Jump to content

Interactive Novel Comeback


Recommended Posts

Μετά από προτροπή στο φωναχτόκουτο που μου έδωσε και ιδέες και ενθουσιασμό, δοκιμάζω να ξαναξεκινήσω αυτό το παιχνίδι, με λίγο πολύ τους ίδιους κανόνες, και μια καινούρια πλοκή. Να δούμε πόσο μπορούμε να το κρατήσουμε ζωντανο!!!

 

 

ΚΑΝΟΝΕΣ (με πολλά ευχαριστώ για αυτούς τους original κανόνες από τον Argail!!!)

 

ΚΑΝΟΝΕΣ:

 

Το Interactive novel είναι ένα είδος μυθιστορήματος που θα γράφουμε παρέα, ο ένας δίνει σκυτάλη στον επόμενο, και καλό είναι να την δίνει σε σημεία που ο επόμενος θα έχει πλήθος επιλογών για να προχωρήσει, όποιος θέλει να γράψει την συνέχεια καλό είναι να βάζει ένα ποστ που να μας ενημερώνει ότι γράφει την συνέχεια για να μην γράψει κάποιος άλλος πριν από αυτόν, αν όμως περάσει πάνω από 2 ώρες από την στιγμή που έβαλε το ποστ τότε κάποιος άλλος θα έχει το δικαίωμα να γράψει την συνέχεια.

 

-Προσπαθήστε να κρατάμε ένα καλό νόημα στην ιστορία - δηλαδή κάθε ποστ να προχωράει την περιπέτεια, αντί να το κάνει δύσκολο για τον επόμενο να συνεχίσει.

-Μην κάνετε άσκοπα ποστ

-Μην κάνετε modify τα ποστ σας εκτός κι αν είναι για ορθογραφικά ή γραμματικά λάθη

-Να προσπαθείτε κάθε ποστ να είναι από 100-200 λέξεις (δηλαδή μια δυο παράγραφοι χοντρικά)

- Μην αλλάζετε τον τρόπο συμπεριφοράς ενός χαρακτήρα εκτός εάν δικαιολογείται από τις συνθήκες

- Μην αλλάζετε τον τόνο του κειμένου απότομα. Αν είναι δραματικό, σάτιρα ή κωμωδία θα πρέπει να έπαιται με φυσικό τρόπο και όχι σαν να αλλάξαμε ξαφνικά κανάλι, ώστε να κρατηθεί η υπόθεση ζωντανή!!

 

-Αν κάποιος χαρακτήρας είναι σε θέση που μπορεί να σκοτωθεί, μην το κάνετε πριν να συμφωνήσουν οι πιο συχνοί παίχτες τουλάχιστον.

- Αν ένα θέμα γίνει πολύ λεπτό ή επικίνδυνο, καλό είναι να μην περιγράφεται γραφικά αλλά έμμεσα.

 

Ελπίζω να μην σας ζάλισα!

 

 

 

Κάνω εγώ την αρχή και εύχομαι καλή συνέχεια και καλή διασκέδαση!!!!

Link to post
Share on other sites

Αν και η καταρρακτώδης βροχή είχε κοπάσει στο μικρό ψαροχώρι, η αντάρα δεν έφευγε. Η θάλασσα είχε ένα απωθητικό μολυβί χρώμα και ήταν νεκρικά ακίνητη, κάνοντας τα λιγοστά ισχνά καΐκια να νεύουν απειροελάχιστα, σαν φύλακες της Στυγός, που περιμένουν με βεβαιότητα την στιγμή που θα επιβιβαστείς...

 

"Πρέπει να σταματήσεις να σκέφτεσαι έτσι," μουρμούρισε ο Μάρκος καθώς έσφιγγε το παλτό του σφιχτότερα γύρω του. "Και πρέπει να φύγεις πριν βρουν αυτό που αφήνεις πίσω σου."

 

Λίγο περισσότερο φως στο απέραντο γκρι της ατμόσφαιρας ανακοίνωσε ότι η αυγή δεν αργούσε, και ο Μάρκος τάχυνε το βήμα του προς τον φαρδύ δρόμο που οδηγούσε στην εθνική. Οι ψαράδες θα πρέπει να ετοιμάζονταν να μπαρκάρουν για τα δίχτυα τους, και θα ψάχνανε τον φίλο τους. Και όταν τον έβρισκαν...

 

...τότε θα ξεκινούσε ένα κυνηγητό που ο Μάρκος ακόμα δεν ήξερε πώς θα αντιμετώπιζε. Ούτε λόγος να προσπαθήσει να αποδείξει την αθωότητά του.

 

Ποιός θα πίστευε ότι ο φόνος δεν είχε γίνει από αυτόν, αφού ο δολοφόνος εξαφανίστηκε, μπροστά στα ίδια του τα μάτια;

Edited by TantzAerine
Link to post
Share on other sites

Και όμως όλα είχαν ξεκινήσει τόσο ωραία. Είχε επιτέλους πείσει την Άννα να βγούνε μαζί για φαγητό, κάτι που προσπαθούσε για εβδομάδες.

 

Περίεργο άτομο η Άννα. Παρόλο που ήταν σίγουρα εντυπωσιακή γυναίκα, ήταν πάντα απόμακρη και κλεισμένη στον εαυτό της. Πήγαινε σχεδόν καθημερινά στη βιβλιοθήκη που εργάζεται ο Μάρκος και διάβαζε με τις ώρες βιβλία που αφορούσαν τον αποκρυφισμό και αρχαίες δοξασίες, πάντα με τα ακουστικά του iPod στα αυτιά.

 

«Μα είναι δυνατόν στις μέρες μας να ασχολούνται ακόμα με αυτά τα παραμύθια?» σκεφτόταν ο Μάρκος κάθε φορά που την έβλεπε να χάνεται στα βιβλία και τις σημειώσεις της. Και όμως, με αυτά που είχε ζήσει τις τελευταίες μέρες είχε αρχίσει να πιστεύει ότι ίσως τελικά να μην είναι και τόσο παραμύθια.

 

Και τρέχοντας τώρα προς το μεγάλο εθνικό δρόμο, δεν ήξερε από πού θα έπρεπε να φυλάγεται περισσότερο. Από την αστυνομία που θα τον ψάχνει ως δολοφόνο ή από εκείνο το «ον» που αφαίρεσε τη ζωή της Άννας και του άμοιρου ψαρά που έτυχε να βρίσκεται στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή...

Link to post
Share on other sites

Ο Μάρκος βγήκε στον αυτοκινητόδρομο, όχι πολύ μακριά από τον σταθμό των ΚΤΕΛ, αλλά δεν τόλμησε να ρισκάρει να προσπαθήσει να ανέβει σε λεωφορείο. Ο ήλιος είχε ανατείλει, η Άννα και ο μεγάλος του αδελφός- ο νεκρός μεγαλύτερος του αδελφός- πρέπει να είχαν ήδη ανακαλυφθεί.

 

Επιτέλους, δάκρυα έβρεξαν τα μάτια του νεαρού τα οποία καίγανε. Ήταν λάθος να τους σκεφτεί και τους δύο τώρα. Δεν μπορούσε να διαλυθεί τώρα, δεν μπορούσε να αναλογιστεί τι σήμαινε ο χαμός του αδελφού του, ο οποίος τον είχε μεγαλώσει από τότε που ο πατέρας τους χάθηκε με το καΐκι λόγω ενός καταραμένου, ξαφνικού μελτεμιού. Ούτε μπορούσε να καταλάβει τι γύρευε η Άννα με τον αδελφό του, αφού δεν μιλιόταν μεταξύ τους. "Αλαφροΐσκιωτη" την ανέβαζε εκείνος, "φαντασμένη ψαροκασέλα" τον κατέβαζε αυτή. Ο Μάρκος χαμογέλασε λίγο μέσα από τα δάκρυά του. Και τι δεν θα έδινε για να τους δει ξανα να μαλλώνουν στην αγορά!

 

"Μάρκο; Τι σου συμβαίνει, παιδί μου;"

 

Η φωνή της Κυρα- Λένας που μάζευε ραδίκια στην άκρη της εθνικής, τον έκανε να αναπηδήσει με τρόμο. Με πιάσανε! σκέφτηκε πανικόβλητα.

"Κάνεις σαν να είδες φάντασμα," γέλασε η γριά γυναίκα.

"Πρέπει να φύγω," μουρμούρισε ο Μάρκος. Κίνησε για να φύγει, και να αρχίσει να τρέχει μόλις δεν τον έβλεπε πια η κυρα-Λένα. Πώς δεν ήξερε για το μακελειό που κείτοταν στο σπίτι του; Αυτή ήταν το ρόιτερ του χωριού.

 

"Γιατί κλαις, αντράκι;"

 

Ο Μάρκος χλώμιασε.

 

"Αννα!;" ψέλλισε, τρεκλίζοντας λίγο προς τα πίσω. Πώς ήταν δυνατό;

Link to post
Share on other sites

Έστρεψε το βλέμμα του να δει. Του φάνηκε όμως σαν μια αιωνιότητα. Η καρδιά του είχε σταματήσει και τα πόδια του είχαν παγώσει. Αυτή η φωνή...

 

"Γιατί κλαις; Αν θέλεις να πεις σε κάποιον τον πόνο σου μπορείς να τον πεις σε μένα, εάν με βοηθήσεις να περάσω απέναντι."

 

Ήταν μια αιωνόβια μαυροφορεμένη κυρία που καθόνταν στην άκρη του δρόμου. Αλλά αυτά τα μάτια... Δύο λευκοί άβυσσοι που λαχταρούν να δουν το φως που έχουν χάσει εδώ και δεκαετίες. Δεν την είχε ξαναδεί εκεί τριγύρω. Δεν ήταν από το χωριό.

 

Είναι τυφλή, σκέφτηκε, οπότε δεν θα μπορεί να με περιγράψει εάν την ρωτήσουν οι Αρχές.

 

Και έτσι την πήρε από το χέρι και την πέρασε στην άλλη άκρη.

 

"Δεν είμαι σε ηλικία για ταξίδια γιόκα μου, σε ευχαριστώ πολύ."

 

"Αυτή η βραχνάδα. Είχαν αλλιωθεί σε τέτοιο βαθμό οι αισθήσεις μου που μου θύμισε έντονα την Άννα;", σκέφτηκε.

 

"Εξάλλου την επόμενη φορά που θα ζητήσω από κάποιον να με περάσει απέναντι θα είναι από τον βαρκάρη του Αχέροντα." Ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλια και των δύο ενώ καθόντουσαν στο παγκάκι της στάσης του λεωφορείου. "Όμως προτού φύγεις πρέπει να μάθεις κάτι μικρέ μου. Έχεις φιλιά από την Αννούλα."

 

Τα μάτια του κόντεψαν να βγουν από τις κόγχες τους. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει σαν τρελή.

 

"Τι εννοείτε; Ποια Άννα;;;"

 

"Ξέρεις ποια Άννα, Μάρκο"

 

"Μα, από που και ως που ξέρειτε το όνομά μου;;;;"

 

"Εγώ βλέπω με τα μάτια της ψυχής παιδί μου. Η κοπελιά σου ζει"

 

"....Μα...!"

 

"Πρέπει όμως να βιαστείς. Δεν έχεις πολύ χρόνο. Ακολούθησε τα σημάδια."

 

"Ποια σήμ..."

 

"Τρέξε. Τρέξε μέσα από εκείνα τα χωράφια. Έρχονται Εκείνοι. Πρέπει να παραμείνεις ζωντανός για να μάθεις την αλήθεια."

 

Δεν έβλεπε τίποτα όμως το ένστικτό του συμφωνούσε με τα λεγόμενα της αλλόκοτης γριούλας.

 

"Σας ευχαριστώ"

 

Και άρχισε να τρέχει προς εκείνη την κατεύθυνση που του είχε δείξει. Με το που έφτασε σε μια θαμνώδη περιοχή ακούστηκαν δυνατές σειρήνες.

Link to post
Share on other sites

Τα χωράφια ήταν άδεια- ο θερισμός ήταν κιόλας ανάμνηση, και το μόνο που έμενε σε αυτά μέχρι στιγμής, λίγο μετά την σπορά, ήταν σειρές επί σειρών τακτικών αυλακιών με τον σπόρο- δεν υπήρχε κανένα μέρος κάλυψης, τίποτα που να προστατέψει τον Μάρκο από Εκείνους, που δεν τους ήξερε, ή από τους άλλους, που τους ήξερε, και που τους θα τους άκουγε να έρχονται σε λίγο.

 

Η Άννα, ζωντανή; Πώς είναι δυνατό; Ποιά ήταν αυτή η γυναίκα που δεν ήταν από κανένα χωριό εδώ γύρω;

 

Οι ερωτήσεις στροβιλίζονταν παραζαλισμένα στο μυαλό του καθώς διέσχιζε τα χωράφια, ανηφορίζοντας τους λόφους προς τα εκεί που υπήρχε ακόμη δάσος και όχι βοσκότοποι ή χωράφια όπως είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται αδηφάγα τις τελευταίες δεκαετίες. Η ανάσα του έκαιγε στον λαιμό του, τα πόδια του διαμαρτύρονταν, ασυνήθιστα στην συνεχή και έντονη άσκηση αφού παιρνούσε όλο του τον χρόνο μελετώντας για να μπει στην Ιατρική και να ξεφύγει από την ψαρίλα που τον στοίχειωνε, αυτόν και την οικογένειά του.

 

Δεν σταμάτησε να τρέχει, ακόμα και όταν σουβλιές άρχισαν να διαπερνούν τα πνευμόνια και τα σωθηκά του, στην οξεία απαίτηση του σώματός του να σταματήσει και να πάρει ανάσα. Και ήταν καλό που το έκανε, διότι μόλις έφτασε στους θάμνους, όπου μπορούσε έστω και λίγο να κρυφτεί, οι σειρήνες ακούστηκαν.

 

Στην αρχή νόμισε ότι ήταν περιπολικών, τις άκουγε από την εθνική που είχε εγκαταλείψει. Μα όχι. Ξαπλωμένος μπρούμυτα κάτω από τους θάμνους και τα πουρνάρια, προσπαθώντας να μην είναι το λαχάνιασμά του τόσο θορυβώδες, συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν σειρήνες αστυνομίας, αλλά πυροσβεστικής. Τόλμησε να σηκώσει λίγο το κεφάλι για να δει και πρόλαβε να πιάσει την θολούρα μιας μονάδας που έτρεχε προς το χωριό του.

 

"Για σένα είναι, και τον αδελφό σου. Το σπίτι σας είναι που καίγεται... και από εδώ και μπρος, για αυτήν την κοινωνία είσαι νεκρός, Μάρκο," ακούστηκε αυτή η φωνή από την άλλη μεριά των θάμνων, κοντά στις παρυφές του δάσους.

 

Ο Μάρκος ρίγησε και κοίταξε, ξεχνώντας τον φόβο του να μην τον δουν και τελικά την αντίκρυσε. Ήταν μέσα στα αίματα, και φαινόταν να τρέμει από την κορφή ως τα νύχια, τυλιγμένη σε ένα αδιάβροχο και με βαθιές αμυχές στα χέρια της οι οποίες ακόμα έτρεχαν αίμα, αλλά ήταν σίγουρα εκείνη, από τα περίεργα μωβ και μαύρα μαλλιά, τα ανοιχτά μπλε μάτια έως το αλλόκοτο, μυστηριώδες ύφος.

 

"Αννα; Πώς... τι... μα πες..." δεν μπόρεσε να αρθρώσει καμία ερώτηση από τις μύριες που συνθλίφτηκαν στα χείλη του, προσπαθώντας να βγουν όλες μαζι.

"Θα σου εξηγήσω τα πάντα, μα όχι εδώ. Γρήγορα! Εκείνοι έρχονται, και η Λάχεσις δεν θα τους εμποδίζει για πολύ ακόμα!" είπε η Άννα και του άρπαξε το χέρι για να φύγουν.

Edited by TantzAerine
Link to post
Share on other sites

Στο άγγιγμα ένοιωσε το χέρι του να καίγεται σα να πιάνει πάγο και το τράβηξε ξαφνιασμένος. Μια κοίταξε το χέρι, μια την Άννα.

 

"καίει?!?!"

 

"δεν έχουμε χρόνο Μάρκο" του είπε και άρχισε να τον τραβάει από το μανίκι προς τους λόφους. Αυτός, άβουλος και ξαφνιασμένος την ακολούθησε ρίχνοντας ματιές στις φλόγες στο χωριό. Δηλαδή τώρα καιγόταν το πατρικό του? Πως? Γιατί? Και πως βρέθηκε η Άννα στο δρόμο του? Και γιατί είμαι νεκρός για την κοινωνία?

 

Η διαδρομή γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη. Θάμνοι του τρύπαγαν τα χέρια και πέτρες του χτύπαγαν τα πόδια. Δύο φορές γλίστρησε και τη μια όπως έπιασε ένα βράχο για να κρατηθεί, ένοιωσε γλίτσα από αίμα. Κοντοστάθηκε για να το περιεργαστεί, αλλά η Άννα τον τράβηξε ξανά από το πέτο για να ανέβει.

 

Μετά από μια ώρα ανέβασμα, με τα πόδια σχεδόν κομμένα, φτάσανε σε ένα παλιό καλύβι, δίπλα σε ένα πλάτανο και μια πηγή.

 

"πιες νερό και πάρε μια ανάσα" του είπε ενώ μπήκε στο καλύβι κλείνοντας την πόρτα από πίσω.

 

Που ακριβώς είχανε φτάσει? Γιατί μπήκε στο καλύβι? Το ήξερε? Ασυναίσθητα έπλυνε τα χέρια του και έκατσε σε ένα λιθάρι κοιτάζοντας τον κάμπο που ξύπναγε. Έβγαλε από την τσέπη του έναν Old Holborn και χαρτάκια Rizzla ασημί και άρχισε να στρίβει ένα τσιγάρο. Προς στιγμή σκέφτηκε να έβαζε και λίγο σταφφ μέσα, αλλά το μετάνοιωσε. Δεν ήταν η ώρα για τέτοια.

 

Κι αν η Άννα ήταν ζωντανή, μήπως ήταν κι ο αδερφός του? Μήπως μέσα στον πανικό του δεν είδε καλά, δεν κατάλαβε τι ακριβώς έγινε? Στο πολύ βάθος μπορούσε να δει τις φλόγες που θεριεύαν ακόμα περισσότερο και μοιάζαν να τυλίγουν το χωριό.

 

Ένα θρόισμα από δίπλα του τον ξάφνιασε. Αναπήδησε και γυρνώντας είδε ένα σκυλί να περνάει, να γαβγίζει και να ξεκουμπίζεται. Γιατί αργεί η Άννα σκέφτηκε ενώ έσβηνε τα απομεινάρια του στριφτού με το πόδι. Τι έκανε μέσα στο καλύβι?

 

Μια δεκαοχτούρα έκρωξε πάνω από τον πλάτανο.

Link to post
Share on other sites

Αλλά κοιτάζοντας καλύτερα είδε ότι δεν ήταν δεκαοχτούρα, αλλά ο Πόε, το κοράκι-κατοικίδιο της Άννας. Όταν το είχε πρωτοδεί στο διαμέρισμά της, το είχε περάσει για μάινα, καθώς μπορούσε και μίλαγε! Αλλά η Άννα του εξήγησε ότι πρόκειται για ένα σπάνιο είδος κορακιού, το οποίο έχει την ικανότητα απλά να επαναλαμβάνει τις λέξεις και τους ήχους που ακούει. Και φυσικά όπως συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις, οι λέξεις που του άρεσε να επαναλαμβάνει ήταν κυρίως «καλολογικά στοιχεία».

 

"Γρήγορα Μάρκο!" φώναξε ο Πόε. "Πάρε την Άννα και φύγετε γρήγορα, η Λάχεσις δεν μπορεί να τους κρατήσει άλλο!"

 

Ο Μάρκος έμεινε σαστισμένος να κοιτάζει το κοράκι. "Μπορείς και μιλάς;"

 

"Φυσικά και μπορώ! Τόσες φορές με έχεις ακούσει στο σπίτι της Άννας, τώρα σου φαίνεται παράξενο;"

 

"Μα, νόμιζα ότι μπορούσες μόνο να επαναλαμβάνεις λέξεις, όπως οι παπαγάλοι. Και αφού μπορούσες να μιλάς, γιατί το μόνο που έκανες ήταν να με βρίζεις;"

 

"Ναι... Η αλήθεια είναι ότι δεν μου ήσουν και πολύ συμπαθής... κρα! κρα!" είπε ο Πόε γελώντας. "Αλλά δε θα ανοίξουμε τώρα κουβέντα! Μπες γρήγορα στην καλύβα και πες στην Άννα για τη Λάχεσις! Εγώ πάω να ειδοποιήσω τους υπόλοιπους!" και με ένα φτερούγισμα απομακρύνθηκε πετώντας.

 

"Κοράκια που μιλάνε, νεκροί που ανασταίνονται... Μα που έχω μπλέξει;" αναρωτήθηκε ο Μάρκος πλησιάζοντας την πόρτα της καλύβας.

Link to post
Share on other sites

Φούντα! Δεν μπορεί! Κάποιο κάθαρμα μου 'βαλε και φούντα στον καπνό μου ενώ αγόραζα καφέ ή κάτι τέτοιο, σκέφτηκε ο Μάρκος καθώς άνοιγε την πόρτα της καλύβας. Και μάλλον είναι και η Άννα μέσα στην φάρσα. Και την επόμενη φορά θα της βάλω εκείνα τα μανιτάρια που τριπάρεις άσχημα για να μάθει να παίζει έτσι με τα μυαλά των άλλων!

 

Ήταν πράγματι θυμωμένος και έτοιμος να στολίσει την Άννα καλολογικά όπως ο Πόε έκανε κάθε φορά που συναντούσε το παλιόπουλο στο δωμάτιο της Άννας.

"Για άκου 'δω," άρχισε με έντονη εριστική φωνή καθώς άνοιξε την πόρτα με ορμή. "Δεν θα μας δουλεύετε και του λόγου σας οι..."

 

Ότι κι αν σκόπευε να πει, έσβησε πριν προλάβει να το προφέρει ενώ τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Η Άννα ήταν γυμνή! Όχι τελείως, και με την πλάτη στραμμένη προς αυτόν, αλλά και πάλι αυτό που είδε τον σόκαρε:

 

Βαθιές σκουροκόκκινες αμυχές υπήρχαν στην πλάτη της, σαν να την είχαν επανειλλημένως γρατσουνίσει γιγάντιοι λύκοι, και ένα έντονο μαύρο και μπλε συμμετρικό σχέδιο που ήταν τατουάζ εκεί φαινόταν να έχει διαταραχτεί από την εκτεταμένη πληγή. Η ίδια κρατούσε ένα κρεμαστό πάνω από τον ώμο της, το οποίο έλαμπε με μια απόκοσμη λάμψη.

"Τι... τι είναι αυτά;" ψέλλισε και πάλι.

"Γιατί δεν περίμενες έξω;" η φωνή της Άννας ήταν βραχνή, σαν να ακουγόταν από μια άλλη διάσταση. Οι αμυχες δεν έτρεχαν αίμα, αν και ο Μάρκος ήξερε ότι θα έπρεπε να αιμορραγούν ακατάσχετα.

"Ο ...Π-Πόε μου είπε να... να σου πω για την Λάχεσις... που ..."

"...που την πέρασες απέναντι; το ξέρω. Χαζόπουλο," μουρμούρισε η Άννα. "Μια που ήρθες, βοήθησε με. Οι πληγές μειώνουν τη δύναμή μου- αν δεν γιάνουν, δεν θα μπορέσω να σε πάρω από δω."

Link to post
Share on other sites

Σαστισμένος ο Μάρκος επεξεργάστηκε το χώρο. Χαμηλοτάβανο, με 1 παράθυρο μπρος και 1 στον πίσω τοίχο. Μια άλλη πόρτα, μεταλλική???, οδηγούσε σε ένα διπλανό δωμάτιο. Αυτό θα αντιστοιχούσε στο άλλο παράθυρο που είχε προσέξει απ'έξω. Μια σιδερένια ξυλόσομπα με κάτι κούτσουρα δίπλα, ένα φαράσι, ένα μικρό τσεκούρι καρφωμένο στις σχισμές ενός ξύλου και ένα κατσαρόλι, μάλλον με νερό, να βράζει. 3 καρέκλες, ένα σπαστό ράντσο με μια βελέντζα πάνω και τα ρούχα της Άννας πεταμένα, ένα υφαντό στον τοίχο με ... κάτι βουκολικό έμοιαζε... και μια λάμπα πετρελαίου πάνω από την μεταλλική? πόρτα.

 

Η Άννα ήταν δίπλα σε ένα τραπέζι με ένα βαλιτσάκι ανοιχτό. Εκ πρώτης όψεως έμοιαζε με ένα τυπικό πρώτων βοηθειών, με γάζες, ιώδια, οινόπνευμα, σύριγγα με βεντούζα για αναρρόφηση δηλητηρίου, αλλά και μερικά ακόμα πράγματα που δεν θα τα περίμενες σε βαλιτσάκι πρώτων βοηθειών. Έσκισε λίγο βαμβάκι, το έβαψε με ιώδιο και ξεκίνησε να περιποιείται τις πληγές.

 

Το μάτι του έπεσε και σε κάτι βιβλία και ένα σπιράλ με σημειώσεις στο γραφικό χαρακτήρα της Άννας. "Historia Augusta", "De Civitate Dei", "Το αίνιγμα και το φως. Η βιο-τεχνία του Δημήτρη Λιαντίνη", "The Masks of God" (4 τόμοι...), "Τα χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας", ένα "Advanced Engineering Mechanics" και μερικά ακόμα ακουμπισμένα στο πάτωμα και σε ένα χαμηλό τραπεζάκι δίπλα στο ράντσο.... Τι στο διάολο τα ήθελε αυτά η Άννα?

 

Ένα αναπήδημα της Άννας τον έβγαλε από τις σκέψεις του.

Link to post
Share on other sites

"Άννα, δεν νομίζεις ότι μου χρωστάς κάποιες εξηγήσεις για όλα αυτά;", πρόσθεσε ο Μάρκος με φανερή ανυπομονησία στη φωνή.

 

"Μάρκο, είναι τόσα πολλά αυτά που δεν ξέρεις, αλλά τώρα δεν υπάρχει πολύς καιρός για να σου δώσω τις αναλυτικές εξηγήσεις που ζητάς.

Πολλές από αυτές δεν τις ξέρω ακόμα ούτε εγώ. Θα σου πω μόνο ότι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας, δηλαδή οι ομάδα που σκότωσε τον άτυχο ψαρά και προσπάθησε να σκοτώσει τον αδερφό σου

έχουν δυνάμεις που ξεπερνούν τα όρια και τις αντοχές της ανθρώπινης φύσης. Είναι πλάσματα από ένα κόσμο αόρατο σε εσάς τους κοινούς θνητούς

με τα οποία ο αδερφός σου απεκατέστησε τελικά επαφή, μετά από βαθύτατες μελέτες του για μήνες μέσα στο καλύβι αυτό.

Προχώρησε πάρα πολύ μακριά στην 'ερευνά του, αλλά έκανε όμως το λάθος να αγνοήσει τους κινδύνους και τις επιπτώσεις αυτού του ανοίγματος του κουτιού της Πανδώρας.", είπε η Άννα.

 

Εννοείς οτι ο αδερφός μου μπορεί να είναι ζωντανός; ψέλισε ο Μάρκος με ανάμικτα αισθήματα ανακούφισης, αγωνίας και τρόμου.

"Πολύ πιθανόν αλλά κινδυνεύει άμεσα αφού βρίσκεται σίγουρα στα χέρια τους. Πρέπει να φύγουμε τώρα από δω για να βρούμε την Λάχεσις

που θα μας δώσει τις απαντήσεις που ζητάμε και οι δύο με σκοπό να σώσουμε την ζωή του αδερφού σου.", πρόσθεσε η Άννα ανοίγοντας την πόρτα για να φύγουμε.

 

"Και εσύ από πιο κόσμο είσαι; Γιατί θα πρέπει να πιστέψω σε όλες αυτές τις αλλόκοτες ιστορίες που μου αραδιάζεις και να σε ακολουθήσω σε ένα ταξίδι στο άγνωστο;",είπε ο Μάρκος;

"Για την ώρα πες πως είμαι ο φύλακας-άγγελός σου, όσο για το δεύτερο θα έχεις καταλάβει ήδη ότι ο κίνδυνος σε περιτριγυρίζει από παντού και χρειάζεσαι συμμάχους για να βγείς ζωντανός από αυτή την ιστορία", απάντησε η Άννα.

 

Μην έχοντας άλλη επιλογή, ο Μάρκος την ακολούθησε προς το βουνό, ελπίζοντας να μάθει περισσότερα στη συνέχεια.

Edited by ngramm
Link to post
Share on other sites

Χαζεύοντας την πλάτη της Άννας καθώς η Άννα προχωρούσε αποφασιστικά, οι τελευταίες στιγμές στο καλυβάκι στροβιλίζονταν στο μυαλό του...

 

"Τι λες, μωρέ; Ο αδελφός μου, μελετούσε; Αυτός θεωρούσε μελέτη την ανάγνωση της αθλητικής εφημερίδας- και τον κούραζε πνευματικά!" πέταξε ο Μάρκος καθώς η Αννα σηκωνόταν από το κρεβάτι. Το περίεργο τατουάζ φάνταζε έντονα τώρα στην πλάτη της, ενώ οι αμυχές είχαν υποχωρήσει. Πώς έγινε αυτό; Τι είδους Ιατρική μπορούσε να το καταφέρει;

 

Πριν προλάβει να ρωτήσει, εκείνη χωρίς ίχνος συστολής ή ντροπής, διέσχισε το καλύβι γυμνή από την μέση και πάνω, για να πάει να πάρει από μια χιλιομπαλωμένη βαλίτσα ένα μαύρο μπλουζάκι. Ο Μάρκος δεν μπόρεσε να μην σκεφτεί ότι είχε πολύ ωραίο στήθος η Άννα... δάγκωσε το μέσα από τα χείλη του για να μην σκεφτεί και παρακάτω, με την δέουσα αποτυχία.

 

Τα ωραία στήθη της εξαφανίστηκαν γρήγορα κάτω από το μπλουζάκι, και ο Μάρκος μόλις και μετά βίας άκουσε την απάντησή της:

"Υπάρχουν πολλοί τρόποι να μελετήσει κανείς, αν και επειδή ο αδελφός σου ήταν πολύ της εμπειρικής μάθησης, την πάτησε τόσο περίτρανα. Δεν άκουγε βλέπεις, συμβουλές από το στόμα γυναικών."

 

"Και αν είναι ζωντανός, πού είναι; Και γιατί εγώ τον είδα να πεθαίνει; και είδα και σένα να πεθαίνεις, στο σαλόνι του σπιτιού μας, με εκείνο το... το δαιμονικό πράγμα γύρω σας; Και... και γιατί όταν εγώ μπήκα στο δωμάτιο, αυτό έφυγε και δεν μου επιτέθηκε;"

"Ήρεμα," είπε η Άννα καθώς, βγαίνοντας από το καλύβι, τραβούσε τον Μάρκο προς τον προορισμό που είχε στο μυαλό της. "Δεν είναι όλα όπως τα φαντάζεσαι, και υπάρχουν περισσότεροι θάνατοι από αυτόν του σώματος."

 

Ο Μάρκος αναστέναξε, και επιτέλους έσπασε την βαριά σιωπή καθώς περπατούσαν.

 

"Άρα είναι νεκρός," ο Μαρκος μουρμούρισε.

"Είναι με την Λάχεσι," είπε η Άννα. "Ήταν πάρα πολύ βιαστικός, θέλησε να γίνει κάτι που δεν ήξερε καλά τι ήταν."

"Τι δηλαδή;" ρώτησε ο Μάρκος, σκουντουφλώντας σχεδόν καθώς κατευθυνόταν προς την άλλη μεριά του δάσους.

 

Η Άννα αναστέναξε.

"Φύλακας, ήθελε να γίνει. Για σένα... και για τον εαυτό του. Μάλλον για τον εαυτό του."

"Φύλακας άγγελος;" δεν μπόρεσε να μην ειρωνευτεί ο Μάρκος.

"Μπορείς να το πεις και έτσι," μουρμούρισε η Άννα.

"Δηλαδή, σαν και σένα," είπε ο Μάρκος, και η Άννα δεν απάντησε. Μόνο έβγαλε πάλι το μυστηριώδες φυλαχτό.

 

"Φτάσαμε σχεδόν. Ετοιμάσου, και μην μου αφήσεις το χέρι λεπτό, ότι κι αν δεις, αν αγαπάς την ζωή σου," τον προειδοποίησε, και σήκωσε το φυλαχτό ψηλά, πάνω από το κεφάλι της.

Edited by TantzAerine
Link to post
Share on other sites

Και ξεκίνησε μια μυστήρια ψαλμωδία

“έως του αποστρέψαι ημάς εις γην γην, εξ ης εληφθήσαμεν, ότι γη ει και εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως απελεύση, ένθα απέδρα οδύνη, λύπη, στεναγμός και μοίρα άναρχη"

 

Αλυχτήσματα σκύλων αρχίσαν να ακουγόνται στο βάθος, τα δέντρα μοιάζαν να αρπάζουν φωτιά και άρχισε να νοιώθει τον αέρα να πυκνώνει, να γίνεται ένα δίχτυ και μια φωνή να αρχίζει να ψυθιρίζει μέσα σε όλους τους πόρους του.

 

«και θα ξυπνήσεις. Και θα βάλεις ράδιο. Και θα πιείς έναν καφέ. Και θα ανάψεις ένα τσιγάρο. Και θα κάνεις μπάνιο. Και θα είναι 10 παρά. Και όπως θα βγαίνεις με την πετσέτα θα χτυπήσει το κινητό σου. Και θα είναι από το γραφείο. Και θα είναι η συνάδελφος. Και θα σου πει ένα «ο πατέρας σου, έλα γρήγορα». Και θα τρελλαθείς. Και θα πανικοβληθείς. Και θα φορέσεις ότι βρεις μπροστά σου όσο πιο γρήγορα γίνεται. Και θα φτάσεις τρέχοντας. Και θα την δεις απ’έξω να κλαίει. Και θα μπεις μέσα. Και θα τα δεις όλα σα να είναι κανονικά. Και θα προσέξεις δύο παπούτσια να εξέχουν από κάτω από το γραφείο του. Και θα κάνεις στα πλάγια. Και θα τον δεις ανάσκελα στο έδαφος. Και θα είναι μπλαβιασμένος. Και θα τρελλαθείς περισσότερο. Και θα έχεις δύο λίμνες για μάτια. Και στο στέρνο σου, στον οισοφάγο κάτι θα κλείσει. Και θα ρουφάς τον αέρα σα να μην υπάρχει, σα να έχεις βάλει τουρμπίνες για πνευμόνια. Και θα σου πούν ότι φωνάξαν τις πρώτες βοήθειες. Και θα είναι 14 του Σεπτέμβρη και τα φαρμακεία θα έχουν αργία. Και δεν θα μπορείς να πας εκεί να ζητήσεις άμεσα βοήθεια. Και θα σε αγκαλιάσουν οι γείτονες. Και οι λίμνες θα φουσκώνουν. Και θα περπατάς πάνω κάτω. Και θα κάνεις τσιγάρα. Και θα έρθει και η μάνα σου. Και θα έρθουν και οι φίλοι σου. Και θα είσαι σαν καράβι χωρίς πηδάλιο, χωρίς πανιά. Και ούτε στιγμή εσύ ο έξυπνος, εσύ ο εγωιστής, εσύ που τόσα έκανες, που τόσα πέτυχες, που τέτοια γνώμη έχεις για τον εαυτό σου, δεν θα σκεφτείς ότι δίπλα είναι το ΙΚΑ, τράβα ζήτα βοήθεια ρε μαλάκα. Και αυτό θα το έχεις πάντα μέσα σου. Και το χείλος σου θα τρέμει. Και τα μάτια σου θα τρέμουν και θα καίνε. Και θα θυμάσαι πως το προηγούμενο βράδυ όταν έφευγες, σου έγνευσε καληνύχτα χαμογελώντας. Και αυτό το χαμόγελο θα το πληρώνεις με δάκρυα για να το ξαναδείς. Και θα έρθουν οι πρώτες βοήθειες στις 11 και. Και θα σου πούνε ότι ο κόσμος αυτός δεν είναι μαγικός, θαύματα δεν συμβαίνουν και αυτό που είδες, αυτό ήταν. Και η αστυνομία θα βάλει ταινία στο γραφείο. Και δεν θα σε αφήσουν να μείνεις μαζί του για μια τελευταία φορά. Και θα σου τον πάρουν για νεκροψία. Και θα έχει μια υπέροχη Αττική λιακάδα. Και εσύ θα κατεβάζεις τον αέρα με τα γαλόνια. Και θα μάθεις για τα καλά πως ότι λείπει, λείπει»

 

«Μάρκο. Μάρκο! Σύνελθε» τον συνέφερε η φωνή της Άννας.

 

Ο Μάρκος άνοιξε τα μάτια για να δει από πάνω του σκυμμένη την Άννα με τα μαλλιά της να τον χαϊδεύουν. Ανασηκώθηκε και πάσχισε να πάρει μια ανάσα.

 

«Τι ήταν αυτό? Κάτι μου ψιθύριζε. Προς στιγμή ήταν σα να ζούσα κάτι άλλο»

 

«Το αδράχτι έχει ξετυλιχθεί. Όποιος δεν είναι μυημένος και ταξιδεύει ψυχοχωρικά, κινδυνεύει να πιαστεί από τους μίτους της μοίρας κάποιου άλλου και να του σκιστεί το εγώ, η ψυχή, τα πάντα. Και όχι απλά σε ένα κομμάτι. Aλλιώς το εκείνο, αλλιώς το εγώ, αλλιώς το υπερεγώ, αλλιώς το υποσυνείδητο. Αν δεν κράταγες το χέρι μου κακομοίρη, μια σταθερά, τώρα θα ήσουν για το Δρομοκαϊτειο»

 

Ο Μάρκος κοίταξε τριγύρω και διαπίστωσε ότι ήντουσαν πλέον στην Ομόνοια, στον χώρο όπου βγάζουν τα εισιτήρια.

Link to post
Share on other sites

"Μα; Τι έγινε; Πως βρεθήκαμε εδώ;" ψέλλισε ο Μάρκος.

 

"Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο", του απάντησε η Άννα. "Αν θέλεις να σώσουμε τον αδερφό σου, πρέπει να βρούμε το ξόρκι που είναι γραμμένο στο Ξιμόκ, ένα από τα σπανιότερα βιβλία που ψάχνουν όλοι όσοι ασχολούνται με τους Αρχαίους Φύλακες".

 

"Και που θα το βρούμε αυτό το βιβλίο;" αναρωτήθηκε ο Μάρκος.

 

"Υπάρχουν φήμες ότι το έχει στο πατάρι του ένας παλαιοβιβλιοπώλης στο Μοναστηράκι, φυλαγμένο κάτω από μια στοίβα Ζωδιακών Λίθων. Για αυτό άσε τις κουβέντες και πήγαινε να βγάλεις εισιτήρια για τον Ηλεκτρικό, πριν να είναι αργά."

 

Περιμένοντας στις αποβάθρες του Ηλεκτρικού τον επόμενο συρμό, ο Μάρκος είχε την εντύπωση ότι όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω τους. Αλλά δεν ήξερε αν αυτό οφειλόταν στην δική του ταλαιπωρημένη εμφάνιση ή στην εντυπωσιακή Άννα. Πιθανότατα να ήταν συνδυασμός και των δύο.

 

Φτάνοντας στο Σταθμό Μοναστηρακίου και βγαίνοντας στην επιφάνεια, ένα σύννεφο σκόνης τους σκέπασε από τα έργα που γίνονταν στην πλατεία.

 

"Να πάρει!" φώναξε η Άννα. "Χάλια έγινα! Και μόλις το είχα φορέσει αυτό το μπλουζάκι."

 

"Γυναίκες..." σκέφτηκε ο Μάρκος. "Εδώ ο κόσμος χάνεται και αυτή ανησυχεί για ένα σκονισμένο μπλουζάκι..."

 

Αφού στριμώχτηκαν με τους τουρίστες κατεβαίνοντας την Ηφαίστου και περνώντας από τις τσίκνες των σουβλατζίδικων, έφτασαν στην περιοχή με τα παλαιοβιβλιοπωλεία.

 

"Να, εκεί στη γωνία είναι το μαγαζί που θα πάμε" είπε η Άννα. Αλλά πριν προλάβει να τελειώσει την φράση της, ένα μηχανάκι παραλίγο να τους πατήσει. Οδηγούσε ένας σαρανταπεντάρης, ενώ η μηχανή του ήταν γεμάτη κούτες και σακούλες με παλιά περιοδικά.

 

"Χίλια συγνώμη!", τους είπε. "Ξέρετε βιάζομαι να πάω να μοιράσω τα περιοδικά σε κάτι κατεστραμμένους, οι οποίοι αρέσκονται στο να διαβάζουν, να ακουμπούν, ακόμα και να μυρίζουν το κιτρινισμένο χαρτί από παλιά περιοδικά. Αλλά για να με συγχωρήσετε για την ταραχή που σας έφερα, όποτε θέλετε ελάτε να σας κεράσουμε μπύρα και κρέπες".

 

"Άσε μας ρε άνθρωπέ μου! Έχουμε τα προβλήματά μας, οι τρελοί του Μοναστηρακίου μας έλειπαν!", είπε η Άννα και απομακρύνθηκαν γρήγορα.

 

Φτάνοντας στο μαγαζί, ένα ρίγος διαπέρασε τον Μάρκο. Σίγουρα δεν ήταν σαν τα άλλα παλαιοβιβλιοπωλεία που ήξερε.

Link to post
Share on other sites

Κατ'αρχάς, η ιδιοκτήττρια- αν αυτό ήταν- τον κοίταξε με μισό μάτι, λες και της είχε κάψει όλη την σειρά του Πάπυρου Λαρούς ή κάτι τέτοιο. Η Άννα την αγριοκοίταξε και αυτή.

"Κόφ΄το Κότα," της είπε κοφτά. "Το παιδί είναι καινούριο και δεν καταλαβαίνει τι του λες."

"Καλά," μούγκρισε η γυναίκα. Ο Μάρκος απόμεινε να την κοιτάζει- όχι γιατί ήταν ωραία. Ήταν ένα θεόρατο θωρηκτό με γροθιές που έμοιαζαν με μικρα σφυριά. Φαινόταν πραγματικά τρομακτική, με τα μαύρα της μαλλιά κοτσίδες να ξεκουράζονται στους ώμους της και ένα τατουάζ στρογγυλό φαινόταν στην μια μεριά του παχιού λαιμού της, αλλά πολύ πιο μικρό από αυτό που η Άννα έκρυβε κάτω από το - τώρα σκονισμένο- μπλουζάκι της.

"Κότα; Κοίτα μην μας ενοχλήσει κανείς," της είπε η Άννα καθώς έσμπρωχνε τον Μάρκο πιο βαθιά μέσα στο βιβλιοπωλείο, το οποίο ήταν γεμάτο από ράφια ξέχειλα με ξεπουπουλιασμένα βιβλία και φυλλάδες με διάσπαρτα μπιχλιμπίδια τα οποία μάλλον κάποιοι τρελοί θα δίνανε λεφτά για να τα πάρουνε, αλλά σίγουρα όχι όποιος σεβόταν τον εαυτό του ή είχε επαφή με την σημερινή επιστήμη.

 

"Πρόσεχε τι σκέφτεσαι όπως ακριβώς και ότι λες όταν είσαι στον ίδιο χώρο με την Κότα. Μπορεί να καταλάβει τις προθέσεις σου ή τις αντιπάθειές σου."

"Δεν μου λες, πώς δέχεται να την βρίζεις; Και τι εννοείς; Διαβάζει την σκέψη μου;" ρώτησε ο Μάρκος.

"Κότα είναι το όνομά της, Μάρκο. Είναι από την ανατολική ευρώπη. Και είναι ...μυημένη. Πες το έτσι."

"Γιατί, πώς αλλιώς λέγεται;" ρώτησε ο Μάρκος, παρακολουθώντας την Άννα να μισο-σκαρφαλώνει σε μια βιβλιοθήκη για να φτάσει σε ένα ψηλότερο ράφι.

"Μαγεία," ακούστηκε η φωνή της Άννας μισοπνιγμένη από την σκόνη. "Πιάσε."

 

Ο Μάρκος έπιασε πιο πολύ από αντανακλαστικά το βαρύ τόμο που πετάχτηκε προς το μέρος του.

 

Και με το που το έπιασε, δύναμη τον διαπέρασε, και όλα- όλα ξαφνικά φάνταζαν διαφορετικά στα μάτια του. Η Άννα...

 

"...είσαι πανέμορφη," της ψυθήρισε, και δεν είχε λαγνεία η φωνή του, γιατί η φωτεινή, υπέροχη οπτασία που έβλεπε ήταν πολύ αγνή για να την αγαπήσει με τέτοιο τρόπο.

 

"Τώρα είσαι έτοιμος να δεις, Μάρκο," χαμογέλασε η Άννα. "Τώρα μπορείς να δεις τον αδελφό σου, την Λάχεσι... και τον κίνδυνο."

Edited by TantzAerine
Link to post
Share on other sites

Δισεκαττομύρια ανύπαρκτες βελόνες σάρωσαν τα πνευμόνια του Μάρκου καθώς ανασήκωσε το βαρύ εξώφυλλο του τόμου που προσγειώθηκε στα χέρια του..Όμως..όμως..δεν ήταν δυσάρεστο αίσθημα..Είχε στον αμφιβληστροειδή του αποτυπωμένο το χαμόγελο της Άννας, τόσο φωτεινό, τόσο κατευναστικό, τόσο σίγουρο..τόσο όμορφο..και αυτό ήταν όλο που ήθελε πλεον να βλέπει..μονάχα..διαπιστώνοντας έκπληκτος (και αποδεχόμενος, ανήμπορος, όλες τις εκπλήξεις που διεκδικούσαν την προσοχή του) πως το οπτικό του πεδίο διαστρεβλωνόταν και όλες οι νόρμες που διέπουν την προοπτική κατέρρεαν βωβά, σαν πύργος από καουτσουκ.. στο βάθος μισοξεχώρισε την Κότα να ετοιμάζει καπνό για μια ξύλινη πίπα, την είδε να την ανάβει κοιτάζοντάς τον απαξιωτικά, βγάζοντας ένα βαριεστημένο ''πφφφ..'' Ποτέ πρωτύτερα δεν είχε αξιολογήσει τη δυνατότητα αποκέντρωσης του χωροχρόνου..Μύρισε καμμέμνο φαγητό..σαν ρύζι που ξεχύθηκε από λαχανόφυλλα και αμπελόφυλλα σε μια καταδικασμένη απόπειρα για ελευθερία και αυτό που αντίκρυσαν στην έξοδο να είναι καυτότατο λάδι αρραβωνιασμένο με πιπέρια και μπαχαρικά..

 

"Θυμήσου τα! Θυμήσου αδερφέ!! Ο πατέρας μας είχε δίκιο για τις δυνάμεις της!! Δεν ήταν τυχαίο!! Υπάρχει και μάλιστα συνέχεια! Από την εποχή των Ρωμαίων!Δεν ήταν παραμύθια, δεν ήταν ψυχωτικός που έλεγες!!Δες! Δες!! Εδώ!!Θυμάσαι;!Όλα κλείνουν τέλεια! Βρες το Σινάτρα να στα πει!Γι'αυτό τον πήραν..''

 

Κι όμως τώρα τρόμαξε! Ήταν η φωνή του αδερφού του που αγωνιούσε σαν μια κβαντομηχανική ανωμαλία μέσα από μια μπετονιέρα..Και ολάκερο το περίβλημμα που τον είχε ζυμώσει οδοντωτά άρχισε να σείεται. Μια κοριτσίστικη μορφή με μαύρο δέρμα και ροζ μάτια, ροζ μαλλιά και άσπρα χείλια έφτυσε πάνω του μια πισίνα χαλασμένες εξατμίσεις και καρμπυρατέρ..

Ένα χέρι τον άρπαξε απ'το σβέρκο και..

 

"Συμβαίνει πάλι!! Πρέπει να φύγουμε! Σφίξ'το πάνω σου και τρέχα!!''

 

Ξύπνησε από περιοδικά ταρακουνήματα αμαξοστοιχίας..ο δεξιός μοιρός του ήταν πεισματικά μουδιασμένος από το βάρος κάποιας Βίβλου..

 

''Ά...Άννα........που είμαστε? που πάμε?...Νιώθω τόσο κουρασμένος...''

 

''Είμαστε ασφαλείς τώρα..Έκανε σεισμό..Είναι δουλειά της Λάχεσις..Μην ανησυχείς, ξεκουράσου τώρα..ο αδερφός σου μας περιμένει στη στοά..Θα είμαστε ασφαλείς εκεί..''

Link to post
Share on other sites
  • 2 weeks later...

Πηγαίνοντας όμως προς την στοά ανακαλύπτουν ότι η έξοδος του μαγαζιού είχε κλείσει από συντρίμμια που ούτε η Κότα δεν μπορούσε να απομακρύνει εγκαίρως, όσο και να αγκομαχούσε.

 

- Πρέπει να πάμε αμέσως. Η Λάχεσις ξέρει. Ο αδερφός μου κινδυνεύει, της είπε κοφτά.

 

Τότε η Κότα πήρε την πίπα της και ένα φανό και τους έκανε νεύμα να την ακολουθήσουνε. Κάτω από εκεί που καθότανε είχε μια καλά κρυμμένη καταπακτή. Θα νόμιζε κανείς ότι επρόκειτο για κάποιο υπόγειο αποθηκευτικό χώρο, όμως η σκάλα στροβιλίζοταν χωρίς τελειωμό, δεν ήταν ένα απλό υπογειάκι.

 

Φτάνοντας στο τέλος της σκάλας, μύριζε μούχλα και ακουγόντουσαν χαρακτηριστικοί ήχοι όχι τόσο συμπαθητικών αρθρόποδων. Η Κότα τότε άναψε τον φανό και αυτό που έβλεπε μπροστά του ο Μάρκος ήταν κάτι αδιανόητο:

 

Κάτω από αυτό το παλαιοβιβλιοπωλείο υπήρχε θαμμένο ολόκληρο αρχαιοελληνικό ιερό! Με κίωνες, με ψηφιδωτά στους τοίχους, παρέμενε εκεί, ανέγγιχτο από τον χρόνο! Ποιος θα το φανταζόταν...

 

- Δεν είμαι καλή μόνο στην συντήρηση παλιών βιβλίων από ό,τι βλέπετε, είπε με ένα ελαφρύ χαμόγελο η Κότα.

- Εδώ ιδρύθηκε το τάγμα μας, η ιερή ομάδα μας, κατά κάποιον τρόπο, Μάρκο. Για την ακρίβεια, εδώ λατρεύοταν οι ιδρυτές της, γιατί δεν ήταν ακριβώς άνθρωποι όπως εσείς οι θνητοί το αντιλαμβάνεστε, του είπε η Άννα, ενώ περνούσαν δίπλα από ένα ανθρωπόμορφο άγαλμα, το οποίο όμως ήταν αλλόκοτα ανοιχτόχρωμο.

 

Κοίτα να δεις τελικά που είχε δίκιο ο Γιαννόπουλος, είναι απίστευτο το τι θησαυρούς από το παρελθόν κρύβει το χώμα της πατρίδας μας...

 

Εκείνη την στιγμή όμως, ακόμα μια σεισμική δόνηση, μεγαλύτερης εντάσεως αυτή την φορά, χτύπησε. Ήταν λες και το επίκεντρο βρισκόταν ακριβώς κάτω από το αρχαίο ιερό! Ένα σύννεφο σκόνης σκέπασε τα πάντα, ενώ ένιωσαν ξαφνικά όλοι να χάνουν το έδαφος μέσα απ'τα πόδια τους...

Link to post
Share on other sites

Ο Μάρκος τα χρειάστηκε- όχι τόσο για το σεισμό, που και αυτός δεν ήταν απλή υπόθεση εδώ που ήταν χωμένοι στα έγκατα της γης, αλλά για το σύννεφο της σκόνης.

 

Ούτε η Άννα ούτε η Κότα φαινόταν πουθενά, και κανένας ήχος δεν ακουγόταν με το που η δόνηση σταμάτησε ξαφνικά και επήλθε ησυχία. Ο Μάρκος ένιωθε μια κραυγή να σφίγγει τα σωθηκά του και να απειλεί να αποσπασθεί βίαια από τον λάρυγγα του, αλλά εκείνος έσφιξε τα δόντια του και δεν έβγαλε τσιμουδιά. Αν ήταν εντάξει να γίνει θόρυβος, τότε η Άννα θα του φώναζε, ή η Κότα. Αν είναι καλά...

 

 

Ο Μάρκος κινήθηκε προσεχτικά, όσο πιο πολύ μπορούσε αθόρυβα μέσα στο σύννεφο αυτό της σκόνης που δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Κάτι ήταν μέσα σε αυτή, το ένιωθε, τόσο έντονα όσο είχε ακούσει την φωνή του αδελφού του την τόσο απελπισμένη...

 

Τώρα θα έβλεπε για πρώτη φορά το πλάσμα το οποίο την είχε προκαλέσει.

 

Στην αρχή ήταν μια σκια ενός ανθρώπου- μάλλον άντρας μέσης ηλικίας. Η σκιά που έπεφτε πάνω στην σκόνη ήταν σαν να είχε δική της ζωή, σαν να τον κοίταζε κι ας μην είχε μάτια. Όσο και να προσπαθούσε ο Μάρκος να κρυφτεί πίσω από κίονες ή τεράστια πήλινα αγγεία, ακόμα και πίσω από το περίεργο άγαλμα, η σκιά του μυστήριου άνδρα τον ακολουθούσε, τον πλησίαζε.

 

Ο Μάρκος ίσιωσε τους ώμους και έσφιξε τις γροθιές. Δεν του άρεσε ποτέ να τρέχει και να φοβάται, και τις τελευταίες ώρες παραείχε αφήσει τον εαυτό του να άγεται και να φέρεται ως δειλός. Αφού δεν υπήρχε άλλος τρόπος διαφυγής, ο Μάρκος θα αντιμετώπιζε αυτόν που έριχνε αυτή την απόκοσμη σκιά, και μετά αν επιβίωνε...

 

"Τι θέλεις λοιπόν;" φώναξε δυνατά και χάρηκε που η φωνή του ήταν σταθερή. "Εδώ είμαι, δεν σε φοβάμαι."

Link to post
Share on other sites

"Κακώς, Μάρκο! Αν γνώριζες ποιος πραγματικά είμαι, δε θα μπορούσες καν να μιλήσεις από το φόβο σου. Αλλά μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να σε πειράξω, εκτός αν χρειαστεί φυσικά. Αυτή που πραγματικά με ενδιαφέρει είναι η φιλεναδίτσα σου, η Άννα. Αλήθεια, που βρίσκεται; Δεν την βλέπω εδώ."

 

Ο Μάρκος κοκάλωσε, ενώ διάφορες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του. Ποια ήταν αυτή η μορφή που ήξερε το όνομά του; Και που είχε εξαφανιστεί η Άννα; Τον είχε παρατήσει μόνο σε αυτό μέρος και είχε φύγει με την Κότα προκειμένου να σώσουν το τομάρι τους; Μήπως ήταν από την αρχή όλα ένα κόλπο και θα έχει την ίδια τύχη με τον αδερφό του; Καλά δεν καθόταν στο ψαροχώρι του; Τι τις ήθελε τις περιπέτειες με τη μυστηριώδη, αλλά συνάμα γοητευτικότατη, Άννα; Ευχόταν όλα αυτά να είναι απλά ένα κακό όνειρο και όταν ξυπνήσει να βρεθεί στο κρεβάτι του σπιτιού του.

 

"Μάρκο!" ακούστηκε πάλι η φωνή του άντρα. "Σε ρώτησα κάτι και περιμένω μια απάντηση. Εκνευρίζομαι πολύ όταν με αγνοούν και πίστεψέ με δεν θες να με δεις νευριασμένο..."

 

"Δεν...δεν ξέρω που είναι", απάντησε ο Μάρκος και αυτή τη φορά η φωνή του μόνο δυνατή και σταθερή δεν ήταν.

 

Τότε ξαφνικά ένα νέο σύννεφο σκόνης σκέπασε τα πάντα και ένιωσε δυο χέρια να τον τραβάνε προς τα πίσω.

Link to post
Share on other sites
  • 2 weeks later...

Με μια απότομη κίνηση, ξέφυγε από την λαβή των χεριών. Μέσα του, μια φωνή τσίριζε από πανικό γιατί πιθανώς είχε απεμπολίσει την μοναδική του δυνατότητα φυγής, αλλά η άλλη φωνή, αυτή που τσίριζε από θυμό και πόνο εξουσίαζε το είναι του, καλύπτοντας κάθε ίχνος του φόβου εκτός από το παγωμένο κόμπο μέσα στο στομάχι του που απειλούσε με ήπιο τόνο.

 

Το αίμα του όμως έβραζε με θυμό που του έδινε δύναμη και θάρρος.

 

Και Ισχύ.

 

Με μια απλή κίνηση σαν να έσπρωχνε το πλάι ενοχλητικά αλλά ασήματα ξέφτια από ιστούς αράχνης, ο Μάρκος είδε την σκόνη να παραμερίζει σαν κουρτίνα.Με... με υπακούει! Η σκόνη έκανε αυτό που θέλω!

"Δεν ξέρω πού είναι, αλλά και να ήξερα, δεν απαντάω σε καθίκια σαν και σένα," πέταξε θυμωμένα στην μορφή που πισωπάτησε καθώς ο Μάρκος προχωρούσε ήρεμα, σχεδόν αυτοκρατορικά, μέσα από το νέφος της σκόνης που τον υπάκουε. Οι παλάμες του ήταν ζεστές, σχεδόν καυτές, και η καρδιά του πρέπει να πήγαινε με χίλιους χτύπους το λεπτό- στα αυτιά του χτυπούσε ο ήχος του σφυγμού της σαν προειδοποιήση πριν την έκρηξη. Δεν το φοβόταν όμως ο Μάρκος, το ήθελε, το επιζητούσε, ακόμα και εάν αυτό που θα εκραγόταν θα ήταν το στέρνο του- θα άξιζε τον κόπο για αυτή την αίσθηση ελέγχου, δύναμης, Ισχύος, που για πρώτη φορά γευόταν.

 

Η περίεργη μορφή ρέκαξε, και όπως η σκόνη έμοιαζε να υπακούει τον Μάρκο, οι σκιές μέσα στον σπηλαιώδη υπόγειο χώρο του ναού σάλεψαν, την πλησίασαν και την σκέπασαν σαν εφιαλτικοί μανδύες.

"Πολύ εύκολα μιλάς, μικρε," είπε η μορφή. "Κάποιος θα πρέπει να σου μάθει τρόπους."

"ΤΟ ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για σένα," ανταπάντησε ο Μάρκος.

 

Πριν να μπορέσει να τελειώσει τα λόγια του, η τρικυμία που έκανε το αίμα του να βράζει τον συνεπήρε και, χωρίς να ξέρει γιατί, χωρίς να ξέρει εάν καν θα επιβίωνε, επιτέθηκε στην σκιώδη μορφή.

 

Τα χέρια του τα αισθάνθηκε σαν να καιγόταν μέχρι μέσα στο κόκκαλο καθώς έτρεχε ενώ η μορφή πισωπατούσε. Τα σήκωσε περιμένοντας να δει καρβουνιασμένη σάρκα, αλλά ήταν άψογα, με σπιροειδές φως να πάλλεται γύρω τους, περιμένοντας τον Μαρκο να το εξαπολύσει.

 

Και το έκανε.

 

Η μορφή τσίριξε και έφυγε σαν μαύρο νερό. Η σκόνη επιτέλους έπεσε στο έδαφος και στην ησυχία που βασίλεψε, έτσι ξαφνικά, η εξάντληση κατέκλισε τον Μάρκο όπως λίγο πιο πριν η Ισχύς που τον οδήγησε να διώξει την οντότητα αυτή. Ταχυκαρδία και άσθμα, πράγματα που ποτέ δεν είχε- αλλά που ο αδελφός του κατά καιρούς έπρεπε να καταπολεμήσει- τον ανάγκασαν να γονατίσει.

 

"Μάλιστα. Και φαντάζομαι ότι είσαι ιδιαίτερα περήφανος για τα κατορθώματά σου, ε;" άκουσε πίσω από τον κίονα την φωνή της Άννας.

Link to post
Share on other sites
  • 4 weeks later...

ΚΡΑΤΣ!

 

 

....και μετά σκοτάδι.......

 

.....δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε που ήμουν λιπόθυμος, ούτε τι ακριβώς έγινε από τότε που κάποιος, δεν ξέρω ποιος, έσπασε ένα αρχαίο αγγείο με σκληρότητα αντιστρόφως ανάλογη των χρόνων του, πάνω στο κεφάλι μου.

 

"Ξύπνα. Ξύπνα Μάρκο. Ξύπνα και μύρισε τις στάχτες..."

 

"Που... Που βρίσκομαι....;"

 

"Μύρισε τις στάχτες του παλιού κόσμου γιατί πάνω σε αυτές θα χτίσουμε μαζί έναν καινούριο, χωρίς αδικίες..."

 

"Τι είναι αυτά που λες, ποιος νομίζεις ότι είσ...;"

 

"ΔΕ ΜΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙΣ ΡΕ ΑΔΕΡΦΕ;"

 

"ΟΧΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ!!!!!!!!!!!!!!! ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ!!!!!!!!!!"

 

"Έλα μαζί μου και θα κυβερνήσουμε τον κόσμο. Εξάλλου, είναι εύκολο να κατακτήσεις τον κόσμο όταν όλοι οι άλλοι σε θεωρούνε νεκρό"

 

"Νίκο...εγώ...δεν...είσαι ζωντανός! Πώς είναι δυνατ..."

 

"Και όμως είναι, Μάρκο..."

 

"Άννα, κι εσύ εδώ;"

 

"Έπρεπε να το είχες καταλάβει. Ήσουν ένα απλό πιόνι, ένας απλός στρατιώτης που εξετέλεσε τον σκοπό του. Τώρα όμως σου δίνουμε την ευκαιρία να προαχθείς σε αξιωματικό στο ατέρμονο παιχνίδι που παίζεται ανάμεσα στο καλό και το κακό. Ακολούθησέ μας."

 

Και προτού προλάβει να αντιδράσει, η Άννα τον άρπαξε και τον φίλησε αισθησιακά στο στόμα. Η νύχτα έγινε μέρα και φωτιές ξεπηδούσαν από παντού. Αυτή η γυναίκα ήταν σκέτη κόλαση, κυριολεκτικά.

 

"...έλα και δεν θα χάσεις..."

  • Like 4
Link to post
Share on other sites

Σιγά σιγά είχαν αρχίσει να συνέρχεται απο την προήγουμενη εξάντληση που είχε βιώσει τόσο έντονα.

Σε αυτό βοήθησε και το καυτό, υγρό, όλο πάθος φιλί της Άννας, το οποίο όσο και αν κατέκλυζε με ερεθίσματα όλο τον εγκέφαλο του, παράλληλα είχε και μια αναζωγονητική αίσθηση.

Μαζί με την ανάκτηση των δυνάμεων του, επανήλθε και η ενόραση που είχε αποκτήσει μόλις άγγιξε αυτό το βιβλίο.

Και να σου ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν σε ένα σταυροδρόμι. Ένιωθε σαν διαβάτης ο οποίος μόλις είχε περπατήσει μακρύ δρόμο, πρέπει να πάει κάπου αλλά δεν ξέρει ακριβώς το δρόμο. Ένας διαβάτης ο οποίος είχε σταματήσει για λίγο απο το αιώνιο κυνηγητό του κάθε διαβάτη με το δρόμο και ανανεωμένος πλέον ετοιμάζεται να συνεχίσει μη γνωρίζοντας ακριβώς την κατεύθυνση του.

 

Τα λόγια της Άννας, αντήχισαν και πάλι στ' αυτιά του: "...έλα και δεν θα χάσεις..."

 

Ως άλλος Ηρακλής, έπρεπε να διαλέξει. Στο δρόμο που υποσχόταν πολλά, τον περίμενε ο αδελφός του και η Άννα που για αυτή κάθε μόριο της σάρκας του είχε αρχίσει να πάλλεται. Στεκόταν εκεί, λουσμένη με ένα άσπιλο, αγνό, γλαυκό φως. Δίπλα της ο αδελφός του, το άτομο με το οποίο είχε μοιραστεί τη ζωή του και τους έδενε μια σπάνια αδελφική αγάπη.

Η άλλη κατεύθυνση ήταν έρημη και συνάμα έρημος. Ένα μονοπάτι που στριφογύριζε και χανόταν ανάμεσα σε αμμόλοφους. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί για να πάρει μια απόφαση και πάλι ένιωσε μια θέρμη να τον ζώνει...κοιτώντας στο βάθος τα πλαίσια του χώρου και του χρόνου συστάλθηκαν και αντίκρυσε ένα τρομακτικό θέαμα.

Το μονοπάτι περνούσε μέσα απο την κόλαση, μια κόλαση πέρα απο οτιδήποτε είχε φανταστεί.

Μας πως γίνεται αυτό αναρωτήθηκε και αμέσως προσπάθησε να στρέψει την προσοχή του στο τώρα και στον εαυτό του.

Εξωτερικά ήταν ο ίδιος, χωρίς μια γρατσουνιά πάνω του παρά όσα συνέβησαν απο τη στιγμή που νόμισε ότι βίωσε το θάνατο των δύο προσώπων που έχουν σημασία για αυτόν. Εκεί ήταν και αυτό το παράξενο βιβλίο, το οποίο ήταν η αιτία για το "ξύπνημα".

Έμοιαζε με κάποιο είδος Βίβλου, δερματόδετη με πραγματικό δέρμα, τριμμένη στις γωνίες, λεκιασμένη απο το πέρασμα του χρόνου και των χεριών που την άγγιξαν στο παρελθόν.

"Μα τί είναι τελοσπάντων αυτό το Βιβλίο;" αναρωτήθηκε δυνατά.

  • Like 4
Link to post
Share on other sites
  • 1 month later...

Η Αννα χάιδεψε απαλά και λάγνα το μάγουλο του Μάρκου, πιέζοντας εξίσου απαλά το στήθος της στο δικό του, σαν ανομολόγητη υπόσχεση.

"και τι σημασία έχει τι είναι το βιβλίο; Σου προσφέρουμε τα πιο τρελά σου όνειρα... απλώς, πρέπει να δεχτείς το χρίσμα, να δηλώσεις υποταγή... και όλα θα σου ανήκουν."

Η αίσθηση του δέρματός της τόσο κοντά, η αίσθηση ότι θα μπορούσε... ίσως θα μπορούσε να έχει ότι...

 

Κούνησε το κεφάλι του και πισωπάτησε, τα φρύδια του σμίγοντας με το συναίσθημα της προδοσίας, της απογοήτευσης.

"Συγνώμη. Νόμισα ότι είχα να κάνω με ανθρώπους- όχι με πόρνες." Είπε, τα λόγια του σκληρά όπως η φωνή του, αλλά η καρδιά του ελάφρυνε άμεσα και ήξερε ότι ήταν δευτερόλεπτα μόνο μακριά από την σωστή επιλογή.

 

Η Άννα φάνηκε έκπληκτη για ένα λεπτό πριν ο θυμός να στρεβλώσει το ωραία της και έντονα τονισμένα χαρακτηριστικά. Ο αδελφός του- αν πραγματικά ήταν αυτός πια- έβγαλε μια έξαλλη κραυγή.

"Τι είπες ρε κ*****; Έτσι με ξεπληρώνεις; Αυτό είναι η αδελφική σου αγάπη;"

"Αυτή είναι η εξυπνάδα σου; Όλα θα σου ανήκουν, αλλά θα δηλώσεις υποταγή; Πόσα σου ανήκουν τώρα που έχεις υποδουλωθεί, αδελφε; Μήπως απλώς είσαι και εσύ ένα άλλο απόκτημα;"

 

Όσο φώναζε, ο Μάρκος πισωπατούσε προς το Βιβλίο. Ό,τι και να ήταν, δεν έπρεπε να μείνει στα χέρια αυτών των δύο. Και έπρεπε να βρει τρόπο να ξεφύγει, ώστε να καταλάβει πού είχε μπλέξει, και πώς- άν- θα ξέμπλεκε.

 

Γύρισε την πλάτη στον αδελφό του και την Άννα, άρπαξε το Βιβλίο από χάμω και άρχισε να τρέχει σαν τρελός. Ήχοι σαν κεραυνοί άρχισαν να αντηχούν πίσω του μαζί με τις απειλές και τις βρισιές, και η γη ακόμα μια φορά άρχισε να τρέμει κάτω από τα πόδια του, αλλά εκείνος δεν σταμάτησε. Τρέξε, τρέξε, και ίσως σωθείς μια φωνή που μπορεί να μην ήταν και η δική του ψυθίριζε στο νου του, και νέα δύναμη του έδωσε νέα ταχύτητα, έτσι ώστε όλα γύρω του ήταν θολά- εκτός από τον δρόμο διαφυγής που έπρεπε να πάρει.

 

Λοιπόν, επέλεξα. Τώρα να δούμε.

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.