Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Θανάσης Πέτρου'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Valt's blog
  • Dr Paingiver's blog
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • Dhampyr Diaries
  • Περί ανέμων και υδάτων

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

  1. Ο Θανάσης Πέτρου έχει ουκ ολίγες ιδιότητες. Εκτός από τα κόμικς και την εικονογράφηση, έχει επίσης ασχοληθεί με τη μετάφραση, έχει υπάρξει ερευνητής σε ακαδημαϊκό επίπεδο και είναι ερασιτέχνης (;) μουσικός. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, το 1971. Αν τα σκίτσα/ζωγραφιές που έκανε από μικρός ήταν ο σπόρος, τα περιοδικά της δεκαετίας του '80 (Κολούμπρα, Σκαθάρι, Βαβέλ κ.λπ.) αποτέλεσαν το νερό που τον έκαναν να βλαστήσει. Το 1989 ξεκίνησε σπουδές στη Γαλλική Φιλολογία, τις οποίες θα συνεχίσει στη Γαλλία μεταξύ 1992 και 1993. Εκεί θα έρθει σε επαφή με την εγχώρια σκηνή και όχι μόνο, γεγονός που τον επηρέασε σε μεγάλο βαθμό. Επιστρέφοντας στην γενέτειρά του, έκανε μεταπτυχιακό στην Κοινωνιογλωσσολογία, με αποτέλεσμα να εργαστεί πάνω στην εκπαίδευση των Πομάκων (εξ ου και το nickname με το οποίο μπορείτε να τον βρείτε στο GC ). Συνεδρία στα γραφεία του 9: Τέρμα δεξιά ο περί ου ο λόγος και στο κέντρο ο μαέστρος του περιοδικού, Άγγελος Μαστοράκης Fast forward. Παρά τις σποραδικές δουλειές στο πλαίσιο εκθέσεων, η εμφάνιση του Πέτρου στα κόμικς έγινε το 2002. Τότε αποφάσισε να στείλει μια σύντομη ιστορία για τον 2ο Διαγωνισμό Νέων Ταλέντων του περιοδικού 9, «για πλάκα» όπως έχει πει. Τελικά, κέρδισε το πρώτο βραβείο και κατ' επέκταση μια τριετή υποτροφία για σχετικές σπουδές στον ΑΚΤΟ. Έτσι, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και την περίοδο αυτή δημιούργησε τις πρώτες του ιστορίες για φανζίν, για τα περιοδικά 9 και Γαλέρα, αλλά και για τα Φεστιβάλ της Βαβέλ. Κάποιες εξ αυτών θα συγκεντρωθούν αργότερα, στο άλμπουμ Ο Τυμπανιστής και οι φίλοι του (2008). Το 2015 το Πτώμα κυκλοφόρησε στα γαλλικά από την εκδοτική Steinkis Η διετία 2011-2012 ήταν ιδιαίτερα καθοριστική για τον Πέτρου. Η αρχή έγινε με το Παραρλάμα (2011), μια από τις πολλές συνεργασίες με τον Δημήτρη Βανέλλη, και το Πτώμα (2011). Το μεν αποτελεί μια συλλογή ιστοριών του διηγηματογράφου Δημοσθένη Βουτυρά, ορισμένες από τις οποίες είχαν προηγουμένως συμπεριληφθεί στο 9. Το δε, ένα κόμικ σε σενάριο των Τάσου Ζαφειριάδη και Γιάννη Παλαβού, εμπνευσμένο από μία αληθινή και μάλλον μακάβρια ιστορία. Αυτά, όπως και το Γιούσουρι (2012) που ακολούθησε λίγο μετά, τράβηξαν το ενδιαφέρον ενός ευρύτερου αναγνωστικού κοινού και συνοδεύτηκαν από σημαντικές διακρίσεις. Ακολούθησε μια περίοδος σχετικής εκδοτικής σιωπής, με εξαίρεση το artbook Actors (2013) και τη συμμετοχή στο Ας μιλήσουμε καθαρά για την ακροδεξιά (2014), και το 2015 κυκλοφόρησαν δύο νέες δουλειές του Πέτρου. Η μία ήταν Η Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη, μεταφορά του ομώνυμου διηγήματος του Μ. Καραγάτση, μαζί με τον συνήθη ύποπτο Βανέλλη. Η άλλη, ελαφρώς απρόσμενη, ήταν το άλμπουμ Στη Μάχη του Μαραθώνα, σε σενάριο της Κατερίνας Σέρβη. Η συνεργασία μαζί της συνεχίστηκε και με άλλα κόμικς όμοιας θεματολογίας (Στη Μάχη των Θερμοπυλών - 2016, Στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές - 2017). Το 2016 κυκλοφόρησε το μεγαλύτερο, από άποψη μεγέθους, εγχείρημα του Πέτρου, ήτοι το graphic novel Αμανίτα Μουσκάρια, μία ακόμη μεταφορά από τη λογοτεχνία. Συμμετείχε επίσης στο συλλογικό Το πιο κρύο καλοκαίρι (2016), μια έκδοση πάνω στο τραγικό ζήτημα του προσφυγικού. Η πιο πρόσφατη δουλειά του είναι το Γρα-Γρου (2017), η δεύτερη σύμπραξη με τους Ζαφειριάδη και Παλαβό, που βραβεύτηκε στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς και συζητήθηκε εκτενώς σε μη κομιξόφιλους κύκλους. Στις πιο «μικρές» δουλειές των τελευταίων ετών περιλαμβάνονται στριπ για την Εφημερίδα των Συντακτών. Όπως προαναφέρθηκε όμως, ο Πέτρου έχει και ένα αξιόλογο μεταφραστικό έργο. Έχει αποδώσει, από τα γαλλικά στα ελληνικά, τα Γκαρντούνο (2006) και Άλακ Σίνερ - Υπόθεση ΗΠΑ (2007), αλλά και το Ρεμπέτικο (2010, 2015). Είναι εξάλλου μύστης του μουσικού αυτού είδους και παίζει μπουζούκι, κιθάρα και μπάσο. Η δράση του στον χώρο του σχεδίου ολοκληρώνεται από τις μπόλικες εικονογραφήσεις που έχει κάνει (κυρίως εξώφυλλα βιβλίων) και τη διδασκαλία στον ΑΚΤΟ. Οι επιρροές του Πέτρου προέρχονται κατά βάση από την ευρωπαϊκή και λατινοαμερικάνικη παράδοσης. Μεταξύ των δημιουργών που επηρέασαν την τέχνη του είναι οι Alberto Breccia, Miguelanxo Prado, David Sala, Emmanuel Lepage και Domingo Mandrafina.
  2. Αυτή τη φορά ο Θανάσης Πέτρου σχεδιάζει ένα κόμικ σε δικό του σενάριο, αφηγούμενος μια πραγματική και σχετικά άγνωστη ιστορία από την εποχή του ΑΠΠ και του Εθνικού Διχασμού. Αφορά 6500 Έλληνες, το Δ Σώμα Στρατού, την Ανατολική Μακεδονία και μια μικρή πόλη στη Γερμανία, στην πάλαι ποτέ Σιλεσία, στα σύνορα πλέον με την Πολωνία. Δεν λέω παραπάνω γιατί φρονώ πως θα είναι spoiler για όσους πρωτοακούνε αυτό το συνδυασμό λέξεων Χοντρό και χορταστικό κόμικ, το οποίο όμως κυλάει σα νεράκι. Προσόν του ότι η ιστορία που αφηγείται είναι "εξωτική"-ασυνήθιστη και άκρως ενδιαφέρουσα. Προσόντα του επίσης ότι αφηγείται έμμεσα τον Εθνικό διχασμό, είναι τρομερά πιστό στην ιστορία, τόσο στη γενική όσο και σε ειδικά σημεία και έχει γίνει καλή έρευνα στο φωτογραφικό υλικό. Μειονέκτημά του ότι μέσα σε αυτές τις 100+ σελίδες καλύπτει γεγονότα 2+ ετών. Ένα μυθιστόρημα που θα κάλυπτε τόσα γεγονότα, θα χρειαζόταν 500+ σελίδες για να σε πείσει για τους χαρακτήρες. Δεν έχει 500+ σελίδες, δεν είναι μυθιστόρημα και ίσως γι'αυτό να κυλάει σα νεράκι Η ιστορία των 3 χαρακτήρων, η οποία είναι χτισμένη πάνω στον ιστορικό καμβά των γεγονότων, βγαίνει αρκετά φωτογραφική. Περίπου στιγμιότυπο εδώ, στιγμιότυπο εκεί, στιγμιότυπο παραπέρα. Λέω περίπου διότι όταν τη διαβάζεις δεν σου αφήνει την αίσθηση των απότομων εναλλαγών. Ίσως στη πραγματικότητα να μου άρεσε τόσο πολύ το κόμικ που απλώς να ήθελα κι άλλο... Αυτή μου η επιθυμία ίσως να εκπληρωθεί. Έχει πει σε συνεντεύξεις ότι δουλεύει ήδη ένα κόμικ που λαμβάνει χώρα στην εποχή μετά από αυτή εδώ την ιστορία. Ίσως να δένει με αυτό και σε χαρακτήρες (δεν θυμάμαι και τι μου είχε πει σε κατ'ιδίαν συνομιλία... ) Θα δούμε Ο εκδότης έχει διαθέσιμες τις πρώτες σελίδες του κόμικ, οπότε τις αντιγράφω για να τις διαβάσετε, να τσιμπήσετε και να πάτε να το πάρετε διότι όπως είπα μου άρεσε πάρα πολύ και θέλω να βγούνε και τα άλλα που έχει στο νου του Άρθρα Oταν τα κόμικ γράφουν Ιστορία [Βασιλειάδου Μάρω, kathimerini.gr, 5/5/2020] «Ήρωες» ή «προδότες»; [Κουκουλάς Γιάννης, efsyn.gr, 23/05/2020] Φωτογραφίες από τα πραγματικά γεγονότα αλιευθέντες από άρθρο της Μηχανής του Χρόνου (για να κατανοήσετε μετά την ανάγνωση του κόμικ το βαθμό της έρευνας και την πιστότητα της ιστορικής αναπαραγωγής του κόμικ) Φωτογραφίες από άρθρο της Süddeutsche Zeitung όπως μεταφράστηκε από το ελληνόφωνο τμήμα της Deutsche Welle Φωτογραφίες από σχετικό άρθρο της εφημερίδας Τα Νέα Προφανώς σας προτρέπω να διαβάσετε τα παραπάνω άρθρα μετά την ανάγνωση του κόμικ. Προσωπικά πέρασα καλά, αλλά είμαι και άνθρωπος που μου αρέσει να ψάχνω για παραπάνω πράγματα όταν μου κινείται η περιέργεια Προτείνω επίσης: Άρθρο του Ινστιτούτου Γκαίτε σχετιζόμενο με μουσική (τα είδατε τα βιολιά... και φρονώ πως η συγκεκριμένη ιστορία δελέασε τον Πέτρου για να την αφηγηθεί τόσο επειδή είναι Σαλονικιός και του αρέσουν τα ιστορικά όσο και επειδή παίζει μπουζούκι και υπάρχει μια σχέση εδώθε ) Λήμμα της wiki για τη συγκεκριμένη ιστορία Ίσως η πρώτη ηχογράφηση μπουζουκιού Έλαβε χώρα στο Γκέρλιτς. Στο τραγούδι ο ανηψιός του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Να το πάρετε. Δεν ξέρω άμα το είπα και πριν Που πάτε και μου αγοράζετε τις φόλες με τα κολάν, τα μούσκουλα και τα βυζά ή τις άλλες τις φόλες με τα ανθρωπόμορφα ζώα (που έχουν άλλα ζώα για κατοικίδια) με τα κρυφά ιμπεριαλιστικά μηνύματα ή τις παραπέρα φόλες με τους βλάχους που φοράνε κουνάβια για καπέλο ή τις κουλτουρέ τις φόλες που δοξάζουν το χασίσι, το αντεργκράου και την απλυσιά. (εάν υπάρχει κάποιος που δεν θίχτηκε να μου το πει και θα του βρω κάτι κι αυτουνού ) Ελλαδάρα ολέ ο και αυτοί είναι οι δικοί μας οι προπάπποι. Όχι οι προπάπποι κάποιου βάρβαρου άντε γειά μας
  3. «Το αισθητικό και εικαστικό κομμάτι του σχεδίου νομίζω πως βοηθάει να γίνει η ιστορία πιο εύκολα προσβάσιμη σε κάποιον που δεν τον ελκύει ή τη βρίσκει βαρετή. Οπότε, ίσως είναι πιο απλό για κάποιον που δεν θέλει να αφιερώσει χρόνο στην ανάγνωση ενός ιστορικού βιβλίου, να διαβάσει ένα βιβλίο κόμικς». Αυτό επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ο δημιουργός κόμικς και μεταφραστής Θανάσης Πέτρου μιλώντας στο “Μολύβι – Μελάνι”. Ένας δημιουργός που αγαπάει την ιστορία και την αναδεικνύει με την πένα του, καθώς ολοένα και περισσότερο η 9η τέχνη “παντρεύεται” με επιστημονικά έργα αλλά και κλασικά μυθιστορήματα ανοίγοντας νέους δρόμους στην επαφή των σημερινών νέων με αυτά τα πεδία. Ποια είναι τα ιστορικά ενδιαφέροντα του Θανάση Πέτρου; Ξεχωρίζετε κάποια περίοδο – γεγονότα; Αν και έχω κάνει τρία βιβλία με την Κατερίνα Σέρβη με θέμα τους Περσικούς πολέμους στην Αρχαία Ελλάδα, τα προσωπικά μου ενδιαφέροντα είναι στη σύγχρονη Ελλάδα. Ήδη έχω κάνει τρία βιβλία, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος, και στα οποία πραγματεύομαι ζητήματα της περιόδου από το 1916 μέχρι το 1924. Το κομμάτι της νεοελληνικής ιστορίας από τη Μικρασιατική Καταστροφή και μετά, μου φαίνεται εξαιρετικά σημαντικό για την, ουσιαστικά, γενικότερη διαμόρφωση της χώρας μέχρι σήμερα. Είστε γνωστός μεταξύ άλλων για τη μεταφορά κορυφαίων έργων σε κόμικς. Βλέπετε μια στροφή και δίψα για επαφή με πιο κλασικά αγαπημένα έργα τα τελευταία χρόνια; Ή δεν υπάρχει τόσο καλό νέο υλικό; Εδώ υπάρχουν δύο ζητήματα. Πρώτον, σε κάποιο λιγότερο γνωστό και αρκετά παλιό έργο είναι πιθανόν να μην υπάρχουν συγγραφικά δικαιώματα, οπότε δεν μπλέκεις με συνεννοήσεις, συμβόλαια κ.λπ. Δεύτερον, οι ίδιοι οι εκδότες είναι αυτοί που στρέφονται σε διασκευές κλασικών έργων, μια και θεωρούν ότι και η μεταφορά τους σε κόμικς είναι πιο εύκολο να κάνει εμπορική επιτυχία. Λογικότατη είναι και αυτή η στάση και η τάση εκ μέρους τους. Οι εκδότες δεν είναι ούτε φιλανθρωπικά σωματεία ούτε ιδεαλιστές που νοιάζονται μόνο για την διάδοση των γραμμάτων και των τεχνών, η οικονομική διάσταση τους απασχολεί σε μεγάλο βαθμό. Φαίνεται πως το κοινό όντως τα αποδέχεται πολύ θετικά. Απ’ την άλλη, αναμφίβολα υπάρχουν πάρα πολλά και πολύ καλά νεότερα μυθιστορήματα. Γεννηθήκατε στη Θεσσαλονίκη, έναν προσφυγικό και ανέκαθεν πολυπολιτισμικό τόπο. Αποτελεί σημείο αναφοράς στα έργα σας; Το 2022 κυκλοφόρησα το πιο προσωπικό μου βιβλίο που αναφερόταν αποκλειστικά και μόνο στη γειτονιά όπου μεγάλωσα στη Νεάπολη, της Θεσσαλονίκης. Γενικά, νομίζω πως ο τόπος όπου γεννήθηκα και έζησα για πολλά χρόνια, διαμόρφωσε την προσωπικότητα και τον ψυχισμό μου καταλυτικά. Επομένως, και ασυνείδητα κάποιες φορές, υπάρχει και υπονοείται στις δουλειές μου ακόμα και ως αίσθηση ή μέσα από μια έκφραση ή μια λέξη. Συχνά έχουμε στο μυαλό μας μια πιο στείρα απόδοση της ιστορίας. Η 9η τέχνη από μόνη της την κάνει ελκυστική; Το αισθητικό και εικαστικό κομμάτι του σχεδίου νομίζω πως βοηθάει να γίνει η ιστορία πιο εύκολα προσβάσιμη σε κάποιον που δεν τον ελκύει ή τη βρίσκει βαρετή. Οπότε, ίσως είναι πιο απλό για κάποιον που δεν θέλει να αφιερώσει χρόνο στην ανάγνωση ενός ιστορικού βιβλίου, να διαβάσει ένα βιβλίο κόμικς. Βέβαια, όποιο κόμικς ασχολείται με κάποιο ιστορικό θέμα δεν είναι είναι αυτομάτως και πάντα και ένα καλό κόμικς. Έχετε γράψει και ένα βιβλίο σχετικά πρόσφατα βασισμένο σε μια αφήγηση για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Ανοίγεται ένα νέο πεδίο μέσω της προφορικής ιστορίας και προσωπικών αφηγήσεων; Αναφέρεστε στο βιβλίο “Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα” που έχουμε κάνει με τον Τάσο Ζαφειριάδη (Εκδόσεις Πατάκη, 2021). Στο συγκεκριμένο έχω κάνει μόνο το σχέδιο, ενώ στο σενάριο που έχει κάνει ο Ζαφειριάδης αποτυπώνεται, σχεδόν αυτούσια, η προφορική αφήγηση των εμπειριών και των αναμνήσεων του παππού του από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Ο Τάσος, εκτός από την επιμέλεια και τη μετατροπή αυτής της αφήγησης σε μορφή σεναρίου, μέσα από τη μεγάλη έρευνα που έκανε, πρόσθεσε στο παράρτημα παρατηρήσεις και επεξηγηματικά κείμενα. Αφιερώνετε φαντάζομαι πολύ χρόνο στην έρευνα. Είναι σημαντικό κι απαραίτητο για εσάς να βασίζονται εξ ολοκλήρου σε πραγματικά συμβάντα, να είναι ανήκουν δηλαδή καθαρά στο ιστορικό είδος; Ναι, όντως η βιβλιογραφική έρευνα είναι χρονοβόρα και απαιτητική, αλλά δεν περιορίζομαι μόνο σ’ αυτήν. Συνήθως, εκτός από το κομμάτι της έρευνας σε βιβλία ιστορίας και τον ημερήσιο τύπο, διαβάζω και λογοτεχνικά έργα που σχετίζονται με την εποχή στην οποία τοποθετείται η αφήγησή μου, για να έχω μια επιπλέον αίσθηση της ατμόσφαιρας. ΠΗΓΗ
  4. Ο πολυτάλαντος δημιουργός Θανάσης Πέτρου το 2002 αφήνει την αγαπημένη του πατρίδα, την Νεάπολη Θεσσαλονίκης και γίνεται… Αθηναίος. Εγκαθίσταται, λοιπόν, αρχικά στα Άνω Πετράλωνα και στην συνέχεια (το 2004) στους Αμπελόκηπους. Την εμπειρία του από την συνοικία, καθώς και τα αξιοθέατά της θα τα παρουσιάσει στο αναγνωστικό κοινό, μέσω του artbook “Τ’ Αμπελοκηπιώτικα της Αθήνας”, το οποίο κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2023, 7 μόλις μήνες από την κυκλοφορία των “Νεαπολίτικων”. Νομίζω ότι δεν μπορούμε να πούμε πολλά για το συγκεκριμένο πόνημα, από την στιγμή που έχει την ίδια θεματολογία κι αφηγηματική χροιά με την προηγούμενη δουλειά του. Κι εδώ έχουμε μία όμορφη περιγραφή της πόλης, με τεράστια επιμονή στα ιστορικά στοιχεία, τα οποία την συνθέτουν. Τα κτήρια, οι δρόμοι, τα γεγονότα και ιδιαίτερα οι προσωπικότητες μιας παλαιότερης εποχής περιγράφονται από την πένα του δημιουργού με τρομερές λεπτομέρειες, που πολλές είναι οι φορές που νόμιζα ότι διαβάζω μία αυθεντική επιστημονική διατριβή, απλά με κατανοητή, για τον μέσο άνθρωπο, γλώσσα. Και φυσικά ο Πέτρου δεν προσπαθεί να χαϊδέψει αυτιά, ούτε να περιγράψει μία ιδανική πόλη. Επαινεί τα καλά, ενώ παράλληλα κατακεραυνώνει τα κακώς κείμενα της εποχής, είτε αυτή ανήκει στο παρελθόν, είτε στο μέλλον. Αυτό που θα μπορούσαμε να επισημάνουμε είναι ότι εδώ παρατηρούμε περισσότερη προσωπική ανάμειξη του δημιουργού στα καρέ του έργου του. Άλλες φορές αυτή είναι απαραίτητη για την αφήγηση κι άλλες απλά επέχει κωμική θέση στην υπόθεση. Επίσης, ο αναγνώστης έχει (κι εδώ) την ευκαιρία να μάθει περισσότερες πληροφορίες για την καθημερινότητα του δημιουργού, άγνωστες (στο ευρύ κοινό) πτυχές της προσωπικότητάς του, καθώς και την επαγγελματική του σταδιοδρομία στο περιοδικό “Εννέα”, του Άγγελου Μαστοράκη. Αλλά και την “Γαλέρα”, του Γιάννη Καλαϊτζή. Εν κατακλείδι, θεωρώ το παρόν πόνημα, μία εξαιρετική συνέχεια του προηγούμενου και τολμώ να πω ότι το βρήκα περισσότερο εμπεριστατωμένο και λεπτομερές. Σε αυτό ίσως να οφείλεται και η μεγαλύτερη ιστορία που έχει η περιοχή. :thinking: Προτείνεται, πρωτίστως σε εκείνους που έχουν διαβάσει τα “Νεαπολίτικα”, για να ακολουθήσουν οι φαν του Θανάση Πέτρου και οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων. Τελευταίοι έρχονται εκείνοι που απλά θέλουν να διευρύνουν τον ορίζοντα γνώσης τους, αλλά και οι συλλέκτες κόμικς. Οι υπόλοιποι δεν νομίζω να εντυπωσιαστούν (αν και είμαι σίγουρος ότι δεν θα χάσουν τον χρόνο τους). Ο εικαστικός τομέας δεν αλλάζει δραματικά σε σχέση με τα “Νεαπολίτικα”. Είναι ανάλαφρος, “σκιτσοειδής”, αλλά διαθέτει όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες όπου χρειάζεται. Εννοείται ότι σε πολλά καρέ γίνεται και χιουμοριστικός. Και πάλι το δυνατό σημείο του σχεδίου θεωρώ ότι είναι η απόδοση των προσώπων και των γενικότερων τοπίων. Το ασπρόμαυρο σχέδιο στέκεται εξαιρετικά, λες και το σχέδιο είναι γεννημένο γι΄ αυτό. Πιστεύω ότι το χρώμα εδώ θα χαλούσε την όλη… μαγεία! Η έκδοση είναι ακριβώς ίδια με την προηγούμενη και μάλιστα σε τέτοιον βαθμό που με μία γρήγορη πρώτη ματιά είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις ποιο είναι ποιο. Κι εδώ έχουμε καλής ποιότητας, γυαλιστερό χαρτί στο εσωτερικό, ενώ τα εξώφυλλα έχουν χαρτονένια υφή. Στo “αυτί” του εξώφυλλου φιγουράρει η σύντομη βιογραφία του δημιουργού, ενώ στο “αυτί” του οπισθόφυλλου έχουμε την εργογραφία του. Μετά το πέρας της ιστορίας υπάρχει μία σελίδα που περιέχει την βιβλιογραφία, από την οποία άντλησε τις πληροφορίες που μας διηγήθηκε ο δημιουργός. Να αναφέρουμε, επίσης, ότι το κόμικ κυκλοφόρησε σε 1000 αντίτυπα, τα οποία ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδα. Τέλος, να πούμε ότι κι εδώ ο αναγνώστης, μαζί με την αγορά του βιβλίου, θα λάβει και μία όμορφη καρτ ποστάλ που απεικονίζει το ίδιο σκίτσο που υπάρχει στο εξώφυλλο του βιβλίου. Αφιέρωμα στον Θανάση Πέτρου
  5. Με «τ’ Αμπελοκηπιώτικά» του (Oblik Editions), ο εκ Θεσσαλονίκης ορμώμενος Θανάσης Πέτρου μάς συστήνει την αθηναϊκή συνοικία μέσα από τη βιωματική ματιά ενός εσωτερικού μετανάστη-δημιουργού κόμικς. Εν αρχή ην η Νεάπολη Θεσσαλονίκης. Στα «Νεαπολίτικα», για τα οποία γράψαμε παλιότερα εδώ («Στην πατρίδα των παιδικών χρόνων», 3/12/2022), ο Θανάσης Πέτρου μάς ξενάγησε στον γενέθλιο τόπο του και σε γνώριμες για εκείνον γειτονιές, μυρωδιές, μνήμες περασμένων δεκαετιών. Τώρα, ο Θανάσης Πέτρου επιστρέφει με κάτι παρόμοιο στη σύλληψη, αλλά αρκετά πιο συνεκτικό στην εκτέλεση. Με τα «Αμπελοκηπιώτικά» του, ο πολυτάλαντος δημιουργός και συνεργάτης του «Καρέ Καρέ» μάς προσφέρει ένα εξαιρετικά καλοδουλεμένο πανόραμα μιας περιοχής, την οποία έζησε όχι ως ντόπιος, αλλά ως έπηλυς ενήλικας: των Αμπελοκήπων της Αθήνας. Πρόκειται για μια υποδειγματική καταγραφή της ιστορίας, της ανθρωπογεωγραφίας, της αρχιτεκτονικής και άλλων τινών μιας ολόκληρης συνοικίας, της οποίας η εξέλιξη κατά τους τελευταίους δύο αιώνες υπήρξε αναπόσπαστα δεμένη με τη μοίρα της αθηναϊκής πρωτεύουσας και τις περιπέτειες του ελληνικού κράτους. Μια καταγραφή που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις εργασίες πολλών αθηναιογράφων, δημοσιογράφων και ρεκτών της τοπικής ιστορίας. Και τούτο γιατί ο σχεδιαστής, συν τοις άλλοις, έχει πραγματοποιήσει μεθοδική έρευνα πάνω σε πλήθος ιστορικών και αρχιτεκτονικών δοκιμίων, διδακτορικών διατριβών, ιστοσελίδων κ.ά., τεκμηριώνοντας πληροφορίες. Στα «Αμπελοκηπιώτικα» συναντάμε τους Αμπελόκηπους μέσα από τις πολλαπλές αναγνώσεις του σχεδιαστή τους. Είναι η ιστορία της συνοικίας όπου οι βυζαντινοί ναΐσκοι με εντοιχισμένα σπαράγματα από αρχαίους ναούς, τα λιγοστά εναπομείναντα νεοκλασικά του 19ου αιώνα και οι προσφυγικές πολυκατοικίες επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας με τις «ουλές» από τα Δεκεμβριανά του ‘44 συνυπάρχουν με το γήπεδο του Παναθηναϊκού, δυστοπικά μπατσοκτίρια και δικαστικά μέγαρα με φασιστική αρχιτεκτονική, καθώς και καμιά δεκαπενταριά νοσοκομεία – «αχρείαστα να ‘ναι». Ταυτόχρονα είναι και ένα είδος αυτοβιογραφίας, και δη αυτοβιογραφίας ενός δημιουργού κόμικς. Γι’ αυτό εδώ υφίσταται εξ αρχής ένας αφηγηματικός άξονας που ενώνει ένα ένα τα κομμάτια του παζλ και μας δίνει μια ιδέα για το πώς η άλλοτε εξοχή πλησίον του άστεως μετατράπηκε στο χαοτικό μπετονένιο συνονθύλευμα του σήμερα. Αυτή η αχαρτογράφητη, αρχικά, περιοχή αποκτά σιγά σιγά ψυχή μέσα από τη μικροϊστορία του Θανάση: του νεοφερμένου εσωτερικού μετανάστη που κατέβηκε από τη Θεσσαλονίκη πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, για να εξειδικευτεί και στη συνέχεια να εργαστεί επαγγελματικά στα κόμικς. Ο (αυτοπαρωδούμενος) Θανάσης είναι η κινητήριος δύναμη του κόμικς, από το οποίο δεν απουσιάζει το χιούμορ. Μέσα από τη χωροχρονική «περιήγησή» του μαθαίνουμε για την ιστορία του νεοκλασικού που στεγάζει το εστιατόριο «Balthazar», για το τι απέμεινε από την Έπαυλη Θων, για το σημείο όπου δολοφονήθηκε ο Ίων Δραγούμης, αλλά και για τη χουντική ιστοριούλα πίσω από τον Πύργο Αθηνών. Ιδιαίτερης συναισθηματικής σημασίας για τους κομιξόφιλους, οι αναφορές στους αείμνηστους Άγγελο Μαστοράκη (σ. 43) και Γιάννη Καλαϊτζή (σ. 77). Ένα αξιοζήλευτο εγχείρημα που είναι βέβαιο ότι θα βρει μιμητές και συνεχιστές. Και το σχετικό link...
  6. Με αφορμή το "2018 Έτος Χαλεπά", το δίδυμο Βανέλλη & Πέτρου μας παραδίδει τη βιογραφία ενός μοναδικού γλύπτη, που είναι ταυτόχρονα και μια καταγραφή των προκαταλήψεων περί των ψυχικών νόσων, όπως και την αδυναμία αντιμετώπισής των (όχι μεγάλη διαφορά από το σήμερα δηλαδή). Βασισμένη σε πλούσια βιβλιογραφία, η ζωή του Χαλεπά απεικονίζεται σε ασπρόμαυρο (ή μάλλον γκριζόμαυρο) φόντο με τον Πέτρου να παραδίδει την πιο λεπτομερή δουλειά του, με πιστότητα απαραίτητη ώστε να λάμψει η μαστοριά και η έμπνευση του γλύπτη. Μαστοριά και από τους δύο συντελεστές του βιβλίου, η οποία αποτυπώθηκε και στις πωλήσεις με αποτέλεσμα το κόμικ να βρίσκεται ήδη στη 2η έκδοσή του. Για όποιον θέλει να διαβάσει ένα απόσπασμα από το βιβλίο εδώ... Ευχαριστούμε για το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο της Ε' έκδοσης τον Mandrake.
  7. Η έκθεση του ΕΕΤΕ : 1922-2022 Έξοδος-Διέξοδος συνεχίζεται στο Καπνεργοστάσιο με μεγάλη επιτυχία μέχρι τις 15 Ιούνη. Όσοι δεν έχετε πάει, την συστήνω ανεπιφύλακτα. Στα πλαίσια των παράλληλων εκδηλώσεων θα γίνει μια συζήτηση που θα ενδιαφέρει όλους τους φίλους των κόμικς -και όχι μόνο! Ο Θανάσης Πέτρου, δημιουργός των κόμικς 1922 Το τέλος ενός ονείρου, 1923 Εχθρική πατρίδα, Οι όμηροι του Γκαίρλιτς κ.α , μαζί με τον Θανάση Καραμπάλιο - 1800, Το Αιγαίο στις φλόγες κ.α θα μιλήσουν για τα κόμικς και την Ιστορία. Θα τους συντονίζει ο Πάνος Ζάχαρης. Την Πέμπτη 8 Ιούνη στις 7:00 !
  8. Η έκθεση του ΕΕΤΕ : 1922-2022 Έξοδος-Διέξοδος συνεχίζεται στο Καπνεργοστάσιο με μεγάλη επιτυχία μέχρι τις 15 Ιούνη. Όσοι δεν έχετε πάει, την συστήνω ανεπιφύλακτα. Στα πλαίσια των παράλληλων εκδηλώσεων θα γίνει μια συζήτηση που θα ενδιαφέρει όλους τους φίλους των κόμικς -και όχι μόνο! Ο Θανάσης Πέτρου, δημιουργός των κόμικς 1922 Το τέλος ενός ονείρου, 1923 Εχθρική πατρίδα, Οι όμηροι του Γκαίρλιτς κ.α , μαζί με τον Θανάση Καραμπάλιο - 1800, Το Αιγαίο στις φλόγες κ.α θα μιλήσουν για τα κόμικς και την Ιστορία. Θα τους συντονίζει ο Πάνος Ζάχαρης. Την Πέμπτη 8 Ιούνη στις 7:00 !
  9. Ο Θανάσης Πέτρου, συνεχίζοντας το πολύ επιτυχημένο αφηγηματικό του στυλ, κυκλοφορεί τον Σεπτέμβριο του 2022 ένα νέο graphic novel, το οποίο θα μπορούσαμε (ανάμεσα σε πολλούς άλλους χαρακτηρισμούς) να το πούμε και ιστορικό. Ο λόγος για “Τα Νεαπολίτικα: Οδοιπορικό παιδικών αναμνήσεων”, ένα κόμικ το οποίο σκοπό έχει να μας συστήσει την Νεάπολη της Θεσσαλονίκης, να μας σεργιανίσει στους δρόμους της και να μας κάνει κοινωνούς στις αναμνήσεις που είχε ο συγγραφέας (ο οποίος κατάγεται και μεγάλωσε εκεί) από την περιοχή. Το σενάριο (αν θα μπορούσαμε να το πούμε έτσι) είναι ένα είδος ημερολόγιο με σκίτσα, στο οποίο ο Πέτρου περιγράφει την περιοχή και τους ανθρώπους της, όπως τα έζησε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και την αυγή των ‘80s. Κι όπως συμβαίνει σε όλες τις αναμνήσεις, κάποιες είναι ευχάριστες, κάποιες θλιβερές, αλλά όλες ανεκτίμητες για εκείνον που τις έζησε κι αυτό αποδεικνύεται περίτρανα εδώ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η γλώσσα του κόμικ, η οποία έχει δανειστεί πολλά στοιχεία από την ντοπιολαλιά που υπάρχει στην περιοχή. Ο δημιουργός, πιστός στο ερευνητικό του δαιμόνιο, δεν στηρίχθηκε μόνο στις προσωπικές του αναμνήσεις αλλά άντλησε πληροφορίες και ιστορικά στοιχεία κι από άλλους Νεαπολίτες, με αποτέλεσμα το έργο του, όσον αφορά την αξιοπιστία, να αγγίζει το τέλειο. Από την πένα του αποτυπώνονται τα κτήρια, οι δρόμοι και οι άνθρωποι της περιοχής, ενώ επιχειρείται μία σύγκριση του παρελθόντος με το παρόν. Επίσης, δεν λείπουν και οι δύσκολες καταστάσεις (όπως ο καταστροφικός και θανατηφόρος σεισμός του 1978), που περιγράφονται μέσα από τα μάτια του μικρού τότε Θανάση, ενώ παράλληλα ο αναγνώστης έχει την χαρά να γνωρίζει πολλές σημαντικές στιγμές και λεπτομέρειες από την προσωπική ζωή του δημιουργού. Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα όμορφο πόνημα, που έχει κάτι από την ιστορική αφήγηση που μας έχει συνηθίσει ο Πέτρου μέσα από τις δουλειές του, αλλά κινείται σε ένα πιο προσωπικό επίπεδο. Προσωπικά την βρήκα μία αξιόλογη κίνηση, η οποία πρωτίστως θα συγκινήσει και θα γοητεύσει τους συμπατριώτες του δημιουργού. Έτσι στους πρώτους που το προτείνω είναι σε εκείνους, ενώ φυσικά πρέπει να το διαβάσει και το φανατικό κοινό του. Οι υπόλοιποι μπορείτε να το διαβάσετε και είμαι σίγουρος ότι θα σας ξυπνήσουν (όπως συνέβη και σε εμένα) όμορφες αναμνήσεις από τα μικράτα σας. Το σχέδιο νομίζω ότι έρχεται σε δεύτερη μοίρα, καθώς έχουμε μία δυνατή αφήγηση. Τα σκίτσα, άλλοτε αφηρημένα κι άλλοτε με κάποια συνοχή, αναλαμβάνουν να οπτικοποιήσουν την όμορφη αφηγηματική ροή που επιχειρείται σε κάθε σελίδα και να κάνουν τον αναγνώστη να νιώσει ότι βρισκόταν κι εκείνος εκεί. Ο Πέτρου έχει δώσει μεγάλη προσοχή στην σωστή απόδοση των κτισμάτων, τα οποία κάποια είναι από μνήμης και κάποια από παλιές φωτογραφίες κι από πληροφορίες που μοιράστηκαν μαζί του οι συμπατριώτες του. Η χρωματική παλέτα επάνω στην οποία κινείται ο εικαστικός τομέας είναι βασισμένη στο άσπρο και το μαύρο. Μία επιτυχημένη συνταγή, αν θέλετε την άποψή μου κι αυτό γιατί το σκίτσο δεν βρίθει λεπτομερειών να χρειάζεται έγχρωμο μελάνι, την ίδια ώρα που έχουμε να κάνουμε με εξιστόρηση αναμνήσεων, που όπως και να το κάνουμε, όταν μιλάμε για το παρελθόν, έχουμε συνηθίσει τους τόνους του γκρίζου. Με την πρώτη ματιά η δομή της έκδοσης μού θύμισε σύγγραμμα Πανεπιστημίου, λόγω του πολύ άσπρου εξώφυλλου! Το εξώφυλλο είναι χαρτονένιο (αλλά όχι πρόχειρο) κι έχει “αυτάκια”, που στο ένα (στο εξώφυλλο) υπάρχει ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του δημιουργού και στο άλλο (στο οπισθόφυλλο) υπάρχει η βιβλιογραφία του. Στην αρχή της ιστορίας βρίσκουμε μία αυτοπροσωπογραφία του ίδιου του δημιουργού να μας εισάγει στο έργο του και να μας δίνει τις απαραίτητες πληροφορίες (αλλά και διάφορα σκίτσα που φτιάχτηκαν μέσα σε λίγες ημέρες του Ιανουαρίου, του Μαρτίου και του Μαΐου του 2022, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου) για να ξεκινήσουμε μαζί του το ταξίδι στο παρελθόν. Μετά το πέρας της κύριας εξιστόρησης, ο Πέτρου, αναλαμβάνει να μας παρουσιάσει, σε ένα τμήμα που το αποκαλεί “Μεταβιβλίο” τις πληροφορίες που κατάφερε να αντλήσει από τους Νεαπολίτες που είδαν τα πρώτα σκίτσα του στο διαδίκτυο κι αποφάσισαν να συμβάλλουν όσο μπορούν στην διάνθηση και την σωστή τεκμηρίωση του συγκεκριμένου πονήματος. Το βιβλίο θα ολοκληρώσει την ύλη του με έναν χάρτη της Νεάπολης, που περιέχει τα σημεία στα οποία αναφέρεται ο δημιουργός και μάλιστα φέρουν αριθμούς που παραπέμπουν στις αντίστοιχες σελίδες. Μαζί με το βιβλίο, ο αναγνώστης θα πάρει και μία όμορφη καρτ ποστάλ με το ίδιο σκίτσο που φέρει και το εξώφυλλο. Το έργο, μπορεί να ρίχνει αυλαία, αλλά δεν φαίνεται να ολοκληρώνεται, μιας και μετά ξεκινάει η εποχή των Αμπελοκηπιώτικων της Αθήνας, αλλά γι΄ αυτό θα μιλήσουμε σε επόμενη… παρουσίαση. Άρθρο για το κόμικ στην Εφημερίδα των Συντακτών Άρθρο για το κόμικ στην vivlioniki Αφιέρωμα στον Θανάση Πέτρου
  10. Πώς μεταφέρεις ιστορικά γεγονότα στα καρέ της ένατης τέχνης; Δύο κομίστες με εμπειρία στο είδος αναλύουν τη μακρά διαδικασία, αλλά κοιτούν και τις ενδεχόμενες, αλλά όχι πάντα απαραίτητες, εκπαιδευτικές προεκτάσεις του ιστορικού κόμικ. Στην Ελλάδα, ήδη από τη δεκαετία του '50 έχουμε κόμικ ιστορικού ενδιαφέροντος στη σειρά «Κλασσικά Εικονογραφημένα». Έχουν περάσει περισσότερα από 70 χρόνια από όταν τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα» έφτασαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, όχι μόνο για να χωρέσουν σε καρέ κόμικ κείμενα αναφοράς από την παγκόσμια λογοτεχνία, αλλά και για να καταπιαστούν με θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος. Τον Οκτώβριο του 1953 στα περίπτερα της εποχής κρεμάστηκε ένα «Κλασσικό» διαφορετικό από τα άλλα: ήταν η ιστορία του «Περσέα και της Ανδρομέδας» φιλοτεχνημένη από τον Κώστα Γραμματόπουλο και γραμμένη από τον Βασίλη Ρώτα. Ήταν το πρώτο κόμικ μιας νέας κατηγορίας των «Κλασσικών Εικονογραφημένων» με θέματα βγαλμένα «Από τη Μυθολογία και την Ιστορία της Ελλάδας». Ακολούθησαν δεκάδες τεύχη με ιστορίες από το Βυζάντιο, την Ελληνική Επανάσταση, αλλά και την αρχαία μυθολογία. Μια νέα κατηγορία κόμικ εδραιωνόταν πλέον και στα μέρη μας, στα οποία συνεχίζει να δημιουργεί με επιτυχία μέχρι και σήμερα: το ιστορικό κόμικ. Πλέον εδώ και χρόνια τα κόμικ δίνουν όλο και περισσότερο τη σκυτάλη σε πιο ολοκληρωμένες και προσεγμένες δουλειές, τα λεγόμενα graphic novels, που όχι μόνο είναι πιο εκτενή, αλλά αγγίζουν και θέματα που κάποτε, χωρούσαν μόνο σε «σοβαρά» συγγράμματα. Το κόμικ γίνεται πλέον μια μορφή «εκλαϊκευμένης επιστήμης» που καταφέρνει να προσφέρει διασκέδαση και γνώση την ίδια στιγμή, απαλλαγμένο από δαιδαλώδεις αφηγήσεις και λεπτομέρειες που ενδεχομένως θα κούραζαν κάποιους αναγνώστες. Και η απήχηση είναι μεγάλη. Να θυμηθούμε πως πριν λίγες μέρες μάθαμε πως το graphic novel «Αριστοτέλης» που έκαναν οι έμπειροι με την ιστορία κομίστες Τάσος Αποστολίδης και Αλέκος Παπαδάτος, μεταφράζεται αυτή τη στιγμή σε επτά γλώσσες, από γερμανικά μέχρι κινέζικα. Από τις ιστορικές μάχες, στις «μάχες» με το πενάκι Πόσο εύκολο είναι όμως να μπορέσει κανείς να μετουσιώσει την πολυπλοκότητα των ιστορικών γεγονότων σε μία πιο απλή και άμεση αφήγηση όπως είναι αυτή των κόμικ; Και μάλιστα χωρίς να είναι συγχρόνως και ιστορικός; Με «πολλή βιβλιογραφική έρευνα, πολύ διάβασμα και πολλές σημειώσεις», θα απαντήσει ο Θανάσης Πέτρου. Αυτό έκανε και ο ίδιος προκειμένου να προετοιμαστεί για graphic novels του όπως το «1922 – Το Τέλος του Ονείρου» που ταξιδεύει πίσω στις σκοτεινές ημέρες της Μικρασιατικής Καταστροφής, αλλά και το «Οι Όμηροι του Γκαίρλιτς», που αποπειράται να πει μία αληθινή ιστορία της περιόδου του Εθνικού Διχασμού. Απόσπασμα από κόμικ του Θανάση Πέτρου Η ιστορική έρευνα για ένα τέτοιο εγχείρημα είναι απαραίτητη και μακρόχρονη. Για να κάνει το «Αϊβαλί» και το «’21 – Η Μάχη της Πλατείας» (για τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Επανάσταση του 1821, αντίστοιχα), ο Soloύp χρειάστηκε για το καθένα τρία με τέσσερα χρόνια εντατικής μελέτης: «Τα δέκα-είκοσι βιβλία για “βιβλιογραφία” και μερικά σερφαρίσματα, δυστυχώς δεν επαρκούν για μια σοβαρή έρευνα», εξηγεί. Κι αυτός ο χρόνος είναι απαραίτητος «για έναν ακόμα σημαντικό λόγο: Να ωριμάσει, να κατασταλάξει η επαφή με τα γεγονότα της ιστορίας και να μην παρασυρθούμε από απλουστεύσεις, κλισέ και έντονα υποκειμενικές προσεγγίσεις», σημειώνει ο κομίστας. Πάντως, αυτό είναι ένα στάδιο που ο Θανάσης Πέτρου βρίσκει ιδιαίτερα γοητευτικό γιατί σε αυτό ανακάλυπτε «στοιχεία και λεπτομέρειες, ώστε να μπορέσω να κάνω συσχετισμούς, οι οποίοι με τη σειρά τους με βοήθησαν να σχηματίσω μια πιο σφαιρική άποψη για τα γεγονότα της περιόδου που με ενδιέφερε». Μια ιστορική αφήγηση, είτε σε κόμικ είτε σε οποιαδήποτε άλλη μορφή της, πρέπει να αποτυπώνει μία εποχή όχι μόνο οπτικά και μεταφέροντας ένα πλαίσιο γεγονότων, αλλά και να μπορεί να μιλήσει τη γλώσσα του εκάστοτε τόπου και χρόνου. Όχι όμως και να ξενίζει τον σύγχρονο αναγνώστη. Ο δημιουργός των «Ομήρων του Γκαίρλιτς» βάζει στο τραπέζι δύο σημαντικούς παράγοντες που πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του όταν διαμορφώνει ιστορικούς ήρωες: «Από τη μία μπορεί να έχουμε περιγραφές με τη μορφή voice over και από την άλλη έχουμε διαλόγους. Οι περιγραφές ακολουθούν τους κανόνες της γραπτής αφήγησης, ενώ οι διάλογοι ακολουθούν τους κανόνες του προφορικού λόγου. Αν θέσουμε και το ζήτημα της ιστορικότητας, και με δεδομένο ότι η ελληνική γλώσσα είχε δύο μορφές, την καθαρεύουσα και την καθομιλουμένη δημοτική, τότε τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο». Ο ίδιος στις δουλειές του προσπαθεί να διατηρήσει τον διαφορετικό τρόπο ομιλίας που αρμόζει σε κάθε περίσταση: «Στα κόμικ μου “μιλάνε” διαφορετικά οι Μικρασιάτες πρόσφυγες και διαφορετικά οι μάγκες από τον Πειραιά, ή χρησιμοποιώ αυθεντικά κείμενα σε καθαρεύουσα όταν αυτό είναι απαραίτητο». Παρόμοια μέθοδο χρησιμοποιεί και ο Soloύp με τη διαφορά πως, σε περιπτώσεις που στις προαναφερθείσες δουλειές του χρειάστηκε να παραθέσει πηγές ή να εντάξει κείμενα άλλων συγγραφέων και ιστορικών στην αφήγηση, τότε προσπάθησε να παραμείνει πιστός στο πρωτότυπο κείμενο και το αρχικό ύφος, που κάποιες φορές μπορεί να ρέπει προς μια πιο δοκιμιακή γλώσσα. Από graphic novel του Θανάση Πέτρου Δεν παύει βέβαια ακόμα και ένα ιστορικό κόμικ να είναι μια νέα αφήγηση, με τη ματιά και την κατεύθυνση που του δίνει ο δημιουργός του. Μια προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στον πολύ «αυτοσχεδιασμό» αλλά και τον κίνδυνο να καταλήξει μία ιστορία σε ένα συνεχές εγκυκλοπαιδικό «fact checking» της ιστορικής πραγματικότητας. Ο Θανάσης Πέτρου δεν θέλει τα graphic novels του να καταλήγουν να γίνονται «στεγνά, ιστορικά ντοκιμαντέρ». Εξακολουθεί βέβαια να προσέχει τι βάζει και πού: «Οι χαρακτήρες, αφού εντάσσονται σ’ ένα ιστορικό πλαίσιο, πιστεύω πως πρέπει να συμβαδίζουν με τις πολιτιστικές και κοινωνικές συνθήκες αλλά και την επικρατούσα ιδεολογία της εποχής, είτε συμφωνώ είτε διαφωνώ μ’ αυτή. Δεν νομίζω ότι θα εξυπηρετούσε ιδιαιτέρως την αφήγησή μου για τη Μικρασιατική Εκστρατεία η ύπαρξη ενός άθεου, αναρχικού, αντιπατριώτη στρατιώτη που υπηρετούσε στον Ελληνικό Στρατό το 1922. Η ύπαρξη ενός τέτοιου χαρακτήρα δεν θα έπειθε ιδιαιτέρως τον αναγνώστη μου», παραδέχεται. Έπειτα βέβαια, η υπερβολική προσήλωση στην πραγματικότητα μπορεί τελικά να φέρει τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα: «Η υπερβολική λεπτομέρεια τόσο στην εικόνα (για παράδειγμα εμμονή στις λεπτομέρειες μιας στολής ή ενός κτιρίου) ή μια επίδειξη γνώσεων ιστορίας από τον δημιουργό μέσα στην αφήγηση» κρίνει ο Soloύp πως είναι στοιχεία που μπορεί τελικά «να υπονομεύσουν την ιστορική αληθοφάνεια». Εκτός κι αν πρόκειται για ένα αισθητικό ή αφηγηματικό ζητούμενο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των «300» του Φρανκ Μίλλερ. Αυτό που τελικά είναι το κλειδί για την επιτυχή δημιουργία ενός ιστορικού κόμικ, είναι να δώσει ο δημιουργός του στον εαυτό του και τη διαδικασία τον απαραίτητο χρόνο ωρίμανσης. «Η ωρίμανση της αντίληψής μας για τα ιστορικά γεγονότα και τις πηγές που μελετήσαμε από τη μια και η εικαστική αφαίρεση απ’ την άλλη, είναι ένας δρόμος που μας οδηγεί τελικά πιο κοντά σε αυτό που συνέβη στην πραγματικότητα», συμπεραίνει ο Soloύp. Πρώτη ώρα: Ιστορία σε κόμικ Η ιστορία είναι και κάτι, βέβαια, που πολλοί έχουμε συνδέσει με ένα εκπαιδευτικό και δη σχολικό πλαίσιο, κάτι που για να το πούμε απλά κάναμε σαν παιδιά όταν δεν διαβάζαμε κόμικ. Αν και το κόμικ δεν είναι κάτι που αφορά φυσικά μόνο τα παιδιά, πού έρχονται τελικά αυτοί οι δύο κόσμοι να συναντηθούν; Μπορεί να γίνει η ένατη τέχνη ένα εργαλείο μιας πιο ευχάριστης και αφομοιώσιμης εκπαίδευσης; Σκίτσο του Soloύp Δεν ήταν ποτέ μέσα στις προθέσεις του Θανάση Πέτρου να πάρουν τα κόμικ του έναν εκπαιδευτικό χαρακτήρα, παρ’ όλα αυτά κάποτε επικοινώνησαν μαζί του εκπαιδευτικοί που του είπαν πως χρησιμοποιούν τα κόμικ του ως επικουρικό εκπαιδευτικό υλικό στις σχολικές τάξεις. Ο Soloύp από την άλλη έχει δει στην πράξη το κόμικ να λειτουργεί σαν εκπαιδευτικό εργαλείο, μέσα από εργαστήρια που κάνει συστηματικά την τελευταία δεκαετία και παρουσιάσεις του σε σχολεία και πανεπιστήμια. Όπως και να ‘χει, όποιος αναγνώστης πιάσει στα χέρια του ένα ιστορικό graphic novel σίγουρα κάτι θα μάθει. Μέλημα πάντως του Θανάση Πέτρου κάθε φορά που καταπιάνεται με μια καινούργια του δουλειά είναι «να κάνω κάτι που έχει ιστορική πιστότητα, και ταυτόχρονα μέσα από τις επιλογές μου, να μπορώ να εκφράσω και τη δική μου άποψη». Και όπως καταλήγει και ο Soloύp πρέπει πάντα να θυμόμαστε το εξής: Ότι τα κόμικ είναι τελικά «μια αυτόνομη τέχνη λόγου και εικόνας με εξαιρετικές αφηγηματικές και εικαστικές δυνατότητες. Μια εύκολα προσβάσιμη τέχνη που αφορά όλες τις ηλικίες, τις αισθητικές και τα γούστα. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνούν ούτε οι εκδότες και κυρίως οι ίδιοι οι δημιουργοί». Και το σχετικό link...
  11. Ο κομίστας Θανάσης Πέτρου μεταφέρει τους αναγνώστες της «Κ» στα Χριστούγεννα του 1922 με χιούμορ και προβληματισμό. «Πολύς κόσμος, ο συνηθισμένος κόσμος, των Χριστουγεννιάτικων ημερών κατέκλυσε χθες την αγοράν διαπραγματευόμενος και ψωνίζων τα απαραίτητα διά την Χριστουγεννιάτικην τράπεζαν. Αλλά ουδεμίαν ποτέ άλλοτε παραμονήν Χριστουγέννων η αγορά παρουσίασε τοσαύτην ανεπάρκεια τροφίμων. Τα κρέατα γενικώς ήσαν ολίγα. Οι αμνοί δε ελάχιστοι και μόνον μέχρι της μεσημβρίας. […] Αλλά και αυτά που υπήρχον εν αφθονία και περισσότερον τα ανεπαρκή εις τεραστίας τιμάς», έγραφε η στήλη για την κίνηση της αγοράς στην «Καθημερινή» ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1922. Το κύριο άρθρο με τίτλο «Επί ποδός» υπογράμμιζε τη δεκαετία των πολέμων και του σπαραγμού και υπερθεμάτιζε τον «πόθο» της Ελλάδας και τις θυσίες της για ειρήνη. Βρισκόμαστε μόλις τρεις μήνες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και η Διάσκεψη της Λωζάννης είναι σε πλήρη εξέλιξη. Στις πολιτικές στήλες της «Κ» ανακοινωνόταν η ίδρυση των «Συνδέσμων Εθνικής Σωτηρίας» και φιλοξενούνται δηλώσεις του Νικόλαου Πλαστήρα. Στην τελευταία σελίδα η ανταπόκριση από το Λονδίνο για τη στάση που θα κρατήσει η Βρετανία στις διαπραγματεύσεις της Λωζάννης γράφει «Προτιμωτέρα η διαφωνία από οιανδήποτε επισφαλή συμφωνία». Στο πρωτοσέλιδο, η κεντρική φωτογραφία είναι ένας πίνακας με θέμα τη Γέννηση του Χριστού. Η συμπλήρωση 100 ετών από τη Μικρασιατική Καταστροφή παρήγαγε νέες μελέτες, έρευνες, άρθρα, έναν μεγάλο όγκο πληροφοριών για την εποχή και τις συνθήκες που επικρατούσαν. Αποχαιρετώντας το επετειακό έτος επιλέξαμε, αντί ενός ακόμη κειμένου, μια εικονογραφημένη ιστορία για τα Χριστούγεννα του 1922 από το πενάκι του γνωστού κομίστα Θανάση Πέτρου. Και το σχετικό link...
  12. Στο νέο του γκράφικ νόβελ, ο Θανάσης Πέτρου μας καλεί σε ένα οδοιπορικό στη Νεάπολη των παιδικών του αναμνήσεων. «Μόνη πατρίδα τα παιδικά μας χρόνια» λέει ένα χιλιογραμμένο σύνθημα. Σε αυτή την «πατρίδα» επιστρέφει ο Θανάσης Πέτρου καλώντας μας να την περιδιαβούμε μαζί του. Και η πατρίδα αυτή έχει όνομα: Νεάπολη Θεσσαλονίκης. Πάντα απολαμβάνω αφηγήσεις από την παιδική ηλικία. Όχι τόσο για τις αμήχανες πλευρές μιας ευάλωτης ανωριμότητας που όλοι/ες θα θέλαμε να ξεχάσουμε, όσο για την αναβιωτική περιγραφή ενός κόσμου που, αν και ενδεχομένως χωροχρονικά διαφορετικός, γίνεται αίφνης στα μάτια μας οικείος, μέσα από το πρίσμα του κοινού παιδικού βιώματος. Αυτό συνειδητοποιώ κάθε φορά που ξαναπιάνω στα χέρια μου κόμικς όπως το «Maus» του Αρτ Σπίγκελμαν, το «Persepolis» της Μαριάν Σατραπί, το «Blankets» του Κρεγκ Τόμπσον, αλλά και το «Χωριό» του Αποστόλη Ιωάννου. Ιστορίες από τελείως διαφορετικούς τόπους και χρόνους, αλλά με κοινή συνισταμένη το αυτοβιογραφικό στοιχείο, την προσωπική μαρτυρία, τη βιωματική ματιά της παιδικής ηλικίας. Ο Θανάσης Πέτρου (καλλιτέχνης κόμικς, διδάσκων στην ΑΚΤΟ, καθηγητής γαλλικών, μεταφραστής, μουσικός και εκλεκτός συνεργάτης μας στο Καρέ Καρέ) είναι αναμφισβήτητα από τους πιο παραγωγικούς και πολύπλευρους εγχώριους δημιουργούς. Προς τούτο συνηγορεί πρωτίστως ο όγκος των έργων του, που αριθμούν ήδη δεκαέξι τίτλους (μεταξύ των οποίων: «Το Γιούσουρι», «Γρα-Γρου», «1922»). Με τα «Νεαπολίτικα», ο Πέτρου μάς δίνει την πιο προσωπική του, μέχρι τώρα, δουλειά. Πρόκειται για ένα σκιτσογραφικό οδοιπορικό του δημιουργού στις γειτονιές της Νεάπολης και συνάμα μια a posteriori ιχνηλάτηση των αναμνήσεών του, μια περιδιάβαση στα μονοπάτια της μνήμης, ατομικής και συλλογικής. Όπως ο ίδιος γράφει: «Δεν με ενδιέφερε να κάνω έναν ιστορικό, ανθρωπολογικό, “οδικό” χάρτη της Νεάπολης. […] Ήθελα όμως να είναι κάτι πιο προσωπικό, έστω κι αν αυτό μοιάζει πιο περιορισμένης κλίμακας». Και τούτο χωρίς «καμιά διάθεση ωραιοποίησης ή αγιοποίησης του παρελθόντος». Με εμφανή, εξαρχής, την απουσία αφηγηματικού πλάνου, ο Πέτρου υιοθετεί ένα είδος αυτόματης υπερρεαλιστικής γραφής για να μας «ξεναγήσει» στην παλιά του γειτονιά, η οποία αναβιώνει εμπρός μας μέσα από την αρχιτεκτονική του τοπίου της, αλλά και από παλιές φωτογραφίες: ταπεινές μονοκατοικίες, που κάποτε στέγαζαν φίλους παιδικούς, συνυπάρχουν με πολυκατοικίες που υψώθηκαν επί χούντας και στα πρώτα χρόνια της «Αλλαγής». Ερείπια προπολεμικών σπιτιών που κατοικούνταν από Αρμένηδες και Πόντιους, ρημάζουν δίπλα σε οικήματα με τάσεις λαϊκού μοντερνισμού. Και από τον ρωμαϊκό πύργο του Κλαυδιανού, νά σου το συμμαχικό νεκροταφείο, με τα μνήματα 20.000 στρατιωτών της Αντάντ (Γάλλων και Σέρβων κυρίως) από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ενώ στο φόντο όλου αυτού του – μεταπολεμικά διαμορφωμένου – αστικού τοπίου, τα φαντάσματα δεκάδων χιλιάδων μουσουλμάνων και Εβραίων επιμένουν να στοιχειώνουν μια πόλη που έχει, σχεδόν παντελώς, εξαφανίσει την υλικότητα της μνήμης τους. Χρονικό πεδίο απ’ όπου ξεπηδούν οι παιδικές αναμνήσεις, τα τέλη των 70s και οι αρχές των 80s. Μετά τα σεργιανίσματα στα χαλάσματα και τα καλντερίμια, ο Πέτρου πιάνει το δικό του νήμα από την αρχή. Θυμάται συνειρμικά το πατρικό του και τα πρώτα σχολικά του χρόνια. Στη συνέχεια οι σκανταλιές, ένα αθώο σκίρτημα, τα πρώτα (και τελευταία) κατοικίδια. Ο καταστροφικός σεισμός του 1978. Ο Αγγελάκας και ο… Σαρτζετάκης – αμφότεροι γεννήματα-θρέμματα της Νεάπολης. Και, πού και πού, να «αναδίδονται» μυρωδιές: από την πούλπα ροδάκινου, από το αχνιστό σαλέπι, από τον φούρνο της Κασσιανής… Στα «Νεαπολίτικα» η μικροϊστορία συμπλέκεται, κυριολεκτικά, με τη μεγάλη Ιστορία. Το ασπρόμαυρο σχέδιο, η γλαφυρή απόδοση των κτιρίων, η αποτύπωση της καθημερινότητας των λαϊκών στρωμάτων, αλλά και ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας μάς θυμίζουν αρκετά το «Συμβόλαιο με τον Θεό» («A Contract with God»), το αυτοβιογραφικό έργο του Γουίλ Άϊσνερ που σκιαγραφεί κι εκείνος την παιδική του ηλικία στις εβραϊκές φτωχογειτονιές του Μπρούκλιν. Συμπτωματικά, ο Άϊσνερ δημιούργησε το εμβληματικό γκράφικ νόβελ του το 1978, ακριβώς τη χρονική περίοδο κατά την οποία ο Θανάσης Πέτρου βίωσε τις εμπειρίες που περιγράφει στα «Νεαπολίτικα», μία από τις οποίες ήταν η πρώτη του επαφή με τον μαγικό κόσμο των κόμικς. Και το σχετικό link...
  13. Το 2019 το ταξίδι ξεκίνησε με τους “Ομήρους του Γκαίρλιτς”. Το 2020 ήταν εκεί για να μας αφηγηθεί τα καταστροφικά γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής, στο “1922: Το τέλος ενός ονείρου”. Το 2022, λοιπόν, είναι η ώρα για την συνέχεια αυτών των ιστορικών αφηγημάτων, με ένα νέο graphic novel, που φέρει τον τίτλο “1923: Εχθρική Πατρίδα”. Ο αγαπημένος κομίστας Θανάσης Πέτρου, εκπονεί ακόμα μία εξαιρετική ιστορική δουλειά, η οποία ουσιαστικά αποτελεί την συνέχεια του προηγούμενου graphic novel του. Η ιστορία αφηγείται τον ξεριζωμό των κατοίκων των παράλιων της Μικράς Ασίας, θύματα της αποτυχίας της επιχείρησης “Μεγάλη Ελλάδα” και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν όταν πάτησαν το κουρασμένο πόδι τους στο ελλαδικό έδαφος. Άνθρωποι ρημαγμένοι, που χωρίστηκαν από τις οικογένειές τους και που για τους Τούρκους ήταν Έλληνες, ενώ για τους Έλληνες ήταν Τούρκοι. Όσον αφορά το… σενάριο του κόμικ, νομίζω ότι δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Τόσο ο ρεαλισμός των γεγονότων, όσο και το ταλέντο του βετεράνου κομίστα, αποτελούν τον καλύτερο συνδυασμό και δεν νομίζω να υπάρξει κάποιος αναγνώστης που θα δυσαρεστηθεί. Ο Πέτρου συνθέτει μία πλοκή με απόλυτη γραμμικότητα, πιάνοντας την άκρη του νήματος με την εισαγωγή δύο πρωταγωνιστών, του Γιώργου Αμπατζή και του Σπύρου Τζανέτου, δύο συμπολεμιστών, που πήραν τα απολυτήριά τους και βρέθηκαν στον Πειραιά. Ο μεν Γιώργος, Σμυρνιός κι αποκομμένος από τους δικούς του, που τους έχασε μέσα στον χαμό, ο δε Σπύρος, από την Ζάκυνθο, να μην έχει ούτε τα ναύλα να επιστρέψει στο νησί του. Μέσω αυτών των δύο κεντρικών χαρακτήρων θα αποκαλυφθεί η άθλια καθημερινότητα των προσφύγων, η καχύποπτη (στα όρια της εχθρικής) αντιμετώπισή τους από τους “γηγενείς” Έλληνες, καθώς και η εκμετάλλευσή τους από διάφορους επιτήδειους. Επίσης, γινόμαστε μάρτυρες μίας αξιόλογης παράθεσης της πολιτικής κατάστασης της εποχής, την ώρα που τα σύννεφα μίας εμφύλιας σύρραξης πλανώνται στον ορίζοντα και φυσικά δεν παραλείπεται η περιγραφή της μποέμικης ζωής. Όμορφες κι απρόσμενες προσθήκες μερικά από τα ιερά τέρατα του ρεμπέτικου τραγουδιού, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης κι ο Στελλάκης Περπινιάδης. Μεγάλο κεφάλαιο αποτελεί το φινάλε, το οποίο έχει μία απρόσμενη εξέλιξη και πλημμυρίζει από έντονα συναισθήματα. Ειδικότερα, η πλοκή έχει τον κλασικό χαρακτήρα, που συναντάμε και στο “1922”, ένα μοτίβο που φαίνεται να χαρακτηρίζει τον δημιουργό. Ομολογώ ότι η εναλλαγή των σκηνών γίνεται με μία μικρή ασυνέχεια, αλλά δεν μπορώ να πω σε καμία περίπτωση ότι με κούρασε. Όλες οι σκηνές έβγαζαν δυναμισμό και συγκινούν, ενώ υπάρχουν και μερικές που μου προκάλεσαν έκπληξη ( όπως η εν ψυχρώ δολοφονία ή οι πρόστυχες επιχειρηματικές “βλέψεις” του Μπάμπη). Βαθιά νοήματα δεν υπάρχουν, ο λόγος είναι αποτυπωμένος με την ντοπιολαλιά της εποχής και δεν γίνεται καμία προσπάθεια ωραιοποίησης ή λείανσης των γεγονότων. Ένας απίστευτος ρεαλισμός, έτσι όπως θα έπρεπε να υπάρχει. Εν κατακλείδι, εννοείται ότι προτείνεται σε αυτούς που έχουν διαβάσει το “1922”, αλλά κι αν δεν το έχουν κάνει, ας διαβάσουν και τα δύο. Δεν θα απογοητευτούν. Το κόμικ είναι εύπεπτο και προσφέρεται, επίσης, και σε εκείνους που θέλουν να μάθουν για την ταραγμένη περίοδο των αρχών του 20ου αιώνα στην χώρα μας, αλλά δεν έχουν διάθεση (ή χρόνο) να μελετήσουν βιβλία. Μην το χάσει κανείς. Όσοι γνωρίζουν το σχεδιαστικό στυλ του Πέτρου, θα βρουν μεγάλη ταύτιση με τα προηγούμενα κόμικς του. Ο εικαστικός τομέας είναι λιτός, αλλά σε καμία περίπτωση πρόχειρος. Όπου χρειάζεται βγάζει ένταση, αλλά τις περισσότερες φορές υποχωρεί για να αναδειχθεί το σενάριο. Ο χρωματισμός είναι όμορφος και ζωντανός, με μία ωραία τεχνοτροπία… νερομπογιάς, την οποία βρήκα ενδιαφέρουσα. Η ποιότητα της έκδοσης είναι στα υψηλά πρότυπα που μας έχει συνηθίσει ο εκδοτικός οίκος. Και φυσικά έτσι θα πρέπει να φιλοξενείται ένα τέτοιο δημιούργημα. Το χαρτί νομίζω ότι δεν θα μπορούσε να είναι πιο πολυτελές. Είναι παχύ, γυαλιστερό και φυσικά τα χρώματα αποτυπώνονται στην εντέλεια. Η κόλληση στην ράχη υπόσχεται ότι ο τόμος θα αντέξει σε πολλές αναγνώσεις, ενώ κανένα παράπονο δεν έχω κι από το εξώφυλλο. Βέβαια, βαθιά μέσα μου ήθελα να ήταν σκληρόδετη η έκδοση, αλλά μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας. Στο συνοδευτικό υλικό ξεκινάμε με μερικές γραμμές για να μάθουμε ποιοι είναι οι δύο βασικοί ήρωες, οι οποίοι έχουν αναλάβει να μας ξεναγήσουν στην ιστορία, ενώ στο τέλος του τόμου υπάρχει ένας επίλογος από τον ίδιο τον δημιουργό, ακολουθεί ένα γλωσσάρι “άγνωστων” λέξεων και φράσεων, που χρησιμοποιούσαν οι Σμυρνιοί, αλλά και τα κουτσαβάκια του Πειραιά και στην συνέχεια παρατίθεται μία σημαντική κι εκτενής βιβλιογραφία, που επιβεβαιώνει την ιστορική μελέτη που έχει εκπονήσει ο Πέτρου. Ο τόμος θα κλείσει με μερικά σκίτσα από το κόμικ, καθώς και με δύο μικρές περιλήψεις των άλλων δύο κόμικς που προανέφερα στην αρχή της φλυαρίας μου. Κάπου εδώ να πούμε ότι για όποιον ενδιαφέρεται, μπορεί να προμηθευτεί το έργο κι από την Λέσχη Φίλων Κόμικς.
  14. 1922: Το τέλος ενός ονείρου. Το νεο graphic novel σε κείμενο και σχέδιο του Θανάση Πέτρου ακολουθεί κάποιους από τους ήρωες που γνωρίσαμε στο βιβλίο του "Όμηροι του Γκαίρλιτς", στην πορεία τους προς τη Μικρά Ασία. Μέσω της συστηματικής ιστορικής και βιβλιογραφικής έρευνας, ο Θανάσης Πέτρου ζωντανεύει με κείμενο και εικόνα τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την τραυματική τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής και καθόρισαν την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. (Από το δελτίο τύπου των εκδόσεων Ίκαρος)
  15. Εκατό χρόνια μετά το τραγικό 1922, η μικρασιατική εκστρατεία, ο ξεριζωμός και ο Γολγοθάς της προσφυγιάς ξαναζωντανεύουν μέσα από πέντε αξιόλογα ιστορικά κόμικς. Απόσπασμα από το «Αϊβαλί» του Soloup Ένας αιώνας συμπληρώθηκε από τη Μικρασιατική Καταστροφή – όπως ονομάστηκε η κορύφωση των κεμαλικών διωγμών και το ξερίζωμα του χριστιανικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου. Ένα τραύμα χαραγμένο στο συλλογικό ασυνείδητο, με την εικόνα της φλεγόμενης Σμύρνης να συμβολίζει όσο καμία άλλη τον ενταφιασμό του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Μακριά από εθνικιστικές μονομέρειες, η αφορμή 100 χρόνων από την καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού προσφέρεται για μελέτη και αναστοχασμό: στοιχεία απαραίτητα για την καλλιέργεια ιστορικής συνείδησης, που παραμένει το ζητούμενο σε μια εποχή όπου ο φανατισμός συνυπάρχει με (και τροφοδοτείται από) την αφασία ενός άχρωμου, λοβοτομημένου παρόντος. Ως ελάχιστη συμβολή προς αυτή την κατεύθυνση προτείνουμε πέντε αξιόλογες ελληνικές εκδόσεις οι οποίες αφηγούνται με τη γλώσσα των κόμικς τα γεγονότα της εποχής εκείνης. «Αϊβαλί» (εκδ. Κέδρος) Το «Αϊβαλί» του Soloup έχει γράψει τη δική του εκδοτική ιστορία. Πολυβραβευμένο και πολυμεταφρασμένο, το μνημειώδες γκράφικ νόβελ 440 σελίδων μάς μιλάει για το δράμα και την αξιοπρέπεια των απλών ανθρώπων στη δίνη του 1922, για την ανθρώπινη περιπέτεια στα άγρια κύματα της ιστορίας. Ο Soloup ταξιδεύει από τη Μυτιλήνη στο Αϊβαλί. Συναντάει ανθρώπους της «άλλης πλευράς». Ξεψαχνίζει ιστορικά αρχεία. Και αφήνει τέσσερις Αϊβαλιώτες, τρεις Έλληνες κι έναν Τούρκο, να αφηγηθούν την ιστορία τους: τον Φώτη Κόντογλου, τον Ηλία Βενέζη, την Αγάπη Βενέζη-Μολυβιάτη και τον Αχμέτ Γιορουλμάζ. Μέσω αυτών μας ξανασυστήνει την Ανατολή: την «καθ’ ημάς», αλλά και των «άλλων». Τη Μικρασία των αρχαίων, βυζαντινών και νεότερων λογίων Ελλήνων που περήφανα έφεραν στην κουλτούρα τους οι πρόσφυγες του ’22, αλλά και την πατρίδα των τόσο άγνωστων και τόσο οικείων μας γειτόνων, με τους οποίους τόσες οδυνηρές μνήμες μας χωρίζουν, αλλά και τόσοι αιώνες συνύπαρξης μας ενώνουν. «1922 – Το τέλος ενός ονείρου» (εκδ. Ίκαρος) Ως συνέχεια του βιβλίου «Οι όμηροι του Γκαίρλιτς», το κόμικς του Θανάση Πέτρου ακολουθεί κάποιους από τους ήρωες στην πορεία προς τη Μικρασιατική Καταστροφή. Πρόκειται για την πιο αριστοτεχνικά αποδοσμένη σύνοψη των δύο χρόνων στρατιωτικών επιχειρήσεων που προηγήθηκαν της εισόδου των κεμαλικών στρατευμάτων στη Σμύρνη. Καρέ από το «1922» του Θανάση Πέτρου Κεντρικός πρωταγωνιστής ο Σμυρνιός Γιώργης Αμπατζής που, μετά την επάνοδό του από το Γκέρλιτς της Γερμανίας, κατατάχτηκε στον ελληνικό στρατό. Τον συναντάμε τον Αύγουστο του 1920, δεύτερο χρόνο μετά την έναρξη της ελληνικής κατοχής της ζώνης της Σμύρνης, να προελαύνει προς Ανατολάς με τον λόχο του, διασχίζοντας την Αλμυρά Έρημο. Μέσα από τη βασανιστική αυτή πορεία, που ξεκίνησε για την αντιμετώπιση των ανταρτών του Κεμάλ, παρακολουθούμε την καθημερινότητα των Ελλήνων στρατιωτών. Μια καθημερινότητα γεμάτη κακουχίες, στερήσεις, αιφνιδιαστικές επιθέσεις, πολύνεκρες μάχες και ελάχιστες στιγμές ψυχαγωγίας. Ο διχασμός ανάμεσα στους στρατιώτες είναι κυρίαρχος, ενώ οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα (π.χ. ήττα Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης/14ης Νοεμβρίου 1920, δημοψήφισμα για την επιστροφή του βασιλιά) εντείνουν την αποσάθρωση του στρατεύματος. Τα αλλοπρόσαλλα και χιμαιρικά σχέδια που εκπόνησε η αντιβενιζελική κυβέρνηση οδηγούν σε στασιμότητα. Ειδικά μετά την αποτυχία της εκστρατείας προς την Άγκυρα, το καλοκαίρι του 1921, το ηθικό των φαντάρων κάμπτεται. Ο Πέτρου δεν... χαρίζει κάστανα στην ελληνική πλευρά: τα έκτροπα Ελλήνων στρατιωτών σε βάρος του άμαχου τουρκικού πληθυσμού (σφαγές, τρομοκρατία, βιασμοί) είναι διάχυτα στην αφήγηση, ενώ από την άλλη δεν λείπουν στιγμές πονοψυχίας προς τον πληγωμένο αντίπαλο. Το «Τέλος ενός ονείρου» ολοκληρώνεται με τη μεγάλη τουρκική αντεπίθεση της 13ης/26ης Αυγούστου 1922, τη διάλυση του μετώπου Εσκί Σεχίρ-Αφιόν Καραχισάρ, την άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού και την πανικόβλητη μαζική φυγή των αγροτικών ελληνικών πληθυσμών από την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας προς τη Σμύρνη. «1923 – Εχθρική πατρίδα» (εκδ. Ίκαρος) …και από τη γενική υποχώρηση πριν από την καταστροφή, μεταφερόμαστε στον Πειραιά και στα περίχωρά του τον Σεπτέμβρη του ’22, αμέσως μετά την καταστροφή. Η ίδια η καταστροφή είναι αποτυπωμένη στις συνέπειές της: στο χάος που έχει φτάσει στην Ελλάδα σαν ωστικό κύμα. Στα αντίσκηνα που έχουν καταλάβει κάθε πεζοδρόμιο, κάθε πλατεία, κάθε δημόσιο χώρο. Στα μάτια των εξαθλιωμένων προσφύγων που κατακλύζουν τη νέα, αφιλόξενη πατρίδα. Απόσπασμα από το «1923» του Θανάση Πέτρου Από τα «εξωτικά» τοπία της Ανατολίας με τα τζαμιά, τις παλαιοχριστιανικές εκκλησίες και τα σπαράγματα αρχαίων ναών, ο Θ. Πέτρου μάς πάει στα πρόχειρα παραπήγματα και τους μαχαλάδες που στήνονται όπως-όπως για να στεγάσουν χιλιάδες ανθρώπους. Η αντιμετώπιση από τους ντόπιους, τους «παλαιοελλαδίτες», είναι στις περισσότερες περιπτώσεις υποτιμητική έως εχθρική. Κάποιοι πρόσφυγες για να επιβιώσουν κάνουν μεροκάματα μεταφέροντας κάρβουνο. Μια νεαρή προσφύγισσα εξαναγκάζεται σε πορνεία. Εν τω μεταξύ ο εξανθηματικός τύφος θερίζει. Στο φόντο όλων αυτών, ο αναβρασμός της επαναστατικής κυβέρνησης Πλαστήρα, η ανακήρυξη της Αβασίλευτης, τα γεμάτα ένταση συλλαλητήρια. «Μανώλης» (εκδ. Μικρός Ήρως) Το παιδικό βίωμα του ξεριζωμού και της προσφυγιάς πραγματεύεται το γκράφικ νόβελ σε σχέδια του Antonin Dubuisson, το οποίο βασίζεται στο μυθιστόρημα του Alain Glykos με τίτλο «Ο Μανώλης απ’ τα Βουρλά». Πρόκειται για την ιστορία του μικρού Μανώλη από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας που έχασε βίαια την παιδική του ηλικία όταν οι Τσέτες εισέβαλαν στην περιοχή. Άφησε το πολυπολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε μέσα σε συνθήκες ολέθρου και αιματοχυσίας, για να ταξιδέψει υπό δυσχερείς συνθήκες σε διάφορα μέρη της Ελλάδας με τελικό προορισμό τη Γαλλία. Ο Alain Glykos επί της ουσίας παραθέτει τις αφηγήσεις του πρόσφυγα πατέρα του, οι οποίες μοιάζουν με τις αφηγήσεις εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων που πήραν τον δρόμο της ξενιτιάς: «Όταν μπάρκαρα με τη γιαγιά μου από τη Μικρά Ασία, ο πατέρας μου μάλλον είχε ήδη πεθάνει. Κανείς δεν ήξερε τι είχε απογίνει το πτώμα του. Η θάλασσα ήταν κόκκινη απ’ το αίμα. H μάνα και τ’ αδέρφια μου πήραν άλλο καράβι…». «1922-2022: Ανακαλύπτοντας τα ίχνη ενός ξεριζωμού» (εκδ. Σύγχρονη Εποχή) Απόσπασμα από το «1922-2022: Ανακαλύπτοντας τα ίχνη ενός ξεριζωμού» του Θανάση Καραμπάλιου Αν και δεν πρόκειται αμιγώς για κόμικς, το βιβλίο που επιμελήθηκε η «Διατμηματική Επιτροπή της Κ.Ε. του ΚΚΕ για τις μικρότερες ηλικίες της νεολαίας» χρησιμοποιεί το μέσο και την αισθητική των κόμικς, διά χειρός Θανάση Καραμπάλιου. Έχοντάς τη δομή εκπαιδευτικού εγχειριδίου (στα χνάρια της προηγούμενης έκδοσης του 2020, με τίτλο «Κι όμως, κινείται»), απευθύνεται σε παιδιά 10+, διαβάζεται όμως εξίσου ευχάριστα και από ενηλίκους που αναζητούν μια άλλη προσέγγιση της Μικρασιατικής Καταστροφής πέρα από το αμήχανο αστικό αφήγημα. Ο Καραμπάλιος, γνωστός για την προσήλωσή του στην ιστορική ακρίβεια, όπως μας έχει συνηθίσει στη βραβευμένη σειρά «1800», εικονογραφεί την τραγωδία του πολέμου και της προσφυγιάς ως κομμάτι της γενικότερης διεθνούς κατάστασης με το τότε ελληνικό κράτος ως θύτη και ως θύμα στη σκακιέρα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Με λύπη πληροφορηθήκαμε την αναβολή άφιξης του José Muñoz στη Θεσσαλονίκη λόγω προβλήματος υγείας. Η ομάδα του The Comic Con εκφράζει ευχές για ταχεία ανάρρωση στον σπουδαίο Αργεντινό δημιουργό, ώστε σύντομα να επανέλθει υγιής στην καθημερινή του ζωή και μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν το κοινό της Θεσσαλονίκης να μπορέσει να του μεταφέρει και από κοντά την αγάπη του. Και το σχετικό link...
  16. Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Θανάσης Πέτρου στον Δημήτρη Δουλγερίδη για την εφημερίδα Τα Νέα, για την ιστορική στιγμή που οι πρόσφυγες έρχονται στο λιμάνι του Πειραιά, τη «μυθολογία» του Ρεμπέτικου και τις πρώτες συγκρούσεις, με αφορμή το νέο του graphic novel του 1923: Εχθρική πατρίδα. Ποιο ήταν το ερέθισμα για το «1923» και πώς εντάσσεται πλέον στην αφήγηση των δύο προηγούμενων novels, του «Ομηροι του Γκαίρλιτς» και «1922»; Έχοντας μπει στη λογική αυτής της ιστορικής αφήγησης που ξεκίνησα το 2019 δουλεύοντας τους «Ομήρους του Γκαίρλιτς» και συνέχισα με το «1922, το τέλος ενός ονείρου», μου φαινόταν φυσικό συνεπακόλουθο να μείνω στο ίδιο πλαίσιο. Στο τρίτο βιβλίο, ήθελα να δείξω τι ακολούθησε μετά το ναυάγιο του μεγαλοϊδεατισμού, που οδήγησε στη συρρίκνωση της παρουσίας του ελληνικού στοιχείου αποκλειστικά και μόνο στον ελλαδικό χώρο, παρακολουθώντας πάντα το πώς εντάσσονται οι ήρωές μου σ’ αυτόν τον νέο ιστορικό χωροχρόνο. Για να καταλάβουμε τον τρόπο που δούλεψες...: πώς πέρασες από τη βιβλιογραφία και τον Τύπο της εποχής στο σενάριο και από εκεί στο σχέδιο; Ουσιαστικά στην πρώτη φάση της έρευνας, πριν να ξεκινήσω να γράφω το σενάριο, έκανα ένα αναλυτικό χρονολογικό σχεδιάγραμμα των ιστορικών γεγονότων που ήθελα να εντάξω στο βιβλίο, κρατώντας χειρόγραφες σημειώσεις. Πολύ σύντομα συνειδητοποίησα ότι, ενώ η αρχική μου ιδέα ήταν η αφήγησή μου να φτάσει στη δεκαετία του 1930, κάτι τέτοιο θα ήταν ανέφικτο, γιατί θα υπήρχαν πολλά κενά, η προσέγγισή μου θα ήταν πολύ αποσπασματική και επιφανειακή. Επομένως, η αφήγησή μου καλύπτει μια χρονική περίοδο μόλις ενάμιση χρόνου (Σεπτέμβριος 1922 έως Απρίλιος 1924). Το διαφορετικό στοιχείο του «1923» σε σχέση με τα δύο πρώτα βιβλία είναι ότι πλέον δεν υπάρχει ένας αφηγητής, αλλά τα πάντα γίνονται κατανοητά μόνο μέσα από τους διαλόγους και την οπτική αφήγηση. Υπάρχουν βέβαια αφηγήσεις, αλλά όλες γίνονται σε πρώτο πρόσωπο με τη μορφή μαρτυρίας. Ό,τι στοιχεία συγκέντρωσα από τον ημερήσιο Τύπο προσπάθησα να τα εντάξω δομικά μέσα στο σενάριό μου, όμως πάρα πολλά και πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία έμειναν τελικά στο αρχείο μου. Οι ιστορικές πληροφορίες είναι σίγουρα ένα βάρος, αλλά την ίδια στιγμή μπορούν να δίνουν και ελευθερίες για τον σχεδιασμό; Είναι, για παράδειγμα, αληθινά τα περιστατικά με τα κλειδιά του Αϊβαλιώτη και ο πυροβολισμός της γυναίκας από τον Πειραιώτη που του δεσμεύουν το κενό δωμάτιο; Ναι, το περιστατικό του Αϊβαλιώτη που είχε κρατήσει τα κλειδιά του σπιτιού του στο Αϊβαλί για να τα έχει εύκαιρα όταν τελικά θα επέστρεφε, όπως πίστευε, στην πατρίδα του, το βρήκα στη βιβλιογραφία, αλλά σε τελείως διαφορετικό πλαίσιο από αυτό που το παρουσιάζω εγώ, ενώ το δεύτερο περιστατικό, που είναι πολύ σκληρό και άγριο, το «τσίμπησα» από το αστυνομικό ρεπορτάζ εφημερίδας, φυσικά διαμορφώνοντάς το ώστε να λειτουργεί μέσα στο κόμικ. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση ή δυσκολία πριν ξεκινήσεις καν να σχεδιάζεις; Το τρίτο βιβλίο δεν αφορά στρατιωτικά γεγονότα, οπότε ήταν πλέον απαραίτητο να υπάρχει η γυναικεία παρουσία και η γυναικεία οπτική, χωρίς να είναι απλώς «διακοσμητική». Ήταν σημαντικό, για μένα, όλοι οι νέοι χαρακτήρες, ακόμα και αν κάνουν ένα απλό πέρασμα, αυτά που λένε να έχουν υπόσταση και βάρος. Το γεγονός επίσης ότι, όντας Θεσσαλονικιός, δεν γνώριζα σχεδόν καθόλου την τοπογραφία του Πειραιά, αλλά παρ’ όλ’ αυτά θα έπρεπε, με βάση το φωτογραφικό υλικό της εποχής που είχα συγκεντρώσει, να διατηρήσω, όσο ήταν δυνατόν, μια συνέπεια με τους πραγματικούς χώρους και την ατμόσφαιρα της πόλης, ήταν κάτι που με ζόριζε. Οι χώροι στους οποίους κινούνται οι ήρωές μου δεν ήταν μόνο τα πολυφωτογραφισμένα τοπόσημα της εποχής, όπως το Δημαρχείο του Πειραιά με το ρολόι του, η Κρεμμυδαρού και το πορνείο των Βούρλων που δεν ήταν τουριστικά αξιοθέατα για να τα φωτογραφίζουν τη δεκαετία του 1920. Οπότε, το να δημιουργήσω την κατάλληλη ατμόσφαιρα, με βάση πάντα τη δική μου αισθητική, νομίζω ήταν κάτι που με προβλημάτιζε ιδιαιτέρως. Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του πολιτικού κλίματος που ήθελες να περάσουν στα καρέ; Βλέπουμε στοιχεία από τον στρατιωτικό νόμο έως τα συνδικάτα, τους απεργοσπάστες και διάφορα κινήματα. Τον Σεπτέμβρη του 1922 όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση το κίνημα του Πλαστήρα και των υπόλοιπων στρατιωτικών υπήρχε άμεσος κίνδυνος να ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος και ο στρατιωτικός νόμος που επιβλήθηκε δεν εξομάλυνε ιδιαιτέρως την κατάσταση. Βεβαίως, το φλέγον ζήτημα στο εσωτερικό της χώρας ήταν η διαχείριση των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων που είχαν συρρεύσει και για το οποίο, φυσικά, δεν υπήρχαν μαγικές λύσεις. Στην αφήγηση του βιβλίου εντάσσονται προσφυγικά συλλαλητήρια, συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, αντικινήματα, απεργιακές κινητοποιήσεις, ενώ στο τέλος φτάνουμε στο δημοψήφισμα για το πολιτειακό ζήτημα. Το κίνημα με επικεφαλής τον Πλαστήρα συμπεριφέρθηκε ιδιαιτέρως σκληρά στα εργατικά σωματεία της εποχής, δημεύοντας τα αποθεματικά τους κεφάλαια, φυλακίζοντας τα προεδρεία τους, ενώ δεν έλειψαν και οι βίαιες συγκρούσεις. Σημασία δίνεις και στον τρόπο με τον οποίο ο ερχομός των προσφύγων «συναντάει» τους ρεμπέτες. Μέσω αυτών άλλωστε θα περάσει στην πολιτισμική μνήμη. Ποιος είναι ο κόσμος του ρεμπέτικου, που αργότερα θα αποδοθεί πιο ρομαντικά; Ο Πειραιάς, ένα μεγάλο πολύβουο λιμάνι, ήταν ούτως ή άλλως εκείνη την εποχή ένας τόπος που συγκέντρωνε κόσμο «αλητεμένο», όπως τον χαρακτήριζε στη βιογραφία του ο Βαμβακάρης. Φασαρίες, τσακωμοί, κλοπές, ληστείες, μαχαιρώματα, δι’ ασήμαντον αφορμήν, χαμαιτυπεία, τεκέδες ήταν μάλλον μια κανονικότητα, κάτι απολύτως φυσιολογικό. Δυστυχώς ή ευτυχώς, ακούγοντας σήμερα το ρεμπέτικο τραγούδι, αυτό το καταπληκτικό νέο είδος αστικής μουσικής που γεννήθηκε στον Πειραιά και κατέκτησε τη δισκογραφία μετά τη δεκαετία του 1930, έχουμε πια δημιουργήσει μια αποστασιοποιημένη, σχεδόν ρομαντική, θα μπορούσα να πω, αντίληψη για την εποχή και τους δημιουργούς του. Στο βιβλίο μου ήθελα να δείξω μια τελείως διαφορετική εικόνα. Οι μάγκες του Πειραιά δεν ήταν παιδιά από σπίτι, ήταν τσογλαναράδες, χαρτοκλέφτες, απατεώνες, νταβατζήδες, πουλούσαν εκδούλευση, γίνονταν τραμπούκοι, μαχαίρωναν και έσφαζαν, χωρίς να το πολυσκεφτούν. Σ’ αυτόν τον κόσμο του λιμανιού, στους τεκέδες και στα καταγώγια του Πειραιά, γεννήθηκε το ρεμπέτικο, ο κόσμος της μαγκιάς ήταν η μήτρα του, άλλο που μπήκε μετά από χρόνια στα σαλόνια. Εγώ, στο «1923», προσπαθώ να δείξω μια όψη αυτού του κόσμου που δεν είναι διόλου «ρομαντική». Προβληματίστηκες για τον τίτλο «Εχθρική πατρίδα» ή αυτή ήταν εξαρχής η επιλογή; Ο τίτλος ακούγεται και είναι αρκετά επιθετικός και με προβλημάτισε μήπως θα έπρεπε να βρω κάτι λίγο πιο στρογγυλεμένο, αλλά τελικά παρέμεινα σε αυτόν. Για να δικαιολογήσω τη χρήση του επιθέτου, απλώς να σημειώσω ότι η υποδοχή των προσφύγων από τους ντόπιους Έλληνες, χωρίς να είμαι απόλυτος, δεν ήταν καθόλου θερμή. Οι ντόπιοι τους αντιμετώπισαν με επιφύλαξη και φόβο, αλλά σταδιακά ένιωσαν ότι απειλούνται από αυτούς. Ένιωσαν εχθρικά απέναντι στους πρόσφυγες, όταν αυτοί μπήκαν στην αγορά εργασίας προσφέροντας τις υπηρεσίες τους σε χειρότερες συνθήκες, με μικρότερα μεροκάματα, όταν γίνονταν απεργοσπάστες, αφού έπρεπε φυσικά να επιβιώσουν. Από την άλλη, το κράτος που κατέταξε τους πρόσφυγες φύρδην μίγδην σε αστούς και σε αγρότες χωρίς να λάβει υπόψη του κανένα κριτήριο, συμπεριφέρθηκε καλύτερα; Όταν έστελνε έναν δάσκαλο από τη Σμύρνη που δεν είχε πιάσει ποτέ τσάπα στη ζωή του να καλλιεργεί τους βάλτους στη λίμνη των Γιαννιτσών και να πεθάνει από ελονοσία, ήταν φιλικό μαζί του; ΠΗΓΗ
  17. Ένα κόμικ των Τάσου Ζαφειριάδη και Θανάση Πέτρου για τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41. Το 1985 μια ξαδέρφη του Τάσου Ζαφειριάδη ηχογράφησε σε μια 60λεπτη κασέτα μια αφήγηση του παππού τους για τις εμπειρίες του στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Τα πριν, τα τότε και τα μετά. Το 2019 ο Ζαφειριάδης πήγε στις περιοχές που μνημονεύονταν, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αλβανία. (από το φβ του Ζαφειριάδη, η περιοχή της Κλεισούρας στην Αλβανία, όπως την φωτογράφησε τον 9ο του 2019) Εν συνεχεία, μαζί με τον Πέτρου ξεκίνησαν μια έρευνα στα αρχεία του ΓΕΣ/ΔΙΣ, προφανώς για υλικό γύρω από το τάγμα στο οποίο ήταν ο παππούς Ζαφειριάδης καθώς και για άλλα στοιχεία του κόμικ. Και κάπως έτσι μετέφεραν την αφήγηση του παππού σε κόμικ. Είναι μια "ζωντανή" αφήγηση. Όπως θα αφηγούταν ένας παππούς 7 σημαδιακούς μήνες απ'τη ζωή του μέσα σε 60 λεπτά, χωρίς να τον διακόπτει κάποιος για αποσαφηνιστικές ερωτήσεις. Αλλού απλώνεται, αλλού συμπυκνώνεται. Με ένα έξτρα φιλτράρισμα από τον Ζαφειριάδη στο ποια περιστατικά θα αποτυπωθούν στο κόμικ και ένα ρετουσάρισμα σε κάποια σημεία διότι η έρευνα έδειξε ότι ο παππούς 45 χρόνια μετά έκανε κάποια μικρά, αναμενόμενα, μπερδέματα. Oral history. Χωρίς ιδιαίτερα φτιασιδώματα ή ποιητικές άδειες. 'Ετσι τα βίωσε, έτσι τα θυμόταν, έτσι τα είπε Το σχέδιο του Πέτρου με ξάφνιασε στην αρχή αφού ήταν απλές α/μ γραμμές. Δεν με έχει συνηθίσει σε τέτοια. Αυτό όμως ίσχυε όσο δεν υπήρχαν μάχες/μαυρίλα. Στις μάχες και στη μαυρίλα εμφανίστηκαν οι νερομπογιές και άλλαξε το ύφος. Αυτό ίσχυε σε όλο το κόμικ Πέραν των καρέ με την αφήγηση του παππού, έχουμε και καρέ στα οποία μιλάει ο Ζαφειριάδης και εξηγεί/αποσαφηνίζει το τι βρήκε στα αρχεία του ΓΕΣ/ΔΙΣ και ποια ήταν η γενικότερη εικόνα, το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο δραματιζόταν η ιστορία. Στο τέλος του κόμικ έχουμε φωτογραφίες από χαρακτήρες (πολεμιστές κυρίως) που παρουσιάστηκαν στο κόμικ έστω και σε ένα καρέ, τεκμηρίωση στοιχείων από τα αρχεία του ΓΕΣ/ΔΙΣ (λχ κατάλογοι τραυματιών), 2 γεμάτες σελίδες με ευχαριστίες σε ανθρώπους που βοηθήσαν στη δημιουργία του κόμικ, χρήσιμες σημειώσεις-αποσαφηνίσεις που θα βάραιναν την ροή εάν έμπαιναν μέσα στο κόμικ και 4 σελίδες πηγές-βιβλιογραφία. Το κόμικ δεν φτιάχτηκε απλά σε μια ξεπέτα, αλλά χρειάστηκε ψάξιμο και τεκμηρίωση 3 σελίδες που δείχνουν κάποια από τα εικαστικά στοιχεία που ανέφερα. βίντεο τρέηλερ για το κόμικ Ένας χάρτης που έφτιαξα στο google maps με τα μέρη που μνημονεύει ο παππούς. Τα περισσότερα έστω. Ελπίζω να δουλεύει https://www.google.com/maps/d/edit?mid=1hUcaY5wip17xOEv35F1JBgsmfS3KyzrQ&usp=sharing Ωραίο κομιξάκι που κυλάει όμορφα και γρήγορα. Κατάλληλο για όσους ενδιαφέρονται για ιστορικά κόμικ και δεν έχουν πρόβλημα να διαβάσουν "oral history"
  18. Το κόμικ «Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα» των Τάσου Ζαφειριάδη – Θανάση Πέτρου, με ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό, βασίζεται στην ηχογραφημένη αφήγηση του παππού Ζαφειριάδη για τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, όπως καταγράφηκε σε κασέτα 60 λεπτών το 1985. «Κατεβαίνουμε κει στη Θεσσαλονίκη, δεν υπήρχαν τα μέσα ενημερώσεως ακόμη όπως σήμερα, και εκεί ακούμε «γενική επιστράτευσις», μας κήρυξαν τον πόλεμο οι Ιταλοί. Αμέσως επιστρέφουμε πίσω (σ.σ.: στον Άγιο Αθανάσιο), ερχόμαστε στο χωριό κι εκεί όλος ο κόσμος ανάστατος. Διαβάσαμε τις διαταγές, πού θα παρουσιαστεί ο καθένας, κι εγώ ήτανε να παρουσιαστώ στο Κιλκίς». Η αφήγηση του Τάσου Ζαφειριάδη στο graphic novel «Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα» (εκδ. Πατάκη, σε εικονογράφηση Θανάση Πέτρου) προέρχεται από έναν κόσμο λίγο-πολύ οικείο. Είναι εκεί όπου οι αφηγήσεις των ηλικιωμένων για τον πόλεμο διακόπτουν την καθημερινότητα και μεταμορφώνονται σε οικογενειακή σάγκα για τους νεότερους της οικογένειας. Εκεί όπου χρονολογίες, ημερομηνίες και τοποθεσίες χάνονται μέσα στις διαστρωματώσεις της αφήγησης, αλλάζουν ονόματα – πολλές φορές ακούγονται μόνο σε ξένη γλώσσα. Και εκεί όπου η μικροϊστορία του παππού πασχίζει να «γράψει ιστορία», έστω και με τους περιορισμούς των αναμνήσεων, έστω και με τη συνεχή επιμέλεια της μνήμης. Ο Τάσος Ζαφειριάδης, αφηγητής στο graphic novel που μόνταρε ο 40χρονος συνονόματος εγγονός του, είναι αυτός ο οικείος παππούς. Το 1985 η ξαδέρφη του συγγραφέα, Καντιφένια, ζήτησε από τον ηλικιωμένο άνδρα να ηχογραφήσουν σε μια κασέτα 60 λεπτών την αφήγησή του για τη συμμετοχή στο αλβανικό Μέτωπο. Αποτέλεσμα ήταν το κόμικ 109 σελίδων, το οποίο λειτουργεί πλέον και ως υπενθύμιση για τις δυνατότητες της σύγχρονης οπτικής γλώσσας όσον αφορά την αναπαράσταση της ιστορίας ή τις αναφορές που αυτή έχει στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ένα επίσης πρόσφατο παράδειγμα είναι το animation βίντεο που υποδεχόταν τους επισκέπτες στην έκθεση «1821, Πριν και Μετά» του Μουσείου Μπενάκη, όπου οι πρωταγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης αποκτούσαν κίνηση και τα αντικείμενα επιχρωματίζονταν καταλλήλως. Οι δυνατότητες, προφανώς, ενός graphic novel θέτουν και τους περιορισμούς του. «Το θετικό είναι ότι έχουμε μία ροή αφήγησης ζωντανή και «αυτόματη», η οποία στέκεται σε αυτά που υποκειμενικά ο αφηγητής θεωρεί σημαντικότερα ή έχει πιο έντονες αναμνήσεις από αυτά» σημειώνει σήμερα ο Τ. Ζαφειριάδης. «Το αρνητικό είναι ότι για πολλά γεγονότα θα θέλαμε πιθανώς να γνωρίζουμε περισσότερες λεπτομέρειες και δεν δίνεται ίσως συνολικότερη εικόνα του μετώπου, αλλά είναι πια πολύ αργά για διευκρινίσεις». Ο Τάσος Σ. Ζαφειριάδης (1916 – 1990) γεννήθηκε στον Σκόπελο, χωριό της Ανατολικής Θράκης που σήμερα βρίσκεται στην Τουρκία. Ως παιδί προσφύγων ήρθε με την ανταλλαγή πληθυσμών στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης (που τότε λεγόταν Καβακλί, ονομασία που επιβίωνε στο ιδίωμα των ντόπιων τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 2000, αν μου επιτρέπεται μια προσωπική μαρτυρία). Στην κωμόπολη εκείνη παντρεύτηκε και έζησε με την Κατηφένια Ζαφειριάδου (1922 – 1994), το γένος Καψημάνη, επίσης πρόσφυγα από τη Μεσσήνη της Ανατολικής Θράκης. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι δύο αυτές ψηφίδες είναι η ιστορία μιας επανεκκίνησης σε μικρογραφία: μετά το 1930 σε πολλά χωριά και κωμοπόλεις της Βόρειας Ελλάδας οι Πόντιοι, Μικρασιάτες και «Θρακιώτες» – όπως αυτοαποκαλούνταν – διεκδίκησαν μια θέση στον ήλιο. Στην αρχή σαν ξένοι στον τόπο, αργότερα συμμετέχοντας στην οικονομική ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η ΠΟΡΕΙΑ Αλλά και πίσω από κάθε καρέ με την αφήγηση του παππού Ζαφειριάδη κρύβεται μια ολόκληρη ιστορία, την οποία μάλιστα έμελλε να συμπληρώσει ο εγγονός του. «Ξημερώνει ο Θεός τη μέρα, ξαναβραδιάζει πάλι, ξεκινούμε και φτάνουμε… από κει και πέρα πια άρχισα λίγο να τα ξεχνώ τα χωριά, αλλά φτάσαμε στο χωριό που καθόταν οι Προκοπαίοι. Στο Καλονέρι» διαβάζουμε στη σελίδα 25 για την αρχή της πορείας του Ι/67 Τάγματος, στο οποίο ανήκει ο αφηγητής. Ογδόντα χρόνια αργότερα ο εγγονός του αναζητά το ημερολόγιο του Τάγματος και συμπληρώνει στις σημειώσεις: «Η πορεία ξεκίνησε από το Κιλκίς στις 4 Νοεμβρίου και είχε μέχρι και το Πόγραδετς τους εξής σταθμούς: Αγιονέρι, Νέα Χαλκηδόνα, Βρυσάκι, Κάτω Τριπόταμος, Κοιλάδα (η Καστανιά δεν αναφέρεται, αλλά η οδός του Βερμίου περνούσε σίγουρα από εκεί), Ξηρολίμνη, Καλονέρι, Κρυονέρι, Σκαλοχώρι, Πετροπουλάκι, Μελάνθιο, Κρανοχώρι, Άνω Φτεριά (σήμερα Πτεριά), Πολόσκα, πέρασμα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα: 29 Νοεμβρίου 1940, στενωπός Τσαγκόνι, Ζβέζντα, Γκολομπέρδα, Τσεράβα, Βέρντοβα και Ρεμένγι, 5 Δεκεμβρίου 1940)». Στη σελ. 46 από την άλλη, ο στρατιώτης του Μετώπου ανακαλεί στη μνήμη την εικόνα του σκοτωμένου Παναγιώτη Ρουσίδη – «του Αλέκου εδώ απέναντι από εμάς, ο μπαμπάς» –, τον οποίο βλέπει «απάνω στα σύρματα τεντωμένος με το γυλιό του, με το όπλο του». Ο γιος του Αλέξανδρος Ρουσίδης παραχωρεί επιστολικό και φωτογραφικό υλικό για τις ανάγκες της έκδοσης, όπως κάνουν δεκάδες ιδιώτες συμβάλλοντας στο τμήμα 30 σελίδων που συμπληρώνει το graphic novel. Από εκεί και το επίσημο επιστολικό δελτίο με το οποίο ενημερώθηκε η οικογένεια του Ρουσίδη για τον θάνατό του κοντά στο Πόγραδετς. Όπου «Τ.Τ» υπονοείται η Τελική Τοποθεσία, ο «ταχυδρομικός κώδικας» της συγκεκριμένης περιοχής του Μετώπου: «Εν Τ.Τ 251 τη 8-1-41 Κύριε Ρουσίδη, Να είσαι περήφανος διότι ο υιός σας εξεπλήρωσε το προς την πατρίδα καθήκον του, ηγωνίσθη ως παλληκάρι κατά του απαισίου εχθρού πεσών ηρωικώς επί του πεδίου της μάχης. Εγώ ως λοχαγός του, όστις τον παρηκολούθησα διέγνωσα τα αγνά προς την πατρίδα αισθήματά του και δι’ αυτό είμαι υπερήφανος. Σας συγχαίρω διότι είχατε τοιούτον υιόν, αναγνωρίζω ότι η λύπη σας θα είναι μεγάλη πλην όμως ο υιός σας έχει καταταχθεί μεταξύ των Αθανάτων ηρώων της πατρίδας μας. Φιλικώτατα, Ζήκος Κωνσταντίνος» Αλλού πάλι η αναζήτηση πραγματολογικών στοιχείων δεν αποδίδει. Όπως στην περίπτωση του εβραίου συλλοχίτη, τον οποίο οι στρατιώτες βρίσκουν το πρωί παγωμένο. «Και τον αφήσαμε, σαν να μην ήταν άνθρωπος πια. Αλλά ήταν η ζωή του πολέμου της Αλβανίας. Τέτοια ήτανε» ακούγεται η φωνή του παππού Ζαφειριάδη. «Δεν στάθηκε δυνατό να ταυτοποιήσω με βεβαιότητα τον νεκρό» εξηγεί ο συγγραφέας. «Το 67ο Σύνταγμα Πεζικού φαίνεται πως ήταν μαζί με το 50ό, τα λεγόμενα και «Συντάγματα Κοέν», επειδή, καθώς η επιστράτευσή τους έγινε κυρίως στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, στελεχώθηκαν με μεγάλο αριθμό Ελλήνων Εβραίων… Δεν ήταν λίγοι και οι αξιωματικοί, με επιφανέστερο τον Μαρδοχαίο Φριζή…». Αγώνας για επιβίωση Η αφήγηση για το Μέτωπο είναι μια αφήγηση για τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Για νέους ανθρώπους που τη μία ημέρα κοιμούνται στο σπίτι του χωριού και την επομένη γίνονται πολυβολητές ή γεμιστές πολυβόλων ελέω επιστράτευσης. Που κουβαλούν μαζί τους τις μπριζόλες από το γουρούνι της οικογένειας που σφάζεται στην πρώτη άδειά τους. Που τους παίρνει ο ύπνος πάνω σε καστανόφυλλα και το πρωί ξεπαγιάζουν, καθώς δεν επιτρέπεται να ανάψουν φωτιά. Που βαδίζουν ο ένας πίσω από τον άλλο για χιλιόμετρα στο χιόνι – «νύχτα πάνω στη νύχτα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί» θα γράψει ο Οδυσσέας Ελύτης στην «Πορεία προς το Μέτωπο». Στην αφήγηση αυτή ωστόσο, χωράνε και οι «άλλες» στιγμές ενός αγώνα για επιβίωση που δεν διακρίνει το δίκαιο από το άδικο. Όταν οι στρατιώτες φτάνουν στη Βόρεια Ήπειρο, ο αφηγητής περιγράφει το πλιάτσικο στα σπίτια των Ελλήνων με την αυστηρότητα ενός νοικοκυραίου. «Ορισμένοι στρατιώτες δεν έδειξαν καλήν διαγωγήν. Διότι επειδής δήθεν εμείς πήγαμε και τους ελευθερώσαμε, σαν Έλληνες που ήταν, θέλαμε να τους φάμε και την περιουσία. Και πήγαμε τους ζητούσαμε αυγά, κότες, ό,τι… Θέλαμε να φάμε. Θέλαμε να φάμε. Και αυτό δεν ήτανε σωστό». Η τελευταία πράξη στο graphic novel έχει όντως τα χαρακτηριστικά του δράματος, όπως θέλει η στερεοτυπική έκφραση, επειδή ακολουθεί τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τους Γερμανούς. Το τάγμα του Τάσου Ζαφειριάδη καταθέτει τον οπλισμό στα Ιωάννινα και ο ίδιος φτάνει στην Αθήνα μέσω Αγρινίου και Μεγάρων. Ο οδηγός ταξί, που μόλις έχει πάρει δύο μπιτόνια βενζίνη από τα παρατημένα των Άγγλων στην Ελευσίνα, ζητάει από τον Ζαφειριάδη και τον συνεπιβάτη του 300 δραχμές. Και τότε ακούγεται μία φράση που θα στοιχειώνει για χρόνια τη συλλογική μνήμη – και πάλι στις αφηγήσεις από το Μέτωπο: «Εγώ βγάζω για να τον δώσω τις 300 δραχμές γιατί είχα, είχα λεφτά. Ο άλλος λέει: «Τι λες ρε, που θα σε δώσω» λέει «δραχμές; Εγώ» λέει «δεν πολέμησα για να μου πάρεις εσύ λεφτά, δεν σου δίνω τίποτες. Έκλεψες τη βενζίνα και δεν ξόδεψες τίποτες»». Για την ιστορία, ο Τάσος Ζαφειριάδης παρέμεινε στο 8ο Νοσοκομείο στην οδό Πειραιώς ως τραυματίας πολέμου, πέρασε στη Χαλκίδα και από εκεί με βαπόρι έφτασε στη Θεσσαλονίκη τον Μάιο του 1941. «Ο Ελληνικός Στρατός… αυτά που υπέφερε στην Αλβανία δε θα μπορούσε να τα αντέξει κανένας. Να πολεμούν νηστικοί. Να πολεμούν γυμνοί. Να πολεμούν χωρίς μέσα, χωρίς αυτοκίνητα, χωρίς πυροβόλα, χωρίς άρματα μάχης. Μόνο με ένα όπλο… Αλλά μην υπονοούμε όμως ότι οι Ιταλοί δεν πολέμησαν. Ότι οι Ιταλοί ήταν πεθαμένοι και πήγαν οι Έλληνες και τους έσφαξαν… Ήταν πολεμισταί πιο εκπαιδευμένοι, δεν ήταν έφεδροι σαν εμάς… Και γι’ αυτό να μη σας λεν ότι οι Ιταλοί δεν πολεμούσαν. Πολεμούσαν, αλλά και οι Έλληνες πολέμησαν πιο γενναία. Λοιπόν, αυτά, και άλλα δεν έχω να σας πω. Βέβαια δεν μπόρεσα όλα να σας τα πω, γιατί πέρασαν και χρόνια σαράντα». Η εικονογράφηση Λέξεις και συναισθήματα Η εικονογράφηση του Θανάση Πέτρου υπηρετεί τη ρεαλιστική αποτύπωση των ημερών στο Μέτωπο αφήνοντας παράλληλα στις «ρωγμές» των προσώπων να αφηγηθούν τα συναισθήματα, που βρίσκονται σε διάλογο με τις λέξεις. Οι στρατιώτες άλλοτε είναι συνοφρυωμένοι και άλλοτε επιτρέπουν ένα χαμόγελο στον συνομιλητή τους. Ο νέος λοχαγός Σακαλής πρέπει και να είναι και να φαίνεται αποφασισμένος. Στο τέλος ένα γκρο πλαν του παππού Ζαφειριάδη γίνεται η τέλεια αντίθεση με την άδεια καρέκλα στο δωμάτιο του σπιτιού. Ο Θ. Πέτρου συνεχίζει έτσι την αισθητική που έχει κατοχυρώσει με τα δικά του «Γκαίρλιτς» και το πρόσφατο «1922» (από τις εκδόσεις Ίκαρος και τα δύο), αλλά και με τον «Γιαννούλη Χαλεπά» (Πατάκης, 2019). Με τον Τάσο Ζαφειριάδη συναντιούνται εκ νέου μετά το «Πτώμα» (το σενάριο από κοινού με τον Γιάννη Παλαβό, στις εκδόσεις Jemma, 2011) και το «Γρα Γρου» (επίσης σε συνεργασία με τον Γ. Παλαβό, στις εκδόσεις Ίκαρος, 2017). Η σημασία της επεξεργασίας από την οποία πέρασε η έκδοση είναι ξεχωριστή: κόπηκαν οι περισσότερες επαναλήψεις (αναπόφευκτες στην προφορικότητα), ορισμένα τμήματα έπρεπε να μεταφερθούν χρονικά σε άλλο σημείο, ελέγχθηκαν τα τοπωνύμια, οι αριθμοί ταγμάτων, οι ημερομηνίες. Στο τελευταίο μάλιστα τμήμα του κόμικ ο αναγνώστης θα βρει τις σημειώσεις για τα πραγματολογικά στοιχεία που αντιστοιχούν στις λεπτομέρειες της εξιστόρησης. «Ξεκίνησα να δουλεύω στο κείμενο αρχές του 2019 και το ολοκλήρωσα με πολλές καθυστερήσεις τέλη του 2020, ώστε να αναλάβει τον σχεδιασμό του ο Θανάσης και να το ολοκληρώσει τέλη Μαΐου του 2021, δηλαδή 80 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου» σημειώνει ο Τ. Ζαφειριάδης. «Σαφώς το υλικό θα μπορούσε να τροποποιηθεί σε λογοτεχνική μυθοπλασία, επέλεξα όμως την οδό του “τεκμηρίου”. Προσπάθησα, στον βαθμό που το επιτρέπει η συγγενική μου σχέση με τον αφηγητή, να προσεγγίσω το εγχείρημα ως μαρτυρία ενός άγνωστου σ’ εμένα στρατιώτη, με ορατό τον κίνδυνο το βιβλίο να θυμίζει άλμπουμ οικογενειακών φωτογραφιών». Και το σχετικό link...
  19. Ήταν ίσως επόμενο για τον Θανάση Πέτρου, μετά τα «Οι όμηροι του Γκαίρλιτς» και «1922» (και τα δύο από τις εκδόσεις Ίκαρος), που αποτύπωναν στις ιστορίες τους τον Εθνικό Διχασμό και την πορεία προς τη Μικρασιατική Καταστροφή, να ακολουθήσει ένα τρίτο γκράφικ νόβελ με βασικό θέμα την εξαθλίωση που βίωσαν οι πρόσφυγες όταν έφτασαν στον ελλαδικό χώρο. Το «1923 Εχθρική Πατρίδα» καταγράφει στις σελίδες του ακριβώς αυτό το ζήτημα, κατ’ αρχήν με ρεαλισμό και με ιστορική ενημερότητα, στοιχεία πολύτιμα όταν ασχολείται κανείς αφενός με σύνθετα κοινωνικά φαινόμενα όπως η αποκατάσταση των προσφύγων ή η συγκρότηση της πρώτης προσφυγικής παραγκούπολης στη Δραπετσώνα, και αφετέρου με κρίσιμα πολιτικά γεγονότα όπως το «επαναστατικό κίνημα» των συνταγματαρχών Πλαστήρα, Γονατά και Φωκά που εκδηλώθηκε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η «δίκη των έξι» και τόσα ακόμα. Έχοντας γνώση της βιβλιογραφίας, αλλά και διαθέτοντας ευαισθησία σαν αφηγητής και σαν σχεδιαστής (οι γραμμές και τα χρώματά του ταιριάζουν λες στην υφή τόσο των προσώπων όσο και των γεγονότων που τα περιβάλλουν), ο Θανάσης Πέτρου θέτει στο επίκεντρο του «1923» την ιστορία του Σμυρνιού Γιώργη Αμπατζή και του Ζακυνθινού Σπύρου Τζανέτου, δύο συμπολεμιστών στη Μικρασιατική Εκστρατεία που μόλις έχουν φτάσει στον Πειραιά τον Σεπτέμβριο του 1922. Εκεί συναντούν τα αδιέξοδα της προσφυγικής ζωής σε θέματα σίτισης, στέγασης, υγιεινής και περίθαλψης, αντιμετωπίζουν την έχθρα πολλών ντόπιων (που περιφρονούν, χλευάζουν ή εκμεταλλεύονται τους άνδρες και ιδίως τις γυναίκες πρόσφυγες, φτάνοντας ακόμα και στις εν ψυχρώ δολοφονίες), αλλά και γνωρίζουν μετέπειτα εμβληματικές μορφές της ρεμπέτικης ιστορίας, όπως τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Βαγγέλη Παπάζογλου ή τον Στελλάκη Περπινιάδη. Αν πάντως η πλούσια κληρονομιά του ρεμπέτικου συνέβαλε σε μια γενικότερη εξιδανίκευση της περιόδου, ο κόσμος του προσφυγικού Πειραιά κάθε άλλο παρά ιδανικούς πρωταγωνιστές είχε, και ο Θανάσης Πέτρου το γνωρίζει καλά όταν σκιαγραφεί στο «1923» τα περίφημα πορνεία των Βούρλων και κυρίως τον χαρακτήρα του Μπάμπη Καραλή, ενός ανθρώπου πρώτου σε κλεψιές, τραμπουκισμούς και εκπορνεύσεις, στα δίχτυα του οποίου πέφτει και η αδερφή του Γιώργη Αμπατζή, η Μαριγώ, ενώ εκείνος την αναζητά απεγνωσμένα. Η τελική σκηνή της συνάντησης των δύο αδερφών συνοδεύεται από μια τιμωρία του Καραλή, όμως η μεγαλύτερη δικαίωση για τον αναγνώστη είναι εκείνη που του δίνει μια ιστορία η οποία συνδυάζει την ιστορική γνώση και την κοινωνική ευαισθησία με τους αντιπροσωπευτικούς και ολοζώντανους ανθρώπινους χαρακτήρες. Και το σχετικό link...
  20. 1923: Εχθρική Πατρίδα: Ο Θανάσης Πέτρου αποτυπώνει σε κόμικς τις κακουχίες που βίωσαν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή (εκδόσεις Ίκαρος). Μετά τη μεταφορά κλασικών μυθιστορημάτων σε κόμικς – τάση που έχει δει ιδιαίτερη άνθιση τα τελευταία χρόνια στα ελληνικά κόμικς – η βουτιά στην ιστορία ήταν για τους κομίστες το επόμενο επιτυχημένο πείραμα. Και στην περίπτωση των κόμικς που έφτιαξε τα τελευταία τρία χρόνια ο Θανάσης Πέτρου μόνο για επιτυχημένο πείραμα μπορούμε να μιλάμε. Ξεκίνησε το 2020 με τους «Ομήρους του Γκαίρλιτς», όπου διηγείται ένα άγνωστο περιστατικό από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με την παράδοση αμαχητί του Δ’ Σώματος Στρατού στους Γερμανούς και την ιδιότυπη αιχμαλωσία τους στο Γκαίρλιτς της Σιλεσίας. Την επόμενη χρονιά συνέχισε με το «1922: Το τέλος ενός Ονείρου», με την αφήγηση να ακολουθεί τον Σμυρνιό Γιώργο Αμπατζή στην Μικρασιατική Εκστρατεία που οδήγησε στον ενταφιασμό της Μεγάλης Ιδέας και στην Μικρασιατική Καταστροφή. Φέτος επανέρχεται με το νέο του κόμικ με τίτλο «1923: Εχθρική Πατρίδα» (από τις εκδόσεις Ίκαρος, όπως και τα προηγούμενα) στο οποίο ακολουθεί για άλλη μια φορά τον ήρωά του, τον Γιώργο Αμπατζή, που τον συναντάμε στο λιμάνι του Πειραιά, πρόσφυγα, χωρίς υπάρχοντα και με την οικογένειά του να αγνοείται. Στο νέο αυτό κόμικ, ο Θανάσης Πέτρου καταπιάνεται με τις κακουχίες, την εχθρική διάθεση και την αφιλόξενη συμπεριφορά που βίωσαν από τους Ελλαδίτες οι πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Φτώχεια, πείνα, κοινωνικός διασυρμός, ο ανθρώπινος πόνος αποδίδονται με σεβασμό και επιτυχία σε αυτό το κόμικ. Η ευαισθησία του Πέτρου στην απεικόνιση όλων αυτών είναι ένα από τα δυνατά σημεία του εγχειρήματός του. Το άλλο είναι ότι, πέρα από τα προφανή και ίσως σχηματικά της υπόθεσης, δηλαδή την ιστορική αφήγηση, βλέπουμε να ξετυλίγεται μπροστά μας όλη η ιστορία της Ελλάδας την περίοδο που απασχολεί και τον Πέτρου στις αφηγήσεις του. Κινήματα, δικτατορίες, πολιτικός αναβρασμός των εκάστοτε περιόδων, κοινωνικές συνήθειες, ακόμα και ο πολιτισμός αποτυπώνονται με γλαφυρό τρόπο από τον Πέτρου στα κόμικς αυτά. Δεν τον απασχολεί μονάχα μια στεγνή αναδιήγηση των ιστορικών γεγονότων, αλλά η συνολική αύρα και το κοινωνιολογικό αποτύπωμα της περιόδου. Η ενσωμάτωση των προσφύγων άλλωστε είναι ένα γεγονός που με συναρπάζει προσωπικά για τις προεκτάσεις που είχε σε ένα σωρό τομείς της υπόστασης του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας του. Πέραν από το γεγονός ότι είναι ένα από τα πρώτα success stories του σύγχρονου ελληνικού κράτους, η ενσωμάτωση των προσφύγων, παρόλο που μόνο εύκολη δεν ήταν, επέδρασε καταλυτικά τόσο δημογραφικά όσο και οικονομικά, γεωπολιτικά, κοινωνιολογικά, εθνολογικά και φυσικά πολιτισμικά. Η επίδραση των προσφύγων στον πολιτισμό και στις επικρατούσες λαϊκές κουλτούρες υπήρξε καθοριστική. Οι πρόσφυγες είχαν ζήσει άλλωστε σε τόπους με πολιτιστική παράδοση πολλών αιώνων, την οποία μετέφεραν στον τόπο που έγινε νέα τους πατρίδα. Κυριάρχησαν τα ρεμπέτικα αλλά και πολλοί λογοτέχνες όπως οι Γ. Σεφέρης, Η. Βενέζης, Κ. Πολίτης, Γ. Θεοτοκάς, Σ. Δούκας, ο ζωγράφος και συγγραφέας Φ. Κόντογλου διέπρεψαν στον τομέα και βοήθησαν σημαντικά στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας. Όλα αυτά είναι υπαρκτή πραγματικότητα στα τρία αυτά κόμικς του Θανάση Πέτρου. Θανάσης Πέτρου Θα έλεγα ότι τα κόμικς αυτά ξεφεύγουν από το καθαρά ιστορικό είδος. Ο ειδολογικός χαρακτηρισμός που θα τους απέδιδα δεν είναι στενά ιστορικός αλλά και ηθογραφικός, κι αυτό γιατί αποτελούν εμπράκτως έναν μοναδικό ηθογραφικό περίπατο στην ελληνική κοινωνία των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Ακόμα και οι ντοπιολαλιές αποδίδονται περίτεχνα στα σενάρια που δόμησε ο Θανάσης Πέτρου. Τεχνικά όμως υπάρχει, για μένα, το πιο μεγάλο ενδιαφέρον. Στους «Ομήρους» αφηγητής είναι ο Σαλονικιός Οικονόμου, στο «1922» ο Σμυρνιός Αραμπατζής, ενώ στο 1923 δεν υπάρχει αφηγητής κι επομένως όλα όσα ανέφερα, τα ιστορικά στοιχεία και γεγονότα, τα ηθογραφικά στοιχεία, είναι κεντημένα μέσα στο σενάριο. Νομίζω ότι είναι το καλύτερο δείγμα σεναρίου που έχουμε δει από τον Πέτρου. Ένα σενάριο ζωντανό, γρήγορο και γεμάτο δράση. Τα μουντά χρώματα περνούν επιδέξια το συναίσθημα στις δύο πρώτες ιστορίες ενώ στο «1923: Εχθρική Πατρίδα» η παλέτα αλλάζει και γίνεται πιο αισιόδοξη καθώς οι πρόσφυγες εγκαθίστανται στη νέα πατρίδα. Μαστορικά φτιαγμένα καρέ που υπηρετούν άριστα την πλοκή – ακόμα και όταν λείπει το σενάριο –, ενδελεχής ιστορική έρευνα, ψυχραιμία στην απεικόνιση της ιστορίας και των διαφόρων πολιτικών γεγονότων, σχέδιο προσηλωμένο στην ακρίβεια της σκηνοθεσίας, της εποχής των εκφράσεων των προσώπων. Ο Πέτρου ξέρει πολύ καλά τα κόμικς ως μέσο, χειρίζεται τις σελίδες και τα πάνελ του με αριστοτεχνικό τρόπο, σε μια αφήγηση ταυτόχρονα ακριβή και λιτή. Ξεφεύγει από τα καρέ, περνά στο περιθώριο της σελίδας επιστρέφοντας και πάλι σ’ αυτά, δείχνοντάς μας πως ξέρει να πει Ιστορία σε πολύχρωμες σελίδες με καρέ. Και το σχετικό link...
  21. Η κατάσταση στο λιμάνι του Πειραιά αμέσως μετά την καταστροφή της Σμύρνης το 1923, οι συγκλονιστικές ιστορίες των προσφύγων και οι ανυπόφορες συνθήκες στις οποίες έπρεπε να ζήσουν, αντιμετωπίζοντας εχθρότητα και πολιτική αστάθεια, γίνονται για τον Θανάση Πέτρου το πλαίσιο για το νέο συγκλονιστικό graphic novel του. 1923, Πειραιάς, μετά την καταστροφή της Σμύρνης. Χιλιάδες Μικρασιάτες πρόσφυγες κατακλύζουν το λιμάνι, ενώ το στρατιωτικό κίνημα που αναλαμβάνει επίσημα την άσκηση της εξουσίας απαιτεί την απομάκρυνση του βασιλιά. Η στρατοκρατούμενη διοίκηση πρέπει να φροντίσει για τη σίτιση και τη στέγαση των χαροκαμένων προσφύγων οι οποίοι, πέρα από τις ταλαιπωρίες τους, έχουν να υπομείνουν και τη σχεδόν εχθρική σε πολλές περιπτώσεις αντιμετώπιση από τους γηγενείς Έλληνες. Ο Σμυρνιός Γιώργος Αμπατζής και ο Ζακυνθινός Σπύρος Τζανέτος, συμπολεμιστές στη Μικρασιατική Εκστρατεία που έχουν πάρει το στρατιωτικό τους απολυτήριο και φτάνουν στον Πειραιά μαζί με τις χιλιάδες προσφύγων τον Σεπτέμβριο του 1922, αγωνίζονται να επιβιώσουν στις ανυπόφορες συνθήκες και την πολιτική αστάθεια σε ένα περιβάλλον με αμέτρητες δυσκολίες. Ο Αμπατζής αναζητά τη χαμένη του οικογένεια και ο Τζανέτος παραμένει στο λιμάνι για να βοηθήσει τον φίλο του. Το νέο κόμικς του Θανάση Πέτρου «1923, Εχθρική Πατρίδα» που κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Ίκαρος είναι το τρίτο μέρος της συναρπαστικής ιστορίας που ξεκίνησε με τους «Ομήρους του Γκαίρλιτς, Μια απίστευτη, αληθινή ιστορία διχασμού και πολέμου» και συνεχίστηκε με το «1922, Το τέλος ενός ονείρου». Παρουσιάζει με ρεαλιστικό τρόπο τις συνθήκες στους καταυλισμούς των προσφύγων και τη δημιουργία μιας ολόκληρης περιοχής, της Κρεμμυδαρούς, μέσα από περιστατικά που είναι σκληρά και απάνθρωπα αλλά εντελώς αληθινά – με καρέ ωμής πραγματικότητας. «Αρχικά είχα ξεκινήσει να γράφω μια ιστορία που θα εστίαζε στο ρεμπέτικο, την οποία όμως εγκατέλειψα σχετικά γρήγορα, όταν συνειδητοποίησα ότι τα γεγονότα με το Δ' Σώμα Στρατού στο Γκαίρλιτς και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονταν είχαν πολύ περισσότερο ενδιαφέρον», εξηγεί ο Θανάσης Πέτρου. «Πριν ακόμα εκδοθούν οι "Όμηροι" είχα ξεκινήσει να ετοιμάζω τη συνέχειά τους, δηλαδή το “1922, το τέλος ενός ονείρου”, στο οποίο διαπραγματεύομαι την ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το να ασχοληθώ με τις συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής και τη μοίρα των προσφύγων που έφτασαν στην Ελλάδα μου φάνηκε ότι ήταν μονόδρομος, οπότε προέκυψε το “1923, Εχθρική πατρίδα”. Επομένως, αν και δεν ήταν ο αρχικός σκοπός μου να κάνω μια τριλογία, τελικά συνέβη. Στους "Όμηρους" τον ρόλο του αφηγητή παίζει ο Θεσσαλονικιός Οικονόμου, στο “1922” τη σκυτάλη παίρνει ο Σμυρνιός, ενώ στο “1923” ουσιαστικά δεν υπάρχει αφηγητής. Ξεκινώντας να συλλέγω υλικό και να γράφω το σενάριο για το “1923” είχα κατά νου η ιστορία μου να φτάσει μέχρι το 1936, την εποχή που επιβάλλεται η δικτατορία από τον Μεταξά. Ωστόσο, τα ιστορικά γεγονότα του ελληνικού Μεσοπολέμου είναι τόσα πολλά και τόσο σύνθετα που ήταν αδύνατο με την αφήγησή μου να καλύψω μια τόσο μεγάλη χρονική περίοδο. Επομένως θα υπάρξει και συνέχεια γιατί θέλω η ιστορία των πρωταγωνιστών μου να ολοκληρωθεί το 1936 και μάλιστα αυτό να γίνεται στη γενέθλια πόλη μου, τη Θεσσαλονίκη». — Τι έρευνα έκανες για να δημιουργήσεις το σκηνικό και τους ήρωες; Από τον τρόπο που μιλάνε μέχρι την κατάσταση στα καταλύματα στις περιοχές που τους έβαλαν να μείνουν; Προφανώς υπάρχει τεράστια βιβλιογραφία που σχετίζεται με το θέμα των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, της υποδοχής και της ένταξής τους στον ελλαδικό χώρο, έκανα μια επιλογή βιβλίων που αποτέλεσαν τις αρχικές πηγές μου. Πολύ βασικότερο ρόλο στην άντληση υλικού για το σενάριό μου είχε η ανάγνωση εφημερίδων της εποχής. Ουσιαστικά έκανα αποδελτίωση των καθημερινών φύλλων 4-5 εφημερίδων από τον Σεπτέμβριο του 1922 μέχρι τον Απρίλιο του 1924. Ήταν πολύ κουραστικό, αλλά «ψάρευα» φοβερά πράγματα ώστε να σχηματίσω μια πληρέστερη εικόνα για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Βέβαια πάρα πολλά από αυτά δεν τα χρησιμοποίησα, αλλά αυτό πάντα συμβαίνει όταν κάνεις έρευνα και συλλέγεις υλικό, ένα πολύ μεγάλο μέρος του μένει στο ράφι. — Πες μου για τις αληθινές προσωπικότητες που εμφανίζονται μέσα στην ιστορία. Στη διάρκεια της αφήγησης βλέπουμε δύο φορές τον Νικόλαο Πλαστήρα, επικεφαλής του επαναστατικού κινήματος, να βγάζει λόγο στο Σύνταγμα, ενώ ένα μικρό πέρασμα κάνουν ο έφηβος Μάρκος Βαμβακάρης (17 χρονών το 1922), ο συνθέτης Βαγγέλης Παπάζογλου και ο τραγουδιστής Στελλάκης Περπινιάδης (οι δυο τους, με βάση τη βιογραφία του Περπινιάδη, όντως είχαν γνωριστεί στα Βούρλα). Κατά τα άλλα, όσοι χαρακτήρες εμφανίζονται στο βιβλίο είναι επινοημένοι. — Πόσο δύσκολο ήταν να εντάξεις όλα αυτά τα γεγονότα μέσα στο σενάριο του κόμικς και σε ελάχιστα καρέ; Δεν ήταν εύκολο, γιατί επιπλέον στο τρίτο βιβλίο δεν υπάρχει αφηγητής, επομένως τα πάντα έπρεπε να γίνονται κατανοητά από την οπτική αφήγηση και τους διαλόγους. Μόνο στην τελευταία σελίδα του βιβλίου θα διαβάσουμε τις σκέψεις του Αμπατζή. Ήταν επιλογή μου να απουσιάζει ο αφηγητής που θα μας περιγράφει κάποια γεγονότα, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του ή θα τοποθετεί χωρικά ή χρονικά τον αναγνώστη. Επομένως, όλα τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου στην οποία αναφέρομαι δεν περιγράφονται αυτά καθ’ εαυτά, αλλά προσπάθησα να τα εντάξω έμμεσα. — Μίλησέ μου για τους άλλους χαρακτήρες του κόμικς, τον Σπύρο Τζανέτο, τον Μπάμπη Καραλή, τη Μαριγώ… Ο Σπύρος Τζανέτος, Επτανήσιος στην καταγωγή, ήταν συμπολεμιστής του Αμπατζή στη Μικρασιατική Εκστρατεία και σ’ αυτή την πρωτόγνωρη πραγματικότητα που αντικρίζουν στον Πειραιά αποφασίζει να μείνει και να συμπαρασταθεί στον φίλο του. Στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσε να φύγει, γιατί τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1922 οι ακτοπλοϊκές γραμμές είχαν διακοπεί. Όλα τα πλοία ουσιαστικά χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά προσφύγων από τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου προς τα μεγάλα λιμάνια της ηπειρωτικής ή της νησιωτικής χώρας. Ο χαρακτήρας του Μπάμπη Καραλή, μαζί με την παρέα του, ουσιαστικά αντιπροσωπεύει τον ντόπιο Πειραιώτη που είναι μάγκας, πονηρός, λωποδύτης και προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τους πρόσφυγες, ώστε να βρει έναν εύκολο τρόπο βιοπορισμού. Με δεδομένο ότι το ρεμπέτικο τραγούδι γεννήθηκε στον Πειραιά και με δεδομένο ότι σήμερα υπάρχει μια ρομαντική, σχεδόν μυθική διάσταση γύρω από αυτό και τους δημιουργούς του, θέλησα να δείξω ότι ο κόσμος της μαγκιάς του Πειραιά, στην πραγματικότητα απείχε πάρα πολύ από οποιαδήποτε ειδυλλιακή εικόνα έχουμε πλέον εμείς και η οποία βασίζεται στα ρεμπέτικα τραγούδια. Ο κόσμος της μαγκιάς είχε κλέφτες, απατεώνες, φυλακόβιους, νταβατζήδες, μαχαιροβγάλτες, τραμπούκους. Θύμα του Μπάμπη πέφτει η έφηβη Μαριγώ, η αδελφή του Αμπατζή, η οποία έχει χάσει την οικογένειά της στη Σμύρνη και φτάνει ολομόναχη στον Πειραιά. — Η κατάσταση στα προσφυγικά ήταν πολύ δύσκολη, κι ο τρόπος που παρουσιάζεται στο «1923» είναι πολύ ρεαλιστικός. Τι σε εντυπωσίασε περισσότερο από τα στοιχεία που μάζευες όσο ετοίμαζες το κόμικς; Είχες πηγές για αυτές τις αναφορές; Την πραγματική διάσταση των προβλημάτων την ξέρουν φυσικά μόνο όσοι πρόσφυγες τα βίωσαν στο πετσί τους. Από ’κει και πέρα όλοι εμείς οι υπόλοιποι, θα πρέπει αναγκαστικά να βασιστούμε στις μαρτυρίες αυτών των προσφύγων, όπως στις αφηγήσεις της Αγγέλας Παπάζογλου ή σε λογοτεχνικά έργα. Αν έχω καταφέρει στο κόμικς να περιγράψω, έστω με τον ελάχιστο ρεαλισμό, την κατάσταση και τις συνθήκες που επικρατούσαν, θα είμαι πολύ ικανοποιημένος. — Πες μου για το πολιτικό πλαίσιο της ιστορίας – που είναι στην ουσία η επιβίωση στον προσφυγικό καταυλισμό και η αναζήτηση της οικογένειας του Αμπατζή. Ουσιαστικά, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή θα επικρατήσει ένα κίνημα στρατιωτικών το οποίο θα αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Σήμερα θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε μια δικτατορία συνταγματαρχών, εκείνη την εποχή όλες αυτές οι ενέργειες των στρατιωτικών που κατέλυαν το πολιτικό σύστημα ονομάζονταν «κινήματα». Για να μη μακρηγορήσω, τα πολιτικοϊστορικά γεγονότα της συγκεκριμένης περιόδου είναι καταλυτικά: η υπογραφή συνθήκης ειρήνης με την κεμαλική Τουρκία, η τιμωρία των ενόχων για την αποτυχία της Μικρασιατικής Εκστρατείας, η έναρξη συνομιλιών Ελλάδας και Τουρκίας με ποικίλα και πολυσύνθετα προβλήματα (ανατολική Θράκη, πολεμικές αποζημιώσεις, το Πατριαρχείο, οι πρόσφυγες κ.λ.π.). Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό της χώρας το κολοσσιαίο πρόβλημα είναι φυσικά η στέγαση, η σίτιση, η περίθαλψη και η γεωγραφική κατανομή των χιλιάδων προσφύγων που κατέφτασαν στον ελλαδικό χώρο. Από εκεί και πέρα, η καθημερινότητα των πρωταγωνιστών μου επηρεάζεται φυσικά από τα πολιτικά θέματα που προκύπτουν, αλλά το κυριότερο ζήτημα είναι κατά βάση αυτό της επιβίωσης, ή για τον Αμπατζή το να βρει αν η οικογένειά του έχει γλιτώσει από την καταστροφή, ενώ παράλληλα βλέπουμε πώς δημιουργείται η Κρεμμυδαρού, η περιοχή που θα αποτελέσει αργότερα τη Δραπετσώνα. — Ο τρόπος που υποδέχτηκαν οι ντόπιοι τους πρόσφυγες είναι σοκαριστικός, αν και είναι στο DNA μας να μη θέλουμε ξένους στο σπίτι μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Δεν μαθαίνει ποτέ ο Έλληνας από την ιστορία… Υπάρχουν δύο βασικές διαστάσεις σε ότι αφορά την υποδοχή των προσφύγων. Από τη μία είναι η κρατική μέριμνα που έπρεπε να λειτουργήσει άμεσα, σε μεγάλη κλίμακα και αποτελεσματικά και η οποία προφανώς δεν επαρκούσε, οπότε χρειάστηκε μεγάλη συνδρομή από το εξωτερικό. Να αναφέρω ένα ενδεικτικό παράδειγμα της κατάστασης: τις πρώτες ημέρες που άρχισαν να φτάνουν πρόσφυγες στον Πειραιά γινόταν διανομή μόνο ξηράς τροφής, γιατί δεν υπήρχαν σκεύη για να τους προσφέρουν φαγητό. Από την άλλη οι ντόπιοι Πειραιώτες, μια και το κόμικς διαδραματίζεται εξ ολοκλήρου στον Πειραιά, είδαν την πόλη τους να πλημμυρίζει από χιλιάδες εξαθλιωμένους ανθρώπους. Να έχουμε υπόψη ότι στην αρχή οι πρόσφυγες που κατέφθαναν ήταν ηλικιωμένοι και γυναικόπαιδα, μια και οι άντρες από 18 έως 45 ετών είχαν συλληφθεί από τους Τούρκους. Προφανώς πολλοί ντόπιοι προσπάθησαν να τους βοηθήσουν, αλλά πολλοί τους αντιμετώπισαν εχθρικά, ενώ κάποιοι θέλησαν να τους εκμεταλλευτούν. Πολλοί Αθηναίοι ή Πειραιώτες έτρεξαν να βρουν ανάμεσα στους πρόσφυγες οικιακές βοηθούς και παραδουλεύτρες, αλλά αρκετές γυναίκες και νέες κοπέλες έπεσαν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και οδηγήθηκαν στην πορνεία. Πρέπει να ήταν τόσο μεγάλη η προσπάθεια εξαπάτησης του γυναικείου προσφυγικού πληθυσμού ώστε πολύ σύντομα ψηφίστηκε νόμος που απαγόρευε στους ντόπιους να έχουν επαφές με τους πρόσφυγες, αν πρώτα δεν αποδείκνυαν την οικογενειακή τους κατάσταση και ότι όντως χρειάζονταν οικιακή βοηθό. Επίσης να προσθέσω ότι μέσα από τις αναγνώσεις των εφημερίδων της εποχής, διαπίστωσα ότι ο Πειραιάς ήταν ούτως ή άλλως μια περιοχή όπου η γενική παραβατικότητα, οι τραυματισμοί, ακόμη και οι ανθρωποκτονίες για ασήμαντες αφορμές μάλλον ήταν σε καθημερινή βάση. — Πες μου και για το κρατικό πορνείο των Βούρλων. Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα στην περιοχή του Πειραιά φαίνεται ότι υπήρχε πολύ μεγάλο πρόβλημα με τα χαμαιτυπεία που εξυπηρετούσαν ναυτικούς και εργάτες και ήταν διασκορπισμένα στην περιοχή. Οι κάτοικοι διαμαρτύρονταν για τη διασπορά των εκδιδόμενων γυναικών μέσα στην πόλη και απαιτούσαν τη μεταφορά των πορνείων εκτός των ορίων της πόλης. Έτσι το 1873 παραχωρήθηκε μία έκταση στην περιοχή Βούρλα, που ήταν κοντά στο νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου και θα προοριζόταν για την κατασκευή ενός κτιριακού συγκροτήματος-πορνείου. Ο δήμαρχος Πειραιά, κάτω από μυστήριες συνθήκες, ανέθεσε την εργολαβία στον Νικόλαο Μπόμπολα, ο οποίος αποπεράτωσε το κτιριακό συγκρότημα το 1875. Στην πραγματικότητα ήταν ένα περίκλειστο στρατόπεδο-φυλακή-πορνείο υπό την επίβλεψη της χωροφυλακής. Στα Βούρλα οι εργαζόμενες γυναίκες (ακόμα και ανήλικες) ήταν στην πραγματικότητα φυλακισμένες μέσα στο κτιριακό συγκρότημα, που ήταν χωρισμένο σε τρεις πτέρυγες. Τα δωμάτιά τους είχαν έναν βασικό εξοπλισμό (κρεβάτι, τραπέζι, καρέκλα και νιπτήρα τοίχου), ενώ στην κοινόχρηστη αυλή υπήρχαν αποχωρητήρια, λουτρά και καφενείο. Η κατάταξη των των γυναικών γινόταν σύμφωνα με την ηλικία τους. Στην πρώτη πτέρυγα ήταν οι μεσόκοπες 40-50 ετών, στη μεσαία οι γυναίκες 18-40 ετών και στην τρίτη πτέρυγα τα κορίτσια 14-18 ετών. Οι διευθύντριες, απόμαχες πόρνες, ήταν υπεύθυνες για την ενοικίαση των δωματίων, επέβλεπαν την προσέλευση των πελατών και την είσπραξη του αντιτίμου, φρόντιζαν για τις εβδομαδιαίες ιατρικές εξετάσεις των γυναικών στο Νοσοκομείο Συγγρού για αφροδίσια νοσήματα. Οι γυναίκες μπορούσαν να βγουν έξω από τα Βούρλα μόνο για ιατρικές εξετάσεις ή αν έπαιρναν άδεια από τις αστυνομικές αρχές, πράγμα σπάνιο. Απ’ ότι φαίνεται υπήρχαν γυναίκες που μεγάλωναν μέσα στα Βούρλα τα παιδιά τους. Πληροφορίες από πρώτο χέρι για τα Βούρλα έχουμε από τα επιτόπια ρεπορτάζ που έκαναν η συγγραφέας-δημοσιογράφος Λιλίκα Νάκου το 1936 για την εφημερίδα «Ακρόπολις», ο δημοσιογράφος Κανελλής που επισκέφθηκε τα Βούρλα το 1933 για λογαριασμό της εφημερίδας «Ανεξάρτητος» και από τις βιογραφίες του Μάρκου Βαμβακάρη και του Νίκου Μάθεση. Δεν είναι βέβαιο πότε τερματίστηκε η λειτουργία του πορνείου των Βούρλων (άλλοι υποστηρίζουν το 1934, άλλοι το 1937), πάντως στην περίοδο της Κατοχής το συγκρότημα είχε μετατραπεί σε φυλακές. Αργότερα μετονομάστηκαν σε «Δικαστικές Φυλακές Πειραιώς», οι οποίες λειτούργησαν μέχρι τα χρόνια της δικτατορίας. Είναι γνωστή η ιστορία της απόδρασης 27 φυλακισμένων κομμουνιστών το 1955, οι οποίοι σε τέσσερις μήνες έσκαψαν σήραγγα 18-19 μέτρων για να καταφέρουν να αποδράσουν. Και το σχετικό link...
  22. Ονομαστική τιμή: 14,90€ Για κάποιον περίεργο λόγο, το κόμικ μου κίνησε την προσοχή από την στιγμή που έμαθα για την επερχόμενη κυκλοφορία του, χωρίς να υπάρχει περίληψη τότε και χωρίς να έχω δει το σχέδιο. Η αλήθεια είναι ότι ούτε με τον Ζαφειριάδη ούτε με τον Πέτρου είχα κάποια επαφή σαν αναγνώστης μέχρι τώρα, ενώ, αντίθετα, με τον Παλαβό ήταν αλλιώς τα πράγματα, μιας και είχα διαβάσει τόσο την ωραία συλλογή διηγημάτων "Αστείο" (εκδόσεις Νεφέλη) και το διήγημα "Σαν Άνγκρε", όσο και δυο-τρία βιβλία που έχει μεταφράσει. Όμως είχα δει δουλειές του Θανάση Πέτρου και ήμουν σίγουρος ότι θα άξιζε τον κόπο να διαβάσω τελικά το "Γρα-Γρου". Λοιπόν, ναι, τον κόπο τον άξιζε και με το παραπάνω. Νιώθω ότι διάβασα κάτι το ιδιαίτερο και το ξεχωριστό, απορροφήθηκα εντελώς από την όλη ιστορία και μεταφέρθηκα στα υπέροχα τοπία έξω από το χωριό Καστανιά του Βέρμιου. Η ιστορία συνδυάζει αρμονικά το κοινωνικό δράμα με κάποια αλληγορικά στοιχεία που μπορεί να πει κανείς ότι ανήκουν και στο είδος του Φανταστικού, και πιστεύω ότι δίνει λίγη τροφή για σκέψη. Οι διάλογοι είναι οι απολύτως απαραίτητοι, μιας και υπάρχουν πάμπολλα καρέ όπου οι εικόνες μιλάνε από μόνες τους. Το σχέδιο και ο χρωματισμός είναι, πραγματικά, σε εξαιρετικό επίπεδο ποιότητας. Ένιωσα στο πετσί μου το κρύο, την μελαγχολία, την μοναξιά, την μουντάδα, την άγρια ομορφιά των τοπίων στα οποία εξελίσσεται η ιστορία, ήταν σαν να ήμουν και εγώ ο ίδιος παρών στο εστιατόριο Γρα-Γρου και τα γύρω μέρη. Χάρηκα πολύ που διάβασα το "Γρα-Γρου". Πρόκειται για μια πολύ όμορφη δουλειά, που έχει να προσφέρει πράγματα τόσο στους έμπειρους αναγνώστες κόμικς, όσο και στους πιο άπειρους. Σίγουρα το σχέδιο και ο χρωματισμός είναι τα πιο δυνατά σημεία του κόμικ, όμως προσωπικά και η ιστορία μου άρεσε πολύ. Τώρα δεν ξέρω κατά πόσο θα συγκινήσει ή θ'αγγίξει άλλους αναγνώστες, εμένα όμως με κράτησε μέχρι το τέλος. Όσον αφορά την έκδοση του Ίκαρου, είναι πραγματικά πολύ προσεγμένη και όμορφη, από την γραμματοσειρά και την επιμέλεια, μέχρι το χαρτί, την βιβλιοδεσία και την όλη εξωτερική εμφάνιση. Προτείνεται με κλειστά μάτια! 9/10
  23. Το Comicdom CON Athens 2022 επιστρέφει για 16η χρονιά και 5 Έλληνες και ξένοι δημιουργοί μάς μιλούν για το ταξίδι τους στον κόσμο των comics και για τη συμμετοχή τους στη φετινή διοργάνωση. Σήμερα ανοίγει τις πόρτες του το 16ο Comicdom CON Athens και ένα τριήμερο γεμάτο comics, events και ξεχωριστά workshops ξεκινά. Μέχρι και την Κυριακή 17 Απριλίου οι επισκέπτες του Φεστιβάλ θα έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν νέα comics, να γνωρίσουν ανερχόμενους καλλιτέχνες και να κάνουν μία αναδρομή στον θρύλο και τη ζωή της φετινής τιμώμενης σουπερ-ηρωίδας του θεσμού, Wonder Woman. Οι επισκέπτες όμως θα έχουν και την ευκαιρία να παρακολουθήσουν τα workshops του Comicdom CON Athens, με τους φετινούς εισηγητές του Φεστιβάλ που κλήθηκαν να μας «μεταλαμπαδεύσουν» τις γνώσεις τους. Τα highlights του φετινού φεστιβάλ είναι πολλά! Εμείς μιλήσαμε με 5 Έλληνες και ξένους δημιουργούς για το ταξίδι τους στον κόσμο των comics και φυσικά για τη συμμετοχή τους στο φετινό Comicdom CON Athens. Δημήτρης Σακαρίδης: Τα comics είναι τρόπος ζωής Για το πώς ξεκίνησε το δικό του ταξίδι στον κόσμο των comics μας μίλησε ο Δημήτρης Σακαρίδης, συνδημιουργός του Comicdom CON Athens: «Διαβάζω comics από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και η αγάπη μου για αυτά έγινε σύντομα λατρεία και τρόπος ζωής. Αναπόφευκτα, κάποια στιγμή αποφάσισα να εμπλακώ πιο ενεργά με τα comics ξεκινώντας το 1996 με το ενημερωτικό fanzine Comicdom το οποίο το 2004 μετακόμισε στο διαδίκτυο ως ενημερωτικό site». Η ιδέα του να δημιουργηθεί ένα μικρό Φεστιβάλ αφιερωμένο στα comics έγινε πραγματικότητα το 2006 με τη συνεργασία της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης. Όπως αναφέρει ο ίδιος: «Τότε ξεκίνησε ένα δύσκολο, επίπονο, κουραστικό, κάποιες φορές εξαντλητικό και άκρως απογοητευτικό ταξίδι που είχε παράλληλα άπειρες ευχάριστες στιγμές, άφθονη δημιουργικότητα, ενδιαφέρουσες προκλήσεις, σημαντικές γνωριμίες και επιτυχίες και ατελείωτη ικανοποίηση! Άλλωστε η χαρά και μόνο του να δουλεύεις με ανθρώπους που εκτιμάς και έχετε τα ίδια όνειρα και τους ίδιους στόχους, πολλές φορές είναι αρκετή για να σε κάνει να αγνοήσεις την όποια δυσκολία». Φέτος δεν ξέρει τι να ξεχωρίσει από το «παιδί» του. Και η αλήθεια είναι πως δεν θέλει να ξεχωρίσει κάποιο συγκεκριμένο event, αλλά την πολυσυλλεκτικότητα της εκδήλωσης και την ποικιλία των θεματικών και προσεγγίσεων της. Έτσι, εύχεται στους επισκέπτες του Comicdom CON Athens 2022 να περάσουν κυρίως καλά και να ζήσουν μία αξέχαστη εμπειρία που θα θέλουν να επαναλαμβάνουν κάθε χρόνο. Όπως μας τονίζει «τα comics είναι, και πρέπει να είναι, για όλους και για αυτό η φετινή διοργάνωση μοιράζεται ανάμεσα στην Ελληνοαμερικανική Ένωση με τις ενδιαφέρουσες εκθέσεις, τα panels και τα workshops, και στην Πλατεία Κλαυθμώνος, που φιλοξενεί το φετινό πολύχρωμο και ελκυστικό bazaar comics». Tânia Cardoso: Τα comics μπορούν να ευαισθητοποιήσουν το κοινό Πρώτη ομιλήτρια του Comicdom CON Athens 2022 είναι η Tânia Cardoso, εικονογράφος και θεωρητικός πόλεων. Στον κόσμο των comics μπήκε το 2010 και από τότε έγινε ζωντανό κομμάτι του. Το ταξίδι της εκεί άρχισε σε ένα πρακτορείο εικονογράφησης στη Λισαβόνα, όπου έκανε comics και ταυτόχρονα μεταπτυχιακό στον Αστικό Σχεδιασμό. Εμπνέεται κυρίως από την καθημερινότητα και όσα την κάνουν ξεχωριστή. Η Tânia παρατηρεί πως τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία στροφή στα μη φαντασιακά comics, σε αυτά που ισορροπούν σε έναν λεπτό πάγο μεταξύ της φαντασίας και της πραγματικότητας. Όμως πάνω από όλα πιστεύει πως τα comics μπορούν να ευαισθητοποιήσουν το κοινό. Τα χαρακτηρίζει, παραφράζοντας τον graphic journalist Dan Archer, «παράθυρα σε ένα συγκεκριμένο θέμα, τα οποία αποκαλύπτουν με ένα πιο ευχάριστο τρόπο την δημοσιότητα αλλά και πτυχές της που έχουν επισκιαστεί». Η πόλη ήταν πάντα ένα θέμα που την συνάρπαζε και αποφάσισε ότι τα κόμικς και η πόλη θα ήταν το κύριο θέμα της έρευνάς της. Αυτό της το πάθος θα προσπαθήσει να μας μεταλαμπαδεύσει και στο φετινό Comicdom με ένα workshop, ή μάλλον καλύτερα walkshop, στο οποίο θα μάθουμε να ανακαλύπτουμε ιστορίες στους δρόμους της Αθήνας και να τις μετατρέπουμε σε σκίτσα. Στους επίδοξους δημιουργούς comics προτείνει δύο πράγματα: «Να είναι ανοιχτοί σε νέες και διαφορετικές συνεργασίες αλλά κυρίως να πειραματίζονται, καθώς το να κάνεις συνέχεια το ίδιο πράγμα καταντάει βαρετό». * Το walkshop της Tânia Cardoso με τίτλο «Graphic Wanderings: Ανακαλύπτοντας Ιστορίες Στο Αστικό Τοπίο» θα ξεκινήσει το Σάββατο 16 Απριλίου από το Ολλανδικό Ινστιτούτο (Μακρή 11, Αθήνα) και θα διαρκέσει από τις 11:00 έως τις 13:30. Andrew Farago: Η Wonder Woman έχει σχέση με την ελληνική μυθολογία Ο Andrew Farago είναι επιμελητής του Cartoon Art Museum στο Σαν Φρανσίσκο και έχει γράψει σενάρια για την Marvel Comics, το Comics journal και το Animation World Network, ενώ είναι και συγγραφέας του βιβλίου The Looney Tunes Treasury. Τον εμπνέει όταν οι γύρω του είναι το ίδιο παθιασμένοι με τα comics και τα έργα τέχνης όσο και ο ίδιος και πιστεύει πως τα comics έχουν πλέον μεγάλη δυναμική και εύρος, που καλύπτει κάθε αναγνώστη. Η παρουσίασή του στο Comicdom 2022 είναι αφιερωμένη στην 80η επέτειο της Wonder Woman. Η πρωτότυπή έκθεση που είχε παρουσιαστεί λίγο νωρίτερα στο Cartoon Art Museum του Σαν Φρανσίσκο, ταξίδεψε μαζί του και προσγειώθηκε στο Comicdom και είναι εμπνευσμένη από την ιστορία και την καταγωγή της Wonder Woman, αλλά και τη σχέση της με την ελληνική μυθολογία, συνεπώς δεν θα μπορούσε να λείπει από τη φετινή διοργάνωση. Όσο για τη συμβουλή που θα έδινε στους επίδοξους δημιουργούς comics, μία λέξη έχει κυρίως στο μυαλό του, το διάβασμα. Όχι μόνο των comics φυσικά, κάθε λογοτεχνικού είδους. Για τους εικονογράφους έχει μία άλλη λέξη, τη ζωγραφική, ενώ μοιράζεται ένα ακόμα μυστικό με τους επίδοξους καλλιτέχνες, πως αν μία φορά κεράσουν φαγητό ή καφέ σε έναν δημιουργό comics θα έχουν κερδίσει έναν φίλο για πάντα. Στην ουσία, σύμφωνα με τον Andrew, αν θες να ασχοληθείς με κάτι πρέπει να το παλεύεις συνεχώς, να ασχολείσαι με αυτό, να αποκτήσεις όση περισσότερη εμπειρία μπορείς και να θεωρείς πάντα καλοδεχούμενες τις συμβουλές. * Το event που θα παρουσιάσει ο Andrew Farago ονομάζεται «The Legend Of Wonder Woman» και θα λάβει χώρα το Σάββατο 16 Απριλίου, 12:00 με 13:00, στη γκαλερί Χατζηκυριάκος Γκίκας της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης. Eva Hilhorst: Η παρατήρηση είναι σημαντική για έναν καλλιτέχνη Η Eva Hilhorst είναι εικονογράφος, ιδρύτρια και αρχισυντάκτης του site Drawing the Times. Όταν το 2007 ο σύζυγός της έπιασε δουλειά ως ανταποκριτής στις Βρυξέλλες μετακόμισε μαζί του στην πρωτεύουσα των comics, όπως την ονομάζει, και έτυχε να διασταυρωθούν οι δρόμοι της με δύο καλλιτέχνες comics οι οποίοι την μύησαν στον κόσμο τους. Έτσι ειδικεύτηκε στο comics journalism και το ποικιλόμορφο αυτό μέσο την κέρδισε. Σύμφωνα με την ίδια, στα comics η γραφή του καλλιτέχνη κάνει τις ιστορίες προσωπικές και ελκυστικές και για αυτό επηρεάζουν άμεσα τον αναγνώστη. Άρα, εκτός από πληροφορίες μεταφέρουν και συναισθήματα και έτσι μπορούν να ευαισθητοποιήσουν το κοινό για σοβαρά θέματα. Με τη σειρά της λοιπόν η Eva Hilhorst στο φετινό Comicdom θα μας παρουσιάσει ένα workshop αφιερωμένο στο comics journalism, την κλιματική αλλαγή και την κλιματική μετανάστευση. Τελικά πόσοι ξέραμε πως οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής φαίνεται ότι θα οδηγήσουν περισσότερα από 143 εκατομμύρια ανθρώπους στην Αφρική, στην Ασία και τη Λατινική Αμερική να γίνουν περιβαλλοντικοί μετανάστες μέχρι το 2050 και τι μπορούμε να κάνουμε για να αποτρέψουμε αυτή την προοπτική; Στους νέους καλλιτέχνες δεν ξεχνάει να τονίζει πως η καθημερινή εξάσκηση, η παρατήρηση και η καθημερινή ανάγνωση comic είναι ζωτικής σημασίας εργαλεία της δουλειάς τους. * Η Eva Hilhorst θα παρουσιάσει το workshop «Window Comics» το Σάββατο 16 Απριλίου από τις 17:00 έως τις 18:00 στη βιβλιοθήκη της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης και 4 δίωρα workshop με τον τίτλο «Breathe: Reconnect, Respond And Reclaim – Εργαστήριο Δημοσιογραφίας Με Comics», από την Παρασκευή μέχρι και την Κυριακή. Αναλυτικό πρόγραμμα υπάρχει αναρτημένο στο site του Comicdom. Θανάσης Πέτρου: Το storyboard είναι μία από τις πιο βασικές φάσεις της δημιουργίας ενός comic Ο Θανάσης Πέτρου είναι καταξιωμένος δημιουργός comics, ο οποίος έχει δει δημοσιευμένα 15 βιβλία με τα comics του και ξέρει σίγουρα πώς να οργανώσει την δουλειά του αλλά και πώς να δημιουργήσει ένα comic με ολοκληρωμένο σενάριο. Το ταξίδι του στον κόσμο των comics ξεκίνησε στην ηλικία των 5 ετών όταν διάβασε το πρώτο του comic. Τα πρώτα του σχέδια γεννήθηκαν λίγο αργότερα και η πρώτη του ιστορία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «9» το 2002. Έπειτα ακολούθησαν άλμπουμ, βιβλία και πολλά comics. Η λογοτεχνία και η ιστορία τον εμπνέουν αρκετά, όμως η καθημερινότητα και η φαντασία όχι τόσο. Φέτος στο Comicdom έρχεται με σκοπό να μας εισάγει στην τέχνη του storyboard, που είναι όπως μας λέει μία από τις πιο βασικές φάσεις της δημιουργίας ενός comic, καθώς αν δεν υπάρχει προσεγμένο σενάριο και οργάνωση σε μία δημιουργία, τότε αυτή είναι ετοιμόρροπη. Από τη φετινή διοργάνωση ξεχωρίζει τις δύο εκθέσεις της («Οι Ιστορίες μας, μας έφεραν εδώ» και το “The Window Comics Project”), καθώς τον ενθουσιάζει η θεματική τους και εμείς συμφωνούμε απόλυτα. Σε κάποιον που ξεκινάει τώρα την ενασχόλησή του με τα comics θα έλεγε να οπλιστεί με πολλή υπομονή και να αρχίσει να βλέπει τα πάντα από την πλευρά του δημιουργού και όχι του αναγνώστη. Τέλος, σύμφωνα με τον Θανάση, εμείς οι ίδιοι πρέπει να είμαστε οι πιο αυστηροί κριτές του εαυτούς μας. * Το workshop του Θανάση Πέτρου με τίτλο «Τα Μυστικά Του Storyboard» θα παρουσιαστεί το Σάββατο 16 Απριλίου, από τις 16:00 έως τις 16:50 στο Seminar Room της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης. Ιωάννης Μάνος: Οι πιο φανταστικές ιστορίες είναι εντέλει αυτές που ζούμε Ο Ιωάννης Μάνος είναι αρχιτέκτονας, όμως η γνωριμία του με τον κόσμο των comics έγινε από νωρίς διαβάζοντας τα comic strips των κυριακάτικων εφημερίδων που αγόραζαν οι γονείς του, και στη συνέχεια με τα περιοδικά comics του εκδοτικού οίκου “Δραγούνη“. Τελικά η ανακάλυψη του περιοδικού ΒΑΒΕΛ αποτέλεσε εφαλτήριο για μια πιο ουσιαστική και αισθαντική ενασχόλησή του με τα comics. Εμπνέεται από την καθημερινότητα και τον τρόπο με τον οποίο μας επηρεάζει ο χώρος, ο χρόνος και οι ανθρώπινες σχέσεις. Το workshop του αφορά στην αλληλεπίδραση ανθρώπου και πόλης. Πώς διαμορφώνουμε και πώς μας διαμορφώνουν τα δομημένα περιβάλλοντα δηλαδή, μία θεματική που θα έπρεπε να έχει μελετήσει και κατανοήσει κάθε σχεδιαστής comics για να μπορέσει να τις μεταφέρει στη δουλειά του. Φέτος από το Comicdom CON Athens ο Ιωάννης ξεχωρίζει το workshop “Graphic Wanderings” της Tânia Cardoso και το panel “War (What Is It Good For?)” – Πόλεμος και Comics”, το οποίο είναι δυστυχώς πολύ επίκαιρο. Σε όσους τώρα κάνουν τα πρώτα τους βήματα στην «βιομηχανία των comics» υπενθυμίζει να μην σταματήσουν ποτέ να δια-μορφώνονται και να εμπνέονται από τα πάντα γύρω τους, καθώς όπως λέει, οι πιο φανταστικές ιστορίες είναι εν τέλει αυτές που ζούμε. * Ο Ιωάννης Μάνος είναι ο εισηγητής του workshop «Υπάρχει Ο Batman Χωρίς Την Gotham City;», το οποίο θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 17 Απριλίου, από τις 16:00 έως τις 16:50, στο Seminar Room της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης. Και το σχετικό link...
  24. Μια περιήγηση στη δραστήρια κοινότητα των Ελλήνων κομικάδων που αλλάζει, μεγαλώνει και θέλει να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Ο Θανάσης Πέτρου ανάμεσα στις δημιουργίες του. Θεωρεί ότι η κινητικότητα των τελευταίων ετών βοηθάει στην αναδιαμόρφωση του τοπίου. Χαζεύω τις εκθέσεις στο Ψηφιακό Μουσείο Comics γιατί ναι, έχουμε Ψηφιακό Μουσείο Comics, το ήξερε κανείς; Έχουμε και βιβλιοθήκη κόμικς (Athens Comics Library), βρίσκεται στου Ψυρρή, διαθέτει 2.500 τίτλους και οργανώνει ένα σωρό δράσεις. Υπάρχει και η Ακαδημία που απονέμει κάθε χρόνο τα βραβεία της. Κι ένα φόρουμ (greekcomics.gr) με σχεδόν 10.000 μέλη. Σε λίγες μέρες ξεκινά το φεστιβάλ του Comicdom CON Athens δίνοντας για τρεις μέρες χρώμα στην πόλη. Και πάνω απ’ όλα, έχω δίπλα μου μια στοίβα με ελληνικές εκδόσεις. Ξεφυλλίζω το 21: Η μάχη της πλατείας (εκδ. Ίκαρος) του Soloup, μια συγκλονιστική δουλειά που συνδέει την ιστορία μας με το σήμερα· θα μπορούσε και θα έπρεπε να βρίσκεται σε κάθε βιβλιοθήκη. Παίρνω στα χέρια μου τον sci-fi μύθο Γυμνά οστά (εκδ. Polaris) που υπογράφουν οι Δημοσθένης Παπαμάρκος και Kanellos Cob. Χάνεται το μυαλό και το μάτι. Διαβάζω το πολύ συγκινητικό Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα (εκδ. Πατάκη) του Τάσου Ζαφειράδη και του Θανάση Πέτρου, και το έπος των Ληστών (εκδ. Polaris) του Γιώργου Γούση και του Γιάννη Ράγκου, χαμογελάω με την ευφυΐα των φρέσκων Κουραφέλκυθρων του Αντώνη Βαβαγιάννη, με τα απίθανα σχέδια του Tomek. Η ελληνική σκηνή ανθίζει. Ανθίζει όμως ή απλώς αλλάζει; Ένα μικρό δείγμα από το Κουραφέλκυθρα – Συγγνώμη που γεννήθηκα! του Αντώνη Βαβαγιάννη, που αναμένεται προσεχώς από την Jemma Press. Σίγουρα βρίσκεται σε μια νέα φάση. Συμβαίνουν πράγματα και συμβαίνουν οργανωμένα, οι εκδόσεις είναι πολλές και καλές, υπάρχει ταλέντο, υπάρχει διάθεση. «Είναι πολύ περισσότεροι πλέον οι άνθρωποι που κάνουν κόμικ, όπως και αυτοί που τα εκδίδουν», μου λέει ο Λευτέρης Σταυριανός, εκδότης της Jemma Press. «Κάποτε υπήρχε η Βαβέλ, το Παρά Πέντε και όλα όσα έβγαιναν στο περίπτερο. Σήμερα το κόμικ είναι περισσότερο είδος βιβλιοπωλείου». Σε αυτό βεβαίως έχει παίξει ρόλο και η εμπλοκή των μεγάλων οίκων, όπως ο Ίκαρος, ο Πατάκης, το Μεταίχμιο κ.ά. που δεν εξειδικεύονταν στο κόμικ, αλλά σήμερα εκδίδουν δουλειές Ελλήνων δημιουργών. «Ένας κομίστας δεν νιώθει σήμερα στο περιθώριο, τουλάχιστον σε σχέση με παλιότερα που το κόμικ ήταν κάτι άγνωστο και παρακμιακό», μου λέει ο Γιώργος Γούσης. «Αρκετοί δημιουργοί είναι πλέον αναγνωρίσιμοι, καλλιτέχνες με προσωπική ταυτότητα. Δεδομένων των συνθηκών, η ελληνική σκηνή βρίσκεται σε καλό σημείο». Οι συνθήκες είναι οι εξής: το κοινό στην Ελλάδα είναι εκ των πραγμάτων μικρό και επίσης, όσο κι αν είναι παρωχημένο να συζητάμε ότι τα κόμικς δεν τελειώνουν στον Μίκι Μάους ή στον Σούπερμαν, στη συνείδηση μιας σημαντικής μερίδας του κοινού εξακολουθεί να είναι ένα είδος για παιδιά, εφήβους ή τέλος πάντων ανθρώπους με ένα ειδικό ενδιαφέρον. Ο Γιώργος Γούσης – στα πόδια του διακρίνεται το εξώφυλλο των Ληστών, μιας έκδοσης που ξεχώρισε τα τελευταία χρόνια. ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ Για τι πράγμα μιλάμε όμως όταν μιλάμε για την ελληνική σκηνή; Υπάρχει κάτι που συνδέει τις νέες δουλειές εκτός από την καταγωγή και τη γλώσσα των δημιουργών τους; Φαίνεται πως όχι. Κοιτάζω τα «καλύτερα κόμικς» όπως προέκυψαν από τα ελληνικά βραβεία την τελευταία τριετία: μια βυζαντινή περιπέτεια φαντασίας (Ψηφιδωτό, εκδ. Jemma Press, Ζαφειριάδης-Χριστούλιας), ένα δυστοπικό αμερικανικό πολιτικό θρίλερ (Shark Nation, εκδ. Χαραμάδα, Δερβενιώτης), μια ατμοσφαιρική βορειοελλαδίτικη ιστορία (Γρα-Γρου, εκδ. Ίκαρος, Παλαβός-Ζαφειριάδης-Πέτρου). Περισσότερες διαφορές βρίσκει κανείς παρά ομοιότητες. «Είναι τεράστια η ποικιλία» μου λέει ο Τάσος Ζαφειριάδης, από τους παλιούς πλέον στον χώρο με μια σειρά διακρίσεων πρωτίστως για τα κείμενά του. «Υπάρχει ποικιλία σε μορφολογικό και υφολογικό επίπεδο, στο σχέδιο και στο σενάριο, δεν ξέρεις τι να περιμένεις, υπάρχουν επιρροές από παντού, βγαίνουν υπερηρωικά κόμικς, στριπ χιουμοριστικά, ιστορικά, αυτοβιογραφικά, ακόμα και μάνγκα». Μάνγκα, ε; «Αυτά διαβάζει περισσότερο η νέα γενιά», μου λέει ο Θανάσης Πέτρου, που διδάσκει κόμικς στο σχετικό τμήμα του ΑΚΤΟ και έρχεται σε επαφή με τις προτιμήσεις των νεότερων. «Διαβάζουν μάνγκα, κυρίως online, και τα μέινστριμ τα αμερικάνικα». Θεωρεί πως αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι μια «χαρτογράφηση», ότι οι νέες εκδόσεις ξεφεύγουν από το αυστηρό κοινό των κομικάδων. «Ξεκαθαρίζει το τοπίο, ο καθένας χτίζει το κοινό του, ξεχωρίζει ποιος κάνει τι και πού απευθύνεται, εγώ για παράδειγμα δεν θα κάνω ένα κόμικ με υπερήρωες, ούτε αυτός που διαβάζει μάνγκα θα ασχοληθεί με τη δουλειά μου για τον Χαλεπά». Αναφέρεται στη βιογραφία του Γιαννούλη Χαλεπά (εκδ. Πατάκη) που κυκλοφόρησε σε συνεργασία με τον Δημήτρη Βανέλλη. Τον ρωτάω αν μια τέτοια έκδοση θα έβρισκε κοινό πριν από 10-15 χρόνια. «Όχι μόνο δεν θα έβρισκε», μου λέει, «αλλά δεν θα τυπωνόταν καν, οι εκδότες θα το απέρριπταν, όμως ούτε κι εμείς θα το κάναμε, τέτοιες εκδόσεις δεν θα υπήρχαν πριν από 10-15 χρόνια». Γρα-Γρου / Τ. Ζαφειριάδης, Γ. Παλαβός, Θ. Πέτρου. ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Μπορεί να μην υπάρχουν λοιπόν κοινά χαρακτηριστικά ή κάποιο ενιαίο ρεύμα, ωστόσο υπάρχουν τάσεις – μία από τις πιο ξεκάθαρες, σε επίπεδο θεματολογίας, είναι αυτή του ιστορικού graphic novel. Ίσως έχουν παίξει ρόλο και οι επέτειοι που εσχάτως μας έκαναν να κοιτάξουμε στο παρελθόν. «Τα ιστορικά κόμικς είναι πράγματι ένα κομμάτι που έχει εισαχθεί τελευταία, έρχονται καινούργιοι δημιουργοί που εξερευνούν το μέσο, δανείζονται στοιχεία από την ελληνική ιστορία και την παράδοση», μου λέει ο κ. Σταυριανός. Ένας από τους καινούργιους δημιουργούς είναι ο Θανάσης Καραμπάλιος που υπογράφει το 1800 (Jemma Press), ετοιμάζοντας αυτή τη στιγμή το έκτο μέρος της σειράς. Ο ίδιος αγαπάει πολύ την Ιστορία αλλά θεωρεί ότι αυτή η τάση έχει κι άλλη αφετηρία. «Έπαιξε ρόλο η οικονομική-πολιτιστική κρίση των τελευταίων ετών» μου λέει. «Σε τέτοια σταυροδρόμια, κάθε λαός νιώθει χαμένος και ο καθένας προσπαθεί να δει τι φταίει κοιτάζοντας πίσω. Είναι και ζήτημα αναζήτησης ταυτότητας, ειδικά για τη γενιά μου». Είναι 39 ετών. Εργαζόταν για χρόνια στην εστίαση αλλά η επιτυχία του 1800 του άνοιξε κάποιες πόρτες, όπως λέει, και πλέον απασχολείται στον χώρο της εικονογράφησης. Ο Θανάσης Καραμπάλιος δημιουργεί το 1800. Τι σημαίνει όμως «επιτυχία» για ένα ελληνικό κόμικ; «Αν πουλήσει πάνω από 1.000 αντίτυπα σημαίνει ότι έχει πάει καλά», μου λέει ο κ. Σταυριανός. Υπάρχουν βεβαίως και οι εξαιρέσεις. Π.χ. το Logicomix (εκδ. Ίκαρος, Δοξιάδης, Παπαδημητρίου, Παπαδάτος, Di Donna) είναι εκτός συναγωνισμού. Το ίδιο και πολλές δουλειές του Αρκά (εκδ. Πατάκη). Ένα ίσως ανέλπιστο μπεστ σέλερ ήταν ο Ερωτόκριτος (εκδ. Polaris) που έχει πουλήσει πάνω από 13.000 αντίτυπα. Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Γιάννης Ράγκος διασκεύασαν το κλασικό κείμενο του Κορνάρου, το σχέδιο το έκανε ο Γιώργος Γούσης και όπως μου λέει ο εκδότης Γιώργος Ζαρρής, «ήταν μια τεράστια επιτυχία». Μου εξηγεί ότι η προσαρμογή λογοτεχνικών έργων σε graphic novel είναι μια ισχυρή τάση της τελευταίας δεκαετίας. Ενδεικτικά αναφέρω ότι τα προηγούμενα χρόνια μεταφέρθηκαν σε κόμικ η Κερένια κούκλα του Χρηστομάνου (εκδ. Comicdom Press), o Μεγάλος περίπατος του Πέτρου της Άλκης Ζέη (εκδ. Μεταίχμιο), τα Μυστικά του βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα (εκδ. Polaris) κ.ά. «Όλα αυτά έχουν πάει καλά γιατί αγγίζουν το κοινό της λογοτεχνίας», λέει ο κ. Ζαρρής. «Κερδήθηκε ένα περιφερειακό κοινό που δεν είχε εξοικείωση με τα κόμικς, ούτε και διάθεση να αποκτήσει. Αλλά αυτά τα αγόρασε». Αρκετοί επίσης αναζήτησαν αυτά τα βιβλία για τα παιδιά τους, με τη λογική ότι «η νέα γενιά δεν διαβάζει», αλλά ίσως γοητευτεί από μια πιο φιλική μορφή. «Οι λογοτεχνικές διασκευές έχουν αλλάξει σιγά σιγά την αντίληψη του κόσμου για τα κόμικς» μου λέει ο Kanellos Cob, που πέρασε πάνω από έναν χρόνο δουλεύοντας με κάθε λεπτομέρεια τον Ζητιάνο (εκδ. Polaris) του Καρκαβίτσα. «Με αυτόν τον τρόπο έχει συστηθεί το μέσο σε ένα κοινό που δεν θα ενδιαφερόταν σε αντίθετη περίπτωση. Αυτό που πρέπει τώρα να κάνει ο καθένας μας είναι να σεβαστεί τη δουλειά του». Σκηνή από τη διασκευή του Ερωτόκριτου σε graphic novel από τις εκδόσεις Polaris, μια σημαντική εμπορική επιτυχία. ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ Το φθινόπωρο του 2017 κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του περιοδικού Μπλε Κομήτης. Είχε καλό χαρτί, πλούσια ύλη, μια όμορφη εικονογράφηση στο εξώφυλλο από τον Παναγιώτη Πανταζή και, όπως διαβάζω σήμερα σε εκείνο το πρώτο editorial, είχε την πρόθεση να συνεχίσει την παράδοση των περιοδικών κόμικ που διαμόρφωσαν την ελληνική σκηνή, από την εποχή του Μικρού Ήρωα μέχρι φυσικά τη Βαβέλ, το Παρά Πέντε, το 9 κ.ά. Ο Μπλε Κομήτης ολοκλήρωσε την πορεία του δύο χρόνια αργότερα. «Ήταν ένα καλό εγχείρημα», μου λέει ο Γιώργος Γούσης που είχε αναλάβει την αρχισυνταξία. «Παρουσιάσαμε τις τάσεις της στιγμής με νέους και καταξιωμένους δημιουργούς, αλλά το περιοδικό δεν είχε τον χρόνο να στιγματίσει πολύ κόσμο». Ήταν η απόδειξη ότι έχουμε περάσει πλέον σε μια άλλη εποχή; Ένας εκ των εκδοτών του, ο Γιώργος Ζαρρής, μου εξηγεί: «Όταν έβγαινε η Βαβέλ για παράδειγμα, δεν ήταν μόνο κόμικ, ήταν ένα παράθυρο σε έναν άλλο κόσμο, δεν μπορεί να παίξει τον ρόλο αυτόν ένα περιοδικό σήμερα, οι δίαυλοι πλέον υπάρχουν αλλού». Το ζήτημα όμως δεν είναι ότι χάθηκε μια κουλτούρα ή ότι μεταφέρθηκε στο ίντερνετ – το ζήτημα είναι πολύ πιο πρακτικό. Ο Τάσος Ζαφειριάδης θυμάται ότι τα χρόνια του 9 είχε ανθίσει η σκηνή για τον πολύ απλό λόγο ότι το περιοδικό πλήρωνε σταθερά τους δημιουργούς. «Ήταν πόλος έλξης και λόγος να γίνουν παραγωγές», μου λέει. Και είναι λογικό. Όταν έκλεισε το 9, αυτόν τον ρόλο ανέλαβε για πολλά χρόνια το SoComic, ένα σάιτ που λειτουργούσε με τη χορηγία της ΙΟΝ. «Ήταν βέβαια συγκεκριμένο το είδος που φιλοξενούσε, τα στριπ, όμως πολλές εκδόσεις βγήκαν μέσα από εκεί». Η Αλέξια Οθωναίου με τα χαρακτηριστικά της σχέδια. Κάποια από αυτά, μαζί με άλλα αντικείμενα, θα τα βρείτε στο Curious Attic Shop στην πλατφόρμα Etsy. Εδώ και χρόνια τα ελληνικά κόμικς περνούν μέσα από το διαδίκτυο και πολλοί δημιουργοί έχουν γίνει γνωστοί μέσα από την ιντερνετική τους παρουσία. Είναι αυτό ο σωστός δρόμος; Εξαργυρώνεται ο κόπος ενός δημιουργού με κάποια like στα κοινωνικά δίκτυα; «Δεν είναι έτσι», μου λέει η Αλέξια Οθωναίου, «τις Ιστορίες που κρύβονται σε προφανή μέρη μπορούσε ο καθένας να τις διαβάσει ολόκληρες εντελώς δωρεάν στο SoComic, παρ’ όλα αυτά και τα δύο βιβλία μου έχουν πλέον εξαντληθεί. Ο κόσμος εξοικειώνεται μέσα από το ίντερνετ και αν κάτι του αρέσει μετά θέλει να το αγοράσει». Η Αλέξια έχει ένα πολύ ιδιαίτερο σχεδιαστικό ύφος, ποικίλες επιρροές και πολλές ιδέες. Πρόσφατα εικονογράφησε τον δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου Απροστάτευτος, ένα «cd-κόμικ» όπως το χαρακτηρίζει, και ένα νουάρ-πολιτικό αθηναϊκό graphic novel με τίτλο Η γυναίκα με τα τραπουλόχαρτα (εκδ. Jemma Press). Είναι ο κόσμος των κόμικς ανδροκρατούμενος; τη ρωτάω. «Πολύ λιγότερο από παλιά», μου λέει, «έχει πλέον εξισορροπηθεί». Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση δημιουργού που βρήκε τη θέση του στη σκηνή μέσα από το διαδίκτυο είναι αυτή του Αντώνη Βαβαγιάννη – τα Κουραφέλκυθρα είναι πιθανόν ό,τι πιο αστείο μπορεί να διαβάσει σήμερα κανείς στο ελληνικό ίντερνετ και το κοινό του είναι, δεδομένης της δυναμικής της χώρας μας, τεράστιο. «Για πολλά χρόνια, πριν από τα σόσιαλ μίντια, απευθυνόμουν σε λίγο κόσμο. Πρέπει να χτίσεις μια σχέση και αυτό θέλει πολλή δουλειά. Το ίντερνετ έχει έναν χαρακτήρα εφήμερο. Επίσης, ένα πιο μεγάλο κόμικ δεν βρίσκει χώρο στο ίντερνετ, τα δικά μου τα διαβάζεις σε μια σελίδα. Ήθελα όμως να χτίσω κάτι πιο μεγάλο, να φτιάξω χαρακτήρες που επαναλαμβάνονται, να έχω μια παρουσία που να ξεπερνάει τα πέντε δευτερόλεπτα, να μπει λίγο παραπάνω στις ζωές των ανθρώπων που εκτιμούν το χιούμορ μου». Τα Κουραφέλκυθρα κυκλοφορούν σε μια σειρά από την Jemma Press. «Το ίντερνετ φέρνει τον κόσμο, αλλά πάντα το έντυπο που είναι όλα μαζεμένα είναι πιο ωραίο». Ο Αντώνης Βαβαγιάννης στον χώρο όπου δημιουργεί. Σχολιάζει τη σημασία του ίντερνετ, αλλά και τη γοητεία του εντύπου. Η «ΤΡΕΛΑ» ΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ Κάθε χρόνο στην Ελλάδα κυκλοφορούν 60-70 τίτλοι, μου λέει ο Γιώργος Ζαρρής, και θεωρεί ότι υπάρχει ικανός αριθμός καλών δημιουργών. «Κάποιοι έχουν μεγάλες δυνατότητες», συνεχίζει, «αλλά τους κρατάει πίσω το περιβάλλον». Επισημαίνει ότι στις βραβεύσεις βιβλίων που γίνονται στη χώρα μας, επίσημες και ανεπίσημες, το κόμικ ως είδος αγνοείται. «Η σκηνή παραμένει απομονωμένη» καταλήγει, και μου περιγράφει την προοπτική της αναβάθμισης της υπάρχουσας Ακαδημίας σε έναν φορέα πιο δραστήριο. Υπάρχουν και αυτοί που βρήκαν διέξοδο στο εξωτερικό, μεγάλα ονόματα της ελληνικής σκηνής όπως ο Βασίλης Λώλος, ο Μιχάλης Διαλυνάς, ο Ηλίας Κυριαζής μεταξύ άλλων. Ο Kanellos Cob εργάστηκε και αυτός στο εξωτερικό μετά τις σπουδές του στη Γαλλία, μια χώρα όπου το κόμικ όπως λέει «βρίσκεται παντού». Πιστεύει ότι αυτό που χρειάζεται για να εξοικειωθούμε με αυτή την κουλτούρα στην Ελλάδα είναι να παρεισφρήσει το κόμικ σε άλλα μέσα. «Να μπει στην εκπαίδευση για παράδειγμα, να διδαχτεί η νέα γενιά ιστορία ή μαθηματικά μέσα από ένα στριπ». Ο Τάσος Ζαφειριάδης με κάποια από τα βιβλία του στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη. Μπορεί το κόμικ να κερδίσει περισσότερους οπαδούς; «Θεωρητικά ναι, μπορεί, αλλά δεν περιμένω καμία έκρηξη», μου λέει ο Τάσος Ζαφειριάδης. «Θα μπορούσαν απλώς να είναι λίγο πιο θαρραλέοι οι εκδότες, πάντως υπάρχουν βιβλία που άξιζαν καλύτερης τύχης και παράπεσαν επειδή δεν είχαν τη διανομή που τους αναλογούσε, ούτε την κάλυψη από τον Τύπο. Το ένα φέρνει το άλλο: αν το κόμικ αποκτήσει ως είδος μεγαλύτερη διείσδυση, τότε θα είναι πιο ασφαλές για τον δημιουργό να συνεχίσει να το κάνει, αλλά και να βρει εκδότη. Έπειτα από τόσα χρόνια στον χώρο, νιώθω ακόμη μερικές φορές ότι σε κάθε βιβλίο πρέπει να περάσω οντισιόν». Βεβαίως η Ρώμη δεν χτίστηκε σε μία μέρα. Η ελληνική σκηνή κάνει σταθερά βήματα εδώ και χρόνια αλλά έχει να κάνει μερικά ακόμα. «Επιμονή και όρεξη χρειάζεται από την πλευρά των δημιουργών και εμπιστοσύνη από τους εκδότες που πρέπει να επενδύσουν», μου λέει ο Θανάσης Πέτρου. «Ο κόπος πρέπει κάπως να αμειφθεί, δεν μπορεί να βασιστεί μια σκηνή απλώς στην τρέλα των δημιουργών». Πιθανόν πάντως καμία άλλη καλλιτεχνική κοινότητα δεν είναι τόσο παθιασμένη και τόσο ενωμένη όσο αυτή. Στις συζητήσεις από τις οποίες προέκυψαν τα παραπάνω, όλοι διαφήμισαν τις δουλειές συναδέλφων τους και τις εκδόσεις άλλων οίκων, με τη σκέψη τους να λειτουργεί κυρίως στο πρώτο πληθυντικό. «Η αγορά του κόμικ δεν είναι μεγάλη», λέει ο Kanellos Cob, «αυτό που θέλουμε όλοι είναι ο χώρος να συνεχίσει να ανεβαίνει». Και το σχετικό link...
  25. Ο στρατιώτης Τάσος Ζαφειριάδης αφηγείται τη δική του ιστορία από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο ως μέλος του 67ου Συντάγματος Πεζικού στο μέτωπο της Αλβανίας. Ο εγγονός του Τάσος Ζαφειριάδης την απομαγνητοφωνεί και, μένοντας πιστός στην αφήγηση, την κάνει σενάριο. Και ο Θανάσης Πέτρου της δίνει εικόνα συνθέτοντας μια μοναδικά και πρωτότυπα τεκμηριωμένη ανθρώπινη περιπέτεια. Χωράει μια ολόκληρη ιστορία, αυτή του ελληνοϊταλικού πολέμου στο τέλος του 1940 και τους πρώτους μήνες του 1941, σε μια κασέτα 60 λεπτών; Και μπορούν όλα όσα αφηγείται ένας στρατιώτης της εποχής 45 χρόνια μετά μπροστά σε ένα κασετοφωνάκι να μεταφερθούν σε κόμικς χωρίς να αλλοιωθεί το περιεχόμενο και το νόημα, χωρίς να υποτιμηθούν κάποια γεγονότα ή να υπερτονιστούν κάποια άλλα; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Αλλά το αποτέλεσμα της προσπάθειας του Τάσου Ζαφειριάδη και του Θανάση Πέτρου είναι εντυπωσιακό. Είναι μια απόδειξη του πόσο αναγκαία είναι η καταγραφή της Ιστορίας από πολλαπλές πηγές, από αυτόπτες μάρτυρες, από ανθρώπους που την έζησαν και τη μετέφεραν στις επόμενες γενιές και όχι μόνο από επαγγελματίες ιστορικούς. «Το κόμικς αυτό βασίζεται σε μια αφήγηση ηχογραφημένη σε μια κασέτα 60 λεπτών. Την ηχογράφηση έκανε το 1985 η ξαδέρφη μου Καντιφένια, έφηβη τότε, χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις και δίχως να κατευθύνει πρακτικά την αφήγηση με προκαθορισμένες ερωτήσεις. Το θετικό είναι ότι έχουμε μια ροή αφήγησης ζωντανή και “αυτόματη”, η οποία στέκεται σε αυτά που υποκειμενικά ο αφηγητής θεωρεί σημαντικότερα ή έχει πιο έντονες αναμνήσεις απ’ αυτά. Το αρνητικό είναι ότι για πολλά γεγονότα θα θέλαμε πιθανώς να γνωρίζουμε περισσότερες λεπτομέρειες και δεν δίνεται ίσως συνολικότερη εικόνα του μετώπου, αλλά είναι πια πολύ αργά για διευκρινίσεις» εξηγεί ο Τάσος Ζαφειριάδης στο εκτενές επίμετρό του στο νέο του βιβλίο με τίτλο «Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα», που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Πατάκη. Ο τίτλος φυσικά είναι παρμένος από τα λόγια του παππού του συγγραφέα και συνονόματού του, που αφηγείται σαν ποταμός όλα όσα θυμάται από το μέτωπο ξεκινώντας πολλές μέρες της ιστορίας του μ’ αυτές ακριβώς τις λέξεις, «ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα». Ο «αφηγητής» Τάσος Ζαφειριάδης, πρωταγωνιστής του βιβλίου και πρωτίστως ένας από τους πρωταγωνιστές των απαρχών ενός πολέμου πέθανε πέντε χρόνια μετά την ηχογράφηση, αλλά ο συγγραφέας και δημιουργός κόμικς Τάσος Ζαφειριάδης δεν άφησε την ιστορία του να ξεχαστεί. Απομαγνητοφώνησε την κασέτα κι έπιασε δουλειά. «Βέβαια δεν μπόρεσα όλα να σας τα πω, γιατί πέρασαν και χρόνια σαράντα…» λέει με απολογητικό ύφος ο παππούς, αλλά αναλαμβάνει να συμπληρώσει τα κενά ο εγγονός: «Με στόχο το τελικό κείμενο να είναι όσο πιο ακριβές γίνεται, ελέγχθηκαν όλα τα πραγματολογικά στοιχεία όπως τα τοπωνύμια, οι ημερομηνίες, οι αριθμοί των ταγμάτων και των άλλων σχηματισμών, και έγινε σύγκριση των δράσεων με αυτές που αναφέρονται στις βιβλιογραφικές πηγές και στο αρχείο του ΓΕΣ/ΔΙΣ. […] Τα περισσότερα λάθη διορθώθηκαν σιωπηρά, ενώ για όσα στοιχεία υφίσταται αμφιβολία ή θεώρησα ότι χρειάζεται διευκρίνιση υπάρχει σχετική σημείωση. Μη δοθεί όμως η εντύπωση ότι η αφήγηση βρίθει λαθών – το αντίθετο. Επιβεβαιώθηκε πολλαπλώς από τη σχετική βιβλιογραφία και συχνά με απροσδόκητους τρόπους και σε σημεία που θα θεωρούσε κανείς αρχικά ασήμαντα. Μερικά παραδείγματα: η συνειδητοποίηση ότι οι “Ιταλικές Παράγκες” ήταν όντως τοπωνύμιο σε χρήση και όχι μόνο κυριολεκτική περιγραφή του παππού μου. Η βαθμιδωτή υφή που παρουσιάζει ακόμα σε δορυφορική άποψη λόφος βορειοδυτικά του Πόγραδετς, τον οποίο ο παππούς μου χαρακτηρίζει “αμπελοσπαρμένο” αν και σήμερα δεν καλλιεργείται, η οποία περιγράφεται επίσης και στα αρχεία του ΔΙΣ. Οι χαρακτηριστικές πλάκες των πετρωμάτων στο Ύψωμα 731 που αναφέρει ότι χρησιμοποίησαν στην κατασκευή του πολυβολείου». Η ιστορία ξεκινά λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη, όταν φτάνουν τα νέα της «γενικής επιστράτευσης» και της κήρυξης του πολέμου από τους Ιταλούς. Ο Τάσος Ζαφειριάδης παρουσιάζεται και με το τρένο μεταφέρεται στο Κιλκίς. Με μια υπέροχη προφορικότητα που έχει διατηρηθεί ακέραια σχεδόν στο σύνολο του βιβλίου αφηγείται: «Ξημέρωσε η μέρα, την άλλη μέρα οπ! Βρίσκω και το θείο σου τον Τάσο, του Ζαφειράκου του μπαμπά, που σήμερα δε ζει. Και οι δυο, μαζί πια και με άλλους πολλούς πατριώτες, μας βάλαν να κοιμόμαστε σε μια εκκλησιά. Ύστερα από δυο μέρες μας έδωσαν οπλισμό. Εμένα μ’ έδωσαν πολυβόλο Hotchkiss και έγινα πολυβολητής. Ο Τάσος ο ξάδερφός μου γεμιστής. Μας κάνουν μια άσκηση εκεί για να εκπαιδευτούμε λίγο στο πολυβόλο κι έτσι περιμέναμε τώρα την ημέρα και την ώρα για να ξεκινήσουμε για την Αλβανία. Για το Μέτωπο». Η συνέχεια της Ιστορίας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου είναι λίγο-πολύ γνωστή από τα επίσημα βιβλία, από μελέτες και αρχεία, από τις ταινίες, από απομνημονεύματα και ντοκουμέντα. Η ανθρώπινη ιστορία όμως, όπως την αφηγείται ο Τάσος Ζαφειριάδης κι όπως την έζησαν οι φαντάροι στο μέτωπο, είναι μια μονάκριβη, ασύγκριτα σπουδαία μαρτυρία. Η ατέλειωτη πεζοπορία από το Κιλκίς μέχρι τα σύνορα με την Αλβανία, τα γεύματα που γίνονταν όλο και μικρότερα, οι διανυκτερεύσεις μέσα στα χιόνια, στην υγρασία, στο κρύο, η φιλοξενία αλλά και η καχυποψία στα χωριά μέχρι τον τελικό προορισμό, τα βραχώδη βουνά, η αβεβαιότητα, ο φόβος καταγράφονται σχετικά αποστασιοποιημένα λόγω του χρόνου που έχει περάσει αλλά κυρίως λόγω των όσων θα ακολουθήσουν. Γιατί τον Δεκέμβριο του 1940 οι φαντάροι αρχίζουν τις μάχες σώμα με σώμα, σφαίρες και οβίδες σφυρίζουν πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Δεν ήταν ασκήσεις πια αλλά πόλεμος. Αντεπιθέσεις, υποχωρήσεις, έφοδοι, κακουχίες, τραυματίες, νεκροί, «η πρώτη κακιά μέρα της μάχης της 9ης Δεκεμβρίου του 1940». Για τη συνέχεια ο εγγονός Τάσος Ζαφειριάδης, μετά τα τόσα χιουμοριστικά του κόμικς («Σπιφ και Σπαφ», «Ο Κυρ Κονγκ και άλλες Ιστορίες» κ.ά.), τα μυθοπλαστικά του σενάρια με αφορμές πραγματικά γεγονότα ή την ίδια την Ιστορία («Γρα Γρου», «Ψηφιδωτό» κ.ά.), τους κατ’ ουσίαν φιλοσοφικούς πειραματισμούς του πάνω στη φύση της τέχνης των κόμικς («Σκορποχώρι»),κάνει μια σπάνια δουλειά που τη διανθίζει με χάρτες, ιστορικά στοιχεία, αποτυπώματα αρχείων και δεδομένων. Όλα μετά από ενδελεχή μελέτη, μέρος της οποίας παρουσιάζεται στο τέλος του βιβλίου όπου επεξηγούνται πολλές λεπτομέρειες και παρατίθενται φωτογραφίες, ταυτότητες, στρατιωτικοί κατάλογοι, φύλλα πορείας, έγγραφα, ακόμα και προσωπικά γράμματα και σημειώματα του παππού Ζαφειριάδη. Στο αποτέλεσμα παίζει καθοριστικό ρόλο η τεράστια συμβολή του Θανάση Πέτρου. Με την τεράστια εμπειρία του ο Πέτρου, μεταξύ άλλων και δάσκαλος των κόμικς στον ΑΚΤΟ, παραλαμβάνει ένα τεράστιο και πολυεπίπεδο υλικό και το εικονοποιεί συναρπαστικά. Έχοντας υπογράψει πρόσφατα τα σενάρια και τα σχέδια σε δύο σπουδαία βιβλία για τη νεότερη ελληνική Ιστορία («Οι όμηροι του Γκαίρλιτς» και «1922, Το τέλος ενός ονείρου»), με τις συνεργασίες του με το Δημήτρη Βανέλλη πάνω στη μεταφορά σε κόμικς πολλών λογοτεχνικών έργων («Το Παραρλάμα και άλλες Ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά», «Το Γιούσουρι και άλλες Φανταστικές Ιστορίες» κ.ά.), με τη συμμετοχή του στο «Λεξικό της Κρίσης» στο Καρέ Καρέ, με τα τόσα βιβλία που έχει φιλοτεχνήσει είτε μόνος του είτε σε συνεργασία με συγγραφείς και σεναριογράφους, ο Πέτρου έχει αποδείξει ότι μπορεί να φέρει εις πέρας ακόμα και το πιο δύσκολο εγχείρημα. Στο «Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα» αυτό γίνεται φανερό από τις πρώτες εικόνες. Τα βροχερά τοπία στην Αλβανία, τα χιόνια και οι μαυρισμένοι ουρανοί, η παγωμένη, σιωπηλή μουντάδα της αναμονής, οι εκρήξεις που πότε είναι μακρινές ως ακίνδυνοι «λεκέδες» στο χαρτί, και πότε πλησιάζουν και νομίζεις πως τις ακούς, εικονογραφούνται υποδειγματικά. Πάνω απ’ όλα όμως αποδίδονται ιδανικά τα συναισθήματα του πρωταγωνιστή, οι εκφράσεις του, η προϊούσα απογοήτευση, η αισιοδοξία που δίνει τη θέση της στην ανασφάλεια όσο το στράτευμα και η συλλογική ψυχολογική κατάσταση βυθίζονται στην «καρδιά του σκότους». Σε τέτοιες πρωτότυπες τεκμηριωτικές πρακτικές όπως αυτή των Ζαφειριάδη και Πέτρου έχουν προβεί πολλοί δημιουργοί κόμικς τα τελευταία χρόνια. Συνήθως όμως για γεγονότα της πιο πρόσφατης Ιστορίας ή για πολέμους, κρίσεις και τραγωδίες στις οποίες οι ίδιοι οι δημιουργοί έγιναν μάρτυρες. Από τους πρωτοπόρους αυτής της μεθόδου ήταν ο Art Spiegelman με το «Maus», μια μετα-μυθοπλαστική αφήγηση πάνω στις ηχογραφημένες μαρτυρίες του επιζήσαντα από το Ολοκαύτωμα Εβραίου πατέρα του. Ο Spiegelman μάλιστα, χρόνια μετά το πολυβραβευμένο έργο του, κυκλοφόρησε το «Metamaus» επεξηγώντας τον τρόπο εργασίας του και ενθέτοντας μέρος του πλούσιου υλικού του, τμήμα του οποίου ήταν οι ίδιες οι συνομιλίες του με τον πατέρα του. Με έναν ανάλογο μηχανισμό φιλοτεχνούν οι Ζαφειριάδης και Πέτρου ένα υπέροχο βιβλίο, που είναι δύσκολο να καταταχθεί καθώς ισορροπεί ανάμεσα στην Ιστορία, το ντοκουμέντο, τα απομνημονεύματα, τη μυθοπλασία, την τεκμηρίωση. Κι όλα αυτά με τις μοναδικές δυνατότητες που προσφέρει η γλώσσα των κόμικς όταν χρησιμοποιείται με δεξιοτεχνία. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.