Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'soloup'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Dr Paingiver's blog
  • Valt's blog
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

  1. Ανθολογία με έργα 14 δημιουργών για την κατοχή. Τα ολιγοσέλιδα κόμικ είχαν δημιουργηθεί για την ομώνυμη έκθεση που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2016 στο πολιτιστικό κέντρο Μελίνα Μερκούρη. Στην ανάρτηση για την εκδήλωση μπορείτε να δείτε τις διαφορετικές τεχνοτροπίες των δημιουργών καθότι το σκανάρισμα σελίδας από το κόμικ είναι δύσκολο. Απ'ότι βλέπω ο μόνος που λείπει από την ανθολογία είναι ο Γεώργιος Τραγάκης. Περιεχόμενα: σ.5 Πρόλογος, Γιάννης Κοκουλάς σ.7 Εισαγωγή, Μενέλαος Χαραλαμπίδης σ.12 Μαύρες Ελιές, Τόμεκ Γιοβάνης σ.17 Ο Τερματοφύλακας μιλάει για τον Μεγάλο Αγώνα, Γιώργος Γούσης σ.22 Σκιές στο Μνημείο, Σπύρος Δερβενιώτης σ.27 Το Φιλί, Πέτρος Ζερβός σ.32 Το Πείραμα, Δημήτρης Καμένος σ.37 Πουθενά, Λέανδρος σ.42 Das Roastbeef, Τάσος Μαραγκός σ.47 Το Ρεβίθι, Θοδωρής Μπαργιώτας σ.52 Η Μπερέτα, Αλέξια Οθωναίου σ.57 Η Καπαρτίνα, Αλέκος Παπαδάτος σ.62 Ξεροκόμματο, Θανάσης Πέτρου σ.67 Σουλτς και Σαχτ, Soloup σ.72 Μέλπω, Γιώργος Φαραζής σ.77 Μαθημένοι, Πέτρος Χριστούλιας Πριν από κάθε ιστορία προηγείται μια σελίδα με φωτογραφία του δημιουργού και ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα. Το κόμικ πρωτοκυκλοφόρησε 30/8 στο 48ο φεστιβάλ βιβλίου στο Ζάππειο. Διαφορετικές τεχνοτροπίες, διαφορετικές εμπνεύσεις, διαφορετικές αφηγήσεις. Αλλού είναι καθαρή μυθοπλασία, αλλού είναι ιστορίες της προφορικής παράδοσης, αλλού μεταφορές λογοτεχνικού έργου, αλλού απόδοση ιστορικών γεγονότων. Άνισο, όπως ίσως κάθε ανθολογία, αλλά ενδιαφέρον. Κάποιες ιστορίες μου μίλησαν πολύ. Σχετικά άρθρα 14 δημιουργοί για την απελευθέρωση της Αθήνας [Ιατρού Γιάννης, efsyn.gr, 31/08/2019] Η κατοχική Αθήνα με την πένα των σκιτσογράφων [Τζουμερκιώτη Κατερίνα, Έθνος, 10/10/2016] Ένα γλυκό ξημέρωμα [Αντωνόπουλος Γιάννης, edromos.gr, 11/10/2016]
  2. Ένα έργο του Soloup γύρω από τον Πόλεμο Ανεξαρτησίας του 1821. Αντιγράφω από το εσωτερικό: "Το βιβλίο αποτελείται από 21 σπονδυλωτά κεφάλαια, χωρισμένα σε 5 μεγάλες ενότητες. Σε αυτά παρεμβάλλονται 21 ιστορίες σε αφηγήσεις και κείμενα ανθρώπων που έζησαν ή μελέτησαν την Επανάσταση, καθώς και μια σειρά από ένθετα πορτραίτα "ηρώων" και "αντιηρώων". Στο Παράρτημα αναλύεται το σκεπτικό της συγγραφής του βιβλίου και φωτίζονται πρόσωπα και γεγονότα της Ιστορίας, ενώ παρατίθενται και οι πηγές στις οποίες βασίστηκε το graphic novel" Με λίγο πιο διαφορετικά Ελληνικά (από εμένα ): Αφηγείται την Επανάσταση του 1821 με μεγάλη ποικιλία τεχνικών. Κατά κύριο λόγο ένας άστεγος στην πλατεία Κολοκοτρώνη μπροστά από την Παλιά Βουλή και το άγαλμα του Κολοκοτρώνη, εξιστορεί σε μια νεαρή γυναίκα την Επανάσταση. Ο Soloup αλλού βάζει τον άστεγο να εξιστορεί τα γεγονότα, αλλού βάζει κάποιον που ήταν παρών, αλλού κάποιον που έχει μελετήσει τα συμβάντα. Αλλού βάζει να μιλούν Έλληνες, αλλού Τούρκοι, αλλού ξένοι. Αλλού αφηγείται πράγματα που ξέρουμε όλοι, αλλού αφηγείται μικρά παραλειπόμενα. Ως εικονογράφηση το 90% είναι καθαρά Σολούπ. Ένα 10% όμως είναι φωτογραφίες, γκραβούρες, αντιγραφές πινάκων. Παραθέτω υλικό που έκανε διαθέσιμο στο issuu ο εκδότης. Έβαλα 15 σελίδες. Σε άλλες εκδόσεις αυτό είναι το μισό κόμικ. Εδώ είναι περίπου το 2% Οι 620 σελίδες είναι κόμικ, οι υπόλοιπες 130 είναι κείμενα και βιβλιογραφία. Όπως λέει ο εκδότης "Ακολουθώντας τα κείμενα πάνω από 30 συγγραφέων, αλλά και τις εικαστικές δημιουργίες περισσότερων από 50 ζωγράφων και χαρακτών, το βιβλίο αποτελεί ένα παζλ υποκειμενικών προσεγγίσεων για τις μάχες και τα πρόσωπα του Αγώνα, τα γεγονότα και τις ιδέες της Επανάστασης. Το παράρτημα του βιβλίου, με γλωσσάρι, χρονολόγιο, βιογραφικά, αλλά και κατατοπιστικά κείμενα και αναφορές σε πηγές, προσφέρεται για μια πολυεπίπεδη ανάγνωση." Δεν μου αρέσει να κοπιάρω τα Δελτία Τύπου και τις επίσημες ανακοινώσεις, αλλά ρε φίλε, εδώ πολύ απλά λέει την εντυπωσιακή αλήθεια Πρώτο πράμα που έκανα πριν το αρχίσω ήταν να το ζυγίσω γιατί εντυπωσιάστηκα από το βάρος του στο χέρι. 1831-1832 γραμμάρια Για 10 γραμμάρια θα χτύπαγε το συμβολικό νούμερο Δεν ξέρω άμα τους έκατσε ή άμα ήταν σχεδιασμένο. Αμφότερες εξηγήσεις μου κάνουν Το ξεκίνησα με ένα τουπέ. Με παρότρυναν και κάποια προσωπικά σχόλια του Manitou για την ποιότητά του. Το έχω αυτό με τα ιστορικά κόμικ. Πάντα πιστεύω ότι ξέρω περισσότερα από τον δημιουργό ή, ειδικά για κομβικά σημεία της ιστορίας μας, ότι θα πέσω στα κοινότυπα και τα τετριμμένα. Μου άλλαξαν όμως τη διάθεση δυο πράγματα που συνέβησαν αρκετά νωρίς. Το ένα ήταν η χρήση POV (point of view) από Τούρκους. Ένα φιρμάνι του Σουλτάνου και μια αφήγηση ενός στρατιωτικού διοικητή. Πάντα είχα την περιέργεια του πως έχουν δει οι Τούρκοι αυτή την Ιστορία και είναι κάτι που το ψιλοψάχνω (αλλά δεν έχω βρει ). Το άλλο ήταν η αφήγηση των συμβάντων στην Πόλη την Άνοιξη του 21. Εκεί απλά σταμάτησα την ανάγνωση προκειμένου να συνέλθω. Η συνέχεια ήταν αέρα πατέρα. Παρά τον τεράστιο όγκο του, παρά το ότι μέσες άκρες ήξερα την ιστορία, δεν βαρέθηκα χιλιοστό. Βοήθησε το ότι ήταν χωρισμένο σε κεφάλαια, το ότι αλλού μιλούσε ο ένας, αλλού ο άλλος, το ότι διανθιζόταν με κειμενάκια, το ότι αλλού μίλαγε για τα μεγάλα και τα τρανά, αλλού για τα μικρά και τα επι μέρους, το ότι σε διάφορα σημεία έχει ενσωματώσει φωτογραφίες, πίνακες, γκραβούρες. Τις 100+ σελίδες κείμενο στο τέλος δεν τις άγγιξα ακόμα. Επί του παρόντος ήθελα να διαβάσω κόμικ. Είναι πασιφανέστατο από την ανάγνωση ότι ο Soloup έκατσε και διάβασε, έκατσε και μίλησε με ιστορικούς. Φαίνεται. Είναι επίσης προφανές το γιατί του πήρε 3 χρόνια Υπάρχουν σημεία που ίσως να έχω μια διαφορετική ματιά για τα γεγονότα. Οι γνώσεις μου όμως για το 21 είναι τρομερά επιδερμικές, προέρχονται κυρίως ως "και γιατί ο τάδε ιστορικός λέει κάτι το διαφορετικό για αυτό εκεί?" και συν τοις άλλοις το λέει ξεκάθαρα ο εκδότης. Μια υποκειμενική ματιά Λέει όμως ξεκάθαρα κι όλας ότι όλο αυτό έχει ως στόχο το να γίνει συζήτηση Καραπροτείνεται. Απέχει αιώνες από τις φουστανέλα-γιούχου-πανηγυρικός του γυμνασιάρχη στα 60ς προσεγγίσεις που τόσο εκνευρίζουν Δεν είναι για μικρά παιδιά. Ειδικά κάποια σημεία, πολύ μακριά από αυτά. Έχει πολύ ρεαλισμό σε κάποια σημεία... Χάρηκα πολύ που το διάβασα Καλοτάξιδο γιατί του αξίζει εδιτ Υπάρχει και επίσημο site του comic αφού φιλοδοξεί να είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό κόμικ, αλλά θέλει να είναι μια πολυεπίπεδη εμπειρία
  3. Για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 ετοιμάζονταν γιορτές και πανηγύρια. Ο Covid απέτρεψε τα γλέντια και έτσι μείναμε μόνο με τον Κάρολο και τις καβαλίνες των αλόγων. Κυκλοφόρησαν όμως ορισμένα σπουδαία βιβλία για το θέμα. Με το «’21, η μάχη της πλατείας» του Soloup να ξεχωρίζει. Έχουμε χορτάσει από Παπαφλέσσα και Κώστα Πρέκα, από ξυρισμένες φάτσες ηρώων της Επανάστασης και καλοσιδερωμένες φουστανέλες, από παρελάσεις και λόγους εκπροσώπων σωματείων και πολιτιστικών συλλόγων, από εμβατήρια και καταθέσεις στεφάνων. Μπορεί να είναι αναπόφευκτα όλα αυτά όταν συντηρούν εθνικούς μύθους και μεγάλες αφηγήσεις. Αλλά πόσο συμβάλλουν στη γνώση της Ιστορίας; Και ακόμα περισσότερο στην κατανόησή της; Πόσα γνωρίζουμε για το τι πράγματι συνέβη το 1821, λίγο πριν και λίγο μετά; Και από ποιων τα γραπτά, τις μαρτυρίες, τα απομνημονεύματα, τις αφηγήσεις; Με πόσο κριτικό μάτι είμαστε διατεθειμένοι και ικανοί να ξαναδούμε το 1821 ως ιστορικό γεγονός, ενταγμένο στην εποχή του και απαλλαγμένο από σύγχρονα εθνικά συμφέροντα; Να αντικρίσουμε τους πρωταγωνιστές του όχι ως αφίσες σε σχολικές τάξεις και εξώφυλλα στα Κλασσικά Εικονογραφημένα αλλά ως ανθρώπους με σάρκα και οστά, με πάθη, όνειρα και ανησυχίες; Να μάθουμε λίγο περισσότερα τόσο για την από δω πλευρά, τη «δικιά μας», όσο και για την άλλη πλευρά; Να αποφύγουμε τις εξιδανικεύσεις και τις ωραιοποιήσεις και να τοποθετήσουμε την αλλαγή που συνέβη στην Ελλάδα σε ένα γενικότερο πλαίσιο γεωπολιτικών ανακατατάξεων; Όλα αυτά είναι δύσκολα και απαιτούν χρόνο, διάβασμα και σίγουρα αλλαγή νοοτροπίας. Μπορεί να είναι πιο εύκολα όμως αν έρθουν μέσω της τέχνης, μέσω μιας μυθοπλασίας που στο επίκεντρό της βρίσκονται η ελληνική ιστορία και η Επανάσταση του 1821. Και τέτοιο είναι το «’21, η μάχη της πλατείας» (εκδόσεις Ίκαρος, 750 σελίδες) του Soloup, επτά χρόνια μετά το πολυβραβευμένο «Αϊβαλί» για τα γεγονότα του 1922 και τρία χρόνια μετά τον σπαρακτικό και πανέμορφο «Συλλέκτη» για τη γονεϊκή αποξένωση. Το «’21» αποτελεί μια ιδανική πρόταση αλλαγής παραδείγματος απέναντι στα καθιερωμένα και προτείνει μια διαφορετική ματιά πάνω στα γεγονότα που οδήγησαν στη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. «Τι πραγματικά γνωρίζουμε σήμερα για το 1821; Και τι θα νιώθουν, τι θα λένε για την Επανάσταση οι millennials στα δικά τους παιδιά; Ποια είναι η εικόνα, η παράσταση, η οπτική αντίληψη που έχουμε για εκείνο τον Αγώνα; Ανταποκρίνεται στην αισθητική και το περιεχόμενο των πινάκων του Βρυζάκη; Σε όσα μας εξιστορεί ο Μακρυγιάννης και αναπαριστά ο γνωστός ως Παναγιώτης Ζωγράφος; Σε όσα έβλεπε σε αυτήν ο Θεόφιλος; Στη συγκινησιακή φόρτιση των κειμένων και των ζωγραφικών έργων των φιλελλήνων διανοουμένων της εποχής της; Ανταποκρίνεται στην οπτική – και σε έναν βαθμό κιτς – σημειολογική αφήγηση του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου, με ιδιαίτερα παραγωγική έμφαση κατά την περίοδο της Επταετίας; Κι αλήθεια γιατί χρησιμοποιήθηκε τόσο πολύ η Ελληνική Επανάσταση – μια επανάσταση στο πλαίσιο του αγώνα των λαών για ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση, μέσα στο εκρηκτικό κοινωνικοϊστορικό και ιδεολογικό τοπίο της Ευρώπης που άλλαζε τόσο δραματικά τον 19ο αιώνα – στα χείλη “εθνικοφρόνων σωτήρων” παντός τύπου;» αναρωτιέται η Εύη Σαμπανίκου, καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, που συμμετείχε στην υλοποίηση του βιβλίου ως επιστημονικός σύμβουλος, στο εισαγωγικό της σημείωμα. Και συμπληρώνει ότι αυτό που ενδιέφερε ιδιαίτερα την ομάδα που εργάστηκε για την υλοποίηση του βιβλίου μαζί με τον Soloup ήταν το μετά την Επανάσταση: «Αυτό το μετά είναι που αναζητήσαμε. Επιχειρήσαμε λοιπόν να ξαναδούμε την Επανάσταση με όσο το δυνατόν πιο αποστασιοποιημένη, σύγχρονη ματιά και να αποδώσουμε σε αυτήν τη δική μας ανάγνωση των αθέατων όψεων, καλά φυλαγμένων σαν σκοτεινά μυστικά στα αρχεία της Ιστορίας». Την έρευνα των αρχείων και την επιμέλεια του παραρτήματος του βιβλίου υπογράφουν οι Νατάσα Καστρίτη, ιστορικός Τέχνης, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου, ιστορικός, και Παναγιώτα Παναρίτη, δρ Αρχαιολογίας, όλες επιστημονικές συνεργάτριες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου που, όπως αναφέρουν στο δικό τους εισαγωγικό σημείωμα, είχαν εργασία εξαντλητική και πολυεπίπεδη: «Η αφήγηση και η τεκμηρίωση του έργου βασίστηκαν σε πρωτότυπο υλικό (πηγές της περιόδου, ιστορικά κείμενα, απομνημονεύματα αγωνιστών και ξένων φιλελλήνων, ημερολόγια, αρχειακό υλικό κ.λ.π.), ιστορικά αναγνώσματα, ιστορικές μελέτες κ.ά. Το ίδιο ισχύει και για την εικονογράφηση: πρωτότυπο εικαστικό υλικό της περιόδου (προσωπογραφίες, ζωγραφικοί πίνακες, χαρακτικά κ.λ.π), καλλιτεχνικές αποτυπώσεις, σύγχρονες των γεγονότων, αποτέλεσαν σε μεγάλο βαθμό πρότυπα για τα τελικά σκίτσα». Και όλα αυτά με τελικό υπεύθυνο τον Soloup που, όπως αναφέρει, είχε πολύ δύσκολες αποφάσεις να λάβει μπρος σε έναν τεράστιο όγκο υλικού: «Υπάρχουν τόσα πράγματα που δεν μάθαμε ποτέ. Μια άλλη ιστορία ή, καλύτερα, πολλές διαφορετικές ιστορίες για την Ελληνική Επανάσταση, που απέχουν σημαντικά από τα στερεότυπα του εθνικού αφηγήματος και των σχολικών επετείων. Πώς θα μπορούσαμε, λοιπόν, να τα δέσουμε όλα αυτά μαζί; Τις διαφορετικές θέσεις και τα αντικρουόμενα συμφέροντα των πρωταγωνιστών, τις κυρίαρχες αφηγήσεις πλάι στις αιρετικές; Και εκείνο που θα προκύπτει στο τέλος να είναι, πάνω από όλα, ένα έντεχνο ανάγνωσμα, ένα κόμικς με τους δικούς του αφηγηματικούς και αισθητικούς κανόνες». Το «’21» είναι λοιπόν, πρώτα και κύρια, μια μεγάλη ιστορία κόμικς. Έχει μια πρωταγωνίστρια και έναν πρωταγωνιστή. Και αυτή δεν είναι η Μπουμπουλίνα ούτε η Μαντώ Μαυρογένους, όπως και αυτός δεν είναι ούτε ο Κολοκοτρώνης ούτε ο Αθανάσιος Διάκος. «Συμμετέχουν» και αυτοί φυσικά στο βιβλίο, αλλά η ιστορία χτίζεται πάνω σε ένα εντελώς διαφορετικό από τους ήρωες της Επανάστασης δίδυμο και διαδραματίζεται κυρίως στην πλατεία της Παλιάς Βουλής, δίπλα στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη με την περικεφαλαία (μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία όπως την αφηγείται και τη σχεδιάζει ο Soloup) στη σύγχρονη Αθήνα. Μια νέα κοπέλα παρκάρει το σκουτεράκι της στον δρόμο και φεύγει για δουλειές στο κέντρο. Όταν επιστρέφει η βαλίτσα είναι ανοιχτή αλλά ένας ηλικιωμένος κύριος την καθησυχάζει ότι δεν λείπει τίποτα από μέσα. Στη σκιά του αγάλματος γίνεται η πρώτη γνωριμία του Κάρπου (από το Πολύκαρπος) και της Λίμπυ (από το Ελευθερία, Liberty). Μια γνωριμία που θα εξελιχθεί σε ένα «μάθημα» για την Ελληνική Επανάσταση σε 21 κεφάλαια. Ο Κάρπος και η Λίμπυ θα μιλήσουν για τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, τον Νικηταρά, τον Ρήγα Φεραίο, τον Υψηλάντη, τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Διονύσιο Σολωμό, τον Καποδίστρια, τον Κωλέττη, τον Μαυροκορδάτο, τον Μαχμούτ Β’, τον Βαχίτ Πασά, τον Ντελακρουά, τα Δερβενάκια, το Μεσολόγγι, την Τρίπολη, το Βαλτέτσι. Ο Κάρπος αφηγείται και η Λίμπυ μαθαίνει. Και μέσα από τις αφηγήσεις αναδύονται όλα τα σημαντικά περιστατικά που οδήγησαν στην Επανάσταση, όσα συνέβησαν κατά τη διάρκειά της και όσα ακολούθησαν. Αλλά και πολλά που δεν είναι ευρέως γνωστά ή αποσιωπήθηκαν από την επίσημη ιστοριογραφία. Και κάποια που δεν φωτίζουν μόνο τις πράξεις των εξεγερμένων αλλά και των Τούρκων, των συμμάχων των Ελλήνων και των αντιπάλων τους, των ξένων που έγραψαν για την Ελλάδα ή την επισκέφθηκαν κ.ά. Σ’ αυτό το τεράστιο μωσαϊκό δεν μένουν κρυφές πτυχές, καθώς ο Soloup δεν επιδιώκει να εξιδανικεύσει την Επανάσταση ή να αποδώσει τα μελανά σημεία της σε αόρατους παράγοντες ή ορκισμένους ανθέλληνες. Γι’ αυτό δίπλα στις ηρωικές πράξεις, στον αγώνα για την ελευθερία και την αυτοδιάθεση, στην αυτοθυσία και τον αλτρουισμό, περιγράφει και τις στιγμές της διχόνοιας, της βαναυσότητας όλων των πλευρών, της προδοσίας. Δεν αποκρύπτει τα πολιτικά σφάλματα και τα ιδιοτελή κίνητρα που χαρακτήρισαν στιγμές της Επανάστασης ούτε επιχειρεί να φιλοτεχνήσει τις συνήθεις αγιογραφίες των πρωταγωνιστών παρουσιάζοντάς τους ως άσπιλους και αμόλυντους από τα ανθρώπινα ελαττώματα, τα πάθη και τα λάθη. Κι όταν η συγκινητική ιστορία του Κάρπου και της Λίμπυ μέσω της οποίας ο αναγνώστης έχει δει με άλλα μάτια την Επανάσταση ολοκληρώνεται, αρχίζει το δεύτερο μέρος του βιβλίου, ένα υπόδειγμα τεκμηρίωσης και πληροφοριών με κεφάλαια όπως «Η Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης και η συγγραφή της», «Βόλια vs Γράμματα», «Φουστανέλα vs Βελάδα», «Λόγος και Εικόνα στο '21». Τέλος, ιδιαιτέρως κατατοπιστικά είναι το εκτενές Χρονολόγιο, το λεπτομερές Γλωσσάρι, το Λεξικό Ονομάτων με περισσότερες από 150 αναφορές σε πρόσωπα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην Επανάσταση, αλλά και οι αναφορές σκίτσων σε εικαστικά έργα που ξεπερνούν τις 75. Όλα αυτά μαζί αποτελούν το ιδανικό υλικό και συνθέτουν το ιδανικό αποτέλεσμα για να τιμηθεί η Επανάσταση του 1821. Χωρίς στερεότυπα και ρομαντικές αφηγήσεις με «αθάνατες Ελλαδάρες», «κρυφά σχολειά» και «βρομότουρκους», αλλά με τεκμηριωμένη γνώση, με στοιχεία, με αναφορές στις πηγές και πάνω απ’ όλα, μέσω της τέχνης των κόμικς με την υπογραφή του Soloup σε σενάριο και σχέδια. Στο πλαίσιο του 7ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου στην Καλαμάτα που φέτος έχει θέμα «Διεκδικώντας την Ελευθερία» και θα διεξαχθεί από 18 Ιουνίου έως 28 Ιουλίου, θα λάβει χώρα η διεθνής έκθεση κόμικς «Η 7η Τέχνη Συναντά την 9η» με τη συμμετοχή των Giuseppe Palumbo και Andrea Bruno, δύο εμβληματικών δημιουργών που πρωταγωνιστούν εδώ και χρόνια στην ιταλική σκηνή των κόμικς, του Κροάτη Danijel Zezely και τριών εκ των σημαντικότερων Ελλήνων δημιουργών, των Θανάση Πέτρου, Soloup και Γιώργου Μπότσου καθώς και του γραφίστα-εικονογράφου και καλλιτεχνικού διευθυντή της Βαβέλ Soto Anagno. Η επιλογή των έργων και η επιμέλεια της έκθεσης ανήκει στη δημιουργική ομάδα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κόμικς της Βαβέλ, ενώ η έκθεση του Soloup θα έχει ως θέμα της φυσικά το νέο του βιβλίο «’21, Η Μάχη της Πλατείας». Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν στις 19 Ιουνίου στις 7.30 το απόγευμα στην γκαλερί A49 (Αναγνωσταρά 49, Καλαμάτα). Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Κυριακή 20 Ιουνίου και θα μιλήσουν γι’ αυτό ο σκηνοθέτης Μελέτης Μοίρας, ο ιστορικός τέχνης Γιάννης Κουκουλάς και ο δημιουργός του, ενώ αμέσως μετά θα ακολουθήσει η πρώτη επίσημη παρουσίαση του ντοκιμαντέρ «’21, Η Μάχη της Πλατείας / Making of… behind the scenes» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Μελέτη Μοίρα. Και το σχετικό link...
  4. Ο Soloup (Αντώνης Νικολόπουλος) μιλάει στην ATHENS VOICE για το graphic novel «Η Μάχη της Πλατείας», που αναφέρεται στην Επανάσταση του 1821. Ξεκίνησα να παρακολουθώ τη δουλειά του Soloup σποραδικά από την εποχή του «Ανθρωπόλυκου», στη Βαβέλ, πίσω στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Κάποια στιγμή τον συνάντησα κιόλας για κάποια υπόθεση που αφορούσε τις κοινές μας σπουδές, οπότε έχοντας εικόνα τόσο του ανθρώπου όσο και της δουλειάς του, μου ήταν πολύ ευκολότερο να κρατάω στο μυαλό μου τα πράγματα με τα οποία καταπιανόταν. Δεν είμαι ο ειδικός των κόμικς ή των graphic novels, έρχεται όμως η στιγμή που καταλαβαίνεις πότε κάποιος καλλιτέχνης δουλεύει τη ματιά του, προχωράει την τέχνη του, κάνει βήματα μπροστά. Το «Αϊβαλί» ήταν μια καταπληκτική δουλειά, πρωτόγνωρη για την Ελλάδα, βαθιά και ταυτόχρονα απολαυστική. Ο «Συλλέκτης», τα «Έξι Διηγήματα Για Έναν Κακό Λύκο» ήταν ένα από τα πολύ συγκινητικά κείμενα-έργα των τελευταίων χρόνων. Κι ύστερα, η «Μάχη της Πλατείας». Με μια ερευνητική ομάδα που αποτελούνταν από τις Νατάσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Παναγιώτα Παναρίτη και με την επιστημονική συμβολή της Εύης Σαμπανίκου. Ένα έργο που υποστηρίχτηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) στο πλαίσιο της 1ης προκήρυξης της δράσης «Επιστήμη και κοινωνία – 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση» και το Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας κι Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, ένα έργο που τελεί υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου (ΕΙΜ). Το πιο φιλόδοξο αλλά και το πιο απαιτητικό έργο για τον Soloup, το οποίο πηγαίνει καλά όχι μόνο ως έκδοση. Ήδη υπάρχει η ταινία-ντοκιμαντέρ του Μελέτη Μοίρα «’21 – Η μάχη της πλατείας / Making of... behind the sketches» που θα παρουσιαστεί μαζί με το graphic novel στο 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Πελοποννήσου στις 19 και τις 20 Ιουνίου, ενώ ετοιμάζεται και η ομώνυμη έκθεση που θα παρουσιαστεί στο Κτίριο της Παλαιάς Βουλής σύντομα. Μετά από περισσότερο από 25 χρόνια είχα τη χαρά να μιλήσω και πάλι με τον Soloup, τον Αντώνη Νικολόπουλο, κι αυτή τη φορά η συζήτηση αφορούσε αποκλειστικά την τέχνη του. Γεια σου Αντώνη! Ας ξεκινήσουμε από την ιδιότητά σου, με την οποία θα ασχοληθούμε λιγότερο στη συζήτησή μας. Τι απαιτεί το να είσαι γελοιογράφος; Μολύβια, γόμες και το να μπορείς όλα αυτά που μας βάζουν να καταπιούμε αμάσητα, τον θυμό, τη στενοχώρια, τη μελαγχολία που σου βγαίνει απ’ όσα φορτώνουν στις ζωές μας, να τα κάνεις χιούμορ. Το ότι έχεις σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες σε βοηθάει στην πολιτική γελοιογραφία ή καμιά φορά σε δυσκολεύει κιόλας; Όχι, ίσα ίσα. Σίγουρα βοηθάει. Το χιούμορ είναι το ένα συστατικό της γελοιογραφίας. Το άλλο είναι η κριτική ματιά. Το να μπορείς ν’ αντιλαμβάνεσαι δηλαδή τη δομή των πραγμάτων. Τις συγκρούσεις, τα συμφέροντα πίσω από τα πολιτικά πρόσωπα της επικαιρότητας. Δεν αρκεί να σπας πλάκα με τους πολιτικούς. Μπορείς φυσικά να σατιρίζεις τις φιγούρες τους αλλά η σάτιρα δεν πρέπει να αφορά την προσωπική τους ζωή αλλά τις πολιτικές επιλογές και τις ιδέες που εκπροσωπούν. Και σε αυτό σίγουρα βοηθάει να έχεις μια βαθύτερη, πιο ειδική γνώση. Να προσπερνάς τις εντυπώσεις της επικαιρότητας και να σημαδεύεις μακρύτερα, στην ουσία των καταστάσεων. Ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στο να δουλεύεις πάνω σ’ ένα χιουμοριστικό κι ένα μη χιουμοριστικό κόμικ; Ξεκίνησα στη «Βαβέλ» φτιάχνοντας χιουμοριστικά κόμικς. Τον «Ανθρωπόλυκο», τον «Μήτσο Κυκλάμινο». Τα περισσότερα χρόνια μου τα πέρασα φτιάχνοντας χιουμοριστικά κόμικς. Με μυτόνγκες σαν αυτή του Αστερίξ και βάζοντας τους ήρωες σε τρελές καταστάσεις όπως στις ιστορίες του Edika και του Crump. Όμως δεν μπορείς όλα τα θέματα να τα κάνεις εικόνες και σκίτσα με τον ίδιο τρόπο. Πώς να μιλήσεις δηλαδή για την τραγική παγίδα που βιώνει ένας πατέρας καθώς αναζητά το παιδί του στον «Συλλέκτη» ή για τη Μικρασιατική καταστροφή στο «Αϊβαλί»; Μπορείς να τους σκιτσάρεις με μυτόνγκες σαν του Αστερίξ; Το θέμα που καταπιάνεσαι είναι, λοιπόν, αυτό που σε οδηγεί. Το σενάριο και η ανάγκη να το υπηρετήσεις όσο γίνεται καλύτερα. Με τα κατάλληλα σκίτσα και την ανάλογη ατμόσφαιρα. Είναι πολύ όμορφο που με τα χρόνια μπορώ πλέον να εκφράζομαι με διαφορετικά σχεδιαστικά στιλ. Και για τα ευτράπελα και σαρκαστικά, αλλά και τα πιο βαθιά και ψυχοβόρα ζητήματα. Όταν πρωτοδιάβασα το «Αϊβαλί» μου είχε φανεί ότι επρόκειτο για μια κοπιαστική και δύσκολη εργασία. Ήταν πραγματικά έτσι; Ποιες ήταν οι προκλήσεις που είχες να αντιμετωπίσεις; Στο «Αϊβαλί» ακολούθησα σχεδόν υπνωτισμένος μια υπαρξιακή περιέργεια: τις δικές μου ρίζες απ’ τη Μικρασία, τις αναμνήσεις από τις ιστορίες της γιαγιάς μου της Μαρίας, τη δική μου τοποθέτηση στον χρόνο, αν θέλεις και τους «άλλους», τους αιώνια εθνικούς εχθρούς μας, τους Τούρκους. Αυτό πήγαινε κι εγώ ακολουθούσα. Όταν όμως σκαλίζεις τέτοια θέματα, προκύπτουν και άλλα ζητήματα που έχεις ν’ αντιμετωπίσεις. Ο εθνικισμός, η μισαλλοδοξία, ο κατατρεγμός, η προσφυγιά. Να δεις τα ιστορικά γεγονότα πέρα από συναισθηματισμούς αλλά την ίδια ώρα να μπορείς ν’ ακούσεις φορτισμένες μαρτυρίες των ανθρώπων που τους έλιωσε στην κυριολεξία ο τροχός της ιστορίας. Έτσι δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα «κοπιαστικής δουλειάς». Κι αυτή η φόρτιση νομίζω πως είναι και το δυνατό σημείο στο «Αϊβαλί». Και ο λόγος που το «Αϊβαλί» δεν σταμάτησε, 7 χρόνια τώρα, να επικοινωνεί με διαρκώς νέους αναγνώστες, και στην Ελλάδα και αλλού. Το μυρίστηκε η Κάτια Λεμπέση των εκδόσεων Κέδρος από τη πρώτη στιγμή και δεν διαψεύστηκε. Υπογράψαμε συμβόλαιο πριν καλά-καλά το δει. Αυτό της το οφείλω. Μοιάζει σαν το «Αϊβαλί» να δημιούργησε ένα κοινό που δεν υπήρχε πιο πριν στην Ελλάδα: Εκείνους που θα εμπιστευτούν το κόμικ ως κάτι περισσότερο από μια μορφή απλής διασκέδασης… Συμφωνείς; Ναι, και ήταν το πρώτο ελληνικό κόμικ που εκτός των άλλων το 2015 μπήκε στις αίθουσες ενός τόσο σημαντικού χώρου πολιτισμού όπως το Μουσείο Μπενάκη, προσεγγίζοντας πράγματι ένα εντελώς διαφορετικό αλλά και πλατύτερο κοινό. Αυτό που προϋπήρχε σίγουρα ήταν η διεθνής επιτυχία του Logicomix των εκδόσεων Ίκαρος. Κάτι που, αν θέλεις, έδωσε και σ’ εμένα το θάρρος με το «Αϊβαλί» να προχωρήσω σε μια φόρμα, τα graphic novels, που θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν διαφορετικά με το κοινό. Το «Αϊβαλί» όμως έθετε για πρώτη φορά τόσο οικεία και ταυτόχρονα τόσο ευαίσθητα ζητήματα όπως το 1922, αλλά μέσα από μια διεθνιστική, πολιτικοποιημένη ματιά. Αυτή προφανώς η διάσταση το έκανε ένα βιβλίο που δεν αφορά μόνο τους Έλληνες και το οδήγησε στις μεταφράσεις που έχουμε σήμερα στα Τουρκικά, Γαλλικά, Αγγλικά και, μόλις αυτές τις μέρες, στα Ισπανικά. Εισήγαγε επίσης μια ευθεία, πολιτικοποιημένη προσέγγιση της σύγχρονης ιστορίας που μέχρι τότε δεν υπήρχε, πλην μεμονωμένων εξαιρέσεων όπως το «Εκ των υστέρων» του Μαλισιόβα. Εκείνο που συναντούσαμε περισσότερο, ήταν οι εμπορικά πιο «ασφαλείς» μεταφορές ελληνικών λογοτεχνικών έργων σε άλμπουμ κόμικς, συχνά με τον προσδιορισμό ως graphic novels. Με τη «Μάχη της Πλατείας» τα πράγματα μοιάζουν ακόμη πιο πολύπλοκα. Είναι πραγματικά έτσι; Εδώ κυριολεκτικά έριξα τρελά ξενύχτια. Κι εκμεταλλεύτηκα στο έπακρο τον αναγκαστικό εγκλεισμό της πανδημίας. Είχε φτάσει στο τέλος η μέρα μου να ξεκινά στις δύο τα χαράματα. Το graphic novel «21 – Η μάχη της πλατείας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα με την ιδιαίτερη φροντίδα των εκδόσεων Ίκαρος, ακολουθεί τα χνάρια του Αϊβαλιού. Όμως είναι πραγματικά κάτι πολύ πιο μεγάλο και πιο σύνθετο από το «Αϊβαλί». Και όχι μόνο λόγω των 753 σελίδων της έκδοσης του Ίκαρου ή των 870 σελίδων του τρίτομου εργαστηριακού e-book. Πού έγκειται αυτή η πολυπλοκότητα; Από την αρχή της συνεργασίας μας με τις ερευνήτριες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, τις Παναγιώτα Παναρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Νατάσα Καστρίτη, είχαμε θέσει ως στόχο τη δημιουργία μιας φορτισμένης, «λογοτεχνικής» αφήγησης που όμως θα συνομιλούσε δυναμικά με την επιστημονική ιστορική τεκμηρίωση και με αναφορές σε συγγραφείς, εικαστικούς και αρχειακές πηγές. Η ένταξη της δουλειάς μας στο πρόγραμμα του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση – που βγήκαμε μάλιστα και πρώτοι ανάμεσα σε 10 πολύ αξιόλογες προτάσεις – απογείωσε και τις δυνατότητές μας. Με τη βοήθεια λοιπόν του Τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας κι Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και της καθηγήτριας Εύης Σαμπανίκου, τώρα εκτός από το βιβλίο και το πολλά υποσχόμενο εργαστηριακό e-book ετοιμάζουμε εκθέσεις, επιστημονικές συναντήσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα κι ένα σωρό σημαντικές δράσεις. Θα ενημερώνουμε σχετικά γι’ αυτές τις δράσεις και από την επίσημη ιστοσελίδα μας: 1821graphicnovel.gr Ποιες ήταν οι πιο σημαντικές αποφάσεις που είχες να πάρεις ως προς την κατανομή της ύλης; Πώς να πεις με κατανοητό και τεκμηριωμένο τρόπο τόσο πολλά γεγονότα και φωτίζοντας διαφορετικές απόψεις χωρίς να κουράσεις τους αναγνώστες. Και για ένα ζήτημα τόσο ευαίσθητο όπως η Επανάσταση του 1821, που έχει να κάνει και με τη νεοελληνική μας ταυτότητα αλλά και τα κυρίαρχα εθνικά αφηγήματα που έχουμε μεγαλώσει μαζί τους. Με μια πρώτη ματιά μοιάζει σαν το βιβλίο να θέλει να θέσει μια σειρά πολύ σοβαρών ερωτημάτων σε σχέση με την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Θα μπορούσες να αναφέρεις αυτά που για σένα είναι πιο σημαντικά; Όπως σου είπα, είναι τόσα πολλά τα στερεότυπα που έχουμε στο μυαλό μας για την επανάσταση και τους αγωνιστές. Θυμήσου τις καλοσιδερωμένες κατάλευκες φουστανέλες στους πίνακες και τα καλοξουρισμένα μάγουλα στις σχολικές αφίσες και τους πίνακες ζωγραφικής. Αλλά τελικά, αν το καλοσκεφτείς, είναι τόσο λίγα εκείνα που ξέρουμε για την πραγματική ιστορία. Έπρεπε λοιπόν να βρούμε μια αφήγηση που όλα αυτά να τα περιγράφει. Και επίσης να κάνουμε τη σύνδεση με το σήμερα. Η ιστορία δεν είναι κάτι ακίνητο, γραμμένη μια για πάντα. Κάθε φορά τα ιστορικά γεγονότα αποκτούν νέες σημασίες και φορτίσεις από το χρονικό σημείο που τα κοιτάμε. Θέλαμε έτσι να δούμε την Επανάσταση με τα ματιά αλλά και τις ανάγκες των σημερινών ανθρώπων. Το να θέτεις ερωτήματα πάνω σε ζητήματα που για τα σχολικά εγχειρίδια μοιάζουν απαντημένα εδώ και δεκαετίες, είναι μια πράξη αμφισβήτησης. Ποια είναι τα ζητήματα που πιστεύεις ότι πρέπει να μπουν σε συζήτηση σήμερα; Να ξανατεθούν τα βασικά ερωτήματα. Τι είναι η Ιστορία; Πώς γράφεται η ιστορία; Ποιοι γράφουν την ιστορία; Και ν’ αναζητήσουμε τις απαντήσεις εκ νέου σε καλογραμμένα βιβλία, στις καταγραφές των αρχείων, στις μαρτυρίες. Η σοβαρή επιστημονική έρευνα είναι εκείνη που μπορεί να μας δώσει μια άλλη εικόνα της Ιστορίας ενάντια στην κυριαρχία των στερεότυπων και των στρεβλώσεών της. Το βιβλίο μας σε αυτή τη κατεύθυνση κινείται. Να δώσει τα ερεθίσματα ώστε οι αναγνώστες, συμφωνώντας ή διαφωνώντας με τα όσα αφηγούμαστε, να ψάξουν, ν’ αναζητήσουν οι ίδιοι την ιστορία. Η βιβλιογραφία και οι πηγές είναι εκεί και μας περιμένουν. Κάτι γενικότερο τώρα… Ποιους σχεδιαστές παρακολουθείς φανατικά; Φανατικά δεν είναι η κατάλληλη λέξη, αλλά όσο πιο συστηματικά μπορώ διαβάζω τους περισσότερους συναδέλφους σκιτσογράφους: Χριστούλιας, KON, Μπότσος, Κουλιφέτης, Αδαμοπούλου, Ζερβός, Λέανδρος, Βιτάλης, Βερύκιος, Μαστώρος, Καραμπάλιος, Πανταζής, Γούσης, Cob, Κυριαζής, Παπαδάτος, Ρουμπούλιας, Διαλυνάς, Στεφαδούρος, Τόμεκ, Τασμάρ, Τσαούσης, Ζάχαρης, Τσιαμάντας, Βαβαγιάννης, Πετρόπουλος, Καμμένος, Φραγκιαδάκης, Πέτρου, Δερβενιώτης, Koύτσης, Κούρτης, Οθωναίου, Ζάχαρη, Χατζόπουλος… Καθώς έχεις ασχοληθεί με το θέμα σε επίπεδο διδακτορικού, με ποια ελληνικά comics νιώθεις να έχει συνάφεια η δουλειά σου; Και με ποια ξένα; Σίγουρα οφείλω πολλά στον τρόπο που έβλεπα να δουλεύει ο Γιάννης Καλαϊτζής. Και κάποιες βασικές συμβουλές που μου έλεγε, όχι μόνο για θέματα σχεδίου. Και από ξένους οι Spiegelman, Thompson, Satrapi, Sacco, Horrocks, Larcenet, Pedrosa… Όμως μελετώντας διάφορα comics για το διδακτορικό που αφορούσε τόσο την ιστορία όσο και τη σημειολογία των κόμικς, μου μπήκαν κάποιες ιδέες αφήγησης που τις εφάρμοσα αρχικά στο «Αϊβαλί». Και στη συνέχεια, αφού μου βγήκαν, στον «Συλλέκτη» και ακόμα περισσότερο τώρα στη «Μάχη της Πλατείας». Στοιχεία που αφορούν τη ροή της αφήγησης, το σενάριο αλλά και την αποτύπωσή τους στην εικόνα. Έτσι θα έλεγα πως ακολουθώ ένα προσωπικό μονοπάτι πειραματισμών χωρίς πολλές άμεσες συγγένειες με άλλους συναδέλφους. Τι διαβάζεις αυτή την εποχή; Φρεσκάρω Roland Barthes και διαβάζω εξαντλητικά τον Mikhail Bakhtin για τις ανάγκες της μεταδιδακτορικής μου εργασίας – που συνδέεται με κάποιον τρόπο και πάλι με τα κόμικς –, πριν ξαναχωθώ στο καινούργιο μου graphic novel. Τι να περιμένουμε στο άμεσο μέλλον; Τι έχεις στα σκαριά; Δουλεύω πλέον όπως σου είπα ένα νέο graphic novel για το 1922 που συνδέεται άμεσα με το «Αϊβαλί». Άλλωστε το σενάριο άρχισε να γράφεται παράλληλα μαζί του από τότε, το 2013. Όμως μετά την επιτυχία έκπληξη του «Αϊβαλί» δεν θέλησα να το βγάλω αμέσως και να φανεί σαν sequel. Ήθελα να ωριμάσει κι άλλο το σενάριο και να μεσολαβήσουν και άλλες δουλειές, όπως κι έγινε. Νομίζω όμως πως τώρα ήρθε η σειρά του και αν πάνε όλα καλά, θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2022. Όμως ακόμα πιο άμεσα προηγούνται άλλα. Μια ζωντανή παρουσίαση της «Μάχης της πλατείας» στην Καλαμάτα στο 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ μαζί με την επίσημη πρώτη παρουσίαση του ντοκιμαντέρ making of «Behind the sketches» σε σκηνοθεσία του Μελέτη Μοίρα και το οποίο αποτυπώνει τον τρόπο που δουλέψαμε στο graphic novel. Ακόμα βρίσκονται σε εξέλιξη οι εργασίες για το στήσιμο της κεντρικής μας έκθεσης στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Και θα ακολουθήσουν πολλά πολλά άλλα για τα οποία θα ενημερώνουμε στο site μας, 1821graphicnovel.gr Και το σχετικό link...
  5. Ο Soloup μας είχε δείξει με το «Αϊβαλί» (του) τις δυνατότητες διείσδυσης στην Ιστορία που διαθέτει ως εργαλείο έκφρασης το graphic novel. Ο πήχης ήταν ήδη πολύ ψηλά και πήγε ακόμη ψηλότερα από το θέμα με το οποίο ο Soloup καταπιάστηκε στη νέα του δημιουργία, «Η μάχη της πλατείας», η οποία έχει να κάνει με την απαρχή της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, την παλιγγενεσία, το 1821. Και όχι απλώς μόνο με αυτά… Ο τρόπος με τον οποίο ξεπέρασε τον πήχη που ο ίδιος είχε θέσει, είναι η διαδικασία με την οποία ο Soloup προσέγγισε το θέμα του, δηλαδή την Ιστορία. Και η Ιστορία, όπως φαίνεται από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα τής εξαιρετικά προσεγμένης πλούσιας έκδοσης του βιβλίου, με ένα έξυπνο εύρημα που χρησιμοποιεί ο δημιουργός αποτυπώνεται γλαφυρά και έντονα στο φόντο της σημερινής πραγματικότητας. Έτσι η Ιστορία (μας) γίνεται ο απόηχος των γεγονότων που όχι μόνο φτάνει στις μέρες μας αλλά καθορίζει την ύπαρξή μας είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, είτε μας αρέσει είτε το απεχθανόμαστε. Αυτός είναι άλλωστε ο ρόλος και το νόημα της Ιστορίας η οποία τελικά υπάρχει ως κάτι πολύ περισσότερο, βαθύτερο και καθοριστικό από την αλυσίδα των γεγονότων που τη συνθέτουν. Η Ιστορία, το βαθύτερο νόημά της, είναι αυτό που συνθέτει το παρόν μας, μας τοποθετεί στο «τώρα», μας υπενθυμίζει από πού ερχόμαστε και μας δείχνει πού πηγαίνουμε. Η Ιστορία, τελικά, μας δίνει την επιλογή είτε να ακολουθήσουμε την πορεία, αν οδηγεί σε «επαγγελλόμενες γαίες» ή να αλλάξουμε δρόμο αν, όπως συμβαίνει συνήθως, οδηγεί στην άβυσσο που έχουν δημιουργήσει οι επιλογές του παρελθόντος. Ιστορία και νικητές Κάτι που επίσης μας θύμισε το βιβλίο του Soloup είναι ότι η Ιστορία γράφεται από τους νικητές. Για να δει, λοιπόν, κάποιος την Ιστορία απαιτείται να απαλλαγεί από τους παραμορφωτικούς φακούς των κυρίαρχων αφηγημάτων, των εθνικών μύθων και των ψευδο-ηθικών που την τοποθετούν στο καλούπι των σκοπιμοτήτων. Το ιστορικό αφήγημα κάθε έθνους συντίθεται – και αυτό ως έναν βαθμό είναι δικαιολογημένο από την ανάγκη της σφυρηλάτησης της συνοχής του – με την προβολή των ηρωικών του στιγμών. Όσα πληγώνουν ή τραυματίζουν την εικόνα που συλλογικά πλάθουμε ως έθνος, το επίσημο αφήγημα τα παραδίδει στη λήθη. Εκεί, στη λήθη, προσπάθησε και έσκαψε βαθιά στις πηγές ο Soloup για να φέρει στην επιφάνεια πολλά απ’ όσα θέλουμε να ξεχαστούν. Τις αγριότητες που οι προπάτορές μας διέπραξαν τον καιρό του πολέμου, τις μεταξύ τους διαμάχες, τις μικρότητες των ανθρώπων, τη μάχη των συστημάτων εξουσίας για τη νομή της και για το χρήμα… Κοιτάζοντας την «ανασκαφή» του Soloup, κοιτώντας δηλαδή κατάματα την Ιστορία, διαπιστώνουμε ίσως ότι όλα όσα αφαιρέθηκαν από το επίσημο αφήγημα, όσα μας έκρυψαν ή όσα δεν θέλουμε να θυμόμαστε, είναι παρόντα στο «τώρα» μας, διατρέχουν την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου, δηλαδή μας έχουν καθορίσει. “Μικρά” και “μεγάλα” Οι φατριασμοί εν μέσω της Επανάστασης του 1821, οι λαμογιές με τα δάνεια, η αναζήτηση ξένων προστατών, η εθελοδουλία-ξενοδουλεία, το πλιάτσικο, η συνεργασία με τον εχθρό για προσωπικό όφελος μοιάζουν να διατρέχουν την Ιστορία του τόπου και – τηρουμένων των αναλογιών – να φτάνουν μέχρι τις μέρες μας. Παράλληλα με τα μικρά και ευτελή ωστόσο, «τρέχουν» και τα μεγάλα και σπουδαία χαρακτηριστικά των ανθρώπων που ανέδειξαν οι επαναστατημένοι προπάτορες του σύγχρονου ελληνικού κράτους: η επιμονή και μεθοδικότητα του Κολοκοτρώνη (πολιορκία της Τριπολιτσάς), η αποκοτιά του Ανδρούτσου (Χάνι της Γραβιάς), η γενναιότητα του Κανάρη (πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας), η σκωπτική, «ανάρμοστη» σοφία και στρατηγική σκέψη του Καραϊσκάκη, η ανιδιοτέλεια του Νικηταρά… Και πάνω απ’ όλα η αποφασιστικότητα (ελευθερία ή θάνατος) με την οποία ο λαός που πολέμησε διεκδίκησε αυτό που του αναλογούσε: Μια ζωή ελεύθερη ή έναν έντιμο θάνατο. Το αν και μέχρι πού φτάνουν όλα αυτά (μικρά και μεγάλα, άθλια και μεγαλειώδη) στις μέρες μας, μπορούμε ίσως να το αντιληφθούμε κοιτώντας τριγύρω μας, στην πολιτική και οικονομική σφαίρα που συνθέτουν την κοινωνία μας. Ενδεχομένως στο τώρα, τα «μικρά» και «άθλια» χαρακτηριστικά της φυλής μας (των ανθρώπων ίσως να είναι ορθότερο) είναι φανερά και ευδιάκριτα σε αντίθεση με τα «μεγάλα» και «σπουδαία» προτερήματα που μοιάζουν κρυμμένα, περιμένοντας τους καιρούς που θα τα αναδείξουν. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να λησμονούμε – κι αυτό μας θυμίζει «Η μάχη της πλατείας» του Αντώνη Νικολόπουλου – ότι η Ιστορία, πριν γραφτεί από τους νικητές, συντελείται κατά τη διάρκεια του ανθρώπινου βίου, τις στιγμές δηλαδή που ο κάθε άνθρωπος διαλέγει τι θέλει να είναι και με ποιον: Κολοκοτρώνης ή Νενέκος; Νικηταράς ή Πήλιος Γούσης;… Μπορεί από πρώτη ματιά να φαίνεται παράδοξο, αλλά ακόμη και σε μια ισοπεδωτική παγκοσμιοποιημένη εποχή σαν αυτή που εξελίσσεται ο δικός μας βίος οι καθημερινές μας επιλογές, η στάση μας απέναντι στα (μικρά και μεγάλα) πράγματα χαράσσουν τον δρόμο που θα βαδίσουν οι επόμενοι, γράφουν ήδη την Ιστορία των γενεών που έπονται. Να ’σαι καλά Soloup, για την τροφή για σκέψη που μας πρόσφερες. Και το σχετικό link...
  6. O αγώνας του 1821 μέσα από τα μάτια του σύγχρονου θεατή, σε ένα κόμικ που αναδεικνύει σκοτεινά μυστικά από τα αρχεία της Ιστορίας. - Το graphic novel «21: Η μάχη της πλατείας», με τις 752 σελίδες του, είναι το μεγαλύτερο σε έκταση μέχρι σήμερα έργο κόμικς στην Ελλάδα. Πόσο δύσκολο ήταν να συνδυάσετε την ιστορική έρευνα με την Ένατη Τέχνη; H έκταση του βιβλίου δεν ήταν το ζητούμενο. Όμως το ίδιο το θέμα, η Επανάσταση του 1821, που αναφέρεται σε μια πυκνή σειρά τόσο πολυδιάστατων γεγονότων, μας οδήγησε στις πολλαπλές αφηγήσεις του συγκεκριμένου βιβλίου. Έτσι, ο συγκερασμός της ιστορικής έρευνας με τα κόμικς προέκυψε από την ανάγκη να διαχειριστώ αφηγηματικά ένα τόσο δύσκολο υλικό. Σίγουρα σε αυτή την προσπάθεια με βοήθησε η εξοικείωση με τη μεθοδολογία της έρευνας που απέκτησα κατά την εκπόνηση της διδακτορικής μου διατριβής, και το μεταδιδακτορικό μου στη συνέχεια. - Πώς προσεγγίζετε τις μάχες και τα πρόσωπα του αγώνα του 1821, τα γεγονότα και τις ιδέες της Επανάστασης; Για την ιστορική έρευνα σε αρχεία, βιβλιογραφία και πηγές, είχα τη χαρά να συνεργαστώ με τρεις εξαιρετικές επιμελήτριες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, τις κυρίες Νατάσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Παναγιώτα Παναρίτη, όπως επίσης και την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου Εύη Σαμπανίκου. Μια τέτοια συντονισμένη αρχειακή προσέγγιση μας φανέρωσε αρκετά ανάγλυφα την ιστορία του Αγώνα, πάνω στην οποία στη συνέχεια ξετυλίχτηκε η αφήγηση των κόμικς. - Πιστεύετε ότι είναι πιο εύκολο για τους νέους να προσεγγίσουν την ιστορία μέσα από ένα κόμικ; Σίγουρα ναι. Ειδικά αν πατάει γερά στην έρευνα όπως η δική μας δουλειά. Καθόλου τυχαία, αυτή η δουλειά στηρίζεται από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου αλλά και το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Έχουμε μάλιστα στο πλαίσιο του προγράμματος δημιουργήσει και ένα – συμπληρωματικό με το βιβλίο των εκδόσεων Ίκαρος – τρίτομο e-book 870 σελίδων που προσφέρεται για εκπαιδευτική χρήση. Ελπίζουμε πως αυτό θα εκτιμηθεί και θ’ αξιοποιηθεί στη συνέχεια από καθηγητές. - Ποιο είναι το ζητούμενο κάθε φορά που αρχίζετε ένα νέο graphic novel; Συνήθως έρχονται και με βρίσκουν τα θέματα. Μπαίνουν στη ζωή μου απρόσμενα καταλαμβάνοντας σταδιακά όλο και περισσότερο χώρο, μέχρι που καταλήγουν εμμονές οι οποίες χρειάζονται διαχείριση. Η ανάγκη να κατανοήσω θέματα – όπως ήταν για παράδειγμα η Μικρασιατική καταγωγή μου στο «Αϊβαλί», η σχέση πατέρα και παιδιού στον «Συλλέκτη», ή στο «21» η σχέση μας με την νεότερη ιστορία μας – κατέληξαν τελικά στα graphic novel που βλέπετε. - Είναι κάποιοι κομίστες που έχουν επηρεάσει το έργο σας; Πάρα πολλοί. Αναφέρω ενδεικτικά τον Art Spiegelman και τον Craig Thompson. Εκτιμώ όμως πολύ και τη δουλειά που κάνουν σύγχρονοι συνάδελφοί μου στην Ελλάδα. - Ποια βιβλία που διαβάσατε πρόσφατα ξεχωρίζετε; Το πιο πρόσφατο, καθόλου τυχαία και λόγω των ερευνητικών μου αναζητήσεων, ήταν το «Φουστανέλες και Χλαμύδες» της Χριστίνας Κουλούρη. Ένα βιβλίο όμως που το έχω διαβάσει αρκετές φορές, αλλά το συμβουλευόμουν και κατά τη διάρκεια του «21», είναι ο «Επαναστατημένος άνθρωπος» του Καμύ. Soloúp «21: Η μάχη της πλατείας» Εκδ. Ίκαρος Σελ. 752 – τιμή €25 Και το σχετικό link...
  7. «Ένας τρόπος να σκέφτεσαι, να αισθάνεσαι, να επικοινωνείς». Έτσι χαρακτηρίζει τη δημιουργία ενός κόμικς ο Αντώνης Νικολόπουλος, ο οποίος υπογράφει τα έργα του ως Soloúp. Μεσήλικας σήμερα, διατηρεί στο ακέραιο την καλλιτεχνική ζωντάνια που είχε πριν από τρεις δεκαετίες, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο του έργο. Μόνο που τώρα συμπληρώνεται με βαθύτερη γνώση του αντικειμένου. Διδάκτωρ ήδη, εκπονεί το μεταδιδακτορικό του με θέμα την εικονογραφία των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και το πώς οι αρχικές καλλιτεχνικές αποδόσεις τους «πέρασαν» στις μεταγενέστερες. Όντας πολυσχιδής, καταθέτει τον απαιτητικό τρόπο δουλειάς και την επιμονή του στη λεπτομέρεια σε μια ποικιλία εκφάνσεων της τέχνης – μιας και ο ίδιος θεωρεί τη δουλειά του μορφή τέχνης. «Μην ξεχνάς άλλωστε πως τα κόμικς συνδυάζουν τον λόγο με την εικόνα. Έχουν εκ των πραγμάτων στο αφηγηματικό τους οπλοστάσιο την παράδοση της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου, της ζωγραφικής, του θεάτρου». Όσο για τις εκθέσεις που έγιναν για το έργο του, δηλώνει: «Το κοινό τις αγκάλιασε, υπήρχε τρομερή επικοινωνία και διάδραση με το κοινό. Και το πιο σημαντικό, απέκτησα πολλούς νέους, ουσιαστικούς φίλους. Είμαι ευτυχής κι ευγνώμων». Εικονογράφηση: Τιτίνα Χαλματζή – Κόμικς, γελοιογραφίες, graphic novels. Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με αυτό το είδος; – Το ένα έφερε το άλλο. Τα αφελή παιδικά σκιτσάκια του Δημοτικού έγιναν παιχνίδι ενηλικίωσης στα φοιτητικά χρόνια της Παντείου και στη συνέχεια μανία. Εκεί, στην Πάντειο, υπέγραψα για πρώτη φορά τα σκίτσα μου με το ψευδώνυμο Soloúp. Προφανώς μια τυχαία επιλογή που με καθόρισε. – Στο έργο σου είναι εμφανής μια πλούσια υποδομή: ιστορικά τεκμήρια, λογοτεχνικές αναφορές, φιλοσοφικές συσχετίσεις. Πώς προέκυψε αυτό το πάντρεμα; – Υπάρχει πάντα η ανάγκη να αναζητήσεις πληροφορίες. Να τσεκάρεις πράγματα για όσα γράφεις. Αυτό συμβαίνει και στα πιο χιουμοριστικά κόμικς ή ακόμη και στις γελοιογραφίες μου στην εφημερίδα. Όταν όμως αποφασίζεις να ασχοληθείς, για παράδειγμα, με τη Mικρασιατική Καταστροφή, όπως συνέβη με το «Αϊβαλί», ή τώρα με το graphic novel που ετοιμάζω για το 1821, δεν είναι δυνατόν να μην ανατρέξεις πολύ πιο οργανωμένα στις πηγές. Σε αυτό σίγουρα με βοηθάει η εμπειρία της συστηματικής μελέτης που χρειάστηκε να κάνω στο διδακτορικό. Σε πρωτότυπα κείμενα, απομνημονεύματα, μαρτυρίες, αρχεία, φωτογραφικό ή άλλο οπτικό υλικό. Για να δέσουν όμως όλα αυτά μεταξύ τους, χρειάζεται και μιαν ευρύτερη οπτική. Μια φιλοσοφική θεώρηση, όπως λες. – Ποια θέση μπορούν να έχουν τα κόμικς στην εκπαίδευση; – Είχα τη χαρά να συνεργαστώ με δασκάλους και καθηγητές σε διάφορα εργαστήρια και παρουσιάσεις σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Από την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια μέχρι πανεπιστήμια και μεταπτυχιακά. Η ανταλλαγή πληροφοριών, οι αφορμές για διάλογο, αλλά και η ανταπόκριση απ’ όσους συμμετείχαν, υπήρξαν συχνότατα από εντυπωσιακές έως και συγκινητικές. Υπάρχουν πραγματικά τεράστιες δυνατότητες του μέσου των κόμικς στην εκπαίδευση. Όμως, ο σημαντικότερος παράγοντας σε αυτή τη διαδικασία παραμένει πάντα ο δάσκαλος. Ο εκπαιδευτικός είναι εκείνος που θα πάρει αυτό το υλικό στα χέρια του, θα μαγέψει τους μαθητές και θα τους πάει παραπέρα. – Το «Αϊβαλί» σου χάρισε ένα ελληνικό βραβείο το 2015, ένα διεθνές το 2016 και μεγάλη αναγνωρισιμότητα. Πώς το εξηγείς; – Το «Αϊβαλί» γράφτηκε στο ξεκίνημα της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων, τη στιγμή δηλαδή που οι εκδοτικοί οίκοι αντιμετώπιζαν μεγάλα προβλήματα αναστέλλοντας διαρκώς εκδόσεις. Ήταν πέρα από κάθε λογική και εμπορικό υπολογισμό πώς ένα κόμικς 450 σελίδων εν μέσω κρίσης θα αφορούσε τόσο πολύ κόσμο και θα είχε αξιοσημείωτη πορεία στο εξωτερικό. Μια πορεία που συνεχίζεται σε όλα τα επίπεδα αμείωτη. Ίσως το να διατυπώσεις έντεχνα κάτι που σε απασχολεί προσωπικά, εκεί να βρίσκεται η εξήγηση. – Πέρυσι το φθινόπωρο παρουσίασες το «Αϊβαλί» στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ποια ήταν η υποδοχή; – Ήταν μια υπέροχη εμπειρία χάρη στη γενναιόδωρη πρόσκληση των εκδόσεων Somerset Hall Press και του μεταφραστή του στα αγγλικά, Tom Papademetriou. Αρχικά παρουσιάσαμε επίσημα την αμερικανική έκδοση του «Aivali» στο συνέδριο MGSA που έγινε τον Νοέμβριο του 2019 στο Σακραμέντο της Καλιφόρνιας. Ακολούθησε κάτι πρωτόγνωρο για ελληνικό βιβλίο, πόσο μάλλον για κόμικς. Ένα book tour με παρουσιάσεις στο Σαν Φρανσίσκο, στο Πανεπιστήμιο Stockton του Νιου Τζέρσεϊ, στη Βοστώνη, στο Columbia της Νέας Υόρκης. Παντού ζεστοί άνθρωποι. Και ενδιαφέρον όχι μόνον από Ελληνοαμερικανούς, όπως θα νόμιζε κανείς λόγω της θεματολογίας του βιβλίου. – Αν το «Αϊβαλί» αντλεί από την Ιστορία, ο «Συλλέκτης» αντλεί από τη σύγχρονη κοινωνία. Και μας παρουσιάζει μια Κοκκινοσκουφίτσα απρόσμενα και ανατρεπτικά. – Το «Αϊβαλί» έχει να κάνει με τη μεγάλη Ιστορία όπως τη βίωσαν οι απλοί άνθρωποι. Ο «Συλλέκτης» πάλι ασχολείται με μια σύγχρονη καθημερινή τραγωδία, που βιώνουν χιλιάδες γονείς και παιδιά σε όλον τον κόσμο: τη γονική αποξένωση ύστερα από ένα διαζύγιο. Μια κατάσταση που η Δικαιοσύνη, ειδικά στην Ελλάδα, αντί για λύση αποτελεί μέρος του προβλήματος. Η αλληγορία της Κοκκινοσκουφίτσας νομίζω πως βοηθά να δούμε τον τρόπο που λειτουργούν αυτές οι σχέσεις τόσο από την πλευρά των γονιών όσο και στα παιδιά. Ο μικρόκοσμος του καθενός μπορεί να αποτελέσει τεράστια παγίδα – Καλλιτέχνης και κοινωνικός περίγυρος. Ποια είναι η γνώμη σου; – Ο καθένας μας ζει σ’ έναν μικρόκοσμο γνωστών, φίλων, συγγενών, συναδέλφων ακόμα και εικονικών φίλων στο Facebook. Στο μυαλό μας ο μικρόκοσμος αυτός είναι καθοριστικός στον τρόπο που σκεφτόμαστε και αντιδρούμε. Κάτι τέτοιο είναι φυσιολογικό και υγιές, αρκεί να συνειδητοποιείς τα όριά του. Τις περισσότερες φορές όμως για όλους μας, πόσο μάλλον για έναν δημιουργό, αυτός ο μικρόκοσμος μπορεί να αποτελέσει τεράστια παγίδα. Να παρασύρεται δηλαδή ένας καλλιτέχνης στο να κολακέψει συγκεκριμένους ανθρώπους και λογικές εις βάρος της ίδιας του της δουλειάς. Ο Πεσόα στον Ηρόστρατο διατυπώνει κάποιες διαυγείς σκέψεις πάνω σε αυτό. – Η γνώμη σου για τα ελληνικά κόμικς; Τους έχεις αφιερώσει το διδακτορικό σου. – Ναι. Το διδακτορικό μου ήταν μια πολυεπίπεδη και εκτενής έρευνα για τα ελληνικά κόμικς από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Δεν είναι απλή γραμμική ιστορική καταγραφή. Τα κόμικς, αντίθετα, προσεγγίζονται μέσα από τη σημειολογία, τη σύνδεσή τους με τη γελοιογραφία, τις επιρροές τους από τη διεθνή σκηνή. Υπάρχουν και στατιστικά στοιχεία. Από αυτό το υλικό, μόνο ένα μέρος μετασχηματίστηκε στο ομώνυμο βιβλίο των εκδόσεων Τόπος. Στην πραγματικότητα εκεί μέσα υπάρχει η μαγιά για ακόμα δύο δοκίμια για τα κόμικς. Αλλά πού να βρεις χρόνο; Προς το παρόν κυνηγάω με την καραμπίνα ώρες μέσα στη μέρα για να φτιάξω τα δικά μου κόμικς. – Ποιοι διαβάζουν σήμερα κόμικς και graphic novels; – Αν κρίνω από τη δική μου εμπειρία, στο Αϊβαλί έχω ανακαλύψει φανατικούς αναγνώστες ακόμα και 91 χρόνων. Επίσης στον Συλλέκτη, πολλοί γονείς μέσης ηλικίας αλλά και εκπαιδευτικοί βρήκαν στο graphic novel έναν ευχάριστο τρόπο να μιλήσουν για… δύσκολα πράγματα με τα παιδιά τους. Τα κόμικς έτσι κι αλλιώς έχουν το δικό τους φανατικό, αλλά περιορισμένο κοινό. Σε κάποια graphic novels όμως, όπως το Logicomix, το Αϊβαλί και άλλα που ακολούθησαν, το κοινό που τα προσέγγισε ήταν εμφανώς μεγαλύτερο. Θα έλεγα λοιπόν πως ο τρόπος που διατυπώνει ένα έργο το θέμα του είναι πιο καθοριστικός από την ίδια τη φόρμα του. Διαβάζουμε πάντα κάτι που μας αφορά. – Τι είναι για σένα αυτό που κάνεις; Μεράκι ή τρόπος επιβίωσης; – Σίγουρα και τα δύο. Και όσο περνάει ο καιρός όλο και πιο πολύ ένας συνειδητός τρόπος να μαθαίνεις, να αισθάνεσαι, να επικοινωνείς, να σκέφτεσαι. Αυτοεγκλεισμός και λύτρωση – Τι χρειάζεται για να γίνει ένα graphic novel; Δουλεύεις μόνος; – Ναι, τις περισσότερες φορές δουλεύω και τα σενάρια και τα σκίτσα μόνος. Όχι ότι σνομπάρω τις συνεργασίες. Το αντίθετο. Θα ήθελα πολύ να μοιράζομαι αυτή τη διαδικασία. Όμως, συνήθως συμβαίνει το εξής. Τυχαίνει να σκοντάψω σ’ ένα θέμα που με απασχολεί σταδιακά όλο και πιο πολύ, μέχρι που γίνεται σχεδόν εμμονή. Δουλεύω έτσι αρχικά πολύ πάνω στη δομή και στο σενάριο. Και στη συνέχεια προσπαθώ στο σκίτσο, με διάφορα τεχνάσματα και σημειολογικά κλειδιά, να πολλαπλασιάσω τις εντάσεις και τα συναισθήματα του κειμένου. Μια τέτοια διαδικασία προϋποθέτει όχι μόνον πολλή δουλειά, αλλά κι έναν αυτοεγκλεισμό. Παρηγοριά σε όλο αυτό είναι η ελπίδα πως στο τέλος θα ακολουθήσει η λύτρωση της επικοινωνίας με τους αναγνώστες. Η συνάντηση Το γεύμα είχε προγραμματιστεί πριν η πανδημία αλλάξει τα δεδομένα στις ζωές μας. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η συνομιλία έγινε μέσω Skype κι όχι στον προγραμματισμένο χώρο. Δεν ήταν, όμως, απόμακρη. Είχε αμεσότητα, οικειότητα. Όπως η συνάντηση που είχαμε στο Μουσείο Μπενάκη, λίγο πριν ταξιδέψει στις ΗΠΑ για να παρουσιάσει τη δουλειά του. Πρωί μιας εργάσιμης ημέρας τότε, πρωί Σαββάτου τώρα, παρέα με έναν ζεστό καφέ – και τώρα. Ολοκληρώνοντας τη συζήτηση, έμοιαζε να αποκαλύπτει το μυστικό του: «Το ζητούμενο είναι να είσαι δημιουργικός, να αγαπάς τη δουλειά σου και να την αντιμετωπίζεις με απαιτητικότητα». Οι σταθμοί του 1966 Γεννιέται στην Αθήνα. 1989 Αρχίζει η συνεργασία με τη «Βαβέλ». Κυκλοφορεί ο «Ανθρωπόλυκος» (η πρώτη αυτοέκδοση άλμπουμ κόμικς στην Ελλάδα). 2004 Γεννιέται η κόρη του Ελένη. 2011 Διδάκτωρ Πολιτισμικής Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. 2014 Κυκλοφορεί το graphic novel «Αϊβαλί» (Κέδρος). Ακολουθεί μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη. Ετοιμάζεται η τουρκική έκδοση (Istos). 2016 Βράβευση της γαλλικής έκδοσης του «Aivali» (Steinkis) στην Clermont-Ferrand. Παρουσιάσεις σε Οξφόρδη, Παρίσι, Βρυξέλλες και αλλού. 2018 Κυκλοφορεί το graphic novel «Ο Συλλέκτης» (Ίκαρος). Ακολουθεί μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη. 2019 Το «Aivali» κυκλοφορεί στις ΗΠΑ (Somerset Hall Press). Επίσημη παρουσίαση στο Σακραμέντο (MGSA) και περιοδεία σε πέντε πολιτείες. Και το σχετικό link...
  8. Δέκα χρόνια πριν, όταν η ελληνική οικονομική κρίση ήταν στην αρχή της, ο Αντώνης Νικολόπουλος (Soloup είναι εμφανώς το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο) αποφάσισε να προβεί σε αυτό που πολύ σύγχρονοί του θεώρησαν – και ίσως όχι ολωσδιόλου άδικα – ως απονενοημένο διάβημα. Τη δημιουργία δηλαδή ενός κόμικ με θέμα τη Μικρασιατική καταστροφή, «τη στιγμή δηλαδή, που έκλειναν εκδοτικοί οίκοι και εφημερίδες και η παραγωγή των βιβλίων συρρικνωνόταν απελπιστικά», όπως εύγλωττα μας λέει ο ίδιος. Ο ίδιος πεισματικά ακολούθησε το «ουτοπικό» του όραμα. Λίγους μήνες πριν σε μια περιοδεία του την Αμερική για την προώθηση του «Αϊβαλί», και μάλιστα τη μεταφρασμένη στα αγγλικά έκδοσή του από τον εκδοτικό οίκο «Somerset Hall Press», ο κ. Νικολόπουλος παραδέχτηκε πως η αποδοχή που βρήκε το βιβλίο δεν ξεπέρασε μόνο τους φόβους του, αλλά και τις προσδοκίες του. Το «Αϊβαλί» είναι από αυτά τα αναγνώσματα, που είναι κατάλληλα για κάθε ηλικία, ενώ η εκπαιδευτική του αξία, ειδικά για εμάς τους Έλληνες της δυτικής πλευράς του Ατλαντικού, ανυπέρβλητη. Τι προκάλεσε το ενδιαφέρον σας για την τέχνη του κόμικς και πώς αποφασίσατε να αφοσιωθείτε σε αυτό; Soloup: Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς ξεκίνησε αυτή η σχέση με τα σκίτσα. Μάλλον από το Δημοτικό. Θυμάμαι για παράδειγμα, σαν παιχνίδι, στα διάφορα κείμενα που έπρεπε να γράφω, ιστορία, έκθεση κ.λ.π., να αφαιρώ λέξεις και να βάζω στη θέση τους σκιτσάκια. Για παράδειγμα, αντί να γράψω «ήλιος», έκανα το σκίτσο ενός ήλιου. Πιο συστηματικά όμως με τα κόμικς και τη γελοιογραφία ασχολήθηκα την περίοδο που ήμουν φοιτητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τότε ήταν που χρησιμοποίησα για πρώτη φορά και το ψευδώνυμο Soloup. Ένα κομμάτι της δουλειάς σας έχει να κάνει τον πολιτικό σχολιασμό. Το κόμικς σάς δίνει μεγαλύτερη ελευθερία σε αυτό τον τομέα; Soloup: Το κύριο επάγγελμά μου είναι η πολιτική γελοιογραφία. Τα… πολλά τελευταία χρόνια εργάζομαι στην εφημερίδα «Το Ποντίκι» αλλά και πιο παλιά στο «Βήμα», τις «6 μέρες», το «Goal», την «Γαλέρα» και αλλού. Η καθημερινή μου ασχολία έτσι εδώ και σχεδόν δυόμιση δεκαετίες σε εφημερίδες και περιοδικά, είναι το ν' ασχολούμαι με την πολιτική επικαιρότητα και τον γελοιογραφικό σχολιασμό της. Τα κόμικς σίγουρα απαιτούν πολύ περισσότερο χρόνο. Ειδικά τα graphic novels όπως το «Αϊβαλί» ή «Ο Συλλέκτης». Δεν παρακολουθούν την επικαιρότητα ούτε αυτός είναι ο στόχος τους. Μπορούν όμως ν' αναπτύξουν έναν κοινωνικό προβληματισμό σε μεγαλύτερο βάθος, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με τόσο ευαίσθητα θέματα, όπως αυτά που καταπιάνεται το «Αϊβαλί»: τη Μικρασιατική καταστροφή, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τις προσφυγικές ροές, τις θέσεις των ίδιων των ανθρώπων πάνω σε φαινόμενα όπως ο εθνικισμός, ο θρησκευτικός φανατισμός κ.λ.π. Πώς βλέπετε τα πολιτικά πράγματα της χώρας σήμερα; Soloup: Περάσαμε μέσα από μια πολυδιάστατη κρίση που μας εξάντλησε σε όλα τα επίπεδα: στην οικονομία, στην κοινωνία, στα εργασιακά, στον πολιτισμό, ακόμα στις διαπροσωπικές σχέσεις. Ελπίζουμε βέβαια πως σιγά σιγά θα βγούμε από αυτήν την φθοροποιό κατάσταση. Την ίδια ώρα όμως οι διεθνείς εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, το προσφυγικό, οι γεωτρήσεις και οι ΑΟΖ, οι συνεχιζόμενοι πόλεμοι στην ευρύτερη περιοχή και η επιθετική στάση της Τουρκίας, δεν μας αφήνουν αρκετά περιθώρια εφησυχασμού. Εκεί ακριβώς, σε αυτήν την ανησυχία νομίζω πως οφείλει και το «Αϊβαλί» την επιτυχία του. Ένα ενδιαφέρον που συνεχίζεται αμείωτο εδώ και πέντε χρόνια από τη στιγμή που κυκλοφόρησε το 2014 στα Ελληνικά από τις εκδόσεις «Κέδρος» αλλά και στη συνέχεια στις μεταφράσεις του. Τελευταίο παράδειγμα η αμερικανική έκδοση που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Somerset Hall Press στην εξαιρετική μετάφραση του Tom Papademetriou (Τομ Παπαδημητρίου). Στο μεγάλο book tour που κάναμε το Νοέμβριο από το Σαν Φρανσίσκο μέχρι τη Βοστώνη και τη Νέα Υόρκη, μας έφερε σε επαφή με ένα σωρό νέους φίλους του βιβλίου και μας χάρισε πολλές συγκινητικές στιγμές. Είναι ένα βιβλίο που διαδίδεται από στόμα σε στόμα και από αναγνώστη σε αναγνώστη. Το βιβλίο σας «Αϊβαλί» όπως είπατε μεταφράστηκε πρόσφατα και στα Αγγλικά και έχει κατορθώσει διάφορες βραβεύσεις στο εξωτερικό. Πώς νιώθετε για αυτό; Soloup: Όταν ξεκινούσα γύρω στα 2011 να συλλέγω το υλικό και να γράφω το σενάριο – στις αρχές δηλαδή της ελληνικής κρίσης – δεν φανταζόμουν αυτό που θα ακολουθούσε. Ότι έκανα τότε προερχόταν περισσότερο από προσωπική ανάγκη. Λόγω της μικρασιατικής μου καταγωγής και από τους δυο παππούδες και τις δυο γιαγιάδες μου, αλλά και την ανάγκη αυτοπροσδιορισμού σε μια ώριμη ηλικία. Τότε ακουγόταν σχεδόν ουτοπικό να καταπιαστείς με ένα τέτοιο βιβλίο. Τη στιγμή δηλαδή που έκλειναν εκδοτικοί οίκοι και εφημερίδες, η παραγωγή των βιβλίων συρρικνωνόταν απελπιστικά, να αρχίσει κάποιος να φτιάξει ένα… κόμικς 450 σελίδων! Ποιος εκδοτικός θα το έβγαζε ένα τόσο ειδικό βιβλίο και ποιος θα το διάβαζε; Ευτυχώς το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε φόβο μου αλλά και κάθε προσδοκία. Οι αντιδράσεις από τους αναγνώστες είναι ιδιαίτερα συγκινητικές. Eκθέσεις, παρουσιάσεις και ομιλίες, εντός και εκτός Ελλάδας. Τα πανεπιστήμια και οι ερευνητές από την άλλη δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το «Αϊβαλί», μιας και το συγκεκριμένο graphic novel ακουμπά θέματα ιστορίας, λογοτεχνίας αλλά και της τέχνης, της μνήμης, το συναίσθημα… Πολλές εργασίες, διδακτορικές διατριβές, άρθρα σε περιοδικά γίνονται πλέον με αντικείμενο το «Αϊβαλί». Πώς να μην νοιώθω χαρούμενος. Την ίδια στιγμή όμως νιώθω και μεγάλη ευθύνη. Δεν είναι εύκολο να μιλάς για τόσο τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος. Ποια πιστεύετε, ότι είναι η διαφορά – αν υπάρχει – ανάμεσα σε ένα βιβλίο κόμικς και ένα συμβατικό βιβλίο; Soloup: Τα graphic novels θα μπορούσαμε να τα περιγράψουμε ως κάποια… πιο ώριμα ή «λογοτεχνικά» κόμικς – αυτό με τίποτα βέβαια δεν αποτελεί ορισμό τους για κάποιους που ασχολούνται πιο συστηματικά με αυτά. Θα λέγαμε πως υπερασπίζονται τον λόγο των βιβλίων σε ένα περιβάλλον κι έναν πολιτισμό εικόνων κυρίως σε οθόνες. Φυσικά ένα graphic novel μπορεί να διαβαστεί και ως e-book αλλά, κατά τη γνώμη μου, τίποτα δεν υποκαθιστά την αναγνωστική απόλαυση του εντύπου. Είναι το ίδιο πράγμα να βλέπεις μια ταινία στον υπολογιστή, στην TV ή στο κινητό και το ίδιο στη μεγάλη οθόνη του κινηματογράφου; Ισχύει λοιπόν και εδώ κάτι αντίστοιχο. Ποιο πιστεύετε ότι είναι το μήνυμα του βιβλίου «Αϊβαλί»; Soloup: Νομίζω πως η όποια δύναμή του «Αϊβαλί» βρίσκεται στο ότι διατυπώνει ερωτήματα. Και τα ερωτήματα αυτά έχουν να κάνουν με τον ίδιο τον άνθρωπο και την αξιοπρέπειά του, σε επίπεδο ατομικό και σε επίπεδο κοινωνίας. Ως αναγνώστες καλούμαστε να δώσουμε τις δικές μας απαντήσεις και να σκιαγραφήσουμε τα δικά μας νοήματα στις σχέσεις των ανθρώπων και των κοινωνιών. Το τι είναι σημαντικό και το τι είναι αυτό για το οποίο πρέπει να προσπαθήσουμε. Ποια είναι η πορεία του κόμικς στην Ελλάδα μέχρι σήμερα και ποιο το μέλλον του; Soloup: Τα ελληνικά κόμικς όσο περνούν τα χρόνια πάνε όλο και καλύτερα. Οι παλαιότεροι δημιουργοί ωριμάζουν, νέοι σκιτσογράφοι δημοσιεύουν εκπληκτικές δουλειές. Τα κόμικς τα οποία στην Ελλάδα της δεκαετίας του '80 στηρίχτηκαν σε περιοδικά όπως η «Βαβέλ» και το «Παρά Πέντε», τώρα έχουν ενηλικιωθεί και προσεγγίζουν την διεθνή σκηνή της τέχνης των κόμικς. Μιλήστε μου για το τελευταίο σας βιβλίο. Soloup: Το graphic novel «Ο Συλλέκτης» (εκδόσεις Ίκαρος) καταπιάνεται με διαφορετικές καταστάσεις «απώλειας» και «τραύματος» από εκείνες που συναντάμε στο «Αϊβαλί». Περιγράφει ένα παγκόσμιο σημερινό πρόβλημα που δεν είναι άλλο από τη Γονική Αποξένωση (Parental Alienation). Την ψυχολογική απόσταση δηλαδή που διαμορφώνεται ανάμεσα σε γονείς και παιδιά μετά από ένα διαζύγιο. Στην ιστορία του «Συλλέκτη», ο Διονύσης είναι ένας πατέρας που μετά από έναν επώδυνο χωρισμό περιμένει κάθε μέρα μάταια την κόρη του την Φωτεινούλα, να την πάει στο σχολείο. Το παιδί πηγαίνει σχολείο με ένα ταξί που καλεί η μητέρα της για να τον παρακάμψει. Το μόνο που απομένει στον αμήχανο Διονύση είναι να καταγράφει κάθε μέρα τον αριθμό του ταξί – μετατρέποντάς τον έτσι σε έναν ιδιότυπο… «συλλέκτη». Η ελπίδα όμως δεν πεθαίνει και την άλλη μέρα βρίσκεται πάλι εκεί για την κόρη του. Το βιβλίο πάει πολύ καλά και βρίσκεται ήδη στη δεύτερή του έκδοση. Τον χειμώνα του 2019 έγινε μια πολύ μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη της Αθήνας. Ανάμεσα στις παράλληλες εκδηλώσεις (εργαστήρια, συναυλία κ.λ.π.) είχαμε οργανώσει και μια διεθνή ημερίδα για τη Γονική Αποξένωση. Το βιβλίο το έχουμε ήδη μεταφράσει στα Αγγλικά για τις ανάγκες της έκθεσης και τώρα βρισκόμαστε στην διαδικασία εξεύρεσης εκδότη, για την Αγγλική ή άλλες γλώσσες. Νομίζω πως θα είχε ενδιαφέρον για τους αναγνώστες σας να δώσω και τα links με πληροφορίες για τον «Συλλέκτη» στο Μπενάκη και πιο συγκεκριμένα τη διεθνή ημερίδα για τη Γονική Αποξένωση η οποία κατέγραψε το ίδρυμα Μποδοσάκη. Δυστυχώς αυτό το θέμα θα αφορά παγκοσμίως πολύ κόσμο: Benaki Museum: «The Collector – six short stories about a bad wolf» (https://www.benaki.org/index.php?option=com_events&view=event&id=5806&lang=en) Bodossaki Lectures on Demand: «Η προοπτική της κοινής ανατροφής των παιδιών / Καταπολέμηση της Γονικής Αποξένωσης» (https://www.blod.gr/lectures/i-prooptiki-tis-koinis-anatrofis-paidion-katapolemisi-tis-gonikis-apoksenosis-harin-tou-beltistou-symferontos-tou-paidiou-hairetismoi/) Τα μελλοντικά σας σχέδια; Ετοιμάζετε κάτι νέο; Soloup: Ναι, τα τελευταία δύο χρόνια δουλεύουμε με μια ομάδα ερευνητών πάνω σε ένα αρκετά φιλόδοξο ιστορικό graphic novel. Ελπίζω πως τους επόμενους μήνες θα είμαστε σε θέση να ανακοινώσουμε κάτι πιο επίσημα. Ευχαριστώ θερμά εσάς και τον «Εθνικό Κήρυκα» για τις όμορφες ερωτήσεις και το ενδιαφέρον σας. Και το σχετικό link...
  9. Τιμή καταλόγου: 16,60 € Η νέα δουλειά του Soloup είναι εδώ. Μετά το υπέροχο Αϊβαλί ο Soloup επιστρέφει με ένα κοινωνικό graphic novel που διαπραγματεύεται ένα δύσκολο και επίκαιρο θέμα. Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο: Παιδιά και γονείς. Παιδιά και χωρισμένοι γονείς. Έρωτες που κατέρρευσαν. Σιωπές και φωνές. Δικαιολογίες κι αφορμές όταν, κάποια στιγμή, τον έναν σύντροφο έπαψε να τον αφορά ό,τι απασχολεί τον άλλον. Έπειτα διαζύγια, εντάσεις, αίθουσες δικαστηρίων, απαρχαιωμένοι νόμοι, χρονοβόρες δίκες, προκάτ αποφάσεις. Παράλογος πόλεμος χαρακωμάτων εκεί που κάποτε υπήρχε αγάπη. Κάπου ανάμεσα, στα ερείπια των ερώτων, παιδιά μπερδεμένα καλούνται να διαλέξουν στρατόπεδο. Άραγε, οι γονείς παίρνουν διαζύγιο και από τα παιδιά τους; Ποιος κερδίζει όταν το παιδί αποξενώνεται από τον έναν γονιό; Πόσο συνυπεύθυνη σε αυτή την αδικία είναι η Δικαιοσύνη; Πεταλούδες, γραμματόσημα, δαχτυλήθρες, δόντια, ταξί. Σκιές και μαύρες τρύπες. Μια παρέα στο καφενείο, ένα καναρίνι και μια διάρρηξη, δυο φίλοι, η πόρτα μιας πολυκατοικίας, η Κοκκινοσκουφίτσα. Πέντε διηγήματα κι ένα παραμύθι για τον «κακό» λύκο. Ένα graphic novel για την οδυνηρή απόσταση που χωρίζει τον Διονύση από τη μικρή Φωτεινή. Πρόκειται για ένα υπέροχο graphic novel που τιμάει τόσο το δύσκολο θέμα με το οποίο ασχολείται όσο και τη φήμη του δημιουργού. Πέντε και μια ιστορίες οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους κάτω από το κοινό πέπλο της σχέσης δύο χωρισμένων γονιών με το παιδί τους. Το σχέδιο απλό υποβλητικό γεμάτο συναίσθημα. Το σενάριο σφιχτό δυνατό και έξυπνο. Κάθε μία ιστορία σε οδηγεί πιο κοντά στην ολοκλήρωση του έργου που συμβαίνει με την τελευταία από αυτές. Οι τέσσερις πρώτες ιστορίες και η τελευταία είναι ασπρόμαυρες γεμάτες ρεαλισμό. Η πέμπτη έγχρωμη ή μάλλον χρωματισμένη σε αποχρώσεις του πράσινου και του κόκκινου πρόκειται για ένα παραμύθι. Ή μήπως όχι? Στα τεχνικά θέματα, τόσο η εκτύπωση, όσο και η ποιότητα του βιβλίου είναι εξαιρετικά! Ωραίο χαρτί ωραία χρώματα (όπου είχε) ωραία αίσθηση. Σε προκαλεί να το διαβάσεις. Το διάβασα μονορούφι. Μ άρεσε περισσότερο από το Αϊβαλί λόγω των συναισθημάτων που μου έβγαλε. Η δύναμη ενός τέτοιου graphic novel είναι συγκρίσιμη σαφώς με αυτή ενός καλού βιβλίου. Άλλη μια εξαιρετική δουλειά του Soloup λοιπόν. Προβληματίστηκα, μελαγχόλησα, αλλά απόλαυσα ένα πολύ σοβαρό έργο που με άφησε με μια γλυκόπικρη γεύση. Πικρή γιατί πικρό είναι το θέμα που πραγματεύεται. Γλυκιά γιατί γλυκό ήταν το φιλί που έδωσα στην κόρη μου χτες καθώς κοιμόταν μετά το τέλος του βιβλίου σαν ένα φόρο τιμής στους Διονύσηδες (και Διονυσίες) του κόσμου τούτου.
  10. Για το πολυβραβευμένο και πολυταξιδεμένο «Αϊβαλί» του γνωστού σκιτσογράφου Soloup κάνει ειδική μνεία ο βρετανικός Guardian. «Τα τραύματα των Τούρκων και των Ελλήνων, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους πριν από έναν αιώνα, είναι ζωγραφισμένα με κινούμενη απλότητα και μιλούν ξεκάθαρα για τη σημερινή προσφυγική κρίση», επισημαίνει σε δημοσίευμά του ο Guardian. «Η απόσταση μεταξύ των λιμανιών της Μυτιλήνης, στο ελληνικό νησί Λέσβος, και του Αϊβαλίκ, μια τουρκική πόλη γνωστή ως Αϊβαλί στα ελληνικά, είναι 47,5 χλμ. απόσταση στη θάλασσα. Μεταξύ 1922 και 2019, εκατομμύρια άνθρωποι έχουν διασχίσει τα απρόβλεπτα νερά, πολλοί από τους οποίους φεύγουν από πολέμους σε όλο τον κόσμο», προσθέτει. «Αϊβαλί: Μια ιστορία Ελλήνων και Τούρκων το 1922, ένα γραφικό μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε στην ελληνική γλώσσα το 2014 και μεταφράστηκε πρόσφατα στην αγγλική γλώσσα από τον Τομ Παπαδημητρίου, είναι η ιστορία των 1,6 εκατομμυρίων προσφύγων που έκαναν το ταξίδι μόνο εκείνο το έτος, όταν οι ελληνικές και τουρκικές κυβερνήσεις συμφώνησαν σε μια μαζική ανταλλαγή πληθυσμών στο τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου. Οι Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί της Μικράς Ασίας και από άλλες τουρκικές περιοχές αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα, ενώ οι μουσουλμάνοι Έλληνες πολίτες αναγκάστηκαν να μεταβούν στην Τουρκία. Και οι δύο πλευρές υπέφεραν, και αυτό είναι το ισχυρότερο μήνυμα σε αυτό τον λογαριασμό ψυχών, ο οποίος αναγνωρίζει όλες τις πλευρές της τραγωδίας», τονίζει. «Το Aivali ξεκινά και τελειώνει με την ιστορία του Αντώνη, που πήρε το όνομά του από τον δημιουργό του γραφικού μυθιστορήματος, ο οποίος πήρε το πλοίο από τη Μυτιλήνη στο Αϊβαλί το 2014 για να καταλάβει καλύτερα τι άφησε πίσω της η οικογένειά του όταν έφυγαν από την Τουρκία το 1922. Το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας έχει τοποθετηθεί στο παρελθόν, βασισμένο σε πραγματικούς χαρακτήρες τριών προσφύγων: του Φώτη Κόντογλου και του Ηλία Βενέζη, οι οποίοι μεταφέρθηκαν από την Τουρκία στην Ελλάδα, και του Αχμέτ Γιορόμαζ, ενός μουσουλμάνου που στάλθηκε στην Τουρκία. Τα λόγια τους είναι σπλαχνικά, εκπέμπουν τον πόνο και το στίγμα της αναγκαστικής μετακίνησης», γράφει μεταξύ άλλων ο Guardian. Στη συνέχεια, υπογράμμισε: «Οι μαύρες και λευκές γραμμές στυλό του Soloup είναι απλές και εύθραυστες, αλλά η ιστορία πίσω από αυτές είναι το κάτι άλλο. Ένας διάσημος πολιτικός γελοιογράφος στον ελληνικό Τύπο, προσαρμόζει το στυλ καρτούν του για να εναρμονιστεί με τη σοβαρότητα της ιστορίας. Ακόμα και όταν αποκλίνει από το συνηθισμένο ύφος του να υιοθετήσει βαθύτερες και λεπτομερέστερες γραμμές που είναι πιο κοντά σε μια ξυλογλυπτική παρά σε κόμικ - για να τιμήσει τον Φώτη, έναν αξιοσημείωτο ξυλουργό στην εποχή του - δεν διαταράσσει τη ροή της αφήγησης. Τα σημερινά γεγονότα εκτείνονται πάνω στο βιβλίο και ο Soloup κάνει τη σύνδεση με την πιο πρόσφατη προσφυγική κρίση στην Ελλάδα. Όταν μιλάει για την πραγματική ιστορία ενός Τούρκου στρατιώτη που σώζει ένα κορίτσι από την Ελλάδα από το να την σκοτώσει ο συμπολεμιστής του το 1922, είναι εύκολο να δει κανείς το ίδιο πνεύμα στους ανθρώπους σήμερα, όπως και με τη Μαρίτσα Μαυραπίδη, Ελληνίδα γιαγιά στη Μυτιλήνη και πρώην πρόσφυγας του 1922 οι οποία φιλοξένησε προσφυγόπουλα από τη Συρία όταν έφθασαν με βάρκα το 2016. Οι Έλληνες και οι Τούρκοι υπέμειναν να διαπραγματεύονται σαν μάρκες σε ένα παιχνίδι καρτών. σχεδόν ένας αιώνας αργότερα, το Αϊβαλί δείχνει πώς αυτό το τραύμα μεταφέρθηκε από γενιές στην Ελλάδα και την Τουρκία, καθώς και τον πόνο των εκτοπισμένων που εγκαταλείπουν τη βία σε όλο τον κόσμο σήμερα - συμπεριλαμβανομένων των 50.000 προσφύγων που είναι σήμερα διασκορπισμένοι στην ελληνική ενδοχώρα και τα νησιά. Η τέχνη και τα λόγια του Soloup προσφέρουν μια ματιά στη δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος, δείχνοντας πώς διώχθηκαν άνθρωποι και στις δύο πλευρές αυτών των υδάτων, αλλά βρήκαν επίσης την εξουσία να συγχωρούν και να βοηθούν ο ένας τον άλλον. Δεν υπάρχει κοίλη ενσυναίσθηση που βρέθηκε εδώ. O Soloup αποδεικνύει πόσο προβληματικό είναι όταν αντιμετωπίζονται τα ανθρώπινα όντα σαν στατιστικές. Το Αϊβαλί δεν αποφεύγει να δείχνει την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων ζωών - και από τις δύο πλευρές - και τον συνεχιζόμενο αγώνα για μερικούς, που ψάχνουν ακόμα ένα μέρος για να αποκαλούν σπίτι». Και το σχετικό link...
  11. leonidio

    ΑΪΒΑΛΙ

    Τιμή: 22 Ευρώ Ιδού λοιπόν το πρώτο graphic novel του πολυγραφότατου Soloùp. Και με τι θέμα! Τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μέσα από τα μάτια του δημιουργού βλέπουμε το ταξίδι του από τη Μυτιλήνη στο Αϊβαλί, πόλη της Μικράς Ασίας μεν, αλλά σχεδόν αμιγώς ελληνική δε. Στην πορεία προς το Αϊβαλί, διαβάζουμε και βλέπουμε εικονογραφημένες τις αφηγήσεις του Φώτη Κόντογλου για τη ζωή στο Αϊβαλί πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, του Ηλία Βενέζη και της αδερφής του Αγάπης Βενέζη-Μολυβιάτη για τη δραματική φυγή των Ελλήνων από το Αϊβαλί και τέλος τη μυθιστορηματική αφήγηση ενός Τουρκοκρητικού, του Αχμέτ Γιορουλμάζ σχετικά με τη φυγή ενός Τούρκου προς την αντίθετη κατεύθυνση, από την Ελλάδα στην Τουρκία, στα πλαίσια της διαβόητης ανταλλαγής πληθυσμών. Στο τελευταίο μέρος του έργου, ο συγγραφέας επισκέπεται ο ίδιος το Αϊβαλί και συνομιλεί με μια οικογένεια Τούρκων, όπου ανακαλύπτει ότι αυτά που τους ενώνουν είναι πολύ περισσότερα από όσα τους χωρίζουν. Σοφά πράττων ο Soloùp δίνει το λόγο στους ίδιους τους συγγραφείς και χρησιμοποιεί τα κείμενά τους σχεδόν αυτούσια, ενώ προσπαθεί (και σε πολύ μεγάλο βαθμό) να εικονογραφήσει τις εντυπώσεις που δημιουργούν τα γραπτά τους, αποφεύγοντας έτσι την παγίδα μιας στείρας εικονογράφησης του κειμένου, σε στιλ Κλασικών Εικονογραφημένων. Επιπλέον, είναι πολύ έξυπνη και η επιλογή του να αρθρώσει το έργο σαν μια μουσική σύνθεση. Η δε εικονογράφηση είναι περίτεχνη στο φόντο, αλλά απλή για τους ανθρώπους και αναδεικνύει τη δραματικότητα των καταστάσεων, αλλά και την ιλαρότητα, γιατί ναι, υπάρχουν και στιγμές διασκέδασης μέσα στον όλο ζόφο. Και το κυριότερο όλων: ποτέ δεν προσπαθεί να επισκιάσει τους συγγραφείς από τους οποίους εμπνέεται ή τις καταστάσεις τις οποίες αφηγείται, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η ιστορία που αφηγείται είναι κομμάτι της Ιστορίας (με κεφαλαίο) και ως εκ τούτου υπερβαίνει τον ίδιο ως άτομο, όπως και τον καθένα από εμάς, εξάλλου. Ο Soloùp δεν χαρίζεται σε κανένα: περιγράφει χωρίς καμία διάθεση εξωραϊσμού τα εγκλήματα του τούρκικου στρατού, δείχνει την απελπισία των Ελλήνων που ξεριζώθηκαν με βίαιο τρόπο, αλλά δεν ξεχνά και την ελληνική πλευρά, που επίσης διέπραξε λάθη και σε κάποιες περιπτώσεις και εγκλήματα και δεν ξεχνά ότι υπήρξε και ξεριζωμός και από την άλλη πλευρά για τους χιλιάδες ανθρώπους που έφυγαν από την Ελλάδα, για να πάνε υποχρεωτικά στη Μικρά Ασία. Κρατά τους συμβολισμούς στο ελάχιστο (τα πουλιά που είναι σχεδόν πανταχού παρόντα ως παρατηρητές και ενίοτε σχολιαστές) και στο τέλος μας αφήνει με την πικρή επίγνωση ότι είμαστε όλοι ως άτομα γρανάζια στους μηχανισμούς της εξουσίας. Η έκδοση είναι εξαιρετική με υπέροχο εξώφυλλο, με μέγεθος που αναδεικνύει τα σχέδια, με πολύ ωραίο χαρτί και γενικώς πολυσέλιδη και χορταστική. Περιέχει εισαγωγή από τον Μπρους Κλαρκ. βιβλιογραφικό σημείωμα, βιογραφικά των συγγραφέων, γλωσσάρι και φωτογραφίες. Γενικώς, ότι θα έπρεπε να περιέχει μια έκδοση ενός graphic novel, για να μπορεί όντως να χαρακτηριστεί τέτοιο. Με απλά λόγια: κόσμημα για τη βιβλιοθήκη σας. Μόνη αντίρρηση είναι ότι ίσως θα ήταν καλύτερο το σκληρό εξώφυλλο, για να κρατά καλύτερα τον όγκο των σελίδων, αν και προφανώς αυτό θα ανέβαζε την τιμή. Και μιλώντας για την τιμή, θα απορήσετε γιατί δεν έχω γκρινιάξει ως τώρα: σαφώς και τα 22 ευρώ δεν είναι καθόλου λίγα, αλλά από τη μία μπορείτε να το βρείτε με σημαντική έκπτωση και από την άλλη κακά τα ψέμματα: ο όγκος του βιβλίου και η έκδοση τα αξίζουν. Ελπίζω ειλικρινά να ανοίξει το δρόμο για παρόμοιες εκδόσεις.
  12. Καταξιωμένοι σκιτσογράφοι, 14 στον αριθμό, με... όπλο το πενάκι τους, τεκμήρια και ιστορικά δεδομένα, έγραψαν τις δικές τους, σκληρές ιστορίες για την Αθήνα της περιόδου 1941-1944. Πείνα, κακουχίες, δολοφονίες, τρομοκρατία και μια απίστευτη σκληρότητα. Έτσι έζησε τη γερμανική κατοχή η Αθήνα (1941-1944), ενώ είναι ενδεικτικό πως στον λιμό του χειμώνα 1941-1942 πέθαιναν καθημερινά περίπου 700 άτομα. Εικόνες της πρωτοφανούς αγριότητας που στοίχειωσαν την συλλογή μνήμη, αλλά και καθημερινές στιγμές, με τη ζωή να συνεχίζεται σε πολλά σπίτια, καταγράφει μια ειδική έκδοση, που αποτελεί την πρώτη με ιστορίες της Κατοχής σε κόμικ. Δεκατέσσερις καταξιωμένοι comic artists, χρησιμοποιώντας τεκμήρια και ιστορικά δεδομένα, δημιούργησαν τις δικές τους σκληρές ιστορίες, κάποιες από τις οποίες είναι βασισμένες σε ντοκουμέντα, κάποιες άλλες σε προσωπικές μαρτυρίες και κάποιες μυθοπλαστικές, όλες όμως αφορούν την Αθήνα κατά την ταραγμένη περίοδο της ναζιστικής Κατοχής. "Πουθενά", Λέανδρος «Στόχος μας δεν ήταν να παρουσιάσουμε ένα ηρωικό πρότυπο. Η Αθήνα την περίοδο εκείνη δεν ήταν μόνο αντάρτες και δοσίλογοι, αντιστασιακοί και μαυραγορίτες, η ζωή δεν ήταν άσπρο-μαύρο. Η κοινωνία έχασε ένα μεγάλο μέρος από τον συνεκτικό της ιστό, αλλά η καθημερινότητα συνεχιζόταν στις γειτονιές και μέσα στα σπίτια. Θέλαμε να κάνουμε ένα πάντρεμα της ιστορίας και της δημόσιας ιστορίας, με εικόνες και λόγια που συγκινούν μέχρι σήμερα», λέει στο «Έθνος της Κυριακής», ο ιστορικός τέχνης και διδάσκων το μάθημα Ιστορία των Κόμικ στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, Γιάννης Κουκουλάς, ο οποίος επιμελήθηκε την έκδοση μαζί με τον ιστορικό, Μενέλαο Χαραλαμπίδη. Το βιβλίο έχει τίτλο «Ένα γλυκό ξημέρωμα», δανειζόμενο το αγραμμοφώνητο ρεμπέτικο τραγούδι του ΕΛΑΣίτη λοχαγού, Νίκου Δημόπουλου ή Τούντα, που αφορά το μπλόκο της Κοκκινιάς. Ο Τούντας δολοφονήθηκε λίγες μέρες μετά την τραγωδία της Νίκαιας και κανείς δεν γνωρίζει την μουσική που «έντυνε» τους στίχους του. «Ένα πρωί ξημέρωμα, δεκαεφτά Αυγούστου, οι Γερμανοί μας σκότωσαν, έτσι για χάρη γούστου», ειρωνεύονταν στο «Ένα γλυκό ξημέρωμα». "Σκιές στο μνημείο", Σπύρος Δερβενιώτης Με τον ίδιο τίτλο παρουσιάστηκε και η έκθεση με τις ιστορίες της κατοχικής Αθήνας, οι οποίες εδώ και έναν μήνα κυκλοφορούν σε έντυπη έκδοση από την Jemma Press και θα παρουσιαστούν σε περίπου έναν μήνα στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της 18ης Έκθεσης Κόμικς και Επιτραπέζιων Παιχνιδιών, που θα γίνει στην Αποθήκη Γ΄ στο λιμάνι. Η έκδοση αυτή διατηρεί την μνήμη μέσω της τέχνης των κόμικς απέναντι στο διαχρονικά απάνθρωπο πρόσωπο του ναζισμού. Η αποτροπή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον στηρίζεται στη γνώση της ιστορίας και των γεγονότων. «Όλοι οι comic artists έχουν ως σημείο αναφοράς την ίδια χρονική περίοδο, την ίδια πόλη, την ίδια συνθήκη. Αλλά καθένας τους δημιουργεί μια διαφορετική ιστορία, εξίσου συναρπαστική», δηλώνει ο κ. Κουκουλάς, προσθέτοντας ότι οι σκοτσογράφοι παρακολούθησαν σεμινάρια, workshops και είδαν πλούσιο αρχειακό υλικό πριν σχεδιάσουν το κείμενό τους. "Ο τερματοφύλακας", Γιώργος Γούσης Μια από τις πιο χαρακτηριστικές ιστορίες είναι αυτή του Σπύρου Δερβενιώτη, που έχει τίτλο «Σκιές στο Μνημείο» και αφορά στην ηρωική πράξη δύο νέων φοιτητών, του Μανόλη Γλέζου και του Απόστολου (Λάκη) Σάντα, που ανέβηκαν στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης και κατέβασαν την σβάστικα από τον Παρθενώνα, την νύχτα της 30ης προς 31η Μαΐου 1941, χωρίς να λείπει η αντιπαραβολή με τους σύγχρονους εκφραστές της φασιστικής ιδεολογίας στην Ελλάδα και το ναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής. Ο Πέτρος Ζερβός, ένας από τους πολύ γνωστούς σκιτσογράφους της χώρας, γράφει την ιστορία της ανατίναξης των γραφείων της ελληνικής ναζιστικής οργάνωσης ΕΣΠΟ, τον Σεπτέμβριο του 1942, στην πλατεία Κάνιγγος. Την ανατίναξη οργάνωσαν και εκτέλεσαν στελέχη της αντιστασιακής οργάνωσης ΠΕΑΝ και το εγχείρημά τους είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθούν περίπου 30 μέλη της ΕΣΠΟ, ανάμεσά τους και ο αρχηγός της, φιλοναζιστής γιατρός, Σπύρος Στεροδήμος. Οι Γερμανοί κατάφεραν να συλλάβουν τα τέσσερα μέλη της οργάνωσης ΠΕΑΝ που ήταν παρόντα, και ο επικεφαλής τους, αξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας, Κωνσταντίνος Περρίκος εκτελέστηκε στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, ενώ η νεαρή δασκάλα Ιουλία Μπίμπα μεταφέρθηκε, μετά από φρικτά βασανιστήρια που υπέστη, σε στρατόπεδο της Γερμανίας, όπου αποκεφαλίστηκε. Ο Ζερβός σκιτσάρει όλη την ιστορία έγχρωμη και αφήνει ασπρόμαυρη την τελευταία σκηνή, αυτή του αποκεφαλισμού της Μπίμπα. "Φιλί", Πέτρος Ζερβός Ο πολυβραβευμένος, Τάσος Μαραγκός, μελέτησε μια φωτογραφία εποχής από την οδό Σταδίου, που δείχνει ένα μικρό κορίτσι νεκρό με κομμένο το ένα του πόδι. Υπάρχει ένα προηγούμενο στιγμιότυπο από το σημείο που δείχνει το ίδιο κορίτσι αρτιμελές και ένα τραβηγμένο σενάριο -παρότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να το επιβεβαιώνουν- θέλει κάποιους να έκοψαν το πόδι του παιδιού για να το… καταναλώσουν. Αυτή η εκδοχή, που ωστόσο είναι ακραία, περνά μέσα από την ιστορία του Τάσου Μαραγκού, στην οποία μια ομάδα αντιστασιακών εισβάλλουν στην κατοικία ενός Έλληνα δοσίλογου που γευματίζει με τον Γερμανό συνεργάτη του και τους δολοφονούν, ενώ διαπιστώνουν ότι το γεύμα τους αποτελείται από… ανθρώπινα μέλη. "Σουλτς και Σαχτ", Soloup Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι και οι άλλες ιστορίες που τις γράφουν οι: Τόμεκ Γιοβάνης, Γιώργος Γούσης, Δημήτρης Καμένος, Λέανδρος, Θόδωρος Μπαργιώτας, Soloup, Αλέξια Οθωναίου, Αλέκος Παπαδάτος, Θανάσης Πέτρου, Γιώργος Φαραζής, Πέτρος Χριστούλιας. «Πρόκειται για ένα σπουδαίο υλικό, μια ανθολογία ιστοριών κόμικ υψηλής ποιότητας και μοναδική περίπτωση τέτοιας θεματικής σε όλο τον κόσμο», σημειώνει ο κ. Κουκουλάς, προσθέτοντας πως ήδη συζητιέται η μετάφραση του βιβλίου και η κυκλοφορία του σε ευρωπαϊκές χώρες - αργότερα και στην Γερμανία. Και το σχετικό link...
  13. Soloúp και Δερβενιώτης μιλούν στα “Χ.ν.” για την τέχνη του κόμικ Για την τέχνη του κόμικ σήμερα, την γελοιογραφία, τη σάτιρα αλλά και την κριτική που κατά καιρούς ασκείται δικαίως – αδίκως στους δημιουργούς, μίλησαν στα “Χανιώτικα νέα” δύο από τους κορυφαίους σύγχρονους δημιουργούς. Ο Soloúp (Αντώνης Νικολόπουλος) και ο Σπύρος Δερβενιώτης, βρέθηκαν στα Χανιά με αφορμή το 3ο Chaniartoon που ολοκληρώθηκε χθες στα Χανιά. Soloup: «Η γελοιογραφία πάντα έπαιζε στην κόψη του ξυραφιού» Ο Soloúp (Αντώνης Νικολόπουλος), βρέθηκε στα Χανιά, την περασμένη Παρασκευή όπου στα πλαίσια του 3ου Chaniartoon παρουσίασε την νέα δουλειά του, το graphic novel “Ο Συλλέκτης: Εξι διηγήματα για έναν κακό λύκο”. •“Ο Συλλέκτης: Εξι διηγήματα για έναν κακό λύκο” είναι ένα graphic novel το οποίο αφηγείται το πως η σχέση πατέρα και παιδιού, διαταράσσετε μετά από ένα διαζύγιο μέσα από μία σύγχρονη ιστορία. Ποιο ήταν το έναυσμα να ασχοληθείτε με ένα δύσκολο θέμα όπως το διαζύγιο και οι σχέσεις παιδιών – γονέων; Οι εμπνεύσεις συνήθως έρχονται εκεί που δεν τις περιμένεις, είναι πολλά πράγματα που βλέπει ο καθένας μας στο δικό του περιβάλλον. Δυστυχώς όλοι μας έχουμε μία τέτοια εμπειρία στο περιβάλλον μας. Κάτι αντίστοιχο υπήρξε και στον δικό μου κύκλο, που μου έδωσε το ερώτημα τι γίνεται με αυτές τις περιπτώσεις. Απ’ ότι αποδείχτηκε πρόκειται για ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Γιατί στο Μουσείο Μπενάκη, που είχαμε περίπου δύο μήνες τον Χειμώνα την έκθεση του “Συλλέκτη” κάναμε στις παράλληλες εκδηλώσεις και μία διεθνή ημερίδα για την γονική αποξένωση. Ηρθαν επιστήμονες από την Ελλάδα, από όλη την Ευρώπη και την Αμερική για αυτό το πολύπλευρο και πολυσύνθετο πρόβλημα. Στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο γιατί ο νόμος είναι απαρχαιωμένος ως προς το πως κατανέμονται τα παιδιά στην οικογένεια μετά από ένα διαζύγιο. Συνήθως είναι εναντίον των πατεράδων το πλαίσιο. •Στην Ελλάδα επιλέγουμε τα graphic novel; Εγω κάνω κόμικς γύρω στα 30 χρόνια. Εχω κάνει όλα τα είδη. Αυτό που παρατηρώ από μέσα ως δημιουργός είναι ότι τα graphic novels αποκτούν ένα κοινό που δεν διάβαζα κόμικς αλλά έρχονται κοντά σε αυτή την μορφή οπτικής αφήγησης. •Εχει κάθε είδος το δικό του χώρο ακόμα και σήμερα; Γενικά το κόμικ είναι όπως οποιαδήποτε τέχνη. Δεν είναι ένα πράγμα ενιαίο. Υπάρχουν πολλοί τύποι κόμικς. Εγώ έχω ασχοληθεί με τα περισσότερα από αυτά τα είδη, αλλά τα graphic novels νομίζω ότι έχουν περισσότεροι αφήγηση στο ευρύτερο κοινό. Το καθένα είδος έχει την δική του χάρη και αναφέρεσαι σε διαφορετικά πράγματα, εκφράζεσαι διαφορετικά. •Οι γελοιογράφοι, ειδικότερα στα χρόνια της κρίσης, δέχθηκαν πολλή κριτική. Πιστεύετε ότι υπάρχει όριο στη σάτιρα; Η γελοιογραφία πάντα έπαιζε στο όριο, στην κόψη του ξυραφιού. Ένας τρόπος λειτουργίας της γελοιογραφίας είναι να κάνει τον “τρελό” του βασιλιά. Αυτό σημαίνει ότι πολλοί τρελοί “έκοψαν” το κεφάλι τους. Οι γελοιογράφοι από την εποχή του 18ου -19ου αιώνα είχαν την δυσμένεια της εξουσίας στην Αγγλία, στην Γαλλία. Δεν είναι κάτι καινούργιο να δέχονται κριτική. Στις μέρες μας, στην Ελλάδα ίσως είναι πιο έντονο γιατί υπάρχει πιο έντονος φανατισμός, πόλωση στα χρόνια της κρίσης και αυτό έχει διαμορφώσει ένα κλίμα ότι αυτός ο γελοιογράφος είναι καλός γιατί είναι κοντά στην ιδεολογία μας και αυτός είναι κακός. •Εχει αντίκτυπο αυτό στην γελοιογραφία; Η γελοιογραφία πρέπει να είναι κάπως ακριβοδίκαιη αλλά το τι είναι ακριβοδίκαιο είναι μεγάλη κουβέντα. Ο κάθε άνθρωπος, ο κάθε γελοιογράφος σκέφτεται σύμφωνα με τον τρόπο που φαντάζεται τον κόσμο και την ιδεολογία του. Οταν η γελοιογραφία γίνεται εμπαθής τότε γίνεται κακή. Αυτό ισχύει για όλες τις μορφές τέχνης. •Γίνεται αντιληπτή η εμπάθεια μέσα από την γελοιογραφία; Γιατί δεν την αντιλαμβάνονται την γελοιογραφία όλοι με τον ίδιο τρόπο… Είναι το όριο. Θα μπορούσε ο δημιουργός να κάνει κάτι ουδέτερο αλλά κάποιος επειδή είναι ιδεολογικά από την άλλη πλευρά, να το δει ως εμπάθεια. Δυστυχώς πολλές φορές και οι γελοιογράφοι, μπορεί να παρασυρθούμε από μία προσωπική κρίση και να υπερβούμε το όριο στην αυστηρότητά μας, απέναντι στον κρινόμενο. •Έχει αρχίσει να αλλάζει η νοοτροπία ότι το κόμικ είναι για παιδιά; Τα κόμικς τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα έχουν μεγαλύτερη διάδοση, ακόμα όμως το κοινό είναι κάπως περιορισμένο. Παρ’ όλα αυτά το βλέπουμε ότι ο κόσμος αρχίζει να τα πλησιάζει πιο εύκολα και να βγάλει την “ρετσινιά” του παιδικού αναγνώσματος. Σπύρος Δερβενιώτης: «Τα όρια τα θέτει ο δημιουργός» Ο Σπύρος Δερβενιώτης αν και έχει συμμετέχει και στα τρία Chaniartoon, βρέθηκε για δεύτερη φορά στα Χανιά στο πλαίσιο του φεστιβάλ για το οποίο ανέφερε ότι κάθε χρονιά υπάρχει μία εμφανής βελτίωση σε όλα τα επίπεδα της διοργάνωσης. •Έχει αρχίσει να φεύγει η νοοτροπία ότι το κόμικ είναι για παιδιά; Εχει πάρα πολύ η αντίληψη ότι τα κόμικ είναι για παιδιά και έχει αλλάξει μπορώ να πω δεκαετίες τώρα, όχι τα τελευταία χρόνια μόνο. Από τα μέσα τις δεκαετίας του 1980 έως σήμερα νομίζω ελάχιστοι άνθρωποι και πάρα πολλοί αδαής ας το πούμε έτσι, εξακουλοθούν να πιστεύουν ότι τα κόμικ είναι ένα παιδικό αντικείμενο. Από εμβληματικά έργα όπως το Persepolis που είχε γίνει και ταινία, το Maus που ασχολούνταν με το Ολοκαύτωμα και άλλα. Υπήρξε τις τελευταίες δεκαετίες και στην Ελλάδα ένα πάρα πολύ ενήλικο υλικό που έφτασε το κόμικ σχεδόν στο άλλο άκρο, να μην είναι υλικό για παιδιά. Για παράδειγμα εγώ εδώ (στην έκθεση) δεν έχω κάτι που μπορεί να πάρει ένα παιδάκι. Οι μαμάδες πιστεύουν ότι το κόμικ θα είναι για παιδάκια αλλά διαπιστώνουν ότι αυτή η τέχνη έχει φτάσει σε όλο το εύρος που έχει φτάσει π.χ. ο κινηματογράφος. Είναι για όλα τα θέματα, για όλες τις προσλήψεις, φτάνοντας τα πράγματα στα όριά τους. Οπότε θα πρέπει να γίνει και μία προσιμφιλίωση ότι θα δουν κάτι που δεν θα είναι μόνο για παιδάκια. •Οι αναγνώστες επιλέγουν εύκολα τα κόμικ ή είναι επιφυλακτικοί; Ο κόσμος δεν είναι επιφυλακτικός είναι απροετοίμαστος. Γιατί το άλλο πράγμα που έχει γίνει παγκοσμίως, όχι μόνο στην Ελλάδα, είναι ότι εκεί που τα κόμικς τα έβρισκες παντού, να κρέμονται στα περίπτερα, να είναι στα ψιλικατζίδικα κτλ, εδώ και κάποιες δεκαετίες έχουν συρρικνωθεί στα βιβλιοπωλεία με ό,τι αυτό συνεπάγεται, καθώς πόσος κόσμος πηγαίνει στα βιβλιοπωλεία. Ακριβως επειδή στην Ελλάδα τουλάχιστον έχουμε την ευτυχία να έχουμε διοργανώσεις που είναι μόνο για τα κόμικ που έρχεται ο κόσμος και μαθαίνει το εύρος αυτής της τέχνης και μετά μπορεί να ακολουθήσει και στα βιβλιοπωλεία. •Εχετε ασχοληθεί με την γελοιογραφία. Οι γελοιογραφίες και οι γελοιογράφοι τα τελευταία χρόνια έχουν δεχθεί μεγάλη κριτική δικαίως ή αδίκως πιστεύετε; Και δικαίως και αδίκως έχει γίνει αυτή η κριτική. Οι γελοιογράφοι όπως είναι πάρα πολύ φυσικό ακολουθούν την ρότα της δημοσιογραφίας. Όλη η δημοσιογραφία συνολικά έχει δεχθεί κριτική τα τελευταία χρόνια και αυτό είναι καταγεγραμμένο και όλες τις έρευνες που δείχνουν που είναι το επίπεδο της εμπιστοσύνης προς τα ΜΜΕ. Επίσης για κάποιους από τους παλαιότερους αυτό είναι εμφανές και στις αναγνωστικές συνήθειες. •Σε μία γελοιογραφία μπορεί να είναι όλη η ουσία ενός εντύπου. Πόσο εύκολο είναι αυτό για τον δημιουργό; Για τον δημιουργό είναι πάρα πολύ εύκολο, ενώ στον εξωτερικό παρατηρητή μπορεί να φαίνεται πολύ δύσκολο. Η γελοιογραφία έχει τραβήξει το είδος των δημιουργών που ούτως ή άλλως αυτό τους είναι “ψωμοτύρι”. Που θα το έκαναν αυτό έτσι κι αλλιώς, ας πούμε που δεν μπορούν παρά να το κάνουν. Από κει και πέρα εναπόκειται στο ταλέντο τους και στο πόσο συντηρούν μία επικοινωνία πραγματικά με τον κόσμο και όχι με έναν αρχισυντάκτη ή με ένα μεμονωμένο γραφείο όπου του λένε μπράβο οι συνάδελφοι του. Η θα σκέφτεσαι με όρους πώς θα διατηρήσω τη θέση μου, κάτι που δεν είναι εύκολη απόφαση σήμερα με την συρρίκνωση των θέσεων εργασίας, ή πώς θα κάνω την διαφορά. •Εχει όρια η σάτιρα; Όλα έχουν όρια. Τα όρια όμως τα θέτει ο δημιουργός. Αυτός αποφασίζει, και πρέπει να αποφασίζει και την γενναιοδωρία ως προς τα όρια του μέχρι που θα πρέπει να δώσεις στον αναγνώστη αυτό που χρειάζεται ο αναγνώστης και όχι αυτό που επιθυμεί και θα τον κάνει να αισθάνεται βολικά. Αυτό που πραγματικά θα του ανοίξει το μυαλό. •Πόσο έχει επηρεάσει η τεχνολογία το δικό σας μετερίζι; Τους σκιτσογράφους όπως και τους δημοσιογράφους, τους έχει επηρεάσει το γεγονός ότι πλέον είναι ορατός μπροστά μας ο αντίκτυπος του έργου μας. Δεν είναι όπως πριν που το βάζουμε σε μία εφημερίδα, θεσμοποιούνταν μόνο και μόνο από την υπαρξή του και άντε ένας στους εκατό να έγραφε ένα γράμμα στην εφημερίδα που να μας αναφέρει. Τώρα κατευθείαν στα σχόλια στα social media, στις αναπαραγωγές κτλ ο αντίλογος ψεύτικος, παραπλανητικός ή υπαρκτός είναι κατευθείαν μπροστά μας. Αρκετοί από εμάς, τους γελοιογράφους, τους σκιτσογράφους ακόμα και τους αναγνώστες δεν είναι έτοιμοι για αυτό. Πηγή
  14. Πίσω από τις σκιές Ελενα Μαρούτσου Επιμέλεια: Μισέλ Φάις Ο Soloup, πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς, κατάφερε με το προηγούμενο graphic novel του με τίτλο «Αϊβαλί» να σπάσει τον στενό κύκλο αναγνωστών που παρακολουθούν το συγκεκριμένο είδος και να απευθυνθεί σε ευρύτερο κοινό, αποσπώντας βραβεία και αναγνώριση, ενώ η έκθεση «Αϊβαλί - ένα ταξίδι στον χρόνο» υπήρξε η πρώτη μεγάλη έκθεση για βιβλίο κόμικς που φιλοξενήθηκε σε ελληνικό μουσείο. Σε αυτή την επιτυχία συνέβαλε, πιστεύω, ο εμπλουτισμός του είδους με αφηγηματικούς τρόπους και θεματικές επιλογές που προσιδιάζουν στη σύγχρονη λογοτεχνία. Ετσι, η πολυπρισματική αφήγηση και η διακειμενικότητα, που υπηρέτησαν με υποδειγματικό τρόπο τον πλουραλισμό των προσεγγίσεων της μικρασιατικής καταστροφής στο Αϊβαλί, απαντούν και στο πρόσφατο βιβλίο του με τίτλο «Ο Συλλέκτης» και υπότιτλο «Εξι διηγήματα για έναν κακό λύκο». Εδώ ο Soloup καταπιάνεται με έναν «πόλεμο» μικρότερου μεγέθους, με θύματα τα μέλη μιας οικογένειας μετά το διαζύγιο. Στο πρώτο διήγημα, μια παρέα συνταξιούχων, που συναντιέται τακτικά σε ένα καφενείο, συζητά για συλλέκτες. Κάποιος της παρέας μιλά για έναν άντρα που συλλέγει αριθμούς κυκλοφορίας ταξί. Πρόκειται για τον Διονύση, τον ήρωα που η ιστορία του διατρέχει και τα έξι διηγήματα, τον οποίο παρακολουθεί ο πρώην γείτονάς του να έρχεται κάθε πρωί στην εξώπορτα του άλλοτε σπιτιού του και να παρακολουθεί τη μάνα να βάζει το κοριτσάκι τους σε ένα ταξί για το σχολείο, ενώ αυτός πασχίζει να προλάβει να της πει μια «καλημέρα». Οταν το ταξί απομακρύνεται, αυτός καταγράφει σε ένα μπλοκάκι τον αριθμό. Από πλάγια οπτική γωνία επανέρχεται η ιστορία του Διονύση και στο δεύτερο διήγημα. Εδώ, κεντρικός ήρωας είναι ένας πρόσφυγας από τη Συρία που ανακρίνεται στο αστυνομικό τμήμα γιατί «έκλεψε» ένα κλουβί με ένα καναρίνι από κάποιο διαμέρισμα. Μαθαίνουμε πως ο πρόσφυγας δούλευε σε κατάστημα ωδικών πτηνών και είχε δεθεί ιδιαίτερα με αυτό το πουλάκι. Ομως στη συνέχεια το αγόρασε ο Διονύσης, όσο ακόμη ζούσε με την οικογένειά του. Ο «πόλεμος» του ζευγαριού έφερε και την παραμέληση του καναρινιού, που αρχίζει να μαραζώνει. Ο πρόσφυγας το διαισθάνεται και στην πραγματικότητα το «κλέβει» για να το σώσει. Συνεχίζοντας να αλλάζει αφηγητές και οπτικές γωνίες και στα επόμενα διηγήματα, ο δημιουργός μάς μεταφέρει ιστορίες ανατροπής της πρότερης ευτυχίας και απώλειας, που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την ιστορία του Διονύση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το πέμπτο διήγημα: πρόκειται για μία διαφορετική εκδοχή της Κοκκινοσκουφίτσας (με διακειμενικά δάνεια από την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων), όπου το παραμύθι που αφηγείται η μητέρα στην κόρη αποτελεί διαστρεβλωμένη εκδοχή της αλήθειας, ένα «μύθευμα» της μάνας, μέσα από τα δικά της αισθήματα πόνου και θυμού. Στο τελευταίο, ο ίδιος ο Διονύσης ανατρέχει στις ευτυχισμένες μέρες της οικογένειας, αρχής γενομένης από τη γέννηση της κόρης, το μεγάλωμα και το δέσιμο με τον μπαμπά, για να αφηγηθεί στη συνέχεια τη ρήξη, τις δικαστικές περιπέτειες και τις ανεφάρμοστες δικαστικές αποφάσεις. Δεν δύναμαι να σχολιάσω το κομμάτι του βιβλίου που αφορά τα σκίτσα, εντούτοις μου φάνηκε εξαιρετική η ιδέα του δημιουργού να είναι όλα ασπρόμαυρα, εκτός από το παραμύθι όπου συναντάμε μόνο το πράσινο και το κόκκινο, δύο χρώματα που προσδίδουν ένταση σε αυτό το διήγημα που αποτελεί «κλειδί» για την κατανόηση του βιβλίου. Ιδιαιτέρως εύστοχη και ενδιαφέρουσα η αρχή κάθε κεφαλαίου, όπου απεικονίζονται δύο χέρια να σχηματίζουν σκιές στον λευκό τοίχο της σελίδας, αποδίδοντας τον τίτλο (Πεταλούδες, Κακός λύκος κ.λπ.). Διακρίνουμε εδώ μια έμμεση αναφορά στην πλατωνική θεωρία, σύμφωνα με την οποία εδώ, στη Γη, βλέπουμε μόνο τις «σκιές» των ιδεών, όχι την ίδια την ουσία και την αλήθεια τους. Αλλωστε, όλο το βιβλίο αποτελεί μια έκκληση να διαχωριστεί το «κατασκεύασμα» από την αλήθεια, μια συγκινητική χειρονομία ενός πατέρα που υποφέρει από τη στέρηση της κόρης του και προσπαθεί να ακουστεί και η δική του πλευρά· μια πλευρά που εκ των πραγμάτων σήμερα αδικείται από τη Δικαιοσύνη (ένα θέμα το οποίο θίγει και ο Νίκος Παναγιωτόπουλος στο πρόσφατο βιβλίο του Ολομόναχος). Μοναδικό, ίσως, αδύνατο σημείο αποτελούν κάποιες ρητορικές, δραματικές νότες προς το τέλος («Αναρωτηθήκατε ποτέ, Αξιότιμοι δικαστές, πόσο απέχει μια Ανεφάρμοστη Απόφαση, μια Αναβολή, από την Αυτοδικία και την Αυτοκτονία;» «Εσύ, κυρά Δικαιοσύνη, δεν έχεις καμιά ευθύνη γι' αυτά τα εγκλήματα;»). Σε κάθε περίπτωση, ο Συλλέκτης είναι ένα συγκινητικό καλειδοσκοπικό βιβλίο, ένα οιονεί μυθιστόρημα κατακερματισμένο σε μικρές ιστορίες για μια κατακερματισμένη οικογένεια. Πηγή
  15. Soloúp: Περνάει πολλές κρίσεις η οικογένεια σήμερα Λίγα χρόνια μετά «Τα ελληνικά κόμικς» και το βραβευμένο «Αϊβαλί», ο Soloúp (Αντώνης Νικολόπουλος) επανέρχεται με το νέο του graphic novel «Ο συλλέκτης. Εξι διηγήματα για έναν κακό λύκο» (Εκδόσεις Iκαρος), με θέμα τον τρόπο που διαχειρίζεται μια οικογένεια το διαζύγιο των γονιών. Αφορμή για την κουβέντα με τον δημιουργό κόμικς είναι η έκθεση που γίνεται στο Μουσείο Μπενάκη αυτές τις μέρες, στην οποία παρουσιάζεται πρωτότυπο υλικό από το graphic novel: storyboards, προσχέδια, σκίτσα σε μολύβι, ασπρόμαυρες και έγχρωμες σελίδες κόμικς, εικαστικά και κατασκευές που ζωντανεύουν τις έξι διηγήσεις του βιβλίου. Τα graphic novels έχουν βρει το κοινό τους στην Ελλάδα; Σίγουρα τα graphic novels, αυτή η επιμέρους φόρμα των κόμικς, αποκτούν χρόνο με τον χρόνο όλο και μεγαλύτερο κοινό. Εχουν ακόμη δρόμο να κάνουν ώστε να γίνουν εντελώς οικεία σε κάποιον που διαβάζει για παράδειγμα λογοτεχνία ή άλλα βιβλία. Τα μίντια τα αντιμετωπίζουν με αμηχανία; Στο παρελθόν τα κόμικς αντιμετωπίζονταν ως παραλογοτεχνία ή κάτι το υποδεέστερο σε σύγκριση με άλλες τέχνες. Τα graphic novels από την άλλη έχουν ταυτιστεί με εκείνα τα κόμικς που επιχειρούν –ανεξάρτητα από το αν το καταφέρνουν– ένα ποιοτικό άλμα. Αυτό συχνά αποτυπώνεται με θετικά σχόλια στις βιβλιοκριτικές και σε άρθρα στον Τύπο. Παρ’ όλα αυτά δεν παύουν να είναι κόμικς κι αυτό δημιουργεί την αμηχανία που περιγράφετε. Περνάει κρίση η ελληνική οικογένεια; Περνάει πολλές κρίσεις η οικογένεια. Αλλοτε από εξωτερικούς παράγοντες όπως οι άσχημες οικονομικές συνθήκες που πρεσάρουν τα νοικοκυριά, άλλοτε από τη μεταβολή των κοινωνικών ρόλων των φύλων, άλλοτε, σε πιο προσωπικό επίπεδο, από τις σχέσεις του ζευγαριού και τη συνεννόηση δύο γονέων για τα παιδιά τους. Συχνά όλα αυτά μαζί δημιουργούν μια εκρηκτική, μη αναστρέψιμη κατάσταση. Ο «Συλλέκτης» αποτυπώνει μια τέτοια συνθήκη και αναρωτιέται πώς θα μπορούσε να βγει κάποιος από μια παρόμοια κατάσταση με αξιοπρέπεια. Το «γιατί» όμως συμβαίνουν αυτά είναι ένα τεράστιο ερώτημα και σίγουρα υπάρχουν πιο ειδικοί από εμένα, ψυχολόγοι ή κοινωνικοί λειτουργοί, που θα μπορούσαν να το απαντήσουν. Πώς αντιμετώπιζαν οι παλιότερες οικογένειες τις κρίσεις; Σίγουρα στο παρελθόν υπήρχαν λιγότερα διαζύγια. Υπήρχε περισσότερη ελαστικότητα και ανοχή στους γάμους. Αυτό δεν σημαίνει πως υπήρχαν και λιγότερα προβλήματα ή καταπίεση, απλώς τα ζευγάρια δεν έφταναν τόσο εύκολα στο διαζύγιο. Γιατί επιλέξατε να παρουσιάσετε την ιστορία σας μέσα από έξι διαφορετικές οπτικές; Δεν υπάρχει μόνο σωστό και μόνο λάθος. Οι διαφορετικές οπτικές γωνίες φωτίζουν πτυχές της ίδιας κατάστασης που θα ήταν αδύνατο να τις αντιληφθούμε αν τις κοιτάζαμε μόνο από μία πλευρά. Ποιος είναι ο κακός λύκος στον οποίο αναφέρεται ο υπότιτλος του βιβλίου; Ουσιαστικά πρόκειται για τον κεντρικό χαρακτήρα του graphic novel, τον Διονύση. Κακός λύκος στα μάτια της θυμωμένης κόρης του. Είναι κάτι που δυστυχώς συμβαίνει συχνά σε παιδιά έπειτα από ένα διαζύγιο και σχετίζεται με τον γονέα που δεν έχει την επιμέλεια. Και αυτή η κατάσταση μπορεί να γίνει καταστροφική για τη σχέση τους όταν ο άλλος γονέας που ζει με το παιδί τροφοδοτεί τον θυμό και παρεμποδίζει την επικοινωνία. Ο Διονύσης λοιπόν ζει μια τέτοια κατάσταση που οι επιστήμονες περιγράφουν ως «γονική αποξένωση». Οφείλουν δύο γονείς που χωρίζουν να διατηρήσουν καλές σχέσεις μεταξύ τους; Επιβάλλεται, κυρίως προς όφελος των παιδιών. Κι αν δεν μπορούν οι γονείς, θα έπρεπε να υπάρχουν ειδικοί μηχανισμοί της πολιτείας με κοινωνικούς διαμεσολαβητές και ψυχολόγους που θα την επέβαλλαν. Σήμερα τα δικαστήρια με τον τρόπο που λειτουργούν μας προσανατολίζουν στην αντίθετη κατεύθυνση: στις κακές σχέσεις. Δηλαδή; Η παρωχημένη Δικαιοσύνη επιδεινώνει αντί να γιατρεύει το πρόβλημα. Νόμοι ανισοβαρείς, ατέλειωτες αναβολές δικών, απουσία της διαμεσολάβησης ψυχολόγων και ειδικών. Το ελληνικό νομικό σύστημα έχει μείνει δεκαετίες πίσω από αυτά που συμβαίνουν σήμερα στην Ευρώπη και στον κόσμο. Ελπίζω πως την Κυριακή 3 Μαρτίου, στην ημερίδα που διοργανώνουμε στο πλαίσιο της έκθεσης «Ο συλλέκτης» στο Μπενάκη της Πειραιώς, θα ανοίξει επιτέλους κι εδώ μια σοβαρή συζήτηση. Τι έχετε προγραμματίσει για την ημερίδα; Εχουν κληθεί να δώσουν το παρών επιστήμονες από Ευρώπη και Αμερική πλαισιωμένοι από Ελληνες συναδέλφους τους. Πανεπιστημιακοί απ’ όλες τις ειδικότητες, γιατροί, νομικοί, ψυχολόγοι θα αγγίξουν για πρώτη φορά στη χώρα μας το ζήτημα της γονικής αποξένωσης και της προοπτικής της συνεπιμέλειας. INFO «Ο συλλέκτης. Εξι διηγήματα για έναν κακό λύκο» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Iκαρος. Πληροφορίες για την έκθεση: benaki.gr Πηγή
  16. O Soloup επιστρέφει δυναμικά στον χώρο των κόμικς, και ειδικότερα στα graphic novels, με το «Ο Συλλέκτης – Έξι Διηγήματα Για Έναν Κακό Λύκο». Ο βασικός άξονας της ιστορίας είναι οι χωρισμένοι γονείς και τα αποτελέσματα αυτής της πράξης. Το καθένα από τα 6 εικονογραφημένα διηγήματα ξεδιπλώνει ένα ακόμα ζήτημα που μαστίζει την εποχή μας, τον εγωισμό αλλά και τον τρόπο αντιμετώπισης τους, αυτό που μας οδηγεί στον αποχωρισμό με αγαπημένα μας πρόσωπα. Το κόμικς δεν στέκεται όμως μόνο στον στενό ορισμό της έννοιας οικογένεια, αλλά και ευρύτερα, στον σύντροφο σου, στον φίλο σου, στον συνοδοιπόρο σου. Μέσα στις 270 σελίδες του μπορεί να συγκινηθείς, να θυμώσεις, να αγανακτήσεις, να συγχυστείς, να νιώσεις συμπόνια για τους πρωταγωνιστές. Προχωρώντας όλο και πιο βαθιά μέσα στην ιστορία, βλέποντας τις αλλαγές στους πρωταγωνιστές, αλλάζεις και εσύ μαζί τους, μετατρέποντας σε, σε έναν παθητικό αναγνώστη. Το πρώτο διήγημα με τίτλο «Πεταλούδες», μας δίνει μία «τρίτη» ματιά στην ιστορία, μέσω αφήγησης. Επιπλέον, δρα ως εισαγωγή στον όρο του «Συλλέκτη» δίνοντας το υπόβαθρο της ιστορίας που θα ακολουθήσει. Στο «Σουρσουρής» έχουμε μία ακόμα αφήγηση από ένα τρίτο πρόσωπο, αυτή τη φορά όμως ο πρωταγωνιστής της αφήγησης αλλάζει, με κύριο πρόσωπο τον Χαλίτ, ένα μικρό πουλί, που μέσα από την ιστορία του καταλαβαίνουμε την δυσκολία της κατάστασης της οικογένειας. Να προσθέσω πως μας δίνει και μία ρεαλιστική απεικόνιση της Ελληνικής Αστυνομίας της εποχής μας. Το διήγημα «Μαύρη Τρύπα» πρόκειται για το πιο αδύναμο από τα 6, αλλά παρ’ όλα αυτά καθίσταται ίσως και το σημαντικότερο. Γεμάτο κρυφά νοήματα, μας δίνει την γενικότερη θεματολογία του κόμικς, αυτή του ανθρώπινου κενού και τον τρόπο «επούλωσής» του. Μαζί με το «Αχώριστοι», μας δίνουν αφηγήσεις από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές, και πιο συγκεκριμένα από τους παππούδες της Φωτεινούλας. Στην 2η, ο παππούς αφηγείται μία ακόμα ιστορία αποχωρισμού. Η πιο τραγική ιστορία κατά τη γνώμη μου σε ολόκληρο το κόμικς που είναι απίθανο να μην σε κάνει να κυλήσεις ένα δάκρυ. Τελειώνει το διήγημα με μία συμβουλή, πως ο χρόνος δεν είναι στο χέρι μας να τον ελέγξουμε, και πως πρέπει να αδράξουμε την ευκαιρία με το που μας δίνεται. Το πιο «εκεί έξω» διήγημα δεν είναι άλλο από την «Κοκκινοσκουφίτσα». Η παρομοίωση της Κοκκινοσκουφίτσας με την Φωτεινούλα, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ευφυέστατο. Μετά από μερικές αλλαγές που γίνονται στο κλασσικό παραμύθι, η ιστορία ξεδιπλώνεται δίνοντας μας την βασική ιστορία από την αρχή έως το τέλος της. Μία πραγματική απεικόνιση της θέσης του παιδιού ανάμεσα στους γονείς του που πρέπει να προβληματίσει πολλούς. Για αυτό δεν είναι τυχαία η επιλογή χρωματισμού του συγκεκριμένου διηγήματος. Τελευταίο και το πιο «προσωπικό» διήγημα, τιτλοφορείται «Κακός Λύκος», μας συνδέει με ότι προηγήθηκε, δείχνοντας μας τις σκέψεις του πατέρα, με τέτοιο ρεαλισμό, που μπορείς να ταυτιστείς μαζί του. Η ιστορία κλείνει με έναν ύμνο, μία ακτίνα ελπίδας μέσα από τη μιζέρια, και το δράμα που πηγάζει το κόμικς. Τελικά, ο Soloup κατάφερε να με μεταφέρει και στις 270 σελίδες με μαγικό τρόπο, μετατρέποντας το, σε ένα από τα καλύτερα αναγνώσματα της ζωής μου. Είναι αδιαμφισβήτητα ένα από τα τρία καλύτερα κόμικς που είδαμε το 2018. Εύχομαι σε μία καλή συνέχεια, και να μας χαρίσει και άλλα τέτοια εξαιρετικά κόμικς, που σε μαθαίνουν πως ακόμα και στις πιο σκοτεινές ώρες υπάρχει μία ακτίνα ελπίδας! Πηγή
  17. Από το άλμπουμ "Μήτσος Κυκλάμινος - Όλα μέσα", ο Ντόναλντ Ντακ, οι Καρυάτιδες δια χειρός Soloup.
  18. Συνέντευξη του Soloup στο περιοδικό Σχεδία με αφορμή το καινούριο κόμικ του, Ο Συλλέκτης
  19. Τα σκίτσα του γνωστού πολιτικού γελοιογράφου Soloup από το τελευταίο graphic novel του «Ο συλλέκτης. Εξι διηγήματα για έναν κακό λύκο» (εκδ. Ικαρος) παρουσιάζονται σε μια ενδιαφέρουσα έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Πρόκειται για μια παραβολή που, με αφετηρία την «Κοκκινοσκουφίτσα», μιλάει για τις δύσκολες οικογενειακές σχέσεις και την αποξένωση του πατέρα από το παιδί μετά το διαζύγιο. Η έκθεση που εγκαινιάζεται σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς φιλοξενεί τη δουλειά ενός από τους πιο αναγνωρίσιμους ως προς το ύφος και τη «γραφή» Ελληνες σχεδιαστές κόμικς. Ο Soloup –κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος–, πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς, με το graphic novel του «Ο συλλέκτης. Εξι διηγήματα για έναν κακό λύκο», συνεργάζεται για δεύτερη φορά με το μουσείο, αφού εδώ έγινε πριν από τρία χρόνια η παρουσίαση του προηγούμενου επιτυχημένου βιβλίου του «Αϊβαλί, ένα ταξίδι στον χρόνο». Η έκθεση αποτελεί στην πραγματικότητα το εικαστικό μέρος μιας πιο σύνθετης δράσης, που περιλαμβάνει παράλληλες εκδηλώσεις, ξεκινώντας από τη συναυλία των εγκαινίων και συνεχίζοντας με δύο ημερίδες, η πρώτη για τα graphic novels και η δεύτερη για την παιδαγωγική και την οικογένεια. Αλλωστε, αυτό είναι το θέμα του βιβλίου. Πρόκειται για μια σύγχρονη ιστορία και ταυτοχρόνως ένα αλλιώτικο παραμύθι, που ξεκινά από τη διάσημη «Κοκκινοσκουφίτσα» του Σαρλ Περό και των αδερφών Γκριμ, προκειμένου να μιλήσει για την αποξένωση των παιδιών από τους γονείς τους μετά το διαζύγιο. Ομως η έκθεση, όπως και το βιβλίο άλλωστε, δεν έχει διδακτικό χαρακτήρα. Η μεγάλη αίθουσα του Μουσείου Μπενάκη είναι γεμάτη και στις δύο πλευρές της με σκίτσα που «δραπέτευσαν» από τις σελίδες του βιβλίου διεκδικώντας την καλλιτεχνική τους αυτονομία. Ετσι, οι επισκέπτες θα δουν καμβάδες ζωγραφισμένους με ακριλικά και εμπνευσμένους από το graphic novel, πεταλούδες origami να δημιουργούν μια παράξενη συλλογή αριθμών και δύο φιγούρες από χαρτοπολτό σε φυσικό μέγεθος: τον πρωταγωνιστή, τον μελαγχολικό μπαμπά Διονύση που φορά τη λυκόμορφη τραγιάσκα του κάτω από τη μοναξιά της ομπρέλας του, και τον μαύρο σκύλο που τον ακολουθεί. Σκίτσα, storybords, αλλά και καμβάδες, παρουσιάζονται στην έκθεση. Παράλληλα, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο προβάλλονται σε οθόνη δύο βίντεο του Γιάννη Νταρίδη. Το πρώτο, με τον τίτλο «Μαύρες τρύπες», είναι μια ταινία μικρού μήκους βασισμένη στα σκίτσα και στην ιστορία του ομώνυμου τρίτου κεφαλαίου του βιβλίου, με πρωταγωνίστριες τη γιαγιά και την εγγονή της (στις φωνές, οι ηθοποιοί Ειρήνη Αϊβαλιώτου και Καλή Δάβρη, σε διδασκαλία Αγνής Χιώτη). Το δεύτερο βίντεο είναι τρέιλερ του graphic novel, το οποίο ντύνει μουσικά η πρωτότυπη μουσική σύνθεση των Drums & Voice Jazztronica Duet (η Αγγελική Τουμπανάκη, φωνή, και ο Ηλίας Δουμάνης, τύμπανα), την οποία δημιούργησαν ειδικά για τον «Συλλέκτη». Η έκθεση περιλαμβάνει πρωτότυπο υλικό του graphic novel (storyboards, προσχέδια, σκίτσα σε μολύβι, ασπρόμαυρες και έγχρωμες σελίδες κόμικς) και χωρίζεται σε δύο θεματικές ενότητες: στην πρώτη παρακολουθούμε τον μονόλογο του κεντρικού ήρωα Διονύση, καθώς βρίσκεται μετά το διαζύγιο απρόσμενα αποξενωμένος από την κόρη του Φωτεινή, και στη δεύτερη έχουμε το γνωστό παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας σε νέα εκδοχή. Αυτός ο «διάλογος» μεταξύ του παραμυθιού και της καθημερινότητας των δύσκολων σύγχρονων σχέσεων μέσα από τον συνδυασμό των τεχνών –λογοτεχνία, ζωγραφική, visuals, μουσική– καταφέρνει να μιλήσει αποτελεσματικά για το σύνδρομο της γονικής αποξένωσης και τη δυνατότητα συνεπιμέλειας των παιδιών μετά το διαζύγιο. Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138. Εως 17/3. Πηγή
  20. until
    Τα σκίτσα του γνωστού πολιτικού γελοιογράφου Soloup από το τελευταίο graphic novel του «Ο συλλέκτης. Εξι διηγήματα για έναν κακό λύκο» (εκδ. Ικαρος) παρουσιάζονται σε μια ενδιαφέρουσα έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Πρόκειται για μια παραβολή που, με αφετηρία την «Κοκκινοσκουφίτσα», μιλάει για τις δύσκολες οικογενειακές σχέσεις και την αποξένωση του πατέρα από το παιδί μετά το διαζύγιο. Η έκθεση που εγκαινιάζεται σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς φιλοξενεί τη δουλειά ενός από τους πιο αναγνωρίσιμους ως προς το ύφος και τη «γραφή» Ελληνες σχεδιαστές κόμικς. Ο Soloup –κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος–, πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς, με το graphic novel του «Ο συλλέκτης. Εξι διηγήματα για έναν κακό λύκο», συνεργάζεται για δεύτερη φορά με το μουσείο, αφού εδώ έγινε πριν από τρία χρόνια η παρουσίαση του προηγούμενου επιτυχημένου βιβλίου του «Αϊβαλί, ένα ταξίδι στον χρόνο». Η έκθεση αποτελεί στην πραγματικότητα το εικαστικό μέρος μιας πιο σύνθετης δράσης, που περιλαμβάνει παράλληλες εκδηλώσεις, ξεκινώντας από τη συναυλία των εγκαινίων και συνεχίζοντας με δύο ημερίδες, η πρώτη για τα graphic novels και η δεύτερη για την παιδαγωγική και την οικογένεια. Αλλωστε, αυτό είναι το θέμα του βιβλίου. Πρόκειται για μια σύγχρονη ιστορία και ταυτοχρόνως ένα αλλιώτικο παραμύθι, που ξεκινά από τη διάσημη «Κοκκινοσκουφίτσα» του Σαρλ Περό και των αδερφών Γκριμ, προκειμένου να μιλήσει για την αποξένωση των παιδιών από τους γονείς τους μετά το διαζύγιο. Ομως η έκθεση, όπως και το βιβλίο άλλωστε, δεν έχει διδακτικό χαρακτήρα. Η μεγάλη αίθουσα του Μουσείου Μπενάκη είναι γεμάτη και στις δύο πλευρές της με σκίτσα που «δραπέτευσαν» από τις σελίδες του βιβλίου διεκδικώντας την καλλιτεχνική τους αυτονομία. Ετσι, οι επισκέπτες θα δουν καμβάδες ζωγραφισμένους με ακριλικά και εμπνευσμένους από το graphic novel, πεταλούδες origami να δημιουργούν μια παράξενη συλλογή αριθμών και δύο φιγούρες από χαρτοπολτό σε φυσικό μέγεθος: τον πρωταγωνιστή, τον μελαγχολικό μπαμπά Διονύση που φορά τη λυκόμορφη τραγιάσκα του κάτω από τη μοναξιά της ομπρέλας του, και τον μαύρο σκύλο που τον ακολουθεί. Σκίτσα, storybords, αλλά και καμβάδες, παρουσιάζονται στην έκθεση. Παράλληλα, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο προβάλλονται σε οθόνη δύο βίντεο του Γιάννη Νταρίδη. Το πρώτο, με τον τίτλο «Μαύρες τρύπες», είναι μια ταινία μικρού μήκους βασισμένη στα σκίτσα και στην ιστορία του ομώνυμου τρίτου κεφαλαίου του βιβλίου, με πρωταγωνίστριες τη γιαγιά και την εγγονή της (στις φωνές, οι ηθοποιοί Ειρήνη Αϊβαλιώτου και Καλή Δάβρη, σε διδασκαλία Αγνής Χιώτη). Το δεύτερο βίντεο είναι τρέιλερ του graphic novel, το οποίο ντύνει μουσικά η πρωτότυπη μουσική σύνθεση των Drums & Voice Jazztronica Duet (η Αγγελική Τουμπανάκη, φωνή, και ο Ηλίας Δουμάνης, τύμπανα), την οποία δημιούργησαν ειδικά για τον «Συλλέκτη». Η έκθεση περιλαμβάνει πρωτότυπο υλικό του graphic novel (storyboards, προσχέδια, σκίτσα σε μολύβι, ασπρόμαυρες και έγχρωμες σελίδες κόμικς) και χωρίζεται σε δύο θεματικές ενότητες: στην πρώτη παρακολουθούμε τον μονόλογο του κεντρικού ήρωα Διονύση, καθώς βρίσκεται μετά το διαζύγιο απρόσμενα αποξενωμένος από την κόρη του Φωτεινή, και στη δεύτερη έχουμε το γνωστό παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας σε νέα εκδοχή. Αυτός ο «διάλογος» μεταξύ του παραμυθιού και της καθημερινότητας των δύσκολων σύγχρονων σχέσεων μέσα από τον συνδυασμό των τεχνών –λογοτεχνία, ζωγραφική, visuals, μουσική– καταφέρνει να μιλήσει αποτελεσματικά για το σύνδρομο της γονικής αποξένωσης και τη δυνατότητα συνεπιμέλειας των παιδιών μετά το διαζύγιο. Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138. Εως 17/3. Πηγή
  21. Ο “SOLOÚP” ΕΞΗΓΕΙ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ GRAPHIC NOVEL ΚΑΙ ΜΑΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΤΟΝ «ΣΥΛΛΕΚΤΗ» ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ «Όλα τα graphic novels είναι κόμικς, αλλά όλα τα κόμικς δεν είναι graphic novels!» Kείμενο: Άννα Σταυροπούλου Είναι μάλλον ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του λόγου ύπαρξης του graphic novel πέρα από τα κόμικς. Γιατί ενώ κόμικ είχα να πιάσω από την εποχή του MAD, κόλλησα όμως με το Άϊβαλί του Soloúp από τις εκδόσεις Κέδρος και τώρα με τον Συλλέκτη του, από τις εκδόσεις Ίκαρος! Τι είναι τελικά το graphic novel και σε τι διαφέρει από τα κόμικς; «Όλα τα graphic novels είναι κόμικς, αλλά όλα τα κόμικς δεν είναι graphic novels», μου λέει συνοψίζοντας ο Soloúp, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος. Είχε προηγηθεί μια βραδιά με δόκιμες και αδόκιμες γλωσσολογικές αναζητήσεις του όρου, μαζί με τον γλωσσολόγο Χριστόφορο Χαραλαμπάκη στη Σκυταλοδρομία Λόγου, στο πλαίσιο Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου του Δήμου Αθηναίων. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή: Είμαι στο Μουσείο Μπενάκη, λίγο πριν τα εγκαίνια της έκθεσης «Soloúp – Ο Συλλέκτης, έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο», με αφορμή το ομώνυμο βιβλίο και κουβεντιάζω εφ’ όλης της ύλης με τον Soloúp. Η έκθεση έχει storyboards, προσχέδια, σκίτσα σε μολύβι, ασπρόμαυρες κι έγχρωμες σελίδες κόμικς, εικαστικά και κατασκευές, πεταλούδες οριγκάμι, ένα εργαστήρι δημιουργικής γραφής. Επίσης μια ημερίδα για το graphic novel και μία για το διαζύγιο και τη γονική αποξένωση, βίντεο, αλλά και ζωντανή μουσική από τους Jazztronica με live drawing από τον Soloúp. Και σε μια μεριά μια φιγούρα να δεσπόζει: Είναι ο Διονύσης, ο ήρωας του Συλλέκτη, σε φυσικό μέγεθος από χαρτοπολτό με την ομπρέλα και με το μαύρο σκύλο του, σύμβολο μοναξιάς και μελαγχολίας, να τον κοιτάει. Ο Διονύσης και ο σκύλος του στην έκθεση Πώς ξεκίνησες με το σκίτσο και τα κόμικς; Πάντα κάτι μ’ έτρωγε με τα σκίτσα! Το 1989 πρωτο-υπέγραψα ως Soloúp, φοιτητής στην Πάντειο σε φοιτητικά έντυπα, με ψευδώνυμο, όπως σχεδόν όλοι οι σκιτσογράφοι (σ.σ. ο ίδιος δεν αποκαλύπτει καθόλου εύκολα την προέλευση του δικού του!). Τότε πρωτοχτύπησα και την πόρτα της Βαβέλ και ξεκίνησε μια σχέση που συνεχίζεται ως σήμερα, γιατί έχουμε την ίδια ματιά για τα κόμικς, ως πολιτικοποιημένη και κοινωνική οπτική στα πράγματα. Ξεκίνησα με ήρωα τον Μήτσο τον Κυκλάμινο και το βιβλίο Ανθρωπόλυκος. Κι έχει ενδιαφέρον που οι Νίκη και Εύη Τζούδα και η Παυλίνα Καλλίδου από τη Βαβέλ είναι τώρα επιμελήτριες στην έκθεση, έχουν επιμεληθεί το Άϊβαλί και τον Συλλέκτη κι ότι 30 χρόνια μετά βρίσκομαι και πάλι μ’ ένα βιβλίο με λύκο! Το Αϊβαλί του Soloup, εκδ. Κέδρος 2014 Και γιατί η μετάβαση στο graphicnovel – αν μπορούμε να μιλάμε για μετάβαση; Με το graphic novel ξεκίνησα ενστικτωδώς, είχα ανάγκη να πω κάποια πράγματα και να δώσω σχήμα σε σκέψεις. Είναι πολύ συγκεκριμένα αυτά που θέλω να πω, δουλεύοντας ως σύνολο την ιδέα, το σενάριο και το σκίτσο, και ίσως γι’ αυτό δεν συνεργάζομαι συνήθως με άλλους σεναριογράφους. Τα κόμικς δεν έχουν μεγάλο, αλλά δυναμικό και φανατικό κοινό. Νομίζω ότι όσο περνούν τα χρόνια, είναι καλύτερα. Ωριμάζουν οι δημιουργοί και το κοινό, γίνονται πολλά conventions, όπως το AthensCon και οι βάσεις έχουν ήδη τεθεί από το φεστιβάλ της Βαβέλ. Περιπτώσεις όμως graphic novels, όπως το Αϊβαλί, ο Συλλέκτης ή το Logicomics, κουβεντιάζονται από ευρύτερο κοινό. Soloup (Αντώνης Νικολόπουλος) Έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά σε μια προσπάθεια ορισμού τουgraphic novel, με λόγο και αντίλογο. Πώς θα μπορούσε κανείς τελικά να περιγράψει το graphic novel και ποια η διαφορά του από τα κόμικς, αφού κι αυτό είναι κόμικς; Τα graphic novels μπορούν να είναι μια πιο ώριμη φόρμα των κόμικς και ίσως αυτό είναι το ζητούμενο. Έχουν το φορμάτ του βιβλίου, είναι πολυσέλιδα, προσπαθούν να έχουν μια ποιότητα «λογοτεχνική» ή αφηγηματική. Δεν είναι πανάκεια να βαφτίζουμε τα πάντα ‘graphic novel’. Αλλά είναι μια φόρμα που βοηθάει τα κόμικς να πάνε παραπέρα, αγγίζοντας και πολλές άλλες τέχνες, όπως τη μουσική, τον κινηματογράφο ή τη λογοτεχνία. Όπως στη λογοτεχνία υπάρχει το μυθιστόρημα, η νουβέλα ή το διήγημα, έτσι και στα κόμικς υπάρχουν φόρμες, όπως το comicstrip, το manga ή το graphic novel. Δεν είναι όλα μεταφορές λογοτεχνικών έργων, ούτε μπορείς να τα ταυτίζεις με αυτά για να έχει νόημα το δικό σου έργο. Αυτό που κάνουμε έχει τις δικές του, μοναδικές δυνατότητες – λόγος και εικόνα σε μορφή βιβλίου – οπότε ας πιστέψουμε σ’ αυτό κι ας αξιοποιήσουμε αυτά τα χαρακτηριστικά για να πούμε κάτι νέο! Υπάρχει μια λογική εξήγηση για τη διαφοροποίηση: Ότι τα κόμικς είναι ταυτισμένα με την παραλογοτεχνία και το «ευτελές» που παλιά μάλιστα θεωρούσαν ότι έκανε κακό στη ‘διαπαιδαγώγηση’ των νέων. Τα κόμικς είναι η 9ητέχνη και το graphic novel είναι ένας άλλος τρόπος να πεις ότι δεν πρόκειται για τα κόμικς που ξέρατε. Έχουν να κάνουν με τέχνη, καταπιάνονται με κοινωνικά ζητήματα και δίνουν άλλη ματιά στα πράγματα. Κοντολογίς, η σχέση των graphic novels και των κόμικς είναι απλή: όλα τα graphic novels είναι κόμικς, αλλά όλα τα κόμικς δεν είναι graphic novels! Εσύ κάνεις και πολιτική γελοιογραφία σε εφημερίδες, όπως το Ποντίκι. Έχεις δυσαρέσκειες με αυτά που σκιτσάρεις; Πιστεύεις ότι ιδιαίτερα στην Ελλάδα υπάρχει… δυσανεξία; Φυσικά και έχω δεχτεί σκληρή κριτική. Αυτό είναι, ξέρεις, τιμή για τον σκιτσογράφο. Είμαι ευτυχής που το Μέγαρο Μαξίμου έβγαλε ανακοίνωση επί πρωθυπουργίας Σαμαρά για το σκίτσο μου που τον έδειχνε ως βενζινά στο πρωτοσέλιδο Ποντίκι. Οι συνάδελφοι μού έδιναν συγχαρητήρια! Είναι αναμενόμενο: Η πολιτική γελοιογραφία είναι πάντα ανατρεπτική και με το μέρος των ανθρώπων που υποφέρουν από την εκάστοτε εξουσία. Και φυσικά υπάρχουν σε όλες τις χώρες προβλήματα, δες π.χ. τι έγινε στη Γαλλία, τι γίνεται σε χώρες όπως το Ιράν! Το νέο σου έργο, «Ο Συλλέκτης» μιλά για τις συνέπειες του χωρισμού στα παιδιά, χωρίς να μασά τα λόγια του… Πώς ασχολήθηκες με αυτό το θέμα; Προβλήματα υπάρχουν παντού γύρω μας, αλλά τα σπρώχνουμε κάτω απ’ το χαλί. Έχω ακούσει τέτοιες ιστορίες, υπήρχαν ερεθίσματα στο περιβάλλον μου και βέβαια όπως σε κάθε βιβλίο έκανα έρευνα, απευθύνθηκα σε ειδικούς, μελέτησα και μίλησα με ανθρώπους. Έπεσα πάνω σε έννοιες, όπως γονική αποξένωση ή συνεπιμέλεια. Υπάρχουν σίγουρα ιστορίες πολύ χειρότερες απ’ του ήρωά μου, του Διονύση… Το ενδιαφέρον είναι ότι η λογοτεχνία ή το graphic novel πιάνουν ενστικτωδώς ζητήματα που η βιβλιογραφία ή η νομική επιστήμη δεν έχουν διατυπώσει με ακρίβεια. Και δεν πρόκειται για μεμονωμένα, αλλά για μαζικά φαινόμενα. Οι δε ξένοι προσκεκλημένοι που θα συμμετέχουν στη διεθνή ημερίδα παρακινήθηκαν ιδιαίτερα επειδή υπάρχει ένα graphic novel που ασχολείται με το θέμα! Και τι σχέση έχει η Κοκκινοσκουφίτσα και ο κακός ο λύκος με όλο αυτό; Ο Συλλέκτης είναι έξι κεφάλαια με διαφορετικές και αυτόνομες ιστορίες από διαφορετική οπτική γωνία η κάθε μία, που όλες μαζί συνθέτουν μια μεγαλύτερη ιστορία, με κεντρικό ήρωα τον Διονύση. Το 6ο κεφάλαιο είναι η παραλλαγή της παραλλαγής της ιστορίας της Κοκκινοσκουφίτσας. Γιατί υπάρχει μια δεύτερη εκδοχή για την Κοκκινοσκουφίτσα που είχαν γράψει οι ίδιοι οι αδελφοί Γκριμ, χωρίς τον κυνηγό, όπου η Κοκκινοσκουφίτσα σκοτώνει η ίδια τον κακό λύκο! Μέσα από την αλληγορία του παραμυθιού και της εμπλοκής ηρώων της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων – του Λαγού και του Καπελά -, αλλά και την αλληγορία από την Πολιτεία του Πλάτωνα για τη Σπηλιά, γίνεται σύνθεση σε μια νέα Κοκκινοσκουφίτσα. Αυτό το κεφάλαιο είναι έγχρωμο και ουσιαστικά «ξεκλειδώνει» το βιβλίο. Αλλά μέχρι εκεί θα σου πω! Στην αφήγηση δεν αποκαλύπτεις στον αναγνώστη όλα σου τα χαρτιά, θες ν’ ανακαλύψει κάτι και μόνος του! Στο «Αϊβαλί» συνθέτεις αποσπάσματα από ιστορίες του Βενέζη, του Κόντογλου και άλλων, μαζί με δική σου αφήγηση. Κι έχεις μια φράση, δική σου, που μου έμεινε: «Όλοι οι λαοί έχουν έναν μεγάλο, κακό εχθρό. Κι αν δεν τον έχουν, πρέπει να τον εφεύρουν. Να τον δείξουν, να τον διδάξουν στα σχολεία. Γιατί πού ξέρεις… Θα μεγαλώσουν τα παιδιά, μπορεί να δούνε άλλους να φταίνε για τα στραβά της ζωής τους»… Στο Αϊβαλί πήρα αποσπάσματα από τα διηγήματα κι έμπλεξα μεταξύ τους τις ιστορίες, ώστε να βρεθούν σε μια νέα σχέση διαλόγου. Τα αποσπάσματα διατηρούσαν αυτοτέλεια στο νέο τους πλαίσιο, συνδιαλεγόμενα μεταξύ τους κι έβγαζαν μια νέα αφήγηση. Τώρα το βιβλίο μεταφράζεται στα αγγλικά, θα κυκλοφορήσει στην Αμερική και υπάρχει συζήτηση για μεταφράσεις και σε άλλες γλώσσες. Πραγματεύεται το πώς βλέπεις τον ξένο, τον άλλον. Ξαναέγινε επίκαιρο με το προσφυγικό, ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του το 2014, αλλά και με τη συζήτηση για τη Συνθήκη της Λωζάνης που επανέφερε ο Ερντογάν. Κι ενώ υπάρχει ένα σενάριο κοντά στη θεματική του Αϊβαλί, προτίμησα να κάνω τώρα τον Συλλέκτη, που είναι κάτι τελείως διαφορετικό, ώστε να αποφύγω τη συγγραφική παγίδα να επαναληφθώ! Ξέφυγα λίγο, ασχολήθηκα και μ’ άλλο θέμα, όχι της μεγάλης Ιστορίας, αλλά της σύγχρονης καθημερινότητας που κρύβει τραγικές ιστορίες. Κάποιος βέβαια μου έγραψε ένα σχόλιο που πράγματι δεν είχα σκεφτεί: Ότι και τα δυο βιβλία έχουν να κάνουν με απώλειες… Info έκθεσης: Ο Συλλέκτης, έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο, σε διοργάνωση από το Μουσείο Μπενάκη, την Περιφέρεια Αττικής και τις εκδόσεις Ίκαρος | 24 Ιανουαρίου 2019 – 17 Μαρτίου 2019 | Μουσείο Μπενάκη – Κτήριο της οδού Πειραιώς Πηγή
  22. Μετά το βραβευμένο βιβλίο «Αϊβαλί» ο πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς Soloúp, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, πριν από λίγες ημέρες παρουσίασε τον «Συλλέκτη», έξι ιστορίες που τις συνδέει το νήμα μιας οικογενειακής διάλυσης και ένας… κακός λύκος. Ο δημιουργός μίλησε στην FS για τη θεματολογία του «Συλλέκτη», για τα κόμικς στην Ελλάδα και για το πόσο κακός τελικά είναι ο κακός λύκος. Κατ’ αρχάς, τι συλλέγει ο «Συλλέκτης» του τίτλου και ποιος είναι ο κακός λύκος του υπότιτλου του βιβλίου σας; Η συλλογή πραγμάτων είναι κάτι που συμβαίνει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στον καθέναν μας. Πολλές φορές χωρίς καν να νιώθουμε συλλέκτες ή να το επιδιώκουμε. Τα ’φερε έτσι λοιπόν στον Διονύση, τον κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου, να μαζεύει στο μπλοκάκι του αριθμούς ταξί. Των ταξί που πηγαίνουν, αντί γι’ αυτόν –και παρά τις αποφάσεις του δικαστηρίου–, το παιδί του στο σχολείο. Ο λύκος, πάλι, είναι βγαλμένος από το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας. Αντί όμως να μαζεύει –όπως πραγματικά θα ήθελε– πρωινές «καλημέρες» από την ηρωίδα του παραμυθιού, φορτώθηκε στα μάτια της τον ρόλο του «κακού». Έξι ιστορίες ή μία ιστορία «σπασμένη» σε έξι κομμάτια; Πράγματι, το βιβλίο χωρίζεται σε έξι αφηγήσεις. Κάθε ιστορία διατηρεί την αυτονομία της, όμως όλες μαζί συμπληρώνουν, σαν σε παζλ, την κεντρική ιστορία του Διονύση, φωτισμένη κάθε φορά από διαφορετική οπτική γωνία. Μετανάστες που καταλαβαίνουν τα πουλιά, γείτονες που παρακολουθούν τα πάντα, φιλίες που καταρρέουν για μια παρεξήγηση, οικογένειες που σήμερα υπάρχουν και αύριο όχι… Ποιο είναι για εσάς το «νήμα» που ενώνει όλα αυτά τα στοιχεία; Η σιωπηλή φιγούρα του Διονύση είναι εκείνη που διατρέχει όλες τις ιστορίες. Μια βασανισμένη ύπαρξη που αναζητά την επαφή με το παιδί του μπροστά στα μάτια των γειτόνων και των περαστικών. Ένας χαρακτήρας, όμως, που στον μονόλογο του τελευταίου κεφαλαίου βλέπουμε αυτές ακριβώς τις βουβές σκέψεις του να μετατρέπονται σε κραυγή απόγνωσης. Ο «Συλλέκτης» είναι αποτέλεσμα έρευνας και μελέτης τρίτων ή προσωπικών σας εμπειριών; Δυστυχώς, τα προβλήματα της αποξένωσης που δημιουργούνται από διαζύγια ανάμεσα σε γονείς και παιδιά βρίσκονται παντού γύρω μας. Όλοι έχουν δει, ζήσει ή ακούσει παρόμοιες τραυματικές ιστορίες, για τις οποίες ουσιαστικά κανείς δεν μιλάει ανοιχτά: για παράλογα εκδικητικές συμπεριφορές, για παιδιά που χρησιμοποιούνται ως όπλο ενάντια στον άλλον γονέα, για καφκικές δίκες, για προκάτ αποφάσεις. Δεν χρειάζεται να ψάξεις πολύ γι’ αυτό. Η ελληνική Δικαιοσύνη με τις παραλήψεις και τους γραφειοκρατικούς της ρυθμούς δίνει μια χαρά σενάρια για όσους ενδιαφέρονται. Το προηγούμενό σας graphic novel, το «Αϊβαλί», έτυχε θερμής υποδοχής από το κοινό. Ποιες είναι οι πρώτες αντιδράσεις για τον «Συλλέκτη»; Το «Αϊβαλί» πράγματι είχε μια πολύ καλή αποδοχή, τόσο από το κοινό όσο και από πανεπιστημιακούς και εκπαιδευτικούς. Έχει μεταφραστεί και συνεχίζει να μεταφράζεται σε άλλες γλώσσες. Ο «Συλλέκτης», από την άλλη, μόλις τώρα κάνει τα πρώτα του βήματα. Αυτά όμως που ήδη έρχονται πίσω, οι κριτικές και τα σχόλια, θυμίζουν αρκετά τις πρώτες αντιδράσεις για το «Αϊβαλί». Ας ελπίσουμε πως θα έχει κάποια αντίστοιχη υποδοχή. Όπως στο «Αϊβαλί» έτσι και στον «Συλλέκτη» επιλέξατε το ασπρόμαυρο σκίτσο. Γιατί; Στο «Αϊβαλί» κατέληξα στο ασπρόμαυρο σκίτσο γιατί θεωρούσα πως σημειολογικά ταίριαζε με το θέμα και την εποχή. Με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες με τις οποίες έχουμε συνηθίσει να φανταζόμαστε την καταστροφή της Σμύρνης το 1922. Ο «Συλλέκτης», πάλι, είναι μια ιστορία με πολλά γκρίζα συναισθήματα και ψυχικές σκιές. Περιγράφει τις μαύρες τρύπες των ανθρώπων. Τι καλύτερο λοιπόν κι εδώ από το ασπρόμαυρο σκίτσο. Στον «Συλλέκτη», όμως, υπάρχει μια εξαίρεση χρωμάτων –συγκεκριμένα δύο χρωμάτων, του πράσινου και του κόκκινου– στο 5ο κεφάλαιο, της Κοκκινοσκουφίτσας. Δύο χρώματα, όμως, που έχουν δουλευτεί με την ίδια μανιέρα που είχα χρησιμοποιήσει στους τόνους του γκρι και στο «Αϊβαλί». Γελοιογραφία ή graphic novel; Ποιο είναι το πιο δύσκολο και γιατί; Και στα δύο μιλάμε για σκίτσα, όμως σε αυτά είναι εντελώς διαφορετικές οι προσεγγίσεις της πραγματικότητας. Για κάποια πράγματα μπορείς να μιλήσεις με αστεία, σε άλλα πάλι να διατυπώσεις σοβαρά ερωτήματα. Η γελοιογραφία είναι η τέχνη της συμπύκνωσης. Το να τα πεις όλα με σάτιρα σε μια εικόνα. Είναι κατά κάποιον τρόπο το απόσταγμα ενός ολόκληρου πολιτικού ρεπορτάζ. Έχει αυτή την ομορφιά και αυτή τη δυσκολία. Από την άλλη, τα κόμικς και η επιμέρους φόρμα των graphic novels έχουν να κάνουν με την αφήγηση μιας ολόκληρης ιστορίας. Το σκίτσο είναι πιο περιγραφικό, υπάρχει σκηνοθεσία, το σενάριο είναι συμπαγές με κλιμακώσεις, κάτι μεταξύ μυθιστορήματος και κινηματογραφικής ταινίας. Άλλη κι εδώ η ομορφιά και άλλη η δυσκολία. Και τα δύο όμως με τα χρόνια έχουν μετατραπεί σε προσωπικά μου αντανακλαστικά για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Η Ελλάδα έχει μακρά παράδοση στη γελοιογραφία και δη την πολιτική. Υπάρχει χώρος σήμερα για εγχειρήματα graphic novel όπως ο «Συλλέκτης»; Νομίζω πως ναι. Μετά τα περιοδικά «Βαβέλ» και «Παρά Πέντε», τα κόμικς στην Ελλάδα αποτελούν πλέον ξεχωριστή μορφή τέχνης, παρά τα δάνεια από τη ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία κ.λπ. Τα κόμικς μάλιστα με θέματα κοντύτερα στη λογοτεχνία ή στην ιστορία απολαμβάνουν στις μέρες μας ιδιαίτερη αποδοχή από ένα ευρύτερο, ενήλικο κοινό. Όμως νομίζω πως τα κόμικς και ειδικότερα τα graphic novels μπορούν να δώσουν ακόμη περισσότερα. Αυτόνομα έργα, ιστορίες πρωτότυπες, που δεν θα έχουν ανάγκη κάποιον αρχαίο ή νεότερο συγγραφέα για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Και τώρα ποια θα είναι η συνέχεια; Ο «Συλλέκτης», όπως και πριν από τέσσερα χρόνια το «Αϊβαλί», ετοιμάζεται για μια μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Με συναυλία των Jazztronica στα εγκαίνια στις 23 Ιανουαρίου, με δύο ημερίδες (μία στις 9 Φεβρουαρίου για τα graphic novels και μία διεθνή στις 3 Μαρτίου για τις σχέσεις παιδιών και γονιών μετά το διαζύγιο), με εργαστήρια δημιουργικής γραφής, κόμικς, ξεναγήσεις και πολλά άλλα. Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 17 Μαρτίου. Σύντομα θα υπάρχει αναλυτικό πρόγραμμα. Σας περιμένουμε. INFO Ο «Συλλέκτης – Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. freesunday.gr
  23. Ο Συλλέκτης- Μια πολυπρισματική ιστορία για το υφαντό της οικογένειας Ένας φίλος, αναφερόμενος στο Αϊβαλί, είπε πως είναι δύσκολο να κρίνεις τον Soloup ως καλλιτέχνη, γιατί σε αυτόν καταφεύγουμε για να μάθουμε, ενθυμούμενος την μελέτη του ίδιου για τα ελληνικά comic. Διαβάζοντας τον Συλλέκτη (εκδόσεις Ίκαρος), κατάλαβα για άλλη μια φορά ότι η δήλωση αυτή περιείχε ένα μεγάλο ποσοστό αλήθειας, κυρίως γιατί ο Συλλέκτης είναι μια πολυπρισματική απεικόνιση 5 ιστοριών και ενός παραμυθιού, τα οποία όλα μαζί αφηγούνται μια ιστορία για την απώλεια της (κατά βάση πατρικής) αγάπης και το παλίμψηστο της οικογένειας σε μια χώρα η οποία βασίστηκε σε (και βασανίστηκε από) αυτή. Ο Soloup ως καλλιτέχνης δεν καταφεύγει σε νεωτερικές αφηγήσεις, ούτε κρίνει αυστηρά. Αντίθετα, δεν κρίνει καθόλου. Αντίθετα, όντας γνώστης της ελληνικής συνθήκης, μας δίνει μια πολύπλευρη ιστορία σε 6 κομμάτια για το γύρω, το πίσω, το μπροστά, τη βάση και το εποικοδόμημα της οικογένειας, χωρίς να μας δίνει και την λύση του παζλ που τίθεται στις σελίδες του κόμικ. Γνώριμα πρόσωπα της ελληνικής καθημερινότητας, αστικής και επαρχιακής, των ίδιων των παραμυθιών αλλά και των πολλαπλών μετά- αφηγήσεων αποτελούν τους πρωταγωνιστές των ιστοριών που συναντούμε στις σελίδες του Συλλέκτη. Όλοι παίζουν τον ρόλο τους και έναν ακόμα, πολύπλευροι πρωταγωνιστές και αφηγητές ταυτόχρονα. Μέσα από τις πράξεις αλλά και τις συζητήσεις τους ο Soloup βρίσκει την ευκαιρία να αναμείξει είδη εξιστόρησης και στυλ σχεδίου για να πει την ιστορία, τελικά, ενός πατέρα που τον χώρισαν από το παιδί του. Και, σε αντίθεση με άλλους χαρακτήρες του κόμικ, δεν τον χώρισε ο πόλεμος, ο θάνατος ή το παράπονο. Τον χώρισαν οι αποφάσεις των γύρω του, η δικαιοσύνη και οι συνθήκες που διαλύουν το δεσμό μεταξύ των οικογενειών, χωρίς να φροντίσουν να δημιουργήσουν κάτι ουσιαστικότερο, ή έστω ανεκτό, στη θέση τους. Γιατί πράγματι η ελληνική οικογένεια είναι υπεύθυνη για πολλά δεινά που αντιμετωπίζουμε στην ψυχολογική μας ζωή, ωστόσο είναι και ένα δίχτυ προστασίας απέναντι σε άλλα. Κόβοντας αυτό το δίχτυ απερίσκεπτα δεν απελευθερώνεται κανείς από τα πρώτα, αλλά πέφτει στα δόντια των δεύτερων. Και αυτά δεν είναι τα δόντια του (καλού τελικά, όπως του Αρκά) λύκου, αλλά ο πόνος του ψυχολογικού κενού, η μοναξιά, οι τύψεις, και η συνεχής απόπειρα να συμφιλιωθείς ή να αντιπαλέψεις μάταια μια φαντασιακή εικόνα χωρίς να γνωρίσεις τους ανθρώπους από πίσω της. Ο Συλλέκτης μας δίνεις ακριβώς αυτήν την εικόνα, πίσω από τις αλληλοδιαπλεκόμενες ιστορίες του: του ανθρώπου πίσω από τον μύθο του Πατέρα, του πόνου πίσω από τον Μεγάλο Άλλο του Νόμου και της Τάξης που διαλύουν στα γρανάζια τους ακόμα και τα άτομα που υποτίθεται ότι προστατεύουν περισσότερο. Το αμάλγαμα της θεματικής αποδίδεται από τον Soloup με μια σειρά νοηματικών εργαλείων. Μεταπλάθει μύθους όπως η Κοκκινοσκουφίτσα, η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, ακόμα και φιλοσοφικές ιστορίες, όπως το πλατωνικό σπήλαιο παραμυθικά. Ταυτόχρονα ο καλλιτέχνης ανοίγει και έναν έμμεσο διάλογο με την Δίκη του Κάφκα, με το πρόλογο και τον επίλογο του. Πράγματι, ο Διονύσης, όπως και ο Γιόζεφ Κ. παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες, αφού κατηγορούνται για κάτι που δεν ξέρουν και τελικά, κρίνονται από όλους ένοχοι, χωρίς να φταίνε. «Σαν το σκυλί, μες στην ντροπή» λέει ο μεγάλος συγγραφέας και, προσθέτει ο Soloup, «σαν συλλέκτης» στιγμών, απογοητεύσεων και μικρών, καθημερινών, αριθμητικών θανάτων. Ο ρυθμός του είναι καλά κρατημένος, αυστηρός και προσωπικός, με τον ακανόνιστο αριθμό των καρέ και τις μεγάλες ολοσέλιδες εμφάσεις ως τελείες στα σημεία που θέλει να κάνει μια παύση ο αφηγητής. Σε αυτές τις εναλλαγές καρέ πρέπει να προστεθεί και η ανακολουθία ασπρόμαυρου (ή καλύτερα γκριζοασπρόμαυρου) και έγχρωμου, αλλά και τεχνοτροπιών. Πίσω από φαινομενικά απλά σκίτσα, ο Soloup μας ταξιδεύει σε μια πολύ καλή και διακριτική επισκόπηση διάφορων σύγχρονων καλλιτεχνικών ρευμάτων που έχουν βρει μέσο έκφρασης στα κόμικ, όπως ο φωτορεαλισμός, αλλά και ρεύματα της παραδοσιακής ζωγραφικής, ο φοβισμός αλλά και ο κυβισμός. Μέσα από αυτά, πάντοτε εστιάζοντας στα πρόσωπα των ηρώων του, ο δημιουργός εντείνει την τάση ενδοσκόπησης του κόμικ μέσα σε ρεαλιστικές και καθημερινές συνθήκες. Ο Συλλέκτης του Soloup, με ένα θέμα δύσκολο και συχνά απορριπτέο από τον σημερινό δημόσιο διάλογο, ξαναφέρνει στο προσκήνιο την οικογένεια και την θέση του πατέρα σε αυτή. Διαφορετικά από ότι έχουμε μάθει ή συνηθίσει, μας θυμίζει ότι μπορεί κάθε παραμύθι (Φαντασιακό) να χρειάζεται κακό (Συμβολικό), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτός ο κακός είναι πράγματι έτσι. Αυτό σίγουρα μπερδεύει τα πράγματα για πολλούς, αλλά τα παραμύθια τελικά εδώ χρησιμεύουν. Να κάνουν τη ζωή πιο δύσκολη και, τελικά, πιο αληθινή. Πηγή
  24. Τα γλυκόπικρα graphic novels του Soloúp Ο κομίστας Αντώνης Νικολόπουλος διαστρεβλώνει τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας για να μιλήσει για πιο «σοβαρά», υπαρξιακά θέματα Μετά το βραβευμένο «Αϊβαλί», ένα graphic novel που συζητήθηκε αρκετά πριν από τέσσερα χρόνια και έβαλε τον δημιουργό του σε νομικές περιπέτειες, ο Soloúp επέστρεψε με τον «Συλλέκτη», ένα γλυκόπικρο κόμικ για τη διάλυση ενός γάμου και τη γονική αποξένωση μέσα από τα μάτια εξωτερικών παρατηρητών. Συχνά, ο Αντώνης Νικολόπουλος, όπως είναι το πραγματικό του όνομα, διαστρεβλώνει τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας για να μιλήσει για πιο «σοβαρά», υπαρξιακά θέματα. Με εμπειρία χρόνων στη γελοιογραφία και ως σκιτσογράφος, ο Soloúp έχει περάσει απ' όλα τα στάδια όσων δημιουργών προσπαθούν να κάνουν κόμικς στην Ελλάδα. Ένα από τα κύρια έργα του, τα «Ελληνικά Κομικς», ήταν η πιο λεπτομερής έρευνα που έχει γίνει ποτέ για την εγχώρια σκηνή των κόμικς. Αυτό το διάστημα ετοιμάζει μια μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη με πρωτότυπα σχέδια από τη νέα του δουλειά, εκτυπώσεις, μουσαμάδες, βίντεο και κατασκευές αλλά και πολλές παράλληλες δράσεις. Τα εγκαίνια είναι στις 23 Ιανουαρίου. — Είναι καλύτερο να υπογράφεις με ψευδώνυμο; Άρχισα να υπογράφω ως «Soloúp» το 1986, όταν ήμουν φοιτητής στο Πάντειο. Είχα την εντύπωση πως οι περισσότεροι σκιτσογράφοι χρησιμοποιούν κάποιο ψευδώνυμο κι έτσι έκανα κι εγώ. Πιθανότατα σε αυτή την απόφαση να βοήθησε και μια κοσμοφοβία που με τυραννούσε από τότε και νόμιζα πως έτσι θα απέφευγα την έκθεση. Τελικά, δεν γλίτωσα από την κοσμοφοβία μου και μου έμεινε και το Soloúp. — Πώς σκέφτηκες να γράψεις μια κοινωνική ιστορία; Όσο μεγαλώνεις, τις κοινωνικές ιστορίες και τα κοινωνικά θέματα μάλλον δεν τα ψάχνεις, έρχονται και σε βρίσκουν εκείνα. Έτσι συνέβη με το «Αϊβαλί» και τον «Συλλέκτη». Είναι πράγματα που με τη γελοιογραφία, τα χιουμοριστικά κόμικς ή τα στριπάκια δεν μπορείς να τα πεις, δεν μπορείς να τα αγγίξεις σε βάθος. Έτσι, λόγω της ανάγκης μου να μπορέσω να δώσω σχήμα σε αυτές τις ιστορίες, καταπιάστηκα με τη φόρμα των κόμικς που, σωστά ή λάθος, αποκαλούμε πλέον graphic novel. — Είναι αληθινοί οι ήρωες; Νομίζω πως η βάση των περισσότερων αφηγήσεων στην τέχνη, στα σενάρια του κινηματογράφου, για παράδειγμα, ή στη λογοτεχνία, το πρωταρχικό υλικό στο μυαλό των συγγραφέων είναι εικόνες της ζωής τους, είτε τις έζησαν οι ίδιοι είτε τις είδαν να συμβαίνουν γύρω τους. Αυτό το πρωτογενές υλικό που προέρχεται από την αληθινή ζωή και μετατρέπεται σε πηγή έμπνευσης υπάρχει ακόμα και σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας με εξωγήινους. Από την πραγματικότητα όμως μέχρι τους ήρωες μιας έντεχνης αφήγησης υπάρχει μια τεράστια διαδρομή φίλτρων, κοινωνικών επιρροών και υποκειμενικών διαθλάσεων που καταλήγουν σε έναν κόσμο αυθύπαρκτο, στο κλειστό σύμπαν ενός βιβλίου, ενός θεατρικού έργου ή μιας ταινίας. Στην περίπτωση του «Συλλέκτη», στην ιστορία του Διονύση και της Φωτεινούλας. Ο «Συλλέκτης» του Soloúp κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. — Πώς την εμπνεύστηκες; Στο παράδειγμα που σου ανέφερα με τα σενάρια επιστημονικής φαντασίας, αν παρατηρήσεις, ακόμα και οι εξωγήινοι έχουν ανθρώπινα πάθη. Ερωτεύονται, πεθαίνουν, νιώθουν ζήλια, μίσος, έχουν αδυναμίες. Οι συγγραφείς τους είναι πιθανότερο να εμπνεύστηκαν τέτοιες συμπεριφορές από έναν γείτονα ή τον κουρέα τους παρά από έναν αυθεντικό εξωγήινο. Θα έλεγα, λοιπόν, πως η βάση των περισσότερων περιστατικών σε ένα σενάριο ή κείμενο είναι πράγματα που οι συγγραφείς κάποια στιγμή τα είδαν να συμβαίνουν στη ζωή τους. Δεν νομίζω πως απασχολεί τον αναγνώστη τόσο το αν οι ήρωες του «Συλλέκτη» είναι πραγματικοί ή όχι όσο το ότι αυτό το βιβλίο θίγει ένα ζήτημα που βρίσκεται παντού γύρω μας και είναι πέρα για πέρα αληθινό. Τα περιστατικά γονικής αποξένωσης ανάμεσα σε γονείς και παιδιά μετά από ένα διαζύγιο είναι, δυστυχώς, χιλιάδες. — Πόσο αυτοαναφορικός είσαι στις δουλειές σου; Εξαρτάται. Την εποχή που σκίτσαρα για το περιοδικό «Βαβέλ», στις ιστορίες του Ανθρωπόλυκου και του Μήτσου Κυκλάμινου δηλαδή, θα βρεις αρκετά αυτοαναφορικά στοιχεία. Τα αστεία και οι γκάφες του Μήτσου ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτοσαρκαστικά, δικές μου γκάφες. Στο πιο ώριμο «Αϊβαλί», από την άλλη, υπάρχουν κεφάλαια που είναι εντελώς αυτοβιογραφικά, με πραγματικά γεγονότα και στοιχεία, όπως οι αναφορές στους παππούδες και τις γιαγιάδες μου με καταγωγή από τη Μικρά Ασία. Στον «Συλλέκτη» πάλι, ως συγγραφέας βρίσκομαι στη θέση του παρατηρητή. Παρακολουθώ τον Διονύση και το περιβάλλον του. Όμως ας μην ξεχνάμε πως και ο παρατηρητής, ο κάθε παρατηρητής, από τη στιγμή που καταγράφει τις σκέψεις του, αποτυπώνει τις δικές του ιδέες, τη δική του αντίληψη για τα πράγματα. Κι αυτό έχει σε κάποιο βαθμό στοιχεία αυτοαναφορικότητας. — Γενικά, σου αρέσει ο συμβολισμός; Πόσο χρειάζεται σε τέτοιου είδους ιστορίες; Συνηθίζω να αναφέρομαι σε άλλα έργα. Σε άλλα κείμενα, μουσικές, πίνακες ζωγραφικής, σε ταινίες. Ζούμε σε έναν παγκοσμιοποιημένο πολιτισμό ιδεών. Πολλά έργα, δικαίως ή αδίκως, έχουν ταυτιστεί με κάποιες ευρύτερες έννοιες. Έτσι, για παράδειγμα, η αναφορά σε ένα άλλο κείμενο, όπως συμβαίνει στον «Συλλέκτη» με τη «Δίκη» του Κάφκα, σε άλλες εικόνες, όπως αυτή του καπελά και του λαγού από την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», ή σε άλλες παραπομπές, όπως η αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα, δίνουν άλλο βάθος πεδίου στην πρόσληψη από την πλευρά του αναγνώστη. Ανοίγουν παράλληλα παράθυρα εννοιών και σκέψεων. Όσο μεγαλώνεις, τι κοινωνικές ιστορίες και τα κοινωνικά θέματα μάλλον δεν τα ψάχνεις, έρχονται και σε βρίσκουν εκείνα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO — Υπάρχει ανάγκη για τέτοιες ιστορίες; Εννοείς ιστορίες για προβλήματα, όπως η γονική αποξένωση; Νομίζω πως οι πρώτες αντιδράσεις των αναγνωστών και ο τρόπος που έχουν αγκαλιάσει τον «Συλλέκτη» τα λέει όλα. Δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για μακρινές ιστορίες του παρελθόντος. Ζούμε στο παρόν, σε μια καθημερινότητα γεμάτη δύσκολα, «κρυφά» προβλήματα. Το να ρίχνουμε προβληματισμούς στον μύλο της σκέψης βοηθάει, πάνω απ' όλα, εμάς. — Γιατί διάλεξες το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας; Η Κοκκινοσκουφίτσα είναι από τα πλέον γνωστά παραμύθια παγκοσμίως, με άπειρες διαφορετικές καταγραφές. Το παράξενο με τη συλλογή παραμυθιών των αδελφών Γκριμ είναι πως συναντάμε δύο παραλλαγές του παραμυθιού. Η πρώτη είναι η πλέον γνωστή και εικονογραφημένη. Η δεύτερη, όμως, αναφέρει πως η ίδια η Κοκκινοσκουφίτσα είναι εκείνη που σκότωσε τον κακό λύκο, πνίγοντάς τον στο πηγάδι. Ακριβώς αυτή ήταν, λοιπόν, που χρειαζόμουν αφηγηματικά κι έτσι το παραμύθι μετατράπηκε στο κλειδί που ξεκλειδώνει όλον τον «Συλλέκτη» και τις άλλες πέντε αφηγήσεις του βιβλίου. — Το βασικό θέμα του Συλλέκτη είναι η αποξένωση. Τι αποξενώνει τους ανθρώπους; Υπάρχουν άπειρες δικαιολογίες. «Φταις εσύ», «όχι φταις εσύ» και τα γνωστά. Εκείνο που συμβαίνει, όμως, στις ανθρώπινες σχέσεις και οδηγούνται στην αποξένωση ‒και μιλώ για ερωτικές σχέσεις, φιλίες, συγγενείς, γονείς και παιδιά‒ είναι από κάποια στιγμή κι έπειτα τον έναν δεν τον αφορά πια τι κάνει ο άλλος. Δεν τον ενδιαφέρει να προσπαθήσει να μπει στη θέση του. — Γιατί άφησες τόσο ανοιχτή την ερμηνεία του χωρισμού του ζευγαριού; Το ζητούμενο δεν είναι να αποδώσουμε ευθύνες στον έναν ή στον άλλο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, άλλωστε, όλοι, λίγο-πολύ, είναι θύματα των καταστάσεων. Κυρίως τα παιδιά αλλά και οι γονείς, ειδικά αν δεν συνειδητοποιούν το πρόβλημά τους. Εδώ είναι που λέμε πως χρειάζονται και οι ψυχολόγοι, αλλιώς γινόμαστε έρμαια του θυμικού και των εγωισμών μας. Το ζητούμενο στο βιβλίο ήταν, λοιπόν, η αποτύπωση του πόνου και της βουβής βίας που υφίστανται οι άνθρωποι όταν βρεθούν σε τέτοιες δύσκολες καταστάσεις. Ένα κοινωνικό και θεσμικό πλαίσιο, όπως η απαρχαιωμένη σε τέτοια ζητήματα Δικαιοσύνη, που αδιαφορεί για τον ανθρώπινο πόνο. Δίκες που σέρνονται για χρόνια, στηρίζοντας παράλογα μόνο τη μία πλευρά και αδιαφορώντας για την ψυχολογική και συναισθηματική φθορά των αντιδίκων. Μια Δικαιοσύνη που, αντί να προσφέρει λύσεις, γίνεται μέρος του προβλήματος. Βάση των περισσότερων περιστατικών σε ένα σενάριο ή κείμενο είναι πράγματα που οι συγγραφείς κάποια στιγμή τα είδαν να συμβαίνουν στη ζωή τους. — Από τη γελοιογραφία μέχρι το graphic novel, ποιο είναι πιο δύσκολο είδος και ποιες οι διαφορές τους για έναν δημιουργό; Κάθε είδος υπηρετεί διαφορετικές εκφραστικές ανάγκες. Στην πολιτική γελοιογραφία πρέπει να πεις κυριολεκτικά «χίλιες λέξεις σε μια εικόνα», δηλαδή περίπου όσο είναι το κείμενο σε μια σελίδα εφημερίδας. Πρέπει να αποτυπώσεις το ρεπορτάζ και την άποψη του συντάκτη με ελάχιστα έως καθόλου λόγια στα μπαλονάκια του σκίτσου. Από την άλλη, στο μέσο των κόμικς και στην επιμέρους φόρμα τους, στα graphic novels, έχεις να αναμετρηθείς με άλλα πράγματα, με το σενάριο και το ξεδίπλωμα της αφήγησης, με τους χαρακτήρες, τη σχεδιαστική απόδοση κ.λπ. Το καθένα έχει τις δυσκολίες και, φυσικά, τις χάρες του. Καταλαβαίνεις, βέβαια, πως ο όγκος της δουλειάς για ένα graphic novel είναι τεράστιος. Μπορεί να δουλεύεις ακόμα και χρόνια για να το ολοκληρώσεις. Αυτό από μόνο του έχει έναν επιπρόσθετο βαθμό δυσκολίας. — Πόσο δύσκολο είναι να κάνεις κόμικς στην Ελλάδα; Το δύσκολο να ζήσεις από τα κόμικς στην Ελλάδα, όχι να τα κάνεις. Γι' αυτό έχουμε πάρα πολλούς εξαιρετικούς, αλλά φτωχούς δημιουργούς κόμικς που για να ζήσουν όλο και περισσότερο καταφεύγουν σε συνεργασίες με το εξωτερικό. Το να κάνεις σήμερα κόμικς στην Ελλάδα είναι ταυτόσημο με το να κάνεις κόμικς στον πλανήτη Γη. Είναι πλέον μια παγκόσμια επιμέρους κουλτούρα, με το δικό της φανατικό κοινό και τις δικές της αναφορές. — Διάβασα ότι είχες νομικά προβλήματα με το «Αϊβαλί». Τελικά, λύθηκαν; Ναι. Υπήρχε μια παρεξήγηση από την πλευρά των κληρονόμων του Φώτη Κόντογλου, ότι καπηλεύομαι το έργο του. Ήταν όμως εξαιρετικά έντονη η δημόσια αντίδραση, από αναγνώστες, καλλιτέχνες και πανεπιστημιακούς, μια και το ζήτημα αφορά στη βάση του τη χρήση της τέχνης μέσα στην τέχνη. Ταυτόχρονα, υπήρξε και η αμέριστη συμπαράσταση άλλων κληρονόμων συγγραφικών δικαιωμάτων. Τελικά, οι κατηγορίες κατέπεσαν και νομικά. Στη συνέχεια, βρεθήκαμε με τους κληρονόμους, δόθηκαν φιλικές εξηγήσεις και το θέμα έληξε. Νομίζω πως το έργο του μεγάλου δημιουργού Φώτη Κόντογλου είχε μόνο να κερδίσει από το «Αϊβαλί» παρά να χάσει. Στη βιβλιοθήκη της Μυτιλήνης, για παράδειγμα, μετά την έκδοσή του από τον Κέδρο, τα βιβλία του Κόντογλου ήταν επί μήνες συνεχώς δανεισμένα. — Ποια θεωρείς την πιο απαιτητική δουλειά σου μέχρι σήμερα και για ποιον λόγο; Και ποια την καλύτερη; Όλες οι δουλειές ‒κι αυτό ισχύει για κάθε δημιουργό‒ είναι παιδεμένες, πονεμένες και ταυτόχρονα αγαπημένες. Καθεμιά είναι κομμάτι της προσωπικής του ζωής, των σκέψεων και όσων του συνέβησαν τα χρόνια που τις δούλευε. Η πιο «δύσκολη» δουλειά, λοιπόν, δεν ήταν ακριβώς κάποιο βιβλίο με κόμικς αλλά η επτάχρονη έρευνά μου για τα κόμικς. Μια απαιτητική έρευνα που κατέληξε επιτυχώς σε ένα διδακτορικό και σε ένα βιβλίο, «Τα ελληνικά κόμικς», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος. Καλύτερη είναι πάντα, και υποκειμενικά, η πιο πρόσφατη, ο «Συλλέκτης», στου οποίου τους ρυθμούς ζω πλέον, ένα τυπογραφικά εξαιρετικό βιβλίο που επιμελήθηκαν με ιδιαίτερη φροντίδα οι εκδόσεις Ίκαρος, και τις ευχαριστώ γι' αυτό. — Πιστεύεις ότι έχουν καλυτερέψει τα πράγματα τελευταία για τη σκηνή των κόμικς; Υπάρχει σκηνή; Φυσικά και υπάρχει. Περιορισμένη, με έναν φανατικό κύκλο αναγνωστών, που, όμως, ολοένα μεγαλώνει. Έχουμε εξαιρετικούς δημιουργούς και γίνονται πράγματα. Δεν νομίζω πως απασχολεί τον αναγνώστη τόσο το αν οι ήρωες του «Συλλέκτη» είναι πραγματικοί ή όχι όσο το ότι αυτό το βιβλίο θίγει ένα ζήτημα που βρίσκεται παντού γύρω μας και είναι πέρα για πέρα αληθινό. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO — Τι πιστεύεις ότι λείπει από τα ελληνικά κόμικς; Η εμπιστοσύνη στο ίδιο το μέσο και στις δυνατότητές του. Δεν είναι δυνατόν, όταν έχουμε στη διάθεσή μας ένα τόσο εκφραστικό μέσο, να αναζητούμε δεκανίκια σε λογοτεχνικά και άλλα κλασικά έργα. Τα κόμικς δεν μπορεί είναι δημοφιλή και αποδεκτά ως τέχνη μόνο μέσα από λογοτεχνικές διασκευές. Μπορούν να πατήσουν στα πόδια τους, να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητές τους και να κάνουν πραγματικά σπουδαία πράγματα. — Διαβάζεις γενικά; Σου άρεσε κάποιο βιβλίο τελευταία; Διαβάζω πολύ, όλα τα χρόνια. Είναι από τα πιο όμορφα πράγματα που μου συμβαίνουν στη ζωή. Ένα από τα βιβλία που τελείωσα πρόσφατα ήταν και το «τούβλο» «4321» του αγαπημένου Πολ Όστερ. Όμως αυτό το διάστημα τρέχω σαν τρελός για την προετοιμασία της έκθεσης του «Συλλέκτη» στο Μουσείο Μπενάκη. Δεν μένει καιρός για διάβασμα. Ξεκλέβω, όμως, κάποια βράδια για κινηματογράφο ή θέατρο. — Υπάρχει κάποιος άνθρωπος ή καλλιτέχνης που σε έχει επηρεάσει βαθύτερα και γιατί; Απ' αυτούς που συνάντησα, ο Γιάννης Καλαϊτζής. Ο Γιάννης κατάφερε να ταιριάξει στη ζωή του τον εμπνευσμένο καλλιτέχνη με τον αυτοσαρκαστικό χιουμορίστα, τον ουσιαστικό δάσκαλο με τον ταπεινό άνθρωπο και τον συνειδητό φίλο. Το μάθημά του; Δεν είναι μόνο το τι κάνεις αλλά και το πώς το κάνεις και πώς το προσφέρεις. — Η τωρινή πολιτική κατάσταση πιστεύεις ότι δίνει τροφή στους γελοιογράφους; Η πολιτική και οι πολιτικοί πάντα έδιναν τροφή στους γελοιογράφους. Το κοινό όμως δεν το βλέπω πια τόσο χαλαρό και έτοιμο ν' αποδεχτεί τη σάτιρα και το πολιτικό χιούμορ. Υπάρχει ένας φανατισμός και μια προκατάληψη στους αναγνώστες, που νομίζω πως είναι μεγαλύτερη από άλλες περιόδους. Ίσως, βέβαια, συμβάλλουμε κάποιες φορές και οι σκιτσογράφοι σε αυτό, που γινόμαστε καθρέφτες αυτής της προκατάληψης. — Πιστεύεις στην ελπίδα; «Αν δεν ελπίζεις, δεν θα βρεις το ανέλπιστο που είναι ανεξερεύνητο και απλησίαστο», που λέει και ο Ηράκλειτος. — Τι φοβάσαι περισσότερο; Θέλεις όλο τον κατάλογο; Αντ' αυτού, θα έλεγα πως χαίρομαι πολύ όταν μου προσφέρονται τυχαία κάποιες μικρές χαρές της ζωής. Το εξώφυλλο του «Συλλέκτη» Ο «Συλλέκτης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. Η φωτογράφιση έγινε στο Half Νote jazz club, στις πρόβες του Soloúp, όπου σκιτσάρει ζωντανά με τους Jazztronica. Πηγή
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.