Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Εφημερίδα των Συντακτών'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 15 results

  1. Έξι Έλληνες σκιτσογράφοι αποχαιρετούν το δάσκαλό τους Η πολιτική γελοιογραφία, για να είναι πραγματικά αιχμηρή και εύστοχη, απαιτεί πολλά χαρίσματα. Χιούμορ, ταλέντο, οξύνοια, αντικειμενικότητα, γνώση των ορίων, ήθος. Ο Γιάννης Ιωάννου, συνδύαζε όλα τα παραπάνω και πολλά χαρίσματα ακόμη, γεγονός που τον έκανε τον κατά γενική ομολογία κορυφαίο Έλληνα πολιτικό γελοιογράφο της μεταπολίτευσης. Μέσα από το 'Αντί', τον θρυλικό 'Τρίτο Δρόμο' και πληθώρα μέσων, από εφημερίδες μέχρι και το δικό του μπλογκ, η σατιρική ματιά του Γιάννη Ιωάννου υπήρξε πάντοτε εύστοχη και επίκαιρη. Μα κυρίως, ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος, ενέπνευσε πολλούς ακόμη σκιτσογράφους να ακολουθήσουν το δρόμο του και να μάθουν δίπλα του. Σήμερα, μέσα από το Oneman, ήρθε η ώρα κάποιοι από τους μαθητές αυτούς να αποχαιρετήσουν με τα δικά τους λόγια -ή και σκίτσα- τον Δάσκαλο, ο οποίος στις 9 του περασμένου Μαΐου έφυγε από κοντά μας σε ηλικία 75 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα έργο διαχρονικό και παιδευτικό, το οποίο θα αποτελεί για πάντα σημείο αναφοράς. 'Η αρχεία Ελλάδα', το τελευταίο σκίτσο του Γιάννη Ιωάννου στο μπλογκ του, το οποίο δημοσιεύθηκε και στην Εφημερίδα των Συντακτών Σπύρος Δερβενιώτης Προσπαθώ να θυμηθώ την πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με τη σάτιρα του Γιάννη Ιωάννου, και το μυαλό μου είναι κενό. Θυμάμαι πολύ καθαρά (παρ’ ότι παιδί) την πρώτη εντύπωση που μου έκανε η λιτή απέριττη γραμμή και η ιδιόλεκτος του ΚΥΡ. Θυμάμαι πολύ καθαρά (καθ’ ότι έφηβος) την πρώτη φορά που είδα σε δράση τον οδοστρωτήρα που ήταν ο Αρκάς, στον ‘Κόκκορα’. Αλλά δε θυμάμαι την πρώτη φορά που εκτέθηκα στη νευρώδη και διαβρωτική ματιά του Γιάννη, που επηρέασε τη δική μου προσέγγιση όσο όλοι οι υπόλοιποι Δάσκαλοι συνδυαστικά, και ίσως και λίγο παραπάνω. Προσπαθώντας να σκεφτώ γιατί συμβαίνει αυτό, κατέληξα σ’ ένα συμπέρασμα που θέλω να πιστεύω ότι βγάζει νόημα: Ο εγκέφαλός μου κατέγραψε το Γιάννη σα να ήταν Πάντα εκεί. Σαν η οξυδερκής ματιά του, η βίαιη εισβολή του στα άδυτα των μυαλών των Στιβαρών Ηγετών μας στην ησυχία του σπιτιού τους, αυτό το εμμονικά τεκμηριωμένο ξεγύμνωμα των πιο ιδιοτελών κινήτρων κάθε εξουσίας, αυτός ο διαρκής υποτιτλισμός της ζωής που ζήσαμε, να ήταν πάντα εκεί. Σαν, παρ΄ όλο που το έργο του συνιστούσε μια τομή στην ελληνική γελοιογραφία, ταυτόχρονα να έγινε το σημείο μηδέν, ένα event horizon που καμπύλωσε το σατιρικό χωροχρόνο, ενώνοντας το Πριν (την εποχή μιας γλυκιάς. ασφαλούς γελοιογραφίας) με το Μετά (τη Γιακωβίνικη αναίδεια που μας μεταλαμπάδευσαν από το Γαλλικό Μάη οι καλύτεροι εκπρόσωποι της Μεταπολιτευτικής γελοιογραφίας) σε ένα σώμα: την Ευγενή Αναίδεια που τόσους σύγχρονους και κατοπινούς συναδέλφους του καθόρισε. Είναι ένα συμπέρασμα που γλυκαίνει κάπως τη βαθιά θλίψη για την απώλεια ενός βαθιά ευγενικού ανθρώπου που ευτύχησα να γνωρίσω από κοντά. Γιατί σημαίνει ότι, όπως πάντα ήταν, έτσι πάντα και θα είναι εδώ. Μιχάλης Κουντούρης Ήταν λίγο μετά την Άλλη Επταετία όταν συστηθήκαμε με τον Κοσμά τον Ευρωπαίο και το Μεγάλο Αφεντικό. Τους ακολουθήσαμε με την Πρώτη στον Τρίτο Δρόμο, ένα δρόμο που μας οδήγησε στο πιο σημαντικό σταυροδρόμι της ελληνικής πολιτικής γελοιογραφίας μετά τη μεταπολίτευση. Πολιτικού σκίτσου και κόμικς γωνία. Εκεί γνωρίσαμε, θαυμάσαμε, εμπνευστήκαμε, επηρεαστήκαμε και αγαπήσαμε τον Γιάννη Ιωάννου. Εκεί, σ ’εκείνη τη γωνία, θέλω να αφήσω αυτό το σκίτσο στη μνήμη του. Να το αφήσω με μια βαθιά υπόκλιση, Όσο βαθύς είναι ο σεβασμός που αισθάνομαι, Όσο βαθιά είναι η θλίψη για το χαμό του. Μια υπόκλιση τόσο βαθιά που δεν θα αφήσει να φανεί το δάκρυ για το δάσκαλο που έφυγε, για το συνάδελφο που χάσαμε για το φίλο που θα μας λείψει. Ο τρίτος δρόμος ορφάνεψε… Πέτρος Ζερβός Τον Γιάννη Ιωάννου τον πρωτοείδα στα γραφεία του Σχολιαστή, μέσα δεκαετίας ’80. Ήταν ήδη γνωστός γελοιογράφος, εγώ στα πρώτα μου βήματα. Όμως δεν ανταλλάξαμε ποτέ κουβέντα! Εγώ πολύ ντροπαλός, αυτός από τη φύση του απόμακρος δούλευε απομονωμένος στο βάθος, σε κάποιο τραπέζι… Τον ξανασυνάντησα το 2006, στα πλαίσια των εκδηλώσεων Πάτρα, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, όπου φιλοξενηθήκαμε Έλληνες και Ευρωπαίοι γελοιογράφοι για να φτιάξουμε επί τόπου έργα με θέμα το Καρναβάλι. Γνώρισα έναν διαφορετικό άνθρωπο! Ήταν κοινωνικός, φιλικός, εξωστρεφής και ένα βράδυ σε τραπέζι, όσοι ξέραμε τον κλειστό του χαρακτήρα, με έκπληξη τον είδαμε να χορεύει! Μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω καλύτερα τον άνθρωπο Ιωάννου, όταν στήναμε τη Λέσχη Ελλήνων Γελοιογράφων στη σημερινή της μορφή. Εξαιρετικά ευφυής, με χιούμορ, ολιγόλογος, κάθε του κουβέντα μεστή και καθαρή. Κρεμόμασταν από το στόμα του γιατί πάντα είχε κάτι ουσιαστικό να πει και πάντα έδινε διέξοδο σε πολλές δυσκολίες που προέκυπταν. Ήταν ακέραιος άνθρωπος, με ήθος και πεντακάθαρο βλέμμα. Θυμάμαι, σε κάποιο βραδινό τραπέζι, με έκπληξη να απαξιώνει μπροστά σε άλλους συναδέλφους σκίτσα μου που με τα δικά του κριτήρια έβρισκε «χυδαία»! Αυτό δεν επηρέασε την εκτίμησή μου γι’ αυτόν, αντίθετα μ’ έκανε να σκεφτώ πάνω στη δουλειά μου και να μην κάνω το λάθος να μπερδεύω το χιούμορ με την εμπάθεια!... Ο Γιάννης Ιωάννου ήταν ανοιχτός σε νέους γελοιογράφους που εντάσσονταν στη Λέσχη αλλά και απρόθυμος να δεχτεί όσους δεν θεωρούσε άξιους! Δεν θα μιλήσω για το έργο του. Κατ’ εμέ είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας γελοιογράφος μεταπολεμικά! Η δουλειά του είναι μια τοιχογραφία των τελευταίων δεκαετιών της χώρας. Ένας ιστορικός δεν θα κατανοήσει π.χ. την δεκαετία του ’80, που ήταν καθοριστική ακόμα και για το σήμερα, αν δεν μελετήσει τα αντίστοιχα βιβλία του Ιωάννου! Τα τελευταία χρόνια μια μικρή παρέα γελοιογράφων συναντιόμασταν και εκτός Λέσχης, συχνά με τον Γιάννη. Πάντα ένιωθα δέος και σεβασμό δίπλα του! Ο Γιάννης εξακολουθούσε να είναι για μένα απόμακρος, όχι πια από παραξενιά του χαρακτήρα του αλλά γιατί καταλάβαινα την βαθιά αξία του ως δημιουργού και ως ανθρώπου... Παναγιώτης Μητσομπόνος Αντί κειμένου, ο Παναγιώτης Μητσομπόνος προτίμησε να αποχαιρετίσει τον Γιάννη Ιωάννου με μια διαφορετική μεταξύ τους 'συνομιλία', η οποία δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην Εφημερίδα των Συντακτών το 2017 Πάνος Ζάχαρης Όταν καλείσαι να μιλήσεις για έναν Μεγάλο που έφυγε, φλερτάρεις μοιραία με την αυτοαναφορικότητα. Τον ήξερες; Σε ήξερε; Τι του είχες πει και τι σου απάντησε… Πόσο μάλλον όταν αυτός που έφυγε καθόρισε όχι απλώς τον τρόπο με τον οποίο δουλεύεις αλλά και την ίδια την επιλογή της δουλειάς σου, την επιλογή του –τρίτου;- δρόμου που επέλεξες να τραβήξεις στη ζωή σου. Το αποτύπωμα του Γιάννη Ιωάννου στην Ελληνική Γελοιογραφία, είναι γιγαντιαίο και βαθύ. Τόσο μεγάλο που όσο κι αν το θες είναι δύσκολο να βαδίσεις παράλληλα με αυτό γιατί νιώθεις πως καταλαμβάνει όλο το μονοπάτι που ο ίδιος άνοιξε λίγο πριν το ’80. Έτσι, προχωράς προσεκτικά, βρίσκοντας τα δικά σου μονοπατάκια, τις γελοιογραφικές παρακάμψεις που όμως συχνά, ενίοτε ασυναίσθητα καταλήγουν ξανά στα χνάρια του. Το παρήγορο είναι ότι σε αυτόν τον δρόμο έχεις καλή παρέα. Συναντάς πολλούς, όλους σχεδόν τους φίλους και τους συναδέλφους σου. Άλλους τους βλέπεις μπροστά να προπορεύονται σημαντικά, άλλους στο πλάι, άλλους να ξεκινούν τώρα να τον βαδίζουν. Χάσαμε τον Γιάννη Ιωάννου, αλλά δεν πρόκειται να χαθούμε στον δρόμο του που κάναμε δικό μας. Το σκίτσο της κεντρικής φωτογραφίας μάς το παραχώρησε ευγενικά ο κύριος Πάνος Μαραγκός, ο οποίος προτίμησε να αποχαιρετήσει τον φίλο του με ένα σχέδιο, το οποίο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Εφημερίδα 'Έθνος'. Και το σχετικό link...
  2. Graphic Design: Μαρίνα Πάνου Το απόλυτο έργο του αείμνηστου Στέλιου Ανεμοδουρά επιστρέφει αυτή τη φορά σε μορφή κόμικς, το πρώτο σε αυτόνομη - graphic novel - μορφή! Η συγγραφική ομάδα από το βιβλίο Ο ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ - Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ (2017) επιστρέφει, με τον Γιώργο Βλάχο να αναλαμβάνει το σενάριο και τον Κώστα Φραγκιαδάκη στο σχέδιο. Το νέο κόμικς του Μικρού Ήρωα έρχεται για να γιορτάσει τα 90 χρόνια της εκδοτικής πορείας του οίκου Ανεμοδουρά (και τα 5 για την εκδοτική του Μικρού Ήρωα). Είναι 24 σελίδες, σε σχήμα 17×24. Η βιβλιοδεσία είναι καρφίτσα, με το εξώφυλλο να είναι σκληρό (όσο μπορεί να είναι) και τα χαρτιά πολυτελείας! Η ιστορία έχει ως εξής: Μία νέα απειλή με γερμανικά βομβαρδιστικά που προσβάλουν συμμαχικούς στόλους, εμφανίζεται στα παράλια της Αφρικής και στη Μεσόγειο. Στη συνέχεια χάνονται κάπου πάνω στο Λασίθι, στην Ανατολική Κρήτη! Το Παιδί-Φάντασμα αναλαμβάνει την αποστολή να εντοπίσει και να καταστρέψει το μυστικό αεροδρόμιο... Το τεύχος, επίσης, περιλαμβάνει 2-σέλιδο αφιέρωμα-εισαγωγή του συγγραφέα Γιώργου Βλάχου, με τίτλο "Ο Μύθος Του Μικρού Ήρωα" (σελίδες 2 και 27). Προσωπική άποψη: είναι πάρα πολύ όμορφα σχεδιασμένο, αν και το σενάριο όπως και να το κάνουμε έχει παιδικές ασάφειες. Είναι μία πάρα πολύ καλή έκδοση που αξίζει στήριξη καθώς πλέον στις ημέρες γίνετε όλο και πιο δύσκολο να δούμε κόμικς ελληνικής παραγωγής στην χώρα μας. Τέλος, είναι μία έκδοση που αποτελεί must για όλους τους παλιούς αναγνώστες του Μικρού Ήρωα, καθώς σέβεται την παράδοση, δίνοντας μας νέα πράγματα. Κυκλοφορεί την Παρασκευή 26 Οκτωβρίου, 2018 με την Εφημερίδα Των Συντακτών - Σαββατοκύριακο και σύντομα στα βιβλιοπωλεία! Το αφιέρωμα του Γιώργου Βλάχου "Ο Μύθος Του Μικρού Ήρωα" Το trailer της έκδοσης:
  3. Σε μια εποχή δύσκολη για τις τέχνες, το Καρέ Καρέ εξακολουθεί να δημοσιεύει ποιοτικά κόμικς κορυφαίων Ελλήνων δημιουργών και να παρακολουθεί τις εξελίξεις τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς Πριν από ακριβώς πέντε χρόνια ξεκινούσαμε δειλά δειλά την προσπάθεια να καλύψουμε το κενό στον άνυδρο ελληνικό Τύπο ως προς τα κόμικς. Τις επιδόσεις μας θα τις κρίνουν οι αναγνώστες και μόνο αυτοί. Θέλουμε, ωστόσο, να πιστεύουμε πως προσπαθούμε αρκετά. Σ’ αυτά τα πέντε χρόνια καταφέραμε να γεμίσουμε περισσότερες από χίλιες σελίδες, συνεργαστήκαμε με κορυφαίους Ελληνες καλλιτέχνες, δημοσιεύσαμε περισσότερα από 1.300 κόμικς και πάνω από 500 άρθρα, συνεντεύξεις, παρουσιάσεις βιβλίων, ιστορικά σημειώματα γύρω από την ένατη τέχνη. Γίναμε χορηγοί επικοινωνίας σε εκθέσεις, φεστιβάλ και μεγάλες εκδηλώσεις, ασχοληθήκαμε με την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα με τις σειρές «Η Μέρα της Κρίσης» (η ανθολογία κυκλοφορεί ήδη στα ιταλικά και ελπίζουμε σύντομα και σε άλλες γλώσσες) και «Το Λεξικό της Κρίσης», αλλά και με όλες τις υπόλοιπες σειρές που δημοσιεύονται κάθε Σάββατο στις σελίδες μας. Στριπάκια που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο Καρέ Καρέ κυκλοφόρησαν σε βιβλία ενώ επίκεινται ακόμη περισσότερα. Τα πιο πολλά διαδίδονται αμέσως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αναπαράγονται από ηλεκτρονικές σελίδες και ιστότοπους. Σήμερα, ο Πάνος Ζάχαρης δημιουργεί «Scary Tales» με ήρωες παραμυθιών που δεν είναι περισσότερο εφιαλτικά από την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα, ο Δημήτρης Καμένος με το «Μεφίστο» δίνει τη δική του παρωδιακή εκδοχή στον Φάουστ με απολαυστικούς αναχρονισμούς που παραπέμπουν στο σήμερα, ο Βαγγέλης Παπαβασιλείου κινείται «Πολιτικώς Ανορθόδοξα» καταγγέλλοντας όσους ψευδώς ισχυρίζονται ότι πράττουν και δρουν ορθόδοξα, οι Γιάννης Αντωνόπουλος, Περικλής Κουλιφέτης, Γαβριήλ Παγώνης, Θανάσης Πέτρου μας προσφέρουν νέες αναγνώσεις στα λήμματα από το «Λεξικό της Κρίσης», ο Λέανδρος μας αποκαλύπτει ότι το «Τελευταίο Τέλος του Κόσμου» δεν πλησιάζει, έχει ήδη έρθει και η Αλέξια Οθωναίου μας τοποθετεί στον καναπέ του ψυχίατρου, μας βάζει στη θέση του «Χ εις τον Ψ». Παλαιότερα, στα ίδια υψηλά επίπεδα, ο Κώστας Κυριακάκης, ο Σπύρος Δερβενιώτης, ο Τάσος Μαραγκός, ο Πέτρος Χριστούλιας, οι Σταύρος Ντίλιος – Γαβριήλ Παγώνης, ο Τόμεκ και, φυσικά, ο αγαπημένος μας Γιάννης Καλαϊτζής φιλοτέχνησαν τα έργα τους για το Καρέ Καρέ. Τα πέντε χρόνια δεν είναι λίγα. Δεν είναι όμως και πολλά για όλα όσα μένει και πρέπει να ειπωθούν με κόμικς και γύρω από τα κόμικς. Γιατί, όπως γράφαμε στο πρώτο τεύχος μας, «φιλοδοξία του Καρέ Καρέ είναι να συναντήσει αναγνώστες και αναγνώστριες, καλλιτέχνες και καλλιτέχνιδες, που αντί να τρομάζουν εγκλωβισμένοι στα δικά τους καρέ, θα συνδιαμορφώσουν το πρώτο καρέ μιας νέας αφήγησης που ακόμα δεν έχει γραφτεί». Πηγή
  4. Ως μέρος της ολοζώντανης και ακμάζουσας σκηνής των κόμικς, το Καρέ Καρέ και οι συνεργάτες του βρίσκονται εδώ και πέντε χρόνια σε διαρκή επαφή με τις σύγχρονες εξελίξεις και τάσεις. Γι' αυτές αλλά και για το ίδιο το Καρέ Καρέ ζητήσαμε τη γνώμη πέντε ανθρώπων της ένατης τέχνης. Αν και οι απόψεις τους ποικίλλουν, έχουν ιδιαίτερη σημασία για εμάς αλλά και για το μέλλον των ελληνικών κόμικς. Τους θέσαμε λοιπόν τις παρακάτω δύο ερωτήσεις: ▪ Το Καρέ Καρέ έκλεισε πέντε χρόνια ζωής. Σ’ αυτά τα χρόνια ελπίζουμε ότι συμβάλαμε έστω και λίγο στη διάδοση των ελληνικών κόμικς και βοηθήσαμε την επαφή του κοινού με αυτά. Πώς βλέπετε την κατάσταση των σύγχρονων ελληνικών κόμικς και ποια προβλέπετε ότι θα είναι αυτή σε πέντε, δέκα, είκοσι χρόνια από σήμερα; ▪ Τι σας αρέσει περισσότερο και τι λιγότερο στο Καρέ Καρέ; Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε να βελτιώσουμε την ύλη μας; Γιώργος Μπότσος Δημιουργός κόμικς, ζωγράφος, διευθυντής στο τμήμα κόμικς του ΑΚΤΟ Η ελληνική σκηνή των κόμικς περνά πια μια φάση ωριμότητας, καθώς οι νέοι δημιουργοί, που έρχονται κατά κύματα, είναι ιδιαίτερα ικανοί σχεδιαστικά, αλλά, και αυτό είναι το πιο σημαντικό, έχει ο καθένας το δικό του διακριτό ύφος. Μαζί με τους «παλιούς» -αλλά και όσους εδώ και μια δεκαετία λέγαμε «νέους» και πια κι αυτοί παλιώσανε!- όλοι εξελίσσονται και δημιουργούν δυναμικά. Το επίπεδο των εκδόσεων είναι ποιοτικά υψηλότερο από ποτέ, τα κόμικς έχουν κερδίσει το δικό τους, μεγάλο πια, τμήμα στα βιβλιοπωλεία και οι αποστάσεις με την Εσπερία έχουν μικρύνει, καθώς όλο και περισσότερα ελληνικά κόμικς είναι εξαγώγιμα. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε 20 χρόνια. Το μέλλον είναι… εδώ. Μου αρέσει πολύ το ότι κρατάτε ζωντανό αυτό το ανήσυχο πνεύμα ανανέωσης που πάντα χαρακτηρίζει τα κόμικς. Το ότι ανοίγετε ένα παράθυρο στους αναγνώστες, δίνοντας τον σφυγμό όσων συμβαίνουν «τώρα», αλλά και εμβαθύνοντας στην ίδια τη φύση του μέσου κάθε εβδομάδα είναι εξαιρετικά σημαντικό. Τι μου αρέσει λιγότερο; Θα ήθελα περισσότερες σελίδες, αλλά καθώς φαντάζομαι πως κι εσείς θα θέλατε, απευθύνω έκκληση στην εφημερίδα για περισσότερο Καρέ Καρέ! Λευτέρης Σταυριανός Ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου Jemma Books & Comics και εκδότης της Jemma Press Ο Λευτέρης Σταυριανός σε σχέδιο του Tomek από το Κουλούρι #5 Πέντε χρόνια, ένα βλεφάρισμα. Είναι απίθανο πώς περνάει ο χρόνος. Οπως απίθανο είναι όμως και ό,τι έχετε καταφέρει σ’ αυτό το διάστημα με το Καρέ Καρέ. Μέσα σε αυτή την πενταετία, είδαμε στις σελίδες του ένθετου τετρασέλιδου καταπληκτικές νέες σειρές από πλειάδα Ελλήνων δημιουργών, την επιστροφή του Λέανδρου, αλλά και, κυρίως, αυτό που λείπει από την ελληνική σκηνή: αναλυτική και εμπεριστατωμένη αρθρογραφία για τον χώρο των κόμικς. Η άποψή μου είναι μάλλον πεσιμιστική αναφορικά με το μέλλον της 9ης τέχνης. Παρά την επιφανειακή «άνθηση», πιστεύω πως το μέσο συρρικνώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο και κάποια στιγμή θα γίνει, σε αντίθεση με το ξεκίνημά του, ένα αντικείμενο λατρείας για λίγους, ένα είδος «cult» με περιορισμένους φανατικούς φίλους και υποστηρικτές. Δεν ξέρω αν αυτό θα γίνει σε πέντε, δέκα ή είκοσι χρόνια από σήμερα, είμαι όμως σίγουρος πως θα γίνει, και αυτή η ανησυχία μου είναι κι ένας παραπάνω λόγος που αγαπώ το Καρέ Καρέ. Γιατί αποτελεί, τουλάχιστον για την ελληνική σκηνή, ένα από τα τελευταία «οχυρά» αυτής της τέχνης που αγαπήσαμε κι αγαπάμε, ένα λαμπρό φωτάκι που λάμπει σταθερά μέσα στo χάος χιλιάδων νέων «trends» και τάσεων. Σας αξίζουν λοιπόν χίλια μπράβο μαζί με τις ευχές μου για μακροημέρευση και πολυετή παρουσία και κυκλοφορία και ίσως, γιατί όχι, σε πείσμα των καιρών, και διάψευση των όσων λέω παραπάνω, μια «μετακόμιση» από τετρασέλιδο σε πολυσέλιδο περιοδικό. Αγαπημένες σειρές: Χ εις τον Ψ της Αλέξιας Οθωναίου και Μεφίστο του Δημήτρη Καμένου. Συνεχίστε να κάνετε ό,τι κάνετε γιατί το κάνετε καλά! Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου Σεναριογράφος, συνδιοργανωτής Comicdom Con Athens, εκδότης Comicdom Press Αναμφίβολα τα ελληνικά κόμικς διανύουν σήμερα εκδοτικά την καλύτερη περίοδό τους τόσο ποσοτικά όσο και αναφορικά με την απελευθέρωση των θεματολογιών τους. Επιπλέον, και κόντρα στις αντίξοες οικονομικές συνθήκες της τελευταίας 10ετίας, η σταθερή παρουσία εξειδικευμένων καταστημάτων, καθώς και η είσοδος των κόμικς στα μεγάλα βιβλιοπωλεία αποτελούν θετικές ενδείξεις της εμπορικής δυναμικής τους. Στα ως άνω, θέλω να πιστεύω ότι συμβάλαμε την τελευταία δεκαπενταετία και με το Comicdom Con Athens, τόσο ως συνεκτικός ιστός της εγχώριας σκηνής όσο και ως εφαλτήριο για τις νέες εκδόσεις και τους δημιουργούς τους. Αντίστοιχα, το Καρέ Καρέ ως το μοναδικό ένθετο για κόμικς στον ημερήσιο Τύπο υπήρξε και παραμένει σημείο αναφοράς για την υπεύθυνη ενημέρωση και ψυχαγωγία του κοινού και -ίσως- η μοναδική ευκαιρία εκδοτών και δημιουργών να δουν τη δουλειά τους να παρουσιάζεται από πραγματικούς γνώστες του αντικειμένου. Η μόνη πρόβλεψη για το άμεσο μέλλον την οποία θα τολμήσω είναι ότι η είσοδος μεγάλων εκδοτικών στο «παιχνίδι», την οποία ήδη βλέπουμε, θα βοηθήσει στη διείσδυση των κόμικς σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, θα πλήξει όμως τις μικρές εκδοτικές και τις εκδόσεις που αποτελούν προϊόν αγάπης των συντελεστών τους και όχι αμιγώς εμπορικές κινήσεις. Το Καρέ Καρέ παρουσιάζει ό,τι αξίζει και, για μένα, αυτό πρέπει να συνεχίσει να κάνει. Τις προσωπικές αναγνωστικές προτιμήσεις τις θεωρώ ήσσονος σημασίας. Ντορίτα Καλούδη Αdministrator του ιστότοπου SoComic.gr (αλλά κυρίως fan των δημιουργών και της ελληνικής σκηνής κόμικς) Η Ντορίτα Καλούδη σε σκίτσο του Σπύρου Δερβενιώτη Σε μια εποχή δύσκολη που ευνοεί την επανάληψη, με ελάχιστους πόρους και μέσα, τα ελληνικά κόμικς είναι πιο ποικιλόμορφα από ποτέ και οι καλλιτέχνες περισσότερο εύστοχοι και δημιουργικότεροι από ποτέ. Οι δουλειές των περισσότερων αποτελούν ένα μικρό παράθυρο σε έναν κόσμο σκέψης με έναν φυσικό τρόπο που είναι δελεαστικός όχι μόνο για τους αναγνώστες των κόμικς αλλά και για όσους αναζητούν μια ένδειξη κινητικότητας και ελπίδας. Η πρόκληση παραμένει για όλους εμάς να τους δώσουμε μια ευκαιρία και να τα εντάξουμε στην καθημερινότητά μας. Η φιλαναγνωσία ήταν και παραμένει ένα πρόβλημα στην Ελλάδα, αλλά πιστεύω σε κάθε έναν που πραγματικά θέλει να αλλάξει κάτι στην υπάρχουσα κατάσταση. Δεν ξέρω πώς θα είναι το μέλλον, αλλά ξέρω ότι δεν θα ήθελα να σκεφτώ ένα αύριο για τα παιδιά μας όπου δεν θα υπάρχει η δυνατότητα και η ευκαιρία να διαβάζουν ελληνικά κόμικς. Το Καρέ Καρέ είναι σαν μια παρέα στην οποία θέλεις να ανήκεις γιατί κάθε μέλος της έχει τη δική του προσωπικότητα. Συχνά μέσα στην ημέρα, χαζεύω στο archive του για να βρω κάτι που «δεν του 'χω δώσει σημασία» ή να διαβάσω πάλι τις αγαπημένες μου σειρές. Μπορεί να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο και στο μέλλον να γιορτάσουμε τα 10... 20... 30 του χρόνια; Γιώργος Γούσης Δημιουργός κόμικς, αρχισυντάκτης του περιοδικού για τα κόμικς Μπλε Κομήτης Ο Γιώργος Γούσης σε σχέδιο της Ιωάννας Αλεξοπούλου Τα ελληνικά κόμικς είναι στο σημείο που έχουν ξεπεράσει την εφηβεία και την πρώτη τους νιότη και έχει έρθει η ώρα να βγουν από το safe zone τους και να αρχίσουν να ρισκάρουν ώστε να διεκδικήσουν την ενήλικη ζωή τους με πολλές αξιώσεις στα επόμενα πέντε και δέκα και εκατό χρόνια από σήμερα. Σε αυτή την τόσο καλή περίοδο για τα κόμικς, το μόνο που πιστεύω ότι χρειάζεται βελτίωση στο Καρέ Καρέ, και είναι απαίτηση προς την εφημερίδα, είναι η αύξηση των σελίδων ώστε να γίνει πιο παραγωγικό. ΠΗΓΗ
  5. O Τάσος Μαραγκός (Tasmar) δημιουργεί κόμικς εδώ και 19 χρόνια και είναι υπεύθυνος για τα “Krak Komiks”, τα «Αδέσποτα Σκίτσα», το «Όλα είναι Κόμικξς», το “Holy Shit Comix!” και τώρα τελευταία και για την εικονογράφηση του βιβλίου του Βασίλη Παπαθεοδώρου «Μα γιατί μου φταίνε όλα;! (το βιβλίο της γκρίνιας)», από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Εκτός από αυτά, έχουμε δει τη δουλειά του στο «9», στην «Εφημερίδα των Συντακτών» και πολλά άλλα. Προσφάτως όλα τα επεισόδια του “Hard Rock” συγκεντρώθηκαν και κυκλοφόρησαν σε έναν όμορφο τόμο και στο πλαίσιο αυτής της κυκλοφορίας, είχαμε την ευκαιρία και τη χαρά να μιλήσουμε μαζί του για το “Hard Rock”, τα κόμικς και πολλά άλλα ενδιαφέροντα πράγματα που θα διαβάσετε στη συνέχεια. Έχω διαβάσει κατά καιρούς ότι έχεις δηλώσει ότι έχεις επηρεαστεί από τους Peter Bagge , Robert Crumb, Gilbert Shelton, Andrea Pazienza, κλπ. Κάποιος Έλληνας μέσα σ’ αυτούς; Σίγουρα μου άρεσε πολύ ο Λέανδρος, όταν ήταν στην «Βαβέλ». Δεν ξέρω όμως αν με έχει επηρεάσει. Κάποιοι σε επηρεάζουν και το βλέπεις εμφανέστατα στη δουλειά σου, όπως στο σκίτσο ή στο σενάριο. Κάποιοι άλλοι σε επηρεάζουν χωρίς να το βγάζεις στη δουλειά σου ή μπορεί να το βγάζεις και να μη φαίνεται. Αυτό είναι το καλύτερο φυσικά. Θυμάσαι το πρώτο κόμικ που διάβασες ποτέ; Χμ… Εδώ δεν θυμάμαι τι διάβαζα πριν από 5 χρόνια. (Γελάει). Το πρώτο κόμικ. Χμ… Σίγουρα θα ήταν κάτι σε «Μίκυ Μάους» ή «Ποπάυ». Θυμάμαι μία παιδική φωτογραφία, στην οποία με κρατάει η μάνα μου, μάλλον δεν περπατούσα ακόμα και έχω «Μίκυ Μάους» στα χέρια μου. Μάλλον κάτι τέτοιο θα ήταν. Μαμούθκομιξ ή κάτι παρόμοιο; Μαμούθκομιξ αργότερα αρκετά. Επειδή μεγάλωσα στη Σύρο, δεν έβρισκες τόσο εύκολα κόμικς. Δεν μιλάμε φυσικά για αμερικάνικα και τέτοια, αυτά με τίποτα. Ακόμα και το «Λούκυ Λουκ» και «Αστερίξ», τα έμαθα στην Αθήνα, που ανέβαινα με την μάνα μου το ’85-’86. Χριστούγεννα, βόλτες στο «Μινιόν», τέτοια πράγματα. Πηγαίναμε στην αδερφή της μάνας μου, η οποία μας φιλοξενούσε και είχε μεγάλη συλλογή από «Αστερίξ» και «Λούκυ Λουκ», τα οποία μου φαίνονταν πολύ «εξωτικά», αφού είχα συνηθίσει στα παπιά, στα «Μίκυ Μάους» και σε τέτοια. Γιατί σχεδιάζεις κόμικς; Γιατί διάβαζα. Διάβαζα, μου άρεσαν πάρα πολύ και από μικρός μου φαινόταν πολύ ωραίο, θυμάμαι ειδικά με το «Λούκυ Λουκ», να σκέφτομαι ότι υπάρχει κάποιος άνθρωπος, που ζει κάνοντας κάτι τέτοιο. Μου φαινόταν απίστευτο. Γι’ αυτό και γιατί μου αρέσει το μέσο γενικά: Η εικόνα και ο λόγος, με τους οποίους μπορείς να κάνεις φοβερούς συνδυασμούς. Διαβάζεις ακόμα; Έχεις τον χρόνο; Ναι φανατικά. Τον χρόνο δεν τον έχω. Έχω στο σπίτι ένα «βουνό» αυτή τη στιγμή στο τραπέζι, που μαζεύω εδώ και καιρό. Αλλά ναι, διαβάζω. Είναι και πολλοί δημιουργοί που θα σου πουν «εγώ δεν διαβάζω κόμικς, φτιάχνω μόνο». Δεν ξέρω, δεν μπορώ να το κάνω… Και το να διαβάζω κόμικς και το να τα δημιουργώ, είναι μια σύνδεση με την παιδική μου ηλικία. Εκτός από μια περίοδο στην εφηβεία που νόμιζα ότι «τα κόμικς είναι για παιδάκια», αλλά μετά ξαναγύρισα. Πόση χρήση τεχνολογίας απαιτεί η δουλειά σου; Γίνονται όλα με το μολύβι και το χέρι και το περνάς από υπολογιστή ή είναι όλο υπολογιστής πλέον; Εξαρτάται πως θέλει να δουλεύει ο καθένας. Εντάξει, είναι πολύ σπάνιο πλέον να δουλεύει κάποιος μόνο με παραδοσιακά μέσα. Έχει αρχίσει και γίνεται πιο διαδεδομένο να δουλεύεις ψηφιακά μόνο, ειδικά τώρα που έχουν βγει τα Cintiq. Το Cintiq είναι ένα tablet, το οποίο είναι και μεγάλη οθόνη και δουλεύεις εκεί πάνω με ένα γάντι. Δεν μου αρέσει καθόλου. Θέλω σίγουρα να έχω χαρτί, μολύβι και μελάνι και μετά στον υπολογιστή χρώμα, κείμενο, τα «μπαλονάκια». Σπάνια θα το κάνω αποκλειστικά στο χέρι. Και μόνο το κείμενο που θα γράψεις, απαιτεί κάποιο χρόνο. Αν είναι για κάποια έκθεση, θα το κάνω, αλλά αν είναι για ολόκληρο τεύχος, θα χρησιμοποιήσω υπολογιστή. Κάποιο αστείο ή παράξενο περιστατικό από κάποιο signing, Comicdom κλπ, στο οποίο έχεις πει «Ω ρε διάολε πως μπλέχτηκα εγώ σ’ αυτό» ή «Τι είναι αυτός ο τύπος» κλπ; Θα σου πω κάτι που μου συνέβη τώρα τελευταία σε ένα φεστιβάλ στη Θεσσαλονίκη. Κλείνει 9, για παράδειγμα, την Κυριακή το φεστιβάλ, είναι 8:50, οπότε έχω αρχίσει και μαζεύω σιγά-σιγά το τραπέζι. Εμφανίζονται δύο κυρίες, γύρω στα 70 περίπου, αλλά φαίνονταν αστικής τάξης, με τα κοσμήματα τους, με την όλη συμπεριφορά. Έδειχναν πολύ ενδιαφέρον, με ρωτούσαν για τα πράγματα που έχω και ποια από αυτά μπορούν να τα βρουν σε βιβλιοπωλεία. «Αυτά τα βρίσκετε στα βιβλιοπωλεία και αυτά (είχα κάποια μαγνητάκια, κάποιες αφίσες κλπ) μόνο από μένα». «Α, ωραία», λένε, «θα πάρουμε ένα μαγνητάκι για να στηρίξουμε, αφού τα υπόλοιπα τα βρίσκουμε και σε βιβλιοπωλεία». Έχω βγάλει ένα μαγνητάκι με έναν παππά που λέει “free spanking”. Είναι να πάρουν δύο μαγνητάκια, ετοιμάζουν το δίευρο και με ρωτάει η μία από τις δύο κυρίες με πολύ αθώο ύφος «Τι σημαίνει spanking;» (γελάμε κι οι δύο). Εγώ κόλλησα εκείνη την ώρα, ήταν μεγάλες σε ηλικία, λέω «Εε τι να σας πω τώρα, εμ.. σημαίνει σφαλιάρα». Πετάγεται μία κοπέλα που με βοηθούσε στο τραπέζι και λέει «Σεξουαλική σφαλιάρα» (γέλια). Το κατάλαβε η κυρία, λέει «Α οκ» και συνέχισε και πήρε το μαγνητάκι, χωρίς να πει κάτι τύπου «Ααα τι είναι αυτά τα πράγματα». Προς τιμήν τους πάντως. Θα έμπαινε άνετα και ως ιστορία στο Hard Rock, έτσι; Και ιστορία και στριπάκι θα μπορούσε να γίνει! Κάτι ενδιαφέρον που έχεις διαβάσει τον τελευταίο καιρό από Έλληνα ή ξένο κομίστα; Έχω διαβάσει αρκετά τον τελευταίο καιρό. Χτες βράδυ διάβαζα το τελευταίο τεύχος του “Love and Rockets”, απ’ τα αδέρφια Hernandez. Βγάζουν 40 χρόνια κόμικς και είναι σαν να τα διαβάζεις για πρώτη φόρα. Φοβερή δουλειά και το κρατάνε ακόμα πολύ καλά. Υπάρχει συνεργασία και αλληλεγγύη μεταξύ της ελληνικής σκηνής ή υπάρχουν μικροί και λίγο μεγαλύτεροι κύκλοι; Αλληλεγγύη δεν υπάρχει. Κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει και ένα σωματείο σκιτσογράφων. Οι γελοιογράφοι έχουν κάποιο σύλλογο, αλλά καλό θα ήταν να υπάρχει και για μας, ως εργαζόμενους. Αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει, αφού ο καθένας κοιτάει την πάρτη του και υπάρχουν μετά κι αυτοί οι μικροί κύκλοι που είπες. Φυσικά υπάρχουν κι οι ίντριγκες, λογικό είναι. Η δουλειά που κάνει ο ένας μπορεί να μην αρέσει στον άλλον. Αλλά και μένα, δεν μου αρέσει η δουλειά κάποιων, αλλά την εκτιμώ. Μπορεί να μην διαβάσω τα κόμικς τους, αλλά τη δουλειά τους θα την αναγνωρίσω: κάνει καλό ή κακό σενάριο, καλό σχέδιο, πολύ καλό σχέδιο κλπ. Μου κάνει εντύπωση που δεν έχει δημιουργηθεί κάτι αντίστοιχο με την ελληνική rock και metal σκηνή στην μουσική, γι’ αυτό ήθελα να το ρωτήσω Τρώμε πολύ χρόνο μόνοι μας, ενώ στην μουσική υπάρχει περισσότερη συντροφικότητα είτε στην μπάντα είτε στο live που θα παίξουν 2-3 μπάντες μαζί. Στο κόμικ και στο σκίτσο δεν υπάρχουν αυτά, υπάρχει πολλή μοναξιά στο σπίτι, οπότε δημιουργούνται αυτοί οι μικροί κύκλοι με τα άτομα που, δεν είναι απαραίτητο ότι ταιριάζει η δουλειά τους, απλώς έτυχε να είναι φίλοι. Πιστεύω ότι στο θέμα των κόμικς, θα μπορούσε κάποιος να ενώσει τους δημιουργούς. Αυτό είχε κάνει κάποτε ο Μαστοράκης με το «9», το οποίο έδωσε boost στη ελληνική σκηνή και με τον τρόπο που λειτουργούσε, παρόλο που έπεσε στο τέλος. Συνεργάστηκα κι εγώ μαζί τους, αλλά προς το τέλος, που είχε πέσει, οπότε δεν είναι καλό που το λέω (γελάει). Για 10 χρόνια έκανε κάτι πολύ σημαντικό, γιατί έβαζε τα κόμικς στα σπίτια μας και πλήρωνε τους δημιουργούς. Μας έπαιρναν στα σοβαρά. Όχι όπως σε άλλες περιπτώσεις που ήθελαν να συνεργαστούμε, αλλά δεν έδιναν λεφτά. - Για ποιο λόγο δεν δίνετε λεφτά; - Δεν υπάρχει budget. Μια χαρά budget υπάρχει και δεν μιλάμε για τώρα που υπάρχει η κρίση, μιλάμε για πριν 7-8 χρόνια. Κάποιος θα μπορούσε να ενώσει τη σκηνή. Κάποιο σοβαρό άτομο που ξέρει τη δουλειά να φτιάξει ένα περιοδικό. Αλλά μετά μπλέκουμε σε άλλα… Ποιός θα χρηματοδοτήσει το περιοδικό κλπ, κλπ. Και η «Βαβέλ» και το «9» ήταν από τις αγαπημένες μου και πιστεύω καλύτερες ελληνικές δουλειές συλλογικού χαρακτήρα. Και η «Βαβέλ» ήταν πολύ σημαντικό κομμάτι. Αυτό είναι και το κρίμα για την ελληνική σκηνή. Εκεί γύρω στο 2007-2008, άρχισε να ανεβαίνει πολύ η ελληνική σκηνή με παραγωγές, εκδοτικούς οίκους, δημιουργούς καινούρια ονόματα που έκαναν φοβερές δουλειές και τότε «έσκασε» η κρίση. Το «9», για παράδειγμα, έκλεισε λόγω της οικονομικής κρίσης που βίωσε και η εφημερίδα. Δηλαδή αν δεν υπήρχε όλο αυτό το πράγμα, η ελληνική σκηνή θα είχε πάει ακόμα καλύτερα από ότι τώρα, που ήδη πάει καλά. Η κρίση δεν πήγε πίσω το κόμικ στην Ελλάδα. Κάποτε πήγαινες στο Comicdom και μπορούσες να πάρεις όλα τα καινούρια ελληνικά που είχαν κυκλοφορήσει. Πλέον, είναι τόσο μεγάλος ο αριθμός τους, που χρειάζεται μεγάλο πορτοφόλι για να το κάνεις αυτό. Ανεβαίνει και η παραγωγή και το επίπεδο, με τις πωλήσεις υπάρχει ένα θέμα γιατί δυσκολεύεται και ο κόσμος. Θεωρείς ότι κάποιοι σκιτσογράφοι που είναι «γνωστοί» στην Ελλάδα, κάνουν καλό ή κακό; Σου θέτω ως παράδειγμα τον Αρκά με τα πιο πολιτικά του σκίτσα του τελευταίου διαστήματος και την απόφαση του να συνεργαστεί με το «Πρώτο Θέμα», αποφάσεις που και οι δύο έχουν ξεσηκώσει κύμα αντιδράσεων. Κάνει καλό, σας προσφέρει δημοσιότητα, έστω και κακή ή δεν σας επηρεάζει; Ο Αρκάς είναι μια κατηγορία μόνος του. Αν ρωτήσεις κάποιον στο δρόμο που δεν ασχολείται με κόμικς «πες μου κάτι σχετικό με κόμικς» θα σου πει «Αρκάς». Το κακό είναι ότι ο κόσμος δεν το ψάχνει πιο πολύ. Και μπορεί να μην φταίει μόνο ο κόσμος, αλλά και τα μαγαζιά. Π.χ. θυμάμαι το Public στη Θεσσαλονίκη, όταν ζούσα εκεί, που είχε 3 βιβλιοθήκες “Graphic Novel”, μια βιβλιοθήκη που έλεγε “Manga” και μία που έλεγε «Αρκάς». Και εμείς οι υπόλοιποι κάπου καταχωνιασμένοι και αν. Νομίζω ότι θα έπρεπε να δοθεί λίγος χώρος και σε μας, γιατί υπάρχουν αξιόλογες δουλειές. Ειδικά φέτος είδα φοβερά καινούρια πράγματα και μάλιστα κι από κορίτσια, τα οποία αποτελούν και την πλειοψηφία στα καινούρια ταλέντα στην Ελλάδα. Διαβάζοντας το Hard Rock, είδα και ένα poster για συμμετοχή του στο Βερολίνο. Πώς προέκυψε αυτό; Είχαμε βγάλει το πρώτο επεισόδιο του Hard Rock στα αγγλικά το 2012. Ο Λευτέρης Σταυριανός (Jemma) μου είχε προτείνει να πάμε σε ένα φεστιβάλ στο Λονδίνο με αυτό, να δούμε τι θα γίνει. Επειδή είχαν περάσει 5 χρόνια από όταν είχε κυκλοφορήσει, ήθελα να είναι προσεγμένο, οπότε έκατσα και το ξανασχεδίασα με καινούριο σχέδιο. Το αγγλικό Hard Rock, το πρώτο, είναι ακριβώς το ίδιο, όλο ξανασχεδιασμένο από την αρχή. Δεν έγιναν τρομερά πράγματα, είχαν μείνει κάποια κομμάτια. Τον Σεπτέμβρη του 2011 είχα πάει διακοπές στο Βερολίνο. Εκεί, στο διεθνές φεστιβάλ λογοτεχνίας του Βερολίνου, ήταν και μια μέρα αφιερωμένη στα κόμικς – graphic novel, αν και δεν συμφωνώ με τον όρο. Πήγα, παρακολούθησα κάποιες ομιλίες και είχε άτομα από διάφορες χώρες της Ευρώπης. Από την Ελλάδα τότε ήταν ο Αλέκος Παπαδάτος, ο οποίος παρουσίαζε το Logicomix. Εκεί γνωρίστηκα με τους διοργανωτές και την επόμενη χρονιά, που συνέπεσε μάλιστα με την μετακόμιση μου στο Βερολίνο, κάλεσαν εμένα. Στο πλαίσιο της αντίστοιχης μέρας comics – graphic novel, παρουσιάστηκε το Hard Rock, μαζί και με μια έκθεση στο γαλλικό ινστιτούτο στο Βερολίνο. Δεν έγινε κάτι άλλο, δεν εκδόθηκε εκεί πχ, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν το κυνήγησα κιόλας. Τώρα που βγήκε ο τόμος, σκεφτόμαστε με τον Λευτέρη (Σταυριανό) να το δούμε για Αμερική, Γαλλία και Ισπανία. Είδα σωστά ότι τα Αδέσποτα Σκίτσα συμμετείχαν σε έκθεση στη Σύρο; Τα Αδέσποτα Σκίτσα ξεκίνησαν όταν γύρισα από το Βερολίνο και εγκαταστάθηκα για λίγο στο Ρέθυμνο και όντας σε μια πολύ δημιουργική φάση, σχεδίαζα συνεχώς. Τα σκίτσα αυτά τα μάζεψα για μια έκθεση στη Θεσσαλονίκη, κολλούσε κι ο τίτλος και έτσι δημιουργήθηκαν. Μετά υιοθέτησα και το ίδιο όνομα στο στριπάκι για την «Εφημερίδα των Συντακτών» και δεν χρησιμοποίησα το «Όλα είναι κόμικξς!» που είχα στην «Ελευθεροτυπία» και στο SoComic. Και μετά τη Θεσσαλονίκη έγινε και στη Σύρο, άλλες 2 φόρες. Είναι και πολύ ωραίος ο τόμος και πολύ προσεγμένη έκδοση. Έχοντας διαβάσει τα ΚΡΑΚ κόμικς τότε και τώρα συγκεντρωμένα εδώ, νομίζω ότι είναι πολύ πιο ωραία. Είπαμε με τον Λευτέρη να κρατήσουμε όσο το δυνατόν πιο χαμηλή την τιμή του Hard Rock και να μην το βγάλουμε με σκληρό εξώφυλλο πχ, ώστε να είναι προσιτό στον κόσμο. Και σε αυτούς που είχαν διαβάσει τα παλιά και τα θέλουν συγκεντρωμένα και για τους καινούριους αναγνώστες. Και νομίζω ότι για 288 σελίδες, καλά τα πήγαμε. Θες να μας πεις μερικά λόγια τον τόμο του Hard Rock και τα διάφορα «καλούδια» που περιέχει; Έχει όλες τις παλιές ιστορίες συγκεντρωμένες, έχει ένα καινούριο επεισόδιο 26 σελίδων και έχει μια τετρασέλιδη ιστορία με κάποιους guest artists, όπως είθισται σε αυτές τις περιπτώσεις. Όταν ετοίμαζα το βιβλίο, μου ήρθε η ιδέα να ετοιμάσω αυτή την ψυχεδελική ιστορία που συμμετέχουν διάφοροι δημιουργοί. (Σημείωση: Με συμμετοχές από: Δημήτρη Κάσδαγλη, Tomek, Μιχάλη Διαλυνά, Χρήστο Σταμπουλή, Κωστή Τζωρτζακάκη, Κώστα Κυριακάκη, Πέτρο Χριστούλια, Θανάση Ψαρρό, Γιώργο Γούση, Johnny Sapilla, Ηλία Κυριαζή, Γιάννη Ρουμπούλια, Δημήτρη Πανταζή, Δημήτρη Καμένο, Αγγελική Σαλαμαλίκη, Κωνσταντίνο Σκλαβενίτη, Τάσο Ζαφειριάδη και Τάσο Παπαϊωάννου). Πόσο «αληθινές» είναι οι ιστορίες που διαβάζουμε στο Hard Rock; 80 fiction – 20 αληθινά. Υπάρχουν ιστορίες που είναι πραγματικές. Το πρώτο επεισόδιο με τις φυλακές είναι αλήθεια. Είχαμε μπάντα όταν ήμουν 15-16 χρονών, το κτίριο αυτό υπάρχει ακόμα, και είχαμε ένα κελί που παίζαμε. Οι εικόνες που έχω σκιτσάρει είναι από φωτογραφίες που έχω από τότε. Αυτό με την καθηγήτρια στην 5ήμερη, δεν έχει γίνει (γέλια). Αυτό με τις τουρίστριες, δεν έχει γίνει αλλά θα μπορούσε. Ήμασταν σε νησί και προλάβαμε το τέλος της εποχής του “Greek Kamaki”. Έτσι γεννήθηκε η ιστορία με τα καρπούζια. Είναι κάποιος από όλους ο Τάσος ή οι χαρακτήρες έχουν κομμάτια από διάφορους; Δεν είναι κάποιος ο Τάσος. Πολλοί μου λένε από τα πρώτα τεύχη κιόλας, ότι «είσαι ο Μάρκος». Μοιάζω λίγο, αλλά δεν είμαι. Ποτέ δεν σκέφτηκα να κάνω τον εαυτό μου, ούτε το alter ego μου. Όλοι έχουν στοιχεία κι από μένα, κι από άλλο κόσμο. Απλώς με βοηθάνε οι αληθινές ιστορίες και οι αληθινές προσωπικότητες να χτίσω την ιστορία. Να φανταστώ ότι τα μουσικά γούστα του Μάρκου, σε βρίσκουν σύμφωνο. Είδα t-shirts Ramones, Motorhead, Iron Maiden, Cramps κλπ. Κάπως έτσι ξεκίνησα κι εγώ. Στην αρχή metal, μέχρι το 1993 που έφυγε ο Dickinson από τους Iron Maiden και ξενέρωσα. Δεν έχω ακούσει οτιδήποτε καινούριο έχουν βγάλει από τότε, μόνο αν πετύχω κάτι στο ραδιόφωνο. Τότε άρχισα να ακούω πιο πολύ και punk, new wave. Και πριν άκουγα, π.χ. σε μαγαζιά που συχνάζαμε για καφέ ή μπύρα, απλώς τότε άρχισα να τα εκτιμώ πιο πολύ. Στην πορεία των κόμικς βλέπουμε τον Μάρκο και τον Γόγο να μεγαλώνουν, να πηγαίνουν στρατό κλπ. Θα τους δούμε αργότερα με γυναίκες, παιδιά, σακούλες supermarket και την υπόλοιπη «φυσική εξέλιξη»; Η αλήθεια είναι ότι έχω πολλές ιδέες για τον Μάρκο. Όπως βλέπουμε φεύγει από την Σύρο, θα είναι στην Αθήνα όπου δεν θα λέγεται Hard Rock πλέον, γιατί αυτό ήταν συνδεδεμένο με το νησί. Το κακό είναι ότι δεν βγαίνουν πολλά χρήματα με αυτό και για να γίνουν όλα αυτά, θα πρέπει να έχω κάνει παράλληλα κι άλλες δουλειές, για να υπάρχουν τα χρήματα. Όπως, παραδείγματος χάριν, έγινε τώρα με την εικονογράφηση για τις εκδόσεις Καστανιώτη (Βασίλης Παπαθεοδώρου «Μα γιατί μου φταίνε όλα;! (Το βιβλίο της γκρίνιας)»), το οποίο βοηθάει να βγάζω κάποια χρήματα και μετά να κάνω και κάτι άλλο. Αν μπορούσα να ζω με το να κάνω μόνο τον Μάρκο, θα τον βλέπαμε να πηγαίνει μέχρι και στο γηροκομείο. Γενικά το «ψήνω» πολύ να φτιάξω και επόμενα επεισόδια σε πιο προσεγμένες εκδόσεις από τα τευχάκια και με επεισόδια μεγαλύτερα των 24 σελίδων που είναι μέχρι τώρα. Μου δίνεις πάσα για την επόμενη ερώτηση τώρα. Ένας μουσικός, π.χ. ροκ, τζαζ, θα χρειαστεί να παίξει στα μπουζούκια για να βγάλει τα προς το ζην και να κάνει αυτά που θέλει. Ένας φωτογράφος γάμους και βαφτίσεις. Υπάρχει κάτι αντίστοιχο για έναν σκιτσογράφο; Οι εικονογραφήσεις. Άλλες μπορεί να του αρέσουν και άλλες να μην του αρέσουν, αλλά είναι επαγγελματικό το θέμα. Και γραφιστικά ίσως, αλλά δεν είναι απαραίτητο όσοι ασχολούνται με την εικονογράφηση να έχουν και γνώσεις γραφιστικής. Κι εγώ γραφιστική σπούδασα, αλλά με εικονογράφηση ασχολούμαι. Πιστεύεις έχουν μειωθεί ή εξαλειφθεί οι «κολλημένοι» γονείς και δάσκαλοι που βλέπουμε στο Hard Rock; Όχι, πιστεύω ότι έχει γίνει χειρότερο και δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό. Έχουν περάσει 20 χρόνια από τότε, βλέπεις μια μεγαλύτερη «ελευθερία» στο δρόμο, όπως π.χ. περισσότερα τατουάζ και piercing. Στα ‘90s αναγκαζόμουν να βγάζω τα σκουλαρίκια στο σχολείο και είχα φάει αποβολή για σκισμένο παντελόνι. Παρ' όλο όμως που βλέπεις τα τατουάζ στο δρόμο, πιστεύω ότι υπάρχει περισσότερος συντηρητισμός. Δεν ξέρω ποιος είναι ο λόγος που έχει γίνει αυτό, είναι ο φόβος για το πώς έχουν γίνει τα πράγματα, δεν ξέρω. Είδα τώρα τελευταία και αυτό με τον παπά τον επιδειξία. Η κοπέλα το δημοσιοποίησε και έπεσαν να τη φάνε. «Δεν γίνεται να φταίει ο παππάς!». Αυτά υπάρχουν χρόνια τώρα. Πόσο εύκολο είναι να εκδώσει κάποιος κόμικ στην Ελλάδα; Ειδικά αν δεν είναι με υπερήρωες με κάπα και κολάν; Είναι εύκολο νομίζω. Στην Ελλάδα δεν θα δεις τέτοια κόμικ, υπερηρωικά. Πιστεύω είναι εύκολο, αρκεί να κάνεις καλή δουλειά. Αν κάνεις καλή δουλειά, θα σε εκδώσουν. Εδώ βλέπω να εκδίδονται πράγματα, τα οποία δεν… Υπάρχει κι αυτή η άποψη ότι είμαστε κλίκα, αλλά αυτό δεν ισχύει. Αν πας στον Λευτέρη στο Jemma και κάνεις πραγματικά καλή δουλειά, θα σε εκδώσει. Προτιμάς να ασχολείσαι με δικό σου σχέδιο και σενάριο, σωστά; Ναι. Τόσα χρόνια που το κάνω, μόνο τώρα ασχολήθηκα με την εικονογράφηση καθαρά, όπως στο βιβλίο του Βασίλη Παπαθεοδώρου, με τον οποίο δέσαμε και κάναμε μαζί τη δουλειά. Επόμενα σχέδια; Κάτι που ετοιμάζεις; Είδα ανέβασες κάτι στο Facebook για τον Henri de Toulouse-Lautrec. Θες να μας πεις κάτι γι’ αυτό; Δεν είναι κόμικ ο Toulouse-Lautrec. Έχει να κάνει με μια έκθεση αφίσας που θα γίνει στο μουσείο Μπενάκη τον Σεπτέμβριο. Μια έκθεση προς τιμήν του, που ξεκίνησε από την Γαλλία με 100 έργα και επέλεξαν και 16 άτομα από Ελλάδα, από διάφορους τομείς: εικαστικούς, designers, γραφίστες. Κι από τον χώρο των κόμικς, επέλεξαν εμένα. Για άλλα μελλοντικά σχέδια δεν έχω ιδέα. Έχω πολλές ιδέες, αλλά πρέπει να κοιτάξω και το βιοποριστικό κομμάτι. Σε βοηθάει το deadline; Ναι. Όταν ήμουν στο SoComic είχα καθημερινό deadline για 5 μέρες την εβδομάδα, για 7 μήνες. Στην αρχή είχα σκεφτεί «πώς θα το κάνω αυτό;» και είχα ετοιμάσει 30 στριπάκια, να έχω για έναν μήνα. Μόλις ξεκίνησε να δημοσιεύεται, είχα άλλα 30 έτοιμα. Κάποια στιγμή έφτασα να μην έχω για την επόμενη μέρα. Στην αρχή ήταν τρομακτικό αυτό, αλλά μετά από 1-2 εβδομάδες κυλούσε πολύ ωραία. Ήταν και η καλύτερη περίοδος επαγγελματικά, γιατί έκανα μόνο αυτό: Στριπάκια, ότι ήθελα και πληρωνόμουν γι’ αυτό. Το είχα προσαρμόσει πολύ ωραία στην καθημερινότητα μου: Ξυπνούσα, έπινα τον καφέ μου, έλεγα «τι θα κάνω σήμερα;», θα δω λίγη επικαιρότητα, είναι καλοκαίρι; Θα κάνω κάτι καλοκαιρινό. Πάσχα; Κάτι πασχαλινό. Οπότε το ετοίμαζα και το έστελνα κάθε απόγευμα. Το deadline πάντα βοηθάει. Αν και υπάρχουν φορές που λες «έχουμε καιρό» και τελικά παραδίδεις τελευταία μέρα. Μιλήσαμε για πολλά ακόμα: την «Ντόροθυ», όχι από τον «Μάγο του Οζ», αλλά από τη Σύρο, τον Αρκά και τη συνεργασία του με γνωστή εφημερίδα, μοιραστήκαμε συγκλίνουσες σκέψεις και ιδέες για την αξιοπρέπεια, τα «όχι» που πρέπει να λέγονται ειδικά σε μέσα που ξέρεις ότι προωθούν τον ναζισμό και δεν συμφωνείς, τους Last Drive, για τα έντυπα που θέλουν να πληρώνουν τους καλλιτέχνες με προβολή, για κάποια επόμενα σχέδια του, για τη φορολογία που δεν βοηθάει ιδιαίτερα να γίνουν πράγματα, τη γραβάτα του Καμμένου και πολλά ακόμα που δεν χωράνε εδώ. Υπάρχουν καλλιτέχνες που δεν σε κερδίζουν μόνο με τα έργα τους, αλλά και με τη συμπεριφορά και τον χαρακτήρα τους και ο Τάσος είναι ένας από αυτούς. Θέλω να ευχαριστήσω τον Τάσο για τη συζήτηση – συνέντευξη που μας παραχώρησε και ευελπιστώ να τα ξαναπούμε σύντομα, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας κάποιου καινούριου επεισοδίου του “Hard Rock”! Και το σχετικό link...
  6. Τα ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΣΚΙΤΣΑ δεν είναι τίποτα άλλο απο ένα αλμπουμάκι που μαζεύει τα 77 πρώτα κόμικ-στριπ που δημοσιεύτηκαν στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ στο εβδομαδιαίο τετρασέλιδο ΚΑΡΕ-ΚΑΡΕ απο το πρώτο κιόλας φύλλο. Δεν εχω κριτική να κάνω όλοι ξέρουμε το τρελλό χιούμορ του Τάσου Μαραγκού,που εμένα μου αρέσει.Οπως έχει να κάνει σε τέτοιου είδους εκδόσεις που βασίζονται σε στριπ,αλλού γελάς,αλλού χαμογελάς,αλλού αδιαφορείς. Μερικές σελιδες ΚΑΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
  7. Ό,τι γράφει ο τίτλος: μια ανθολογία με σκίτσα του πρόσφατα χαμένου Γιάννη Καλαϊτζή, που ξεκινάνε από το Μάρτιο του 1963 στην εφημερίδα της Πανσπουδαστικής και φτάνουν έως τις 5/2/2016 στην Εφημερίδα των Συντακτών. Απλή και λιτή έκδοση σε χαρτί εφημερίδας και σχήμα μικρού μπλοκ ιχνογραφίας. Παραθέτω σκανάρισμα από μια εσωτερική σελίδα:
  8. Το επόμενο Σάββατο, 7/11, η Εφημερίδα των Συντακτών γιορτάζει τα 3 χρόνια της έκδοσής της και προσφέρει δώρο δύο τεύχη, ένα με τον Μπλεκ και ένα με τον Μικρό Ήρωα. Επίσης, ανακοινώνει και την αρχή της συνεργασίας της με τον κορυφαίο Έλληνα γελοιογράφο, Γιάννη Ιωάννου. Ορίστε και η καταχώρηση από τη σημερινή εφημερίδα (έχω σκανάρει το δεύτερο μισό της τελευταίας σελίδας της εφημερίδας, το υπόλοιπο δεν γράφει κάτι σημαντικότερο): Για την ώρα, δεν γνωρίζω κάτι επιπλέον. Ζητώ συγγνώμη αν το έχει ποστάρει κάποιος από πιο πριν. ΥΓ Μάλλον θα πω στο περίπτερο να μου την κρατήσει, γιατί προβλέπω να την αγοράσει κόσμος και κοσμάκης.
  9. Η Μέρα της Κρίσης στο ιταλικό Komikazen Γελοιογραφία του Αμερικανού Ted Rall, ενός από τους πιο επικριτικούς και πολιτικά τολμηρούς καλλιτέχνες ως προς την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Το Φεστιβάλ Ρεαλιστικών Κόμικς της Ραβένας υποδέχεται τα ελληνικά κόμικς Ενα από τα σημαντικότερα γεγονότα στον χώρο των κόμικς είναι το Διεθνές Φεστιβάλ Ρεαλιστικών Κόμικς, Komikazen, που διεξάγεται κάθε φθινόπωρο στη Ραβένα της Ιταλίας και διευθύνεται από την, ελληνικής καταγωγής, Ηλέκτρα Σταμπουλή. Προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες και καλεσμένοι του είναι κατά κανόνα εμβληματικά ονόματα από τον χώρο της ένατης τέχνης. Φέτος, υπό το γενικό τίτλο «Η Γραμμή της Κρίσης» (8–11 Οκτωβρίου) το φεστιβάλ έχει θέμα του την κρίση στην Ευρώπη και στην κεντρική του έκθεση θα παρουσιαστούν τα έργα των 54 Ελλήνων καλλιτεχνών που δημοσίευσε το «Καρέ Καρέ» στη σειρά «Η Μέρα της Κρίσης». Αριστερά: Η αφίσα του φεστιβάλ, σχεδιασμένη από τον συνεπιμελητή της διοργάνωσης, Gianluca Costantini. Δεξιά: Το εξώφυλλο (σκίτσο από την ιστορία του Γιώργου Μελισσαρόπουλου) του καταλόγου με τα 54 έργα Ελλήνων καλλιτεχνών που δημοσιεύτηκαν στο Καρέ Καρέ Τα αποκαλούμενα ρεαλιστικά κόμικς αποτελούν ένα από τα πλέον διακριτά και ταχύτατα αναπτυσσόμενα είδη στον χώρο της ένατης τέχνης. Αν και συχνά τα όρια ανάμεσα στη δημοσιογραφία, τη μαρτυρία, το ντοκουμέντο και τη μυθοπλασία δεν είναι σαφή –κάτι τέτοιο θα ήταν άλλωστε αδύνατον σε μια μορφή τέχνης– ο όρος «ρεαλιστικά κόμικς» μπορεί να χρησιμοποιηθεί για έργα που χαρακτηρίζονται από την άμεση σχέση και επαφή τους με την κοινωνική, την πολιτική, την οικονομική πραγματικότητα και την έντεχνη αποτύπωση και καταγραφή της. Το Φεστιβάλ Ρεαλιστικών Κόμικς της Ραβένας, που πραγματοποιείται φέτος για ενδέκατη χρονιά, φιλοδοξεί να παρουσιάσει μια πλειάδα καλλιτεχνών που δημιουργούν τα έργα τους με το βλέμμα στραμμένο προς την πραγματικότητα και ρίχνει τα φώτα του στην ευρωπαϊκή κρίση. Μια κρίση που έχει μεγαλύτερο θύμα της και πιο χαρακτηριστικό της παράδειγμα την Ελλάδα. Η χώρα μας εκπροσωπείται στο φεστιβάλ από τον Soloup, έμπειρο γελοιογράφο και δημιουργό κόμικς που σημείωσε τεράστια επιτυχία πρόσφατα με το πολυβραβευμένο «Αϊβαλί» του, τον Γιάννη Ιωάννου, έναν από τους «ιδρυτές» και σημαντικότερους διαμορφωτές του ρεύματος της νέας ελληνικής πολιτικής γελοιογραφίας, που εδώ και 40 χρόνια πρωτοπορεί με τα σκίτσα και τα κόμικς του, τον πανεπιστημιακό και ερευνητή Γιάννη Μιχαηλίδη και τον γράφοντα. Σκίτσο του Τούρκου Cem Dinlenmiş που έχει στο επίκεντρο της θεματολογίας του τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα και την ελευθερία της έκφρασης Στην κεντρική έκθεση, που θα πραγματοποιηθεί στο Palazzo Ravaioli, το «Καρέ Καρέ» και η «Εφ.Συν.» θα έχουν την τιμητική τους καθώς θα φιλοξενηθούν, για πρώτη φορά συγκεντρωμένα, τα 54 μονοσέλιδα έργα Ελλήνων δημιουργών που δημοσιεύτηκαν στις σελίδες μας υπό τον γενικό τίτλο «Η Μέρα της Κρίσης». Η έκθεση συνοδεύεται από την κυκλοφορία καταλόγου στα ιταλικά, που περιλαμβάνει όλα τα ελληνικά κόμικς μεταφρασμένα ώστε να τα προσεγγίσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι επισκέπτες. Γιατί, όμως, το Φεστιβάλ της Ραβένας έχει επιλέξει ως κυρίαρχο θέμα του τα «ρεαλιστικά» κόμικς; «Το φεστιβάλ δεν έχει να κάνει τόσο με τον “ρεαλισμό” όσο με την πραγματικότητα. Yπήρξαν πολλοί καλεσμένοι μας, λόγου χάριν ο Dave McKean, που δεν μπορούμε να τους κατατάξουμε στον ρεαλισμό, αλλά σίγουρα σκιαγραφούν την πραγματικότητα. Ολα άρχισαν με μια έκθεση του Joe Sacco το 2002, η οποία είχε τεράστια απήχηση. Αναρωτηθήκαμε τότε γιατί συνέβη αυτό και συνεχίσαμε με τη Marjane Satrapi το 2003. Ανακαλύψαμε πως υπάρχει ένα καινούργιο κοινό που δεν έχει να κάνει με το κλασικό κόμικς, ούτε με τους υπερήρωες αλλά ούτε με την ωραία γραμμή καλλιτεχνών όπως ο Pratt. Είναι ένα κοινό που ενδιαφέρεται πρωτίστως για το θέμα και, αν και θεωρεί πως τα κόμικς είναι τέχνη, επιθυμεί να παρακολουθήσει τις μαρτυρίες των καλλιτεχνών και την καταγραφή της πραγματικότητας μέσω της δικιάς τους οπτικής γωνίας. Οταν ζωγραφίζεις, άλλωστε, δεν μπορείς να κρυφτείς. Επιπλέον, σπάσαμε και ένα κλασικό πρότυπο, καθώς το κοινό μας και οι καλλιτέχνες που παρουσιάζουμε δεν είναι μόνο νέοι αλλά και άνθρωποι μεγαλύτερων ηλικιών» απαντά στην «Εφ.Συν.» η καλλιτεχνική συνεπιμελήτρια (μαζί με τον Gianluca Costantini), Ηλέκτρα Σταμπουλή. Σκίτσο του Σουδανού Khalid Albaih Τι ανταπόκριση έχει ένα τέτοιο, ιδιαίτερο φεστιβάλ στην πόλη της Ραβένας και στην Ιταλία, μια χώρα με μεγάλη παράδοση στα κόμικς; «Θεωρείται το φεστιβάλ της πρωτοπορίας και της έρευνας. Στην Ιταλία έχει πάρα πολύ μεγάλη απήχηση. Μπορεί να μη δεις τις ουρές του Φεστιβάλ της Lucca ούτε το πλήθος των επισκεπτών της Βαβέλ, αφήνει όμως πάντα ένα στίγμα για την ποιότητά του, κυρίως, και όχι για την ποσότητα. Στην πόλη μάς θεωρούν λίγο εκκεντρικούς, η Ραβένα είναι μια επαρχιακή πόλη, ας πούμε σαν τα Ιωάννινα, που ξαφνικά γεμίζει με όλους αυτούς τους παράξενους επισκέπτες. Πρόπερσι είχαμε καλέσει 99 καλλιτέχνες και κάνανε ομαδική performance στην Πινακοθήκη, το θέμα ήταν “99%”, εμπνευσμένο από το Οccupy Wall Street, είχε παρά πολύ κόσμο, σαν διαδήλωση. Ε, ήταν εντυπωσιακό και παράξενο για την πόλη. Ειδικά, όταν αντί για απεριτίφ έφτασαν 99 πίτσες που τις φέρανε τα μηχανάκια. Γενικά είμαστε δικτυωμένοι σε όλη την Ευρώπη αλλά και σε χώρες όπως η Αίγυπτος, ο Λίβανος, η Τουρκία» επισημαίνει η Ηλέκτρα Σταμπουλή. Και σε ό,τι αφορά το πώς πρέπει να κρίνονται οι ιστορίες των ρεαλιστικών κόμικς, με όρους και κριτήρια δημοσιογραφίας ή τέχνης, μας απαντά: «Πάντα και με τα δύο. Μια καλή ιστορία δεν είναι ποτέ αρκετή, δεν φτάνει να είναι σημαντικό το θέμα. Το ίδιο συμβαίνει και με το σινεμά. Μάλιστα επειδή τα κόμικς στοιχίζουν πολύ λιγότερο, δεν συγχωρείται το mainstream, η έλλειψη καινοτομίας ή το να προσποιείσαι πως είσαι κάποιος άλλος. Εχει τεράστια σημασία ο τρόπος με τον οποίο θα υλοποιήσεις και θα σχεδιάσεις τα νοήματα και τις έννοιες της ιστορίας σου». Δεξιά: Σχέδιο του Soloup που μαζί με τον Γιάννη Ιωάννου είναι οι δυο Ελληνες δημιουργοί - επίσημοι καλεσμένοι του φεστιβάλ. Αριστερά: Σχέδιο της Kara Sievewright από τα νησιά Haida Gwaii, ακτιβίστριας για τα πολιτικά δικαιώματα και το περιβάλλον Ποια εικόνα αποκομίζει όμως για τα ελληνικά κόμικς στα χρόνια της κρίσης η Ελληνίδα διευθύντρια του Φεστιβάλ Komikazen μέσω της «Μέρας της Κρίσης»; «Μου έκανε εντύπωση ότι σε πολλές ιστορίες κυριαρχεί η μυθοπλασία, μια αφήγηση που θυμίζει παραμύθι. Σαν να λέει ο καλλιτέχνης “Το ζω αλλά δεν το πιστεύω, είναι παραμύθι”. Αναρωτήθηκα επίσης πού “κρύβονταν” όλοι αυτοί οι δημιουργοί, ήταν μεγάλη έκπληξη. Αυτή η δουλειά ανίχνευσης της δημιουργικότητας που συμπυκνώνεται σε αυτά τα κόμικς είναι πάρα πολύ σημαντική. Οπως έλεγε και ο Καμί “η ομορφιά δεν προκαλεί την επανάσταση αλλά θα φτάσει κάποτε η στιγμή που η επανάσταση θα έχει ανάγκη την ομορφιά”». Επομένως, παρά την κρίση, η κατάσταση των ελληνικών κόμικς εμπνέει αισιοδοξία; «Τα τελευταία χρόνια, αν και από την άλλη πλευρά της Αδριατικής, παρατήρησα μια ενδιαφέρουσα αλλαγή. Οταν μπήκα σε αθηναϊκό βιβλιοπωλείο πριν από μερικά χρόνια και είδα το Logicomix στα ευπώλητα βιβλία ένιωσα δέος. Θεωρώ πως η ελληνική κοινωνία είναι αρκετά εικονοκλαστική. Δεν διδάσκεται Ιστορία της Τέχνης στα σχολεία, το θέμα της τέχνης θεωρείται σημαντικό μόνο σε ό,τι αφορά τους αρχαίους ημών προγόνους. Δίνεται προσοχή και δείχνεται θαυμασμός μόνο στον λόγο. Ομως κάτι αλλάζει, μια τάση διαφαίνεται από τα εξώφυλλα των βιβλίων. Το “Αϊβαλί” του Soloup, η διασκευή του Χρόνη Μίσιου, θεμελιώνουν κάτι καινούργιο» τονίζει με ενθουσιασμό η Ηλέκτρα Σταμπουλή. Και συμπληρώνει: «Αξίζει ένα μεγάλο μπράβο στην “Εφ.Συν.” για το παράθυρο που ανοίγει κάθε εβδομάδα σε αυτό το νέο τοπίο». Η Ηλέκτρα Σταμπουλή γεννήθηκε στην Μπολόνια από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες επί δικτατορίας. Είναι καλλιτεχνική επιμελήτρια του Komikazen Festival και σεναριογράφος. Εχει γράψει μικρές ιστορίες αλλά και graphic novels, μεταξύ των οποίων τα «Arrivederci, Berlinguer» («Αντίο Μπερλινγκουέρ»), «Pertini Fra le nuvole» («Ο Περτίνι στα σύννεφα») και το υπό έκδοση «Diario segreto di Pasolini» («Το κρυφό ημερολόγιο του Παζολίνι». Τον Νοέμβριο θα εκδοθεί στα ελληνικά το βιβλίο της «Μικρή Ιερουσαλήμ» από την Jemma Press. Εκτός από το Komikazen, τις μέρες αυτές βρίσκεται σε εξέλιξη (ολοκληρώνεται στις 15 Οκτωβρίου) η ομαδική έκθεση «Ελλάς» στην γκαλερί Tricromia της Ρώμης. Εξι Ελληνες καλλιτέχνες (Μιχάλης Κουντούρης, Θανάσης Πέτρου, Soloup, Θανάσης Δήμου, Πέτρος Χριστούλιας, Γιώργος Μπότσος) εκθέτουν τα έργα τους, εικονογραφήσεις, γελοιογραφίες και κόμικς για τη ζωή εν καιρώ κρίσης. Και όπως τονίζουν οι διοργανωτές, με τα έργα αυτά «καταγράφεται η ιδέα της κρίσης με μολύβια και χρώματα που τα ωθεί ένας άνεμος ελεύθερης σκέψης και βούλησης. Μέσω της Ελλάδας μπορούμε να κατανοήσουμε το μέλλον κάθε έθνους». Πηγή
  10. Η πρώτη σελίδα του «America» του Robert Crumb προειδοποιεί τον αναγνώστη για τη σκληρή κριτική που θα ασκήσει ο καλλιτέχνης ενάντια στο «αμερικανικό μοντέλο» Το underground ρεύμα των κόμικς στις ΗΠΑ ήταν θνησιγενές, αλλά οι παρακαταθήκες που άφησε είναι ανυπολόγιστες. Ο σημαντικότερος εκπρόσωπός του και αναμφίβολα ο πιο παραγωγικός και ο πιο αμφιλεγόμενος είναι ο Robert Crumb, που από τη δεκαετία του 1960 άσκησε ανελέητη κριτική στο «αμερικανικό μοντέλο». Μια συλλογή από παλαιότερα έργα του που κυκλοφόρησε το 1995 με τίτλο «America» ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, αλλά απέσπασε και διθυραμβικές κριτικές. Τα underground κόμικς που άνθησαν στις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του 1960 είχαν κατά πλειονότητα στο επίκεντρο της θεματολογίας τους τα ανοικτά πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής. Τα πολυποίκιλα και πολύχρωμα κοινωνικά κινήματα διεκδικούσαν μαχητικά τα δικαιώματα των νέων, δηλαδή των εκπροσώπων της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ο πόλεμος του Βιετνάμ βρισκόταν εν εξελίξει, ενώ ο Ψυχρός Πόλεμος εξακολουθούσε να απειλεί όλο τον πλανήτη με ένα πυρηνικό «ατύχημα», σε μια ισορροπία τρόμου ανάμεσα στις δυο υπερδυνάμεις. Ο κοινωνικός συντηρητισμός των περασμένων δεκαετιών και το πολιτικό τέλμα της εναλλαγής στην εξουσία των δυο παραδοσιακών κομμάτων δεν μπορούσαν να εκφράσουν τη νέα γενιά, που άρχισε να συσπειρώνεται σε εναλλακτικές μορφές πολιτικής ομαδοποίησης και να παλεύει για τη χειραφέτηση. Το αντιπολεμικό κίνημα, το κίνημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης, τα κινήματα για τα δικαιώματα των μαύρων, των γυναικών, των ομοφυλόφιλων, των μειονοτήτων, το κίνημα για την αποποινικοποίηση της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών κ.ά. ασκούσαν έλξη σε όλο και περισσότερους εικοσάρηδες. Επίκεντρο των αγώνων ήταν η Δυτική Ακτή και πιο συγκεκριμένα το Σαν Φρανσίσκο, στο οποίο συνέρρεαν πολιτικοί ακτιβιστές, τραγουδιστές, καλλιτέχνες, συγγραφείς, ανήσυχοι νέοι από κάθε σημείο της Αμερικής. Ανάμεσά τους και πολλοί δημιουργοί κόμικς. Ένας από αυτούς ήταν και ο εικοσιτετράχρονος Robert Crumb, ο οποίος, έπειτα από κάποιες σύντομες απόπειρες να εργαστεί επαγγελματικά ως δημιουργός κόμικς στο Κλίβελαντ και στη Νέα Υόρκη, το 1967 μετακόμισε στο Σαν Φρανσίσκο για να ζήσει από κοντά τις κοσμογονικές εξελίξεις. Εκεί γνώρισε ορισμένους από τους σπουδαιότερους, μεταγενέστερα, δημιουργούς κόμικς όπως τον Art Spiegelman, τον Gilbert Shelton, τον S. Clay Wilson κ.ά., συνεργάστηκε μαζί τους, έγινε εκδότης, σχεδίασε εξώφυλλα δίσκων ακόμα και για την Janis Joplin, έβγαλε ατέλειωτα low budget περιοδικά που μοιράζονταν από χέρι σε χέρι, βυθίστηκε στις ουσίες και ξεκίνησε να δημιουργεί τα δικά του κόμικς με φρενήρεις ρυθμούς επινοώντας διαρκώς νέους χαρακτήρες. Αν και το έργο του χαρακτηρίζεται από αποσπασματικότητα και οι ιστορίες του, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ήταν πάντα ολιγοσέλιδες, η κυκλοφορία του «America» το 1995, αφού εν τω μεταξύ είχε ήδη μετακομίσει στη Γαλλία το 1991 ως αντίδραση στην πολιτική του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου, κατέδειξε μια πιθανώς παραγνωρισμένη μέχρι τότε διάσταση της δουλειάς του: την αυστηρή κριτική στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ. Στο καταπληκτικό ντοκιμαντέρ «Crumb» του 1994, σε σκηνοθεσία του Terry Zwigoff και παραγωγή του David Lynch, είχε την ευκαιρία να αναπτύξει διεξοδικά τις απόψεις του για τον κατήφορο της χώρας. Το «America», όμως, ήταν ένας καταπέλτης. Αποδοχή ή απόρριψη των στερεοτύπων; Στην πρώτη ιστορία της συλλογής με τίτλο «Ας μιλήσουμε λογικά για τούτη 'δώ τη μοντέρνα Αμερική», ο Crumb συνοψίζει από την πρώτη κιόλας σελίδα την κριτική του. Γι’ αυτόν η μοντέρνα Αμερική είναι ένας «άκαρδος νταής» που ξεχειλίζει από γλουτένη και λίπος, μια άσχημη χώρα. Στην ίδια ιστορία περιγράφει όλα αυτά που μισεί στις ΗΠΑ: τους χοντρούς καπιταλιστές και όλες τις μεγάλες εταιρείες, τους ριζοσπάστες που αναμασούν χιλιοειπωμένα σλόγκαν, όσους κυκλοφορούν χαμογελαστοί για να σφίξουν χέρια, την κουλτούρα των νέων και όλους τους εφήβους, τις μοδάτες γυναίκες, τις πλαστικές επιγραφές, τις προσωπικότητες της σόου-μπιζ και τα ΜΜΕ γενικά, τους διανοούμενους των πόλεων, τα υπερηχητικά αεροπλάνα, τις λεωφόρους, τις αερογέφυρες, τους «νέγρους» και την αργκό τους, τους Εβραίους, τους αγενείς Ιταλούς, τη μοντέρνα αρχιτεκτονική, το real estate κ.ά. Βέβαια, μια τέτοια κριτική θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί ρατσιστική και πολλοί έχουν καταλογίσει στον Crumb ρατσιστικά και μισανθρωπικά κίνητρα. Ο ίδιος δεν αρνείται αυτές τις κατηγορίες αλλά ούτε και τις αποδέχεται. Απλώς απαντά με τις ιστορίες του. Γι’ αυτό σε μια άλλη ιστορία από τη συλλογή με πρωταγωνιστή τον Whiteman, έναν μέσο, ηλίθιο, καταπιεσμένο και κρυψίνου Αμερικανό, αντιστρέφει την ενδεχόμενη ρατσιστική κριτική του καθιστώντας θετικούς χαρακτήρες τους μαύρους και αρνητικό τον λευκό, ενώ στην ιστορία «Salty Dog» παρουσιάζει την αστυνομική βία και τον ρατσισμό με θύματα τους μαύρους. Τα «Σκουπίδια» είναι μια ιστορία που περιγράφει την καταναλωτική μανία του σύγχρονου Αμερικανού και τους τόνους από απορρίμματα που αυτός παράγει, με αποτέλεσμα την οικολογική καταστροφή. Στη συνέχεια επιτίθεται με σφοδρότητα στον στρατό των ΗΠΑ και στη νοοτροπία της επίλυσης των διαφορών μέσω των όπλων αλλά και στη γενικευμένη οπλοκατοχή, σκιαγραφεί με τα πιο μελανά χρώματα την υποκρισία και τη φαντεζί βιτρίνα της μίας και μοναδικής τελετής απονομής των Οσκαρ στην οποία παρέστη, σαρκάζει το δικομματικό πολιτικό σύστημα και τους ανεγκέφαλους ψηφοφόρους που τραγουδούν τον αμερικανικό εθνικό ύμνο, μιλά για την ερήμωση της υπαίθρου, την καταλήστευση των φυσικών πόρων και την καταστροφή του περιβάλλοντος και προβάλλει το «οικοτοπικό» του όραμα αντί του άκρατου οικονομικού ανταγωνισμού. Οι πιο αμφιλεγόμενες, όμως, ιστορίες του και σίγουρα οι πιο παρεξηγήσιμες (ίσως όχι άδικα) είναι δυο τρισέλιδα κόμικς, δημοσιευμένα αρχικά το 1993 στο περιοδικό «Weirdo» το οποίο και διηύθυνε μαζί με τη σύζυγό του και επίσης δημιουργό κόμικς Aline Cominsky. Η μια έχει τίτλο «Όταν οι Νέγροι κατακτήσουν την Αμερική» και η άλλη «Όταν οι καταραμένοι Εβραίοι κατακτήσουν την Αμερική». Στην πρώτη παρουσιάζει μια φανταστική εξέγερση του αφροαμερικανικού πληθυσμού που με τα όπλα και ασκώντας ωμή βία επιβάλλει ένα ολοκληρωτικό καθεστώς εκδικητικής μανίας απέναντι στους λευκούς, οδηγώντας τους στις βαμβακοφυτείες και μαστιγώνοντάς τους ανελέητα, ενώ στη δεύτερη εμφανίζει τους Εβραίους ως συνωμότες και πάμπλουτους που κινούν τα νήματα της παγκόσμιας οικονομίας και ελέγχουν σαν μαριονέτες τούς πολιτικούς μέχρι να καταστρέψουν όλο τον κόσμο με μια πυρηνική έκρηξη. Οι αντιδράσεις που προκάλεσαν αυτές οι δυο ιστορίες είχαν στο επίκεντρό τους έναν πιθανολογούμενο υφέρποντα ρατσισμό καθώς και τις εξώφθαλμα στερεοτυπικές απεικονίσεις και περιγραφές των Αφροαμερικανών και των Εβραίων. Οι υπερασπιστές, ωστόσο, του Crumb μίλησαν για μια γκροτέσκα απολαυστική υπερβολή που, καλλιτεχνική αδεία, ως στόχο της δεν είχε τους φανταστικούς «κατακτητές» του κόσμου, αλλά το ακριβώς αντίθετο: όσους, δηλαδή, υποκύπτουν με ευκολία στην αποδοχή των στερεοτύπων και τα αναπαράγουν για να σπείρουν φόβο και διχόνοια. Επιπροσθέτως, ειδικότερα για την περίπτωση των Αφροαμερικανών, το συνολικό έργο του Crumb μόνο ρατσιστικό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Τουναντίον, η καθ’ υπερβολήν παρουσίαση των θυμάτων μιας κατάστασης ως θυτών μόνο ως τροφή προς σκέψη μπορεί να λειτουργήσει. Σκέψη που οδηγεί στο πιθανό συμπέρασμα ότι αφού η ζωή απέδειξε πώς μεταξύ δυο ενδεχομένων επικράτησε το ένα, ίσως μόνο αυτό μπορούσε να επικρατήσει στο δεδομένο πολιτικοοικονομικό σύστημα. Και το ενδεχόμενο που επικράτησε ήταν η καταπίεση των μαύρων από τους λευκούς και όχι το αντίθετο. Μετά την κυκλοφορία του «America» ο Robert Crumb εξακολούθησε να ασχολείται με τις ΗΠΑ και τις κοινωνικές παθολογίες τους επιχειρώντας πάντα να διαλύσει τις ψευδαισθήσεις περί ανωτερότητας, οικονομικής παντοκρατορίας και πλανητικής κυριαρχίας ως αποτέλεσμα ενός, τάχα, κοινωνικού δαρβινισμού. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι με το πέρασμα των χρόνων η καυστική του ματιά και η βιτριολική του προσέγγιση μαλάκωσαν και λειάνθηκαν. Ίσως πάλι να βοήθησε σε αυτό και η μόνιμη μετεγκατάστασή του στην Ευρώπη, μακριά από τη χώρα των αντιφάσεων που αγαπούσε να μισεί. Στα 72 του σήμερα, παραμένει ενεργός και δραστήριος. Και πιθανώς δεν έχει πει την τελευταία του λέξη για τις ΗΠΑ όσο αυτές εξακολουθούν να καταστρέφουν και να αυτοκαταστρέφονται παίζοντας τον ρόλο του παγκόσμιου χωροφύλακα. Και το σχετικό link...
  11. ΕΝΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΕΠΙΤΙΘΕΤΑΙ. ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΛΟΓΙΑ! Βαθύτατα πολιτικό, απόρροια της πολυετούς εμπειρίας μιας οικονομικής κρίσης που βρίσκεται εν εξελίξει, είναι το πρώτο μεγάλο άλμπουμ του Νάσου Βασιλακάκη. Η «Μαριάννα η Βρωμόστομη» (εκδόσεις Πυγμαλίων) περιγράφει τη ζωή και τις αντιδράσεις μιας σερβιτόρας που έχει χιλιάδες λόγους να είναι τσαντισμένη και να επαναστατεί. Ο εμπνευστής της και η «πρωταγωνίστριά» του εξηγούν στην «Εφ.Συν.» κάποιους από αυτούς. «Μερικοί άνθρωποι είναι συνεχώς τσαντισμένοι… Κι έχουν τους λόγους τους». Με αυτό το μότο στο εξώφυλλο ξεκινάς το βιβλίο σου. Είσαι ένας από αυτούς τους ανθρώπους; Οχι όσο θα έπρεπε. Εχει στοιχεία από τον Νάσο Βασιλακάκη η Μαριάννα; Οταν έμπαινα στο twitter και σε διάφορα fora και σχολίαζα ως Μαριάννα, δεν χρειαζόταν και ιδιαίτερη προσπάθεια να υποδυθώ τον ρόλο. Τι ποσοστό αυτοβιογραφίας κρύβεται στις ιστορίες της και στα περιστατικά με τα οποία έρχεται αντιμέτωπη; Μεγάλο. Απλώς εκεί εντάσσονται και περιστατικά με τα οποία δεν ήρθα αντιμέτωπος μόνον εγώ προσωπικά, αλλά και όλοι οι κάτοικοι της χώρας. Γιατί όταν κάποιο δημόσιο πρόσωπο σου ζητάει επίμονα να αποδεχθείς πως το μαύρο είναι άσπρο, δεν έχει και τόση διαφορά αν το λέει στην τηλεόραση ή αν σου κουνά επικριτικά το δάχτυλο σαν πελάτης στην ταβέρνα όπου εργάζεσαι. Μια σύντομη εμφάνιση, αρκετή να προκαλέσει την οργή της Μαριάννας, κάνει και ο Θεόδωρος –Μαζί τα Φάγαμε– Πάγκαλος… Τελικά η Μαριάννα είναι αριστερή, αναρχική ή απλώς αγανακτισμένη; Η Μαριάννα είναι αριστερή που έχει αρχίσει να δραστηριοποιείται στο σωματείο της αλλά δεν έχει ακόμα ενταχθεί κανονικά σε κάποια πολιτική συλλογικότητα. Φυσικά αλληλεπιδρά και επηρεάζεται από τους στενούς της φίλους. Αυτοί είναι: ένας ευαίσθητος νεο-χίπης, μια στρατευμένη αριστερή, ένας αναρχικός, μια κομμουνίστρια και ένας αγανακτισμένος. Θα μπορούσαν να γίνουν και ανέκδοτο αν έπεφταν με το αεροπλάνο στη ζούγκλα με τους ιθαγενείς. Εχεις καταφέρει να περιλάβεις σε 80 σελίδες όλους τους «κακούς πελάτες» ενός «εστιατορίου». Οι χρυσαυγίτες είναι οι χειρότεροι; Ναι. Αλλά είναι φυσική συνέχεια των προηγούμενων. Γι' αυτό και εμφανίζονται προς το τέλος. Δεν φαίνεται να έχεις καλύτερη γνώμη για τον Θέμο Αναστασιάδη, ούτε για τον Θεόδωρο Πάγκαλο. Τελικά ποιοι μας έφεραν εδώ που είμαστε; Αυτοί που κυβέρνησαν και τα φερέφωνά τους ή αυτοί που δεν ζητούσαν αποδείξεις για την τυρόπιτα; Μα φυσικά ο ασυνείδητος φορολογούμενος που δεν κόβει αποδείξεις. Σε οποιαδήποτε πολιτισμένη χώρα οι πολίτες σέβονται τους νόμους και δεν κλέβουν το κράτος. Εχω πάει σε όλες και ξέρω. Πώς είπατε; Αν θεωρώ πολιτισμένη χώρα τις ΗΠΑ όπου οι άστεγοι ζουν και πεθαίνουν κατά μιλιούνια έξω, ενώ παντού υπάρχουν άδεια σπίτια; Αυτός είναι ο πολιτισμός κύριε, και αν δεν σας αρέσει να πάτε στη Βόρεια Κορέα! Πέρα από την πλάκα τώρα, ούτε ο Πάγκαλος και ο Αναστασιάδης είναι αυτοί που μας έφεραν εδώ. Βρεθήκαμε εδώ μέσω μιας περίπλοκης αλληλουχίας γεγονότων που προκλήθηκαν από τη δομική καπιταλιστική κρίση και κατέστησαν τη χώρα «αδύναμο κρίκο». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως πρέπει να πολεμάμε μόνο τον καπιταλισμό, γενικά και αόριστα, αλλά όχι τους κυβερνώντες και τα φερέφωνά τους. Αυτοί είναι συνειδητά και άμεσα υπεύθυνοι για το γεγονός ότι την κρίση την πληρώνουν κυρίως οι φτωχοί. Επιπλέον, ο Πάγκαλος και ο Θέμος αποτελούν ιδανικούς «κακούς» για κάστινγκ, τόσο φυσιογνωμικά όσο και εξαιτίας του εσωτερικού τους κόσμου. Θα ήταν αμαρτία να μην τους συμπεριλάβω στο άλμπουμ. …και μια ακόμη πιο σύντομη ο Ανδρέας Λοβέρδος Δε χαρίζεσαι, όμως, ούτε στους δυνητικά «ταξικούς συμμάχους» της Μαριάννας, που εθελοτυφλούν… Πόσο φταίνε αυτοί; Ο θύτης και το θύμα ποτέ δεν φταίνε το ίδιο. Αλλά όταν τεντώνεσαι στη δουλειά, βιώνεις την ανισότητα στο πετσί σου και το πρόβλημά σου είναι ο... Ρωμανός, έχεις πρόβλημα, ρε φίλε, πώς να το κάνουμε. Πάντως δεν πιστεύω πως άνεργοι και εργατική τάξη μπορούν από τη μια στιγμή στην άλλη να πεισθούν για έναν άλλο τρόπο ζωής που παραπέμπει σε κομμουνιστικά ιδανικά κυριαρχίας εργαζόμενων-δημιουργών του πλούτου στη ζωή και στα μέσα παραγωγής. Θέλει δουλειά το πράγμα. Και ένα μεγάλο μέρος των στρατευμένων αγωνιστών κάνει αυτό ακριβώς το σφάλμα: θεωρεί ότι επειδή θα τα πει ωραία και δίκαια, οποιοσδήποτε -εν δυνάμει- ταξικός του σύμμαχος θα πειστεί μεμιάς σαν να άκουγε πεφωτισμένο ηγέτη να βγάζει λόγο σε αμερικανική ταινία και θα ριχτεί μαζί τους στη μάχη κατά του καπιταλισμού. Οχι, υπάρχει και ο εργαζόμενος που δεν θέλει «ψωμί-παιδεία-ελευθερία» για όλους, αλλά να μπορέσει κάποια μέρα να πάρει την τζιπάρα που πάντα ονειρευόταν. Επιλέγεις να κλείσεις το βιβλίο με μια μαχητική διαδήλωση. Αυτός είναι ο τρόπος αντίδρασης για κάθε σύγχρονη «Μαριάννα»; Οχι απλώς μαχητική διαδήλωση, αλλά αποκλεισμός του μαγαζιού, ο οποίος εμποδίζει το αφεντικό να την απολύσει και ταυτόχρονα ακυρώνει την επιθυμία των κυβερνώντων να τσακιστεί κάθε μαχητική φωνή που τους μπαίνει στο μάτι. Γιατί, όσο καλά και να τα λέει η κάθε Μαριάννα και ο κάθε Μαριάννος, δεν θα καταφέρει τίποτα σπουδαίο αν δεν περάσει στη συλλογική δράση. Οχι πως δεν έχει νόημα η προσωπική στάση ζωής όλων μας· κάθε άλλο. Απλώς στο τέλος είμαστε πολύ μικροί αν δεν έχουμε ο ένας τον άλλο. Φυσικά και δεν είναι σατανική η Μαριάννα, αν και βρωμόστομη. Για τους εχθρούς της, όμως, χρυσαυγίτες, αφεντικά, ΜΑΤατζήδες κ.ά. είναι η ενσάρκωση του Διαβόλου Ποια γνώμη έχει η Μαριάννα και ποια ο Νάσος Βασιλακάκης για τους ΜΑΤατζήδες που θα καταργούνταν αλλά ακόμα δέρνουν και για τους μετανάστες που περιμένουν πολλά (και βλέπουν λίγα) από τη νέα κυβέρνηση; Νάσος: «Δεν ξέρω… τι λες εσύ, Μαριάννα;» Μαριάννα: «Οποιος θέλει να μείνουν, να τους πάρει σπίτι του. Τους ΜΑΤατζήδες». Νάσος: « Εγώ δεν περιμένω και πολλά από τη νέα κυβέρνηση. Οσο και να υπάρχουν εκεί άνθρωποι με καλές προθέσεις, διαχειρίστρια ενός εκμεταλλευτικού συστήματος παραμένει. Αυτό το σύστημα για να ζήσει χρειάζεται και ΜΑΤατζήδες και μετανάστες χωρίς δικαιώματα και ανέργους. Επιπλέον, ακόμα και την πιο ριζοσπαστική κυβέρνηση του κόσμου να είχαμε, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα σπουδαίο όσο υπαγόμαστε και παίρνουμε εντολές από αυτόν τον βαθύτατα ολοκληρωτικό μηχανισμό που λέγεται Ε.Ε. Και αυτή, η Ε.Ε., δεν πρόκειται ποτέ να γίνει Ευρώπη των λαών». Μαριάννα: «Ωραία όλα αυτά, αλλά ακόμα και να βγούμε από την Ε.Ε., όσο η αστυνομία θα παίζει τον μπράβο τον αφεντικών και θα φακελώνει εργαζόμενους που κάνουν το έγκλημα να πάνε στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπως έκανε προχθές, εγώ δεν βλέπω λόγο να χαζοχαίρομαι. Καμιά κυβέρνηση δεν θα μας δώσει κάτι· εμείς θα της το πάρουμε». Νάσος: «Πιστεύω πως ο Τσίπρας έσφαλε όταν διατυμπάνιζε πως θα κάνει αντιμνημονιακή διαπραγμάτευση εκβιάζοντας διεθνείς τοκογλύφους μέσα στο ίδιο τους το γήπεδο. Οταν, π.χ., δήλωσε πως «το μνημόνιο καταστρέφει το ευρώ». Μαριάννα: «Ναι, και το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά το τσιγάρο». Η Μαριάννα η Βρωμόστομη «ζούσε» τις περιπέτειές της από το 2012 στο διαδίκτυο (bigmouthmarianna.blogspot.gr). Η έντυπη έκδοση που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πυγμαλίων περιέχει πρόσθετο υλικό. Με τη Μαριάννα δημιούργησες ένα βαθύτατα πολιτικό και επίκαιρο έργο. Τα ελληνικά κόμικς φαίνεται να αποφεύγουν σήμερα, σε μεγάλο βαθμό, να καταπιαστούν με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα. Είναι έτσι; Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να κάνει στρατευμένη τέχνη, και η τέχνη δεν χρειάζεται να είναι στρατευμένη για να είναι καλή. Οποιος όμως θέλει να λέει ωραίες ιστορίες, καλό είναι να έχει και μια άλφα γνώση της κοινωνίας, όχι μόνο των αγαπημένων του κόμικς ή σειρών. Θα δούμε στο μέλλον sequel της Μαριάννας; Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου; Ισως και να δούμε. Για την ώρα, ξαναπιάνω ένα κόμικς που είχα αφήσει στη μέση. Πρόκειται για τον Νίπερ, έναν λούμπεν αντιήρωα που είναι κοντός, άσχημος και ψωνάρα, και ταξιδεύει σαν γκραν γκινιόλ εκδοχή του Κόρτο Μαλτέζε στην υδρόγειο, συναντάει τους πιο παράξενους εχθρούς και σκορπάει χάος, ανατροπή, αλλά και δίψα για ζωή και ελευθερία. Ο δημιουργός Ο Νάσος Βασιλακάκης γεννήθηκε το 1978 και σπούδασε γραφιστική. Κόμικς του έχουν δημοσιευθεί στo «Γκραν Γκινιόλ», στο «Παρά Πέντε» και στο ένθετο «9» της «Ελευθεροτυπίας». Εχει εικονογραφήσει το εφηβικό μυθιστόρημα «Η Αγάπη Διδάσκει» του Βασίλη Μπουντούρη που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος. Διακρίθηκε στον πανελλήνιο διαγωνισμό κόμικς 2004 του περιοδικού «9» και στον 2ο διαγωνισμό κόμικς (2007) που διοργάνωσαν οι plakton, η ΔΕΠΑΠ και το millennium στην Πάτρα. Συμμετείχε στον διαγωνισμό «Hellboy» που διοργάνωσαν οι εκδόσεις Jemma με θέμα την απεικόνιση του ομώνυμου ήρωα και η συμμετοχή του διακρίθηκε ανάμεσα στις 6 καλύτερες από τον δημιουργό Mike Mignola. Και το σχετικό link...
  12. Μια τραγική ανθρώπινη ιστορία στη σκιά της Ιστορίας Η Μικρή Τσούνξιου έχοντας μόλις υποστεί το βασανιστικό μπαντάρισμα των ποδιών, ανίκανη να περπατήσει Από τις κομμουνιστικές επαναστάσεις του προηγούμενου αιώνα, η κινεζική ήταν αναμφίβολα η πιο ιδιόμορφη, κυρίως λόγω της απρόσμενης εξέλιξής της. Σήμερα που ο κινεζικός κρατικός καπιταλισμός μέσω ενός οικονομικού συγκεντρωτισμού εξακολουθεί να αναφέρεται στον κομμουνισμό και να διατηρεί τα σύμβολά του, η καταγραφή της κινεζικής ιστορίας από έναν δημιουργό κόμικς, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον Στα σύγχρονα εναλλακτικά κόμικς, η βιογραφία, η αυτοβιογραφία, το ντοκουμέντο, η δημοσιογραφία, η ιστορία κατέχουν περίοπτες θέσεις καθώς όλο και περισσότεροι δημιουργοί απομακρύνονται από τη μυθοπλασία και επιλέγουν να αφηγηθούν, με τον τρόπο τους, τα μέσα τους και την τεχνική τους, πραγματικά γεγονότα. Ο Κινέζος Li Kunwu είναι ένας από αυτούς και «Τα Μπανταρισμένα Πόδια» (εκδόσεις Μαμούθ Kόμιξ) που μόλις κυκλοφόρησαν στα ελληνικά αφηγούνται την ιστορία μιας Κινέζας του εικοστού αιώνα και μέσω αυτής τη μεταμόρφωση μιας αχανούς φεουδαρχικής αυτοκρατορίας σε έναν ιδιότυπο «καπιταλιστικό» παράδεισο. Ο Kunwu είναι ένας από τους γνωστότερους Κινέζους καλλιτέχνες που εδώ και περισσότερα από τριάντα χρόνια δημιουργεί κόμικς πολιτικού περιεχομένου, ενώ παράλληλα καταγράφει και μελετά τις πολιτισμικές μειονότητες της κραταιάς ασιατικής δύναμης. Είναι ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, διευθυντής της Ενωσης Καλλιτεχνών της επαρχίας Γιουνάν στα νοτιοδυτικά της χώρας που είναι και η γενέτειρά του καθώς και διευθυντής του Κινεζικού Ινστιτούτου μελέτης Σχεδίου και Τύπου. Οι διαδηλώσεις των γυναικών ενάντια στα βάρβαρα έθιμα βασίστηκαν στις αρχές του Σουν Γιατ Σεν, προδρόμου της κομμουνιστικής επανάστασης που θα ακολουθούσε Από τα τριάντα έργα του που έχουν κυκλοφορήσει στην Κίνα, ωστόσο, ελάχιστα έχουν μεταφραστεί στον δυτικό κόσμο και μόλις τα τελευταία χρόνια. Γνωστότερη δουλειά του είναι το «A Chinese Life», σε συνεργασία με τον σεναριογράφο Philippe Otie, που στο επίκεντρό του έχει τις κατακλυσμιαίες μεταβολές που συνέβησαν στην Κίνα στα χρόνια της μαοϊκής επικράτησης και τις επιπτώσεις στους καθημερινούς ανθρώπους, τους αγρότες και τους εργάτες της επαρχίας. Κάτι παρόμοιο επιχειρεί ο Kunwu στα «Μπανταρισμένα Πόδια» με πρωταγωνίστρια μια Κινέζα της επαρχίας την οποία παρακολουθούμε να μεγαλώνει σε διάφορες χρονικές περιόδους του εικοστού αιώνα: από τα φεουδαρχικά χρόνια της Κίνας και τη φαινομενικά ανέμελη παιδική της ηλικία ώς την ενηλικίωσή της και την ωρίμανσή της ως γοητευτικής κοπέλας κι από κει στα χρόνια της επανάστασης και της ζωής της ως ηλικιωμένης. Ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει στο έθιμο-συνταγή ομορφιάς που διατήρησαν επί αιώνες πολλές κινεζικές παραδόσεις, σύμφωνα με το οποίο τα νεαρά κορίτσια έπρεπε να έχουν πολύ μικρά πόδια για να βρουν πλούσιο σύζυγο και να έχουν τύχη στη ζωή τους. Πώς αποκτούνται, όμως, αυτά τα μικρά πόδια των επτά-οκτώ εκατοστών, οι «Χρυσοί Λωτοί», όπως τα χαρακτήριζαν οι Κινέζοι; Η περιγραφή και η εικαστική της απόδοση από τον Kunwu είναι συγκλονιστική και ανατριχιαστική καθώς τα κοριτσάκια σε ηλικία κάτω των δέκα ετών υποβάλλονταν σε υποχρεωτικό σπάσιμο των δαχτύλων και τύλιγμα με πανιά και γάζες για μεγάλο χρονικό διάστημα έτσι ώστε να μην επιμηκύνονται το πέλμα και τα δάχτυλα, κάτι που, εν τέλει, οδηγούσε σε φρικτή παραμόρφωση του κάτω άκρου, αλλά το καθιστούσε ικανό να χωρέσει σε μικρά, κομψά παπουτσάκια που όποια τα φορούσε αύξανε σημαντικά τις πιθανότητες να γίνει ποθητή από κάποιον πλούσιο, μέλλοντα σύζυγο. «Ζήτω ο πρόεδρος Μάο! Ζήτω το Κομμουνιστικό Κόμμα! Να ενωθούμε! Να ξεσηκωθούμε! Να χτίσουμε έναν σοσιαλισμό με ζήλο, αποτελεσματικότητα και ταχύτητα!» στα πανό και στους τοίχους, πίσω από τα ανθρώπινα δράματα Σ’ αυτό το μαρτύριο υποβάλλεται και η μικρή Τσούνξιου, ακολουθώντας τις οδηγίες των μεγαλυτέρων. Η δική της ζωή, όμως, δεν θα συνοδευτεί από τη χαρά που θα αναλογούσε σε μια τέτοια θυσία–ακρωτηριασμό καθώς τη ζωή, τις φιλοδοξίες, τα όνειρα και τις επιδιώξεις των ανθρώπων επισκιάζουν συχνά η Ιστορία και οι μάζες που επιβάλλουν τις δικές τους εξελίξεις. Η νεαρή Τσούνξιου καθώς τα χρόνια αλλάζουν θα πέσει θύμα ομαδικού βιασμού, θα απομονωθεί και θα καταλήξει να εργάζεται ως παραμάνα για τα παιδιά κρατικών αξιωματούχων. Τα μικρά της πόδια, τα εργαλεία για την ευτυχία τού κάποτε, θα μείνουν δύο στραβά και αποκρουστικά μέλη που παραπέμπουν σε ένα ξεχασμένο παρελθόν. Από τη φεουδαρχία στον Μάο «Απ’ όλες τις ιστορίες που έχω φτιάξει, τα "Μπανταρισμένα Πόδια" είναι από εκείνες που μ’ έχουν σημαδέψει ανεξίτηλα. Στα παιδικά μου χρόνια, πήρα από τον πατέρα μου αυστηρή ανατροφή, που τη χαρακτήριζε ο σεβασμός για τις επαναστατικές αξίες. Από τη μητέρα μου εισέπραξα στοργή, ευγένεια και γενναιοδωρία. Η παραμάνα μου είχε πιο πρακτικό πνεύμα, που παραχωρούσε περισσότερο χώρο για τα πράγματα της ζωής. Αυτό που θα λέγαμε σήμερα “κοινωνική παιδεία”», γράφει ο Kunwu στον πρόλογο της έκδοσης. Αυτές τις «επαναστατικές» αξίες φαίνεται να υπηρετεί στο ακέραιο με τον τρόπο που παρουσιάζει τα γεγονότα των λαϊκών διαδηλώσεων και των μαζικών εξεγέρσεων κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Και προχωρά ακόμη περισσότερο, με τον «θαυμασμό» με τον οποίο περιγράφει τη μεταμόρφωση της κινεζικής επαρχίας από αγροτική γη σε εμπορικά κέντρα και του κινεζικού πληθυσμού από αγράμματους γεωργούς και πλανόδιους πωλητές σε ένστολα μέλη του κόμματος. Από την καθοδήγηση του λαϊκού ξεσηκωμού στην επαρχία Γιουνάν τη δεκαετία του 1920 Αυτός και είναι ο λόγος για τον οποίο ο Kunwu έχει κατηγορηθεί ως απολογητής του καθεστώτος και βασικός εκπρόσωπος της καλλιτεχνικής προπαγάνδας που αυτό χρησιμοποιεί. Και σε κάποιο βαθμό, αυτές οι κατηγορίες δεν είναι αβάσιμες καθώς είναι τελείως διαφορετικό πράγμα να εξυμνείς με τη ( στρατευμένη; ) τέχνη σου τη λαχτάρα ενός λαού για επαναστατική αλλαγή και εντελώς διαφορετικό πράγμα να εξακολουθείς να θεωρείς ότι η επανάσταση είναι ακόμη ζωντανή, σήμερα που οι συνθήκες εργασίας και ζωής στην Κίνα, καθοδηγούμενες και υπαγορευμένες από τις δυτικές καπιταλιστικές υπερδυνάμεις για υπερπαραγωγή φτηνών καταναλωτικών αγαθών, δεν θυμίζουν σε τίποτα τα οράματα των κομμουνιστών ηγετών του παρελθόντος και τις προσδοκίες του λαού για μόρφωση, αξιοπρέπεια και ανθρώπινη ζωή. Οι αφηγηματικές και σχεδιαστικές αρετές του, οι έξυπνοι, κοφτοί διάλογοι, η χρήση πολλών κινεζικών επιγραφών, αφισών, ορολογιών κ.λπ. που συμβάλλουν στην τεκμηρίωση, η επιδεξιότητα με την οποία η μια εποχή διαδέχεται την άλλη είναι τα στοιχεία που καθιστούν τα «Μπανταρισμένα Πόδια» μια σπουδαία έκδοση. Που αντισταθμίζονται σε κάποιο βαθμό από τις λογικές και βάσιμες επιφυλάξεις του καλοπροαίρετου αναγνώστη για τις προθέσεις του δημιουργού. Και το σχετικό link...
  13. Πολλά γράφτηκαν τις μέρες που ακολούθησαν την επίθεση των φασιστών τζιχαντιστών στο περιοδικό Charlie Hebdo που είχε αποτέλεσμα τον θάνατο 12 ανθρώπων, πέντε εκ των οποίων ήταν σκιτσογράφοι. Στην «Εφ.Συν.» δημοσιεύτηκαν σκίτσα και γελοιογραφίες Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, φιλοξενήθηκαν απόψεις, γράφτηκαν αναλύσεις, έγιναν αποτιμήσεις και προβλέψεις. Η συζήτηση μόλις τώρα ανοίγει και θα έχει μέλλον καθώς το θέμα της ωμότητας, της βίας, του θρησκευτικού φανατισμού και της μισαλλοδοξίας απέναντι στο χιούμορ, τη σάτιρα, τα σκίτσα, απ’ ό,τι φαίνεται θα μας απασχολεί για πολύ ακόμη. Το «καρέ καρέ» σήμερα, αφήνει στην άκρη τα πολλά λόγια και αφιερώνει τον περιορισμένο χώρο του στο έργο του Georges Wolinski, σκιτσογράφου, δημιουργού κόμικς, συγγραφέα, συνεργάτη και πρώην διευθυντή του Charlie που σε ηλικία 80 ετών έπεσε νεκρός από τις σφαίρες κάποιων μαυροφορεμένων κουκουλοφόρων με μηδενική ανεκτικότητα απέναντι στη διαφορετικότητα, την πολυμορφία, το γέλιο. Αλλωστε, όλοι περαστικοί είμαστε απ’ αυτή τη ζωή. Αν μένει κάτι πίσω είναι οι πράξεις για τις οποίες πιθανώς θα μας θυμούνται και το έργο που αφήνουμε. Το έργο του Wolinski, παρά τις όποιες αντιρρήσεις μπορεί να εκφράσει κάποιος για τις απόψεις του των τελευταίων ετών, ήταν σπουδαίο και μεγάλο. Και δεν σβήνεται ούτε με σφαίρες. Γελοιογραφία του Wolinski από το βιβλίο του «Σκέψεις» (εκδ. Ροές). Στο βιβλίο αυτό, με τη μορφή αποφθεγμάτων, αφορισμών και σκίτσων, ο Γάλλος δημιουργός «συνοψίζει» με χιούμορ και πικρία τη στάση του απέναντι στη ζωή Βλάσφημος και ανατρεπτικός μέχρι τέλους «Σκέψεις του Georges Wolinski» ■ «Είμαι μαλάκας, αλλ’ όταν βλέπω πώς έχουν κάνει τον κόσμο οι σωστοί…» ■ «Καλύτερα είναι να είσαι αποτυχημένος ως έξυπνος παρά επιτυχημένος ως μαλάκας» ■ «Αν έριχναν μια ατομική βόμβα στη Διάσκεψη Κορυφής του Ελσίνκι τη στιγμή που οι 35 ηγέτες συνυπέγραφαν τη Διακήρυξη για την Ασφάλεια, θα αισθανόμουν πιο ασφαλής» ■ «Πριν από τον Μάη του ’68 οι άνθρωποι δεν αισθάνονταν την ανάγκη να πουν ότι δεν έχουν να πουν τίποτα» ■ «Ο μαλάκας δεν ξέρει πως είναι μαλάκας, ενώ ο υποκριτής ξέρει πως είναι υποκριτής, και μάλιστα ότι είναι υποκριτής επειδή γι’ αυτόν είναι ο μόνος τρόπος να επιβιώσει σ’ έναν κόσμο όπου οι υποκριτές βοηθούν τους μαλάκες να εμποδίσουν άλλους υποκριτές να τους πάρουν την εξουσία» ■ «Μια κοινωνία στην οποία όλα τα άτομα θα είχαν χιούμορ, θα μπορούσε εύκολα να ζήσει και χωρίς τους ευθυμογράφους. Αυτός είναι ο λόγος που οι ευθυμογράφοι είναι τόσο πικραμένοι, τόσο απελπισμένοι. Για να υπάρχουν έχουν ανάγκη από μαλάκες, όπως ο μπάτσος χρειάζεται τον εγκληματία, ο στρατιωτικός τον πόλεμο, ο γιατρός την αρρώστια και ο ηφαιστειολόγος το ηφαίστειο» ■ «Ο παράδεισος είναι γεμάτος από ηλίθιους που πιστεύουν ότι υπάρχει» Από το βιβλίο «Σκέψεις» (εκδ. Ροές) ■ «Η μόνη μου ευτυχία σ’ αυτή τη θλιβερή ζωή είναι να διαβάζω το Charlie Hebdo, περιοδικό γεμάτο χιούμορ και εικονογραφημένες ιστορίες. (Πωλείται παντού)» ■ «Τσακώνονται για τις ιδέες τους. Δεν τσακώνονται για τις εμμονές τους. Αυτή η ιδέα μού έχει γίνει εμμονή» ■ «Το πραγματικό πρόβλημα της κοινωνίας μας είναι πρώτον ότι δεν αγγίζουμε τα πραγματικά προβλήματα. Δεύτερον, ότι και να αγγίζαμε τα πραγματικά προβλήματα δεν θα ξέραμε πώς να τα λύσουμε. Και τρίτον, ότι δεν ξέρουμε ποια είναι τα πραγματικά προβλήματα» ■ «Τι είναι αυτό που δέχεται κανείς χωρίς να το ζητήσει, που κατέχει χωρίς να ξέρει το πώς και χάνει χωρίς να ξέρει το γιατί; Η ζωή» ■ «Αυτό που ξεχωρίζει τους ανθρώπους από τα ζώα είναι πως τα ζώα δεν είναι υποχρεωμένα να προσπαθούν συνεχώς να μη φέρονται ως άνθρωποι» ■ «Τα κόμικς δεν θα γίνουν ποτέ τόσο διεφθαρμένα όσο οι φανατικοί αναγνώστες τους» ■ «Τρώμε ήδη στη μάπα τους παπάδες, τους ραβίνους, τους πάστορες και σε λίγο έχουν σειρά οι ιμάμηδες, τα μέντιουμ, οι μάγοι και οι χαρτορίχτρες! Οσο σκέφτομαι ότι επιστήμονες άνθρωποι εφεύραν ένα τόσο υπέροχο πράγμα σαν την τηλεόραση για να μεταδίδει τέτοιες μαλακίες μου τη δίνει» Από το βιβλίο «Σκέψεις» (εκδ. Ροές) ■ «Για να δουλέψεις στην τηλεόραση, δεν αρκεί πια να μην είσαι κομμουνιστής. Πρέπει να είσαι αντικομμουνιστής» ■ «Αγαπώ με πάθος τους ανθρώπους που παθιάζονται∙ είναι το μόνο μου πάθος, μαζί με τα δέντρα και τα μικρά πουλιά∙ μου αρέσουν και τα κόμικς, αλλ’ αντιπαθώ όσους ασχολούνται μόνο με αυτά και τίποτα άλλο∙ υπάρχουν τύποι που όλη τους η κουλτούρα είναι τα κόμικς, υπάρχουν περιοδικά κόμικς φτιαγμένα από τύπους που ποτέ τους δεν έχουν διαβάσει κάτι άλλο από περιοδικά κόμικς φτιαγμένα από τύπους που διαβάζουν μόνο κόμικς κ.ο.κ. Αυτά με φοβίζουν, τα πουλιά δεν κάνουν τσίου – τσίου, το φιλί δεν κάνει μουτς, ο έρωτας δεν κάνει φλοπ - φλοπ» ■ Διαβάζετε Charlie, το περιοδικό των ανθρώπων που τους αρέσει κάπου - κάπου να διαβάζουν κόμικς» ■ «Η κρίση είναι σαν τον κυκλώνα. Αφού περάσει, η κυβέρνηση θα πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να προστατεύσει την περιουσία όσων μπόρεσαν να την αποφύγουν απέναντι στην εκδικητικότητα όσων δεν έχουν τίποτα πια» Από το βιβλίο του Georges Wolinski «Σκέψεις» (μετάφραση Γ. Ξ.), εκδόσεις Ροές, 1986. Από το τεύχος 13 της «Βαβέλ» (Μάρτιος 1982) Και το σχετικό link...
  14. Για να θεωρείται φυσιολογικό σήμερα ότι ένας Αφροαμερικανός κατοικοεδρεύει στον Λευκό Οίκο προηγήθηκαν πολιτικοί αγώνες δεκαετιών. Ακόμα όμως συνεχίζονται οι αναίτιες δολοφονίες μαύρων από λευκούς αστυνομικούς και η γενικότερη κατάσταση των μειονοτήτων στις ΗΠΑ δεν μπορεί να κάνει υπερήφανο κανέναν. Κάτι που καθιστά τον ριζοσπαστισμό των Μαύρων Πανθήρων επίκαιρο όσο ποτέ. Ο πρωταγωνιστής του Motherfucker, Βέρμοντ Ουάσινγκτον, με την κονκάρδα των Μαύρων Πανθήρων «Αν προσπαθήσουμε να αντισταθούμε, δεν θα τη γλιτώσουμε. Καλύτερα να μείνουμε ζωντανοί για να συνεχίσουμε τον αγώνα…» λέει ένα από τα μέλη των Μαύρων Πανθήρων στους συντρόφους του την ώρα που η αστυνομία τούς πολιορκεί και αναζητά μια αφορμή για να τους δολοφονήσει. Το πρόβλημα όμως, είναι πως ενδόμυχα γνωρίζουν πως θα τους δολοφονήσει, ακόμα κι αν απλώς παραδοθούν. Κι εδώ προκύπτει το ερώτημα: Απαντάς με τα ίδια όπλα; Είναι αρκετή η αυτοάμυνα και η καταγγελία της κρατικής βίας ή επιβάλλεται η επίθεση; Ποια πρέπει να είναι η μαζικότητα του κινήματος για να έχουν αποτέλεσμα οι ακτιβιστικές πράξεις του; Και ποιος είναι ο απώτερος στόχος; Αυτά είναι τα αμείλικτα ερωτήματα που ταλάνισαν το κίνημα των Μαύρων Πανθήρων (όπως και τόσα αριστερά κινήματα, οργανώσεις και κόμματα, σε όλο τον κόσμο και στην Ελλάδα) από την ίδρυσή του το 1966 μέχρι την αυτοδιάλυσή του τη δεκαετία του 1980. Και αυτά τα ερωτήματα, μαζί με πολλά άλλα θέτει το Motherfucker των Sylvain Ricard (σενάριο) και Guillaume Martinez (σχέδιο) που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΚΨΜ (μετάφραση: Κατερίνα Γεωργοπούλου, απόδοση στα ελληνικά: Μυρτώ Ράις). Η πολιτική ριζοσπαστικοποίηση των Μαύρων Πανθήρων και η σταδιακή μετατροπή ενός αντιρατσιστικού κινήματος σε πολιτικό κόμμα με σαφείς αριστερές κατευθύνσεις αποτέλεσαν τη βασική αιτία προσέλκυσης φίλων και μελών, όχι μόνο από την αφροαμερικανική κοινότητα Οι απαντήσεις, φυσικά, δεν μπορεί να είναι εύκολες. Η αλήθεια είναι ότι το κίνημα των Μαύρων Πανθήρων επιχείρησε, και εν πολλοίς πέτυχε, την πλήρη πολιτικοποίησή του και τη μετατροπή του σε κόμμα, που δεν αρκέστηκε μόνο στην προστασία της αφροαμερικανικής κοινότητας από την αστυνομική βαρβαρότητα. Εξελίχθηκε σε επαναστατική οργάνωση με μαρξιστικές αναφορές και μαοϊκές επιρροές, δεν περιορίστηκε σε μια μετωπική σύγκρουση με επίκεντρο τις φυλετικές διακρίσεις αλλά διατύπωσε συνολικές απόψεις και συμμάχησε σε αρκετές περιπτώσεις με άλλες οργανώσεις, όπως το Κομμουνιστικό Κόμμα ΗΠΑ, το Κόμμα Ειρήνης και Ελευθερίας, σωματεία, αντιρατσιστικές κινήσεις κ.ά. Οι εποχές ήταν, άλλωστε, ιδιαίτερα δύσκολες. Το 1965 είχε δολοφονηθεί ο Malcolm X και τρία χρόνια αργότερα θα έπεφτε νεκρός από σφαίρες ο Martin Luther King. Ο πόλεμος του Βιετνάμ βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και το αντιπολεμικό κίνημα αντιδρούσε όλο και πιο δυναμικά. Από την άλλη, κράτος και παρακράτος χρησιμοποιούσαν όλα τα μέσα για να καταστείλουν τις φωνές αμφισβήτησης που διαρκώς δυνάμωναν. Στην περίπτωση των Μαύρων Πανθήρων, ιδιαίτερα από τη στιγμή που επέλεξαν την ένοπλη αυτοάμυνα, η βία και η κρατική επιθετικότητα είχαν αποτέλεσμα χιλιάδες συλλήψεις, φυλακίσεις και 34 νεκρούς. Αυτό που ενοχλούσε περισσότερο ήταν ο ξεκάθαρα αντικαπιταλιστικός λόγος των Μαύρων Πανθήρων, η κοινωνική πολιτική που άσκησαν προς όσους είχαν ανάγκη και οι άοκνες προσπάθειές τους να προσφέρουν στα παιδιά της μειονότητας μια εναλλακτική εκπαίδευση. Οι αγώνες των Μαύρων Πανθήρων δεν έμειναν μόνο στο φυλετικό πρόβλημα, αλλά διευρύνθηκαν προς κάθε πιθανή λαϊκή διεκδίκηση Το κόμμα, με τα πενιχρά μέσα του και τις εθελοντικές συνεισφορές των μελών του, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, οργάνωσε συσσίτια για τους φτωχούς και τους άπορους, λειτουργούσε σχολεία, παρείχε δωρεάν μαθήματα οικονομίας και πολιτικής, πρόσφερε ρούχα και είδη πρώτης ανάγκης, καθιέρωσε μέχρι και προγράμματα επανένταξης σε αλκοολικούς και τοξικοεξαρτημένους. Ίσως αυτή να ήταν και η πραγματική αιτία που οδήγησε τον αρχηγό του FBI, τον περιβόητο Εντγκαρ Χούβερ, να δηλώσει ότι οι Μαύροι Πάνθηρες αποτελούν «τη μεγαλύτερη απειλή για την εσωτερική ασφάλεια της χώρας». Πάνω απ’ όλα ωστόσο, οι Μαύροι Πάνθηρες ήταν άνθρωποι που προέρχονταν από τα γκέτο και τις φτωχογειτονιές, δεν επιδίωκαν πολιτικές καριέρες και οικονομικά ανταλλάγματα και αφιέρωσαν τη ζωή τους στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Σε μια τέτοια οικογένεια εστιάζει το Motherfucker και μέσω αυτής αφηγείται μια ανθρώπινη ιστορία από το κίνημα των Μαύρων Πανθήρων που παρόμοιες πρέπει να υπήρξαν αμέτρητες. Πρωταγωνιστής είναι ο Βέρμοντ Ουάσινγκτον (φανταστικό πρόσωπο με το όνομά του να παραπέμπει στην πρώτη Πολιτεία που εντάχθηκε στις ΗΠΑ κατά την ίδρυσή τους και το επίθετό του να είναι ίδιο με αυτό του πρώτου προέδρου της χώρας), μέλος του κινήματος και ενεργός ακτιβιστής, που πάνω από το κρεβάτι του έχει το πορτρέτο του Καρλ Μαρξ. Η Κου Κλουξ Κλαν με τη ρατσιστική βία της συσπείρωσε πολλούς Αφροαμερικανούς στους Μαύρους Πάνθηρες Ο Βέρμοντ είναι παντρεμένος και έχει μια μικρή κόρη, ενώ η οικογένειά του φιλοξενείται στο πατρικό του σπίτι, καθώς ο ίδιος είναι άνεργος και η γυναίκα του δουλεύει ως καθαρίστρια με μηδαμινές απολαβές. Αυτή η άθλια οικονομική κατάσταση έχει επιπτώσεις στην οικογενειακή ζωή των Ουάσινγκτον, που επιτείνονται από την πλήρη άρνηση του πατέρα του να αποδεχτεί τις αρχές και την τακτική των Μαύρων Πανθήρων κατηγορώντας διαρκώς τον γιο του ως ανεύθυνο κομμουνιστή, για να δεχτεί με τη σειρά του τις κατηγορίες του εθελόδουλου, του υποταγμένου, του υπηρέτη των λευκών. Η ιστορία των Ricard – Martinez χωρίζεται σε δέκα κεφάλαια που το καθένα ξεκινά με ένα από τα δέκα σημεία της Διακήρυξης των Μαύρων Πανθήρων και η πλοκή του, πάντα με την οικογένεια Ουάσινγκτον σε πρώτο πλάνο, ακολουθεί τα γεγονότα που ώθησαν τους Μαύρους Πάνθηρες στη διατύπωση αυτής της διακήρυξης. Όσο κι αν φαίνεται όμως ότι ο Βέρμοντ Ουάσινγκτον είναι ο πρωταγωνιστής και ο αταλάντευτος ιδεολόγος του κινήματος που θα πληρώσει την προσήλωση στις αξίες του με φυλάκιση, τόσο η νεαρή σύζυγός του σιγά σιγά τον επισκιάζει με την πολιτική της ωρίμανση, την προϊούσα οργή της και τη δικαιολογημένη εκδίκησή της, που θα οδηγήσει σε μια οικογενειακή τραγωδία όπως τόσες και τόσες στο κίνημα των Μαύρων Πανθήρων. Γιατί η (φανταστική) οικογένεια Ουάσινγκτον έζησε το δράμα χιλιάδων άλλων πραγματικών οικογενειών. Το Motherfucker των Sylvain Ricard – Guillaume Martinez (εκδ. ΚΨΜ) Ίσως γι' αυτό, για να συνδέσουν δηλαδή τη μυθοπλασία με το ντοκουμέντο και την τεκμηρίωση, οι δημιουργοί του Motherfucker χρησιμοποιούν και παραθέτουν γεγονότα και πρόσωπα που υπήρξαν στην πραγματικότητα, όπως ο Μπόμπι Χάμπτον (ταμίας του κόμματος, νεκρός στα 18 του με δώδεκα σφαίρες, άοπλος) και ο Φρεντ Χάμπτον (ηγετική προσωπικότητα, εκτελέστηκε στον ύπνο του, μόλις 21 ετών). Αυτό το υβρίδιο πολιτικού θρίλερ, μυθοπλασίας και ιστορικής πραγματικότητας που πλέκουν οι Ricard – Martinez καθιστά το Motherfucker ένα εξαιρετικό έργο για μια εισαγωγή στη σύγχρονη πολιτική Ιστορία των ΗΠΑ, ειδικότερα μετά τις απανωτές δολοφονίες μαύρων και τον πρόσφατο λαϊκό ξεσηκωμό με το σύνθημα «I Can’t Breathe». Μια Ιστορία που, παρά τις νεοφιλελεύθερες επικλήσεις περί του τέλους της, ξαναρχίζει δυναμικά. Και αναμένεται συγκλονιστική. Και το σχετικό link...
  15. Από το Καρέ Καρέ της Εφημερίδας των Συντακτών: 14/09/14 Συνέντευξη του Soloup με αφορμή το νέο βιβλίο του Το «Αϊβαλί» στα κύματα της Ιστορίας Βιβλία για το Αϊβαλί και τα ανθρώπινα δράματα που ακολούθησαν την τραγωδία του 1922 έχουν γραφtεί πολλά. Κόμικς όμως όχι. Ο Soloup δημιουργεί το πρώτο. «Συνομιλεί» με τον Ηλία Βενέζη, τον Φώτη Κόντογλου, τον Αχμέτ Γιορουλμάζ. Ταξιδεύει στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, εξερευνά ιστορικά αρχεία, τόπους και μνήμες ανθρώπων. Ακόμα και των δικών του. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΛΟΥΙΖΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΚΟΥΛΑΣ ΚΕΙΜΕΝΑ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΚΟΥΛΑΣ Συνομιλώντας με τον Φώτη Κόντογλου Ο Φώτης Κόντογλου, ένας εκ των «πρωταγωνιστών» στο «Αϊβαλί», σχεδιασμένος από τον Soloup με τη βυζαντινότροπη τεχνοτροπία που εφάρμοσε ο Κόντογλου σε πολλά από τα έργα του Ο Soloup εδώ και 25 χρόνια είναι ένας από τους πιο επιτυχημένους «επαγγελματίες» του χιούμορ με τα κόμικς και τις γελοιογραφίες του. Η νέα δουλειά του, ωστόσο, ένα μνημειώδες έργο 440 σελίδων, αφορά μια τεράστια τραγωδία: το Αϊβαλί τις μέρες του 1922 και τους ανθρώπους που βρέθηκαν στο επίκεντρο της Ιστορίας, θύματα των εκατέρωθεν εξουσιών, των απανταχού μεγαλοϊδεατισμών και των στημένων διπλωματικών παιχνιδιών. Με αφορμή την κυκλοφορία του αριστουργηματικού βιβλίου του και την ημέρα μνήμης της Μικρασιατικής Καταστροφής (14 Σεπτεμβρίου), μας εξηγεί τι σημαίνει γι’ αυτόν το «Αϊβαλί». Το «Αϊβαλί» ακροβατεί σε ένα σχοινί που συνδέει το 1922 με το 2014 και πηγαινοέρχεται στον αιώνα που μεσολάβησε. Αλλά δεν υποκύπτει ούτε στην ωραιοποίηση του παρελθόντος ούτε στη βολική αυτοθυματοποίηση των Ελλήνων. Είναι εντέλει ένα ιστορικό βιβλίο; Πετυχημένη η παρομοίωσή σου. Πράγματι, όλο το βιβλίο μοιάζει με ένα τεντωμένο σχοινί που ξεκινά από τη σημερινή Μυτιλήνη και φτάνει απέναντι, στο Ayvalik. Ομως στο πέρασμα που χωρίζει τις δυο στεριές, νιώθεις από κάτω σου το χθες να χάσκει απειλητικό. Μια θάλασσα γεμάτη από προκαταλήψεις, από πολέμους, από τον πόνο και την απελπισία του παρελθόντος. Το «Αϊβαλί» είναι βουτηγμένο στα γεγονότα του 1922, δεν είναι όμως μια… εικονογραφημένη ιστορία. Είναι η περιπέτεια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στα κύματα της Ιστορίας. Πολλοί θα είχαν γκρεμοτσακιστεί από αυτό το σχοινί. Εσύ, όμως, «περπατάς» με άνεση και ισορροπείς ιδανικά. Η διεξοδική έρευνα των ιστορικών στοιχείων που έκανες νιώθεις ότι σε βοήθησε ή σου έθεσε εμπόδια και περαιτέρω υποχρεώσεις; Το «Αϊβαλί» δεν είναι μια «πιστή αναπαράσταση» της Ιστορίας, γιατί τέτοια, απλούστατα δεν μπορεί να υπάρξει. Φυσικά και χρειάστηκε μεγάλη έρευνα: βιβλία, μαρτυρίες, αρχεία, παλιές φωτογραφίες και καρτ ποστάλ, επιτόπια ταξίδια… Αλλωστε, πώς αλλιώς να μιλήσεις για το Αϊβαλί, που στέκει ακόμα και σήμερα σχεδόν όπως το άφησαν ο Βενέζης, η αδελφή του Αγάπη και ο Κόντογλου; Ομως όσα στοιχεία και να συλλέξεις, υπάρχει πάντα ένα τεράστιο κενό που το καλύπτεις εσύ. Και όταν πλησιάζουμε το παρελθόν, συνήθως το κάνουμε με τρόπο που να επιβεβαιώνει τις ιδέες μας. Νομίζω όμως πως, όταν έχουμε συνείδηση της υποκειμενικής μας ματιάς και δεν επαναπαυόμαστε σε στερεότυπες απαντήσεις, μπορούμε να φτάσουμε πιο κοντά σε αυτό που συνέβη πραγματικά. Πόσο βιωματικό και αυτοβιογραφικό θεωρείς ότι ήταν το ταξίδι σου στο παρελθόν; Πόσο σε επηρέασαν οι εμπειρίες σου, η καταγωγή σου κ.λπ; Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου ήταν από τη Μικρά Ασία. Από τη Σμύρνη, τον Τσεσμέ και το Μπαϊντίρι. Παρ’ όλα αυτά, αρχικά δεν είχα καμιά διάθεση να εμπλακώ στο σενάριο. Προέκυψε. Καθώς οι συγγραφείς αφηγούνται μέσα από τα σκίτσα τις δραματικές εμπειρίες τους σε πρώτο πρόσωπο, ένιωσα να με παρασέρνουν κι εμένα σε μια τέτοια αφήγηση, μετατρέποντας το «Aϊβαλί» και σε ένα προσωπικό ξεκαθάρισμα. Αυτή η εμμονή σου στην ιστορική τεκμηρίωση, στις πηγές, στις μαρτυρίες ήρθε σε σύγκρουση με τα λογοτεχνικά έργα που χρησιμοποίησες ή αλληλοσυμπληρώθηκαν; Η Ιστορία μοιάζει με τραμπάλα. Στη μια πλευρά βρίσκεται το σπαθί, στην άλλη ο ανθρώπινος πόνος. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στα γεγονότα του 1922 και ό,τι επακολούθησε. Στη μια πλευρά έτσι βρίσκουμε την «αναγκαιότητα» της Συνθήκης της Λωζάννης και της ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που έγινε σύμφωνα με τις επιδιώξεις και τα συμφέροντα της διεθνούς διπλωματίας. Από την άλλη, συναντούμε την ουσιαστική αδιαφορία για τη ζωή, τις περιουσίες, τις αντιλήψεις και τις επιθυμίες των ανθρώπων που θεωρείται πως η συνθήκη προστάτευε. Η κυρίαρχη, «ρεαλιστική» εκδοχή της Ιστορίας, κάθεται στη μια πλευρά. Την άλλη τη βρίσκεις συνήθως στην τέχνη. Τα βιβλία της Αιολικής σχολής αλλά και της Σωτηρίου, του Πρεβελάκη, του Πολίτη, του Σεφέρη και τόσων άλλων, διαχειρίζονται αυτήν ακριβώς την αγωνία της άλλης θέσης. Της εύθραυστης ανθρώπινης αξιοπρέπειας απέναντι στα σπαθιά της Ιστορίας. Χρησιμοποιώντας έργα λογοτεχνών και από τις δυο πλευρές του Αιγαίου, δεν φοβήθηκες μήπως οδηγηθείς σε αντιφάσεις και αδιέξοδα στον τρόπο που αντιμετωπίζουν την ιστορία; Μιλάς για την αναφορά μου και στο έργο του Αχμέτ Γιορουλμάζ; Μα «για να χορέψεις τανγκό», που λένε, «χρειάζονται δύο». Και όταν χορεύεις, δεν θέλεις να βάλεις τρικλοποδιά στον παρτενέρ σου. Αλλωστε μέσα στο «Αϊβαλί», προσπαθώ να μη «λογοκρίνω» τις απόψεις των συγγραφέων. Ο,τι έχω να πω εγώ, το λέω στα κεφάλαια που αναφέρονται στο σήμερα. Σχεδιάζεις τον εαυτό σου δίπλα στον Φώτη Κόντογλου και συνομιλείτε. Είναι δυνατή σήμερα αυτή η συνομιλία με το παρελθόν με όρους ισοτιμίας; Και πού μπορεί να αποσκοπεί; Δεν έχεις πιάσει τον εαυτό σου να επικοινωνεί ουσιαστικά με έναν άνθρωπο μέσω ενός βιβλίου, ακόμα κι αν αυτός έχει πεθάνει; Εμένα μου συμβαίνει συνέχεια. Με τον Πεσσόα, τον Επίκτητο, τον Καμύ… Ετσι μου συνέβη και με τον Κόντογλου σε ένα μονοήμερο ταξιδάκι στο Αϊβαλί, κρατώντας στα χέρια μου το «Αϊβαλί η πατρίδα μου». Ηταν από τις συγκλονιστικότερες αναγνωστικές εμπειρίες μου, αφού εκείνο για το οποίο διάβαζα, βρισκόταν ακριβώς μπροστά μου! Ο Κόντογλου ήταν παρών και με ξεναγούσε. Αλλωστε σ’ ετούτη ακριβώς τη «συνομιλία» οφείλεται το βιβλίο. Χρησιμοποιείς διαφορετικά σχεδιαστικά και αφηγηματικά στυλ στην ανάπτυξη των επιμέρους τμημάτων του έργου σου. Πόσο δύσκολο ήταν να προσαρμόσεις την τεχνοτροπία σου στα συμφραζόμενα κάθε εποχής; Ηταν αρκετά επίπονο. Υπήρξαν για παράδειγμα ενότητες που χρειάστηκε να ξανασκιτσάρω ακόμα και τέσσερις φορές. Ομως θεώρησα αναγκαία την εναλλαγή του σχεδίου. Με το ασπρόμαυρο σχέδιο, ας πούμε, αποδίδονται καλύτερα τα τραγικά γεγονότα του παρελθόντος. Με τα γκρι, το σήμερα. Αλλού πάλι χρειάστηκε να μελετήσω τα σχέδια του Κόντογλου και να εικονογραφήσω τις δικές του αφηγήσεις. Σε έχουμε συνηθίσει ως έναν δημιουργό χιουμοριστικών κόμικς και γελοιογράφο. Στο «Αϊβαλί» μάς συστήνεις έναν εντελώς διαφορετικό Soloup. Φταίει το θέμα για την αλλαγή ή φταίει ο Soloup που διάλεξε αυτό το θέμα; Τα κόμικς είναι ένα μέσο για να πεις κάτι, όχι αυτοσκοπός. Από την άλλη, το κάθε θέμα απαιτεί το ύφος της δικής του αφήγησης. Κάπως έτσι βρέθηκα αναπάντεχα να δουλεύω με ένα σκίτσο τελείως διαφορετικό απ’ αυτό που με είχατε συνηθίσει. Πόσο πολιτικό θεωρείς ότι είναι το βιβλίο σου; Πώς σχετίζεται με τον ορυμαγδό της σύγχρονης οικονομικής κρίσης; Δεν μας βρίσκουν τυχαία τέτοια θέματα σε περιόδους κρίσης. Από την άλλη, το βιβλίο επικεντρώνεται στην εύθραυστη αξιοπρέπεια του ανθρώπου απέναντι σε σπαθιά κι εθνικισμούς. Ενα τέτοιο βιβλίο μπορεί να μην είναι πολιτικό; ………………………………………….. Βιογραφικό Εχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και είναι διδάκτωρ του τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Με γελοιογραφίες, comics, comic strips (αλλά και με εικονογραφήσεις, γελοιογραφικά φωτομοντάζ και άρθρα σχετικά με τα σκίτσα) έχει εργαστεί σε αρκετές εφημερίδες και περιοδικά όπως «Βήμα της Κυριακής», «Goal News», «Βαβέλ», «Γαλέρα», «Ως3», «Σχεδία» και αλλού. Εκτός από τις εκδόσεις «Κέδρος» έχει συνεργαστεί με τους οίκους «Πατάκη», «Futura», «Μεταίχμιο», «ΚΨΜ», «Στρατής», «Τόπος» και άλλους, όπως και με το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί 13 προσωπικά άλμπουμ του με γελοιογραφίες και comics, ενώ το 2012 κυκλοφόρησε η διατριβή του «Τα ελληνικά comics», η πληρέστερη μέχρι σήμερα έρευνα για την ιστορία και την εξέλιξη των ελληνικών εικονογραφηγημάτων. Σήμερα γελοιογραφεί στο «Ποντίκι». Το «Αϊβαλί» είναι το πρώτο του μεγάλο graphic novel. Τον συναντάτε και στο blog anthropolikos.wordpress.com αλλά και στο soloup.net …………………………………………. Aλλα έργα του Soloup «Μήτσος Κυκλάμινος»: Το «θρυλικό Ελληνόπουλο», ο αντιήρωας που γεννήθηκε και μεγάλωσε στις σελίδες της «Βαβέλ» τη δεκαετία του 1990, σε μια επίτομη έκδοση (εκδ. ΚΨΜ, 2007). «Ο Ανθρωπόλυκος»: Η επετειακή έκδοση (εκδ. ΚΨΜ, 2009) ενός από τα πρώτα ελληνικά κόμικς μεγάλου μήκους που πρωτοκυκλοφόρησε το 1989. «Πειρασμοί»: Ο ερημίτης Αντώνιος (alter ego του δημιουργού του; ) αντιμετωπίζει τους πειρασμούς του σε μια σειρά από απολαυστικά στριπάκια (εκδ. ΚΨΜ, 2008). «Τα ελληνικά comics»: Η εκτενέστατη μελέτη του Soloup για την ιστορία των ελληνικών κόμικς και την εξέλιξή τους από το 1974 μέχρι σήμερα (εκδ. Τόπος, 2012). Αυτοπροσωπογραφία του Soloup
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.