Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'daniel clowes'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 11 results

  1. The_Sandman

    ΥΠΟΜΟΝΗ

    Ότι χρειάζεται να ξέρεις για αυτό το κόμικ, το γράφει στο οπισθόφυλλο: "Ένα συναρπαστικό χωροχρονικό ταξίδι θανάτου στο αρχέγονο άπειρο της παντοτινής αγάπης" Κι όμως. Όταν φτάσεις στο τέλος, η παραπάνω φράση βγάζει απόλυτα νόημα. Εντάξει, ο Κώτσος, εδώ είναι σαφέστατα πιο διαφωτιστικός... Συνοπτικά, το "Υπομονή" είναι η πιο πρόσφατη δουλειά του (κάαπως υπερεκτιμημένου κατά την άποψή μου) Daniel Clowes -στα ελληνικά έχουμε δει επίσης το "Σαν Σιδερένιο Ομοίωμα Γαντιού από Βελούδο". Η έκδοση, χωρίς να έχω πιάσει στα χέρια μου αυτήν της Fantagraphics για να συγκρίνω τα δύο βιβλία, με άφησε απόλυτα ικανοποιημένο: άψογη εκτύπωση και δέσιμο, ιδανική επιλογή χαρτιού, μετάφραση καλοδουλεμένη, που σε κανένα σημείο δεν σε ξενίζει που δεν το διαβάζεις στη μητρική του γλώσσα*, σωστό lettering. Με μία λέξη, η έκδοση είναι υποδειγματική! Στ' αλήθεια χαίρομαι που αυτό το κόμικ έχει πλέον (λίγες περισσότερες) πιθανότητες να μπει σε σπίτια ελλήνων αναγνωστών. * Αξίζει να αναφερθεί πως η μετάφραση είναι του Δημήτρη Πολιτάκη, τη διόρθωση έκανε η Μαρία Παναγοπούλου, ενώ η προσαρμογή είναι της Ελένης Κυριακίδου.
  2. Είναι το παρελθόν που καθορίζει το μέλλον ή συμβαίνει το ανάποδο; Το εξώφυλλο της «Υπομονής», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οξύ. DANIEL CLOWES Υπoμονή μτφρ. Δημήτρης Πολιτάκης εκδ. Οξύ, 2018, σελ. 184 Στη σελίδα 17, το πράσινο μάτι της γυναίκας μένει ακίνητο και η ιστορία ξεκινά. Κάποιος δολοφονεί την Υπομονή, τη σύζυγο του Τζακ Μπάρλοου, και ο Τζακ κυνηγά τον δολοφόνο της, ταξιδεύοντας στον χρόνο. Η Υπομονή είναι έγκυος και το μάτι της είναι μια δίνη που μεταφέρει τον Τζακ σε διαφορετικές χρονολογίες, σε μία σειρά από οδυνηρές ενήλικες γεννήσεις που τον προσγειώνουν στην επικράτεια του άλυτου φόβου: από το οικείο 2012, στο 2029 –μια ωμή, μα δίκαιη, εκδοχή του μέλλοντος–, κι από το 2006, στο τεχνολογικά αργό 1985· για να επιστρέψει στο 2012, ανακαλύπτοντας, μαζί με τους αναγνώστες, πως δεν είναι το παρελθόν που καθορίζει το μέλλον, αλλά το ανάποδο. Αν τα χρώματα στα σχέδια του Ντάνιελ Κλόουζ έχουν μια πένθιμη ευφορία, υλοποιώντας ένα σταυροδρόμι αντιφατικών τόνων (ελπίδα, όνειρο, εφιάλτης), αυτό ίσως να οφείλεται στο γεγονός πως, παρά τον ίλιγγο που προκαλεί ο χρόνος, ο οποίος σπρώχνει τον Τζακ να εκτελέσει την αποστολή του –μια αποστολή που ο ίδιος έχει υφάνει για τον εαυτό του, σαν ένα μανδύα που τον έχει παγιδεύσει παντοτινά–, όλα δείχνουν παγωμένα, απολιθωμένα. Ο κόσμος είναι νεκρός και μόνο ο Τζακ είναι ζωντανός «με σάρκα και οστά, καθ’ οδόν προς μια οικογενειακή επανένωση», παρασέρνοντας τον αναγνώστη, που βλέπει τα καρέ του Κλόουζ, λες και είναι η κάτοψη μιας ζωής που δεν έχει: εγκιβωτισμένος στην καθημερινότητά του, λυτρώνεται χάρη στην ευλογημένη ακινησία του, διατηρώντας την εξουσία ενός ματιού που διαρκώς εποπτεύει. Αντιθέτως, ο Τζακ δεν έχει υπομονή, περιπλανιέται στα έτη, όπως ένα σώμα γεμάτο στάχτες που σιγοκαίουν ερήμην του, και καθώς αγωνίζεται ν’ αποτρέψει τη στιγμή του θανάτου της συζύγου του, προστατεύοντας τη γέννηση του παιδιού του, που τόσο λαχταρά, φαίνεται να μη ζυγίζει σωστά τη συνάντηση μ’ εκείνο το αγόρι, κάτω από το χιόνι, ένα απόγευμα του ’85. Σε τεντωμένο σκοινί Μια ανατριχιαστική συνάντηση ενός πενηντάρη με την παιδική του ηλικία, με το ανήλικο σώμα του: ο κορμός του δένδρου, οι νιφάδες που πέφτουν, η μπάλα που κρατά το αγόρι ισορροπούν παρέα πάνω σ’ ένα τεντωμένο σκοινί. Αν κάποιος το τραβήξει από τη μία ή την άλλη άκρη, το σκοινί θα σπάσει. Μέσα στο πέρασμα του χρόνου και των εποχών, τα πράγματα, οι άνθρωποι και τα γεγονότα δένονται μεταξύ τους, γδέρνοντας το ένα το όριο το άλλου. Ο Μπάρλοου θυμίζει τον απελπισμένο ήρωα στο «La Jetée» (1962) του Κρις Μαρκέρ. Στο φιλμ –μια μισάωρη διαδοχή από ασπρόμαυρες φωτογραφίες, πρωτόγονη και φουτουριστική–, ο άνδρας δεν μπορεί να ξεφύγει από το πεπρωμένο του. Μια εικόνα τον έχει στιγματίσει στην παιδική του ηλικία και είναι τόσο ισχυρή που παραμένει ανεξίτηλη στη μνήμη του: η γαλήνη που εκπέμπεται από το γλυκό πρόσωπο μιας γυναίκας στην αποβάθρα του αεροδρομίου Ορλί, άξαφνα αντικαθίσταται από μια σκηνή χάους. Ο κόσμος ουρλιάζει, κάποιος σωριάζεται και πεθαίνει. Ο άνδρας διαπιστώνει, ύστερα από ένα αναγκαστικό ταξίδι στον χρόνο, οργανωμένο από τους νικητές του Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πως αυτό που είχε δει ήταν η στιγμή του θανάτου του, η δολοφονία του, ενορχηστρωμένη από τους διώκτες του· το νεκρό σώμα ενός ανθρώπου που είναι ενήλικας και ταυτόχρονα παιδί. Το παρελθόν διαρκώς ανανεώνεται. Ή, όπως είχε γράψει ο Ελιοτ: «Ο τωρινός χρόνος κι ο περασμένος χρόνος/ Eίναι ίσως και οι δυο παρόντες στον μελλούμενο χρόνο,/ Kι ο μελλούμενος χρόνος περιέχεται στον περασμένο χρόνο./ Αν όλος ο χρόνος είναι αιώνια παρών/ Ολος ο χρόνος δεν μπορεί να εξαγοραστεί». Γλιστρώντας από το ένα καρέ στο επόμενο, ο Τζακ φτάνει στο σημείο όπου το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον τέμνονται, και δεν είναι παρά η πράσινη ίριδα ενός ματιού, γεμάτη στάχτες από το μουσείο της μνήμης του: «Κατάλαβε ότι δεν υπήρχε διέξοδος από τον Xρόνο», συμπεραίνει αφοπλιστικά ο αφηγητής στην ταινία του Μαρκέρ. Ο χρόνος δεν εξαγοράζεται. Η σπείρα του μας περικυκλώνει. Η αγάπη και ο θάνατος αγκαλιάζονται σφιχτά και το ταξίδι δεν τελειώνει. Πηγή
  3. «Ο κόσμος είχε τρελαθεί. Όχι εγώ!» Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Ενας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους των σύγχρονων εναλλακτικών κόμικς, ο Dan Clowes, στην τριαντάχρονη καριέρα του ασχολείται συστηματικά με την αποξένωση, τη μοναξιά, την αποστασιοποίηση, την τέχνη. Στο νέο του βιβλίο που τιτλοφορεί με το όνομα της πρωταγωνίστριάς του («Υπομονή») όλα αυτά παραμερίζονται για να αποθεωθεί η Αγάπη Λένε πως όσο σπουδαίος και όσο παραγωγικός κι αν είναι ένας καλλιτέχνης, όταν πια τα χρόνια περάσουν, στη συλλογική μνήμη καταγράφεται ένα και μοναδικό έργο του, ίσως όχι το σημαντικότερο, άλλωστε αυτό είναι σχετικό, αλλά αυτό που τον ξεχώρισε, αυτό που είχε κάτι διαφορετικό από τα άλλα σε βαθμό που να το καθιστά μοναδικό και ικανό να ανακαλείται πάντα ως πρώτο, να έρχεται πάντα στο μυαλό στο άκουσμα του ονόματος του δημιουργού του. Στο πρώτο άκουσμα του ονόματος Κάφκα, όλοι σκέφτονται τη «Δίκη», ο Κιούμπρικ θα μείνει στην Ιστορία για την «Οδύσσεια του Διαστήματος», οι Πινκ Φλόιντ για το «The Wall», o Art Spiegelman για το «Maus», ο Καβάφης για την «Ιθάκη» και ο Μικελάντζελο για την «Καπέλα Σιξτίνα». Αν ισχύει κάτι τέτοιο, τολμώ να πω, με σοβαρό κίνδυνο να πέσω έξω, πως για τον 57χρονο Dan Clowes, ενεργό και παραγωγικότατο με πολλά ακόμα χρόνια δημιουργίας μπροστά του, το magnum opus της καριέρας του θα είναι η «Υπομονή» (εκδόσεις Οξύ, μετάφραση: Δημήτρης Πολιτάκης). Γιατί είναι μια τόσο ολοκληρωμένη ιστορία (χωρίς αυτό να υποβαθμίζει με κανέναν τρόπο όλες τις προγενέστερες δουλειές του Clowes) που τα λέει όλα, περιλαμβάνοντας κάθε προβληματική των προηγούμενων έργων του και δίνοντας απαντήσεις σε ερωτήματα που ο ίδιος ο καλλιτέχνης έθετε στους αναγνώστες εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες. Ακόμα και οι προσεκτικοί μονόλογοι του πρωταγωνιστή μπορούν να λειτουργήσουν μεταφορικά επιβεβαιώνοντας έναν τέτοιο ισχυρισμό: «Στον δρόμο για το σπίτι νιώθω μεγάλο κορόιδο που πίστεψα κάτι τόσο ανόητο και γελοίο. Και τότε πήρα την απόφασή μου. Να τα παρατήσω όλα και να αυτοκτονήσω», λέει απελπισμένος ο πρωταγωνιστής Τζακ Μπάρλοου στις αρχές του βιβλίου. Και σχεδόν 150 σελίδες αργότερα, έχοντας ζήσει ό,τι πιο παράξενο μπορεί ποτέ να σκεφτεί κανείς, με μια επιμονή που γίνεται εμμονή και, πιθανώς, αυτοσκοπός, ξεσπά: «Τα κατάφερα! Τα κατάφερα!». Κατάφερε να ξαναέρθει κοντά στον έναν και μοναδικό έρωτα της ζωής του που είναι και αυτός πάντα ένας, όπως και το έργο του προλόγου. Είναι ο έρωτας που όταν κλείνεις τα μάτια για τελευταία φορά θα είναι εκεί, δίπλα σου και θα σου θυμίζει ό,τι καλύτερο ή ό,τι χειρότερο σου έχει ποτέ συμβεί. Και ο Τζακ Μπάρλοου στην απέλπιδα προσπάθειά του να ξαναβρεί αυτόν τον έρωτα θα κινδυνεύσει πολλές φορές να κλείσει για τελευταία φορά τα μάτια του. Αλλά η Υπομονή, ο απόλυτος και μοναδικός έρωτας των πολλών και αντιφατικών ζωών του Τζακ Μπάρλοου, θα είναι πάντα εκεί όταν, κόντρα σε όλα τα προγνωστικά και τις πιθανότητες, τα ξανανοίγει. Είναι όμως και για κάτι ακόμα ξεχωριστή η «Υπομονή». Γιατί, αντίθετα με την τακτική του Dan Clowes, μάστορα των εναλλακτικών κόμικς μιας θλιμμένης και καταπιεσμένης οργής που βιώνεται βουβά και εσωτερικά σχεδόν στο σύνολο των έργων του, έχει ένα τέλος που κάνει τον αναγνώστη να αναθαρρήσει. Ενώ καθ’ όλη την εξέλιξή του, παρεμβάλλονταν με τρόπο πότε δηλωμένο και άρα ως μικρά appropriations από το παρελθόν του εαυτού του (η σκηνή του μασκοφόρου και οπλισμένου με ένα φουτουριστικό ακτινοπίστολο Τζακ είναι υπόμνηση του «The Death Ray» που επιπλέον δομείται με συνεχή flash-back όπως και η «Υπομονή», o τραυματίας, με επιδέσμους Τζακ του τέλους που παραπέμπει στον Clay του «Γαντιού από Βελούδο», το ντουέτο που συνθέτει η κομμώτρια μαζί με την Υπομονή ως ενήλικες εκδοχές των κοριτσιών του «Ghost World» κ.λπ.) και πότε ως πιθανές παραπομπές σε αυτό, στιγμιότυπα που θύμιζαν κάτι από τα παλιά, δημιουργώντας ένα κλίμα αναμενόμενης τραγικής κατάληξης, το πραγματικό τέλος διαψεύδει τη δυσοίωνη ατμόσφαιρα. Ανατρέποντας ό,τι ξέραμε για τον Dan Clowes και για τη γενιά των εναλλακτικών κόμικς της αποστασιοποίησης (Adrian Tomine), της αποξένωσης (Chris Ware), της ψυχικής κατάρρευσης (Ivan Brunetti), της μοναξιάς (αδερφοί Hernandez), της αρρώστιας που καιροφυλακτεί (Charles Burns), της διάρρηξης κάθε κοινωνικού ιστού (Peter Bagge). Δύο από τα πιο σπουδαία και πολυβραβευμένα βιβλία του Dan Clowes είναι το «Ghost World» που έγινε ταινία από τον Terry Zwigof και το τελεολογικό «David Boring» Στο «David Boring», ο Clowes, αρκετά ειρωνικά, σχολίασε την παροιμιώδη απάθεια μιας ομάδας ετερόκλητων επιζησάντων μιας υποτιθέμενης ανείπωτης καταστροφής και ταυτόχρονα την ατελέσφορη προσπάθεια ενός νεαρού να βρει την τέλεια γυναίκα της ζωής του. Στο «Ghost World» βρήκε την ευκαιρία να μιλήσει για τα αδιέξοδα της εφηβείας σε έναν κόσμο όπου όλοι οι άλλοι λειτουργούν σαν φαντάσματα. Στο «Σαν Σιδερένιο Ομοίωμα Γαντιού από Βελούδο» ταξίδεψε σε κόσμους του ασυνειδήτου που μοιάζουν ασυνάρτητοι αλλά καταλήγουν στον ακρωτηριασμό (σωματικό ή/και πνευματικό) και σε έναν ανεπιθύμητο έρωτα/στήριγμα. Με την τέχνη και την υποκρισία των φιλόδοξων σπουδαστών μιας καλλιτεχνικής σχολής καταπιάστηκε στο «Art School Confidential», ενώ στο «Wilson», σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όπως και στην «Υπομονή», που υπαινίσσεται αυτοσαρκασμό και μια πιθανότητα παρουσίας αυτοβιογραφικών στοιχείων, η προσωπική αποξένωση και η σταδιακή απομάκρυνση από κάθε κοινωνικό ενδιαφέρον βρέθηκαν και πάλι στη σκιά ενός μεγάλου αλλά οριστικά χαμένου έρωτα. Το παραληρηματικό «Σαν Σιδερένιο Ομοίωμα Γαντιου από Βελούδο» κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Inkpress Στην «Υπομονή», όλα επιστρέφουν, με πρώτο και καλύτερο τον έρωτα που διακόπτεται βιαίως. Για να αρχίσει ένας αγώνας επανόρθωσης μαζί με έναν αγώνα εκδίκησης. Μπορεί όμως να γυρίσει ο χρόνος πίσω; Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική, αλλά αυτό δεν πτοεί τον Τζακ που θα ψάξει κάθε τρόπο για να γυρίσει αυτός πίσω στον χρόνο. Και θα τα καταφέρει! Δίνοντας την αφορμή στον Clowes να θέσει όλα τα γνωστά οντολογικού και υπαρξιακού τύπου ερωτήματα που σχετίζονται με τη φύση του χρόνου, τη φύση του εαυτού στο πέρασμα του χρόνου κ.λπ. «Αν γύρναγες πίσω στον χρόνο θα σκότωνες τον Χίτλερ;», «Θα μπορούσες να σκοτώσεις τον παππού σου;», «Θα συναντούσες τον εαυτό σου σε νεότερη ηλικία;». Κι αν ταξίδευες στο μέλλον «θα είχες δικαίωμα να μεταφέρεις και να χρησιμοποιήσεις στο παρελθόν τις πληροφορίες που θα μάθεις;». Τέτοια ερωτήματα ανακύπτουν από την εμμονική ανάγκη του Τζακ να ξαναδεί την Υπομονή. Τα ξεπερνά όλα για να τα καταφέρει. Εστω κι αν λίγο-πολύ όλοι γνωρίζουμε ότι αυτά δεν συμβαίνουν στην πραγματικότητα. «Ο κόσμος είχε τρελαθεί. Οχι εγώ», μονολογεί η Υπομονή, γιατί αυτό είναι που έχει σημασία. Και τότε συνειδητοποιεί ο αναγνώστης πως όλα αυτά είναι προφάσεις, περιτύλιγμα, ασήμαντα γεγονότα. Πάνω απ’ όλα βρίσκεται ο έρωτας, ο ένας και μοναδικός, ο ανεπανάληπτος που τα υπερβαίνει όλα. Λογική και νόμους της φύσης. Οπως αναφέρει και ο υπότιτλος του βιβλίου, πρόκειται «για ένα συμπαντικό χωροχρονικό ταξίδι θανάτου στο αρχέγονο άπειρο της παντοτινής αγάπης». Η τελευταία λέξη είναι η κινητήριος δύναμη αυτού του ταξιδιού στο πριν και στο μετά. Και η αφορμή για ένα ανεπανάληπτο βιβλίο που είναι το αποκορύφωμα της καριέρας του Clowes. Μέχρι να δημιουργήσει το επόμενο. Πηγή
  4. Ο Daniel Clowes σχεδιάζει τα πιο γοητευτικά κόμικς της ζωής του στην «Υπομονή» Το καινούργιο του εικονογραφημένο μυθιστόρημα διηγείται μια βαθιά συγκινητική ιστορία Το νέο graphic novel του Daniel Clowes δικαιώνει τη διαχρονική κομίστικη αίγλη του. Είκοσι κάτι χρόνια μετά το «Ghost World» και μια ολόκληρη εποχή έπειτα από το «Eightball» και τα στριπάκια της Fantagraphics, ο δημιουργός των «David Boring», «Like A Velvet Glove Cast In Iron», «Lloyd Llewellyn» και των τόσων άλλων λαμπρών δειγμάτων της φόρμας της ένατης τέχνης στην υπέρτατη εκδοχή της, αποδεικνύει γιατί παραμένει όχι μονάχα μια ξεχωριστή φωνή στην κουλτούρα του κόμικ, αλλά και στο σύνολο της σύγχρονης λογοτεχνίας. Η προμετωπίδα του τελευταίου του έργου, «ένα συμπαντικό χωροχρονικό ταξίδι θανάτου στο αρχέγονο άπειρο της παντοτινής αγάπης» δίνει το κλίμα μιας ιστορίας που διαβάζεται ταυτόχρονα σαν τεχνο-θρίλερ, ερωτική μπαλάντα και υπαρξιακή περιπλάνηση στις ομιχλώδεις λεωφόρους των what-ifs. «Να με λοιπόν εδώ, μια ολόκληρη ζωή μακριά από τον αγαπημένο μου άγγελο και το κτήνος που τη σκότωσε», δηλώνει ο Τζακ Μπάρλοου, ενόσω ταξιδεύει στους λαβύρινθους του χρόνου επιδιώκοντας να δώσει διαφορετικούς τίτλους τέλους στο πικρό του φλερτ με την ευτυχία. Τζακ και Υπομονή, αυτός δεν θέλει παρά να γίνει ένας καλός μπαμπάς και σωστός σύζυγος, αυτή αναλογίζεται το παρελθόν της σαν φρικτό ριάλιτι. Όταν η Υπομονή βρίσκεται δολοφονημένη στο διαμέρισμά τους, ο Τζακ αποφασίζει να εντοπίσει το κτήνος που κυκλοφορεί ελεύθερο και ταξιδεύει στο Γουάιτ Όουκ, όπου εκείνη μεγάλωσε, προκειμένου να ξετυλίξει το νήμα που τον χωρίζει από την αιτία του θανάτου της. Επιπλέον, καταστρώνει ένα σχέδιο σύμφωνα με το οποίο θα κατορθώσει να ανατρέψει τη ροή των γεγονότων, έστω και αν αναρωτιέται: «Τι υποτίθεται ότι κάνω ακριβώς; Θέλω πράγματι να σώσω εκείνο το μωρό και να επιστρέψω στην παλιά μου ζωή ή έχω γίνει ένα αιμοδιψές πλάσμα που διεκδικεί τον χαμένο ανδρισμό του; Το μόνο που ξέρω είναι ότι, αν δεν είχα αυτή την ανίερη δύναμη να με ωθεί, το θλιβερό σαρκίο μου θα είχε καταρρεύσει σ’ ένα σωρό από συντρίμμια». Το δράμα εκτυλίσσεται σε τέσσερις πράξεις: 2012, 2029, 2006, 1985. Σε κάθε κεφάλαιο, ο Τζακ, κάτοχος πλέον μιας συσκευής η οποία του επιτρέπει να ταξιδεύει στον χρόνο, γίνεται γνώστης μιας νέας αλήθειας γύρω από το παρελθόν της Υπομονής, ένα παρελθόν με κοινό θλιβερό παρονομαστή τη φτώχεια, την κακοποίηση, την εκμετάλλευση. Σύμφωνα με την εμμονική αποστολή του, o δρόμος για την εξιλέωση ακολουθεί σαφείς συντεταγμένες: «Αφού πήρα τον έλεγχο της συσκευής και αυτό που ο Μπέρνι αποκαλούσε “χυμό”, κάθισα να σιγουρευτώ ότι όλα ήταν ξεκάθαρα στο μυαλό μου. Αποφάσισα ότι θα χρειαζόταν ένα μόνο ταξίδι, ένας μόνο στόχος, κι αυτός θα ήταν να εξασφαλίσω τη γέννηση του μωρού μου. Αν συνέβαινε αυτό, τα πάντα θα ήταν εντάξει». Η διαδρομή του ωστόσο θα είναι γεμάτη εκπλήξεις και η «Υπομονή» είναι μια από αυτές τις ιστορίες που ξέρεις ότι δεν πρόκειται να έχουν χάπι εντ. Tο graphic novel του Daniel Clowes, το οποίο πέρασε 19 εβδομάδες στη λίστα των μπεστ σέλερ των New York Times, ενώ ήδη ετοιμάζεται η μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη, κατακτά δίκαια μια θέση στα πάνω ράφια των κομιξάδικων. Στις σελίδες του σκιτσάρεται με πλούσια χρώματα το καρδιογράφημα της αγάπης, όσο και τα δεινά της ψυχής που υποφέρει από θλίψη, οργή, ενοχή, μετάνοια. Είναι μια οικουμενική αφήγηση που στηρίζεται στην επιθυμία του καθενός μας να δώσει διαφορετική κατεύθυνση στο παρελθόν του και στα γεγονότα που αναμασώνται με την οδύνη της εκ των υστέρων γνώσης. Όπως το διατυπώνει ο ήρωάς του, «δεν μου λες φίλε, αν μπορούσες να πας πίσω στον χρόνο και να σκοτώσεις τη μάνα του Χίτλερ, θα το έκανες, έτσι;». Η τέχνη του Daniel Clowes φτάνει στην κορύφωσή της και στην «Υπομονή» μετατρέπει τη μελαγχολία του σε δύναμη. Daniel Clowes, «Υπομονή», 184 σελίδες, εκδόσεις Οξύ, μετάφραση Δημήτρης Πολιτάκης Πηγή
  5. Τα εικονογραφημένα βιβλία του Ντάνιελ Κλόουζ είναι από εκείνα που έκαναν ακόμη και τους πιο δύσκολους κριτικούς λογοτεχνίας να παραδεχτούν ότι τα graphic novels δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από την παραδοσιακή λογοτεχνία –αυτή που χτίζει εικόνες μόνο με τις λέξεις- και πλέον αρκετά από αυτά, θεωρούνται κλασσικά. Τρία από αυτά, το «Ghost World», το «Art School Confidential» και πιο πρόσφατα το «Wilson» έχουν γίνει ταινίες και από την πρώτη στιγμή που διαβάσαμε την «Υπομονή», ξέραμε ότι αργά ή γρήγορα θα έβρισκε τον δρόμο του για το σινεμά. Το βιβλίο αφηγείται την ιστορία ενός άντρα που πέφτει σε ένα βαθύ πηγάδι οργής, θλίψης κι ενοχής μετά την δολοφονία της γυναίκας του, ένα σκοτεινό τούνελ που τον κρατά έγκλειστό του για δέκα χρόνια. Μέχρι την στιγμή που ανακαλύπτει την ύπαρξη μιας μηχανής που ταξιδεύει στον χρόνο κι αποφασίζει να επιστρέψει στο παρελθόν για να αποτρέψει τον θάνατο της. Βραβευμένη με τα σημαντικότερα λογοτεχνικά βραβεία, έχοντας περάσει πολλές εβδομάδες στην λίστα με τα best seller των New York Times, η «Υπομονή», έχει ήδη ξεκινήσει την διαδρομή της προς την μεγάλη οθόνη αφού η Focus Features έχει αγοράσει τα κινηματογραφικά δικαιώματα. Ο ίδιος ο Κλόουζ πρόκειται να γράψει το σενάριο της κινηματογραφικής διασκευής του βιβλίου του, έχει άλλωστε γράψει και το σενάριο του «Wilson» και είχε κερδίσει μια υποψηφιότητα για Οσκαρ για το σενάριο του «Ghost World». Πριν την μεταφορά της στο σινεμά όμως, οφείλετε να διαβάσετε το βιβλίο το οποίο κυκλοφορεί πλέον και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οξύ σε μετάφραση του Δημήτρη Πολιτάκη. Πηγή
  6. Καρό πουκάμισα, MTV και μίσος: η Generation X μέσα από τα κόμικ της Σε κάθε γενιά αποδίδεται ένας τίτλος, μια κυρίαρχη ιδιότητα και κάποια γενικά χαρακτηριστικά. Η απόδοση αυτή, βέβαια, γίνεται από τη γενιά που προηγείται. Αυτό έχει ως λογικό επακόλουθο σε κάθε γενιά να αποτυπώνονται χαρακτηριστικά που η προηγούμενη θεωρεί προβληματικά, “αυτό που πήγε λάθος”. Στην πραγματικότητα, κάθε γενιά ακολουθεί εσωτερικούς κύκλους που πάνω-κάτω περιγράφονται από το τρίπτυχο δυσφορία στο υπάρχον πλαίσιο – αντίδραση – συμβιβασμός. Οι baby boomers είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα: έζησαν την παιδική τους ηλικία στο συντηρητικό πλαίσιο μετά το Β’Παγκόσμιο, συνδέθηκαν με τα νέα μειονοτικά, νεολαϊίστικα και έμφυλα κινήματα και τους χίπηδες στα 60’s, κατέληξαν να επιβάλλουν και να στελεχώνουν τον νέας κοπής συντηρητισμό στα 70’s-80’s. Επιπλέον, συνήθως μια γενιά υπεύθυνη για μεγάλες κοινωνικές αλλαγές ακολουθείται από μια γενιά σχετικής σιωπής και υποχώρησης. Προφανώς η αφαίρεση είναι μεγάλη, αλλά μάλλον εξίσου μεγάλη με αυτή του ίδιου του χωρισμού σε γενιές. Είναι πάντως γεγονός ότι το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζει κανείς τα κρίσιμα χρόνια της μετεφηβείας και της νεότητας τείνει να αφήνει χνάρι και επομένως πράγματι οι γενιές τείνουν να παρουσιάζουν σχετικά ενιαία χαρακτηριστικά. Η Generation X, η γενιά που γεννήθηκε περίπου μεταξύ των πρώιμων 60’s και των πρώιμων 80’s, ακολούθησε τους baby boomers και προηγήθηκε των millenials (ή και Generation Y), είχε και έχει κάποια αρκετά αναγνωρίσιμα στοιχεία. Μεγαλώνοντας στην εποχή της κατάρρευσης των ιδανικών της ειρήνης, της ισότητας και της ελευθερίας που προασπίζονταν τα 60’s και όντας νέοι κατά την περίοδο του “τέλους της ιστορίας” στα τέλη των 80’s και στα 90’s, η Generation X μάλλον χαρακτηρίστηκε κυρίαρχα από τον κυνισμό της. Η αποστροφή της για την προηγούμενη γενιά ήταν ασυνήθιστα μεγάλη (και αμοιβαία), η απελπισία της μεταφράστηκε ως αντίδραση σε ένα γενικό “ποιός νοιάζεται” και έναν ιδιότυπο ηδονισμό που, χωρίς να είναι προκλητικά εμφανής, ήταν ιδιαίτερα εξατομικευμένος και αγοραίος. Όλοι αναζητούσαν τη διαφοροποίηση: εναλλακτικά ρεύματα τέχνης έγιναν mainstream εν μία νυκτί, σωματικά πρότυπα και πρότυπα μόδας άλλαξαν άρδην από τον εντυπωσιασμό των 80’s στο ατημέλητο και επιτηδευμένα ανεπιτήδευτο, η επάνοδος της χρήσης σκληρών ναρκωτικών έγινε σχεδόν ταυτοτικό στοιχείο. Αποκαλέστηκε “γενιά του MTV”, “γενιά τεμπέληδων”, “αποκομμένοι” και, όσο κι αν αυτό το κλίμα αναστράφηκε μετά τα μέσα των 90’s, τους ακολουθεί μέχρι και σήμερα. Και ασφαλώς, όπως και κάθε άλλη γενιά, βρήκε διέξοδο και έκφραση στις τέχνες. Η μαζική κουλτούρα της εποχής τους είδε στοιχεία από υποκουλτούρες όπως τη grunge και γενικότερα alternative μουσική σκηνή, τη rave σκηνή, την αναβίωση του goth, την ανάπτυξη του indie κινηματογράφου και την αναβίωση των midnight movies να απευθύνονται και να εκφράζουν πολύ περισσότερο απ’το αναμενόμενο: alternative was the new mainstream. Στο πεδίο των κόμικ, λόγω και της φύσης του μέσου (εικόνα, αφήγηση, σειριακή ανάπτυξη), τα χαρακτηριστικά αυτής της γενιάς αποτυπώθηκαν αρκετά καθαρά. Οι mainstream υπερηρωϊκές σειρές ακολούθησαν πολύ σκοτεινότερα και ρεαλιστικότερα μονοπάτια, υπήρξε πλήρης επαναπροσδιορισμός διάφορων τίτλων, το ενήλικο κόμικ γνώρισε ίσως τη μεγαλύτερη άνθισή του. Κυρίως, η φυσική συνέχεια των underground comix των 70’s, τα alternative comics, έφτασαν στη μέγιστη δημοφιλία τους. Τα περισσότερα εμφανίστηκαν σε περιοδικά με πολλούς δημιουργούς ή πολλές ιστορίες όπως τοWeirdo, το Neat Stuff, το Eightball και το 2000AD, αλλά η αύξηση του ενδιαφέροντος οδήγησε πολλούς τίτλους να εκδοθούν και αυτόνομα. Εμπλουτισμένα σχεδόν πάντα με αυτοβιογραφικά στοιχεία και πλήρως ενσωματωμένα στο κοινωνικό περιβάλλον τους, απεικόνισαν εντελώς ξεδιάντροπα, έστω και με χιουμοριστική ή και σουρεαλιστική διάθεση, τη γενιά που τα δημιούργησε και τα διάβασε. Η παράθεση κάποιων εκ των τίτλων αυτού του ρεύματος μπορεί να δώσει μια αρκετά καλή εικόνα της. Hate Αν υπάρχει ένα κόμικ που να αποτυπώνει τη Generation X στο μέγιστο δυνατό βαθμό, αυτό είναι το Hate του Peter Bagge. Πρωταγωνιστής του είναι ο Buddy Bradley, ο οποίος πρωτοέκανε την εμφάνισή του στο κόμικ The Bradleys του περιοδικού Neat Stuff ως γιός μιας δυσλειτουργικής μικροαστικής οικογένειας τουNew Jersey. Τοποθετούμενο στη μισή του διάρκεια στο Seattle κι έπειτα εκ νέου στο New Jersey, ακολουθεί τον Buddy στην πορεία ζωής του ως νέος χωρίς στόχους και προοπτικές, κακοπληρωμένες δουλειές χωρίς μέλλον και προβληματικές κοινωνικές σχέσεις με τους γύρω του και καταλήγει σε μια σχετική ασφάλεια μικρών επιχειρηματικών προσπαθειών, οικογενειακής ζωής και λυσίματος δεσμών με όσα πρόσωπα του κοινωνικού του περίγυρου θεωρούσε πως τον κρατούν πίσω (δηλαδή σχεδόν όλα). Το κόμικ είχε τεράστια επιτυχία κυρίως επειδή κατάφερε να δημιουργήσει πειστικούς χαρακτήρες: ο μισάνθρωπος κάτι-σαν-χίπστερ Buddy ενσωμάτωνε πλήρως το στερεότυπο του νέου άντρα της εποχής, ο φίλος του Stinky ήταν πρότυπο παρωδίας των subcultures των 90’s (καθώς τις ακολουθούσε κυρίαρχα για τη βελτίωση της σεξουαλικής του ζωής), η διπολική Lisa, με την οποία ο Buddy είχε μια on-and-off σχέση σε όλη τη διάρκεια της σειράς μέχρι τελικά να την παντρευτεί, αποτυπώνει τη νευρωτική πλευρά της νεολαίας της περιόδου, ο Jay, παλιός φίλος και συνεργάτης του Buddy στην επιχείρηση συλλεκτικών ειδών που άνοιξε ήταν εκείνος ο έξυπνος και ψαγμένος φίλος αλλά βαθιά προβληματικός και αμετροεπής χρήστης ουσιών που όλοι είχαν κάποια στιγμή στη ζωή τους κτλ. Η περίοδος που ο Buddy ήταν στοSeattle συνέπεσε επίσης χρονικά με την άνοδο της grunge σκηνής, κάτι που έκανε το Hateεξαιρετικά δημοφιλές σε όσους την παρακολουθούσαν, παρόλο που την παρωδούσε ανελέητα (κάποια στιγμή ο Buddy έγινε μάνατζερ μιας μπάντας όλα τα μέλη της οποίας λέγονταν… Kurt). Τέλος, η εξέλιξή του ως χαρακτήρας, από νέος χωρίς ελπίδα σε σχετικά επιτυχημένος μικροεπιχειρηματίας, αντανακλά την πραγματική πορεία της ίδιας της Gen X, η οποία στις ύστερες μέρες της θεωρείται πως βρήκε την “ευτυχία” στο συμβιβασμό, την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία. Bonus WTF: Για εντελώς ακατανόητους λόγους, το 2006 στην Ελλάδα το Mo’ Mad, καρτοκινητή σύμπραξη του καναλιού Mad και της TIM (σήμερα Wind), προσέλαβε τον Peter Bagge να φτιάξει τη διαφήμισή του χρησιμοποιώντας τελείως εκτός context τους Buddy και Lisa. (δεν κάνουμε πλάκα…) Ghost World Το διάσημο πλέον κόμικ του Daniel Clowes είναι από τα πιο δυσκολοχώνευτα έργα του είδους. Σκοτεινό, κυνικό και ψυχοπλακωτικό, το Ghost World είναι μια σκληρά ρεαλιστική προσέγγιση της νεολαίας των πρώιμων 90’s και της φιλίας, της μετεφηβείας και του περάσματος στην ενηλικίωση γενικότερα. Οι κεντρικές ηρωΐδες του, Enid και Rebecca, έχουν μόλις αποφοιτήσει από το σχολείο και περνάνε τις μέρες τους άσκοπα περιφερόμενες στην πόλη που ζουν, κριτικάροντας σαρκαστικά όποιον συναντούν, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά τους για την ποπ κουλτούρα της περιόδου, κάνοντας άκαρδες φάρσες και συζητώντας με μηδενιστική διάθεση το παρόν και το μέλλον τους. Συχνότερο θύμα τους ο Josh, καλοκάγαθος φίλος τους με τον οποίο σταδιακά συγκροτούν ένα ιδιαίτερο ερωτικό τρίγωνο. Σε αντίθεση με το Hate, του οποίου το χιούμορ βοηθάει την κυνικότητά του να αφήσει θετική επίγευση στον αναγνώστη, το Ghost World αφήνει μόνιμα την αίσθηση της απόγνωσης, παρόλο που δεν είναι γραμμένο με δραματικό τόνο. Τα δύο κορίτσια δένονται στη μετεφηβική αντίδρασή τους, συγκροτούν μια βαθιά φιλία στην βάση των κοινών αποστροφών τους και το συναίσθημα ανωτερότητας που είναι μάστιγα αυτής της ηλικίας, μεγαλώνουν και αντιμετωπίζουν πραγματικά ερωτήματα της ζωής και τελικά η σχέση τους ψυχραίνει και απομακρύνονται, όπως συμβαίνει συνήθως όταν μεγαλώνει κανείς. Ακριβώς ο ρεαλισμός του είναι που το καθιστά τόσο “βαρύ”: δύσκολα δε θα αναγνωρίσει κανείς στοιχεία του εαυτού του μέσα του. Πρόκειται άλλωστε ένα κόμικ που ιδιοποιείται όλα τα κακά στερεότυπα για τη Gen X και τα φτύνει περήφανα πίσω με μετεφηβική αυθάδεια. Το σύνολο υποβοηθείται από το εξαιρετικό όσο και λιτό σχέδιο, τις απαλές αποχρώσεις του μπλε και του πράσινου με τις οποίες έχει χρωματιστεί και τις λέξεις “Ghost World” γραμμένες σε διάφορα σημεία της πόλης. Όλα μαζί δίνουν την αίσθηση στον αναγνώστη πως παρακολουθεί ένα χωροχρονικό κενό που έχει ρουφήξει τις ζωές των ανθρώπων μιας συνηθισμένης πόλης, μια διαρκή ρουτινιάρικη επανάληψη που το τέλος της είναι ακόμα σκληρότερο επειδή είναι εντελώς αναμενόμενο. Η επιτυχία του οδήγησε στην εξίσου καλοφτιαγμένη κινηματογραφική μεταφορά του από τον Terry Zwigoff και πρωταγωνιστές την Thora Birch, τη Scarlett Johansson (Her,Jungle Book) και το Steve Buscemi(Boardwalk Empire, The Big Lebowski) Johnny the Homicidal Maniac O Johnen Vasquez είναι γνωστός για την επιτυχημένη σειρά κινουμένων σχεδίων του, το Invader Zim. Η σειρά, όμως, που τον εισήγαγε στο κοινό δεν έχει καμία σχέση με το κατά βάση παιδικής απεύθυνσης καρτούν. Το Johnny the Homicidal Maniac είναι μια ισόποσα ξεκαρδιστική και σκοτεινή σειρά κόμικ για έναν μανιακό δολοφόνο, τον Johnny C. Για λόγους που ποτέ δε γίνονται ιδιαίτερα σαφείς, ο Johnny (Nny για συντομία) σκοτώνει και βασανίζει αδιάκριτα κόσμο χωρίς να κρύβεται αλλά και μυστηριωδώς χωρίς να έχει καμία συνέπεια από τις αρχές. Άλλες φορές φαίνεται να είναι λόγω του bullying που δεχόταν και δέχεται για το goth ντύσιμο και τη λεπτή σιλουέτα του, άλλες φορές λόγω της σχιζοειδούς παράνοιάς του. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι πίσω από ένα τοίχο του σπιτιού του κρύβεται μια λαβκραφτιανή εξωκοσμική οντότητα που διψάει διαρκώς για αίμα και αναγκάζεται να σκοτώνει για να την κρατήσει μακριά. Το μίσος του για όλη την ανθρωπότητα τείνει συχνά να εξιδεικεύεται στα πραγματικά κατακάθια της και όντως έχει κάποιο περιορισμένο κώδικα τιμής. Κατά τ’άλλα, η παράνοιά του τον οδηγεί στο να του είναι αδύνατον να συνάψει οποιαδήποτε πραγματική κοινωνική σχέση. Μόνη εξαίρεση το παιδάκι στο διπλανό σπίτι, που οι γονείς του τον μισούν γιατί δεν ήθελαν ποτέ να τον αποκτήσουν και το οποίο βαφτίζει Squee και του φέρεται σαν μικρό αδερφάκι του, προκαλώντας του στην πορεία σοβαρά ψυχικά τραύματα. Η μοναδική άλλη περίπτωση που παραλίγο να δεθεί με άνθρωπο ήταν με μια κοπέλα, τη Devi, την οποία θέλησε να σκοτώσει στο τέλος του ραντεβού τους για να “διατηρηθεί η στιγμή” αλλά κατόρθωσε να του ξεφύγει (ο Squee και η Devi αργότερα πρωταγωνίστησαν στους τιτλους Squee και I Feel Sick, με το δεύτερο ειδικά να διευρύνει κατά πολύ τα όρια του σύμπαντος του JtHM). Το background του κομικ αποτελείται από μια υπερβολική εκδοχή του αμερικάνικου καταναλωτικού προτύπου: ένα αστικό περιβάλλον γεμάτο μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων, βρώμα, ταμπέλες neon και σκοτεινά δρομάκια με κακοζωγραφισμένα graffiti και συμμορίες. Αυτή η εικόνα παρακμής παίζει σημαντικό ρόλο. Παρόλη τη φρίκη των εγκλημάτων του Nny, το όλο στήσιμο του κόμικ αποπνέει έναν αέρα σήψης όλου του ανθρώπινου είδους που αφέθηκε να φτάσει σε αυτό το σημείο και κανείς δεν είναι πραγματικά αθώος σε αυτό το πλαίσιο. Είναι αδύνατο επίσης να πει κανείς με βεβαιότητα αν όλα τα μεταφυσικά φαινόμενα γύρω από τη δράση του Nny ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή αν είναι αποτέλεσμα της ψυχασθένειάς του. Είναι όμως βέβαιο πως η τελευταία είναι αποτέλεσμα του κοινωνικού του περίγυρου και η δολοφονική μανία του αντίδραση σε αυτό, χωρίς να επιχειρείται να δικαιολογηθεί. Το δυνατό σημείο του κόμικ είναι επακριβώς ότι είναι μεταφορά για τον πραγματικό αποκλεισμό της διαφορετικότητας και την ώθηση στην ψυχασθένεια, στην οποία οδηγεί η κυριαρχία του άκρατου καπιταλισμού και της ηδονιστικής κατανάλωσης που ήταν η πραγματικότητα της εποχής του και είχε αρχίσει να γίνεται αβάσταχτα συνειδητή. Προσθέτοντας σε αυτά το ασύμμετρο στυλ σχεδιασμού, την ασυνέχεια της εξιστόρησης, το βιτριολικό χιούμορ και τα παραληρήματα γραμμένα στα χωρίσματα των καρέ, έχουμε ένα σύνολο που μπορεί ταυτόχρονα να είναι κοινωνικό σχόλιο και slapstick σπλατεριά. Κατ’αντιστοιχία με το Hate και τη grunge σκηνή, λειτούργησε επίσης ως σημείο αναφοράς για τηgoth υποκουλτούρα που άνθισε την ίδια περίοδο. Zenith Αν και τρόπον τινά υπερηρωϊκό κόμικ, το Zenith του Grant Morisson αποτελεί και μια πραγματική σπουδή στο χάσμα μεταξύ των baby boomers και της Gen X. Ξεκινώντας από εμφανής φόρος τιμής στο Watchmen του Alan Moore αλλά εξελισσόμενο στην πορεία σε σημαντικά αναγνωρίσιμο κομμάτι της βρετανικής σκηνής κόμικ, το Zenith είναι η ιστορία του ομώνυμου πιτσιρικά superhuman. Τοποθετείται σε ένα σύμπαν όπου οι άνθρωποι με υπερδυνάμεις ήταν το αποτέλεσμα πειραματισμού στο ανθρώπινο γονιδίωμα κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, με μια διαδικασία αντίστοιχη με αυτή της δημιουργίας του Captain America. Οι superhumans της γενιάς των baby boomers συγκρότησαν αρχικά μια κυβερνητική οργάνωση πάταξης εγκλήματος, αρνήθηκαν στη δεκαετία του ‘60 να συμμετάσχουν στον πόλεμο του Βιετνάμ και εξαφανίστηκαν σταδιακά από το προσκήνιο, σε σημείο όπου ο μόνος αναγνωρίσιμος superhuman να είναι ο Zenith. Ο τελευταίος ήταν ο πρώτος γόνος δύο superhuman και επομένως ο πρώτος που γεννήθηκε με υπερδυνάμεις αντί να τις αποκτήσει τεχνητά. Ο Zenith απέχει πολύ από το να ναι υπερήρωας. Είναι pop τραγουδιστής, αδιάφορος για κάθε κοινωνικό συμβάν, εγωϊστής και κακομαθημένος. Σταδιακά, η επανεμφάνιση των baby boomer υπερηρωών τον παρασύρει σε μια διαρκή μάχη απέναντι σε εξωκοσμικές οντότητες ονόματι Lloigor, που είναι αναγκασμένες να χρησιμοποιούν σώματα superhuman για να ενεργήσουν στη δική μας διάσταση. Η αντιπαραβολή των δύο γενεών είναι διαρκώς εμφανής. Παρόλο που η γενιά των baby boomersπαρουσιάζεται να έχει πουλήσει εντελώς όλα τα ιδανικά που πρέσβευε στη νεότητά της (μέλος τους πρώην χίπης ξεκινά ως σύμβουλος της Θάτσερ και καταλήγει πρωθυπουργός), δείχνει ωστόσο να ενεργεί βάσει ιδεολογιών, ηθικών κανόνων και σκοπών. Ο Zenith μπλέκεται διαρκώς άθελά του σε πολιτικά και προσωπικά κίνητρα άλλων, αρνούμενος σθεναρά να πάρει ο ίδιος θέση, ενεργώντας αποκλειστικά προς ίδιον όφελος και κοντόφθαλμα, ακόμα κι όταν είναι εμφανές ότι μπορεί η επιβίωση όλου του σύμπαντος να εξαρτάται από αυτόν. Κι όμως, παρόλο που ο Zenith ενσαρκώνει εμφανώς τα προβληματικά στοιχεία της γενιάς του, η ματιά του Grant Morisson δεν είναι υποτιμητική προς αυτόν. Η Gen X πράγματι βρέθηκε να αποτελεί πιόνι ήδη διαμορφωμένων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, αναγκασμένη να πάρει μια πορεία πρακτικά προδιαγεγραμμένη και η αδιαφορία της ήταν κυρίως σπασμωδική αντίδραση στην παντοδυναμία της απουσίας εναλλακτικής της περιόδου. Ο Μοrisson, όσο κι αν κριτικάρει αυτή την παραίτηση, τη χρησιμοποιεί πρώτιστα και αυτήν ως μέσο κριτικής σε ό,τι προϋπήρξε, με την αποστροφή του για τους Tories να είναι και απόλυτα ρητή σε αυτό το έργο. Αυτό, άλλωστε, ήταν και το κόμικ που τον πρωτοέκανε γνωστό και αποτέλεσε και βάση για τις ιδέες που ανέπτυξε έπειτα στο πέρασμά του από τη DC/Vertigo και ιδιαίτερα στο Invisibles. Τιμητικές αναφορές Μια περίοδος τόσο μεγάλης έκρηξης δημιουργικότητας έχει προφανώς πολύ ψωμί αναφοράς και σύγκρισης με την πραγματικότητα που αντανακλούσε. Πέραν των προαναφερθέντων, σίγουρα οφείλει να γίνει μνεία στο του Frank Miller, η neonoir αισθητική του οποίου ήταν μέρος μιας γενικής αναβίωσης του genre κατά την περίοδο – αν και πάντα μπορεί να ειπωθεί ότι τα έργα του Frank Miller πιο πολλά λένε για τον… Frank Miller παρά για οτιδήποτε άλλο. Σε εντελώς διαφορετικό ύφος, το Milk & Cheese του Evan Dorkin, ένα εντελώς σουρεαλιστικό κόμικ για ένα κουτάκι γάλα κι ένα κομμάτι τυρί που πίνουν τζιν, δέρνουν την αστυνομία και τα βάζουν με την pop culture της εποχής τους αντανακλά την πιο punk διάθεση της Gen X. Το Dirty Plotte τηςJulie Doucet και το Naughty Bits της Roberta Gregory ήταν η φεμινιστική πλευρά των κόμικ της εποχής. Αμφότερα ημιαυτοβιογραφικά, αλλά ειδικότερα το πρώτο ήταν μια μοναδική ματιά στο μυαλό μιας γυναίκας καλλιτέχνιδος καθότι ήταν παράθεση κυρίως των ονείρων της δημιουργού, γεμάτη από φαλλικά σύμβολα, χρήσης του σεξ ως εξουσίας και αίσθησης περιορισμού της γυναικείας δημιουργικότητας. Ο μόνος λόγος που δεν πήρε ξεχωριστή θέση στα παραπάνω είναι ότι πραγματικά είναι υπεράνω περιγραφής. Όσο για τα κόμικ της Vertigo, χρήζουν ειδικής ανάλυσης και παρουσίασης για την οποία και επιφυλασσόμαστε. Πηγή
  7. Ουπς! Πως μας ξεφυγε αυτο? Το graphic novel του Daniel Clowes ''Wilson'' (κυκλοφορησε το 2010 απο την 'Drawn and Quarterly') μεταφερεται στη μεγαλη οθονη, με τον Woody Harrelson να αναλαμβανει τον πρωταγωνιστικο ρολο. Μαζι του η Laura Dern. Σκηνοθετης ο Craig Johnson και στο σεναριο ο Daniel Clowes. Στους παραγωγους φιγουραρει και το ονομα του Alexander Payne. Ημερομηνια εξοδου ----> 3 Μαρτιου 2017 πηγή [imdb=tt1781058]
  8. Άλλο ένα graphic novel του Daniel Clowes μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη. Ο λόγος για το ''Patience'', τα κινηματογραφικά δικαιώματα του οποίου απέκτησε η Focus Features. Ο Clowes έχει αναλάβει να γράψει το σενάριο. Το έργο του Clowes δέχτηκε πολύ καλές κριτικές και παρέμεινε για 19 εβδομάδες στη λίστα με τα best sellers των New York Times.. Στο Patience ένας άντρας, ο Jack, βλέπει τη γυναίκα του Patience να δολοφονείται και γεμίζει θυμό, θλίψη αλλά και ενοχές. Μετά απο 10 χρόνια ανακαλύπτει μια χρονομηχανή που του επιτρέπει να διορθώσει το παρελθόν και ''βουτά'' σε ένα ψυχεδελικό ταξίδι στο παρελθόν της Patience και στα γεγονότα που την καθόρισαν στη γυναίκα που γνώριζε και αγαπούσε. παρουσίαση του κομικ εδω πηγη Κάπου σε μια γωνιά ο Kwtsos χορεύει από τη χαρά του!
  9. Green Eyeliner σχέδιο - σενάριο: Daniel Clowes Βαβέλ τ.214 (Ιούνιος 2003) Άλλα κόμικς του Clowes στα ελληνικά: Σαν Σιδερένιο Ομοίωμα Γαντιού από Βελούδο Καλή ανάγνωση
  10. O Daniel Clowes είναι ο Louie των κόμικς Μιλώντας για τις ιστορίες, το χιούμορ και τα φετίχ του σημαντικότερου ανεξάρτητου δημιουργού των αμερικάνικων κόμικς. Από τις πιο απλές και όμορφες ιστορίες του (αν και εντελώς πολλή ομορφιά πουθενά στον Clowes δεν υπάρχει) σαν το 'Mr Wonderful', μέχρι τις αρρωστημένα καλές όπως το 'Like a Velvet Glove Cast in Iron', o Daniel Clowes χειρίζεται μοναδικά την αλήθεια, την μιζέρια και τη γλώσσα στα κόμικς του. Οι χαρακτήρες του μιλάνε πιο πραγματικά από ό,τι συχνά συναντάμε στο είδος, εξ ου και είναι και πολύ πυκνογραμμένος ο λόγος του, μα τόσο ωραία δοσμένος που ποτέ δεν γίνεται περιττός ή βαρετός. Είναι ίσως ο πιο mainstream underground κομίστας, σε μια συνέντευξη όμως που τον αποκάλεσαν «διάσημο» είπε πως αυτό ισοδυναμεί με το να πεις για κάποιον ότι είναι διάσημος παίκτης του μπάτμιντον. Ο Daniel Clowes γεννήθηκε το 1961 στο Σικάγο. Όταν ήταν 24 ετών δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά δουλειά του στο Cracked Magazine. Ένα χρόνο αργότερα ξεκίνησε το δικό του κόμικ με τίτλο 'Lloyd Llewellyn' από τις εκδόσεις Fantagraphics, το οποίο κράτησε εφτά τεύχη. Ο Lloyd είναι ένας ντέτεκτιβ σε ένα κλασικό νουάρ '50s σκηνικό. Η σειρά του δεν πήγε εν τέλει τόσο καλά και ακυρώθηκε, ο ίδιος όμως χάρηκε γιατί όπως έχει πει δεν ήθελε να αναλωθεί σε έναν μόνο χαρακτήρα. Το 1989 δημιούργησε τη σειρά κόμικ 'Eightball', ίσως το πιο σημαντικό alternative αμερικάνικο κόμικ του 20ου αιώνα. Το 'Eightball' εκδόθηκε συνολικά σε 23 τεύχη και έως το 2004, πήρε πολλά βραβεία και έκανε τον Clowes γνωστό στο κοινό. Μέσα στο 'Eightball' εμφανίστηκαν σε συνέχειες οι σημαντικότερες ιστορίες του, το 'Like a Velvet Glove Cast in Iron', το 'Pussey!', το 'Ghost World' και το 'David Boring', τα οποία μάλιστα εκδόθηκαν αργότερα το καθένα ξεχωριστά ως graphic novel. Μαζί με αυτές τις κύριες ιστορίες του, έγραφε και κάποιες αυτοτελείς οι οποίες επίσης έχουν εκδοθεί σε δυο ξεχωριστά βιβλία, το 'Caricature' και το 'Orgy Bound'. Τα πρώτα δέκα χρόνια της έκδοσής του, το κάθε τεύχος του 'Eightball' περιείχε στο σύνολο 5 με 7 μικρές ιστορίες του Clowes, οι οποίες διαφοροποιούνταν στο είδος (αυτοβιογραφικό, σατιρικό, φαντασίας) και στο στυλ σχεδίου. Το 'Like a Velvet Glove Cast in Iron' εμφανίστηκε στα δέκα πρώτα τεύχη και είναι ίσως το πιο παράξενο και δυστοπικό από τα κόμικ του. Το 'Pussey!' είναι για τη ζωή ενός κομιξά που λέγεται Dan Pussey (τα ονόματα των χαρακτήρων του Clowes είναι πάντα πετυχημένα). Το διασημότατο 'Ghost World' πργματεύεται πολύ ρεαλιστικά τη ζωή και τη φιλία δύο έφηβων κοριτσιών που μόλις τελείωσαν το σχολείο, βαριούνται και δεν τους αρέσει τίποτα και κανείς άλλος εκτός από τον εαυτό τους. Έχει γίνει και ταινία το 2001 με την Scarlet Johansson, την Thora Birch και τον Steve Buscemi που αν και σε επίπεδο πλοκής ξεφεύγει αρκετά από το κόμικ, το feeling είναι το ίδιο. Άλλωστε το σενάριο είναι γραμμένο από τον Clowes και έχει κερδίσει και υποψηφιότητα για Όσκαρ καλύτερης προσαρμογής σεναρίου. Το 2006 ξανασυνεργάστηκε με το σκηνοθέτη του 'Ghost World' και γράφει το σενάριο για το 'Art School Confidential' με πρωταγωνιστή τον John Malkovich, το οποίο είναι βασισμένο σε μια από τις αυτοτελείς ιστορίες του, η οποία συμπεριλαμβανόταν στο 7ο τεύχος του 'Eightball'. https://youtu.be/9g_EheqtAOw Από το 1998 και μετά αλλάζει ο τρόπος που βγάζει το 'Eightball' και από κόμικ σε συνέχειες προσιδιάζει πιο πολύ σε αυτόνομη graphic novel έκδοση, με ολοκληρωμένες ιστορίες (αν δεχτούμε τον διαχωρισμό κόμικ / graphic novel δηλαδή, γιατί ο ίδιος δεν τον δέχεται ακριβώς, μάλλον δεν τον νοιάζει δηλαδή). Το 'David Boring' βρίσκεται πάνω στη μετάβαση αυτή του 'Eightball' γιατί είναι μια ιστορία σε τρία μέρη, που εκδόθηκε σε τρία τεύχη, με κάθε τεύχος όμως να περιλαμβάνει μόνο τον David Boring και όχι κάποια άλλη ιστορία όπως συνήθιζε ως τότε. Ο David Boring είναι ένας εικοσάρης+ που η ζωή του καθορίζεται από ένα ερωτικό φετίχ. Τα τρία μέρη της ιστορίας είναι διαφορετικά μεταξύ τους όσον αφορά το χώρο και το χρόνο και το καθένα φαντάζει από μόνο του ολοκληρωμένο, αν και το τέλος τα δένει όλα μαζί. Ξεκινώντας το 'Eightball', νόμιζε πως το κοινό θα το θεωρήσει περίεργο και θα αδιαφορήσει γι αυτό. Έκανε όμως λάθος γιατί γρήγορα βρήκε απήχηση. Μέχρι τα τέλη των '90s ο Clowes θεωρείτο πια ένας από τους πιο σημαντικούς Αμερικανούς κομίστες. Στα δύο τελευταία τεύχη του 'Eightball', το 2001 με το 'Ice Haven' και το 2004 με το 'Death Ray' χρησιμοποίησε για πρώτη φορά χρώμα. Το 'Ice Haven' αποτελείται από 29 shorts διαφορετικών χαρακτήρων που κατοικούν στη μικρή πόλη Ice Haven. Από το εκεί και έπειτα, οι ήρωές του μεγαλώνουν απότομα. Συμβαδίζουν με την ηλικία του ίδιου του Clowes, ο οποίος πλέον όποτε τους σχεδιάζει νέους είναι πάντα σε flashbacks. Το 'Death Ray' είναι η ιστορία του Andy σε flashbacks, ενός loser εφήβου που μαθαίνει ξαφνικά ότι έχει υπερδυνάμεις. Και τα δύο εκδόθηκαν αργότερα ξανά ως graphic novel –ουσιαστικά σε καλή έκδοση με χοντρό εξώφυλλο. Το 2007 και 2008 δημοσιεύσε σε συνέχειες στους New York Times το 'Mr. Wonderful', μία ιστορία που αν δεν υπήρχε το φετινότατο 'Patience', θα έλεγα πως είναι η πιο ρομαντική του Daniel Clowes. Σαν χαρακτήρας πάντως είναι σίγουρα ο πιο συμπαθής που έχει φτιάξει –το όνομά του και πάλι δεν είναι τυχαίο. Η μετά-'Eightball' εποχή του ξεκίνησε επίσημα το 2010 με τον 'Wilson', έναν μίζερο μισανθρωπάκο που η ζωή του πάει από το κακό στο χειρότερο (ή και όχι το οποίο το 2017 θα βγει και σε ταινία με το Woody Harrelson και τη Laura Dern. Ο Clowes συνέλαβε την ιδέα για τον 'Wilson' την ώρα που βρισκόταν στο νοσοκομείο δίπλα στον πατέρα του λίγο πριν πεθάνει και διάβαζε την βιογραφία του Charles Schulz (δημιουργό των 'Peanuts'), που του τον θύμιζε στο χαρακτήρα. Μια παρόμοια σκηνή υπάρχει μέσα στο κόμικ. Το πιο πρόσφατο και μεγαλύτερο έργο του, 'Patience', μια sci-fi ιστορία αγάπης, αποτελεί ένα τόσο διαφορετικό μα και τόσο οικείο εν τέλει σε σχέση με το υπόλοιπό του έργο. To θαυμαστό με την περίπτωση του Clowes είναι ότι στα 30 χρόνια που είναι στο προσκήνιο το έργο του δεν έχει μείνει ποτέ στάσιμο, ούτε έχει κάνει κοιλιά. Κάποια μοτίβα συμφωνούν μέσα στις ιστορίες του αλλά πάντα διαβάζεις κάτι εξελιγμένο και διαφορετικό. Οι ιστορίες του είναι τόσο αληθινές όσο και σουρεαλιστικές, ενώ το χιούμορ του εναλλάσσεται με την μιζέρια ή πηγάζει μέσα από αυτή. Να κάποια από τα κυρίαρχα μοτίβα του Clowes όπως τα συναντάμε σε όλο το εύρος του έργου του: ΟΙ OUTSIDERS ΕΦΗΒΟΙ Ghost World Death Ray ΛΙΓΟ ΟΙΔΙΠΟΔΕΙΟ Like a Velvet Glove Cast in Iron David Boring ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Like a Velvet Glove Cast in Iron David Boring ΑΡΚΕΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΚΥΛΙΑ, ΟΠΩΣ ΑΛΛΩΣΤΕ ΚΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ Ο CLOWES, ΤΗΝ ELLA Wilson The Death Ray Like a Velvet Glove Cast in Iron Η ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ Wilson David Boring ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟΙ ΓΑΜΟΙ Mr Wonderful Wilson The Death Ray ΤΟ ΝΟΥΑΡ Patience David Boring Like a Velvet Glove Cast in Iron Πηγή Παρουσίαση του ΣΑΝ ΣΙΔΕΡΕΝΙΟ ΟΜΟΙΩΜΑ ΓΑΝΤΙΟΥ ΑΠΟ ΒΕΛΟΥΔΟ Παρουσίαση του Patience Παρουσίαση του Ghost World Αφιέρωμα στον Daniel Clowes
  11. Όλα τα τεύχη του θρυλικού ‘Eightball’ για πρώτη φορά μαζί Αναδρομή στο έργο του επιδραστικότερου ίσως σύγχρονου συγγραφέα κόμικ, και δημιουργού του περιβόητου Ghost World, Daniel Clowes Dan Clowes- αυτοπροσωπογραφία Το 2015 μπήκε με καλά νέα για τους φίλους των κόμικς. Αν και είχε ήδη ανακοινωθεί από το προηγούμενο καλοκαίρι, η πολυαναμενόνη έκδοση της Fantagraphics που για πρώτη φορά συγκεντρώνει σε ένα δίτομο πολυτελές box set όλα σχεδόν τα (εξαντλημένα εδώ και χρόνια) τεύχη της θρυλικής σειράς κόμικς "Eightball" του Daniel Clowes, είναι πλέον γεγονός. Ο Daniel Clowes γεννήθηκε το 1961 στο Σικάγο των Ηνωμένων Πολιτειών. Τελειώνοντας τις σπουδές του ξεκίνησε την πορεία του στο underground περιοδικό Cracked με το οποίο συνεργάστηκε από το 1985 έως το 1989. Σήμερα θεωρείται πρωτοπόρος στο είδος του εναλλακτικού κόμικ και ένας από τους επιδραστικότερους καλλιτέχνες της γενιάς του. Έχει κερδίσει αμέτρητα βραβεία, συμπεριλαμβανομένου του Pen Award for Outstanding Work in Graphic Literature, δεκάδες βραβεία Harvey και Eisner, καθώς και μία υποψηφιότητα για Όσκαρ καλύτερου σεναρίου (Ghost World, 2001). Eικονογραφεί πολύ συχνά για το New Yorker, το Time Magazine, το GQ και πάρα πολλά άλλα περιοδικά, ενώ το 2007 εμφανίστηκε ως ο εαυτός του στους Simpsons. The Complete Eightball 1-18 - 2015 Η πρώτη του επαγγελματική δουλειά ως καρτουνίστας και συγγραφέας κόμικ ήταν το 1985 όταν "γεννήθηκε" ο ήρωας του Lloyd Llewellyn που κυκλοφόρησε ως σειρά σε έξι τεύχη, από το 1986 μέχρι και το 1988. Η χρονιά που αποτέλεσε το σημείο καμπής όχι μόνο στην καριέρα του Clowes αλλά και σε ολόκληρη την ιστορία του εναλλακτικού κόμικ ήταν το 1989, όταν ο ταλαντούχος δημιουργός εγκαινίασε μία σειρά που θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της γενιάς των 90s και early 00s, αλλά και σ' αυτήν ολόκληρης της αμερικάνικης ποπ κουλτούρας. Το Eightball εκδιδόταν από το 1989 ως το 2004. Συνολικά η σειρά κυκλοφόρησε σε 23 τεύχη, τα πρώτα 18 της οποίας –που αποτελούν και το περιεχόμενο της φετινής συνολικής έκδοσης- εκτείνονται στην περίοδο 1989-1997 και θεωρούνται τα σημαντικότερα έργα του. Κάθε τεύχος αποτελούταν από σύντομες αυτοτελείς ιστορίες ενώ στο τέλος υπήρχε η συνέχεια μίας μεγαλύτερης βασικής ιστορίας που χωριζόταν σε κεφάλαια. Aλλόκοτα συναρπαστικές ιστορίες θράσους, εκδίκησης, απαισιοδοξίας, εφηβικής – και όχι μόνο- απελπισίας και σεξουαλικής διαστροφής, σε ένα κλίμα που θύμιζε Twin Peaks Από το πρώτο τεύχος η σειρά δέχθηκε τεράστια αναγνώριση και έγινε όχι μόνο ο πιο ευπώλητος τίτλος της Fantagraphics αλλά και το ευρύτερα αναγνωρισμένο αμερικάνικο εναλλακτικό κόμικ που είχε ποτέ κυκλοφορήσει. Οι αλλόκοτα συναρπαστικές ιστορίες του συνοψίζονται ως ένα "όργιο" θράσους, εκδίκησης, απαισιοδοξίας, εφηβικής – και όχι μόνο- απελπισίας και κυριότερα, σεξουαλικής διαστροφής. Στο Eightaball ο Clowes μας σύστησε για πρώτη φορά όλους τους μετέπειτα ήρωες του, ενώ κάθε μεγάλη ιστορία της σειράς κυκλοφόρησε αργότερα ως ξεχωριστό graphic novel. Από αυτή τη σειρά ξεκίνησε όχι μόνο το Ghost World – το γνωστότερο ίσως δημιούργημά του που μεταφέρθηκε αργότερα και στον κινηματογράφο με πρωτοφανή επιτυχία- αλλά και τα graphic novels "Like a Velvet Glove Cast in Iron" – τίτλος αναφορά στο έπος του Russ Meyer, Faster, Pussycat! Kill! Kill! - "David Boring", "Death Ray", "Pussey", "Ice Haven" κ.α. Παρόλο που το σχέδιο του Clowes αποτελεί από μόνο του σχολή, το έργο του ξεχώρισε και ξεχωρίζει ακόμα για τις ιστορίες αυτές καθαυτές. Κατέγραψε την κυνική Generation X, την χορτασμένη γενιά του grunge και τα 90s μέσα από μία B-movies αισθητική. "Οι εικόνες του Clowes είναι παραπάνω από εξαιρετικές, αλλά αν ο ίδιος ήθελε κάποια στιγμή να αλλάξει καριέρα και να αφιερωθεί μόνο στη συγγραφή βιβλίων θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα από πολλούς άλλους σύγχρονους συγγραφείς" είχε δηλώσει σχετικά ο αμερικανό συγγραφέας Michael Chabon. Ο Clowes προσπάθησε να καταγράψει την κιτς Americana αισθητική του τέλους του 20ου αιώνα και την κουλτούρα της Generation X. Στον κόσμο του πρωταγωνιστές ήταν οι κυνικοί slackers, οι ετοιμόλογες αλλά πικραμένες μοιραίες γυναίκες, τα nerds, και οι σνομπ χορτασμένοι έφηβοι. Οι χιπστερς πριν τους χίπστερς, η γενιά του grunge. Ένα πνευματώδες όσο και σκοτεινό ταξίδι στο μεταίχμιο της αλλαγής της χιλιετίας, με ιστορίες που απέπνεαν B-movies αισθητική και κλίμα Twin Peaks –πριν από το Twin Peaks. Ghost World Το γνωστότερο έργο του Clowes εμφανίστηκε πρώτη φορά στο 11ο τεύχος του Eightball και ολοκληρώθηκε στο 18ο, το 1997, οπότε και κυκλοφόρησε ως ξεχωριστό novel. Τέσσερα χρόνια αργότερα ο σκηνοθέτης το μετέφερε στην μεγάλη οθόνη με πρωταγωνιστές τον Στιβ Μουσέμι, την Θόρα Μπιρχ και την Σκάρλετ Γιόχανσον στον breakout ρόλο της καριέρας της. Η ιστορία της εφηβικής φιλίας της Ρεμπέκα και της Ενίντ έγινε σήμα κατατεθέν της ειρωνικής γενιάς των millennials. Ο ίδιος έχει ερωτηθεί πολλές φορές για την επιλογή δύο κοριτσιών στην εφηβεία τους ως ηρωίδες του πιο δυνατού έργου του. "Μετά το Velvet Glove" λέει, "που ήταν τόσο ανδρο-κεντρικό ήθελα να μπορώ να εκφραστώ πιο ελεύθερα μέσα από έναν ήρωα τον οποίο ο αναγνώστης δεν θα ταύτιζε κατευθείαν με τον δημιουργό." "Ήθελα χαρακτήρες που θα ήταν όσο το δυνατόν πιο αποστασιοποιημένοι από μένα. Κι επειδή δεν θα μπορούσα να γράφω ως μία ώριμη κυρία επέλεξα δύο μαθήτριες λυκείου και προσπάθησα να τις προσεγγίσω με όση περισσότερη ειλικρίνεια μπορούσα. Η Ενίντ και η Ρεμπέκα αποδείχθηκαν ενδιαφέρουσες όσο και τρομακτικές. Τι άλλο θα μπορούσε να ζητήσει κανείς από έναν χαρακτήρα;" Έχει δηλώσει. The Complete Eightball 1-18 , 450 σελίδες, δύο τόμοι, 120 δολάρια (105 ευρώ) πηγή
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.