Search the Community
Showing results for tags 'Βαβέλ'.
-
Η διεθνής διάσταση της τέχνης του Δημήτρη Παπαϊωάννου φτάνει σε έναν ακόμη σταθμό – και αφορά την «καταγωγική» του στιγμή. Τα κόμικς του σπουδαίου χορογράφου, λοιπόν, κυκλοφορούν για πρώτη φορά συγκεντρωμένα από τη New York Review of Comics, το «συγγενικό» παρακλάδι της New York Review of Books. Η έκδοση με τίτλο «The Fire Has Reached The Sea» αναμένεται στις 13 Απριλίου 2027, σε σκληρόδετο τόμο 200 σελίδων από τον εκλεκτικό αμερικανικό εκδοτικό οίκο. Επιστρέφουμε έτσι στην περίοδο που ο Δ. Παπαϊωάννου γινόταν αυτός που είναι. Τότε που εισερχόταν στην καλλιτεχνική σκηνή της Αθήνας φτιάχνοντας κόμικς, πριν από την «Ομάδα εδάφους». Ήταν μόλις 17 ετών όταν δημοσίευσε ένα άτιτλο γελοιογραφικό κόμικ στις σελίδες του περιοδικού «Βαβέλ» το 1982. Στα επόμενα δώδεκα χρόνια δημοσίευσε συνολικά περίπου 26 κόμικς στα περιοδικά «Βαβέλ» και «Παρά Πέντε» (12 στη «Βαβέλ» την περίοδο 1982-1994 και 14 στο «Παρά Πέντε» την περίοδο 1986-1988), ενώ σποραδικά δουλειές του δημοσιεύτηκαν και σε άλλα έντυπα της εποχής. Η έκδοση που, απ’ όσα διαβάζουμε στην ιστοσελίδα του «Penguin», θα φέρει τον υπότιτλο «Comics 1986-1997», προϊδεάζοντάς μας αδρά για το υλικό που θα περιλαμβάνει: θα συνιστά επιλογή από τις δουλειές του Παπαϊωάννου και όχι τα άπαντα. Στο πάνω μέρος του εξωφύλλου βλέπουμε ένα χαρακτηριστικό πάνελ από το κόμικ «Γη στο σχήμα της καρδιάς», ένα από τα χαρακτηριστικότερα του δημιουργού, το οποίο συνδυάζει τον γκέι ερωτισμό με τη ζωγραφική και ποίηση. Ο μη εξοικειωμένος με τα κόμικς του Παπαϊωάννου σίγουρα θα εντυπωσιαστεί από την πολυπρισματικότητα του σχεδίου και το πλήθος αναφορών του. Και το σχετικό link...
- 1 reply
-
- 3
-
-
-
- the fire has reached the sea
- βαβέλ
- (and 5 more)
-
Η ταραγμένη και σύντομη ζωή της θρυλικής Μπίλι Χόλιντεϊ σε μια υπέροχη νουάρ βιογραφία από τους Κάρλος Σαμπάγιο και Χοσέ Μουνιόθ. Γεννήθηκε το 1915 στη Φιλαδέλφεια, μεγάλωσε στη Βαλτιμόρη, έζησε, αποθεώθηκε και πέθανε στη Νέα Υόρκη, ταλαιπωρημένη από τις εξαρτήσεις και σημαδεμένη από τη βία που γνώρισε από παιδί. Πρόλαβε όμως με την ιδιαίτερη φωνή της και τα μελαγχολικά τραγούδια της να ταυτίσει το όνομά της με την τζαζ μουσική. Η Μπίλι Χόλιντεϊ έζησε θαρρείς σε fast forward σωρεύοντας στο κορμί και στο μυαλό της πληγές και βάσανα που γίνονταν τραγούδια. Από τα παιδικά της χρόνια γνώρισε τη φτώχεια, έπεσε θύμα βιασμού και κακοποίησης, συνελήφθη για πορνεία και σε νεαρή ηλικία βυθίστηκε στις ουσίες, στο αλκοόλ, στους εθισμούς. Τη σύντομη ζωή της σημαντικότερης, ίσως, γυναικείας φωνής της τζαζ μεταφέρουν σε μια σκληρή βιογραφία με έντονα στοιχεία μυθοπλασίας οι Αργεντινοί δημιουργοί Κάρλος Σαμπάγιο (σενάριο) και Χοσέ Μουνιόθ (σχέδια). Στο Billie Holiday (μετάφραση: Χαρά Σκιαδέλλη, εκδόσεις Οξύ, 80 σελίδες), που δημοσιεύτηκε πρώτη φορά σε συνέχειες το 1990 στο ιστορικό γαλλικό περιοδικό κόμικς «À suivre» και στη συνέχεια στο περιοδικό «Βαβέλ», δεν ακολουθούν μια χρονολογική σειρά των γεγονότων ούτε περιγράφουν τη ζωή της Lady Day ως εξωτερικοί παρατηρητές και αφηγητές. Αντιθέτως, στήνουν μια φανταστική ιστορία με πρωταγωνιστή έναν Νεοϋορκέζο δημοσιογράφο στον οποίο ανατίθεται να γράψει το αφιέρωμα της εφημερίδας του στην Μπίλι Χόλιντεϊ με αφορμή τα 30 χρόνια από τον θάνατό της. Μέσω των συγκεχυμένων πληροφοριών που αυτός συγκεντρώνει ξεκινώντας από το μηδέν και της προσωπικής του οπτικής η οποία χτίζεται σταδιακά, οι αναγνώστες προσεγγίζουν την προσωπικότητα και τη ζωή της τραγουδίστριας από αποσπασματικές σκηνές και στιγμιότυπα. Στην ιστορία, μάλιστα, κάνει μια σύντομη εμφάνιση και ο Άλακ Σίνερ, ο κυνικός και σκληροτράχηλος ντετέκτιβ με το σκοτεινό παρελθόν και το πρόσωπο γεμάτο ουλές που υπήρξε πρωταγωνιστής σε πληθώρα εξπρεσιονιστικών ιστοριών στην αφιλόξενη και βρόμικη Νέα Υόρκη των Σαμπάγιο – Μουνιόθ. Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η αρχή του βιβλίου καθώς η νεκρή Μπίλι Χόλιντεϊ «μιλά» σε πρώτο πρόσωπο προς τους αναγνώστες της εκπροσωπώντας όσους και όσες υπέστησαν τα ίδια με αυτήν: «Η φωνή μου δεν χρειάζεται πια το σώμα μου. Κάποτε όμως ήμουν ζωντανή και η φωνή μου δεν αγκομαχούσε. Τραγουδούσα τραγούδια που μιλούσαν για μένα, για τον έρωτα, γι’ άλλες γυναίκες, για τα αδέρφια μου, για τους αγαπημένους φίλους. Μέχρι και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν κάτι από μένα. Από τη φωνή μου κλεισμένη σε δίσκους. Μια φωνή χωρίς σώμα να κατασκοπεύσουν, χωρίς ζωή να ανακαλύψουν. Θα τους δώσω λέξεις σε μουσική. Θα τους δώσω όλους τους τόνους και μάλιστα θα υπαινιχθώ πως η φωνή μου δεν είναι μόνο η φωνή της Μπίλι. Πως έρχεται από μια φωνή που ανήκει σε όλους. Κι ας λέγομαι μόνο εγώ Μπίλι Χόλιντεϊ, “Lady Day”». Ανάμεσα στις ψηφίδες που συνθέτουν το μωσαϊκό της καριέρας της βρίσκονται οι ατυχείς σχέσεις της με τους άντρες που συχνά την εκμεταλλεύτηκαν για την περιουσία που κατάφερε να κερδίσει με τη φωνή της, η βάναυση μεταχείρισή της από τον σκανδαλοθηρικό Τύπο που δεν έπαψε να αναδεικνύει και να διογκώνει τις δυσάρεστες πτυχές της ζωής της, το αλκοόλ και η ηρωίνη που τη συνόδευσαν μέχρι την τελευταία πνοή της, ο μοναχικός θάνατός της υπό αστυνομική επιτήρηση στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Από την άλλη όμως, οι δυο Αργεντινοί δημιουργοί παρουσιάζουν και τις μεγάλες στιγμές της, τις εμφανίσεις της στα κλαμπ της Νέας Υόρκης και στην τηλεόραση, την αγάπη του κόσμου γι’ αυτήν, το χαμόγελό της και τη γαρδένια στα μαλλιά της, την καθηλωτική φωνή της με το συναίσθημα να ξεχειλίζει από κάθε νότα και κάθε λέξη. Κι όπως γράφει στον εκρηκτικό πρόλογό του ο δημοσιογράφος, μουσικός και κριτικός τζαζ, Φρανσίς Μαρμάντ, η Μπίλι Χόλιντεϊ είχε πολλές ζωές. «Ζωές ταυτόχρονες, διασταυρούμενες, μπερδεμένες σαν τις κλωστές ενός κουβαριού, με τόσες ασύλληπτες απολαύσεις για να τις μεταδίδει σε όλους, μ’ εκείνο το γέλιο που ξεσπούσε με φόντο τον θάνατο, με το παράφορο πάθος για τους άντρες που τελικά σε κάνει να χάνεσαι, και με την ενέργεια να τις ζήσει, όλες αυτές τις ζωές, χίλιες φορές περισσότερο την καθεμιά από τις προσδεμένες, σχολαστικές, κλυδωνιζόμενες ζωές μας. Και κυρίως με την ολέθρια ικανότητα να τις ζει όλες μαζί, να τις ζει στις συμπλέξεις, στις ρωγμές, στις αβίωτες πληγές τους. Πέθανε στα σαράντα τέσσερά της». Και το σχετικό link...
-
- κάρλος σαμπάγιο
- carlos sampayo
- (and 7 more)
-
Εδώ έχουμε την πρώτη απο όσο μπορώ να ξέρω έκδοση της Υπόθεσης Βιασμού του Αρκά, απο την Βαβέλ (και την πρώτη λογικά έκδοση του Αρκά, γενικά).. Ημερομηνία δεν λέει πουθενά (ούτε στο site του Αρκά δεν αναφέρει τίποτα για αυτήν την έκδοση), αλλά λογικά είναι ανάμεσα απο το 1981 (τότε ξεκινάει να παρουσιάζετα μέσα απο την Βαβέλ ο Κόκκορας) και μέχρι το 1983 (που ξεκιναει η επόμενη σειρά του, το Show Business).. Αυτή η έκδοση, είναι εντελώς διαφορετική απο τις άλλες που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα, μεγάλες διαστάσεις (24,5Χ34,5) και αντί για εξώφυλλο, υπάρχει μια χάρτινη θήκη (φάκελος) που μέσα της υπάρχει η υπόθεση βιασμού σε 16 σελίδες (όλο ασπρόμαυρο).. ευχαριστούμε για το εξώφυλλο της Β' έκδοσης τον G.I.Djo. Αφιέρωμα στον Αρκά
- 11 replies
-
- 20
-
-
Το «Babel» του Soloup είναι ένα από τα πιο φιλόδοξα και πολυεπίπεδα έργα που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια στην ελληνική εικονογραφημένη αφήγηση, που επιβεβαιώνει τη θέση του δημιουργού ως ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες καλλιτέχνες των graphic novels, και ταυτόχρονα επιχειρεί να μετατρέψει το κόμικ σε ένα στοχαστικό δοκίμιο πάνω στην ιστορία, τη μνήμη και την ίδια τη δυνατότητα της επικοινωνίας. Ο τίτλος του έργου παραπέμπει ευθέως στον βιβλικό μύθο του Πύργου της Βαβέλ, εκεί όπου η ανθρώπινη φιλοδοξία προσπαθεί να προσεγγίσει τον ουρανό και καταλήγει στη σύγχυση των γλωσσών και στη διάλυση της κοινής κατανόησης. Ο Soloup αξιοποιεί αυτή τη συμβολική αφετηρία προκειμένου να μιλήσει για τον σύγχρονο κόσμο, έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι μιλούν διαρκώς, αλλά όλο και δυσκολότερα κατανοούν ο ένας τον άλλον. Το «Babel» είναι, με αυτή την έννοια, ένα βιβλίο για τη γλώσσα, όχι μόνο ως σύστημα λέξεων, αλλά ως πεδίο εξουσίας, ιδεολογίας και πολιτισμικής μνήμης. Στις σελίδες του διασταυρώνονται διαφορετικές ιστορίες, εποχές και φωνές. Ο αναγνώστης μετακινείται ανάμεσα σε τόπους και χρόνους, παρακολουθώντας μιαν αφήγηση που μοιάζει να λειτουργεί σαν παλίμψηστο: κάθε ιστορία γράφεται πάνω στην προηγούμενη, χωρίς να την εξαφανίζει. Η αφηγηματική δομή του βιβλίου είναι σύνθετη και πολυφωνική. Ο Soloup χρησιμοποιεί την τεχνική της διαδοχικής αφήγησης, συνδυάζοντας ιστορικά στοιχεία, προσωπικές διαδρομές και στοχαστικά σχόλια για τη σύγχρονη εποχή. Το σχέδιο του Soloup – έντονο, συχνά σκοτεινό, με σκληρές αντιθέσεις – δημιουργεί μιαν ατμόσφαιρα που κινείται ανάμεσα στον ρεαλισμό και την αλληγορία. Οι μορφές μοιάζουν να κουβαλούν ιστορικό βάρος, ενώ οι πόλεις και τα τοπία λειτουργούν σαν σκηνικά μιας μεγάλης συλλογικής εμπειρίας. Το κόμικ, εδώ, παύει να είναι απλώς εικονογραφημένη αφήγηση και γίνεται χώρος στοχασμού. Σημαντικό στοιχείο του έργου είναι επίσης η σχέση του με την ιστορία και την πολιτική. Το «Babel» δεν κρύβει το ενδιαφέρον του για τις μεγάλες συγκρούσεις του 20ού και του 21ου αιώνα, ούτε για τις μετακινήσεις πληθυσμών, τις πολιτισμικές συναντήσεις και τις εντάσεις που γεννά η παγκοσμιοποίηση. Το βιβλίο λειτουργεί περισσότερο ως ερώτημα παρά ως απάντηση: πώς μπορούμε να μιλήσουμε ο ένας στον άλλον σε έναν κόσμο γεμάτο διαφορετικές γλώσσες, εμπειρίες και ιστορίες; Έτσι, το «Babel» καταλήγει να είναι ένα έργο που επιχειρεί να εξερευνήσει τη σύγχρονη ανθρώπινη εμπειρία μέσα από τον συνδυασμό εικόνας και λόγου. Ο Soloup δείχνει ότι το μέσο των κόμικ μπορεί να φιλοξενήσει σύνθετες ιδέες και να συνομιλήσει με τη λογοτεχνία, την ιστορία και τη φιλοσοφία. Πρόκειται για έργο που διαβάζεται ταυτόχρονα ως αφήγηση, ως δοκίμιο και ως καλλιτεχνική πρόταση και που υπενθυμίζει ότι η αναζήτηση μιας κοινής γλώσσας παραμένει ένα από τα πιο δύσκολα και πιο αναγκαία εγχειρήματα της εποχής μας. Babel Soloup Εκδόσεις: Ίκαρος Σελ. 248 Και το σχετικό link...
-
- 3 replies
-
- 29
-
-
- Tanino Liberatore
- Bruce Jones
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Για την «Babel», το νέο εξαιρετικό, συγκινητικό και εν μέρει αυτοβιογραφικό έργο του Soloup, είχαμε γράψει πριν από λίγες εβδομάδες. Τώρα ήρθε και η ώρα της πρώτης επίσημης παρουσίασής του. Την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου στις 19.00, στον χώρο του Ινστιτούτου για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή Eteron (Λεωκορίου 38, Ψυρρή), θα μιλήσουν για το βιβλίο οι Βαγγέλης Καραμανωλάκης, καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΕΚΠΑ, Λήδα Τσενέ, διδακτόρισσα και ιδρύτρια της Athens Comics Library, και ο δημιουργός. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης θα προβληθεί βίντεο με τα παρασκήνια της έρευνας στο Βέλγιο από τους Πόλυ Ρουμελιώτη και Kris Kaerts. Και το σχετικό link...
-
Μεταφορά σε κόμικ του γνωστού αστυνομικού/νουάρ του Jean-Patrick Manchette από τον Jacques Tardi. Ως εκ τούτου λογίζεται ότι μεταφέρθηκε στα Ελληνικά σε συνεργασία του Άγρα (που βγάζει τα μυθιστορήματα του Manchette) και της Βαβέλ (που το 86 είχε μεταφράσει ένα Νέστωρ Μπούρμα του Tardi). Πολυτελής έκδοση απ'τον Οκτώβρη του 2006. Σκληρό εξώφυλλο, ιλλουστρασιόν σελίδες, μεγάλο μέγεθος (άρα πάλι joins για τα εξώφυλλα ) 21χ32 εκ, 88 α/μ σελίδες. Τίτλος πρωτότυπου: Le Petit bleu de la côte ouest Bedetheque
- 29 replies
-
- 27
-
-
-
Μετάφραση του πολύκροτου για την εποχή του (1988) κόμικ του Howard Chaykin (γνωστού μας από τα Star Wars του Καμπανά). 126 α/μ σελίδες σε 21χ28 εκ. σε μετάφραση της Έρσης Σωτηροπούλου για τη Βαβέλ από το 1999 γεμάτες με τις εμμονές του Chaykin. Σεξ, βία, noir και δυό τρια ακόμα που δεν τα αναφέρω για να μη πω κανένα spoiler Στην Αμερική πρωτοδημοσιεύτηκε σε 12 τεύχη. ΥΓ παρεμπιπτόντως να αναφέρω και μια ακόμα ενδιαφέρουσα δουλειά του Chaykin (σε σενάριο), το Bite Club της Vertigo που δεν έχει μεταφραστεί ακόμα εξ'όσων γνωρίζω (comicbookdb) ΥΓ2 την ημερομηνία κυκλοφορίας την τσίμπησα από το site της Πρωτοπορίας. Μέσα δεν αναφέρει τίποτα.... Αφιέρωμα στον Howard Chaykin
- 45 replies
-
- 16
-
-
Ένα graphic novel λοιπόν από έναν γνώριμο και με πολλές διακρίσεις δημιουργό, που αυτοσυστήνεται ως «πολιτικός γελοιογράφος […] και δημιουργός κόμικς». Τόσο σύνθετο στην κατασκευή του ώστε να υπάρχει ο φόβος να μην μπορέσει να παρουσιαστεί χωρίς να χάσει τη γοητεία του. Όλα ίσως να ξεκινούν από τον τίτλο: Babel, που ανάγεται παράλληλα στο βιβλικό σύμβολο του πύργου της Βαβέλ αλλά και στο περιοδικό κόμικς «Βαβέλ», που, σύμφωνα με την αφιέρωση, «μας έμαθε να διαβάζουμε, να σκιτσάρουμε και να ονειρευόμαστε με τα κόμικς στην Ελλάδα». Τέτοιοι αναπάντεχοι συχνά συσχετισμοί βρίσκονται διάσπαρτοι μέσα στο βιβλίο, συνδέοντας το όποιο παρόν (τα επτά ταξίδια του συγγραφέα στο Βέλγιο) με ένα παρελθόν διττό: το ιστορικό Βέλγιο των μεταναστών ανθρακωρύχων, ανάμεσά τους (όπως πληροφορείται ο αναγνώστης) και οι παππούδες του συγγραφέα, αλλά και τον μυθικό πύργο της Βαβέλ κάπου στη Μεσοποταμία, με όλες τις συναφείς ηθικολογίες για την ανθρώπινη απληστία. Soloúp | Babel. When the Fallen Angels Rise | Σελ. 247 | Ίκαρος, 2025 Ο βιβλικός πύργος εκπροσωπείται από τον διάσημο πίνακα του Μπρέγκελ, αλλά με μια έξυπνη αντιστροφή αντανακλάται, ανεστραμμένος, στα βελγικά ορυχεία σε τρεις παραλλαγές – η μια τους κοσμεί το εξώφυλλο. Τη μια σχετική εικόνα στο εσωτερικό συνοδεύει ένα σχόλιο: «Μόνο που εκείνοι χτίζανε προς τα πάνω, ενώ εμείς σκάβαμε προς τα κάτω» (σ. 188). Δύο μάλιστα σελίδες παρακάτω, θα εμφανιστεί ο Νεβρώδ, ο φιλόδοξος βασιλιάς που έχτισε τον πύργο – αυτή τη φορά με μορφή δανεισμένη από έναν εξίσου διάσημο μινωικό σφραγιδόλιθο από τα Χανιά, που δείχνει μια σπάνια παράσταση μιας πόλης/ανακτόρου (σ. 191). Στο παραμύθι μπλέκουν επιμέρους σχόλια λεκτικά (π.χ. «Νεβρώδ, ο πρώτος ινφλουένσερ») και εικαστικά (π.χ. εικόνες ομορφιάς του Χοκουσάι). Στην ιστορία θα μπλέξουν και άλλα σύμβολα, όπως η εκκλησία Béguinage που βοηθούσε όλους τους κατατρεγμένους, το εμβληματικό τζουκ μποξ του διάσημου ελληνικού καφενείου La Rose Blanche στο Μόλενμπεκ, που θα βρεθεί ξεχασμένο σε αποθήκη, και του οποίου η ιστορία μπλέκει μέσα στη διήγηση του Soloúp για την εκεί ελληνική κοινότητα, ο τόσο δημοφιλής στους ανθρακωρύχους Στ. Καζαντζίδης, και πάει λέγοντας. Όλα ξεκινούν όταν ο Soloúp συνάντησε στην Αθήνα την ελληνικής καταγωγής Πόλυ (Πολυξένη) Ρουμελιώτη, ερευνήτρια της «ελληνικής παρουσίας στο Βέλγιο» το 2015, στην οποία πέρασε την επιθυμία του να μάθει αν πράγματι ο παππούς και η γιαγιά του, Μικρασιάτες πρόσφυγες, είχαν παντρευτεί στο Βέλγιο – μια αόριστη ιστορία που κυκλοφορούσε μέσα στην οικογένειά του. Αυτή η Πόλυ ήταν που θα ανακάλυπτε το πιστοποιητικό γάμου των παππούδων του στην Αμβέρσα και σε συνδυασμό με τον σκηνοθέτη θεάτρου-κινηματογράφου Κρις Καρτς και τη δημοσιογράφο-φωτογράφο Ιωάννα Γυμνοπούλου, κόρη εστιάτορα στις Βρυξέλλες, θα πλαισίωναν τον Soloúp στις περιπετειώδεις περιηγήσεις του στα πρώην βελγικά ανθρακωρυχεία, στα λημέρια των «μεταναστών εργατών», όσων είχαν απομείνει, που δούλευαν ώς το ’90 μέσα στις υπόγειες στοές. Στο βιβλίο η αρχή της ιστορίας σκηνοθετείται στη βροχερή πλατεία μπροστά από την εκκλησία Béguinage όπου ο αφηγητής (Soloúp) αντιμετωπίζει ένα κοπάδι σκυλιά που του μαθαίνουν πόσων ειδών γαβγίσματα υπάρχουν – δηλαδή το μοτίβο που κρύβεται πίσω από τον πύργο της Βαβέλ. Ακολουθεί, στο τρίτο μέρος, μια «συνέντευξη μ’ έναν άγγελο», όπου ένας παλαίμαχος ανθρακωρύχος, ο κυρ Άγγελος, φιλοσοφεί για την ανθρώπινη ασυνεννοησία και ρωτάει στο τέλος: «Ξέρεις, κόρη μου, τη Βαβέλ;» Το τέταρτο μέρος ξαναδένει με την πλατεία της Béguinage, με διαδοχικές οπισθοχωρήσεις στον χρόνο, όπου μπλέκουν ακόμα η καταστροφή της Σμύρνης, ο ένας πλούσιος παππούς, ο Άγγελος (που μοιάζει του Πεσόα) και η γιαγιά στα νιάτα της, για να καταλήξουν πάλι στην πλατεία με έναν διάλογο ανάμεσα στον Soloúp και στον σκύλο που του κρατά συντροφιά και μιλάει άπταιστα ελληνικά. Το πέμπτο μέρος (Pneumoconiosis) περιέχει την αφήγηση του κυρ Άγγελου για τη ζωή στα βελγικά ανθρακωρυχεία, τα δυστυχήματα, τους θανάτους, αλλά και τη θαυμαστή του διάσωση από ένα απανθρακωμένο δέντρο. Στο τελευταίο μέρος (Λευκά Τριαντάφυλλα), με μια εικόνα σωμάτων «που πετούν πάνω από τη γη», θυμίζοντας Β. Βέντερς, μαθαίνουμε πως ο κυρ Άγγελος πέθανε αιφνίδια, όμως ζει μεταξύ των συντρόφων του, ακούει κι αυτός Καζαντζίδη, και στο τέλος φιλοσοφεί: «Κι έτσι ο θάνατος δεν μοιάζει με δυστυχία», αφήνοντας ένα άσπρο τριαντάφυλλο στον πάγκο έξω από την ίδια πάντα εκκλησία. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
- βαβέλ
- αντώνης νικολόπουλος
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
Με αφορμή τον θάνατο του Edika, θυμόμαστε τις σουρεαλιστικά χιουμοριστικές ιστορίες του και τους λόγους που τον κατέστησαν έναν θρύλο των ευρωπαϊκών κόμικς ● Η έννοια της πολιτικής ορθότητας απουσιάζει παντελώς από τα κόμικς του. Αντιθέτως, πρόκειται για ιστορίες με αθυρόστομο χιούμορ, χωρίς ταμπού και προκαταλήψεις, χωρίς όρια για το πού θα σταματήσουν και μέχρι πού θα φτάσει η προκλητικότητά τους. EDIKA (17.12.1940 – 16.12.2025) Στη «Μύηση», μια από τις ιστορίες του Edika από τη δεκαετία του ’80, o Μπρόνσκι Πρόκο, ένας μικροαστός οικογενειάρχης και σταθερός πρωταγωνιστής του Γάλλου δημιουργού, παρακολουθεί τηλεόραση καθισμένος στην αναπαυτική του πολυθρόνα. Δίπλα του, ξαπλωμένη μπρούμυτα στο χαλί, βρίσκεται η Ζορζ, η μικρή του κόρη, με ριγέ φουστανάκι και φιόγκο στα μαλλιά. Τη γαλήνια οικογενειακή στιγμή συμπληρώνει ο γιος του Μπρόνσκι και της Όλγα, ο μικρός Παγκανίνι (χαϊδευτικά, Νίνι), σκαρφαλωμένος σε μια καρέκλα και κοιτώντας έξω από το παράθυρο. «Ε, μπαμπά, η γάτα μας είναι καβάλα στη γάτα του γείτονα. Παράξενο, ε;», ρωτάει ο Νίνι. «Μα όχι, δεν είναι παράξενο, είναι φυσιολογικό γιατί πιάσανε οι ζέστες» απαντά ο πατέρας. «Ναι, αλλά αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι πως η γάτα του γείτονα είναι αρσενικιά, όπως και η δικιά μας… Αυτό είναι σπάνιο», συνεχίζει ο Νίνι. «Μπα, αυτό θα μ’ έκανε να εκπλαγώ, η γάτα του γείτονα είναι σίγουρα θηλυκιά» επιμένει ο πατέρας με τη βεβαιότητά του να αρχίζει να κλονίζεται. «Αδύνατο, την ξέρω τη γάτα του γείτονα και σίγουρα αυτή είναι κάτω απ’ τη γάτα μας, είναι ξανθιά κι έρχεται κάθε μέρα στον κήπο μας για φαΐ» ρίχνει τη χαριστική βολή ο Νίνι. Για επτά σελίδες στη συνέχεια ο σοκαρισμένος Μπρόνσκι θα προσπαθήσει με κάθε μέσο να «συνετίσει» τον γάτο του, Κλαρκ Γκέιμπλ, να μην ξαναπάει με αρσενικούς γάτους. Ως ύστατο όπλο, φορά μια ολόσωμη αποκριάτικη στολή γάτου, φωνάζει την Όλγα, της ζητά να γδυθεί και να πέσει στα τέσσερα, ξεναγεί με αυστηρότητα τον Κλαρκ Γκέιμπλ στη γυναικεία ανατομία και για να κάνει το «μάθημα» ακόμα πιο αποδοτικό, μπαίνει μέσα της ώστε να καταλάβει ο γάτος τι πρέπει να κάνει από εδώ και πέρα. Πιστός στα γούστα του όμως, ο Κλαρκ Γκέιμπλ βλέποντας τον Μπρόνσκι από πίσω και γονατιστό, δεν χάνει την ευκαιρία να κάνει ότι και στον γάτο του γείτονα αφήνοντας το αφεντικό του άφωνο. Σε άλλη ιστορία της ίδιας περιόδου με τον σαρκαστικό τίτλο «Η Νέα Σοσιαλιστική Οικογένεια», η μικρή κόρη αποκαλύπτει στο μεσημεριανό τραπέζι ότι είναι έγκυος, επηρεασμένη από τις βιντεοταινίες με πορνό του πατέρα της. Στη «Μέθοδο Αδυνατίσματος», μια ευτραφής κυρία κάνει ποδήλατο γυμναστικής ενώ οι γυμναστές της της επιδεικνύουν φωτογραφίες με ερωτικές περιπτύξεις του άντρα της με την καμαριέρα, κάνοντάς την να μονολογήσει «Α την πουτάνα, και μου είχε ορκιστεί το παλιοθήλυκο ότι θα μ’ αγαπούσε πάντα». Στο «Ταξίδι στον Χρόνο (Σκέτη Ποίηση)», ένας καλοντυμένος μεσήλικας κύριος φλερτάρει μια ελαφρώς ντυμένη μαύρη γυναίκα που νταντεύει ένα λευκό μωρό: «Σας έχει πει κανείς ότι έχετε πολύ ωραία αυτιά;» τη ρωτάει. «Δεν είναι αυτιά, τα ρουθούνια μου είναι» του απαντά. Και κάπως έτσι εκτυλίσσονται όλες οι ιστορίες του Edika, κατά κόσμον Edouard Karali, που έφυγε από τη ζωή στις 16 Δεκεμβρίου, μία μέρα πριν κλείσει τα 85 του χρόνια. O Edika το 2009 Είναι φανερό από τις προηγούμενες περιγραφές – οι οποίες δεν αποτελούν, για προφανείς λόγους, και τις πλέον ακραίες – ότι η έννοια της πολιτικής ορθότητας απουσιάζει παντελώς από τα κόμικς του. Αντιθέτως, πρόκειται για ιστορίες με αθυρόστομο χιούμορ, χωρίς ταμπού και προκαταλήψεις, χωρίς όρια για το πού θα σταματήσουν και μέχρι πού θα φτάσει η προκλητικότητά τους. Τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, όταν ο Edika βρισκόταν στο ζενίθ της δημιουργικής του πορείας, κάτι τέτοιο δεν ήταν έκπληξη, ήταν ο κανόνας. Ένας κανόνας που θυσιάστηκε στον βωμό του καθωσπρεπισμού με τα υπέρ και τα κατά του. Ένα από τα «κατά» είναι πως δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουν τόσο ξεκαρδιστικά κόμικς. Πιθανώς ούτε ο ίδιος ο Edika δεν φανταζόταν πού θα έφτανε όταν ξεκίνησε να δημιουργεί κόμικς μετά τα 30 του. Είχε γεννηθεί στο Κάιρο της Αιγύπτου το 1940, ενώ στη συνέχεια έζησε στον Λίβανο και εργάστηκε ως σχεδιαστής σε διαφημιστικές εταιρείες, σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον που διαμόρφωσε την αισθητική του αλλά και τον δεδομένο σεβασμό του προς κάθε φυλή, εθνικότητα, φύλο, γλώσσα, εμφάνιση κ.λ.π., σε βαθμό που επί ίσοις όροις όλοι και όλες βρέθηκαν στο στόχαστρο των μετέπειτα κόμικς του. Με αυτά ξεκίνησε το 1978 όταν πια είχε εγκατασταθεί στο Παρίσι και άρχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό Charlie Mensuel. Έναν χρόνο αργότερα, η γνωριμία του με τον μεγάλο Marcel Gotlib στο περιοδικό Fluide Glacial και η έναρξη της δημοσίευσης των ολιγοσέλιδων ιστοριών του στο εμβληματικό έντυπο απογείωσαν την καριέρα και τη δημιουργικότητά του. Επηρεασμένος από το underground κίνημα που παρέμενε ακόμα ζωντανό, από το πολυεπίπεδο χιούμορ του περιοδικού MAD και από τις βλάσφημες, αναρχικές προσεγγίσεις του περιοδικού Hara-Kiri, ο Edika δεν περιορίστηκε από σεναριακές συμβάσεις και αφηγηματικούς κανόνες, κι ακόμη περισσότερο δεν δίστασε να σχεδιάσει απαγορευμένες εικόνες. Τα κόμικς του είναι συχνά χαοτικά, καθώς από αλλού ξεκινούν κι αλλού καταλήγουν, αυτοϋπονομεύοντας την ίδια τους τη φύση. Ο στόχος του δεν είναι να φιλοτεχνήσει μια ολοκληρωμένη ιστορία αλλά το διαμετρικά αντίθετο: να διαλύσει κάθε αυταπάτη ότι η ιστορία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος, να σαμποτάρει κάθε αξία και κανόνα, να ανατρέψει το αναμενόμενο όσο περισσότερο γίνεται και όσο πιο πολλές φορές είναι εφικτό σε λίγες σελίδες, να πείσει ότι το ταξίδι έχει σημασία και όχι ο προορισμός, να σε κάνει να γελάς όχι γι’ αυτό που συνέβη αλλά γι’ αυτό που δεν φανταζόσουν ποτέ ότι μπορεί να συμβεί. Για την επίτευξη του στόχου του συχνά «έμπαινε» και ο ίδιος στις ιστορίες του γκρεμίζοντας τον τέταρτο τοίχο των κόμικς και πιάνοντας κουβέντα με τους αλλόκοτους πρωταγωνιστές του, υπενθυμίζοντας ότι στο ίδιο παράλογο κι απρόβλεπτο σύμπαν που ζουν αυτοί ζούμε κι εμείς. O Edika σπάει τον τέταρτο τοίχο και γίνεται χαρακτήρας των ιστοριών του. Οι χαρακτήρες των ιστοριών του είναι ο ορισμός της αντι-ηρωικής μορφής. Πρόσωπα παραμορφωμένα με πελώριες μύτες και τεράστιες κοιλιές. Γυναίκες με υπερμεγέθη στήθη και μικροσκοπικά μπικίνι που κάνουν στριπτίζ μπροστά στο μωρό τους. Σεξομανείς μύωπες που ερωτοτροπούν δημοσίως με πλαστικές κούκλες. Αναψοκοκκινισμένοι μπανιστιρτζήδες που μεταμορφώνονται σε αποκρουστικά τέρατα με κεραίες και ουρές. Μηχανόβιοι με στολή καλόγριας, ζαρτιέρες και αξύριστες γάμπες. Βαρήκοοι ναυαγοσώστες που αναζητούν συντροφιά στους συζύγους πνιγμένων γυναικών. Κι όλα αυτά σε μια περιρρέουσα πλημμύρα από σωματικά υγρά και άλλες εκκρίσεις, έναν κατακλυσμό από περιττώματα και εμετούς που ξεχειλίζουν από τουαλέτες και εκτοξεύονται από ανθρώπινες οπές. Σε ένα διαρκές αφηγηματικό χάος μιας συνεχούς αστάθειας και ρήξης με την κανονικότητα που απορρίπτει κάθε πρόταγμα, κάθε δίδαγμα και γίνεται αυθάδης και προκλητικός αυτοσκοπός μιας εξεζητημένης «κακογουστιάς». Η αλήθεια είναι ότι ο Edika επιχείρησε κάποιες φορές να ξεφύγει από αυτόν τον λαβύρινθο και να δοκιμάσει την τύχη του σε πιο «κανονικές» ιστορίες, κυρίως επιστημονικής φαντασίας. Σχεδιαστικά τα κατάφερε περίφημα, κάτι που αποδεικνύεται και από τα τερατώδη όντα, τα δικέφαλα πλάσματα και τα τριχωτά θηρία που συχνά εισβάλλουν στα καρέ του. Δεν μπόρεσε όμως ποτέ να προσαρμοστεί στις νόρμες των «κανονικών» αφηγήσεων, με αποτέλεσμα να αφοσιωθεί στα ανορθόδοξα κόμικς του στο Fluide Glacial αλλά και σε άλλα περιοδικά όπως το Pilote και το Psikopat, το οποίο εξέδιδε ο αδελφός του, Paul Karali. Στα γαλλικά κυκλοφόρησαν συνολικά 35 τόμοι με τις ιστορίες του, πολλές εκ των οποίων μεταφράστηκαν στα ελληνικά από τα περιοδικά «Βαβέλ», «Παρά Πέντε» και «Μικρό Παρά Πέντε» και δημοσιεύτηκαν στις συλλογές «Επικίνδυνα Τοπία», «Ουπς!», «Ντούμπι Ντου» και «Μαξ Ρηλάξ» από τις Εκδόσεις Ars Longa. Από αριστερά: «Βαβέλ» #197, Ιανουάριος 2001 | «Μικρό Παρά Πέντε» #10, Νοέμβριος 1986 | «Μικρό Παρά Πέντε» #26, Σεπτέμβριος 1988. Ήταν ίσως ο τελευταίος μιας γενιάς χιουμοριστών όπως ο Reiser (1941-1983), ο Francois Cavanna (1923-2014), ο Georges Wolinski (1934-2015) και ο Marcel Gotlib (1934-2016), που έζησαν το όνειρο του γαλλικού Μάη του ’68 και σαγηνεύτηκαν από την άνευ όρων και ορίων καλλιτεχνική ελευθερία. Τα «διδάγματά» τους κρατά ζωντανά πια ίσως μόνο ο Philippe Vuillemin (γενν. 1960), καθώς πολλά από όσα έκαναν και έδειχναν αυτοί οι δημιουργοί θεωρούνται πια απαράδεκτα, ανεπίτρεπτα, ακατάλληλα, προσβλητικά. Και μάλλον γι’ αυτό ήταν τόσο αστεία. Και το σχετικό link...
-
- 5
-
-
-
-
- fluide glacial
- edouard karali
- (and 8 more)
-
Η «Babel» του Soloup είναι ένα έντονα συναισθηματικό και φορτισμένο αυτοβιογραφικό ταξίδι στις ρίζες του και στο παρελθόν των προγόνων του, από τη Σμύρνη μέχρι τα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Εκ των κορυφαίων Ελλήνων δημιουργών κόμικς ο Soloup, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, έχει καταφέρει εδώ και χρόνια να είναι συνεπής στο ραντεβού του με τους αναγνώστες σε τακτά χρονικά διαστήματα παρουσιάζοντας πλέον μεγάλα σε έκταση αλλά και θέματα βιβλία. Το «Αϊβαλί» (2014) σηματοδότησε τη στροφή του από τα κατεξοχήν χιουμοριστικά κόμικς με τα οποία καταπιανόταν με επιτυχία ως τότε («Ο Ανθρωπόλυκος», «Μήτσος Κυκλάμινος», «Ο Βασιλιάς Μύγας», «Πειρασμοί» κ.ά.) στα ιστορικά, κοινωνικά και μεγαλύτερης έκτασης βιβλία. Η επιτυχία του ήταν πολύ μεγάλη, κάτι που αποδεικνύεται από τις απανωτές επανεκδόσεις, τις πολλές μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες, τις εκθέσεις που το πλαισίωσαν κ.ά. Ακολούθησαν ο σπαρακτικός «Συλλέκτης» (2018) για το ζήτημα της γονεϊκής αποξένωσης, το «’21, η Μάχη της Πλατείας» (2021), μια τολμηρή και ψύχραιμη ματιά στην ελληνική Επανάσταση και ο «Zorμπάς» (2023), μια διαφορετική αφήγηση του εμβληματικού καζαντζακικού έργου. Παράλληλα ο Νικολόπουλος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αιγαίου και ερευνητής της ιστορίας και θεωρίας των κόμικς, συγγραφέας του καθοριστικού για την κατανόηση της ένατης τέχνης στην Ελλάδα «Τα Ελληνικά Comics» (2012), ασχολείται όλα αυτά τα χρόνια και με την εκπαιδευτική διάσταση του είδους, ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του, σε συνεργασία με την Ευαγγελία Μουλά, «Comics & Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί». Η καινούργια δουλειά του (εκδόσεις Ίκαρος, 248 σελίδες) είναι ενταγμένη σε αυτό το πλαίσιο των μεγάλων ιστορικών αφηγήσεων, αλλά συνάμα αποτελεί και το πιο προσωπικό έργο του. Κι αυτό γιατί παρά τα μεγάλα πανανθρώπινα θέματα στα οποία αναφέρεται, τις εγκιβωτισμένες αφηγήσεις του και τη διαρκή συνομιλία του με μεγάλους συγγραφείς, καλλιτέχνες και δημιουργούς κόμικς, στο επίκεντρο βρίσκεται η ιστορία των προγόνων του με τον ίδιο να την ιχνηλατεί ως πρωταγωνιστής. Ο τίτλος «Babel» πηγάζει προφανώς από τον γνωστό μύθο της Γένεσης γύρω από τη ματαιόδοξη απόπειρα των άπληστων κατασκευαστών του να φτάσουν στον ουρανό και την επακόλουθη ποινή από τον Θεό που τους τιμώρησε να μιλούν διαφορετικές γλώσσες ώστε να μην μπορούν να συνεννοηθούν. Στην Ελλάδα όμως, όπου ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας των σύγχρονων κόμικς γράφτηκε από το περιοδικό Βαβέλ με τον Soloup να αποτελεί ενεργό μέλος, το βιβλίο αφιερώνεται στους φίλους του αλλά «ένα graphic novel που ονομάζεται Babel δεν μπορεί παρά να είναι αφιερωμένο και σε μιαν άλλη μεγάλη παρέα, εκείνη του περιοδικού κόμικς (και όχι μόνο) “Βαβέλ”. Το περιοδικό που μας έμαθε να διαβάζουμε, να σκιτσάρουμε και να ονειρευόμαστε με τα κόμικς στην Ελλάδα» σύμφωνα με τον δημιουργό του. Εύλογο είναι η ιστορία να ξεκινά από τη Γένεση και τον Πύργο της Βαβέλ με τις κατάλληλες δόσεις χιούμορ και τις ευφυώς τοποθετημένες παρωδίες έργων των Μαγκρίτ, Γκόγια, Ντα Βίντσι, Ροντέν, Μπρίγκελ και Μικελάντζελο (στα επόμενα κεφάλαια θα προστεθούν κι άλλοι όπως ο Μουνκ κι ο Χοκουσάι), για να μεταφερθεί αμέσως σε μια σύγχρονη Βαβέλ, στην καρδιά της Ευρώπης, στις Βρυξέλλες. Εκεί ο Soloup θα σταθεί τρομοκρατημένος πάνω σε ένα παγκάκι, περικυκλωμένος από αγριεμένα σκυλιά που κι αυτά γαβγίζουν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Τότε αρχίζει η κεντρική αφήγηση με τον πρωταγωνιστή να ανατρέχει στην παιδική του ηλικία για να ερμηνεύσει τον φόβο του για τα σκυλιά, να γίνεται φίλος με έναν ομιλούντα σκύλο που παραπέμπει στον Μιλού από τον Τεν Τεν του Herge, όπως και ο πύραυλος στο αεροδρόμιο από την ιστορία «Αποστολή στη Σελήνη», να εξηγεί στον σκύλο (!) γιατί βρίσκεται εκεί και να δίνουν ραντεβού στο Μόλενμπεκ για να επισκεφτούν το ιστορικό ελληνικό καφενείο La Rose Blanche. Η αφορμή, όπως εξηγεί ο αφηγητής στον σκύλο, για το ταξίδι του στο Βέλγιο (και για τη δημιουργία της «Babel» υποθέτουμε ως αναγνώστες) είναι να βαδίσει στα χνάρια του παππού και της γιαγιάς του που βρέθηκαν εκεί μετά την καταστροφή της Σμύρνης – άλλης μίας Βαβέλ πολυγλωσσίας κι ασυνεννοησίας με τραγική κατάληξη. Από αυτή την ιστορία όμως ξεπηδά μια άλλη ιστορία προσφύγων, αυτή των Ελλήνων μεταναστών στο Βέλγιο για να δουλέψουν στα ανθρακωρυχεία από τη δεκαετία του 1950 και μετά. Σ’ αυτήν την παράλληλη αφήγηση πρωταγωνιστεί ο Άγγελος, ηλικιωμένος πια, που αναπολεί το παρελθόν στις στοές των ορυχείων, ανάμεσα σε μετανάστες από όλο τον κόσμο, σε μια ακόμα Βαβέλ μέσα στο κάρβουνο, τη σκόνη και την πνευμοκονίαση. Μια Βαβέλ με δυσκολίες συνεννόησης αλλά και με αλληλεγγύη που κρατούσε τους εργάτες ζωντανούς. Το πολυεπίπεδο αυτό βιβλίο που σε κάθε του σελίδα αποπνέει ζεστασιά και ανθρωπιά, όπως κάθε έργο του Soloup, είναι εξαιρετικά τεκμηριωμένο και συνοδεύεται από επεξηγηματικά κείμενα, πλούσια βιβλιογραφία και σπάνιο ιστορικό και φωτογραφικό υλικό για τη ζωή των ανθρακωρύχων. Μια ζωή που εκεί κάτω, όπως λέει ο Τούρκος φίλος του Άγγελου, είχε μια κοινή γλώσσα: «Ένα χαμόγελο, ένα χωρατό. Ένα χέρι που θα σε βαστήξει τη δύσκολη ώρα να μη γλιστρήσεις, αυτή ήταν η κοινή μας γλώσσα. Η γλώσσα που μάθαμε στη δική μας την ανάποδη Βαβέλ». Και το σχετικό link...
-
Η «Babel», οι ανθρακωρύχοι στις στοές του Βελγίου, η διαδρομή που γίνεται όλο και πιο προσωπική. «Αν βρεθείς να σκάβεις μουντζούρης στα 1.100 μέτρα βάθος στις στοές, το να είσαι Έλληνας, Τούρκος, Ιταλός, Πολωνός ή Μαροκινός δεν είχε και τόσο σημασία», λέει ο Soloúp, συμπυκνώνοντας το πνεύμα του νέου του graphic novel, «Babel». «Εκεί η αλληλεγγύη, η συνεννόηση για την επιβίωση και η φιλία αποκτούν άλλη σημασία. Βλέποντάς το από απόσταση, το να σκοτώνονται οι άνθρωποι μεταξύ τους ενώ τους ενώνουν τόσα πράγματα σε ένα τόσο περιορισμένο χρονικό διάστημα σαν την ανθρώπινη ζωή, είναι πραγματικά μάταιο και ακατανόητο». Ο Soloúp, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, με μακρά θητεία πολιτικής γελοιογραφίας, κομίστας στα θρυλικά περιοδικά «Βαβέλ» και «Γαλέρα» και με 14 συλλογές γελοιογραφιών, κόμικς και graphic novel στο βιογραφικό του, έχει «γράψει» πολλά χιλιόμετρα πάνω στο χαρτί με το πενάκι του. Συζητώντας για ένα καινούργιο βιβλίο με έναν «παλιό» της δουλειάς, όπως είναι ο Soloúp, οι αναμνήσεις ξυπνούν πλούσιες και δυνατές. Άλλωστε θεωρεί πράγματι ενδιαφέρον πως η νέα του δουλειά έχει τον ίδιο τίτλο με το θρυλικό περιοδικό στο οποίο έκανε τα πρώτα του σκιτσογραφικά βήματα. Γι’ αυτό και το αφιερώνει στους ανθρώπους του. Περιγράφει το τρακ της πρώτης επίσκεψης στη Γενναδίου, με το τεράστιο ντοσιέ του «Ανθρωπόλυκου» και του «Μήτσου Κυκλάμινου» παραμάσχαλα, όταν πήγε να δείξει τη δουλειά του στους υπεύθυνους του περιοδικού, μια συνεργασία που, όπως λέει, τον καθόρισε. Στο νέο κόμικ ο Αντώνης Νικολόπουλος «παντρεύει» τις μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα τραύματα της Ιστορίας. Από εκεί και πέρα όμως, η σύγχρονη «Babel» ανοίγει δικούς της δρόμους, διατηρώντας ίσως στο υποσυνείδητο τις συναισθηματικές συνδέσεις με το παρελθόν. Η ιστορία του συγκεκριμένου graphic novel βασίζεται στο αρχετυπικό βιβλικό κείμενο για τον πύργο της Βαβέλ, αλλά και σε όλα τα πολιτισμικά αφηγήματα και τους συμβολισμούς που γεννήθηκαν γύρω του, από τους μύθους περί της ανθρώπινης ακαταληψίας μέχρι τις αινιγματικές, μεταφυσικές απεικονίσεις του Πίτερ Μπρέγκελ. Στην «Βabel», πίσω από τον κεντρικό χαρακτήρα του ηλικιωμένου αφηγητή βρίσκονται ιστορίες του ίδιου του συγγραφέα – από τον πρόσφυγα παππού και τη γιαγιά που έφτασαν σε συγγενείς στις Βρυξέλλες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή – οι οποίες διασταυρώνονται με τις αφηγήσεις Ελλήνων ανθρακωρύχων μεταναστών του Βελγίου. Μέσα στο χάος της ανθρώπινης ασυνεννοησίας υπάρχει μια πιθανή γλώσσα που ενώνει – η αλληλεγγύη. Στο νέο κόμικ ο Αντώνης Νικολόπουλος «παντρεύει» τις μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα τραύματα της Ιστορίας. Καθώς μιλάμε, γίνεται φανερό ότι για τον ίδιο η Βαβέλ είναι ένας τόπος όπου συναντιούνται οι μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα συλλογικά τραύματα της Ιστορίας. Γι’ αυτό και από το βιβλίο του περνούν πρόσφυγες, ανθρακωρύχοι, ηλικιωμένοι σε καφενεία, άνθρωποι που κουβαλούν «τον μόχθο και την τρυφερότητα μιας ολόκληρης ζωής». Οι ιστορίες που συγκέντρωσε, λέει, ήταν συχνά συγκινητικές: πρόσφυγες και μετανάστες των δεκαετιών του ’50 και του ’60, που έφυγαν από μια κατεστραμμένη Ελλάδα αναζητώντας βιοπορισμό στο Βέλγιο. «Ακόμη και οι λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής τους είναι κάποιες φορές συγκλονιστικές», επισημαίνει. Από όλες τις εξιστορήσεις, ο ίδιος θυμάται έντονα τη διήγηση ενός 90χρονου βετεράνου ανθρακωρύχου που δούλεψε στο Βέλγιο. Η συνάντησή τους έγινε στο ελληνικό καφενείο «La Rose Blanche», στο Μόλενμπεκ των Βρυξελλών. «Μου περιέγραψε πώς προσπαθούσαν να πιουν νερό από το παγούρι τους κάνοντας μια τόσο δύσκολη κίνηση, σαν ακροβατικό. Έστριβαν το κορμί τους ξαπλωμένοι πάνω στη γη, καθώς έσκαβαν σε στοές με ύψος το πολύ μισό μέτρο», λέει ο Soloúp. Αλλά και οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες ανθρακωρύχων που υπάρχουν στο παράρτημα του βιβλίου και οι αφηγήσεις που τις συνοδεύουν είναι συγκλονιστικές, πρωτότυπο υλικό που του παραχώρησαν οι αφηγητές ή οι οικογένειές τους. Η συζήτηση γυρίζει πάλι στον πύργο της Βαβέλ. Τον ρωτάμε ποια «γλώσσα» νιώθει ότι τον ενώνει περισσότερο με τους ανθρώπους. «Σκίτσα, λέξεις και σιωπές», απαντάει. «Μέσα στο χάος της ανθρώπινης ασυνεννοησίας υπάρχει μια πιθανή γλώσσα που ενώνει», λέει, «η αλληλεγγύη». Η δημιουργική διαδρομή του, όπως την περιγράφει, έχει γίνει τα τελευταία χρόνια όλο και πιο προσωπική. Μετά το «Αϊβαλί», στα έργα του υπάρχουν πράγματα που τον απασχολούν βαθιά. Ακόμη και στο «21 – Η μάχη της πλατείας», παρότι αφορά ένα τόσο μεγάλο γεγονός όπως η Επανάσταση του ’21, υπάρχουν δικές του απορίες για την πολιτισμική και εθνική ταυτότητα. Στον «Ζορμπά», μέσα από τον Καζαντζάκη, προσπάθησε να διατυπώσει με εικόνες τα υπαρξιακά ερωτήματα που τον απασχολούσαν. Και στον «Συλλέκτη» – όπως και τώρα στην «Babel» – ενυπάρχει η προσωπική ανάγκη να κατανοήσει και να διαχειριστεί την απώλεια ανθρώπων που υπήρξαν αναπόσπαστα κομμάτια της ζωής του. «Στο τέλος, το “αυτό είμαι εγώ” πρέπει να το πουν οι αναγνώστες», τονίζει. «Δεν έχει νόημα κάποιος να διαβάσει κάτι αν δεν τον αφορά». Όταν η κουβέντα φτάνει αναπόφευκτα στον αναστοχασμό πάνω σε μια δημιουργική πορεία χρόνων, η ερώτηση είναι προφανής: τι εξακολουθεί να τον γοητεύει στους ανθρώπους και θέλει να σκιτσάρει τις ιστορίες τους; «Κάτι που βρίσκεται κοντά στην αθωότητα, στο παιχνίδι και στην εξερεύνηση», απαντάει. «Οι κινήσεις του παιδικού χεριού με μολύβια και ξυλομπογιές συνδέονται με την ανακάλυψη μιας πρωτοφανούς εκδοχής του κόσμου. Κάτι τέτοιο νομίζω πως συμβαίνει τελικά όταν σκιτσάρεις και μεγάλος. Παρά την προσπάθεια και τον χρόνο που απαιτεί για να ολοκληρωθεί ένα graphic novel, στο τέλος σού αποκαλύπτει μια εκδοχή του κόσμου που δεν είχες μέχρι τότε φανταστεί. Σε κάνει πλουσιότερο και λιγάκι πιο σοφό, μέχρι το επόμενο βήμα». Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- babel
- αντώνης νικολόπουλος
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
Μια ημέρα πριν συμπληρώσει τα 85α γενέθλιά του, ο σπουδαίος Édouard Karali, γνωστός ως Edika, έφυγε από τη ζωή καθιστώντας πολύ φτωχότερο τον κόσμο των κόμικς και της γελοιογραφίας. Ο Γάλλος θρύλος έγινε γνωστός ως ο μετρ του παράλογου χιούμορ, με τα σκίτσα του να είναι σατιρικά, αλλά και εμμονικά. Υπήρξε ένας από τους βασικούς συντελεστές του περιοδικού Fluide Glacial, το οποίο και ανακοίνωσε τον θάνατό του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Γεννημένος στην Αίγυπτο, ο Edika έζησε αρκετά χρόνια στον Λίβανο όπου εργάστηκε στην διαφημιστική βιομηχανία. Εκεί ανακάλυψε ένα τεύχος του περιοδικού Fluide Glacial, το οποίο είχε ιδρυθεί από ακόμη έναν «ήρωα» των κόμικς τον Gotlib και η ελευθερία έκφρασης και χιούμορ τον συνεπήρε. Αρχικά συνεργάστηκε με το Pilote προτού ξεκινήσει την μακροχρόνια και επιτυχημένη συνεργασία του με το Fluide Glacia. Γνωστός για τις άσχημες φιγούρες του με τις μεγάλες μύτες και έχοντας για πρωταγωνιστές τον «κλασικό» Γάλλο μικροαστό Μπρόνσκι και τον θρυλικό γάτο Κλαρκ Γκέιμπ, ο Edika φλέρταρε πολλές φορές με την πρόκληση και το πορνογραφικό χιούμορ, όμως οι ατάκες του και κυρίως τα παρανοϊκά του σενάρια τον έκαναν να ξεχωρίζει. Στην Ελλάδα πολλές από τις δουλειές του έχουν κυκλοφορήσει σε βιβλία και συλλογές. Και το σχετικό link...
-
- 7
-
-
-
- edika
- fluide glacial
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
«Αισθάνομαι μόνος στον κόσμο, μπαμπά» – «Μα αφού υπάρχουν εκατομμύρια μαλακισμένα σαν και σένα». Η «Βαβέλ» κυκλοφόρησε πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 1981. Κάτω ή πάνω από το όνομα του περιοδικού υπήρχε κάτι σαν υπότιτλος: «Περιοδικό κόμικς (και όχι μόνο)». Έκλεισε το 2008. Βρήκα τα τεύχη τακτοποιώντας στοίβες παλιών περιοδικών. Μια φίλη είχε γράψει κάποτε ότι φοβάται πως θα στρίψει σε κάποια γωνία και τα περιοδικά θα την πλακώσουν· κάθε φορά που πάω να καθαρίσω τα είκοσι δάχτυλα σκόνης που έχουν μαζέψει παλιά περιοδικά στην ήδη κουτσή από το βάρος βιβλιοθήκη, τη θυμάμαι. Έχω κρατήσει στοίβες περιοδικών από την εφηβεία μου και μετά: τα 147 τεύχη του περιοδικού «Κάντυ-Κάντυ», το «Ποπ και Ροκ», το «01», το «Face» και την αγγλική «Vogue». Εκεί υπάρχει και η «Βαβέλ». Κάποια πολύ παλιά τεύχη είναι αγορασμένα δεύτερο χέρι σίγουρα, αλλά δεν ξέρω καν από ποιον. Έχει κόμικς-έργα τέχνης, σατιρικά, φουτουριστικά, σκληρά, ενίοτε εσχατολογικά, συχνά και όλα αυτά μαζί, αλλά κυρίως έχει σεξ. Η απεικόνιση του σεξ στη «Βαβέλ» είναι συχνά προ-ιντερνετική, αποκλειστικά μέσα από το ανδρικό μάτι, με όλα τα κλισέ περί σεξ, φύλου και σεξουαλικότητας της εποχής, αλλά και απίστευτα τολμηρή, χωρίς κανένα ταμπού – ακόμα θυμάμαι ένα κόμικ για την κτηνοβασία, που είναι πιθανώς από τα πιο χάρντκορ πράγματα που έχω διαβάσει ποτέ. Ξεφυλλίζοντας τεύχη της «Βαβέλ» τώρα, μου φαίνεται σαν ψέμα πως υπήρχε κάποτε στην Ελλάδα ένα τέτοιο περιοδικό γεμάτο αντιφάσεις, αλλά με θαυμαστή ισορροπία. Είχε, ας πούμε, ένα κόμικ του Δημήτρη Παπαϊωάννου με σκηνές ομοφυλοφιλικού έρωτα και ένα μεγάλο κείμενο για τον θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι μαζί με στριπάκια του Αλτάν («Αισθάνομαι μόνος στον κόσμο μπαμπά» – «Μα αφού υπάρχουν εκατομμύρια μαλακισμένα σαν και σένα» / «Ελπίζω να μην έρθει πάλι ο φασισμός γιατί, όταν πέσει, θα ξαναρχίσουν να γυρίζουν εκείνες τις κουλτουριάρικες ταινίες που σιχαίνομαι»), μαζί με ένα άρθρο με τίτλο «Gay bunny gay», όπου ο αρθρογράφος αναρωτιέται «Το στύβει ο Μπαγκς Μπάνι το λεμόνι;». Μπροστά υπήρχε το Αεροπλανάκι, σελίδες με κειμενάκια που μιλούσαν για την επικαιρότητα και την ποπ κουλτούρα, συνδύαζαν π.χ. ένα σατιρικό κείμενο με τίτλο «Την έχω κάνει ψώνιο με το Μιλένιουμ» (πόσα χρόνια έχω ν’ ακούσω αυτήν τη φράση) με παράπονα γιατί μια τοπική πιτσαρία είχε χρησιμοποιήσει σκίτσα του Αρκά για να διαφημιστεί, αλλάζοντας από μόνη της τα λόγια ενός κωμικού στριπ. Δεν έλειπαν οι συνεντεύξεις, μαζί με σοβαρή αρθρογραφία για την αποποινικοποίηση π.χ. των ναρκωτικών. Το τεύχος του Δεκεμβρίου του 1993 περιλαμβάνει ευχές για το πρώτο τεύχος του «01». Στα παλαιότερα τεύχη οι διαφημιζόμενοι είναι μικροί εκδοτικοί οίκοι και ραδιοφωνικοί σταθμοί ή τσιγάρα. Στο τελευταίο τεύχος του ’99 υπάρχει μια διαφήμιση του MAD και μιας εταιρείας ενέργειας. Θα ήταν δύσκολο σήμερα μια οποιαδήποτε μεγάλη εταιρεία να βάλει διαφήμιση σε ένα τέτοιο μέσο. Ίσως, βέβαια, να μην υπάρχει σύγκριση, καθώς ήταν μια άλλη εποχή για τα έντυπα, που τα συντηρούσαν κυρίως οι αναγνώστες τους και όχι οι διαφημιζόμενοι πελάτες. Κυρίως, όμως, ήταν ένα περιοδικό γεμάτο φαντασία. Σε ένα από τα πρώτα τεύχη, ως μέρος μια συνέντευξης με έναν σχεδιαστή χάρτινων κοσμημάτων, υπάρχει σελίδα με πατρόν – ο αναγνώστης πρέπει να κόψει τα περιγράμματα και να φτιάξει τα δικά του χάρτινα κοσμήματα. Σε ένα άλλο τεύχος η «Βαβέλ» μοιάζει γκόνζο – πολλά χρόνια προτού αρχίσουν όλοι να ξεγυμνώνονται στα περιοδικά. Στην τελευταία σελίδα ένας άντρας ποζάρει με φόντο τη θάλασσα και δυο γυναικεία στήθη. Από κάτω η λεζάντα γράφει: «Ο φίλος και συνεργάτης μας Χ ποζάρει στις διακοπές του με φόντο το χαρακτηριστικό τοπίο της Τήνου». Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
-
-
Ένα από τα πιο ρομαντικά και ακέραια πειράματα στο χώρο των ελληνικών περιοδικών. Kάθε φορά που η Βαβέλ αναφέρεται κάπου ή βλέπω ένα παλιό της εξώφυλλο στο ίντερνετ, συνειδητοποιώ την ιστορία που έχει γράψει. Δυσανάλογα επιδραστική, αν σκεφτείς ότι πρόκειται για ένα περιοδικό κόμικς. Βέβαια, τότε, στα μακρινά και ξεφτισμένα έιτις, το κόμιξ ήταν ο πολιορκητικός κριός των νέων πραγμάτων. Απελευθερωτικό, λαϊκό, τολμηρό και πολιτικό με έναν αλλιώτικο τρόπο. Στην Ελλάδα όμως ήταν κάτι ακόμα: έγινε ο πόλος έλξης των νέων παιδιών που ψαχνόντουσαν γενικώς και στο γερασμένο κόσμο των media εκείνης της εποχής δεν έβρισκαν καμία αντιστοιχία. Ακόμα κι εκείνοι που δεν κοβόντουσαν για τα κόμικς πήγαιναν στη Βαβέλ, έτσι όπως πας στην πηγή: να διαβάσουν τα μόνα κείμενα που μίλαγαν τη γλώσσα τους, να γίνουν μέρος μιας νέας ηθικής στάσης απέναντι στην κοινωνία που δεν είχε σκυφτό κεφάλι, αλλά ούτε και τον αρτηριοσκληρωτισμό της Αριστεράς. Αυτό οφειλόταν βασικά σε δύο πρόσωπα καλής στόφας: τη Νίκη Τζούδα και τον υπέροχο, ντροπαλό Γιώργο Σιούνα. Ελάχιστοι επέδειξαν μέσα στα χρόνια ακεραιότητα σαν τη δική τους και τέτοια αρχοντική απόσταση από το αρπακτικό ήθος που εξωθεί αγχωτικά τους «πρίγκιπες του αντεργκράουντ» να μεγαλώνουν, να μεγαλώνουν, να μεγαλώνουν μέχρι να γίνει κρέας η μούρη τους. Η Βαβέλ δεν ήθελε να μεγαλώσει. Μάλλον δεν ήθελε να μεγαλώσει με τους γνωστούς τρόπους της πιάτσας. Ανέκαθεν τη διέπνεε ένας ρομαντικός αέρας και εκείνο το άραγμα που χαρακτηρίζει τους ήσυχους ανθρώπους που τα 'χουν καλά με τον εαυτό τους. Άλλωστε, πάντα ήταν μέσα στα καλύτερα. Με τους καλύτερους. Κι ακόμα και σήμερα μπορεί και συγκεντρώνει στο φεστιβάλ της τα καλύτερα παιδιά της πόλης. Δεν το λέω ως σχήμα λόγου. Ο πυρήνας των φαν της Βαβέλ είναι ένας από τους καλύτερους. Δεν νοσταλγώ εκείνη την εποχή, διότι τώρα ζω καλύτερα. Μου λείπει όμως εκείνη η εφίδρωση που ήταν μαζί περιέργεια και λαχτάρα συμμετοχής όταν έπιανα το νέο τεύχος της Βαβέλ στα χέρια μου. Δημοσίευε τα τέλεια κόμικς του ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Νένες ήταν απογειωτικός, ο Κούλας είχε αφηνιάσει μέσα στον πειραματισμό του γουορχολικού ποπ. Ήταν ένα πανηγύρι από ερεθίσματα που απλώς κανένας άλλος δεν έδινε τότε, μέχρι που ήρθε το Κλικ και ανέλαβε τη νέα εποχή εργολαβία. Επιτυχώς, δυστυχώς! Ομολογώ πως σήμερα δεν υπάρχουν περιοδικά ή εφημερίδες που επαναλαμβάνουν εκείνο το πράγμα. Ούτε μπορεί να επαναληφθεί. Τα νέα παιδιά δεν είναι διψασμένα και ζόρικα όπως παλιά: φτιάχνουν πια online τις κοινότητές τους, ξέρουν τα νέα πράγματα εν τη ψηφιακή γενέσει τους και τα media που διαβάζουν πάσχουν λίγο-πολύ από ένα είδος αυτάρεσκου αυτισμού. Η Βαβέλ αντέχει όλα αυτά τα χρόνια (με ζόρια) διότι ποτέ δεν μας ξενέρωσε. Είναι ο τίμιος μαλάκας της παρέας, που διάλεξε τη μικρή ευτυχία από τη μεγάλη αρπακτικότητα. Όλη η πόλη σκέφτεται τη Βαβέλ με τρυφερότητα, ως κάτι ακέραιο και έντιμο, που δεν την πρόδωσε όλα αυτά τα χρόνια. Γιώργο, Νίκη, Σταύρο, Παυλίνα (αγαπημένη ξενύχτισσα του λέτερινγκ), ανάμεσα σε γάτες, μυθικές πόλεις του Μπιλάλ, ρεμάλια του Reiser, υπεράνθρωπους του Τορνατόρε, κουμπιά του Μανάρα, φοξ τροτ στην άμμο του Λουστάλ, «Αεροπλανάκια», στίχους του Μπωντλαίρ πάνω από δυστοπικές μητροπόλεις, φιλιά, γυμνές γυναίκες με μεγάλα καπούλια και τα λεπτά, θανατόληπτα χάικου του Copi (που ήταν ο αγαπημένος μου), σας ευχαριστώ απ' την καρδιά μου για όλα όσα μου δώσατε. Εσείς είσαστε οι αληθινοί υπουργοί Πολιτισμού της γενιάς μου. Chapeau! Ευχαριστούμε τη Νίκη Τζούδα για την παραχώρηση των εξωφύλλων. Και το σχετικό link...
-
Σειρά : Noir Άλλος ένας τίτλος για ψυλλιασμένους. Το όνομα "Νέστωρ Μπούρμα" δεν υπάρχει καν στο οπισθόφυλλο (η ράχη είναι κενή στοιχείων). Στη πραγματικότητα είναι ο πρώτος τόμος επί συνόλου 7 (ο 7ος μόλις κυκλοφόρησε στη Γαλλία). Συγχωρείται όμως η Βαβέλ γιατί εκείνη την εποχή είχε κυκλοφορήσει μόνο ο πρώτος. Όλη η σειρά είναι σε σενάριο Léo Malet, οι 5 πρώτοι τόμοι (και αυτός φυσικά) σε σκίτσο Jacques Tardi, οι 2 τελευταίοι σε σκίτσο Emmanuel Moynot. Έκδοση της βαβέλ NOIR του Γενάρη 1986 σε μετάφραση Βαρβάρας Δεληβοριά. 74 α/μ σελίδες με μια περιπέτεια του πρώην αναρχικού, νυν αστυνομικού Νέστωρα Μπούρμα σε 21χ28 εκ. διαστάσεις. Πρωτότυπος τίτλος: Brouillard au pont de Tolbiac Είναι μια περιπέτεια του πρώην αναρχικού ντετέκτιβ Νέστωρ Μπουρμά, ο οποίος λαμβάνει στο γραφείο του ένα αινιγματικό σημείωμα. Ενας άγνωστος σε αυτόν αποστολέας, ο οποίος στη συνέχεια αποδεικνύεται πως είναι παλιός σύντροφός του, θαμώνας σε ένα κέντρο φανατικών χορταροφάγων στην οδό Τολμπιάκ, ο Αλμπέρ Λεναντέ, ένας ονειροπόλος αναρχικός ρακοσυλλέκτης, τον καλεί να τον επισκεφθεί στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται, ύστερα από μια επίθεση με μαχαίρι, ώστε να σωθούν μερικοί φίλοι του. Φθάνοντας όμως εκεί ο τραυματισμένος είναι ήδη νεκρός και ο Μπουρμά με τη βοήθεια της Μπελίτα Μοράλες, μιας όμορφης νεαρής τσιγγάνας, προστατευομένης του μυστηριώδους ασθενούς, προσπαθεί να εξιχνιάσει την υπόθεση, με την οποία ασχολείται παράλληλα και η επίσημη παρισινή αστυνομία με τον επιθεωρητή Φαμπρ και τον αρχηγό Φαρού. Ερευνώντας και ψάχνοντας τα αποκόμματα παλιών εφημερίδων ο Μπουρμά ανακαλύπτει ότι το θύμα μαζί με κάποιους αναρχικούς συντρόφους του σχεδίαζαν μια γερή μπάζα, που ίσως ήταν η ληστεία μιας χρηματαποστολής που έγινε το 1936 και οδήγησε στην εξαφάνιση ή στον θάνατο του υπαλλήλου που μετέφερε τα χρήματα. H νεαρή τσιγγάνα είναι το κλειδί στην υπόθεση, χάρη σε αυτήν ο Μπουρμά φθάνει στο ξετύλιγμα της πλοκής, η παρουσία της όμως δίνει στον συγγραφέα την ευκαιρία να δημιουργήσει ένα σύντομο ειδύλλιο ανάμεσα σε αυτήν και στον ήρωα. Ωστόσο το κύριο μέλημα του Μαλέ είναι να αφηγηθεί μια ιστορία με κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις, δεδομένου ότι οι παλιοί σύντροφοι του νεκρού ρακοσυλλέκτη δεν είναι τόσο σύντροφοι ούτε τόσο έντιμοι όσο θα επέβαλλαν οι ιδέες τους ......... Ευχαριστούμε τον mOeBiUs για τα επιπλέον στοιχεία.
- 24 replies
-
- 25
-
-
- emmanuel moynot
- léo malet
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
-
Είναι 1984 και απο την Βαβέλ (μέσα λέει για την Ars Longa 1984....) κυκλοφορεί αυτο το πoλύ αστείο βιβλιαράκι απο Copi... To μέγεθος είναι σαν ενα βιβλιαράκι του Αρκα και η μετάφραση είναι απο Νίκη Τζούδα και Γιώργο Σούνα.... Σελίδες 84 (80 + εξώφυλλα).... Οποιος διάβαζε Βαβέλ, θα είχε δει να παίζουν Πολύ τα σχέδια του Copi εκείνη την εποχή... Απλό, λιτό σχέδιο αλλα με παρα πολύ έξυπνο χιούμορ που συνήθως είναι πικρό και γεμάτο ειρωνία..... Ευχαριστούμε για το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο τον albert.
-
Στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών, στο πλαίσιο των προφεστιβαλικών εκδηλώσεων του ComicdomCon Athens 2025, συναντήσαμε τον μεγάλο ιταλό πολιτικό σκιτσογράφο και κομίστα Φραντσέσκο Τούλιο Αλτάν. Γεννημένος το 1942, με βινιέτες και κόμικς που συνδυάζουν γκροτέσκο χιούμορ, κοινωνικοπολιτική σάτιρα, σουρεαλισμό και μια συνειδητότητα του πεπερασμένου, καθιερώθηκε ως ο σημαντικότερος πολιτικός γελοιογράφος της Ιταλίας. Στην Ελλάδα τον μάθαμε μέσα από τις σελίδες των περιοδικών «Βαβέλ» και «Παρά Πέντε». Από τα χαρακτηριστικά του κόμικς με τον Κολόμπο και την αντα μέχρι τη λατρεμένη στην Ιταλία παιδική του ηρωίδα, τη σκυλίτσα Πίμπα, η δουλειά του Αλτάν ανατρέπει τις συμβάσεις και αποκαλύπτει την ανθρώπινη φύση. Η συζήτησή μας προσπάθησε να ανατρέξει τη συνολική του πορεία, το υπόβαθρο, τις επιρροές και τις επιδιώξεις του, ενώ κατέληξε στο σήμερα σε ό,τι αφορά την επικαιρότητα και τη γελοιογραφία, με τις απαντήσεις του Αλτάν να μας αποκαλύπτουν ότι για τον ίδιο το χιούμορ πρέπει να έχει και συναισθηματική νοημοσύνη. Κύριε Αλτάν, μου αρέσει ο τρόπος που η δουλειά σας, από τα σκίτσα ως τα κόμικς, εμπεριέχει με κάποιον τρόπο κάτι το παράλογο. Στις πρώτες μου δουλειές υπάρχουν στοιχεία σουρεαλισμού, πριν όμως όλο αυτό να εξελιχθεί σε κανονική δουλειά. Εσείς ωστόσο μιλάτε για το παράλογο. Υπάρχει όντως το παράλογο. Βγαίνει αυθόρμητα. Άλλωστε ο παραλογισμός είναι η ομορφιά της ύπαρξης. Πώς σας αρέσει να σας αποκαλούν ως καλλιτέχνη; Προτιμώ το σκιτσογράφος (στα ιταλικά, βινιετίστας), γιατί δουλειές όπως τα παλιά μου βιβλία κόμικς έχω πολλά χρόνια να κάνω. Είναι εξαιρετικά κουραστική η δουλειά του κομίστα για μένα πια. Είπατε πριν ότι το παράλογο προκύπτει αυθόρμητα. Πιστεύετε πως όσα ζούμε δεν βγάζουν νόημα; Ελπίζω ότι βγάζουν νόημα. Βέβαια μερικές φορές έχω αμφιβολίες, ειδικά τον τελευταίο καιρό. Έχετε σχεδιάσει βιβλία για παιδιά, βινιέτες, κόμικς, πολιτικές γελοιογραφίες. Ποια η μεγαλύτερη πρόκληση στο να περνάτε από το ένα είδος στο άλλο; Δεν το αντιμετωπίζω ως πρόκληση. Έκανα πράγματα τα οποία άλλοι έκαναν καλύτερα από μένα. Βασικά, όπως όλοι, μιμούμουν ανθρώπους που θαύμαζα. Στην πορεία ο καθένας βρίσκει τον δρόμο του. Συνεπώς δεν είναι πρόκληση. Έπειτα, όσο περνάει ο χρόνος, δεν αντιμετωπίζω τίποτα ως πρόκληση. Επιρροές που διαμόρφωσαν τη δουλειά σας; Είναι πολλοί αυτοί που θαυμάζω, αλλά σε ό,τι με αφορά ψάχνω πάντα το χιούμορ με μια διάσταση σχεδόν γκροτέσκα. Ίσως είμαι πιο κοντά στους αντεργκράουντ αμερικανούς δημιουργούς όπως ο Ρόμπερτ Κραμπ ή στους γάλλους δημιουργούς που τότε δημοσίευαν στο περιοδικό «Hara-Kiri» [σ.σ.: «Hara-Kiri» ήταν ένα γαλλικό σατιρικό περιοδικό και εφημερίδα, πρόδρομος του «Charlie Hebdo». Κυκλοφόρησε από το 1960 έως το 1989, με την εβδομαδιαία έκδοσή του («Hara-Kiri Hebdo») να απαγορεύεται από τη γαλλική κυβέρνηση το 1970, λόγω μιας αμφιλεγόμενης σάτιρας για τον θάνατο του προέδρου Σαρλ ντε Γκωλ. Ως αντίδραση, οι βασικοί συντελεστές του δημιούργησαν το «Charlie Hebdo». Στο «Hara-Kiri» δημοσίευσαν, μεταξύ άλλων, οι Ζορζ Βολίνσκι και Ρεζέρ, καθώς και άλλες εμβληματικές μορφές της γαλλικής γελοιογραφίας και σάτιρας], ακόμα και το σχέδιο των οποίων ήταν επιτηδευμένα άσχημο. Προτιμάτε περισσότερο κάποιο από τα είδη με τα οποία έχετε καταπιαστεί; Σίγουρα αγαπώ ιδιαίτερα την Pimpa. Με διασκέδαζε πολύ αυτού του είδους η δουλειά. Όμως τρέφω ιδιαίτερη νοσταλγία για τις ιστορίες κόμικς που δημιούργησα γιατί με διασκέδαζαν πολύ και απαιτούσαν πολλή ενέργεια, που δυστυχώς δεν έχω πια. Είναι πολύ βαριά και απαιτητική δουλειά. Φέτος η παιδική σειρά σας, η Pimpa, έκλεισε τα 50. Το ξεκινήσατε για το παιδί σας. Το συνεχίζετε για μισό αιώνα. Πώς είναι όλη αυτή η πορεία; Ναι, είναι αλήθεια, το ξεκίνησα παίζοντας με την κόρη μου, η οποία παρεμπιπτόντως έκλεισε φέτος τα 53 της χρόνια και η Pimpa τα 50. Μετά το συνέχισα για το περιοδικό «Corriere dei Piccoli» και πλέον υπάρχει ένα μηνιαίο περιοδικό αφιερωμένο αποκλειστικά σ’ αυτήν, για το οποίο εξακολουθώ να εργάζομαι, πράγμα που κάνω με μεγάλη ευχαρίστηση. Από τότε έχουν περάσει τρεις γενιές μεγαλωμένες με την Pimpa, με τη μια να το περνάει στην επόμενη. Συνεχίζω να το κάνω, αισθανόμενος σχεδόν μια αίσθηση ευθύνης απέναντι σ’ αυτά τα παιδιά. Αυτά τα 50 χρόνια που σχεδιάζετε αυτή την ηρωίδα έχετε νιώσει ποτέ εγκλωβισμένος; Όχι, εγκλωβισμένος δεν ένιωσα. Δεν ξέρω κατά πόσο υπήρχε μια διαρκής προσωπική εξέλιξη όλα αυτά τα χρόνια, ξέρω όμως ότι ο κόσμος της Pimpa έχει πια τους δικούς του κανόνες, τους οποίους επέβαλε η ίδια και δεν τους εφηύρα εγώ. Αφ’ ης στιγμής μού έρχεται μια έμπνευση, είναι πολύ εύκολο να την εντάξω στον κόσμο της. Σαν να πηγαίνει από μόνο του. Με συγκινεί πολύ η ανταπόκριση που έχει η ηρωίδα αυτή σε τρεις διαδοχικές γενιές. Στις δουλειές σας διακρίνουν μερικοί μηδενισμό, μισανθρωπισμό, αποξένωση, απαισιοδοξία. Εσείς είστε κάτι απ’ όλα αυτά; Αισιοδοξείτε καθόλου; Νομίζω ότι αν ήμουν όλα αυτά δεν θα έκανα αυτή τη δουλειά. Ο κόσμος είναι γεμάτος κακούς ανθρώπους, όμως εγώ δεν είμαι μισάνθρωπος. Τους συμπαθώ και τους κακούς, ειδικά όταν τους σχεδιάζω. Μπορεί να ακουστεί κάπως κοινότοπο, αλλά ας πούμε ότι και αυτοί είναι παιδιά μου. Έχετε συνεργαστεί για να δημοσιεύσετε τη δουλειά σας με πλήθος εντύπων όλα αυτά τα χρόνια. Αντιμετωπίσατε ποτέ πρόβλημα στο να περάσει το σκίτσο, να πείτε αυτό που θέλετε; Εδώ και 50 χρόνια συνεργάζομαι με έναν συγκεκριμένο ατζέντη που αντιμετωπίζει τυχόν προβλήματα. Δεν έχω ασχοληθεί ποτέ με κανένα συμβόλαιο. Ο ατζέντης έλυνε τα ανακύπτοντα ζητήματα και «απορροφούσε» τους κραδασμούς. Δημοσιεύω δύο βινιέτες την εβδομάδα, χωρίς να έχω συζητήσει το θέμα με κανέναν σε κανένα έντυπο. Στέλνω απλώς τη βινιέτα. Έχετε δεχτεί ποτέ αντιδράσεις για κάποιο σκίτσο; Μονάχα μια μήνυση μετρώ στο ενεργητικό μου από τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, κι αυτό γιατί σε μια βινιέτα ανέφερα την εταιρεία του που λέγεται Mediaset, ενώ έπρεπε να έχω αναφέρει την άλλη του εταιρεία που λέγεται Fininvest. Είχα μπερδέψει τις εταιρείες του. Φυσικά αθωώθηκα. Δειλιάσατε ποτέ να σατιρίσετε κάτι; Ναι, αλλά όχι για πολιτικά θέματα. Μάλλον για τραγικά γεγονότα, που, ακόμα κι αν μου ερχόταν ένα έξυπνο αστείο, δεν το έκανα γιατί θεωρούσα ότι ήταν πολύ σοβαρά και δεν επιδέχονταν σάτιρα. Συνεπώς, δεν πιστεύετε ότι μπορούμε να κάνουμε χιούμορ με τα πάντα. Όχι, δεν το πιστεύω. Είδαμε πρόσφατα, φέρ’ ειπείν, τη λογοκρισία που υπέστη η βραβευμένη με Πούλιτζερ γελοιογράφος της «Washington Post» από τον ιδιοκτήτη της εφημερίδας Τζεφ Μπέζος, όταν επιχείρησε να τον σατιρίσει. Φυσικά, τέτοια περιστατικά είναι απόλυτα κατά της δημοκρατίας και της ελευθερίας του λόγου, αλλά πια αυτοί οι 4-5 άνθρωποι είναι ανεξέλεγκτοι και αυτοί δεν σου επιβάλλουν λογοκρισία. Αγοράζουν απλά την εφημερίδα σου και σε θέτουν εκτός. Μπήκατε στο επάγγελμα σε μια περίοδο που πλάι σας πορεύονταν θρύλοι των κόμικς και της γελοιογραφίας. Τόσο στην Ιταλία όσο και στη Λατινική Αμερική. Είχατε φίλους; Πιο κοντά απ’ όλους ήμουν με τον Κίνο. Ίσως επειδή άρεσε και στους δυο μας το κόκκινο κρασί. Θυμάμαι μια φορά κάποιος ρώτησε τον Κίνο αν πίνει και μόνος του. Και του απάντησε: «Μ’ ένα ποτήρι κόκκινο κρασί δεν είσαι ποτέ μόνος». Πώς περάσατε από τον ορθολογισμό της αρχιτεκτονικής στον πειθαρχημένο παραλογισμό των κόμικς; Μα δεν τελείωσα ποτέ την αρχιτεκτονική. Από τα 36 μαθήματα που ήταν τότε, πέρασα τα 26. Μετά πήγα για λίγο στη Βραζιλία κι έμεινα εκεί. Πήγα εξαιτίας ενός φίλου που γυρνούσε μια ταινία. Σαν βοηθητικό προσωπικό, ας πούμε. Δεν είχα ιδέα φυσικά από σινεμά, όμως μου άρεσε πάρα πολύ η εμπειρία του κινηματογράφου. Μαγεύτηκα από τη Βραζιλία κι εκεί γνώρισα και τη γυναίκα μου και γεννήθηκαν η κόρη μας, η Κίκα, και η ηρωίδα μου, η Pimpa. Πώς δουλεύετε; Ελεύθερα; Με ωράριο και πειθαρχία; Παλιά, όταν έκανα κόμικς, δούλευα μόνο το βράδυ μέχρι τις 04.30, και μετά κοιμόμουν ως το μεσημέρι. Τώρα πια δουλεύω φυσικά λιγότερες ώρες, κυρίως το πρωί, αλλά δουλεύω κάθε μέρα. Πώς σας διαμόρφωσαν η καταγωγή σας και η παρουσία στη ζωή σας του καταξιωμένου μπαμπά σας; Είχα την τύχη να μεγαλώσω σ’ ένα σπίτι που διάβαζαν πολύ, ήταν εξαιρετικά καλλιεργημένοι… Ο πατέρας μου, όντως, ήταν το μεγαλύτερο όνομα της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στην Ιταλία κι έτσι μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι μ’ έναν πλούτο βιβλίων και μπορούσα να διαβάσω ό,τι ήθελα έχοντας συγχρόνως μια καλή σχέση με τον πατέρα μου, ο οποίος με βοήθησε πολύ. Δεν είχα βέβαια κινητό τηλέφωνο. Γιατί το λέτε αυτό; Γιατί νομίζω ότι χάνονται πολύς χρόνος και συγκέντρωση με τα κινητά. Πώς κατορθώνει ένας άνθρωπος όπως εσείς, που προέρχεται από μια ευκατάστατη οικογένεια, να βγει από το προσωπικό του προνόμιο και να δει τη μεγάλη εικόνα – άλλα πράγματα, τα οποία να μεταβολίσει και ύστερα να θίξει και να καυτηριάσει; Νομίζω στην αφύπνισή μου και στον αριστερό προσανατολισμό μου έπαιξε μεγάλο ρόλο η Βραζιλία. Γυρνώντας για τις ανάγκες της ταινίας (που λέγαμε πριν) σε όλη τη Βραζιλία, είδα με τα μάτια μου τις ταξικές διαφορές και εκτέθηκα σ’ αυτές για πρώτη φορά. Ήταν σαν να ξύπνησα ένα πρωί στον «τρίτο κόσμο». Ήταν μεγάλο σχολείο για μένα. Γιατί πιστεύετε άλλοι δεν το κατορθώνουν αυτό; Νομίζω πως σήμερα οι περισσότεροι δυσκολεύονται να βγουν από τον μικρόκοσμό τους. Κι αυτό είναι κάτι που προωθείται από πάνω μαζί με τον φόβο πως ίσως να χάσεις τον μικρόκοσμό σου, οπότε μη βγεις και πολύ από αυτόν. Είναι μια παλιά τεχνική. Κάνατε πρόσφατα ένα σκίτσο με τον Τραμπ. Μια παραλλαγή ενός κλασικού αστείου σας. Πώς τον βλέπετε; Σκέφτομαι το χειρότερο δυνατό. Ξεπερνάει κάθε λογική. Είναι ακατανόητο πώς ένας λαός εκλέγει τέτοια άτομα. Εγώ είμαι 23. Θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα με ειρήνη, ενωμένη Ευρώπη, ευρωπαϊκά λεφτά στην τσέπη, Ίντερνετ και ελεύθερη μετακίνηση. Εσείς έχετε πιο πολλές εικόνες. Θυμάστε ένα μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα. Τι θα λέγατε σε έναν άνθρωπο της γενιάς μου σήμερα; Να αντέξετε και να αντισταθείτε γιατί οι εποχές είναι πολύ δύσκολες. Λυπάμαι πολύ. Σ.σ.: θερμές ευχαριστίες στη Νίκη Τζούδα, συνεκδότρια του περιοδικού «Βαβέλ», και στην Εύη Τζούδα για την πολύτιμη βοήθειά τους με τη διερμηνεία της συνέντευξης. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
-
- francesco tulio altan
- βαβέλ
- (and 7 more)
-
Αν και είναι γνωστός κυρίως για το σαρκαστικό χιούμορ των κόμικς και των γελοιογραφιών του και τους αντιηρωικούς χαρακτήρες του, ορισμένες φορές συνομιλεί με εικαστικά έργα του παρελθόντος. Και το κάνει υπέροχα. Την περασμένη εβδομάδα επισκέφθηκε την Αθήνα ο μεγάλος Ιταλός δημιουργός Francesco Tullio Altan. Η παρουσία του στη χώρα μας ήταν μια καλή αφορμή για μια αναψηλάφηση κάποιων λεπτομερειών της δουλειάς του που συνήθως παραμένουν στο περιθώριο, υποτονισμένες και επισκιασμένες από το διαβρωτικό χιούμορ που κυριαρχεί σε κάθε του σκίτσο, σε κάθε του καρέ. Μια από αυτές τις λεπτομέρειες είναι η περιστασιακή του «καταφυγή» σε γνωστά έργα τέχνης του παρελθόντος από τα οποία εκκινεί για να τα παρωδήσει και να τα προσαρμόσει στις δικές του αφηγήσεις, κλείνοντας πονηρά το μάτι στον αναγνώστη και καθιστώντας τον «συνένοχο» της «βεβήλωσης», με την προϋπόθεση ότι αυτός θα αντιληφθεί την «παρουσία» του πρωτοτύπου και την εσκεμμένη παραποίησή του. Αν δεν τα αντιληφθεί όλα αυτά, μπορεί και πάλι να απολαύσει το έργο χωρίς συνέπειες. Αν όμως καταλάβει από πού προέρχεται η έμπνευση για κάποιες εικόνες, αν θυμηθεί το αρχικό τους πλαίσιο, αν ανατρέξει στα βιβλία για να τις (ξανα)μελετήσει, αν τελικά τις αντιμετωπίσει με ανοιχτό μυαλό, αναπλαισιωμένες και αλλαγμένες, θα καταφέρει να πολλαπλασιάσει την απόλαυση και να γίνει συνδημιουργός του νοήματος ενώ παράλληλα θα επανανοηματοδοτήσει τα πρωτότυπα. Τα έργα τέχνης άλλωστε δεν είναι ιερά τοτέμ, η ιδιοποίησή τους δεν αποτελεί ταμπού, δεν μπορούν να τοποθετηθούν σε ερμητικά κλειστές προθήκες μνήμης και νοήματος. Αντιθέτως, για να παραμένουν επίκαιρα και ζωντανά, για να προκαλούν συνειρμούς και να συμβάλλουν στην κατανόηση της Ιστορίας και του παρόντος, πρέπει να διατηρούν μια ρευστότητα και μια ευελιξία (επανα)χρήσης. Φρανθίσκο Γκόγια, «Ο Κρόνος καταβροχθίζει τον γιο του», 1823 Ο Altan φαίνεται να το γνωρίζει καλά και να μη διστάζει να παίξει με τη φωτιά της αναμέτρησης με εμβληματικά έργα της ιστορίας της τέχνης. Όπως για παράδειγμα με τον μυθολογικό «Κρόνο που καταβροχθίζει τον γιο του», συγκλονιστικό και μακάβριο πίνακα του Ρούμπενς (1636) τον οποίο θεματικά επανέλαβε και ο Γκόγια (1823). Κι αν στον Ρούμπενς επικρατεί μια επιτηδευμένη μπαρόκ θεατρικότητα με έμφαση στις σκισμένες σάρκες του μικρού παιδιού που ουρλιάζει και στον ρομαντικό Γκόγια τονίζεται η παράνοια του θεού-πατέρα που κυριολεκτικά παραμορφώνεται τη στιγμή της παιδοκτονίας, στον Altan κυριαρχεί ο απόλυτος κυνισμός, ο ωμός πραγματισμός της εποχής μας. Δεν πειράζει να τρώμε τα παιδιά μας, υπαινίσσεται ο Altan, αρκεί να μην προσβάλλουμε τα χρηστά ήθη του αστικού καθωσπρεπισμού μας. Σε μια παρόμοια απόπειρα, ο Altan στρέφεται στην παράδοση των εξιδανικευμένων Αφροδιτών και τις σατιρίζει πλησιάζοντας περισσότερο και πάλι στον Γκόγια ή και στον Μανέ και όχι στις αναγεννησιακές φιγούρες της θεάς της ομορφιάς. Η γυμνή Αφροδίτη, ηδυπαθώς ξαπλωμένη (π.χ. Τισιάνο, Αφροδίτη του Ούρμπινο, 1534) ή ελαφρώς κοιμώμενη (π.χ. Τζιορτζιόνε, Κοιμώμενη Αφροδίτη, 1540) αποτέλεσε κατ’ επανάληψη θέμα της δυτικής ζωγραφικής. Εντουάρ Μανέ, «Ολυμπία», 1863 Ο Γκόγια την εξανθρώπισε με τη «Γυμνή Μάχα» του (1792) για να εξοργίσει την Ιερά Εξέταση που σκανδαλίστηκε με το γυμνό σώμα μιας καθημερινής γυναίκας της λαϊκής τάξης, και ο Μανέ προκάλεσε ακόμη περισσότερο τον ακαδημαϊσμό και τις συμβάσεις τοποθετώντας στη θέση της μια ιερόδουλη («Ολυμπία», 1863) την ώρα της εργασίας της, κοιτώντας κατάματα τους υποκριτές θεατές της και δυνητικούς πελάτες της. Ο Altan παρουσιάζει στην ίδια στάση την Άντα, τη δική του σάρκινη πρωταγωνίστρια και μοναδικό θετικό χαρακτήρα σε ένα βιβλίο που ασφυκτιά από ηλίθιους, απατεώνες και γλοιώδεις άνδρες. Μόνο που από το «αναγεννησιακό παράθυρο προς τον κόσμο» φαίνεται νύχτα, ενώ τη θέση της υπηρέτριας έχει πάρει ένας σιχαμερός, κουτοπόνηρος τυχοδιώκτης και στο ακατάστατο δωμάτιο κυριαρχούν οι μύγες. Λίγες σελίδες νωρίτερα, η Άντα θα μιμηθεί την απελπισμένη φιγούρα του πρώιμου εξπρεσιονισμού του Μουνκ («Κραυγή», 1893), όχι όμως επειδή τελεί εν συγχύσει στον αναδυόμενο, μοντέρνο, βιομηχανικό κόσμο του τέλους του 19ου αιώνα αλλά γιατί την καταδιώκουν αυτοί που έχουν βάλει στο μάτι την κληρονομιά της. Hokusai, «Το Μεγάλο Κύμα», 1831 Και σε πιο ανύποπτες στιγμές όμως, για παράδειγμα όταν πλησιάζουν στο τέλος τους οι απολύτως αποτυχημένες απόπειρες του Κολόμβου να ανακαλύψει νέες ηπείρους στο αντιαποικιακό Colombo, το καράβι του περιδινείται στο «Μεγάλο Κύμα» (1831) του Χοκουσάι. Μόνο που στο έργο του Ιάπωνα χαράκτη και ζωγράφου, στο βάθος υπήρχε το μεγαλοπρεπές όρος Φούτζι. Στο Colombo υπάρχουν μόνο αστραπές και κεραυνοί, συμπληρώνοντας το διάχυτο κλίμα σήψης, παρακμής και καταστροφής που διαπνέει το σύνολο του έργου του Altan. Ένα έργο στο οποίο ο κόσμος μας βρίσκεται ένα βήμα πριν το τέλος (ή ένα βήμα μετά;) συμπαρασύροντας μαζί του και τα έργα τέχνης του παρελθόντος. Τα μόνα, ίσως, που θα άξιζε να σωθούν από έναν τέτοιο κόσμο. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
-
- francesco tullio altan
- altan
- (and 5 more)
-
Μία κατάμεστη αίθουσα εκδηλώσεων του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών υποδέχτηκε τον Αλτάν την περασμένη εβδομάδα για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Μία σπάνια και άκρως ενδιαφέρουσα συνάντηση με τον κορυφαίο Ιταλό γελοιογράφο και δημιουργό κόμικς στο Ιταλικό Ινστιτούτο πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 6 Μαρτίου στο πλαίσιο των προφεστιβαλικών δράσεων του Comicdom Con Athens 2025 – και φυσικά το Καρέ Καρέ ήταν εκεί! Αλλά όχι μόνο. Η αίθουσα εκδηλώσεων του Ινστιτούτου ήταν ασφυκτικά γεμάτη και οι επιπλέον καρέκλες δεν σταμάτησαν να προστίθενται ακόμα και μετά την έναρξη της ομιλίας. Αρχικά, ο διευθυντής του Ιταλικού Ινστιτούτου κ. Francesco Neri στάθηκε στην επέτειο 50 ετών από τη δημιουργία της Πίμπα, της δημοφιλέστερης ηρωίδας για παιδιά που δημιούργησε ο μεγάλος Ιταλός καλλιτέχνης. Το Ιταλικό Ινστιτούτο εξασφάλισε μερικά αντίτυπα της ειδικής έκδοσης του ιταλικού υπουργείου Εξωτερικών «Pimpa viaggia in Italia» (Η Πίμπα ταξιδεύει στην Ιταλία) και τα μοίρασε σε όσα παιδιά βρίσκονταν στην αίθουσα. Ομοτράπεζοι του Altan ήταν ο «δικός μας» ιστορικός τέχνης και δημοσιογράφος Γιάννης Κουκουλάς, ο σχεδιαστής κόμικς Παναγιώτης Μητσομπόνος και ο γελοιογράφος και σχεδιαστής κόμικς Σπύρος Δερβενιώτης. Κατά την αρχική εισήγησή του ο Κουκουλάς μάς ξενάγησε στον κόσμο του Altan, έναν κόσμο σε παρακμή, γεμάτο αντιηρωικές φιγούρες που εκ πρώτης όψεως προκαλεί μηδενική ταύτιση στον αναγνώστη. Κάνοντας μια σύντομη ανασκόπηση στην εκδοτική παρουσία του καλλιτέχνη στην Ελλάδα, ο Κουκουλάς επισήμανε ότι δουλειά του δημοσιευόταν ήδη από τις σελίδες του πρώτου τεύχους της «Βαβέλ», ενώ συχνά σχέδιά του κοσμούσαν εξώφυλλα του περιοδικού. Ενδιαφέρον είχε η μοναδική ένσταση του καλλιτέχνη σε όσα του «καταλόγισε» ο εισηγητής αναφορικά με τον κυνισμό του: ο Altan υπογράμμισε πως δεν είναι κυνικός ο ίδιος, ασχέτως αν είναι οι χαρακτήρες του – σε αντίθεση με αυτούς, ο ίδιος συνεχίζει να ελπίζει. Με τη σειρά του, ο ιταλοτραφής Παναγιώτης Μητσομπόνος μοιράστηκε μαζί μας την προσωπική του εμπειρία με το έργο του Altan, εστίασε όμως περισσότερο σε μια πιο αθέατη πλευρά του, αυτή του Kamillo Kromo, ενός ήρωα για – όχι και τόσο μικρά – παιδιά που δημιούργησε ο Altan όσο ήταν στο Ρίο Ντε Τζανέιρο το 1973, ενός χαμαιλέοντα που δεν μπορεί να μάθει τα χρώματα, ανοίγοντας ενδιαφέρουσες συζητήσεις για τη διαφορετικότητα. Κατά τη συζήτηση με το κοινό που ακολούθησε, ο Altan μίλησε για όλα: για τη σχέση του με την πολιτική και την πολιτική γελοιογραφία που ξεκίνησε κατόπιν αιτήματος του τότε εκδότη του αλλά στην πορεία τού φάνηκε «διασκεδαστική», τους γυναικείους χαρακτήρες στα έργα του, ενθαρρύνοντας τις γυναίκες να «συνεχίσετε έτσι!», για την απεικόνιση υπαρκτών προσώπων… Θα ήταν το πιο ζωηρό κομμάτι της εκδήλωσης, αν δεν ακολουθούσε ο «σκιτσογραφικός διάλογος» του δημιουργού με τον Σπύρο Δερβενιώτη, κατά τη διάρκεια του οποίου οι δύο καλλιτέχνες σχεδίασαν από δέκα σκίτσα, τα οποία κληρώθηκαν τελικά σε είκοσι τυχερούς από το κοινό. Πάντα φιλικός και προσηνής, στο τέλος της εκδήλωσης ο Altan υπέγραψε και σχεδίασε σε όλους, ολοκληρώνοντας με τον καλύτερο τρόπο ένα απόγευμα με έναν θρύλο των ευρωπαϊκών κόμικς στο κέντρο της Αθήνας. Αν και δεν συνηθίζει να σχεδιάζει υπαρκτά πρόσωπα, ο Altan μας εκμυστηρεύτηκε... εμπράκτως ότι διασκεδάζει να κάνει γελοιογραφίες με τον Tραμπ. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
-
- altan
- ιταλικό μορφωτικό ινστιτούτο
- (and 6 more)
-
Στην Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας ένας ακροδεξιός βουλευτής μπουκάρει και κατεβάζει τα έργα του Χριστόφορου Κατσαδιώτη γιατί πιστεύει πως προσβάλλουν την πίστη (του). Στη Θεσσαλονίκη κάποιοι ακροδεξιοί απειλούν να γκρεμίσουν το γλυπτό που πρόκειται να ανεγερθεί στη μνήμη του Γιάννη Μπουτάρη στην πλατεία Φαναριωτών. Πριν από λίγο καιρό αποσύρθηκε το έργο της Γεωργίας Λαλέ από το ελληνικό προξενείο της Νέας Υόρκης με εντολή Γεραπετρίτη επειδή κάποιοι άλλοι ακροδεξιοί ένιωσαν ότι προσβάλλεται η σημαία τους. Σαν πολλοί δεν έγιναν οι ακροδεξιοί εδώ πέρα και αποφασίζουν τι θα βλέπουμε και τι όχι; Και σαν πολύ θάρρος δεν πήραν τώρα τελευταία; Τους αντιμετωπίζαμε ως γραφικούς με τη λανθασμένη κι αυτάρεσκη βεβαιότητα ότι θα τους ξεράσει η Ιστορία, καθώς είχαμε την αυταπάτη ότι ο ορθός λόγος πάντα νικά και όλα τα φασιστικά απολειφάδια σκορπά. Μα αυτοί γίνονταν όλο και περισσότεροι και διαρκώς αποθρασύνονταν. Γελοιογραφία του Altan από τη συλλογή «Τέρμα η αυτολογοκρισία, είμαι ένας μαλάκας», εκδ. Βαβέλ, 1985. Με παρόμοιες κοινωνικές διεργασίες πριν από λίγα χρόνια είδαμε τη Χρυσή Αυγή από το περιθώριο να γίνεται κοινοβουλευτικός ρυθμιστής και τρίβαμε τα μάτια μας. Αλλά ήταν ήδη αργά. Μήπως τώρα μπορούμε να προλάβουμε τη «δεύτερη φορά Ακροδεξιά»; Αν την αφήσουμε να αλωνίζει θεωρώντας ότι η αστική δικαιοσύνη θα επιληφθεί του ζητήματος και το κράτος θα προστατεύσει την τέχνη, θα είμαστε βαθιά νυχτωμένοι. Ο δυτικός κόσμος δεν βαδίζει πια μόνο προς τα δεξιά. Έχει φτάσει τέρμα δεξιά. Οι κάποτε ξεπερασμένοι και αστείοι θρησκόληπτοι και πατριδοκάπηλοι νοσταλγοί του Παπαδόπουλου, των τανκς, της τάξης και της ασφάλειας απειλούν σαν οδοστρωτήρας να ισοπεδώσουν κατακτήσεις δεκαετιών. Πρέπει να περισώσουμε την τέχνη από τις ορέξεις τους. Αποτελεί την πιο εύκολη λεία τους και συνάμα, αν τα καταφέρουν να τρομάξουν τους καλλιτέχνες, την πιο συμβολική νίκη τους. Βρέχει σκατά, όλο και περισσότερα, όλο και πιο βρομερά, κι εμείς δροσιζόμαστε. Πλησιάζει η στιγμή που θα μας αναγκάσουν να τα φάμε και τότε δεν θα υπάρχει επιστροφή. Και το σχετικό link...
-
Ο ευφυής Ιταλός σκιτσογράφος και δημιουργός περίφημων κόμικς και αξιαγάπητων «χαρακτήρων» σαν τον κομμουνιστή, εργάτη Cipputi θα είναι αύριο στις 18.30 στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο για να συζητήσει με τον δημοσιογράφο Γιάννη Κουκουλά και τους σκιτσογράφους Παναγιώτη Μητσομπόνο και Σπύρο Δερβενιώτη. Δύο χαρακτηριστικοί τύποι μεσηλίκων συζητούν μεταξύ τους. «Πού θα πάει αυτή η ιστορία με την αυξανόμενη βιαιότητα των νέων;», σχολιάζει ο ένας. «Πρέπει να τους πιάσουν αυτούς τους βίαιους, να τους βγάλουν τα μάτια και να τους κόψουν το κρέας κομματάκι-κομματάκι», απαντάει ο άλλος. Κι αυτό είναι μόνο ένα από τα ευφυή, διορατικά, καυστικά σκίτσα και κοινωνικά σχόλια ταυτόχρονα του μεγάλου Αλτάν. Γνωστός και αγαπημένος και στη χώρα μας ήδη από τις αρχές του ΄80 χάρη στα περιοδικά «Μαμούθ», «Κολούμπρα» ή τη «Βαβέλ» αργότερα, ο Φραντσέσκο Τούλιο Αλτάν διατηρεί αναλλοίωτο το υπέροχα «αναρχικό» του πνεύμα, με το οποίο το τελευταίο διάστημα έχει χρήσει «βασίλισσα» των σκίτσων του την πρωθυπουργό της Ιταλίας Τζώρτζια Μελόνι σε μία σειρά δημιουργιών αφιερωμένων σ΄εκείνην. Και να που ο, γεννημένος το 1942 στο Τρεβίζο, Αλτάν που μας έχει επισκεφτεί αρκετές φορές, ξανάρχεται στη χώρα μας στο πλαίσιο των προφεστιβαλικών δράσεων του Comicdom CON Athens 2025, κατόπιν πρόσκλησης του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών. Μεθαύριο Πέμπτη στις 18.30, θα βρίσκεται στο αμφιθέατρο του Ιταλικού Ινστιτούτου (28ης Οκτωβρίου 47, 10433) για μία εκδήλωση αφιερωμένη στην πολύχρονη καριέρα και το έργο του. Θα συζητήσει με τον δημοσιογράφο Γιάννη Κουκουλά και τον σκιτσογράφο Παναγιώτη Μητσομπόνο. Τη συζήτηση θα ακολουθήσει ένας «σκιτσογραφικός διάλογος» με τον δημιουργό comics Σπύρο Δερβενιώτη, κατά τη διάρκεια του οποίου οι δύο σκιτσογράφοι θα διανθίσουν κοινά θέματα χρησιμοποιώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καλλιτεχνικού τους προφίλ. Η είσοδος θα είναι ελεύθερη κατόπιν εγγραφής στη φόρμα (https://iicatene.esteri.it/el/gli_eventi/calendario/incontro-con-francesco-tullio-altan/), ενώ η συζήτηση θα γίνει με ταυτόχρονη μετάφραση. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- φραντσέσκο τούλιο αλτάν
- κολούμπρα
- (and 5 more)
-
Ένας από τους κορυφαίους Ευρωπαίους σκιτσογράφους, ο μεγάλος Ιταλός καλλιτέχνης Αλτάν, θα βρεθεί στην Αθήνα σε μια σπάνια εμφάνιση. Αν και πολυγραφότατος, ο Φραντσέσκο Τούλιο Αλτάν – όπως είναι το πλήρες όνομά του – είναι γνωστός μεταξύ άλλων και για τη λακωνικότητά του, η οποία εκτός από γνώριμο στοιχείο των σκίτσων του, τον ακολουθεί και στον τρόπο που απαντάει στις – ελάχιστες είναι η αλήθεια – συνεντεύξεις που δίνει. Το διαπιστώσαμε κι εμείς κατά τη διάρκεια της συνέντευξης που μας παραχώρησε το 2019 (Καρέ Καρέ 8.6.2019), στο πλαίσιο της συμμετοχής του στην έκθεση «Democrisis – Δημοκρατία σε Κρίση» της Λέσχης Ελλήνων Γελοιογράφων, η οποία είχε εγκαινιαστεί τον Απρίλιο του 2019 στο Μετρό Συντάγματος στην Αθήνα με την παρουσία του Ιταλού καλλιτέχνη. Στο πλαίσιο των προφεστιβαλικών δράσεων του Comicdom Con Athens 2025, το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών φιλοξενεί μια σπουδαία εκδήλωση με τον διάσημο Ιταλό σκιτσογράφο. Ο καλλιτέχνης θα συζητήσει για το έργο του με τον ιστορικό τέχνης και συνεπιμελητή του Καρέ Καρέ Γιάννη Κουκουλά, και τον εικονογράφο, σκιτσογράφο και δημιουργό κόμικς Παναγιώτη Μητσομπόνο, ενώ στη συνέχεια θα λάβει χώρα μια «σκιτσογραφική συζήτηση» με τον γελοιογράφο και δημιουργό κόμικς Σπύρο Δερβενιώτη, κατά τη διάρκεια της οποίας οι δύο δημιουργοί θα συνομιλήσουν καλλιτεχνικά μπροστά στο κοινό και θα σκιτσάρουν πάνω σε κοινά θέματα. Όπως και στην περίπτωσή μας, έτσι και στην περίπτωση των Ελλήνων καλλιτεχνών που θα συμμετάσχουν στην εκδήλωση δεν είναι η πρώτη φορά που συναντιούνται ή συνομιλούν, άμεσα ή έμμεσα. Μάλιστα οι «διάλογοί» τους ήταν πάντοτε δημόσιοι: όλοι τους συνυπήρχαν για δεκαετίες στα περιοδικά «Βαβέλ» και «Παρά Πέντε» όπου δημοσιεύονταν έργα τους τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, τα οποία συχνά είχαν κοινές αφετηρίες και σίγουρα πραγματεύονταν κοινές προβληματικές. Ένας, ίσως ο σημαντικότερος λόγος που το έργο του Αλτάν ξεχωρίζει είναι αναμφίβολα ο πηγαίος, αφοπλιστικός κυνισμός του και η διάχυτη, βαθιά ειρωνεία που αποτελεί σήμα-κατατεθέν του. Ειδικά στα ενήλικα έργα του, όπως ενδεικτικά τα «Colombo», «Trino», «Ada», «Fritz Melone» και οι γελοιογραφίες του με πρωταγωνιστή τον Τσιπουτί ή άλλους, επώνυμους ή ανώνυμους πρωταγωνιστές, αλλά και στις πολυάριθμες σύντομες ιστορίες του, ο Αλτάν καταφέρνει να πλάσει γκροτέσκους κόσμους και χαρακτήρες οι οποίοι είναι απωθητικοί, άθλιοι, συχνά χυδαίοι ή ακόμα και σιχαμένοι, αλλά παράλληλα τόσο γνώριμοι που προκαλούν μία άβολη ταύτιση. Δεν εξαντλείται στην καταγραφή, στην κωμική αφήγηση γνώριμων καταστάσεων – άλλωστε συχνά οι διηγήσεις του είναι μπολιασμένες με στοιχεία υπερβολής και σουρεαλισμού – αλλά στην ουσία πλάθει με μαεστρία ανθρωπότυπους, οι οποίοι φέρνουν τον αναγνώστη προ των ευθυνών του, μόνο και μόνο επειδή τον φέρνουν σε αμηχανία που τους μοιάζει. Το απλό, αφαιρετικό σχεδιαστικό του στιλ έρχεται και δένει αρμονικά αναδεικνύοντας τελικά το περιεχόμενο, την ουσία, το μήνυμα που ο δημιουργός επιθυμεί κάθε φορά να επικοινωνήσει. 50 χρόνια Πίμπα! Ακόμα μία πολύ ενδιαφέρουσα πλευρά του καλλιτέχνη Αλτάν, η οποία έχει παραμείνει σχετικά αθέατη στην Ελλάδα, είναι η πολύ επιτυχημένη σειρά ιστοριών για παιδιά «La Pimpa», με πρωταγωνίστρια μια λευκή σκυλίτσα με κόκκινες βούλες. Όπως εξομολογείται ο ίδιος, «η "Πίμπα" γεννήθηκε κατά τύχη ένα απόγευμα στο Μιλάνο το 1975. Σχεδίαζα για την κόρη μου που ήταν δύο χρονών. Μου ζητούσε να της σχεδιάσω ένα πλοίο, μια αρκούδα, έναν ήλιο. Και ανάμεσα σε όλα αυτά που της σχεδίαζα, προέκυψε και η Πίμπα. Μετά γεννήθηκε και μια μικρή ιστορία, η οποία άρεσε στη σύνταξη του περιοδικού "Corriere dei piccoli"…» (σ.σ. Corriere dei piccoli, ιστορικό εβδομαδιαίο περιοδικό κόμικς στην Ιταλία, 1908-1995). Σύντομα η Πίμπα έγινε ένα από τα πιο αγαπητά κόμικς για παιδιά στην Ιταλία, ενώ μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη αλλά και σε μια σειρά από παιδικά είδη: τσάντες, τετράδια, ρούχα, σεντόνια, μέχρι και… πασχαλινά αυγά! Θεωρείται αναμφίβολα μία από τις σημαντικότερες ηρωίδες παιδικών κόμικς στην Ιταλία, κάτι που εξηγεί τις πολυάριθμες δράσεις που προγραμματίζονται για τα πεντηκοστά της γενέθλια, με αφετηρία την Μπολόνια: από τις 30 Μαρτίου θα φιλοξενηθεί στη δημοτική βιβλιοθήκη Σαλαμπρόζα μια μεγάλη έκθεση αφιερωμένη στην τετράποδη πρωταγωνίστρια της ομώνυμης σειράς, η οποία θα είναι μόνο η αρχή των σχετικών εκδηλώσεων που έχουν προγραμματιστεί για όλο τον χρόνο σε διάφορες πόλεις της Ιταλίας. Φυσικά οι ιστορίες της Πίμπα έχουν μεταφερθεί και στα ελληνικά: πολλές εκδόσεις κυκλοφόρησαν τις προηγούμενες δεκαετίες από τη Modern Times, ενώ μεταγλωττισμένα επεισόδια από τις σειρές κινουμένων σχεδίων προβάλλονταν στον τηλεοπτικό σταθμό Alter. ♦ Ο κόσμος του Altan Πότε: 6 Μαρτίου 2025, 18.30 Πού: Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών (Πατησίων 47) Είσοδος ελεύθερη Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
- francesco tulio altan
- corriere dei piccoli
- (and 7 more)
-
Στις 6 Μαρτίου θα βρίσκεται στην Αθήνα ο Francesco Tulio Altan για μια μεγάλη εκδήλωση στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο (βλ. προηγούμενες σελίδες). Ο Altan, στη μεγάλη του καριέρα, έχει δημιουργήσει απολαυστικά κόμικς και πρωτοποριακά κινούμενα σχέδια. Στο ευρύ κοινό όμως είναι γνωστός κυρίως για τις σαρκαστικές γελοιογραφίες του που δημοσιεύονταν σε πολλές εφημερίδες μεταξύ των οποίων οι αριστερές L’ Unita και La Repubblica. Ξεφυλλίζοντας παλιά τεύχη του ιστορικού περιοδικού Βαβέλ που δημοσίευε τις γελοιογραφίες του αλλά και τις εκδόσεις – συλλογές των έργων του («Αυτοκαταστροφή», «Τέρμα η αυτολογοκρισία, είμαι ένας μαλάκας», «Μυρωδιές από το 1992») με αφορμή την εκδήλωση, έπεσα σε μια γελοιογραφία που λες και δημιουργήθηκε ειδικά για την ελληνική κυβέρνηση και ακόμα ειδικότερα για τον πιο χαρακτηριστικό και γνήσιο εκπρόσωπό της: τον ακροδεξιό πρώην τηλεπωλητή και νυν υπουργό που κάποτε κράδαινε βιβλία για το «μυστήριον του απολλώνιου φωτός» και την «αδάμαστη θέληση του Γιώργου Καρατζαφέρη» ωρυόμενος «τα λιγουρεύεστε;». Πριν από λίγες ημέρες στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ, καλεσμένος του Άρη Πορτοσάλτε (τι ταιριαστό δίδυμο!), σε ένα ξέσπασμα ευθιξίας ο εκνευρισμένος Άδωνις Γεωργιάδης δήλωσε με αποφασιστικότητα και απογοήτευση, χωρίς φυσικά καμιά περαιτέρω όχληση από τον συνοδοιπόρο του δημοσιογράφο που τον συμπονούσε, ότι «καμιά φορά οι πλατείες μπορεί να λένε και βλακείες! Όπως έλεγαν οι αγανακτισμένοι. Λοιπόν, το ξαναλέμε. Δεν υπάρχει συγκάλυψη! Τελεία! Συγγνώμη που παραφέρομαι αλλά με προσβάλλει σαν πρόσωπο. Όχι, δεν είμαι ούτε δολοφόνος ούτε λαθρέμπορος ούτε κάνω συγκάλυψη εγκληματιών». Ο γελοίος αυτός άνθρωπος αδυνατεί να καταλάβει ότι ακόμα κι αν λένε βλακείες οι πλατείες, δεν παύουν να είναι οι πλατείες. Δεν αποφασίζουν οι πλατείες αν θα είναι ασφαλές το σιδηροδρομικό δίκτυο ούτε φέρουν ευθύνη γι’ αυτό. Αυτός όμως είναι υπουργός. Και βλακείες να λένε οι πλατείες, δεν θα πεθάνουν 57 άνθρωποι. Με μια δική του «βλακεία» θα πεθάνουν πολλαπλάσιοι. Και δεν κατηγορείται για δολοφονία ή για λαθρεμπόριο (ποτέ βέβαια δεν μπορείς να είσαι σίγουρος). Κατηγορείται για την πολιτική της κυβέρνησής του που στέλνει ανθρώπους στον θάνατο. Και είναι ένοχος γιατί παρά τα όλα όσα έχουν γίνει τα τελευταία δύο χρόνια, επιμένει να κραυγάζει. Αλλά αν είχε αίσθημα ενοχής, όπως λέει κι ο Altan, δεν θα δίσταζε να το πουλήσει ουρλιάζοντας «το λιγουρεύεστε;». Και το σχετικό link...
-
- francesco tulio altan
- la repubblica
- (and 5 more)