Μετάβαση στο περιεχόμενο

About this blog

Οι ανησυχίες μιας λοφιοφόρου πάπιας σε lsd.

Entries in this blog

Ένα αναπάντεχο βράδυ με τον Jacques Tardi..

Ήταν μια από αυτές τις στιγμές που κάθεσαι αμέριμνος στον καναπέ σου και ψάχνεις τα κομιστικά δρώμενα που μπορείς να επισκεφτείς, όταν ανακαλύπτεις πως ένα μουσείο κόμικς στην Βασιλεία φιλοξενεί μια έκθεση με αυθεντικές σελίδες και σκίτσα ενός από τους αγαπημένους σου κομίστες, ίσως του αγαπημένου σου εν ζωή. Ο λόγος για τον Jacques Tardi, τον ογκόλιθο του Γαλλοβελγικού νουάρ/πολάρ και πολιτικού κόμικ. Με συνοπτικές διαδικασίες βγήκαν εισιτηριάκια με το τραίνο και το προχθεσινό παρασκευιάτικο απόγευμα εγώ και η Μαριάννα κατηφορίσαμε προς το cartoonmuseum της Βασιλείας για να ζήσουμε ίσως το πιο επεισοδιακό απόγευμα της μέχρι τώρα εμπειρίας μας βλέποντας λάιβ διάσημους δημιουργούς. Ήταν μια ευκαιρία που δεν θα άφηνα με τίποτα να πάει χαμένη, ειδικά όταν σκεφτόμουν πως ο άνθρωπος είναι 72 χρονών και αρκετά πεσμένος οπότε δεν ήξερα αν θα είχα ξανά ευκαιρία να τον δω.      Φτάνουμε στις 5 στο μουσείο και ένας υπάλληλος που καθάριζε τον χώρο μας είπε ότι οι πόρτες θα άνοιγαν 6:30. Κάναμε μια βόλτα και γυρίσαμε εκεί στις 6:10, βλέποντας με λύπη πως ο χώρος ήταν ήδη τίγκα στον κόσμο. Αφού παραπονεθήκαμε στον βλαμμένο υπάλληλο που μας έδωσε λάθος πληροφορίες (και δεν ήταν η τελευταία φορά μέσα στην μέρα) πήγαμε στον δεύτερο όροφο και κάτσαμε όρθιοι για να ακούσουμε την ομιλία. Η έκθεση θα διαρκέσει ~4 μήνες και την πρώτη μέρα ήρθε ο ίδιος ο δημιουργός να πει δυο λόγια και να γνωρίσει το κοινό του εις τας Ελβετίας. Η ομιλία δυστυχώς στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν από την υπεύθυνη της γκαλερί που διάβαζε ένα φτιαχτό μονόλογο σχετικά με τις αρετές του Ταρντί στα Γερμανικά, με τον ίδιο να ανεβαίνει μόνο 5 λεπτά να πει δύο λόγια. Παρόλα αυτά πέταξε μια φοβερή ατάκα (στα Γαλλικά πάντα) όπου έδειξε μια αυθεντική σελίδα από την Διαφθορά (La Debauche) λέγοντας "αν προσέξετε πολύ, θα δείτε που έχω γ@μhσει τελείως το σχέδιο".      video-1541935137.mp4   Η ομιλία τελειώνει και μεις χαζεύουμε γύρω γύρω έχοντας στην πλάτη 5-6 Ταρντικά κόμικς, μπας και καταλάβουμε αν θα υπογράψει ή όχι. Τρώμε μια τεράστια ξενέρα για μια ακόμα φορά όταν μαθαίνουμε εκ των υστέρων πως στο ισόγειο έδιναν εισιτήρια για signing (προφανώς δεν ενημέρωσαν από την αρχή). Ο αριθμός; 10 για τον Ταρντί και 20 για την γυναίκα του Ντομινίκ Γκρανζ, η οποία ήρθε μαζί του για να προωθήσει έναν καινούργιο της δίσκο που θα παιζόταν το Σάββατο στο Volkshaus της Βασιλείας. Όταν όμως υπάρχουν στον χώρο 100+ άτομα για υπογραφές καταλαβαίνετε πως τα περιορισμένα 10 χαρτάκια έκαναν φτερά σε δευτερόλεπτα.  Εν τέλει πήρα ένα για την Ντομινίκ, έκατσα στην ουρά και περίμενα καρτερικά για μια ευκαιρία που ίσως καθόταν για να δω τον ίδιο. Στα χέρια κρατούσα το Ici Meme και η Μαριάννα την πρώτη Γαλλική έκδοση του πρώτου τεύχους της Adele Blanc Sec.        Η αναμονή στην ουρά ξεπέρασε τις 2 ώρες, σε έναν μικρό χώρο με κάκιστο εξαερισμό. Επιτέλους εμφανίζεται ο Ταρντί μετά το τέλος μιας συνέντευξης που έκανε στον τρίτο όροφο για ένα τοπικό κανάλι και προς τεράστια μου έκπληξη όχι μόνο υπογράφει αλλά σκιτσάρει στον καθένα από ένα σκίτσο σχετικό με το κόμικ που του έφερναν. Αρχίζουν να με ζώνουν τα φίδια γιατί είδα πως η γκαλερίστα που καθόταν δίπλα του μάζευε στο χέρι τα εισιτήρια, καταλαβαίνοντας πως οι πιθανότητες μου έστω για μια υπογραφή μειώνονταν με το λεπτό. Αφού υπογράφει και σκιτσάρει για τους 9 από τους 10 που είχαν το μαγικό χαρτάκι (προφανώς όλοι γνωστοί της γκαλερί, το βύσμα υπάρχει τελικά παντού) μένει μια ουρά από άτομα που είχαν χαρτάκι είτε για την Γκρανζ είτε καθόλου. Εμείς ήμασταν 3οι σε αυτή την ομάδα και βλέπουμε τους μπροστινούς να αρχίζουν τις εντάσεις με την γκαλερίστα, φωνάζοντας στα Γερμανικά και τα Γαλλικά πως ήρθαν από όλες τις γωνιές της χώρας για να τον δουν και πως είναι ανεπίτρεπτο που έβγαλαν μόνο 10 χαρτάκια όταν ήξεραν πως θα γινόταν ο χαμός.          Εν τέλει η ένταση χτύπησε κόκκινο, έπεσαν φωνές και οι μισοί της ουράς έφυγαν αγανακτισμένοι και βρίζοντας. Ο μέσος όρος ηλικίας του κόσμου ξεπερνούσε τα 65, και εκεί που θα περίμενες πως οι "πολιτισμένοι" Ελβετοί δεν θα δημιουργούσαν τέτοια θέματα, οι από πίσω μας άρχισαν (μετά από δύο ώρες αναμονής και φιλικής κουβέντας) να φωνάζουν πως είχαμε έρθει μόλις πριν και πως τους πήραμε την θέση.  Καθαρά επειδή μας είδαν ξένους και πίστεψαν πως μπορούσαν να παίξουν το χαρτάκι του ντόπιου για να μας κάνουν να φανούμε τζαμπατζίδες. Δυστυχώς για αυτούς έπεσαν στο λάθος άτομο, γιατί όταν έχεις φάει Ελληνική ουρά στην μούρη πάμπολλες φορές (όλοι ξέρουμε πως ανάβουν τα αίματα σε τέτοιες περιπτώσεις) δεν υπάρχει περίπτωση να ενδώσεις σε κάτι τόσο αρχάριο  Το λοιπόν, δεν πήγαμε πουθενά, η γκαλερίστα τελικά αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να αφήσει άλλους δέκα να πάρουν υπογραφή και σκίτσο. Μέσα σε αυτούς και εμείς       Αποτίμηση; Ο Ταρντί είναι τρομερά αξιόλογος άνθρωπος και υπομονετικός όσο δεν πάει. Ανέβηκε φουλ στα μάτια μου που έκατσε στην ηλικία του 2+ ώρες να υπογράφει και να σχεδιάζει πάνω από 20 σκίτσα, όντας φιλικός σε όλους (όσο φιλικός του επέτρεπε να είναι η ιδιοσυγκρασία του και ο σχετικά στρυφνός του χαρακτήρας). Ρώταγε σε ποιο όνομα να υπογράψει, έβλεπε ποιο κόμικ του έφερνες και σχεδίαζε στην εσωτερική σελίδα κάτι σχετικό. Και αυτός και η Ντομινίκ μου άφησαν καλή εντύπωση, δεδομένων των συνθηκών και της αποπνικτικής ατμόσφαιρας που επικρατούσε. Μακάρι να μπορέσω να τους ξαναδώ και να είναι καλά για χρόνια ακόμα να δημιουργούν. Δεν μπορώ δυστυχώς να πω το ίδιο για το όλο event, αφού για δεύτερη φορά σε μικρό διάστημα που πήγα σε ελβετική διοργάνωση (η άλλη μια συναυλία των Uriah Heep τέλη Οκτώβρη) το στήσιμο της εκδήλωσης ήταν κάκιστο. Μηδέν οργάνωση και διαχείριση του κόσμου, κακή συμπεριφορά των υπεύθυνων αλλά και του κοινού που πιστέψτε με, μπορεί να γίνει πιο ζωώδες και από το Ελληνικό που το θεωρούμε ίσως απολίτιστο σε τέτοιες περιπτώσεις.       Όταν καταλάγιασε ο χαμός της μάχης, κατάφερα και ξέκλεψα δύο κουβέντες μαζί του συζητώντας για το νέο του κόμικ I, Rene Tardi (Stalag Ib) βγάζοντας και μια σέλφι (στην οποία με κοίταγε καλά καλά μέχρι να καταλάβει τι κάνω με το κινητό  ). Είπε πως θα ήθελε να έρθει στην Ελλάδα, αν βρεθεί κάποιος να τον καλέσει...

Θρηνωδός

Θρηνωδός

Ο Μοέμπιους γούσταρε τις μικρές v.13

L'homme est-il bon?     Μετά από καιρό φτάνουμε να συζητήσουμε για μια από τις αγαπημένες μου μικρές ιστορίες του άφταστου Γάλλου, μια από τις πιο αποθεωμένες του για τα μηνύματα και την δομή τους, ίσως η μοναδική μικρή που στέκεται επάξια δίπλα στα μεγαθήρια του Garage Hermetique, Arzach και άλλων. Ο λόγος για το L'homme est-il bon?  ή Is Man good? , μια δεκασέλιδη έγχρωμη ομορφιά που είδε τα φώτα της δημοσιότητας στο Pilote #744 το 1974, βγήκε στα Αγγλικά σε αυτόνομο τεύχος από το Heavy Metal το 1978 και συμπεριλήφθηκε στην συλλογή Moebius 4: The Long Tomorrow & Other Science Fiction Stories της Marvel to 1987. Από τότε έχει κυκλοφορήσει κάμποσες φορές είτε αυτόνομο είτε ως μέρος πολυθεματικού περιοδικού σε διάφορες γλώσσες.    Το πρώτο καρέ αυτής της ιστορίας επιστημονικής φαντασίας μας φέρνει σε μια άγονη περιοχή του πλανήτη Vune όπου υπάρχει ένας μοναδικός βράχος και ένας χαμένος από την υπόλοιπη αποστολή κοσμοναύτης. Έχοντας καταλάβει ότι τα τρομακτικά πλάσματα που ζουν στον πλανήτη τον κυνηγούν, ανεβαίνει πάνω στον βράχο μπας και καταφέρει να σωθεί. Αφού τον γκρεμίσουν, οι εξωγήινοι θα τον αιχμαλωτίσουν, θα τον γδύσουν και θα ξηλώσουν ένα από τα αυτιά του για να το δοκιμάσει ο αρχηγός της φυλής. Δυστυχώς για αυτόν η γεύση του ωμού ανθρώπινου αυτιού είναι άθλια, με αποτέλεσμα να το φτύσει, ο λαός του να εξαγριωθεί και να πετάξει τον άνθρωπο στην ίδια ερημιά που τον αιχμαλώτισε, γυμνό και να αιμορραγεί με ένα αυτί λιγότερο.      Ξεκινώντας από τα βασικά, ας σχολιάσουμε τον πολύ έξυπνο τίτλο. Όταν πρωτοδιαβάζει κανείς την ιστορία και γνωρίζοντας την γραφή του Μοέμπιους και τις ανησυχίες του, περιμένει έναν κάποιο κοινωνικό σχολιασμό πάνω στην καλοσύνη ή μη του ανθρώπινου είδους. Εκ των υστέρων ο τίτλος δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια απλή κυριολεξία, αφού ρωτάει αν ο άνθρωπος έχει ωραία γεύση, με τον ίδιο τρόπο που στην πραγματικότητα μας ένας άνθρωπος θα ρώταγε π.χ. για ένα γουρούνι αν είναι καλό. Όχι σαν χαρακτήρας ή σαν πάστα γουρουνιού, αλλά αν είναι εύγευστο και αξίζει να το φάει.    Εδώ υπάρχει ένα άριστο παράδειγμα της συνήθους τακτικής του Ζιρό να ταπεινώνει τον άνθρωπο και να του θυμίζει ότι είναι ένα ακόμα ζώο, υποτιμώντας τον όπως ο ίδιος υποτιμά όλα τα άλλα πλάσματα. Στο Is Man good? ο άνθρωπος είναι το ζώο που έχει στριμωχτεί στο κυνήγι, που γδύνεται και ταπεινώνεται, που "δοκιμάζεται" και αφού αποδειχθεί ότι είναι κακής ποιότητας, πετιέται στα σκουπίδια με πλήρη αδιαφορία της ύπαρξης του.     Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο ανάλυσης της ιστορίας μιας και είναι από αυτές που έχουν δεκάδες ερμηνείες. Στο εισαγωγικό σημείωμα ο ίδιος γράφει πως ισοπεδώνει τόσο τον άνθρωπο που δεν βάζει τα "εξωγήινα τέρατα" να τον ρεζιλέψουν επειδή είναι αδύναμος ή η τεχνολογία του ανεπαρκής, ή ακόμα γιατί είναι μειωμένης νοημοσύνης αλλά απλούστατα για την γεύση του ως φαγητό. Επισημαίνει πόσο σημαντικό είναι που επέλεξε το αυτί ως το κομμάτι της δοκιμής, αφού υποστηρίζει πως ως σχήμα παραπέμπει σε έμβρυο και επειδή στον κινέζικο βελονισμό στο αυτί υπάρχουν όλα τα ζωτικά όργανα, όταν τα τέρατα το δοκιμάζουν, δοκιμάζουν ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.    Αδιαμφισβήτητα ένα ακόμα εξαιρετικό δείγμα γραφής του μάστερ των κόμικς. Ο αυθόρμητος τρόπος που έγραψε και σχεδίασε την ιστορία και η γρήγορη ροή της θα αποτελούσαν πρόδρομο του Αρζάκ. 

Θρηνωδός

Θρηνωδός

Ο Μοέμπιους γούσταρε τις μικρές v.12

Split, the little space pioneer   Μετά από μια αρκετά μεγάλη παύση ελέω άλλων ασχολιών και καλοκαιριού, το παπιομπλογκ επιστρέφει με μια ακόμα μοεμπική ιστορία. Αυτή τη φορά όμως και σε συμφωνία με το όλο ράθυμο κλίμα, η ιστορία που επιλέχθηκε είναι ρηχή, χιουμοριστική, ελαφριά και σουρεαλιστική. Χωρίς το υποβόσκον μήνυμα των προηγουμένων (και των επόμενων φυσικά) η συγκεκριμένη αναφέρεται και για λόγους πληρότητας του αφιερώματος.       Το Split: The little space pioneer ήταν μια προσπάθεια του Μοέμπιους να συνδέσει την αγαπημένη του επιστημονική φαντασία με gag χιούμορ. Ο Split λοιπόν είναι ένας μοναχικός κοσμοναύτης που επισκευάζει για πέμπτη φορά το ανδροειδές του που όλως τυχαίως έχει θηλυκή μορφή και του ικανοποιεί τις όποιες "ανάγκες" του. Ελα όμως αυτή τη φορά που κάτι πήγε στραβά και το ρομπότ ξύπνησε με άγριες διαθέσεις, δέρνοντας τον Split για την σοβινιστική του συμπεριφορά απέναντι της και τον μηδενικό σεβασμό που της δείχνει και την χρησιμοποιεί. Η ιστορία κλείνει με μια πραγματικά επική ατάκα όπου ο Split, κλειδαμπαρωμένος για να γλιτώσει την μανία του ρομπότ αναφωνεί με απογοήτευση πως "Η μαλακία ακόμα ζει και βασιλεύει σε αυτό το διαστημόπλοιο".     Αν αξίζει κάτι να σημειώσουμε, είναι η στάση του Μοέμπιους απέναντι στις γυναίκες. Τουλάχιστον στα δικά του έργα, αν και δεν χρησιμοποιούσε συχνά θηλυκούς χαρακτήρες (πόσο μάλλον πρωταγωνιστές στους οποίους το θηλυκό φύλλο έχει ελάχιστη εκπροσώπηση), όσες φορές το έκανε τους σεβόταν και δεν τους υπονόμευε έμμεσα ή άμεσα. Δυστυχώς δε μπορούμε να πούμε το ίδιο και για το Blueberry στο οποίο δεν έγραφε τα σενάρια βέβαια και οι γυναίκες είχαν (όχι αποκλειστικά) διακοσμητικό και δευτερεύοντα ρόλο. Στο Split τοποθετείται χιουμοριστικά κατά της αντικειμενοποίησης των γυναικών, μια αντίδραση που υπάρχει ακόμα και σε ένα άψυχο μηχάνημα. Βέβαια, πολύ πιθανό στην προκειμένη να μην εντρύφησε σε τίποτα απ'όλα αυτά ο δημιουργός και απλά να του φάνηκε αστείο, ποτέ δεν ξέρεις με τον Ζιρό.       Το δισέλιδο κόμικ δημοσιεύθηκε στον τέταρτο τόμο της συλλογής της Epic, "Moebius 4 - The Long Tomorrow & other science fiction stories". 

Θρηνωδός

Θρηνωδός

 

Ο Μοέμπιους γούσταρε τις μικρές v.11

The Artifact     Προσωπικά ένα από τα μεγαλύτερα προσόντα που θεωρώ σημαντικά στους σοβαρούς ή κωμικούς παραμυθάδες είναι η σωστή απόδοση της οπτικής. Αν κάποιος γνωρίζει πως να αποδόσει σωστά μια κατάσταση χρησιμοποιώντας τον λόγο και το σχέδιο μέσα από τα περιβάλλοντα όπως πρέπει είναι ικανός να πει σε 2-3 σελίδες ότι άλλοι λιγότεροι ικανοί χρειάζονται δεκάδες. Στην συγκεκριμένη ιστορία ο Μοέμπιους τονίζει ακριβώς αυτό, την σημασία της οπτικής και το πως πρέπει να περνάει από τον αφηγητή στον αναγνώστη.      Η τετρασέλιδη ιστορία ξεκινά με δύο ανθρώπους κοσμοναύτες που έχουν προσγειωθεί σε ένα τεράστιο πλανήτη και πιστεύουν πως έπιασαν την καλή όταν βλέπουν τον ορυκτό του πλούτο. Όταν συναντούν ένα ερημωμένο τεράστιο κάστρο στις όχθες μιας παραλίας αποφασίζουν να το εξερευνήσουν μόνο για να θαφτούν ζωντανοί μετά από έναν σεισμό. Ο σεισμός δεν είναι τίποτα άλλο από το πόδι ενός παιδιού που παίζει με την μητέρα του στην παραλία και χαλάει το κάστρο από άμμο που του έφτιαξε ο πατέρας του.      Ο Μοέμπιους εμπνεύστηκε αυτή την ιστορία σε κάποιες διακοπές του στο νησί Re (σε ένα παλιότερο ή/και ίδιο ταξίδι προς αυτό τον προορισμό είχε σκαρφιστεί το "The Detour") περπατώντας στην παραλία. Η παραλία κατέχει ιδιαίτερα συμβολικό ρόλο στο μυαλό του, αφού αποτελεί την ένωση της θάλασσας/υποσυνείδητο με την ξηρά/συνειδητό. Περπατώντας σε αυτήν ποτέ δεν ξέρεις τι αντικείμενο θα ξεβράσει από το υποσυνείδητό σου. Η ιστορία παίζει πολύ όμορφα με το μοτίβο του εγωκεντρισμού του ανθρώπινου είδους και του πόσο ασήμαντο είναι τελικά μέσα στο σύμπαν.      Η ιστορία περιλήφθηκε σίγουρα στον 4ο τόμο της Epic "The Long Tomorrow and other science fiction stories", αλλά δεν μπόρεσα να βρω Γαλλικό τίτλο ή αν υπήρξε κάποια Γαλλική έκδοση αυτόνομη ή σε περιοδικό μέσω bdoubliees. Αν κάποιος βρει κάποια πληροφορία, προφανώς ευπρόσδεκτη.  

Θρηνωδός

Θρηνωδός

 

Ο Μοέμπιους γούσταρε τις μικρές v.10

Comte de Noël métal 77 / Christmas on Lipponia     Το ενδιαφέρον του Μοέμπιους για το περιβάλλον και η οικολογική στάση που κρατάει στις περισσότερες ιστορίες του είναι πλέον γνωστό. Το είδαμε στο Ktulu μερικές καταχωρήσεις πίσω, το είδαμε και στο Ballade στην αρχή αυτού του Blog. Σε αυτή την χριστουγεννιάτικη ιστορία όμως, ο μάστερ αλλάζει επίπεδο και προβάλει την οικολογική του συνείδηση με έναν ακόμα πιο ιδιαίτερο τρόπο από τις άλλες δύο. Εδώ δεν χρησιμοποιεί τον Λοβκραφτιανό τρόμο ούτε την σχέση με την φύση υπό την απόλυτη σκοπιά του Ballade, εδώ παίζει μεταξύ ενός Γαλλικού εθίμου και ενός βάρβαρου "σπορ" τοποθετώντας το θύμα στην θέση του θύτη.      Το 1977 του ζητήθηκε από το Metal Hurlant να γράψει μια χριστουγεννιάτικη ιστορία για το 24ο τεύχος του ερχόμενου Δεκέμβρη. Κάνοντας περίεργους συνειρμούς, ξεκίνησε από το κλασικό μοτίβο των χριστουγεννιάτικων αγγέλων, πέρασε στις γαλοπούλες (μα δεν είναι προφανής ο συνειρμός; και οι δύο φτερά έχουν) και το πως ανατρέφονται και σφάζονται κατά χιλιάδες για το χριστουγεννιάτικο Γαλλικό τραπέζι. Ένας θάνατος που δεν βρίσκει εκ πρώτης άδικο ή βάναυσο, αλλά παράλογο. Στην συνέχεια πέρασε στο κυνήγι και στην πρακτική των κυνηγών να εκτρέφουν πουλιά μόνο και μόνο για να τα απελευθερώσουν και να τα σκοτώσουν. Με γνώμονα αυτά τα τρία κεντρικά σημεία, το μυαλό του γέννησε το βασικό σενάριο του "Comte de Noël métal 77" ή, όπως είναι η Αγγλική μετάφραση του τέταρτου τόμου της Epic, "Christmas on Lipponia".      Δύο άνθρωποι κυνηγοί βρίσκονται στον πλανήτη Barascalpoe καταδιώκοντας δύο Lippon, ομιλούντα ιπτάμενα ανθρωπόμορφα πλάσματα με τρομακτικά πρόσωπα. Αυτό που δεν ξέρουν όμως είναι ότι οδηγούνται σε παγίδα και πως το σπορ του κυνηγιού που τους "φέρνει πιο κοντά στην φύση" αυτή τη φορά θα γυρίσει εναντίον τους. Τα δύο Lippon, ο Zori και ο Crapo φέρνουν τους κυνηγούς μέσα στην πόλη τους όπου και παλουκώνονται μπροστά στα μάτια του πληθυσμού των Lippon ενώ ταυτόχρονα ο αρχηγός τους φωνάζει με στόμφο "We now declare hunting season for man, open!".      Η φύση πληρώνει τα ανθρώπινα σφάλματα με τον χειρότερο τρόπο. Γεγονός που έχει αποδειχθεί πολλάκις και ο Μοέμπιους εδώ χρησιμοποιώντας την φαντασιακή οπτική του και με μέσο την επιστημονική φαντασία το επιβεβαιώνει. Άλλωστε συχνά ανέφερε πως θα απολάμβανε να δει τα ζώα να αντεπιτίθενται στις θηρωδίες που έχουν υποστεί από τον ανθρώπινο πολιτισμό πνευματικά και υλικά. Εκ των υστέρων και 11 χρόνια μετά την δημιουργία του "Christmas on Lipponia", δήλωσε πως τους δύο ανθρώπους θα τους σκότωνε ψυχικά και όχι σωματικά όπως και έκανε. Σε 3 σελίδες πάντως είπε περισσότερα με τα σκίτσα του απ'ότι άλλοι λένε σε δεκάδες σελίδες πάνω στο θέμα της ασέλγειας στην φύση.     

Θρηνωδός

Θρηνωδός

 

Ο Μοέμπιους γούσταρε τις μικρές v.9

Barbe-Rouge et le cerveau-pirate / Blackbeard and the Pirate Brain     Το έτος 1972. Ο Μοέμπιους με 7 χρόνια δουλειάς στο Blueberry στην πλάτη του κάνει τα πρώτα του γενναία ανοίγματα στην επιστημονική φαντασία, στην αρχή ίσως της πιο παραγωγικής δεκαετίας στην καριέρα του. Έγραψε λοιπόν ένα σουρεάλ σεναριάκι εμπνευσμένο από τον Robert Sheckley και βασισμένο στην Αμερικανική επιστημονική φαντασία όπως την είχε τότε στο μυαλό του. Το πεντασέλιδο "Blackbeard and the Pirate Brain", ή αλλιώς "Barbe-Rouge et le cerveau-pirate" εκδόθηκε στο Pilote Annuel #1 και στον τέταρτο τόμο της συλλογής "Moebius 4 - The long tomorrow & other science fiction stories".      Μέσα από την ιστορία ο Μοέμπιους συνδυάζει την επιστημονική φαντασία με την κλασική μεσαιωνική πειρατεία, τοποθετώντας έναν κοσμοναύτη, τον Boomy, στην παρέα ενός ρομπότ που νομίζει ότι ο Boomy είναι ο πειρατής Μαυρογένης και αυτό ο πρώτος ναύτης του. Ο Boomy παλεύει ταυτόχρονα να προσγειωθεί στον πλανήτη "Κασσιόπη" , να ξεφορτωθεί το αφεντικό του που τον πρήζει και να εξηγήσει στον Major V ότι έχει ψευδαισθήσεις, όταν πάνω στα νεύρα του πέφτει σε μια καταπακτή και λιποθυμά. Το ρομπότ θεωρεί τον καπετάνιο του νεκρό και τον κλειδώνει σε ένα διαστημικό φέρετρο απαγγέλοντας πειρατικά λόγια τιμής. Όταν ο Boomy ξυπνάει βρίσκεται καταδικασμένος να πλανιέται στο αχανές διάστημα μέσα σε μια κάσα και το αφεντικό του μιλάει με τον κατασκευαστή του ρομπότ ο οποίος έχει τρέλα με...τι άλλο; Τους πειρατές!       Μαύρο χιούμορ στα καλύτερα του. Βλέπεις έναν κακομοίρη να αργοπεθαίνει μέσα σε ένα κουτί στο διάστημα και παρόλα αυτά δεν παύεις να γελάς με το σουρεάλ στήσιμο και την μείξη των πρωταγωνιστών που θυμίζουν Ελληνικό δημόσιο  στην Αγγλική μετάφραση ο Boomy και το αφεντικό του μιλάνε σαν Ιταλοαμερικάνοι από το Κουίνς  .  Για ακόμα μια φορά ο Μοέμπιους παραδίδει κάτι πρωτότυπο και φρέσκο χρησιμοποιώντας συνταγές που ακόμα και τότε ήταν πολυφορεμένες. Αυτό και άλλα ξεχωρίζουν τους μεγάλους από τους τεράστιους.  Στην Γαλλική ο τίτλος είναι φόρος τιμής στο κόμικ Barbe Rouge του Jean-Michel Charlier, σεναριογράφου και συνεργάτη του Μοέμπιους στο Blueberry ενώ το ρομπότ-πειρατής πετάει ατάκες παρόμοιες του Captain Haddock στο ΤενΤεν.      Εδώ για κάποιο λόγο υπογράφει ως Gyr αντί για Gir    

Θρηνωδός

Θρηνωδός

 

Ο Μοέμπιους γούσταρε τις μικρές v.8

Approche sur Centauri/Approaching Centauri       Τι συμβαίνει άραγε όταν συναντιούνται δύο θρύλοι; Μήτε ανυψώνονται θάλασσες και βυθίζονται βουνά; Μήτε δημιουργούνται αστέρες και χάνονται ήλιοι ολάκεροι; Μήτε καταστρέφεται το σύμπαν όπως το ξέρουμε; Όχι, όταν δύο υπερθρύλοι συναντιούνται και ενώνουν τα ταλέντα τους, γεννιούνται διαμάντια σαν το Approche sur Centauri. Ο λόγος για τον ιερέα του λοβκραφτιανού σύμπαντος Philippe Druillet και τον εραστή της επιστημονικής φαντασίας, Moebius.          Και ποιος καλύτερος τρόπος να εκθέσεις μια τέτοια δουλειά από το να την βάλεις στο πρώτο τεύχος του (όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων) καλύτερου Ευρωπαϊκού περιοδικού κόμικς, του Metal Hurlant; Στο τεύχος Νο.1 που κυκλοφόρησε πρωτοχρονιά του 1975 οι δύο γίγαντες δημοσίευσαν δύο συνεργασίες τους μεταξύ άλλων προσωπικών project, αυτή και το "Rut" (διαβάστε το εδώ στα Ελληνικά). Οι Αγγλόφωνοι αναγνώστες είχαν την χαρά να δουν πρώτη φορά το εξασέλιδο πόνημα 12 χρόνια αργότερα στο τέταρτο άλμπουμ της συλλογής από την Epic, "Moebius 4: The Long Tomorrow & Other Science Fiction stories".          Το πλήρωμα ενός διαστημοπλοίου κάνει την αντίστροφη μέτρηση για το άλμα στο υπερδιάστημα. Ένας πιλότος κατά την διάρκεια του άλματος σπάει το χωροχρονικό συνεχές και βρίσκεται ξαφνικά έρμαιο του απόλυτου τρόμου, δαιμόνων χωρίς όνομα και κακού που τον τυφλώνει και τον σημαδεύει για πάντα. Έχοντας πλέον επιστρέψει στο σώμα του το οποίο είναι γεμάτο εμετούς, αποκρύπτει την εμπειρία από τους συναδέλφους του και η ιστορία κλείνει με αυτόν να έχει ένα βλέμμα που μαρτυρά ότι ποτέ ξανά δεν θα είναι ο ίδιος.        Είναι πραγματικά μια ιστορία που παίζει με το μυαλό σου. Η άψογη χημεία ενός μάστερ του τρόμου με έναν από τους καλύτερους εικονογράφους της ιστορίας έχει ως αποτέλεσμα έξι σελίδες βγαλμένες από τον χειρότερο εφιάλτη των αναγνωστών. Ακόμα πιο έντονη την αναγνωστική εμπειρία κάνει το γεγονός πως όσο ο κοσμοναύτης είναι σε limbo/αστρικό ταξίδι και συναντά το κακό χωρίς όνομα, δεν υπάρχει καθόλου κείμενο. Στα δικά μου μάτια οι δημιουργοί το άφησαν βουβό υπονοώντας πως δεν υπάρχουν λόγια αρκετά για να το περιγράψουν.    

Θρηνωδός

Θρηνωδός

 

Ο Μοέμπιους γούσταρε τις μικρές v.7

Variation No 4070 sur "le" theme / Variations No. 4027 On "The" Theme     Εδώ έχουμε να κάνουμε με μία από τις δυνατότερες ιστορίες του Μοέμπιους. Το "Variation No. 4070 sur "le" theme", μια ιστορία με αρκετά περίεργο και ακαθόριστο τίτλο, έφερε τον Μοέμπιους αντιμέτωπο με μια παγκόσμια απειλή που εκείνη την εποχή (1978) ήταν πάντα στο προσκήνιο, αυτή ενός πυρηνικού πολέμου. Έγραψε το σενάριο μετά από παράκληση του Γάλλου συγγραφέα Jacques Lob που ζήτησε μια ιστορία με θεματική στα πυρηνικά όπλα για ένα σπέσιαλ τευχάκι του Metal Hurlant που θα κυκλοφορούσε την 1η Δεκεμβρίου του 1978 με το παρακάτω εξώφυλλο:      Η τετρασέλιδη υπόθεση είναι όσο μινιμάλ και ισοπεδωτική χρειάζεται για το θέμα που καταπιάνεται. Post-apocalyptic τοπίο, απόλυτη καταστροφή στις Η.Π.Α. μετά την έκρηξη ατομικής βόμβας. Κάποιες φιγούρες ντυμένες με στολές μολύβδου βγαίνουν από ένα υπόγειο καταφύγιο, δένουν έναν δικό τους σε έναν στύλο και τον εκτελούν. Ο άτυχος ήταν ο λοχαγός Coleman, που τρεις μέρες νωρίτερα, όντας στο πόστο του της εκτόξευσης πυραύλων της βάσης Butte στην Montana, αρνήθηκε να εκτελέσει διαταγή από τον Λευκό Οίκο και να ανοίξει τα σιλό ώστε να φύγουν οι Αμερικανικοί πύραυλοι. Πέρασε στρατοδικείο και εκτελέστηκε.      Τέσσερις σελίδες χωρίς κείμενο εκτός από το τελευταίο καρέ. Το μόνο που μας θυμίζει την ένταση της κατάστασης είναι ένα μικρό κουτάκι με την ώρα που ο Μοέμπιους τοποθετεί πάνω αριστερά και αυξάνει συνεχώς την αγωνία. Μαεστρικά, όπως και στο αρζάκ, χρησιμοποιεί υπέρ του την τεράστια δύναμη της βουβής εικόνας χωρίς να την φορτώνει με λέξεις που δεν θα μπορούσαν να πουν κάτι παραπάνω, για να περιγράψει την τιμωρία ενός ανθρώπου που τόλμησε να αρνηθεί να γίνει δολοφόνος εκατομμυρίων ψυχών. Δυνατό μήνυμα, ακόμα δυνατότερη η απεικόνιση από τον μεγάλο κομίστα. Εκ των υστέρων καταλήγω ότι χρειαζόταν να δούμε την οπτική του στο θέμα, δεν με απογοήτευσε καθόλου.      Υ.Γ. Εδώ υπογράφει ως Moebius. Την ιστορία την είδαμε στα Αγγλικά στο "Moebius 4: The Long Tomorrow and other science-fiction stories" της Epic.  

Θρηνωδός

Θρηνωδός

 

Ο Μοέμπιους γούσταρε τις μικρές v.6

There is a prince charming on Phenixon     "There is a prince charming on Phenixon", ή αλλιώς πως να σας φάει την γυναίκα ένα εξωγήινο τέρας και σεις να μείνετε με την πεθερά αμανάτι.  Συνεχίζοντας στο χιουμοριστικό μοτίβο του "It's a small universe" που είδαμε πριν μια εβδομάδα στο μπλογκ, ο Μοέμπιους φτιάχνει ακόμα μια τετρασέλιδη υπόθεση καθημερινής τρέλας βγαλμένη από την ζωή.           Κάπου στο μέλλον, το διαστημόπλοιο Star Gulper φτάνει σε έναν μικρό κίτρινο πλανήτη ονόματι Phenixon. Μέσα σε αυτό ο άντρας ενός ζευγαριού κοσμοναυτών τρώει παντόφλα από την γυναίκα του η οποία επιμένει ότι η μάνα της έχει κάθε δικαίωμα να έρχεται να τους βλέπει, πετώντας τις γνωστές σε όλους ατάκες "δεν μ'αρέσει ο τόνος σου", "δεν συμπαθείς τη μαμά" κλπ  Με το που προσγειώνονται και ο άντρας ξεκινά το εμπόριο με τους ντόπιους, η γυναίκα γνωρίζει ένα Pavachus που είναι μια μείξη χταποδιού με κράκεν ονόματι Balutin, ερωτεύονται και την παίρνει μακριά στους χρυσούς ωκεανούς του πλανήτη. Η ιστορία τελειώνει με τον άντρα να αναρωτιέται πως στο ανάθεμα θα δικαιολογήσει την απώλεια της γυναίκας του στην αστρική αστυνομία και την μάνα της, ενώ το έρμο το Pavachus τ'ακούει από την γυναίκα σχετικά με το δικαίωμα της μάνας της να έρθει να τους δει για διακοπές            Μια ακόμα άκρως διασκεδαστική ιστορία του Μοέμπιους που με πετυχημένο χιουμοράκι προσαρμόζει συνηθισμένα γεγονότα σε ένα φουτουριστικό σύμπαν με εξωγήινους και τέρατα που τρώνε παντόφλα, διακωμωδώντας το universal πρόβλημα των αντρών με τις πεθερές τους και vice versa. Στο εισαγωγικό σημείωμα μαθαίνουμε πως το κόμικ το σχεδίασε όταν έκανε τις διακοπές του στο νησί Ρε στην δυτική ακτή της Γαλλίας (εκεί που πήγαινε όταν του ήρθε η ιδέα για το "La Deviation"), οπότε τα περιβάλλοντα της ιστορίας αντικατοπτρίζουν την ομορφιά του νησιού. Οι επιρροές του, ή καλύτερα η "μουσική" της ιστορίας, είναι δύο αγαπημένοι του συγγραφείς, ο Γάλλος Boris Vian και ο Jack Vance. Εδώ, προσπάθησε μέσω ενός κοινού αστείου να ενσωματώσει τον άμεσο τρόπο που αυτοί οι δύο απευθύνονται στον αναγνώστη. Άλλωστε, το τέρας Pavachus μόνο Prince Charming το λες.           Η ιστορία δημοσιεύθηκε στο τεύχος Ιανουαρίου 1981 του Heavy Metal και στην συλλογή της epic νο.4 "Moebius: The Long Tomorrow and Other Science-Fiction Stories" τον Απρίλιο του 1988. Από την πρώτη σελίδα των δύο δημοσιεύσεων που παραθέτω παρατηρούμε ότι έγινε επαναχρωματισμός καθώς και άλλη μετάφραση.   αριστερά η έκδοση του heavy metal, δεξιά της epic    

Θρηνωδός

Θρηνωδός

 

Ο Μοέμπιους γούσταρε τις μικρές v.5

L'univers est bien petit / It's a small universe     Εκεί που εμείς λέμε "είναι μικρός ο κόσμος", ο Μοέμπιους λέει "είναι μικρό το σύμπαν". Δεν ακούγεται τόσο περίεργο αν σκεφτεί κανείς ότι σε μερικές εκατοντάδες (ή/και χιλιάδες) χρόνια ίσως έχουν αναπτυχθεί τόσο οι μεταφορές από πλανήτη σε πλανήτη που όσο πιθανό είναι να πετύχεις έναν Έλληνα στον λούβρο να ψάχνει για σουβλατζίδικο άλλο τόσο θα είναι να πετύχεις άνθρωπο να κάνει οτοστόπ στον Πλούτωνα. Ή κάτι παρόμοιο είχε ο Μοέμπιους όταν έγραφε την κωμική "L'univers est bien petit".      Δεν συνηθίζουμε να βλέπουμε συχνά τον συγκεκριμένο να γράφει χιούμορ και η συγκεκριμένη ιστορία αποτελεί μια ευχάριστη αλλαγή. Πλαισιωμένη πάντα από την λατρεμένη του επιστημονική φαντασία, η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από ένα ζευγάρι κοσμοναυτών που μετά από ατελείωτα διαπλανητικά ταξίδια βρίσκει έναν φαινομενικά έρημο πλανήτη για να ξαποστάσει και να κάνει διακοπές. Εκεί συναντά έναν "ναυαγό" που με το ερπετοειδές κατοικίδιο του κάνει σήματα καπνού πιστεύοντας ότι σώθηκε. Η κωμικοτραγική εξέλιξη της ιστορίας αποκαλύπτει πως ο άντρας του ζευγαριού και ο ναυαγός ήταν παλιοί γνώριμοι και εχθροί με αποτέλεσμα να σκοτώσει ο δεύτερος τον πρώτο, η γυναίκα να σκοτώσει τον ναυαγό και η σαύρα να σκοτώσει την γυναίκα.       Δεν μαθαίνουμε ποτέ τον λόγο για τον οποίο οι δύο είχαν τέτοια κόντρα ώστε να ορμήξουν ο ένας στον άλλο, αν και προσωπικά υποπτεύομαι ότι ο tormy (εκ του ζευγαριού) ήταν με κάποιο τρόπο υπεύθυνος για το ναυάγιο του Labajoue. Είναι ένα από τα σκηνικά που βρίζεις μια κακή οδηγό στον δρόμο το μεσημέρι και το βράδυ ανακαλύπτεις στο πρώτο οικογενειακό δείπνο ότι ήταν η μάνα της δικιάς σου.       Δεν είναι καμιά σύνθετη και ψαγμένη ιστορία, ούτε χρειάζεται όλες του να είναι έτσι. Ο Μοέμπιους παίρνει ένα sci-fi περιβάλλον και το προσαρμόζει σε ένα πολύ συχνό σκηνικό του να συναντάς κάποιον ανεπιθύμητο γνωστό εκεί που δεν το περιμένεις. Μόνο που εδώ οι συνέπειες είναι τραγικές και ταυτόχρονα ξεκαρδιστικές.       Ο Μοέμπιους στο εισαγωγικό σημείωμα παρόλα αυτά δίνει μια ακόμα διάσταση στην υπόθεση, τονίζοντας πως το φινάλε της ήταν κάτι που σκέφτηκε εκείνη την στιγμή και σε μια περίοδο που είχε αρχίσει να σταματάει να γράφει ξεκάθαρα σφαξίματα στα κόμικ του. Πλέον είχε περάσει από βίαιους θανάτους σε σωματικές ή πνευματικές μεταμορφώσεις των χαρακτήρων του, κάτι που άρχισε να εφαρμόζει βέβαια μετά το "L'univers est bien petit".   Η 8σέλιδη ιστορία δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1976 στο Metal Hurlant υπ'αριθμόν 11 με υπογραφή "Moebius", ενώ οι παραπάνω σελίδες προέρχονται από τον 4ο τόμο της συλλογής της epic με τίτλο "Moebius 4: The long tomorrow and other science fiction stories". Το "it's a small universe" αποτελεί την πρώτη μικρή ιστορία του τόμου.     

Θρηνωδός

Θρηνωδός

 

Ο Μοέμπιους γούσταρε τις μικρές v.4

Ktulu     Το Ktulu είναι προσωπικά μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες, ή μάλλον απόπειρες του Μοέμπιους σε είδη παρασάγγας εκτός του comfort zone του. Χωρίς δυσκολία μαντεύουμε από τον τίτλο πως έχουμε μια μείξη του Μοέμπιους με τον βασιλιά του τρόμου, Η.P. Lovecraft. Αυτό και μόνο μου σκίρτησε την αθώα μου καρδούλα μιας και ο Λάβκραφτ ήταν ο πρώτος συγγραφέας τρόμου που διάβασα στις μικρές μου ηλικίες και ο *από τότε* αξεπέραστος και αγαπημένος.      Βέβαια, το Ktulu δεν είναι ακριβώς παραδοσιακός τρόμος. Περισσότερο έπαιξε με το Cthulu Mythos χώνοντας προφανώς στοιχεία επιστημονικής φαντασίας για να στολίσει έναν αρκετά καυστικό, για τα μέτρα του, κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό. Στην πεντασέλιδη αυτή η ιστορία πειραματίζεται με σχεδόν συνομωσιολογικά στοιχεία για να ασκήσει την κριτική του πάνω σε μια είδηση που είχε διαβάσει σε μια εφημερίδα (μιλάμε για τέλη '70) σχετικά με τον τότε πρόεδρο της Γαλλίας Giscard D'Estaing ο οποίος κατηγορήθηκε ότι άσκησε την πολιτική του εξουσία για να πάει σε μεγαλοσαφάρι αγρίων ζώων στην Αφρική. Γεγονός που σόκαρε και επηρέασε βαθύματα έναν, όπως έχω ξαναγράψει, φυσιολάτρη και οικολόγο Μοέμπιους.      Βρίσκοντας λοιπόν ευκαιρία να συστοιχήσει τα τρία αυτά στοιχεία, μας παρουσιάζει ένα δυστοπικό μέλλον κάπου στο τέλος της δεύτερης μ.Χ. χιλιετίας όπου στο προεδρικό παλάτι μιας γνωστής δυτικής χώρας τελειώνει το μίτινγκ μεταξύ του προέδρου και των υφισταμένων του. Ο πρόεδρος ανυπόμονος περνάει τα διαδικαστικά και τις χαιρετούρες και κατεβαίνει μέσα από διαδρόμους,πόρτες και σκάλες στολισμένες με μασονικά και καμπαλιστικά σύμβολα στα έγκατα του προεδρικού μεγάρου όπου συναντά τον ίδιο τον Κθούλου/προσωποποίηση του Λάβκραφτ, μόνο για να του δώσει ο δεύτερος την άδεια (μέσα από εξευτελιστικά σχόλια) να κυνηγήσει το Ktulon, ένα μυθικό και άκακο ζώο. Η ιστορία τελειώνει με τον θάνατο του τελευταίου και την απογοήτευση του δημιουργού που κλείνει λέγοντας "μέχρι πότε τέτοια εγκλήματα θα μείνουν ατιμώρητα;".     Εύλογη απορία είναι πως κατάφερε και ταίριαξε τόσα άσχετα πράγματα μεταξύ τους και τα χωσε μέσα σε 5 σελίδες χωρίς να βγει μια απόλυτη παραφωνία. Ε, τα κατάφερε επειδή είναι αυτός που είναι και έχει την φαντασία που έχει, αλλιώς δεν θα έγραφα τα κείμενα επί κειμένων γοητευμένος από το ταλέντο του. Κατά την διάρκεια σχεδιασμού της ιστορίας άρχισε να διαφοροποιεί το πρόσωπο του προέδρου από αυτού του D'Estaing, επειδή δεν ήθελε να κάνει μια απλή καρικατούρα του και να εξισωθεί η δουλειά του με ενός σατυρικού γελοιογράφου. Η ιστορία, εν τέλει, ούτε σε σάτυρα στοχεύει και είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από γελοία.        Εκείνη την εποχή, όπως γράφει το εισαγωγικό σημείωμα, υπήρχε μια "τρέλα" πολλών καλλιτεχνών γύρω από τον Λάβκραφτ και το έργο του. Πρώτος απ'όλους ο αγαπημένος φίλος του Μοέμπιους, ο Druillet που αποκαλείται από πολλούς "ιερέας του Λάβκραφτιανού σύμπαντος" και όχι άδικα, αφού με μια ματιά όσοι έχουν διαβάσει Λάβκραφτ καταλαβαίνουν ότι τα τερατώδη και ψυχεδελικά σχέδια του είναι τα κείμενα του δεύτερου οπτικοποιημένα. Βασιζόμενος στην τόση αναγνώρηση του συγγραφέα, ο Μοέμπιους θεώρησε πως η ιστορία θα εκλαμβανόταν και ως ένα inside joke του επαγγελματικού του κύκλου. Τέλος, ο ίδιος έχει δηλώσει πάνω από μια φορές τον θαυμασμό του για τον Αμερικάνο και πως οι "υπόγειες ενέργειες" που αναβλύζουν από τα γραπτά του τον επηρέασαν ακόμα και αν τότε δεν τις είχε εντοπίσει ακόμα.          Το Ktulu δημιουργήθηκε για το Metal Hurlant το 1978 και το 1979 συμπεριλήφθηκε στο Heavy Metal Οκτωβρίου που είχε τίτλο "Heavy Metal: The Lovecraft special". Εδώ η υπογραφή είναι "Moebius". Αποτελεί επίσης την τελευταία μικρή ιστορία που μπήκε στο δεύτερο τεύχος της συλλογής της epic, "Epic Moebius: Arzach and other fantasy stories".   

Θρηνωδός

Θρηνωδός

 

Ο Μοέμπιους γούσταρε τις μικρές v.3

The White Citadel     Πολύ μυστήριο αυτή η ιστορία. Όσο και αν έψαξα να βρω συγκεκριμένες πληροφορίες, έπεσα συνεχώς σε αδιέξοδα. Οπότε βλέποντας και κάνοντας. Το "Λευκό Κάστρο" έχει μια πολύ σημαντική ιδιαιτερότητα κατ'εμέ: Είναι το μόνο κόμικ που έχει κάνει ποτέ ο Μοέμπιους που ανήκει ξεκάθαρα στο είδος της Επικής Φαντασίας. Αυτό και μόνο με μαγνήτισε σχετικά με το α) τι είναι αυτό ακριβώς το ολιγοσέλιδο πείραμα και β) τι ήταν αυτό που τον έκανε να στραφεί σε ένα genre που, δεν θα πω τον απωθούσε, σίγουρα δεν του κέντριζε το ενδιαφέρον.    Το διάβασα από που αλλού; Τον δεύτερο τόμο της συλλογής της Epic, "Moebius 2: Arzach and other fantasy stories". Εδώ μια άνω τελεία σχετικά με τους τίτλους αυτής της σειράς. Αν παρατηρήσει κάποιος, κάθε τόμος έχει μια κεντρική χαρακτηριστική ιστορία/κράχτη: edena σε 4 τομάκια, pharagonesia, airtight garage, arzach, mississippi river κ.ο.κ. και στην συνέχεια, αν η κεντρική ιστορία δεν είναι αρκετά μεγάλη για να στηρίξει τον τόμο μόνη της, πλαισιώνεται από κάποιες μικρότερες. Έχουν λοιπόν συγκεντρώσει τις θεματικά πιο κοντινές δίνοντας και τον αντίστοιχο τίτλο. Εδώ έχουμε "...and other fantasy stories" όπου οι μικρές ιστορίες αν και δεν είναι καθαρό fantasy με την σύγχρονη έννοια, απέχουν εξίσου από το sci-fi που ήταν η έδρα του δημιουργού. Αργότερα, όταν ασχοληθώ με ιστορίες από τους επόμενους τόμους (ο πρώτος είναι ολόκληρος κομμάτι της edena) θα αναφέρω τις αντίστοιχες θεματικές της συλλογής. Αυτή η μακρά παρένθεση για μια λεπτομέρεια που με ενθουσίασε και δεν την περίμενα από μια Αμερικάνικη low budget έκδοση των late '80s, έστω και από imprint της Marvel. Κλείνει η άνω τελεία.      Προσωπική εκτίμηση ότι η ιστορία αυτή δημιουργήθηκε από λίγο πριν την διετία 1983-1984 μέχρι λίγο μετά, με περισσότερες πιθανότητες στο ενδιάμεσο. Αυτό γιατί στο εισαγωγικό σημείωμα γράφει ότι η αιτία αυτής της μίας και μοναδικής στροφής του στο Epic Fantasy ήταν μια κουβέντα με άλλους οπαδούς του Jean-Paul Appel-Guery (Γάλλος γκουρού, φυσιολάτρης και μυστικιστής). Το 1983-1984 ο Μοέμπιους πήγε και έζησε μαζί με την οικογένεια του στο κοινόβιο του Appel-Guery όπου ερχόταν σε καθημερινή επαφή με λοιπούς υποστηρικτές. Λογικό συμπέρασμα λοιπόν ότι το "White Citadel" γράφτηκε κάπου εκεί γύρω, χωρίς να ξέρω ακριβώς πότε άρχισε να ακολουθεί τον συγκεκριμένο ώστε να πω με σιγουριά ότι μπορεί να έγινε και νωρίτερα (αρχές '80).    Εν πάση περιπτώσει, μεταξύ άλλων με τους φίλους/υποστηρικτές/whatever του Guery ο Μοέμπιους μέσα στον ενθουσιασμό του συζητούσε και για τα κόμικς του αλλά και γενικώς την κομιστική σκηνή. Αυτοί μην έχοντας παρά ελάχιστη επαφή με την 9η τέχνη, όταν διάβασαν κάποια από τα έργα του τον "έκραξαν" για το θανατικό που τα περιβάλει, ένα μόνιμο ύφος απαισιοδοξίας, αμφιβολίας και υποβόσκοντος τρόμου. Θιγμένος (αναφέρει ότι ντράπηκε μάλιστα για αυτή την κριτική), θέλησε να δημιουργήσει κάτι τελείως διαφορετικό, κάτι πολύ μακριά από το comfort zone του θεματικά θα μπορούσαμε να πούμε. Μετά από μια κουβέντα με φίλο του που τότε ασχολούνταν με το Αρθουριανό mythos, ο Μοέμπιους αποφασίζει να φτιάξει ένα ολόκληρο σύμπαν υψηλής φαντασίας όπως αυτή ορίστηκε από τον Τολκιν, με ξωτικά, νάνους, τελώνια, δράκους, ηρωισμό, αυτοθυσία, την βιβλική μάχη του απόλυτου καλού με το απόλυτο κακό κλπ. Τελικά το μόνο που κατάφερε ήταν ένα 6σέλιδο αλληγορικό κομικάκι, πολύ μακριά από οτιδήποτε επικό είχε βάλει αρχικά ως στόχο. Και αυτό γιατί, όσο και αν προσπαθούσε να τιθασεύσει τον εαυτό του ακολουθώντας οδηγίες, το υποσυνείδητο του κέρδισε την μάχη και κατέληξε πάλι σε μια σκοτεινή και ντε φάκτο καταδικασμένη ιστορία. Οι φυσιοδίφιδες αναζητητές του mainstream pop υπερφυσικού γέλασαν με το αποτέλεσμα αποκαλώντας το απελπισμένο, εμείς 45 χρόνια μετά απολαμβάνουμε ζητώντας παραπάνω.      Μετά από αυτή την παρατραβηγμένη εισαγωγή, με τι ασχολείται τελικά το "Λευκό Κάστρο". Αρκετά όμορφη και ενδιαφέρουσα ιστορία στην απλότητά της. Ο Tornoc ο Ιππότης ταξιδεύει μέσα σε έναν φανταστικό μεσαιωνικό κόσμο, μην έχοντας συναντήσει ψυχή ζώσα για μήνες. Ξαφνικά πέφτει πάνω σε περίεργο κατάλευκο κάστρο σμιλεμένο όλο από μια και μοναδική πέτρα και τον Frozz, το τελευταίο ξωτικό του δάσους που το περιβάλλει και του μιλάει για την ιστορία του.    Το ξωτικό αναφέρει μια ιστορία μαγείας με αλαζόνες βασιλιάδες, πανέμορφες δεσποσύνες έγκλειστες στο κάστρο και τρομερούς μάγους μέχρι που ο Ιππότης κοιμάται. Βλέπει τρομερά όνειρα ότι παλεύει την σκιά και μαθαίνουμε ότι μέσα του έχει μπει το πνεύμα του ίδιου του βασιλιά, που προσπαθεί να απελευθερώσει την βασίλισσα του από την παγωμένη φυλακή της. Η ιστορία κλείνει με έναν Ιππότη που ξυπνά τυφλός, κουφός και μουγκός περιπλανώμενος στις ομίχλες του κόσμου.      Δεν είναι από τις καλύτερες του Μοέμπιους προφανώς. Αν και μόλις 6 σελίδες υπάρχει αρχή, μέση και τέλος, μια σύντομη ιστορία όχι του τι είναι αλλά του τι θα μπορούσε να είναι. Εμένα μου βγάζει έντονα την αίσθηση ότι ο Μοέμπιους προσπάθησε να στήσει κάτι ακολουθώντας κάποια βασικά και δοκιμασμένα κλισέ του είδους, είδε ότι δεν του βγαίνει και στο τέλος ισοπεδώνει πρωταγωνιστή και αναγνώστη γυρνώντας στον οικείο μηδενισμό του και τινάζοντας το σχεδιαστήριο του στον αέρα σκεπτόμενος "το ξερα ότι δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ για μένα αυτό".    Ενδιαφέρον όμως να τον δεις έστω και λίγο να ξεδιπλώνεται προς τα κει.  Πολύ ενδιαφέρον δείγμα.     Υ.Γ. παρόλο το ότι γράφει το White Citadel σε μεταγενέστερο χρόνο, υπογράφει ξανά ως Gir όπως τις αρχές του '70

Θρηνωδός

Θρηνωδός

 

Ο Μοέμπιους γούσταρε τις μικρές v.2

Ballade      "Όταν έχεις κολλήσει χωρίς νέες ιδέες, άδειασε το μυαλό σου, πήγαινε στην βιβλιοθήκη και άρπαξε τυχαία ένα βιβλίο. Άνοιξε το, η καινούργια ιστορία μόλις σου ήρθε". Αυτή ήταν η συμβουλή του Jodorowsky στον Moebius με τον οποίο ήταν στενοί φίλοι. Αποτέλεσμα πραγματοποίησης αυτής της συμβουλής ήταν "Η Μπαλάντα", μια εννιασέλιδη ιστορία που έγραψε και σχεδίασε το 1977. Σε αυτή δείχνει πόσο εύκολο του ήταν να αποτυπώσει ονειρική ποίηση σε εικόνα, αφού το πρώτο βιβλίο που έπιασε εκείνη την μέρα ήταν το Illuminations του Γάλλου ποιητή Arthur Rimbaud, μια συλλογή ποιημάτων σε πρόζα που γράφτηκε την διετία 1873-1875. Η ιστορία συμπεριλήφθηκε στην συλλογή της Epic "Moebius 2: Arzach and other fantasy stories".       Μεταξύ άλλων, ο Rimbaud στην συλλογή αυτών των 42 ποιημάτων προβάλλει την αντίθεση του σε κάθε τι σύγχρονο. Εναντιώνεται στην έννοια της μοντέρνας πόλης και κατ'επέκταση κοινωνίας και στην όποια αλλοτρίωση έχει παρασύρει τον άνθρωπο του 19ου αιώνα, ενώ διαβάζοντας το in retrospect κάποιος βρίσκει πολλά κοινά με το σήμερα. Ταυτόχρονα ο Rimbaud εκθέτει και τον θαυμασμό του στην ισοπεδωτική ταχύτητα της προόδου, παραμένοντας αμφιταλαντευόμενος μέχρι το τέλος. Άλλες θεματικές των ποιημάτων είναι η φύση, το ταξίδι (πνευματικό και φυσικό), η αισθηματική μεταμόρφωση και η αντίθεση μεταξύ δημιουργίας και καταστροφής. Ο τίτλος "Illuminations" δόθηκε από τον ίδιο τον συγγραφέα στο έργο του αφού το παραλληλίζει με πλάκες γεμάτες χρώμα, ζωντανές απεικονίσεις τοπίων και καταστάσεων, μια ιδιαιτερότητα που ο Μοέμπιους δεν άφησε να πάει ανεκμετάλλευτη.      Με το που άνοιξε το βιβλίο, η ιστορία γράφτηκε από μόνη της μπροστά στα μάτια του. Υιοθετώντας σχεδόν κάθε μοτίβο από τα ποιήματα (αποσπάσματα των οποίων βάζει και μέσα στους διαλόγους του κόμικ) περιγράφει την πορεία του Pooh, ενός περιπλανώμενου με το bellanoid του (ένα ζώο που καβαλάει και μοιάζει με στρουθοκάμηλο) μέσα από ένα παρθένο δάσος και την συνάντηση του με την Loona, ένα θηλυκό φαύνο που ουσιαστικά αποτελεί την φύση μετενσαρκωμένη. Παίζει πολύ έντονα η αντίθεση μεταξύ του εκπολιτισμένου και περιορισμένου από τις κοινωνικές συμβάσεις (συμπεριφορά, ρουχισμός) ανθρώπου και της ατίθασης και υπερήφανης φύσης που τον αγαπά αλλά ταυτόχρονα τον λυπάται που είναι σκλάβος στην περιορισμένη του λογική.    Τελικά οι δύο τους καταλήγουν μαζί και φτάνοντας στα όρια του δάσους έρχονται μοιραία αντιμέτωποι με έναν ανθρώπινο στρατό που τους συνθλίβει. Παρόλο που δεν το συνηθίζει, ο Μοέμπιους γράφει στο εισαγωγικό σημείωμα πως "σκότωσε" τους δύο χαρακτήρες επειδή είχε προθεσμία να παραδώσει το έργο και μετανιώνει που δεν συνέχισε την ιστορία.      Για ακόμα μια φορά βλέπουμε την εκτίμηση του δημιουργού στην φύση και το πόσο μικρός και ασήμαντος στέκεται ο άνθρωπος μπροστά της. Η παλέτα χρωμάτων είναι έντονη με μια πανέμορφη αντίθεση μεταξύ μέρας/άνθρωπος/κόκκινο και νύχτας/φύση/μπλε, με μικρά και διακριτικά μπαλονάκια κειμένου. Παρόλο που εμπνεύστηκε την ιστορία από τα ποιήματα του Rimbaud, ο Moebius επιλέγει να κρατήσει την άρνηση του πρώτου στην πρόοδο και τις συνέπειες του να γυρνάς οριστικά την πλάτη σου στην "μάνα Γη". Εν τέλει, ο θάνατος των δύο αυτών αθώων πλασμάτων δεν ήταν παρά ένας "έλεγχος των οπλικών συστημάτων".    Υ.Γ. Εδώ πλέον υπογράφει ως Moebius, ενώ τα φαλλικά σύμβολα ακόμα υπάρχουν (καπέλο του Pooh)    

Θρηνωδός

Θρηνωδός

 

Ο Μοέμπιους γούσταρε τις μικρές v.1

..Ιστορίες. Και πολύ μάλιστα. Και ήταν όλες μια και μία. Με διαφορετικό υπόβαθρο, νοήματα, βάθος πλάτος και ύψος. Ποιος είναι ο Μοέμπιους; Μα αυτός! Ένας από τους μεγαλύτερους κομίστες που πάτησαν και θα πατήσουν ποτέ αυτό τον έρμο πλανήτη.      Θα βλέπουμε σιγά σιγά αυτές τις ιστορίες λοιπόν, τόσο επιφανειακά όσο χρειάζεται για να ψηθεί ένας τελείως άσχετος και να τις διαβάσει. Και αν δεν ξέρει που θα τις βρει, ask and you shall receive.      1. La Deviation (Γαλλικός τίτλος)/ The Detour (Αγγλικός τίτλος)   Ή αλλιώς η παράκαμψη. Εξολοκλήρου δουλειά του Giraud, σε σχέδιο και σενάριο. Την έγραψε το 1974 για λογαριασμό του εβδομαδιαίου περιοδικού Pilote και ο Αγγλόφωνος κόσμος την είδε για πρώτη φορά την πρώτη Απριλίου του 1987, στην συλλογή της Epic αφιερωμένη στον Μοέμπιους με τίτλο Moebius 2: Arzach and other fantasy stories. H σειρά αυτή αποτέλεσε ένα από τα κυριότερα εγχειρήματα της Marvel να γνωρίσει διακεκριμένους Ευρωπαίους δημιουργούς στο Αμερικανικό κοινό.     Το "The Detour" γράφτηκε μια εποχή που ο Μοέμπιους έχτιζε την καριέρα του μέσω του Blueberry. Ορμώμενος από το πρήξιμο του καλού του φίλου Philippe Druillet, φτιάχνει μια εναλλακτική εκδοχή του εαυτού και της οικογένειας του και περιγράφει μια παράκαμψη που αποφασίζει να κάνει με την γυναίκα του στο οδικό τους ταξίδι προς το Γαλλικό νησί Re, στην δυτική Γαλλία.      Η ιστορία όπως και οι περισσότερες που θα ακολουθήσουν μας επιτρέπει μια κλεφτή ματιά στο αχαλίνωτο υποσυνείδητο του δημιουργού. Έχουμε ένα εξαιρετικά λεπτομερές και εσκεμμένα φορτωμένο σχέδιο που πλαισιώνει ένα φαντασιώδες και αρκετά τρομακτικό σενάριο: Την συνάντηση της οικογένειας Giraud με αγαθούς γίγαντες, ανείπωτους τρόμους , πόλεις χτισμένες από αδειανά βαρέλια τσιμέντου, σκελετωμένους φύλακες.    Οι αναλογίες μεταξύ της μικροσκοπικής οικογένειας και του σιωπηλού γίγαντα είναι πανέμορφα αποτυπωμένες. Δεξιά βλέπουμε την οικογένεια πολύ φυσιολογικά να ξαποσταίνει για κολατσιό ανάμεσα από την οικολογική καταστροφή που αποτελεί σύγχρονη πραγματικότητα. Ο φρουρός, ένα από τα πολλά σκίτσα αυτού του πρωτολείου κατά κάποιο τρόπο, ξεφεύγει πολύ από αυτό που εκ των υστέρων θεωρήσαμε ως το κλασικό ονειρικό σκίτσο του Μοέμπιους.     Πέρα από μια ξεκάθαρη κριτική στην περιβαλλοντική μόλυνση, ο Μοέμπιους παροτρύνει τον αναγνώστη να σκεφτεί έξω από το κουτί και να μην φοβηθεί να ακολουθήσει άγνωστα μονοπάτια. Και στο μυαλό, και στην πραγματικότητα. Μια διαφορετική τιμονιά στέλνει αυτόν και εμάς από την πεπατημένη οδό σε μια εξωπραγματική εμπειρία της οποίας τα όρια μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας δεν υπήρξαν ποτέ.    Το εφτασέλιδο ασπρόμαυρο αυτό πόνημα ο Μοέμπιους το σχεδίασε σε ένα απόγευμα. Τα πάνελ έρχονται καταιγιστικά στο μυαλό του τόσο που με τα βίας καταφέρνει να τα αποτυπώσει στο χαρτί, εκστασιασμένος με το παράλογα πανέμορφο αποτέλεσμα. Και μεις την διαβάζουμε αποσβολωμένοι.      Υ.Γ. Εδώ ακόμα ο Μοέμπιους υπογράφει ως Gir.      

Θρηνωδός

Θρηνωδός

×

Σημαντικές πληροφορίες

Χρησιμοποιώντας αυτή τη σελίδα, αποδέχεστε τις Οροι χρήσης μας.