Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Λευτέρης Παπαθανάσης'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 8 results

  1. Ονομαστική τιμή: 8.97 Μια νέα έκδοση από τις εκδόσεις ΚΨΜ όπου προσωπικά έχουν αρχίσει να γίνονται από τις αγαπημένες μου. Βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Ροΐδη μια απολαυστική εικονογραφημένη μεταφορά! Δεν το έχω διαβάσει ακόμα αλλά φαίνεται εξαιρετικό! το σχέδιο πολύ καλό αλλά συνάμα και "χαβαλετζίδικο" (π.χ. όλα τα μάτια είναι τετράγωνα ) ενώ σε κάποια σημεία μάλιστα το μελάνωμα μου θυμίζει ξυλογραφία εποχής. Δύο εικόνες από μέσα από το άλμπουμ μέσα σε σποιλερ καθώς η μια περιέχει γυμνό και ενδέχεται να προκαλέσει και το θρησκευτικό σας αίσθημα.
  2. Τον Λευτέρη Παπαθανάση τον γνωρίσαμε από το αξιόλογο κόμικ του Πάπισσα Ιωάννα. Κατάγεται από ένα χωριό στα Τζουμέρκα, το Βουλγαρέλι. Το χωριό του βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο τόσο της αντίστασης κατά των ναζί, όσο και μετά την απελευθέρωση στο επίκεντρο του εμφυλίου πολέμου. Ο Παπαθανάσης συλλέγει λοιπόν πραγματικές ιστορίες που άκουσε από τους πρεσβύτερους συγχωριανούς του και τις αποδίδει στο κοινό με την μορφή του κόμικ. Με το όρο Τέρμινους ονομάστηκε η τελική επίθεση των κυβερνητικών δυνάμεων για την πλήρη εξάλειψη και εκδίωξη των εναπομεινάντων ανταρτών σε όλη την επικράτεια. Αυτόν ακριβώς τον όρο επέλεξε και σαν τίτλο του κόμικ. Όπως γράφει ο ίδιος, προσπάθησε να κρατήσει στις αφηγήσεις τους ανθρώπους όλων των μερών. Όμως, όπως πάλι ο ίδιος γράφει παρακάτω, επικρατούν οι εξιστορήσεις της δικής του μεριάς, αυτής που συνετάχθη με τον ΕΛΑΣ. Αυτό ακριβώς είναι και το Τέρμινους. Ένα στρατευμένο κόμικ που διηγείται ιστορίες με συγκεκριμένο τρόπο. Άρα μπορεί να σας αρέσει, μπορεί και όχι. Το σχέδιό του, παρά τα όσα έχουν γραφτεί γι αυτό, εμένα μου άρεσε. Υπήρξαν στιγμές στο κόμικ που τις βρήκα πολύ δυνατές. Για το σενάριο τώρα δεν έχω να πω κάτι. Αλλού καλό, αλλού όχι, αλλά πάντα στα ίδια πατήματα. Θεωρώ τον Παπαθανάση πάντως καλό κομίστα (βιβλία του δεν έχω διαβάσει) και πιστεύω ότι μπορεί να καθιερωθεί και σε άλλα μονοπάτια. Η έκδοση του ΚΨΜ πολύ καλή, με εκτεταμένο πρόλογο του δημιουργού στην αρχή και πλούσιο φωτογραφικό και επεξηγηματικό υλικό στο τέλος. Συνίσταται μόνο σε όσους μπορούν να το διαβάσουν αποστασιοποιημένα.
  3. «Ο Εμφύλιος θα είναι πάντα ένα θέμα επικίνδυνο, γιατί στην πραγματικότητα κάθε συζήτηση για τον Εμφύλιο είναι από μόνη της ένας μικρός εμφύλιος», λέει στο «New Page» ευθύς εξαρχής ο κομίστας Λευτέρης Παπαθανάσης στην επικοινωνιακή γέφυρα που προσπαθούμε να χτίσουμε Αθήνα – Γιάννενα. Καλό ξεκίνημα. Το «Τέρμινους», το πρώτο ελληνικό εικονογραφημένο αφήγημα με θέμα τον Εμφύλιο που κυκλοφορεί εδώ και λίγες εβδομάδες από τις εκδόσεις ΚΨΜ, είναι οι ιστορίες του Βασίλη, της Ουρανίας, του Μιχάλη στα βουνά των Τζουμέρκων της Ηπείρου, μα και χιλιάδων άλλων ανθρώπων που πλήρωσαν με τη ζωή τους την απόφασή τους να σταθούν απέναντι σε κάθε τύραννο. Αλλά να σας κάνουμε τις απαραίτητες συστάσεις. Ο κομίστας που εργάζεται ως χημικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση αγαπά να καταπιάνεται με δύσκολα ιστορικά εγχειρήματα και να τα φιλτράρει με τον αντισυμβατικό αέρα της ένατης τέχνης. Το πρώτο κόμικ του, «Άκου», κυκλοφόρησε το 2013 από τις Βορειοδυτικές Εκδόσεις, ενώ δύο χρόνια μετά ακολούθησε «Η Πάπισσα Ιωάννα – Μεσαιωνικόν Εικονογραφημένον» από τις εκδόσεις ΚΨΜ. Η συγκεκριμένη δουλειά κέρδισε από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας της τις εντυπώσεις -καταρχάς για την ίδια τη δυσκολία του εγχειρήματος- και στη συνέχεια και το Βραβείο Κοινού στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς το 2016. Και το «Τέρμινους»; Πώς τα πηγαίνει στον σύντομο χρόνο της ζωής του από εντυπώσεις και κριτική; «Έχει ήδη πυροδοτήσει πολλές ενδιαφέρουσες συζητήσεις, πράγμα που με χαροποιεί. Εντάξει, υπάρχουν, βέβαια, και κάποιοι που αντλούν ικανοποίηση απ’ το να στείλουν ένα υβριστικό μήνυμα, αλλά δεν δίνω και ιδιαίτερη σημασία». Αλήθεια, δεν φοβήθηκε να πιάσει την «καυτή πατάτα» του Εμφυλίου; Την τελευταία φορά που είδαμε κάποιον να το κάνει μέσα από έργο που απευθυνόταν στο ευρύ κοινό -μιλάμε για τον Παντελή Βούλγαρη και την ταινία του «Ψυχή βαθιά»- η συζήτηση έκανε πολύ καιρό να κοπάσει. «Το “Τέρμινους” είναι κυρίως ιστορίες ανθρώπων του Εμφυλίου, όχι γενικώς η ιστορία του Εμφυλίου, και υπ’ αυτή την έννοια είναι ο δικός μου τρόπος να καταλάβω τους πρωταγωνιστές εκείνης της ιστορίας, το πώς αναμετρήθηκαν με τις επιλογές που ανοίχτηκαν μπροστά τους, αλλά και τους σημερινούς ανθρώπους, τις αγωνίες τους, τα κίνητρά τους, πώς στέκονται απέναντι στους δικούς τους καθημερινούς μικρούς εμφύλιους», μας εξηγεί ο Λευτέρης. «Η προσπάθεια των τελευταίων χρόνων είναι η κυρίαρχη αφήγηση για τον Εμφύλιο να γίνει η μοναδική αφήγηση. Η μάχη της Μνήμης όμως δεν είναι απλώς ακαδημαϊκή υπόθεση. Για εμένα το θέμα είναι να είσαι έντιμος απέναντι στους ανθρώπους που απευθύνεσαι. Γι’ αυτό τον λόγο στις πρώτες κιόλας σελίδες του “Τέρμινους” ξεκαθαρίζω ότι η αφήγησή μου έχει διαλέξει πλευρά. Νομίζω ότι τα περισσότερα έργα για εκείνη την περίοδο είναι παγιδευμένα στο επίπεδο του αφάνταστου πόνου, που έτσι κι αλλιώς χαρακτηρίζει τις εμφύλιες συγκρούσεις. Δεν μπορούμε όμως να πετάξουμε τα διλήμματα που σημάδεψαν εκείνη την εποχή κάτω από το χαλί του ανθρώπινου πόνου, αυτή είναι μια μάλλον εύκολη επιλογή. Πάντως, δεν πιστεύω ότι οι μεγάλες κοινωνικές διαιρέσεις επουλώνονται έτσι απλά και, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν νομίζω ότι θα έπρεπε να αποζητούμε κάτι τέτοιο». «Τέρμινους» ονομάστηκε το σχέδιο του κυβερνητικού στρατού, υπό τις οδηγίες και την υλική στήριξη των ΗΠΑ, για τη διάλυση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας την άνοιξη του 1947. Το σχέδιο αυτό ανατράπηκε χάρη στην αυτοθυσία των μαχητών του ΔΣΕ. Η αγάπη του Λευτέρη για τα ιδανικά και τις αξίες φάνηκε από το πρώτο του κόμικ το 2013, το «Άκου», με 37 εικόνες από στίχους του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι. Πριν γίνει όμως επισήμως κομίστας, ο Λευτέρης σε κάθε ευκαιρία επιμελούνταν εξώφυλλα, εικονογραφήσεις για διηγήματα και fanzine επιστημονικής φαντασίας και δημιουργούσε γελοιογραφίες και ζωγραφιές για αφίσες πολιτικών συλλογικοτήτων. «Θυμάμαι να φτιάχνω, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, κόμικ από πάντα. Αυτή η ανάγκη των στιγμών μοναχικότητας, όπου με μερικά σκίτσα θα επεξεργαστείς τις καθημερινές σου ανησυχίες, πάντα υπήρχε μέσα μου. Αν κάτι άλλαξε τα τελευταία χρόνια, ίσως και ως αποτέλεσμα της κρίσης, είναι η ανάγκη μου να τα δημοσιεύσω, να επικοινωνήσω με άλλους ανθρώπους. Πρόκειται για λυτρωτική διαδικασία». Μια διαδικασία που φαίνεται να αποτέλεσε την πρώτη ύλη και στην προηγούμενη δουλειά του Λευτέρη, την εικονογραφημένη ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας, βασισμένη στο γνωστό έργο του Εμμανουήλ Ροΐδη. Ο δημιουργός απέδωσε την ιστορία ως «μεσαιωνικόν εικονογραφημένον» μέσα από μια χαλαρή σειρά ασπρόμαυρων σκίτσων και με τη γλώσσα των κόμικς να μπερδεύεται ανατρεπτικά με την καθαρεύουσα. «Τι είναι αυτό που σε γοητεύει στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα;» προέκυψε, λοιπόν, εύλογα η ερώτησή μας. «Η αφήγηση μιας ιστορίας που τοποθετείται μακριά μας χρονικά μάς δίνει μεγαλύτερες δυνατότητες και ασφάλεια να κοιτάξουμε μέσα μας. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το νόημα του “μια φορά κι έναν καιρό” των παραμυθιών». Η εκπαιδευτική ιδιότητα του κομίστα δεν θα μπορούσε να μην αποτελέσει κι αυτή μέρος της κουβέντας μας. Αλήθεια, βλέπει ο Λευτέρης μια εκπαιδευτική πλευρά στο «Τέρμινους», δεδομένης της εκκωφαντικής απουσίας του ελληνικού Εμφύλιου στην επίσημη εκπαίδευση, ακόμα και 70 χρόνια μετά τη λήξη του; «Το κόμικ αναφέρει πολλά ιστορικά γεγονότα με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι σύγγραμμα Ιστορίας. Αν όμως ο αναγνώστης -και ειδικά τα πιο νέα παιδιά- βρει μέσα στις σελίδες του το ερέθισμα να ασχοληθεί με την ιστορία της περιόδου, αυτό είναι κάτι που θα με χαροποιήσει». Και οι σχολικές αίθουσες της επαρχίας; Τι συμβαίνει εντός τους; «Είχαν πάντα τις ιδιαιτερότητες της ίδιας της επαρχίας, όμως πλέον τα σχολεία σ’ ολόκληρη τη χώρα αντιμετωπίζουν τα ίδια κεντρικά προβλήματα, δίνοντας τη μάχη τους απέναντι στον “ρεαλισμό” της οικονομίας. Το κακό είναι ότι όλη αυτή η κατάσταση επηρεάζει πια βαθιά τα παιδιά και τους εκπαιδευτικούς, με αποτέλεσμα να κυριαρχεί η απογοήτευση. Ότι θετικό μπορούμε να ελπίζουμε θα έρθει μέσα από το φιλότιμο και τον αγώνα παιδιών και δασκάλων, που έτσι κι αλλιώς χάρη σ’ αυτά λειτουργούν τα σχολεία μας χρόνια τώρα». Λίγο πριν διακοπεί η σύνδεση 420 ολόκληρα χιλιόμετρα Αθήνα – Γιάννενα δεν κρατηθήκαμε να μην ρωτήσουμε τον Λευτέρη: «Τι έχετε εκεί στα Γιάννενα που δεν έχουμε εμείς στην Αθήνα;». H πόλη έχει έναν τρόπο να κάνει δικό της τον άνθρωπο που θα την περπατήσει. Αυτό, άλλωστε, συνέβη και σ’ εμένα, που δεν μεγάλωσα εδώ, μα έγινα τελικά Γιαννιώτης κανονικός». Και φυσικά μετά αντιστρέψαμε την ερώτηση: «Τι έχουμε εμείς στην Αθήνα που δεν έχετε εκεί;». «Γεγονότα. Ή, καλύτερα, την αίσθηση ότι βρίσκεται κανείς στο κέντρο των γεγονότων. Κατά τ’ άλλα, δεν μπορώ να πω ότι η σημερινή Αθήνα μού αρέσει όπως παλιότερα. Δεν μπορώ τον διάχυτο νομιμοποιημένο ρατσισμό, την ασφυκτική αστυνόμευση του κέντρου, την παρακμή των τελευταίων χρόνων, πράγματα, βέβαια, που πια τα συναντάς σε κάθε πόλη. Δεν είναι μια μάχη που έχει χαθεί οριστικά όμως». Και το σχετικό link...
  4. Στην «Πάπισσα Ιωάννα», ο Λευτέρης Παπαθανάσης έδωσε μια απολαυστική εκδοχή του εμβληματικού έργου του Εμμ. Ροΐδη. Δυο χρόνια αργότερα επιστρέφει με το «Τέρμινους» (εκδ. ΚΨΜ), μια συγκλονιστική ιστορία για τους ανθρώπους του Εμφυλίου στα βουνά της Ηπείρου. Αντί παρουσίασης, δημοσιεύουμε το κείμενο που παραχώρησε στο «Καρέ Καρέ» ο επίκουρος καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Λάμπρος Φλιτούρης. Ενα κόμικς για τους ανθρώπους του Εμφυλίου: σκέψεις για το «Τέρμινους» του Λευτέρη Παπαθανάση Σε ένα θεμελιώδες κείμενό του για τη σχέση της τέχνης των κόμικς με τις ανθρωπιστικές επιστήμες, ο Ουμπέρτο Έκο προέτρεπε τους πανεπιστημιακούς και διανοούμενους να μελετήσουν μια σειρά από ανεξερεύνητους και αχαρτογράφητους έως τότε τομείς, όπως η κινηματογραφική διαδοχή της αφήγησης, ο νέος ρυθμός και ο νέος αφηγηματικός χρόνος, η γέννηση μιας νέας θεματικής, οι ιστορικές καταβολές και η οπτικοποίηση του μύθου. Έκτοτε, το κόμικς, ως ένα αυτόνομο είδος τέχνης, αποτελεί ένα βασικό εργαλείο μελέτης της εξέλιξης όχι μόνο της πολιτιστικής παραγωγής μιας εποχής αλλά και της αναπαράστασης των κοινωνικών προτύπων και αισθητικών τάσεων κάθε εποχής. Στην περίπτωση του νέου graphic novel του Λευτέρη Παπαθανάση, ο ρόλος της Ιστορίας είναι διπλά παρών. Από τη μια πλευρά η Ιστορία εμπνέει τον δημιουργό και τον οδηγεί σε έναν διάλογο με την εποχή του Εμφυλίου ή μάλλον καλύτερα με τους ανθρώπους του Εμφυλίου. Από την άλλη, η ανάγνωση του «Τέρμινους» σήμερα μας οδηγεί αναπόφευκτα στο να ξανασκεφτούμε τις συνθήκες που γέννησαν την επιθυμία ενός δόκιμου δημιουργού να καταπιαστεί με τον Εμφύλιο, μια πρώτη για την ελληνική ένατη τέχνη. Όπως ο δημιουργός αναφέρει από την προσεγμένη εισαγωγή του έργου του, το «Τέρμινους» δεν είναι μια ιστορία του Εμφυλίου αλλά ένα αφήγημα για τους ανθρώπους του Εμφυλίου. Για εκείνους που δεν είχαν τίποτα πέρα από τη ζωή τους και την αξιοπρέπειά τους και δεν δίστασαν στα δύσκολα χρόνια να βρεθούν με το όπλο στο χέρι, ελεύθεροι και αδούλωτοι. Ο εμφύλιος πόλεμος υπήρξε ίσως η πιο τραυματική στιγμή της ελληνικής ιστορίας. Ήταν ο τραγικός επίλογος μιας πρωτόγνωρης κοινωνικής αλλαγής, την οποία εξέφρασε το αντιστασιακό κίνημα την περίοδο της Κατοχής και ειδικότερα το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ. Ο διχασμός στην ελληνική κοινωνία είχε δρομολογηθεί ήδη από τη δικτατορία του Μεταξά κατά τα προηγούμενα χρόνια, για να μην πούμε για τις προηγούμενες δεκαετίες από την αποτίναξη του Τούρκου. Ήταν ένας διχασμός βαθιά κοινωνικός και οι διώξεις των αριστερών είχαν θεσμοθετηθεί από την εποχή του βενιζελικού «ιδιώνυμου». Κατά τη δεκαετία του 1940, ο διχασμός αποκρυσταλλώθηκε μέσα από τις βίαιες συγκρούσεις και την ανθρωποθυσία που ακολούθησε τα έτη 1946-1949. Αυτή η σύγκρουση όμως ήταν -όπως μας λέει ο Δημήτρης Χατζής- «ένα δόκανο από το οποίο κανένας δεν μπορούσε να ξεφύγει», αν και οι περισσότεροι επιθυμούσαν (αλλά δεν μπορούσαν) την απεμπλοκή. Το «Τέρμινους» του Παπαθανάση δεν είναι η ιστορία της περίφημης στρατιωτικής επιχείρησης των κυβερνητικών και των Αμερικανών συμβούλων. Από αυτή όμως την καθοριστική εξέλιξη του πολέμου εμπνέεται η ιστορία και η αφηγηματική γραμμή που ακολουθεί ο συγγραφέας. Την άνοιξη του 1947 άρχισαν οι πρώτες μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του κυβερνητικού στρατού, στη Ρούμελη και στη συνέχεια στα Άγραφα, στα Τζουμέρκα, στα Χάσια, στον Όλυμπο, στα Πιέρια και στον Γράμμο. Στρατηγικός σκοπός των επιχειρήσεων ήταν ο εγκλωβισμός των τμημάτων του Δημοκρατικού Στρατού κατά περιοχές και ο εξαναγκασμός τους σε άτακτη φυγή, ώστε να επιτευχθεί έτσι η τμηματική εξόντωσή τους. Ο Παπαθανάσης ευφυώς χρησιμοποιεί ως τίτλο το «Τέρμινους» και μας μιλάει για την αρχή του τέλους της νικηφόρας επανάστασης που χάθηκε. Το «Τέρμινους» δεν μιλάει για σούπερ ήρωες. Άλλωστε οι σούπερ ήρωες δεν ταιριάζουν στους λαϊκούς αγώνες. Μιλάει για εκείνους που πάλεψαν αλλά και για κείνους που προδόθηκαν. Όχι για εκείνους που προδόθηκαν από τις ιδέες τους αλλά για όσους ένιωσαν να προδίδονται από τις ηγεσίες τους. Μιλάει για κείνους που σύρθηκαν στο μετεμφυλιακό πανηγύρι της «εθνικοφροσύνης», το οποίο κατάφερε να θεσμοθετήσει την πολιτική καταπίεση και τον κοινωνικό αποκλεισμό για ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού. Μια «εθνικοφροσύνη» που δέχτηκε τους συνεργάτες των ναζί, τους ξέπλυνε και τους παρέδωσε στην «υγιή» κοινωνία των δεκαετιών του ’50 και του ’60. Μια «εθνικοφροσύνη» που, επιβάλλοντας την πολιτική και πολιτιστική οπισθοδρόμηση της ελληνικής κοινωνίας, οδήγησε μέσω των στρατοδικείων, των εξοριών, των εκτελέσεων, των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων στη χούντα του 1967. Μια «εθνικοφροσύνη» που οδήγησε στη μετανάστευση όσους δεν έστειλε στα ξερονήσια, όσους δεν μπόρεσε να αναμορφώσει, όσους δεν φυλάκισε στις μπετοναρισμένες φυλακές των πόλεων. Όπως όλα τα μείζονα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα, ο Εμφύλιος δεν επιδέχεται μονοδιάστατες απαντήσεις. Η πορεία προς τον Εμφύλιο, η σφοδρότητα της σύγκρουσης και η διάρκειά της αποτέλεσαν τη συνισταμένη πολλών και διαφορετικών κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών σε εθνικό αλλά και διεθνές επίπεδο. Οι κοινωνικές ανατροπές και οι οικονομικές ανακατατάξεις, οι κοσμογονικές αλλαγές στη φτωχή, άγονη ορεινή ύπαιθρο, στα Τζουμέρκα της ιστορίας του Παπαθανάση, που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής, έμειναν ημιτελείς. Μετά την Απελευθέρωση, ιδιαίτερα στον αγροτικό χώρο, με την ολοκληρωτική επικράτηση της «λευκής τρομοκρατίας», η αντίδραση επανέκαμψε. Σαν να την ενοχλούσε βαθιά το ΕΑΜικό κήρυγμα για ισότητα του άντρα και της γυναίκας. Μια ισότητα βασισμένη όχι μόνο στην ίδια τη φύση αλλά και χάρη στον σεβασμό που κερδήθηκε από τον αγώνα της αντάρτισσας στο πλάι του αντάρτη. Σαν να την ενοχλούσε που η νεολαία λάμβανε τον ενεργό ρόλο που της ταίριαζε στην ανάσταση των νέων κοινωνιών. Σαν να την ενοχλούσε ο δάσκαλος που είχε και διατύπωνε χωρίς φόβο τη γνώμη του και ο μαθητής που είχε τη δική του άποψη. Σαν να την ενοχλούσε το βιβλίο που άνοιγε, η αυλαία που σηκωνόταν κι έφερνε το θέατρο στην κεντρική πλατεία του πιο απομακρυσμένου χωριού. Και φυσικά σαν να την ενοχλούσε το δίκαιο που αποδιδόταν απλά, άμεσα και κάτω από τον ελεύθερο ουρανό. Όπως αναφέρει ο Χατζής στη «Μουργκάνα»: «Σε κανένα άλλο μέρος στην Ελλάδα δεν είχαν υποφέρει τόσο πολύ όσο στην Ήπειρο, κάπου δυο χρόνια με τη φτώχεια και με τη γύμνια, με το κυνηγητό και το σκόρπισμα, όσο να μπορέσουνε να στερεωθούν. Ηρωικές αποτυχίες κι άτιμες προδοσίες στα πρώτα ξεκινήματα, το 1946, εμποδίσανε τον αγώνα στην Ήπειρο να αναπτυχθεί και δημιούργησαν παραπανιστές δυσκολίες. Όλο το χειμώνα του 1946, κι ως την άνοιξη του ’47, οι πρωτοπόροι ζήσανε σκορπισμένοι ομαδούλες-ομαδούλες μα πολλές φορές κι ολότελα μοναχοί τους σαν τ’ άγρια θερία στα βουνά». Αυτή η αντίδραση, μεθοδικά και εκμεταλλευόμενη την αδυναμία της Αριστεράς να αρθρώσει έναν σταθερό και πειστικό λόγο, επανακάμπτει παρά τη φαινομενική υποχώρησή της μετά το 1974. Δεν θα αναφερθώ στο διεθνές επίπεδο. Θα αρκεστώ στα δείγματα που κάνουν την εμφάνισή τους μετά το υποτιθέμενο τέλος της Ιστορίας το 1989. Στη δική μας μικρή και πολλές φορές δύσκαμπτη κοινότητα των ιστορικών, η αναθεώρηση έχει γίνει το «επιστημονικό εξαπτέρυγο» μιας λάιτ εθνικοφροσύνης. Μα στον δημόσιο λόγο και στη δημόσια ιστορία βρισκόμαστε μπροστά στην κλιμακούμενη επιστροφή των φαντασμάτων της Ιστορίας: είδαμε τους ταγματασφαλίτες να δικαιολογούνται από την ύπαρξη μιας κόκκινης τρομοκρατίας, είδαμε το ΕΑΜ και τους αγωνιστές του να κατηγορούνται συλλήβδην -αλλά με επιστημονικό λεξιλόγιο αυτή τη φορά- ως ενεργούμενα της Μόσχας, στα ερείπια της σοβιετικής γραφειοκρατίας, αλλά με τα υλικά που αφειδώς παρέχει ο ασθμαίνων καπιταλισμός για να χτίζεται το οικοδόμημα της αναθεώρησης της Ιστορίας, του Εμφυλίου ή και εσχάτως της επταετίας. Στο «Τέρμινους» ο Παπαθανάσης, πάλι με ευφυΐα, μεταφέρει το υποτιθέμενο τέλος της Ιστορίας σε ένα ονειρικό στρατοδικείο όπου κρίνονται ζώντες και νεκροί και τελικά κρίνεται η ίδια η Ιστορία. Η άρνηση της ήττας δεν είναι μια εμμονή. Δεν αντιτίθεται σπασμωδικά στην οικτρή διαπίστωση ενός «ευτυχώς ηττηθήκαμε, σύντροφοι». Είναι η συνειδητή άρνηση της ταύτισης της ιδέας για έναν δίκαιο και άρα καλύτερο κόσμο -δίκαιο… όχι δικαιότερο- με τη συμβιβασμένη ηγεσία, την κομματική γραφειοκρατία. Ο Παπαθανάσης μιλάει απλά γι' αυτό που είναι η ηγεσία της Αριστεράς: και η ηγεσία της είναι ο λαός, οι καταπιεσμένοι. Οι διωκόμενοι. Αυτοί που βλέπουν τον αγώνα για την κοινωνική δικαιοσύνη ως την πραγμάτωση της ιστορικής αποστολής τους. Σ’ αυτό το δικαστήριο της Ιστορίας -που κάλλιστα θα μπορούσε σήμερα να είναι ένα πανεπιστημιακό αμφιθέατρο όπου θα δίδασκαν κάποιοι από τους πολλούς οπαδούς μιας «θολής» αριστείας ή ένα τηλεδικείο που θα δίκαζε και θα καταδίκαζε εν μέσω διαφημίσεων για τα θαύματα του Παϊσίου και τις ιδιότητες του υαλουρονικού- οι ήρωες του Παπαθανάση, αν και κουρασμένοι, δεν υπογράφουν δήλωση, δεν δίνουν συγχωροχάρτι, δεν βάζουν άνω τελεία στην επαναστατική διαδικασία. Κι ας νιώθουν μόνοι. Είναι όμως μόνοι; Ο Παπαθανάσης προέρχεται από προγόνους που πάτησαν τη σκανδάλη του αγώνα και παρέδωσαν τη σκυτάλη στην επόμενη γενιά. Ο Παπαθανάσης δεν κρύβει ότι είναι στρατευμένος. Το «Τέρμινους» είναι στρατευμένο. Δεν το συνιστώ σε όποιον θεωρεί ότι πρέπει να προχωράμε ως κοινωνία με γνώμονα ένα άχρωμο κοινό καλό. Δεν το συνιστώ σε όσους αναζητούν μια αντικειμενική ματιά στην Ιστορία. Δεν υποστηρίζω εξάλλου την αναζήτηση της αντικειμενικότητας στην Ιστορία. Πώς θα τολμούσα λοιπόν να την απαιτήσω από την Τέχνη; Λάμπρος Φλιτούρης, επίκουρος καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Και το σχετικό link...
  5. Τέρμινους: Comic-ιστορίες ανθρώπων του Εμφυλίου που πάλεψαν για τα όνειρά τους Είναι αλήθεια ότι ανυπομονούσαμε για το Τέρμινους. Το προηγούμενο graphic novel του Λευτέρη Παπαθανάση (γνωστού και με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Boban), η Πάπισσα Ιωάννα μας άρεσε πολύ και περιμέναμε το επόμενο, το κόμικ για τον εμφύλιο. Για άλλη μια φορά το ζητούμενο δεν είναι η ιστορία που θα μας πει ο δημιουργός. Αυτή μας είναι γνωστή. Ανυπομονούσαμε να δούμε τον δικό του τρόπο να την αφηγηθεί και μάλιστα μέσα από την τέχνη του. Αυτό που γνωρίζαμε από την αρχή είναι ότι ο Παπαθανάσης επιλέγει συνειδητά να μπει στη μάχη της μνήμης του Εμφυλίου και να μιλήσει από τη μεριά των αγωνιστών του ΕΑΜ και του ΔΣΕ για ένα θέμα που, ακριβώς λόγω των δυσκολιών που κρύβει κάθε προσπάθεια προσέγγισής του, έλειπε από την ένατη τέχνη. Όταν πήραμε στα χέρια μας το Τέρμινους, που εκδίδεται κι αυτό απ’ τις εκδόσεις ΚΨΜ, το μάτι μας έπεσε πρώτα στην αντάρτισσα του εξωφύλλου και ύστερα στον υπότιτλο: «Εικονογραφημένο αφήγημα για τους ανθρώπους του Εμφυλίου». Για τους ανθρώπους του Εμφυλίου; Όχι για τον εμφύλιο; Προχωρήσαμε στον πρόλογο όπου η απάντηση είναι σαφής: «Το εικονογραφημένο αυτό αφήγημα είναι ιστορίες ανθρώπων του Εμφυλίου και σε καμία περίπτωση η ιστορία του Εμφυλίου.» Προχωρήσαμε στο εικονογραφημένο αφήγημα, που πραγματικά ρουφάει τον αναγνώστη του και καταλάβαμε τι σημαίνουν όλα αυτά. Όπως μας έχει εξηγηθεί στον πρόλογο ο δημιουργός μας αφηγείται τις ιστορίες ανθρώπων που έχει ακούσει από συγγενείς και συγχωριανούς του ως παιδί των Τζουμέρκων. Τα μεγάλα γεγονότα υπάρχουν στην αφήγηση του αλλά αυτό που βρίσκεται σε πρώτο πλάνο είναι οι άνθρωποι, οι μικρές και μεγάλες ιστορίες τους και τα συναισθήματά τους που πολλές φορές πλημμυρίζουν το καρέ. Αυτό δεν σημαίνει πως το Τέρμινους κρύβει τα μεγάλα ζητήματα. Τα αγγίζει όλα. Φέρνει μπροστά μας σκηνές σκληρές από τις πιο ντροπιαστικές στιγμές της ανθρωπότητας αλλά και τα δύσκολα ερωτήματα της Αριστεράς για τα σχέδια και τις αποφάσεις της και παίρνει θέση σε όλα αλλά πάντα μέσα από τις ιστορίες των ανθρώπων του. Δε θα αναφερθούμε στις ιστορίες που παρουσιάζει αλλά θα σας πούμε ότι θα βρείτε μέσα τους όλη τη συγκίνηση, την αμηχανία, το θυμό για την αδικία και την αισιοδοξία για το μέλλον που κρύβουν πάντα αυτές οι αφηγήσεις. Θα σας πούμε επίσης πως μπορεί να συναντήσετε και μικρές εκπλήξεις καθώς ο δημιουργός δίνει χώρο σε «λεπτομέρεις», εντυπωσιακές ιστορίες ανθρώπων που μάλλον θα χετε ξανακούσει αλλά συχνά τις ξεχνάμε μένοντας προσηλωμένοι-ες στους πρωταγωνιστές. Σημειώνουμε πως το Τέρμινους δεν τελειώνει στο 1949, όπως και η ιστορία δεν χωρίζεται σε κομμάτια με γραμμές. Παρουσιάζεται η δύσκολη περίοδος αμέσως μετά τον εμφύλιο και όχι μόνο αυτή. Σε όλη την αφήγηση παρεμβάλλονται κάδρα σημερινών νέων ανθρώπων που τελικά συνδέοντα άμεσα με το παρελθόν για να φτάσουν στο μέλλον. Ο δημιουργός διαπερνά όλα τα χρόνια που πέρασαν από τότε ως τώρα αναζητώντας τη σύνδεση του αντάρτη με το παρόν. Ο αντάρτης περνάει κι από δεύτερο δικαστήριο, σύγχρονο γιατί είναι ακόμα ζωντανός και παρά τις δυσκολίες, η κατάληξη της πορείας αυτής είναι ελπιδοφόρα φέρνοντάς μας κι εμάς μπροστά στις δικές μας ευθύνες. «Θα σας λιώσω, πουτανάκια του Τίτο!» (σκίτσο απ’ τα προσχέδια του comic) Στην παρουσίαση μιας περιόδου που είναι τόσο δύσκολο να την αγγίξει κανείς ο Λ. Παπαθανάσης δεν πέφτει στην παγίδα να δώσει τον πρώτο λόγο στο κείμενο. Φτιάχνει ένα graphic novel αξιοποιώντας όλες τις δυνατότητες που του δίνει η εικόνα και ψάχνει τρόπους να μεταδώσει συναισθήματα χωρίς τα λόγια των ανθρώπων. Με μεγάλα ολοσέλιδα σκίτσα ή με μικρά συνεχόμενα κοντινά κάδρα αποδίδει την ένταση της στιγμής. Μπορεί να φύγει από τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών του για να εστιάσει στις λεπτομέρειες που θα επιλέξει, ή να αλλοιώσει την ρεαλιστική απεικόνιση μιας σκηνής κι όλα αυτά για να τονίσει τα συναισθήματα. Δεν φοβάται τα βουβά κάδρα ή ακόμα και το μαύρο. Στο τέλος υπάρχουν σημειώσεις που βοηθούν τον αναγνώστη να καταλάβει τις ιστορικές αναφορές που γίνονται κατά την αφήγηση της ιστορίας. Ως δημιουργός που παίρνει θέση στα ζητήματα που τίθενται σίγουρα θα προκαλέσει και διαφωνίες. Το ότι είναι με τους ανθρώπους που στρατεύτηκαν με το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ, το ΚΚΕ, το ΔΣΕ μας το έχει δηλώσει ήδη από τον πρόλογο, αλλά θα υπάρξουν διαφωνίες και στην αντιμετώπιση της πορείας αυτής της πλευράς. Σίγουρα όμως το κυρίαρχο είναι ο θαυμασμός (χωρίς αυτό να σημαίνει άνευ όρων δικαίωση) αυτών των ανθρώπων. Το Τέρμινους είναι ένα άριστο παράδειγμα τέχνης συνειδητά στρατευμένης στις χειραφετητικές ιδέες της ανθρωπότητας. Γι’ αυτό και είναι ένα graphic novel με ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία και σίγουρα πρέπει να διαβαστεί. Πηγή
  6. Η Πάπισσα Ιωάννα είναι το Καλύτερο Κόμικ του 2016. Έτσι αποφάσισε το κοινό του Comicdom. Ο δημιουργός της Λευτέρης Παπαθανάσης αποδίδει την ιστορία του Εμμανουήλ Ροΐδη ως «μεσαιωνικόν εικονογραφημένον», 130 χρόνια μετά την συγγραφή της. Συνέντευξη στη Ζωή Παρασίδη για το popaganda.gr Το 1886 μια «μεσαιωνική μελέτη» -όπως χαρακτήριζε το μυθιστόρημα του ο Εμμανουήλ Ροΐδης - καταδικάστηκε από την Ιερά Σύνοδο ως αντιχριστιανικό και κακόηθες έργο ενώ ο συγγραφέας του αντιμετώπισε την κριτική των λογίων της περιόδου για την ιστορία μιας γυναίκας που κατάφερε να ξεγελάσει τους φαινομενικά ευσεβείς άντρες της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας και να ανέλθει στην ιεραρχία του χριστιανισμού διεκδικώντας το αλάθητο που συνοδεύει το αξίωμα του Ποντίφικα. Μπλέκοντας την καθαρεύουσα με αναχρονισμούς κι ασπρόμαυρα σκίτσα, η κόμικ εκδοχή του Πάπισσα Ιωάννα, 130 χρόνια μετά, τιμήθηκε με το Βραβείο Κοινού στο φετινό Comicdom Con Athens και ο δημιουργός της, Λευτέρης Παπαθανάσης, εξηγεί στην Popaganda πως ένα αιρετικό – για τα δεδομένα της ελληνικής πεζογραφίας του 19ου αιώνα – έργο, μπορεί να μας προβληματίσει για τις σημερινές σχέσεις εξουσίας… Ποιο ήταν το στοιχείο εκείνο που σε κέρδισε προκειμένου να εικονογραφήσεις το μυθιστόρημα του Ροΐδη; Έχει να κάνει με όσα ζούμε τα τελευταία χρόνια. Την ιστορία της Ιωάννας δεν τη διάλεξα, σχεδόν με διάλεξε αυτή και μάλιστα σε μια πολύ «μαύρη» συγκυρία. Έτυχε να ανοίξω στο κινητό μου το κείμενο του Ροΐδη (είναι απ’ αυτά που έχω πάντα μαζί μου, χάρη στην τεχνολογία) την ώρα που περίμενα μαζί με άλλους κακόμοιρους συμπολίτες μου να πληρώσω κάποια δόση φόρου στην τράπεζα. Ξαφνικά, μου φάνηκε ότι πολλά απ’ αυτά που έγραφε εκεί μέσα ταίριαζαν τόσο στην περίσταση, που άρχισα να γελάω μόνος μου, δημιουργώντας μάλλον φόβο στους διπλανούς μου. Παράτησα το έργο που σχεδίαζα τότε και άρχισα να φτιάχνω σκίτσα σχετικά με την Ιωάννα. Μέσα σε λίγες μέρες κατάλαβα ότι δεν γινόταν να μην επιχειρήσω να πω την ιστορία αυτή με το δικό μου τρόπο. Δεν ξέρω, δε νομίζω ότι μπορεί να περιγραφεί ή να αναλυθεί, κάποιες φορές η επιλογή ενός θέματος είναι αποτέλεσμα μεγάλης σκέψης και κάποιες φορές απλά σε κυριεύει. Προτιμώ το δεύτερο βέβαια. Αν είναι να αφιερώσεις μήνες δουλειάς σε ένα έργο, αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν σε έχει κατακτήσει. Ως χημικός που εργάζεσαι στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση -μάλιστα όχι σε κάποιο μεγάλο αστικό κέντρο, αλλά στα Γιάννενα- σκέφτηκες πως μπορεί να υπάρξουν αντιδράσεις λόγω του θέματος; Δεν πιστεύω στους ανθρώπους που ζουν κατά το πρότυπο «Δρ. Τζέκυλ και κ. Χάυντ». Ένας άνθρωπος είναι μια ενότητα αντιλήψεων και τρόπου ζωής, που εκφράζεται σαν τέτοια σε κάθε περίσταση. Θέλω να πω μ’ αυτό, ότι δεν θεωρώ ότι σαν εκπαιδευτικός υπηρετώ κάποιον διαφορετικό σκοπό απ’ ό,τι σαν εικονογράφος. Ο αγώνας ενάντια στην αμορφωσιά, ενάντια στην πνευματική καθήλωση και την υποταγή, κάποιες φορές μπορεί να παίρνει τη μορφή ενός τυπικού μαθήματος Χημείας στα πλαίσια του προγράμματος, και άλλες μια πιο εντυπωσιακή μορφή, όπως με ένα κόμικ. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει αντίφαση. Πιστεύω ότι ένας άνθρωπος που το έχει ξεκαθαρίσει αυτό και στον εαυτό του, αλλά και στην κοινότητα στην οποία ζει είναι, αν μη τι άλλο, θωρακισμένος από την άποψη της αυτοσυνέπειας. Τώρα, αν υπάρχουν και κάποιοι που αντλούν στη ζωή τους ικανοποίηση από το να παίζουν το ρόλο του «φύλακα της ηθικής και της τάξης», και βλέπουν στο κόμικ μου πεδίο δόξης, ας κοπιάσουν. Τέτοιοι τύποι πάντα ήταν απέναντί μας. Πόσο επίκαιρη θεωρείς την ιστορία του Ροΐδη σε μια εποχή που ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός δε φαίνεται να έχει εξαλειφθεί; Ο Ροΐδης πάτησε πάνω σε μια μεσαιωνική ιστορία που οι άνθρωποι την αφηγούνται εδώ και χίλια χρόνια τώρα. Αυτή η ιστορία θα είχε σβήσει αν δεν άγγιζε, αν δεν ερμήνευε και δεν κριτίκαρε με κάποιον τρόπο, διαχρονικές πληγές της ανθρωπότητας. Θεωρώ ότι ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός (όσο μπορούμε να τον ορίσουμε) μπορεί να κυριαρχεί στην ιστορία αυτή σαν σκηνικό, σαν ένδυμα και σαν υπόκρουση, μα δεν είναι το μοναδικό στοιχείο. Η Ιωάννα γίνεται η αφορμή να σκεφτούμε για τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του, την εξουσία, τις ταυτότητες. Μέσα απ’ αυτήν βλέπουμε πώς μια πράξη ρήξης μπορεί να ενσωματωθεί στο αντίθετό της, πώς ο καταπιεσμένος από την εξουσία μπορεί να γίνει ο ίδιος εξουσιαστής. Ακόμη, πράγμα που θεωρώ πολύ βασικό στοιχείο της ιστορίας αυτής, το πώς οι άνθρωποι προσποιούνται τον ανήξερο μπροστά στην εξαπάτηση, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους ατομικούς τους στόχους, και με πόση λύσσα επιτίθενται σε εκείνον που θα τους δείξει την αλήθεια. Είναι όλα αυτά που κάνουν την ιστορία της Ιωάννας επίκαιρη. Ακόμη και σήμερα, που ο αγώνας για ισχύ, ιδιοκτησία, παγκόσμια κυριαρχία, ντύνεται και πάλι το μανδύα της θρησκείας, η Πάπισσα μπορεί να μας βοηθήσει να σκάψουμε πιο βαθιά και να δούμε τον πυρήνα του προβλήματος. Φυσικά ένα έργο τέχνης μπορεί να φτάσει μόνο μέχρι εκεί, να μας κάνει να δούμε καθαρά το πρόβλημα. Οι λύσεις είναι στα δικά μας χέρια. Τελευταία παρατηρείται μια στροφή του εγχώριου κόμικ σε κλασικά κείμενα, τα οποία μάλιστα γνωρίζουν μεγάλη ανταπόκριση από το κοινό (όπως το δικό σου και ο Ερωτόκριτος). Πως το εξηγείς; Νομίζω ότι όταν βρισκόμαστε σε μια συγκυρία που μας ζορίζει, είτε προσωπικά είτε συλλογικά, συχνά ανασκαλεύουμε τα πράγματα που αγαπήσαμε, ψάχνοντας σ’ αυτά κάποιο στήριγμα. Δεν είμαι οπαδός του «να διατηρήσουμε την παράδοση», όμως κάτι τέτοιο καταλαβαίνω. Το σημαντικό για μένα είναι ότι όλη αυτή η διαδικασία δεν είναι επιτηδευμένη, ούτε ένα απ’ αυτά τα περιβόητα παντρέματα προς εμπορική χρήση, αλλά κάτι ζωντανό, φρέσκο, που δημιουργεί καινούργιους κώδικες. Επίσης, σημαντικό στοιχείο αυτής της κίνησης είναι το άνοιγμα του μέσου σε έναν κόσμο που δεν ανήκε στην κοινότητα των φανατικών του κόμικ. Στις πολλές παρουσιάσεις της Πάπισσας το προηγούμενο διάστημα, βρέθηκαν αρκετοί άνθρωποι που μου είπαν ότι δεν είχαν ξαναδιαβάσει ποτέ κόμικ, κι αυτό το θεωρώ μεγάλη υπόθεση. Αυτή την περίοδο «σχεδιάζεις» κάτι νέο; Πολλοί φίλοι έχουν σκεφτεί ότι η επόμενη δουλειά θα είναι πάλι βασισμένη στο έργο κάποιου μεγάλου μάστορα (η πρώτη μου έκδοση, το Άκου!, ήταν βασισμένη στο έργο του Μαγιακόφσκι, η Ιωάννα στου Ροΐδη), και μάλιστα προσπαθούν να μαντέψουν ποιος θα είναι. Λοιπόν, όχι, δεν θα είναι μεταφορά ή διασκευή. Από τα διάφορα projects που ξεπηδούν στο σχεδιαστήριό μου, υπάρχουν δύο που αποφάσισα να προχωρήσω. Το ένα, που ελπίζω να κυκλοφορήσει στις αρχές του 2017, είναι ένα μεγάλο μαύρο εικονογράφημα για τον Εμφύλιο, βασισμένο σε πραγματικές ιστορίες. Το άλλο, που πραγματικά δεν ξέρω πότε θα εκδοθεί, είναι μια χιουμοριστική εκδοχή της βιογραφίας του μεγάλου επαναστάτη Λέον Τρότσκι. Όπως καταλαβαίνεις, και τα δύο κινούνται στο πλαίσιο που ανέφερα παραπάνω, μιας επίσκεψης στο συλλογικό παρελθόν, ενός βαθιού σκαψίματος στα πράγματα που με διαμόρφωσαν. Ελπίζω να αναδυθώ απ’ αυτό το σκάψιμο με δύο κόμικ που θα αξίζουν τον κόπο. Η Πάπισσα Ιωάννα του Λευτέρη Παπαθανάση κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ.
  7. Οι εκδόσεις ΚΨΜ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του graphic novel Η ΠΑΠΙΣΣΑ ΙΩΑΝΝΑ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΝ Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου, 19:30 Polis Art Cafe (Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου - Στοά του Βιβλίου) Θα μιλήσουν οι: - Μιχάλης Καλαμαράς, επιμελητής κειμένων, διαχειριστής eAnagnostis.gr - Έφη Καραχάλιου, μέλος της συντακτικής ομάδας του Smassing Culture - Λευτέρης Παπαθανάσης, δημιουργός του κόμικ Τη συζήτηση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος Γιώργος Τσαντίκος. Σελίδα FB ΚΨΜ
  8. Μεσαιωνικόν Εικονογραφημένον Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Σχεδόν 150 χρόνια μετά τη συγγραφή της «Πάπισσας Ιωάννας», το εμβληματικό λογοτεχνικό έργο του Εμμανουήλ Ροΐδη μεταφέρεται πρώτη φορά σε κόμικς (εκδ. ΚΨΜ) από έναν Ελληνα δημιουργό. Ο Λευτέρης Παπαθανάσης, με άφθονο χιούμορ και ευφυείς αναχρονισμούς παρουσιάζει την (φανταστική περιπέτεια μιας όμορφης και πιστής κοπέλας από την ανέχεια και τη μοναστική ζωή στο ύπατο θρησκευτικό αξίωμα. Και εντέλει στο απόλυτο σκάνδαλο. Ο Εμμανουήλ Ροΐδης υπήρξε ένας από τους πιο πνευματώδεις και πολιτικά αιχμηρούς Ελληνες συγγραφείς του δέκατου ένατου αιώνα. Η ταραγμένη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα του νεοσυσταθέντος και ασταθούς ελληνικού κράτους πρόσφερε άλλωστε άφθονες πρώτες ύλες για σάτιρα σε όσους μπορούσαν να παραμένουν ανοιχτόμυαλοι και δηκτικοί. Ο Συριανός συγγραφέας, έχοντας ζήσει από μικρή ηλικία λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων και προβλημάτων υγείας, στη Γένοβα, στο Ιάσιο, στο Βερολίνο και στην Αίγυπτο απέκτησε μια πλούσια παιδεία και μια καυστική γραφή που συχνά τον έφερε στο στόχαστρο συντηρητικών πολιτικών, λογοτεχνικών και θρησκευτικών κύκλων. Εγραψε την «Πάπισσα Ιωάννα» το 1866, σε ηλικία μόλις 30 ετών και προκάλεσε πάραυτα την οργή της εκκλησίας που τον αφόρισε. Το έργο βασίζεται σε έναν μεσαιωνικό θρύλο για μια γυναίκα που κατόρθωσε, μεταμφιεσμένη σε άντρα, να ανελιχθεί στα ανώτατα εκκλησιαστικά αξιώματα και τελικά να αναρριχηθεί στον παπικό θρόνο. Ο Λευτέρης Παπαθανάσης εξηγεί τους λόγους που τον ώθησαν στη μεταφορά της Πάπισσας Ιωάννας σε κόμικς Ο Ροΐδης, συνεπαρμένος από τη δύναμη αυτής της γυναίκας αλλά και αγανακτισμένος από τη θρησκευτική υποκρισία, μελέτησε σε βάθος τον θρύλο και τις διάφορες εκδοχές του, επισκέφτηκε βιβλιοθήκες και μοναστήρια και κατέληξε σε ένα αποτέλεσμα που στρέφεται με σφοδρότητα ενάντια στον κλήρο. Φυσικά όχι μόνο στον καθολικό ούτε μόνο στον μεσαιωνικό κλήρο αλλά στον απανταχού κλήρο και διαχρονικά. Γι’ αυτό ενόχλησε ιδιαίτερα την Ορθόδοξη Εκκλησία («αντιχριστιανικόν και κακόηθες» έργο χαρακτήρισε την Πάπισσα Ιωάννα) και απασχόλησε ακόμα και την ελληνική Δικαιοσύνη. Οχι άδικα, καθώς τόσο η Εκκλησία όσο και η Δικαιοσύνη ανέκαθεν ένιωθαν εαυτούς ικανούς να κρίνουν και να επικρίνουν την τέχνη με κριτήρια δογματικά, κοντόφθαλμα και εθνικοπατριωτικά. Οι επιθέσεις δεν πτόησαν τον Ροΐδη που δεν σταμάτησε ποτέ να τα βάζει με τις νεοελληνικές μικρότητες της εποχής του, να επιτίθεται στο συντηρητισμό, πολιτικό, κοινωνικό και λογοτεχνικό, να γράφει τολμηρά και αντιρομαντικά υπονομεύοντας τις καθιερωμένες λογοτεχνικές συμβάσεις με όπλα του την παρωδία, τη σάτιρα, την αυτοαναφορικότητα, τη διακειμενικότητα και το κωμικό στοιχείο. Αυτό το κωμικό στοιχείο αξιοποιεί στο έπακρο και ο σχεδιαστής της «Πάπισσας Ιωάννας», Λευτέρης Παπαθανάσης. Ενώ ο Ροΐδης χρησιμοποίησε για την «Πάπισσα Ιωάννα» τον επεξηγηματικό τίτλο «Μεσαιωνική Μελέτη», με μια δόση υπερβολής ίσως αλλά πεπεισμένος για το ότι η πρωταγωνίστριά του υπήρξε πραγματικό ιστορικό πρόσωπο όπως πιθανώς απέδειξαν και οι ενδελεχείς έρευνές του, ο Παπαθανάσης συνοδεύει τον δικό του τίτλο από την επισήμανση «Μεσαιωνικόν Εικονογραφημένον». Ακολουθεί πιστά τη χρονική εξέλιξη του πρωτοτύπου, δηλαδή εκτελεί μια γραμμική διαδρομή από τη γέννηση της Ιωάννας μέχρι τον τραγικό της θάνατο, ωστόσο, λόγω και της φύσης της τέχνης των κόμικς, εισάγει στην πλοκή πολλά διαλογικά μέρη που απουσιάζουν από το κείμενο του Ροΐδη. Αυτό προσδίδει στο κόμικς μια ιδιαίτερη ζωντάνια και επιτρέπει στον δημιουργό του να συνοψίσει, βοηθούντων των σχεδίων, σε μικρότερο χώρο και σε μικρότερη έκταση τις εκτενέστερες περιγραφές του Ροΐδη. Η Ιωάννα, φυσικά ως Ιωάννης, πήρε το χρίσμα αλλά αυτή ήταν η αρχή του τέλους μιας «βλάσφημης» πορείας Απολαυστικές είναι επίσης οι επεμβάσεις και οι προσθήκες του στην αφήγηση που «επικαιροποιούν» το έργο, αξιοποιώντας επιτυχημένους χιουμοριστικούς αναχρονισμούς ή εισάγοντας εικόνες από άλλα γνωστά κόμικς ή, ακόμα, και ενθέτοντας σύγχρονα πολιτικά συνθήματα. Για παράδειγμα, κατά την άφιξη της Ιωάννας στη μεσαιωνική Αθήνα, το ακρωνύμιο ACAB (All Cops Are Bastards) κοσμεί μια μαρμάρινη πλάκα, ενώ ταυτόχρονα κάποιος της φωνάζει «Rooms? Taverna?». Ενα κιβώτιο με εισαγόμενα προϊόντα φέρει την ένδειξη «Taiwan» και ο σοφός επίσκοπος των Αθηνών αποκαλεί τους Δυτικούς «Φραγκοχλεχλέδες». Σε μια έντονη ερωτική σκηνή ανάμεσα στην Ιωάννα και στον Φλώρο, ο Παπαθανάσης σχολιάζει ότι «ακολούθησαν πράξεις που ούτε ο Ροΐδης δεν τόλμησε να περιγράψει…», οδηγώντας το αυτοαναφορικό ύφος του συγγραφέα σε ένα δεύτερο επίπεδο μεταμυθοπλασίας, ενώ στην τελευταία του σελίδα χρησιμοποιεί έναν ακόμη αναχρονισμό, παρουσιάζοντας δυο σύγχρονους νέους σε μια καφετέρια να συζητούν για την «Πάπισσα Ιωάννα». Η συνύπαρξη, επίσης, της ιδιάζουσας γλώσσας του Ροΐδη («Η νυξ εξήπλουτο ασέληνος και ζοφερά επί του δάσους») με τη νεοελληνική («Μάνα μου, τι μουρμούριζες ρε γκομενάκι στον ύπνο σου») στην ίδια σελίδα, ακόμα και στο ίδιο καρέ, δημιουργεί αστεία αποτελέσματα που συχνά απομακρύνουν τον αναγνώστη από την αφήγηση για ένα χιουμοριστικό διάλειμμα που ανακουφίζει μέχρι την επιστροφή στην πορεία της Ιωάννας. Οι παραλληλισμοί, τέλος, με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα είναι εύστοχοι («Θα μου εγκρίνει ένα μικρό δανειάκι για το γιο μου», «Μόλις ετοίμασα τη λίστα διορισμών του μήνα», «Χήρεψε μια θέση κουβικουλάριου»), όταν η Πάπισσα Ιωάννα αναγκάζεται να ανεχτεί τον εσμό των αυλοκολάκων της και τελικά να ενδώσει κι αυτή στα ρουσφέτια και τον αυταρχισμό της εξουσίας. Οπως κι αν τη δει κανείς, η «Πάπισσα Ιωάννη» του Λευτέρη Παπαθανάση είναι μια εξαιρετική αφορμή (επανα)προσέγγισης του έργου του Ροΐδη. Σε όσους είναι οικείο δίνεται η ευκαιρία να το δουν σε μια εικονογραφημένη εκδοχή, τροποποιημένη καταλλήλως ώστε να αποτελεί ένα νέο έργο με τη δική του αυταξία. Και σε όσους δεν είναι οικείο λειτουργεί ως προτροπή. Προς τον Ροΐδη και προς τα κόμικς. Μετά τον αφορισμό του από την Ιερά Σύνοδο το 1866, ο Εμμανουήλ Ροΐδης απάντησε αρχικά στις κατηγορίες εναντίον του με χιουμοριστικό ύφος μέσω των «Επιστολών ενός Αγρινιώτου» που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Αυγή». Το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε σε αυτές τις επιστολές ήταν Διονύσιος Σουρλής. Στους προσεκτικούς φίλους και μελετητές της ελληνικής γελοιογραφίας δεν πρέπει να έχει περάσει απαρατήρητο ότι ο «δικός μας» Γιάννης Καλαϊτζής, εκ των κορυφαίων σύγχρονων γελοιογράφων, σε ορισμένα τεύχη του περιοδικού «Γαλέρα» «υιοθέτησε» αυτό ακριβώς το ψευδώνυμο για να υπογράφει τα έργα του. Οι λόγοι προφανείς. Από το 1875 έως το 1885, ο Εμμανουήλ Ροΐδης και ο γελοιογράφος Θέμος Αννινος υπήρξαν οι βασικοί δημιουργοί ενός από τα πρώτα σατιρικά περιοδικά-εφημερίδες, του θρυλικού «Ασμοδαίου». Με όνομα βιβλικού δαίμονα αλλά με κοσμιότητα, πολύ προσεγμένη γλώσσα και εξαιρετικά ποιοτικά σκίτσα, ο «Ασμοδαίος» σατίριζε και καυτηρίαζε την πολιτική, θρησκευτική και κοινωνική ζωή του τόπου. Παρουσίαση της έκδοσης Πηγή
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.