Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'σάτιρα'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.

Calendars

  • Εκδηλώσεις

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 22 results

  1. Η κοινωνία της Ελλάδας, σχεδόν σε κάθε ιστορική στιγμή κι ανεξαρτήτως του πολιτικού συστήματος διακυβέρνησης, είχε μέσα στους κόλπους της ενσωματωμένη μια σοβαρή δικλίδα ασφαλείας που λειτουργούσε αφενός ως βαλβίδα εκτόνωσης κι αφετέρου ως καταδείκτης σφαλμάτων όταν η ρότα τής χώρας ξέφευγε από τη λογική κι έπαυε να υπηρετεί την ίδια την κοινωνία. Η δικλίδα αυτή λειτούργησε (και λειτουργεί) άλλοτε κάνοντας χρήση λογικών επιχειρημάτων κι άλλοτε της σάτιρας η οποία, αν και φαινομενικά απευθύνεται στον κοινωνικό ιστό, στόχευε (και στοχεύει) πάντα στην καρδιά της πολιτικής και των κέντρων λήψης των αποφάσεων. Θα μπορούσαμε λοιπόν να ισχυριστούμε πως για τον τόπο μας τούτη η ιστορία έχει ξεκινήσει από μακριά, μια πορεία από τον Σωκράτη, τον Διογένη και τον Αριστοφάνη που φτάνει στον Καστοριάδη, στον Λιαντίντη αλλά και στον Αρκά. Ουδόλως βεβαίως επιθυμούμε ή είναι στις προθέσεις μας να συγκρίνουμε τους ανωτέρω ως ιστορικά μεγέθη, δεν μπορούμε όμως να μη σημειώσουμε την επίδραση στην κοινωνία που άσκησε καθένας από αυτούς στο χρόνο του ή που ασκεί ακόμα στις μέρες μας. Ευρισκόμενοι μέσα σε μια δύσκολη ιστορική συγκυρία για την Ελλάδα, με μνημόνια που ήλθαν και παρήλθαν(;) αφήνοντας πίσω τους μια πληγωμένη κοινωνία, ένας άνθρωπος που με τη δεικτική του σκέψη πάντοτε ενσωμάτωνε την πολιτική μέσα στα υπέροχα σκίτσα του, αποφάσισε με το μελάνι του να ασκήσει κριτική στον πολιτικό σχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Να ασκήσει κριτική στο κόμμα που έχει αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας τα τελευταία χρόνια στρέφοντας μάλιστα την πένα του πολλάκις (όχι Πολάκης) κατά του πρωθυπουργού, έχοντας μάλιστα γράψει πως «δεν δικαιούται να παραμείνει σιωπηλός», έστω κι αν δηλώνει πως «[…]Τα σκίτσα αυτά δεν έχουν πολιτικό πρόσημο, γιατί η αντίθεσή του με την απερχόμενη κυβέρνηση ήταν αισθητικής, ηθικής και εν τέλει πολιτισμικής φύσεως[…]» (σ.σ. Τα ανωτέρω αποσπάσματα έχουν την πηγή τους στην επίσημη σελίδα του Αρκά στο Facebook). Μπροστά σ’ αυτό το πραγματικό γεγονός διαπιστώσαμε πως υπήρξαν τριών ειδών αντιδράσεις.Ορισμένοι θεώρησαν πως οι αιχμές του Αρκά είναι κατευθυνόμενες από κάποια (απροσδιόριστα) κέντρα εξουσίας για να πλήξουν το ΣΥΡΙΖΑ και τον ίδιο τον πρωθυπουργό προσωπικά, ευνοώντας έτσι άλλους κομματικούς σχηματισμούς. Έσπευσαν μάλιστα να δημιουργήσουν ως αντίβαρο ένα κακέκτυπο (τον Αρακά) μην κατανοώντας βεβαίως με την κοντόφθαλμη αντίληψή τους πως η κριτική, όσο αιχμηρή κι αν είναι, είναι πάντοτε θεμιτή για κάθε σοβαρό άνθρωπο, πολύ δε περισσότερο για κάθε σοβαρό πολιτικό. Κάποιοι άλλοι πάλι θεώρησαν πως ορθώς ασκεί κριτική γιατί κατά την άποψή τους η παρούσα κυβέρνηση δεν κάνει σωστά τη δουλειά της. Κι αυτοί όμως δεν κατανόησαν πως ο Αρκάς, έχοντας δημόσιο λόγο, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να βρεθεί στη θέση της αντιπολίτευσης γιατί απλούστατα δεν είναι αυτός ο θεσμικός του ρόλος. Είναι τα κόμματα τής αντιπολίτευσης που πρέπει να ασκήσουν κριτική στην κυβέρνηση, η δουλειά του σκιτσογράφου είναι να επισημαίνει αυτό που ενοχλεί την αισθητική και την κοινωνική του αντίληψη ως πολίτη. Κι αυτό ακριβώς έκανε και κάνει. Υπήρξαν και υπάρχουν βεβαίως και κάποιοι άλλοι πολίτες που βυθισμένοι στο νήδυμο κοινωνικό τους ύπνο… απλώς αδιαφορούν! Ο Αρκάς, κατά τη γνώμη μας, δεν ενεργεί με κομματικά κριτήρια, αν και ο ίδιος είναι βέβαιο πως έχει διαμορφωμένες πολιτικές πεποιθήσεις όπως όλοι οι σκεπτόμενοι πολίτες. Ενεργεί όπως η ″ενοχλητική” μύγα που επιβάλλει εγρήγορση και συνάμα, μέσα από τη φαινομενική άγνοια ή την τεχνηέντως κεκαλυμμένη πονηριά των ηρώων του, κάνει διαπιστώσεις και διατυπώσεις εξόχως εύστοχες για την κοινωνία και τους αναγνώστες του. Φιλτράροντας γεγονότα, εξελίξεις, δηλώσεις αλλά και αποφάσεις, έρχεται να καυτηριάσει λάθη αλλά και τακτικές. Βλέπει το ρου της ιστορικής εξέλιξης από διαφορετική οπτική γωνία σε σχέση με τους αποφασίζοντες κι αυτό ακριβώς είναι το σημείο που κάνει τη διαφορά. Άλλη οπτική γωνία είναι σχεδόν βέβαιο πως σημαίνει και άλλη αντίληψη των πραγμάτων, γεγονός που από μόνο του συμβάλει όχι απλώς στον έλεγχο όσων έχουν την αρμοδιότητα να αποφασίζουν αλλά κυρίως στον δημιουργικό πλουραλισμό κατά το σχεδιασμό του μέλλοντος. Είναι πολύ εύκολο να συμφωνήσει κανείς μαζί του αλλά το ίδιο εύκολο είναι και να διαφωνήσει. Τούτο όμως είναι εν πολλοίς επιδερμικό, το σημαντικό και το ουσιώδες δεν είναι αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τον σκιτσογράφο αλλά το γεγονός πως και ο ίδιος, ως κριτής της κυβέρνησης, πρέπει να κριθεί στη βάση του δικού του σκεπτικού που λέει, όπως αναφέραμε πιο πάνω, πως «κανένας έντιμος άνθρωπος δεν δικαιούται να παραμείνει σιωπηλός». Στο σημείο αυτό λοιπόν είναι σημαντικό και κρίσιμο να τονίσουμε την ευθύνη του αναγνώστη ως αντικειμενικού κριτή του Αρκά. Εύλογο λοιπόν είναι το ερώτημα: Η επίμονη επιμονή του κατά της κυβέρνησης είναι μια στάση αλαζονείας και υπεροψίας, όπως αυτή που μας διακρίνει ως Έλληνες («αν ήμουν πρωθυπουργός για μια μέρα…») ή είναι μια ειλικρινής στάση διαφοροποίησης απέναντι σε μια σοβαρή παθογένεια που πρέπει να διορθωθεί και να αλλάξει; Δεν είναι υπερβολή η πεποίθησή μας πως ακόμα και το να καταλήξει κανείς να κάνει την ερώτηση της προηγούμενης πρότασης είναι μια μεγάλη επιτυχία του Αρκά. Διότι εκκίνησε σκέψεις που ζητούν απαντήσεις επιτακτικά, κι αυτό από μόνο του καταδεικνύει αλλά και αποδεικνύει πως κάνει πάρα πολύ καλά τη δουλειά του! Γράφει στην επίσημη σελίδα του ο σκιτσογράφος: «ΕΚ ΤΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ: Ο Αρκάς δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα γίνει ποτέ πολιτικός γελοιογράφος». Αν και σχεδόν κάθε μας ενέργεια έχει πολιτικές προεκτάσεις και θα μπορούσε εύκολα κανείς να υποθέσει πως η δήλωση του Αρκά δεν έχει μεγάλη δόση αλήθειας μέσα της, η συγκεκριμένη περίπτωση διαφέρει. Διαφέρει γιατί οι σκιτσογράφοι ενώ βρίσκονται ενσωματωμένοι μέσα στην κοινωνία, έχουν την ικανότητα να αποστασιοποιούνται από αυτή και να την γδύνουν κυριολεκτικά από κάθε τι τεχνηέντως κατασκευασμένο που κρύβει την αλήθεια από τα μάτια των πολιτών. Η ικανότητά τους να βλέπουν την πολιτική τόσο στοιχειωδώς απλά, απομονώνοντας τους καταλύτες που πραγματοποιούν τις (χημικές) πολιτικές αντιδράσεις οι οποίες αλλοιώνουν τελικά το φαίνεσθαι και την επιδερμίδα της, είναι μοναδική. Αν είχαμε λοιπόν τη δυνατότητα να στείλουμε ένα μήνυμα στη ”Διαχείριση”, αυτό δε θα ήταν άλλο από τούτο: Τη στιγμή που έκλεισε ο κύκλος και το σπουργίτι έγινε τελικά ίδιο με τον πατέρα του ακολουθώντας την πορεία της ζωής και της ιστορίας στις Χαμηλές πτήσεις, διαπιστώσαμε με συγκίνηση το αυτονόητο, πως όποιος ζει μέσα στην κοινωνία είναι πιθανόν να γίνει, θέλοντας και μη, καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή της. Απόρροια της εξέλιξης αυτής είναι πως ο πολίτης αδυνατεί από ένα σημείο και μετά να βλέπει τα κακώς κείμενα (ή απλώς να τα δικαιολογεί) αδιαφορώντας μπροστά στο μεγαλείο της επανάστασης. Της μικρής εκείνης καθημερινής επανάστασης που κάνει τις μέρες μας καλύτερες. Ο Αρκάς, και κάθε Άρκας, οφείλει να βρίσκεται εκτός αυτού του κύκλου για να θυμίζει σε εμάς τους υπόλοιπους πως ακόμα και οι κύκλοι, ακόμα και αυτά τα «τέλεια» σχήματα, πρέπει κάποτε να διαρρηγνύονται! Η επανάσταση της καθημερινότητας και του ιδανικού ονείρου δεν χαρίζεται, κι αν το ξεχνάμε, δυο γραμμές, δυο εμπνευσμένες λέξεις και λίγα χρώματα στο χαρτί από την πένα του σκιτσογράφου αρκούν για να μας το θυμίσουν. Αρκ(άς)ούν επαρκώς! Και το σχετικό link...
  2. Σύμφωνα με έναν αστικό μύθο, ο «Αρκάς» έγραψε τον εξαιρετικό Ισοβίτη κατά τη θητεία του στο στρατό. Είναι ένας από τους πολλούς που συνοδεύουν τον σκιτσογράφο καθώς η επιλογή του να κρατάει την ταυτότητα του μυστική όλα αυτά τα χρόνια προσέφερε κατά καιρούς διάφορα ευφάνταστα σενάρια. Άλλωστε φρόντιζε πάντα να μιλάει με τη δουλειά του χαρίζοντας άφθονο γέλιο και ατάκες που ανακυκλώνονταν ανάμεσα στις παρέες. Αυτό που διαχώριζε πάντα τον Αρκά από τους υπόλοιπους γελοιογράφους ήταν ο χιούμορ του, σε μια χώρα που παραδοσιακά η σάτιρα είναι χοντροκομμένη, η δική του σφραγίδα είχε κάτι το υπαινικτικό και παιγνιώδες, ένα φλέγμα περισσότερο αγγλοσαξονικό που φάνταζε κάπως παράταιρο στην ελληνική πραγματικότητα. Ανατρεπτικός, αιρετικός και πολέμιος της πολιτικής ορθότητας «τσάκιζε» με την πένα του τα στερεότυπα, σόκαρε δίχως να καταφεύγει σε τετριμμένες χυδαιότητες, αγκάλιαζε τα πλατιά στρώματα χωρίς ελιτίστικες εμμονές. Πάνω από όλα παρέμενε αστράτευτος και απολιτικός όπως άλλωστε επέβαλε η ίδια η τέχνη και το ταλέντο του, κινούμενος πάνω από σκοπιμότητες, κουτάκια και εντολοδόχους. Η εικόνα του «φαντομά» που σπέρνει τα ζιζάνια και εξαφανίζεται στα σκοτάδια μέχρι να επανεμφανιστεί δριμύτερος και ακόμα πιο ανελέητος φάνταζε εξόχως ρομαντική. Στη συνείδηση των πιο παλιών, αποτελούσε τον τελευταίο που θα μεταπηδούσε σε κάποιο πολιτικό στρατόπεδο - έστω και αν τον μετέφεραν σηκωτό - την πιο απίθανη περίπτωση ταύτισης και στράτευσης πίσω από έμμισθους τσανακογλείφτες και αυλοκόλακες της τελευταίας σελίδας. Όχι μόνο για να μην απογοητεύσει το πολυάριθμο κοινό του, αλλά πολύ περισσότερο σεβόμενος την ίδια την κληρονομιά του. Η μεταστροφή του «Αρκά» συνοδεύτηκε από σενάρια συνωμοσίας και ακόμα περισσότερους αστικούς μύθους. Κάποιοι έφτασαν στο σημείο να τον πεθάνουν δυσκολευόμενοι να αποδεχτούν τον καινούργιο μανδύα του. Την αδικαιολόγητη και αδιανόητη προσκόλληση του σε συμφέροντα και πολιτικές συντεχνίες. Σε μια από τις ελάχιστες παρεμβάσεις του ο ίδιος επιχείρησε να δικαιολογηθεί με το πρόσχημα πως αποτελεί χρέος όλων να διωχθεί αυτή η «απεχθής και διεφθαρμένη κυβέρνηση». Μπορεί και να έχεις δίκαιο αγαπητέ Αρκά. Όμως που ήταν η πένα σου όταν ο τωρινός Π.τ.Δ. διόριζε εξακόσιους χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους; Ρητορικό το ερώτημα. Πρωτίστως ο Αρκάς δεν απογοήτευσε το κοινό του, αλλά τους ίδιους τους ήρωες του, από τον Μοντεχρήστο μέχρι τη Λουκρητία, τους έκλεισε στο κουτάκι των παιδικών του αναμνήσεων αναγνωρίζοντας στην ετεροχρονισμένη ενηλικίωση του τον κόσμο των «μεγάλων», τον κυνισμό της βολής, τη σάτιρα ως κραυγαλέο άρμα χειραγώγησης και άκοπου πλουτισμού. Ο Αρκάς μετά τον Ισοβίτη, απολαμβάνει μια δεύτερη στρατιωτική θητεία, μόνο που αυτή τη φορά το χακί δεν αποτελεί αναγκαία περιβολή, αλλά συνειδητή επιλογή. Και δυστυχώς, δεν του πάει καθόλου… Και το σχετικό link...
  3. Τον τελευταίο καιρό ο Αρκάς δημοσιεύει κάθε μέρα σκίτσα του που αναφέρονται στα παιδικά χρόνια ενός πρωθυπουργού. Τα social media έχουν λατρέψει αυτά τα ευφυέστατα σκίτσα και οι χρήστες τους τα κοινοποιούν κατά χιλιάδες, σε βαθμό που δεν έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν, δημιουργώντας έτσι ένα τεράστιο κύμα κατακραυγής της κυβέρνησης. Το παράδοξο είναι ότι ενώ ο Αρκάς δεν αναφέρει ποτέ όνομα πρωθυπουργού, όλοι καταλαβαίνουν άμεσα ποιος πρωθυπουργός έχει αυτά τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και προσωποποιούν εύκολα τον ήρωα των σκίτσων. Και δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση πόσο εύκολα γίνεται αυτή η προσωποποίηση, αφού η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (και πρώην ΑΝΕΛ) έχει κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που δεν έχουν ξανά υπάρξει ταυτόχρονα και σε αυτήν την ένταση σε καμία ελληνική κυβέρνηση μεταπολιτευτικά. Σε πρόσφατο σκίτσο του ο Αρκάς αναφέρει τα εξής χαρακτηριστικά του ήρωά του πρωθυπουργού: Παραμύθι, Παραπληροφόρηση, Πόλωση, Προπαγάνδα, Παροχολογία και Πούλημα των στενών συνεργατών του. Ακόμα και κάποιος φανατικός υποστηρικτής του ΣΥΡΙΖΑ είναι αδύνατον να μην προσωποποιήσει αυτόματα τον ήρωα του σκίτσου στο πρόσωπο του σημερινού πρωθυπουργού, όσο κι αν προσπαθήσει να παρακάμψει προσωρινά τη λογική του. Είναι βέβαιο ότι πολλά από αυτά τα χαρακτηριστικά τα διέθεταν και παλαιότεροι πρωθυπουργοί, αλλά ποτέ όλα ταυτόχρονα και στο μέγιστο βαθμό. Στη εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάσταση, της παγκόσμιας ψηφιακής μεταμόρφωσης, της καινοτομίας και του διαδικτύου, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει γίνει το συνώνυμο της προσκόλλησης στο παρελθόν, του κρατισμού, του λαϊκισμού, του τυχοδιωκτισμού, της πολιτικής δολοπλοκίας, της αντίστασης στη δημιουργικότητα και την αξιοσύνη. Η μιζέρια κι η παρακμή έχουν αποκτήσει πρόσωπο και αυτό φάνηκε καθαρά σε όσους παραβρέθηκαν στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών. Όσα κυβερνητικά στελέχη συμμετείχαν ως ομιλητές σε πάνελ του Φόρουμ ξεχώριζαν σαν τη μύγα μεσ’ το γάλα. Σε ένα περιβάλλον υγιούς διαλόγου, ανταλλαγής ιδεών και προβληματισμών, όπου συναντούσες τα φωτεινότερα μυαλά, τους σημαντικότερους επιστήμονες, διανοούμενους και επιχειρηματίες της Ελλάδας (και του εξωτερικού), όπου έλαβαν χώρα σημαντικές συζητήσεις για το παρόν και το μέλλον της Ελλάδος αλλά και του πλανήτη ολόκληρου, η τραγική ανεπάρκεια κι αμηχανία των κυβερνόντων ξεχώριζε από χιλιόμετρα. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα και από την παρουσία στο Φόρουμ των δύο αντίπαλων ”εν δυνάμει” πρωθυπουργών, Τσίπρα και Μητσοτάκη και από την υποδοχή που τους επιφύλαξαν οι παρόντες στο Φόρουμ. Είναι πασιφανές ότι ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης απέχει παρασάγγας από την εικόνα του πρωθυπουργού των σκίτσων του Αρκά, όσο κι αν προσπαθήσει κάποιος να τους ταυτίσει. Και είναι αυτός που θα έχει τη νωπή εντολή και τη μοναδική ευκαιρία να αναδιατάξει το πολιτικό σκηνικό αμέσως μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές. Διότι το πολιτικό σκηνικό το καθορίζει πάντα ο νικητής και ποτέ ο ηττημένος. Γι’ αυτό και οι προσπάθειες του νυν πρωθυπουργού για “προοδευτικά μέτωπα” και ”γέφυρες” είναι καταδικασμένες να αποτύχουν εν τη γενέσει τους. Η κριτική που ασκεί ο Αρκάς στην κυβέρνηση μέσω των σκίτσων του έχει τεράστια απήχηση στους χρήστες των κοινωνικών δικτύων και μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για την περαιτέρω κατάρρευση της ήδη πληγωμένης δημοφιλίας της. Η δύναμη της τέχνης και των σκίτσων του είναι ίσως πολύ πιο ισχυρή και αποτελεσματική από όλα τα επιχειρήματα μαζί, σύσσωμης της αντιπολίτευσης. Αυτό δε σημαίνει ότι ο Αρκάς υποστηρίζει την αντιπολίτευση, απλά όπως ο ίδιος έγραψε στον λογαριασμό του στο Facebook: “Ο Αρκάς θεωρεί ότι ο πολιτικός αμοραλισμός, ο κομματικός τυχοδιωκτισμός και η ανενδοίαστη εξαπάτηση υπήρχαν πάντα, άλλα έχουν φτάσει στον κολοφώνα τους μ’ αυτήν την κυβέρνηση, τόσο ώστε να τον αναγκάσουν να σχολιάζει αυτό που πάντα σιχαινόταν: την κεντρική πολιτική σκηνή. Απέναντι σ’ αυτή την αθλιότητα κανένας έντιμος άνθρωπος δεν δικαιούται να παραμείνει σιωπηλός”. Την ίδια κριτική θα υποστεί και η επόμενη κυβέρνηση αν κυβερνήσει με το ίδιο θράσος, ασυνέπεια κι αλαζονεία σαν της σημερινής. Άλλωστε, το πεδίο στο οποίο θα κληθεί να λειτουργήσει είναι ήδη ναρκοθετημένο και οι δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει πολλές. Αν δεν καταφέρει να αντιστρέψει το κλίμα αρκετά σύντομα, δεν θα έχει πολύ χρόνο στη διάθεσή της και τα σατιρικά σκίτσα του Αρκά θα είναι μάλλον περιττά. Και σε αυτήν την περίπτωση δεν ξέρουμε τι θα ακολουθήσει στη συνέχεια κι αν θα μπορεί ο Αρκάς να δημοσιεύει τα σκίτσα του ελεύθερα… Και το σχετικό link...
  4. Κάθε νέο σκίτσο προκαλεί (εκτός από χιλιάδες βέβαια likes) και... κατάρες στα social media, με την αιτίαση του «έμμισθου κονδυλοφόρου». Δεν είναι όμως λιγάκι αυθαίρετο ένα τέτοιο συμπέρασμα; Για δύο γενιές (και βάλε) το ακρωνύμιο ΑΡΚΑΣ υπήρξε σύμβολο της ευρηματικότητας, της τέχνης του ευφυολογήματος, του βιτριολικού χιούμορ και της πολυπλοκότητας έκφρασης, μέσω των «ηρώων» του. Από τον καθηλωτικό κυνισμό του μικρού σπουργίτη έως την παροιμιώδη αφέλεια του (ερωτοχτυπημένου με μια προβατίνα) καλού λύκου. Η δημοφιλία του κορυφαίου κομίστα ξεπέρασε τα στενά ελληνικά όρια, μέσω της μετάφρασης και κυκλοφορίας των έργων του σε εννέα διαφορετικές γλώσσες. Η τεράστια απήχηση των χαρακτήρων του, οι οποίοι έγιναν μπλουζάκια, τσάντες, ρολόγια, ακόμα και τατουάζ, έγκειται στους περίτεχνους και ακραίους συμβολισμούς τους. Αν όλοι μαζί δημιουργούσαν μια μικρή κοινωνία, θα έβρισκες εκεί κάθε καρυδιάς καρύδι. Βολεμένους, «θύματα», εξυπνάκηδες, ευσυνείδητους, λαμόγια. Καθένας (μας) έχει εντοπίσει μια πτυχή του χαρακτήρα του ή ακόμα… χειρότερα ένα ζώο που ξύπνησε μέσα του, στα σκίτσα του Αρκά. Το χιούμορ είναι η βιτρίνα. Από πίσω υπάρχει μια ολόκληρη φιλοσοφία, η απόπειρα καταγραφής ενός κοντράστ κοινωνικών συμπεριφορών. Από εκείνες τις ένδοξες μέρες έως τη σειρά «τα παιδικά χρόνια ενός πρωθυπουργού», υπάρχει ασφαλώς μια απόσταση. Η οπτική ματιά είναι πλέον στοχευμένη και ομολογουμένως όχι εξίσου εμπνευσμένη. Για τους νυν επικριτές του κομίστα αυτή η απόσταση είναι χαοτική και εδράζεται σε μια ανάγκη αμιγώς μισθοφορική. Κάθε νέο σκίτσο προκαλεί (εκτός από χιλιάδες βέβαια likes) και θύελλα αντιδράσεων στα social media, με τις απαραίτητες συνοδευτικές κατηγορίες του «έμμισθου κονδυλοφόρου». Για όσους εξύμνησαν το επίπεδο της τέχνης του, η εικόνα με τα κάδρα του Τσε και του Πινόκιο στο δωμάτιο του εκκολαπτόμενου πρωθυπουργού, μοιάζει «ξένη» με την πένα του. Ομοίως και αυτή με τον τύπο ανάμεσα στους Μάο και Στάλιν, που εκφράζει τη στήριξη του στον Μαδούρο. Δεν είναι μόνο ότι με το πολιτικό σχόλιο έχει αλλοιωθεί η ταυτότητα του δημιουργού όπως τον μυθοποιήσαμε, αλλά και ότι το επίπεδο της σάτιρας «αγγίζει» σε αρκετές περιπτώσεις τα όρια του λαϊκισμού. Αυτό όμως που δικαιούμαστε να κρίνουμε όλοι οι υπόλοιποι είναι το αποτέλεσμα και όχι το κίνητρο. Για το αισθητικό του πράγματος ο καθένας μπορεί να έχει την άποψη του, για το λόγο όμως που επέλεξε να γυρίσει σελίδα και να πολιτικοποιήσει την έκφραση του, οι ισχυρισμοί περί «κομματόσκυλου», «φιλελέ» κ.λ.π. είναι τόσο αντικειμενικοί, όσο και… ανιδιοτελής η στήριξη των στελεχών των ΑΝΕΛ στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα. Αν ο Αρκάς είχε ως επίκεντρο της κριτικής του τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και όχι τον πρωθυπουργό, η συντριπτική πλειονότητα των επικριτών του θα εξακολουθούσε κατά πάσα βεβαιότητα να… θαυμάζει την οξυδέρκεια των σχολίων του. Μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν. Αν ο Αρκάς είναι νεοφιλελεύθερος και δεξιός, γιατί τόσα χρόνια δεν στηλίτευσε στα σκίτσα του τον λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ; Μήπως δεν είχε πεδίο δόξης λαμπρό να το κάνει; Το σενάριο να ανήκει ιδεολογικά στην (πάλαι ποτέ) Αριστέρα και να αντιδρά τώρα ως ένας εξαπατημένος του «ΟΧΙ» μοιάζει πιο λογικό. Άλλωστε, ιστορικά και κοινωνικά οι πιο δριμείς επικριτές καταλήγουν να είναι αυτοί που αισθάνονται «προδομένοι». Έχω την αίσθηση ότι μια τέτοια διάθεση «φωτογράφισε» ο ίδιος μέσω της σελίδας του στο Facebook, όταν πριν από περίπου ένα χρόνο εκδηλώθηκαν οι πρώτες «φιλοκυβερνητικές» αντιδράσεις, με αφορμή τη σειρά σκίτσων του «Προφήτη». «Ο Αρκάς θεωρεί ότι ο πολιτικός αμοραλισμός, ο κομματικός τυχοδιωκτισμός και η ανενδοίαστη εξαπάτηση υπήρχαν πάντα, άλλα έχουν φτάσει στον κολοφώνα τους μ’ αυτήν την κυβέρνηση, τόσο ώστε να τον αναγκάσουν να σχολιάσει αυτό που πάντα σιχαινόταν: την κεντρική πολιτική σκηνή». Αν πράγματι πρόκειται περί αυτού, ναι, μπορούμε να κρίνουμε τη ρότα που πήρε η τέχνη του, οφείλουμε όμως να σεβαστούμε, χωρίς υστερίες και ακρότητες, το δικαίωμα του να εκφράσει τις απόψεις του, με τρόπο που μόνο ο ίδιος ξέρει να κάνει. Και το σχετικό link...
  5. Το μεγαλείο ενός γελοιογράφου Τις καταγέλαστες καρικατούρες που έπλασε ο Αριστοφάνης στον Σωκράτη και τον Ευριπίδη, υποθέτω ότι κανείς σήμερα δεν τις αποδέχεται ως αξιόπιστες, ως αντιπροσωπευτικές των ανθρώπων που γίνονται στόχος της σάτιράς του. Κι όμως, οι "Νεφέλες" και οι "Βάτραχοι" θεωρούνται ομόφωνα αριστουργήματα του θεάτρου. Κι αυτό παρότι η αριστοφανική κωμωδία σίγουρα έπαιξε ρόλο στην δικαστική καταδίκη αργότερα του Σωκράτη, ασφαλώς συνετέλεσε στο κλίμα εις βάρος του που τον οδήγησε στο κώνειο. Το ίδιο ισχύει με πλήθος πορτρέτων λογοτεχνικών. Ούτε ο "προδότης" Βαρνακιώτης του Κάλβου ούτε ο "υπερόπτης" Μαλακάσης του Καρυωτάκη αποδίδουν την πραγματικότητα, όταν μάλιστα δεν την διαστρέφουν και ολότελα. Παρ' όλα αυτά, η φήμη των δύο ποιητών δεν υπέστη βλάβη, ούτε τα επίδικα ποιήματα απωθήθηκαν από τον λογοτεχνικό μας κανόνα. Γιατί; Προφανώς λόγω του χρόνου που παρήλθε. Κανείς μας δεν γνώρισε βέβαια προσωπικά τον Σωκράτη ή τον Ευριπίδη, οι υποθέσεις Βαρνακιώτη και Μαλακάση είναι ίσκιοι απόμακροι του παρελθόντος, σήμερα δεν μας αφορούν παρά μόνο φιλολογικά. Και δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε τα πάθη που ανακινούσαν την εποχή τους. Το αντίθετο συμβαίνει με την τωρινή, την εντελώς επίκαιρη σάτιρα. Για όποιον δεν συμμερίζεται την γνώμη του Αρκά για τον βίο και την πολιτεία του Τσίπρα, για όποιον μάλιστα τυχαίνει να πρόσκειται στον σατιριζόμενο ή έστω να τον συμπαθεί, η βιαιότητα των επιθέσεων του γελοιογράφου στον πολιτικό είναι σκανδαλώδης. Ένας τέτοιος δεν μπορεί να παραδεχτεί τη μεγαλοφυΐα του Αρκά πόσο μάλλον να αναγνωρίσει την εκπληκτική ευστοχία ειδικά των σκίτσων του που καταπιάνονται με τον Τσίπρα. Όμως και αυτός ακόμα, εντελώς άθελά του, στο τέλος υποκλίνεται και στα δυο. Από πού φαίνεται; Μα από τις οργίλες αντιδράσεις, από τις απελπισμένες καταγγελίες ότι ο καλλιτέχνης από κάπου "τα πιάνει", από τα λυπημένα σχόλια για την "κατάντια του", κ.ο.κ., κ.ο.κ. Απόπειρες άμυνας είναι όλα αυτά, απόπειρες όμως αμήχανες, απρόσφορες, φτωχές, που σκορπούν σαν το φύλλο στον άνεμο στο επόμενο σκίτσο. Αν ο Αρκάς είχε "ξεπέσει", αν είχε χάσει "το χιούμορ του", αν είχε γίνει όντως "τόσο φτηνός" και "πουλημένος" όσο του καταλογίζουν, η δουλειά του δεν θα ενδιέφερε κανέναν. Συμβαίνει όμως το αντίθετο, ποτέ δεν ήταν πιο καίριος, πιο δυνατός, πιο επίκαιρος όσο τώρα - εξού και όλη αυτή η λατρεία και το μίσος που ξεσηκώνει. Γιατί ο καλύτερος Αρκάς είναι αυτός των τελευταίων χρόνων. Αυτός που έχει παρατήσει το αριστοκρατικό χιούμορ ή την συμπαθητική ηθογραφία και έχει πιάσει το μαστίγιο. Εννοείται ότι δεν μπορεί κάτι τέτοιο να αρέσει σε όλους, αλίμονο. Αλλά αυτό είναι το γνώρισμα του μεγάλου σατιρικού, ότι δημιουργεί έχθρες. Η σάτιρα στο υψηλότερο επίπεδό της δεν προκαλεί γέλιο. Είναι σαρωτική, πιάνεται από ένα κουσούρι και το διογκώνει ανελέητα, καταφέρνει να κλείσει σε μια ατάκα, μια πινελιά μια ολόκληρη εποχή, έναν ολόκληρο τόπο. Προκαλεί οργή, θυμηδία, αγανάκτηση, πόνο. Αντλεί από όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα και ένστικτα, και από το μίσος ακόμη: ας σκεφτεί κανείς τον Αρχίλοχο της Νεοφύλης, τον Σολωμό της “Γυναίκας της Ζάκυθος”, τον Παλαμά των “Σατιρικών Γυμνασμάτων”. Σε τέτοιο ύψος αναρριχάται τις καλύτερες στιγμές του ο Αρκάς. Μόνο οι μεγάλοι το μπορούν αυτό, να διχάζουν τα πνεύματα, να ξεσηκώνουν τα πάθη, να στρέφουν εναντίον τους ώς και πρώην θαυμαστές, να συνεπαίρνουν τα πριν άσχετα πλήθη. Και το μπορούν όχι επειδή είναι τάχα "παραταξιακοί", "τσιράκια της μιας πλευράς", όπως τους τα σούρνουν. Αλλά επειδή είναι τόσο ισχυροί και ανεξάρτητοι πνευματικά και ηθικά ώστε να αντέχουν και στα δυο - και στα ζήτω των οπαδών και στα γιούχα των αντιπάλων. Πηγή
  6. H περίπτωση του Αρκά και το τέλος της γελοιογραφίας όπως την ξέραμε Δεν είναι ο μόνος που κατέληξε στην οδό της μονόπαντης και βασανιστικά προβλέψιμης ατζέντας, αυτός είναι ο κανόνας εδώ και καιρό για τους περισσότερους γελοιογράφους πάσης ιδεολογικής προαίρεσης Υπάρχουν και όρια όμως (όχι ηθικού αλλά αισθητικού τύπου) και νομίζω ότι ο Αρκάς τα υπερέβη με την πρόσφατη ανάρτησή του που φανερώνει και κάποια ανησυχητικά συμπτώματα μανίας καταδιώξεως, στην οποία εμφανίζεται επιβλητικό (και φλύαρο) το σλόγκαν «Απαγορεύονται αστεία: ρατσιστικά, σεξιστικά, ομοφοβικά, politically incorrect, fat shaming, body shaming» Θυμάμαι κάποτε που μπορεί να διαφωνούσαμε με κάποιους για τα πάντα, υπήρχαν όμως κάποιες ελάχιστες και πολύτιμες σταθερές αξίες υπεράνω κριτικής και υπεράνω υποκειμενικών, αισθητικών και (μικρο)πολιτικών, κριτηρίων. Μία από αυτές ήταν τα κόμικς, τα καρτούν, οι γελοιογραφίες, το έργο, το πνεύμα και η αντίληψη του Αρκά από την εποχή της «Βαβέλ» ακόμα. Είχε να κάνει και λίγο, υποθέτω, με το πέπλο μυστηρίου γύρω από τη «μυστική» του ταυτότητα (αλάνθαστο τρικ ανά τους αιώνες, που σε γλιτώνει από τις φθορές της διασημότητας), κυρίως όμως είχε να κάνει με το διεισδυτικό, αβίαστο και ανέμελα ασεβές χιούμορ, τη δημιουργία και τη συντήρηση εμπνευσμένων αρχετυπικών χαρακτήρων και με την αίσθηση ενός εικονογραφικού/αφηγηματικού σύμπαντος που παρέμενε οικουμενικό χωρίς να είναι «αλλού», διαφεύγοντας ως διά μαγείας σχεδόν από το εσωστρεφές και κλειστοφοβικό νεοελληνικό σύστημα παραγωγής σάτιρας. Μεγάλη δουλειά αυτό το τελευταίο, αν μπορείς να το καταφέρεις χωρίς ίχνη κανιβαλισμού ξένων επιρροών. Ως γνωστόν, τα τελευταία χρόνια ο Αρκάς έχει επιλέξει, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι που παραδόθηκαν για λόγους προσωπικούς ή βιοποριστικούς στους αφόρητους περιορισμούς που επιβάλλει ένα ακραία διχαστικό κλίμα, την οδό της στράτευσης και της απολύτως προβλέψιμης κατεύθυνσης στις ατάκες των κεντρικών χαρακτήρων του, και ειδικά αυτού του μέσου καθημερινού τυπάκου που κουνάει το δάχτυλο, «καυτηριάζοντας» αποκλειστικά τις κωμικοτραγικές ανακολουθίες της εξουσίας των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Δεν έχει και πολλή πλάκα αυτό όμως και, όπως και να το κάνουμε, αντικειμενικά είναι εντελώς άχαρο να χαϊδεύεις τα πιο στοιχειώδη αντιπολιτευτικά ένστικτα, χωρίς καν τον κόπο μιας λίγο πιο βαθιάς υπονόμευσης, έστω και μόνο του συγκεκριμένου στόχου. Περνάνε από μπροστά μου στα social media τα καρτούν του, τα κοιτάω, υπομειδιώ και λίγο, όχι λόγω ευθυμίας αλλά μάλλον λόγω συγκατάβασης για τη –μη χαρακτηριστική κάποτε για τον ίδιο– λαϊκίστικη κοινοτοπία που συχνά τα διακρίνει (ούτε ο Κώστας Μητρόπουλος στα πιο πασοκοσυντηρητικά του τέτοιο πράγμα, που κάποτε εκπροσωπούσε ακριβώς το αντίθετο από τον Αρκά ή τον Γ. Ιωάννου), και συνεχίζω τη μέρα μου πιο κατηφής. Μπορεί να το έχει πάρει προσωπικά αυτό με την παρούσα κυβέρνηση (κακό πράγμα όμως η λογική του ξεκαθαρίσματος λογαριασμών για έναν καρτουνίστα), η οποία σαφώς έχει οδηγήσει πολύ καλό κόσμο στα κάγκελα. Τέλος πάντων, με γεια του με χαρά του, και δικαίωμά του. Δεν είναι ο μόνος που κατέληξε στην οδό της μονόπαντης ατζέντας, αυτός είναι ο κανόνας εδώ και καιρό για τους περισσότερους γελοιογράφους πάσης ιδεολογικής προαίρεσης. Έχω κρατήσει μια λίγο παλιότερη (4-5 χρόνια;) γελοιογραφία του Ηλία Μακρή στην «Καθημερινή», όπου απεικονίζεται χωρίς λόγια ο Τσίπρας στο κρεβάτι του ψυχαναλυτή που έχει τη μορφή του Μαρξ και έχει σηκώσει το περίστροφο στον κρόταφό του, όχι επειδή είναι τόσο ιδιοφυής ή σπαρταριστή αλλά επειδή προσκαλεί στο αστείο έναν μέσο κοινό παρονομαστή που δεν έχει παραδοθεί σε κάποια αεροστεγή ατζέντα, όπως έκαναν και οι γελοιογραφίες του ΚΥΡ κάποτε. Το ίδιο το είδος της γελοιογραφίας έτσι κι αλλιώς έχει περιθωριοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, έρμαιο της γενικής παθογένειας των έντυπων μέσων, και λειτουργεί πλέον ως συλλογή από προμελετημένα memes, συχνά ανέμπνευστα, κακόβουλα και μοχθηρά. Οι ατέλειωτες γελοιογραφίες με τη Μέρκελ ή τον Σόιμπλε σε κατάσταση λυσσασμένου παροξυσμού και ντυμένους με ζαρτιέρες και στολή Ες-Ες (που θύμιζαν το σκετς του Σεφερλή με τίτλο «Αδέλφω Χίτλερ») είναι μόνο ένα παράδειγμα και ίσως το πιο ήπιο στην πραγματικότητα. Υπάρχουν και όρια όμως (όχι ηθικού αλλά αισθητικού τύπου) και νομίζω ότι ο Αρκάς τα υπερέβη με την πρόσφατη ανάρτησή του που φανερώνει και κάποια ανησυχητικά συμπτώματα μανίας καταδιώξεως, στην οποία εμφανίζεται επιβλητικό (και φλύαρο) το σλόγκαν «Απαγορεύονται αστεία: ρατσιστικά, σεξιστικά, ομοφοβικά, politically incorrect, fat shaming, body shaming», ενώ δίπλα ο τυπάκος επιχειρεί να αρθρώσει ανέκδοτο που και καλά δεν προσβάλλει δυνητικά κανέναν («είσαι πολύ ξινός, είπε η ντομάτα στο λεμόνι»). Τι να πεις... Ούτε ως γενικό σχόλιο περί επιδερμικού και υποκριτικού δικαιωματισμού δεν στέκεται. Εξάλλου, τα ρατσιστικά, σεξιστικά κ.λπ. αστεία δεν τα απαγορεύει κάποια σύγχρονη Ιερά Εξέταση (βρομάει ο τόπος από δαύτα), απλώς είναι «εύκολα», κακόβουλα, μαλακισμένα και φανερώνουν παντελή έλλειψη χιούμορ. Και επίσης, ήθελα να 'ξερα, όλοι αυτοί που τυραννιούνται τόσο βάναυσα στη χώρα μας από τις στυγνές επιταγές της «πολιτικής ορθότητας» έχουν κοιτάξει τα πρωτοσέλιδα των εθνοχριστιανικών ξεκωλοφυλλάδων που κρέμονται στα περίπτερα και στάζουν ξεφτίλα, παρακμή και χουντίλα; Έχουν χαζέψει τη «δημόσια» –μη συνδρομητική, τέλος πάντων– τηλεόραση (κρατικοδίαιτη και ιδιωτική, αλλά εν προκειμένω κυρίως τη δεύτερη, η ΕΡΤ κουβαλά άλλου τύπου βαριές αμαρτίες) για να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι το μήνυμα που περνά το μέσο στον κόσμο, που, ελλείψει άλλων επιλογών, παρακολουθεί εκπομπές απίστευτης χυδαιότητας, τρομολαγνείας, μικροαστικής ηθικολογίας μετεμφυλιακού τύπου και εκφασισμού; Πηγή
  7. Το "Θεοί σε Κρίση" κυκλοφορεί πια σε 4 γλώσσες, ξεκινώντας από το Γαλλικό: NOM DE ZEUS: la crise greque vue de l'olympe. πρώτη έντυπη έκδοση στα Γαλλικά, 2015. Σενάριο/Σχέδιο: Meliss επιμέλεια κειμένων(Ελληνικά): Νίκη Κωνσταντοπούλου Χρώμα: Meliss φιλική συμμετοχή στο χρώμα: Άκης Μελάχρης, Κατερίνα Βαμβασάκη. Μετάφραση: Marie Oneisi, Gerard. Εκδοτική: M'edite (Dicoland) Hμερ. έκδοσης: 2015 Είδος εντύπου: Graphic novel Περιεχόμενο: Χιουμοριστικό Μέγεθος: A4 Σελίδες: 88 https://livre.fnac.com/a9040060/Meliss-Nom-de-Zeus Αγγλικά: GODS IN CRISIS (2015) Μετάφραση: John M. Bradley Amazon kindle edition https://www.amazon.com/GODS-CRISIS-language-George-Melissaropoulos-ebook/dp/B010EAAQEU/ref=sr_1_1 Ελληνικά: ΘΕΟΙ ΣΕ ΚΡΙΣΗ (2016) εκδόσεις Webcomics http://webcomics.gr/?p=1520 Τουρκικά: Tanrılar Beş Parasız (2017) Publisher: GÜRER YAYINLARI http://www.kibo.com.tr/kibokatalog/kitap-tanrilar-bes-parasiz-meliss-9786055785765 FR: Les dieux de la mythologie, par leur insouciance, ont vidé les caisses. ils ont tout claqué : Zeus pour ses sirènes, Déméter pour l’agriculture bio, Aphrodite pour se faire belle… Arrive le dieu national monétaire – alias DNM – qui veut les « aider » à rétablir la situation financière de la Grèce et qui menace de confisquer l’acropole si les finances ne sont pas assainies fissa. Hermès se lance alors dans une quête désespérée pour sauver la Grèce, si possible sans DNM, et sauver les dieux dans la foulée. Car la colère du peuple gronde et certains n’hésitent plus à remettre en cause leur existence… GR: Οι Θεοί του Ολύμπου, με τις καταχρήσεις τους, έχουν αδειάσει το ταμείο. Όλοι έχουν συνεισφέρει σε αυτό: ο Δίας με τις Σειρήνες, η Δήμητρα με τις βιολογικές καλλιέργειες, η Αφροδίτη για να γίνει πιο όμορφη… Έρχεται λοιπόν ο Διεθνής Νομισματικός Θεός (ΔΝΘ), για να τους “βοηθήσει” να βγουν από την κρίση. Στην τελική, αν δεν φτάνουν τα χρήματα, το πολύ πολύ να πουλήσουν την Ακρόπολη. Ο Ερμής ξεκινάει ένα απελπισμένο ταξίδι για να σώσει την Αρχαία Ελλάδα -κατά προτίμηση χωρίς τον ΔΝΘ- και να σώσει τους θεούς από την τρέλα τους, αφού οι θνητοί έχουν αρχίσει να αντιδρούν και να θέλουν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους…
  8. Πώς να δουλεύεις, να γελάς, να ζεις, να πεις σ' αγαπώ, με τόσο μίσος... «Τρία χρόνια στην κονσέρβα», γράφει ο υπέρτιτλος στο εξώφυλλο του νέου τεύχους του Charlie Hebdo. «Το ημερολόγιο του “Ισλαμικού Κράτους”; Δώσαμε», λέει πίσω από τη σιδερένια πόρτα ένας εργαζόμενος του περιοδικού Συντάκτης: Ανζελίκ Κουρούνη* Πώς μπορείς να γράφεις, να σκιτσάρεις, να δουλεύεις σε ένα χώρο που μοιάζει με πολεμικό καταφύγιο, ο οποίος είναι στη κυριολεξία έτσι; Που σου θυμίζει κάθε μέρα, κάθε στιγμή, κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου ότι απειλείται η ζωή σου; Λες ότι δεν το βάζεις κάτω, λες ότι για το γαμώτο της ιστορίας, για όσους δεν είναι πια εδώ, θα συνεχίσεις να γελάς, να ειρωνεύεσαι, να ζεις. Αλλά να, δεν είναι μόνο οι αναμνήσεις, είναι και τα μηνύματα στην ιστοσελίδα μας και στους προσωπικούς λογαριασμούς στο Twitter. Αυτά που σου λένε ότι θα έρθουν άλλοι, σύντομα, να τελειώσουν τη δουλειά τον αδερφών Κουασί. Δεν είναι ένα ή δυο. Δεν είναι μία η δυο φορές. Είναι πολλά και είναι καθημερινά. Εκεί μπαίνεις σε σκέψεις. Γιατί; Γιατί έπειτα από τρία χρόνια, έπειτα από 12 νεκρούς, ένα ΜΜΕ μίας δημοκρατικής χωράς λαμβάνει ακόμη τέτοια μηνύματα; Γιατί στον 21ο αιώνα δημοσιογράφοι μιας ευρωπαϊκής χώρας, και μάλιστα όλο και πιο πολλοί, ζουν υπό την απειλή θανάτου, επειδή έκαναν τη δουλειά τους όπως θεωρούν ότι πρέπει να την κάνουν; Διαφωνείς; Εχεις το δικαίωμα. Μην αγοράζεις την εφημερίδα, γράψε κάπου την αντίθετη γνώμη σου, κάνε δικά σου σκίτσα, όπως έκανε και η βασίλισσα της Ιορδανίας όταν διαφώνησε με το σκίτσο του Ρις για τον μικρό Αϊλάν. Κινήσου δικαστικά, η Δημοκρατία σού δίνει και το δικαίωμα και την ευκαιρία και δεν είναι λίγοι αυτοί που το επιχείρησαν. Αλλες φορές κερδίσαμε, άλλες χάσαμε. Ετσι γίνεται διάλογος. Ο καθένας μπορεί να παρουσιάσει τα επιχειρήματά του, αν έχει, και η Δικαιοσύνη αποφασίζει. Οταν όμως σκοτώνεις τον άλλο, πού είναι ο διάλογος; Πού είναι τα επιχειρήματά σου; Σκοτώνεις επειδή δεν ήθελες να ακούσεις τον άλλο, μήπως και έχει δίκιο; Μήπως και ταρακουνήσει τα πιστεύω σου; Μα τότε, αν τα δικά σου επιχειρήματα δεν μπορούν να ξεπεράσουν τα δικά μου, πάει να πει ότι τελικά έχει ήδη χάσει τη μάχη του διαλόγου. Kαι τι σου μένει αν δεν δέχεσαι την ήττα σου; Τίποτα, μόνο να κάνεις τον άλλο να σιωπήσει, όπως και έγινε. Αυτός ο διάλογος έχει και μία άλλη ονομασία: ελευθερία του Τύπου, βασική αρχή τις Δημοκρατίας. Αλλοι μάλιστα ονομάζουν τον Τύπο τέταρτη εξουσία. Χωρίς ελευθερία του Τύπου δεν υπάρχει Δημοκρατία, χωρίς αυτή το γνωστό ελληνικό σύνθημα «Αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι» αποκτά όλη του τη σημασία. Εμείς στο Charlie Hebdo λέμε τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη. Το κάνουμε με κέφι, με γέλιο, ακόμη και τώρα. Αλλοι το κάνουν με σκίτσα, άλλοι με τις λέξεις, λίγοι και με τα δυο. Ο Charb ήταν ένας από αυτούς. Σκίτσαρε τα απίστευτα κίτρινα ανθρωπάκια που έλεγαν τις αλήθειες, που συχνά δεν θέλεις να ακούσεις, με το καυστικό του χιούμορ, αλλά έγραφε και βιβλία, τα γνωστά Fatwa του Charb - αυτό και αν είναι χιούμορ. Πέθανε όρθιος με το μολύβι στο χέρι του, πιθανόν και με το «κωλοδάκτυλό» του υψωμένο. Λίγα χρόνια πριν, όταν είχαν κάψει πρώτη φορά την εφημερίδα, είχε βγει από τα γραφεία -που ακόμη «κάπνιζαν»- με το φύλλο της εφημερίδας με το σκίτσο του Μωάμεθ, που είχε εξοργίσει ορισμένους φανατικούς πιστούς. Δεν το έβαλε κάτω, ούτε και αυτοί που επέζησαν, αν και η ζωή τους έχει γίνει κόλαση όσο δεν μπορείτε να φανταστείτε. Πολλοί ζουν υπό 24ωρη προστασία, περιτριγυρισμένοι από αστυνόμους βαριά οπλισμένους, ακόμη και στις πιο ιδιαίτερες οικογενειακές στιγμές ή σε διακοπές. Αντε να πεις στον άνθρωπό σου «σ' αγαπώ μωρό μου» με πέντε μπάτσους δίπλα να φυλάνε, όσο διακριτικοί και να 'ναι, που δεν είναι, διότι δεν είναι η δουλειά τους να είναι διακριτικοί. Και στο κάτω-κάτω της γραφής, το τομάρι τους παίζουν κορόνα-γράμματα για τα «πιστεύω» άλλων, με τα οποία πιθανόν όχι μόνο δεν συμφωνούν, αλλά και διαφωνούν. Εχουν τα κότσια να το κάνουν γιατί, μαζί με τους δημοσιογράφους υπό την απειλή θανάτου, είναι και αυτοί κινούμενοι στόχοι. Αντε να προγραμματίσεις κοινωνική έξοδο με τεθωρακισμένα αυτοκίνητα, χώρια ότι στο εστιατόριο μόνος/η στη τουαλέτα δεν πας. Η καθημερινότητα είναι Γολγοθάς. Και εδώ ξεσπά η οργή διότι, μετά από όλα αυτά, στο Charlie Hebdo δεν έχουμε μόνο να αντιμετωπίσουμε τους δηλωμένους εχθρούς, αλλά και το τσούρμο των «ναι, συμπαραστέκομαι στο Charlie, αλλά... ». Είναι σαν να λες «κακώς τη βίασαν, αλλά... ». Δεν υπάρχει αλλά, υπάρχει μια απαραβίαστη ελευθερία του Τύπου, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος στη βλασφημία. Ο νόμος, τουλάχιστον στη Γαλλία, δίνει το δικαίωμα στην ελεύθερη κριτική των ιδεών και των θρησκευτικών πρακτικών. Οχι όμως των πιστών. Εκεί είναι η διαφορά και είναι δυσκολοχώνευτο να πρέπει, ακόμη και τώρα, έπειτα από τόσους νεκρούς, μετά από τόσους τραυματισμένους -από τους οποίους πολλοί έχουν ακόμη βαριές αναπηρίες- να πρέπει να κάτσεις να εξηγείς τι θα πει σάτιρα, τι είναι σατιρικό σκίτσο, τι είναι ελευθερία του Τύπου, τι είναι Δημοκρατία, τι είναι κοσμικό κράτος. Το να λες «είμαι Charlie», το περιβόητο «Je suis Charlie» δεν πάει να πει ότι συμφωνείς με το τι γράφεται στο Charlie, αλλά ότι είσαι οπαδός αυτής της ελευθερίας της υπέρβασης. Και όχι μόνο. Για μένα είναι και μια ώθηση για ζωή έναντι του κάθε φασισμού -πολιτικού, θρησκευτικού και κοινωνικού- είναι μία στάση ζωής έναντι στον καθωσπρεπισμό, στο περιβόητο politically correct («πολιτικά ορθό») που μας παραλύει κάθε μέρα περισσότερο, είναι μία μάχη για μία κοσμική κοινωνία. Εδώ απέχουμε πολύ από τη νίκη, αλλά συνεχίζουμε, με όποιο κόστος. *συντάκτρια Charlie Hebdo Πηγή
  9. Αρκάς: η θλιβερή κατάπτωση μιας μεγαλοφυΐας Συντάκτης: Γιώργος Μαρτινίδης*, Ιπποκράτης Ταυλάριος** «Φεβρουάριος» προς «Ιούνιο»: «Θεούλη μου, εκτός από ιδρώτα μυρίζει και σκουπίδια» ή «Γιατί σε λένε κουτσοφλέβαρο;» «Γιατί μπερδεύουν το πι με το κάπα…». Εάν κανείς σου έλεγε πριν μερικά χρόνια ότι αυτά είναι στριπ του Αρκά θα αρνιόσουν να το πιστέψεις. Όσοι περάσαμε δεκαετίες θαυμάζοντας το πάλαι ποτέ υψιπετές χιούμορ του Αρκά, γινόμαστε πλέον θεατές μιας συνεχούς δοσολογικής χορήγησης μεμονωμένων αποσπασματικών σκίτσων, προς τέρψιν ενός αδηφάγου διαδικτυακού κοινού, το οποίο παραδόξως ο ίδιος ο σκιτσογράφος συχνά-πυκνά ειρωνεύεται. Τις αριστουργηματικές πρώτες του σειρές Κόκκορας, Show Business, Ισοβίτης και Χαμηλές Πτήσεις (συν μερικά ακόμη υπέροχα μονότομα), από τα μέσα του ενενήντα διαδέχτηκαν τα επίσης καλά αλλά συγκριτικά κατώτερα Καστράτο, η Ζωή Μετά και οι Συνομήλικοι. Ενώ από το 2010 και έπειτα εκδίδει τα μέτρια έως απογοητευτικά Επικίνδυνα Νερά, Μαλλί με Μαλλί και άλλα μικρά άλμπουμ. Ήταν το 2015, όταν ο ήδη καταξιωμένος Αρκάς, ο οποίος είχε εμφανιστεί στα social media λίγο νωρίτερα και είχε αρχίσει να προωθεί τα σκίτσα του από εκεί, έγινε ξαφνικά στόχος έντονης κριτικής από τους αναγνώστες του. Ο λόγος ήταν ότι ο σκιτσογράφος, για πρώτη φορά μετά από 30 χρόνια καλλιτεχνικού έργου, στράφηκε προς ένα πολιτικό χιούμορ, ή μάλλον «κομματικό», επιτιθέμενος στην τότε «ελπιδοφόρα» νεοεκλεγείσα κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Εκείνο το διάστημα, μάλιστα, ο Αρκάς, ίσως σοκαρισμένος από την αμφίδρομη φύση της επικοινωνίας στα social media, έκλεισε το προφίλ του, υποδυόμενος το θύμα bullying. Όμως επανήλθε δριμύτερος σύντομα. Και, από τα τέλη του 2015 και έπειτα οι πολιτικές του τοποθετήσεις άρχισαν να χαίρουν μεγαλύτερης αποδοχής καθώς η απογοήτευση από τις πολιτικές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ επεκτεινόταν στην κοινωνία. Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι όμως, γιατί ο Αρκάς αποφάσισε ξαφνικά να στραφεί από ένα βαθύ, διαχρονικό και οικουμενικό χιούμορ που προβληματίζεται για την ζωή και την τέχνη, στην εφήμερη στοχευμένη κριτική προς μια συγκεκριμένη κυβέρνηση. Οι διαχειριστές της επίσημης σελίδας του Αρκά στο facebook έχουν δηλώσει ότι πλέον ο πολιτικός αμοραλισμός έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό που ο σκιτσογράφος δεν μπορούσε να αφήσει την κατάσταση ασχολίαστη. Σαφώς και υπάρχει πολιτικός αμοραλισμός στο σημερινό πολιτικό σκηνικό, ωστόσο φαίνεται αδιανόητο πως ένας άνθρωπος που μεσουρανούσε δημιουργικά κατά τις δεκαετίες του 1980 και 1990 και έχει βιώσει το σκάνδαλο των πάμπερς, το «Τσοβόλα δωσ’ τα όλα», τα ζεϊμπέκικα του Άκη, τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο να απολαμβάνει στριπτίζ στα μπουζούκια, τα πρωτοσέλιδα της Αυριανής με την ημίγυμνη Μιμή και την γενικότερη επικρατούσα προκλητική πολιτική σήψη των εποχών αυτών ανακαλύπτει τώρα ξαφνικά τον πολιτικό αμοραλισμό… Βέβαια, η σελίδα έχει δηλώσει επίσης ότι «ο Αρκάς πάντα έκανε πολιτικό χιούμορ», αλλά με εξαίρεση κάποια καρέ στον Ισοβίτη και κάποια αδημοσίευτα, που καυτηριάζουν τις εκλογές και τους πολιτικούς αορίστως, το έργο του δεν είχε καμία άμεση αναφορά σε συγκεκριμένες κυβερνήσεις, γεγονότα και πρόσωπα ως το 2015. Πλέον ο Αρκάς μεταμορφώθηκε από μια καλλιτεχνική μεγαλοφυΐα εφάμιλλη του Τσαρλς Σουλτς σε έναν απλό στρατευμένο γελοιογράφο. Άραγε πώς θα φαινόταν εάν ο Σουλτς είχε περάσει τα γηρατειά του παρατώντας τον Τσάρλι Μπράουν και φτιάχνοντας φτηνά προπαγανδιστικά σκίτσα υπέρ του Μπους του πρεσβύτερου; Άλλη μία δήλωση της σελίδας ήταν ότι το πολιτικό χιούμορ του Αρκά θα μπορούσε να αναφέρεται σε οποιαδήποτε κυβέρνηση, ισχυρισμός που αυτοαναιρείται πανηγυρικά όταν στα σκίτσα του φωτογραφίζεται σαφώς ο Αλέξης Τσίπρας, ως γελαστός νέος με κακά αγγλικά, όταν εμφανίζεται ξεκάθαρα ο Ευκλείδης Τσακαλώτος με το κόκκινο σακίδιο πλάτης του, όταν στηρίζει ανοικτά την ανατροπή της κυβέρνησης στην Βενεζουέλα, και όταν επιπλέον με κάποια σκίτσα του (σε καμία περίπτωση χιουμοριστικά) προωθεί το αμφιλεγόμενο κίνημα «Παραιτηθείτε». Πέρα από την υποκρισία αυτών των αντιφάσεων, πάντως, η επιλογή του Αρκά να κάνει ξαφνικά έντονα πολιτικό σκίτσο δεν έχει από μόνη της κάτι το μεμπτό. Ένα μεγάλο μέρος των παλιών αναγνωστών του που προέρχεται από τον χώρο της αριστεράς φαίνεται να εκλαμβάνει την πλήρη ταύτιση της πολιτικής θέσης του Αρκά με αυτήν της Νέας Δημοκρατίας ως κάποιου είδους «ξεπούλημα», αλλά θα έπρεπε να είναι προφανές ότι ο σκιτσογράφος έχει κάθε δικαίωμα να σχολιάσει την πολιτική κατάσταση και να επιλέξει την στάση του. Ωστόσο, η τόσο λυσσαλέα επίθεση εναντίον της κυβέρνησης, αλλά και η δηλητηριώδης ειρωνεία κατά του «ηλίθιου λαού» από έναν καλλιτέχνη που φαινόταν τόσο ψύχραιμος και αποστασιοποιημένος από τέτοιες μεροληπτικές μικρότητες, πραγματικά εκπλήσσει. Ενώ υπάρχουν πολλές αιτίες για να κριτικάρει κανείς έλλογα την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, τα επιχειρήματα της πολιτικής κριτικής του Αρκά αντανακλούν πλήρως αυτά των ΜΜΕ που πρόσκεινται στην τωρινή αντιπολίτευση. Επιχειρήματα εξαιρετικά απλοϊκά, διχαστικά και σαθρά. Ενδεχομένως, όπως μια μεγάλη μερίδα κόσμου, να έχει επηρεαστεί κι αυτός από τα κατευθυνόμενα ΜΜΕ και να ζει υπό τον τεχνητό φόβο μιας χρεοκοπίας ή μιας σταλινικής εκκαθάρισης των αστών. Ως αποτέλεσμα, τα πολιτικά του σκίτσα δίνουν την αίσθηση ότι φαντασιώνεται τον εαυτό του ως άλλο Σολτζενίτσιν, που τον διώκει ως αντιφρονούντα το κομμουνιστικό καθεστώς. Αυτό που προβληματίζει είναι το γεγονός ότι η κριτική του στην τωρινή κυβέρνηση, δεν γίνεται με το λεπτό και πνευματώδες χιούμορ στο οποίο μας είχε συνηθίσει αλλά περισσότερο με λογική φτηνού μακαρθισμού, επικεντρωνόμενη σε μία επίθεση χονδροειδούς προπαγάνδας, συχνά μέσω ενός μισάνθρωπου «Προφήτη» που κηρύττει με χυδαίους όρους όπως «ψεύτες» «κλέφτες» «ζώα» «σαλτιμπάγκοι» κ.α. Δυστυχώς, η στροφή του Αρκά στο πολιτικό σχόλιο είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το θλιβερό γεγονός ότι το χιούμορ του είχε πάρει την κάτω βόλτα πολύ πριν ασχοληθεί με την πολιτική, και με τον σχολιασμό ασήμαντων σημείων της επικαιρότητας. Εάν ο Αρκάς αποφάσιζε να κάνει πολιτικό χιούμορ νωρίτερα στην καριέρα του πιθανόν να ήταν εξίσου ευφυές και αστείο με το υπόλοιπο παλαιότερο έργο του, ενώ τώρα είναι εξίσου αφελές και κρύο με τις καινούργιες του δημιουργίες. Πλέον, έφτασε να δημοσιεύει στον κίτρινο τύπο, το απελπιστικότερο μέχρι στιγμής έργο, τον «Φεβρουάριο και τους Έντεκα Μήνες» που, βασιζόμενο σε αστεία σεφερλίδικου τύπου με απλές παραφράσεις λέξεων, πέη, δυσοσμίες, ιδρωτίλες κ.α., έχει το επίπεδο φτηνής επιθεώρησης ή αμερικάνικης εφηβικής κωμωδίας. Από την υψιπετή κριτική της τέχνης του Show Business, έως τα απίθανα παιδαριώδη-βλακώδη «αστεία» του Φεβρουαρίου που σου παγώνουν το αίμα, φαίνεται ότι έχουν επέλθει τα πέτρινα χρόνια στο χιούμορ του Αρκά, ο οποίος μάλλον δείχνει απλώς να παίζει παίγνια δημοσιότητας, και να βιοπορίζεται… Εδώ πλέον δεν δημιουργούνται χαρακτήρες, ούτε πλοκή, ούτε ηθοπλασία. Μεμονωμένα, εύπεπτα, προς τέρψιν γρήγορων φεισμπουκικών αναγνώσεων, με συχνά ακαλαίσθητες επεκτάσεις των αστείων εκ μέρους των σχολιαστών. Λείπει πλέον το παράδοξο, το ανατρεπτικό, το εκρηκτικό. Δεν θα είναι υπερβολή αν λέγαμε ότι λείπει το ποιοτικό… Όσο τα τεχνικά μέσα που έχει στην διάθεσή του ο σκιτσογράφος βελτιώνονται, και η ευκολία δημιουργίας των σκίτσων και η συχνότητα με την οποία βγαίνουν αυξάνει, τόσο η ποιότητα του χιούμορ του χειροτερεύει. Παρόλα αυτά, θα ήταν άδικο να είμαστε τόσο απαιτητικοί από τον Αρκά. Μόνο ένα από τα κορυφαία δημιουργήματά του θα ήταν αρκετό για να τον καταστήσει κορυφαίο σκιτσογράφο, οπότε, δεδομένου ότι έχει βγάλει τόσα αριστουργήματα, θα ήταν ουτοπικό να περιμένουμε να κρατηθεί εσαεί στο ίδιο επίπεδο. Ωστόσο, ακριβώς αυτό το υψηλό επίπεδο του έργου του, όπως το γνωρίζαμε, είναι που μας κάνει να απογοητευόμαστε με την τεράστια απόστασή που έχει από τα καινούργια σκίτσα που βλέπουμε να αναρτά. Ευχόμαστε στον Αρκά να πάρει τον χρόνο του, να αφήνει να ωριμάζουν οι δημιουργίες του, και να μη γίνεται πλέον έρμαιο του αδηφάγου διαδικτυακού χρόνου και των πολιτικών εμμονών του. *Ο Γιώργος Μαρτινίδης είναι συγγραφέας, ψυχολόγος και διδακτορικός ερευνητής στο πεδίο της περιφερειακής και αστικής ανάπτυξης. **Ο Ιπποκράτης Ταυλάριος είναι φωτογράφος ειδικευμένος στην ασπρόμαυρη καλλιτεχνική φωτογραφία, μαθηματικός και θεολόγος. Πηγή
  10. Κριτική του Μαρτινίδη για τον Προφήτη του Αρκά. Υπενθυμίζω ότι με αφορμή τις επικρίσεις για μια συγκεκριμένη γελοιογραφία, ο Αρκάς απέσυρε τα σκίτσα του από τα social media. Μπορείτε να διαβάσετε ένα εξαιρετικό άρθρο εδώ και ένα ακόμα εδώ.
  11. Ο αξιαγάπητος ΚΥΡιος Κυριακόπουλος Μια ανοιχτόκαρδη κουβέντα με τον πιο αγαπητό Έλληνα γελοιογράφο Στο σπίτι παίρναμε «Τα Νέα» και την «Ελευθεροτυπία». Την «Ελευθεροτυπία» την άρπαζα πρώτος εγώ, την άπλωνα ωραία, στρωτά στο χαλί, να μη τσαλακώνεται, και τη διάβαζα, την ξεκοκάλιζα. Τα Σάββατα ιδιαίτερα, όταν είχα να απολαύσω τον ολοσέλιδο ΚΥΡ. Ένα σεντόνι με πανέξυπνο χιούμορ, με τα μικρά μίνιμαλ σχεδιασμένα ανθρωπάκια του που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα με φόντο την Ακρόπολη, σε πάρκα, πλατείες, σπίτια, όλα ζωγραφισμένα ολοκάθαρα και απλά. Χωρίς σκιές και λεπτομέρειες. Μία ανθοστήλη εδώ, ένα λαμπατέρ εκεί. Ανθρωπάκια Έλληνες, απλός λαός, με τα ολοστρόγγυλα ορθάνοιχτα μάτια τους, σαν να απορούν μονίμως με όλα όσα συμβαίνουν. Μίνιμαλ και οι ατάκες τους. Μια φράση που χτύπαγε στόχο και πυροδοτούσε το γέλιο της έκπληξης, της ευχαρίστησης, της γλυκιάς εκδίκησης προς το κατεστημένο – έτσι όπως το καυτηρίαζε ο ΚΥΡ. ΚΥΡ, Γιάννης Κυριακόπουλος. Ο χαμογελαστός κύριος που εμφανιζόταν πάντα στις φωτογραφίες φορώντας τα γυαλιά του και κρατώντας την πίπα του. Δημοφιλής και αποδεκτός παντού γιατί η σάτιρά του ήταν πάντα έξυπνη και διακριτική, δαιμόνια αληθινή χωρίς να γίνεται χυδαία ή άγαρμπη. Τα σκίτσα του καταγράφουν καθημερινά την ελληνική πραγματικότητα εδώ και 50τόσα χρόνια. Μια καθημερινή συνήθεια που, στο τέλος της κάθε χρονιάς, έρχεται πακέτο σε ένα λεύκωμα όπου είναι συγκεντρωμένα όλα τα σκίτσα. Κλασική παράδοση χριστουγεννιάτικου, και πάντα ευπρόσδεκτου, δώρου: σου πήρα το λεύκωμα του ΚΥΡ. Το φετινό λεύκωμα που ετοιμάζει πυρετωδώς για τις εκδόσεις Διόπτρα, έχει τίτλο «Πρώτη φορά πουθενά». Ο ΚΥΡ δεν εμφανίζεται πια σε καμιά εφημερίδα, το χαρτί έδωσε τη θέση του στα πίξελς. Σήμερα, ο ΚΥΡ έρχεται ηλεκτρονικά στο email μας καθημερινά, χαρίζοντάς μας την πιο χαμογελαστή καλημέρα. Η πρόσβαση του κόσμου μέσω internet είναι πολύ μεγαλύτερη, τον εκπλήσσει και τον ίδιο πόσοι είναι συνδρομητές -δωρεάν- στην ιστοσελίδα του. Συνεχίζει να καταγράφει την ελληνική σύγχρονη ιστορία, το χιούμορ του είναι αειθαλές και αστραπιαίο, η πίπα μόνο αντικαταστάθηκε από ένα ηλεκτρονικό τσιγάρο και στη συλλογή του πρόσθεσε άλλη μία αναγνώριση δίπλα στα διεθνή βραβεία: πριν λίγες μέρες, στο Προεδρικό Μέγαρο, ο ΚΥΡ βραβεύτηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Παυλόπουλο με το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος του Φοίνικος. Τιμή που απονέμεται σε Έλληνες πολίτες που υπερέχουν στις τέχνες και τη λογοτεχνία, την επιστήμη, τη δημόσια διαχείριση, τη ναυτιλία, το εμπόριο και τη βιομηχανία. Μπροστά σε αυτή την επισημότητα, ο ΚΥΡ παρέμεινε ο ίδιος, αγαπημένος μας γελοιογράφος: έκανε δώρο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ένα σκίτσο που γράφει «Στο τέλος, σε φιλική ατμόσφαιρα, ο ΚΥΡ είπε στον Πρόεδρο… “Δεν είναι οξύμωρο, σε μια χώρα ανέργων, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, να λέγεται ΠΡΟΚΟΠΗΣ;…”» Ο κύριος Κυριακόπουλος ζει σε ένα περιβάλλον γεμάτο αγάπη. Έχει αποκτήσει το πρώτο του εγγόνι, «Γιάννης Κυριακόπουλος κι αυτός» λέει με τεράστιο χαμόγελο. Η σύντροφός του, η γνωστή δημοσιογράφος Εύη Κυριακοπούλου, είναι μία κομψή, ευγενική παρουσία που του υπενθυμίζει τρυφερά κάτι για τη συνέχεια της ημέρας και αποσύρεται. Ο κύριος Γιάννης κάθεται στο γραφείο με τα πενάκια του, τις λευκές κόλλες χαρτί και αραδιασμένα τα μικρά αξεσουάρ του σκιτσογράφου μπροστά του. Όλα είναι απλά, στρωτά και συντονισμένα στο πηγαίο του χιούμορ. Από πίσω του, η «πολυτιμότερη συλλογή του», όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος: ένας ολόκληρος τοίχος γεμάτος από πορτρέτα του που του έχουν σχεδιάσει άλλοι διάσημοι σκιτσογράφοι, Έλληνες και ξένοι. «…Ο Μποστ… ο Καλαϊτζής… ο Αργυράκης… ο Ιωάννου… ο Αρχέλαος… ο Παυλίδης… ο Κώστας ο Μητρόπουλος… ο Αλέκος Φασιανός… ο Στάθης… αυτό είναι του Plantu από τη Le Monde… κι εκεί στην άκρη το πιο πολύτιμο, του Wolinski που σκοτώσανε στο Παρίσι…». Όλοι αγαπούν τον ΚΥΡ. Αλλά κατά κάποιο τρόπο, μοιάζει σαν να τον βρήκαμε έτσι, έτοιμο, έναν αιώνια φρέσκο, χιουμορίστα φίλο. Πώς ήταν πριν; Του ζητάω να πάμε πίσω, στα παιδικά, νεανικά του χρόνια... «Η ζωή μου άρχισε από τη Νέα Σμύρνη. Είμαι παιδί προσφύγων της Μικράς Ασίας. Την προσφυγιά δεν τη γνώρισα, αλλά όλη μου η παρέα, όλη η γειτονιά ζούσαμε με σκηνικό τον εμφύλιο. Ο πατέρας μου ήταν εργολάβος, έφτιαχνε σπίτια και όλοι οι πατριώτες τα έδιναν σε αυτόν να τους τα φτιάξει. Καλά ζούσαμε, δεν είχα παράπονο. Πήγα σε σχολεία της Νέας Σμύρνης και μετά σε ιδιωτικό Γυμνάσιο. Εκεί βγάζαμε και ένα περιοδικό όπου άρχισα για πρώτη φορά να κάνω γελοιογραφίες. Μάλιστα σε μια-δυο σατίριζα και ένα συμμαθητή μας που έκανε το διαιτητή σε αγώνες μπάσκετ. Σύμπτωση, αυτόν το φίλο μου τον ξανασατίρισα μετά από χρόνια, όταν έγινε υπουργός Παιδείας – ήταν ο Πέτρος ο Μώραλης του Πασόκ. Κατά τα άλλα, στην τάξη πάντα ήμουν έτοιμος να πετάξω καλαμπούρια. Καλός μαθητής δεν ήμουνα. Δεν θα μπορούσα να μπω ούτε στο Πανεπιστήμιο ούτε στο Πολυτεχνείο. Το μόνο άριστα το είχα στα τεχνικά. Κι έτσι στράφηκα σε μία άλλη μορφή τέχνης, ήθελα κάτι μεταξύ διαφήμισης, γραφικών τεχνών, διακόσμησης… κάτι τέτοιο. Κι έτσι πήγα στη Σχολή Καλών Τεχνών της Ιταλίας. Τα πρωινά μου ήταν ολίγον τι ακαδημαϊκά αλλά τα βράδια φοιτούσα σε νυχτερινή σχολή όπου μάθαινα γραφικές τέχνες, κάναμε αφίσες, κεραμική και λοιπά. Μου άρεσε πιο πολύ αυτό. Αλλά και πάλι δεν είχα βρει το στίγμα μου, το χώρο μου. Κάποια μέρα έτυχε να πάω στην Αμερικάνικη Βιβλιοθήκη στη Ρώμη και καθώς έψαχνα τα διάφορα βιβλία, τράβηξα ένα που ήτανε του Αμερικάνου Ρουμανοεβραίου Στέινμπεργκ. Και άρχισαν να χτυπάνε οι καμπάνες! Έμπνευση! Γύρισα θυμάμαι στο δωμάτιό μου και αμέσως άρχισα να σχεδιάζω. Τα είδε μία συμμαθήτριά μου Ιταλίδα και μου πρότεινε να τα πάω σε ένα χιουμοριστικό περιοδικό που κυκλοφορούσε τότε, το «Il Travaso». Ήταν αντίστοιχο του εγγλέζικου Punch. Δεν ήταν πολιτικά σκίτσα, είχαν κοινωνικό χιούμορ. Πήγα, τους αρέσανε, κράτησαν ένα σεβαστό αριθμό και μου έδωσαν κι ένα χαρτί για να πάω να πληρωθώ στο ταμείο. (Γελάει) Ένιωσα για πρώτη φορά ότι κάτι είχα κάνει. Μάλιστα με αυτά τα λεφτά, μάζεψα κάτι φίλους μου Έλληνες και Ιταλούς και τους έκανα το τραπέζι σε μία πιτσερία». Στην Ιταλία, εκείνη την περίοδο, υπήρχε έντονα ένα μεγάλο αριστερό κίνημα. Πώς ήταν η δική σας ζωή εκεί σε ένα τέτοιο φοιτητικό σκηνικό; Η αλήθεια είναι ότι τότε, το Partito Comunista Italiano ήταν μεγάλη υπόθεση. Είχε 8 εκατομμύρια μέλη με ταυτότητες. Τόσα δεν είχε ούτε η Σοβιετική Ένωση. Στο Τορίνο όπου ήταν όλες οι αυτοκινητοβιομηχανίες, η Φίατ, η Λάντσια, η Άλφα Ρομέο και είχε πολλή εργατιά, θυμάμαι μία Πρωτομαγιά η παρέλαση κρατούσε χιλιόμετρα, είχε κοκκινίσει το σύμπαν. Σαν φοιτητικό κίνημα, όμως, μέσα στη Σχολή Καλών Τεχνών δεν το αισθάνθηκα. Άλλωστε είχα ζήσει και έναν εμφύλιο, δεν ήθελα να ξαναμπαίνω σε διχασμούς. Στη σχολή δεν είχαμε αριστερούς - δεξιούς ίσως γιατί τα τρία πέμπτα εκεί ήταν κοπέλες, υπήρχε μεγαλύτερη προσήλωση στην τέχνη παρά σε άλλα. Σαν νέος ήσασταν άτακτος; Σε ένα μεγάλο μέρος της παιδικής μου ηλικίας πήγαινα στα Κατηχητικά. Τότε με την παρέα για να έχουμε ένα γήπεδο, μία λέσχη, έπρεπε να μαζευόμαστε στα Κατηχητικά ή στους προσκόπους. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Ακόμα και για να γίνεις αθλητής, να γραφτείς ας πούμε στον Πανιώνιο, χρειαζόταν ειδική άδεια από το Υπουργείο Παιδείας. Αλλά μισούσα τις στολές. Γι’ αυτό πήγα Κατηχητικό, εκεί ήταν η περισσότερη παρέα. Αν με ρωτήσεις τώρα αν έχω μετανιώσει, ναι υπήρξαν κάποια πράγματα για τα οποία έχω μετανιώσει αλλά περνούσαμε και ωραία. Κατασκηνώσεις, μαζί όλη η παρέα... …Έτσι λοιπόν, στα φοιτητικά χρόνια μου είχα αρχίσει και έδινα σκίτσα. Κάποια μέρα λαμβάνω από την Αθήνα ένα επείγον πακετάκι, ήταν το περιοδικό «Ταχυδρόμος» που έβγαζε τότε ο Οργανισμός Λαμπράκη με διευθυντή τον Γιώργο Σαββίδη. Στο περιοδικό υπήρχε ένα δισέλιδο που έγραφε «Ποιος είναι ο Κυριακόπουλος;» και είχε όλα μου τα σκίτσα που είχα δημοσιεύσει στο ιταλικό περιοδικό. Σε εκείνα τα σκίτσα υπέγραφα ως «Κύργια» και στο τελευταίο άλφα έβαζα μία ελληνική σημαία. Στη Ρώμη τότε ήταν και η Ροζίτα Σώκου λεχώνα, με τον άντρα της τον Ιταλό, μόλις είχε γεννηθεί η κόρη τους. Με ρωτάει λοιπόν, τι έχεις σκοπό να κάνεις; Θα πας στην Αθήνα; Αν πας θα σου γράψω ένα γράμμα για τη φίλη μου την Ελένη Βλάχου. Να πας να τη δεις. Μια μέρα, αφού είχα γυρίσει στην Ελλάδα, είχα το γράμμα στην τσέπη μου και περνούσα από την Πλατεία Καρύτση, εκεί που ήταν ο «Ταχυδρόμος». Λέω, δεν πάω επάνω να ευχαριστήσω αυτούς τους ανθρώπους που μου κάνανε αυτό το αφιέρωμα; Ανεβαίνω, ζητάω τον κύριο Σαββίδη, περνάω μέσα και τον βλέπω όρθιο, με ένα χαμόγελο μεγάλο, να με χαιρετάει και να μου λέει καθίστε, φωνάζει και τον Κώστα τον Μητρόπουλο, τα έχασα εγώ με αυτή την υποδοχή. Με συγκίνησε. Μου λέει, εμείς κάθε Σάββατο που βγαίνουμε, αφιερώνουμε δύο σελίδες στο χιούμορ και θέλουμε ελληνικές υπογραφές. Ό,τι έχετε να μας το φέρνετε κι εμείς θα το δημοσιεύουμε. Άρχισα έτσι συνεργασία και ταυτόχρονα πήγα και στην Ελένη Βλάχου που με σύστησε στο διευθυντή των «Εικόνων», Τάκη Λαμπρία, και άρχισα να στέλνω και σε αυτούς σκίτσα· μου κάνανε ειδικά δισέλιδα. Ακόμα και όταν πήγα στο στρατό μπορούσα και τους έστελνα συνεργασίες. Ήμουν έφεδρος αξιωματικός του Μηχανικού στο Κιλκίς και έμενα έξω σε δικό μου δωμάτιο. Είχα μαζί τα σύνεργά μου, σκιτσάριζα σε χαρτάκια, τα έβαζα σε φάκελο και τα ταχυδρομούσα. Μετά από καιρό, μια εβδομάδα αφού είχα πάρει το απολυτήριό μου, παίρνω ένα τηλεφώνημα από τον Τάκη Λαμπρία και μου λέει, κύριε Κυριακόπουλε, η Ελένη Βλάχου ετοιμάζει εφημερίδα, τη «Μεσημβρινή». Εσύ μέχρι τώρα κάνεις χιούμορ αλλά εμείς θέλουμε πολιτικό σκίτσο. Κάνε μία δοκιμή και φέρε μας. Το πάλεψα, δεν με δυσκόλεψε και πολύ η μεταφορά από το ένα είδος στο άλλο. Τους αρέσανε. Όταν κάνω ένα σκίτσο, βάζω έναν στόχο και γυρίζω γύρω από αυτόν, βρίσκω μια ιδέα, προσπαθώ, ξαναπροσπαθώ. Εάν δεν πετύχω αυτό που θέλω, τσακ, πετάγομαι σε άλλο στόχο, παρόμοιου γεγονότος ή περιεχομένου. Μέχρι να το βρω. Κι έτσι, κυκλοφόρησε το φύλλο της «Μεσημβρινής», ανοίγω να δω τα σκίτσα και βλέπω υπογραφή: «του ΚΥΡ». Εκεί είδα για πρώτη φορά τη λέξη ΚΥΡ. Η Ελένη Βλάχου ήθελε να μπει έτσι το όνομα. Έγινε επίσημα η νονά μου. Κι από εκεί σιγά σιγά προχωρήσαμε… περιοδικά, εφημερίδες, εκθέσεις… Η καθαρή γραμμή που έχετε χαρακτήριζε πάντα τα σκίτσα σας; Ναι, πάντα μου άρεσε το μίνιμαλ. Ήμουνα πιο πολύ της γαλλικής σχολής και όχι της αγγλικής. Καθαρή γραμμή, όχι πολλές φιοριτούρες. Οι Εγγλέζοι, για παράδειγμα, φτιάχνουν έναν άνθρωπο που κάθεται σε ένα γραφείο μιλώντας σε έναν άλλο και λέει το αστείο, κι από πίσω κάνουν τη βιβλιοθήκη, τα αμπαζούρ, το ένα, το άλλο… Εγώ μπορεί να βάλω μια ανθοστήλη μόνο. Κι αυτό για να γεμίσει το σκίτσο, δηλαδή. Να ζυγίζω την εικόνα. Έχετε κάποια tips, κάποια στάνταρντς που ακολουθείτε στην έμπνευσή σας; Αποφεύγω να σκιτσάρω πολιτικά πρόσωπα. Μία στα χίλια θα χρειαστεί να βάλω τον Σαμαρά ή τον Καραμανλή ή τον Τσίπρα. Εγώ θέλω να σχολιάζουν το γεγονός απλοί άνθρωποι. Οι αναγνώστες. Αυτή είναι η αρχή μου. Ο απλός λαός. Άνθρωποι όλων των κατηγοριών. Δυο συνταξιούχοι που τους καίει το θέμα, η γιαγιά με το κλασικό τσεμπέρι, ο τύπος με την τραγιάσκα ο επαρχιώτης, ο κουλτουριάρης με τα γυαλιά, ο πιτσιρικάς, ο πατέρας κ.λπ. Και τους βάζω να μιλάνε στο καφενείο, σε ένα παγκάκι, στην κρεβατοκάμαρα ένας να κουβεντιάζει με τη γυναίκα του... Φροντίζω να είμαι πάντα πολύ καλά ενημερωμένος, δημοσιογραφικά. Διαβάζω δύο εφημερίδες, ει δυνατόν μία της δεξιάς και μία της altera parte, βλέπω τις ειδήσεις στο ίντερνετ, ακούω ραδιόφωνο και μεγάλος μου τροφοδότης πληροφοριών είναι η γυναίκα μου που έρχεται απ’ έξω: «ξέρεις, στο κομμωτήριο όλες οι γυναίκες ήταν έξω φρενών με αυτό.. αυτό… κ.λπ.». Ή ερχόντουσαν τα πιτσιρίκια μου: «Μπαμπά, ξέρεις, όλοι συζητάγανε που ακρίβυνε η βενζίνη ξέρω ’γω…». Πιο πολύ ποντάρω στο τι καίει τον κόσμο ώστε εγώ να πάρω το παράπονό του και να το ρίξω στα μούτρα της εξουσίας. Και επειδή το λένε λαϊκοί άνθρωποι στο σκίτσο μου, αμέσως ο αναγνώστης ευχαριστιέται. Για έμπνευση από τις ειδήσεις, παλιά, είχαμε τις εφημερίδες γιατί ήταν το μόνο μέσον που δεν ήταν κρατικό. Το ραδιόφωνο ήταν κρατικό, τηλεόραση δεν υπήρχε… Ο κόσμος έπαιρνε πολύ τις εφημερίδες τότε. Την υπερ-προσφορά για σάτιρα που υπάρχει στις μέρες μας πώς την αντιμετωπίζετε; Πολλές φορές με ρωτάνε: Κι αν δεν έχεις κάποια φορά ιδέα; Τους λέω, τι λέτε τώρα; Ώσπου να στεγνώσει το μελάνι, έχουνε βγει τρεις νέες ιδέες. Κι αυτό που λέω πάντα: αν ζούσα στη Φινλανδία θα ήμουνα στο ταμείο ανεργίας. Η Ελλάδα είναι ο παράδεισος του γελοιογράφου. Οι γελοιογράφοι είναι η μόνη τάξη η οποία από την πολιτική έχει πριμοδοτηθεί. Έχετε πει ότι το πολιτικό σκίτσο υπάρχει κατ’ εξοχήν στην εφημερίδα. Αυτό πώς το βλέπετε σήμερα με την κυριαρχία του ίντερνετ; Παλιότερα υπήρχε το ερώτημα, αν βουλιάξει ο τύπος θα βουλιάξει και η γελοιογραφία; Σωστό ερώτημα. Γιατί η γελοιογραφία είναι το μόνο πράγμα που θέλει μία σχετική απόσταση από το μάτι. (Δείχνει με το χέρι του την απόσταση ανάγνωσης μίας εφημερίδας). Μου λέγανε παλιότερα, γιατί δεν τα κάνεις τα σκίτσα σου καρτούν για την τηλεόραση; Όχι. Γιατί εκεί είναι μακριά. Ο άλλος το σκίτσο το θέλει «εκεί», για να δει τη γραμμή. Αυτό που πέτυχε ο υπολογιστής, το ίντερνετ. Σήμερα, μόνο η «Καθημερινή» και τα «Νέα» έχουν συναδέλφους και πολύ καλούς μάλιστα… Όταν άρχισαν να κλείνουν οι εφημερίδες ή δεν βγαίνανε για να έχουν συνεργάτες, ο γιος μου επέμενε πολύ στο ίντερνετ. Ευτυχώς, το παιδί. Κυρίως ήθελα να κάνω καθημερινά ένα σκίτσο για να τα έχω για αυτή την παράδοση που κρατάω, του ημερολογίου στο τέλος της χρονιάς. Το να τα κάνω και να τα βάζω στο συρτάρι για το τέλος της χρονιάς, δεν έχει νόημα. Η γελοιογραφία γίνεται για να τη δούνε. Έτσι αποφάσισα να τη δημοσιεύω στη σελίδα μου στο ίντερνετ, αυτό άρχισε να διαδίδεται και έφτασα σήμερα να έχω 22 και 24 χιλιάδες χτυπήματα καθημερινά. Σημαντικό είναι ότι παίρνω μηνύματα. Ειδικά τώρα που βραβεύτηκα πήρα ένα ολόκληρο πάκο από email. Ήταν συγκινητικό, δεν το περίμενα. Μου γράφανε, ξέρεις, σημασία δεν έχει τόσο το βραβείο που πήρες όσο το χαμόγελο που δίνεις καθημερινά στον κόσμο την ώρα που ξεκινάμε τη μέρα. Είναι πιο επικοινωνιακό από τις εφημερίδες γιατί εδώ ξέρεις ότι πατάει το κουμπί ειδικά για σένα και μόνο. Εδώ τώρα έχω επισκεψιμότητα όσο τα «Νέα» και η «Καθημερινή» μαζί. Ευτυχώς, έπεσαν και μερικές διαφημίσεις. Ήμουν λίγο αυστηρός στις επιλογές μου στην αρχή, δεν ήθελα να βάζω κάτι πιτσερίες κλπ. Ήθελα να είναι σαν μπουτίκ (γελάει). Το διαχειρίζομαι μόνος μου το site, δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Είναι 5-6 πελάτες στους οποίους κάθε δυο μήνες στέλνω εγώ το τιμολόγιο κι αυτοί βάζουν στο λογαριασμό μου τα χρήματα. Δεν έχω ούτε να τρέξω, ούτε να κάνω κανένα λογιστικό κατόρθωμα. Έτσι βγήκε και ο τίτλος του νέου άλμπουμ «Πρώτη φορά πουθενά». Βλέπεις, έχει γίνει έθιμο πλέον αυτό το ημερολόγιο. Κάποτε ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης, πολύ αξιόλογος άνθρωπος, μου είχε πει ότι αυτά τα ημερολόγια είναι σαν να βλέπεις την ιστορία της νεότερης Ελλάδας χιουμοριστικά. Θέλεις να δεις τι έγινε το 1998; Παίρνεις το ημερολόγιο εκείνης της χρονιάς και το βλέπεις. Μερικές φορές βλέποντας παλιά ημερολόγια, αναρωτιέμαι – τι ήθελα να πω εδώ; Ήτανε γεγονότα που είχανε συμβεί τότε. Έχει δημιουργηθεί ένα συγκεκριμένο κοινό που το περιμένει και το παίρνει. Ποια θεωρείτε ότι ήταν η καλύτερη περίοδος για την πολιτική γελοιογραφία; Για μένα η καλύτερη περίοδος ήταν της «Ελευθεροτυπίας». Ο τότε ιδιοκτήτης της, ο Τεγόπουλος και ο Φυντανίδης, λαμπρός διευθυντής της, ήταν της άποψης: βάλτε ό,τι θέλετε, αρκεί να το υπογράψετε. Βρίστε και την «Ελευθεροτυπία» αρκεί να το υπογράψετε. Μην το αφήσετε σαν να είναι άποψη της εφημερίδας. Ήταν ωραία στάση αυτή. Για να πω την αλήθεια, την περίοδο στην αρχή της «Μεσημβρινής», δεξιάς εφημερίδας, πώς να το κάνουμε, δεν μπορούσα να βρίσω ούτε το βασιλιά, ούτε το παλάτι, ούτε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τον μεγάλο… Η χειρότερη περίοδός μου ήταν της χούντας. Έκλεισε η εφημερίδα που εργαζόμουνα. Τότε ο Λαμπρίας πήρε άδεια και άνοιξε τις «Εικόνες». Εκεί εγώ έκανα ένα κόμικ, τον Τρωικό Πόλεμο. Πώς μου ήρθε τώρα εμένα και έκανα ότι η Ιθάκη ήταν η κατεχομένη υπό των μνηστήρων χώρα και περίμενε τον Οδυσσέα να έρθει να την ελευθερώσει. Ε λοιπόν εκεί μέσα πέρναγα τέρατα. Είχα κάνει την Ιθάκη, το νησί, βάζοντας μία ταμπέλα επάνω: «Ιθάκη Ιθακησίων Ειδωλολατρών». Τελικά το μυρίστηκαν από τη χούντα και μου απαγορέψανε να εργάζομαι. Ό,τι σκίτσο έστελνα μου το επέστρεφαν με μία κόκκινη μολυβιά. Είχε αντίκτυπο και στο βιοπορισμό μου. Ευτυχώς που δεν ήμουνα παντρεμένος, να έχω πολλά έξοδα. Ήταν δύσκολη περίοδος. Ζούσα με τη μητέρα μου, είχαμε κάποιο εισόδημα, είχα κι εγώ κάτι στην άκρη… Δεν μπορώ να πω ότι υπέφερα. Εκείνη τη εποχή έβγαζε η Ελένη Βλάχου το «Hellenic Review» στο Λονδίνο. Άρχισα να της στέλνω αντιστασιακά σκίτσα με ψευδώνυμο, Μακ Πάπα. Όλοι νόμιζαν ότι είμαι ένα σκωτσέζος σκιτσογράφος. Τελικά το Μακ Πάπα (γελάει) ήταν τα αρχικά των συνταγματαρχών: Μακαρέζος, Παπαδόπουλος, Πατακός. Προσπαθούσα να είναι λίγο διαφορετική η τεχνική των σκίτσων. Μετά την απελευθέρωση, έγινε μία έκθεση εναντίον του φασισμού στο Άλσος Κηφισιάς. Μεταξύ των άλλων υπήρχε και ένα περίπτερο με το τι είχε δημοσιεύσει ο ξένος τύπος για τη χούντα. Εκεί είχε και τα σκίτσα του Σκωτσέζου Μακ Πάπα. Εγώ ήμουν σε άλλο περίπτερο, πιο δίπλα. Τη λογοκρισία και την αυτολογοκρισία πώς την έχετε διαχειριστεί; Πολλές φορές λέμε ότι δεν πρέπει να υπάρχει αυτολογοκρισία. Όχι, έχω μία αυτολογοκρισία. Ας πούμε για μερικά από τα σκίτσα του «Charlie Hebdo» έχω αντίρρηση. Έκαναν τώρα τις γελοιογραφίες με τους σεισμούς της Ιταλίας στην Αματρίτσε, τα σπαγγέτι α λα Αματριτσάνα κι αντί για ντομάτα είχανε τα αίματα… Δεν θέλω να σατιρίζω πράγματα τα οποία ο άλλος σέβεται. Γιατί να σατιρίσω εγώ τον Μωάμεθ; Πάγματα πάνω από την πολιτική; Ο άλλος προσεύχεται σε αυτά κάθε μέρα, γιατί να τα θίξω; Άλλο: μου αρέσουν πολύ τα σόκιν, όταν στηρίζονται πάνω σε μία λεπτή γραμμή. Λίγο να κλίνεις προς τη μία, γίνεσαι χυδαίος. Αν πας προσεκτικά, έχεις εκατό τοις εκατό επιτυχία. Πώς αντιμετωπίζετε τον τρόπο που αντιδράει πια ο κόσμος απέναντι σε ό,τι δεν συμφωνεί; Παράδειγμα ο Αρκάς ο οποίος τελευταία κάνει μία οξεία πολιτική σάτιρα... Δεν συμφωνώ, δεν συμφωνώ με αυτά που του λένε! Ο Αρκάς είναι μεγάλος και δεν θέλω καμία κουβέντα εναντίον του. Η αλήθεια είναι ότι τώρα μπήκε στον χώρο της πολιτικής ο Αρκάς. Μπορώ να πω, με μεγάλη επιτυχία. Έχει έναν ωραίο τρόπο σκέψης. Μου έχει κάνει και δύο πολύ ωραία σκίτσα…» (Δείχνει τον τοίχο με τα σκίτσα του) Φαντάζομαι, θα έχετε κάποιο τεράστιο αρχείο. Κάποια στιγμή δεν θα πρέπει να το αξιοποιήσετε; Αυτά τα πράγματα είναι σαν την τυρόπιτα. Τρώγονται ζεστά. Τι νόημα έχει τώρα μία γελοιογραφία με τον Αντρέα Παπανδρέου ή με τον Γέρο Παπανδρέου;… Αδημοσίευτα σκίτσα όχι, δεν έχω. Τι θα πει αυτό. Ή θα δημοσιευτεί ή θα σκιστεί. Η Ελένη Βλάχου έλεγε ότι η γελοιογραφία είναι κάτι που δεν μπορώ να το διορθώσω. Σε ένα δημοσιογραφικό κείμενο μπορώ και διορθώνω, σβήνω μια γραμμούλα, μία φράση… στο σκίτσο δεν μπορώ να το κάνω. Θυμάμαι και το άλλο που είχε πει, το είπα μάλιστα και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας: Δείξτε μου τα σκίτσα μίας χώρας και θα σας πω τι πολίτευμα έχει. Στην Ελλάδα υπάρχει ένα τιμ από καμιά δεκαριά γελοιογράφους που είναι πάρα πολύ αξιόλογοι. Συγκρίνοντάς τους με τους ξένους, αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά, γιατί ποιος ενδιαφέρεται τώρα τι είπε ο Φίλης και τι είπε ο Κατρούγκαλος, αν όμως αυτή η δεκάδα των γελοιογράφων ήταν μέσα στα τεκταινόμενα της κεντρικής Ευρώπης ή της Αμερικής θα ήταν πρώτα ονόματα. Υπάρχει πολλή οξυδέρκεια στο μυαλό των ελλήνων γελοιογράφων. Πολλοί μπερδεύουνε το σκιτσογράφο με το γελοιογράφο. Κάποιος που κάνει ένα ωραίο σκίτσο νομίζει ότι είναι και γελοιογράφος. Δεν είναι. Η ιδέα μετράει και η συχνότητα που το κάνεις. Ο Κώστας Μητρόπουλος είναι 91 ετών και κάθε μέρα κάνει αυτό που βλέπεις στα «Νέα». Αντίθετα έχει εκλείψει εκείνη η παλιά γελοιογραφία που έβλεπες σε οικογενειακά περιοδικά όπως το «Ρομάντσο», τα κλασικά αστεία με την πεθερά, με τον μεθυσμένο που γύριζε αργά κ.λπ. Αυτό το είδος σάτιρας πέρασε στην τηλεόραση σε χυδαία μορφή. Στεναχωριέμαι που χάνονται τα έντυπα. Εγώ αν δεν διαβάσω τις δύο μου εφημερίδες τη μέρα, δεν αισθάνομαι ότι ενημερώνομαι. Θέλω να πιάσω χαρτί στα χέρια μου. Ένας γάλλος διευθυντής εφημερίδας είχε πει στον Φυντανίδη «κάποτε θα υπάρξουν μόνο δύο εφημερίδες σε όλες τις χώρες: μια πολύ σοβαρή και μία πολύ λαϊκή». Όταν είσαστε σκοτεινός πώς είσαστε; Όταν δεν πάνε καλά τα πράγματα, όταν έχετε μια κακοθυμία;… Απλά δεν υπάρχει παραγωγικότητα. Ίσως γιατί χρειάζεσαι να ξεδώσεις λίγο. Επειδή η δική μου δουλειά δεν έχει άλλα κεφάλαια, δεν είμαι οδοντίατρος να έχω μηχανήματα, δεν έχω γραμματέα, είμαι μόνο εγώ και ένα άσπρο χαρτί. Όλο το κεφάλαιο της δουλειάς μου είναι να μην είμαι κακόκεφος. Η γυναίκα μου και τα παιδιά μου το ξέρουν και αποφεύγουν να έρθουμε σε μία δύσκολη κατάσταση (γελάει). Είναι το επάγγελμα του μπαμπά, ας μην του το κλείσουμε το μαγαζί. Κι εγώ προσπαθώ όσο μπορώ να είμαι καλοδιάθετος. Η καθημερινότητά σας; Πώς είναι; Ξυπνάω κατά τις 10, ενημερώνομαι πάρα πολύ καλά μιάμισι-δύο ώρες. Δεν είχα ποτέ μου ωράριο, εκτός αν μου το επέβαλλε η εφημερίδα. Αλλά πάντα είχα αυτό το όριο – ότι μέχρι τις 6 πρέπει να έχει έρθει το σκίτσο γιατί πάμε για τύπωμα. Ενημερώνομαι, και το απόγευμα εκτελώ το σκίτσο. Το βραδάκι ή θα βγούμε με καμιά παρέα και κυρίως με τον Διονύση Σαββόπουλο, που είμαστε πολύ φίλοι. Όπως επίσης και με τον Μάκη Μάτσα, τον Μετζικώφ, τον γλύπτη τον Βαρώτσο… Είμαστε μια παρεούλα. Ή θα βγούμε, ή θα κάτσω με τη γυναικούλα μου να πιούμε ένα κρασάκι στην τηλεόραση να δούμε καμιά ταινία, ανάβουμε και το τζάκι μας… Τώρα έχουμε και το εγγόνι που έρχεται κάθε Κυριακή και Δευτέρα και το βλέπουμε. Πρώτο εγγόνι: Γιάννης Κυριακόπουλος (γελάει). Την Αθήνα κατά καιρούς την έχετε παρουσιάσει στα σκίτσα σας και την έχετε σατιρίσει. Ποια είναι η δικιά σας Αθήνα; Ποια σημεία της αγαπάτε και ποια όχι; Εάν εσένα η μάνα σου ζει στη Θεσσαλονίκη και έχει βγει πουτάνα, δεν πας τακτικά στη Θεσσαλονίκη (γελάει και σοβαρεύει)… Δεν κατεβαίνω τακτικά στην Αθήνα. Μετά από πολλά χρόνια στη Νέα Σμύρνη ήρθαμε εδώ στη Φιλοθέη. Πάντα το όνειρο με τη γυναίκα μου, επειδή ήμασταν παιδιά των πολυκατοικιών, ήταν λίγο ένας κηπάκος, λίγο πράσινο και ησυχία. Πουλήσαμε κάποια πατρικά, πήραμε αυτό εδώ το σπίτι και είμαστε σε μία ωραία ησυχία. Όσες φορές χρειάστηκε να κατέβω από ανάγκη στην Αθήνα με ενοχλούσε πολύ η εικόνα με τους ζητιάνους, με κατέθλιβε. Ήταν σαν να ακούω τη μάνα μου από την Κατοχή που μου έλεγε για τον κόσμο που ζητούσε να φάει γιατί πείναγε. Όποτε κατεβαίνω, πληγώνομαι. Πάντως η περιοχή που μου αρέσει πολύ είναι το Μοναστηράκι. Με την παρέα δεν έχουμε κάποιο συγκεκριμένο στέκι, πάμε σε διάφορα μέρη, σε σπίτια πολλές φορές αλλά και ό,τι προκύψει, από πολύ καλό έως κουτούκι. Info: Εάν θέλετε να λαβαίνετε κάθε πρωί ένα επίκαιρο σκίτσο του ΚΥΡ μπορείτε να μπείτε σε αυτό το site και γράψτε την ηλεκτρονική σας διεύθυνση: i-kyr.gr Πηγή Αφιέρωμα στον Κυρ
  12. Ο "νέος" Αρκάς ενοχλεί μιας και "ζει" σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Πόσο δίκαιη είναι τελικά η κριτική που δέχεται; Ο καθένας μπορεί να σε κρίνει όπως και θα κριθεί. Πώς όμως μπορεί κανείς να σε κρίνει αν δεν σε ξέρει προσωπικά; Θα βασιστεί στο έργο που παράγεις, πόσω μάλλον αν είσαι δημόσιο πρόσωπο ή άτομο που εν γένει εκθέτει δημιουργίες του προσπαθώντας να βιοποριστεί από αυτές. Αν επίσης οι δημιουργίες αυτές είναι επιφορτισμένες με σημειολογικά μηνύματα και νοήματα κοινωνικοπολιτικής φύσης, τότε η κριτική είναι δεδομένη και σίγουρα, απαραίτητη. Το ίδιο ισχύει ακόμη και για αυτό εδώ το κείμενο. Κάθε γραπτό, κάθε σκίτσο, περνάει από το φίλτρο του αναγνώστη, του αποδέκτη και σχολιάζεται. Με σχόλια κακόβουλα, καλοπροαίρετα, επιδεικτικά ή χιουμοριστικά. Είναι το νομοτελειακό επακόλουθο αυτό, του να παίρνει κανείς θέση για τα τεκταινόμενα της εποχής, και ουδείς μπορεί να γλιτώσει από τον άγραφο κανόνα. Ακόμη κι αν είναι ο Αρκάς. Ένας άνθρωπος γνωστός για την πένα του αλλά παντελώς άγνωστος ως προς τη φυσιογνωμία του. Κανείς δεν τον ξέρει, ή μάλλον ελάχιστοι, αλλά όλοι τον αναγνωρίζουν από τις μορφές που πρωταγωνιστούν στα καρέ του, εδώ και δεκαετίες. Προσωπικά, τον Αρκά τον έμαθα στα εφηβικά μου χρόνια, μέσα από σκόρπια άλμπουμ που έβρισκα σε ράφια γονιών και θείων, ξαδέρφων και φίλων. Τον έμαθα μέσα από το επαναστατικό σπουργίτι και τον παραδοσιακό πατέρα του, μέσα από τον συμβιβασμένο Καστράτο και την ατίθαση Λουκρητία, μέσα από το freak show του που αγκάλιαζε τη διαφορετικότητα, μέσα από τον Παντελή και το λιοντάρι του και φυσικά μέσα από τις σελίδες του Ισοβίτη. Οι δουλειές του Αρκά που γνώρισα ήταν πάντα ανατρεπτικές, πήγαιναν πάντα κόντρα σε δομές και συστήματα και έδιναν "φωνή" σε κάθε έναν που ήθελε να κλείσει το μάτι στην αμφισβήτηση της καθεστηκυίας τάξης. Η κριτική που δέχεται το τελευταίο διάστημα ο Αρκάς, δεν με εκπλήσσει. Και εξηγούμαι. Δεν με εκπλήσσει για τους τρεις παρακάτω λόγους: Α. Για πρώτη φορά ο Αρκάς αποφάσισε ξεκάθαρα και απροκάλυπτα, χωρίς αλληγορίες και παραβολές να πάρει πολιτική θέση. Χωρίς να κατονομάζει πρόσωπα, αλλά φωτογραφίζοντας καταστάσεις. Στο παρελθόν έκανε το ίδιο, όμως με άλλο τρόπο, πιο έμμεσο. Η απόφαση είναι προσωπική του και θα έπρεπε να έχει γίνει σεβαστή. Παρόλα αυτά, ο ίδιος έχει επιλέξει να θέσει στην εξίσωση μια νέα συνθήκη που μας οδηγεί στη δεύτερη διαπίστωση που λίγο πολύ, δικαιολογεί τα δεκάδες σχόλια συμπαράστασης ή αμφισβήτησης. Β. Ο Αρκάς για πρώτη φορά στα χρονικά επιλέγει να αναρτήσει τη δουλειά του δωρεάν στο διαδίκτυο. Τα σκίτσα του κυκλοφορούν ελεύθερα, όποιος θέλει τα αναδημοσιεύει, όποιος θέλει τα παίρνει και τα καπηλεύεται. Αυτό από τη μια σημαίνει πως θα δεχθούν την επίθεση της ανώνυμης μάζας που στα social media είναι πάντοτε σκληρή, και αφετέρου, ο σκιτσογράφος και η δημιουργική του ομάδα θα έπρεπε να γνωρίζουν πως το να χαθεί ο έλεγχος στα αχαρτογράφητα νερά του διαδικτύου, είναι κάτι πολύ μα πάρα πολύ εύκολο. Μέχρι πρότινος τον Αρκά τον "αγόραζε" όποιος ενδιαφερόταν να έρθει σε επαφή με τη δουλειά του, μέσα από τα βιβλία του, τις συλλογές και τις εφημερίδες στις οποίες φιλοξενούνταν οι ήρωες του. Σήμερα, οι ήρωες αυτοί βρίσκονται παντού. Και ο Αρκάς κατηγορείται για "αντισυριζαϊσμό", για "αντι-αριστερή" ρητορική και για λαϊκισμό. Γ. Όπως είπαμε παραπάνω, πράγματι, ο Αρκάς προσπαθεί να πάρει θέση ανοιχτά και σε ανοιχτό πεδίο δια μέσω των διαχειριστών της σελίδας του στο Facebook, που όπως φαίνεται ακολουθούν τις "οδηγίες" του, καθώς το page είναι επίσημο. Οι συνέπειες ήταν κάτι που διαφαινόταν άπαξ και πήρε την απόφαση αυτή, αποκλείεται να μην ήταν έτοιμος για αυτές ή έστω υποψιασμένος. Άρα είναι 1000% υπεύθυνη απόφαση ενός μπαρουτοκαπνισμένου ανθρώπου. Η χρονική συγκυρία που το κάνει αφορά πράγματι την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και γίνεται με τρόπο διαφορετικό, χωρίς σενάριο και χωρίς πολλούς πρωταγωνιστές παρά μονάχα με έναν talking head που είναι είτε ένας Προφήτης, είτε ένας παρουσιαστής (Θηρία Ενήμερα), είτε κάποιος ανώνυμος πολίτης που καυτηριάζουν τα κακώς κείμενα της μεσοαστικής μας κοινωνίας και του πολιτικού πεδίου. Είναι η πρώτη φορά, λένε κάποιοι, που ο Αρκάς κάνει τόσο ξεκάθαρη και "δεξιόστροφη" πολιτική κριτική. Διαφωνώ. Το Θηρία Ενήμερα πρωτοεμφανίστηκε το 2014 στο Facebook, άρα μπορούμε να μιλάμε για μια δράση που έχει να κάνει με τουλάχιστον δύο χρόνια τώρα σε καθημερινή σχεδόν περιοδικότητα. Από την άλλη, στο προσωπικό μου αρχείο εντόπισα τα παρακάτω. Καρέ που έχουν όλα δημοσιευθεί τον καιρό των διακυβερνήσεων ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Περισσότερο θα μπορούσα να τα χαρακτηρίσω "αναρχικά", αντισυμβατικά και ανατρεπτικά. Και επίσης, ακόμη και τα νεώτερα σχέδια του αποδοκιμάζουν το κοινοβούλιο στο σύνολο του, ξεκινώντας από το "κεφάλι" που ασκεί αυτή την περίοδο τη διακυβέρνηση της χώρας. Παλαιότερα σκίτσα του που θίγουν την πολιτική, τη θρησκεία και τα στερεότυπα: Από εκεί και πέρα, το γιατί ο Αρκάς αποφάσισε να "πολιτικοποιηθεί" στο Facebook περαιτέρω τους τελευταίους μήνες προσπαθώντας να ακολουθήσει πιο έντονα την πορεία που είχε τηρήσει ο τεράστιος Quino σε όλη την καριέρα του, ουδείς το ξέρει. Στον Προφήτη ο Αρκάς ρίχνει τα βέλη του στον ΣΥΡΙΖΑ για τις υποσχέσεις του και στον λαό για την ευπιστία του. Στην πραγματικότητα κατακεραυνώνει τον όχλο "που του φταίνε πάντα οι άλλοι" αλλά ο ίδιος, είναι μονίμως αθώος και άμοιρος πολιτικών ευθυνών. Θα ήθελε να κυβερνά ή ΝΔ ή θα ήθελε έναν Τσίπρα που θα έφευγε από την Ε.Ε.; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με ασφάλεια και κατ΄εμέ, αυτός ήταν και ο στόχος του Αρκά. Να κάνει χιούμορ και να φέρει τον αναγνώστη προ των προσωπικών του ευθυνών, θέτοντας ερωτήματα. Εν κατακλείδι, η απόφαση του δημιουργού για "πολιτική κλιμάκωση" στο διαδίκτυο είναι κτήμα του, και δικαίωμα του. Όπως και έχουν δικαίωμα όσοι το επιθυμούν, να τον κρίνουν. Ας μην κρίνουμε όμως άκριτα και χωρίς να έχουμε δει το ιστορικό του καθενός. Το να κατηγορεί για παράδειγμα κανείς τον Αρκά για ρατσισμό, είναι το λιγότερο, ανεδαφικό, ή μάλλον θυμίζει την κριτική που είχε δεχθεί ο Μπένι Χιλ από εκείνους που τον στοχοποιούσαν για σεξισμό (ναι, ο ίδιος διαμαρτυρόταν για την παρερμηνεία της σάτιρας του). Και τέλος, ας μην περιμένουμε από τον κάθε Αρκά και τον κάθε σκιτσογράφο να προτείνει λύσεις για τα αδιέξοδα της χώρας. Δεν είναι αυτή η θέση του, ούτε ο ρόλος του άλλωστε. Πηγή Παρόμοια άρθρα: 22/08 , 24/08
  13. Πώς γίνεται να κατηγορείς τον Αρκά; Και μάλιστα για φασισμό; Είναι δυνατόν να μην έχεις καταλάβει το ύφος του; Είναι ένας απ' τους πιο γνωστούς και πολυπαιγμένους γελοιογράφους της χώρας. Και πώς μπορείς να τον ταυτίζεις με κόμματα; «Κάντε αυτό που πρέπει αν δεν θέλετε να σας καταριούνται οι επόμενες γενιές!» λέει ο Προφήτης. «Δηλαδή, τι να κάνουμε;» αναρωτιέται το πλήθος. «Στείρωση!» τους απαντά. Το τελευταίο σκίτσο του Αρκά προκάλεσε ένα μικρό πανικό στα social media, με σχόλια που τον κατηγορούν ακόμα και για ευγονική και φασισμό. Μέχρι και ο ίδιος αναγκάστηκε ν’ απολογηθεί στη σελίδα του στο facebook, επεξηγώντας στην ουσία το αστείο: «Αν δεν θέλετε να σας καταριούνται οι επόμενες γενιές κάντε στείρωση, δηλαδή η μόνη πιθανότητα να μην σας καταριούνται οι επόμενες γενιές είναι να μην υπάρξουν επόμενες γενιές». Δηλαδή, η κάθε γενιά Ελλήνων τα πάει απ’ το κακό στο χειρότερο (συμπληρώνω εγώ). Τί το σοκαριστικό σ’ αυτή τη διαπίστωση; Είναι πραγματικά περίεργο αυτό που συμβαίνει με τον Αρκά. Καταρχάς, είναι απορίας άξιο το ότι κάποιοι εντόπισαν ευγονική και φασισμό (!) σ’ ένα εμφανώς χιουμοριστικό σκίτσο. Μιλάμε ότι οι άνθρωποι έκαναν την τρίχα τριχιά, όχι αστεία. Πραγματικά απορώ, πώς γίνεται να κατηγορείς τον Αρκά για φασισμό; Είναι δυνατόν να μην έχεις καταλάβει το ύφος του; Είναι ένας απ’ τους πιο γνωστούς και πολυπαιγμένους γελοιογράφους της χώρας. Ανακυκλώνεται τόσο πολύ (εγώ τον λέω η Μποφίλιου της γελοιογραφίας), που πρέπει να είσαι εντελώς άσχετος για να μην έχεις καταλάβει τί ρόλο βαράει. Κοινωνική σάτιρα κάνει, με μια λάιτ δόση πολιτικής. Με την ίδια λογική, απορώ και πώς κάποιοι σπεύδουν να τον ταυτίσουν με κόμματα και ιδεολογίες και θεωρούν ότι επιτίθεται στην κυβέρνηση. Πώς διάολο κάνουν αυτό τον συνειρμό; Επειδή ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδειξε κάποτε ένα σκίτσο του στη Βουλή; Μου φαίνεται πολύ ανόητο να ταυτίσεις έναν γελοιογράφο μ’ ένα κόμμα επειδή ο αρχηγός αυτού του κόμματος χρησιμοποίησε ένα σκίτσο. Το πιο βασικό όμως είναι ότι ακόμα κι αν κάποιες φορές ο Αρκάς σχολιάζει πολιτικές συμπεριφορές και καταστάσεις, το κάνει γενικά. Δεν μιλάει ποτέ με ονόματα, δεν στοχεύει σε πρόσωπα, δεν θα πει ποτέ: ο Κατρούγκαλος έτσι, ο Πολάκης αλλιώς. Ο Αρκάς χτυπάει την πολιτική μας συμπεριφορά και την κοινωνία μας γενικά. Αποτυπώνει τη βλακεία μας. Μιλάει για τα κακά και τα στραβά μας, και τα σχολιάζει εύστοχα μεν, γενικά δε. Γι’ αυτό μου φαίνεται άτοπο να τον κατηγορείς για αντι-συριζαισμό, όπως τον έχουν κατηγορήσει κάποιοι επειδή, ας πούμε, έβγαλε ένα σκίτσο που σατιρίζει μια πολιτική επιλογή ή συμπεριφορά. Παρόμοια σκίτσα έχει βγάλει και τη δεκαετία του 1990 και το 2000. Έτσι κι αλλιώς, σαν γελοιογράφος ο Αρκάς κινείται πάντα στο ίδιο ύφος: κοινότοπες αλήθειες διατυπωμένες με χιούμορ. Πιστεύω λοιπόν ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συμβαίνει αυτό που λέει ο σοφός λαός: όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται. Ο σοφός λαός τώρα μυγιάστηκε με τον Αρκά. Θα του περάσει. ΥΓ. «Μιλάς συνεχώς για συμφορές και βάσανα. Μόνο αυτά βλέπεις στο μέλλον;» ρωτάνε τον Προφήτη. «Όχι, αλλά δεν θέλω να σας τρομάξω» τους απαντά. Αμα έχεις τη μύγα, θα πεις ότι ο Αρκάς το έγραψε για τη διακυβέρνηση Τσίπρα. Θα μπορούσε όμως να το είχε γράψει και για την κυβέρνηση Σαμαρά. Για την κυβέρνηση Παπανδρέου. Και για την κυβέρνηση της Μικρασιατικής καταστροφής. Πηγή Το θέμα ξεκινάει από εδώ.
  14. Δύο δίωρες εκπομπές για την πολιτική γελοιογραφία στη χώρα μας, γεμάτες με ξεχασμένες στιγμές της συγχρονης ιστορίας μας. Μέρος πρώτο: https://www.youtube.com/watch?v=rnYlmd_kqq0 Μέρος δεύτερο: https://www.youtube.com/watch?v=mABBS9t5Veg Στο πρώτο μέρος η εκπομπή ασχολείται κυρίως με τον Φωκίωνα Δημητριάδη και στο δεύτερο με τον Μπόστ. Γίνεται αναφορά και παρουσιάζονται και πολλές παλιές σατυρικές εφημερίδες ("ο νεος αριστοφάνης", "το άστυ", "ο βουρδουλας" κτλ.). Προσωπικά τις βρήκα πολύ ενδιαφέρουσες και γεμάτες απο ιστορικές πληροφορίες
  15. Ενδιαφέρει και/ή προβάλλεται πάρα πολύ το νέο βιβλίο του Χαντζόπουλου. Τρίτο άρθρο σχετικά με αυτό (τα δύο προηγούμενα εδώ κι εδώ και για μια άλλη άποψη, σας παραπέμπω εδώ).
  16. Από κάποιο τριψήφιο τεύχος του Ε της Ελευθεροτυπίας, ένα άρθρο για πολλά γουφ: Να και σε cbr: Τα Σκυλιά Που Κυβερνούν Τον Κόσμο.cbr ~ Δημοσκόπηση για τον πιο πιστό σκύλο στα κόμικς & κινούμενα ~ ~ Μελέτη για τα σκυλιά στα κόμικς ~ ~ Το προφίλ του φλοκ ~
  17. Πρόσωπο των ημερών ο Δημήτρης Χαντζόπουλος, πάντα με αφορμή το νέο του βιβλίο. Δείτε και εδώ και εδώ.
  18. Ένα πολύ ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου, άρθρο με αφορμή και όχι απλά σχετικά με την έκθεση του Μποστ. ΥΓ Η γελοιογραφία του Χατζόπουλου είναι έγχρωμη. Αν θέλετε, την ανεβάζω έγχρωμη, αλλά μόνο αυτή, αφού το υπόλοιπο άρθρο δεν χωράει στο σκάνερ μου.
  19. Ίσως να μην έχει απόλυτη σχέση με κόμιξ, αλλά είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Ένα άρθρο για το θέμα που ανέκυψε με μια γελοιογραφία του Δημήτρη Χαντζόπουλου στα ΝΕΑ. Ευχαριστώ τον crc για το σκανάρισμα!
  20. Το άρθρο είναι χιουμοριστικού περιεχομένου: ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΥΠΕΡΗΡΩΕΣ Για κάποιον άγνωστο λόγο, στην Ελλάδα το υπερηρωικό κόμικ δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλές. Εντάξει, όλοι έχουμε δει τουλάχιστον μια ταινία του Μπάτμαν, του Σούπερμαν ή του Σπάιντερμαν, αλλά δεν υπάρχουν αντίστοιχα περιοδικά, ούτε και εγχώρια παραγωγή υπερηρώων. Δεν υπάρχει ενδιαφέρον για υπερήρωες. Κι εγώ, αν και λατρεύω τα κόμικς, δεν συγκινούμαι ιδιαίτερα από τους υπερήρωες. Μπορεί να είναι θέμα κουλτούρας: Όταν στις Η.Π.Α. έκαναν θραύση τα περιοδικά με τον Σούπερμαν, τους Fantastic Four, τον Captain America και εκατοντάδες άλλους ήρωες, στην Ελλάδα υπήρχε ένας και μόνο ήρωας, ο Μικρός Ήρως, ο οποίος δεν είχε τίποτα το υπερφυσικό. Όπως τίποτα το υπερφυσικό δεν είχε και ένας άλλος ήρωας που αγαπήθηκε πολύ στην Ελλάδα: ο Μπλεκ. Στις Η.Π.Α. η τρέλα συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Τα περισσότερα χολιγουντιανά blockbusters βασίζονται στο υπερηρωικό κόμικ, ενώ στην τηλεόραση σαρώνει το σίριαλ Heroes, που βασίζεται επίσης στους υπερήρωες. Αλλά στην Ελλάδα δεν κουνιέται φύλλο - το Nip/Tuck κάνει πάταγο, το Heroes που δείχνει το Alter έχει περάσει στα ψιλά. Και να πεις ότι είμαστε κανένας βαρετός λαός, σαν τους Γερμανούς ας πούμε, που λένε ότι “έχουμε πιο σοβαρά πράγματα να ασχοληθούμε και δεν είμαστε φαντασιόπληκτοι σαν τους Αμερικάνους”; Μπα, ίδιοι είμαστε. Τρώμε το ίδιο φαγητό, ακούμε την ίδια μουσική και βλέπουμε τις ίδιες ταινίες σε DVD. Αλλά όταν οι Αμερικανοί έφηβοι διαβάζουν τον Χαλκ, οι Έλληνες έφηβοι διαβάζουν το Playboy - τώρα αυτό μάλλον καλό είναι, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να επιχειρηματολογήσω υπέρ αυτής της άποψης. ΟΚ, αρκετά με τις αναλύσεις - έχουμε και έναν λαό να διασκεδάσουμε. Έναν λαό που στερείται των πλουσιοπάροχων ψυχαγωγικών υπηρεσιών των απανταχού υπερηρώων. Αλήθεια, πώς θα ήταν οι Έλληνες υπερήρωες αν υπήρχαν; Σε αυτό το καθόλου φλέγον ζήτημα που δεν απασχόλησε ποτέ την ελληνική κοινή γνώμη έρχομαι να απαντήσω με αυτό το ταπεινό post. Απολαύστε ανεύθυνα. - Luvman (προφέρεται “Λάβμαν”): Ο Luvman είναι η προσωποποίηση της σαγήνης και της σεξουαλικής αποπλάνησης. Η υπερφυσική του δύναμη είναι αυτή που ασκεί πάνω στις γυναίκες. Μπορεί να έχει δύο και τρεις γυναίκες ταυτόχρονα, ακόμα κι αν είναι γιαγιά, μάνα και κόρη. Μπορεί να επιδίδεται μαζί τους στις πιο ακατονόμαστες σεξουαλικές πράξεις. Μπορεί να κάνει τα πάντα, αφού ασκεί μια ακαταμάχητη γοητεία στις γυναίκες. Η στολή του είναι κατακόκκινη με μια μεγάλη καρδιά στο στέρνο. Η πραγματική ταυτότητα του Luvman θα προκαλούσε σοκ στην ελληνική κοινωνία: Πρόκειται για τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη. - Copyman: Η υπερφυσική ικανότητα του Copyman είναι πολύ σπάνια, καθώς μπορεί ακούγοντας ένα τραγούδι να το μετατρέψει αμέσως σε ένα άλλο τραγούδι χωρίς να μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει ότι το έκλεψε. Ο Copyman προσφέρει τις υπηρεσίες του σε άπορες κορασίδες, τις οποίες εφοδιάζει με δεκάδες τέτοια τραγούδια, χάρη στα οποία αυτές γίνονται εκατομμυριούχες και αργότερα παντρεύονται ποδοσφαιριστές ή επιχειρηματίες. Ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για την αληθινή του ταυτότητα - το μόνο σίγουρο γι’αυτόν είναι ότι λέγεται Φοίβος, αλλά όλα τα άλλα είναι φήμες… - Greekman: Ο Greekman είναι μία σπάνια περίπτωση ήρωα. Κάνει την εμφάνισή του σε σημαντικά γεγονότα, όπως είναι η κατάκτηση του Euro 2004, οι παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου και τα γυρίσματα χολιγουντιανών ταινιών στην Σκόπελο. Ντυμένος με μια γαλανόλευκη στολή με το σχέδιο της ελληνικής σημαίας, αντιμετωπίζει πάντα με θάρρος τους πολυάριθμους εχθρούς του: Τον πανούργο Dr. Alban (ο τόνος στο δεύτερο a), τον δόλιο Tsoglan Maskara, τον υποχθόνιο Pakistanman, τον φονικό Syriza και αμέτρητους άλλους που επιβουλεύονται την πατρίδα του. Για την πραγματική του ταυτότητα δεν ξέρουμε τίποτα, πέρα από το ότι είναι πολύ καλός φίλος του Ψωμιάδη και του Καρατζαφέρη - δεν αποκλείεται, μάλιστα, να είναι κάποιος από αυτούς τους δύο. - Mpatsman: Φαινομενικά είναι ένας απλός αστυνομικός. Αλλά στην πραγματικότητα είναι ένας υπεράνθρωπος, ο οποίος με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει να περάσει απαρατήρητος. Αποστολή του είναι να εξοντώσει τις ορδές των πιστών του σατανικού Anarchokommouniman, που θέλει να βυθίσει την χώρα στην ακυβερνησία. Και είναι ικανός να το πετύχει με κάθε τρόπο: Με δακρυγόνα, με γκλομπ, με σιδερογροθιές, με ζαρντινιέρες - ό,τι χρειαστεί για να απομακρύνει τον κίνδυνο, ειδικά όταν ο στρατός του Anarchokommouniman μεταμφιέζεται σε δήθεν αθώους φοιτητές που θέλουν δωρεάν παιδεία. Η πραγματική του ταυτότητα είναι άγνωστη - οι λίγοι που κατάφεραν να την μάθουν δεν έζησαν αρκετά για να τη διαδώσουν… - Priestman: Δεν είναι πουλί, δεν είναι αεροπλάνο…Είναι ο Priestman, ο προστάτης της Ορθοδοξίας! Η μαύρη του ολόσωμη στολή, σήμα κατατεθέν του, αποτελεί φόβητρο για όλους τους άπιστους. Ακινητοποιεί τους εχθρούς του ραντίζοντάς τους με αγιασμό και τους αποτελειώνει χαράζοντας στο στέρνο τους το σύμβολό του, τον σταυρό. Ο Priestman έχει άποψη για όλα και, αφού είναι υπερήρωας, έχει ΣΩΣΤΗ άποψη για όλα, γι’αυτό και την διατυμπανίζει. Κάνει πολύ καλή παρέα με τον Greekman και τους φίλους του, οι οποίοι είναι και οι μοναδικοί άνθρωποι που γνωρίζουν ποιος κρύβεται κάτω από το σούπερ ράσο. - Retiredman & Retiredwoman: Δεν είναι συχνό φαινόμενο τα ζεύγη υπερηρώων, και αυτό είναι που καθιστά τους R&R ξεχωριστούς. Η υπερφυσική τους δύναμη είναι εντυπωσιακή: μπορούν να επιβιώσουν με 500 ευρώ το μήνα. Συγχρωτίζονται με τον κόσμο στην λαϊκή και δεν τραβούν την προσοχή, όμως όταν εντοπίσουν κάποιον που πουλάει 15 λεπτά ακριβότερα τα κολοκυθάκια αποκαλύπτουν τις στολές τους, στις οποίες δεσπόζει ένα μεγάλο R (υπάρχει και πρόβλεψη για πάνες ακράτειας), και επιτίθενται στον κακούργο κερδοσκόπο. Αντλούν την εξωπραγματική τους δύναμη από ένα μοναδικό στο είδος του χαμομήλι που φυτρώνει μόνο στον κήπο τους και το πίνουν κάθε βράδυ πριν δουν ειδήσεις και πέσουν για ύπνο. Τα πραγματικά τους ονόματα δεν είναι γνωστά, όμως πολλοί θεωρούν πως τα αρχικά R&R δεν είναι τυχαία και σημαίνουν “Ρούλης & Ρίτα”. - Elman: Δεν είναι ακριβώς υπερήρωας, αλλά η ιστορία του υπερβαίνει την επιστημονική φαντασία και συμβατικά θεωρείται τέτοιος. Είναι απεσταλμένος της εξωγήινης φυλής των Ελ, ο οποίος είναι επιφορτισμένος με τον σκοπό να προετοιμάσει τους Έλληνες για την έλευση των εξωγήινων που θα τους πάρουν και θα τους σηκώσουν για να τους πάνε σε έναν άλλο, καλύτερο πλανήτη. Χάρη στην εξωγήινη φύση του μπορεί να δει και να ακούσει πράγματα που οι κοινοί θνητοί δεν μπορούν να αντιληφθούν, αλλά πρέπει οπωσδήποτε να μάθουν. Και αυτή είναι και η υπερφυσική του ικανότητα: Γράφει με υπερηχητική ταχύτητα - μπορεί να γράψει ένα βιβλίο για την σιωνιστική συνωμοσία σε 24 δευτερόλεπτα, ενώ ένα σύγγραμμα για τις απόκρυφες εφευρέσεις των Αρχαίων Ελλήνων θα του πάρει μόλις 17 δευτερόλεπτα, γεγονός που δικαιολογεί την παραγωγικότητά του. Αιώνιος εχθρός του είναι ο Ρώσος μεγιστάνας Βλάντιμιρ Πούτιν, που ευθύνεται για όλα τα κακά του κόσμου. Το μόνο που ξέρουμε για τον άνθρωπο πίσω από τη μάσκα είναι η υπογραφή που βάζει στα βιβλία του: Δ.Λ. The_Stranger/ http://thestranger.wordpress.com/
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.