Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Soloup'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Γερμανίκεια
  • Ιστορική/ φιλολογική γωνιά
  • Περί ανέμων και υδάτων
  • Dhampyr Diaries
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • The Unstable Geek
  • Κομικσόκοσμος
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Valt's blog
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • Film
  • Θέμα ελεύθερο
  • Vet in madness
  • GCF about comics
  • Dr Paingiver's blog

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

  1. Ένα graphic novel λοιπόν από έναν γνώριμο και με πολλές διακρίσεις δημιουργό, που αυτοσυστήνεται ως «πολιτικός γελοιογράφος […] και δημιουργός κόμικς». Τόσο σύνθετο στην κατασκευή του ώστε να υπάρχει ο φόβος να μην μπορέσει να παρουσιαστεί χωρίς να χάσει τη γοητεία του. Όλα ίσως να ξεκινούν από τον τίτλο: Babel, που ανάγεται παράλληλα στο βιβλικό σύμβολο του πύργου της Βαβέλ αλλά και στο περιοδικό κόμικς «Βαβέλ», που, σύμφωνα με την αφιέρωση, «μας έμαθε να διαβάζουμε, να σκιτσάρουμε και να ονειρευόμαστε με τα κόμικς στην Ελλάδα». Τέτοιοι αναπάντεχοι συχνά συσχετισμοί βρίσκονται διάσπαρτοι μέσα στο βιβλίο, συνδέοντας το όποιο παρόν (τα επτά ταξίδια του συγγραφέα στο Βέλγιο) με ένα παρελθόν διττό: το ιστορικό Βέλγιο των μεταναστών ανθρακωρύχων, ανάμεσά τους (όπως πληροφορείται ο αναγνώστης) και οι παππούδες του συγγραφέα, αλλά και τον μυθικό πύργο της Βαβέλ κάπου στη Μεσοποταμία, με όλες τις συναφείς ηθικολογίες για την ανθρώπινη απληστία. Soloúp | Babel. When the Fallen Angels Rise | Σελ. 247 | Ίκαρος, 2025 Ο βιβλικός πύργος εκπροσωπείται από τον διάσημο πίνακα του Μπρέγκελ, αλλά με μια έξυπνη αντιστροφή αντανακλάται, ανεστραμμένος, στα βελγικά ορυχεία σε τρεις παραλλαγές – η μια τους κοσμεί το εξώφυλλο. Τη μια σχετική εικόνα στο εσωτερικό συνοδεύει ένα σχόλιο: «Μόνο που εκείνοι χτίζανε προς τα πάνω, ενώ εμείς σκάβαμε προς τα κάτω» (σ. 188). Δύο μάλιστα σελίδες παρακάτω, θα εμφανιστεί ο Νεβρώδ, ο φιλόδοξος βασιλιάς που έχτισε τον πύργο – αυτή τη φορά με μορφή δανεισμένη από έναν εξίσου διάσημο μινωικό σφραγιδόλιθο από τα Χανιά, που δείχνει μια σπάνια παράσταση μιας πόλης/ανακτόρου (σ. 191). Στο παραμύθι μπλέκουν επιμέρους σχόλια λεκτικά (π.χ. «Νεβρώδ, ο πρώτος ινφλουένσερ») και εικαστικά (π.χ. εικόνες ομορφιάς του Χοκουσάι). Στην ιστορία θα μπλέξουν και άλλα σύμβολα, όπως η εκκλησία Béguinage που βοηθούσε όλους τους κατατρεγμένους, το εμβληματικό τζουκ μποξ του διάσημου ελληνικού καφενείου La Rose Blanche στο Μόλενμπεκ, που θα βρεθεί ξεχασμένο σε αποθήκη, και του οποίου η ιστορία μπλέκει μέσα στη διήγηση του Soloúp για την εκεί ελληνική κοινότητα, ο τόσο δημοφιλής στους ανθρακωρύχους Στ. Καζαντζίδης, και πάει λέγοντας. Όλα ξεκινούν όταν ο Soloúp συνάντησε στην Αθήνα την ελληνικής καταγωγής Πόλυ (Πολυξένη) Ρουμελιώτη, ερευνήτρια της «ελληνικής παρουσίας στο Βέλγιο» το 2015, στην οποία πέρασε την επιθυμία του να μάθει αν πράγματι ο παππούς και η γιαγιά του, Μικρασιάτες πρόσφυγες, είχαν παντρευτεί στο Βέλγιο – μια αόριστη ιστορία που κυκλοφορούσε μέσα στην οικογένειά του. Αυτή η Πόλυ ήταν που θα ανακάλυπτε το πιστοποιητικό γάμου των παππούδων του στην Αμβέρσα και σε συνδυασμό με τον σκηνοθέτη θεάτρου-κινηματογράφου Κρις Καρτς και τη δημοσιογράφο-φωτογράφο Ιωάννα Γυμνοπούλου, κόρη εστιάτορα στις Βρυξέλλες, θα πλαισίωναν τον Soloúp στις περιπετειώδεις περιηγήσεις του στα πρώην βελγικά ανθρακωρυχεία, στα λημέρια των «μεταναστών εργατών», όσων είχαν απομείνει, που δούλευαν ώς το ’90 μέσα στις υπόγειες στοές. Στο βιβλίο η αρχή της ιστορίας σκηνοθετείται στη βροχερή πλατεία μπροστά από την εκκλησία Béguinage όπου ο αφηγητής (Soloúp) αντιμετωπίζει ένα κοπάδι σκυλιά που του μαθαίνουν πόσων ειδών γαβγίσματα υπάρχουν – δηλαδή το μοτίβο που κρύβεται πίσω από τον πύργο της Βαβέλ. Ακολουθεί, στο τρίτο μέρος, μια «συνέντευξη μ’ έναν άγγελο», όπου ένας παλαίμαχος ανθρακωρύχος, ο κυρ Άγγελος, φιλοσοφεί για την ανθρώπινη ασυνεννοησία και ρωτάει στο τέλος: «Ξέρεις, κόρη μου, τη Βαβέλ;» Το τέταρτο μέρος ξαναδένει με την πλατεία της Béguinage, με διαδοχικές οπισθοχωρήσεις στον χρόνο, όπου μπλέκουν ακόμα η καταστροφή της Σμύρνης, ο ένας πλούσιος παππούς, ο Άγγελος (που μοιάζει του Πεσόα) και η γιαγιά στα νιάτα της, για να καταλήξουν πάλι στην πλατεία με έναν διάλογο ανάμεσα στον Soloúp και στον σκύλο που του κρατά συντροφιά και μιλάει άπταιστα ελληνικά. Το πέμπτο μέρος (Pneumoconiosis) περιέχει την αφήγηση του κυρ Άγγελου για τη ζωή στα βελγικά ανθρακωρυχεία, τα δυστυχήματα, τους θανάτους, αλλά και τη θαυμαστή του διάσωση από ένα απανθρακωμένο δέντρο. Στο τελευταίο μέρος (Λευκά Τριαντάφυλλα), με μια εικόνα σωμάτων «που πετούν πάνω από τη γη», θυμίζοντας Β. Βέντερς, μαθαίνουμε πως ο κυρ Άγγελος πέθανε αιφνίδια, όμως ζει μεταξύ των συντρόφων του, ακούει κι αυτός Καζαντζίδη, και στο τέλος φιλοσοφεί: «Κι έτσι ο θάνατος δεν μοιάζει με δυστυχία», αφήνοντας ένα άσπρο τριαντάφυλλο στον πάγκο έξω από την ίδια πάντα εκκλησία. Και το σχετικό link...
  2. Η «Babel» του Soloup είναι ένα έντονα συναισθηματικό και φορτισμένο αυτοβιογραφικό ταξίδι στις ρίζες του και στο παρελθόν των προγόνων του, από τη Σμύρνη μέχρι τα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Εκ των κορυφαίων Ελλήνων δημιουργών κόμικς ο Soloup, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, έχει καταφέρει εδώ και χρόνια να είναι συνεπής στο ραντεβού του με τους αναγνώστες σε τακτά χρονικά διαστήματα παρουσιάζοντας πλέον μεγάλα σε έκταση αλλά και θέματα βιβλία. Το «Αϊβαλί» (2014) σηματοδότησε τη στροφή του από τα κατεξοχήν χιουμοριστικά κόμικς με τα οποία καταπιανόταν με επιτυχία ως τότε («Ο Ανθρωπόλυκος», «Μήτσος Κυκλάμινος», «Ο Βασιλιάς Μύγας», «Πειρασμοί» κ.ά.) στα ιστορικά, κοινωνικά και μεγαλύτερης έκτασης βιβλία. Η επιτυχία του ήταν πολύ μεγάλη, κάτι που αποδεικνύεται από τις απανωτές επανεκδόσεις, τις πολλές μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες, τις εκθέσεις που το πλαισίωσαν κ.ά. Ακολούθησαν ο σπαρακτικός «Συλλέκτης» (2018) για το ζήτημα της γονεϊκής αποξένωσης, το «’21, η Μάχη της Πλατείας» (2021), μια τολμηρή και ψύχραιμη ματιά στην ελληνική Επανάσταση και ο «Zorμπάς» (2023), μια διαφορετική αφήγηση του εμβληματικού καζαντζακικού έργου. Παράλληλα ο Νικολόπουλος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αιγαίου και ερευνητής της ιστορίας και θεωρίας των κόμικς, συγγραφέας του καθοριστικού για την κατανόηση της ένατης τέχνης στην Ελλάδα «Τα Ελληνικά Comics» (2012), ασχολείται όλα αυτά τα χρόνια και με την εκπαιδευτική διάσταση του είδους, ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του, σε συνεργασία με την Ευαγγελία Μουλά, «Comics & Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί». Η καινούργια δουλειά του (εκδόσεις Ίκαρος, 248 σελίδες) είναι ενταγμένη σε αυτό το πλαίσιο των μεγάλων ιστορικών αφηγήσεων, αλλά συνάμα αποτελεί και το πιο προσωπικό έργο του. Κι αυτό γιατί παρά τα μεγάλα πανανθρώπινα θέματα στα οποία αναφέρεται, τις εγκιβωτισμένες αφηγήσεις του και τη διαρκή συνομιλία του με μεγάλους συγγραφείς, καλλιτέχνες και δημιουργούς κόμικς, στο επίκεντρο βρίσκεται η ιστορία των προγόνων του με τον ίδιο να την ιχνηλατεί ως πρωταγωνιστής. Ο τίτλος «Babel» πηγάζει προφανώς από τον γνωστό μύθο της Γένεσης γύρω από τη ματαιόδοξη απόπειρα των άπληστων κατασκευαστών του να φτάσουν στον ουρανό και την επακόλουθη ποινή από τον Θεό που τους τιμώρησε να μιλούν διαφορετικές γλώσσες ώστε να μην μπορούν να συνεννοηθούν. Στην Ελλάδα όμως, όπου ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας των σύγχρονων κόμικς γράφτηκε από το περιοδικό Βαβέλ με τον Soloup να αποτελεί ενεργό μέλος, το βιβλίο αφιερώνεται στους φίλους του αλλά «ένα graphic novel που ονομάζεται Babel δεν μπορεί παρά να είναι αφιερωμένο και σε μιαν άλλη μεγάλη παρέα, εκείνη του περιοδικού κόμικς (και όχι μόνο) “Βαβέλ”. Το περιοδικό που μας έμαθε να διαβάζουμε, να σκιτσάρουμε και να ονειρευόμαστε με τα κόμικς στην Ελλάδα» σύμφωνα με τον δημιουργό του. Εύλογο είναι η ιστορία να ξεκινά από τη Γένεση και τον Πύργο της Βαβέλ με τις κατάλληλες δόσεις χιούμορ και τις ευφυώς τοποθετημένες παρωδίες έργων των Μαγκρίτ, Γκόγια, Ντα Βίντσι, Ροντέν, Μπρίγκελ και Μικελάντζελο (στα επόμενα κεφάλαια θα προστεθούν κι άλλοι όπως ο Μουνκ κι ο Χοκουσάι), για να μεταφερθεί αμέσως σε μια σύγχρονη Βαβέλ, στην καρδιά της Ευρώπης, στις Βρυξέλλες. Εκεί ο Soloup θα σταθεί τρομοκρατημένος πάνω σε ένα παγκάκι, περικυκλωμένος από αγριεμένα σκυλιά που κι αυτά γαβγίζουν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Τότε αρχίζει η κεντρική αφήγηση με τον πρωταγωνιστή να ανατρέχει στην παιδική του ηλικία για να ερμηνεύσει τον φόβο του για τα σκυλιά, να γίνεται φίλος με έναν ομιλούντα σκύλο που παραπέμπει στον Μιλού από τον Τεν Τεν του Herge, όπως και ο πύραυλος στο αεροδρόμιο από την ιστορία «Αποστολή στη Σελήνη», να εξηγεί στον σκύλο (!) γιατί βρίσκεται εκεί και να δίνουν ραντεβού στο Μόλενμπεκ για να επισκεφτούν το ιστορικό ελληνικό καφενείο La Rose Blanche. Η αφορμή, όπως εξηγεί ο αφηγητής στον σκύλο, για το ταξίδι του στο Βέλγιο (και για τη δημιουργία της «Babel» υποθέτουμε ως αναγνώστες) είναι να βαδίσει στα χνάρια του παππού και της γιαγιάς του που βρέθηκαν εκεί μετά την καταστροφή της Σμύρνης – άλλης μίας Βαβέλ πολυγλωσσίας κι ασυνεννοησίας με τραγική κατάληξη. Από αυτή την ιστορία όμως ξεπηδά μια άλλη ιστορία προσφύγων, αυτή των Ελλήνων μεταναστών στο Βέλγιο για να δουλέψουν στα ανθρακωρυχεία από τη δεκαετία του 1950 και μετά. Σ’ αυτήν την παράλληλη αφήγηση πρωταγωνιστεί ο Άγγελος, ηλικιωμένος πια, που αναπολεί το παρελθόν στις στοές των ορυχείων, ανάμεσα σε μετανάστες από όλο τον κόσμο, σε μια ακόμα Βαβέλ μέσα στο κάρβουνο, τη σκόνη και την πνευμοκονίαση. Μια Βαβέλ με δυσκολίες συνεννόησης αλλά και με αλληλεγγύη που κρατούσε τους εργάτες ζωντανούς. Το πολυεπίπεδο αυτό βιβλίο που σε κάθε του σελίδα αποπνέει ζεστασιά και ανθρωπιά, όπως κάθε έργο του Soloup, είναι εξαιρετικά τεκμηριωμένο και συνοδεύεται από επεξηγηματικά κείμενα, πλούσια βιβλιογραφία και σπάνιο ιστορικό και φωτογραφικό υλικό για τη ζωή των ανθρακωρύχων. Μια ζωή που εκεί κάτω, όπως λέει ο Τούρκος φίλος του Άγγελου, είχε μια κοινή γλώσσα: «Ένα χαμόγελο, ένα χωρατό. Ένα χέρι που θα σε βαστήξει τη δύσκολη ώρα να μη γλιστρήσεις, αυτή ήταν η κοινή μας γλώσσα. Η γλώσσα που μάθαμε στη δική μας την ανάποδη Βαβέλ». Και το σχετικό link...
  3. Η «Babel», οι ανθρακωρύχοι στις στοές του Βελγίου, η διαδρομή που γίνεται όλο και πιο προσωπική. «Αν βρεθείς να σκάβεις μουντζούρης στα 1.100 μέτρα βάθος στις στοές, το να είσαι Έλληνας, Τούρκος, Ιταλός, Πολωνός ή Μαροκινός δεν είχε και τόσο σημασία», λέει ο Soloúp, συμπυκνώνοντας το πνεύμα του νέου του graphic novel, «Babel». «Εκεί η αλληλεγγύη, η συνεννόηση για την επιβίωση και η φιλία αποκτούν άλλη σημασία. Βλέποντάς το από απόσταση, το να σκοτώνονται οι άνθρωποι μεταξύ τους ενώ τους ενώνουν τόσα πράγματα σε ένα τόσο περιορισμένο χρονικό διάστημα σαν την ανθρώπινη ζωή, είναι πραγματικά μάταιο και ακατανόητο». Ο Soloúp, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, με μακρά θητεία πολιτικής γελοιογραφίας, κομίστας στα θρυλικά περιοδικά «Βαβέλ» και «Γαλέρα» και με 14 συλλογές γελοιογραφιών, κόμικς και graphic novel στο βιογραφικό του, έχει «γράψει» πολλά χιλιόμετρα πάνω στο χαρτί με το πενάκι του. Συζητώντας για ένα καινούργιο βιβλίο με έναν «παλιό» της δουλειάς, όπως είναι ο Soloúp, οι αναμνήσεις ξυπνούν πλούσιες και δυνατές. Άλλωστε θεωρεί πράγματι ενδιαφέρον πως η νέα του δουλειά έχει τον ίδιο τίτλο με το θρυλικό περιοδικό στο οποίο έκανε τα πρώτα του σκιτσογραφικά βήματα. Γι’ αυτό και το αφιερώνει στους ανθρώπους του. Περιγράφει το τρακ της πρώτης επίσκεψης στη Γενναδίου, με το τεράστιο ντοσιέ του «Ανθρωπόλυκου» και του «Μήτσου Κυκλάμινου» παραμάσχαλα, όταν πήγε να δείξει τη δουλειά του στους υπεύθυνους του περιοδικού, μια συνεργασία που, όπως λέει, τον καθόρισε. Στο νέο κόμικ ο Αντώνης Νικολόπουλος «παντρεύει» τις μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα τραύματα της Ιστορίας. Από εκεί και πέρα όμως, η σύγχρονη «Babel» ανοίγει δικούς της δρόμους, διατηρώντας ίσως στο υποσυνείδητο τις συναισθηματικές συνδέσεις με το παρελθόν. Η ιστορία του συγκεκριμένου graphic novel βασίζεται στο αρχετυπικό βιβλικό κείμενο για τον πύργο της Βαβέλ, αλλά και σε όλα τα πολιτισμικά αφηγήματα και τους συμβολισμούς που γεννήθηκαν γύρω του, από τους μύθους περί της ανθρώπινης ακαταληψίας μέχρι τις αινιγματικές, μεταφυσικές απεικονίσεις του Πίτερ Μπρέγκελ. Στην «Βabel», πίσω από τον κεντρικό χαρακτήρα του ηλικιωμένου αφηγητή βρίσκονται ιστορίες του ίδιου του συγγραφέα – από τον πρόσφυγα παππού και τη γιαγιά που έφτασαν σε συγγενείς στις Βρυξέλλες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή – οι οποίες διασταυρώνονται με τις αφηγήσεις Ελλήνων ανθρακωρύχων μεταναστών του Βελγίου. Μέσα στο χάος της ανθρώπινης ασυνεννοησίας υπάρχει μια πιθανή γλώσσα που ενώνει – η αλληλεγγύη. Στο νέο κόμικ ο Αντώνης Νικολόπουλος «παντρεύει» τις μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα τραύματα της Ιστορίας. Καθώς μιλάμε, γίνεται φανερό ότι για τον ίδιο η Βαβέλ είναι ένας τόπος όπου συναντιούνται οι μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα συλλογικά τραύματα της Ιστορίας. Γι’ αυτό και από το βιβλίο του περνούν πρόσφυγες, ανθρακωρύχοι, ηλικιωμένοι σε καφενεία, άνθρωποι που κουβαλούν «τον μόχθο και την τρυφερότητα μιας ολόκληρης ζωής». Οι ιστορίες που συγκέντρωσε, λέει, ήταν συχνά συγκινητικές: πρόσφυγες και μετανάστες των δεκαετιών του ’50 και του ’60, που έφυγαν από μια κατεστραμμένη Ελλάδα αναζητώντας βιοπορισμό στο Βέλγιο. «Ακόμη και οι λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής τους είναι κάποιες φορές συγκλονιστικές», επισημαίνει. Από όλες τις εξιστορήσεις, ο ίδιος θυμάται έντονα τη διήγηση ενός 90χρονου βετεράνου ανθρακωρύχου που δούλεψε στο Βέλγιο. Η συνάντησή τους έγινε στο ελληνικό καφενείο «La Rose Blanche», στο Μόλενμπεκ των Βρυξελλών. «Μου περιέγραψε πώς προσπαθούσαν να πιουν νερό από το παγούρι τους κάνοντας μια τόσο δύσκολη κίνηση, σαν ακροβατικό. Έστριβαν το κορμί τους ξαπλωμένοι πάνω στη γη, καθώς έσκαβαν σε στοές με ύψος το πολύ μισό μέτρο», λέει ο Soloúp. Αλλά και οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες ανθρακωρύχων που υπάρχουν στο παράρτημα του βιβλίου και οι αφηγήσεις που τις συνοδεύουν είναι συγκλονιστικές, πρωτότυπο υλικό που του παραχώρησαν οι αφηγητές ή οι οικογένειές τους. Η συζήτηση γυρίζει πάλι στον πύργο της Βαβέλ. Τον ρωτάμε ποια «γλώσσα» νιώθει ότι τον ενώνει περισσότερο με τους ανθρώπους. «Σκίτσα, λέξεις και σιωπές», απαντάει. «Μέσα στο χάος της ανθρώπινης ασυνεννοησίας υπάρχει μια πιθανή γλώσσα που ενώνει», λέει, «η αλληλεγγύη». Η δημιουργική διαδρομή του, όπως την περιγράφει, έχει γίνει τα τελευταία χρόνια όλο και πιο προσωπική. Μετά το «Αϊβαλί», στα έργα του υπάρχουν πράγματα που τον απασχολούν βαθιά. Ακόμη και στο «21 – Η μάχη της πλατείας», παρότι αφορά ένα τόσο μεγάλο γεγονός όπως η Επανάσταση του ’21, υπάρχουν δικές του απορίες για την πολιτισμική και εθνική ταυτότητα. Στον «Ζορμπά», μέσα από τον Καζαντζάκη, προσπάθησε να διατυπώσει με εικόνες τα υπαρξιακά ερωτήματα που τον απασχολούσαν. Και στον «Συλλέκτη» – όπως και τώρα στην «Babel» – ενυπάρχει η προσωπική ανάγκη να κατανοήσει και να διαχειριστεί την απώλεια ανθρώπων που υπήρξαν αναπόσπαστα κομμάτια της ζωής του. «Στο τέλος, το “αυτό είμαι εγώ” πρέπει να το πουν οι αναγνώστες», τονίζει. «Δεν έχει νόημα κάποιος να διαβάσει κάτι αν δεν τον αφορά». Όταν η κουβέντα φτάνει αναπόφευκτα στον αναστοχασμό πάνω σε μια δημιουργική πορεία χρόνων, η ερώτηση είναι προφανής: τι εξακολουθεί να τον γοητεύει στους ανθρώπους και θέλει να σκιτσάρει τις ιστορίες τους; «Κάτι που βρίσκεται κοντά στην αθωότητα, στο παιχνίδι και στην εξερεύνηση», απαντάει. «Οι κινήσεις του παιδικού χεριού με μολύβια και ξυλομπογιές συνδέονται με την ανακάλυψη μιας πρωτοφανούς εκδοχής του κόσμου. Κάτι τέτοιο νομίζω πως συμβαίνει τελικά όταν σκιτσάρεις και μεγάλος. Παρά την προσπάθεια και τον χρόνο που απαιτεί για να ολοκληρωθεί ένα graphic novel, στο τέλος σού αποκαλύπτει μια εκδοχή του κόσμου που δεν είχες μέχρι τότε φανταστεί. Σε κάνει πλουσιότερο και λιγάκι πιο σοφό, μέχρι το επόμενο βήμα». Και το σχετικό link...
  4. Μια συναρπαστική εικονογραφημένη ιστορία που συνδέει με χιούμορ και συγκίνηση τις αφηγήσεις του παππού του και της παρέας του με τα βιώματα των ανθρακωρύχων κάθε εθνικότητας, γλώσσας και θρησκείας στις στοές του Βελγίου. Ο Soloúp είναι πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς. Έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αιγαίου (Τμήμα Πολιτικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας), ενώ η μεταδιδακτορική του έρευνα στο ίδιο πανεπιστήμιο συνδέεται με την εκ νέου αναφήγηση της Ιστορίας μέσα από τα κόμικς. Διδάσκει γελοιογραφία και κόμικς στο πρόγραμμα e-learning του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ οργανώνει κύκλους εργαστηρίων κόμικς σε συνεργασία με δομές πολιτισμού όπως το Μουσείο Μπενάκη και το Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη. Μέχρι σήμερα έχει κυκλοφορήσει δεκατέσσερις συλλογές με γελοιογραφίες και κόμικς και τα graphic novels «Αϊβαλί», «Ο Συλλέκτης: Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο», «21: Η μάχη της πλατείας» και το «Ζορμπάς: Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη» που είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του Νίκου Καζαντζάκη. Το νέο του graphic novel με τίτλο «Babel», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος, είναι μια προσωπική αφήγηση που ξεκινάει σουρεαλιστικά, με τον Πύργο της Βαβέλ και την ανθρώπινη ματαιοδοξία που γεννάει τέρατα, συνεχίζει με τους έκπτωτους ανθρώπους (και πολλά σκυλιά) που άρχισαν να μιλούν διαφορετικές γλώσσες και συνεχίζει αιώνες αργότερα, στις στοές του Βελγίου, όταν «μουτζούρηδες» απ' όλα τα έθνη σκάβουν για κάρβουνο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ένα ζευγάρι προσφύγων που σώθηκε από την καταστροφή της Σμύρνης (η γιαγιά και ο παππούς του) προσπαθεί να επιβιώσει, με τον παππού να δουλεύει στις στοές. Εκατό χρόνια μετά, στους ίδιους δρόμους των Βρυξελλών που περπατούσε το ζευγάρι το 1924, το εγγόνι τους αναζητάει κάτι από τα σβησμένα τους χνάρια. Μέσα στο τελευταίο ελληνικό καφενείο στο Μόλενμπεκ, καθώς ακούγεται στο τζουκ μποξ η φωνή του Καζαντζίδη, μια παρέα γερόντια, παλιοί ανθρακωρύχοι κάθε φυλής και γλώσσας, κάθονται και συζητούν για το «φευγαλέο κι εύθραυστο ετούτο θαύμα της ύπαρξης». – Με ποια αφορμή ξεκινήσατε να δουλεύετε πάνω στην ιστορία που έγινε ο τόμος «Babel»; Νομίζω πως το σενάριο συμπληρώθηκε μόνο του από ταξίδι σε ταξίδι, τις επτά συνολικά φορές που έχω βρεθεί μέχρι σήμερα στις Βρυξέλλες. Σε κάθε επίσκεψη τύχαινε να σκοντάψω σε κάτι παράξενο και ενδιαφέρον. Πρώτα, η φίλη μου η Πόλυ Ρουμελιώτη ανακάλυψε τα έγγραφα του γάμου του παππού και της γιαγιάς μου, που παντρεύτηκαν στις Βρυξέλλες το 1924 μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τα βρήκε στα αρχεία της ορθόδοξης εκκλησίας στην Αμβέρσα. Στη συνέχεια ήταν οι ηλικιωμένοι μετανάστες και ανθρακωρύχοι που γνώρισα στο La Rose Blanche, το τελευταίο ελληνικό καφενείο στο Μόλενμπεκ, με αφορμή το ντοκιμαντέρ που γύριζαν γι’ αυτό ο Κρις Κερτς με την Πόλυ... – Γιατί ονομάσατε το βιβλίο «Babel»; Όλο το βιβλίο αναφέρεται στη γνωστή αφήγηση της Βαβέλ, από το κείμενο «Γένεσις» της Παλαιάς Διαθήκης και τους πίνακες του Μπρέγκελ μέχρι τα νοηματικά παιχνίδια και τους συνειρμούς που αφορούν τη σημερινή πρόσληψη αυτής της αρχετυπικής εξιστόρησης. Δεν νομίζω πως θα μπορούσε να υπάρξει άλλος τίτλος γι’ αυτό το βιβλίο. – Τι έρευνα κάνατε για να καταλήξετε στο υλικό που χρησιμοποίησατε; Για το σενάριο και τις εικόνες; Σε όλα τα graphic novels μου γίνεται μεγάλη έρευνα, ανάλογα και με τις ανάγκες του θέματος. Στο «Αϊβαλί» για παράδειγμα, πέρα από τα βιβλία Ιστορίας, τις μελέτες, τα δοκίμια αλλά και τη σχετική λογοτεχνική παραγωγή που αφορούσε το 1922, η αναζήτηση πληροφοριών επεκτάθηκε σε ιστορικά αρχεία και τοπικές βιβλιοθήκες. Επίσης, έκανα και επιτόπια έρευνα σε Αϊβαλίκ και Μυτιλήνη. Στη δουλειά πάλι που κάναμε με τις τρεις φίλες ερευνήτριες, Καστρίτη, Κατσιμάρδου, Παναρίτη και τις εκδόσεις Ίκαρος για το graphic novel «21: Η μάχη της πλατείας», η έρευνα ακούμπησε ταβάνι! Με την εμπλοκή του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, του Πανεπιστημίου Αιγαίου και του παράλληλου προγράμματος του ΕΛΙΔΕΚ μπορέσαμε συντονισμένα ν’ αντλήσουμε υλικό από βιβλιοθήκες, αρχεία, μουσειακό υλικό, πίνακες ζωγραφικής και αλλού. Στον «Ζορμπά» η έρευνα ήταν περισσότερο φιλολογική, αλλά επεκτάθηκε και σε άλλα πεδία, όπως ο κινηματογράφος. Τώρα, στο νέο graphic novel «Babel», πέρα από τη βιβλιογραφία για τους Έλληνες μετανάστες στο Βέλγιο, που ήταν εκ των πραγμάτων περιορισμένη, αναζητήθηκε υλικό σε άρθρα εφημερίδων αλλά και σε βίντεο με συνεντεύξεις από μετανάστες και βετεράνους ανθρακωρύχους. Όμως αυτό που υπήρξε πραγματικά συγκλονιστικό ήταν η επιτόπια έρευνα το καλοκαίρι του 2024, τότε που έγινε, ας πούμε, το ρεπεράζ του graphic novel. Για μια βδομάδα με την Πόλυ και τον Κρις κάναμε πάνω από χίλια χιλιόμετρα με αυτοκίνητο, αναζητώντας κάπου δέκα βιομηχανικούς χώρους παλαιών ανθρακωρυχείων. Σε κάποιο από αυτά, εν μέσω καταιγίδας, ανεβήκαμε στον μεταλλικό πύργο, ενώ σε ένα άλλο μπορέσαμε να κατεβούμε στις στοές με κράνη. Τράβηξα πολλές εκατοντάδες φωτογραφίες από αυτά αλλά και από τους δρόμους των Βρυξελλών και του Μόλενμπεκ για τις ανάγκες του graphic novel. Το πιο σημαντικό απόκτημα όμως από την επιτόπια έρευνα ήταν η αίσθηση των συγκλονιστικών τόπων μιας τόσο σκληρής εργασιακής συνθήκης. Μπορείτε να δείτε κάτι από αυτή την αναζήτηση στο φωτογραφικό παράρτημα. – Παράλληλα με τις πληροφορίες που υπάρχουν στο παράρτημα του βιβλίου, βλέπουμε ακόμα και πολλές φωτογραφίες ανθρακωρύχων. Αυτό αποτελεί μια δεύτερη παράλληλη έρευνα, καθώς θεώρησα πως θα ήταν σημαντικό σε ένα τέτοιο βιβλίο να υπάρχει και ένα κομμάτι από την αληθινή ζωή των εργατών, που είναι και το κύριο πλαίσιο της ιστορίας. Μπορεί όλα αυτά που περιγράφονται στο graphic novel να είναι μια μείξη μυθοπλασίας και πραγματικότητας, αλλά δεν στήθηκαν στο κενό. Πολλά από τα λόγια των χαρακτήρων για παράδειγμα, είναι λόγια αληθινά από διάφορες συνεντεύξεις και μαρτυρίες. Υπήρξε μια σκληρή πραγματικότητα, εκείνη των χιλιάδων μεταναστών ανθρακωρύχων από όλα τα έθνη, τις ράτσες και τις φυλές που δούλεψαν ακόμα και χίλια μέτρα κάτω απ' τη γη υπό άθλιες συνθήκες. Είναι μια σελίδα της νεότερης Ιστορίας, από τη δεκαετία του ’50 και μετά, η οποία παραμένει εντελώς άγνωστη στους περισσότερους. Μαζέψαμε από βετεράνους ανθρακωρύχους ή τις οικογένειές τους φωτογραφίες που δείχνουν τις συνθήκες της δουλειάς, αλλά και τα γλέντια και τις κοινωνικές τους συνευρέσεις. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες Ελλήνων μεταναστών πλάι σε εκείνες Τούρκων, Ιταλών, Βέλγων. Οι άθλιες συνθήκες εργασίας, οι δυσκολίες, δεν ξεχώριζαν εκεί κάτω ράτσες, γλώσσες και θρησκείες. Άλλωστε όλοι ήταν… μαύροι, όπως συχνά διαβάζουμε στις συνεντεύξεις τους, από το κάρβουνο. Σε αυτή την έρευνα, πολύτιμη υπήρξε η βοήθεια της Ιωάννας Γυμνοπούλου, παράλληλα με αυτήν που έκαναν η Πόλυ και ο Κρις, που είναι κι οι τρεις τους απόγονοι ανθρακωρύχων. Συγκινητική όμως ήταν και η προθυμία των ίδιων των συγγενών που όχι μόνο μας έδωσαν την άδεια χρήσης των εικόνων αλλά μας οδήγησαν, όπως ο Jos Hermans και η σύζυγος του Ketty Pantazis, και σε άλλα αρχεία, συγκεκριμένα εκείνα του Stichting Erfoed Eisden. – Πόσο καιρό σάς πήρε η προετοιμασία και πόσο η διαδικασία σχεδιασμού και lettering; Η κυρίως εργασία έφαγε δυο χρόνια. Όμως τα σενάριά μου δουλεύονται πάντα σε μεγάλο βάθος χρόνου και είναι πολλές οι γραφές μέχρι να ωριμάσουν. Θα μπορούσα να πω πως το σενάριο της «Babel» διαμορφώθηκε σταδιακά στις επισκέψεις μου στο Βέλγιο τα τελευταία εννέα χρόνια. Απαιτείται χρόνος για να μη μείνεις στην πρώτη εντύπωση. Από τη στιγμή όμως που θα διαμορφωθεί το storyboard, μπαίνω σε mood κοσμοκαλόγερου, με πολλά ξενύχτια στο σχεδιαστήριο και στον υπολογιστή. Αυτό απαιτεί, τουλάχιστον στα δικά μου βιβλία, ιδιαίτερη προσήλωση, ησυχία και σχετική απομόνωση. Εκείνο που βλέπουμε για παράδειγμα στο διαδίκτυο, ένα δεξί χέρι να σκιτσάρει αμέριμνο και το αριστερό να τραβάει βιντεοσέλφι χάριν του φεϊσμπουκικού ναρκισσισμού, για τη δική μου τουλάχιστον κατάσταση όταν βρίσκομαι βυθισμένος στους χαρακτήρες και σε όσα τους συμβαίνουν στο χαρτί, μου φαίνεται εντελώς αδιανόητο και απομαγευτικό. Αντιθέτως, στα στάδια του μελανιού και των χρωμάτων ακούω πολλή μουσική, αλλά και αυτό πάλι ως μια άλλη μορφή βυθίσματος και συγκέντρωσης. – Μιλήστε μου για τα κεφάλαια του βιβλίου. Συνήθως στα σενάρια προκύπτει η σπονδυλωτή αφήγηση. Η ιστορία δεν εξελίσσεται γραμμικά, με αρχή, μέση, τέλος, αλλά σε παράλληλες γραμμές εξιστόρησης με διαφορετικές οπτικές γωνίες που συναντιούνται στο τέλος. Η «Babel», έτσι, ξεκινά με ένα μάλλον σατιρικό κεφάλαιο αναφοράς στο βιβλικό κείμενο της «Γένεσης» – εκεί μου βγήκε αρκετά η ιδιότητά μου ως γελοιογράφου. Ακολουθούν όμως δυο διαφορετικές αφηγηματικές σειρές που συγκλίνουν στο τελευταίο κεφάλαιο. Μια τέτοια σπονδυλωτή σύνθεση είναι σίγουρα πιο απαιτητική, ώστε να μην κουράζει ή μπερδεύει τον αναγνώστη – γι’ αυτό απαιτούνται οι πολλές γραφές και το ψαλίδι της αυτοκριτικής –, αλλά νομίζω πως, αν πετύχει, μπορείς να προσεγγίσεις και να αποδώσεις πολυεπίπεδους χαρακτήρες, σκέψεις και συναισθήματα. – Είναι πολύ προσωπική η ιστορία που διηγείστε, την έχετε δουλέψει με διαφορετικό τρόπο από ότι τα προηγούμενα graphic novel σας; Σε όλα τα graphic novel μου υπάρχει κάτι προσωπικό. Αυτό συμβαίνει γιατί βάζω σε αυτά – άλλοτε χωρίς να το καταλαβαίνω και άλλοτε πολύ συνειδητά – κάποια πράγματα που πρέπει να αντιμετωπίσω και να διαχειριστώ στην κανονική ζωή. Ρίχνω λοιπόν εκεί μέσα τα ερωτήματα που με παιδεύουν για να δω πού μπορεί να με βγάλουν. Τέτοια περίπτωση αποτελεί η «Babel», όπως και παλαιότερα, το 2019, ο «Συλλέκτης – Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο». Στον «Συλλέκτη» μάλιστα, μπορείτε να διαπιστώσετε πως, αν και η πόλη στην οποία διαδραματίζεται, αναφέρεται ως Αθήνα, τα σπίτια μοιάζουν περισσότερο με βελγικά. Δείγμα κι αυτό της μακροχρόνιας ζύμωσης που σας έλεγα από τα ταξίδια στις Βρυξέλλες. Το κέρδος όταν ολοκληρώνεται ένα τέτοιο βιβλίο είναι πως πλέον έχεις μετακινηθεί αλλού, όχι κατ’ ανάγκη βρίσκοντας κάποια «χρυσή» απάντηση. Όμως και μόνο που θέτεις τα ερωτήματα σε μια ειλικρινή βάση, σε βοηθάει να κατανοήσεις το πρόβλημα και να προχωρήσεις. Και τα δυο αυτά βιβλία έχουν ως κεντρικό τους ζητούμενο τη διαχείριση της απώλειας. Της απώλειας κοντινών ανθρώπων που αποτελούν κομμάτια της ύπαρξής μας. Στην «Βabel», πίσω από τον 90χρονο κεντρικό χαρακτήρα βρίσκεται πλαγίως ο πατέρας μου, που τον έχασα μόλις πριν από λίγες μέρες. Το βιβλίο θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μια ελεγεία για την ουσία της ζωής, αλλά και για το αναπάντητο γεγονός του θανάτου. Όμως στην πραγματικότητα ήταν η δική μου προετοιμασία για το αναπόφευκτο. Και τώρα, με μια από αυτές τις τρομερές συμπτώσεις που μας επιφυλάσσει η ζωή, ο πατέρας μου, λίγο πριν από την κυκλοφορία του, έφυγε. Δεν πρόλαβε να το δει, παρότι ήξερε και με ρωτούσε γι’ αυτό, ακόμα και όταν ήταν τους τελευταίους δύσκολους μήνες στο νοσοκομείο. Το συζητούσαμε χρόνια, γιατί στη «Βabel» υπάρχουν και οι γονείς του και τα έγγραφα που βρήκαμε από τον γάμο τους στις Βρυξέλλες. Η διαδικασία συγγραφής μιας τέτοιας ιστορίας, τόσο κοντά στην πραγματικότητα, γίνεται κάποιες στιγμές ανατριχιαστική. Όπως όταν έζησα κυριολεκτικά κάποια από τα λόγια του «κυρ-Άγγελου», καθώς τα περνούσα στα μπαλονάκια του κόμικς στο λάπτοπ μου, στις ατέλειωτες ώρες στο Τζάνειο πλάι στον μπαμπά μου, τον κυρ-Νίκο. Ή τώρα στο Βανκούβερ, όταν έμαθα το φευγιό του, περπάτησα μέχρι ένα παγκάκι στο οποίο συνηθίζω να πηγαίνω κοντά στη θάλασσα κι εκεί με περίμεναν, από το πουθενά, τρία λευκά τριαντάφυλλα (να θυμίσω πως «Λευκά τριαντάφυλλα» είναι ο τίτλος του τελευταίου μου κεφαλαίου). Ούτε κόκκινα, ούτε μαργαρίτες. Λευκά τριαντάφυλλα. – Πείτε μου περισσότερα για την ιστορία της γιαγιάς και του παππού σας που αφηγείστε στο βιβλίο. Ναι, αυτή είναι μια τρομερή ιστορία. Οι γονείς και της μητέρας και του πατέρα μου ήταν Μικρασιάτες. Του πατέρα μου, που ήταν ήδη ζευγάρι στη Σμύρνη, μέσα στον συνωστισμό της Καταστροφής χάθηκαν. Όμως ο παππούς Άγγελος εντόπισε τη γιαγιά Μαρία στη Θεσσαλονίκη μέσω Ερυθρού Σταυρού και την πήρε μαζί του σε συγγενείς στις Βρυξέλλες, καθώς η οικογένεια ήταν εύποροι καπνέμποροι και είχαν πάρε-δώσε με την Ευρώπη. Εκεί έζησαν περίπου δυο χρόνια και παντρεύτηκαν. Τη γιαγιά μου μάλιστα, στην Καισαριανή οι φίλες της τη φώναζαν «η Μαρία η Βρυξέλλη», προφανώς από τις ιστορίες που τους έλεγε. Η ανακάλυψη των εγγράφων του γάμου τους στην Αμβέρσα από την Πόλυ ήταν έκπληξη για τον πατέρα μου. Είδε εκεί, 86άρης τότε, τις υπογραφές τους και διάβασε πληροφορίες που αγνοούσε μια ολόκληρη ζωή για τους γονείς του. – Το βιβλίο ξεκινάει με έντονο το στοιχείο του χιούμορ, με μια σουρεαλιστική προσέγγιση και στη συνέχεια γίνεται ρεαλιστικό, σοβαρό (έως και συγκινητικό). Γιατί επιλέξατε να υπάρχει αυτή η κλιμάκωση των συναισθημάτων; Μην ξεχνάτε πως είναι δύο στοιχεία, το αστείο και το σοβαρό, που με συνοδεύουν ως σκιτσογράφο καθημερινά. Το πρωί, που λένε, πολιτικός γελοιογράφος, το βράδυ χωμένος κοσμοκαλόγερος με τα σενάρια των graphic novels. Από την άλλη, σκεφτείτε πως η ύπαρξη των αστείων μέσα σε πιο σοβαρές ή τραγικές καταστάσεις είναι κάτι που υπάρχει έτσι κι αλλιώς στην πραγματική ζωή. Συμβαίνει, έτσι, ένα αστείο να αποδεικνύεται λυτρωτικό μέσα σε μια δύσκολη συνθήκη. Ταυτόχρονα όμως η απόσταση που χωρίζει το αστείο από το τραγικό σε μια έντεχνη αφήγηση προκαλεί συχνά και μεγαλύτερη συναισθηματική φόρτιση. – Τα σκυλιά στο πρώτο κεφάλαιο έχουν κάποιον συμβολικό ρόλο; Τα σκυλιά, όπως και γενικότερα τα ζώα, που χαρακτηρίζουν με την παρουσία τους όλα μου τα βιβλία, είναι μια ματιά ουδέτερη στα ανθρώπινα, στις ιδεολογίες, στις προκαταλήψεις, στους πολέμους, στην αλαζονεία και σε ό,τι άλλο κουβαλάμε ως άτομα και ως κοινωνίες. Είναι η υπενθύμιση αυτού που υπάρχει έξω και πέρα από εμάς, ταυτόχρονα με εμάς. Βέβαια, τα συγκεκριμένα σκυλιά κουβαλούν επίτηδες κάποια από τα παραπάνω ανθρώπινα χαρακτηριστικά, προβάλλοντας έμμεσα τις αντιπαλότητες και την ακατανοησία ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα ζώα, υλικά και συναισθηματικά, είναι μια άλλη τεράστια συζήτηση. Αντί να μακρηγορώ πάνω σε αυτό, προτείνω ανεπιφύλακτα την έκθεση «Why look at animals» στο ΕΜΣΤ. Πραγματικά αξίζει να την επισκεφθεί κανείς. – Τι μάθατε για τους Έλληνες μετανάστες στο Βέλγιο, κατά τη διάρκεια της έρευνας, που δεν ξέρατε; Δεν ήταν η έρευνα αλλά η τυχαία συνάντησή μου με ανθρώπους, συνήθως δεύτερης γενιάς μεταναστών, όπως η Πόλυ Ρουμελιώτη. Είναι η αίσθηση που αποκόμισα και αποκομίζω στα ταξίδια μου, ας πούμε στις ΗΠΑ ή τώρα στον Καναδά. Κύματα μεταναστών που έφτασαν από ανάγκη σε άλλες χώρες, όμως με τα χρόνια στέριωσαν, έφτιαξαν τις οικογένειες και τα σπίτια τους και διαμόρφωσαν, παρά τη νοσταλγία για την Ελλάδα, ένα πλαίσιο αξιοπρέπειας για να ζήσουν, χρησιμοποιώντας και τις δυο τους ταυτότητες. Μια συνθήκη του να βλέπεις τα πράγματα – αν ξεπεράσεις φυσικά και κάποια συντηρητικά αντιπαραδείγματα – ως πολίτης του κόσμου, η κατάκτηση της αξιοπρέπειας: αυτό νομίζω πως είναι το πιο έντονο χαρακτηριστικό που βρήκα στις ελληνικές κοινότητες που επισκέφθηκα. – Πείτε μου για τη φιλία του παππού με τον Νεντίμ. Οι σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων είναι σχέσεις αγάπης και μίσους. Το μίσος όμως συνδέεται περισσότερο με το πολιτικό και θρησκευτικό θεσμοθετημένο πλαίσιο κάθε χώρας, που αναπαράγει στερεότυπα και προκαταλήψεις. Είναι πολλά που μας χωρίζουν ιστορικά, καθώς έχει χυθεί πολύ αίμα και από τις δυο πλευρές. Σε προσωπικό επίπεδο όμως, νομίζω πως οι άνθρωποι, Έλληνες και Τούρκοι, όταν βρίσκονται μεταξύ τους νιώθουν μια συγγένεια που ίσως δεν νιώθουν με άλλους λαούς. Οι απλοί άνθρωποι γενικότερα, όχι μόνο οι Έλληνες και οι Τούρκοι αλλά και οι Ρώσοι με τους Ευρωπαίους, οι Αμερικανοί με τους Κινέζους και πάει λέγοντας, αν είναι ανοιχτόμυαλοι και δεν υιοθετούν τις απολυτότητες του εθνικισμού και του φανατισμού, ή τα στρατιωτικά, οικονομικά αφηγήματα που μας ταΐζουν συστηματικά, δεν έχουν κάτι που να τους χωρίζει πραγματικά. Ειδικά σήμερα, όλοι τις ίδιες μάρκες ρούχα φοράμε, από τις ίδιες αρρώστιες πάσχουμε. Αυτό αποτυπώνει η φιλία του κυρ-Άγγελου με τον Νεντίμ. Μια ανθρώπινη σχέση χτισμένη σε κοινές ανάγκες και φόβους, μακριά από τις προκαταλήψεις κάθε πλευράς. – Γιατί σας ενδιέφερε τόσο το θέμα της γλώσσας; Η γλώσσα στη βιβλική Βαβέλ είναι το σύμβολο της ασυνεννοησίας. Η ασυνεννοησία πέφτει ως θεϊκή τιμωρία στους απλούς εργάτες, για την οποία όμως δεν ευθύνονται οι ίδιοι αλλά περισσότερο αυτοί που με την αλαζονεία και την εξουσία τους – ο Νεβρώδ, για παράδειγμα – τους βάζουν να φτιάξουν αυτό το υπερφιλόδοξο «πρότζεκτ». Η δική τους ευθύνη ίσως είναι που τους άκουσαν και μπήκαν σε αυτόν τον σχεδιασμό χωρίς πραγματικό δικό τους συμφέρον, αντί ν’ απολαύσουν, συμπαραστάτης ο ένας του άλλου, τις όμορφες μέρες του ολιγόχρονου βίου τους. – Τελικά, οι διαφορετικές γλώσσες είναι πλούτος ή κατάρα; Εξαρτάται από το πώς διαχειρίζεσαι τη «διαφορετικότητα», είτε αφορά τη γλώσσα, είτε τη θρησκεία, είτε τη φυλή. Η δική μου «Babel» θέλει να πιστεύει πως η «πολυγλωσσία» μπορεί να είναι και πλούτος. Το ότι ένας μπορεί να προέρχεται από ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό, φυλετικό, εθνικό, θρησκευτικό πλαίσιο και ένας άλλος από κάποιο άλλο δεν θα έπρεπε να αποτελεί «αιτία πολέμου» και μίσους. Μετά την ολοκλήρωση της «Babel», έτυχε η ευτυχής συγκυρία να ζήσω για δύο μήνες σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία όπως είναι το Βανκούβερ του Καναδά, απ’ όπου και σας απαντώ τώρα. Εδώ όλες οι φυλές και τα έθνη κατά κανόνα συνυπάρχουν αρμονικά – παντού υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις –, άνθρωποι ασιατικής, αφρικανικής, ευρωπαϊκής αλλά και νοτιοαμερικανικής καταγωγής μαζί με τους αυτόχθονες της περιοχής του Δυτικού Καναδά. Τους συναντώ στο Πανεπιστήμιο Simon Fraser, στους δρόμους και στα λεωφορεία, και είναι τόσο όμορφο αυτό. Όχι μόνο το να είναι όλοι μαζί αλλά και να συνυπάρχουν στις ίδιες παρέες, στους ίδιους εργασιακούς χώρους. Να βλέπεις, για παράδειγμα, συνδυασμούς νεαρών ζευγαριών απ’ όλες τις φυλές και όλες τις θρησκευτικές καταβολές (αγόρι ασιατικής καταγωγής με κορίτσι που φοράει μουσουλμανική μαντίλα) ή οδηγούς λεωφορείων (Ινδοί, Κινέζοι, αυτόχθονες, λευκοί, μαύροι) να κάνουν πλάκα μεταξύ τους στην αλλαγή της βάρδιας. Ξέρω, πιθανότατα για κάποιους αυτό μπορεί να ακούγεται κάτι σαν… Σόδομα και Γόμορα. Αλλά εμένα μου φαίνονται τόσο παρηγορητικά όλα αυτά τα χαμόγελα και τα αστεία μεταξύ των ανθρώπων. Και το σχετικό link...
  5. «Οι ελπίδες των προσφύγων πέθαναν μαζί τους. Με τις δικές μας ελπίδες, Μεχμέτ και Αϊσέ, φίλε Peter, Μανόλο, Μοχάμεντ, Ρενέ, Μαργαρίτα, Γκρεγκ, Γιόχαν, Χο, Βλαδίμηρε, Χουσνί, Ελένη, τι θα κάνουμε;» Soloúp | Αϊβαλί | Εισαγωγικό σημείωμα: Βruce Clark | Σελ. 480 | Διόπτρα, 2025 Με το κρίσιμο αυτό ερώτημα κλείνει o Soloúp το graphic novel Αϊβαλί (Κέδρος, 2014), βιβλίο που αγαπήθηκε όσο κανένα άλλο στο είδος του, όπως μαρτυρούν οι πολυάριθμες βιβλιοπαρουσιάσεις, εκθέσεις, μελέτες, μεταφράσεις και επανεκδόσεις του, με πρόσφατη αυτήν από τις εκδόσεις «Διόπτρα» (2025). Παράλληλα, ο Soloúp μαζί με την Ευαγγελία Μουλά, φιλόλογο και Σύμβουλο Εκπαίδευσης Φιλολόγων στα Δωδεκάνησα, μας έδωσαν – πάλι από τις εκδόσεις Διόπτρα – το βιβλίο Comics & Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί. Λογοτεχνία, Ιστορία και Οπτική Επικοινωνία. Τα Κόμικς στην Εκπαίδευση μια ξεχωριστή για τα ελληνικά εκδοτικά δεδομένα μελέτη, που περιλαμβάνει θεωρία και πράξη, με θέμα την αξιοποίηση των κόμικς σε ποικίλα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, αντλώντας παραδείγματα από το Αϊβαλί. Η μελέτη χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο αποσαφηνίζονται εμπεριστατωμένα οι έννοιες κόμικς και graphic novel, υπογραμμίζεται η διαφορά μέσου και είδους και γίνεται διάκριση ανάμεσα στην αξιολογική και την ειδολογική προσέγγιση των graphic novels. Σχολιάζεται η σχέση τους με τη λογοτεχνία και γίνεται μια αναλυτική και εποπτική παρουσίαση της ιστορίας και της εξέλιξης των ελληνικών κόμικς. Στο δεύτερο μέρος προτείνονται θεματικές περιοχές αξιοποίησης των graphic novels στην εκπαίδευση, χρησιμοποιώντας παραδείγματα από τα έργα του Soloúp, σε ένα φάσμα που καλύπτει λογοτεχνικές ανησυχίες, ιστορικές αναζητήσεις, καθώς και σχολιασμό ευαίσθητων κοινωνικών θεμάτων. Πλήθος ασκήσεων και δραστηριοτήτων που αφορούν την ιδιαιτερότητα της οπτικής αφήγησης και τη σχέση με τα κείμενα-πηγές, εναρμονίζονται με τα νέα προγράμματα σπουδών, στοιχείο που ενισχύει την πρωτοτυπία του βιβλίου. Στο τρίτο μέρος παραδίδεται ένας πλήρης οδηγός για εκπαιδευτικούς ή συντονιστές εργαστηρίων, με βήματα για τη δημιουργία κόμικς στην τάξη – πώς για παράδειγμα βρίσκουμε την ιδέα, ποιοι θα είναι οι ήρωες, οδηγίες για το σενάριο, για το πλάνο της ιστορίας, τα καρεδάκια, τα προσχέδια, τα μελάνια κ.λ.π. – καθώς και ένα παράδειγμα με αφορμή το Αϊβαλί. Ο Soloup περιγράφει τα graphic novels – παρά το γεγονός πως ο όρος είναι αόριστος, ασαφής και συνάμα ευρύχωρος που οποιοσδήποτε μπορεί με επιχειρήματα να τον οικειοποιηθεί – ως μεγάλα σε έκταση εικονογραφήματα, που διαθέτουν επαρκή χώρο, ώστε να εξελιχθούν, με άνεση και σε βάθος, οι χαρακτήρες των ηρώων, οι σκέψεις τους, η πλοκή, η δράση, η αλληλεπίδραση με την πραγματικότητα. Πρόκειται για έργα που είναι αυτοτελή και αυτοδύναμα. Στην εκπαιδευτική διαδικασία τα κόμικς είναι χρήσιμα εκπαιδευτικά εργαλεία. Συνιστούν ισχυρό κίνητρο για μάθηση και ατομική συμμετοχή των μαθητών στην εκπαιδευτική πράξη ενώ, καθώς βασίζονται στη δύναμη της εικόνας, δημιουργούν ένα ανθρώπινο πρόσωπο για κάθε θέμα, με αποτέλεσμα να το καθιστούν πιο προσιτό. Η ανάπτυξη δεξιοτήτων οπτικού γραμματισμού, η μετατροπή του αναγνώστη σε έναν «πρόθυμο συνεργάτη» του καλλιτέχνη στην πρόσληψη και ερμηνεία της αφηγούμενης ιστορίας, η ανάγκη να δουλέψει ένας μαθητής μαζί με άλλους ως ομάδα στη δημιουργία ενός κόμικς ή πολύ περισσότερο ενός graphic novel, η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης του αναγνώστη μιας και κατά την αναγνωστική διαδικασία επενδύει την ευφυΐα, τη φαντασία και το συναίσθημά του, είναι κάποια από τα πολλά πλεονεκτήματα που προσφέρει η εκπαιδευτική αξιοποίηση των εικονογραφημάτων. Τα graphic novels και συγκεκριμένα το Αϊβαλί είναι ιστορίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποτελεσματικό εργαλείο αφήγησης, το οποίο μπορεί να φυτέψει και να καλλιεργήσει μηνύματα στο μυαλό των αναγνωστών. Έτσι, η εικονιστική αφήγηση της ιστορίας της μικρασιατικής τραγωδίας και των δεινών που βίωσαν τα θύματά της και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου, λειτουργεί ως καταλύτης για μια πιο συνεκτική και συμμετοχική κοινωνία. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η σπουδαιότητα του graphic novel Αϊβαλί στην αξιοποίησή του σε διδακτικά σενάρια στην εκπαιδευτική πράξη, συμβάλλοντας καθοριστικά στο να γίνει πραγματικότητα η επιθυμία-ευχή του Ηλία Βενέζη στο κύκνειο άσμα του, το Μικρασία χαίρε: «Λοιπόν, λέμε στην ανατολική πλευρά του Αιγαίου, αν ζητάτε να σβήσουμε την ιστορία μας, το συναξάρι και το μαρτυρολόγιό μας, αυτό δεν το μπορούμε. Όμως ξέρουμε να κάνουμε κάτι άλλο τίμιο και βαθύ: μπορούμε να μη μνησικακούμε…» Και το σχετικό link...
  6. Τιμή καταλόγου: 16,60 € Η νέα δουλειά του Soloup είναι εδώ. Μετά το υπέροχο Αϊβαλί ο Soloup επιστρέφει με ένα κοινωνικό graphic novel που διαπραγματεύεται ένα δύσκολο και επίκαιρο θέμα. Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο: Παιδιά και γονείς. Παιδιά και χωρισμένοι γονείς. Έρωτες που κατέρρευσαν. Σιωπές και φωνές. Δικαιολογίες κι αφορμές όταν, κάποια στιγμή, τον έναν σύντροφο έπαψε να τον αφορά ό,τι απασχολεί τον άλλον. Έπειτα διαζύγια, εντάσεις, αίθουσες δικαστηρίων, απαρχαιωμένοι νόμοι, χρονοβόρες δίκες, προκάτ αποφάσεις. Παράλογος πόλεμος χαρακωμάτων εκεί που κάποτε υπήρχε αγάπη. Κάπου ανάμεσα, στα ερείπια των ερώτων, παιδιά μπερδεμένα καλούνται να διαλέξουν στρατόπεδο. Άραγε, οι γονείς παίρνουν διαζύγιο και από τα παιδιά τους; Ποιος κερδίζει όταν το παιδί αποξενώνεται από τον έναν γονιό; Πόσο συνυπεύθυνη σε αυτή την αδικία είναι η Δικαιοσύνη; Πεταλούδες, γραμματόσημα, δαχτυλήθρες, δόντια, ταξί. Σκιές και μαύρες τρύπες. Μια παρέα στο καφενείο, ένα καναρίνι και μια διάρρηξη, δυο φίλοι, η πόρτα μιας πολυκατοικίας, η Κοκκινοσκουφίτσα. Πέντε διηγήματα κι ένα παραμύθι για τον «κακό» λύκο. Ένα graphic novel για την οδυνηρή απόσταση που χωρίζει τον Διονύση από τη μικρή Φωτεινή. Πρόκειται για ένα υπέροχο graphic novel που τιμάει τόσο το δύσκολο θέμα με το οποίο ασχολείται όσο και τη φήμη του δημιουργού. Πέντε και μια ιστορίες οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους κάτω από το κοινό πέπλο της σχέσης δύο χωρισμένων γονιών με το παιδί τους. Το σχέδιο απλό υποβλητικό γεμάτο συναίσθημα. Το σενάριο σφιχτό δυνατό και έξυπνο. Κάθε μία ιστορία σε οδηγεί πιο κοντά στην ολοκλήρωση του έργου που συμβαίνει με την τελευταία από αυτές. Οι τέσσερις πρώτες ιστορίες και η τελευταία είναι ασπρόμαυρες γεμάτες ρεαλισμό. Η πέμπτη έγχρωμη ή μάλλον χρωματισμένη σε αποχρώσεις του πράσινου και του κόκκινου πρόκειται για ένα παραμύθι. Ή μήπως όχι? Στα τεχνικά θέματα, τόσο η εκτύπωση, όσο και η ποιότητα του βιβλίου είναι εξαιρετικά! Ωραίο χαρτί ωραία χρώματα (όπου είχε) ωραία αίσθηση. Σε προκαλεί να το διαβάσεις. Το διάβασα μονορούφι. Μ άρεσε περισσότερο από το Αϊβαλί λόγω των συναισθημάτων που μου έβγαλε. Η δύναμη ενός τέτοιου graphic novel είναι συγκρίσιμη σαφώς με αυτή ενός καλού βιβλίου. Άλλη μια εξαιρετική δουλειά του Soloup λοιπόν. Προβληματίστηκα, μελαγχόλησα, αλλά απόλαυσα ένα πολύ σοβαρό έργο που με άφησε με μια γλυκόπικρη γεύση. Πικρή γιατί πικρό είναι το θέμα που πραγματεύεται. Γλυκιά γιατί γλυκό ήταν το φιλί που έδωσα στην κόρη μου χτες καθώς κοιμόταν μετά το τέλος του βιβλίου σαν ένα φόρο τιμής στους Διονύσηδες (και Διονυσίες) του κόσμου τούτου.
  7. Γράφουν στο ΒΗΜΑ ο Μάρκος Καρασαρίνης, η διδάκτωρ Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου Λήδα Τσενέ, ο πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς Soloúp (Αντώνης Νικολόπουλος) καθώς και η ποιήτρια και μεταφράστρια Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη. Από τον ήρωα των επιφυλλίδων στον Superman Του Μάρκου Καρασαρίνη Η εξοικείωσή μας με τα υπερηρωικά μπλοκμπάστερ, με τους κάθε λογής Batman, Iron Man, Spider-Man και Avengers που παρελαύνουν κάθε χρόνο από τις οθόνες μας σώζοντας σε τακτική βάση τον κόσμο και σωρεύοντας δισεκατομμύρια εισπράξεων στην πορεία, μετρά ήδη δύο δεκαετίες. Ακόμη και έτσι όμως, ακόμη κι όταν τα εκθαμβωτικά CGI τα οποία κατάφεραν να μεταφέρουν πειστικά στο σελιλόιντ την άπιαστη ως τότε γοητεία των χάρτινων σελίδων λογίζονται πια προβλέψιμα, η επιστροφή του Superman στον κινηματογράφο στις 10 Ιουλίου δεν περνά απαρατήρητη. Σημαιοφόρος όλων, ο αρχετυπικός ήρωας του αμερικανικού κόμικ βαδίζει αισίως στην ένατη δεκαετία της ζωής του (γεννηθείς το 1938) αποτελώντας ένα από τα πιο διάσημα σύμβολα της σύγχρονης ποπ κουλτούρας – σύμβολο μάλιστα εύπλαστο και προσαρμοζόμενο σε πλείστες όσες κοινωνικές και ιδεολογικές μεταβολές από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης ως αυτή της παγκοσμιοποίησης. AI GENERATED Αυτή η προσαρμοστικότητα του «υπερανθρώπου των μαζών», κατά τον εύστοχο όρο του Ουμπέρτο Έκο για μια σειρά παρόμοιων χαρακτήρων που ξεκινούν από τον Ταρζάν και φτάνουν ως τον Τζέιμς Μποντ, δεν είναι καινοφανής ιδιότητα. Προέρχεται, όπως και το ίδιο το πρότυπο, από το λαϊκό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα: άμεσος πρόγονος των απανταχού σούπερ ηρώων, κατά τον Έκο, δεν είναι ο ημίθεος της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας ή ο υπεράνθρωπος του Νίτσε αλλά ο πρωταγωνιστής των επιφυλλίδων – o Ροδόλφος του Γερολστάιν στα Μυστήρια των Παρισίων του Ευγένιου Σύη, ο κόμης Μοντεχρίστος στο ομώνυμο έργο του Αλέξανδρου Δουμά, ο Ροκαμβόλ του Πονσόν ντι Τεράιγ, ο Αρσέν Λουπέν του Μορίς Λεμπλάν. Κυνηγοί της περιπέτειας ή ανατροπείς της τάξης, εραστές της εξουσίας ή εκδικητές που επιδίδονται σε πράξεις ιδιωτικής απόδοσης δικαιοσύνης, προορίζονται, όπως και οι επίγονοί τους, να υποδηλώσουν υπαινικτικά ή μη τις αξίες της εποχής τους, να επανορθώσουν ανισότητες και αδικίες παρασύροντας τον αναγνώστη σε μια κατάσταση αναστολής της δυσπιστίας για τους απίστευτους άθλους τους. Μέσα στις αντιφάσεις τους ωστόσο (η διπλή ταυτότητα του ήρωα, είτε ως μεταμφίεση είτε ως μάσκα, προκάλεσε ποικίλους φροϋδικούς συνειρμούς) οι υπεράνθρωποι των μαζών δεν ασκούν έλξη μόνο ως μυθοπλασία φυγής από την πραγματικότητα. Όπως ο Εντμόν Νταντές, το αληθινό πρόσωπο του κόμη Μοντεχρίστου, ή ο Κλαρκ Κεντ, ο καθημερινός εαυτός του Superman, κλείνουν το μάτι σε όλους μας ότι μπορούμε να ταυτιστούμε μαζί τους, ότι – κατά τον στίχο του Ντέιβιντ Μπόουι – we could be heroes, just for one day. Η καλοσύνη του ξένου Της Λήδας Τσενέ Συμπληρώθηκαν φέτος 87 χρόνια από την πρώτη εμφάνιση του Superman το 1938. Και ενώ κάποιος θα περίμενε η δημοφιλία του ήρωα να φθίνει, αντίθετα παραμένει υψηλή, τόσο ώστε η νέα ταινία που θα κυκλοφορήσει σύντομα στη μεγάλη οθόνη, να συγκεντρώνει ήδη τα φώτα της δημοσιότητας επάνω της. Τι συμβαίνει λοιπόν και ο Superman παραμένει, μετά από τόσα χρόνια, το ίδιο δημοφιλής; Πώς γίνεται, ο άνθρωπος από ατσάλι να είναι τόσο ανθεκτικός – όπως το ατσάλι άλλωστε – στο πέρασμα του χρόνου και να βρίσκει απήχηση ακόμα και σε γενιές που τον γνώρισαν κυρίως μέσα από ταινίες και videogames; Και κυρίως, γιατί σήμερα χρειαζόμαστε, ίσως περισσότερο από ποτέ, λίγο από την καλοσύνη του Κλαρκ Κεντ και την ενσυναίσθηση του Superman; Από την πρώτη του εμφάνιση στο «Action Comics» το 1938 μέχρι και σήμερα, ο Superman καταφέρνει να προσαρμοστεί στις μεταβαλλόμενες εποχές. Σύμφωνα με τον Μπεν Σόντερς, καθηγητή και συγγραφέα του βιβλίου Do the Gods Wear Capes? Spirituality, Fantasy and Superheroes, «ο Superman αλλάζει με αξιοσημείωτη ταχύτητα και όμως καταφέρνει, παραδόξως, να ενσαρκώνει την ιδέα μιας αμετάβλητης αρετής». Και συνεχίζει, υπογραμμίζοντας γλαφυρά, «από την άποψη της ποπ κουλτούρας του 20ού αιώνα, αποτυπώνει την έννοια ενός πλατωνικού ιδανικού του καλού. Όταν ο Superman τα πάει καλά, δεν ντρέπομαι να τον αποκαλώ μια όμορφη ιδέα». Και πράγματι, η επιρροή του Superman είναι τόσο μεγάλη που πολλοί συγκρίνουν τη διαδρομή και τη μυθική του αφήγηση με τους μυθολογικούς ήρωες της αρχαίας Ελλάδας ή της Ρώμης, εκπληρώνοντας ακριβώς την ίδια κοινωνική λειτουργία, ενισχύοντας τις αξίες, τους κανόνες και τις κοινωνικές δομές ενός πολιτισμού. Οι μύθοι παρέχουν εξηγήσεις για τα φυσικά φαινόμενα, θεσπίζουν ηθικούς κώδικες και καθοδηγούν τα άτομα στους ρόλους τους μέσα στην κοινωνία. Δημιουργούν επίσης μια αίσθηση κοινότητας και κοινής ταυτότητας παρέχοντας κοινές αφηγήσεις και σύμβολα. Και αναμφισβήτητα, ο Superman καταφέρνει αρκετά από τα παραπάνω. Αυτό που όμως πραγματικά ξεχωρίζει τον Superman και τον καθιστά τον απόλυτο ήρωα, δεν είναι οι εξωπραγματικές του δυνάμεις. Είναι τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του και κυρίως αυτά της καλοσύνης και της ενσυναίσθησης, χαρακτηριστικά που φροντίζει να αναδεικνύει σε κάθε του περιπέτεια. Στο εμβληματικό «All Star Superman» του Γκραντ Μόρισον, ο Superman πεθαίνει και καλείται να εκτελέσει μια σειρά από αποστολές πριν από το θάνατο του. Ωστόσο, η γοητεία αυτής της τελευταίας διαδρομής δεν βρίσκεται στο μεγαλείο των προκλήσεων, αλλά στις αλληλεπιδράσεις του με τους φίλους, τους εχθρούς και τους πολίτες που σώζει. Και όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος ο Μόρισον, «οι καλύτερες ιστορίες αφορούν έναν τύπο που προσπαθεί να κατανοήσει τα πράγματα γενικά, αλλά και το κορίτσι δεν τον συμπαθεί όσο θα ήθελε. Ο κακός τον μισεί, αλλά εκείνος συμπαθεί τον κακό. Αυτό το πραγματικό, μικρό ανθρώπινο συναισθηματικό στοιχείο λειτουργεί υπέροχα όταν το ανατινάζεις σε κοσμικές διαστάσεις». Ακόμα ένα παράδειγμα είναι η ιστορία «Generations» του Ντάνιελ Γουόρεν Τζόνσον που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Superman – Red and Blue». Σε αυτήν παρακολουθούμε τον Τζόναθαν Κεντ, τον θετό πατέρα του Superman, να φοβάται ότι μπορεί να μην τα καταφέρει καλά στην ανατροφή αυτού του εξωγήινου μωρού. Σε όλη την ιστορία τον βλέπουμε να επαναλαμβάνει μερικές βασικές φράσεις στον νεαρό Superman, ο οποίος στη συνέχεια, ενώ σώζει ζωές ανθρώπων, τις επαναλαμβάνει για να τους ενθαρρύνει. Αυτές οι φράσεις είναι «Είσαι ξεχωριστός», «Σ’ αγαπώ» και «Είμαι περήφανος για σένα». Η τελευταία εικόνα στην ιστορία είναι o Superman να κοιτάζει τη Γη από το Διάστημα, με ένα χαμόγελο και δάκρυα στα μάτια του, καθώς δηλώνει την αγάπη του για το θετό του σπίτι. Ο Superman μπορεί να μοιάζει άτρωτος, πολλές φορές ακόμα και βαρετός, καθώς τα κάνει όλα τέλεια, αλλά αν κανείς κοιτάξει λίγο πιο προσεκτικά θα δει ότι φέρει τραύματα – μην ξεχνάμε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του, τον πλανήτη Κρύπτον –, έχει ελαττώματα, ανησυχίες. Μπορεί να πετά αγέρωχος από πάνω μας, όμως είναι η αντανάκλαση των επιθυμιών, των ελπίδων και των φόβων μας. Και σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν οι συγκρούσεις και η αλαζονεία και εκλείπει η πίστη στις ανθρώπινες αξίες, ο Superman είναι εδώ για να μας θυμίσει ότι, ακόμα και αν δυσκολευόμαστε να το δούμε, η μεγαλύτερη δύναμή μας είναι η καλοσύνη. Η κυρία Λήδα Τσενέ είναι διδάκτωρ Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου, καλλιτεχνική διευθύντρια του Comicdom CON Athens. Κόμικς με «ήρωες» και «χαρακτήρες» Του Soloup (Αντώνης Νικολόπουλος) Τους πρωταγωνιστές στα κόμικς συνηθίζουμε να τους αποκαλούμε «ήρωες». Οι «ήρωες των κόμικς» λέμε, και ας μην είναι όλοι τους υπερήρωες όπως ο Superman, ο Batman, η Wonder Woman ή κάποιοι ακόμα, σαν τον Τεν Τεν και τον Κόρτο Μαλτέζε, που καταφέρνουν πάντα στο τέλος με την εξυπνάδα τους να φέρνουν τις δύσκολες καταστάσεις σε μια λεπτή ισορροπία, έστω μέχρι το επόμενο επεισόδιο. Υπάρχουν και οι άλλοι… ήρωες, οι πλακατζήδες, αφελείς και γκαφατζήδες. Ο Ντόναλντ Ντακ ας πούμε ή ο Ραν Ταν Πλαν. Και ακόμα παραπέρα, κάποιοι χαρακτήρες σε τελείως διαφορετικές αφηγήσεις, που συγκινούν και προβληματίζουν. Δεν είναι μικρότερος άθλος και αυτός, η συγκίνηση, όταν καταφέρνουν οι σκιτσογράφοι να τη μεταδώσουν στους αναγνώστες με απλές γραμμές, μπαλονάκια και σιωπές. Τα κόμικς θεωρούνται ακόμα και σήμερα από πολλούς μια μονοδιάστατη, «λάιτ» τέχνη. Όμως οι «ήρωές» τους, η ποικιλία των χαρακτήρων, όπως και οι προσεγγίσεις διαφορετικών αναγνωστικών ομάδων και ηλικιών, αποδεικνύουν στην πράξη το αντίθετο. Ας επιχειρήσουμε παρ’ όλα αυτά έναν γενικό διαχωρισμό: «ήρωες» και «χαρακτήρες». Μια ομαδοποίηση αρκετά αυθαίρετη – δεν είναι άσπρο/μαύρο τα πράγματα εδώ όπως σε κάποια κόμικς – και η οποία σίγουρα δεν περιγράφει μια ποιοτική διαφοροποίηση, αφού συναντούμε αριστουργήματα της «ένατης τέχνης» και στις δύο περιπτώσεις. Άλλωστε υπάρχουν φιγούρες που διαπερνούν με άνεση τα όρια των ορισμών, όπως συμβαίνει με τις σύγχρονες εξιστορήσεις του Σατούφ (στη Γαλλία) και του Ζεροκάλκαρε (στην Ιταλία). Σε ένα τόσο γενικό σχήμα όμως, μπορούμε να εντοπίσουμε καλύτερα δύο βασικούς μηχανισμούς αφήγησης και στυλιζαρίσματος. Από τη μια λοιπόν συναντούμε «ήρωες» κόμικς με ευδιάκριτη τυπολογία χαρακτήρων, αναγνωρίσιμες μορφές και αναμενόμενες συμπεριφορές. Σε αυτήν την πλευρά θα βρούμε τις πλέον διάσημες φιγούρες του μέσου των κόμικς: τον Μίκυ Μάους, τον Αστερίξ και τον Λούκυ Λουκ, τον Ισοβίτη, τον Superman, τον Τσάρλι Μπράουν, τον Spider-Man. Κόμικς χιουμοριστικά αλλά και κόμικς υπερηρωικά, φαντασίας και περιπέτειας που τα βρίσκουμε να δημοσιεύονται σε συνέχειες και αυτοτελή επεισόδια (σε comic album, τεύχη σε σειρές, comic strips ή πλέον και web comics). Κοινό τους χαρακτηριστικό, τα αναγνωρίσιμα και επαναλαμβανόμενα στοιχεία. Οι πρωταγωνιστές αλλά και οι φιγούρες που τους πλαισιώνουν όχι μόνο είναι σχεδιαστικά στυλιζαρισμένοι, αλλά οι συμπεριφορές και οι αντιδράσεις τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικές και αναμενόμενες. Συχνότατα μοιράζονται μεταξύ τους ευδιάκριτους ρόλους. Ο έξυπνος και ο χαζός, ο καλός, ο μοχθηρός, ο σοφός, ο καβγατζής, ο ζηλιάρης, είναι μόνο κάποια από αυτά τα ενδεχόμενα. Σκεφθείτε τέτοιες ομάδες ρόλων στους υπερήρωες (στον Batman) ή ακόμα περισσότερο στα χιουμοριστικά κόμικς (ας πούμε στο γαλατικό χωριό του Αστερίξ). Ο Ιζνογκούντ σε αυτήν την αφηγηματική δομή πάντα θα θέλει να γίνει Χαλίφης στη θέση του Χαλίφη, ο Joker (σχεδόν) πάντα θα είναι ο ψυχοπαθής αντίπαλος του Batman, ο Οβελίξ πάντα θα βαράει λεγεωνάριους και θα τρώει αγριογούρουνα ενώ ο Λούκυ Λουκ πάντα στο τέλος του κάθε τεύχους του θα είναι… ένας φτωχός και μόνος καουμπόι. Η επανάληψη των συμπεριφορών και των αντιδράσεων στους «ήρωες» όχι μόνο δεν είναι βαρετή, αλλά και από τα πλέον επιθυμητά χαρακτηριστικά αυτών των κόμικς που καθόλου τυχαία μεταφέρθηκαν αυτούσια και με τεράστια ανταπόκριση στη μεγάλη οθόνη. Ας περάσουμε όμως και στην άλλη μπάντα των «ηρώων», που συμβατικά περιγράψαμε ως «χαρακτήρες». Αυτούς θα τους συναντήσουμε συχνότερα σε αφηγηματικά αυτοτελή κόμικς με ιστορίες πιο σύνθετες και πολυσέλιδες. Συνθήκη που τα βοηθάει να αναπτύξουν τον ψυχισμό, τα συναισθήματα και τις σκέψεις των δρώντων προσώπων κατά τρόπο ανάλογο θα λέγαμε με κάποιες ταινίες του κινηματογράφου ή την πλοκή ενός μυθιστορήματος, κάτι που δεν θα μπορούσε να συμβεί σε ένα comic strip. Το τέλος των ιστοριών και οι συμπεριφορές δεν είναι προβλέψιμες, ενώ συχνά η ανατροπή ενυπάρχει και στην ίδια την δομή της αφήγησης. Όπως για παράδειγμα στα «μετακόμικς» όπου οι αφηγητές / σκιτσογράφοι εμφανίζονται οι ίδιοι στις σελίδες τους παρεμβαίνοντας στη ροή ή και διατυπώνοντας μια προσωπική οπτική σε όσα διαδραματίζονται γύρω τους. Εδώ ο Αρτ Σπίγκελμαν στο Maus, ο Τζο Σάκο στο Palestine ή η Μαρζάν Σατραπί στο Persepolis (για ν’ αναφερθούμε σε κάποια ιδιαίτερα γνωστά κόμικς) δίνουν άλλη διάσταση στην αφήγηση καθώς προστίθεται στο θεματικό / χρονικό πλαίσιο που κινούνται, ένας συγκεκριμένος κοινωνικός προβληματισμός (οι αναφορές στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, το παλαιστινιακό ζήτημα και το καθεστώς της Περσίας, αντίστοιχα). Πολιτική και πολιτισμική θέαση που αντιλαμβάνεται τον σύγχρονο κόσμο, την ιστορία και την κοινωνία μέσα από την υποκειμενική ματιά των συγγραφέων. Ή ακόμα και το παρελθόν με όχημα την Ιστορία και τη Λογοτεχνία – σε κάποια άλλα θεματικά κόμικς και διαμεσικές μεταφορές –, θέτοντας στους σύγχρονους αναγνώστες τα πλέον ενδιαφέροντα ερωτήματα για το μέλλον. Χαρακτηριστικά γραφής και αγωνιώδους προβληματισμού που συναντούμε άλλωστε σε κάθε μορφή έντεχνης δημιουργίας. «Ήρωες» και «Χαρακτήρες» λοιπόν. Δύο βασικές μορφές αφήγησης – και αναγνωστικής απόλαυσης – από μια ιδιαίτερα πλούσια, πολυτροπική τέχνη, τα κόμικς. Ο Soloúp (Αντώνης Νικολόπουλος) είναι πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς, διδάκτωρ Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Ιστορίες εκδικητών (χάρτινων και μη) Της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη Στο τομίδιο Πράξεις Εκδίκησης Ι (εκδ. Τοποβόρος), συλλογή μαρτυριών και δοκιμίων που αναφέρονται σε πράξεις αυτοδικίας Εβραίων εναντίον Γερμανών κατά τη διάρκεια ή μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου – και εν πάση περιπτώσει πριν ψηφιστεί ο «Νόμος για την Τιμωρία των Ναζί και των Συνεργατών τους», που καθιστούσε το κράτος του Ισραήλ κύριο φορέα της διαχείρισης εγκλημάτων σχετιζομένων με το Ολοκαύτωμα – ο ιστορικός Νιρ Μαν αναφέρει την ιστορία ενός τσαγκάρη ονόματι Μίτερμαν. Ο Μίτερμαν λοιπόν, ένας κατά τα άλλα λιγομίλητος και μονίμως μουρμουρίζων γίγαντας, «στα γεράματα γνωστός για το σκαρί του και τα παχιά του χέρια», αποφασίζει να αποκαλύψει στον αφηγητή ότι μετά τον πόλεμο επιστρατεύτηκε από τον αμερικανικό στρατό για να δουλέψει στη νυχτερινή φύλαξη των γερμανικών τρένων, πράγμα που του επέτρεπε επίσης να πηγαίνει από το ένα στρατόπεδο εκτοπισμένων στο άλλο, προσπαθώντας να εντοπίσει τον χαμένο του γιο. Οι βάρδιες αυτές τού επέτρεπαν και κάτι ακόμα: να δολοφονεί όσους έκοβε με το μάτι (από την υπεροπτική τους στάση, τη γλώσσα του σώματος, τον τρόπο ντυσίματος) ότι ανήκαν, μέχρι πολύ προσφάτως, στο ναζιστικό κόμμα. «Στα εξπρές τρένα του Μονάχου, της Φρανκφούρτης και του Αμβούργου: εκεί τους καθάριζα» λέει ο τσαγκάρης Μίτερμαν στον εντελώς ανυποψίαστο έφηβο Μαν, που έκτοτε θα τον αντιμετωπίζει ως μυθικό, σχεδόν, ήρωα. Στο φαντασιακό ενός λαού κατατρεγμένου, δεν απέχει πολύ η εκδίκηση από την ηρωοποίηση. Το βλέπουμε, εξάλλου, συνεχώς στην ιστορία αλλά και στις ειδήσεις: ο τρομοκράτης του ενός είναι ο ήρωας κάποιου άλλου. Και το ανάποδο. Πώς λοιπόν να μην υπάρξει ολόκληρο κομμάτι της ισραηλινής λογοτεχνίας που να αποτυπώνει, διαχρονικά, φαντασιώσεις για εκδίκηση μέσα από τη δράση αυτόκλητων τιμωρών – είτε μιλάμε για «υψηλή» λογοτεχνία (π.χ., στο See Under: Love του Νταβίντ Γκρόσμαν) είτε για το ακριβώς αντίθετό της: τη λεγόμενη «Στάλαγκ» μυθιστοριογραφία, μια σειρά από φτηνά βιβλιαράκια τσέπης που υποτίθεται ότι παρουσίαζαν ιστορίες πορνογραφικής εκμετάλλευσης κρατουμένων στα «Joy Division» (πορνεία για γερμανούς αξιωματικούς στα στρατόπεδα συγκέντρωσης) και, εν τέλει, στυγνής εκδίκησης των κρατουμένων εναντίον των βασανιστών τους; Ο Ουμπέρτο Έκο θα έβρισκε σίγουρα πολλά να σχολιάσει για τους κλασικούς «υπερανθρώπους των μαζών» της ισραηλινής λογοτεχνίας, για το πώς αποτυπώνουν και ανατροφοδοτούν το συλλογικό φαντασιακό του λαού τους, είτε ως απλοί άνθρωποι που γίνονται μυθικοί (και μυστικοί) πράκτορες της Μοσάντ και κυνηγοί Ναζί (ή νεο-Ναζί) σε δημοφιλέστατα αστυνομικά μυθιστορήματα (σαν το τεράστιο μπεστ-σέλερ Το Σημάδι του Κάιν, του Ραμ Ορέν) είτε ως ήρωες κόμικς, όπως ο βρετανο-εβραίος μαχητής Λέσλι Τόλιβερ στην Εβραϊκή Ταξιαρχία του Marvano, που μετά το τέλος του πολέμου επιστρέφει στην Ευρώπη για να καταδιώξει και να σκοτώσει αυτοβούλως και αυτόκλητα εγκληματίες πολέμου. Αποχρώσεις και αποκλίσεις φυσικά υπάρχουν: από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 αρχίζουν και αποτυπώνονται στις απαιτήσεις του αναγνωστικού κοινού εξελίξεις που αντικατοπτρίζουν μια ωρίμανση στην πολυπλοκότητα του ισραηλινού δημόσιου λόγου, στην πολιτική, στη δημοσιογραφία και στα σχολικά βιβλία. Οι αυτόκλητοι τιμωροί της ισραηλινής ποπ κουλτούρας εμφανίζονται και ως ψυχολογικά επιβεβαρημένοι, τραυματισμένοι άνθρωποι, με θολά τα όρια που τους ξεχωρίζουν από τα θύματά τους και πρώην δράστες. Ο κόσμος γίνεται ξαφνικά πολύπλοκος, πολυεπίπεδος, πολύ πιο γκρίζος από αυτός των προκατόχων τους, λίγο σαν τα ποιήματα του Γιεουντά Αμιχάι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου σύγχρονου, πολύπλοκου «υπερήρωα» είναι ο χαρακτήρας του Ντορόν στην επιτυχημένη σειρά του Netflix «Fauda» (Χάος). Βεβαίως, υπάρχει κι ένα σημείο στο οποίο η ανάλυση του Έκο δεν «κουμπώνει» σωστά στη συζήτησή μας. Οι κλασικοί «υπεράνθρωποι των μαζών» έρχονται πολλές φορές αντιμέτωποι με το σύστημα με σκοπό να αποδώσουν δικαιοσύνη, δίχως όμως να γκρεμίσουν τις υπάρχουσες δομές εξουσίας· άντε να τις αναταράξουν λίγο: σκεφτείτε τον Superman ή τον Τζέιμς Μποντ. Εν αντιθέσει με αυτό το σχήμα, οι αυτόκλητοι τιμωροί/υπερήρωες της ισραηλινής λογοτεχνίας – απαστράπτοντες, τσαλακωμένοι, μυθικοί ή ταπεινοί – έχουν το εξής κοινό χαρακτηριστικό: τη διακαή επιθυμία να αμφισβητήσουν την άδικη εικόνα των Εβραίων ως παθητικών θυμάτων και να αψηφήσουν το στερεότυπο της αδυναμίας που τους στιγμάτιζε για αιώνες. Υπό αυτήν την έννοια, βρίσκονται ξεκάθαρα πολύ πιο κοντά στον V του V for Vendetta ή στους Watchmen του Αλαν Μουρ: έρχονται για να αλλάξουν πραγματικά τον κόσμο – και τον αλλάζουν. Αλλά, όπως κι οι χαρακτήρες του Μουρ, ξεσκεπάζουν την επικίνδυνη φαντασίωση ότι μπορούν οι υπεράνθρωποι και οι υπερήρωες να «σώσουν τον κόσμο» χωρίς συνέπειες. Η κυρία Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη είναι ποιήτρια και μεταφράστρια. Και το σχετικό link...
  8. Με αφορμή τα 10 χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία του, το «Αϊβαλί» του Soloύp επανεκδίδεται από τις εκδόσεις Διόπτρα και γίνεται η πρώτη ύλη για ένα πρωτοποριακό εγχειρίδιο για την αξιοποίηση των κόμικς στην εκπαίδευση. Στα 10 και κάτι χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία του από τις εκδόσεις Κέδρος, το «Αϊβαλί» του Soloύp έχει ήδη γίνει κλασικό. Οι απανωτές επανεκδόσεις του, οι μεγάλες εκθέσεις που έχουν γίνει γι’ αυτό, οι ημερίδες, οι συζητήσεις και οι εκδηλώσεις, οι θεατρικές μεταφορές και προσαρμογές του, οι επιστημονικές εργασίες, οι διπλωματικές, μεταπτυχιακές και διδακτορικές διατριβές που επικεντρώνονται στη σπουδαιότητα και στις ιδιαιτερότητές του, η κουβέντα που ανάβει με κάθε νέα αφορμή και παρουσίασή του, οι πολλές μεταφράσεις του σε άλλες γλώσσες (αγγλικά, τουρκικά, ισπανικά, γαλλικά) αποδεικνύουν ότι το «Αϊβαλί» έχει ακόμα πολλά να πει. Η πολυεπίπεδη, σπονδυλωτή αφήγηση που υφαίνεται πάνω σε κείμενα του Φώτη Κόντογλου, του Ηλία Βενέζη, της Αγάπης Βενέζη-Μολυβιάτη και του Αχμέτ Γιορουλμάζ, μαζί με τα συγκλονιστικά ασπρόμαυρα σχέδια του Soloύp, συνθέτουν μία πλήρως και διεξοδικά τεκμηριωμένη προσέγγιση των γεγονότων του 1922 αλλά και όσων προηγήθηκαν και ακολούθησαν τις ανταλλαγές πληθυσμών, που δημιούργησαν τις κοινές πληγές Ελλήνων και Τούρκων του Βόρειου Αιγαίου. Χωρίς να γίνεται διδακτικό ή να κουνάει το δάκτυλο, το «Αϊβαλί» αποτελεί μια απόπειρα διάσωσης της μνήμης μέσω της τέχνης των κόμικς και παράλληλα μια δημοσιογραφική έρευνα κι ένα ιστορικό ντοκουμέντο με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία από την εμπλοκή του ίδιου του Soloύp και των προγόνων του με το Αϊβαλί. Την επικαιρότητα που εξακολουθεί να διατηρεί ένα τόσο σπουδαίο έργο επισημαίνει και η νέα, «διακριτικά αναθεωρημένη» έκδοση από τη Διόπτρα, που περιλαμβάνει και πλούσια στοιχεία από την υπερδεκαετή παρουσία και πορεία του έργου στην ελληνική και διεθνή σκηνή των κόμικς. Ενός έργου που αποτέλεσε, μάλιστα, την απαρχή μιας σχετικής αλλαγής της διαδρομής του δημιουργού του, από τα αμιγώς πολιτικά – χιουμοριστικά έργα σε μια πιο προσωπική και βαθιά συγκινητική αφήγηση μεγάλης έκτασης («Ο Συλλέκτης»), στην ελληνική Ιστορία («’21, Η Μάχη της Πλατείας»), στην προσέγγιση και τη δημιουργική ανασύνθεση της λογοτεχνίας του Νίκου Καζαντζάκη («Ζορμπάς, Πράσινη Πέτρα Ωραιοτάτη»). Σε αυτή την τεθλασμένη αλλά συνεπή διαδρομή με τους πολλούς και διαφορετικούς ενδιαφέροντες σταθμούς εντάσσεται και η κυκλοφορία του πρόσφατου «Comics & Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί. Λογοτεχνία, Ιστορία και Οπτική Επικοινωνία. Τα Κόμικς στην Εκπαίδευση», ενός βιβλίου των Soloύp και Ευαγγελίας Μουλά και πάλι από τις εκδόσεις Διόπτρα, που φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα πρωτοποριακό εγχειρίδιο για την αξιοποίηση των κόμικς σε ποικίλα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, αντλώντας αφορμές και παραδείγματα από το «Αϊβαλί». Τα ερωτήματα στα οποία το βιβλίο καλείται να απαντήσει συνοψίζονται στα εξής: «Τι είναι τα graphic novels και πώς συνδέονται με τα κόμικς; Πώς εξελίχθηκε το Μέσο στην Ελλάδα; Ποια η σχέση των κόμικς με τη λογοτεχνία και με την ιστορία; Πώς μπορεί ο εκπαιδευτικός να αξιοποιήσει ένα κόμικς στην τάξη, υπηρετώντας ταυτόχρονα τους διδακτικούς σκοπούς των προγραμμάτων σπουδών, την κριτική σκέψη αλλά και τον οπτικό και πολυτροπικό γραμματισμό; Πώς να φτιάξουν μαθητές, σπουδαστές και φοιτητές μόνοι τους μια ιστορία κόμικς ακολουθώντας συγκεκριμένα βήματα;» Από τη μία, η τεράστια καλλιτεχνική διαδρομή αλλά και η ιστορική και θεωρητική κατάρτιση του Soloύp και, από την άλλη, η μεγάλη εμπειρία της Ευαγγελίας Μουλά (φιλόλογος και σύμβουλος Εκπαίδευσης Φιλολόγων στη Δωδεκάνησο) σε θέματα γύρω από τα κόμικς, τη λογοτεχνία, την παιδαγωγική αξιοποίηση των ΤΠΕ στην εκπαίδευση και τον κριτικό γραμματισμό κ.ά., εγγυώνται ένα πολύ ενδιαφέρον και πρωτότυπο βιβλίο στο οποίο αναλύεται σε βάθος η τέχνη των κόμικς και επισημαίνονται τα σημειολογικά κλειδιά και οι μηχανισμοί της οπτικής αφήγησής τους. Το πρώτο μέρος καταπιάνεται με τις έννοιες των κόμικς και των graphic novels και με τις θεματικές περιοχές για την αξιοποίηση των κόμικς στην εκπαίδευση (ένταξη εικονογραφηγημάτων στην εκπαίδευση, μεταφορές λογοτεχνικών κειμένων σε κόμικς, μεταφορά, διασκευή, απόδοση, πιστότητα, ανάπλαση, ανοικείωση κ.ά.) και την προσέγγιση της ιστορίας και άλλων ευαίσθητων κοινωνικών ζητημάτων, ενώ στο δεύτερο μέρος, με συγκεκριμένα, πολύ εύστοχα επιλεγμένα παραδείγματα από το «Αϊβαλί», προτείνονται ερωτήσεις / δραστηριότητες ανταπόκρισης, κατανόησης και ερμηνείας των κειμένων, γνώσεων για τη λογοτεχνία, συζητήσεις με όρους της γλώσσας των κόμικς, δραστηριότητες έκφρασης (εικαστικής, θεατρικής, ρητορικής) / δημιουργικής γραφής, σχέσεις των λογοτεχνικών πρωτοτύπων με τις διασκευές κ.ά. Τέλος, στο τρίτο μέρος προτείνονται μια σειρά βήματα δημιουργίας κόμικς στην τάξη και οι κατάλληλες οδηγίες ώστε η θεωρία να μετουσιωθεί σε πράξη, και το βιβλίο κλείνει με την παράθεση εκτενούς βιβλιογραφίας και δικτυογραφίας που το καθιστούν σημαντικότατο εργαλείο προς άμεση χρήση από την ελληνική ακαδημαϊκή, σχολική και καλλιτεχνική κοινότητα, που όσο περνούν τα χρόνια γίνεται, ευτυχώς, όλο και πιο ανοικτή και δεκτική σε τέτοιες σπουδαίες και τεκμηριωμένες προτάσεις. Και το σχετικό link...
  9. «Κι έφτασε η στιγμή που μετρήσανε τον ανθρώπινο πόνο όπως μετράνε οι κρεατέμποροι τα γελάδια. Πάνω από δύο εκατομμύρια ξεχωριστές τραγωδίες. Νεκροί αμέτρητοι. Σχεδόν ενάμισι εκατομμύριο βίαια διωγμένοι Ρωμιοί πρόσφυγες. Κάπου πεντακόσιες χιλιάδες μουσουλμάνοι “ανταλλαγμένοι”. Κανείς δεν τους ρώτησε. Παρέλαση από τραγωδίες. Ένας ασύλληπτος κατατρεγμός. Μια φούγκα από αμέτρητες απεγνωσμένες φωνές. Ελάχιστες από αυτές αποτυπώθηκαν σε βιβλία. Αρκετές πάλι – άλλοτε σαν παραμύθια και άλλοτε σαν εφιάλτες – τις άκουσαν παιδιά κι εγγόνια. Με τον καιρό λησμονιούνται, χάνονται κι αυτές. Συναντιούνται μ’ εκείνες που δε μαθεύτηκαν ποτέ». Με αυτά τα λόγια συνοδεύει ο Soloúp τη συγκλονιστική σελίδα από το «Αϊβαλί» με τα δεκάδες πορτρέτα των ανώνυμων θυμάτων της τραγωδίας του 1922. Θύματα που έγιναν αριθμοί στα στατιστικά της Ιστορίας, άνθρωποι που τους έκλαψαν μόνο οι συγγενείς τους μέχρι να ξεχαστούν. Εικόνες που όσο πιο πίσω πας θολώνουν, ξεθωριάζουν και χάνονται. Φωτογραφίες που παραταγμένες εν σειρά χάνουν την ακρίβειά τους και μετατρέπονται σε κουκίδες, σε τελίτσες, σε γραμμούλες, σε «λεκέδες» της Ιστορίας που «πρέπει» να σβηστούν. Κι εκεί ακριβώς είναι που συμβάλλει το «Αϊβαλί»: στο να μη σβηστούν οι μνήμες, να μην ξεχαστούν τα γεγονότα, να μην καταπιεί η λήθη την Ιστορία, να μην αναθεωρηθεί η αλήθεια εις όφελος των νέων πολιτικών συμφερόντων. Γι’ αυτό και η σελίδα με τα πορτρέτα αποτελεί μέρος του εγχειριδίου του Soloúp και της Ευαγγελίας Μουλά για τη χρήση των Κόμικς στην Εκπαίδευση. Ώστε εκπαιδευτικοί, φοιτητές και μαθητές να μπορούν να μιλούν για τη μνήμη και την Ιστορία χωρίς να φοβούνται. Ότι ακριβώς πρέπει να προσπαθήσουμε στο παρόν για την Παλαιστίνη και τη γενοκτονία που διαπράττει το Ισραήλ. Να μην αφήσουμε να γίνουν τελίτσες και κουκίδες οι ανώνυμοι νεκροί της Παλαιστίνης. Και παράλληλα, να μη δώσουμε ποτέ συχωροχάρτι στους δολοφόνους και τους εγκληματίες του Ισραήλ. Να μην ξεχάσουμε την κτηνωδία τους. Και το σχετικό link...
  10. Ο κομίστας Soloúp και η εκπαιδευτικός Ευαγγελία Μουλά μιλούν στην «Κ» για τη δύναμη που μπορεί να έχουν τα καρέ των κόμικς στην εκπαίδευση, με αφορμή το νέο τους βιβλίο. Όταν πριν από 10 και βάλε χρόνια ο Soloúp – κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος – δημιουργούσε το graphic novel «Αϊβαλί», είχε στο μυαλό του έναν αναγνώστη δυνάμει συνομήλικό του, με τον οποίο θα άνοιγε έναν διάλογο, θέτοντας ερωτήματα και προσπαθώντας να δώσει απαντήσεις για ένα σημείο στον χώρο και τον χρόνο ιδιαίτερα φορτισμένο ιστορικά, όπως υπήρξε το λιμάνι της Μικράς Ασίας. Αυτό που σίγουρα δεν φανταζόταν ήταν πως με το συγκεκριμένο graphic novel θα έμπαινε σε τάξεις και αμφιθέατρα σε κάθε βαθμίδα της εκπαίδευσης: από νηπιαγωγεία, μέχρι κολέγια και πανεπιστήμια, εντός συνόρων αλλά και ώς τον μακρινό Καναδά στον οποίο βρέθηκε πρόσφατα. Δεν υπήρξαν λίγοι οι εκπαιδευτικοί που τον κάλεσαν μέσα σε αυτή τη δεκαετία για ένα μάθημα ή μια δραστηριότητα λίγο διαφορετική από αυτές που γνωρίζει η «παραδοσιακή» εκπαίδευση. Η Ευαγγελία Μουλά πάλι, φιλόλογος στο επάγγελμα και σύμβουλος Εκπαίδευσης Φιλολόγων στα Δωδεκάνησα τα τελευταία δύο χρόνια, είχε από μικρή όπως κάθε παιδί μια επαφή με τα κόμικς. Μεγαλώνοντας και μπαίνοντας στον κόσμο της φιλολογίας, ενστικτωδώς άρχισε να «παίζει» με τη δομή των κόμικς προκειμένου να βρει πιο βατούς τρόπους να εξηγήσει λόγου χάρη, συντακτικά φαινόμενα. Έτσι, έσβηνε με μπλάνκο τους διαλόγους και τους προσάρμοζε στο συντακτικό φαινόμενο που ήθελε κάθε φορά να εξηγήσει στους μαθητές. Στη συνέχεια ασχολήθηκε και θεωρητικά με το φαινόμενο, σε ένα βιβλίο-συλλογή άρθρων που κυκλοφόρησε με τη Χαρά Κοσεγιάν. Η Ευαγγελία Μουλά και ο Αντώνης Νικολόπουλος (Soloúp) συνυπογράφουν το νέο βιβλίο «Comics & Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί» (εκδόσεις Διόπτρα). Το «Αϊβαλί», η Μουλά «το ερωτεύτηκε» από την πρώτη ανάγνωση. Σε κάθε επόμενη ανάγνωση και «συνάντηση» μαζί του, έβρισκε κάποια νέα αφορμή και προσέγγιση να το μοιραστεί και με τους μαθητές της, κάτι που της ξεκλείδωσε νέες και φρέσκιες εκπαιδευτικές δυνατότητες. Μετά την πολύχρονη αυτή εμπειρία, ο Soloúp και η Ευαγγελία Μουλά έγραψαν από κοινού τώρα ένα εγχειρίδιο για τις δυνατότητες των κόμικς στην εκπαίδευση, με τίτλο «Comics & Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί» (εκδόσεις Διόπτρα). Παιδιά μυημένα στην εικόνα Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, ένα graphic novel που συνδυάζει κείμενο και εικόνα, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Για αυτόν τον λόγο η Ευαγγελία Μουλά το χρησιμοποίησε σε μαθητές 13-15 ετών. «Τα παιδιά πραγματικά ενθουσιάζονται. Γιατί δεν έχουν μάθει, ειδικά στην εποχή μας, να διαβάζουν μακροσκελή κείμενα και φυσικά είναι μυημένα στην εικόνα. Δεν μπορούμε να το παραγνωρίζουμε αυτό», σχολιάζει η εκπαιδευτικός. Είναι πολύ σημαντικό σε μια τέτοια διαδικασία «να συνδυαστεί η απόλαυση της ανάγνωσης με την καλλιέργεια των δεξιοτήτων ερμηνείας της εικόνας». Είναι πολλές οι εκπαιδευτικές προσεγγίσεις για ένα graphic novel σαν το «Αϊβαλί», όπως εξηγεί και η Ευαγγελία Μουλά. Ένα graphic novel όπως το «Αϊβαλί», αλλά και κάθε παρόμοια λογικής έργο, πώς αλλιώς μπορεί να το προσεγγίσει ένας εκπαιδευτικός; Ένας φιλόλογος το φέρνει στην τάξη ως λογοτεχνικό κείμενο; Ως ιστορικό; Για την Ευαγγελία Μουλά, μπορεί να λειτουργήσει τόσο σε πιο «κλασικές» όσο και πιο σύγχρονες προσεγγίσεις: «Προσφέρεται και για έναν πιο “κλασικό” φιλόλογο που θέλει να δώσει το βάρος του στον λόγο και να ετοιμάσει δραστηριότητες κατανόησης, που αναδεικνύουν πτυχές της θεωρίας λογοτεχνίας. Όταν μιλάμε για κάποια διασκευή ενός άλλου έργου, το graphic novel προσφέρεται και για μία σύγκριση πρωτότυπου κειμένου και κόμικς διασκευής. Μπορεί να αναλυθεί επίσης και η ίδια η δομή και η γλώσσα των κόμικς», εξηγεί. Ο συνδυασμός κειμένου και εικόνας που έχει ένα graphic novel το κάνει ένα πολύ επίκαιρο εκπαιδευτικό εργαλείο για τους μαθητές του σήμερα. Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε και την ιστορική πτυχή του έργου σε μια τέτοια περίπτωση. «Ένα τέτοιο graphic novel σου δίνει μια εικόνα της ιστορικής περιόδου από πολλαπλές οπτικές. Κάτι που υπηρετεί τη σύγχρονη μεθοδολογία της ιστορίας, που βασίζεται στην πολυπρισματικότητα. Οι μαθητές μπορούν να αντιληφθούν το πνεύμα της εποχής. Τα καρέ έχουν μια αφηγηματική συμπύκνωση και μία αμεσότητα που δεν μπορείς να την πετύχεις μέσα από το βιβλίο ιστορίας. Είναι πολύ πιο θετική η αντίδραση από το να τους πεις “Ανοίξτε το βιβλίο”», καταλήγει η εκπαιδευτικός. Ένα ενήλικο graphic novel για τους μαθητές του σήμερα Από τη δική του εμπειρία, ο Αντώνης Νικολόπουλος έχει ως τώρα μια πολύ ζεστή υποδοχή στις τάξεις που βρέθηκε. «Είναι πάντα σαν γιορτή. Με αντιμετωπίζουν πολύ θετικά, υπάρχουν και παιδιά που έχουν μελετήσει αρκετά ήδη και κάνουν καίριες ερωτήσεις πάνω στο έργο. Η ώρα του μαθήματος δεν φτάνει ποτέ. Χτυπάνε τα κουδούνια και συνεχίζουμε να μιλάμε στους διαδρόμους», λέει. Οι νέες προσεγγίσεις στην εκπαίδευση δεν βρίσκουν πάντα σύμφωνους όλους τους εκπαιδευτικούς ή τους γονείς. Το γεγονός ότι το «Αϊβαλί» είχε εξαρχής σκοπό να απευθυνθεί σε ενήλικες αναγνώστες, ακόμα και στην εκπαιδευτική πτυχή λειτούργησε υπέρ του. «Εκ των υστέρων, βλέπω πως έχει μια ειλικρίνεια που ξεπερνά άλλα θέματα που μπορεί να προκύπτουν σε ένα καθαρά εκπαιδευτικό βιβλίο. Είναι ειλικρινείς και άμεσες οι ερωτήσεις που θέτει και αυτό μπορεί να λειτουργήσει σαν κλειδί για έναν εκπαιδευτικό. Επιπλέον, ένα βιβλίο για ενήλικες στην εποχή μας και με τα ερεθίσματα που έχουν οι νέοι, μπορεί να μιλήσει και σε αυτούς σαν ίσο προς ίσο». Ο Νικολόπουλος φέρνει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που αναλύεται και μέσα στο βιβλίο που έγραψε με τη Μουλά, και αφορά την αναπαράσταση μιας ερωτικής σκηνής που βρίσκουμε στο «Αϊβαλί». Υποστηρίζει ωστόσο πως δεν θα έβαζε την εν λόγω σκηνή αν είχε στο μυαλό του ένα εφηβικό κοινό. «Το παράδοξο όμως, είναι ότι αυτή η σκηνή ξεκλειδώνει τρομερά τα παιδιά» λέει. «Κάτι τέτοιο που τσιγκλάει και βγάζει χαμογελάκια και ντροπούλες μέσα στην τάξη, έχω δει στην πράξη πως τελικά κερδίζει τους μαθητές. Ύστερα από αυτή τη σκηνή, παρακολουθούσαν με μεγαλύτερο ενδιαφέρον και όλα τα υπόλοιπα που λέγαμε. Βοήθησε ακόμα και παιδιά με ΔΕΠΥ στο να συγκεντρωθούν καλύτερα», εξηγεί ο κομίστας. Τα κόμικς πάντως, είναι ένας τρόπος να τραβήξεις την προσοχή ενός μαθητή για κάτι που μπορεί να του είναι φαινομενικά «αδιάφορο» ή «βαρετό». Όπως κάθε τι καινούργιο, έτσι και με τα κόμικς που «επισκέπτονται» τις σχολικές αίθουσες δεν λείπουν και οι αντιδράσεις. Όπως παραδέχεται η Ευαγγελία Μουλά, υπάρχουν και γονείς πιο συντηρητικοί που παρεμβαίνουν στην εκπαιδευτική διαδικασία, στοχοποιώντας τους εκπαιδευτικούς όταν τολμούν να κάνουν κάτι που είναι έξω από τα νερά της «στάνταρ» εκπαίδευσης. Όσον αφορά το «Αϊβαλί» λόγου χάρη, έχει αντιμετωπίσει αντιδράσεις γονέων ακόμα και για το γεγονός πως το βιβλίο δείχνει τόσο την πλευρά των Ελλήνων όσο και των Τούρκων. Όσο για την ίδια την εκπαιδευτική κοινότητα, οι πιο παλιοί «παραδοσιακοί» εκπαιδευτικοί είναι λιγότερο ανοιχτοί σε μια νέα προσέγγιση, σε αντίθεση με τους νεότερους καθηγητές που είναι πιο δεκτικοί. Αλλά και οι δεύτεροι, καλούνται να κάνουν μια υπέρβαση προκειμένου να φέρουν στην τάξη κάτι για το οποίο δεν έχουν τα ερμηνευτικά εργαλεία ώστε να το αξιοποιήσουν στη διδασκαλία. Αλλά και για αυτό η Ευαγγελία Μουλά έχει κάτι κατά νου: να αρχίσει από τη νέα σχολική χρονιά μια σειρά από σεμινάρια που θα γίνονται και εξ αποστάσεως, για να εξοικειωθούν οι εκπαιδευτικοί με την ένατη τέχνη και να τη μεταδώσουν στους μαθητές τους. Το βιβλίο του Soloúp (Αντώνη Νικολόπουλου) και της Ευαγγελίας Μουλά «Comics & Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί», αλλά και το graphic novel «Αϊβαλί» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Διόπτρα. Και το σχετικό link...
  11. Το «ΝΣυν» προδημοσιεύει αποσπάσματα από το εγχειρίδιο «Με οδηγό το Αϊβαλί – τα κόμικς στην εκπαίδευση» των Soloup και Ευαγγελίας Μουλά για τη χρησιμότητα που μπορούν να αποκτήσουν τα εικονογραφηγήματα μέσα στη σχολική τάξη. Από μια άποψη, η έκδοση ενός εγχειριδίου για την αξιοποίηση των κόμικς στην εκπαίδευση δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερη αφορμή: τη συμπλήρωση 10 χρόνων από τότε που ο Soloup (Αντώνης Νικολόπουλος) εξέδωσε το «Αϊβαλί» στον «Κέδρο». Το graphic novel διέγραψε ήδη έναν πρώτο κύκλο ως μία από τις πληρέστερες δημιουργίες που αντλεί έμπνευση από την ελληνική Ιστορία και μπορεί να περάσει στις νεότερες γενιές. Αποτελεί, λοιπόν, και το επίκεντρο στο εγχειρίδιο «Με οδηγό το Αϊβαλί – τα κόμικς στην εκπαίδευση», που κυκλοφορεί από αύριο η «Διόπτρα», με τις υπογραφές των Soloup και Ευαγγελίας Μουλά (από τον ίδιο οίκο κυκλοφορεί πλέον και η επετειακή έκδοση για το «Αϊβαλί»). Το βιβλίο χρησιμοποιεί συγκεκριμένα παραδείγματα από πραγματικά κόμικς και διαβάζεται σαν ένα δυνητικό βοήθημα για εκπαιδευτικούς που μπορεί να σταθεί μέσα σε μια σχολική τάξη (αλλά και σε ομάδες δημιουργικής γραφής). Στο πρώτο, θεωρητικό μέρος του, ο Soloup επιχειρεί μία αναδρομή στο μέσο των κόμικς και της φόρμας των graphic novels. Στο δεύτερο μέρος οι δύο συγγραφείς «μπαίνουν στην τάξη». Ειδικά η Ευαγγελία Μουλά, φιλόλογος και εκπαιδευτικός, εξοικειωμένη με τη διαδικασία συγγραφής εκπαιδευτικών υλικών, αναδεικνύει την έκδοση σε οδηγό για εκπαιδευτικούς και γονείς, όσο και σε χρήσιμο εργαλείο σε εργαστήρια, βιβλιοθήκες και ομάδες ανάγνωσης, δημιουργικής γραφής, forum συζητήσεων κ.ά. Το τρίτο μέρος αφορά το πρακτικό κομμάτι: την ίδια τη συνεργασία των συντονιστών/εκπαιδευτικών με την ομάδα τους και τον τρόπο που μπορούν να ξεκλειδώσουν την προσοχή των συμμετεχόντων καθώς δουλεύουν πάνω σε ένα συγκεκριμένο εικονογραφήγημα. Και, ακόμα περισσότερο, πώς μέσα από ένα εργαστήριο κόμικς μέσα στην τάξη μπορούν οι ίδιοι οι μαθητές να φτιάξουν τις δικές τους ιστορίες συνδυάζοντας τα λόγια με τις εικόνες. Από το εγχειρίδιο προδημοσιεύουμε δύο αποσπάσματα, το πρώτο του Soloup, το δεύτερο της Ευαγγελίας Μουλά. «Δεν είναι όλα τα κόμικς graphic novels» Τα εικονογραφηγήματα δεν αντιμετωπίζονταν πάντα με τον ίδιο τρόπο (και) στην Ελλάδα. Σε βάθος δεκαετιών παρατηρούμε σημαντικές διαφοροποιήσεις στη θεώρηση, πρόσληψη και ευρύτερη αποδοχή του μέσου. Μέχρι και τη δεκαετία του 1980 γονείς και εκπαιδευτικοί αντιλαμβάνονταν τα κόμικς ως ευτελή αναγνώσματα που απευθύνονταν σε ένα παιδικό/εφηβικό κοινό, τα οποία όχι μόνο δεν είχαν να προσφέρουν τίποτα χρήσιμο στους μαθητές, αντίθετα τους αποσπούσαν από τα μαθήματα του σχολείου και άλλες δημιουργικές δραστηριότητες. Μοναδική ίσως εξαίρεση τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα». Η αναφορά και μόνο σε λογοτεχνικούς τίτλους, ονόματα σημαντικών συγγραφέων ή πρόσωπα της ένδοξης ελληνικής ιστορίας και μυθολογίας αρκούσε για να αμβλύνει κάπως το αρνητικό κλίμα εναντίον τους. Τα ειδικά περιοδικά κόμικς, όπως η «Βαβέλ» και το «Παρά Πέντε», που εμφανίζονται γύρω στο 1980 και απευθύνονται πλέον ξεκάθαρα – με το ανατρεπτικό ύφος των ιστοριών που δημοσιεύουν και το ακραίο σαρκαστικό χιούμορ – σε ενήλικες αναγνώστες, αλλάζουν την έως τότε κυρίαρχη αντίληψη. Τα κόμικς περιγράφονται πλέον ως η «ένατη τέχνη» και σταδιακά αρχίζουν να αντιμετωπίζονται ως διακριτό έντεχνο μέσο. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες η κυκλοφορία σημαντικών – μεταφρασμένων ή εγχώριων – τίτλων κόμικς, που εστιάζουν συχνά με ερευνητική επάρκεια και εικαστική αρτιότητα σε πιο σύνθετα ζητήματα (κοινωνία, πολιτική, βία, οικολογία κ.λ.π.), ανέτρεψε πλήρως την αρνητική εικόνα του παρελθόντος. Η εμφάνιση εικονογραφηγημάτων, τα οποία αντλούν τα θέματά τους όχι μόνο από τη μακρινή (και σε κάποιο βαθμό ιδεολογικά ανώδυνη) ιστορία, αλλά και από πιο πρόσφατα τραυματικά γεγονότα, την ίδια ώρα που αρκετά κόμικς μεταφέρουν στη γλώσσα τους γνωστά λογοτεχνικά έργα, κερδίζει σταδιακά το ενδιαφέρον του ευρύτερου αναγνωστικού κοινού. Έτσι, σιγά σιγά, πλάι σε εκείνους όσους διάβαζαν κόμικς από πιτσιρικάδες προστέθηκαν και άλλοι – από την ευρύτερη κοινότητα των αναγνωστών λογοτεχνίας, ιστορικών δοκιμίων κ.λ.π. – οι οποίοι δεν είχαν προγενέστερα κάποια εξοικείωση με τη γλώσσα και τις συμβάσεις τους. Η φόρμα των graphic novels, η οποία μέσα από μια πιο σύνθετη αφηγηματική προσέγγιση βρέθηκε να εστιάζει με μεγαλύτερη συχνότητα σε σύγχρονα θέματα και προβληματισμούς απ’ ότι άλλες φόρμες και ομαδοποιήσεις των κόμικς – για παράδειγμα, τα comic strips ή τα υπερηρωικά κόμικς –, είχε εκείνα ακριβώς τα χαρακτηριστικά της «ωριμότητας» που επιθυμούσαν πλέον να αναγνωρίσουν όλοι (γονείς, εκπαιδευτικοί, κριτικοί, δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί, εκδότες, δημιουργοί) στα σύγχρονα εικονογραφηγήματα. Το γεγονός ότι πλέον τα κόμικς αφορούν όλο και πιο πολλούς – καθώς όλες οι επιμέρους φόρμες και τα υποείδη τους εξελίσσονται – και η συνειδητοποίηση πως η υβριδική τους γλώσσα (Λόγος και Εικόνα) μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα ή έμμεσα στην εκπαίδευση είναι τα στοιχεία εκείνα που επιτάχυναν τη μεταστροφή αυτή, οδήγησαν στην αλλαγή στάσης απέναντί τους και στην ανάγκη να διαχωριστούν τα σύγχρονα κόμικς από τις προκαταλήψεις που κουβαλούσαν στο παρελθόν. Εκείνο που συνέβη τελικά ήταν να ταυτιστούν όλα τα «ώριμα» σύγχρονα κόμικς με τα GN. Η σύγχυση του Μέσου (κόμικς) και της Φόρμας (graphic novels), η οποία αποδίδει μάλιστα στο όνομα της δεύτερης ποιοτικά/αξιολογικά χαρακτηριστικά για τα σύγχρονα κόμικς, είναι πλέον κυρίαρχη. Έχει αποκτήσει τη δική της δυναμική, με νέες πλαισιώσεις του όρου «GN», εντάσσοντας σε αυτόν οποιοδήποτε κόμικ θεωρούμε ή αντιλαμβανόμαστε ως «ώριμο» και «άξιο λόγου». Ποια είναι αυτά τα «ώριμα» και «άξια» κόμικς; Μα εκείνα που σε μεγάλο βαθμό συνδέονται με την «υψηλή» λογοτεχνία – η λέξη novel/μυθιστόρημα έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση – και τη «σοβαρή» ενασχόληση με σύγχρονα ιστορικά ζητήματα. Όμως, σε καμία τέχνη μια επιμέρους φόρμα δεν εξασφαλίζει από μόνη της την ποιοτική ανωτερότητα. Και όπως στη μουσική υπάρχουν συμφωνίες, φούγκες, μενουέτα αριστουργήματα, έτσι υπήρξαν στην ιστορική της εξέλιξη και συμφωνίες, φούγκες, μενουέτα αδιάφορα, μέτρια ή και κακά. Το να βαφτίσουμε λοιπόν κάποιο κόμικ ως GN επειδή και μόνο ασχολείται με ένα ιστορικό θέμα ή επειδή μεταφέρει στη γλώσσα των εικονογραφηγημάτων ένα αγαπημένο μας λογοτεχνικό έργο δεν του εξασφαλίζει αυτόματα ποιοτική ανωτερότητα. Θα λέγαμε λοιπόν απλά πως υπάρχουν πολλά αξιόλογα κόμικς (comic strips, comic books, graphic novels, albums, ολιγοσέλιδες ιστορίες, manga κ.λ.π.), αλλά όλα τα αξιόλογα κόμικς δεν είναι graphic novels. Μια άσκηση μέσα στην τάξη Φτιάξτε ένα πρωτοσέλιδο εφημερίδας για τα «Λεσβιακά Νέα», με ημερομηνία 8 Νοεμβρίου 1912. Στις 8 Νοεμβρίου 1912, κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, μοίρα του ελληνικού στόλου υπό τη διοίκηση του ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη, μετά την απελευθέρωση της Λήμνου (8 Οκτωβρίου 1912), κατέπλευσε στη Μυτιλήνη και απαίτησε από τις οθωμανικές Αρχές την παράδοση της πρωτεύουσας του νησιού, όπερ και εγένετο. Αν θέλετε, διενεργήστε έρευνα σχετικά με τα πολιτικά γεγονότα της ημέρας. Στο άρθρο να εκφράζετε την έξαψη του λαού για την επικείμενη απελευθέρωση. Επικουρικά, διαβάστε την πρώτη στήλη του άρθρου: Η υπό του ελληνικού στόλου κατάληψις της Μυτιλήνης, στη δεύτερη σελίδα του Λαϊκού Αγώνος στην αμέσως προηγούμενη σελίδα (η αξιοποίηση του πρότυπου που σας δίνεται είναι προαιρετική). Μετατρέψτε το κείμενο που ακολουθεί σε κόμικς, το πολύ δύο σελίδων. Επιλέξτε ανάμεσα σε έναν παντογνώστη εξωδιηγητικό αφηγητή και σε έναν ενδοδιηγητικό, που θα καθιστά την παρουσία του οπτικά αισθητή και θα εντάσσεται στα πλάνα. Στη συνέχεια δικαιολογήστε την επιλογή σας (και οι δύο επιλογές είναι εξίσου θεμιτές). Συμβουλευτείτε το τρίτο μέρος του βιβλίου. Στο λιμάνι χθες, συνωστισμός! Παιδάκια ντυμένα νησιώτες και τσολιαδάκια, τα σχολεία στη σειρά, οι πρόσκοποι, οι σύλλογοι, οι επίσημοι… τα εμβατήρια, η μπάντα,ο στρατός του νησιού. Όλοι! Κόσμος στους δρόμους. Γεμάτες οι καφετέριες. Οι Μυτιληνιοί χειροκροτούσαν τα παιδιά τους. Κι ανάμεσά τους, τι παράξενο, Τούρκοι τουρίστες! Εκδρομείς απ’ το Αϊβαλί. Μου ζήτησαν να τους φωτογραφίσω. Μια «οικογενειακή», όλους μαζί. Σημάδεψα τα χαμόγελά τους όσο καλύτερα μπορούσα. CHEESE! Μοιράζονταν άθελά τους την εθνική μας χαρά. Την απελευθέρωσή μας από τους βάρβαρους Τούρκους. Και το σχετικό link...
  12. Κάθε νέο Graphic novel του Soloup, (πραγματικό όνομα Αντώνης Νικολόπουλος), είναι μια σημαντική είδηση για το χώρο των κόμικ στη χώρα μας. Μετά το "Αϊβαλί", το "Ο Συλλέκτης - Έξι Διηγήματα Για Έναν Κακό Λύκο" και το "21 η μάχη της πλατείας", που σημείωσαν μεγάλη επιτυχία και έγιναν μέρος σεμιναρίων και εκθέσεων, ήρθε και η ώρα της διασκευής σε Graphic novel ενός εκ των σημαντικότερων μυθιστορημάτων, του σημαντικοτέρου ίσως Έλληνα συγγραφέα - λογοτέχνη των τελευταίων αιώνων. Πρόκειται, όπως μαρτυρά και ο τίτλος, για τη δισκευή του "Βίου και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά" του τεράστιου Νίκου Καζαντζάκη. Πρόκειται για μια εξαιρετική και χορταστική διασκευή 520 σελίδων του διάσημου διηγήματος του Καζαντζάκη, το οποίο έχει γίνει και ταινία το 1964 και χάρισε στην ιστορία υπέροχες ερμηνίες και το περίφημο συρτάκι του Ζορμπα. Αν δεν έχετε διαβάσει το βιβλίο είναι μια ευκαιρία να το διαβάσετε αλλιώς. Ο Soloup έχει φτιάξει μια υπέροχη καλλιτεχνική απεικόνιση του Ζορμπά, η οποία κρατάει τη βασική ιστορία διανθισμένη με κάποιες εμβόλιμες πινελιές, που εμπλουτίζουν το έργο. Η μεγάλη επιτυχία του Soloup είναι ότι κρατάει το ύφος του Καζαντζάκη σε όλο το graphic novel, βγάζοντας πολλά από τα στοιχεία που βγάζει και το βιβλίο. Οι σημαντικές σκηνές του βιβλίου είναι και εδώ τονισμένες επαρκώς (υπέροχες οι σκηνές με τη Μανταμ Ορτάνς και τη Χήρα), όπως και οι διδαχές του Ζορμπά στον Καζαντζάκη. Το παιχνίδι με τις χρωματικές παλέτες στο γνώριμο σχέδιο του Soloup βγάζει μια εναλλαγή συναισθημάτων, καθώς, ενώ η βασική αφήγηση είναι σε μπλε παλέτα χρωμάτων, έρχεται η κίτρινη και η κόκκινη παλέτα να μπει σε κρίσιμες στιγμές της ιστορίας. Μπορώ να γράψω πολλά πράγματα για την ιστορία αλλά δεν είναι το αντικείμενο της παρουσίασης αυτής. Άλλωστε το βιβλίο του Ζορμπά είναι από τα γνωστότερα ελληνικά βιβλία και ένα από εκείνα που κάποιος πρέπει να διαβάσει κάποια στιγμή στη ζωή του. Χρήζει να αναφερθεί ότι στο παρόν Graphic novel έχει γίνει πολύ σημαντική προσπάθεια για να διατηρηθεί και η γλώσσα του κειμένου (όσο γίνεται). Συμπερασματικά είναι ένα υπέροχο graphic novel που αξίζει σίγουρα περισσότερα από την ονομαστική του τιμή (με την έκπτωση 23 ευρώ). Άλλωστε, η έκδοση είναι υπέροχη, με εκπληκτική ποιότητα εκτύπωσης, χαρτιού, μυρωδιάς, χρωμάτων κσι εξώφυλλου. Συνημμένα βάζω εξώφυλλο και οπισθόφυλλο καθώς και 7 χαρακτηριστικά καρέ από το βιβλίο.
  13. Ένα έργο του Soloup γύρω από τον Πόλεμο Ανεξαρτησίας του 1821. Αντιγράφω από το εσωτερικό: "Το βιβλίο αποτελείται από 21 σπονδυλωτά κεφάλαια, χωρισμένα σε 5 μεγάλες ενότητες. Σε αυτά παρεμβάλλονται 21 ιστορίες σε αφηγήσεις και κείμενα ανθρώπων που έζησαν ή μελέτησαν την Επανάσταση, καθώς και μια σειρά από ένθετα πορτραίτα "ηρώων" και "αντιηρώων". Στο Παράρτημα αναλύεται το σκεπτικό της συγγραφής του βιβλίου και φωτίζονται πρόσωπα και γεγονότα της Ιστορίας, ενώ παρατίθενται και οι πηγές στις οποίες βασίστηκε το graphic novel" Με λίγο πιο διαφορετικά Ελληνικά (από εμένα ): Αφηγείται την Επανάσταση του 1821 με μεγάλη ποικιλία τεχνικών. Κατά κύριο λόγο ένας άστεγος στην πλατεία Κολοκοτρώνη μπροστά από την Παλιά Βουλή και το άγαλμα του Κολοκοτρώνη, εξιστορεί σε μια νεαρή γυναίκα την Επανάσταση. Ο Soloup αλλού βάζει τον άστεγο να εξιστορεί τα γεγονότα, αλλού βάζει κάποιον που ήταν παρών, αλλού κάποιον που έχει μελετήσει τα συμβάντα. Αλλού βάζει να μιλούν Έλληνες, αλλού Τούρκοι, αλλού ξένοι. Αλλού αφηγείται πράγματα που ξέρουμε όλοι, αλλού αφηγείται μικρά παραλειπόμενα. Ως εικονογράφηση το 90% είναι καθαρά Σολούπ. Ένα 10% όμως είναι φωτογραφίες, γκραβούρες, αντιγραφές πινάκων. Παραθέτω υλικό που έκανε διαθέσιμο στο issuu ο εκδότης. Έβαλα 15 σελίδες. Σε άλλες εκδόσεις αυτό είναι το μισό κόμικ. Εδώ είναι περίπου το 2% Οι 620 σελίδες είναι κόμικ, οι υπόλοιπες 130 είναι κείμενα και βιβλιογραφία. Όπως λέει ο εκδότης "Ακολουθώντας τα κείμενα πάνω από 30 συγγραφέων, αλλά και τις εικαστικές δημιουργίες περισσότερων από 50 ζωγράφων και χαρακτών, το βιβλίο αποτελεί ένα παζλ υποκειμενικών προσεγγίσεων για τις μάχες και τα πρόσωπα του Αγώνα, τα γεγονότα και τις ιδέες της Επανάστασης. Το παράρτημα του βιβλίου, με γλωσσάρι, χρονολόγιο, βιογραφικά, αλλά και κατατοπιστικά κείμενα και αναφορές σε πηγές, προσφέρεται για μια πολυεπίπεδη ανάγνωση." Δεν μου αρέσει να κοπιάρω τα Δελτία Τύπου και τις επίσημες ανακοινώσεις, αλλά ρε φίλε, εδώ πολύ απλά λέει την εντυπωσιακή αλήθεια Πρώτο πράμα που έκανα πριν το αρχίσω ήταν να το ζυγίσω γιατί εντυπωσιάστηκα από το βάρος του στο χέρι. 1831-1832 γραμμάρια Για 10 γραμμάρια θα χτύπαγε το συμβολικό νούμερο Δεν ξέρω άμα τους έκατσε ή άμα ήταν σχεδιασμένο. Αμφότερες εξηγήσεις μου κάνουν Το ξεκίνησα με ένα τουπέ. Με παρότρυναν και κάποια προσωπικά σχόλια του Manitou για την ποιότητά του. Το έχω αυτό με τα ιστορικά κόμικ. Πάντα πιστεύω ότι ξέρω περισσότερα από τον δημιουργό ή, ειδικά για κομβικά σημεία της ιστορίας μας, ότι θα πέσω στα κοινότυπα και τα τετριμμένα. Μου άλλαξαν όμως τη διάθεση δυο πράγματα που συνέβησαν αρκετά νωρίς. Το ένα ήταν η χρήση POV (point of view) από Τούρκους. Ένα φιρμάνι του Σουλτάνου και μια αφήγηση ενός στρατιωτικού διοικητή. Πάντα είχα την περιέργεια του πως έχουν δει οι Τούρκοι αυτή την Ιστορία και είναι κάτι που το ψιλοψάχνω (αλλά δεν έχω βρει ). Το άλλο ήταν η αφήγηση των συμβάντων στην Πόλη την Άνοιξη του 21. Εκεί απλά σταμάτησα την ανάγνωση προκειμένου να συνέλθω. Η συνέχεια ήταν αέρα πατέρα. Παρά τον τεράστιο όγκο του, παρά το ότι μέσες άκρες ήξερα την ιστορία, δεν βαρέθηκα χιλιοστό. Βοήθησε το ότι ήταν χωρισμένο σε κεφάλαια, το ότι αλλού μιλούσε ο ένας, αλλού ο άλλος, το ότι διανθιζόταν με κειμενάκια, το ότι αλλού μίλαγε για τα μεγάλα και τα τρανά, αλλού για τα μικρά και τα επι μέρους, το ότι σε διάφορα σημεία έχει ενσωματώσει φωτογραφίες, πίνακες, γκραβούρες. Τις 100+ σελίδες κείμενο στο τέλος δεν τις άγγιξα ακόμα. Επί του παρόντος ήθελα να διαβάσω κόμικ. Είναι πασιφανέστατο από την ανάγνωση ότι ο Soloup έκατσε και διάβασε, έκατσε και μίλησε με ιστορικούς. Φαίνεται. Είναι επίσης προφανές το γιατί του πήρε 3 χρόνια Υπάρχουν σημεία που ίσως να έχω μια διαφορετική ματιά για τα γεγονότα. Οι γνώσεις μου όμως για το 21 είναι τρομερά επιδερμικές, προέρχονται κυρίως ως "και γιατί ο τάδε ιστορικός λέει κάτι το διαφορετικό για αυτό εκεί?" και συν τοις άλλοις το λέει ξεκάθαρα ο εκδότης. Μια υποκειμενική ματιά Λέει όμως ξεκάθαρα κι όλας ότι όλο αυτό έχει ως στόχο το να γίνει συζήτηση Καραπροτείνεται. Απέχει αιώνες από τις φουστανέλα-γιούχου-πανηγυρικός του γυμνασιάρχη στα 60ς προσεγγίσεις που τόσο εκνευρίζουν Δεν είναι για μικρά παιδιά. Ειδικά κάποια σημεία, πολύ μακριά από αυτά. Έχει πολύ ρεαλισμό σε κάποια σημεία... Χάρηκα πολύ που το διάβασα Καλοτάξιδο γιατί του αξίζει εδιτ Υπάρχει και επίσημο site του comic αφού φιλοδοξεί να είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό κόμικ, αλλά θέλει να είναι μια πολυεπίπεδη εμπειρία
  14. leonidio

    ΑΪΒΑΛΙ

    Τιμή: 22 Ευρώ Ιδού λοιπόν το πρώτο graphic novel του πολυγραφότατου Soloùp. Και με τι θέμα! Τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μέσα από τα μάτια του δημιουργού βλέπουμε το ταξίδι του από τη Μυτιλήνη στο Αϊβαλί, πόλη της Μικράς Ασίας μεν, αλλά σχεδόν αμιγώς ελληνική δε. Στην πορεία προς το Αϊβαλί, διαβάζουμε και βλέπουμε εικονογραφημένες τις αφηγήσεις του Φώτη Κόντογλου για τη ζωή στο Αϊβαλί πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, του Ηλία Βενέζη και της αδερφής του Αγάπης Βενέζη-Μολυβιάτη για τη δραματική φυγή των Ελλήνων από το Αϊβαλί και τέλος τη μυθιστορηματική αφήγηση ενός Τουρκοκρητικού, του Αχμέτ Γιορουλμάζ σχετικά με τη φυγή ενός Τούρκου προς την αντίθετη κατεύθυνση, από την Ελλάδα στην Τουρκία, στα πλαίσια της διαβόητης ανταλλαγής πληθυσμών. Στο τελευταίο μέρος του έργου, ο συγγραφέας επισκέπεται ο ίδιος το Αϊβαλί και συνομιλεί με μια οικογένεια Τούρκων, όπου ανακαλύπτει ότι αυτά που τους ενώνουν είναι πολύ περισσότερα από όσα τους χωρίζουν. Σοφά πράττων ο Soloùp δίνει το λόγο στους ίδιους τους συγγραφείς και χρησιμοποιεί τα κείμενά τους σχεδόν αυτούσια, ενώ προσπαθεί (και σε πολύ μεγάλο βαθμό) να εικονογραφήσει τις εντυπώσεις που δημιουργούν τα γραπτά τους, αποφεύγοντας έτσι την παγίδα μιας στείρας εικονογράφησης του κειμένου, σε στιλ Κλασικών Εικονογραφημένων. Επιπλέον, είναι πολύ έξυπνη και η επιλογή του να αρθρώσει το έργο σαν μια μουσική σύνθεση. Η δε εικονογράφηση είναι περίτεχνη στο φόντο, αλλά απλή για τους ανθρώπους και αναδεικνύει τη δραματικότητα των καταστάσεων, αλλά και την ιλαρότητα, γιατί ναι, υπάρχουν και στιγμές διασκέδασης μέσα στον όλο ζόφο. Και το κυριότερο όλων: ποτέ δεν προσπαθεί να επισκιάσει τους συγγραφείς από τους οποίους εμπνέεται ή τις καταστάσεις τις οποίες αφηγείται, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η ιστορία που αφηγείται είναι κομμάτι της Ιστορίας (με κεφαλαίο) και ως εκ τούτου υπερβαίνει τον ίδιο ως άτομο, όπως και τον καθένα από εμάς, εξάλλου. Ο Soloùp δεν χαρίζεται σε κανένα: περιγράφει χωρίς καμία διάθεση εξωραϊσμού τα εγκλήματα του τούρκικου στρατού, δείχνει την απελπισία των Ελλήνων που ξεριζώθηκαν με βίαιο τρόπο, αλλά δεν ξεχνά και την ελληνική πλευρά, που επίσης διέπραξε λάθη και σε κάποιες περιπτώσεις και εγκλήματα και δεν ξεχνά ότι υπήρξε και ξεριζωμός και από την άλλη πλευρά για τους χιλιάδες ανθρώπους που έφυγαν από την Ελλάδα, για να πάνε υποχρεωτικά στη Μικρά Ασία. Κρατά τους συμβολισμούς στο ελάχιστο (τα πουλιά που είναι σχεδόν πανταχού παρόντα ως παρατηρητές και ενίοτε σχολιαστές) και στο τέλος μας αφήνει με την πικρή επίγνωση ότι είμαστε όλοι ως άτομα γρανάζια στους μηχανισμούς της εξουσίας. Η έκδοση είναι εξαιρετική με υπέροχο εξώφυλλο, με μέγεθος που αναδεικνύει τα σχέδια, με πολύ ωραίο χαρτί και γενικώς πολυσέλιδη και χορταστική. Περιέχει εισαγωγή από τον Μπρους Κλαρκ. βιβλιογραφικό σημείωμα, βιογραφικά των συγγραφέων, γλωσσάρι και φωτογραφίες. Γενικώς, ότι θα έπρεπε να περιέχει μια έκδοση ενός graphic novel, για να μπορεί όντως να χαρακτηριστεί τέτοιο. Με απλά λόγια: κόσμημα για τη βιβλιοθήκη σας. Μόνη αντίρρηση είναι ότι ίσως θα ήταν καλύτερο το σκληρό εξώφυλλο, για να κρατά καλύτερα τον όγκο των σελίδων, αν και προφανώς αυτό θα ανέβαζε την τιμή. Και μιλώντας για την τιμή, θα απορήσετε γιατί δεν έχω γκρινιάξει ως τώρα: σαφώς και τα 22 ευρώ δεν είναι καθόλου λίγα, αλλά από τη μία μπορείτε να το βρείτε με σημαντική έκπτωση και από την άλλη κακά τα ψέμματα: ο όγκος του βιβλίου και η έκδοση τα αξίζουν. Ελπίζω ειλικρινά να ανοίξει το δρόμο για παρόμοιες εκδόσεις. Ευχαριστούμε για τα εξώφυλλα της έκτης έκδοσης τον Argail.
  15. Ο Soloúp σκιτσάρει την Κατοχή 80 χρόνια μετά και μιλά στο CNN Greece Στέλιος Παπαγρηγορίου Ο Soloup, δημιουργός κόμικς. marimation.gr Μιλήσαμε με τον γνωστό κομίστα Soloúp με αφορμή την έκθεση «Ένα γλυκό ξημέρωμα» που διαρκεί μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου στην Τεχνόπολη στα πλαίσια των εκδηλώσεων του Δήμου Αθηναίων με τίτλο «1974 & 1944: Η Αθήνα γιορτάζει την ελευθερία της». Το CNN Greece βρέθηκε με τον Soloúp, τον γνωστό δημιουργό κόμικς και μίλησε μαζί του σχετικά με την τέχνη του και την έκθεση «Ένα γλυκό ξημέρωμα» στην οποία και συμμετέχει. Ο Soloúp (Αντώνης Νικολόπουλος) είναι πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς. Είναι διδάκτωρ του τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και έχει σπουδάσει Πολιτικές επιστήμες στο Πάντειο. Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει 14 άλμπουμ με γελοιογραφίες και κόμικς του, η μελέτη Τα Ελληνικά Κόμικς (Τόπος, 2012) και τα graphic novels Αϊβαλί (Κέδρος, 2014) και Ο Συλλέκτης: έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο (Ίκαρος, 2018). Από τις εκδόσεις Διόπτρα κυκλοφορεί το τελευταίο του graphic novel, «Ζοrμπάς – Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη». Καθημερινά, από τις 10:00 έως τις 16:00, στην αίθουσα Νέοι Φούρνοι οι επισκέπτες της έκθεσης ανακαλύπτουν έργα δεκατεσσάρων Ελλήνων δημιουργών κόμικς που αφηγούνται ιστορίες για την Αθήνα της Κατοχής, επικεντρωμένες στους ανθρώπους που έβλεπαν ή ονειρεύονταν «γλυκά ξημερώματα» τη στιγμή που βίωναν σκοτεινές ημέρες, ζοφερές νύχτες, εφιαλτικές εποχές. Έργα του Soloup από την έκθεση «Ένα γλυκό ξημέρωμα». Nikolas Kominis - Studio Kominis Τα έργα που φιλοτεχνούν οι καλλιτέχνες δεν αποτελούν ντοκουμέντα, μαρτυρίες, τεκμήρια, αποδείξεις ή ιστορικά στοιχεία. Κάποια εδράζονται σε ιστορικά δεδομένα και κάποια αποτελούν μυθοπλαστικές αφηγήσεις. Οι Soloúp, Αλέκος Παπαδάτος, Αλέξια Οθωναίου, Γιώργος Γούσης, Γιώργος Φαραζής, Δημήτρης Καμένος, Θανάσης Πέτρου, Θοδωρής Μπαργιώτας, Λέανδρος, Πέτρος Ζερβός, Πέτρος Χριστούλιας, Σπύρος Δερβενιώτης, Τάσος Μαραγκός και Τόμεκ Γιοβάνης αποτυπώνουν με τον δικό τους τρόπο πτυχές των θλιβερών χρόνων της Κατοχής, σε μια απόπειρα προσέγγισης και απόδοσης της εποχής εκείνης μέσω της καλλιτεχνικής έκφρασης. Τι συνέβαινε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής; Πώς ήταν να ζεις κάτω από τη γερμανική μπότα, σε ένα καθεστώς απόλυτης τρομοκρατίας και φόβου όπου τίποτα δεν είναι ασφαλές; Ποιοι και πώς αντιστάθηκαν και ποιοι συνεργάστηκαν με τον κατακτητή; Μα, πάνω απ’ όλα, πώς ήρθε η απελευθέρωση; Οι δημιουργοί της έκθεσης «Ένα γλυκό ξημέρωμα – 14 ιστορίες για την Αθήνα της Κατοχής», μπροστά στο δέος και τον αποτροπιασμό που γεννά η τρομακτική διάσταση του εγκλήματος, αντιτάσσουν τη μνήμη, προτάσσουν τη γνώση και παρακινούν σε εγρήγορση. Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη: Πόσο καιρό ασχολείσαι με τα κόμικς και τι ήταν αυτό που σε τράβηξε να το κάνεις; Soloúp: Διάβαζα κόμικς από πάντα όπως και σκάρωνα σκιτσάκια από πάντα. Αλλά για να φτιάξω το πρώτο μου τετρασέλιδο κόμικς, χρειάστηκε να περάσουν μερικά ακόμα χρονάκια από εκείνο το παιδικό «πάντα», τότε που ήμουν φοιτητής στο Πάντειο, όπου και υπέγραψα για πρώτη φορά τα σκίτσα μου ως Soloύp. Τώρα το τι με τράβηξε σε αυτά, ακόμα το ψάχνω. Ίσως το ότι μπορείς να αφηγείσαι ιστορίες γι’ αυτά που σε απασχολούν και αυτές τις ιστορίες να τις μοιράζεσαι με τους άλλους. Ένας ιδιαίτερος αλλά και ουσιαστικός τρόπος επικοινωνίας. Η εικόνα μαζί με το κείμενο έχουν μεγάλη δύναμη. Από την έκθεση «Ένα γλυκό ξημέρωμα». Nikolas Kominis - Studio Kominis Μίλησέ μας λίγο για την έκθεση «Ένα γλυκό ξημέρωμα», τι θα δούμε εκεί και τι έργα σου μπορεί κάποιος να συναντήσει. Soloúp: Τα εύσημα φυσικά πάνε στον Μενέλαο Χαραλαμπίδη και τον Γιάννη Κουκουλά που στήσανε από το τίποτα ένα τόσο όμορφο συλλογικό έργο και μας έβαλαν κι εμάς στο παιχνίδι. Όπως φυσικά και στην Jemma press που μετέτρεψε το υλικό της έκθεσης σε ένα πολύ όμορφο άλμπουμ. Νομίζω πως είναι μια ξεχωριστή έκδοση γιατί προσεγγίζει ένα θέμα της σύγχρονης ιστορίας μας, τόσο τραγικό αλλά ταυτόχρονα και τόσο άγνωστο για τους περισσότερους νεοέλληνες. Και το άλμπουμ αυτό δεν σου μιλάει όπως ένας ιστορικός, αλλά με την ευαισθησία 14 διαφορετικών σύγχρονων Ελλήνων σκιτσογράφων. Γιατί ναι, η «μεγάλη» ιστορία είναι και γεγονότα και αριθμοί και αρχεία αλλά για εμάς τους θνητούς είναι πάνω απ’ όλα, μικρές, ανθρώπινες, τραγικές, ιστορίες. Η δική μου συμμετοχή αφορά κάτι τέτοιο. Μια ιστορία του παππού μου την περίοδο της κατοχής όπως μου την αφηγήθηκε και την έζησε ο πατέρας μου με τα μάτια και τ' αφτιά ενός παιδιού. Αφορά δυο αεροπόρους Γερμανούς, τους Σουλτς και Σαχτ. Δυο πολύ νέους ανθρώπους τόσο διαφορετικούς από τον κυρίαρχο τύπο των σκληρών και αδίστακτων Ναζί των πολεμικών ταινιών. Δυο νέα παιδιά που δεν ήθελαν τον πόλεμο, αναγκάστηκαν να βρεθούν εκεί και τελικά κάηκαν μαζί με τα αεροπλάνα τους. Ο Soloup μίλησε στο CNN Greece. Soloup Πώς βλέπεις την κόμικς σκηνή στην Ελλάδα; Έχεις αγαπημένους καλλιτέχνες Έλληνες; Soloúp: Αποτελούμε πλέον μια πολύ δυναμική σκηνή, με εξαιρετικές δουλειές και με αρκετούς Έλληνες δημιουργούς να δημοσιεύουν πλέον τις δουλειές τους στο εξωτερικό. Σε ποιον συνάδελφο και από ποια γενιά-παλαιότεροι, νεότεροι, νεότατοι- να πρωτοαναφερθώ; Ο καθένας βάζει το δικό του λιθαράκι -με τις αφηγήσεις και το προσωπικό του εικαστικό στιλ- σε αυτό που προχωράμε όλοι μαζί. Πιστεύεις πως η πιο νέα γενιά διαβάζει κόμικς; Soloúp: Και ναι και όχι. Σίγουρα τα κόμικς έχουν αφήσει πίσω τους τα βαρίδια του κακού αναγνώσματος, των «μικιμάου» που λέγανε παλιά, και έχουν πια και πολλές εφαρμογές στην εκπαίδευση, με κόμικς που κυρίως αναφέρονται στην Ιστορία ή τη Λογοτεχνία. Οι εκδότες, οι κριτικοί, οι πανεπιστημιακοί ασχολούνται μαζί τους και πολλά νέα βιβλία εικονογραφηγημάτων κυκλοφορούν κάθε νέα εκδοτική σεζόν. Όμως έχω δει τα τελευταία 10 χρόνια –από την εποχή δηλαδή που κυκλοφόρησε το «Αϊβαλί» αλλά και στη συνέχεια με το «21-η μάχη της πλατείας», τον «ΖοRμπά» και τον «Συλλέκτη» που δουλεύονται πλέον στην εκπαίδευση – αρκετές διαφοροποιήσεις στον τρόπο που συντονίζουν τα παιδιά σε τέτοιες έντυπες αφηγήσεις. Η ατέλειωτη απασχόληση με τις εφαρμογές των κινητών και τα ατελείωτα μεταξύ τους μηνύματα δημιουργούν ένα εντελώς διαφορετικό επικοινωνιακό και πολιτισμικό πλαίσιο. Νομίζω πως αυτό γίνεται αντιληπτό παντού. Τα ενδιαφέροντα, τα ερεθίσματα, οι κώδικες επικοινωνίας αναπόφευκτα έχουν αλλάξει. Έτσι μέσα στην τάξη, ακόμα και όταν μιλάς για την Ιστορία μέσα από ένα κόμικς, οι αναφορές στον κόσμο των βιβλίων και όσων είναι οικεία στους ενήλικες, είναι ελάχιστες. Είναι ένας διαφορετικός τρόπος σκέψης. Και αυτό θέλει μια διαφορετική προσέγγιση για να γίνουν τέτοια εργαστηριακά μαθήματα σε σχολεία, λειτουργικά. Από την έκθεση «Ένα γλυκό ξημέρωμα». Nikolas Kominis - Studio Kominis Τι συμβουλή θα έδινες σε κάποιο νέο κομίστα που ξεκινάει τώρα; Soloúp: Ν’ ακολουθήσει το ένστικτό του σε αυτό που τον ενδιαφέρει πραγματικά. Συχνά ρωτούν γονείς αν το να ασχοληθεί πιο σοβαρά το παιδί τους με τα κόμικς θα ήταν ένα καλό επάγγελμα για το μέλλον. Για τα «προς το ζην» θα τους έλεγα κατηγορηματικά όχι. Όμως κι εγώ όταν ξεκινούσα - που ήταν σίγουρα πιο δύσκολες εποχές για τέτοια … χόμπι και οι γονείς φαντάζονταν τα παιδιά τους αποκατεστημένα στο Δημόσιο ή σε μια τράπεζα - εγώ ακολούθησα τα καραγκιοζάκια που σκάρωνα στο χαρτί και τελικά κάπου με έβγαλε. Θέλει σίγουρα σοβαρή σκέψη μια τέτοια απόφαση, αλλά πως να συμβουλέψω εγώ κάποιον νέο άνθρωπο που αγαπάει τα κόμικς, κάτι διαφορετικό; Από την αφίσα της έκθεσης «Ένα γλυκό ξημέρωμα». Πόσο σημαντικό είναι για έναν κομίστα να ζει στη χώρα του; Πόσο επηρεάζει τη δουλειά ο τόπος που ζεις; Soloúp: Σίγουρα η Ελλάδα δεν είναι η καλύτερη βάση για μια σειρά επαγγελμάτων, πόσο μάλλον για τα κόμικς που έχουν εκ των πραγμάτων και έναν πρόσθετο περιορισμό λόγω γλώσσας. Το διαδίκτυο όμως μας έχει κάνει εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες, κατοίκους του ίδιου μεγάλου χωριού. Ήδη πολλοί καλοί Έλληνες συνάδελφοι όπως ο Κυριαζής, ο Διαλυνάς, η DaNi, ο Παπαδάτος, Ο Γκογτζιλάς και άλλοι που ζουν εδώ, μπορούν να δουλεύουν την ίδια ώρα στην Αμερική ή στην Ευρώπη σε μεγάλες παραγωγές εκδοτικών οίκων. Μπορεί ένας κομίστας να επιβιώσει στην Ελλάδα μόνο από την τέχνη του; Soloúp: Υπό κάποιες προϋποθέσεις όπως κάποιες που σας περιέγραψα, ναι. Αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθούν πάρα πολλά χρόνια ενασχόλησης μέχρι αυτό να γίνει εφικτό. Το πιο σοφό είναι να υπάρχει και ένα δεύτερο επάγγελμα, σχετικό ή όχι με τα κόμικς, για τον βιοπορισμό. Σας ανέφερα ήδη και περιπτώσεις όπου το να ζεις στην Ελλάδα δεν σημαίνει πως δεν μπορείς να δουλεύεις μέσω διαδικτύου και στο εξωτερικό. Κάτι που κάνει τα πράγματα ακόμα πιο ευοίωνα. Το σχετικό link
  16. Μιλήσαμε με τον γνωστό κομίστα για το φιλόδοξο εγχείρημα που έφερε εις πέρας, τη διαχρονικότητα του μυθιστορήματος αλλά και τον πάντα αιρετικό λόγο του Νίκου Καζαντζάκη. O Ζορμπάς να κοιτά μέσα από το τζάμι του καφενείου σαν αδέσποτο σκυλί, να φτιάχνει με ξυλαράκια στην άμμο ένα προσχέδιο για ένα πρωτόγονο τελεφερίκ, να πίνει κρασί δίχως αύριο, να χορεύει για να διώξει τον χάρο, να θυμάται απίθανες περιπέτειες από τα χίλια μέρη που έζησε, να αγκαλιάζει παθιασμένα Μαντάμ Ορτάνς, να φαίνεται με τη λαϊκή του ματιά πολύ πιο σοφός από τον πολυδιαβασμένο φίλο του· οι σκηνές που έχουν χαραχτεί στο μυαλό μας διαβάζοντας το εμβληματικό μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη είναι δεκάδες. Δεν πρόκειται απλά για έναν καλογραμμένο χαρακτήρα – είναι ένα σύμβολο, όχι απλά λογοτεχνικό αλλά πανανθρώπινο. Πώς λοιπόν μπορεί να αναμετρηθεί κανείς με ένα τέτοιο μέγεθος; Κι όμως, κάποιοι τολμούν και μάλιστα τα καταφέρνουν εξαιρετικά. Όπως δηλαδή έκανε ο Soloup για τις ανάγκες του graphic novel με τίτλο «Ζοrμπάς – Πράσινη Πέτρα Ωραιοτάτη», που κυκλοφόρησε πριν κάποιο καιρό από τις εκδόσεις Διόπτρα. Έτσι, δημοσιεύουμε μία γραπτή συζήτηση μαζί του για το δύσκολο εγχείρημα που έφερε εις πέρας, για το πώς είναι να ετοιμάζεις ένα κόμικ 500 σελίδων, για τη διαχρονικότητα του Ζορμπά, τον πάντα αιρετικό λόγο του Νίκου Καζαντζάκη αλλά και για το πόσο απλό πράγμα είναι τελικά η ευτυχία. Στις πρώτες σελίδες του graphic novel βλέπουμε θρησκευτικά σύμβολα (ο Χριστός, ο Βούδας, ένας περιστρεφόμενος Δερβίσης) να γίνονται ένα με τον Ζορμπά και αυτός με τη σειρά του να γίνεται ένα με το γυναικείο αναπαραγωγικό όργανο. Μπορεί ακόμα και σήμερα να σπάει τα ταμπού ο Καζαντζάκης; Σίγουρα μπορεί. Όταν ξαναθέτεις, όπως εκείνος, πρωτογενή ερωτήματα σε αυτά που θεωρούνται πλέον δεδομένα και θέσφατα – ας πούμε για την κοινωνία, τη θρησκεία ή τις ανθρώπινες σχέσεις – μπορείς να θεωρηθείς ακόμα και αιρετικός. Αυτό συμβαίνει με τον Καζαντζάκη: Το έργο του είναι γεμάτο από τέτοιες πρωτογενείς σκέψεις και αγωνίες. Καθώς λοιπόν προσπαθούσα να τις επαναφηγηθώ στον δικό μου Ζορμπά, συνειδητοποιούσα πόσο δύσκολο είναι κάποιες ιδέες να διατυπωθούν ή να γίνουν εικόνες, ακόμα και σήμερα. Τι είναι εκείνο που κάνει το συγκεκριμένο μυθιστόρημα τόσο διαχρονικό; Σε όλα τα έργα του ο Καζαντζάκης θέτει αυτές ακριβώς τις πρωτογενείς αγωνίες και τα ερωτήματα. Όμως εδώ στον Ζορμπά, η φιλοσοφία, η μεταφυσική, η αγωνία της ύπαρξης, παντρεύονται με έναν ξεχωριστό τρόπο. Υπάρχουν τόσες εμβόλιμες ιστορίες, αφηγήσεις, αναμνήσεις και σκέψεις, οι οποίες άλλοτε διατυπώνονται με σκληρό, τραγικό τρόπο, άλλοτε με σχετική αποστασιοποίηση, άλλοτε με χιούμορ, αυτοσαρκασμό κι ένα μοναδικό γκροτέσκο ύφος. Κι όλα ετούτα με επίκεντρο τη ζωή, τον έρωτα, τον θεό και τον θάνατο. Θέματα τα οποία, πέρα από τις προφάσεις, τις διασκεδάσεις και τις σιωπές της καθημερινής μας ζωής, απασχολούν οποιονδήποτε άνθρωπο σε κάθε εποχή όταν βρίσκεται στον πυρήνα της υπαρξιακής μοναξιάς του. Έχει τη φήμη που του αρμόζει ή με τα χρόνια έχει αποκτήσει μία καλτ υπόσταση όμοια με τις δεκάδες ταβέρνες που κουβαλούν το όνομά του; Κάθε εποχή προσλαμβάνει τα ίδια ερεθίσματα με διαφορετικό τρόπο. Είναι αυτός ο τρομερός χρονότοπος που περιγράφει ο Μιχαήλ Μπαχτίν και κάνει τα ίδια πράγματα, τα ίδια βουνά, τα ίδια συναισθήματα να φαντάζουν κάθε φορά τόσο διαφορετικά. Εμείς επιλέγουμε να ντύσουμε έναν ήρωα ή μία κοινωνική συνθήκη με τα δικά μας ρούχα. Προσαρμόζουμε τα πάντα από το παρελθόν στις δικές μας ανάγκες και διερωτήσεις. Ο Ζορμπάς είναι πάντα εκεί και μας περιμένει. Και δεν είναι μόνο ο Ζορμπάς του Καζαντζάκη με την αγωνία της ζωής αλλά και του Κακογιάννη με τα στερεότυπα που του φόρτωσε με την ταινία του, χωρίς κατ’ ανάγκη να το επιδιώκει. Ο Ζορμπάς είναι ιδεότυπος. Ένας αρχετυπικός χαρακτήρας όπως ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες ή ο Γαργαντούας του Ραμπελέ. Δεν μπορεί να είσαι λοιπόν μια τόσο ξεχωριστή φιγούρα, τόσο ιδιαίτερος με τα καμώματα και τις ιδέες σου, και να μην υπάρχει μια ταβέρνα, κάποιο μαγαζί με τ’ όνομά σου. «Άμα πεθαίνω εγώ, όλα πεθαίνουν», λέει ο Ζορμπάς σε μία από τις πρώτες του κουβέντες με τον ήρωα-αφηγητή. Υπήρξαν στιγμές που οι απόψεις και τα λόγια του τον έκαναν αντιπαθητικό στα μάτια σας; Δεν συμφωνώ με όλα όσα γράφονται μέσα στο μυθιστόρημα. Αλλά νομίζω πως με κανένα μυθιστόρημα ή ταινία ή έντεχνη αφήγηση δεν συμφωνούμε σε όλα. Εδώ καλά-καλά δεν συμφωνούμε σε όλα ούτε με τους καλύτερους φίλους μας ή τους συντρόφους μας. Κρατάμε όμως, και μάλλον έτσι είναι το σοφό, τα καλά και ουσιαστικά. Καμιά φορά βέβαια, φωλιάζουν σε αυτά που δεν μας αρέσουν και μερικές ενοχλητικές αλήθειες, κάπως βαριές για το στομάχι μας. Είναι δύσκολο να τις καταπιείς, να τις αποδεχτείς, αλλά δεν είναι κακό να τις έχεις εκεί διατυπωμένες, στις σελίδες ενός βιβλίου, και να τις αντικρίζεις κάθε τόσο. «Κάθε χωριό έχει τον παλαβό του. Και αν δεν έχει παλαβό τον φτιάχνει για να περνά την ώρα του». Η φράση αυτή ισχύει και για τον σημερινό κόσμο των social media; Ίσχυε πάντα και ισχύει και στο σημερινό μας «χωρίο», το Facebook, το Tik Tok και το Instagram. Αυτό που γεννάει σε κάθε εποχή τους τρελούς και τους παλαβούς, είναι η ανάγκη των υπολοίπων της κοινωνικής ομάδας να αισθανθούν φυσιολογικοί βγάζοντας κάποιους λιγότερο προσαρμοσμένους στη σέντρα. Τους κουνάμε το δάχτυλο σαν εισαγγελείς ή γελάμε μαζί τους. Το χιούμορ εκτός των άλλων, όπως το διατυπώνει πολύ όμορφα και ο Μπερκσόν – ο «Μπέρξονας» του Καζαντζάκη – έχει και αυτή την τιμωρητική διάσταση. Φωτογραφίες, αποφθέγματα, ιστορίες∙ ο Καζαντζάκης «πουλάει» μέχρι σήμερα τόσο στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις όσο και στα κοινωνικά δίκτυα. Ποιο είναι το μυστικό του; Από τη μια βρίσκουμε στο έργο του διατυπωμένες τις πρωτογενείς υπαρξιακές αγωνίες κάθε ανθρώπου. Από την άλλη ο ίδιος ο συγγραφέας κατάφερε να προσπεράσει τα διάφορα σινάφια και κουτσομπολιά, κλεισμένος πάντα σε μια κάμαρα πλάι στη θάλασσα ή σκαρφαλωμένος στις Άλπεις, παλεύοντας τις εμμονές του. Ταυτόχρονα οι σκέψεις του τσιγκλούσαν πολύ τους σύγχρονούς του. Τσιγκλούσαν πολιτικούς, ιερείς, συντηρητικούς και προοδευτικούς. Κανείς δεν μπορούσε να τον κατατάξει με σιγουριά σε μια κατηγορία, να τον ταυτίσει με μια ιδεολογία ή να του βάλει μια ξεκάθαρη ταμπέλα. Ακόμα και σήμερα ακούγονται τόσα πολλά αντικρουόμενα πράγματα γι’ αυτόν. Έχετε κάποια εξήγηση γιατί ο ήρωας-αφηγητής συγχωρεί τις συνεχείς ατασθαλίες του Ζορμπά; Ο Καζαντζάκης δεν τοποθετεί τίποτα στην τύχη. Προσπάθησα έτσι κάποια στιγμή ενώ δούλευα τον δικό μου Ζορμπά, να καταλάβω τι μπορεί να σημαίνει η αναφορά, η παρομοίωση της περιπέτειας στο κρητικό ακρογιάλι με την Τρικυμία του Σαίξπηρ. Επέστρεψα σε αυτήν κι εκεί βρήκα ένα ακόμα από τα κλειδιά του μυθιστορήματος: Την έννοια της συγχώρεσης, που λέτε. Τόσο ο Σαίξπηρ όσο και ο Καζαντζάκης, στο μυαλό και στη στάση του Πρόσπερο διατυπώνουν μια τεράστια ανθρώπινη αξία, τη συγχώρεση. Άλλωστε, καθόλου τυχαία, τη στιγμή που γράφουν οι δυο συγγραφείς βρίσκονται σε μια ηλικία που μπορούν να κατανοήσουν τη ματαιότητα ενός τιμωρητικού κύκλου που δεν οδηγεί πουθενά. Στα χνάρια των Ευμενίδων του Αισχύλου λοιπόν, σπάνε τον κύκλο και πάνε παραπέρα, για τα σημαντικά αλλά και για τα πιο ασήμαντα. Το graphic novel είναι πραγματικά τεράστιο και ιδιαίτερα πυκνό σε νοήματα. Πόσο πολύ σας δυσκόλεψε και πόσο χρόνο χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί; Ενάμιση χρόνο. Παρά τα τρελά ξενύχτια και την εντατική δουλειά, το διάστημα αυτό για ένα κόμικς με όγκο δουλειάς 500 σελίδων είναι ελάχιστο. Σκεφτείτε μόνο τι απαιτείται για να ολοκληρωθεί ένα τόσο εκτενές έργο: την έρευνα και τα διαβάσματα, τις οκτώ διαφορετικές γραφές του σεναρίου, τα storyboards, τα μολύβια, τα μελάνια και τα χρώματα. Συνήθως τα άλλα graphic novel μου, το Αϊβαλί και Η μάχη της πλατείας, χρειάστηκαν τουλάχιστον τρία χρόνια δουλειάς, ενώ ο Συλλέκτης που είναι λίγο πιο μικρός, άλλα δυόμιση. «Ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, η βουή της θάλασσας. Βεβαιώθηκα πάλι πόσο η ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο». Είναι άραγε απλή έννοια η ευτυχία ή τρομερά πολύπλοκη; Είναι απλή, πολύ απλή. Περίπλοκο είναι το πώς καταφέρνουμε να σπαταλάμε μια ολόκληρη ζωή για να το καταλάβουμε και για να εκτιμήσουμε στο τέλος το ελάχιστο. «Να ζεις μακριά από τους ανθρώπους». Ο Καζαντζάκης αποζητά τον μοναχικό βίο και την ίδια στιγμή οι ήρωές του στον Ζορμπά δείχνουν να κάνουν τα πάντα για λίγη συντροφιά. Τελικά, ήταν αντιφατικός ως άνθρωπος και ως συγγραφέας; Ή μήπως γνώριζε κάτι περισσότερο; Είναι αντίφαση στο ίδιο εικοσιτετράωρο να υπάρχει και μέρα και νύχτα; Άλλωστε πώς ορίζεται η μέρα αν δεν υπάρχει η νύχτα; Βρίσκω απόλυτα φυσιολογικό και υγιές ένας άνθρωπος που σκέφτεται να συνειδητοποιεί και να αναζητά τη μοναχικότητά του και ταυτόχρονα να επιδιώκει και να χαίρεται τη ζεστασιά των άλλων. Υπάρχει μια μελαγχολία αλλά και μια τεράστια ομορφιά στο να μπορείς να ζεις με αυτόν τον τρόπο. Χωρίς να θέλω να κάνω σπόιλερ, σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του έργου παίζει μία γυναικτονία. Ήταν άραγε ο τρόπος του συγγραφέα να στηλιτεύσει τη βία της επαρχίας ενάντια στις γυναίκες; Ισχύει αυτό που λέτε. Κι έχει ενδιαφέρον να κάνουμε μια τέτοια κουβέντα σε μέρες που ακούμε καθημερινά για γυναικοκτονίες. Είναι ένα ακόμα παράδειγμα για το πόσο επίκαιρο μπορεί να είναι το έργο του Καζαντζάκη, πηγαίνοντας μάλιστα και τον γενικότερο συλλογισμό παρακάτω. Στον Ζορμπά δεν απομονώνει το έγκλημα στον θύτη, αλλά το συνδέει και με την ευρύτερη κοινωνική στάση, αποστασιοποίηση και αδιαφορία. Ξέρετε, όπως στην Τρικυμία του Σαίξπηρ που σας ανέφερα προηγουμένως, ξεκλειδώνει και αυτή ακριβώς την κοινωνική στάση, την έμμεση συμμετοχή σε τέτοια εγκλήματα, παρομοιάζοντας τους κατοίκους του κρητικού χωριού, τον «λαό», με τον Κάλιμπαν, τον άξεστο εκείνο αγροίκο κάτοικο του νησιού, παιδί μιας μάγισσας με τον διάβολο. Τι ειρωνεία λοιπόν, αργότερα στο μυθιστόρημα, τη στιγμή της δολοφονίας της Χήρας, αυτός ο άξεστος «Κάλιμπαν-λαός» γίνεται με τη στάση του συνένοχος. Υπάρχει περίπτωση να μεταφέρεις κάποιο άλλο έργο του σπουδαίου Κρητικού σε μορφή κόμικς; Από πολύ νωρίς στη νεότητά μου διάβασα τα περισσότερα έργα του Καζαντζάκη, οπότε νομίζω πως τον γνωρίζω σε αρκετό βάθος. Θα μπορούσα να ασχοληθώ και με αλλά έργα του, αλλά όπως ίσως είδατε και στον Ζορμπά, με ιντριγκάρουν τα δύσκολα στη σκέψη του συγγραφέα. Το πώς δηλαδή θα περιγράψεις μεταφέροντας ένα βιβλίο σε κόμικς, όχι τόσο τα όσα συμβαίνουν σε αυτό σε γραμμική αφήγηση, αλλά πρωτίστως τα όσα σημαίνουν. Μην εκπλαγείτε λοιπόν αν κάποια στιγμή με δείτε να προσπαθώ μεταφέρω σε εικονογραφήγημα την Ασκητική, που δεν σου δίνει ούτε μια ευκαιρία για γραμμική εξιστόρηση και αφήγηση. Εμφανίζονται στην αγορά όλο και περισσότερα νέα graphic novels τα οποία μεταφέρουν «κλασικά» μυθιστορήματα σε κόμικς. Πιστεύετε ότι συμβαίνει επειδή ο κόσμος θέλει να διαβάσει πιο «γρήγορα» κάτι κλασικό ή επειδή έχουμε ανάγκη ως αναγνώστες να επιστρέψουμε σε σταθερές αξίες; Αυτό είναι πραγματικά ένα τεράστιο ζήτημα, που θα χρειάζονταν πολλές συνεντεύξεις και συνέδρια για να το αναλύσουμε. Τι είναι και ποια θεωρούνται graphic novels; Μπορούν να θεωρηθούν λογοτεχνία; Πώς εφαρμόζονται στην εκπαίδευση; Το σίγουρο είναι πως το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τα κόμικς κάτι σημαίνει. Δεν είναι άσχετο από τα σύγχρονα πολιτισμικά πρότυπα όπως διαμορφώνονται μέσα από τις οθόνες των κινητών και τα social media, από την απομάκρυνση των νέων από ερεθίσματα και «αξίες» παλαιότερων γενεών. Και τελικά ότι οι τελευταίοι, από τη θέση των γονιών ή των εκπαιδευτικών, αναζητούν διαύλους επικοινωνίας με τις νεότερες γενιές, επιστρατεύοντας μέχρι και τα κόμικς, που κάποτε στην εποχή τους θεωρούνταν ευτελή αναγνώσματα – πιθανότατα ακόμα και από τους ίδιους. Επόμενα σχέδια; Πολλά. Τα σενάρια και οι ιδέες όσο μεγαλώνουμε πληθαίνουν κι αυτά. Τώρα είμαι στη φάση του Σίσυφου στη βάση του βουνού, που εξετάζει ποια πέτρα θα είναι η πιο κατάλληλη για να τη σπρώξει πάλι στον ανήφορο. Υγεία και τύχη να έχουμε! Και το σχετικό link...
  17. Soloup και Παναγιώτης Πανταζής επανασυστήνουν στο κοινό τον Ζορμπά και τον Καπετάν Μιχάλη, δύο ξακουστά έργα του πιο δημοφιλούς και πολυμεταφρασμένου Έλληνα συγγραφέα, δύο αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Οι ταλαντούχοι δημιουργοί μιλούν στο OneMan. Δύο χρόνια συμπληρώνονται αυτές τις μέρες από την επίσημη ανακοίνωση των εκδόσεων Διόπτρα για την απόκτηση των δικαιωμάτων του συνόλου του έργου του Νίκου Καζαντζάκη και μετά από την επανακυκλοφορία των βιβλίων του με επανασχεδιασμένα εξώφυλλα και σύγχρονη αισθητική, την πολυσυζητημένη κυκλοφορία του ανέκδοτου, άγνωστου μυθιστορήματος Ανήφορος, αλλά και τις διασκευές του σε παιδικά παραμύθια που παρέμεναν άγνωστες για δεκαετίες στο ευρύ κοινό, δύο από τα πλέον ξακουστά και διαχρονικά έργα του πιο δημοφιλούς και πολυμεταφρασμένου Έλληνα συγγραφέα – Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Καπετάν Μιχάλης – μεταφέρονται για πρώτη φορά σε graphic novel με την υπογραφή δύο καθιερωμένων ονομάτων του συγκεκριμένου χώρου. Ο μεν Soloup (Ζοrμπάς – Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη) τονίζει ότι προσπάθησε να επαναφηγηθεί τον Ζορμπά «με μια άλλη σειρά των επεισοδίων από αυτή του καζαντζακικού κειμένου. Ουσιαστικά, να κάνω ένα νέο μοντάζ, ώστε να αποκτήσει τον ρυθμό και τη ροή ενός σύγχρονου έργου στον κινηματογράφο ή μιας τηλεοπτικής σειράς, κρατώντας όμως τον λόγο και τις ιδέες του πρωτοτύπου». Ο δε Παναγιώτης Πανταζής (Καπετάν Μιχάλης) ότι έγραψε και σχεδίασε ένα κόμικ «με βάση ένα κλασικό έργο, αλλά το έφτιαξα έτσι ώστε να στέκεται μόνο του, να είναι η δική μου εκδοχή και να αποτελεί ένα καλοδουλεμένο κόμικ, το οποίο βγάζει νόημα ως αυτόνομο έργο». Οι δύο ταλαντούχοι δημιουργοί μιλούν στο OneMan για τη βιωματική τους σχέση με τις λέξεις του Καζαντζάκη, για τα θεμελιώδη ζητήματα που πραγματεύονται ο Ζορμπάς και ο Καπετάν Μιχάλης, και φυσικά για την έρευνα που έκαναν πριν πιάσουν, με σεβασμό και τόλμη, μολύβι και χαρτί. Ο Soloup Πριν από την προσωπική σας εμπλοκή, ποια ήταν η σχέση σας με το έργο του Καζαντζάκη; Εννοώ γενικά αλλά και ειδικά, όσον αφορά τα συγκεκριμένα έργα. Soloup: Στην εφηβεία αλλά και αργότερα, είχα ήδη κολλήσει με τον Καζαντζάκη. Είχα διαβάσει όλα τα μυθιστορήματά του, τον Ζορμπά, τον Φτωχούλη του Θεού, την Αναφορά στον Γκρέκο, τον Καπετάν Μιχάλη, τις Αδερφοφάδες… αλλά και τα πιο αναστοχαστικά, όπως ας πούμε την Ασκητική και τον Βραχόκηπο. Κι ανάμεσα σε αυτά και την απαιτητική Οδύσσεια. Στη συνέχεια βέβαια, καθώς ανακάλυπτα άλλες σκέψεις και άλλα κείμενα, απομακρύνθηκα από τον λόγο του Καζαντζάκη, που τον θεωρούσα πλέον υπερβολικό και κάπως παρωχημένο. Έλα όμως που κάποια πράγματα κάνουν κύκλους στις ζωές μας. Έτσι, πριν από δυο χρόνια και με αφορμή την πρόταση της Διόπτρας, όπως ξανάπιασα να μελετώ τον Ζορμπά, συνειδητοποίησα πόσα ουσιαστικά πράγματα έχει ακόμα να πει και στους σύγχρονους αναγνώστες. Τα πρωτογενή, υπαρξιακά ερωτήματα παραμένουν πάντα επίκαιρα. Παναγιώτης Πανταζής: Στο δημοτικό είχα εντυπωσιαστεί από το απόσπασμα που είχαμε στα Κείμενα. Αν δεν κάνω λάθος ήταν από το Αναφορά στον Γκρέκο. Βέβαια, απέτυχα παταγωδώς όταν προσπάθησα να το διαβάσω ολόκληρο. Ξαναδιάβασα Καζαντζάκη στον στρατό, την περίοδο δηλαδή που προσπαθούσα να γεμίσω τα νεκρά τρίωρα στους θαλάμους με όσο περισσότερα βιβλία γινόταν. Η αλήθεια είναι πως τα πήγα πολύ καλά. Δεν κατάφερα να ξαναδιαβάσω τόσο πολύ στην ενήλικη ζωή μου όσο τότε. Τον Καπετάν Μιχάλη τον διάβασα μετά από την πρόταση των εκδόσεων Διόπτρα για συνεργασία. Ποια θεωρείτε ότι είναι τα κεντρικά ζητήματα που πραγματεύεται ο Καζαντζάκης αφενός στον Ζορμπά, αφετέρου στον Καπετάν Μιχάλη; Soloup: Ο Καζαντζάκης έχει ασχοληθεί με διαφορετικά είδη κειμένων: δοκίμια, άρθρα σε εφημερίδες, σενάρια, ένα ιδιόμορφο μυθιστόρημα, το Τόντα Ράμπα, μεταφράσεις, κείμενα σε περιοδικά, πολυσέλιδα ποιήματα, θεατρικά, ταξιδιωτικά. Μόνο στα τελευταία χρόνια της ζωής του καταπιάστηκε πιο συστηματικά με τα μυθιστορήματα που τον έκαναν ευρύτερα γνωστό. Και το πρώτο χρονολογικά υπήρξε ο Ζορμπάς. Ένα βιβλίο κομβικό για το σύνολο του δικού του έργου αλλά, όπως φάνηκε και στην πορεία, και για τα Ελληνικά γράμματα, αφού ο Ζορμπάς αποτελεί το πλέον πολυμεταφρασμένο ελληνικό λογοτεχνικό έργο. Σε αυτό συνυπάρχουν συμπυκνωμένες οι συγγραφικές και αναγνωστικές αναζητήσεις του Καζαντζάκη, αποδοσμένες με έναν ιδιόμορφο αφηγηματικό τρόπο, όπου το ψέμα και η αλήθεια παντρεύονται μοναδικά. Διαμορφώνουν έτσι ένα μυθιστόρημα που διαφέρει και απ’ όσα ακολούθησαν, αφού το σατιρικό και το γκροτέσκο στοιχείο πλέκονται με το τραγικό, σε μια σύνθεση που τη συναντούμε μόνο σε αρχετυπικά μυθιστορήματα, όπως για παράδειγμα στον Δον Κιχώτη του Θερβάντες ή στο Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ του Ραμπελαί. Παναγιώτης Πανταζής: Με κεντρική φιγούρα μια εκδοχή του πατέρα του – πιο άγρια και ηρωοποιημένη από τον άνθρωπο στον οποίο βασίστηκε – ο Καζαντζάκης περιγράφει με χορταστικό τρόπο τη ζωή στην Κρήτη το 1889, δηλαδή πριν και κατά τη διάρκεια μιας ακόμη εξέγερσης των Χριστιανών απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η ακατάπαυστη και εξουθενωτική αίσθηση του καθήκοντος, τα ανθρώπινα πάθη από τα οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν ούτε οι ατσάλινοι μαχητές, οι μικρές χαρές που συντηρούν τους ανθρώπους ακόμη και σε καταστάσεις συντριπτικής πίεσης, είναι κάποια από τα θέματα που έχουν απασχολήσει τους ανθρώπους από πάντα, και τα οποία στον Καπετάν Μιχάλη βλέπουμε να δίνουν ζωή ή να βασανίζουν τους χαρακτήρες του. O Παναγιώτης Πανταζής Σε τι είδους προετοιμασία και έρευνα επιδοθήκατε; Ήταν ξεκάθαρη εξαρχής η εικόνα για το τι σκοπεύατε να κάνετε – ο οδικός, αν θέλετε, χάρτης για να φτάσετε στον τελικό προορισμό; Soloup: Όπως σας είπα και πιο πριν, ο Ζορμπάς έχει πολλές αναφορές σε λογοτεχνικά ή φιλοσοφικά κείμενα ή και σε ρεύματα ιδεών (Χριστιανισμός, Βουδισμός, Κομμουνισμός). Χρειάστηκε λοιπόν μια πραγματικά μεγάλη αναζήτηση σε αυτές τις κατευθύνσεις, η οποία αποτυπώνεται και στη βιβλιογραφία που παραθέτουμε στο τέλος του graphic novel. Ακόμα, για να μπω και στη σκέψη του συγγραφέα ανέτρεξα και σε άλλα κείμενά του, όπως για παράδειγμα στα ημερολόγιά του από το Άγιον Όρος, αλλά και στην αλληλογραφία του με στενούς του ανθρώπους – κυρίως με τον Πρεβελάκη. Στο οπτικό κομμάτι τώρα, εκμεταλλεύτηκα όσο καλύτερα μπορούσα τις αναφορές του σε έργα τέχνης, όπως ας πούμε στο «χέρι του Θεού», ενός συγκεκριμένου αγάλματος του Ροντέν, ώστε να αποδώσω με γραμμές και εικόνες τις δύσκολα μεταφερόμενες οπτικά, έννοιες και ιδέες του. Επιδίωξα όμως να βρεθώ και ο ίδιος σε τόπους του Ζορμπά ή της ευρύτερης Καζαντζακικής μυθοπλασίας: στο ορυχείο στην Καλογριά της Μάνης, στα βουνά και στις παραλίες της Κρήτης, στο μουσείο Ροντέν στο Παρίσι, στα μοναστήρια του Υμηττού και στο Τολέδο, όχι για μια «πιστή» αποτύπωση των όσων περιγράφει, όσο περισσότερο για να υποθέσω τις δικές του εντυπώσεις καθώς τα έβλεπε όλα αυτά. Παναγιώτης Πανταζής: Ένα ελεύθερο και απολαυστικό διάβασμα σαν αναγνώστης, για να γνωρίσω το έργο. Ένα ακόμη, αλλά αυτή τη φορά κρατώντας σημειώσεις για τα πάντα, προκειμένου να βγει η σκαλέτα του σεναρίου μου. Αμέτρητες ώρες στο ίντερνετ και στα βιβλία, ψάχνοντας για φορεσιές, χτενίσματα, αρχιτεκτονική και τοπία. Και δυο επισκέψεις στο Ηράκλειο, γιατί ο ψυχολογικός τόνος ενός τόπου είναι κάτι που βιώνεται. Ποιες ήταν οι σημαντικότερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε; Υπήρξαν συγκεκριμένες ζόρικες στιγμές που σας φάνηκαν βουνό; Από την άλλη, υπήρξαν στιγμές που σας έκαναν να εκπλαγείτε με το πόσο απρόσμενα αβίαστη ήταν η διαδικασία; Soloup: Στον Ζορμπά, όπως ίσως μπορείτε να φανταστείτε, η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν το να παλέψω με τα στερεότυπα που έχουν δημιουργηθεί από την ταινία του Κακογιάννη, Zorba the Greek. Η εικόνα του Ζορμπά σήμερα έχει ταυτιστεί τόσο πολύ με τη φιγούρα του Άντονι Κουίν αλλά και με την ευρύτερη μυθολογία της ταινίας, όπως το συρτάκι. Όμως από τη στιγμή που διαμορφώθηκε στα σχέδια η δική μου εκδοχή για την εικόνα του Ζορμπά, ο ήρωας άρχισε να αυτονομείται και να παίρνει, θα έλεγα, ακόμα και την πρωτοβουλία των κινήσεών του μέσα στα σκίτσα. Παναγιώτης Πανταζής: Το έργο είναι πλούσιο σε εικόνες, αλλά σχεδόν από την αρχή και σχετικά εύκολα ήξερα τι θα κρατήσω και τι θα μείνει έξω από τη δική μου εκδοχή. Αυτό που δεν υπολόγιζα όταν ξεκινούσα να δουλεύω, ήταν πως στην τελική ευθεία του project θα είχαμε κι ένα νεογέννητο στο σπίτι. Βέβαια, όπως γίνεται πάντα, αφού έχουν περάσει τα δύσκολα, κοιτάς με τι έχεις μείνει και σβήνεις το ζόρικο κομμάτι. Εγώ έχω μείνει με ένα κόμικ και μια κόρη, άρα όλα πήγαν καλά. Τελικά ο στόχος σας είναι να συστηθεί ο Καζαντζάκης σε ένα νεότερο κοινό, που δεν τον γνώριζε μέχρι σήμερα, ή να τον δει με μια νέα ματιά το ήδη υπάρχον κοινό; Soloup: Η δική μου προσπάθεια ήταν να επαναφηγηθώ τον Ζορμπά με μια άλλη σειρά των επεισοδίων από αυτή του καζαντζακικού κειμένου. Ουσιαστικά, να κάνω ένα νέο μοντάζ, ώστε να αποκτήσει τον ρυθμό και τη ροή ενός σύγχρονου έργου στον κινηματογράφο ή μιας τηλεοπτικής σειράς, κρατώντας όμως τον λόγο και τις ιδέες του πρωτοτύπου. Μια επαναφήγηση που νομίζω πως αφορά τόσο εκείνους που έχουν διαβάσει ήδη το έργο, όσο και εκείνους που το προσεγγίζουν για πρώτη φορά. Παναγιώτης Πανταζής: Για εμένα τίποτα από τα δύο. Σε καθετί που καταπιάνομαι, στόχος είναι να μείνει μια καλή δουλειά, για την οποία εγώ θα είμαι περήφανος και ο κόσμος θα έχει νιώσει κάτι. Εν προκειμένω, είναι ένα κόμικ που έγραψα και σχεδίασα με βάση ένα κλασικό έργο, αλλά το έφτιαξα έτσι ώστε να στέκεται μόνο του, να είναι η δική μου εκδοχή και να αποτελεί ένα καλοδουλεμένο κόμικ, το οποίο βγάζει νόημα ως αυτόνομο έργο. Ο Καζαντζάκης θα συστηθεί σε νεότερο κοινό – επειδή τα κόμικς απευθύνονται στατιστικά σε νεότερους ανθρώπους – και ταυτόχρονα θα ιδωθεί με νέα ματιά και από αυτούς που ήδη τον γνώριζαν. Ωστόσο, δεν ένιωσα ποτέ πως κάτι από τα δύο είναι ο στόχος μου. Και αν κάποιος δεν είχε ιδέα πριν, και με αφορμή το κόμικ μου διαβάσει και το πρωτότυπο, αυτό θα είναι τέλειο, καθώς μιλάμε για ένα αριστούργημα. Έχοντας πια εμβαθύνει στον Καζαντζάκη και ως δημιουργοί, υπάρχει κατά τη γνώμη σας κάποια παρεξήγηση ή/και παρερμηνεία για εκείνον και το έργο του, που καλό θα ήταν επιτέλους να αποσαφηνιστεί; Εν πάση περιπτώσει, σχετικά με ότι σας αφορά, ποιο κρατάτε ως το σημαντικότερο μάθημα που πήρατε για τον Καζαντζάκη μέσα από αυτή τη δημιουργική διαδικασία; Soloup: Η επαναφήγηση και η επανερμηνεία ενός κλασικού κειμένου όπως είναι ο Καπετάν Μιχάλης ή ο Ζορμπάς από τον Παναγιώτη κι εμένα, είναι ταυτόχρονα μια σύγχρονη ανάγνωση που γίνεται προφανώς με σεβασμό προς τον συγγραφέα. Και αυτός ο σεβασμός αποτυπώνεται με την ανάδειξη στοιχείων των κειμένων που μιλούν στον σημερινό αναγνώστη για τις δικές του προβολές. Αυτή ακριβώς η προσέγγιση είναι, νομίζω, που ξαναζωντανεύει τόσο τα κλασικά κείμενα όσο και το ενδιαφέρον του κοινού. Ειδικά όταν αυτά πλαισιώνονται από μια παράλληλη, προσεγμένη επανασύσταση του συνόλου του έργου του Καζαντζάκη, όπως αυτήν που πραγματοποιούν εδώ και δυο χρόνια οι εκδόσεις Διόπτρα. Παναγιώτης Πανταζής: Με συγκλόνισε ανά στιγμές ο τρόπος που σκάβει στα πιο κρυφά σημεία των ψυχών των χαρακτήρων του. Θα ήθελα να μπορώ να το κάνω κι εγώ σε δικά μου έργα, να δημιουργώ τρισδιάστατους χαρακτήρες με τόση άνεση. Τα graphic novels Ζοrμπάς – Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη του Soloup και Καπετάν Μιχάλης του Παναγιώτη Πανταζή κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Διόπτρα. Και το σχετικό link...
  18. Το εικονογραφημένο μυθιστόρημα, ή διεθνώς graphic novel, ανθίζει ιδιαιτέρως τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα κι ένας από τους πιο συζητημένους εκπροσώπους του είναι ο Soloup (κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος), πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς. O Soloup έγινε πολύ γνωστός με το πρώτο του graphic novel που ήταν το «Αϊβαλί» (2014), ένα αφήγημα για τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη Συνθήκη της Λοζάννης με παραπομπές, μεταξύ άλλων, στον Φώτη Κόντογλου και τον Ηλία Βενέζη. Το δεύτερο γραφιστικό μυθιστόρημα του Soloup τιτλοφορείται «Ο συλλέκτης» (2018) και προκάλεσε μια έκθεση με τα εικαστικά υλικά του στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς. Το θέμα αυτή τη φορά θα είναι εντελώς διαφορετικό, την αδυναμία του πατέρα να αποκτήσει μια ισορροπία με το παιδί του όταν έχει χωρίσει από τη μητέρα του και η επιμέλεια ανήκει στη ίδια. «Η μάχη της πλατείας» (2021), το τρίτο εικονογραφημένο μυθιστόρημα του Soloup, είναι για την Επανάσταση του 1821 με κέντρο το πρόσωπο του Κολοκοτρώνη και πεδίο αναφοράς όλα τα σημαντικά γεγονότα (στρατιωτικά και πολιτικά) του Αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία. Το έργο κέρδισε την πρώτη θέση στον διαγωνισμό «200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση» του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ). Οι εικόνες του κόμικ του Soloup κινούνται συνεχώς εδώ ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Μετά από μια πορεία σαν και την προηγούμενη, ο Soloup επανέρχεται στην τέχνη του με ένα πολυσέλιδο graphic novel που τιτλοφορείται «Ζοrμπάς – Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη» και μόλις κυκλοφόρησε από τη Διόπτρα στο πλαίσιο της συστηματικής επανέκδοσης του καζαντζακικού έργου, όπως και του πρώτου, άγνωστου μέχρι προ τίνος καζαντζακικού μυθιστορήματος «Ο ανήφορος». Το κόμικ Πώς θα μετατραπεί ο μυθιστορηματικός λόγος σε γλώσσα των εικόνων, πολλώ δε μάλλον αν ο κομίστας έχει να αναμετρηθεί και με την εμβληματική κινηματογραφική μεταφορά του Μιχάλη Κακογιάννη; Είναι φανερό πως ο Soloup έχει εργαστεί πολύ και με κόπο. Ως προς την κινηματογραφική μεταφορά, οι δικές του εικόνες επιδιώκουν να επανέλθουν εγγύτερα στο πρωτότυπο κείμενο του «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» (1946), αναδιατάσσοντας παρόλα αυτά με ριζικό τρόπο τη διαδοχή και τη λογική των επιμέρους ιστοριών του που θα προκύψουν ως αυτόνομα επεισόδια της συνεχούς και ενιαίας αφήγησης του κόμικ. Σκοπός αυτής της επιλογής είναι να αποσπαστεί ο Ζορμπάς από το πρότυπο ενός τοπικού και κατά τεκμήριον αφελούς και απλοϊκού γλεντζέ, το οποίο κυριάρχησε διεθνώς μέσω της ταινίας, και να επανέλθει στο πνεύμα του Καζαντζάκη και στα κεφαλαιώδη μοτίβα-αναρωτήσεις που έχουν εγγραφεί στην ταυτότητά του: ποια είναι η σχέση του έρωτα με τον θάνατο, τι απαιτεί ο Θεός από τους ανθρώπους και από τον εαυτό του, πού συναντιέται η σάρκα με το πνεύμα, πώς αντιμετωπίζουν οι αρσενικοί τις θηλυκές, τι σημαίνει ανδρική τόλμη και παρρησία, πώς είναι δυνατόν να υπάρξει μια κοινοβιακή ζωή ικανή να θρέψει τις αυθεντικότερες ανάγκες της ύπαρξης, πώς να απαντήσουμε στον τρόμο του θανάτου δίχως να παραβλέψουμε την ακατανίκητη παρόρμηση της ελευθερίας; Ο Soloup δεν θα περιοριστεί σε εικόνες που ανασταίνουν την καζαντζακική έκφραση Εστιάζοντας την προσοχή του σε απαρατήρητες λεπτομέρειες του «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» θα εντάξει στο σκηνικό του τοπίο τις γλυπτικές μορφές του Ροντέν, θα αναδείξει τις σκιτσογραφικές επιδόσεις του Ζορμπά, θα μετασχηματίσει σε υπότιτλο του μυθιστορήματός του μια ανύποπτη ρήση του προλόγου του Καζαντζάκη («Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη») ενώ παράλληλα θα επιμείνει στις κλασικές αναγνώσεις του τελευταίου (Νίτσε και Μπερξόν), χωρίς να παραλείψει επιστολές του, την αυτοβιογραφική «Αναφορά στον Γκρέκο» (1961) και άλλες παρόμοιες πηγές. Η ενδελεχής έρευνα των κειμενικών διαθεσίμων που σχετίζονται με πρόσωπα και εποχές του ιστορικού χρόνου του κόμικ τροφοδοτεί για άλλη μια φορά την εικονογράφηση του Soloup, χωρίς να της επιτρέψει ποτέ να φιλολογήσει ή να φλυαρήσει. Όσο για τον ίδιο τον εικονογραφικό του λόγο, ο Soloup θα μοιράσει τα επεισόδια του μυθιστορήματός του σε ποικίλα χρώματα (ανάλογα με τα αισθήματα και τις καταστάσεις που περιγράφονται). Το γκρι, το πράσινο, το μαύρο και το λευκό των προηγούμενων μυθιστορημάτων του θα δώσουν τώρα τη θέση του στο μπλε, στο κόκκινο και στο κίτρινο (με τα μπλε να τείνει να επικρατήσει). Τα χρώματα υποβοηθούνται από φωτογραφικά και άλλα ετερογενή εικαστικά υλικά. Και όλα αυτά επιστρατεύονται και συντονίζονται πυρετικά όποτε χρειάζεται να υποστηρίξουν όσα φαντάζονται, επιθυμούν ή συλλογιούνται οι ήρωες (από τον Ζορμπά και τον στενό του φίλο και σύντροφο, που δεν είναι άλλος από το συγγραφικό προσωπείο του Καζαντζάκη, μέχρι την αγία Γαλλίδα πόρνη Μαντάμ Ορτάνς και τους κατοίκους και τους μοναχούς της Κρήτης, ή και τον Soloup που αιφνιδίως θα εμφανιστεί αυτοπροσώπως στη δράση). Εκείνο που πρωτίστως αποδεικνύει ο Soloup με τη δουλειά του είναι η αυτονομία και οι εγγενείς δυνατότητες του graphic novel, που δεν χρειάζεται όταν συνομιλεί με τη λογοτεχνία να καταλήξει με τη σειρά του σε κάποιο είδος λογοτεχνίας: αρκεί να οργανώσει τη χρωματική του σύνθεση και τη σκηνογραφική γραμμή του με έναν τρόπο που θα μας παροτρύνει να επιστρέψουμε στη λογοτεχνία μέσα από τη δύναμη, τη φαντασία και την ελευθερία του σκίτσου – του σκίτσου όταν χτίζει ένα αυτοδύναμο, απολύτως πλέον ξεχωριστό σύμπαν. Και το σχετικό link...
  19. Οι εκδόσεις «Διόπτρα» μάς ξανασυστήνουν τον Καζαντζάκη και ο Soloup μάς ξανασυστήνει τον Ζορμπά, μέσα από το ολοκαίνουργιο ογκωδέστατο κόμικς «ΖORΜΠΑΣ – Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη». 140 χρόνια μετά τη γέννηση του Νίκου Καζαντζάκη, το ογκώδες έργο του επανεκδίδεται, ξαναδιαβάζεται και συζητιέται από νέες γενιές αναγνωστών και αναγνωστριών. Στο πλαίσιο, λοιπόν, του πλούσιου εκδοτικού τους προγράμματος που φέρνει το καζαντζακικό έργο στο επίκεντρο, οι εκδόσεις «Διόπτρα» μας συστήνουν τον σπουδαίο Κρητικό συγγραφέα από την αρχή, με τη μεταφορά δύο κορυφαίων βιβλίων του σε κόμικς. Το πρώτο είναι «Ο Βίος και η Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» και το δεύτερο «Ο Καπετάν Μιχάλης». Καθώς ο «Καπετάν Μιχάλης» διά χειρός Παν Παν βρίσκεται υπό έκδοση και αναμένεται να κυκλοφορήσει προσεχώς, το ενδιαφέρον μας σε αυτό το φύλλο επικεντρώνεται εξ ολοκλήρου στον «Ζορμπά», που μόλις τις προηγούμενες μέρες σάλπαρε για το μεγάλο εκδοτικό του ταξίδι. Πρόκειται για το πολυαναμενόμενο κόμικς 500 και πλέον σελίδων, με την υπογραφή του Soloup (Αντώνη Νικολόπουλου), ο οποίος διασκεύασε με την εικονογραφική γλώσσα ένα από τα πλέον εμβληματικά και δημοφιλή μυθιστορήματα του Καζαντζάκη. «Πώς ν’ αναμετρηθείς με αυτόν τον Δράκο;» είχε γράψει ο Καζαντζάκης για τον Ζορμπά. Όμως η δουλειά του Soloup ήταν ακόμα πιο δύσκολη, καθώς είχε να αναμετρηθεί με δύο δράκους: τόσο με τον εκρηκτικό αυτό λογοτεχνικό ήρωα, όσο και με τον Νίκο Καζαντζάκη. Το να πούμε απλώς ότι τα κατάφερε θα αδικούσε τον γνωστό γελοιογράφο, δημιουργό κόμικς, αλλά και διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Και αυτό γιατί ο καταξιωμένος καλλιτέχνης δεν έκανε απλώς μια μεταφορά και μια προσαρμογή του βιβλίου για τον Αλέξη Ζορμπά στη δομή και τη φόρμα των κόμικς. Ο Soloup ουσιαστικά μας επαναφηγήθηκε την ιστορία του, τον προσέγγισε μέσα από ένα πολυσύνθετο πρίσμα και μας πρότεινε έναν νέο τρόπο να τον διαβάζουμε, αλλά και να τον... «διαβάζουμε». Ήταν λοιπόν εύστοχη, κατά τη γνώμη μας, η επιλογή των ανθρώπων της «Διόπτρας» να αναθέσουν στον συγκεκριμένο δημιουργό την εικονογραφηγηματική διασκευή του μυθιστορήματος. Έχοντάς μας χαρίσει στο πρόσφατο παρελθόν έργα όπως το «Αϊβαλί» και «Η Μάχη της Πλατείας», ο Soloup έχει αποδείξει ότι επιθυμεί να «συνομιλήσει» και να αναμετρηθεί με τα Μεγάλα Αφηγήματα (της ιστορίας, της λογοτεχνίας, της συλλογικής μνήμης) με ένα πνεύμα ελεύθερο και αδέσμευτο από εθνοκεντρικές ή άλλου είδους συμβάσεις, κρατώντας παράλληλα επαφή τόσο με τα σύγχρονα προβλήματα της εποχής μας, όσο και με τα δικά του ερευνητικά ενδιαφέροντα. Αρχικά, ο δημιουργός αναδιέταξε την αυθεντική αφηγηματική ροή και κατηγοριοποίησε το βιβλίο σε 17 κεφάλαια με θεματικούς τίτλους (και με διαφορετικές χρωματικές παλέτες), στη λογική των επεισοδίων των σίριαλ. Από την άλλη μεριά, διατήρησε αυτούσιους σε πολλά σημεία τους μυθιστορηματικούς διαλόγους με την καζαντζακική ιδιόλεκτο. Στη συνέχεια επαναπροσέγγισε δημιουργικά τον «Ζορμπά» μέσα από τις φιλοσοφικές συνισταμένες της σκέψης του Καζαντζάκη: Βούδας, Νίτσε, Μπερξόν, Σέξπιρ, Δάντης, Ροντέν κ.ά. Πρόκειται λοιπόν για έναν συνεχή διάλογο του συγγραφέα με τον λογοτεχνικό του ήρωα, ένα αέναο φιλοσοφικό ταξίδι, που τροφοδοτείται ξανά και ξανά μέσα από γόνιμα αντιθετικά σχήματα όπως: ζωή-θάνατος, πνεύμα-ύλη, διονυσιακό-απολλώνιο, πίστη στον Θεό-αθεΐα. Ενώ από τη μέση του βιβλίου παρεμβάλλεται και ο ίδιος ο Soloup, προσθέτοντας τη σύγχρονη κριτική ματιά μιας εποχής που έχει αναθεωρήσει αρκετές από τις παλιότερες «αξίες», οι οποίες θεωρούνταν αδιαμφισβήτητες στα χρόνια του Καζαντζάκη. Ο πιο επικίνδυνος σκόπελος πάντως που ο σκιτσογράφος έπρεπε να αποφύγει, ήταν ο κινηματογραφικός Ζορμπάς με όλες τις συνδηλώσεις που αυτός δημιούργησε τη δεκαετία του ’60: συρτάκι, ούζο, θάλασσα, «ελληνική λεβεντιά». Αν και το βιβλίο του Καζαντζάκη είναι από τα πιο πολυδιαβασμένα της νεοελληνικής πεζογραφίας, γεγονός παραμένει ότι η πρόσληψη που έχει τόσο το ελληνικό κοινό, όσο και πολύ περισσότερο το διεθνές, βασίζεται κυρίως στα ισχυρά στερεότυπα που μας κληροδότησε η ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Zorba the Greek» (1964), με πρωταγωνιστή τον Άντονι Κουίν. «Τρομερή η ταινία του Κακογιάννη […], αλλά εκεί, νομίζω, αρχίζει η παρεξήγηση», λέει ο ίδιος ο Soloup, διά στόματος του... χάρτινου εαυτού του (σ. 188). «Ο Καζαντζάκης δεν μιλάει για τον Ζορμπά τον “γραφικό Έλληνα”, αλλά για έναν άνθρωπο που αναζητά την ελευθερία». Και το σχετικό link...
  20. Ο Soloup συστήνει τον Ζορμπά στο σύγχρονο κοινό μέσα από μια νέα αφήγηση λόγου και εικόνας. — Το graphic novel είναι μια σύγχρονη αφηγηματική τέχνη. Πώς μπορεί να προσεγγίσει τους κλασικούς κώδικες της πεζογραφίας; Τα graphic novels είναι, όπως λέτε, μια αυτόνομη αφηγηματική τέχνη που συνδυάζει και χρησιμοποιεί στοιχεία από τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, το θέατρο, τη γραφιστική, τη ζωγραφική. Έτσι, η δυνατότητα που έχουν να χρησιμοποιούν στοιχεία από όλες αυτές τις τέχνες, συνδυάζοντας ταυτόχρονα τον λόγο και την εικόνα στην αφήγηση, είναι και η δύναμή τους να προσεγγίζουν δημιουργικά τις άλλες μορφές τέχνης, προσθέτοντας στοιχεία σε αυτές. Κάτι τέτοιο συμβαίνει λοιπόν και με τη μεταφορά λογοτεχνικών έργων σε κόμικς, μεταφορές που είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς τα τελευταία χρόνια. Όμως σε κάθε τέτοια μεταφορά θα πρέπει αφηγηματικά να ακολουθούμε τις δυνατότητες και τους κώδικες του νέου μέσου, για παράδειγμα των κόμικς ή του κινηματογράφου, αν θέλουμε να κάνουμε κάτι πραγματικά ενδιαφέρον και πρωτότυπο και όχι ένα «υποπροϊόν» του πρωτότυπου κειμένου. Τα κόμικς και η φόρμα των graphic novels δεν είναι «λογοτεχνία». Είναι μια αυτόνομη τέχνη κι έτσι, με τα δικά της μέσα και τη συνδυαστική δυνατότητα αφήγησης που έχει, θα πρέπει να τα προσεγγίζουμε. Όχι ως μια «σχεδόν-λογοτεχία», «εικονογραφημένη-λογοτεχνία» ή «παρα-λογοτεχνία». — Δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείστε με τη μεταφορά μυθιστορημάτων στη φόρμα του graphic novel. Στο συγκεκριμένο, ποια είναι τα στοιχεία που σας τράβηξαν το ενδιαφέρον; Ποιος είναι ο στόχος, το αποτέλεσμα που επιθυμείτε να πετύχετε; Πράγματι, κάτι τέτοιο είχα αρχικά επιχειρήσει με λογοτεχνικά κείμενα των Κόντογλου και Βενέζη στο Αϊβαλί. Αλλά και τότε, το ζητούμενο για μένα δεν ήταν να μεταφέρω το Νούμερο 31328 ή το Αϊβαλί, η πατρίδα μου σε κόμικ. Ήταν να συνομιλήσω με τα κείμενα, τοποθετώντας τα μάλιστα παράλληλα και σε αντιπαράθεση, παράγοντας έτσι μια νέα αφήγηση και νέες προσλήψεις, παραπέμποντας στα αρχικά κείμενα και όχι παρακάμπτοντας ή διασκευάζοντάς τα. Αυτό, νομίζω, μπορεί να παράγει στις κόμικ μεταφορές λογοτεχνικών έργων κάτι πραγματικά νέο και ενδιαφέρον. Με την ίδια λογική κινούμαι και τώρα στον Ζορμπά. Εδώ η πρόκληση ήταν να πάρω το πλέον διάσημο έργο του Καζαντζάκη και, ακολουθώντας το πνεύμα αλλά και τις διακειμενικές παραπομπές του, να φτιάξω κάτι οικείο για το σύγχρονο κοινό. Ουσιαστικά επιχείρησα μια επαναφήγηση του έργου, προτείνοντας μια νέα ματιά για το έργο του Καζαντζάκη στους σημερινούς αναγνώστες, σίγουρα μακριά από τα στερεότυπα που έχει προσθέσει η, κατά τα άλλα, αδιαμφισβήτητα επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά του Κακογιάννη. Σε αυτό το σημείο είμαι πραγματικά ευγνώμων γιατί οι εκδόσεις Διόπτρα με άφησαν να κινηθώ ελεύθερα στην αναζήτηση μιας τέτοιας επαναφήγησης. Ο Ζορμπάς είναι ένα πολυεπίπεδο έργο με πολλές διακειμενικές αναφορές, που απαιτεί έναν αντίστοιχο χειρισμό, αν θέλουμε να αναδείξουμε τον πλούτο του. — Το μυθιστόρημα «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» πραγματεύεται έννοιες όπως ο έρωτας, η ζωή, ο θάνατος, ο Θεός. Πώς έχουν αποτυπωθεί στον δικό σας «Zoρμπά»; Προσπάθησα να μείνω πιστός στο πνεύμα και τις ανησυχίες του συγγραφέα, εκμεταλλευόμενος ταυτόχρονα τις σύνθετες δυνατότητες οπτικής και λεκτικής αφήγησης των κόμικς. Έννοιες όπως ο έρωτας, ο θάνατος, ο Θεός, αποδόθηκαν με διάφορους τρόπους οπτικών μεταφορών ή παραπομπών σε πολιτισμικά φορτισμένες εικόνες. Για παράδειγμα, στον σχεδιασμό των ερωτικών σκέψεων του «αφεντικού» για τη Χήρα εκμεταλλεύτηκα τις αναφορές του Καζαντζάκη στα γλυπτά του Ροντέν. Έτσι η αποτύπωση των γραμμών των αγαλμάτων του συγκεκριμένου γλύπτη έγιναν το οπτικό όχημα για μια τέτοια εικαστική απόδοση. Απαιτήθηκαν μάλιστα δύο ταξίδια στο μουσείο Ροντέν στο Παρίσι για να μπορέσω να αντλήσω το υλικό αυτό, με φωτογραφίες, επιτόπια σκίτσα αλλά και τη σχετική βιβλιογραφία. — Ο «Ζορμπάς», όπως και συνολικά ο Καζαντζάκης, έχει μελετηθεί εκτενώς. Στην κινηματογραφική του μεταφορά το έργο έχει δεχθεί την ερμηνεία της σκηνοθετικής ματιάς του Μιχάλη Κακογιάννη. Στην εκδοχή του graphic novel επιχειρείτε κι εσείς, ως δημιουργός, μια δική σας ερμηνεία; Ναι, βέβαια. Ζητούμενο και σ’ εμένα από την αρχή ήταν η δημιουργία ενός νέου πρωτότυπου έργου που θα συνομιλεί με το κείμενο του Καζαντζάκη, όχι αποτελώντας ένα πάρεργο αλλά, αντίθετα, προσθέτοντας στοιχεία, σκέψεις και αναφορές σε αυτό, προσδίδοντάς του ταυτόχρονα μια πιο σύγχρονη ροή αφήγησης. — Είχατε προηγούμενη επαφή με το έργο του Καζαντζάκη; Ποια ήταν η προετοιμασία σας, σε θεωρητικό ή άλλο επίπεδο, προκειμένου να ασχοληθείτε με τον «Ζορμπά»; Στη νεότητά μου είχα διαβάσει τα περισσότερα βιβλία του Καζαντζάκη, και εκείνα τα χρόνια με είχαν επηρεάσει σημαντικά. Τώρα βέβαια, για τη δημιουργία του δικού μου Ζορμπά, χρειάστηκε κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή ανάγνωση. Έτσι, όπως και σε όλα μου τα graphic novels, προηγήθηκε σοβαρή έρευνα και μελέτη. Και σε αυτό το κομμάτι είμαι ιδιαίτερα τυχερός γιατί, λόγω και της ακαδημαϊκής μου εμπειρίας, η συστηματοποίηση της έρευνας και η διαχείριση της βιβλιογραφίας μού είναι ιδιαίτερα οικείες διαδικασίες. Ανέτρεξα έτσι σε φιλολογικά ή άλλα σχετικά κείμενα (για παράδειγμα, για την κινηματογραφική αφήγηση του Ζορμπά), στην αλληλογραφία του ίδιου του συγγραφέα αλλά και σε πλήθος άλλων έργων που αναφέρονται ή υπονοούνται στο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη. Αναφέρω ενδεικτικά την Τρικυμία του Σαίξπηρ ή τη Θεία Κωμωδία του Δάντη. Είναι δουλειά επίπονη και χρονοβόρα αλλά ταυτόχρονα και μια εξαιρετικά όμορφη εμπειρία, αφού σε ταξιδεύει σε τόπους και σου γνωρίζει πράγματα που ούτε καν φανταζόσουν όταν ξεκινούσες. Και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο προσωπικό κέρδος απ’ όλη ετούτη την καταβύθιση σε ένα τόσο πλούσιο κείμενο, όπως το συγκεκριμένο του Ζορμπά. Και το σχετικό link...
  21. Στη μνήμη του γελοιογράφου Αρχέλαου Αντώναρου, τρεις προσωπικότητες που τον γνώρισαν από κοντά γράφουν γι’ αυτόν. Ο Αρχέλαος Αντώναρος στο γραφείο του Ο Αρχέλαος Αντώναρος, γνωστός και ως Αρχέλαος, ήταν ταλαντούχος σκιτσογράφος που με τη ζωντανή καρτουνίστικη γραμμή του και το κοινωνικοπολιτικό χιούμορ του ξεχώρισε στη μεταπολεμική ελληνική γελοιογραφία. Από τον Απρίλιο του 1998 που μας άφησε πέρασαν 25 χρόνια. Ένα παιδί που γεννήθηκε τότε είναι πλέον 25 χρόνων νέος, ακόμα ένας πιθανόν άνεργος και αγχωμένος πτυχιούχος μέσα στην αβεβαιότητα του σήμερα. Στις επόμενες σειρές γράφουν για αυτόν τρεις προσωπικότητες που γνώρισαν το έργο του και τον ίδιο: ο γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς Soloup (Αντώνης Νικολόπουλος), ο εικαστικός, δημοσιογράφος και συγγραφέας της «Ιστορίας της Ελληνικής Γελοιογραφίας» Δημήτρης Σαπρανίδης, και ο πολιτικός, δημοσιογράφος και γιος τού Αρχέλαου, Ευάγγελος Αντώναρος. Soloup «Τον ένιωθα κάτι σαν τον… γελοιογραφικό μου παππού» Ήταν μια ξεχωριστή φιγούρα στον χώρο της γελοιογραφίας ο Αρχέλαος. Με παχιά, αστεριξίστικα μουστάκια, εκτός από τα χαμόγελα και τα γέλια των αναγνωστών, προκαλούσε και την αγάπη, τον θαυμασμό τον ίδιων των συναδέλφων του. Φαρδιά μουστάκια που όμως δεν κατάφερναν να κρύψουν το πλατύ του χαμόγελο. Αντίθετα το τόνιζαν, το μεγάλωναν. Είχα τη μεγάλη χαρά στα σκιτσογραφικά μου ξεκινήματα να γνωρίσω τον «διάσημο γελοιογράφο» Αρχέλαο αλλά και να νιώσω τη ζεστασιά που μετέδιδε ως άνθρωπος. Τον ένιωθα κάτι σαν τον… γελοιογραφικό μου παππού. Εκείνος με σύστησε στους άλλους μεγάλους σκιτσογράφους της γενιάς του που θαύμαζα. Τον Μπόστ, τον Μητρόπουλο, τον Κυρ… Με καλούσε ως νεαρό σκιτσακούδι στις εκθέσεις, στις μαζώξεις της Λέσχης Γελοιογράφων που ήταν και πρόεδρος, μα και στο σπίτι του στην Καλλιθέα. Εκεί με τράταρε με καρτούλες και σκιτσάκια αλλά και με κάποια από τα όμορφα ζωγραφιστά του βότσαλα που είχε τοποθετημένα σ’ ένα καλάθι πάνω στο γραφείο του. Από τότε, σαν ευχή, σαν «γούρι», ως δείγμα ήθους και ύφους, το έχω πάντα κοντά στο δικό μου σχεδιαστήριο. Καθημερινή παρουσία στα πενήντα εκατοστά απ’ την καρέκλα μου. Βότσαλο ζωγραφισμένο από τον Αρχέλαο, δώρο στον Soloup (από τη συλλογή του Soloup) Ήταν κορυφαίος, μαζί με τον Χριστοδούλου, εκείνης της θεματικής φόρμας που θα την περιγράφαμε ως «κοινωνική» γελοιογραφία. Είχε τον δικό του, καλόκαρδα σαρκαστικό τρόπο να αναδείξει το αστείο στην καθημερινότητα των Ελλήνων στον «Θησαυρό», στο «Ρομάντζο» ή και σε άλλα έντυπα τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Υπήρξε όμως το ίδιο πολιτικοποιημένος και ευαίσθητος, όχι μόνο ως ΤΟΤ στον «Ριζοσπάστη», αλλά ως το τέλος του στην «Αθηναϊκή» και παραδόξως στη «Βαβέλ». Εξώφυλλο του άλμπουμ του Αρχέλαου «Βαρελόφρονες», των εκδόσεων Βαβέλ Ναι, τον θαύμαζα ως σκιτσογράφο. Ένιωθα δέος με όλους αυτούς τους μεγάλους της γενιάς του. Όμως αυτό που μου έμεινε ήταν και το ανθρώπινο της επαφής του. Η ζεστασιά, η φροντίδα, το χιούμορ στις συναναστροφές του. Και πώς αλλιώς, αφού, εκτός των άλλων είχα και μια εμπειρία ζωής από τον Αρχέλαο. Όταν βρισκόμουν «αβυσματίας» δυσμενώς στον στρατό, μακριά από τους δικούς μου και έχοντας φύγει με μετάθεση από την αγαπημένη μου Λέσβο, έμαθε ο Αρχέλαος από τη μητέρα μου τις μαύρες μου πλερέζες. Ανέλαβε λοιπόν αμέσως δράση χωρίς να του ζητήσει κανείς κάτι τέτοιο. Έβαλε σ’ έναν φάκελο το βιβλιαράκι του «Γέλα καρδιά μου γέλα» που μόλις είχε κυκλοφορήσει, φυσικά με ιδιαίτερη αφιέρωση για να μου… ακμαιώσει το ηθικό. Όμως το έκανε με τον δικό του τρόπο, υπογράφοντας τον φάκελο ως «Αρχέλαος Γελοιογράφος» (για να το «δουν») και με ξεχωριστό γράμμα για τον διοικητή του τάγματος! Απ’ ό,τι μου είπε αργότερα, για να μάθουν οι αξιωματικοί πως έχω τη γνωριμία του και πως είμαι κι εγώ «σπουδαίος» σκιτσογράφος, να με προσέχουν και να μη με βασανίζουν. Τέτοια μεγάλη καρδιά, ο Αρχέλαος. Πιο μεγάλη απ’ τη χαμογελάρα που δεν κατάφερναν να κρύψουν τα μουστάκια του. Δημήτρης Σαπρανίδης «Είχε δικό του γελοιογραφικό χαρακτήρα στο σκίτσο» Τον Αρχέλαο τον κατατάσσω με τους πρώτους μεταπολεμικούς γελοιογράφους της Ελλάδας. Ήταν ο μεγαλύτερος και ο πρώτος που δούλεψε στον «Ριζοσπάστη» ως γελοιογράφος. Ο «Ριζοσπάστης» την εποχή του Εμφυλίου ήταν φυτώριο, δεν ήταν απλώς μια εφημερίδα. Μέσα εκεί μεγάλωσαν γελοιογράφοι, λογοτέχνες, ήταν λαμπρή εποχή του πνεύματος. Ο Κώστας Μητρόπουλος μου είχε πει πως γνώρισε τον Αρχέλαο στον «Ριζοσπάστη», όπου εκεί έδωσε τα πρώτα του σκίτσα και τον εγκρίναν, καθώς αυτός που ιδιαίτερα ξεχώρισε το ταλέντο του ήταν ο Αρχέλαος. Μετά τον Εμφύλιο οι γελοιογράφοι πέρασαν στον αστικό Τύπο όπου «τους άλλαξαν» τα γούστα και, επί εποχής Παπάγου και Τσαλδάρη, η πολιτική γελοιογραφία τους άρχισε να γίνεται τυπική, μια μεταπολεμική γελοιογραφία που δεν έγινε καθαρά πολιτική. Ο Αρχέλαος, μαζί με τον (Βασίλη) Χριστοδούλου, δημιούργησαν έναν τύπο που ήταν πολύ επίκαιρος, τον μεθύστακα και τους «Βαρελόφρονες». Ήταν ως άνθρωπος χιουμορίστας. Όλοι αυτοί οι γελοιογράφοι ήταν χιουμορίστες ως άνθρωποι. Έλεγαν αστεία στην καθημερινότητά τους, άλλα κρύα και άλλα ζεστά, και έπιναν πολύ κρασί. Οι τύποι που χρησιμοποιούσαν στις γελοιογραφίες τους, οι «Βαρελόφρονες», ήταν από προσωπικά τους βιώματα. Γενικά ο Αρχέλαος είχε ένα χιουμοριστικό σκίτσο το οποίο είχε μια εξέλιξη. Ήταν αυτόνομος και δεν έγινε ούτε κέντρο μίμησης από άλλους γιατί είχε δικό του γελοιογραφικό χαρακτήρα στο σκίτσο. Ευάγγελος Αντώναρος «Έβλεπε τη ζωή από την ευχάριστη πλευρά κι ας είχε κάτι το αδιόρατα μελαγχολικό» Είναι δύσκολο να γράψεις για κάποιο γνωστό πρόσωπο που ήταν πατέρας σου. Είναι ακόμη πιο δύσκολο να γράψεις όταν αυτό το πρόσωπο ήταν, αποδεδειγμένα, ευρύτατα αγαπητός. Μιλάω για τον Αρχέλαο που μεσουράνησε ως σκιτσογράφος από τις αρχές της δεκαετίας του ‘50 μέχρι τη δεκαετία του ‘90 κι έφυγε από τη ζωή πρόωρα πριν από 25 χρόνια τον Απρίλη του 1998, τέτοιες μέρες. «Μεγάλο παιδί» τον αποκαλούσαν οι συνάδελφοί του. Άκακος ήταν. Αλλά όχι ανυποψίαστος. Ήταν πολιτικοποιημένος από τα φοιτητικά του χρόνια. Αμετακίνητος δημοκράτης με προοδευτικές για τα χρόνια του αντιλήψεις. Έβλεπε τη ζωή από την ευχάριστη πλευρά κι ας είχε κάτι το αδιόρατα μελαγχολικό στα γκριζογάλανα μάτια του. Ας είχε περάσει όχι και τόσο εύκολα παιδικά χρόνια στην αγαπημένη του Σαλονίκη. Οι συνάδελφοί του εκτιμούσαν όχι μόνο την ανυστερόβουλη συμπεριφορά του, αλλά και την ενθάρρυνση που έδινε σε πραγματικά ταλαντούχους νέους οι οποίοι ονειρεύονταν να μπουν σε αυτόν τον δύσκολο και πολύ ανταγωνιστικό χώρο. Ίσως γι’ αυτό τον είχαν εκλέξει επανειλημμένα «Πρόεδρο» στη Λέσχη τους. Γελοιογραφικό αυτοπορτρέτο του Αρχέλαου Κάποιοι νομίζουν πως οι σκιτσογράφοι είναι πάντα μέσα στην καλή χαρά γιατί με τις δημιουργίες τους κάνουν τους αναγνώστες να γελούν. Μεγάλο λάθος. Συνήθως κουβαλάνε μέσα τους μια μελαγχολία, έναν σκεπτικισμό κι έχουν ένα ιδιότυπο κοφτό χιούμορ. Βλέπουν πράγματα, χαρακτηριστικά και ιδιότητες στους άλλους και την κοινωνία που ο μέσος άνθρωπος δεν διακρίνει ή, πολύ συχνά, προσπερνά. Έτσι ήταν κι ο Αρχέλαος. Άνθρωπος της παρέας μεν, αλλά και με δόσεις εσωστρέφειας. Δεν του άρεσαν οι λεκτικές περιπλοκάδες. Ζωγράφιζε με το θείο δώρο που είχε «όπως έβλεπε». Κι όταν μια ηθοποιός, νούμερο ένα της εποχής της, του παραπονέθηκε πως σ’ ένα σκίτσο της είχε αποδώσει ένα χαρακτηριστικό του προσώπου της που εκείνη θαρρούσε πως την αδικούσε, της απάντησε: «Μα αυτό είναι το σήμα κατατεθέν σου που σε κάνει αγαπητή στον κόσμο». Και δεν την ξαναζωγράφισε. Όχι γιατί θύμωσε. Σπάνια άλλωστε τον είχα δει θυμωμένο – μερικές φορές με μένα (κι είχε δίκιο!). Όπως έλεγε η σύζυγός του και μητέρα μας Γεωργία: «Όταν κατεβάζει τα μουστάκια του, φεύγουμε από το δωμάτιο». Εκείνος δούλευε συνήθως στο γραφειάκι της μονοκατοικίας στην οδό Φορνέζη στην Καλλιθέα, όπου έζησε. Κάθε φορά που πάω να δω την 98χρονη μάνα μου, ανοίγω την πόρτα και μπαίνω μέσα. Είναι σαν να τον βλέπω ακόμη καθισμένο εκεί, έχοντας μπροστά τα πινέλα του. Τον χώρο τον έχουμε διατηρήσει όπως ήταν τη μέρα που μας είπε αντίο. Με τους τοίχους βαμμένους σε αιγαιοπελαγίτικο μπλε που εκείνος είχε διαλέξει. Και το σχετικό link...
  22. Πώς μεταφέρεις ιστορικά γεγονότα στα καρέ της ένατης τέχνης; Δύο κομίστες με εμπειρία στο είδος αναλύουν τη μακρά διαδικασία, αλλά κοιτούν και τις ενδεχόμενες, αλλά όχι πάντα απαραίτητες, εκπαιδευτικές προεκτάσεις του ιστορικού κόμικ. Στην Ελλάδα, ήδη από τη δεκαετία του '50 έχουμε κόμικ ιστορικού ενδιαφέροντος στη σειρά «Κλασσικά Εικονογραφημένα». Έχουν περάσει περισσότερα από 70 χρόνια από όταν τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα» έφτασαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, όχι μόνο για να χωρέσουν σε καρέ κόμικ κείμενα αναφοράς από την παγκόσμια λογοτεχνία, αλλά και για να καταπιαστούν με θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος. Τον Οκτώβριο του 1953 στα περίπτερα της εποχής κρεμάστηκε ένα «Κλασσικό» διαφορετικό από τα άλλα: ήταν η ιστορία του «Περσέα και της Ανδρομέδας» φιλοτεχνημένη από τον Κώστα Γραμματόπουλο και γραμμένη από τον Βασίλη Ρώτα. Ήταν το πρώτο κόμικ μιας νέας κατηγορίας των «Κλασσικών Εικονογραφημένων» με θέματα βγαλμένα «Από τη Μυθολογία και την Ιστορία της Ελλάδας». Ακολούθησαν δεκάδες τεύχη με ιστορίες από το Βυζάντιο, την Ελληνική Επανάσταση, αλλά και την αρχαία μυθολογία. Μια νέα κατηγορία κόμικ εδραιωνόταν πλέον και στα μέρη μας, στα οποία συνεχίζει να δημιουργεί με επιτυχία μέχρι και σήμερα: το ιστορικό κόμικ. Πλέον εδώ και χρόνια τα κόμικ δίνουν όλο και περισσότερο τη σκυτάλη σε πιο ολοκληρωμένες και προσεγμένες δουλειές, τα λεγόμενα graphic novels, που όχι μόνο είναι πιο εκτενή, αλλά αγγίζουν και θέματα που κάποτε, χωρούσαν μόνο σε «σοβαρά» συγγράμματα. Το κόμικ γίνεται πλέον μια μορφή «εκλαϊκευμένης επιστήμης» που καταφέρνει να προσφέρει διασκέδαση και γνώση την ίδια στιγμή, απαλλαγμένο από δαιδαλώδεις αφηγήσεις και λεπτομέρειες που ενδεχομένως θα κούραζαν κάποιους αναγνώστες. Και η απήχηση είναι μεγάλη. Να θυμηθούμε πως πριν λίγες μέρες μάθαμε πως το graphic novel «Αριστοτέλης» που έκαναν οι έμπειροι με την ιστορία κομίστες Τάσος Αποστολίδης και Αλέκος Παπαδάτος, μεταφράζεται αυτή τη στιγμή σε επτά γλώσσες, από γερμανικά μέχρι κινέζικα. Από τις ιστορικές μάχες, στις «μάχες» με το πενάκι Πόσο εύκολο είναι όμως να μπορέσει κανείς να μετουσιώσει την πολυπλοκότητα των ιστορικών γεγονότων σε μία πιο απλή και άμεση αφήγηση όπως είναι αυτή των κόμικ; Και μάλιστα χωρίς να είναι συγχρόνως και ιστορικός; Με «πολλή βιβλιογραφική έρευνα, πολύ διάβασμα και πολλές σημειώσεις», θα απαντήσει ο Θανάσης Πέτρου. Αυτό έκανε και ο ίδιος προκειμένου να προετοιμαστεί για graphic novels του όπως το «1922 – Το Τέλος του Ονείρου» που ταξιδεύει πίσω στις σκοτεινές ημέρες της Μικρασιατικής Καταστροφής, αλλά και το «Οι Όμηροι του Γκαίρλιτς», που αποπειράται να πει μία αληθινή ιστορία της περιόδου του Εθνικού Διχασμού. Απόσπασμα από κόμικ του Θανάση Πέτρου Η ιστορική έρευνα για ένα τέτοιο εγχείρημα είναι απαραίτητη και μακρόχρονη. Για να κάνει το «Αϊβαλί» και το «’21 – Η Μάχη της Πλατείας» (για τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Επανάσταση του 1821, αντίστοιχα), ο Soloύp χρειάστηκε για το καθένα τρία με τέσσερα χρόνια εντατικής μελέτης: «Τα δέκα-είκοσι βιβλία για “βιβλιογραφία” και μερικά σερφαρίσματα, δυστυχώς δεν επαρκούν για μια σοβαρή έρευνα», εξηγεί. Κι αυτός ο χρόνος είναι απαραίτητος «για έναν ακόμα σημαντικό λόγο: Να ωριμάσει, να κατασταλάξει η επαφή με τα γεγονότα της ιστορίας και να μην παρασυρθούμε από απλουστεύσεις, κλισέ και έντονα υποκειμενικές προσεγγίσεις», σημειώνει ο κομίστας. Πάντως, αυτό είναι ένα στάδιο που ο Θανάσης Πέτρου βρίσκει ιδιαίτερα γοητευτικό γιατί σε αυτό ανακάλυπτε «στοιχεία και λεπτομέρειες, ώστε να μπορέσω να κάνω συσχετισμούς, οι οποίοι με τη σειρά τους με βοήθησαν να σχηματίσω μια πιο σφαιρική άποψη για τα γεγονότα της περιόδου που με ενδιέφερε». Μια ιστορική αφήγηση, είτε σε κόμικ είτε σε οποιαδήποτε άλλη μορφή της, πρέπει να αποτυπώνει μία εποχή όχι μόνο οπτικά και μεταφέροντας ένα πλαίσιο γεγονότων, αλλά και να μπορεί να μιλήσει τη γλώσσα του εκάστοτε τόπου και χρόνου. Όχι όμως και να ξενίζει τον σύγχρονο αναγνώστη. Ο δημιουργός των «Ομήρων του Γκαίρλιτς» βάζει στο τραπέζι δύο σημαντικούς παράγοντες που πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του όταν διαμορφώνει ιστορικούς ήρωες: «Από τη μία μπορεί να έχουμε περιγραφές με τη μορφή voice over και από την άλλη έχουμε διαλόγους. Οι περιγραφές ακολουθούν τους κανόνες της γραπτής αφήγησης, ενώ οι διάλογοι ακολουθούν τους κανόνες του προφορικού λόγου. Αν θέσουμε και το ζήτημα της ιστορικότητας, και με δεδομένο ότι η ελληνική γλώσσα είχε δύο μορφές, την καθαρεύουσα και την καθομιλουμένη δημοτική, τότε τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο». Ο ίδιος στις δουλειές του προσπαθεί να διατηρήσει τον διαφορετικό τρόπο ομιλίας που αρμόζει σε κάθε περίσταση: «Στα κόμικ μου “μιλάνε” διαφορετικά οι Μικρασιάτες πρόσφυγες και διαφορετικά οι μάγκες από τον Πειραιά, ή χρησιμοποιώ αυθεντικά κείμενα σε καθαρεύουσα όταν αυτό είναι απαραίτητο». Παρόμοια μέθοδο χρησιμοποιεί και ο Soloύp με τη διαφορά πως, σε περιπτώσεις που στις προαναφερθείσες δουλειές του χρειάστηκε να παραθέσει πηγές ή να εντάξει κείμενα άλλων συγγραφέων και ιστορικών στην αφήγηση, τότε προσπάθησε να παραμείνει πιστός στο πρωτότυπο κείμενο και το αρχικό ύφος, που κάποιες φορές μπορεί να ρέπει προς μια πιο δοκιμιακή γλώσσα. Από graphic novel του Θανάση Πέτρου Δεν παύει βέβαια ακόμα και ένα ιστορικό κόμικ να είναι μια νέα αφήγηση, με τη ματιά και την κατεύθυνση που του δίνει ο δημιουργός του. Μια προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στον πολύ «αυτοσχεδιασμό» αλλά και τον κίνδυνο να καταλήξει μία ιστορία σε ένα συνεχές εγκυκλοπαιδικό «fact checking» της ιστορικής πραγματικότητας. Ο Θανάσης Πέτρου δεν θέλει τα graphic novels του να καταλήγουν να γίνονται «στεγνά, ιστορικά ντοκιμαντέρ». Εξακολουθεί βέβαια να προσέχει τι βάζει και πού: «Οι χαρακτήρες, αφού εντάσσονται σ’ ένα ιστορικό πλαίσιο, πιστεύω πως πρέπει να συμβαδίζουν με τις πολιτιστικές και κοινωνικές συνθήκες αλλά και την επικρατούσα ιδεολογία της εποχής, είτε συμφωνώ είτε διαφωνώ μ’ αυτή. Δεν νομίζω ότι θα εξυπηρετούσε ιδιαιτέρως την αφήγησή μου για τη Μικρασιατική Εκστρατεία η ύπαρξη ενός άθεου, αναρχικού, αντιπατριώτη στρατιώτη που υπηρετούσε στον Ελληνικό Στρατό το 1922. Η ύπαρξη ενός τέτοιου χαρακτήρα δεν θα έπειθε ιδιαιτέρως τον αναγνώστη μου», παραδέχεται. Έπειτα βέβαια, η υπερβολική προσήλωση στην πραγματικότητα μπορεί τελικά να φέρει τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα: «Η υπερβολική λεπτομέρεια τόσο στην εικόνα (για παράδειγμα εμμονή στις λεπτομέρειες μιας στολής ή ενός κτιρίου) ή μια επίδειξη γνώσεων ιστορίας από τον δημιουργό μέσα στην αφήγηση» κρίνει ο Soloύp πως είναι στοιχεία που μπορεί τελικά «να υπονομεύσουν την ιστορική αληθοφάνεια». Εκτός κι αν πρόκειται για ένα αισθητικό ή αφηγηματικό ζητούμενο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των «300» του Φρανκ Μίλλερ. Αυτό που τελικά είναι το κλειδί για την επιτυχή δημιουργία ενός ιστορικού κόμικ, είναι να δώσει ο δημιουργός του στον εαυτό του και τη διαδικασία τον απαραίτητο χρόνο ωρίμανσης. «Η ωρίμανση της αντίληψής μας για τα ιστορικά γεγονότα και τις πηγές που μελετήσαμε από τη μια και η εικαστική αφαίρεση απ’ την άλλη, είναι ένας δρόμος που μας οδηγεί τελικά πιο κοντά σε αυτό που συνέβη στην πραγματικότητα», συμπεραίνει ο Soloύp. Πρώτη ώρα: Ιστορία σε κόμικ Η ιστορία είναι και κάτι, βέβαια, που πολλοί έχουμε συνδέσει με ένα εκπαιδευτικό και δη σχολικό πλαίσιο, κάτι που για να το πούμε απλά κάναμε σαν παιδιά όταν δεν διαβάζαμε κόμικ. Αν και το κόμικ δεν είναι κάτι που αφορά φυσικά μόνο τα παιδιά, πού έρχονται τελικά αυτοί οι δύο κόσμοι να συναντηθούν; Μπορεί να γίνει η ένατη τέχνη ένα εργαλείο μιας πιο ευχάριστης και αφομοιώσιμης εκπαίδευσης; Σκίτσο του Soloύp Δεν ήταν ποτέ μέσα στις προθέσεις του Θανάση Πέτρου να πάρουν τα κόμικ του έναν εκπαιδευτικό χαρακτήρα, παρ’ όλα αυτά κάποτε επικοινώνησαν μαζί του εκπαιδευτικοί που του είπαν πως χρησιμοποιούν τα κόμικ του ως επικουρικό εκπαιδευτικό υλικό στις σχολικές τάξεις. Ο Soloύp από την άλλη έχει δει στην πράξη το κόμικ να λειτουργεί σαν εκπαιδευτικό εργαλείο, μέσα από εργαστήρια που κάνει συστηματικά την τελευταία δεκαετία και παρουσιάσεις του σε σχολεία και πανεπιστήμια. Όπως και να ‘χει, όποιος αναγνώστης πιάσει στα χέρια του ένα ιστορικό graphic novel σίγουρα κάτι θα μάθει. Μέλημα πάντως του Θανάση Πέτρου κάθε φορά που καταπιάνεται με μια καινούργια του δουλειά είναι «να κάνω κάτι που έχει ιστορική πιστότητα, και ταυτόχρονα μέσα από τις επιλογές μου, να μπορώ να εκφράσω και τη δική μου άποψη». Και όπως καταλήγει και ο Soloύp πρέπει πάντα να θυμόμαστε το εξής: Ότι τα κόμικ είναι τελικά «μια αυτόνομη τέχνη λόγου και εικόνας με εξαιρετικές αφηγηματικές και εικαστικές δυνατότητες. Μια εύκολα προσβάσιμη τέχνη που αφορά όλες τις ηλικίες, τις αισθητικές και τα γούστα. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνούν ούτε οι εκδότες και κυρίως οι ίδιοι οι δημιουργοί». Και το σχετικό link...
  23. Tο Facebook δεν είναι κανένα φόρουμ δημοκρατίας και διαλόγου, ούτε τόπος διεξαγωγής ελεύθερης ανταλλαγής απόψεων. Αυτά είναι γνωστά. Άλλους σκοπούς υπηρετεί. Πάντα με γνώμονα το κέρδος. Από εκεί όμως μέχρι τη λογοκρισία αντιφασιστικών σκίτσων υπάρχει απόσταση. Θύμα της λογοκρισίας έπεσε πριν από λίγες μέρες και ο Soloup, ο οποίος σε δημόσια ανακοίνωσή του αναρωτιέται: «Τι το “επικίνδυνο” μπορεί να κρύβει ένα σκίτσο από το Αϊβαλί στο Facebook; Και ποιοι είναι τελικά εκείνοι που “τρομοκρατούνται”; Η “επικίνδυνη” απειλή λοιπόν υπήρξε η εξής: την ημέρα μνήμης για τα θύματα του ολοκαυτώματος (27 Ιανουαρίου) ανέβασα στη σελίδα μου στο FB, ως ελάχιστη συνεισφορά σε αυτό, ένα δισέλιδο από τη γαλλική μετάφραση του graphic novel Αϊβαλί. Το σκίτσο κάνει μια τριπλή αναφορά στην πύλη του Άουσβιτς, τα συρματοπλέγματα του Γκουαντάναμο και στην αντιπολεμική χαλκογραφία του Francisco Goya. Σπουδαίο κατόρθωμα! Με νεκρούς! Η δική μου ανάρτηση είχε τίτλο “Στο δρόμο για τα ολοκαυτώματα” και μια λεζάντα απ’ το κόμικς: “Πάντα οι άνθρωποι κρύβονταν πίσω από αυτή τη δικαιολογία: ΟΙ ΑΛΛΟΙ”. Ποια είναι λοιπόν η απειλή για τα ψαλίδια του FB; Είναι ο δημιουργός (ή και ο… ζωγράφος) ενός τέτοιου σκίτσου “επικίνδυνο άτομο”; Το να μιλάς για τα θύματα του φασισμού, για την ξενοφοβία και τη μισαλλοδοξία συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με κάποια “επικίνδυνη οργάνωση”; Γιατί προτρέχουν πάντα (και) στο FB να προλάβουν το “κακό” που έρχεται σε οποιαδήποτε αντιφασιστική αντίδραση με σκοπό να προστατέψουν εκείνους που θέλουν “να νιώθουν ασφαλείς και να εισπράττουν τον σεβασμό”; Ενδεικτικό της δυσανεξίας κάποιου “θιγμένου” επισκέπτη υπήρξε το σχόλιο: “Χασάπης ο σκιτσογράφος εμπνέεται με τις κομμένες σάρκες”. Κι έτσι απλά, από “xασάπης” ο σκιτσογράφος (προφανώς και ο ζωγράφος Γκόγια) με ένα σκίτσο που σχολιάζει για εκείνους που σφάζουν ανθρώπους στα ολοκαυτώματα, βρέθηκε σφαγμένο το σκιτσάκι. Μια ακόμα περίπτωση “δημοκρατικής ευθιξίας” από το FB. Έτσι, για να μην έχουμε και πολλές αυταπάτες μέχρι πού φτάνουν τα όρια της δημοκρατίας και η ελευθερία του λόγου στα social media. Αυτοί έχουν το καρπούζι, αυτοί και το μαχαίρι». Με τη συμπαράστασή μας στον Soloup ως δεδομένη, ίσως το περιστατικό να είναι ακόμα μία αφορμή για εμάς τους χρήστες να αναζητήσουμε νέους τόπους και τρόπους συνεύρεσης. Πιο φυσικούς και πιο ελεύθερους. Και το σχετικό link...
  24. Τι το «επικίνδυνο» μπορεί να κρύβει ένα σκίτσο από το «Αϊβαλί» στο Facebook; Και ποιοι είναι τελικά εκείνοι που «τρομοκρατούνται»; Η «επικίνδυνη» απειλή λοιπόν υπήρξε η εξής: Την ημέρα μνήμης για τα θύματα του ολοκαυτώματος (27 Ιανουαρίου) ανέβασα στη σελίδα μου στο FB, ως ελάχιστη συνεισφορά σε αυτό, ένα δισέλιδο από τη γαλλική μετάφραση του graphic novel «Αϊβαλί». Το σκίτσο κάνει μια τριπλή αναφορά στην πύλη του Άουσβιτς, τα συρματοπλέγματα του Γκουαντάναμο και στην αντιπολεμική χαλκογραφία του Francisco Goya: «Grande hazaña! Con muertos!» («Σπουδαίο κατόρθωμα! Με νεκρούς!»). Η δική μου ανάρτηση είχε ως τίτλο «Στο δρόμο για τα ολοκαυτώματα» και υπήρχε και η μετάφραση μιας λεζάντας απ’ το κόμικς: «Πάντα οι άνθρωποι κρύβονταν πίσω από αυτή τη δικαιολογία: ΟΙ ΑΛΛΟΙ». Ποια είναι λοιπόν η απειλή για τα ψαλίδια του FB; Είναι ο δημιουργός (ή και ο… ζωγράφος) ενός τέτοιου σκίτσου «επικίνδυνο άτομο»; Το να μιλάς για τα θύματα του φασισμού, για την ξενοφοβία και τη μισαλλοδοξία συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με κάποια «επικίνδυνη οργάνωση»; Γατί προτρέχουν πάντα (και) στο FB να προλάβουν το «κακό» που έρχεται σε οποιαδήποτε αντιφασιστική αντίδραση με σκοπό να προστατέψουν εκείνους που θέλουν «να νιώθουν ασφαλείς και να εισπράττουν τον σεβασμό»; Ενδεικτική της δυσανεξίας κάποιου «θιγμένου» επισκέπτη υπήρξε το σχόλιο: «Χασάπης ο σκιτσογράφος εμπνέεται με τις κομμένες σάρκες». Κι έτσι απλά, από «Χασάπης» ο σκιτσογράφος (προφανώς και ο ζωγράφος Γκόγια) με ένα σκίτσο που σχολιάζει για εκείνους που σφάζουν ανθρώπους στα ολοκαυτώματα, βρέθηκε σφαγμένο το σκιτσάκι απ’ το «Αϊβαλί». Μια ακόμα περίπτωση «δημοκρατικής ευθιξίας» από το FB. Έτσι για να μην έχουμε και πολλές αυταπάτες μέχρι πού φτάνουν τα όρια της δημοκρατίας και η ελευθερία του λόγου στα social media. Αυτοί έχουν το καρπούζι, αυτοί και το μαχαίρι. Και το σχετικό link...
  25. Η ελληνική ιστορία μέσα από το graphic novel του Soloúp Πέγκυ Κεκέ Πηγή: elculture.gr Σημαιάκια, παρελάσεις, σχολικές γιορτές, τραγούδια και ποιήματα· σε τέτοιο κλίμα κυμαίνεται η καθημερινότητα του ελληνικού λαού δύο φορές τον χρόνο, με την μια από αυτές να πλησιάζει. Με τον ερχομό της εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου του 1940, μικροί και μεγάλοι έχουν την ευκαιρία να βρεθούν πιο κοντά σε μια πτυχή της ιστορίας του ελληνικού κράτους, σε μια πτυχή δηλαδή της ιστορίας τους, αναπολώντας τα τρανταχτά γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά κυρίως δίνοντας έμφαση στον ρόλο που διαδραμάτισε η ίδια η χώρα σε αυτόν. Στο πλαίσιο της εθνικής αφύπνισης και της ενθύμησης της πολιτιστικής κληρονομιάς της ελληνικής πραγματικότητας, βρήκα την ευκαιρία να μιλήσω για ένα έργο το οποίο, με τρόπο ιδιαίτερο και προσιτό, περικλείει όλες αυτές της αξίες και τα ιδανικά που ο ελληνικός λαός με τόσο σθένος προβάλει τις παραμονές των εθνικών επετείων. Ο λόγος γίνεται για το graphic novel του ταλαντούχου πολιτικού γελοιογράφου Soloúp, με το όνομα «21: Η μάχη της πλατείας», μέσα στο οποίο παρουσιάζονται γεγονότα της άλλης μεγάλης εθνικής εορτής, του Αγώνα για την σύσταση του νέου ελληνικού κράτους, του 1821. Λίγα λόγια για τον Soloúp Πηγή: culturenow.gr Ο διακεκριμένος σκιτσογράφος, πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς, Αντώνης Νικολόπουλος είναι πλέον περισσότερο γνωστός με το όνομα Soloúp, με το οποίο υπογράφει τα έργα του ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια. Με σπουδές στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και αισθητή παρουσία στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου ως διδάκτωρ μα και μεταδιδακτορικός ερευνητής, ο Soloúp μετρά μια σημαντική σειρά από κόμικς και γελοιογραφίες σε γνωστά περιοδικά και εφημερίδες, μα και graphic novels, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το «Αϊβαλί», ένα μεγάλης εμβέλειας έργο που πραγματεύεται με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής, δημοσιευμένο το 2014 από τις εκδόσεις Κέδρος, και στο οποίο απονέμεται σημαντικός αριθμός βραβείων. Το βασικό στοιχείο των έργων του βασίζεται γύρω από την παρουσίαση της πραγματικότητας μέσω εικόνων, φωτογραφιών και σκίτσων, εντάσσοντάς την σε ένα ευρύτερο πλαίσιο μυθοπλασίας, όπως βλέπουμε στο «Αϊβαλί» (Κέδρος, 2014), στο «Ο Συλλέκτης: Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο» (Ίκαρος, 2018) και στο «21: Η μάχη της πλατείας» (Ίκαρος, 2021). Μερικά ακόμη από τα έργα του είναι: Τα ελληνικά comics (Τόπος, 2012), Βαβέλ, Γαλέρα (κόμικς) κ.ά. «21: Η μάχη της πλατείας» Πηγή: www.kathimerini.gr Πόσα ξέρουν οι Έλληνες για τον Αγώνα του ’21; Πώς οι γνώσεις αυτές θα μεταφερθούν στις επόμενες γενιές και πώς η ελληνική ιστορία θα γίνει πιο προσιτή σε μικρούς και μεγάλους; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που έθεσαν τις βάσεις για τη δημιουργία του graphic novel που με τόση επιτυχία εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ίκαρος το 2021, στα πλαίσια των διακοσίων χρόνων από την ελληνική επανάσταση. Η ιδέα έπεσε στο τραπέζι ήδη από το 2017 οπότε και ξεκίνησαν οι διεργασίες για το σημαντικό αυτό έργο, το οποίο πήρε τεράστιες διαστάσεις. Μέσα από διεξοδικές έρευνες, σε ένα πεδίο αχανές, μέσα από αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν την επανάσταση και άλλων που την μελέτησαν με προσοχή, μέσα από ομιλίες, εικόνες και κάθε είδους πηγή που είναι προσιτή, ο Soloúp με την σημαντική βοήθεια των συνεργατών του, φρόντισαν να μη λείψει κανείς από το βιβλίο· ήρωες, αντιήρωες, φιλέλληνες και οπλαρχηγοί, Φαναριώτες, κοτζαμπάσηδες, Έλληνες, Τούρκοι και όσοι άλλοι πήραν μέρος στα γεγονότα, απλώνονται στις σελίδες αυτού του graphic novel και παρουσιάζουν την ιστορία με μια αλλιώτικη μορφή. Πηγή: elculture.gr Σκοπός των δημιουργών ήταν να γίνει μια άρρηκτη σύνδεση του παρόντος με το παρελθόν, να μπορέσει κανείς να δει τα γεγονότα υπό το πρίσμα του σήμερα ώστε να αποκτήσει μια πιο σφαιρική άποψη για την ιστορία. Για το λόγο αυτό, η αφήγηση ξεκινά σε παροντικό χρόνο, στην πλατεία μπροστά από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη, από έναν γέρο άστεγο ο οποίος μιλά για τα γεγονότα του 1821, και με αποδέκτη ένα νεαρό κορίτσι, στα μάτια του οποίου ζωντανεύουν οι μορφές, οι μάχες και τα γεγονότα. Το βιβλίο χωρίζεται σε 21 κεφάλαια, τα οποία εντάσσονται σε 5 ευρύτερες κατηγορίες (Πλατεία, Χατζάρια, Σεργούνι, Ήρωες, Γκιλοτίνα), ενώ στο παράρτημά του μπορεί κανείς να βρει τη διαδικασία εκπόνησης του έργου, τη σκέψη γύρω από τη δημιουργία του, καθώς και σημαντικά στοιχεία για κάθε μια από τις ιστορίες που συμπεριλαμβάνονται. Έχοντας τεθεί υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, μα και με την αμέριστη υποστήριξη του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας και τη συμβολή του Πανεπιστημίου του Αιγαίου, πρόκειται για ένα graphic novel πολλά υποσχόμενο και δικαίως διαδεδομένο. «Ιστορίες πολλών ανθρώπων, η Ιστορία μας.» (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου) Πηγή: www.kathimerini.gr Η ανδρεία και η ρωμιοσύνη των Ελλήνων προβάλλεται με κάθε ευκαιρία από τον λαό, με κύριους φορείς τις εθνικές μας επετείους· οι δυο αυτές ημερομηνίες (25 Μαρτίου 1821 και 28 Οκτωβρίου 1940) είναι χαραγμένες στην ψυχή και στο μυαλό κάθε ανθρώπου ήδη από την νηπιακή μας ηλικία. Ωστόσο, σε τελική ανάλυση, είναι χρέος μας ως άνθρωποι να κάνουμε ένα βήμα πίσω προκειμένου να δούμε τα πράγματα με σφαιρικότητα και αμεροληψία, λαμβάνοντας υπόψη μια μαζική μορφή της ιστορίας, ένα διευρυμένο όλον και όχι τα μερικά και συχνά διαδεδομένα μέρη. Η ιστορία μας, ή μάλλον καλύτερα η ιστορία ολόκληρου του κόσμου, είναι μια συνέπεια συλλογικής προσπάθειας, σειρές από γεγονότα, αμέτρητοι άνθρωποι, μάχες, τραγούδια και πολιτισμοί, στο πέρασμα των χρόνων συναντιούνται και μπερδεύονται. Το να περιορίσει λοιπόν κανείς την ιστορία σε μια μόνο πλευρά της μπορεί μονάχα να τη φθείρει και να την υπονομεύσει, άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε πως «Ιστορίες πολλών ανθρώπων είναι η Ιστορία μας». Πηγούλα
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.