Search the Community
Showing results for tags 'ηλίας κατιρτζιγιανόγλου'.
-
Ένα νέο graphic novel των Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη επιχειρεί να φωτίσει τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τον άνθρωπο πίσω από τον θρύλο του ελληνικού ροκ. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος είναι ένας πραγματικός, σάρκινος ήρωας. Δηλαδή ένας άνθρωπος που μετά τον θάνατό του απέκτησε έναν μύθο όσο λίγοι άνθρωποι του τραγουδιού. Όσο κι αν αυτό είναι κάτι που συμβαίνει συχνά με όσους φεύγουν νωρίς, μέσα στην νιότη, στην ομορφιά, στην ακμή, ο Σιδηρόπουλος δικαιούται να έχει μύθο. Όπως όλοι όσοι άνοιξαν έναν δρόμο μόνοι τους με τα χέρια τους, δεν ακολούθησαν τίποτα έτοιμο και ήταν επιδραστικοί για τους επόμενους. Δύο εξαιρετικοί καλλιτέχνες ανέλαβαν το δύσκολο εγχείρημα να φτιάξουν ένα κόμικ για τον Παύλο. Και το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Φτιάχνουν κόσμο από τις πρώτες σελίδες. Τον βλέπεις να τριγυρνάει στην Αθήνα των δεκαετιών του 70 και του 80, τον ακούς να σκέφτεται, να τραγουδάει, να τσακίζει. Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου έγραψε το σενάριο και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης το σκίτσο. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως». Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου Έχεις πει πως όταν σού έγινε η πρόταση για αυτό το βιβλίο, δεν απάντησες αμέσως γιατί αισθάνθηκες πως θα αναλάμβανες μία ευθύνη για την οποία δεν ήξερες αν ήσουν έτοιμος. Ποιες ήταν δηλαδή οι πρώτες σου σκέψεις και ποια είναι η ευθύνη; Οι πρώτες μου σκέψεις ήταν «Θέλω σαν τρελός να το κάνω, μπορώ όμως; Μπορώ να βιογραφήσω έναν άνθρωπο και καλλιτέχνη που σημαίνει τόσα πολλά για τόσο πολλούς ανθρώπους; Να αποτυπώσω μια τόσο αντιφατική προσωπικότητα – που μάλιστα δεν ζει για να καταθέσει τη δική του οπτική, να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει γεγονότα και συναισθήματα;» Από την επόμενη ημέρα κιόλας της πρότασης του εκδότη, Λεωκράτη Ανεμοδουρά, ξεκίνησα την έρευνα κι ένα μήνα μετά, έχοντας σχηματίσει στοιχειωδώς μια εικόνα των διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με τη ζωή και το έργο του, και με πλήρη επίγνωση του ρίσκου που έπαιρνα, είπα το «ναι». Είναι ένα βιβλίο για τον Παύλο ή για την ανάμνηση τού Παύλου; Εννοώ, είναι για τον άνθρωπο ή για τον μύθο του; Τολμώ να πω ότι είναι και τα δύο. Στο κόμικ ξετυλίγεται η ιστορία της ζωής του, όμως ο αφηγητής δεν είναι ο ίδιος ο Παύλος, παρότι έχει τη μορφή του. Είναι η «ηχώ» του, το απόσταγμα όσων έγραψε, είπε και άφησε πίσω του, και ταυτόχρονα το σύνολο των – συχνά αντιφατικών – αναμνήσεων όσων τον έζησαν. Αναμνήσεις που διαμορφώθηκαν από επιλογή ή από τη συγκυρία. Ουσιαστικά αποτυπώνεται η ζωή ενός ανθρώπου που έγινε. Πώς κατάφερες να επιλέξεις ποια κομμάτια από την ζωή του θα αναφερθούν και ποια θα μείνουν απ’ έξω; Το τι θα έμενε εν τέλει εκτός, ήταν ίσως η πιο δύσκολη διαδικασία απ’ όλες. Η προσέγγισή μου ήταν μια διαρκής άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στον σεβασμό προς το πρόσωπό του και τη δραματουργική ανάγκη του έργου. Λειτούργησα με ένα φίλτρο προσωπικής ηθικής. Άφησα απ’ έξω οτιδήποτε αντιλαμβανόμουν ως διάθεση «κλειδαρότρυπας» και κιτρινισμού, και προτίμησα να δείξω τις συνέπειες πράξεων και γεγονότων, τον αντίκτυπο που είχαν οι επιλογές του, αποφεύγοντας φτηνούς εντυπωσιασμούς στις σκοτεινές στιγμές του, και κυρίως σε ό,τι αφορούσε τη χρήση και τις συνέπειές της. Πόσο εύκολο είναι να μιλήσεις για την ζωή ενός παιδικού σου ήρωα; Προσπάθησες να αποστασιοποιηθείς, να γίνεις «αντικειμενικός» ή η αντικειμενικότητα δεν έχει καμία θέση όταν αναφερόμαστε στις αγάπες μας; Η αποστασιοποίηση, η αποδόμηση κι εν συνεχεία η αποκατάσταση σε μια πιο ρεαλιστική βάση, ήρθαν αναπόφευκτα μέσα από την έρευνα, και τις συνεντεύξεις – πρωτογενείς και μη – με ανθρώπους που τον έζησαν. Επέλεξα να κρατήσω μια εύθραυστη ισορροπία, στεκόμενος με σεβασμό απέναντι στον άνθρωπο-καλλιτέχνη, επιτρέποντας όμως στον αναγνώστη να δει τις ρωγμές, τη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή μέσω των οποίων και εκφράστηκε, όπως έλεγε ο ίδιος. Νιώθω ότι, στο τέλος της ημέρας, η αληθινή αγάπη για έναν καλλιτέχνη δεν κρύβεται πίσω από εξιδανικεύσεις. Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης Ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης Ποιες ήταν οι πρώτες σου σκέψεις όταν σου έγινε η πρόταση για αυτό το βιβλίο; Κάθε φορά που ξεκινάω ένα καινούργιο κόμικς μου αρέσει να διαφέρει από το προηγούμενο, να δοκιμάζω νέα πράγματα και προκλήσεις, κάνοντας όμως δουλειές που κι εγώ θα ήθελα να διαβάσω ως αναγνώστης. Πρέπει όμως να ομολογήσω πως δεν είχα φανταστεί ποτέ τη ζωή και το έργο του Παύλου σε μορφή κόμικς. Μέχρι που μου το πρότεινε ο Λεωκράτης (υπεύθυνος των εκδόσεων Μικρός Ήρως). Απ’ όσο ξέρω, ήταν κάτι που το επεξεργαζόταν καιρό, και ο Ηλίας είχε αναλάβει την έρευνα και το σενάριο. Αρχικά, δεν ήμουν σίγουρος ότι ήταν κάτι που θα μπορούσα να αναλάβω, μου έμοιαζε μεγάλη ευθύνη. Σύντομα όμως, όταν βρεθήκαμε από κοντά και συζητήσαμε γι’ αυτό, πώς το φαντάζεται ο καθένας μας, θέλησα κι εγώ να γίνω μέρος αυτού του πρότζεκτ που μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον και διαφορετικό από ό,τι είχα κάνει ως εκείνη τη στιγμή. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση, η μεγαλύτερη δυσκολία και με ποιον τρόπο την έλυσες; Όταν σχεδίαζα τις πρώτες σελίδες, είχα στο μυαλό μου όσο γίνεται να πετύχω την ομοιότητα των προσώπων που παρουσιάζονται στην ιστορία μας και του ίδιου του Παύλου, φυσικά. Γρήγορα όμως, αυτό έπαψε να με απασχολεί τόσο και έδωσα περισσότερο βάρος στα συναισθήματα και στην απόδοση της ατμόσφαιρας. Έτσι, το πιο δύσκολο θα πω ότι ήταν να μπορέσω να δώσω μια μουσικότητα στα σχέδια, ένα ροκ αυθορμητισμό που θα ζωντάνευε τον χάρτινο Παύλο και την εποχή του. Αυτό προσπάθησα να το πετύχω μέσα από τις έντονες γραμμές και το παιχνίδι με το χρώμα ή την απουσία του. Σε ενδιέφερε να αποδώσεις με ρεαλισμό τις εικόνες και τα χρώματα της εποχής ή να φτιάξεις έναν δικό σου κόσμο; Προσωπικά, διαβάζοντας το βιβλίο ένωσα πως περπατούσα στους δρόμους της Αθήνας της δεκαετίας του 80. Πολύ χαίρομαι που το λες! Η σκέψη μου ήταν κάθε σκηνή να έχει τη δική της απόχρωση ανάλογα με την περίοδο που περιγράφεται σε αυτή, αλλά να αποτυπώνει και τα συναισθήματα, την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τότε ο Παύλος. Καθώς η ιστορία μας εκτείνεται στο πέρασμα των δεκαετιών, βασίστηκα σε φωτογραφίες για τα κτίρια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης του ’70 και του ‘80, όπως και για τα πρόσωπα και τα εξώφυλλα δίσκων που κυκλοφόρησαν τότε. Φυσικά, δεν με ενδιαφέρει να τα αποτυπώσω φωτογραφικά αλλά να δίνουν την εικόνα και την ατμόσφαιρα της εποχής. Γι’ αυτό κάποιες φορές τα παραλλάσσω και τα αποδίδω με τον δικό μου τρόπο ώστε να ταιριάζουν καλύτερα στη ροή της ιστορίας, οπότε ναι, ίσως πλέον μιλάμε για έναν δικό μου κόσμο, στα χνάρια του Παύλου. Όσο σχεδίαζα, άκουγα και τα αντίστοιχα τραγούδια του, οπότε, έστω και υποσυνείδητα, επηρέασαν κι αυτά το αποτέλεσμα. Ετοιμάζοντας το βιβλίο, υπήρξε κάποια σκέψη, κάποια ιδέα που την θεώρησες ακραία ή «επικίνδυνη» και τελικά δεν την προχώρησες; Σχεδιαστικά μιλώντας, ειδικά στις πιο «σκοτεινές» πλευρές της ζωής του, ήθελα να αποφύγω τις υπερβολικά δραματικές απεικονίσεις. Προτίμησα τα πράγματα περισσότερο να υπονοούνται παρά να επιδεικνύονται. Ήδη από την πρώτη μας συζήτηση με τον Ηλία και τον Λεωκράτη, όταν ακόμα φανταζόμασταν πώς θα είναι το τελικό αποτέλεσμα του βιβλίου, είχαμε πει ότι δεν θέλαμε να τονίσουμε τα σκοτάδια αλλά περισσότερο τις φωτεινές στιγμές του Παύλου. Γι’ αυτό έδωσα περισσότερο έμφαση στο ονειρικό στοιχείο, είναι νομίζω και κάτι που χαρακτηρίζει την δουλειά μου κι εδώ το βρήκα σαν ευκαιρία για πειραματισμό. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- παύλος σιδηρόπουλος
- εκδόσεις μικρός ήρως
- (and 3 more)
-
Τη ζωή, το έργο και τον πρόωρο θάνατο του «Πρίγκηπα» του ελληνικού ροκ αφηγείται το κόμικ «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι». Το σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου βασίστηκε σε έρευνα και συνεντεύξεις με ανθρώπους που γνώρισαν τον μουσικό, ενώ το σχέδιο του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη ισορροπεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο ονειρικό στοιχείο. «Είχε μια σκέψη που ήταν ξυραφένια, μια ευαισθησία που δεν έχω συναντήσει γύρω μου ξανά από τότε», έλεγε γι’ αυτόν ο σκηνοθέτης Ανδρέας Θωμόπουλος. «Η συνεργασία μας άλλαξε τη ζωή μου», τόνιζε ο κιθαρίστας των «Σπυριδούλα», Βασίλης Σπυρόπουλος, προσθέτοντας ότι «είχε έναν χαριτωμένο ναρκισσισμό, ζούσε τη ζωή του σαν ταινία». Και ο Αλέκος Αράπης, μπασίστας στους «Απροσάρμοστους», θα παρατηρούσε ότι «είναι αδιανόητο το πώς ένα εξαρτημένο από ναρκωτικά άτομο χρησιμοποιούσε τόσο λογικά επιχειρήματα, ώστε να σε αποτρέψει να πάρεις ουσίες». Τι ήταν, λοιπόν, για τους άλλους ο Παύλος Σιδηρόπουλος (1948-1990) ή σκέτα «Παύλος», όπως έμεινε γνωστός ακόμα και σε εκείνους που τον συνάντησαν μόνο μέσα από τα τραγούδια του; Τι αποτύπωμα άφησε στους γύρω του; «Αγάπη, τρυφερότητα, παράπονο για το άδικο φευγιό του», απαντά ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, σεναριογράφος του κόμικ «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι», που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως σε σχέδια Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη. «Δεν μας είπε κάποιος κάτι κακό για τον Παύλο», συνεχίζει. «Φυσικά, ήταν ένας άνθρωπος ατελής. Αλλά νομίζω ότι, με το πέρασμα του χρόνου, το απόσταγμα που έμεινε σε όλους ήταν ότι νιώθουν τυχεροί που πέρασε από τη ζωή τους». Εκτός από τις πρωτογενείς συνεντεύξεις που πήρε, ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου μελέτησε και βιογραφίες του Σιδηρόπουλου, συνεντεύξεις του ίδιου ή των μουσικών του, ενώ καθοδηγητικό ρόλο στην έρευνα είχε η Μελίνα Σιδηροπούλου, αδελφή του τραγουδιστή. «Αφηγητής στο κόμικ είναι και δεν είναι ο Παύλος», λέει ο σεναριογράφος, εξηγώντας ότι την ιστορία τη διηγούνται στο σήμερα η «ηχώ» του καλλιτέχνη, το σύνολο όσων έγραψε, είπε και άφησε πίσω του, αλλά και εκείνοι που τον έζησαν, κάτι σαν «το αποτέλεσμα μιας συλλογικής μνήμης». Το σχέδιο του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη, συνεχίζει ο σεναριογράφος, «έχει αυτή την υπέροχη ισορροπία ανάμεσα στο ονειρικό και το ρεαλιστικό, το καθαρό και το βρώμικο. Η βιογραφία ενός τόσο αντιφατικού ανθρώπου, με τόσα ετερόκλητα στοιχεία, δεν θα μπορούσε να εικονογραφηθεί αλλιώς». Υπάρχει εδώ το περιβάλλον στο οποίο γαλουχήθηκε, η αστική οικογένεια του Παύλου Σιδηρόπουλου, ο οποίος ήταν δισέγγονος του Αλέξη Ζορμπά και ανιψιός της Έλλης Αλεξίου. «Είχε μέσα του τον αστό, είχε και τον “αλήτη”. Την πρώτη ιδιότητα την πήρε από το σπίτι του, τη δεύτερη από την ιδιοσυγκρασία του», λέει ο Κατιρτζιγιανόγλου. Υπάρχουν επίσης οι σπουδές του στη Θεσσαλονίκη, η ενασχόλησή του με τη μουσική και τα συγκροτήματά του: οι «Δάμων και Φιντίας», τα «Μπουρμπούλια», οι «Σπυριδούλα» και οι «Απροσάρμοστοι», τους οποίους «ο Παύλος αναγνώριζε ως μπάντα του και ήταν αυτοί που τον συνόδεψαν ώς το τέλος». Το εξώφυλλο του graphic novel «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι», που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μικρός Ηρως σε σενάριο Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και σχέδια Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη. Υπάρχουν ακόμη οι γυναίκες με τις οποίες συνδέθηκε. Και, φυσικά, η εξάρτηση. «Εκεί υπεισέρχεται στην αφήγησή μας το ονειρικό στοιχείο», σημειώνει ο σεναριογράφος. Το οποίο επιστρατεύθηκε ώστε να κρατηθεί μια ισορροπία στην αφήγηση. Αυτός εξάλλου ήταν και ο προβληματισμός του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου, όταν ο εκδότης Λεωκράτης Ανεμοδουράς του πρότεινε να γράψει το κόμικ, μια μέρα που περνούσαν έξω από το παλιό σπίτι του Σιδηρόπουλου, στην οδό Δροσοπούλου στην Κυψέλη. «Είπα το ναι, έχοντας στο μυαλό μου μια πυξίδα: ότι δεν θέλω να προκύψει ούτε μια αγιογραφία, ούτε ένας “κιτρινισμός”. Ο ίδιος ο Παύλος έλεγε ότι εμπεριέχει και τη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή, ότι εκφράστηκε πότε με τη μία, πότε με την άλλη. Προσέγγισα λοιπόν το θέμα της εξάρτησης μέσα από γεγονότα, δείχνοντας τις συνέπειές τους τόσο στον ίδιο, όσο και στους γύρω του», λέει ο σεναριογράφος. Πιστεύει άραγε ότι ο Σιδηρόπουλος ταυτίστηκε με την εξάρτηση; «Επιστρέφω συχνά στην ατάκα που είχε πει ο Δημήτρης Πουλικάκος, για τις υποκριτικές αναδιπλώσεις της δισκογραφικής βιομηχανίας και του Τύπου», απαντά και παραθέτει τη φράση: «Πρεζάκιας εν ζωή. Έλληνας Τζιμ Μόρισον μετά θάνατον. Τυμβωρυχία κανονική». Μια απεικόνιση συνάντησης του Σιδηρόπουλου με τον Διονύση Σαββόπουλο. Στη διαδικτυακή του καμπάνια, το κόμικ συνοδεύεται και από μια playlist με τραγούδια: από τα «Μου ‘πες θα φύγω», «Ο Μπάμπης ο Φλου» και «Στην Κ.», μέχρι το «Βιβλίο των ηρώων», το «Ροκ εν ρολ στο κρεβάτι» κ.ά. Η έκδοση, που συνοδεύεται από πρόλογο του Γιάννη Αγγελάκα, θα παρουσιαστεί την Κυριακή στο πλαίσιο του φεστιβάλ Comicdom, στην Τεχνόπολη. Υπάρχει άραγε κάτι καινούργιο που ανακάλυψε ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου για τον Παύλο Σιδηρόπουλο στη διάρκεια της έρευνάς του; «Μου είπαν πολλοί ότι ήταν καλοπροαίρετος, στα όρια της παιδικής αφέλειας. Του έλεγες “είμαι σε ανάγκη” και δεν εξέταζε αν ήταν αλήθεια. Προσέφερε», απαντά. Κάποια τραγούδια που εκτίμησε εκ νέου; «Τα “Μπλουζ του Πρίγκηπα”, το ντέμο που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του και είναι μόνο φωνή-κιθάρα», λέει. «Είναι ίσως η πιο επιτυχημένη πρόσμειξη μπλουζ και ρεμπέτικων που έχω ακούσει». Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- παύλος σιδηρόπουλος
- εν κατακλείδι
- (and 5 more)
-
Οι δημιουργοί του κόμικς «Εν Κατακλείδι» (Εκδόσεις Μικρός Ήρως) μιλούν στην ATHENS VOICE για την ξεχωριστή αυτή βιογραφία του Παύλου. Αντισυμβατικός, γνήσιος, ποιητής, επαναστατικός και δυστυχώς αυτοκαταστροφικός. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο «Πρίγκιπας» του ελληνικού ροκ και δισέγγονος του Αλέξη Ζορμπά υπήρξε ένας πανέμορφος – μέσα και έξω – άνθρωπος, ο οποίος μέσα από την ποίηση και τα τραγούδια άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στην εγχώρια μουσική σκηνή. Από τα πρώτα χρόνια στη Θεσσαλονίκη και τους «Δάμων και Φιντίας», μέχρι τις συνεργασίες με τους «Σπυριδούλα» και τον Γιάννη Μαρκόπουλο, ο Παύλος Σιδηρόπουλος άφησε ένα σαφές και ξεχωριστό αποτύπωμα στο ελληνικό ροκ, με τραγούδια που διαπέρασαν τα στεγανά του είδους και έγιναν το ηχητικό ισοδύναμο μιας ολόκληρης περιόδου της «ηλεκτρικής» ελληνικής μουσικής. Στη σύντομη αλλά μεστή και γεμάτη καριέρα του, ο Σιδηρόπουλος πρωταγωνίστησε μεταξύ άλλων στην ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου «Ο Ασυμβίβαστος» (1979). Όπως αναφέρει η εκπομπή «Μηχανή του Χρόνου», ο Φρέντυ Γερμανός έγραψε τότε σχετικά στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία: «Άραγε πώς θα έβρισκε την ταινία του εγγονού του ο ήρωας του Καζαντζάκη; Θα καμάρωνε σίγουρα και ίσως (όταν άναβαν τα φώτα) να μας έλεγε τα ίδια λόγια που είχε χαράξει στην τελευταία του κάρτα από τη Γιουγκοσλαβία: "Εύρον πράσινη πέτρα ωραιοτάτη..."». Ο Παύλος Σιδηρόπουλος έφυγε από τη ζωή στις 6 Δεκεμβρίου 1990 από υπερβολική δόση ηρωίνης. Ήταν μόλις 42 ετών. 36 σχεδόν χρόνια αργότερα, η κληρονομιά του Σιδηρόπουλου παραμένει ζωντανή στο ελληνικό τραγούδι και προσφάτως σε άλλες μορφές τέχνης, όπως τα κόμικς. Με ξεχωριστή αισθητική ματιά και όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, χωρίς την οπτική της «κλειδαρότρυπας», ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης (σκίτσο) και ο Ηλίας Κατιρτζιγιάνογλου (σενάριο) δημιούργησαν μια ξεχωριστή βιογραφία για τον Παύλο με τίτλο «Εν Κατακλείδι», καταδεικνύοντας τις συνθήκες και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, γύρω από κάθε φάση της ζωής και καριέρας του καλλιτέχνη. Το κόμικ δανείζεται φυσικά τον τίτλο του από το θρυλικό τραγούδι που κλείνει τον δίσκο «Φλου», τη συνεργασία δηλαδή του Σιδηρόπουλου με τους Σπυριδούλα που θεωρείται μέχρι σήμερα ένα από τα πλέον ιστορικά άλμπουμ της εγχώριας ροκ παραγωγής. Οι δύο δημιουργοί μίλησαν στην ATHENS VOICE για το «Εν Κατακλείδι», δίνοντας πληροφορίες για την έρευνα στο πλούσιο αρχείο του τραγουδιστή και τη συλλογή του σχετικού υλικού. Κάνοντας μια αναδρομή στη ζωή, το έργο και τη δισκογραφία του Σιδηρόπουλου, ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης και ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου απέδωσαν με σεβασμό και ρεαλισμό τις «αλήθειες» του καλλιτέχνη, του οποίου το αποτύπωμα παραμένει ζωντανό και επιβλητικό μέχρι σήμερα. Τo graphic novel «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι» κυκλοφορεί πανελλαδικά την Τετάρτη 20 Μαΐου, ωστόσο θα είναι διαθέσιμο και στο περίπτερο των εκδόσεων Μικρός Ήρως, στο Comicdom CON 2026 (15-17 Μαΐου – Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων). Εκεί αναμένεται να πραγματοποιηθεί η πρώτη παρουσίασή του βιβλίου, ενώ θα φιλοξενηθεί και σχετική έκθεση. – Πώς προσεγγίσατε τη ζωή και το έργο του Παύλου Σιδηρόπουλου; Πώς γίνεται η επιλογή για το ποια κομμάτια ενός δύσκολου παζλ αφήνει κανείς απ' έξω; Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου: Η προσέγγιση ήταν μια άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στον σεβασμό και τη δραματουργική ανάγκη. Kι η επιλογή του τι θα έμενε εν τέλει εκτός, ήταν ίσως η πιο δύσκολη διαδικασία. Λειτούργησα με ένα αυστηρό φίλτρο αισθητικής, αφήνοντας έξω οτιδήποτε θα εξυπηρετούσε απλώς μια διάθεση «κλειδαρότρυπας». Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης: Προσεγγίσαμε την ιστορία του Παύλου με σεβασμό και αγάπη προς το πρόσωπό του. Σκοπός δεν ήταν να δείξουμε τόσο την καθημερινότητά του όσο τον μουσικό Σιδηρόπουλο. Κάποια από τα περιστατικά που επιλέξαμε για τη δική μας ιστορία είναι πιο σύντομα, άλλα είναι εκτενέστερα και πιο λεπτομερή. Όλα όμως, είναι μια εκδοχή των πραγματικών γεγονότων από τη δική μας ματιά, με σχέδιο και χρώμα. – Θα ήθελα να μας περιγράψετε τη διαδικασία δημιουργίας του «Εν Κατακλείδι». Πώς έγινε η συλλογή του υλικού; Προηγούνται τα σκίτσα ή τα κείμενα σε αυτή την περίπτωση, ή είναι μια ταυτόχρονη διαδικασία; ΚΣ: Ο Ηλίας είχε αναλάβει την έρευνα και το σενάριο και, μαζί με τον Λεωκράτη, οι τρεις μας συζητήσαμε πολύ πάνω σε αυτό και πώς το φαντάζεται ο καθένας μας. Αρχικά, ξεκίνησα να σχεδιάζω μικρά πορτρέτα του Παύλου βασισμένος σε φωτογραφίες και εξώφυλλα από τα άλμπουμ του. Όταν ο Ηλίας άρχισε να μου στέλνει το σενάριο, το χωρίσαμε σε σελίδες και έκανα τα προσχέδια, το layout κάθε σκηνής. Πάνω σε αυτά δούλεψα μετά, κάνοντας διορθώσεις και προσθέτοντας λεπτομέρειες και χρώμα που ήταν και το τελικό στάδιο της εικονογράφησης. ΗΚ: Όπως είπε κι ο Κωνσταντίνος, ήμασταν τρεις σε αυτή την ιστορία, ο εκδότης μας Λεωκράτης Ανεμοδουράς είναι ο τρίτος αφανής δημιουργός του comic, καθώς συνεισέφερε τόσο σε επίπεδο ιδεών, όσο και ενορχήστρωσης της όλης διαδικασίας. Η συλλογή του υλικού ήταν το αποτέλεσμα διετούς εντατικής έρευνας: βιβλία, συνεντεύξεις του ίδιου, πρωτογενείς και μη συνεντεύξεις ανθρώπων-κλειδιά στη ζωή του, βίντεο, μαρτυρίες, και πολλή, πολλή ακρόαση των τραγουδιών του, αλλά και αγαπημένων του καλλιτεχνών, ώστε να κατανοήσω καλύτερα τα πράγματα που τον συγκινούσαν. – Δώστε μας πολύτιμες πληροφορίες από την έρευνα στο αρχείο του Σιδηρόπουλου. Κάποιες μαρτυρίες, ποιήματα ή στίχοι που άξιζε να δουν το φως της δημοσιότητας. ΗΚ: Στο σενάριο ενσωμάτωσα θραύσματα από τον ποιητικό του λόγο και χειρόγραφες σκέψεις του. Παράλληλα, διαβάζοντας το έργο μας ένας fan της μουσικής του Παύλου, θα βρει μέσα σε αυτό πληροφορίες που ήδη γνωρίζει, αλλά και κάποιες που για πρώτη φορά καταγράφονται. Κάθε συνέντευξη κρύβει πάντα κάτι καινούριο, ακόμη κι αν το άτομο έχει μιλήσει πολλές φορές στο παρελθόν για το ίδιο θέμα, εξ ου και ήταν σημαντικό να μιλήσουμε με όποιο σημαντικό πρόσωπο της ζωής του ήταν διαθέσιμο, αρκεί να το επιθυμούσε. Κάτι πάντως που ναι μεν έχει ξαναειπωθεί, αλλά αποτέλεσε αποκάλυψη για μένα, ήταν αυτό που είχε πει πριν χρόνια ο Δημήτρης Πουλικάκος στον Αντώνη Μποσκοΐτη, για τη – σχεδόν παιδική – αθωότητα του Παύλου. Παρά την οξύνοια και τη μόρφωσή του, ο Παύλος παρέμενε ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος, συχνά απροστάτευτος. – Πώς αποφεύγεται η «αγιογραφία» για έναν άνθρωπο τόσο αγαπητό στο ευρύ κοινό, 36 χρόνια μετά τον θάνατό του; ΗΚ: Αποφεύγοντας την ωραιοποίηση των λαθών. Μέρος της γοητείας του Παύλου ήταν οι αντιφάσεις του, ή τουλάχιστον εκεί καταλήξαμε εμείς. Αν τον παρουσιάζαμε ως αψεγάδιαστο, θα τον προδίδαμε. Δείξαμε το σκοτάδι του με ειλικρίνεια αλλά και αξιοπρέπεια. Εξάλλου η «αγιογραφία» σκοτώνει την ουσία του βιογραφούμενου. ΚΣ: Θέλαμε να τονίσουμε περισσότερο τις φωτεινές στιγμές του Παύλου, χωρίς όμως να παραλείψουμε τα σκοτάδια και την πτώση του. Η προσέγγισή μας όμως έγινε με βάση την καλλιτεχνική του πορεία και το έργο του. Προσωπικά, θεωρώ πολύ άδικο να συνδέεται το όνομά του με τα ναρκωτικά και το περιθώριο και να ξεχνάμε το ταλέντο του και την τεράστια σημασία και επιρροή του στον χώρο του ελληνικού ροκ. – Πώς εναλλάσσονται τα χρώματα και το ύφος των σκίτσων, με βάση τις διάφορες περιόδους της ζωής και του έργου του Παύλου; ΚΣ: Η σκέψη μου ήταν κάθε σκηνή να έχει τη δική της απόχρωση ανάλογα με την περίοδο που περιγράφεται σε αυτή, αλλά να αποτυπώνει και τα συναισθήματα, την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Παύλος. Έτσι, ανάλογα με το πώς εξελίσσεται η ιστορία αλλάζει και η χρωματική παλέτα και το σχέδιο αποκτά περισσότερες σκιές, μέχρι που σε σημεία το χρώμα απουσιάζει τελείως. Προσπάθησα με αυτό τον τρόπο να δείξω τα πολλά διαφορετικά πρόσωπα του Παύλου στο πέρασμα του χρόνου και παράλληλα να δώσω μια ροκ ατμόσφαιρα. – Ποια τραγούδια από τη δισκογραφία του Σιδηρόπουλου στάθηκαν ως βάση για το έργο σας και με ποιον τρόπο; ΗΚ: Αφήσαμε τα ίδια τα τραγούδια, τους στίχους και τα ποιήματά του να διαποτίσουν το σενάριο, όχι ως «playlist», αλλά ως λόγια και σκέψεις. Εξάλλου ο Παύλος έγραφε κατά κύριο λόγο, αν όχι αποκλειστικά, βιωματικά. Το «Εν Κατακλείδι» έδωσε φυσικά τον τίτλο και την υπαρξιακή βάση, οι διάσπαρτοι στίχοι του όμως είναι αυτοί που λειτουργούν μέσα στο comic ως η «ηχώ» του, καθοδηγώντας συχνά τον αναγνώστη σε κρίσιμες καμπές της ιστορίας. ΚΣ: Όσο σχεδίαζα κάθε σκηνή της ιστορίας, άκουγα και τα τραγούδια που αναφέρονται σε αυτή. Ένιωσα έτσι να μπαίνω πιο πολύ στο κλίμα του σεναρίου και κάποιοι στίχοι αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το τραγούδι 'Ο κόσμος τους' όπου δείχνουμε τον Παύλο στο λεωφορείο που το γράφει επιστρέφοντας από Θεσσαλονίκη. Ο Ηλίας έχει εντάξει ιδανικά νομίζω στίχους και κομμάτια από τα τραγούδια στην αφήγηση που μπλέκονται με τα λόγια και τα σχέδια. – Στο Comicdom CON 2026 θα γίνει η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου, ενώ θα υπάρχει και σχετική έκθεση. Τι να περιμένουμε από την έκθεση αυτή; ΚΣ: Το κόμικς αυτό είναι μια εξερεύνηση της ψυχής του έργου του Παύλου, ένα διαφορετικό πορτρέτο του για όσους τον ξέρουν και για όσους θέλουν να τον γνωρίσουν. Κατ' επέκταση, η έκθεση είναι κατά κάποιο τρόπο το χρονικό αυτής της δημιουργικής διαδικασίας. Περιλαμβάνει σελίδες, καρέ και προσχέδια δίνοντας και μια εικόνα από το παρασκήνιο της εικονογράφησης. ΗΚ: Να περιμένετε μια ματιά στο παρασκήνιο αυτής της διετούς διαδρομής. Ο επισκέπτης θα έχει την ευκαιρία να δει πώς – για παράδειγμα – ένα αρχειακό εύρημα ή μια προφορική μαρτυρία μετουσιώνεται σε προσχέδιο και τελικά σε σελίδα comic. Ο Γαβριήλ Τομπαλίδης, επιμελητής της έκθεσης, πέρα από καλλιτέχνης και ο ίδιος, είναι ιδρυτής της ιστορικής έκθεσης comics και εικονογράφησης, Εν Αιθρία, πράγμα το οποίο εγγυάται μια ξεχωριστή κι ενδιαφέρουσα προσέγγιση. – Αν ζούσε σήμερα ο Παύλος, για ποια πράγματα θα τραγουδούσε; ΗΚ: Θεωρώ πως οι κεραίες του θα έπιαναν την αποξένωση της ψηφιακής εποχής και τα σημερινά αδιέξοδα. Ενδεχομένως να τραγουδούσε για την απώλεια της αυθεντικότητας σε έναν κόσμο που εστιάζει στην εικόνα και το «φαίνεσθαι». Ωστόσο, προσωπικά, θα ήθελα να τον φαντάζομαι στο "happy end" που στερήθηκε: έναν Παύλο δικαιωμένο (η έλλειψη αναγνώρισης τον βασάνιζε πολύ), που θα είχε βρει τη λύτρωση, έστω από κάποιους δαίμονές του. ΚΣ: Νομίζω πως κάποια από τα τραγούδια και κάποιοι από τους στίχους του μοιάζουν να σχολιάζουν ακριβώς όσα ζούμε και συμβαίνουν μέχρι και σήμερα. Μοιάζουν διαχρονικά και επίκαιρα με κάποιον τρόπο. Ακούστε για παράδειγμα την 'Αποκάλυψη' ή το 'Welcome to the show' και πιστεύω θα συμφωνήσετε. – Τι μορφή θα είχε ένας Παύλος Σιδηρόπουλος αν κυκλοφορούσε αύριο το πρώτο του τραγούδι; ΚΣ: Θεωρώ ότι στο ύφος τουλάχιστον δε θα διέφερε και πολύ από τον Παύλο που ξέρουμε, καθώς πάντα ήταν ανένταχτος και ειλικρινής σε ό,τι έκανε. Πολύ πιθανό να μην είχε καν social και να μαθαίναμε τα τραγούδια του τυχαία, από κάποιο φίλο που θα μας έλεγε «άκου τι ανακάλυψα...». ΗΚ: Συμφωνώ με τον Κωνσταντίνο, κι εγώ δεν πιστεύω ότι θα διέφερε. Ίσως ως «προϊόν» της γενιάς του να μην έγραφε rock, αλλά hip-hop. Το μόνο σίγουρο είναι πως και έτσι, θα είχε συγκλονιστικά αιχμηρούς στίχους και θα ήταν ένας σπουδαίος performer. Και το σχετικό link...
-
- 6
-
-
- παύλος σιδηρόπουλος
- εν κατακλείδι
- (and 5 more)
-
Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές μορφές της ελληνικής ροκ σκηνής. Αντισυμβατικός και βαθιά χαρισματικός, καθιερώθηκε ως ο κατεξοχήν ροκ επαναστάτης. Με έντονη καλλιτεχνική ταυτότητα και ανήσυχο πνεύμα, εξέφρασε μέσα από τη μουσική του τις αγωνίες, τις αντιφάσεις και την ευαισθησία μιας ολόκληρης γενιάς. Τα τραγούδια του διατηρούν μέχρι σήμερα τη δύναμη να συγκινούν και να εμπνέουν τους ακροατές κάθε ηλικίας, αφήνοντας ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική μουσική ιστορία. Το νέο graphic novel με τίτλο «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι», σε σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και σχέδιο του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη, επιχειρεί να εξερευνήσει τη ζωή και την καλλιτεχνική του πορεία. Η παρουσίασή του θα πραγματοποιηθεί στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, στο αμφιθέατρο «Μιλτιάδης Έβερτ», στο πλαίσιο του Comicdom CON Athens 2026, την Κυριακή 17 Μαΐου στις 14:00. Στη συζήτηση θα πάρουν μέρος οι δημιουργοί, καθώς και οι μουσικοί Αλέκος Αράπης και Οδυσσέας Γαλανάκης από τους Απροσάρμοστους, το συγκρότημα του Σιδηρόπουλου, αλλά και ο σκηνοθέτης Ανδρέας Θωμόπουλος. Ταυτόχρονα θα τρέχει μια έκθεση με εικονογραφήσεις, καρέ και προσχέδια από το νέο graphic novel σε επιμέλεια του Γαβριήλ Τομπαλίδη. Προτού συμβούν όλα αυτά, ρωτήσαμε τον Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και τον Κωνσταντίνο Σκλαβενίτη πώς είναι να δημιουργεί κανείς ένα κόμικ για μια τόσο σύνθετη προσωπικότητα. – Πώς γεννήθηκε η ιδέα να γίνει η ζωή του Παύλου Σιδηρόπουλου κόμικ; Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου: Ένα βράδυ, ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς των εκδόσεων Μικρός Ήρως με γυρνούσε σπίτι με το αυτοκίνητο έπειτα από κάποια δράση σχετική με κόμικς. Λίγο προτού φτάσουμε στο νούμερο 50 της οδού Δροσοπούλου, του είπα με ύφος βέρου Κυψελιώτη που ξεναγεί κάποιον στο «χωριό» του: «Εδώ ήταν το σπίτι του Σιδηρόπουλου». Η απάντησή του ήταν κάτι που δεν περίμενα: «Σκέφτομαι καιρό τώρα ένα graphic novel για τον Σιδηρόπουλο. Ξέρω ότι είσαι φαν, πώς θα σου φαινόταν να αναλάμβανες το σενάριο;». Ταλαντεύτηκα αρκετά αναλογιζόμενος το βάρος της ευθύνης προτού πω τελικά το «ναι». Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης: Σε κάθε νέα μου δουλειά μού αρέσει να δοκιμάζω νέα πράγματα και προκλήσεις, κάνοντας όμως κόμικς που κι εγώ θα ήθελα να διαβάσω ως αναγνώστης. Ένα κόμικ για τη ζωή και το έργο του Παύλου Σιδηρόπουλου, ομολογώ, δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μου, μέχρι που μου το πρότεινε ο Λεωκράτης. Απ’ όσο ξέρω, ήταν κάτι που το επεξεργαζόταν ως ιδέα καιρό και το συζητούσε με τον Ηλία που είχε αναλάβει την έρευνα και το σενάριο. Όταν βρεθήκαμε και από κοντά και συζητήσαμε γι’ αυτό, πώς το φαντάζεται ο καθένας μας, θέλησα κι εγώ να γίνω μέρος αυτού του πρότζεκτ που μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον και διαφορετικό από ό,τι είχα κάνει ως εκείνη τη στιγμή. – Πώς ήρθατε για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του; Κ.Σ.: Στα εφηβικά μου χρόνια, τότε που με την παρέα μου γράφαμε κασέτες και ανακαλύπταμε μουσικές. Ακούγαμε ροκ εκπομπές στο ράδιο και θυμάμαι πως τότε, τέλος της δεκαετίας του ’90, μας έκαναν εντύπωση οι στίχοι του Σιδηρόπουλου, και αναρωτιόμασταν ποιο είναι αυτό το «βιβλίο των ηρώων του τρόμου» ή αν υπάρχει αυτή η «Κ». Σε σχέση με τα άλλα συγκροτήματα που ακούγαμε, έμοιαζε πιο σκοτεινός, ωστόσο είχε κάτι γοητευτικό με έναν δικό του απλό τρόπο. Η.Κ.: Ομοίως κι εγώ, στην εφηβεία. Πάντα κάποιος στην παρέα θα έπαιζε το «Να μ’ αγαπάς» στην κιθάρα – ήμασταν όλοι «ναμαγαπάδες» τότε – μέχρι που άρχισαν να διακινούνται οι κασέτες. Τότε ανακάλυψα τον πραγματικό Παύλο. Όχι εκείνον με τις όμορφες μπαλάντες από τον «Ασυμβίβαστο», αλλά τον πιο τραχύ, τον ρoκ Παύλο, που κατέγραφε βιώματα με αφοπλιστική ειλικρίνεια και πρωτόγνωρο βάθος. – Τι σας τράβηξε περισσότερο στη ζωή του; Η.Κ.: Οι αντιφάσεις του. Ήταν αστός και ταυτόχρονα «του δρόμου», διανοούμενος αλλά και «αλήτης», σίγουρος για τον εαυτό του και την ίδια στιγμή ανασφαλής. Ένας άνθρωπος ευγενής, που όμως γινόταν σκληρός και απότομος, γενναιόδωρος με τους συνεργάτες του, αλλά απόλυτα προστατευτικός με το έργο του. Ο Παύλος εμπεριείχε τα άκρα: το φως και το σκοτάδι, τη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή. Κ.Σ.: Όλη η πορεία του και η προσπάθειά του να πετύχει αυτό που αγαπούσε παρά τις δυσκολίες και τις κακές επιλογές με γοητεύει και είναι κάτι που, νομίζω, αγγίζει πολύ κόσμο. – Πώς προσεγγίσατε έναν τόσο σύνθετο και αντιφατικό χαρακτήρα; Η.Κ.: Με τεράστια προσοχή, ώστε ο Παύλος να μην «αγιοποιηθεί», αλλά και σε καμία περίπτωση να μη διολισθήσει η ιστορία του στον εύκολο κιτρινισμό της κλειδαρότρυπας. Ήταν μια εύθραυστη ισορροπία, καθώς έπρεπε να αποτυπωθούν τα γεγονότα με ευθύτητα και τιμιότητα, αποφεύγοντας όμως τους φτηνούς εντυπωσιασμούς στις σκοτεινές του στιγμές, ιδίως σε ό,τι αφορούσε τη χρήση και τις συνέπειές της. – Τι ανακαλύψατε για εκείνον που δεν ξέρατε πριν; Κ.Σ.: Η μουσική του έχει μια ζωντάνια και μια νοσταλγία, μου δίνει την εντύπωση πως σαν να ήξερε τι θα ακολουθούσε. Ακούγοντας τα τραγούδια του ξανά όσο σχεδίαζα, θυμήθηκα κάποια που είχα ξεχάσει ή δεν τους είχα δώσει πολλή σημασία παλιότερα και μου φάνηκε σαν να καθρεφτίζουν την κάθε περίοδο της ζωής του όταν τα έγραφε. Η.Κ.: Έμαθα πολλά κατά τη διάρκεια της διετούς έρευνας που προηγήθηκε της συγγραφής. Αυτό όμως που δεν ήξερα και με άγγιξε περισσότερο είναι κάτι που έχει πει ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο αγαπημένος του «θείος Νώντας»: ότι ο Παύλος ήταν καλοπροαίρετος με όλους, είχε μια σχεδόν παιδική αθωότητα. Μπορεί να ήταν ένας ευφυέστατος άνθρωπος, αλλά σε ορισμένα πράγματα παρέμενε αθώος, σαν μικρό παιδί. – Υπάρχουν φανταστικά ή συμβολικά στοιχεία στο κόμικ; Η.Κ.: Σαφέστατα. Ο αφηγητής στο κόμικ δεν είναι ο ίδιος ο Παύλος, παρόλο που έχει τη μορφή του. Είναι η «ηχώ» του, το απόσταγμα όσων έγραψε, είπε και άφησε πίσω του, και ταυτόχρονα το σύνολο των (συχνά αντιφατικών) αναμνήσεων όσων τον έζησαν. Αναμνήσεις που διαμορφώθηκαν από επιλογή ή από τη συγκυρία. Παράλληλα, ο αναγνώστης θα συναντήσει κάποιες ονειρικές σεκάνς με έντονο το στοιχείο του συμβολισμού. Κ.Σ.: Στις σελίδες της ιστορίας μας συναντάμε πολλούς διαφορετικούς Παύλους, μικρά πορτρέτα στα οποία προσπαθώ να αποτυπώσω τα συναισθήματα της στιγμής, τη διαρκή αλλαγή του στο πέρασμα του χρόνου. Αυτό γίνεται μέσα από το χρώμα και τη χρήση του ασπρόμαυρου σε σημεία, με έντονες γραμμές και τον κατακερματισμό της σελίδας σε μικρότερα καρέ, δίνοντας έμφαση σε στοιχεία όπως τα μάτια, η απουσία φόντου και οι σκιές. – Πώς διαχειριστήκατε τις πιο «σκοτεινές» πλευρές της ζωής του; Προσεγγίσαμε την ιστορία του Παύλου με σεβασμό και αγάπη προς το πρόσωπό του. Σχεδιαστικά δόθηκε μορφή και «ήχος» στα σιωπηλά καρέ, ενώ τόσο σεναριακά όσο και σχεδιαστικά αποφύγαμε το στοιχείο του σοκ ή τις υπερβολικά δραματικές απεικονίσεις. Προτιμήσαμε τα πράγματα περισσότερο να υπονοούνται παρά να επιδεικνύονται. – Υπήρξαν στιγμές που διστάσατε να συμπεριλάβετε κάτι; Κ.Σ.: Είχαμε πει από την πρώτη μας συζήτηση ήδη με τον Ηλία και τον Λεωκράτη, όταν ακόμα φανταζόμασταν πώς θα είναι το τελικό αποτέλεσμα του κόμικ, ότι δεν θέλαμε να τονίσουμε τα σκοτάδια αλλά περισσότερο τις φωτεινές στιγμές του Παύλου. Φυσικά δεν κάναμε αγιογραφία, ούτε παραλείψαμε τις εξαρτήσεις και την πτώση του. Η προσέγγισή μας όμως έγινε με βάση την καλλιτεχνική του πορεία και το έργο του. Προσωπικά, θεωρώ πολύ άδικο να συνδέεται το όνομά του με τα ναρκωτικά και το περιθώριο και να ξεχνάμε το ταλέντο του και την τεράστια σημασία και επιρροή του στον χώρο. Η.Κ.: Ό,τι έμεινε εκτός ήταν οτιδήποτε θα αποτελούσε «βούτυρο στο ψωμί» των θιασωτών του κιτρινισμού. Για παράδειγμα, δεν χρειάζεται να δείξεις έναν μεθυσμένο ή «πιωμένο» frontman επί σκηνής να φέρνει σε απίστευτα δύσκολη θέση την μπάντα του. Είναι φτηνό και οριακά ασεβές. Προτιμήσαμε να δείξουμε τις συνέπειες και το στίγμα της επερχόμενης πτώσης με άλλον τρόπο. Είναι καθαρά θέμα αισθητικής. – Πόσο επηρεάστηκες στο σχεδιαστικό κομμάτι από την αισθητική της εποχής στην οποία έδρασε; Κ.Σ.: Θεωρώ πως το κόμικ μας δεν είναι απλώς μια ροκ βιογραφία αλλά περισσότερο η απεικόνιση μιας εποχής και ενός ανθρώπου που μουσικά την καθόρισε όσο λίγοι. Καθώς η ιστορία μας εκτείνεται στο πέρασμα των δεκαετιών, κάθε σκηνή έχει στοιχεία που παραπέμπουν σε καθεμιά από αυτές. Σχεδίασα κτίρια και γωνιές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης του ’70, τα ρούχα των μουσικών με τις καμπάνες και τα τζιν να κυριαρχούν, τα μαλλιά και τα μουστάκια με τα χαρακτηριστικά στοιχεία της εποχής. Αυτό που μου άρεσε ιδιαίτερα ήταν που ξανασχεδίασα αφίσες και εξώφυλλα δίσκων που κυκλοφόρησαν τότε. Δεν με ενδιαφέρει να τα αποτυπώσω φωτογραφικά αλλά να δίνουν την εικόνα και την ατμόσφαιρα της εποχής, γι’ αυτό κάποιες φορές τα παραλλάσσω και τα αποδίδω με τον δικό μου τρόπο ώστε να ταιριάζουν καλύτερα στη ροή της ιστορίας. – Αν ζούσε σήμερα, πώς φαντάζεστε ότι θα ήταν; Η.Κ.: Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν, ξέρω όμως ότι θα ήθελα το happy end που στερήθηκε. Θα ήθελα έναν Παύλο απεξαρτημένο, που θα ζούσε για να δει την προσφορά του να αναγνωρίζεται, έναν Παύλο με τους δαίμονές του υπό έλεγχο, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε πως δεν θα ήταν τόσο δημιουργικός όσο πριν. Κ.Σ.: Mα ζει, είναι παρών μέσα από τα τραγούδια και τους στίχους του, που μοιάζουν να σχολιάζουν όσα ζούμε και συμβαίνουν μέχρι και σήμερα, δεν έφυγε ποτέ με κάποιον τρόπο. Αυτή η διαχρονικότητά του είναι που τον κάνει κλασικό και προσιτό παράλληλα. – Υπάρχουν συγκεκριμένα τραγούδια που ενέπνευσαν σκηνές; Κ.Σ.: Όσο σχεδίαζα, άκουγα και τα τραγούδια της περιόδου στην οποία αναφέρεται η κάθε σκηνή. Σίγουρα, έστω και υποσυνείδητα, επηρέασαν το αποτέλεσμα. Η.Κ.: Αν και δεν ενέπνευσαν άμεσα συγκεκριμένες σκηνές, αποσπάσματα από τα τραγούδια και τους στίχους του – μην ξεχνάμε ότι ο Παύλος υπήρξε και εξαιρετικός ποιητής – έχουν ενταχθεί στην αφήγηση. – Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο σε όλη τη δημιουργία του κόμικ; Η.Κ.: Με τον Λεωκράτη πήραμε πολλές συνεντεύξεις από συνεργάτες και οικείους του. Υπήρχαν όμως άνθρωποι που δεν ήθελαν ούτε να κατονομαστούν ούτε να «φωτογραφηθούν» μέσα από τα γεγονότα. Χρειάστηκε να επιστρατεύσω διάφορα σεναριακά ευρήματα ώστε να σεβαστούμε την επιθυμία τους, χωρίς όμως να αποσιωπήσουμε το αποτύπωμα που άφησαν στη ζωή του Παύλου. Πιστεύω ότι το εύρημα στο οποίο καταλήξαμε πετυχαίνει αυτή την ισορροπία. Κ.Σ.: Πολλές φορές σχεδίασα κάποια καρέ ή πρόσωπα ξανά και ξανά. Καθώς μιλάμε για κόμικ και όχι ρεαλιστική απεικόνιση ή προσωπογραφίες, με ενδιέφερε περισσότερο να αποτυπώσω την παρουσία των προσώπων στον χώρο, τα συναισθήματα και τη σχέση μεταξύ τους και όχι τόσο να πετύχω την ομοιότητα ή τη φωτογραφική τους απεικόνιση. Τα πιο δύσκολα ήταν ίσως τα σημεία όπου πολλά πρόσωπα έπρεπε να συνυπάρχουν ή να μιλάνε σε μια σειρά καρέ ή στην ίδια σελίδα. Προσπάθησα να το κάνω όσο πιο δημιουργικό και διασκεδαστικό γίνεται ώστε να φαίνεται αυθόρμητο και φυσικό το αποτέλεσμα. Ελπίζω να τα κατάφερα και να σας αρέσει. Το «Εν Κατακλείδι» κυκλοφορεί στις 17 Μαΐου από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- παύλος σιδηρόπουλος
- εν κατακλείδι
- (and 5 more)
-
Στο φεστιβάλ Comicdom Con Athens παρουσιάζεται έκθεση και γκράφικ νόβελ, σχεδιασμένο από τον σκιτσογράφο των «ΝΕΩΝ» Κώστα Σκλαβενίτη. Το Comicdom Con Athens, η μεγάλη γιορτή των κόμικς, της εικονογράφησης, του animation και των επιτραπέζιων παιχνιδιών επιστρέφει από 15 έως 17 Μαΐου, μετατρέποντας την Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων σ’ ένα πολύχρωμο σταυροδρόμι ιστοριών, φαντασίας και δημιουργών. Στην 20ή, επετειακή της χρονιά, η διοργάνωση φιλοξενεί τον συνδημιουργό του εμβληματικού «V for Vendetta» Ντέιβιντ Λόιντ, εκθέσεις, ντοκιμαντέρ για τον θρυλικό Μίλο Μανάρα και περισσότερους από 200 διεθνείς και εγχώριους καλλιτέχνες με νέες κυκλοφορίες κόμικς σ’ ένα πρόγραμμα δράσεων με ελεύθερη είσοδο. Ανάμεσα σε ήρωες που γεννιούνται από μελάνι και έμπνευση, ξεχωρίζει μια σκιτσαρισμένη φιγούρα όχι επειδή φοράει κάποια στολή αλλά επειδή κουβαλάει μνήμη. Είναι ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο «πρίγκιπας» της ελληνικής ροκ, πρωταγωνιστής της έκθεσης «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν κατακλείδι» που στήνεται στο Comicdom με αφορμή την κυκλοφορία του ομώνυμου graphic novel από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως σε σενάριο Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και σχέδιο Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη. Στην έκθεση σε επιμέλεια Γαβριήλ Τομπαλίδη επιχειρείται ένα οπτικό ταξίδι στη ζωή και το έργο του τραγουδιστή μέσα από εικονογραφήσεις, καρέ και προσχέδια της επικείμενης έκδοσης. ΜΕ ΣΕΒΑΣΜΟ «Ο Παύλος Σιδηρόπουλος είναι μια προσωπικότητα με μεγάλο βάρος. Κουβαλάει μια ολόκληρη εποχή. Είναι η ιστορία της ελληνικής ροκ. Εμείς τον προσεγγίσαμε με πολύ σεβασμό, χωρίς να θίξουμε όσα δεν πρέπει, σε συνεννόηση πάντα με την αδελφή του, η οποία έχει τη διαχείριση των δικαιωμάτων του», αναφέρει στα «Πρόσωπα» ο σκιτσογράφος των «ΝΕΩΝ» Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που έχει ετοιμάσει τα σχέδια του κόμικ. Αξιοποιώντας ο ίδιος το πλούσιο αρχειακό υλικό και τα στοιχεία που συγκέντρωσε με την έρευνά του ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, μετέτρεψε ντοκουμέντα, μαρτυρίες και προσωπικές σημειώσεις σε μια συνεκτική εικαστική αφήγηση. «Η πρόκληση ήταν να μείνω όσο πιο πιστός γίνεται στην πραγματικότητα, αλλά να δώσω τα πάντα μέσα από το δικό μου στυλ. Δεν ήθελα να κάνω μια φωτογραφική αποτύπωση αλλά ένα κόμικ που να είναι στο ύφος μου», υπογραμμίζει ο σκιτσογράφος. Για να αποδοθεί με ακρίβεια η πορεία και η προσωπικότητα του Παύλου Σιδηρόπουλου, ο εικονογράφος χρειάστηκε να δημιουργήσει περισσότερα από 500 σκίτσα μέσα σε οκτώ μήνες, τα οποία ντύθηκαν με το σενάριο. «Η ιστορία ξεκινάει από τη δεκαετία του 1960 και καταλήγει στο 1990. Σε όλο αυτό το διάστημα αλλάζουν τα πρόσωπα, ο Παύλος περνάει σε διαφορετικές φάσεις, ακόμα κι εμφανισιακά και μεταβάλλεται το σκηνικό. Επειδή δείχνουμε τοπία κάθε εποχής σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, βασίστηκα σε εικόνες των κτιρίων ή των διάφορων σημείων ώστε να είμαστε όσο πιο πιστοί γίνεται και να φαίνεται η ατμόσφαιρα. Δώσαμε έμφαση στο έργο του, το πώς γεννήθηκε ο δίσκος “Φλου”, πώς ήρθε σε επαφή με το συγκρότημα Σπυριδούλα, την ανταπόκριση που βρήκε το άλμπουμ στον κόσμο και τη μετέπειτα πορεία του με το άλλο συγκρότημα, τους Απροσάρμοστους. Όλο αυτό χωρίζεται σε 14 κεφάλαια όπου το καθένα είναι ένας σταθμός της ζωής του. Κάποια είναι πιο μικρά, πιο σύντομα, άλλα είναι εκτενέστερα. Σκοπός δεν ήταν να δείξουμε τόσο την καθημερινότητά του όσο τον καλλιτέχνη Παύλο Σιδηρόπουλο», τονίζει ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης. ΟΧΙ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ Μέσα από τα σκίτσα σε 100 σελίδες, ξεδιπλώνονται όλες οι πτυχές του τραγουδιστή, από τη δημιουργική του λάμψη μέχρι τις πιο σκοτεινές και αντιφατικές στιγμές του ώστε η εικόνα του να παραμείνει αληθινή, πλήρης και ανθρώπινη. «Θέλαμε να σεβαστούμε κάποια πράγματα αλλά όχι σε υπερβολικό βαθμό ώστε να κάνουμε αγιογραφία. Θέλαμε να είναι μια όμορφη ιστορία που να είναι ειλικρινής» υπογραμμίζει ο σκιτσογράφος. «Σκιτσάροντας χρησιμοποίησα το χαρακτηριστικό μου στυλ και το χρώμα το έκανα ψηφιακά. Αυτό που διαφοροποίησε εδώ τα σχέδια όμως, είναι ότι σε κάθε κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τη διαφορετική περίοδο της ζωής του, έχω χρησιμοποιήσει διαφορετικό χρώμα. Κάθε περίοδος έχει τη δική της απόχρωση η οποία εξαρτάται από τα συναισθήματα, την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Παύλος. Ξεκινάει πιο ατίθασος κι επαναστάτης και περνάει σε φάσεις πιο σκοτεινές και ρομαντικές, ανάλογα με το πώς εξελίσσεται η ιστορία. Προσπάθησα τα χρώματα να παίζουν με αυτό το μοτίβο. Έκανα, ωστόσο, δύο κεφάλαια πιο πειραματικά όπου δοκίμασα πράγματα που δεν τα κάνω συνήθως αλλά είναι εικονογραφικά. Το ένα εξ αυτών, δείχνει τις καταχρήσεις με σχέδια που παίζουν με το μαύρο και το άσπρο. Το άλλο έχει να κάνει με τις σχέσεις της ζωής του και μοιάζει με όνειρο», υπογραμμίζει ο εικαστικός δημιουργός του κόμικ. ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙΣ Μέσα από την παρατεταμένη ενασχόληση με τη ζωή και την πορεία του «διανοούμενου αλήτη» που σφράγισε με τη μουσική του τις καρδιές τόσων ροκάδων, ο σκιτσογράφος κατέληξε σε δικές του προσωπικές ανακαλύψεις που τον βοήθησαν να κατανοήσει βαθύτερα τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο, αναπτύσσοντας μια οικειότητα που τελικά διαμόρφωσε τον τρόπο που τον προσέγγισε. «Ανακάλυψα κάποια ποιήματά του που δεν τα είχα υπόψη μου. Ήξερα ότι έγραφε μόνος τα τραγούδια του αλλά στάθηκα στην ποιητικότητα που έχουν οι στίχοι του. Δεν είναι σαν τους υπόλοιπους ροκ στίχους, είναι λίγο πιο “ψαγμένοι”. Η ποίησή του είναι νομίζω πολύ σημαντική στο έργο του παρότι δεν της έχουμε δώσει πολλή σημασία. Υπάρχουν πολλά στοιχεία κρυμμένα εκεί, αναφορές στη ζωή αλλά και σε όσα τον απασχολούσαν», λέει ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης. «Μου άρεσε που δεν διαχώριζε τη ζωή από τη δουλειά του και κάπως σαν να τα ταύτιζε. Αυτό που έδειχνε ήταν πολύ αληθινό. Στις συναυλίες του εμφανιζόταν όπως κυκλοφορούσε στον δρόμο, μ’ ένα μπλουζάκι και το τσιγάρο στο χέρι, πολύ απλός, καθόλου δήθεν. Ήταν πολύ ειλικρινής κι αυτό περνάει στην ιστορία μας». Και το σχετικό link...
-
- 6
-
-
-
-
- παύλος σιδηρόπουλος
- εν κατακλείδι
- (and 4 more)
-
Δώδεκα αυτοτελή κομιξάκια από την τελευταία δεκαετία με τη σεναριακή υπογραφή του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου συγκεντρώνονται στη συλλογή «Μικρού Μήκους». «Δηλώσεις» της Ευγενίας Κουμάκη «Ως παιδί σχεδίαζα και, όπως έλεγαν όλοι, σχεδίαζα – μάλλον – καλά. Σύντομα όμως αντιλήφθηκα ότι το γεγονός πως σχεδίαζα ατελείωτες ώρες μέσα στην ημέρα δεν ήταν κάποιου είδους φυσική κλίση, παρά η αγάπη μου για την εικονογραφημένη αφήγηση. Κυρίως η ανάγκη μου να διηγηθώ ιστορίες μέσω αυτής. Όσο όμως κι αν δούλευα πάνω στο σχέδιό μου, δεν έβλεπα την πρόοδο εκείνη που θα μου έδινε τον απαραίτητο αέρα για να συνεχίσω να προσπαθώ. […] Εν τέλει ο λόγος, η αφήγηση και το χτίσιμο των κόσμων θα αποτελούσαν το μέσο για να δώσω διέξοδο στη φαντασία, τις προσλαμβάνουσες, τις αρχές και τη ματιά μου στη ζωή». Έτσι ξεκινάει το προλογικό σημείωμα του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου στη νέα δουλειά του με τίτλο «Μικρού Μήκους», που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις του Κάμπου και την Comicdom Press. Πρόκειται για μια συλλογή από 12 κομιξάκια έκτασης από 1 έως 3 σελίδες, τα οποία υπογράφει ο ίδιος ως σεναριογράφος. Είναι αδύνατον να κινείσαι ως επαγγελματίας ή ως φαν στην ελληνική σκηνή κόμικς και να μην έχεις πέσει πάνω στο όνομα του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου. Και αυτό γιατί είναι ένας από τους τέσσερις «γονείς» – δηλαδή συν-ιδρυτές και συν-διοργανωτές – του Comicdom CON Athens, του μεγαλύτερου και μακροβιότερου φεστιβάλ κόμικς στην Ελλάδα, καθώς επίσης και ο εκδότης της Comicdom Press. Εκτός αυτών (και πολλών άλλων) είναι και σεναριογράφος κόμικς, έχοντας γράψει στο παρελθόν αρκετά σενάρια που εικονογράφησαν γνωστοί εγχώριοι δημιουργοί. Ενδεικτικά: η 4τευχη σειρά κόμικς «Σύνδρομο», η συλλογή ιστοριών «Μαύρο Φως», το «Αστικό Κενό» και «Τα Ενήλικα – Κωμικοτραγικόμιξ 18+», ενώ έχει διασκευάσει σε γκράφικ νόβελ και το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου «Η Κερένια Κούκλα». «Πώς φτάσαμε εδώ;» της Βάλιας Καπάδαη και το εξώφυλλο της έκδοσης. Οι 12 αυτοτελείς ιστορίες κόμικς «Μικρού Μήκους» είναι η πιο πρόσφατη δουλειά με την υπογραφή του Κατιρτζιγιανόγλου, όπου η σεναριακή γραφή του παίρνει «σάρκα και οστά» από δώδεκα επαγγελματίες των κόμικς. Είναι ο καρπός της «συνάντησης» του Ηλία, από το 2014 μέχρι το 2025, με 11 καλλιτέχν(ιδ)ες, οι οποίοι/ες ανέλαβαν να μετατρέψουν τις αφηγήσεις του σε εικονογραφηγήσεις, ο καθένας και η καθεμία με το δικό του/της ιδιαίτερο αισθητικό ύφος. Όπως ο Φώτης Τσελεπατιώτης, που έδωσε μορφή σε ένα κείμενο εμπνευσμένο από χιπ χοπ κομμάτι ή ο Δημήτρης Γαβαλάς που εικονοποίησε την τρυφερή ιστορία «Κραταιά ως θάνατος, αγάπη» που αναφέρεται σε μια διευρυμένη έννοια της οικογένειας. «Ο εχθρός εντός» διά χειρός Άρη Λάμπου μιλάει για την κατάθλιψη, ενώ η Μαρία Όλια Ντακογιάννη περιγράφει μια σκηνή συνάντησης δύο γνώριμων «απ’ τα παλιά», των οποίων οι εκφράσεις και η «γλώσσα» του σώματος λένε περισσότερα απ’ όσα αποκαλύπτουν τα χείλη τους. Με τη σκοτεινή του τεχνοτροπία, ο Χρήστος Μαρτίνης αποδίδει μια διαφορετική ανάγνωση της «Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας» του Ντίκενς και η παραμυθένια τεχνική του Αποστόλη Ιωάννου αποδομεί τον μύθο των «αυτοδημιούργητων». Στη συνέχεια, η Ευγενία Κουμάκη σκιαγραφεί πέντε ανθρωπότυπους που αντιστοιχούν σε πέντε ανάλογες «Δηλώσεις», αλλά και το «δώρο» της οικολογικής καταστροφής που κληροδοτούμε στις επόμενες γενιές, και η Βάλια Καπάδαη βάζει τους ήρωες της ζοφερής προηγούμενης δεκαετίας της κρίσης να αναρωτιούνται «Πώς φτάσαμε εδώ;». «Στη Λέρο υπάρχει μια εκκλησία» της οποίας ο τρούλος δεν διαθέτει σταυρό – και τον λόγο αναλαμβάνει να μας τον εξηγήσει ο Γαβριήλ Τομπαλίδης, ενώ το κλασικών προτύπων σχέδιο του Παναγιώτη Τσαούση μιλάει για την παρανόηση του μύθου της Κασσάνδρας. Τέλος, ο Γιώργος Δουτσιόπουλος εικονογραφεί άψογα τον «Τέταρτο Τοίχο» με το υπέροχο σχέδιο και την παλέτα του. «...θα ήμουν για πάντα ένας εικονογράφος που τελικά δεν υπήρξε, κι οι εικονογράφοι θα ήταν για μένα το άλλο μου μισό», σημειώνει τρυφερά ο Ηλίας για τις συνεργασίες του με τα άτομα τα οποία εικονοποίησαν εκείνα τα οποία είχε στο μυαλό του. Συμπληρώνοντας ότι «όποτε βλέπω μια ιστορία μου εικονογραφημένη, η ευγνωμοσύνη μου στον καλλιτέχνη που της έδωσε εικόνα και μορφή δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια». Ας μας επιτραπεί να σχολιάσουμε ότι η ευγνωμοσύνη των εικονογράφων προς την πολύτιμη γραφή του σεναριογράφου είναι αμοιβαία, καθώς ποτέ, μα ποτέ, ένα καλό σχέδιο δεν «σώζει» μια κακή ιστορία, αλλά πάντα μια καλή ιστορία μάς κάνει να παρακάμπτουμε ένα αδύναμο και ατελές σχέδιο. Και ας παραδεχτούμε ότι κάθε σεναριογράφος, είτε στα μεγαλόπνοα γκράφικ νόβελ είτε στα «μικρού μήκους κομιξάκια», δεν μπορεί παρά να κερδίζει τον σεβασμό καλλιτεχνών και αναγνωστών με την αναγνώριση της ιδιότητάς του ως ισότιμου δημιουργού κόμικς. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
- ηλίας κατιρτζιγιανόγλου
- comicdom press
- (and 2 more)
-
Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου είναι συνδιοργανωτής του Comicdom Con Athens, του μακροβιότερου φεστιβάλ κόμικς στη χώρα μας, συνιδρυτής της Comicdom Press και του Ψηφιακού Μουσείου Κόμικς, δημοσιογράφος κ.ά. Είναι όμως και ένας σπουδαίος σεναριογράφος, καθώς τα έργα του όπως η τετράτευχη σειρά «Σύνδρομο» σε σχέδια Λευτέρη Μαυρογιάννη, Χρήστου Μαρτίνη, Γιάννη Ρουμπούλια, Αλέξιας Οθωναίου και Γαβριήλ Τομπαλίδη, το «Σύνδρομο: Η αρχή είναι το τέλος» σε σχέδια του Χρήστου Μαρτίνη, το «Μαύρο φως» σε σχέδια του Αρη Λάμπου, το «Αστικό κενό» σε σχέδια του Aldo Shabani και η διασκευή σε κόμικς της «Κερένιας κούκλας» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου σε σχέδια του Γιώργου Τσιαμάντα, συνοψίζουν τη μεγάλη του εμπειρία στα κόμικς και την ικανότητά του στην αφήγηση ολοκληρωμένων ιστοριών. Από την άλλη ο Φώτης Τσελεπατιώτης, με σχέδια που παραπέμπουν στη χρυσή εποχή των ασπρόμαυρων undergoround comix, έχει φιλοτεχνήσει μια σειρά από σπουδαίες αυτοεκδόσεις όπως οι «Τζόνυ Τέσλα Μπιγκίνς», «Γκοτζίλα Vs Κιμ Γιονγκ Ουν», «Άρρωστα Μίκυ Μάου», έχει κάνει τα σχέδια στον «Πετεινό» σε σενάριο του Μέλανδρου Γκανά και συνεργάζεται στο περιοδικό «Πέχρα». Οι δυο τους συνεργάστηκαν και συνδημιούργησαν μια συλλογή πέντε ιστοριών με τίτλο «Τα ενήλικα» και διευκρινιστικό υπότιτλο «Κωμικοτραγικόμιξ 18+» που αναφέρεται στο target group στο οποίο απευθύνεται, ενώ κλείνει το μάτι στον έξυπνο νεολογισμό «A Family Tragicomic», του υποτίτλου της Alison Bechdel για το έργο της «Fun Home» (στα ελληνικά: Το Θανατάδικο). Το πιο ενδιαφέρον και γοητευτικό, κοινό χαρακτηριστικό των πέντε ιστοριών είναι ότι σε καθεμιά «από αλλού ξεκινάς, αλλού σε πάει, αλλού σε βγάζει στο τέλος και όλα αυτά με έξυπνο καυστικό σενάριο και με περίτεχνους οπτικούς τρόπους» συνδυάζοντας «δράμα, έγκλημα, μέχρι γέλιο», όπως επισημαίνει ο Μέλανδρος Γκανάς στον πρόλογό του. Και πράγματι, οι πέντε ιστορίες («Hamsterx», «Κουμπαριές», «Ο Μακαρίτης», «Κοίτα πώς τα κάνατε», «Το Coming Out») καταλήγουν σε μικρές τραγωδίες που προκύπτουν μέσα από παρεξηγήσεις πλημμυρισμένες από μαύρο χιούμορ, από αλαζονικές και κακοποιητικές συμπεριφορές, από τη μανία της επιβεβαίωσης μέσω της ταπείνωσης και του εξευτελισμού του άλλου, από την εκδίκηση και τον ναρκισσισμό. Συνθέτοντας ένα μωσαϊκό από γνώριμες σε όλους και όλες περιπέτειες αστικής παράνοιας, με τις οποίες γελάμε μέχρι να συνειδητοποιήσουμε ότι θα μπορούσαμε να είμαστε οι πρωταγωνιστές τους. Αν δεν είμαστε ήδη. Και το σχετικό link...
-
- 1
-
-
- τα ενήλικα
- ηλίας κατιρτζιγιανόγλου
- (and 3 more)
-
Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Ηλίας Κυριαζής, Μάνος Λαγουβάρδος και Κώστας Φραγκιαδάκης μιλούν για ένα από τα σημαντικότερα έργα της 9ης τέχνης. Το Camelot 3000 δεν φέρει τυχαία τον τίτλο ενός τα σημαντικότερα έργα της 9ης Τέχνης. Το συγκλονιστικό έργο των καταξιωμένων δημιουργών Μπράιαν Μπόλαντ και Μάικ Μπαρ αγαπήθηκε σε όλο το κόσμο, αλλά και στη χώρα μας αποτελεί έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους τίτλους κόμικς. Αποτελεί μια ιστορική στιγμή των κόμικς, αφού – όντας το πρώτο maxi-series και το πρώτο κόμικς με αναφορά σε ενήλικο κοινό της DC – άνοιξε τον δρόμο για την έκδοση των τεράστιων Watchmen και The Sandman. Όπως αναφέρει και το Comicdom: «Το Camelot 3000 είναι απλά μνημειώδες». Για αιώνες, η θρυλική φιγούρα του Βασιλιά Αρθούρου χρησίμευε σαν λαμπρό παράδειγμα δικαιοσύνης και ηθικής – η προσωποποίηση της ιπποσύνης που ταπεινώθηκε από την προδοσία της Βασίλισσάς του και του πιο στενού του φίλου. Και παρόλο που αναπαύθηκε για πάνω από χίλια χρόνια, ψιθυριζόταν από καιρό πως, στην πιο σκοτεινή ώρα της Αγγλίας, ο Αρθούρος θα επιστρέψει και πάλι για να σώσει τον λαό του από την καταστροφή. Τώρα, αυτή η ώρα έφτασε – όχι μόνο για την Αγγλία, αλλά για ολόκληρη τη Γη! Οι Εκδόσεις Μικρός Ήρως εκδίδουν μία συλλεκτική έκδοση αυτού του τόσο σπουδαίου έργου. Σε αυτή περιέχονται και τα 12 τεύχη της θρυλικής σειράς, συμπεριλαμβανομένου και του λογοκριμένου υλικού από την πρωτότυπη έκδοση, δημοσιεύοντας έτσι το πλήρες όραμα των δύο δημιουργών. Το Reader μίλησε με τέσσερις κομίστες (Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Ηλίας Κυριαζής, Μάνο Λαγουβάρδο και Κώστας Φραγκιαδάκης) για τη σημασία του συγκεκριμένου έργου και τους λόγους που είναι τόσο σημαντικό στον κανόνα της τέχνης τους. Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου Ως λάτρης των κόμικς, αλλά και του αρχετυπικού μύθου του Αρθούρου, το Camelot 3000 δεν θα μπορούσε παρά να είναι ένα από τα πλέον αγαπημένα μου comics. Οι λόγοι, πολλοί: …για τη συναρπαστική αντίθεση της παρουσίας των μυθικών αυτών χαρακτήρων στο 3000 μ.Χ. …για τη μαεστρία του Mike Barr να αναδεικνύει τους πολύπλοκους και καταστροφικούς δεσμούς που δένουν τους χαρακτήρες μεταξύ τους. …για το – χειρουργικής ακρίβειας – πάντρεμα της μεσαιωνικής μυθολογίας και της διαστημικής όπερας. …για το εξαίσιο σχέδιο του Brian Bolland, τόσο στο εσωτερικό του κόμικ, όσο και στα εντυπωσιακά εξώφυλλά του (γεγονός καθόλου τυχαίο, μια και πρόκειται για έναν εκ των σπουδαιότερων cover artists). …για τα – σφύζοντα από ζωή και δυναμισμό – panels του Bolland, με τα εξαιρετικά λεπτομερή backgrounds του και τις – συγκλονιστικής ανατομίας – φιγούρες των ηρώων. …για τις άψογα σκηνοθετημένες σκηνές δράσης. …για τις τολμηρές (για τα δεδομένα της εποχής) ερωτικές σκηνές, αλλά και για τον παιδευτικό τρόπο με τον οποίο ο Barr αποτύπωσε το ζήτημα της δυσφορίας φύλου, σε μία εποχή που τέτοιου είδους «ευαισθησίες» ήταν είτε σπάνιες είτε ανύπαρκτες. Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος για την πρωτοβουλία των εκδόσεων Μικρός Ήρως να συστήσουν στις νέες γενιές αναγνωστών αυτό το μνημειώδες κόμικ, και να δώσουν την ευκαιρία σε εμάς τους υπόλοιπους να το απολαύσουμε για πρώτη φορά ολοκληρωμένο στα ελληνικά, μαζί με τις δύο σελίδες που λογοκρίθηκαν το 1985 ως ιδιαίτερα τολμηρές. Ηλίας Κυριαζής Δεν θέλω να μιλήσω για το Camelot 3000 με γνώμονα τη νοσταλγία. Θα είναι δύσκολο να το αποφύγω γιατί όσους το γνωρίσαμε από την πρώτη ελληνική έκδοση στα 80s, μας βάρεσε κατακούτελα με το πόσο πιο μπροστά ήταν από οτιδήποτε άλλο κυκλοφορούσε στα περίπτερα, αλλά θα το αδικούσα έτσι. Είτε τότε είτε τώρα πρόκειται για ένα πανέμορφο κόμικς. Ο Brian Bolland είναι από τους κορυφαίους σχεδιαστές που έχουμε στο χώρο και αυτή είναι μια από της καλύτερες στιγμές του. 10/10, no notes και επιτέλους να έχουμε και μια ελληνική έκδοση χωρίς κομμένες σελίδες. Μάνος Λαγουβάρδος Ανάμεσα στον Αστερίξ και τα άλλα χιουμοριστικά άλμπουμ που είχα σαν παιδί στη βιβλιοθήκη μου, ήταν κάπου κρυμμένα και τα πρώτα τεύχη του Camelot 3000. Το σκοτεινό εξώφυλλο με τη γραμματοσειρά του τίτλου, το κλασσικό σχέδιο του Αρθούρου στο διαστημικό περιβάλλον και το σκοτεινό, ώριμο σενάριο του, με έκανε να το ξεχωρίσω από τα υπόλοιπα, «μωρουδιακά» κόμικς που διέθετα τότε (και η Μοργκάνα Λε Φέι – αχ!). «This is serious shit», θα έλεγα αν ήξερα να μιλάω έτσι σαν μικρό παιδί. Συνιστώ αυτό το κόμικ σε όλους, ειδικά τώρα που είναι συγκεντρωμένο σε έναν ολοκληρωμένο τόμο. Και όχι, δεν το λέω επειδή φοράω τα rose tinted γυαλιά της νοσταλγίας. Εδώ έχουμε Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης στο Διάστημα! Έχουμε Brian Bolland στο σχέδιο και Mike W. Barr στο σενάριο! Είναι ένα διαχρονικά καλό κόμικ, τελεία και παύλα. Κώστας Φραγκιαδάκης Στο Camelot 3000 ο συγγραφέας Μike W. Barr καταφέρνει με ανεπανάληπτη μαεστρία να συνθέσει μια περιπέτεια, που κυριολεκτικά περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για να δημιουργηθεί ένα από τα κλασικότερα κόμικς όλων των εποχών. Ο Barr ουσιαστικά κάνει κάτι εξαιρετικά απλό: Παίρνει μια ιστορία που σχεδόν όλος ο κόσμος γνωρίζει λίγο ή πολύ (τον μύθο του Βασιλιά Αρθούρου και της Στρογγυλής Τράπεζας του Κάμελοτ), και τον «μεταφέρει» σε μια μελλοντική εποχή. Έτσι, στα ξαφνικά μυθολογικοί ήρωες του παρελθόντος πρέπει να σώσουν την Γη του μέλλοντος! Σε συνδυασμό με τις αξεπέραστες καθαρές γραμμές του ρεαλιστικού σχεδίου του σχεδιαστή Βrian Bolland, στο Camelot 3000 o αναγνώστης θα βρει κυριολεκτικά τα πάντα: Sci-fiction δράση, εξωγήινους, sword & sorcery, μάγους και ήρωες με πάθη και ελαττώματα, πανέμορφες γυναίκες, το Εξκάλιμπερ και τον βράχο του, την Κυρά της λίμνης, το ιερό Δισκοπότηρο, ακόμη και το ερωτικό τρίγωνο του Αρθούρου με την βασίλισσά του και τον πρώτο του ιππότη τον Λάνσελοτ. Όμως η πραγματική αξία σε αυτό το έπος των 12 τευχών είναι το πως τα μεγαλύτερα ζητήματα της ζωής όπως ο έρωτας, η φιλία, η προδοσία, το καθήκον, η τιμή, η αυτοθυσία και ακόμη και η θρησκεία, αναπτύσσονται και προσφέρονται στον αναγνώστη αβίαστα με μια ροή που όχι απλά δεν κουράζει, αλλά αντίθετα ξεδιπλώνεται με χάρη και απλότητα σε μια ιστορία που δεν μοιάζει να είναι τίποτε άλλο από ένα απλό παραμύθι για μικρά παιδιά. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται όλη η μαγική του αξία! Και το σχετικό link...
-
- 8
-
-
- camelot 3000
- μπράιαν μπόλαντ
- (and 8 more)
-
Ο δημοσιογράφος του Star μιλάει για τη metal και τα κόμικς που σχεδιάζει. Αυτό που κάνει τον Άρη να ξεχωρίζει, εκτός από την εργατικότητα και την αφοσίωση του να φέρνει εις πέρας κάθε δημοσιογραφική αποστολή, είναι η άλλη του πλευρά, η γεμάτη ευαισθησίες, την οποία και θαυμάζω. Και βέβαια οι καλλιτεχνικές του ευαισθησίες είναι αυτές που σφραγίζουν τον χαρακτήρα του. Σχεδιάζει και γράφει σενάρια για κόμικς, τραγουδάει σε μέταλ συγκροτήματα κι όλα αυτά καλύπτοντας ταυτόχρονα την επικαιρότητα πάντα στην πρώτη γραμμή. Πάμε να γνωρίσουμε τον καλλιτέχνη Άρη Λάμπο. – Πότε ξεκίνησες να σχεδιάζεις το πρώτο σου comic; Τι ήταν αυτό που σε κέντρισε; Το πρώτο μου κόμικ το ξεκίνησα το καλοκαίρι της πρώτης γυμνασίου στην κατασκήνωση. Ούτε που θυμάμαι πόσων ετών ήμουν. Μέχρι τότε διάβαζα τα κλασσικά Λούκυ Λουκ, Αστερίξ και Μίκυ Μάους. Όμως τότε ήταν που ήρθα σε επαφή με τους υπερήρωες της Μάρβελ. Σπάιντερμαν κλπ. Οπότε ήθελα να φτιάξω (όπως τα περισσότερα παιδιά υποθέτω) τον δικό μου υπερήρωα. Ήταν κάτι ανάμεσα σε Hulk με Spider Man και τον έλεγαν Chemi Man επειδή έπεσε σε χημικά και απέκτησε δυνάμεις. Τότε μου φαινόταν τρομερή ιδέα. Ευτυχώς μεγάλωσα! Πάντα σχεδίαζα, ωστόσο δεν είχα μπει ποτέ στη διαδικασία να φτιάξω κόμιξ. Αυτό που με κέντρισε ήταν, εκτός από τα κόμιξ της Marvel, ένας heavy metal δίσκος που άκουγα πολύ τότε με το όνομα Chemical Wedding και ήθελα να φτιάξω τη δική μου ιστορία για αυτό που με ενέπνεε. Από τότε φαινόταν ότι τα Comics και το heavy metal θα ήταν για μένα έννοιες αναπόσπαστες... – Πώς προέκυψε η σειρά «Μεταλλάδες»; Αρχικά μου είχε έρθει η ιδέα να φτιάξω μια σειρά κινουμένων σχεδίων με αστείες ιστορίες στις οποίες να πρωταγωνιστούν οι οπαδοί του σκληρού ήχου. Ωστόσο επειδή η παραγωγή ενός τέτοιου εγχειρήματος είναι υπερβολικά σύνθετη και χρονοβόρα, δύο πολύ καλές μου φίλες με μεγάλη εμπειρία στα ελληνικά comics, η Μυρτώ και η Άννα Τριανταφύλλου, με συμβούλευσαν ότι το να κάνω κόμιξ θα ήταν πολύ πιο εφικτό. Είχα άλλωστε περισσότερη εμπειρία στα strips. Οπότε τις ευχαριστώ που μου άνοιξαν τα μάτια. Εκείνη την εποχή η ION «έτρεχε» το SoComic όπου φιλοξενούσε αρκετούς καλλιτέχνες. Επικοινώνησα τη δουλειά μου στην «ψυχή» του SoComic, τη Ντορίτα Καλούδη, και τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Κάθε Πέμπτη δημοσίευα τους «Μεταλλάδες» για πάνω από 3 χρόνια με το moto «Πέμπτη η μέρα του Θωρ». Πέμπτη δηλαδή Thursday, που προέρχεται από το Thor 's Day, και ο Θωρ ο θεός του κεραυνού στη σκανδιναβική μυθολογία είναι «σύμβολο» για τους απανταχού μεταλλάδες. Έτσι ξεκίνησε η διαδικτυακή σειρά και στη συνέχεια με πρωτοβουλία του Λευτέρη Σταυριανού, υπεύθυνου των εκδόσεων Jemma Press, είχαμε το πρώτο τεύχος στα χέρια μας. – Διαβάζοντας τους Μεταλλάδες ο αναγνώστης διακρίνει την καυστική και χιουμοριστική σου διάθεση, αλλά φαίνεται και η ανάγκη σου να πεις ότι όσοι ασχολούνται με την metal μουσική έχουν κατά βάθος μια ευαίσθητη καρδιά. Ήταν αυτή η πρόθεση σου από την αρχή; Σε ένα μεγάλο βαθμό οι ιστορίες είναι αυτοσαρκαστικές, αφού στην πλειοψηφία τους βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα και σκηνικά. Η αφοσίωση με την οποία οι μεταλλάδες προσεγγίζουμε τη μουσική μας σίγουρα σηκώνει πολλή πλάκα. Όσο για την ευαίσθητη καρδιά, νομίζω ότι δεν ήταν κάτι εσκεμμένο αλλά αναπόφευκτο. Σκεφτείτε ότι στο κάτω κάτω της γραφής μιλάμε για ανθρώπους που είναι συναισθηματικά δεμένοι μέχρι τέλους με μια τέχνη. Πώς γίνεται να μην είναι ευαίσθητοι; – Μετά τους «Μεταλλάδες» ακολούθησε και δεύτερο τεύχος, «Οι Μεταλλάδες encore». Μίλησε μας για τη νέα αυτή έκδοση. Τα επεισόδια των Μεταλλάδων είναι αυτοτελείς μονοσέλιδες ιστοριούλες, οι οποίες φάνηκε ότι έγιναν αρκετά δημοφιλείς σε μια μερίδα του κοινού των comics. Η σελίδα στο Facebook συγκέντρωσε πάνω από 9.000 ακόλουθους, ενώ το πρώτο τεύχος εξαντλήθηκε και δε μπορεί πια να το βρει κανείς πουθενά. Οπότε ήταν μονόδρομος να βγάλουμε το δεύτερο τεύχος. Το encore στις metal συναυλίες είναι όταν φαινομενικά έχει τελειώσει το live και το κοινό φωνάζει «κι άλλο, κι άλλο». Οπότε από εκεί εμπνευστήκαμε τον τίτλο. – Πόσο χρόνο χρειάζεται για να σκιτσάρεις ένα comic; Μία σελίδα όπως αυτές των «Μεταλλάδων» απαιτεί τουλάχιστον 8 ώρες. Να σκεφτείς την ιδέα, να σκιτσάρεις με μολύβι, να περάσεις μελάνι, να σκανάρεις το χαρτί, να χρωματίσεις το τελικό αρχείο. Καμιά φορά αν δε σου βγαίνει το αστείο μπορεί να πάρει περισσότερο ή αν έχεις κάποιο πάνελ με πολύπλοκα σχέδια όπως π.χ. μια πόλη. Το αστείο είναι ότι δαπανάς ώρες ολόκληρες για να αρπάξεις τον άλλον σε ένα με δύο δευτερόλεπτα που χρειάζονται για να διαβάσει το στριπάκι. Από εκεί και πέρα σκεφτείτε ότι ένα πιο πολυσέλιδο κόμιξ που αφηγείται μια ολοκληρωμένη ιστορία απαιτεί μήνες ολόκληρους, μπορεί και πάνω από ένα χρόνο. – Διάβασα το «Μαύρο Φως», σε σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και εικονογράφηση δική σου. Πόσο δύσκολο είναι να αποδόσεις ένα σενάριο άλλου δημιουργού; Όταν δουλεύεις αμιγώς επαγγελματικά μοιραία θα βρεθείς και μπροστά σε ιστορίες που δε σε εμπνέουν. Αυτό σημαίνει ότι ίσως είναι δύσκολο να καλουπωθείς σε σενάριο άλλου. Στη δική μου περίπτωση αυτό δε συνέβη. Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και εγώ έχουμε πολύ παρόμοια αισθητική όσον αφορά τις ιστορίες τρόμου και μοιραζόμαστε τις ίδιες απόψεις ως προς το πως πρέπει να αποτυπώνονται. Οπότε ήταν σαν βρισκόμαστε ο ένας στο κεφάλι του άλλου. Σχεδιάζοντας λοιπόν το «Μαύρο Φως» ένιωσα μια πολύ έντονη καλλιτεχνική ελευθερία και «έπαιξα» με τεχνικές όπως ακριβώς ήθελα. Μετά από τόσα χρόνια είμαι ακόμα πολύ περήφανος για αυτή τη δουλειά, η οποία επίσης εξαντλήθηκε και επανακυκλοφορεί. – Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο σου comic με τίτλο «Dread Fools». Είναι αρκετά διαφορετικό από τ' άλλα έργα σου. Τι ήταν αυτό που θέλεις να κρατήσει ο αναγνώστης σου; Θέλω να γελάσει με τα σκοτεινά και μακάβρια αστεία της σειράς. Το Dread Fools ξεκίνησε σαν προσωπική μου αποσυμπίεση. Συνδυάζει τα δύο αγαπημένα μου στοιχεία. Τον γοτθικό τρόμο με το μαύρο χιούμορ. Κάτι που διέπει πιστεύω σχεδόν όλα μου τα σχέδια ανεξαρτήτως του που τοποθετούνται. Ο σκοπός αυτού του βιβλίου ήταν να απολαύσω τη δημιουργική διαδικασία χωρίς πίεση. Και το πέτυχα. Επίσης θέλω να απευθύνεται σε μεγαλύτερο κοινό και για αυτό είναι γραμμένο στα αγγλικά. – Πιστεύεις ότι τα comics απευθύνονται πλέον σε μεγαλύτερη μερίδα κοινού; Το πιστεύω. Κυρίως λόγω των ταινιών και των σειρών που βγαίνουν τελευταία οι οποίες είναι συνήθως βασισμένες σε comic ήρωες. Έτσι το κοινό διευρύνεται. Ωστόσο δε θεωρώ ότι ακόμα η αγορά στην Ελλάδα έχει το μέγεθος που χρειάζεται για να κάνει τη δραστηριότητα βιώσιμη όσον αφορά τους καλλιτέχνες. Αν θες να ζεις από τα κόμιξ πρέπει συνήθως να δουλεύεις για το εξωτερικό ή να είσαι ο Αρκάς. Ελπίζω αυτό να αλλάξει. Και νομίζω ότι κάποιοι καλλιτέχνες το πετυχαίνουν με το να τους χρηματοδοτεί απευθείας το κοινό τους. – Είσαι λάτρης της metal μουσικής. Τραγουδούσες στους Deathcrop Valley και τα τελευταία χρόνια στους Dragon Skull. Πόσο σπουδαία είναι η εμπειρία αυτή στη ζωή σου; Και πιο πριν στους System Decay. Η μουσική είναι αναπόσπαστο κομμάτι μου. Ακόμα και να μην ήμουν σε κανένα συγκρότημα θα έγραφα κομμάτια και στίχους και θα τραγουδούσα ακόμα και αν το έκανα κλεισμένος στο δωμάτιό μου. Σίγουρα η ανάμειξη με συγκροτήματα έχει δώσει πλήθος ιδεών για τα κόμιξ μου αλλά η σημασία της δεν περιορίζεται εκεί. Η ίδια η μουσική έχει φερθεί με περίσσια γενναιοδωρία απέναντί μου κάνοντάς με να νιώσω πολύ έντονα και όμορφα σε αμέτρητες πτυχές της ζωής μου. – Μου αρέσει πολύ το τραγούδι «Sons of the Brave». Μίλησε μας γι' αυτό και με ποιο τρόπο συνδέεσαι με τους στίχους του. Λοιπόν αυτό που λατρεύω στο εν λόγω κομμάτι είναι το ότι γράφτηκε σα να ήταν πάντα εκεί. Δηλαδή κυριολεκτικά μια μέρα πήρα την κιθάρα και άρχισα να παίζω αυτοσχεδιαστικά συνθέτοντάς το σχεδόν μονομιάς. Ήθελα πάντα να γράψω ένα επικό τραγούδι που να είναι σκληρό χωρίς όμως να χρειάζεται παραμορφωμένες κιθάρες και δυνατές φωνές. Το Sons of the brave είναι μια ωδή στη γενναιότητα. Ελπίζω να το πέτυχα. – Διάβασα κάπου ότι οι λάτρεις της metal μουσικής έχουν το ίδιο ψυχολογικό προφίλ με τους οπαδούς της κλασικής μουσικής. Ποια είναι η γνώμη σου; Δεδομένου του ότι υπάρχουν πολλά υποείδη στο Μέταλ που εμποτίζουν το σκληρό ήχο με συμφωνικές ορχήστρες μπορώ να το καταλάβω. Συν τοις άλλοις υπάρχουν genre που έχουν τόσο μαθηματική προσέγγιση στη σύνθεση που μπορώ να καταλάβω τη σύνδεση με την κλασική. Γνωρίζω πολλούς μεταλλάδες που λατρεύουν την κλασική μουσική. Δεν ξέρω αν οπαδοί της κλασικής μουσικής λατρεύουν τη Μέταλ. – Ασχολείσαι επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία. Πώς τα συνδυάζεις; Με πολύ κόπο!!! Γνωρίζεις πολύ καλά τις απαιτήσεις της δουλειάς μας. Παλιότερα κουβάλαγα όλα τα καρπούζια κάτω από μία μασχάλη. Τώρα κάθομαι και απολαμβάνω το καρπούζι με την ησυχία μου. Έχω αφαιρέσει την επαγγελματική πλευρά του σχεδίου από τη ζωή μου και φροντίζω ό,τι κάνω όσον αφορά τη μουσική και τα κόμιξ να παίρνει από μένα την πλήρη καλλιτεχνική φροντίδα που του αξίζει. Παλιότερα έκανα εκπτώσεις. Τώρα κατάλαβα ότι για να μου προσφέρει πρέπει να του προσφέρω. – Όλη αυτή η καλλιτεχνική σου δραστηριότητα πόσο σε βοηθάει στις καθημερινές επάλξεις της δουλειάς; Θέλω να πιστεύω ότι με βοηθάει στο να καλλιεργώ μια αισθητική την οποία σίγουρα χρειάζεται η τηλεοπτική δημοσιογραφία. Είναι αλληλοτροφοδοτούμενα. Η δουλειά με προσγειώνει και με βοηθάει να καταλαβαίνω πως λειτουργεί ο κόσμος γύρω μου και η τέχνη να τον προσαρμόζω στο πως θα ήθελα να δουλεύει. – Και κάτι πρακτικό για τους αναγνώστες μας. Είναι αλήθεια ότι η ακρόαση heavy metal μπορεί να μειώσει τα επίπεδα θυμού; Σίγουρα! Αφού εκτονώνεσαι. Κάντε ένα πείραμα. Την επόμενη φορά που θα θέλετε να τα σπάσετε όλα βάλτε να ακούσετε Slayer. Δουλεύει. Λίγα λόγια για τον Άρη Λάμπο Ο Άρης Λάμπος αν δεν ήταν άνθρωπος θα προτιμούσε να είναι Gargoyle. Αν δε ζούσε στο σήμερα θα προτιμούσε να ζει στο χθες. Το πολύ χθες. Ή το πολύ αύριο. Αυτοί οι υπαρξιακοί προβληματισμοί αντανακλώνται στα σχέδιά του. Είναι υπεύθυνος για τα comics «Μεταλλάδες» και «Mr. Bleak» ενώ είναι υπαίτιος για την εικονογράφηση του κόμιξ «Μαύρο Φως» και των διηγημάτων «Ο εθισμός του Κριστιάν Αμπρόζ» και «Γεννημένος στο σκοτάδι». Εργάζεται ως δημοσιογράφος σε τηλεοπτικό σταθμό και ακούει–παίζει–ξυπνάει–κοιμάται με heavy metal. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- άρης λάμπος
- μεταλλάδες
- (and 9 more)
-
Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου στο «Σύνδρομο», σε συνεργασία με 5 έμπειρους σχεδιαστές, εξετάζει το αν οι διαφορετικές και ξεχωριστές ικανότητες μιας ομάδας ανθρώπων που πάσχουν από σπάνια σύνδρομα αποτελούν τις αιτίες για τις προσωπικές τους τραγωδίες ή τα εφαλτήρια για τις ηρωικές τους πράξεις. «Δείξτε μου έναν ήρωα και θα σας γράψω μια τραγωδία». Με αυτή τη φράση του Francis Scott Fitzgerald που επανέλαβε ο John Byrne στους Fantastic Four ξεκινά ο Αβραάμ Κάουα τον κατατοπιστικό και επεξηγηματικό πρόλογό του στο «Σύνδρομο» του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου (εκδόσεις: Comicdom Press, συνοδεύεται από ένα pin-up gallery με έργα 17 Ελλήνων δημιουργών κόμικς και εικονογράφων). Μια φράση που ταιριάζει απόλυτα στους πρωταγωνιστές της σειράς, μια ομάδα ετερόκλιτων ανθρώπων που ο καθένας τους αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τα ιδιαίτερα χαρίσματά του για να βοηθήσει άλλους ανθρώπους, την ίδια στιγμή που τα χαρίσματα αυτά ως συνέπειες μιας σπάνιας πάθησης τους καθιστούν τραγικούς ήρωες, καταραμένους, απόβλητους, δυστυχισμένους, στόχους μιας κοινωνίας που δεν ανέχεται τη διαφορετικότητα, επιζητεί θύματα και όχι ήρωες. «Το «Σύνδρομο» μοιάζει πιο πολύ με τον «Άφθαρτο», την ταινία του M. Night Shyamalan, γιατί σαν αυτή είναι μια ιστορία που μιλάει για ήρωες κι όχι μια ηρωική ιστορία. Κι αν προσεγγίζει τα μοτίβα των κόμικς με υπερήρωες, το κάνει εξίσου πλάγια με τον Άφθαρτο, πιο πολύ με τη λογική του δράματος, της τραγωδίας, κι όχι της δράσης και της περιπέτειας, και μόνο όταν η ιστορία έχει σχεδόν ολοκληρωθεί καταλαβαίνεις τις εκλεκτικές της συγγένειες. Οι ήρωές του είναι πιο κοντά στο «Doom Patrol» από ό,τι στο «X-Men» (πρωταγωνιστές δυσλειτουργικοί και πάσχοντες, όχι υπεράνθρωποι μεταλλαγμένοι), η ατμόσφαιρά του πιο κοντά στο «Oldboy» και στις σειρές της Vertigo και το όποιο φανταστικό στοιχείο υποστηρίζεται από χαρακτήρες που θα μπορούσες να τους ξέρεις με το μικρό τους όνομα» συμπληρώνει ο Αβραάμ Κάουα. Και αυτό αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προτερήματα του Συνδρόμου καθώς είναι μεγάλη η ικανότητα του Κατιρτζιγιανόγλου, δημοσιογράφου και σεναριογράφου («Αστικό Κενό», «Μαύρο Φως», «Η Κερένια Κούκλα» κ.α.), με μεγάλη θητεία στα ελληνικά κόμικς και εκ των ιδρυτών του Comicdom, να χτίζει τους χαρακτήρες του χωρίς βιασύνη, ευκολίες, υπερβολές και ακροβασίες. Ο πρώτος από τους χαρακτήρες αυτούς (εικονογράφηση: Χρήστος Μαρτίνης) είναι ο Άρης, που πάσχει από το «σύνδρομο Άντον», μια σπάνια μορφή τύφλωσης που ονομάζεται και φλοιώδης τύφλωση. Όπως οι περισσότεροι πάσχοντες από την ιδιαίτερη αυτή πάθηση, «αναγνωρίζει» τα πράγματα με τον τρόπο που τα αντιλαμβάνεται ο εγκέφαλός του και συχνά έχει την ικανότητα να «βλέπει» ακόμη περισσότερα. Από το «σύνδρομο Stendahl» πάσχει η ζωγράφος Νικόλ (εικονογράφηση: Γιάννης Ρουμπούλιας), μια ψυχοσωματική ασθένεια που προκαλεί συμπτώματα ζαλάδας, πανικού, παράνοιας και παραισθήσεων στη θέαση συγκεκριμένων έργων τέχνης ή ιστορικών μνημείων. Η Έλλη (εικονογράφηση: Γαβριήλ Τομπαλίδης) πάσχει από το «σύνδρομο Cotard», μια ψυχιατρική διαταραχή που μπορεί να οδηγήσει στην απατηλή αίσθηση ότι ο πάσχων είναι νεκρός ή δεν υπάρχει, έχει σαπίσει, λείπουν τα όργανά του κ.λ.π. Τέλος, από το «σύνδρομο XYY», μια σπάνια χρωμοσωμική ανωμαλία που μπορεί να οδηγήσει σε σκελετικές δυσμορφίες, μεγαλακρία, επιθετικές συμπεριφορές κ.α., πάσχει ο Σταύρος (εικονογράφηση: Αλέξια Οθωναίου). Οι τέσσερίς τους θα συναντηθούν και με γνώμονα την ανεξήγητη τάση τους να εκμεταλλευτούν την ιδιαιτερότητά τους προς όφελος των ανθρώπων θα δημιουργήσουν μια άτυπη ομάδα «ηρώων» που αναλαμβάνει δράση, χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς επικές μουσικές (αν και κάθε κεφάλαιο συνοδεύεται από μουσικές προτάσεις του συγγραφέα του), χωρίς μεγάλα λόγια. Από τη δράση αυτή θα αναδειχθεί ακόμη πιο έντονα και η τραγικότητα των «ηρωικών» αυτών προσώπων που είναι αναγκασμένα να κινούνται μυστικά, στις σκιές, μακριά από την κοινή θέα και τους ανθρώπους που τους θεωρούν τέρατα. Στο κεφάλαιο «Η Αρχή Είναι το Τέλος», σε εικονογράφηση Χρήστου Μαρτίνη, τα μέλη της ομάδας θα έρθουν ακόμα πιο κοντά αντιμετωπίζοντας την οργανωμένη επίθεση των εκπροσώπων μιας υποτιθέμενης επιστημονικής ορθότητας που τοποθετεί την έρευνα και το χρήμα πάνω από τους ανθρώπους, ενώ ο ανοιχτός επίλογος (εικονογράφηση: Λευτέρης Μαυρογιάννης) αφήνει περιθώρια για τη συνέχιση του «Συνδρόμου», όπως άλλωστε επισημαίνει ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, στο επιμύθιό του: «Όλες οι ιστορίες που έχω γράψει μέχρι σήμερα έχουν κλείσει τον κύκλο τους μέσα στο μυαλό μου. Εκτός από το Σύνδρομο. Με αυτό, πάντοτε το τέλος θα είναι η αρχή». Και το σχετικό link...
-
- 6
-
-
- εκδόσεις comicdom
- ηλίας κατιρτζιγιανόγλου
- (and 5 more)
-
Σύνοψη του εκδότη. 10 χρόνια μετά το ξεκίνημα της έκδοση της σειράς σε μορφή τευχών και 6 χρόνια μετά την ολοκλήρωση της σειράς με ένα σπέσιαλ graphic novel, άλλη μια σειρά συλλέγεται σε ένα trade, που στην χώρα μας βαπτίζεται μάλλον καταχρηστικά ως omnibus (τεχνικά είναι σωστό αλλά απέχει από το που και πως χρησιμοποιείται ο όρος στις εκδόσεις του εξωτερικού) για να δείξει το τετελεσμένο του πράγματος. Με έξτρα επεξεργασία στο υλικό και μια πινακοθήκη, μια πάρα πολύ καλή εκτύπωση, αλλά και με μόλις 15€ για 208 σελίδες, η έκδοση κρίνεται ως καλή αγορά για όσους δεν έχουν ήδη την ιστορία. Και έχει βγει σε μόλις 200 αριθμημένα κομμάτια, οπότε έχει και τη συλλεκτικότητα του.
- 4 replies
-
- 22
-
-
-
- γαβριήλ τομπαλίδης
- 2018
- (and 6 more)
-
Τον τελευταίο καιρό συναντάμε όλο και περισσότερες μεταφορές βιβλίων σε κόμικ. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει και το παρόν graphic novel, το οποίο αποτελεί διασκευή του ομώνυμου κοινωνικού δράματος του θεατρικού συγγραφέα, μυθιστοριογράφου και ποιητή Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. Υπεύθυνος για την προσαρμογή είναι ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου (Μαύρο Φως), ενώ το σχέδιο είναι του Γιώργου Τσιαμάντα (Η Παναγία η Χελιδονού). Το όλο πρότζεκτ, σαν ιδέα, δημιουργήθηκε αρκετά χρόνια πριν, όταν πίσω στο μακρινό 1987 προβαλλόταν η τηλεοπτική εκδοχή της Κερένιας Κούκλας. Ο νεαρός τότε Κατιρτζιγιανόγλου, παρακολουθώντας φανατικά την εν λόγω σειρά και διαβάζοντας στη συνέχεια το βιβλίο, ονειρεύτηκε να το δει κάποια στιγμή να παίρνει σάρκα και οστά, με την μορφή κόμικ! Έτσι λοιπόν το 2013, το όνειρο άρχισε να γίνεται πραγματικότητα : η συνάντησή του με τον Γιώργο Τσιαμάντα και την φιλόλογο Αγγέλα Καστρινάκη, έβγαλε στην επιφάνεια την κοινή τους αγάπη για το έργο του Χρηστομάνου. Η μια ιδέα έφερε την άλλη, ώσπου σιγά-σιγά η συνεργασία ολοκληρώθηκε, εν έτη 2017! Η ιστορία μας ταξιδεύει στην παλιά Αθήνα του 1910, όπου ο πρωταγωνιστής Νίκος ερωτεύεται και παντρεύεται την όμορφη Βεργινία. Η μοίρα όμως θα τους παίξει άσχημο παιχνίδι, αφού η Βεργινία σύντομα θα αρρωστήσει βαριά και μέρα με τη μέρα θα αρχίσει να χάνει τις δυνάμεις της. Έτσι αναγκάζονται να φέρουν στο σπίτι την μικρή της ξαδέρφη Λιόλια, για να τους βοηθάει. Μεταξύ του Νίκου και της Λιόλιας θα αναπτυχθεί ένα ειδύλλιο, το οποίο θα αποτελέσει ουσιαστικά την αρχή του τέλους για όλους...Η Βεργινία πεθαίνοντας τους στοιχειώνει με την κατάρα της και ο καρπός του έρωτά τους - η κερένια κούκλα - θα κορυφώσει με τον ερχομό της στη ζωή, το δράμα που τους ζώνει! Ένα αστικό κόμικ με γοτθικές αναφορές, όπως διαβάζουμε και στο εξώφυλλο, το οποίο περιέχει και κάποια στοιχεία υπερφυσικού. Το βιβλίο μπορεί να είχε πρωτοκυκλοφορήσει έναν αιώνα πριν (1911), αλλά το θέμα του τότε είχε θεωρηθεί τολμηρό και μπροστά από την εποχή του. Αυτό το κάνει να σταθεί άνετα σήμερα σαν ανάγνωσμα. Η γλώσσα που έχει προσαρμόσει ο Κατιρτζιγιανόγλου είναι η πρωτότυπη - επίσης είχε θεωρηθεί τολμηρή για την εποχή της - και θα την χαρακτήριζα αρκετά στομφώδη. Ταιριάζει αρκετά θα έλεγα, με την ατμόσφαιρα που δημιουργείται ξεφυλλίζοντας το κόμικ (κάτι αντίστοιχο είχαμε δει και στον Ερωτόκριτο). Το σχέδιο είναι εξ ολοκλήρου ασπρόμαυρο και σε ταξιδεύει στον προηγούμενο αιώνα. Ο Τσιαμάντας έχει μελετήσει πολύ τις ενδυμασίες, τα κτίρια και τους περιβάλλοντες χώρους εκείνης της εποχής και όλα αυτά τα έχει αποτυπώσει με σημαντική ακρίβεια στο χαρτί. Αρκετά καρέ, μάλιστα, θυμίζουν έντονα λαογραφικές ζωγραφιές. Η μεγαλύτερη ίσως πρωτοτυπία του κόμικ, είναι η παρουσία του ίδιου του Χρηστομάνου μέσα στις σελίδες του, ως αφηγητή! Και εδώ οι δημιουργοί έχουν κάνει φοβερή δουλειά, τοποθετώντας τον σε αρκετές σκηνές κοντά στους ήρωές του, σαν παρατηρητή, να συμπάσχει μαζί τους. Οι εκφράσεις και οι κινήσεις του, αποτυπώνουν συχνά την απόγνωσή του και τον οίκτο που νιώθει, για τους χαρακτήρες που ο ίδιος έχει γεννήσει με την φαντασία του. Το εισαγωγικό κείμενο της Αγγέλας Καστρινάκη βοηθάει να μπούμε γρήγορα στο κλίμα του κόμικ και μας περιγράφει τα ερεθίσματα που οδήγησαν στη δημιουργία του, ενώ την ύλη του άλμπουμ συμπληρώνουν το βιογραφικό του Χρηστομάνου και δυο λόγια από τους δύο δημιουργούς της διασκευής. Η έκδοση είναι αρκετά καλαίσθητη, με μαλακό ματ εξώφυλλο και χαρτί στο εσωτερικό τύπου "ακουαρέλας". Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι κυκλοφορεί σε δύο εναλλακτικά εξώφυλλα, για να διαλέξει ο καθένας αυτό που προτιμά! Συνεντεύξεις των δημιουργών ΕΔΩ και ΕΔΩ . Παρακάτω μια βιντεο-παρουσίαση του κόμικ : ------------------------------------------ Τον Απρίλιο του 2018, στα πλαίσια του Comicdom Con Athens 2018, το άλμπουμ επανεκδόθηκε σε 200 κομμάτια, με μικρές διαφορές στα εξώφυλλα. Ευχαριστούμε για το εναλλακτικό εξώφυλλο τον albertus magnus και για αυτό της επανέκδοσης τον GreekComicFan.
- 21 replies
-
- 29
-
-
-
- comicdom press
- γιώργος τσιαμάντας
- (and 3 more)
-
Τα τελευταία χρόνια κερδίζουν συνεχώς έδαφος οι προσαρμογές κλασικών ελληνικών λογοτεχνικών έργων σε κόμικς. Οι Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου (σενάριο) και Γιώργος Τσιαμάντας (σχέδια) επέλεξαν όμως να μεταφέρουν ένα σχετικά άγνωστο έργο ερωτικού και ηθογραφικού περιεχομένου με gothic στοιχεία, την «Κερένια Κούκλα» (1908) του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Comicdom. Γιατί επιλέξατε να μεταφέρετε σε κόμικς ένα σχετικά άγνωστο έργο όπως αυτό του Χρηστομάνου; Δεν υπήρχαν τόσα και τόσα άλλα γνωστά έργα της ελληνικής λογοτεχνίας; Η.Κ.: Την «Κερένια Κούκλα» την ανακάλυψα πριν από 30 χρόνια, σε ηλικία 11 χρόνων, από την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά. Έσπευσα να αγοράσω το βιβλίο και, καθώς ήμουν ήδη λάτρης της Ένατης Τέχνης, άρχισα να φαντάζομαι την ιστορία να ξετυλίγεται στα καρέ ενός κόμικς. Συνεπώς η πρωτοβουλία της μεταφοράς της είναι αποτέλεσμα της αγάπης μου για το πρωτογενές υλικό, αλλά και η πίστη πως αυτή η συγκλονιστική ιστορία θα λειτουργούσε άψογα σε κόμικς. Όπως λέει και στην εισαγωγή της δικής μας έκδοσης η εκδότρια του μυθιστορήματος, Αγγέλα Καστρινάκη, αναφερόμενη στο πλήθος τηλεοπτικών, κινηματογραφικών και άλλων διασκευών που έχουν προηγηθεί: «Πολύ πάθος εντέλει γύρω από αυτό το μυθιστόρημα!» Γ. Τσ.: Έμαθα για το όνειρο του Ηλία να μεταφερθεί η «Κερένια Κούκλα» σε κόμικς το 2013. Ανακαλύπτοντας το μυθιστόρημα, μαγεύτηκα από τους ήρωες που έπλασε ο Χρηστομάνος, από την πλοκή και από τις σχέσεις μεταξύ τους. Μου ήταν πολύ δύσκολο να πιστέψω πως αυτό το κείμενο ήταν γραμμένο πριν από εκατό χρόνια. Ο τρόπος που «αγαπάει» και «δικαιώνει» καθέναν από τους ήρωές του με έκανε να συνειδητοποιήσω πως βρίσκομαι μπροστά σε ένα μοναδικό έργο της ελληνικής λογοτεχνίας. Ήταν απλά αδύνατο να αντισταθώ. Πώς καταλήξατε σε ποιες σκηνές και αποσπάσματα του πρωτοτύπου θα επικεντρωθείτε; Και ποια αφήσατε «απέξω»; Η.Κ.: Επέλεξα τις σκηνές εκείνες που ήταν απαραίτητες για την εξέλιξη της πλοκής και τη δόμηση των χαρακτήρων. Η μεγαλύτερη πρόκληση όμως ήταν ο όγκος της αφήγησης, σε συνδυασμό με τους ελάχιστους διαλόγους. Βρήκα τη λύση στις λανθάνουσες αναφορές του Χρηστομάνου στη γοτθική λογοτεχνία: όπως στα αμερικανικά horror comics των '50s, ο τερατόμορφος αφηγητής αναλάμβανε να ξεναγήσει τον αναγνώστη στην ιστορία, «ανέθεσα» στον Χρηστομάνο αυτόν τον ρόλο. Τελικά, ελάχιστα πράγματα έμειναν εκτός του graphic novel, καθώς οι μακροσκελείς περιγραφές του συγγραφέα υπήρξαν πολύτιμο εργαλείο για τον Γιώργο. Ποια διαδικασία ακολουθήσατε για την τεκμηρίωση; Προσπαθήσατε να είστε ακριβείς σε κάθε λεπτομέρεια; Και γιατί είχε σημασία κάτι τέτοιο; Γ. Τσ.: Πριν καν ξεκινήσω τον σχεδιασμό των ηρώων και των σκηνών βούτηξα στο -ευτυχώς πλούσιο- φωτογραφικό υλικό της εποχής. Ήθελα να συλλάβω τις φιγούρες των ανθρώπων, τις κινήσεις, τις εκφράσεις, να προσπαθήσω να νιώσω πώς αισθάνονταν οι άνθρωποι τότε με τα ίδια τους τα κορμιά, με τα ρούχα τους. Έπειτα, έχοντας να κάνω με τον Χρηστομάνο που δεν αφήνει απολύτως τίποτα στην τύχη του, χρειάστηκε να ασχοληθώ με κάθε λεπτομέρεια και περιγραφή που μας δίνει για τα πρόσωπα των ηρώων, για τα σώματά τους, για τα ρούχα τους. Επικεντρώθηκα στους τρεις ήρωες αλλά και στους δευτεραγωνιστές που τους συνοδεύουν. Τα πρόσωπά τους ήταν ο «καμβάς» μου για να προσπαθήσω να μεταφέρω στο χαρτί κάτι από το σύμπαν του Χρηστομάνου. Η ανάγκη να σεβαστώ απολύτως τις επιταγές του σκηνοθέτη, σκηνογράφου, ενδυματολόγου Χρηστομάνου με οδήγησε να αφιερώσω μήνες και μήνες για να ανακαλύψω σε τι ακριβώς αναφερόταν κάθε φορά μέσα στο κείμενό του: το καπέλο του Νίκου, τα χτενίσματα των κοριτσιών, κάθε ένας από τους μασκαράδες στη σκηνή του Καρναβαλιού, η κάθε κίνηση στον χορό ήταν μόνο λίγα από τα πράγματα τα οποία έπρεπε να ανακαλύψω και να εντάξω στην εικονογράφηση για να μη χαθούν. Μόνο έτσι πίστευα πως θα μπορούσα να διαχειριστώ αυτή την εικονογράφηση και το πλάσιμο του κόμικς: κάνοντας τις εικόνες του να περιέχουν όση περισσότερη από την πληροφορία και την αίσθηση του αυθεντικού κειμένου. Τελικά το έργο του Χρηστομάνου είναι μια gothic ηθογραφία; Μελόδραμα; Φάρσα; Όλα αυτά μαζί; Η.Κ.: Η «Κερένια Κούκλα» ξεκινάει ως ηθογραφία, με παράλληλο λαογραφικό ενδιαφέρον για τον σύγχρονο αναγνώστη, και εξελίσσεται σε μια σκοτεινή ιστορία που ακροβατεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το μεταφυσικό. Δεν γνωρίζουμε αν οι αναφορές του Χρηστομάνου στη γοτθική λογοτεχνία ήταν ακούσιες ή εκούσιες, αυτές όμως γίνονται εύκολα αντιληπτές από τον αναγνώστη που έχει ασχοληθεί με το είδος. Γ. Τσ.: Η «Κερένια Κούκλα» είναι ένα σκληρό, αφόρητο κείμενο για όποιον έχει νιώσει μέσα του βαθιά το κάψιμο της φλόγας του έρωτα, την αυταπάρνηση που νιώθει κάποιος όταν αγαπά πραγματικά, το πάγωμα κάθε κύτταρου του κορμιού του όταν το αναπάντεχο και το αμετάκλητο έρχονται. Γιατί καταλήξατε στο ασπρόμαυρο σχέδιο; Μήπως το έγχρωμο θα μπορούσε να αποδώσει πιο αποτελεσματικά την πορεία προς το «λιώσιμο» και τον θάνατο; Η.Κ.: Με τον Γιώργο υπήρξε, εξαρχής, ζηλευτή σύμπνοια ως προς το ύφος και την τεχνική της εικονογράφησης. Θέλαμε κι οι δυο κάτι που θα αποτυπώνει τα αισθητικά πρότυπα της εποχής κι έτσι καταλήξαμε στο ασπρόμαυρο, με μια τεχνική που παραπέμπει σε γκραβούρα ή ξυλογραφία. Με την ίδια λογική επιλέξαμε και υπόλευκο χαρτί, ώστε να ενισχυθεί η παλαιική αίσθηση που αποπνέει το σχέδιο. Γ. Τσ.: Πέρα από την προσωπική μου ανάγκη μετά τον χρωματιστό κόσμο της «Χελιδονούς» να δουλέψω με ένα «σκέτο μελάνι», θεώρησα πως θα ήταν ανώφελο να επιχειρήσω να μεταφέρω στο χαρτί την παλέτα του Χρηστομάνου. Όποιος έχει την τύχη να βυθιστεί μέσα στις σελίδες του μυθιστορήματος θα ανακαλύψει, εκτός των άλλων, τις άπειρες περιγραφές των χρωμάτων που αφορούν όχι μόνο τα φυσικά στοιχεία και τα αντικείμενα αλλά και τις ψυχικές διαθέσεις των ηρώων και τις καταστάσεις που διαδραματίζονται. Θα ήταν σχεδόν ύβρις να προσπαθήσω να αποδώσω με τα δικά μου μέσα αυτόν τον πλούτο, για να καταφέρω μόνο να τον φτωχύνω τελικά. Μόνο αφαιρετικά, λοιπόν, θα μπορούσα να προσεγγίσω αυτό τον κόσμο, όπως ίσως θα έκανε ένας σχεδιαστής εκείνης της εποχής προσπαθώντας να χωρέσει τον κόσμο της Κερένιας σε ένα φτηνό λαϊκό έντυπο. Η Κερένια πρωτοκυκλοφόρησε σε συνέχειες σε μια εφημερίδα, έγινε θεατρική παράσταση και η πρώτη ελληνική ταινία και τριάντα χρόνια μετά είχε πάρει τη μορφή αστικού αθηναϊκού παραμυθιού από στόμα σε στόμα. Είναι λοιπόν, πέρα από όλα τα άλλα, και ένα έργο φτιαγμένο για να διαβαστεί απλά και από απλούς ανθρώπους. Προσπάθησα το σχέδιό μου να κουβαλάει την αίσθηση που έδωσε σε εμένα αυτό το κείμενο και να εντάξω μέσα του, με τον τρόπο μου, όλη την αγάπη για τη ζωή αλλά και τη φθορά για την οποία μιλάει. Αν και έχουν γίνει πολλές συζητήσεις για τη δυνατότητα των κόμικς να προσαρμόζουν στη φόρμα τους γνωστά έργα της λογοτεχνίας, ποια είναι η γνώμη σας; Και πώς αντιμετωπίζετε το θέμα μετά την εμπειρία της «Κερένιας Κούκλας»; Η.Κ.: Υπάρχουν μεταφορές που επιτυγχάνουν τον καλλιτεχνικό ή/και τον εμπορικό τους στόχο και άλλες που αποτυγχάνουν. Η ίδια η μεταφορά είναι πάντοτε ένα δίκοπο μαχαίρι. Από τη μια ξεκινάς με το πλεονέκτημα ότι απευθύνεσαι τόσο στο κοινό του βιβλίου όσο και σε εκείνο των κόμικς, από την άλλη έχεις το άγχος να μην αποξενώσεις το κοινό του βιβλίου κάνοντας κακή διαχείριση του πρωτογενούς υλικού, αλλά και να μην προδώσεις εκείνο των κόμικς, μη σεβόμενος την κυρίαρχη οπτική γλώσσα του. Γ. Τσ.: Ο λόγος που δημιουργώ κόμικς που βασίζονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε λογοτεχνικά έργα είναι ξεκάθαρα για να υπηρετήσουν το κείμενο από το οποίο προέρχονται. Να αποτελέσει αφορμή η δουλειά μου για να συναντηθεί ίσως ένα διαφορετικό κοινό με το αρχικό κείμενο ή τον συγγραφέα. Δεν αισθάνομαι ποτέ πως δημιουργώ κάτι ανταγωνιστικό προς το πρωτογενές υλικό. Θεωρώ πως αν η προσέγγιση γίνεται με σεβασμό, για να «προσθέσει» και όχι για να «εκμεταλλευτεί», τότε όλα πάνε καλά και πλουτίζουμε ως αναγνώστες. Υπάρχει κοινό για τέτοια κόμικς στην Ελλάδα; Τι προσδοκίες είχατε κατά τη δημιουργία του και πώς βλέπετε τη μέχρι τώρα πορεία του; Η.Κ.: Αναμφίβολα υπάρχει κοινό, και σε εθνικό επίπεδο οι εξαιρετικές μεταφορές των Βανέλλη-Πέτρου, η πρόσφατη επιτυχία του «Ερωτόκριτου», αλλά και η μεγάλη ανταπόκριση που είχε η προ τριετίας μεταφορά του Γιώργου, στο διήγημα της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ «Η Παναγιά η Χελιδονού», το έχουν αποδείξει. Για την «Κερένια» είχαμε την αγωνία που έχει κάθε δημιουργός και κάθε εκδότης για το αν θα πάει καλά μια νέα έκδοση. Ευτυχώς η ανταπόκριση του κοινού ξεπέρασε τις προσδοκίες μας. Γ. Τσ.: Έχουμε την τύχη να ζούμε σε μια χώρα με πλούσια και σημαντική λογοτεχνική παράδοση, οι αναγνώστες ίσως να μην είναι πολλοί, αλλά όσοι διαβάζουν, διαβάζουν με πάθος. Είναι τόσο μεγάλη η χαρά να συναντάς αυτούς τους ανθρώπους: άλλοι γνωρίζοντας ήδη το αρχικό κείμενο και θέλοντας να ρίξουν μια άλλη ματιά πάνω του και άλλοι με τη διάθεση να το γνωρίσουν μέσα από τη δουλειά σου. Υπάρχει κοινό λοιπόν, και μόνο να αυξηθεί μπορεί. Δουλεύοντας δυόμισι χρόνια για την «Κερένια», η βασική μου προσδοκία ήταν να μπορέσω να παρουσιάσω μια δουλειά που θα ενδιαφέρει όλους αυτούς τους ανθρώπους. Απ' ότι φαίνεται τα καταφέρνει. Υπάρχουν μελλοντικά σχέδια συνεργασίας σας ή και ξεχωριστής δουλειάς – προσαρμογής άλλων λογοτεχνικών έργων σε κόμικς; Η.Κ.: Η θετική ανταπόκριση κοινού και κριτικών, τόσο για την «Κερένια» όσο και για τη «Χελιδονού» του Γιώργου, έχει δώσει αναμφίβολα «αέρα στα πανιά μας». Υπάρχουν μελλοντικά σχέδια τα οποία γίνονται μέρα με τη μέρα και πιο συγκεκριμένα, προς το παρόν όμως στόχος μας είναι να ανακαλύψουν – ή να ξανα-ανακαλύψουν στην κομιξική της μορφή – την «Κερένια Κούκλα» όσο το δυνατόν περισσότεροι αναγνώστες. Γ. Τσ.: Είναι πολύ νωρίς για μένα για να σκέφτομαι πάρα πολύ συγκεκριμένα πράγματα για το μέλλον. Σίγουρα όμως όταν νιώσω ένα κείμενο «να λιώνει την καρδιά μου», θα θελήσω να δουλέψω. Μέχρι τότε είναι πολλά από τον κόσμο της Κερένιας που πρέπει να ανακαλύψετε. Και το σχετικό link...
-
- 6
-
-
- Κερένια Κούκλα
- Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου
- (and 6 more)
-
Πώς η Κερένια Κούκλα του Κ. Χρηστομάνου έγινε graphic novel Το αστικό, γοτθικών αναφορών μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, Η Κερένια Κούκλα, μεταφέρεται σε graphic novel. Έχει περάσει ένας αιώνας από την πρώτη κυκλοφορία του και η ιστορία της Βεργινίας, του Νίκου και της Λιόλιας εξακολουθεί να συναρπάζει. Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου (Σύνδρομο, Μαύρο Φως) ανέλαβε την προσαρμογή του βιβλίου, ενώ ο Γιώργος Τσιαμάντας (Η Παναγία η Χελιδονού) ανέλαβε την εικονογράφηση. Το αποτέλεσμα είναι ένα άκρως γοητευτικό δημιούργημα που δίνει έμφαση στη σκηνοθετική ματιά του Χρηστομάνου και στα λαογραφικά στοιχεία του μυθιστορήματος, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τις γοτθικές αναφορές της «Κερένιας Κούκλας». Ο Ηλ.Κατιρτζιγιανόγλου και ο Γ.Τσιαμάντας εξηγούν στο in.gr πώς έγινε πραγματικότητα το εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτό εγχείρημα. Πότε ήρθατε για πρώτη φορά σε επαφή με την «Κερένια Κούκλα» και τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε στην ιστορία; Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου: Ήταν Μάρτης του 1987, όταν βρέθηκα καθηλωμένος μπροστά στην τηλεόραση να παρακολουθώ μια ελληνική σειρά που όμοιά της δεν είχα ξαναδεί, καθώς επρόκειτο για μια ιστορία που ξεκινούσε σαν ρομάντζο και κατέληγε σε μια ιστορία τρόμου. Κι όλα αυτά στην Αθήνα των αρχών του 20ού αιώνα. Εκείνο όμως που με μάγεψε περισσότερο, ήταν η λεπτή ακροβασία ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το μεταφυσικό. Το ερώτημα του αν όλα όσα συνέβαιναν ήταν αποτέλεσμα μιας κατάρας ή ένα σύνολο ασύλληπτων συμπτώσεων. Γιώργος Τσιαμάντας: Η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με την Κερένια Κούκλα ήταν ουσιαστικά το 2013, όταν ο Ηλίας μου μίλησε για το όνειρό του να την δει μεταφερμένη σε κόμικ. Περπατάγαμε στους ίδιους δρόμους που μετά από λίγο θα συνειδητοποιούσα πως περπατούσαν οι ήρωες του Χρηστομάνου. Σχεδόν αμέσως αναζήτησα το κείμενο, το «άκουσα» και το «είδα» μαγεμένος. Αυτό που πραγματικά με γοήτευσε ήταν η ψυχή του Χρηστομάνου που κρύβεται κάτω από κάθε φράση, κάτω από κάθε σκηνή, κάτω από κάθε σχέση. Ο μεγαλειώδης τρόπος με τον οποίο έχει δομήσει αυτό το μυθιστόρημα. Οι ολοζώντανοι χαρακτήρες, οι στιχομυθίες που μοιάζουν να έχουν γραφτεί σήμερα και όχι εκατό-τόσα χρόνια πριν. Το πικρό χιούμορ του. Η λατρεία του για τα πλάσματα που έπλασε. Η υποταγή στο αναπόφευκτο. Η τραγική του ιστορία. Πότε σκεφτήκατε ότι η ιστορία θα ταίριαζε ιδανικά σε ένα graphic novel και πότε αποφασίστηκε η μεταφορά του βιβλίου του Χρηστομάνου; Η.Κ.: Αμέσως μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση του ομώνυμου βιβλίου του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου στο οποίο και είχε βασιστεί η σειρά. Όντας λάτρης της 9ης Τέχνης ήδη, άρχισα να φαντάζομαι αυτή την ιστορία να ξετυλίγεται στα καρέ ενός comic. Όταν –ενήλικας πια– ξεκίνησα να γράφω comics, εκείνη η εφηβική επιθυμία να δω εικονογραφημένη τη συγκεκριμένη ιστορία, επανήλθε, «διεκδικώντας» την υλοποίησή της. Γ.Τ.: Ήταν «όνειρο ζωής» του Ηλία όπως συνηθίζει να λέει, κάποιες καλές συγκυρίες βοήθησαν να είμαι εγώ αυτός στον οποίο εμπιστεύτηκε τελικά την υλοποίηση του. Λίγο καιρό πριν είχα παρουσιάσει την «Χελιδονού». Ήθελα πολύ να εμβαθύνω σε αυτόν το καινούριο -για μένα- κόσμο των κόμικς. Η Κερένια Κούκλα ήταν ένα εγχείρημα στο οποίο απλά δεν μπορούσα να αντισταθώ. Πώς προέκυψε η συνεργασία σας και πώς δουλέψατε πάνω στη μεταφορά του έργου του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου; Ηλ.Κ.: Με τον Γιώργο είχαμε συνεργαστεί το 2014, όταν τρέξαμε μαζί μία επιτυχημένη καμπάνια συμμετοχικής χρηματοδότησης (crowdfunding) για την υλοποίηση της μεταφοράς του στο διήγημα της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ «Η Παναγιά η Χελιδονού». Έχοντας δει από κοντά την απίστευτα ενδελεχή έρευνά του, ήξερα ότι ήταν ο ιδανικός άνθρωπος για να σχεδιάσει την Κερένια. Κάνοντας την προσαρμογή του έργου, ο όγκος της αφήγησης σε συνδυασμό με τους ελάχιστους διαλόγους, με αποθάρρυνε. Φοβήθηκα ότι ίσως η μεταφορά να μην ήταν εφικτή. Τελικά, η λύση κρυβόταν στις λανθάνουσες αναφορές του Χρηστομάνου στη γοτθική λογοτεχνία. Όπως στα αμερικανικά horror comics των 50s, ο τερατόμορφος αφηγητής αναλάμβανε να εισαγάγει τον αναγνώστη στην ιστορία –κάποιες φορές και να τον συνοδεύσει κατά την εξέλιξή της– έτσι κι εδώ, ο Χρηστομάνος θα διαδραμάτιζε αυτόν τον ρόλο. Αφού ολοκλήρωσα το σενάριο, έδωσα στον Γιώργο απόλυτη ελευθερία στην απεικόνιση των χαρακτήρων και των χώρων, έχοντάς του απόλυτη εμπιστοσύνη. Γ.Τ.: Με τον Ηλία συνεργαστήκαμε για την έκδοση της πρώτης μου δουλειάς (Η Παναγιά η Χελιδονού) και για την επιτυχημένη καμπάνια crowdfunding που προηγήθηκε. Όταν ήρθε η πρόταση από μέρους του να αναλάβω την εικονογράφηση της Κερένιας Κούκλας ένοιωσα πραγματικά να με τιμά με την επιλογή του και την εμπιστοσύνη του. Ο τρόπος που συνεργαστήκαμε θα έλεγα πως ήταν αρκετά απλός: Εξ’ αρχής ο Ηλίας ασχολήθηκε με ό,τι είχε να κάνει με το κείμενο (επιλογή των κομβικών σημείων της ιστορίας και δημιουργία του σεναρίου) και εγώ ασχολήθηκα αποκλειστικά με την δημιουργία των εικόνων (σχεδιασμός των χαρακτήρων και στήσιμο των σκηνών) ακολουθώντας το σενάριο του Ηλία έχοντας όμως και μια πάρα πολύ στενή σχέση με το ίδιο το μυθιστόρημα. Ήταν πραγματικά μεγάλη χαρά να βλέπω τον Ηλία να παρακολουθεί τη γέννηση του κόμικ: φιγούρα προς φιγούρα, πάνελ το πάνελ, σελίδα με σελίδα. Γιώργο, με εντυπωσίασε η σκηνοθετική σου ματιά. Ποιο είναι το αγαπημένο σου καρέ από την «Κερένια Κούκλα»; Γ.Τ.: Χαίρομαι που το ακούω. Μεταξύ μας, αυτό νομίζω είναι που κάνει τον κάθε δημιουργό κόμικ διαφορετικό: η «σκηνοθετική ματιά». Εγώ όμως δεν δούλεψα μόνος μου εδώ. Ο Χρηστομάνος είναι ο σκηνοθέτης της Κερένιας Κούκλας. Πεζογράφος, ποιητής, ιδρυτής της Νέας Σκηνής, συγγραφέας θεατρικών έργων, σκηνοθέτης, σκηνογράφος, ενδυματολόγος και τόσα άλλα έχει πλάσει ένα σύμπαν εικόνων, αισθήσεων, συναισθημάτων στο οποίο απλά κάποιος πρέπει να παραδοθεί και να βυθιστεί σε αυτό. Δεν με ενδιέφερε σε καμία περίπτωση να τον προσπεράσω και «να κάνω του κεφαλιού μου». Η επιθυμία μου ήταν να τον σεβαστώ όσο μπορούσα. Όσο για το αγαπημένο μου καρέ, αν έπρεπε να διαλέξω ένα από τα πολλά που αγαπάω, είναι ίσως εκείνη η «περίτρομη» Λιόλια με την Βεργινία-Φεγγάρι στον ουρανό, που «την έβλεπε με φοβερά μάτια ως μέσα στα σπλάχνα της». Για μένα συμπυκνώνει όλη την αίσθηση της ιστορίας (την σχέση αυτών των δύο τραγικών γυναικών) έτσι όπως την ένοιωσα τελικά εγώ αυτά τα δυόμισι χρόνια που πέρασα φτιάχνοντας την Κερένια Κούκλα και τον τρόπο που μπόρεσα να πω αυτή την ιστορία με τις εικόνες μου. Και ποιο είναι το δικό σου αγαπημένο καρέ, Ηλία; Ηλ.Κ.: Δίχως δεύτερη σκέψη, το «βύθισμα» της Βεργινίας. Μία ολοσέλιδη εικονογράφηση απαράμιλλης τεχνικής. Γιώργο έχεις, επίσης, μεταφέρει σε graphic novel την Παναγιά τη Χελιδονού, το διήγημα της Μαργκερίτ Γουρσενάρ. Τι σε γοητεύει στη μεταφορά σημαντικών λογοτεχνικών έργων; Τι θεωρείτε ότι γοητεύει το κοινό, καθώς υπάρχουν αρκετές ενδιαφέρουσες μεταφορές λογοτεχνικών έργων. Γ.Τ.: Είναι πολλά που με γοητεύουν σε αυτή την διαδικασία. Πρωτ’ απ’ όλα ένα είδος προσωπικού χρέους: Η λογοτεχνία μου έσωσε πολλές φορές την ζωή. Νοιώθω πως οφείλω με τον τρόπο μου να ξεπληρώσω αυτό το χρέος μεταφέροντας λογοτεχνικά έργα σε ανθρώπους που ίσως δεν θα ερχόταν σε επαφή μαζί τους με τον παραδοσιακό τρόπο. Δίνοντας την ευκαιρία να γνωρίσουν σπουδαίους συγγραφείς, την καλλιτεχνική τους αξία και τον βίο τους. Σώζοντας μικρά κομμάτια Ιστορίας με τον τρόπο που μπορώ να το κάνω εγώ. Από την άλλη μεριά, η εξοικείωση ενός άλλου κοινού με την ανάγνωση και την «απενοχοποίηση» των κόμικς είναι επίσης ένα ενδιαφέρον εγχείρημα. Σε κάθε περίπτωση είναι ένας κόσμος ανεξάντλητης έμπνευσης και δημιουργικότητας. Ηλ.Κ.: Όπως στον κινηματογράφο, έτσι και στα comics, το κοινό είναι πιο δεκτικό σε μία ιστορία που γνωρίζει ήδη. Γι’ αυτό και υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες εκδοτικοί οίκοι αναγνωρίζουν αυτή τη δυναμική και αναθέτουν σε συνεργαζόμενους δημιουργούς τη μεταφορά ενός έργου. Στην περίπτωση της Κερένιας, αλλά και σε άλλες που γνωρίζω, η μεταφορά είναι αποτέλεσμα της αγάπης των δημιουργών για το πρωτογενές υλικό, αλλά και η πίστη πως αυτή η συγκλονιστική ιστορία λειτουργεί άψογα σε comic. Ηλία, με το Μαύρο Φως, αλλά και την Κερένια Κούκλα δείχνεις ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον τρόμο –στην πρώτη περίπτωση ψυχολογικό, στη δεύτερη γοτθικό με ελληνικά στοιχεία. Ποιες ταινίες ή graphic novels θα έλεγες ότι είναι οι πηγές έμπνευσής σου στο είδος αυτό; Ηλ.Κ.: Πηγές έμπνευσης στα comics είναι οι ιστορικές ανθολογίες Creepy και Eerie, των οποίων αρκετές ιστορίες εκτυλίσσονταν σε αστικά περιβάλλοντα. Στον κινηματογράφο επανέρχομαι συχνά για έμπνευση σε αγαπημένες ταινίες όπως «Η Λάμψη», το «Jacob's Ladder», και το «Στο Στόμα της Τρέλας». Οι Έλληνες δημιουργοί κάνουν κόμικ κάτω από δύσκολες συνθήκες. Πώς βλέπεις την κατάσταση του ελληνικού κόμικ και τι σε κάνει προσωπικά να επιμένεις στη δημιουργία κόμικ; Γ.Τ.: Είναι πολύ λίγα τα χρόνια που εγώ ασχολούμαι με την δημιουργία των κόμικς, και καθώς πέρασα το μεγαλύτερο διάστημα αυτών των χρόνων δουλεύοντας για αυτές τις δυο δουλειές που έχω παρουσιάσει, δεν μπορώ να πω πως έχω μια πλήρη εικόνα των πραγμάτων. Έχω δει, όμως, το πάθος των Ελλήνων δημιουργών, την αυθεντικότητα της δουλειάς τους, τον βαθύ σεβασμό που δείχνουν ο ένας στον μόχθο του άλλου, την αγωνία και την αφοσίωσή τους και το πόσο καλά περνάνε με αυτό που κάνουν. Είναι όλα αυτά, λοιπόν, που με τροφοδοτούν συνεχώς με έμπνευση και όρεξη για να δουλέψω, το να φέρνω στο μυαλό μου όλους αυτούς τους δημιουργούς με κάνει να χαμογελάω και να συνεχίζω. Όσο για το πιο προσωπικό κίνητρο; Είναι απλό: Να μεταφέρω και γω, με τον τρόπο που μπορώ, στους ανθρώπους γύρω μου, ιστορίες που αξίζει να γνωρίζουν. Και κάπου εκεί που εγώ τις παρουσιάζω, κάπου εκεί που αυτοί πλησιάζουν για να τις διαβάσουν, να συναντιόμαστε. Ηλ.Κ.: Από καλλιτεχνικής άποψης υπάρχει άνθηση, και βλέπω με χαρά νέους, αλλά και καταξιωμένους δημιουργούς, να ξεπερνούν αγκυλώσεις του παρελθόντος και να εξερευνούν θεματικές που μέχρι πρότινος έβλεπαν με επιφύλαξη. Το μεγάλο πρόβλημα είναι αναμφίβολα το ότι η αγορά είναι μικρή και ένας δημιουργός δεν μπορεί να ζήσει μόνο από τα comics, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που εργάζονται για εταιρείες του εξωτερικού. Ηλία, είσαι ένας εκ των ιδρυτών του πολύ επιτυχημένου Comicdom Con Athens. Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας και πώς θέλετε να κινηθεί η διοργάνωση στο μέλλον; Ηλ.Κ.: Η επέκταση του Φεστιβάλ και σε άλλους χώρους βρίσκεται στην κορυφή των προτεραιοτήτων μας, καθώς έχουμε πλέον περισσότερους από 13.000 επισκέπτες. Παράλληλα είναι υψίστης σημασίας να διατηρήσουμε την ελεύθερη είσοδο, ειδικά στην παρούσα οικονομική συγκυρία, και τέλος να παραμείνουμε προσηλωμένοι στα comics και την κουλτούρα τους, ανανεώνοντας διαρκώς το πρόγραμμά μας. Ποια είναι τα μελλοντικά προσωπικά σας σχέδια; Ηλ.Κ.: Υπάρχουν ιστορίες, θα μου επιτρέψετε όμως να μην τις αποκαλύψω ακόμη. Αυτόν τον καιρό η ανάγκη μου είναι να παραγάγω, ξανά, πρωτογενές υλικό, και ήδη κάνω επαφές με σχεδιαστές προς αυτή την κατεύθυνση. Γ.Τ.: Σας προκαλώ να ανακαλύψετε στην σελίδα μου στο facebook (fb page: Γιώργος Τσιαμάντας Works) ποια ήταν η απάντηση του Χρηστομάνου σε μια αντίστοιχη ερώτηση που του έγινε το 1911. Ίσως χαμογελάσετε και σεις μαζί του. Επιστρέφοντας στο δικό μας παρόν, το 2017, η αλήθεια είναι πως οι ιδέες δεν σταματάνε ποτέ να έρχονται, ειδικά όταν δεν πρέπει. Όμως το σχέδιο για την ώρα είναι ένα: «Ξεκούραση-Ξεκούραση- Ξεκούραση!» https://youtu.be/xaSZ6uSCvy8 Η «Κερένια Κούκλα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Comicdom Press. Διαβάστε περισσότερα εδώ. Πηγή
-
- 10
-
-
- Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου
- Γιώργος Τσιαμάντας
- (and 3 more)
-
Μετά την περσινή Αγρυπνία, η συνεργασία των Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και Άρη Λάμπου μας φέρνει φέτος το Μαύρο Φως, μια συλλογή που περιλαμβάνει άλλες τέσσερις εξίσου σκοτεινές ιστορίες: Αφύσικοι Καρποί, Λούπα, Στράγγισμα, Μαύρο Φως. Κατά τη γνώμη μου οι ιστορίες είναι αρκετά άνισες μεταξύ τους, ενώ την Αγρυπνία, το Στράγγισμα και το Μαύρο Φως τα βρήκα καταπληκτικά, οι άλλες δύο ιστορίες μου φάνηκαν μάλλον αδιάφορες. Σχεδιαστικά, δηλώνω οπαδός του Λάμπου και νομίζω ότι αποδίδει τέλεια την ατμόσφαιρα των ιστοριών. Το μόνο κακό που βρήκα στην έκδοση είναι η εισαγωγή του Γιώργου Μπελαούρη που προσπάθησε να φτιάξει ένα κείμενο που θα "παίζει" με τους τίτλους των ιστοριών αλλά το αποτέλεσμα, προσωπικά μου φάνηκε αστείο: "Το Μαύρο Φως αποσκοπεί στο στράγγισμα της ψυχής σας, μα αφύσικοι καρποί σίγουρα θα αρχίσουν να βλασταίνουν στην σκέψη και τα συναισθήματά σας. Η αγρύπνια που θα ακολουθήσει, θα με επιβεβαιώσει, να είστε σίγουροι. Και μέσα στο σκοτάδι, θα ξεφυλλίζετε και θα ξαναδιαβάζετε αυτές τις ιστορίες, ψάχνοντας ο καθένας σας κάτι διαφορετικό, ίσως κάποιου είδους λύτρωση, ξέφρενη και μέσα σε μια εφιαλτική λούπα!" Κυκλοφόρησε πρώτη φορά στο Comicdom Con 2016 σε δύο παραλλαγές, την απλή με μαύρο εξώφυλλο και τη συλλεκτική, αριθμημένη και εννοείται ακριβότερη έκδοση με λευκό εξώφυλλο. Οπότε αν τυχόν αγόρασε κάποιος τη δεύτερη, ας ανεβάσει το εξώφυλλο.
-
Aστικό Κενό: Τοπίο που διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της μετα-βιομηχανικής πόλης. Ανεπιθύμητη αστική περιοχή που έχει ανάγκη επανασχεδιασμού, “αντι-χώρος” με αρνητική συμβολή στο περιβάλλον ή τους χρήστες του. ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ Ο φωταγωγός μιας πολυκατοικίας μεταφέρει φωνές, και μας θυμίζει πόσο δύσκολο είναι τελικά να συνυπάρξουμε… ΟΠΩΣ ΟΛΟΙ (ΕΞΑΛΛΟΥ) Ο Αντώνης δεν μπορεί πλέον να συντηρηθεί στην Αθήνα, οι φίλοι του, όμως, δυσκολεύονται να το δεχτούν, παρά τις καλές τους προθέσεις… ΜΑΖΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ Σε μια εποχή που όλοι ψαχνόμαστε με το τι είναι διάκριση και τι όχι, ένας στρυφνός γέρος έχει τις δικές του απαντήσεις… Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου (ΣΥΝΔΡΟΜΟ, ΑΓΡΥΠΝΙΑ) και ο πρωτοεμφανιζόμενος Aldo Shabani, ζουν στην Αθήνα. Οι τρεις ιστορίες που αποτελούν το άλμπουμ, ΑΣΤΙΚΟ ΚΕΝΟ, είναι η ματιά τους για τη ζωή στην πόλη. Η χειροποίητη αίσθηση που αποπνέει συνολικά η έκδοση δημιουργεί μια αντίθεση, σε σχέση με τη σύγχρονη θεματική των ιστοριών, που σίγουρα θα σας εκπλήξει. -- Αν και ήμουν πολύ επιφυλακτικός όταν διάβασα για αυτή την κυκλοφορία, όταν έπιασα το άλμπουμ στα χέρια μου για ένα γρήγορο ξεφύλλισμα, το αγόρασα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο βασικός λόγος ήταν το σχέδιο. Μου θύμιζε μια πιο ποπ εκδοχή του Munoz. Ή ίσως λίγο πιο στιλιζαρισμένο Tardi. Όπως και να 'χε μου 'κανε. Αυτό που με προβλημάτιζε όμως ήταν η θεματολογία. Τα κόμικς με κοινωνική θεματολογία, δεν είναι και τα πιο αγαπημένα μου. Δεν ζω κλεισμένος σε γυάλα, ξέρω τι γίνεται γύρω μου δεν χρειάζεται να μου πετάς στην μούρη μια χοντροκομμένη εκδοχή όσο πιο εύπεπτη γίνεται να την καταλαβαίνουν όλοι. Ευτυχώς, στο Αστικό Κενό, δεν έγινε κάτι τέτοιο. Οι τρεις ιστορίες που αποτελούν αυτό το άλμπουμ είναι δοσμένες με έξυπνο τρόπο, χωρίς ίχνος διδακτισμού. Είναι στιγμιότυπα της σύγχρονης ελληνικής καθημερινότητας. Όπως οι ιστορίες του Μπουκόφσκι, χωρίς αρχή και τέλος. Μόνο το ενδιάμεσο. Μου άρεσε.
- 5 replies
-
- 27
-
-
-
- 2015
- comicdom press
-
(and 2 more)
Tagged with: