Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Κολούμπρα'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 11 results

  1. Ένα μεγάλο αφιέρωμα στο περιοδικό που σημάδεψε την ελληνική αντικουλτούρα για τρείς δεκαετίες Ένα από τα σημαντικά πράγματα που μας έφερε το 1981, δεν ήταν μόνο η πρώτη φορά ΠΑΣΟΚ, αγαπητοί μας φίλοι, άλλα και η Βαβέλ, ένα περιοδικό κόμιξ (και όχι μόνο), όπως διατείνονταν άλλωστε και το ίδιο για 27 ολόκληρα χρόνια στο εξώφυλλο του. Εξώφυλλο του πρώτου τεύχους της βαβέλ – Φλεβάρης 1981 Το 1981 ο κόσμος στην Ελλάδα ήταν ακόμα αγουροξυπνημένος από την εφταετία της χούντας και η επαφή με DIY τάσεις και πολιτιστικές κινήσεις που διενεργούταν εκείνη την εποχή στην Ευρώπη και την Αμερική ήταν ελάχιστες. Αυτό το κενό ήρθε να γεμίσει το περιοδικό Βαβέλ το οποίο είχε ως πρότυπο το Ιταλικό περιοδικό linus. Το Linus εκδόθηκε το 1965, είχε αριστερό προσανατολισμό (οι εκδότες του άνηκαν στο κομμουνιστικό κόμμα) και ήταν το πρώτο περιοδικό κόμιξ της γείτονος χώρας που στόχευε σε ενήλικο κοινό. Η Bαβέλ, πέρα από την επιρροή της από το Linus, ήταν μάλλον και συνεχιστής ελληνικών underground εντύπων όπως το fanzine Χαρακίρι και του βραχύβιου περιοδικού Κολούμπρα (15 τεύχη). Η Βαβέλ έκανε ντου σε μια απαίδευτη -όσον αφορά στα κόμιξ- κοινωνία και πρότεινε κάτι νέο, αφού μέχρι τότε, ό,τι είχε ζωγραφιές και μπαλονάκι με λόγια ονομαζόταν αυτόματα “μικυμάου” και θεωρείτο ότι απευθυνόταν σε παιδιά. Κάπως έτσι ήρθαμε σε επαφή με τις ερωτικές ιστορίες του Milo Manara (αυστηρά δια ενηλίκους), τα ψυχεδελικά trip στον Sci Fi κόσμο του Moebius, τον κωμικά άναρχο κόσμο του Edika, τον δυστοπικό κόσμο του Billal, τα ρεμάλο-ρέμαλα του Reiser και τον κυνισμό του Altan. Ο τρομερός Altan Εκτός όμως του να φέρει στην Ελλάδα όλους αυτούς τους δημιουργούς (κάποιους μάλιστα στη συνέχεια του έφερε εδώ και κυριολεκτικά) φρόντισε να δώσει βήμα και ουσιαστικά να γεννήσει την ελληνική σκηνή κόμιξ. Εκεί πρωτοεμφανίστηκαν ο Αρκάς με τον Κόκκορα του, ο Γιάννης Καλαϊτζής σαν κομίστας (εκτός από πολιτικός γελοιογράφος) με την Τσιγγάνικη Ορχήστρα, εκεί έκανε τα πρώτα του βήματα ο χαοτικός Λέανδρος με τον Παρία του, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου ακόμα και ο Βαγγέλης Περρής πριν τον ρουφήξει ο τηλεοπτικός βόθρος. Από κόμικ του Λέανδρου – 1996 Ειδική μνεία πρέπει να γίνει και στον Κωστάκη Ανάν, τον συγγραφέα που μέσα από τις μικρές νεοελληνικές ιστορίες σουρεαλισμού (που άφηνε σύμφωνα με τον μύθο σε φάκελο στα σκαλοπάτια της Βαβέλ), κατάφερε να αναδειχθεί σε έναν από τους πιο γλαφυρούς και αστείους συγγραφείς της ελληνικής X generation, χωρίς κάνεις να τον έχει δει ή να γνωρίζει το πραγματικό του όνομα. Διήγημα του Κωστάκη Ανάν αυτή η φώτο τυχαία βγήκε με μήκος 666 πίξελς Το «..και όχι μόνο» που συμπλήρωνε την υποσημείωση του εξώφυλλου “περιοδικό κόμιξ”, ήταν το ζουμί του περιοδικού. Πέρα από την ανάδειξη του κόμικ σαν τέχνης και όχι σαν “καραγκιοζάκια” , σε μια εποχή που οι πληροφορίες από έξω έρχονταν με το σταγονόμετρο, η Βαβέλ με αγνό DIY στυλ, αυτόνομη και χωρίς να έχει στόχο το κέρδος, προσέφερε μια εναλλακτική και ιδιαίτερα πολιτική πρόταση μέσα από τα κόμιξ του την αρθρογραφία του και τις κινηματογραφικές και μουσικές του προτάσεις, που ήταν μακριά από τα βαθιά κομματικοποιημένα στεγανά της μεταπολίτευσης. Από το κόμικ του Δημήτρη Παπαϊωάννου «Ο Τρομερός ΜΕΒΕΡ» Πάντα ανατρεπτικό, είτε όταν έβαζε γυμνό και σεξ σε εποχές που ακόμα υπήρχε λογοκρισία, είτε όταν αναφερόταν στα δικαιώματα των κρατούμενων όπως τότε με το ιστορικό εξώφυλλο του τεύχους 35 με τα σκιτσάκια του φυλακισμένου για την πολίτικη του δράση Dario Dalmaviva, είτε όταν προκαλούσε τα χρηστά ήθη της εποχής με κόμιξ που είχαν ομοφυλόφιλους ήρωες, όπως αυτά του Ralf Konig. Η Βαβέλ δεν έχασε ποτέ τον πολίτικο της λόγο, στηλιτεύοντας μέχρι και το τέλος της το 2008, τον άκρατο καταναλωτισμό άλλα και τον κεκαλυμμένο πουριτανισμό της ελληνικής κοινωνίας. Το επόμενο μεγάλο βήμα η Βαβέλ το έκανε όταν διοργάνωσε τα φεστιβάλ κόμιξ στο Γκάζι. Τα φεστιβάλ του περιοδικού περιελάμβαναν εκθέσεις κόμιξ με καλεσμένους διάσημους κομίστες από το εξωτερικό και liveάκια. Η απήχηση του κόσμου αυξάνονταν σταδιακά κάθε χρονιά, μαθαίνοντας τα κόμιξ σε άσχετους που πηγαίναν για το hype, άλλα φέρνοντας και τους “ψαγμένους” σε επαφή με διάσημους σχεδιαστές του εξωτερικού και νέους Έλληνες δημιουργούς και fanzines. Σταδιακά μέσω των φεστιβάλ η Βαβέλ απέκτησε μια τέτοια προβολή, ώστε έπαψε πλέον να ανήκει στο underground και αυτό σίγα-σιγά για διαφόρους λόγους (οικονομικής φύσεως κυρίως) σήμανε και το τέλος του εντύπου, το οποίο μέσα σε 27 χρόνια κατάφερε να εκδώσει 246 τεύχη και σχεδόν 10 χρόνια μετά, βλέπουμε ότι το κενό που άφησε στον χώρο των διαφορετικών, μη mainstream εντύπων δυσαναπλήρωτο. Η επίδραση της Βαβέλ σε μια γενιά νέων δημιουργών κόμιξ (και όχι μόνο) ήταν τεράστια και όχι μόνο ως προς την διαμόρφωση του στυλ του άλλα κυρίως ως προς την γνωριμία τους με έναν διαφορετικό κόσμο έκφρασης. Ρωτήσαμε έξι δημιουργούς να μας μιλήσουν για την σχέση τους με το περιοδικό. Ιφιγένεια Καμπέρη Στις αρχές του 80 στο μικροαστικό σπιτικό μας ένα πράγμα που υπήρχε σε αφθονία ήταν τα περιοδικά και τα κόμιξ. Αντί, Σχολιαστής, Αστερίξ, Ισνογκούντ, Λούκυ-Λουκ, Μαφάλντα, Παραπέντε έφτιαχναν έναν τεράστιο πύργο στο κομοδίνο του μπαμπά μου. Παρόλο που δεν ήξερα να διαβάζω, ξετρελαινόμουν με οποιοδήποτε σχέδιο. Υπήρχε και ο απαγορευμένος καρπός, το κόμικς με τα παράξενα γράμματα που ήξερα ότι λένε “βαβέλ”. Αυτό δεν έπρεπε να το ανοίγω γιατί “ήταν για μεγάλους”. Αν πω ότι δεν διάβαζα που και που στα κρυφά, θα είναι ψέμα. Με εντυπωσίαζε η ένταση του ασπρόμαυρου σχεδίου και με τρόμαζαν οι γκροτέσκες φιγούρες. Ειδικά αυτοί οι αηδιαστικοί εξερευνητές με τις στριφογυριστές μύτες που γύριζαν στη ζούγκλα και παντού υπήρχαν κατσαρίδες! Σκεφτόμουν πως αυτός που τους έφτιαξε μάλλον δεν ήξερε να ζωγραφίζει καλά, αλλιώς για ποιόν λόγο να τους είχε κάνει τόσο άσχημους. Είχε και άλλα όμως, είχε διαστημικά, μαρκησίες, ντετέκτιβ, τέρατα, πανκς και πολλές γυμνές γυναίκες που πάντα φαίνονταν να μην περνάνε και τόσο καλά. Παρόλα αυτά δεν τις λυπόμουν γιατί ίσως τελικά να μην τα πέρναγαν και τόσο άσχημα. Εγώ πάντως θα ήθελα να ήμουν στη θέση τους. Αυτό εξηγούσε φυσικά το γιατί δεν έπρεπε να διαβάζω αυτόν τον θησαυρό, είναι γνωστό ότι οι μεγάλοι κρατάνε τα καλύτερα μόνο για τον εαυτό τους! Και αν νομίζουν ότι όταν ήμουν 5 δεν ήξερα πάρα πολύ καλά τι έκαναν η Άντα, η Βαλεντίνα, η Ντρούνα, η Ζυστίν, η Λούμπνα είναι πολύ γελασμένοι! Τα χρόνια πέρασαν, έμαθα να διαβάζω και, ακολουθώντας την οικογενειακή μας παράδοση, αγόρασα την πρώτη μου Βαβέλ τον Ιανουάριο του 1993 και συνέχισα να την παίρνω κάθε μήνα μέχρι το τελευταίο τεύχος. Τάσος Μαραγκός (Τασμάρ) Πρέπει να ήταν το 1989 ή 1990, δεν θυμάμαι καλά. Είχα πάρει την μεγάλη απόφαση να πάω στο πρακτορείο τύπου, στην παραλία της Ερμούπολης και να προμηθευτώ το πρώτο μου περιοδικό με γυμνές γυναίκες. Ήμουν πολύ ντροπαλό παιδάκι και σκεφτόμουν τι θα πει ο κύριος του πρακτορείου που μέχρι τότε με είχε συνηθίσει να αγοράζω Λούκυ Λουκ, X-Men και ιστορίες με παπιά. Είχα βαρεθεί όμως τις κυρίες με τα μαγιό από τα εξώφυλλα των σταυρόλεξων του παππού μου και έπρεπε επιτέλους να δω τι κρύβεται πίσω από αυτά τα μαγιό. Οργάνωσα καλά το σχέδιο μου, πως θα πάω, θα το πάρω και θα εξαφανιστώ επιστρέφοντας μετά από χρόνια στο πρακτορείο τύπου. Μπαίνοντας στο πρακτορείο κατευθύνθηκα στο ράφι, στο βάθος, εκεί που ήξερα ότι έχει αυτά τα κολασμένα έντυπα. Άρχισα να βλέπω τα εξώφυλλα και έπρεπε να επιλέξω γρήγορα γιατί ένιωθα το μάτι του κύριου Πρακτορείου να με χτυπάει στην πλάτη. Παντού βυζιά, βυζιά, κώλοι και άλλα ωραία σημεία του γυναικείου σώματος που ήδη με είχαν κάνει να κοκκινίζω και να νιώθω ένα φούσκωμα στο παντελόνι μου. Το μάτι μου όμως καρφώθηκε σε ένα εξώφυλλο που είχε μια πανέμορφη, γυμνή γυναίκα αλλά ήταν σκίτσο και όχι φωτογραφία. Βαβέλ έλεγε. Δεν είχα ιδέα τι ήταν. Το άρπαξα, πλήρωσα και έφυγα για το σπίτι κρύβοντάς το μέσα από το μπουφάν μου. Στο σπίτι, αφού βεβαιώθηκα ότι έλειπαν όλοι, το άνοιξα και άρχισα να το διαβάζω. Αυτό ήταν. Από τότε άλλαξε η ματιά μου για τα κόμικς. Ευχαριστώ Βαβέλ. Τάσος Παπαιωάννου Ξεκίνησα να διαβάζω Βαβέλ, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν πήγαινα γυμνάσιο και όταν είχε αρχίσει να φθίνει η φάση της (οι ειδικοί έχουν να λένε για την Βαβέλ της δεκαετίας των 80s). Ένας γενναίος, σκατολογικός, λάγνος, βέβηλος κόσμος απλωνόταν μπροστά μου. Λίγο καιρό μετά, ο Λέανδρος έκανε την παρουσία του στις σελίδες της και ήταν λες και έτρωγα καρμικό χαστούκι από το πουθενά. Μετά ήρθε και το φεστιβάλ βαβέλ και άλλαξε το τοπίο, έγινε πιο γιορτή. Χαίρομαι που έζησα την φάση αυτή και έχω κάτι καλό να θυμάμαι. Στα ‘00s η φάση Βαβέλ είχε φτάσει ήδη στην παρακμή της και φυσικά μετά ήρθε και το επεισοδιακό της τέλος. RIP Βαβέλ. Αντώνης Βαβαγιάννης Η πρώτη επαφή με τη «Βαβέλ» ήταν στην παιδική μου ηλικία. Πάντα σε κάποιο σπίτι «ψαγμένων» φίλων των γονιών μου θα έπαιζε ένα ράφι, κάτω από τα Αστερίξ και τις Μαφάλντες, που θα υπήρχαν αυτά τα ακατανόητα κόμιξ. Το πρώτο ξεφύλλισμα γινόταν απλά για να βρεθεί κάποιο «ακατάλληλο» στιγμιότυπο, που για την ηλικία και την εποχή μπορούσε να θεωρηθεί «τσόντα»! Μετά μεγαλώνοντας κι αποκτώντας μια σφαιρικότερη σχέση με τα κόμιξ από το Λούκι Λουκ και το Αλμανάκο, μέσα σε μια κούτα του ξάδερφού μου γεμάτη με Βαβέλ γνώρισα μια από τις μεγαλύτερες κομιξικές μου αγάπες, τον Edika. Αλλά όχι μόνο. Τόσα πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους κόμικ. Αστεία και σοβαρά. «Βρόμικα» και «μεγαλίστικα» και τόσο μπροστά για την εποχή τους. Δεν νομίζω να υπάρχει μεγαλύτερη επιρροή για τη δικιά μου γενιά σκιτσογράφων από τη Βαβέλ και νομίζω ότι είμαστε πολύ τυχεροί που μεγαλώσαμε σε μια εποχή που κυκλοφορούσε. Γιώργος Γούσης Σαν παιδί, δεν υπήρξα ποτέ φανατικός αναγνώστης κόμικ. Είχαμε μια αδιάφορη σχέση. Διάβαζα μόνο τα καλοκαίρια στις διακοπές και μονάχα ότι έβρισκα στο περίπτερο. Δηλαδή Μίκυ Μάους, Αστερίξ και Λούκυ Λουκ. Μεγαλώνοντας κιόλας, στην εφηβεία, τα έκοψα τελείως. Είναι εντελώς περίεργοι οι λόγοι που αργότερα, όταν κόντευα τα είκοσι, με έσπρωξαν στο να δοκιμάσω να δημιουργήσω μια σύντομη ιστορία κόμικ για να πάρω μέρος στον διαγωνισμό του ένθετου περιοδικού για κόμικς <<9>> της Ελευθεροτυπίας. Μέσω αυτού ήταν και η πρώτη μου επαφή με τα Ελληνικά κόμικ. Όταν όμως σύντομα κατάλαβα πως αυτή η τέχνη θα ήταν η βασική μου ασχολία από εκεί και πέρα, άρχισα να ψάχνω που θα μπορούσα να βρω κόμικ που να ταιριάζουν στο γούστο μου και στο αισθητικό μου κριτήριο για να τα περιεργαστώ και να τα μελετήσω. Το περιοδικό της Βαβέλ ήταν για εμένα λίγο πολύ μονόδρομος. Εκεί υπήρχαν δημοσιευμένα κόμικ ξένων δημιουργών που θα μου έκαναν εντύπωση και θα προσπαθούσα να αντιγράψω και να επηρεαστώ σαν νέος δημιουργός. Αν δεν υπήρχε η Βαβέλ θα ήταν πολύ μεγαλύτερη η απόσταση και ο χρόνος που θα έπρεπε να σπαταλήσω για να βρω τις δουλειές όλων αυτών των δημιουργών έναν έναν από μόνος μου. Δεν ήταν όμως μόνο το περιοδικό. Η Βαβέλ είχε δύο ακόμη σημαντικούς πομπούς γνώσης. Το βιβλιοπωλείο για κόμικ που είχε στο κέντρο της Αθήνας και μπορούσες να βρεις πληθώρα άλμπουμς χωρίς να πρέπει να σκάψεις πρώτα ανάμεσα σε χιλιάδες τευχάκια με σουπερηρωικά κόμικ που ήταν το κυρίαρχο προϊόν των υπόλοιπων κομιξάδικων. Και το πιο σημαντικό απ’ όλα, το φεστιβάλ της Βαβέλ. Πρόλαβα και πήρα μέρος στα τρία τέσσερα τελευταία φεστιβάλ της σαν νέος δημιουργός και ήταν για μένα στιγμές που θα μου μείνουν αξέχαστες, κυρίως επειδή το κλίμα των ανθρώπων και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα με έκαναν να αισθάνομαι χαρά που ήμουν μέρος αυτού του συνόλου. Από την άλλη, ενώ η Βαβέλ ήταν πρωτοπόρος στα κόμικ και αισθητικά μου ταίριαζε περισσότερο, σαν δημιουργός δεν δημοσίευσα ποτέ στο περιοδικό της γιατί δεν έδιναν αμοιβές κι έτσι, εφόσον στο <<9>> πληρωνόμασταν, προτιμούσαν όλοι να δημοσιεύουν εκεί. Αυτός πιστεύω είναι και ο βασικός λόγος που η Βαβέλ ανέδειξε ελάχιστους Έλληνες δημιουργούς σε σχέση με το <<9>> που παρήγαγε μια ολόκληρη γενιά νέων δημιουργών και άνοιξε τον δρόμο σε πολλούς από εμάς για να δουν την τέχνη τους και επαγγελματικά. Μπαίνοντας στην διαδικασία να γράψω όλα αυτά, το μόνο που μου μένει σαν επίγευση είναι το πόσο λείπει ένα τέτοιο περιοδικό για κόμικ στις μέρες μας που να μπορεί να αμοίβει και τους δημιουργούς, τώρα που το επίπεδο των κόμικ που παράγονται από Έλληνες ανεβαίνει χρόνο με τον χρόνο και το κοινό αρχίζει δειλά δειλά να τα νιώθει σαν μέρος της ψυχαγωγίας του. Τηλέμαχος Σταυρόπουλος (Helm) Στις παλιές Βαβέλ του πατέρα μου είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου απεικονίσεις του έρωτος και ακόμα μέχρι σήμερα όταν κλείνω τα μάτια μου και φαντάζομαι το σεξ δεν βλέπω χρώματα και απτή σάρκα αλλά μαύρες αδρές γραμμές σαν του Crepax ή ίσως του Baldazzini να αιωρούνται και να σμίγουν πάνω σε ένα λευκό -σαν κέλυφος αυγού- Πλατωνικό κενό. Αυτό το αντίκρισμα της λίμπιντο ήταν απαραίτητο για να μου συμπληρώσει φαντασιακά όρια από τα υπερωικά αμερικάνικα κόμιξ και τα μικιμάου που επίσης διάβαζα μικρός. Έτσι έμαθα ότι μπορείς να κάνεις τέχνη για εσωτερικούς λόγους, ή για απόλαυση και πάθος, χωρίς να χρειάζεται σώνει και καλά να βγάζει περισσότερο νόημα, να είναι επαγγελματικό ζήτημα ή να αρχίζει και να τελειώνει κάτι οριστικά. Έμαθα επίσης ότι η υπομονή έχει όρια, ο Pazienza όχι. Από τη Βαβέλ επίσης έμαθα και ίσως αμφίβολης αξίας μαθήματα, όπως το ότι μπορείς να κάνεις τέχνη για εσωτερικούς λόγους, ή για απόλαυση και πάθος, χωρίς να χρειάζεται σώνει και καλά να βγάζει περισσότερο νόημα, να είναι επαγγελματικό ζήτημα, ή να αρχίζει και να τελειώνει κάτι οριστικά. Όπως και να’χει, όταν σκέφτομαι ‘Βαβέλ’, καυλώνω λίγο και θέλω να φτιάξω κόμιξ. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ευχαριστώ από αυτό. Ακολουθούν κάποια από τα αγαπημένα μας εξώφυλλα: 20 χρόνια πριν η “φάση” φαινόταν ότι θα στραβώσει Ένα από τα πολλά εξώφυλλα που διακόσμησε ο Moebius Pop αιματοχυσίες Όταν ξεκινούσε ο Αρκάς Ο πάντα πικρόχολος Altan Αγνός μηδενισμός 2001: Ένα εξώφυλλο τιμιότατης σάτιρας στον “νεόπλουτο τύπο” της εποχής, δυστυχώς επτωχεύσαμεν Και το σχετικό link...
  2. Ο Αντώνης Πανούτσος μαθαίνει τον θάνατο του Gatto Barbieri και θυμάται πως τον πρωτογνώρισε μέσα από τα τεύχη της Κολούμπρα. Σαράντα χρόνια πριν όταν τα κόμιξ δεν γραφόντουσαν για κινηματογραφικά σενάρια, οι αργεντινοί Sampayo και Munoz δημιούργησαν την πρώτη ιστορία του Alack Sinner. Με φόντο το Μπουένος Άιρες της δικτατορίας του Βιντέλα, ο Alack Sinner, πρώην αστυνομικός στην Νέα Υόρκη, είναι ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ που έχοντας για γραφείο το Joe ’s Bar αναλαμβάνει υποθέσεις χωρίς πολλές σκέψεις για το παρελθόν των πελατών του. Κλασικές ιστορίες noir που δένουν με τα ασπρόμαυρα σκίτσα του Sampayo, που σε συνδυασμό με τα κείμενα του Munoz παρουσίασαν μια Αργεντινή διαφορετική από τις προκάτ εικόνες. Στην πρώτη σειρά του Alack Sinner «Perché lo fai, Alack Sinner?», στο επεισόδιο Viet Blues υπάρχει ο υπαρκτός χαρακτήρας του σαξοφωνίστα Gatto Barbieri, που πέθανε χθες σε ηλικία 84 ετών. Είναι εκείνος με το πλατύγυρo καπέλο που όταν σταματάει να σολάρει τραγουδάει το El arriero του αργεντινού τραγουδιστή της folk Atahualpa Yupanqui. Το Arriero μεταφράζεται «αγωγιάτης» και οι στίχοι υπάρχουν στα ισπανικά στο internet. Όποιος δεν μιλάει αλλά θα ήθελε να πάρει μια ιδέα από Sampayo και Munoz, δεν έχει παρά να ψάξει για παλιές Κολούμπρες που πρωτοδημοσιεύτηκε ιστορία του Alack Sinner, για το trade paperback της Βαβέλ «Η ζωή δεν είναι κόμιξ μωρό μου» ή για κάποια άλλα tp ’s που πρέπει να βρίσκονται κοντά σε αυτό το κομμάτι της βιβλιοθήκης αλλά δεν έχω την ώρα να ψάξω. Και το σχετικό link...
  3. Βαλεντίνα: Η κυρία πενηντάρισε! Είναι μελαχρινή, νέα και ωραία. Με χαρακτηριστική «κουπ» στα μαλλιά και ένα υπέροχο κορμί που της αρέσει να το επιδεικνύει, χωρίς πολλά ταμπού. Η Βαλεντίνα που δημιούργησε ο Ιταλός σεναριογράφος και σχεδιαστής Γκουίντο Κρέπαξ, συμπληρώνει εφέτος μισό αιώνα ζωής από την πρώτη της εμφάνιση (και τι εμφάνιση!) στις σελίδες των κόμικς. Το ντεμπούτο της έγινε το 1965, στο 2ο τεύχος του περιοδικού Linus και στην Ελλάδα έγινε γνωστή 13 χρόνια αργότερα, μέσα από τις σελίδες του περιοδικού Κολούμπρα. Στην αρχή, η Βαλεντίνα αρκέστηκε στον ρόλο της παρτενέρ του πρωταγωνιστή, που ήταν ο κριτικός τέχνης, ερασιτέχνης ερευνητής, αλλά και υπερήρωας, Φίλιπ Ρέμπραντ ή Νέουτρον, ικανός να παραλύει ανθρώπους, ζώα, ακόμα και μηχανές που είχε δει απλώς μια εικόνα τους. Η θελκτική Βαλεντίνα, πάντως, γλύτωσε την παράλυση. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά σύντομα κατάφερε να ξεπεράσει τον πρωταγωνιστή, ξεκινώντας τη δική της μεγάλη καριέρα. Στο πρόσωπο, η Βαλεντίνα ήταν «φτυστή» η σταρ του βωβού κινηματογράφου Λουίζ Μπρουκς: ένας φόρος τιμής του Κρέπαξ στην ηθοποιό που ερμήνευσε μοναδικά τη Λουλού στο κλασικό «Κουτί της Πανδώρας» του Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ. Η Βαλεντίνα, όμως, δεν ήταν «ρετρό». Ήταν, αντίθετα, μια μοντέρνα γυναίκα που ασκούσε ένα δυναμικό επάγγελμα: φωτογράφος στο Μιλάνο, με τη Nikon πάντα μαζί της. Ακόμα και στο κρεβάτι, από το οποίο παρέλασε πλήθος εραστών – υπαρκτών, ή πλασμάτων της… καλπάζουσας ερωτικής φαντασίας της. Η Βαλεντίνα εισήγαγε στα κόμικς ένα σύνθετο, παράξενο και γοητευτικό μείγμα ερωτισμού, παραισθήσεων και ονείρων, από το οποίο δεν απουσίαζε η ομοφυλοφιλία, ο αυτοερωτισμός, ή ο σαδομαζοχισμός. Όλα δοσμένα με μια αισθητική, που διαχώρισε αυτό το κόμικς από τα πορνό (παρά τις αντιδράσεις που προκάλεσε η δημοσίευσή του στην -καθολική- Ιταλία). Η Βαλεντίνα διακρίνεται από όλες τις άλλες χάρτινες ηρωίδες, εξαιτίας μιας χαρακτηριστικής λεπτομέρειας: ότι μπόρεσε να μεγαλώσει ηλικιακά. Ο Γκουίντο Κρέπαξ είχε φροντίσει να παρουσιάσει σε κάποια ιστορία την αστυνομική της ταυτότητα, δημοσιοποιώντας έτσι τα… ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της: «Βαλεντίνα Ροσέλι, γεννηθείσα στο Μιλάνο την 25η Δεκεμβρίου 1942». Κάνοντας ένα πρόχειρο υπολογισμό, προκύπτει ότι όταν ντεμπουτάρισε στα κόμικς ήταν 23 ετών. Και όταν, το 1995, έφθασε η στιγμή να αποσυρθεί, επειδή έτσι αποφάσισε ο δημιουργός της (δίνοντας, μάλιστα, ένα… σκαιό τίτλο στην αποχαιρετιστήρια ιστορία: «Στο διάβολο Βαλεντίνα!») ήταν, πάντα με βάση την ταυτότητά της, 53 ετών. Η ομορφιά και η σαγήνη της, όμως, αποτυπώθηκαν ανεξίτηλα στα μάτια εκατομμυρίων θαυμαστών. Πηγή εδώ.
  4. 1974 ?2004 ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΟΜΙΚΣ 27-06-2005 Γράφει ο Άγγελος Μαστοράκης Υπεύθυνος έκδοσης του «9» Στην Ελλάδα η σημερινή κατάσταση που επικρατεί στο χώρο της 9ης τέχνης διαμορφώθηκε, ως επί το πλείστον, κατά τα τελευταία 30 χρόνια, δηλαδή από τη Μεταπολίτευση και πέρα. Πιο πριν ελάχιστα πράγματα ήταν γνωστά και όλα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ήταν ξένα κόμικς που κυκλοφορούσαν μεταφρασμένα στα ελληνικά. Τα ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, τα ΜΙΚΡΑ ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, η σειρά ΓΕΛΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΑ με τους ήρωες του Ντίσνεϋ, τα ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΚΟΜΙΚΣ (Διαπλανητικά, Δυναμικά, Εκπληκτικά, Παράξενα), οι περιπέτειες του ΤΕΝΤΕΝ, του ΑΣΤΕΡΙΞ, του ΛΟΥΚΥ ΛΟΥΚ. Με τη Μεταπολίτευση το 1974 και την αποκατάσταση της δημοκρατίας, ξεκινάει η άνθηση της από καιρό καταπιεσμένης πολιτικής γελοιογραφίας, αδελφής τέχνης των κόμικς, και παράλληλα της κάθε είδους σάτιρας. Το πρώτο περιοδικό της νέας εποχής είναι η ΚΟΛΟΥΜΠΡΑ που εκδίδεται το 1978. Η ΚΟΛΟΥΜΠΡΑ μας έμαθε τι θα πει ενήλικο κόμικς, παρουσιάζοντας μεγάλη γκάμα δημιουργών και ειδών. Από τον Λουαζέλ και τον Γκότλιμπ, τον Κίνο και τον Καμπάν, ώς τον πάπα του αμερικανικού αντεργκράουντ κόμικς Ρόμπερτ Κραμπ και τον Αργεντινό Αλμπέρτο Μπρέσια. Στις σελίδες της χαρτογράφησαν το ελληνικό κόμικς ο Λιαρμακόπουλος, ο Δαζέας, ο Βενέτης, ο Κουρτέσης, ο Ηλίας Πολίτης, ο Περρής, ο Πετρίδης και πολλοί άλλοι. Το περιοδικό έκλεισε τον εκδοτικό κύκλο του μετά από 16 τεύχη, το 1979. Το κενό της ΚΟΛΟΥΜΠΡΑΣ ήρθε να καλύψει τον Μάρτιο του 1980 το ΣΚΑΘΑΡΙ, ένα εβδομαδιαίο περιοδικό με προτίμηση στα περιπετειώδη κόμικς (δημοσίευσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα την «Μπαλάντα της Αλμυρής θάλασσας» του Ούγκο Πρατ και το «Ετερνάουτα» των ΄Εστερχελντ και Λόπες) που κατάφερε να αντέξει 17 εβδομάδες κλείνοντας τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου. Η επόμενη αξιόλογη προσπάθεια ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 1980 με το ΜΑΜΟΥΘ ΚΟΜΙΚΣ, περιοδικό που έμελλε να καθορίσει τη μοίρα όλων των μετέπειτα προσπαθειών. Και αυτό, γιατί είχε, πρώτον, σχετική διάρκεια στο χρόνο - έβγαλε δεκαπέντε τεύχη σε διάστημα 17 μηνών. Δεύτερον, πραγματοποίησε το 1981 το πρώτο φεστιβάλ κόμικς στην Ελλάδα. Και τρίτον, οργάνωσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα συζητήσεις γύρω από τα κόμικς. Από τις σελίδες του περιοδικού παρέλασαν ο Πρατ, ο Ράιζερ, ο Μπρέσια, ο Σουλτς, ο Αλτάν, ο Μανάρα, ο Κοπί, ο Βολίνσκι, και από Έλληνες ο Παγώνης, ο Ταμβάκης, ο Αλατάς και αρκετοί άλλοι. Τον επόμενο χρόνο, το 1981, ξεκινάει το μακροβιότερο ελληνικό περιοδικό κόμικς ? κυκλοφορεί ακόμα. Τον Φεβρουάριο, συγκεκριμένα, κυκλοφορεί η ΒΑΒΕΛ με υπότιτλο «Περιοδικό κόμικς και όχι μόνο». Με τη ΒΑΒΕΛ αρχίζει η χρυσή εποχή των ελληνικών περιοδικών κόμικς. Μεγάλο προσόν του περιοδικού ήταν από την αρχή η καλή εκτύπωση και η συνέπεια της εμφάνισής του στα περίπτερα κάθε μήνα. Από τις σελίδες του πέρασε, και περνάει, ολόκληρη η σύγχρονη παγκόσμια παραγωγή κόμικς. Μέσα απ' αυτό το περιοδικό μάθαμε τον Μπιλάλ, τον Μέμπιους, τον Κάζα, τον Κίνο, τον Λουστάλ, τον Μπερνέτ, τον Μπατάλια, τον Μπριγκς, τον Ταρντί, τον Πασιέντζα, τον Βαρέν, τον Τζιαρντίνο, τον Μανάρα, τον Σεγκρέλες, αλλά και τον Λέανδρο, τον Αρκά, τον Καλαϊτζή, τον Λάτα, τον Σούλα, τον Κομνηνό, τον Δημήτρη και τον Κώστα Βιτάλη, τον Ζερβό, τον Ταμπακέα, τη Ναβροζίδου, τη Ζογλοπίτου, τον Ελευθερίου. Ιανουάριο του 1985 ξεκινάει πολύχρωμο και σε μεγάλο σχήμα το ΠΑΡΑΠΕΝΤΕ. Θα βγάλει 48 τεύχη μέχρι το 1989, χρονική περίοδο μετά την οποία αρχίζει να αντιμετωπίζει μια κρίση για να σταματήσει εν τέλει να βγαίνει στο 57ο τεύχος, το 1992, ενώ οι εκδοτικές του συνέχειες ΝΕΟ ΠΑΡΑΠΕΝΤΕ και ΧΙΟΥΜΟΡ ΠΑΡΑΠΕΝΤΕ δεν γνώρισαν ούτε και αυτές, δυστυχώς, κάποια μεγάλη επιτυχία. Το ΠΑΡΑΠΕΝΤΕ μας γνώρισε δημιουργούς, όπως ο Σούιτεν, ο Μπιλάλ, ο Κριστέν, ο Σερπιέρι, ο Σουλτχάις, ο Φρανκ Μίλερ, ο Μάγκνους. Άλλη μια προσπάθεια από τους ίδιους εκδότες ήταν και η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ, περιοδικό με κόμικς αποκλειστικά Επιστημονικής Φαντασίας που κυκλοφόρησε από τον Μάιο του 1985 ώς τον Μάιο του 1986. Μετά το κλείσιμο του ΠΑΡΑΠΕΝΤΕ, το 1992, ξεκίνησε για τα Ελληνικά περιοδικά κόμικς μια περίοδος ύφεσης. Μοναδικό φωτεινό σημείο το Διεθνές Φεστιβάλ Κόμικς που άρχισε να διοργανώνει η ΒΑΒΕΛ κάθε Σεπτέμβρη, τα τελευταία οκτώ χρόνια. Ένα φεστιβάλ διεθνών προδιαγραφών με πραγματικά τεράστια επιτυχία. Τον Ιούνιο του 2000, όλα αυτά έμελλε να αλλάξουν, όταν η εφημερίδα Ελευθεροτυπία αποφάσισε να εκδώσει το «9», ένα ένθετο περιοδικό Κόμικς και Επιστημονικής Φαντασίας Το «9» εκδίδεται και κυκλοφορεί δωρεάν μαζί με την εφημερίδα μία φορά την εβδομάδα, καταφέρνοντας αυτό που κανένα περιοδικό δεν κατάφερε μέχρι σήμερα. Με τη συνεχή και αδιάλειπτη παρουσία του κάθε Τετάρτη, με τιράζ περίπου 140.000 αντίτυπα, το «9» κατάφερε να βάλει τα κόμικς σε δεκάδες χιλιάδες ελληνικά σπίτια. Τα κόμικς είναι μια τέχνη λαϊκή που διαθέτει τεράστια δύναμη εξαιτίας του συγκερασμού εικόνας και λόγου και ήταν καιρός αυτές οι ποιότητές τους να γίνουν αποδεκτές και να αγγίξουν μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό. Το πείραμα στέφτηκε με επιτυχία και την πρωτοτυπία της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ ακολούθησε σε λίγο και η εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ κάθε Σάββατο με το ένθετό της COMICS, αποκλειστικά με επαναδημοσιεύσεις παλαιότερων κόμικς του εκδοτικού οίκου ΜΑΜΟΥΘ, και με την επανέκδοση των ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ. Μέσα από το «9» οι αναγνώστες είχαν και έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν τη δύναμη των εικόνων και των σεναρίων καταξιωμένων δημιουργών, όπως ο Φρανσουά Μπουκ, ο Καλαϊτζής, ο Κάζα, ο Λέανδρος, ο Γκελούκ, ο Ζερβός, ο Μπερνέτ, ο Ταμπακέας, ο Κίνο, ο Δημήτρης Βιτάλης, ο Βατίν, ο Σέμπερε, ο Αρώνης, ο Κούτσης, ο Τρίλο, ο Κρις, ο Δερβενιώτης, ο Χιμένες, ο Γιοντορόφσκι, ο Παπαμιχαλόπουλος και πολλοί άλλοι. Μπόρεσαν επίσης να ανακαλύψουν τη νέα γενιά δημιουργών, όπως ο Μαλφέν, ο Καετό, ο Τότα, ο Κυριαζής, ο Μαυρέας, ο Λώλος, η Βαμβασάκη, ο Πεκέρ, ο Πέτρου, ο Ζουριόν, ο Μητσομπόνος, ο Μηλιώρης, ο Φρεζάτο, με λίγα λόγια την εμπροσθοφυλακή των νέων δημιουργών της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ελλάδας, της Ισπανίας. Η υπόθεση κόμικς στην Ελλάδα είναι μια πάρα πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήσουμε να πάει χαμένη. Το μέσο έχει εδώ και χρόνια αποδείξει τις μεγάλες ποιότητές του, τη γονιμοποίηση την οποία φέρνει σε όλα τα είδη των τεχνών. Στα εικαστικά, στον κινηματογράφο, στη λογοτεχνία, ακόμα και στο θέατρο, βλέπουμε τα ίχνη των κόμικς, την ανατρεπτική οπτική τους, την ακαταμάχητη ζωντάνια τους, την επαφή τους με την ενέργεια και το σφρίγος των εφήβων και των εικοσάρηδων. Δεν ανησυχούμε πάντως. Η πόρτα που άνοιξε το «9» δεν κλείνει εύκολα. Εκείνο ωστόσο που έχει σημασία είναι να βοηθήσουμε την καινούργια γενιά των δημιουργών, να υποστηρίξουμε την έκφρασή της αλλά και την απόλαυση των αναγνωστών. Έτσι θα μπορούμε εν τέλει να είμαστε υπερήφανοι τόσο για τις εκδοτικές μας προσπάθειες όσο και για τους νέους κομίστες, την νέα ελληνική σχολή των κόμικς. Τo original αρθρο εδώ:
  5. Από την ωραία στήλη Σκασιαρχείο του Θοδωρή Μανίκα. Ημερομηνία άγνωστη, περίπου 2001-2002.
  6. Η πρώτη έκδοση της Μαφάλντα του Αργεντίνου Quino (Χοακίν Σαλβαδόρ Λαβάδο) στην Ελλάδα, έγινε απο την Κολούμπρα το 1978. Δεν είμαι σίγουρος, αλλά απο τις εκδόσεις της Κολούμπρα πρέπει να κυκλοφόρησαν τα 3 πρώτα τευχάκια απο την σειρά. Παρουσίαση για άλλες εκδόσεις της Μαφάλντα στην Ελλάδα εδώ, εδώ, εδώ και εδώ. Ευχαριστούμε για το εξώφυλλο τον Vaios. Ομαδοποίηση Quino - Αφιέρωμα στον Quino - Αφιέρωμα στη Μαφάλντα (Χαρακτήρες)
  7. ΣΕΙΡΑ: ΓΝΗΣΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ 1946-1947 (Νο 2) ΣΧΕΔΙΟ & ΚΕΙΜΕΝΟ: Ευάγγελος Τερζόπουλος (επιμέλεια Νίκος Πλατής) ΤΙΜΗ: 85 δρχ. * στο κείμενο του Σαραντάκου που ακολουθεί αναφέρεται ως έτος έκδοσης το 1981. Το 1979 αναφέρεται από τον Ιό της Ελευθεροτυπίας σε βιβλιογραφία που παραθέτουν για το χιούμορ κατά τον εμφύλιο. Ο πρόλογος από τον Νίκο Πλατή: Ο Τάκης ο Κουκουές είναι ένα από τα πρώτα ελληνικά κόμικς. Δημοσιεύτηκε στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη για ένα περίπου χρόνο, από τον Οκτώβριο του 1946 έως τον Οκτώβριο του 1947, οπότε και έκλεισε με απόφαση των αρχών ο Ριζοσπάστης (αν και ο Ρίζος της Δευτέρας συνέχισε να βγαίνει έως τις 22 Δεκεμβρίου). Πίσω από το ψευδώνυμο βρισκόταν ο Ευ. Τερζόπουλος που έγινε στη συνέχεια γνωστός εκδότης (Ο Ευάγγελος Τερζόπουλος είναι ο μετέπειτα εκδότης του περιοδικού "Γυναίκα", που πέθανε το 1990 σε ηλικία 88 ετών). Ενώ είχε ξεκινήσει ο εμφύλιος, ενώ καθημερινά γίνονταν εκτελέσεις αγωνιστών και δολοφονίες από παρακρατικούς, ο Ριζοσπάστης το 1947 είχε βάλει σε εφαρμογή πρόγραμμα ποιοτικής αναβάθμισης, με μια θεματική σελίδα κάθε μέρα, για παράδειγμα την Τρίτη υπήρχε αφιέρωμα στα αθλητικά, ενώ την Πέμπτη στις τέχνες και τα γράμματα. Η Κυριακή ήταν η μέρα της σάτιρας, με τη σελίδα Κόκκινο Πιπέρι, και εκεί δεσπόζουσα θέση κατείχε το σκίτσο του "συνεργάτη μας Τάκη", συνήθως με την ηλικία του σε παρένθεση. Ο Τάκης ξεκίνησε 9 χρονών, αλλά στο φύλλο της 17 Νοεμβρίου 1946 σκιτσάρει τα γενέθλιά του, και από τότε και στο εξής αναφέρεται ως "10 χρονών". Τα περισσότερα από τα σκίτσα του Τάκη του Κουκουέ δημοσιεύτηκαν περί το 1981 σε ένα αλμπουμάκι από τις εκδόσεις Κολούμπρα σε επιμέλεια Νίκου Πλατή. 'Ηταν το δεύτερο μιας σειράς από "Γνήσια ελληνικά κόμικς" (το πρώτο ήταν ο Πίπης ο Πάπιας της περιόδου 1947-52). Δεν ξέρω αν υπήρξε συνέχεια αυτής της σειράς. Ο επιμελητής παρουσιάζει τα σκίτσα περίπου σε χρονολογική σειρά, παραλείποντας ελάχιστα, προφανώς επειδή δεν είχε στα χέρια του τα αντίστοιχα φύλλα της εφημερίδας. ----- Κείμενο: Γιώργος Σαραντάκος (από εδώ) -------------- Ο δημιουργός Ευάγγελος Τερζόπουλος Γεννήθηκε στα Δαρδανέλλια, με πατέρα τυπογράφο, ένθερμο Βενιζελικό. Το 1922, μόλις είχαν αρχίσει οι σφαγές στην ενδοχώρα, η οικογένεια φεύγει κακήν κακώς με μόνες αποσκευές ένα σακί που είχε μέσα τυπογραφικά στοιχεία και τη μηχανή του πατέρα. Εκείνος κατέληξε στην Αθήνα για δουλειά και ο Ευάγγελος με τα αδέλφια του και τη μάνα του στην Ιμβρο. Εκεί έβγαλε την πρώτη του εφημερίδα, με τη βοήθεια του τηλεγραφητή του νησιού. Ερχόμενος στην Ελλάδα, η πρώτη του δουλειά ήταν στοιχειοθέτης σε τυπογραφείο του Ψυρρή. Παρά την ανέχεια, καταφέρνει να ολοκληρώσει την φοίτησή του στην Σχολή Καλών Τεχνών, εργαζόμενος στο τυπογραφείο του «Ελεύθερου Βήματος». Μετά τον πόλεμο έγινε σκιτσογράφος και ύστερα συντάκτης του ελευθέρου ρεπορτάζ. Μέχρι που οραματίστηκε τη «Γυναίκα» και άλλαξε η ζωή του. Πανέξυπνος, καλλιεργημένος, εργασιομανής, εξαίρετος δημοσιογράφος, ευφυής επιχειρηματίας, άνθρωπος ορχήστρα. Ο Τερζόπουλος ήξερε και ήλεγχε τα πάντα: από την σύνταξη μέχρι το λιθογραφείο και τις δημόσιες σχέσεις. Του άρεσε η τάξη και ήθελε να είναι τακτοποιημένα ακόμα και τα συρτάρια των γραφείων. Ηταν συγκεντρωτικός αλλά χαρισματικός. Αλλωστε, ο ίδιος είχε περάσει απ' όλα τα πόστα και κατείχε την «κουζίνα» της δημοσιογραφίας και των εκτυπώσεων, είχε φιλίες με σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής, γνώριζε τον τομέα της διαφήμισης και το σύστημα της διανομής. Είχε άποψη για την τέχνη, την λογοτεχνία, την κοινωνία, τις σχέσεις. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του είχε ακαταπόνητο ενθουσιασμό για τη δουλειά και τη Φύση. Λάτρης της ορειβασίας, είχε ανεβεί σε όλες τις ελληνικές βουνοκορφές. Ηδη στις αρχές του 1980 έγραφε ότι πρέπει να σώσουμε την Πεντέλη και την Αττική από την άναρχη δόμηση και τους εμπρηστές. Κείμενο: Μαργαρίτας Πουρναρα, Καθημερινή 13/1/2008 ----------- Δείγματα αλλά και εδώ Αφιέρωμα στον Ευάγγελο Τερζόπουλο
  8. Δυστυχώς το τεύχος δεν γράφει ημερομηνία και δεν ξέρω σε ποια κατηγορία να το κατατάξω (πιθανή κυκλοφορία το 1978). Απ΄ ότι κατάλαβα η ΚΟΛΟΥΜΠΡΑ έκανε μία προσπάθεια να μαζέψει σε τομάκια ελληνικά κόμικς που κυκλοφόρησαν από την δεκαετία του '40. Συγκεκριμένα στο 1ο τεύχος που έχω, γράφει: Γνήσια Ελληνικά Κόμικς (1947-1952) Πίπης Πάπιας Επίσης στις πρώτες σελίδες αναφέρεται Στις τελευταίες σελίδες παρουσιάζεται το 2ο τεύχος, το οποίο αναφέρει: Γνήσια Ελληνικά Κόμικς (1946-1947) Τάκης ο κουκουές Ένα μικρό δείγμα ΕΔΩ
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.