μαρμελάδα Κεράσι» κ.ά.) είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς των «τριάντα-και-κάτι» Ελλήνων δημιουργών κόμικς που εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία φιλοτεχνεί με συνέπεια, έργα ευαίσθητα, φορτισμένα με συναισθήματα και μουσικές, έργα γλυκά και μελαγχολικά, που εξελίσσονται σε αφιλόξενα αστικά περιβάλλοντα. Στα «Μυστικά», αν και βρέθηκε πολύ μακριά από τις θεματικές συνήθειές του, το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Μελέτησε επί χρόνια το θέμα του, ταξίδεψε στις περιοχές που αποτυπώνονται στα σχέδιά του, έψαξε σε αρχεία, φωτογραφίες, ζωγραφικούς πίνακες. Αλλά δεν αποπειράθηκε να δημιουργήσει μια πιστή αναπαράσταση· θα ήταν αδύνατο και αναίτιο κάτι τέτοιο. Αντίθετα, πειραματίστηκε επιτυχημένα με τα χρώματα, που συχνά αντανακλούν την ένταση ή τη ραθυμία της ιστορίας, ζωγράφισε τον βάλτο υπό πολλές και διαφορετικές συνθήκες, χρίζοντάς τον έναν από τους πρωταγωνιστές και απέδωσε με συμπάθεια τα κάτισχνα πρόσωπα του δράματος που θυμίζουν πορτρέτα του Μοντιλιάνι. Δημιουργώντας έτσι μια εικαστικά άρτια ιστορία που αξίζει να διαβαστεί λόγω της άγριας ομορφιάς της αλλά και λόγω των ερεθισμάτων που προσφέρει για μια πιο αναλυτική έρευνα του αναγνώστη πάνω στα πραγματικά και τεκμηριωμένα γεγονότα του Μακεδονικού Αγώνα πέρα από τα εθνικώς εγκεκριμένα των πρωτοτύπων «Μυστικών του Βάλτου». Πηγή
  16. Τα «Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα μόλις έγιναν graphic novel Μετά τον «Ερωτόκριτο», ο Γιάννης Ράγκος και ο Παναγιώτης Πανταζής συνεργάζονται ξανά και μετατρέπουν σε κόμικ ένα τα πιο δημοφιλή «παιδικά» βιβλία των τελευταίων 80 ετών Η κυκλοφορία των Μυστικών του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα (ένα από τα πιο δημοφιλή «παιδικά» βιβλία στην Ελλάδα τα τελευταία 80 χρόνια) σε ένα εξαιρετικό graphic novel, ήταν η αφορμή να συναντήσω τον Γιάννη Ράγκο και τον Παναγιώτη Πανταζή, τους δημιουργούς του. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Δεν ξέρω αν συνδέεται με την εποχή που ζούμε και αν είναι θέμα συγκυριών, αλλά το ελληνικό κόμικ διανύει μία περίοδο άνθισης, και μάλιστα, δημιουργικά, περνάει την καλύτερη φάση που μπορώ να θυμηθώ. Η τεράστια εμπορική (και καλλιτεχνική) επιτυχία του Logicomix, του Ερωτόκριτου ή το Παραρλάμα (με τις ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά), Η μεγάλη βδομάδα του Πρεζάκη (από το διήγημα του Καραγάτση), το Γρα Γρου, έχουν ανεβάσει πολύ τον πήχη και δημιουργούν ολόκληρη σκηνή με αμιγώς ελληνικά θέματα, εξαιρετικά σενάρια και σκίτσο που κάθε καρέ είναι έργο τέχνης (κυριολεκτικά). Η κυκλοφορία των Μυστικών του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα (ένα από τα πιο δημοφιλή «παιδικά» βιβλία στην Ελλάδα τα τελευταία 80 χρόνια) σε ένα εξαιρετικό graphic novel, ήταν η αφορμή να συναντήσω τον Γιάννη Ράγκο και τον Παναγιώτη Πανταζή, τους δημιουργούς του, για μια κουβέντα που κατέληξε σε μια εκ βαθέων ανάλυση του βιβλίου που επέλεξαν να μεταφέρουν σε σκίτσο. Όπως μου εξήγησαν ήταν πολύ δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία για ένα έργο 600 σελίδων που έπρεπε να στριμωχθεί στις 114 σελίδες του graphic novel. Και οι δύο έχουν συνεργαστεί και στη δημιουργία του Ερωτόκριτου, ενός κόμικ best seller, του πιο πετυχημένου των τελευταίων χρόνων –μετά την παγκόσμια επιτυχία του Logicomix. Ο Γιάννης είχε συγγράψει το σενάριο μαζί με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο και ο Παναγιώτης είχε χρωματίσει τα σκίτσα του Γιώργου Γούση. «Τα τελευταία χρόνια, λόγω της ευρύτερης συγκυρίας, υπάρχει μια επιστροφή της ηθογραφίας, γενικά, και μάλιστα σχεδόν κατακλυσμική, σχεδόν μονοπωλιακή, το βλέπουμε και από τα λογοτεχνικά βιβλία που κάνουν επιτυχία» λέει ο Γιάννης, «ανεξαρτήτως από την αξία τους τη λογοτεχνική, έχουν μια επιστροφή σε μιας νέας μορφής ηθογραφία, μία νεοηθογραφία. Αυτό υπάρχει στην Ελλάδα και έχει να κάνει με την κρίση, έχει να κάνει με την ανάγκη να γυρίσουμε σε κάποια δεδομένα, σε κάποιους στυλοβάτες, γιατί αισθανόμαστε όλοι ότι φεύγει το χαλί κάτω απ' τα πόδια μας όλα αυτά τα χρόνια. Και ο Ερωτόκριτος, επειδή είναι ένα αρχετυπικό κείμενο για τα ελληνικά γράμματα και όλοι τον ξέρουμε, ακόμα και αν δεν τον έχουμε διαβάσει, αν είχε βγει πριν από 10 χρόνια πιθανώς να μην είχε την ανταπόκριση που είχε την συγκεκριμένη στιγμή». «Με τα Μυστικά του βάλτου πώς ασχοληθήκατε;», ρωτάω. «Για τα Μυστικά του βάλτου είχα λάθος εντύπωση, είχα στο μυαλό μου αυτό που είχαμε διαβάσει μικροί, ότι είναι ένα παιδικό βιβλίο και όταν το διάβασα επειδή θα ξεκινούσαμε το κόμικς συνειδητοποίησα ότι είναι σκοτεινό, βίαιο, ότι δεν είναι για παιδιά» λέει ο Παναγιώτης. «Έχει πόλεμο, βία, θανάτους, περιγράφει πώς είναι το τουμπανιασμένο πτώμα του Άγρα, ή ότι έχει κρεμαστή γλώσσα, αλλά και μόνο το ότι πεθαίνει ένα παιδί, ο Γιοβάν, αυτό πάει κόντρα στη σύμβαση της παιδικής λογοτεχνίας». «Και μην ξεχνάμε ότι είναι γραμμένο το '36-37, έχει σημασία αυτό» προσθέτει ο Γιάννης. «Βέβαια, τότε ήταν άγρια χρόνια και η εξοικείωση όλων των γενιών και όλων των ανθρώπων με τον θάνατο ήταν πολύ πιο άμεση. Σήμερα έχουμε αποκηρύξει τον θάνατο. Επειδή είμαι και αστυνομικός συγγραφέας και άρα στον πυρήνα της δικής μου λογικής υπάρχει η έννοια του θανάτου, αλλά και υπαρξιακά μιλώντας, πιστεύω ότι πρέπει να ζούμε με την ανάμνηση του θανάτου μας κάθε στιγμή, ότι θα πεθάνουμε, δηλαδή. Όχι με την έννοια την πεισιθανάτια, το γεγονός δηλαδή ότι θα πεθάνουμε να μας ακυρώνει και να μας ακινητοποιεί, αλλά να το έχουμε σαν μια παράμετρο στην εξίσωση της ζωής μας. Ακριβώς επειδή θα πεθάνουμε, πρέπει να ζήσουμε. Αλλά δεν μπορούμε να ζούμε σαν να μην πρόκειται να πεθάνουμε ποτέ. Πρέπει να έχουμε επίγνωση της θνητότητάς μας, κι επειδή είμαι agent provocateur με έναν τρόπο, πολλές φορές για να προβοκάρω όταν είμαι σε παρέες τους λέω "άντε παιδιά, καλό θάνατο!", γιατί όλοι αποφεύγουν να μιλάνε για αυτόν, παρόλο που είναι το μόνο βέβαιο γεγονός της ζωής μας. Δεν μπορεί να μιλάμε για όλα τα άλλα, για γκόμενες, για γκόμενους, για παρέες, για δουλειές, για ταξίδια, να ξοδεύουμε ατελείωτες ώρες για διάφορα στη ζωή μας και να μην ξοδεύουμε έναν έστω ελάχιστο χρόνο για να συζητήσουμε και για αυτό που είναι το μόνο βέβαιο ότι θα μας συμβεί, στο κάτω-κάτω. Όλα τ' άλλα μπορεί και να μην μας συμβούν. Τότε οι γενιές ήταν πολύ πιο εξοικειωμένες με τον θάνατο και για πρακτικούς λόγους, τα μισά παιδιά πέθαιναν, είχαμε διαρκείς πολέμους, στον Μεσοπόλεμο η Ελλάδα είχε βγει από μία εικοσαετία που ήταν σχεδόν μόνιμα σε πόλεμο -Μακεδονικός Αγώνας, Βαλκανικοί πόλεμοι, Μικρά Ασία-, επομένως το να πεθάνει ένα παιδί δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο, ενώ σήμερα μας ξενίζει. Σήμερα σε ένα παιδικό βιβλίο δεν θα μπορούσες να διανοηθείς να βάλεις τον θάνατο ενός παιδιού. Ένας από τους λόγους που μου άρεσε το κείμενο, πέρα από κάποιες επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς, ήταν το ότι είναι μελαγχολικό, είναι βίαιο, είναι σκοτεινό, δεν είναι καθόλου πολιτικώς ορθό. Και είναι και αντιηρωικό, παρόλο που υπάρχει ένα πνεύμα ηρωισμού...». Αυτό που αρέσει σε μένα σε αυτό το βιβλίο, ότι δείχνει πολύ έντονα τις ματαιώσεις» λέει ο Παναγιώτης. «Δηλαδή, ακόμα και οι πιο ηρωικοί χαρακτήρες, ο Άγρας π.χ., έχει στιγμές που ζητάει να αντικατασταθεί. Διαρκώς παλεύουν κάτω από αντίξοες συνθήκες και διαρκώς υπάρχει μια ματαίωση, ότι πάλι δεν πέτυχαν αυτό που ήθελαν, πάλι είχαν πολλές απώλειες. Τελειώνει και μελαγχολικά με τη ματαίωση, ότι τελικά όλος αυτός ο αγώνας δεν βγάζει πουθενά. Έχουμε δει τόσες ηρωικές πράξεις, θανάτους, αλλά παρόλα αυτά δεν βγαίνει κάτι. Είναι ενδιαφέρον πώς η ίδια η συγγραφέας επέλεξε να το πιάσει, παρόλο που το έγραψε με απόσταση 30 χρόνων από τα γεγονότα: δηλαδή ενώ ξέρει πού έχει καταλήξει, ξέρει ότι οι Έλληνες αντάρτες πέτυχαν τον σκοπό τους, παρόλα αυτά δεν σου δείχνει την νίκη τους, επιλέγει να το κλείσει πριν τη νίκη τους, δείχνει την ταλαιπωρία, την πίεση αλλά όχι τι κέρδισαν». «Η Πηνελόπη Δέλτα για να γράψει αυτό το βιβλίο συγκέντρωνε στοιχεία επί 20 χρόνια, έκανε τρομακτική έρευνα» συνεχίζει ο Γιάννης. «Όλο αυτό το υλικό υπάρχει στο αρχείο της που βρίσκεται κατά βάση στο Μουσείο Μπενάκη. Συγκέντρωσε πολύ υλικό από το Υπουργείο Εξωτερικών και από άλλες πηγές. Επίσης, είναι καταπληκτικό το ότι δημιούργησε μία ιστορική ύλη που δεν υπήρχε καταγεγραμμένη: πήρε πάρα πολλές συνεντεύξεις-μαρτυρίες πρωταγωνιστών της περιόδου, και μάλιστα ένα μεγάλο μέρος του υλικού και της αφήγησης αυτής το πήρε από τον ίδιο τον καπετάν Νικηφόρο ή Γιάννη Δεμέστιχα -που είναι και ένας από τους συμπρωταγωνιστές του βιβλίου της, ένα πραγματικό, ιστορικό πρόσωπο. Είναι καταπληκτική η δουλειά που έκανε και δείχνει ακριβώς και πόσο κυρίαρχο ήταν το πνεύμα του αλυτρωτισμού εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, τις αντιλήψεις της ίδιας...». «Πώς καταφέρατε να συμπυκνώσετε τις 600 σελίδες του βιβλίου της σε 120;». «Υπήρχε ένα πρόβλημα "αφηγηματικό", είναι πάρα πολλά τα επεισόδια και οι χαρακτήρες, έτσι χρησιμοποιήσαμε το μοτίβο των συνεντεύξεων και κάναμε μια παρέκβαση σε σχέση με το βιβλίο» εξηγεί ο Παναγιώτης. «Το δικό μας βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με τον Αποστόλη, 40άρη πια -γιατί στο βιβλίο είναι 12-13 χρονών, ο οποίος είναι στο σπίτι της Δέλτα το 1936 στην Κηφισιά (αυτό δεν υπάρχει στο βιβλίο της) και ουσιαστικά της αφηγείται τη μαρτυρία του. Αυτό που βλέπουμε στο κόμικ είναι ένα γιγαντιαίο φλας μπακ, αξιοποιήσαμε αυτή τη λογική ότι συγκέντρωνε μαρτυρίες από πρωταγωνιστές των γεγονότων, άρα θα μπορούσε να έχει βρει και τον Αποστόλη. Ο Αποστόλης, βέβαια, είναι fiction πρόσωπο στο βιβλίο της, αλλά αν υπήρχε θα μπορούσε να τον είχε βρει να του πάρει μαρτυρία. Αυτό μας διευκόλυνε γιατί μέσα από την αφήγηση του Αποστόλη περιορίσαμε τα επεισόδια, μπορέσαμε να επιταχύνουμε τους χρόνους, να πάμε παρακάτω στην ιστορία με μια φράση, με μια κουβέντα. Μας βόλεψε, γιατί το βιβλίο είναι 600 σελίδες και έτσι καταφέραμε αφηγηματικά να το συμπυκνώσουμε σε 110 σελίδες. Αν γινόταν κόμικ όπως ήταν, θα έβγαιναν 2000 σελίδες!». «Το 80-85% των αφηγήσεων, οι λεζάντες, οι ατάκες, είναι αυθεντικά κομμάτια μέσα από το βιβλίο» τονίζει ο Γιάννης. «Ελάχιστα είναι τα επινοημένα. Ένα μεγάλο μέρος του κόμικ, από κειμενική άποψη, είναι το ίδιο το βιβλίο». «Πόσο καιρό το δουλεύατε; Γιατί συνέπεσε σε μια περίοδο που έχει αναβιώσει το θέμα της Μακεδονίας...». «Στην πραγματικότητα δεν συσχετίζονται» ξεκαθαρίζει ο Παναγιώτης. «Το δουλεύαμε τρία χρόνια το βιβλίο μας, 8 μήνες πριν ακόμα τυπωθεί ο Ερωτόκριτος είχαμε αρχίσει να συζητάμε για την ιδέα των Μυστικών του Βάλτου. Άρα δεν είναι κάτι που έχει να κάνει με τη συγκυρία. Το γεγονός ότι κυκλοφορεί τώρα είναι εντελώς τυχαίο. Μόνο το σενάριο χρειάστηκε ένα χρόνο για να ολοκληρωθεί, και ένας χρόνος χρειάστηκε για να σχεδιαστεί, δεν μπορεί να γίνει όλη αυτή η δουλειά μέσα σε δυο μήνες, είναι αστείο να το συζητάμε. Ξεκίνησα να σχεδιάζω το βιβλίο ψάχνοντας εικόνες, να σχεδιάζω βάλτους, δοκίμαζα για καιρό σχέδια και τεχνικές και πριν από δύο χρόνια πήγα ένα πολύ ωραίο road trip στη Μακεδονία, στα μέρη που περιπλανιόνταν οι χαρακτήρες του βιβλίου γατί ήθελα να νιώσω βιωματικά τον τόπο. Βεβαίως, ο βάλτος δεν υπάρχει πια, έχει αποξηρανθεί, αλλά έφερα πίσω 2000 φωτογραφίες. Από αυτές, εν τέλει, χρησιμοποίησα ελάχιστες, αλλά ήταν σημαντικό το ότι πήγα εκεί και έζησα την ατμόσφαιρα». «Επίσης σημαντικό, όπως και στον Ερωτόκριτο, ήταν ότι δεν διαβάσαμε μόνο το κείμενο, διαβάσαμε και για το κείμενο» λέει ο Γιάννης. Φιλολογικές πηγές, αναλύσεις για το βιβλίο, για τα μοτίβα κλπ., και για την ιστορική περίοδο. Ήταν μια δουλειά τεκμηρίωσης, πολύ σημαντική». Να μιλήσουμε λίγο για το ιδεολογικό περιεχόμενο του βιβλίου;». «Όταν διάβασα το βιβλίο ένιωσα ότι η Δέλτα επιμένει στην ευγένεια των Ελλήνων, είναι αρκετά εθνικιστικό, αλλά πρέπει να το τοποθετήσουμε στην εποχή του, γιατί άλλος ο εθνικισμός τότε, άλλος σήμερα» επισημαίνει ο Παναγιώτης. «Δεν είναι ίδια η έννοια. Το 1935 που το έγραψε και υπήρχε η φασιστική απειλή πάνω απ' την Ευρώπη, το να είσαι εθνικιστής στην Ελλάδα σήμαινε ότι είσαι διατεθειμένος να υπερασπιστείς τη χώρα σου για να μην μπει ο Χίτλερ σε αυτή, να μην μπουν οι φασίστες. Το 1905 σήμαινε μια άλλου είδους συνείδηση, δεν ήταν ούτε καν εθνική τότε, ήταν άλλος ο διαχωρισμός. Εν πάση περιπτώσει, είχε να κάνει με κάποιον κατακτητή, τώρα εθνικιστής μπορεί και να σημαίνει ότι μισείς να βλέπεις ανθρώπους στο δρόμο που έχουν διαφορετικό χρώμα από σένα, έχει τεράστια διαφορά. Πρέπει να σκέφτεσαι το context και να μην το κρίνεις με τα σημερινά κριτήρια. Αυτό που εγώ ξεχώρισα και μου άρεσε πριν ακόμα ξεκινήσω να δουλεύω, από τη δουλειά που έκανε ο Γιάννης, ήταν ότι κράτησε τα στοιχεία του βιβλίου που μέχρι σήμερα το κάνουν να είναι σπουδαίο: τις ματαιώσεις, τους προσωπικούς αγώνες, τα ψυχογραφήματα, τα φανταστικά επεισόδια -που περιγράφονται πολύ πλούσια και με χορταστικό τρόπο, και κατάφερε να θέσει τον εθνικισμό που έχει το βιβλίο στη σωστή του βάση. Στη χρονική του περίοδο. Δηλαδή, δεν πρόκειται για κάποια αγιογραφία αυτού του πράγματος σήμερα αλλά το τοποθετεί στο τότε, με τον ίδιο τρόπο που βλέπεις μια ταινία εποχής για τον ρατσισμό στην Αμερική και χρησιμοποιούν τη λέξη νέγρος, ενώ προφανώς είναι απαράδεκτο σήμερα να χρησιμοποιήσεις στα αγγλικά αυτή τη λέξη, ειδικά αν είσαι λευκός. Από την πρώτη στιγμή που το αποφασίσαμε, είπαμε ότι από τη στιγμή που επιλέξαμε το συγκεκριμένο έργο, πρέπει να σεβαστούμε τις ιδεολογικές και πολιτικές του τοποθετήσεις και να τις παρουσιάσουμε, όχι να τις αποκρύψουμε. Αλλιώς φτιάχναμε μια δικιά μιας εκδοχή, μια δικιά μας ιστορία που διαδραματίζεται στον Μακεδονικό Αγώνα και την κάναμε όπως θέλαμε. Το σεβαστήκαμε ως έργο. Σαφώς το βιβλίο της Δέλτα έχει έναν συγκεκριμένο προσανατολισμό και ιδεολογικό, αλλά δεν ταυτιζόμαστε εμείς ως δημιουργοί με αυτό. Έχουν περάσει και 80 χρόνια και ξέρουμε τι σήμαιναν αυτά τα πράγματα και τι σημαίνουν τώρα, είμαστε άνθρωποι του 21ου αιώνα». «Βέβαια, έχει στιγμές που εκπλήσσει η Δέλτα» λέει ο Γιάννης, «γίνεται ένας θάνατος βίαιος και λέει ένας Έλληνας "πω πω, αυτός δεν είναι πόλεμος, είναι αγριότητες, είναι φρίκη" και απαντάει κάποιος άλλος Έλληνας "τα ίδια θα λένε και οι Βούλγαροι για μας, ότι κι εμείς τα ίδια κάνουμε". Ενώ τους έχει περιλούσει τους Βούλγαρους με κοσμητικά, "απολίτιστους, γουρουνομύτες, άξεστους", ξαφνικά λέει αυτό. Και πράγματι, οι αγριότητες σε έναν πόλεμο γίνονται και από τις δύο πλευρές, δεν γίνεται ποτέ απ' τη μία. Έχει τέτοια "φωτεινά" διαλείμματα η Δέλτα, σε σχέση με το κυρίαρχο ιδεολογικό της μοτίβο, το οποίο, βεβαίως, παραμένει εθνικιστικό, παραμένει πατριωτικό, και παραμένει και ελληνοκεντρικό. «Το βιβλίο έχει χαρακτήρες που είναι συγκλονιστικοί» συνεχίζει ο Παναγιώτης, «ο Άγρας και ο Νικηφόρος μιλάνε για τα εθνικά ιδεώδη, ο Βασίλης και ο Γρέγος δεν μιλάνε για τίποτα τέτοιο, κινητοποιούνται από ανάγκη για προσωπική εκδίκηση. Μου σκότωσες την οικογένειά μου; Θα γυρίσω πίσω και θα σας καθαρίσω όλους. Είναι και οι πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες του βιβλίου ο Βασίλης και ο Γρέγος, και μάλιστα είναι χαρακτήρες που έρχονται από τον Μάγκα, το προηγούμενο βιβλίο της Δέλτα. Στο τέλος του Μάγκα λένε ότι "φεύγουμε για τη Μακεδονία για να πολεμήσουμε" και τους συναντάμε ξανά στα Μυστικά του βάλτου. Έχει καταπληκτικές σκηνές περιγραφών του βάλτου, γιατί ο βάλτος στην πραγματικότητα είναι ο πρωταγωνιστής, ο τίτλος δεν είναι τυχαίος». «Οι σκηνές του βάλτου όπως τις σχεδίασε ο Παναγιώτης είναι εξαιρετικές» λέει ο Γιάννης. «Παρουσιάζεται σε όλες τις εποχές του χρόνου, από το ένα φθινόπωρο μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, και το βιβλίο μυρίζει την υγρασία του βάλτου. Το μειονέκτημα του βιβλίου είναι ότι είναι σαν δύο βιβλία σε ένα, τα 4/10 είναι ο Άγρας και ο Νικηφόρος και το κομμάτι το εθνικό, ένα είδος ιστορικού χρονικού, και ξαφνικά, με την εμφάνιση του Βασίλη του Ανδρεάδη, του Γρέγου, όλων αυτών των Αιγυπτιωτών που έρχονται από την Αλεξάνδρεια, μετατοπίζεται το κέντρο βάρους περισσότερο στη μυθοπλασία, στους φανταστικούς χαρακτήρες και μπαίνει πια όχι το στοιχείο του εθνικού ιδεώδους, αλλά της προσωπικής εκδίκησης. Η Δέλτα το αποκαλύπτει αυτό σταδιακά, με πολύ αριστοτεχνικό τρόπο, δεν το γνωρίζεις από πριν». Και οι δύο έχουν αρχίσει να δουλεύουν σε νέα project και καινούριες δουλειές τους αναμένονται σύντομα. Θα μπορέσεις να τους συναντήσεις από κοντά στο Comicdom Con Athens 2018 που θα γίνει από 20-22 Απριλίου. === Πηγή
  17. Χωρίς πολλά σχόλια από εμένα Σημερινό αρθράκι από το oneman.gr === Προδημοσίευση: Τα ‘Μυστικά του Βάλτου’ της Πηνελόπης Δέλτα γίνονται κόμικ Οι Παναγιώτης Πανταζής και Γιάννης Ράγκος του 'Ερωτόκριτου' διασκευάζουν ένα κλασικό βιβλίο με εντυπωσιακά αποτελέσματα κι εμείς εξασφαλίσαμε τις πρώτες εικόνες. «Για μένα ήταν εντυπωσιακό το πόσο εύκολο ήταν να γεννηθούν εικόνες», λέει ο Παναγιώτης Πανταζής μιλώντας για την πρόκληση του να διασκευάζεις σήμερα σε κόμικ μορφή ένα λογοτεχνικό έργο 80 χρόνια αφού γράφτηκε. «...και πάνω από 110 από τότε που διαδραματίζεται», συμπληρώνει. Στο κλασικό λογοτεχνικό αριστούργημα της Πηνελόπης Δέλτα ‘Στα Μυστικά του Βάλτου’, δύο παιδιά, ο Αποστόλης κι ο Γιωβάν αναλαμβάνουν κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα να βοηθήσουν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα να καταλάβουν τη λίμνη των Γιαννιτσών, περιοχή στρατηγικής σημασίας για την πορεία της αναμέτρησης. «Κατά κάποιο τρόπο, το βιβλίο τέμνεται σε δύο μέρη», εξηγεί ο Γιάννης Ράγκος, που διασκεύασε κειμενικά το έργο σε κόμικ για τις εκδόσεις Polaris, έχοντας προηγουμένως δουλέψει και στην μπλοκμπάστερ μεταφορά του ‘Ερωτόκριτου’. «Το πρώτο μέρος έχει σαφέστερο ιστορικό χαρακτήρα, αποτελεί ένα είδος ιστορικού χρονικού, καθώς επικεντρώνεται στη δράση του Τέλλου Άγρα, ενώ το δεύτερο αναπτύσσεται κυρίως γύρω από επινοημένους ήρωες, που δρουν ωστόσο στο ίδιο ιστορικό περιβάλλον και γεωγραφικό χώρο. Μάλιστα, οι περισσότεροι από τους επινοημένους ήρωες έρχονται από το προηγούμενο μυθιστόρημα της συγγραφέως ‘Μάγκας’ και μεταπηδούν στα ‘Μυστικά του Βάλτου’, ας πούμε ως ένα είδος sequel.» Ο Ράγκος είχε δουλέψει στο σενάριο της μεγάλης επιτυχίας του ‘Ερωτόκριτου’ μαζί με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο, ενώ ο Παναγιώτης Πανταζής που είχε συνεργαστεί στον χρωματισμό εκείνου του έργου (σε σχέδιο Γιώργου Γούση), τώρα αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου το σχεδιασμό, με εντυπωσιακό αποτέλεσμα. «Όταν συζητούσαμε με τις Εκδόσεις Polaris ποιο ελληνικό μυθιστόρημα θα ήταν το επόμενο που θα διασκευάζαμε μετά τον ‘Ερωτόκριτο’, έπεσαν διάφορες ιδέες», εξηγεί ο Γιάννης Ράγκος. Γιατί υπερίσχυσαν τα ‘Μυστικά του Βάλτου’; «Πρώτον, είναι ένα κλασικό και ιδιαίτερα αγαπημένο ανάγνωσμα των ελληνικών γραμμάτων -από το 1937, όταν πρωτοκυκλοφόρησε, κάνει σχεδόν κάθε χρόνο τουλάχιστον μια επανέκδοση. Δεύτερον, αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη και ‘στέρεη’ ιστορική περίοδο -Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908)- που επιπλέον έχει απεικονιστεί ελάχιστες φορές, γεγονός που αύξησε σημαντικά το ενδιαφέρον μας. Τρίτον, διαθέτει άφθονη εξωτερική δράση -συμπλοκές, μάχες, διαρκείς μετακινήσεις των ηρώων σε ποικίλους τόπους, συνομωσίες, προδοσίες κ.λπ.- αλλά και το μαγικό, σχεδόν αρχετυπικό τοπίο του ίδιου του Βάλτου, κάτι που προσφέρει θαυμάσιες δυνατότητες για οπτικοποίηση. Τέταρτον, αν και είναι γραμμένο με τον τρόπο της παιδικής Λογοτεχνίας, εντούτοις ενσωματώνει ταυτόχρονα και ‘τραχιές’ αφηγήσεις, οι οποίες εμένα -που, συγγραφικά, προέρχομαι από την αστυνομική λογοτεχνία- μου άσκησαν ιδιαίτερη γοητεία». Σχετικά ακριβώς με αυτή την προσέγγιση στην οπτικοποίηση, ο Πανταζής σχολιάζει πως αν και παιδί της πόλης, σχεδίασε διάφορες σκηνές που τον έβγαλαν καλλιτεχνικά από το comfort zone του και τον προκάλεσαν καλλιτεχνικά: μάχες, θανάτους, βλάστηση. Ρωτήθηκε αν θα τον ενδιέφερε να είναι ο σχεδιαστής επειδή το στυλ του «έχει μια μελαγχολία που ταιριάζει στο χαρακτήρα του βιβλίου». Αυτό, όπως λέει, «ήταν το κοπλιμέντο που με απελευθέρωσε στο να δημιουργήσω έναν κόσμο που ενώ υπήρχε μέχρι πρόσφατα, πλέον είναι κάτι άλλο- αναφέρομαι φυσικά στον πρωταγωνιστή βάλτο, που έχει αποξηραθεί». Ωστόσο, η αγαπημένη του σκηνή του βιβλίου είναι τελείως γυμνή. «Απέφυγα ακόμη και να βάλω background», λέει ο σχεδιαστής, μιλώντας για τη σκηνή που δυο παλιοί φίλοι συναντώνται και αναγνωρίζονται μετά από χρόνια που αγνοοούσαν ο ένας την τύχη του άλλου. Για τον Γιάννη Ράγκο, ξεχωριστό βάρος φέρουν κάποιες σκηνές που σχετίζονται με αυτούς τους επινοημένους ήρωες της Δέλτα. «Η περιγραφή του Γρέγου για τη ζωή του στην Ουγκάντα, μια ονειρική σκηνή, η μοναδική στο βιβλίο, που ο Παναγιώτης σχεδίασε υπέροχα», λέει. Αλλά και η τελική σκηνή εκδίκησης, «που φέρνει στο νου μια σύγχρονη εκδοχή αρχέγονων θεμάτων». Μια δεδομένη πρόκληση του να διασκευάζεις ένα κλασικό και τόσο αγαπημένο λογοτεχνικό έργο, πόσο μάλλον ενός όγκου περίπου 600 σελίδων, στο οποίο εμφανίζονται δεκάδες πρόσωπα και περιγράφονται εκατοντάδες επεισόδια είναι, όπως εξηγεί ο Γιάννης Ράγκος, πως όλο αυτό το υλικό πρέπει να τιθασευθεί στη μορφή ενός graphic novel που δε θα υπερβαίνει τις 100-110 σελίδες. «Να επιλεγούν τα κρίσιμα επεισόδια και οι απαραίτητοι χαρακτήρες, που θα επιτρέπουν στον αναγνώστη του κόμικ αφενός να αποκτήσει ολοκληρωμένη εικόνα για την ιστορία και αφετέρου να διακρίνει τα βασικά αφηγηματικά μοτίβα αλλά και την πολιτική ‘τοποθέτηση’ της Δέλτα». Από την άλλη πλευρά, μιλώντας για το ιδεολογικό περιεχόμενο του βιβλίου, ο Ράγκος υπογραμμίζει πως «σαφώς πρέπει να ενταχθεί στο πνεύμα του αλυτρωτικού εθνικισμού, που την περίοδο συγγραφής του ήταν κυρίαρχο, αλλά σήμερα απέχει από τις αντιλήψεις της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Όμως, με τον Παναγιώτη κάναμε μια κεντρική επιλογή, που τη θεωρήσαμε αυτονόητη. Χωρίς να ταυτιζόμαστε, αναγκαστικά, αποφασίσαμε πως αφού είχαμε επιλέξει να το διασκευάσουμε έπρεπε να σεβαστούμε απολύτως τις κεντρικές ιδεολογικές γραμμές του. Στο κάτω-κάτω, δεν κάναμε τη δική μας fiction εκδοχή του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά την εκδοχή της Δέλτα. Είναι νομίζω, η πιο τίμια και ειλικρινής στάση απέναντι στο πρωτότυπο έργο και τις αδιαμφισβήτητες αρετές του και δεν έχει να κάνει με τις προσωπικές μας απόψεις για τα ζητήματα που θίγει.» «Ο Γιάννης έκανε εξαιρετική δουλειά στο να αναδείξει τα στοιχεία που κάνουν το έργο να φαίνεται σπουδαίο ακόμη και σήμερα –τα ζωντανά περιστατικά, τις θυσίες και ματαιώσεις που αντιμετωπίζει ένας άνθρωπος όταν παλεύει για κάτι, το διεθνιστικό μήνυμα της Δέλτα- και να θέσει τις ιδεολογικές παροτρύνσεις στο ιστορικό context, κοιτώντας με απόσταση από το σήμερα», συμπληρώνει ο Παναγιώτης Πανταζής. Οι δύο δημιουργοί είχαν φυσικά επαφή με το βιβλίο της Δέλτα σε νεαρή ηλικία, όμως μέσα από την νέα τους επαφή μαζί του για τις ανάγκες της διασκευής, βρήκαν ένα νέο θαυμασμό για αυτό. «Οφείλω να πω πως έχοντας γνώση αρκετών από τα έργα της Δέλτα θεωρώ το συγκεκριμένο ως το αριστούργημά της», πιστεύει ο Ράγκος, ενώ ο Πανταζής μιλάει για το πώς το ξανασυνάντησε από την αρχή, πριν ξεκινήσει τα προσχέδια. «Η Πηνελόπη Δέλτα ήταν μια δημοφιλής γυναίκα συγγραφέας σε μια εποχή που για τις περισσότερες γυναίκες ήταν δύσκολο να έχουν φωνή στο ίδιο τους το σπίτι και αυτό ήταν αρκετό για να μπω στην διαδικασία να μάθω περισσότερα για την ζωή της και την καθημερινότητα της», εξηγεί ο σχεδιαστής. Οι δυο τους δούλεψαν ώστε το τελικό αποτέλεσμα να μη μοιάζει απλώς με μια τεχνητή μεταφορά ή διασκευή, μια απλή εικονογράφηση του κειμένου, αλλά να αξιοποιηθεί πλήρως η γλώσσα των κόμικς- κάτι που άλλωστε είχε συμβεί με απόλυτη επιτυχία και στον ‘Ερωτόκριτο’. «Είχα και πάλι την αίσθηση που αποκόμισα δουλεύοντας με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο και τον Γιώργο Γούση τη διασκευή του ‘Ερωτόκριτου’», κάνει τον παραλληλισμό ο Γιάννης Ράγκος. «Ότι καθώς η ανθρώπινη φύση παραμένει κατ’ ουσίαν η ίδια στις χιλιετίες και η ανθρώπινη ιστορία επαναλαμβάνεται άλλοτε σαν τραγωδία και άλλοτε σαν φάρσα, ένα έργο τέχνης που βυθίζεται με οξυδέρκεια και διαύγεια στον πυρήνα της ύπαρξης παραμένει πάντοτε επίκαιρο, ζωντανό και, επιτρέψτε μου έναν νεολογισμό, ενοχλητικά ελκυστικό». Αυτό συμβαίνει με τον ‘Ερωτόκριτο’, καταλήγει, αυτό συμβαίνει και με τα ‘Μυστικά του Βάλτου’: «Είναι το υπόρρητο στοιχείο που διαπερνά κάθε σπουδαίο έργο τέχνης το οποίο υπερβαίνει την εποχή του και τείνει προς την αιωνιότητα.» *Το graphic novel ‘Στα Μυστικά του Βάλτου’ κυκλοφορεί αύριο από τις εκδόσεις Polaris. ===
  18. ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΣΕ ΕΝΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟ ΕΙΔΟΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Κόμικς αλά… Κρητικά! Aπό την “Ιστορία της Κρήτης”, στον “Ερωτόκριτο” και από εκεί στον “Αστερικάκη”, το κόμικ έχει προσαρμοστεί στην ιστορία, τη γλώσσα, τον πολιτισμό της Κρήτης. Πολλές οι ανάλογες και ιδιαίτερα αξιόλογες προσπάθειες τα τελευταία χρόνια, μέσα από το πενάκι εξαιρετικών εικονογράφων και συγγραφέων. Για αυτές τις δουλειές μιλάμε με τους δημιουργούς τους αναζητώντας περισσότερα στοιχεία για το κεφάλαιο: Κρήτη και κόμικς. Μια…“κουζουλή” προσπάθεια για την Ιστορία του νησιού Απλή, κατανοητή, συμπυκνωμένη, διδακτική και άκρως διασκεδαστική είναι η προσπάθεια απόδοσης της ιστορίας της Κρήτης ,από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι και σήμερα, όπως αποτυπώνεται στο ομώνυμο κόμικ “Η Ιστορία της Κρήτης” του Παναγιώτη Γιάκα. Η πρώτη έκδοση έγινε πριν από δύο χρόνια και λόγω της επιτυχίας ακολούθησε και άλλη συμπληρωμένη και πιο βελτιωμένη. Ο ίδιος ο συγγραφέας μιλώντας στις “διαδρομές” σημειώνει ότι πρόκειται για «μια κουζουλή προσπάθεια» καθώς χρειάστηκαν 7 χρόνια για να συγκεντρώσει το απαραίτητο υλικό και να ξεκινήσει την εικονογράφηση, τη συγγραφή των κειμένων και τη σύνθεση τους. “Κουζουλή” μεν αλλά σίγουρα εξαιρετική η δουλειά αφού το κόμικ έχει πολύ μεγάλη επιτυχία σε ανθρώπους όλων των ηλικιών και έχει αγκαλιαστεί τόσο από τους Κρητικούς όσο και από ανθρώπους εκτός του νησιού. Πώς όμως αποφάσισε να κάνει εικονογραφημένο κόμικ την Ιστορία της Κρήτης είναι το πρώτο μας ερώτημα; «Εμπνευση ήταν η ίδια η ιστορία της Κρήτης! Είναι πολύ συναρπαστική αφού λόγω του περιορισμένου γεωγραφικού χώρου του νησιού οι ιστορίες μπλέκονται μεταξύ τους ξανά και ξανά. Επίσης είναι πολύ έντονα τα στοιχεία της μυθοπλασίας. Είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρον στην ίδια ιστορία να μπορώ να εμπλέκω τον Μινώταυρο, τον Καζαντζάκη, τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο! Αυτή η μαγεία παρά τον όγκο της πληροφορίας και της βιβλιογραφίας ήταν αυτή που με έκανε να αποφασίσω να δουλέψω και να ερευνήσω. Ηθελα να έχει έντονο και το στοιχείο του χιούμορ και με ενδιέφερε επίσης τα ιστορικά στοιχεία να είναι όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά. Προσπάθησα να είμαι ιστορικά σωστός και να ψάξω για το θέμα της Τουρκοκρατίας π.χ. και τουρκικές πηγές για να δω πώς έβλεπαν και εκείνοι την παρουσία τους στην Κρήτη». Οι δυσκολίες που αντιμετώπισε ο συγγραφέας – εικονογράφος πολλές. Ισως η πιο σημαντική λέει σήμερα «το να το αποφασίσω ότι θα φτιάξω ένα βιβλίο – κόμικ. Για 7 χρόνια μάζευα υλικό από τα αναγνώσματά μου και δυσκολευόμουν πολύ να κάνω το ξεκαθάρισμα καθώς υπάρχει τόσο πολύ υλικό που μου φαινόταν “βουνό” το να ξεκινήσεις να μπεις στη διαδικασία να το κάνεις κόμικ. Επίσης ήθελα να είμαι σωστός και τα στοιχεία μου να είναι διασταυρωμένα. Γνώριζα ήδη αρκετά για το Μινωικό πολιτισμό και την Κρητική μυθολογία αφού ήταν μια περίοδος που με ενδιέφερε πολύ. Ξεκίνησα λοιπόν από εκεί που “πατούσα” σχετικά εύκολα. Το κομμάτι της Οθωμανικής κατάκτησης ήταν “λεπτό” και δύσκολο ζήτημα και χρειαζόταν να το αντιμετωπίσω με μεγάλη σοβαρότητα, και φυσικά το τμήμα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου είχε τη δυσκολία του αφού πολλοί άνθρωποι που είχαν ζήσει τα γεγονότα είναι ακόμα εν ζωή». Ιδιαίτερα κρίσιμη και η εικονογράφηση για την οποία ο συγγραφέας ακολουθεί μια πολύ ενδιαφέρουσα τακτική προσαρμόζοντάς την ανά ιστορική περίοδο. «Στη Μινωική εποχή χρησιμοποιώ ως πρότυπο τη Μινωική εικονογράφηση έτσι όπως αποδίδεται στα ευρήματα που έχουμε από αυτήν την περίοδο. Για τη βυζαντινή εποχή το σκίτσο μου “πατάει” στα βυζαντινά χειρόγραφα, στην οθωμανική στον Τούρκικο τρόπο εικονογράφησης και φτάνοντας στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο προσπαθώ να διαμορφώσω το σκίτσο μου έτσι ώστε να φαίνεται σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία αφού η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι το βασικό τεκμήριο της εποχής εκείνης». Το κόμικ κυκλοφόρησε από τις Cretan comics των εκδόσεων Καραγιαννάκη στο Ρέθυμνο, μια τολμηρή επιλογή που δικαιώθηκε. Ρωτάμε για ιδιαίτερα σχόλια που άκουσε ή και για κάποιους προβληματισμούς που κατατέθηκαν ως προς το περιεχόμενο από ανθρώπους που διάβασαν το “Η Ιστορία της Κρήτης”. «Για μένα το πιο περίεργο ήταν αυτό που μου συνέβη να ακούω δηλαδή στο δρόμο ανθρώπους να μιλούν για το βιβλίο και να εκφράζονται με ενθουσιασμό για αυτό σε άλλους που δεν το γνώριζαν. Αυτό ήταν πραγματικά κάτι φανταστικό. Οι περισσότεροι προβληματισμοί που κατατέθηκαν είχαν να κάνουν με το κομμάτι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου καθώς είναι ακόμα νωπό και υπάρχουν πολλά ανοικτά ζητήματα από τότε» απαντάει ο κ. Γιάκας, συμπληρώνοντας πως η επιτυχία του κόμικ εκτός Κρήτης αλλά και του ότι στα χέρια τους το πήραν άνθρωποι ηλικίας από 7 έως 77 ετών είναι σημάδια χαρακτηριστικά της ποιότητας του. Eνας ξεχωριστός Ερωτόκριτος! 10.012 δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι στην Κρητική διάλεκτο μιας έμμετρης μυθιστορίας των αρχών του 17ου αιώνα ζωντανεύουν σε 449 έγχρωμα καρέ μιας εικονογραφημένης ιστορίας του 21ου αιώνα. Πρόκειται για τον γνωστό σε όλους μας “Ερωτόκριτο” του Βιτσέντζου Κορνάρου, το κορυφαίο κείμενο της Κρητικής Αναγέννησης που “ξαναγεννήθηκε” με το πενάκι του ταλαντούχου κομίστα Γιώργου Γούση ο οποίος το εικονογράφησε με την βοήθεια του διηγηματογράφου, ιστορικού Δημοσθένη Παπαμάρκου και του ερευνητή, συγγραφέα Γιάννη Ράγκου. Και οι τρεις δημιουργοί μέσα από τις σελίδες του graphic novel που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Polaris, είχαν ως στόχο να αναδείξουν τον συναρπαστικό κόσμο του εμβληματικού έργου της Κρητικής Αναγέννησης, αλλά ταυτόχρονα και το πνεύμα του συγγραφέα του στοχεύοντας κυρίως στο νεανικό κοινό. Για το δύσκολο αλλά εντυπωσιακό εγχείρημα μίλησε στις “διαδρομές” ο Γιώργος Γούσης, ο οποίος εικονογράφησε τον Ερωτόκριτο. Όπως λέει ο ίδιος «αρχικά μας προτείνανε από τις εκδόσεις Polaris να διασκευάσουμε ένα κλασικό έργο της ελληνικής λογοτεχνίας σε κόμικς. Και ψάχνοντας να βρούμε ποιο θα ταίριαζε πιο πολύ στο να διασκευαστεί σε κόμικς, απορρίπτοντας διάφορα, φτάσαμε στον Ερωτόκριτο το οποίο επιλέχτηκε για δύο λόγους: επειδή είναι ένα έργο που ανήκει στον χώρο της φαντασίας στη λογοτεχνία που διαδραματίζεται σε ένα σύμπαν το οποίο δεν είναι σαφές και ιστορικά ορισμένο. Ο Κορνάρος δεν περιγράφει με μεγάλη ακρίβεια ούτε τους χώρους ούτε τα πρόσωπα και αυτό μας έδινε την δυνατότητα να φτιάξουμε έναν κόσμο φανταστικό με ελληνικά στοιχεία με τον ίδιο τρόπο που έκανε ο συγγραφέας παίρνοντας στοιχεία από την Αναγέννηση, το Βυζάντιο, την Αρχαία Ελλάδα ώστε να φτιάξει ένα κράμα. Ετσι κάναμε κι εμείς στις εικόνες πια. Επίσης το επιλέξαμε γιατί έχει αρκετή εξωτερική δράση, έχει μάχες, σκηνές ωραίες για να εικονοποιηθούν». Η μεγαλύτερη δυσκολία για τον εικονογράφο ήταν σύμφωνα με τον ίδιο το εξής: «επειδή θα προσπαθούσα να κάνω αυτό το κολάζ διάφορων εποχών σε μία, η δυσκολία ήταν να μην βγει παράταιρο αποτέλεσμα, να μην έχει ωραία αισθητική, κιτς. Θέλαμε αυτή η διασκευή να είναι όσο πιο κοντά γίνεται στο πρωτότυπο κείμενο και στη λογική του Κορνάρου, δηλαδή στο ότι είναι ένα έργο φανταστικό. Προσφύγαμε στις Εικαστικές Τέχνες, στη Γλυπτική και στην Αρχιτεκτονική για να βρούμε τι ήταν αυτό που συνέδεε τις Τέχνες από εποχή σε εποχή, πώς είχαν επηρεαστεί οι Βυζαντινοί από τους Αρχαίους, οι Αναγεννησιακοί από τους Αρχαίους και τους Βυζαντινούς. Προσπάθησα να βρω αυτό το νήμα που συνδέει όλες αυτές τις Τέχνες ώστε να τα… κολλήσω κάπως μεταξύ τους και να εμφανιστούν σαν ένας κόσμος που δεν υπήρξε ποτέ αλλά δεν θα φαινόταν παράταιρος». Για την εικονογράφηση των δύο βασικών Αναγεννησιακών χαρακτήρων του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας ο Γιώργος Γούσης, επεσήμανε ότι βασίστηκε στις λεπτομέρειες της Αναγέννησης π.χ στα πρότυπα της ομορφιάς, του κάλλους, της ρώμης. «Προσπάθησα να βρω δυο αρχετυπικές μορφές κάλλους και έφτασα στα ελληνικά αγγεία, στις ζωγραφιές από τα αγγεία όπου με πολύ απλές γραμμές έχουν πετύχει μια όμορφη απεικόνιση της εξωτερικής εμφάνισης ενός ανθρώπου. Οπότε επέλεξα ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα να είναι επηρεασμένοι από την αρχαιοελληνική αγγειογραφική ζωγραφική». Για τον ταλαντούχο κομίστα όσο πιο πειστική ήταν η εικονογράφηση του Ερωτόκριτου τόσο πιο πιθανό θα ήταν οι αναγνώστες και ειδικά τα νέα παιδιά, να αναζητήσουν το πρωτότυπο κείμενο του Β. Κορνάρου.« Ειδικά τα νέα παιδιά έχουν μια μεγαλύτερη τάση προς τις εικόνες που διευκολύνει την ανάγνωση και βοηθά να αναπτύξουν τη φαντασία τους, επειδή το έργο αυτό έχει να κάνει με το φανταστικό που αρέσει στα παιδιά όπως είναι και ο Αρχοντας των Δαχτυλιδιών, οι Πειρατές της Καραϊβικής, το Game of Thrones. Επειτα τα εντυπωσιακά χρώματα, οι ατμόσφαιρες, οι μάχες, οι έρωτες είναι κάτι που συγκινεί κάθε αναγνώστη. Νομίζω ότι ο Ερωτόκριτος από μόνος του -ως έργο- γοητεύει οποιονδήποτε. Απλά εμείς προσπαθήσαμε να είναι και πιο σύγχρονο παραμύθι με κόμικς. Η χαρά μας θα ήταν να αποτελέσει το έναυσμα για να διαβαστεί το πρωτότυπο κείμενο του Β. Κορνάρου» σημείωσε ο Γ. Γούσης που τώρα ετοιμάζει ένα νέο graphic novel με θέμα μια ιστορία στα βουνά της Ηπείρου των αρχών του προηγούμενου αιώνα. O Αστερικάκης σε νέες περιπέτειες Ο Αστερίξ που με κάθε ευκαιρία αναστατώνει τις ρωμαϊκές λεγεώνες μοιράζοντας χωρίς φειδώ καρπαζιές στους κατακτητές, δεν χρειάζεται συστάσεις. Ως Αστερικάκης όμως στην περιπέτεια “Το σπαθί και το τραντάφυλλο” έγραψε μία από τις πιο ξεχωριστές σελίδες της λαμπρής διεθνούς ιστορίας του μιλώντας… βαριά κρητικά! Στην ιδιαίτερη αυτή έκδοση των “Μαμούθ κόμιξ”, που κυκλοφόρησε το 2003, οι θρυλικοί “γονείς” του φημισμένου Γαλάτη πολεμιστή Γοσκίνιος (Goscinny) και Υδέρζιος (Uderzo) «κάνουνε νάκλι παλικαριές του Αστερικάκη». Πίσω από την κρητική διάλεκτο και προφορά του ήρωα, των γενναίων συμπολεμιστών του και των μονίμως ηττημένων αντιπάλων τους, βρίσκεται ο Ιεραπετρίτης εκπαιδευτικός Μιχάλης Πατεράκης. Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειές μας δεν έγινε δυνατό να επικοινωνήσουμε μαζί του ώστε να μας αφηγηθεί τη δική του εμπειρία και προσπάθεια να δώσει τη ντοπιολαλιά της ανατολικής Κρήτης στον καταξιωμένο πολεμιστή. Σε κάθε περίπτωση, ο Αστερικάκης κερδίζει το αναγνωστικό κοινό τόσο με το θάρρος και την αποφασιστικότητά του όσο και με της κρητικές ατάκες του. Η αδούλωτη γαλατική ψυχή παντρεύεται μοναδικά με την ατίθαση και ανυπότακτη ψυχοσύνθεση των Κρητικών και το αποτέλεσμα είναι συναρπαστικό και συγχρόνως ξεκαρδιστικό. Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: «Είμαστε στα 50 π.Χ. Ολάκερη τη Γαλατία οι Ρωμαίοι τη-ν-έχουνε ποταγμένη… Ολάκερη είπα; Ψόματα! Ενα χωργιό κακοπόταχτων Γαλατών δεν το ‘βαλε και δεν το βάνει κάτω. Η ζωή για τσι Ρωμαίους Λεγεωνάριους στα παβιόνια του Βαβάο, Ακουάριο, Λαβδάνο και Πετιβόνο, που ’ναι ατσιπάδες στις ντάπιες, δεν είναι και πολλά εύκολη»… Πηγή
  19. Ο συν-δημιουργός του κόμικ της χρονιάς μας δίνει το απόλυτο commentary του έργου του. “Θέλαμε να κάνουμε κάτι που να ξεφύγει από τα στενά όρια της διασκευής,” μου λέει ο Γιώργος Γούσης καθώς ξεφυλλίζουμε τον τόμο του ‘Ερωτόκριτου’, το οποίο συνέγραψε (μαζί με το Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο) και σχεδίασε για λογαριασμό των Εκδόσεων Polaris. “Όταν σκεφτόμασταν ποιο κείμενο θα κάναμε είχαμε απορρίψει διάφορα γιατί δεν είχαν κάτι να δώσουν στο μέσο. Ο ‘Ερωτόκριτος’ είχε,” εξηγεί ο Γούσης, δικαιολογώντας το γιατί ήταν ο Κορνάρος που έκανε τη διαφορά για αυτούς. “Κατάλαβα ότι αυτός ο άνθρωπος όταν το έγραφε είχε ένα όραμα πολύ πιο γενικό από το να γράψει απλά ό,τι ήταν αυτό που γραφόταν στην εποχή του.” Ίσως αυτό εξηγεί εν μέρει και το γιατί η έκδοση αυτή έχει συναντήσει τόσο μεγάλη, άμεση επιτυχία. (Είναι πολλά πράγματα φυσικά. Η άρτια επιμέλεια και η συγγραφική δουλειά από ένα έξοχο τιμ. Η προσεγμένη έκδοση σε φτηνή τιμή, μόλις 10 ευρώ. Το εξαιρετικό αισθητικό αποτέλεσμα που ξεπερνά τα στάνταρ μιας τυπικής ‘κομιξικής διασκευής’.) Η αίσθησή μου διαβάζοντας τον ‘Ερωτόκριτο’ δεν ήταν πως έχω να κάνω με μια ακόμα ‘Κλασικά Εικονογραφημένα’ περίπτωση, αλλά με ένα έργο που στο μεγαλύτερο μέρος του δεν πρόδιδε καν την εξω-κομιξική προέλευσή του. Το βιβλίο αυτό είχε το ρυθμό, την αίσθηση, το λουκ ενός κανονικού κόμικ, δε νιώθεις σα να διαβάζεις μια περίληψη πραγμάτων που βρίσκονται αλλού, με τα γνωστά τεράστια επεξηγηματικά κουτάκια και τα ατελείωτα κείμενα. Η πρώτη στιγμή εντυπωσιασμού ήρθε στην πρώτη κιόλας σελίδα, με αυτή τη φανταστική χρωματική παλέτα νύχτας που έδωσε με το καλημέρα (ή το καλησπέρα τελοσπάντων) ένα σαφή αισθητικό τόνο. Ο Γούσης μου εξήγησε αναλυτικά τη διαδικασία του πώς βρήκαν με τον Παναγιώτη Πανταζή (για χρόνια συνεργάτες) τον κατάλληλο τόνο και το πώς υπογραμμίζεται άμεσα το ύφος της ιστορίας. Κι από εκεί, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο σελίδα-σελίδα, ο Γούσης μας ανέλυσε, σα να επρόκειτο για τον ηχητικό σχολιασμό στο DVD μιας ταινίας, πώς δημιουργήθηκε κάθε σκηνή-κλειδί του έργου, και τι κρυβόταν πίσω από πολλές αισθητικές ή σκηνοθετικές επιλογές του. “Αλλά όλα αυτά είναι μέσα στου ‘Ερωτόκριτου’ το κείμενο,” καταλήγει. “Εμείς απλά κάπως τα φωτίσαμε. Με τη ματιά του σήμερα.” Αυτός είναι ο σχολιασμός κάθε σκηνής. Όπως και με την περίπτωση του commentary σε μια ταινία, εξυπακούεται πως συζητούνται σκηνές μέχρι και το τέλος της ιστορίας, οπότε το ιδανικό θα ήταν να έχετε διαβάσει ήδη το κόμικ. Κάντε το, ο ‘Ερωτόκριτος’ είναι μια τέλεια προσθήκη για τη βιβλιοθήκη σας, όσο και ιδανικό για δώρο. Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ “Σκέφτηκα για την Αθήνα πως, σε μια τέτοια πόλη αφού δεν υπάρχει ηλεκτρισμός, θα είχε ατμόσφαιρα βαθιά. Η αθηναϊκή νύχτα έχει ξάστερο ουρανό και κάπως ισορροπούσε. Κι ουσιαστικά απεικονίζεται η θλίψη του κανταδόρου, έτσι το φαντάστηκα. Βγαίνει τη νύχτα και κάνει καντάδα σε μια κοπέλα που ελπίζει να τον ακούσει. Είναι ρομαντισμός, αλλά στη μελαγχολική του έκφανση. Είναι μια ιστορία που δεν έχει λιβάδια όπου τρέχουν κι αγαπιούνται.” “Σκέψου, ο Κορνάρος δεν περιγράφει πουθενά σκηνογραφία. Δηλαδή αυτή τη σκηνή παρακάτω που κάνουν τα κρυφά ραντεβού, τη φανταζόμουν πάντα με τη λογική ότι αυτός είναι πιο κάτω από εκείνην και προσπαθεί με αυτό τον τρόπο σα να σκαρφαλώνει τα βράχια. Προσπαθεί να τη φτάσει από το παράθυρο, κι αυτό μοιάζει με φυλακή. Είναι σα να προσπαθεί να μπει. Σα να είναι ελεύθερος και να μην είναι. Ένα μυστήριο πράγμα. Σαν μια φυλακή του έρωτα που αυτός προτιμά να είναι εκεί μέσα, παρά να είναι έξω.” ΣΑΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΦΗΒΟΙ “Όταν φτάνει η ιστορία στην κοπέλα ήθελα να φαίνεται σαν κάτι σύγχρονο, σαν μια έφηβη του σήμερα. Τη βλέπεις να τεντώνεται στο κρεβάτι, κάνει σα να κοιτάει το κινητό. Θα μπορούσε να έχει ένα iPad στο χέρι.” “Και στην σκηνή που είναι στο δωμάτιου εκείνου, που αράζουν κι αυτός κοιμάται στο πάτωμα, βλέπεις εκεί γύρω ένα λαούτο, βλέπεις σπαθιά. Ο τύπος είναι έφηβος μποέμ, το σπίτι του είναι εντελώς τηλεοπτικό. Σχεδόν βλέπεις κουτάκια μπύρας.” ΦΙΓΟΥΡΕΣ ΑΠΟ ΑΓΓΕΙΑ “Το πρώτο μου πρόβλημα ήταν πώς θα απεικονίσω τους δύο πρωταγωνιστές. Υπάρχει μια απεικόνιση του Θεόφιλου που έχουν μουστάκι και ξανθιά μπούκλα. Ήθελα κάτι αρχετυπικά Ελληνικό, να είναι δύο εντελώς μεσογειακές φιγούρες. Το πιο κοντινό ήταν των αγγείων οι μορφές αλλά δεν ήθελα να είναι και κλασικό. Οπότε έκανα το ανάποδο αγγείο που είναι όλο μαύρο. Υπάρχει το μελανόμορφο αγγείο που είναι άσπρο background και μαύρη φιγούρα και υπάρχει ερυθρόμορφο που είναι το αντίθετο. Εγώ το μαύρο το έβαλα μόνο στην τρίχα, είναι γυαλάδα, το πρόσωπο είναι σαν καραγκιόζης, όλο μαύρο. Το δοκίμασα να δω αν λειτουργεί και το κράτησα παντού. Και υπάρχει ελάχιστη σκιά. Αυτό θα ήταν hit ή θα ήταν miss.” Η ΜΑΓΙΣΣΑ “Η μάγισσα είναι εφεύρεση δικιά μας, δεν υπάρχει στο κείμενο. Ο Κορνάρος δεν δείχνει καν τη σκηνή. Αυτά τα τοπία, τα κτίσματα είναι στη Βόρεια Εύβοια στα βουνά πάνω, λέγονται Δρακόσπιτα, κανείς δεν ξέρει ποιος τα έφτιαξε. Στο πλαίσιο που θέλαμε όλα τα μέρη να είναι Ελληνικά, διαλέξαμε κάτι που να θυμίζει σπηλιά μάγισσας. Κι αυτή είναι μια κλασική φιγούρα μάγισσας, λίγο άφυλη.” “Θεώρησα ότι εφόσον έχει υπάρξει το φίλτρο, και υπάρχει η σκηνή που πάει ξανά στη μάγισσα, δε χρειάζονταν παραπάνω εξηγήσεις για την εμφάνιση του φίλτρου στο τέλος, θα ήταν τελείως πασιφανές. Αφού υπάρχει από την αρχή αυτό, δέχεσαι ότι υπάρχει μαγεία. Ότι αυτά γίνονται.” Ο ΛΑΟΚΟΩΝ “Είναι αναφορά στην αντίστοιχη ιστορία που είχε πάλι να κάνει με ένα γονέα κι ένα παιδί, που την έχει διώξει. Ο πατέρας εδώ είναι λίγο περίεργος χαρακτήρας, τη μία μπορεί να φανείς σοφός και την άλλη παράλογος. Η σκηνή που τρελαίνεται ο πατέρας μου αρέσει, και στο βιβλίο είναι ακόμα πιο απότομη, τρελαίνεται σε δευτερόλεπτα. Το κάνει όλο αυτό στα πλαίσία της εξουσίας της εποχής. Στο τέλος μαλακώνει πολύ.” BROMANCE “Μου αρέσει πολύ η σκηνή που είναι οι δυο φίλοι σε ένα μπαλκόνι και βλέπουν το λιμάνι. Μου αρέσει πολύ και σαν ρομαντική σκηνή, υπάρχει gay subtext. Αυτός είναι σα να έχει αισθήματα για τον Ερωτόκριτο. Είναι και η φωνή της λογικής. Είναι ο φίλος που λέει ‘έλα, ξεπέρνα το, αφού δε θα καταλήξει καλά’. Τον πιέζει να την ξεπεράσει. Γενικά όλοι οι χαρακτήρες θεωρούνται εκφάνσεις του Ερωτόκριτου. Αυτός είναι κάπως η συνείδησή του.” ΜΑΧΗ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ ΣΑΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ “Η μεγάλη μάχη είναι 7-8 σελίδες, σε δυο μέρη κιόλας. Εδώ εμφανίζεται ο Ερωτόκριτος αλλαγμένιος, και έπρεπε να είναι πειστικό ότι όντως σώζει το βασιλιά στη μάχη. Πρέπει να έχει μια πλοκή η μάχη, να φαίνεται πως όντως γίνεται πόλεμος. Η μονομαχία μετά είναι η κορύφωση του έργου, δε μπορούσαμε να δείξουμε τρεις γροθιές και μετά τέλος. Και δε μου αρέσει και καθόλου που βλέπεις μάχες και δεν ξέρεις τι γίνεται, σε σινεμά και σε κόμικς. Είχαμε δει και του Όμπεριν στο ‘Game of Thrones’ που ήταν και πωρωτικό και καταλάβαινες και μια πλοκή.” “Σκέφτηκα πώς θα είναι στον Ελληνικό ήλιο, σε αντίθεση με τα ιπποτικά της Αγγλίας που είναι βρεγμένα, μουντά. Εδώ θα ήταν πύρινη η φάση, θα έλιωναν στις πανοπλίες. Γι’αυτό το πύρινο το πράσινο του ήλιου. Είναι μια υπερβολή στα πλαίσια του να σε πείσει ένα παραμύθι. Είναι τελείως παράλογα τα χρώματα της μονομαχίας στο background. Πήγα πιο κοντά στα βυζαντινά, μια αγιογραφική απεικόνιση. Μόνο στρατιώτες οι οποίοι μάχονται μέχρι θανάτου.” “Πιο πολύ βασίστηκα στο να ακολουθώ ένα ρυθμό και τα χρώματα να δίνουν ένταση ή παύση, παρά να είναι ρεαλιστικά ή να βάζω από πίσω στρατιώτες. Ενώ μέχρι ένα σημείο βγάζει νόημα τι γίνεται, σταδιακά παύει, γιατί είναι πια σα να κάνουν έρωτα.” “Κι επίσης επίτηδες δεν έβαλα καθόλου σκηνή πανηγυρισμού για να μην περνάει ότι είναι μια νίκη. Έχουμε αλληλοσκοτωθεί, κανείς δεν κέρδισε, απλά με αυτό τον τρόπο έληξε ο πόλεμος. Δεν ήθελα να έχει κάτι το ηρωικό, ότι θριαμβεύσαμε. Και στο τέλος της ιστορίας αντίστοιχα πάλι δεν έχει πανηγύρι. Αυτό που αφορά το ζευγάρι λιγότερο είναι η εξουσία.” ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΑΙΜΑ “Η κονταρομαχία νωρίς στην ιστορία είναι ένα πανηγυράκι που δε μας καίει και πολύ, απλά θέλουμε να κερδίσει ο Ερωτόκριτος. Ενώ εδώ ουσιαστικά παίζεται όλη η ιστορία. Το πολύ ενδιαφέρον για μένα είναι ότι δεν κερδίζει ηρωικά, δεν κερδίζει αέρα ο Ερωτόκριτος αυτή τη φορά. Ουσιαστικά αλληλοσκοτώνονται. Γι’αυτό έχω βάλει να ενώνονται τα αίματά τους.” (ΠΟΠ) ΑΝΑΦΟΡΕΣ “Υπάρχει η σκηνή που τον μεταφέρουν μετά την μονομαχία ημιθανή οι άλλοι στρατιώτες μέσα στο παλάτι βάζοντας τον σε ένα σεντόνι, και το έχω πάρει από όλες τις απεικονίσεις πιετά που μεταφέρουν το νεκρό.” “Και εδώ μοιάζουν με δονκιχωτικές φιγούρες. Σαν μια ελάχιστη ξώφαλτση αναφορά. Θεωρούνται κοινής εποχής. Και επίτηδες αυτοί είναι τρισδιάστατοι και δεν μοιάζουν με τους άλλους χαρακτήρες.” ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ “Η αγαπημένη μου σκηνοθετικά σκηνή είναι η τελευταία, που ουσιαστικά το σενάριο ζητά μια αίθουσα γεμάτη κόσμο, και γίνεται ο γάμος. Επίτηδες έχω πλάνο που είναι δυο άδειες καρέκλες, που έχουν παρατήσει εκεί κορώνες, τα πάντα, κι ουσιαστικά τρέχουν να πάνε στο δωμάτιο να κάνουν σεξ. Κι αυτός είναι τόσο χαρούμενος που ουσιαστικά απλά ακουμπά μια κολώνα, ίσα ακουμπά το μάρμαρο, τα πόδια του δεν πατάνε στιβαρά. Φεύγουν σχεδόν στα κρυφά, είναι μια φάση μέθεξης. Και φιλιούνται έξω από το δωμάτιο, πριν προλάβουν να μπούνε μέσα. Εκείνη τον τραβάει μέσα. Δηλαδή εντάξει, ΟΚ η εξουσία, αλλά η φάση είναι να κάνουμε έρωτα. Και ουσιαστικά ένα τεράστιο έπος γεμάτο μάχες τελειώνει απλά σε μια κλειστή πόρτα.” *Ο ‘Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου’ κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Polaris. Πηγη
  20. Τα 'μαθες Αρετούσα μου, γίναμε κόμικς... O Δημοσθένης Παπαμάρκος, ο Γιάννης Ράγκος και ο Γιώργος Γούσης μας μιλούν για τη μεταφορά του Ερωτόκριτου σε κόμικ. Της Πόλυς Κρημνιώτη για την avgi.gr: Τα 'μαθες Αρετούσα μου; Ο "Ερωτόκριτος" έγινε κόμικς. Δύο συγγραφείς, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Γιάννης Ράγκος, και ένας κομίστας, ο Γιώργος Γούσης ανέλαβαν να μεταφέρουν το εμβληματικό έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου στην εποχή μας. Δύσκολο το εγχείρημα, αλλά "το διασκεδάσαμε" ομολογούν και οι τρεις. Πόσο μάλλον όταν βλέπουν την ανταπόκριση που έχει το graphic novel τους στους νέους αναγνώστες και τις επανεκδόσεις του να διαδέχονται η μία την άλλη (εκδ. Polaris). "Τα νέα παιδιά διαβάζοντας το κόμικς έμαθαν τον 'Ερωτόκριτο', γνώρισαν τον μύθο, τα πρόσωπα και την πλοκή της ιστορίας του Κορνάρου" λέει ο Γ. Γούσης. "Για πολλούς συνομηλίκους μου, ίσως και μεγαλύτερους, ο 'Ερωτόκριτος' ήταν ένας 'Ρωμαίος και Ιουλιέτα' α λα ελληνικά" προσθέτει ο Δημοσθένης Παπαμάρκος. Και οι τρεις πάντως αναγνωρίζουν στο κείμενο του Κορνάρου "ένα μοντέρνο έργο" που τους έδωσε την αφορμή να δημιουργήσουν τη δική τους εκδοχή. "Τα βασικά θέματα του Κορνάρου είναι ο έρωτας, οι ταξικές διαφορές, η ετερότητα, ο ρόλος της γυναίκας - η Αρετούσα εμφανίζει πρώιμα, αλλά σαφή στοιχεία ισότιμης θέσης απέναντι στον άντρα, στην εξουσία και την κοινωνία" επισημαίνει ο Γιάννης Ράγκος, δείχνοντας πόσο επίκαιρο παραμένει σήμερα αυτό το έργο της κρητικής Αναγέννησης. Οι τρεις τους αναλαμβάνουν να μας ξεναγήσουν στον κόσμο της Αρετούσας και του Ερωτόκριτου και το ταξίδι τους από την Αθήνα των παλιών χρόνων στη σημερινή εποχή, όπου το κόμικς αναζητά τη δική του θέση ως πρωτογενής δημιουργική διαδικασία. * Γιατί επιλέξατε τον "Ερωτόκριτο"; Γιώργος Γούσης: Το πρώτο βασικό κριτήριο ήταν να μπορεί να μεταφερθεί στη μορφή των κόμικς. Για να γίνει αυτό, έπρεπε να έχει σκηνές με δράση, να μην είναι λογοτεχνία εσωτερικής δράσης, μονολόγων. Οπότε μ' αυτά τα κριτήρια αρχίσαμε να αποκλείουμε Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη και ο Παπαμάρκος έριξε την ιδέα του "Ερωτόκριτου". Δημοσθένης Παπαμάρκος: Είναι πολύ αγαπημένο μου έργο και το πρότεινα γιατί θεώρησα ότι έχει τα στοιχεία που βοηθούν να μεταφερθεί στη γλώσσα των κόμικς. Επίσης, επειδή ο "Ερωτόκριτος" είναι ένας λογοτεχνικός κόσμος τον οποίο θα ήθελα να γνωρίσω και να εξερευνήσω πιο εντατικά και πιο συστηματικά. Έκανα την πρόταση με μεγάλη επιφύλαξη, επειδή θεώρησα μπορεί να με παρέσυρε το προσωπικό μου γούστο, με το οποίο ενδεχομένως να μην ταυτιζόταν η ομάδα. * Ενστάσεις δεν υπήρξαν για το εγχείρημα; Γ. Γούσης: Η ένστασή μου ουσιαστικά βασιζόταν στην άγνοια. Εξαφανίστηκε όταν συνειδητοποίησα δύο πράγματα: αφενός ότι ο "Ερωτοκριτος" εντάσσεται στο φανταστικό και άχρονο, επιπλέον, παρ' ότι ανήκει στο φανταστικό και υπονοεί τις επιρροές του ταυτόχρονα, δεν τις περιγράφει διεξοδικά. Δεν περιγράφει ρούχα, πρόσωπα, κτήρια, όπλα, επομένως μου έδινε τη δυνατότητα να επινοήσω ένα σύμπαν, έναν κόσμο που θα διαδραματίζεται ο "Ερωτόκριτος" προσπαθώντας να μείνω πιστός στο όραμα του Κορνάρου όπως εγώ το κατανοώ. Θεωρήσαμε ότι θα είχε ενδιαφέρον να δούμε επίσης τη μεσογειακή εκδοχή ενός ιπποτικού μυθιστορήματος. Ο Κορνάρος μας πρόσφερε αυτή τη δυνατότητα. Η γλώσσα του μας έδειχνε τις επιρροές του, επομένως μας καθοδήγησε στην οπτικοποίησή του. Όπως δηλαδή η γλώσσα του Κορνάρου παντρεύει την αρχαιοελληνική και βυζαντινή γλώσσα και το σύγχρονό του βενετοκρητικό ιδίωμα, έτσι και το σχέδιό μου αντλεί από τις εικαστικές αναφορές των αντίστοιχων περιόδων. Ταυτοχρόνως, εντάσσω στο σχέδιό μου και αρχιτεκτονικά στοιχεία από αρχιτεκτονικά σχέδια δημοσίων κτηρίων του 19ου αιώνα, που όμως δεν υλοποιήθηκαν ποτέ, τονίζοντας μ' αυτό τον τρόπο τον μη χρόνο και τον μη τόπο. * Πώς διαχειριστήκατε το θέμα της γλώσσας; Γιάννης Ράγκος: Είναι σαφές ότι στον "Ερωτόκριτο" η γλώσσα του Κορνάρου είναι καθοριστική και είναι κυρίως αυτή που καθιστά το έργο κλασικό, ένα από τα αριστουργήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας και ένα από τα πιο αξιόλογα δείγματα του ιπποτικού μυθιστορήματος. Όμως θεωρήσαμε ότι στα διαλογικά μέρη ο δεκαπεντασύλλαβος σε συνδυασμό με την κρητική ιδιόλεκτο του Κορνάρου δεν θα λειτουργούσε στη φόρμα του κόμικ. Επομένως, κάναμε μια κεντρική επιλογή. Στα διαλογικά μέρη χρησιμοποιήσαμε νεοελληνικό πεζό λόγο χωρίς νεολογισμούς ή εκφράσεις του συρμού, αλλά με απόλυτο σεβασμό στο αυθεντικό κείμενο, ενώ στα αφηγηματικά μέρη, δηλαδή στις λεζάντες, αφήσαμε το αυθεντικό κείμενο ως έχει. Στόχος μας άλλωστε ήταν ο λόγος μας να είναι εύκολα προσβάσιμος σε ένα νεανικό κοινό και ταυτόχρονα να δημιουργήσουμε για τον αναγνώστη ένα σημείο επαφής με το πρωτότυπο έργο. Δ. Παπαμάρκος: Η επιλογή των στίχων στα αφηγηματικά μέρη είχε αρκετές δυσκολίες. Έπρεπε να βρούμε τον καταλληλότερο και πιο εύληπτο δίστιχο για τη σκηνή που θέλαμε να περιγράψουμε, το οποίο σε αρκετές περιπτώσεις δεν υπήρξε αυτούσιο. Έτσι, έπρεπε να συνθέσουμε ένα δίστιχο παίρνοντας στίχους από διαφορετικά σημεία του κειμένου. * Ποια γεύση τελικά σας άφησε η αναμέτρηση μ' αυτό το κλασικό κείμενο; Δ. Παπαμάρκος: Ένα κλασσικό κείμενο δεν παλιώνει ποτέ, μολονότι είναι παλιό. Αντίθετα, αυτό που το κάνει κλασικό είναι ότι μπορεί να συγκινεί διαχρονικά και να συνομιλεί και με άλλες τέχνες. Ο "Ερωτόκριτος" είναι από μόνος του ένα μοντέρνο έργο. Εμείς απλά είδαμε ότι μπορεί να γίνει και ένα μοντέρνο graphic novel με την ανάδειξη ακριβώς εκείνων των στοιχείων που το κάνουν επίκαιρο σε κάθε συγχρονία. Γ. Ράγκος: Τα βασικά θέματα, άλλωστε, του Κορνάρου είναι ο έρωτας, οι ταξικές διαφορές, η ετερότητα, ο ρόλος της γυναίκας- η Αρετούσα εμφανίζει πρώιμα, αλλά σαφή στοιχεία ισότιμης θέσης απέναντι στον άντρα, στην εξουσία και την κοινωνία. Γ. Γούσης: Αυτό το στοιχείο προσπάθησα να εντάξω και στο εξώφυλλο, όπου ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα μπλέκουν τα χέρια τους και τα βλέματά τους κρατώντας ισότιμα το ξίφος του έρωτα και της εξουσίας. * Πώς αντιμετωπίζουν τον "Ερωτόκριτο" οι νέοι σήμερα; Γ. Γούσης: Μου έκανε εντύπωση ότι νέα παιδιά, διαβάζοντας το κόμικς έμαθαν τον "Ερωτόκριτο", γνώρισαν τον μύθο, τα πρόσωπα και την πλοκή της ιστορίας του Κορνάρου, ενώ η δική μου γενιά το αγνοούσε. Μάλιστα, πολλοί εκπαιδευτικοί που έχουμε συναντήσει κατά καιρούς μάς έχουν πει ότι τους δώσαμε ένα χρήσιμο εργαλείο διδασκαλίας. Δ. Παπαμάρκος: Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο "Ερωτόκριτος" σε μας που μεγαλώσαμε στη δεκαετία του '90, έφτασε μέσα από τις μελοποιήσεις του, οι οποίες επικεντρώνονταν στο ερωτικό κομμάτι. Έτσι, για πολλούς συνομηλίκους μου, ίσως και μεγαλύτερους, ο "Ερωτόκριτος" ήταν ένας "Ρωμαίος και Ιουλιέτα" α λα ελληνικά, χωρίς να γνωρίζουν ούτε ότι διαδραματίζεται στην Αθήνα ούτε αν έχει ευτυχές ή μη τέλος. * Και το στοίχημα ποιο είναι στο εξής; Δ. Παπαμάρκος: Το γεγονός ότι ο "Ερωτόκριτος" είναι το πρώτο ιπποτικό μυθιστόρημα που διασκευάζεται σε graphic novel. Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε αν μπορεί να προσελκύσει και το διεθνές κοινό, που είναι εν μέρει εξοικειωμένο και με το κόμικς και με την παράδοση της ιπποτικής μυθιστορίας, αλλά όχι στην ελληνική της εκδοχή. Ένα μικρό τεστ θα είναι η αγγλική έκδοση του "Ερωτόκριτου" από τις εκδόσεις Polaris, που θα κυκλοφορήσει περίπου σε έναν μήνα για τους ξενόγλωσσους επισκέπτες της χώρας. Γ. Γούσης: Το μεγάλο στοίχημα όμως είναι να δούμε την αντίδραση των αναγνωστών σε ένα κόμικς που δεν θα βασίζεται σε ένα γνωστό έργο της λογοτεχνίας, αλλά σε μια πρωτότυπη δικιά μας μυθοπλασία, με ελληνικό περιεχόμενο. Γ. Ράγκος: Με τον Γιώργο το επιχειρούμε ήδη, αφού μετά τον "Ερωτόκριτο" δουλεύουμε πάνω σε μια δική μας ιστορίας που εμπνέεται από τα τελευταία χρόνια της ληστοκρατίας στην Ελλάδα. * Το κόμικς έχει πάρει τη θέση του ως ένα πρωτογενές έργο τέχνης στη χώρα μας; Γ. Γούσης: Το graphic novel για την Ελλάδα είναι ο πιο φρέσκος τρόπος αφήγησης ιστοριών. Ακόμα βρίσκεται στα σπάργανα σε σχέση με ό,τι γίνεται στο εξωτερικό αλλά και με τις ελληνικές αφηγηματικές τέχνες. Δυστυχώς, το κοινό και η κριτική δεν έχουν ακόμα από το κόμικς τις ίδιες αξιώσεις ποιότητας που έχουν για άλλες τέχνες. Γι' αυτόν τον λόγο το έχουν κατατάξει σε μια κατηγορία υποκουλτούρας και δεν έχει συγκροτήσει τα απαραίτητα εργαλεία για την κριτική και την ερμηνεία του.
  21. Ο Ερωτόκριτος σε κόμικ Οι δημιουργοί του «ελληνικού Game of Thrones» εξηγούν πώς ένα κείμενο του 17ου αιώνα μπορεί να μετατραπεί σε ποπ ανάγνωσμα. Του Δημήτρη Θεοδωρόπουλου, για το Βήμαgazino: «Ξέχνα τον! Είστε από διαφορετικούς κόσμους. Αυτή η σχέση είναι αδύνατο να προχωρήσει. Ερωτας είναι, θα σου περάσει. Δεν είσαι δα και η πρώτη που ερωτεύτηκε!». «Νομίζεις ότι το διάλεξα να πονάω γι' αυτόν; Ο έρωτας περνάει μόνο αν τον ζήσεις!». Αυτός ο διάλογος της ερωτευμένης Αρετούσας με την επιφυλακτική παραμάνα της, από το graphic novel «Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου» των Γιώργου Γούση, Δημοσθένη Παπαμάρκου και Γιάννη Ράγκου (εκδ. Polaris), θα μπορούσε να εμφανίζεται σε ένα σύγχρονο ερωτικό μυθιστόρημα. Οι σκηνές της επικής μάχης των Αθηναίων με τους Βλάχους, οι εντάσεις, οι μονομαχίες, το σασπένς, το σπλάτερ θα μπορούσαν να εμφανίζονται σε μια ελληνική προσαρμογή του «Game of Thrones». Ο λόγος που διαπνέει όλο το κόμικ είναι νεοελληνικός, πεζός, ενώ παρεμβάλλονται αυτούσια αποσπάσματα από τον αυθεντικό «Ερωτόκριτο», σαν λεζάντες. Τα χρώματα της αρχαίας Αθήνας είναι ατμοσφαιρικά, παραμυθένια, μεσογειακά. Η σύνθεση των στοιχείων από την έμμετρη μυθιστορία του «Ερωτόκριτου» του Βιτσέντζου Κορνάρου, μια ιστορία που συνήθως διδασκόμασταν επιφανειακά στο μάθημα των Νέων Ελληνικών, είναι εντυπωσιακή. Οι δημιουργοί του κόμικ που κυκλοφόρησε πρόσφατα, ο βραβευμένος διηγηματογράφος Δημοσθένης Παπαμάρκος και ένας από τους πιο ταλαντούχους κομίστες της Ελλάδας, ο Γιώργος Γούσης, εξηγούν το σκεπτικό πίσω από αυτό το τόσο ενδιαφέρον μεσογειακό fantasy. Ο Παπαμάρκος, συγγραφέας του βραβευμένου «Γκιακ», μιλάει για την προσαρμογή των διαλόγων: «Στους διαλόγους, στα μπαλονάκια δηλαδή, χρησιμοποιήσαμε νεοελληνικό πεζό λόγο χωρίς νεολογισμούς. Φυσικά, το περιεχόμενο των διαλόγων ορίστηκε από το πρωτότυπο κείμενο του Κορνάρου. Με άλλα λόγια, κρατήσαμε το νόημα, απλώς κάναμε το έμμετρο πεζό. Στα αφηγηματικά μέρη, στις λεζάντες, πήραμε αυτούσια αποσπάσματα από τον αυθεντικό "Ερωτόκριτο", και συγκεκριμένα από τα μέρη όπου μιλάει ο ποιητής, και τα ταιριάξαμε με τις αντίστοιχες εικόνες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χρειάστηκε να επέμβω και να συνθέσω τα δίστιχα που χρησιμοποιήθηκαν "μοντάροντας" στίχους που δεν βρίσκονταν πλάι πλάι στο αρχικό κείμενο». Πόσο εύκολο είναι να μετατρέψεις ένα κλασικό κείμενο του 17ου αιώνα σε σύγχρονο κόμικ; Ο Γιώργος Γούσης εξηγεί: «Ο Ερωτόκριτος είναι ένα έργο που δεν ανήκει μόνο στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση, αλλά και σε αυτή της Αναγέννησης. Ως τέτοιο, αντλεί στοιχεία από διαφορετικές εποχές και πολιτιστικές παραδόσεις (π.χ. της κλασικής αρχαιότητας, του Βυζαντίου, της δυτικής Αναγέννησης κ.τ.λ.), τις οποίες, ωστόσο, μάλλον υπαινίσσεται γλωσσικά, παρά περιγράφει με ακρίβεια. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι που το κάνει ιδιαίτερα πρόσφορο για μεταφορά σε κόμικ, αφού επιτρέπει μια ελευθερία όσον αφορά την ανάπλαση ενός νέου φανταστικού κόσμου με πλήθος στοιχείων από διάφορους υπαρκτούς πολιτισμούς. Θεώρησα πως για μένα αυτό ήταν μια πρόκληση με την οποία ήθελα να αναμετρηθώ. Αντλήσαμε στοιχεία από τη ζωγραφική, την αρχιτεκτονική, τον ρουχισμό αλλά και τον οπλισμό όλων τον διαφορετικών πολιτιστικών παραδόσεων που συνδυάζει το πρωτότυπο έργο και μετά προσπάθησα να τα συνθέσω έτσι ώστε να φαίνονται οργανικά. Η δυσκολία ήταν ότι το κολάζ που ήθελα να φτιάξω έπρεπε στο τέλος να μην ξενίζει, να μην εντυπωσιάζει μόνο τον αναγνώστη, αλλά κυρίως να τον πείθει». Το έργο καταπιάνεται ακροθιγώς με σύγχρονα και διαχρονικά ζητήματα, όπως ο φεμινισμός, η δύναμη του έρωτα, το χάσμα των ταξικών διαφορών, ο σύγχρονος (αλλά όχι αργκό) λόγος δύο νέων ανθρώπων μέσα από τις δυστοπίες της κάθε εποχής. Και όλα αυτά με μια ποπ ανάγνωση της αρχαίας Ελλάδας. Είναι μια εντυπωσιακή δουλειά, όπως όλες όσες γίνονται με τόσο μεράκι. * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 5 Ιουνίου 2016
  22. Tου κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνου και του τροχού που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου, και του καιρού τ’ αλλάματα που αναπαημό δεν έχου, μα στο καλό κ’ εις το κακό περιπατούν και τρέχου και των αρμάτω οι ταραχές, έχθρητες και τα βάρη, του Eρωτα η εμπόρεση και της φιλιάς η χάρη, αυτάνα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέρα ν’ αναθιβάλω και να πω τα κάμαν και τα φέρα σ’ μια κόρη κ’ έναν άγουρο που μπερδευτήκα ομάδι σε μια φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. Kι όποιος του πόθου εδούλεψε εισέ καιρό κιανένα ας έρθη για ν’ αφουκραστή ό,τι ,ναι εδώ γραμμένα. Aφουκραστήτε το λοιπό... Το έμμετρο ερωτικό μυθιστόρημα του Βιτσέντζου Κορνάρου αποτέλεσε για αιώνες το δημοφιλέστερο ανάγνωσμα του ελληνισμού. Kαι παρόλο που επικρίθηκε ως ευτελές λαϊκό δημιούργημα («εξάμβλωμα» το χαρακτηρίζει ο Kοραής και «μυθιστόρημα για τις υπηρέτριες» ο Mιστριώτης), επηρέασε όσο κανένα άλλο κείμενο τη νεοελληνική ποίηση από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη. Σήμερα θεωρείται ως ένα από τα αριστουργήματα της Αναγέννησης σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. Αυτό το ιπποτικό έπος του Κορνάρου κυκλοφορεί τώρα για πρώτη φορά σε graphic novel, χάρη στην πρωτότυπη ιδέα τριών δημιουργών. Ο Γιώργος Γούσης (σχέδιο) και οι Δημοσθένης Παπαμάρκος και Γιάννης Ράγκος (σενάριο) μετέτρεψαν την κλασική έμμετρη μυθιστορία των αρχών του 17ου αιώνα σε ένα ελληνικό fantasy, στο οποίο συνυπάρχουν ανεκπλήρωτοι έρωτες και ισχυροί δεσμοί φιλίας, πολιτικές συμμαχίες και βίαιες μάχες, κώδικες τιμής και φεμινιστικά «μοτίβα», με το στοιχείο της μαγείας να διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο. Ο Γ. Γούσης επιλέγει κινηματογραφικά πλάνα και μαζί με τον Παναγιώτη Πανταζή (συνεργάστηκε στο χρώμα) επιλέγουν ποπ χρώματα δημιουργώντας σύγχρονες και ταυτόχρονα παραμυθένιες εικόνες. Παράλληλα, καθώς η ιστορία του Ερωτόκριτου -αν και τυπικά εξελίσσεται στην αρχαία Αθήνα- χρησιμοποιεί στοιχεία από ποικίλες ιστορικές εποχές και διαφορετικούς πολιτισμούς (κλασική αρχαιότητα, Βυζάντιο, Αναγέννηση, Ενετοκρατία κ.α.), η εικονογράφηση συνθέτει έναν κόσμο που δεν ανταποκρίνεται σε καμία συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα, αλλά αντλεί από στοιχεία της ελληνικής τέχνης όλων των περιόδων, με τον ίδιο τρόπο που η γλώσσα του Κορνάρου αντλεί από την ελληνική γλωσσική παράδοση. Στους διαλόγους υιοθετείται ένας λιτός και στρωτός νεοελληνικός λόγος, με απόλυτο σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο του Κορνάρου. Στην αφήγηση περιλαμβάνονται αυθεντικά αποσπάσματα (δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι στην κρητική διάλεκτο) με ελάχιστες προσαρμογές, ως μια σκόπιμη «σύνδεση» με το γλωσσικό ιδίωμα του εμβληματικού αυτού έργου. Παρακάτω μπορείτε να πάρετε μια ιδέα του έργου μέσα από τις πρώτες, εντυπωσιακές σελίδες του βιβλίου. Και το σχετικό link...
  23. Ερωτόκριτος: Το ερωτικό έπος του Β. Κορνάρου στον κόσμο των κόμικς Ο «Ερωτόκριτος», το ιπποτικό έπος του Βιτσέντζου Κορνάρου, που θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της Αναγέννησης σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε graphic novel, από τις εκδόσεις Polaris. Το έμμετρο ερωτικό μυθιστόρημα αποτέλεσε για αιώνες το δημοφιλέστερο ανάγνωσμα του ελληνισμού. Παρόλο που επικρίθηκε ως ευτελές λαϊκό δημιούργημα («εξάμβλωμα» το χαρακτηρίζει ο Kοραής και «μυθιστόρημα για τις υπηρέτριες» ο Mιστριώτης), επηρέασε όσο κανένα άλλο κείμενο τη νεοελληνική ποίηση, από τον Σολωμό έως τον Σεφέρη. Οι Δημοσθένης Παπαμάρκος και Γιάννης Ράγκος (σενάριο) και ο Γιώργος Γούσης (σχέδιο) μετέτρεψαν την κλασική αυτή έμμετρη μυθιστορία των αρχών του 17ου αιώνα σε ένα ελληνικό fantasy, στο οποίο συνυπάρχουν ανεκπλήρωτοι έρωτες και ισχυροί δεσμοί φιλίας, πολιτικές συμμαχίες και βίαιες μάχες, κώδικες τιμής και φεμινιστικά «μοτίβα», με το στοιχείο της μαγείας να διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο. Σύγχρονες και, ταυτόχρονα, παραμυθένιες εικόνες Ο Γιώργος Γούσης επέλεξε κινηματογραφικά πλάνα και, μαζί με τον Παναγιώτη Πανταζή (συνεργάστηκε στο χρώμα), διάλεξαν ποπ χρώματα, δημιουργώντας σύγχρονες και, ταυτόχρονα, παραμυθένιες εικόνες. Παράλληλα, καθώς η ιστορία του «Eρωτόκριτου» - αν και, τυπικά, εξελίσσεται στην αρχαία Αθήνα - χρησιμοποιεί στοιχεία από ποικίλες ιστορικές εποχές και διαφορετικούς πολιτισμούς (κλασική αρχαιότητα, Βυζάντιο, Αναγέννηση, Ενετοκρατία κ.ά.), η εικονογράφηση συνθέτει έναν κόσμο, που δεν ανταποκρίνεται σε καμία συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα, αλλά αντλεί από στοιχεία της ελληνικής τέχνης όλων των περιόδων, με τον ίδιο τρόπο που η γλώσσα του Κορνάρου αντλεί από όλη την ελληνική γλωσσική παράδοση. Στους διαλόγους, υιοθετείται ένας λιτός και στρωτός νεοελληνικός λόγος, με απόλυτο σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο του Κορνάρου. Στην αφήγηση, περιλαμβάνονται αυθεντικά αποσπάσματα (δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι στην κρητική διάλεκτο) με ελάχιστες προσαρμογές, ως μια σκόπιμη «σύνδεση» με το γλωσσικό ιδίωμα του εμβληματικού αυτού έργου. Κεντρικό θέμα ο έρωτας Ο «Ερωτόκριτος», που συντέθηκε από τον Βιτσέντζο Κορνάρο, στην Κρήτη, τον 17ο αιώνα, αποτελείται από 10.012 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους στην κρητική διάλεκτο, των οποίων οι τελευταίοι δώδεκα αναφέρονται στον ίδιο τον ποιητή. Κεντρικό θέμα του είναι ο έρωτας ανάμεσα σε δύο νέους, τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα, και, γύρω από αυτό, περιστρέφονται και άλλα θέματα, όπως η τιμή, η φιλία, η γενναιότητα και το κουράγιο. Μαζί με την «Ερωφίλη» του Γεωργίου Χορτάτση είναι τα σημαντικότερα έργα της κρητικής λογοτεχνίας. Ο «Ερωτόκριτος» πέρασε στη λαϊκή παράδοση και παραμένει δημοφιλές κλασικό έργο, χάρη και στη μελοποίησή του από τον Χριστόδουλο Χάλαρη και την ερμηνεία του από τον Νίκο Ξυλούρη. naftemporiki.gr
  24. Ο «Ερωτόκριτος» στον κόσμο του κόμικς ΣΠΥΡΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Ο τρόπος που έχουν απεικονιστεί οι φιγούρες, φέρνει στον νου μορφές από αρχαία ελληνικά αγγεία. Οι λεπτομερείς ιπποτικές στολές εντυπωσιάζουν. Η σκηνοθεσία δείχνει μελέτη σε βάθος. Οι σκηνές τρέχουν, υπάρχει ένταση και αγωνία. Κάποια καρέ, ειδικά αυτά με τις μάχες, είναι άξια θαυμασμού, ζωντανά, γεμάτα δυναμισμό. Και η ίδια η ιστορία, από τις καντάδες του Ερωτόκριτου με το λαγούτο στο παραθύρι της Αρετούσας μέχρι το τελικό σμίξιμο των δύο τραγικών ηρώων, ξεδιπλώνεται με ρυθμό. Οι Γιώργος Γούσης, Δημοσθένης Παπαμάρκος και Γιάννης Ράγκος διασκεύασαν σε graphic novel τον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου, και οι έμμετροι και ομοιοκατάληκτοι στίχοι του εμβληματικού έπους του 17ου αιώνα απεικονίζονται σε καρέ και συνοδεύουν αυτά. Αλλοτε αυτούσιοι και άλλοτε μεταφερμένοι στη δημοτική. Πρώτο καρέ, νύχτα στην Ακρόπολη και γύρω από αυτήν. Σκούρο μπλε ο ουρανός, κάποια άστρα. Αναμμένες φλόγες στολίζουν με πορτοκαλιές σκιές τα οικοδομήματα της αρχαίας Αθήνας. Ο ποιητής γράφει: «Στους περαζόμενους καιρούς που οι Ελληνες ορίζα/ και που δεν είχε η πίστη τους θεμέλιο μηδέ ρίζα/ εις την Αθήνα που ήτανε της μάθησης η βρώσις/ και το θρονί της αφεντιάς κι ο ποταμός της γνώσης/ τότ’ ένας νέος φρόνιμος που ’χε καιρού θεμέλιο/ του Ερωτα εγίνηκε παιχνίδι του και γέλιο», ακολουθούν και άλλες λίγες λεζάντες παρμένες από το πρωτότυπο. Ο δεκαπεντασύλλαβος στίχος του Κορνάρου υπάρχει διακριτικά· στις αρχές των κεφαλαίων ή των σκηνών, για να θυμίζει τη γλώσσα στην οποία γράφτηκε το μεγάλο έπος. Οταν όμως πηγαίνουμε στους διαλόγους, ο λόγος γίνεται σύγχρονος. Από τις ατελείωτες στροφές των διαλόγων του πρωτοτύπου έχει κρατηθεί η ουσία. Και έχει έρθει στο σήμερα, με φράσεις που συμβαδίζουν με την αισθητική ενός fantasy κόμικς. Στα «μπαλονάκια» η γλώσσα είναι καθαρή, στρωτή και «ιπποτική» – νεολογισμοί και αργκό δεν χωρούν στον «Ερωτόκριτο». Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος (συγγραφέας της εξαιρετικής συλλογής διηγημάτων «Γκιακ», εκδ. Αντίποδες) και ο Γιάννης Ράγκος (δημοσιογράφος και συγγραφέας των αστυνομικών μυθιστορημάτων «Η στάση του εμβρύου» και «Μυρίζει αίμα», εκδ. Ινδικτος) είναι οι σεναριογράφοι του κόμικς, οι οποίοι ακολούθησαν πιστά το πρωτότυπο όσον αφορά την πλοκή, αφήνοντας βέβαια πολλά απ’ έξω, αλλά τηρώντας τη βασική γραμμή των γεγονότων. Ακολουθήθηκε ακόμη και ο αναχρονισμός που υπάρχει στο έργο του ποιητή. Ο Κορνάρος δεν τοποθέτησε τον Ερωτόκριτο σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά σε μια αόριστη προχριστιανική Αθήνα, χωρίς δωδεκάθεο, με στοιχεία από την ιταλική Αναγέννηση, όπως τους ιπποτικούς αγώνες. Οπότε, αυτό που παρουσιάζουν στο κόμικς οι δημιουργοί –οι οποίοι δείχνει να άνοιξαν πολλά βιβλία, εγχειρίδια και ιστοσελίδες– είναι ένα χαρμάνι από αρχαία Αθήνα, μεσαιωνική, βυζαντινή, αναγεννησιακή και βενετσιάνικη. Το άχρονο και πολυπολιτισμικό σκηνικό είναι ταιριασμένο αρμονικά, χωρίς παραφωνίες, δεν ξενίζει τον αναγνώστη, ενώ προσδίδει ένα παραμυθένιο στοιχείο στο όλο περιβάλλον. Οι σεναριογράφοι πρώτη φορά καταπιάνονται με το κόμικς, όπως πρώτη φορά και ο σχεδιαστής Γιώργος Γούσης δοκιμάζεται σε κόμικς μεγάλης φόρμας (86 σελίδες), καθώς το βιογραφικό του μέχρι πρότινος μετρούσε ολιγοσέλιδες ιστορίες (κάποιες από τις οποίες συλλέγονται στον τόμο: «Ιστορίες από τις αθώες εποχές», εκδ. ΚΨΜ). Και ο Γούσης μάς εκπλήσσει ευχάριστα. Εχει χειριστεί το θέμα με ικανότητα. Γραμμές καθαρές, χαρακτήρες εκφραστικοί, καλοστημένα σκηνικά, κάποια έξυπνα «κοψίματα» της σελίδας σε καρέ κι ένας αέρας από άλλες εποχές, πολύ παλιές. Ο Γούσης καταφέρνει το σχέδιό του να ανταποκρίνεται στα σημερινά μοτίβα των κόμικς, να είναι επικό, αλλά να έχει παράλληλα κάτι το απροσδιόριστα αρχαιοελληνικό και μεσαιωνικό μαζί. Το χρώμα, που έκανε μαζί με τον Παναγιώτη Πανταζή (από τον οποίο αξίζει να αναζητήσετε το κόμικς του «Μαρμελάδα κεράσι», αυτοέκδοση), δεν ξεφεύγει και ενισχύει το σχέδιό του. Και όσον αφορά τις μαζικές μάχες και τις μονομαχίες, οι οποίες χορογραφήθηκαν βάσει αναγεννησιακών εγχειριδίων οπλομαχητικής αλλά και με επιρροές από τα manga, είναι γεμάτες δύναμη και ζωντάνια. Και οι μάχες, σε αυτό το ελληνικό fantasy graphic novel, είναι πολλές και σκληρές, προκειμένου ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα να δώσουν το πρώτο τους φιλί. ​​«Ερωτόκριτος». Σενάριο: Δημοσθένης Παπαμάρκος και Γιάννης Ράγκος. Σχέδιο: Γιώργος Γούσης. Εκδόσεις Polaris Πηγή Παρουσίαση της έκδοσης Άλλο άρθρο για το έργο. Δεύτερο άρθρο για το έργο. Τρίτο άρθρο για το έργο.
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.