Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Εκδόσεις ΚΨΜ'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 8 results

  1. Ο «Περικλής, ηγεμόνας της Τύρου» βρίσκεται στη σκιά των πιο δημοφιλών έργων του Σέξπιρ, όπως ο «Άμλετ» και ο «Οθέλος». Πιθανώς, μάλιστα, να μην έχει γραφτεί, τουλάχιστον στο σύνολό του, από τον Άγγλο θεατρικό συγγραφέα. Είναι, ωστόσο, ένα βαθιά πολιτικό έργο που ο Θανάσης Δήμου μεταφέρει σε κόμικς με ευφυείς αναχρονισμούς και υπέροχα σκίτσα. Γράφτηκε, κατά πάσα πιθανότητα, γύρω στο 1607 και αποτελεί ένα από τα τελευταία έργα του Ουίλιαμ Σέξπιρ. Οι περισσότεροι ιστορικοί της λογοτεχνίας, μάλιστα, συγκλίνουν ως προς το ότι δεν αποτελεί έργο αποκλειστικά γραμμένο από τον ίδιο αλλά συμπληρώθηκε από κάποιον άλλο συγγραφέα, πιθανότατα τον Τζορτζ Γουίλκινς. Πρόκειται, όμως, για ένα πολυδιάστατο, δραματικό θεατρικό με πολιτικές προεκτάσεις που, πέραν του αυτονόητου ενδιαφέροντος που έχει κάθε σεξπιρικό έργο, με τις κατάλληλες επεμβάσεις και τροποποιήσεις μπορεί να θεωρηθεί διαχρονικό και επίκαιρο ακόμα και σήμερα. Μια τέτοια διασκευή και προσαρμογή σε κόμικς έκανε ο Θανάσης Δήμου στο «Περικλής, ηγεμόνας της Τύρου» (εκδόσεις ΚΨΜ), συνθέτοντας ένα εξαιρετικό και πρωτότυπο βιβλίο με πολλά τολμηρά και νέα στοιχεία σε σχέση με τις έως τώρα εκτελέσεις και διασκευές του. Καταρχάς και μόνο η απόφαση να μεταφερθεί σε κόμικς ένα τέτοιο έργο είναι τολμηρή. Και γίνεται ακόμη πιο τολμηρή με την απόφαση του δημιουργού του να αποδώσει όλους τους χαρακτήρες με τη μορφή ζώων που μιλούν, συμπεριφέρονται και ντύνονται σαν άνθρωποι μιας όχι και τόσο μακρινής εποχής του παρελθόντος. Ο Περικλής, πρίγκιπας της φτωχής Τύρου, όπως και στο πρωτότυπο, αποφασίζει να διεκδικήσει το χέρι της κόρης του Αντίοχου, βασιλιά της πλούσιας Αντιόχειας. Για να το πετύχει, πρέπει να λύσει ένα αίνιγμα που όποιος δεν το καταφέρνει θανατώνεται. Βρίσκει την απάντηση αλλά πίσω της κρύβεται ένα ένοχο μυστικό που αν το αποκαλύψει θα διακινδυνεύσει τη ζωή του, θα καταστρέψει υπολήψεις, θα γίνει η αφορμή για πολέμους και άλλες συνέπειες στις χώρες της ανατολικής Μεσογείου. Κι έτσι αρχίζει να περιπλανιέται για να γλιτώσει από την οργή του Αντίοχου. Στις περιπλανήσεις του θα συναντήσει ενδιαφέροντες τύπους, καλούς αλλά και μοχθηρούς, θα αντιμετωπίσει δολοπλοκίες και ίντριγκες αλλά θα γίνει και πατέρας, καταφέρνοντας να γνωρίσει τον κόσμο πολύ καλύτερα από όσο του επέτρεπε η βασιλική ζωή του. «Μια ιστορία από τις νοτιοανατολικές θάλασσες… Πολλά πρόσωπα λησμονημένα πια, πόλεις ξεχασμένες από τον χάρτη σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Ο Περικλής, ο Αντίοχος, ο Ελικανός, η Μαρίνα, πρίγκιπες, προαγωγοί, ψαράδες, διπλωμάτες και ακόλουθοι. Η Τύρος, η Πεντάπολη, η Αντιόχεια, η Μυτιλήνη. Και γύρω γύρω οι θάλασσες, η βροχή και οι εποχές που κυλάνε…» γράφει ο Δήμου στο οπισθόφυλλό του. Και για να κάνει ακόμη πιο «προσωπική» την, ούτως ή άλλως, γοητευτική εκδοχή του, ξεκαθαρίζει προς τους αναγνώστες ότι: «Αυτή την ιστορία μού την ψιθύρισε στο αυτί ένα βράδυ όταν ήμουν παιδί ο ίδιος ο θείος Σέξπιρ, που την είχε γράψει πολύ παλιότερα, το 1607. Μ’ άρεσε και ήθελα να τη διηγηθώ και εγώ. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια∙ έχω μπερδέψει κάπως πρόσωπα και πράγματα. Θα με συγχωρέσετε κι εσείς και ο Σέξπιρ που θα το κάνω με τον δικό μου τρόπο». Και είναι ένας τρόπος ξεχωριστός, με έξυπνες αλληγορίες και πανέμορφα σκίτσα! Και το σχετικό link...
  2. Ο «Υποδιοικητής Μάρκος» ενέπνευσε όλα τα επαναστατικά κινήματα με τη δράση του ως μέλους του Στρατού των Ζαπατίστας για την Εθνική Απελευθέρωση. Ήταν, όμως, και ένας εξαιρετικός συγγραφέας και χαρισματικός ομιλητής. Μια επιλογή από δικά του κείμενα μεταφέρει σε κόμικς ο Αργεντινός δημιουργός Ian Debiase. «Ο Υποδιοικητής Μάρκος δεν υπάρχει πια» δήλωσε το 2014, όταν ανακοίνωσε την παραίτηση του από την ενεργό δράση στην πρώτη γραμμή του Κινήματος των Ζαπατίστας για την Εθνική Απελευθέρωση. Μπορεί να μην εμφανίζεται πια δημόσια με τη γνωστή του μάσκα και την πίπα στο στόμα, αλλά οι αγώνες του στο Μεξικό επί σειρά δεκαετιών, σε συνδυασμό με τα συγκλονιστικά γραπτά του δεν θα αφήσουν να ξεχαστεί ποτέ η προσωπικότητά του. Ορισμένα από τα γραπτά αυτά, τα περισσότερα φορτισμένα με συναίσθημα και λυρισμό, επέλεξε ο Ian Debiase να αποδώσει σε κόμικς που δίνουν μια, έστω και αποσπασματική, εικόνα της σκέψης του εμβληματικού Μεξικανού επαναστάτη. «Ονομάζουμε στιλ κάθε χαζομάρα, κάθε σκόνταμμα πάνω στο χαρτί… Όλοι έχουμε ένα μάτι υγιές, φρουρό, που αγρυπνά για να μην αλλάξει τίποτα, που επιζητά τα μετάλλια που δίνει η νόμιμη πραγματικότητα, η χειρότερη από όλες τις πραγματικότητες. Αυτό το ορθόδοξο μάτι θα μας έκανε να ζωγραφίζουμε ένα σύννεφο πάντα με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχει, όμως, και το άλλο μάτι, που μισανοίγει και μας θυμίζει ότι το στατικό είναι εχθρός της ομορφιάς. Ευτυχώς, υπάρχουν κάποιοι που μας δίδαξαν πως ο κόσμος φτιάχνεται κάθε στιγμή που τον κοιτάμε». Με αυτά τα λόγια προλογίζει ο Debiase το βιβλίο του «Subcomandante Marcos - Εικονογραφημένοι λόγοι και ανακοινωθέντα του Υποδιοικητή Μάρκος» (εκδόσεις ΚΨΜ, μετάφραση: Δανάη Ταχταρά). Κάνοντας ξεκάθαρο προς κάθε αναγνώστη και θεατή του έργου του ότι αποτελεί τη δική του, προσωπική ματιά πάνω στα συγκεκριμένα γραπτά αλλά και γενικότερα πάνω στη ζωή του ένοπλου διανοούμενου που κατά τα φαινόμενα εγκατέλειψε μια βολεμένη αστική ζωή και μια πανεπιστημιακή καριέρα για να συμβάλει στην οργάνωση και την αυτοδιάθεση των καταπιεσμένων ιθαγενών πληθυσμών του Μεξικού ενάντια στις αυταρχικές κυβερνήσεις. Οι εικόνες του Debiase συνοδεύουν ιδανικά την πάντα έντονη ποιητική διάθεση των γραπτών του Μάρκος από έξι διαφορετικά κείμενα και παρουσιάζουν τη ζωή στα βουνά της επαρχίας Τσιάπας, τα στρατόπεδα των Ζαπατίστας, την κρατική καταστολή απέναντι σε άοπλους διαδηλωτές, τον περήφανο και αγέρωχο υποδιοικητή σε στιγμές δράσης αλλά και περισυλλογής. Ο Μάρκος, άλλωστε, δεν υπήρξε ποτέ, τουλάχιστον στις δημόσιες εμφανίσεις του, ένας κλασικός, βλοσυρός και αυταρχικός στρατιωτικός που ζει για να πολεμά, αλλά ένας άνθρωπος, οργανωτικός μεν αλλά και βολονταριστής, με βαθύ χιούμορ, με φιλοσοφικές αναζητήσεις, με ευρύτατο πεδίο γνώσεων, με αγάπη για τη ζωή και τη φύση, την ιστορία και τον πολιτισμό, με σεβασμό στη διαφορετικότητα των ανθρώπων, ακόμα και των αντιπάλων του. Χωρίς ποτέ να αυτοπροβάλλεται και να περιαυτολογεί αλλά πεπεισμένος ότι οι αγώνες και οι επαναστάτες δεν έχουν ανάγκη από ηγέτες και σωτήρες. Ήταν πάντα «υποδιοικητής» γιατί θεωρούσε ότι «διοικητής» ήταν ο λαός. Όταν ξεκινούσε η πρωτοβουλία των Ζαπατίστας το 2005 που έμεινε στην ιστορία ως «Η Άλλη Καμπάνια» είχε πει στην ολομέλεια: «Μέσα σε όλα, αφήνουμε περιθώριο στη φαντασία. Ότι είναι να συμβεί, σύντροφοι και συντρόφισσες, σίγουρα δεν θα μοιάζει σε τίποτα με αυτό που φανταζόμαστε. Μακάρι να είναι καλύτερο και μακάρι να μην φορτωθεί τα εμπόδια που μπορεί να του κληροδοτήσουμε. Να είναι ελεύθερο ακόμα κι από εμάς. Όχι άλλοι δικτάτορες ή ανώτεροι σωτήρες, ούτε Καίσαρες, αστοί ή θεοί. Ούτε Αντρές ούτε Μάρκος. Κανείς δεν θα ’ναι η λύτρωσή σας». Τη φαντασία αυτή του Μάρκος και των επαναστατημένων Ζαπατίστας επιχειρεί να περιλάβει, μέσω των σχεδίων του, στις ελεύθερες προσαρμογές του και ο Debiase, καταφέρνοντας να φιλοτεχνήσει ένα κάθε άλλο παρά «ακαδημαϊκό» έργο με περιλήψεις κειμένων. Αντιθέτως, συνθέτει ένα υπέροχο βιβλίο τόσο για όσους γνωρίζουν τα γεγονότα στο μακρινό Μεξικό όσο και για όσους επιθυμούν να μάθουν περισσότερα για τη ζωή και το έργο του Σουμπκομαντάντε Μάρκος. «Όταν εισβάλαμε και παρεμβάλαμε την παρουσία μας το 1994 με αίμα και φωτιά, δεν ξεκινούσε ο πόλεμος για εμάς, τους άντρες και τις γυναίκες ζαπατίστας. Αιώνες τώρα υπομένουμε τον πόλεμο των από πάνω, με τον θάνατο και την καταστροφή, την εκδίωξη και την ταπείνωση, την εκμετάλλευση και τη σιωπή που επιβλήθηκαν στον νικημένο. Αυτό που ξεκινά για εμάς το 1994 είναι μία από τις πολλές στιγμές του πολέμου των από κάτω ενάντια στους από πάνω, ενάντια στον κόσμο τους. Αυτή η αντίσταση, που κάθε μέρα πραγματώνεται στους δρόμους σε οποιοδήποτε σημείο των πέντε ηπείρων, στους κάμπους και τα βουνά τους. Ήταν και είναι ο δικός μας πόλεμος, πολλών αντρών και γυναικών που βρίσκονται από κάτω, ένας πόλεμος για την ανθρωπότητα και ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό. Ενάντια στον θάνατο, εμείς επιζητούμε τη ζωή. Ενάντια στη σιωπή, εμείς απαιτούμε τον λόγο και τον σεβασμό. Ενάντια στη λήθη, τη μνήμη. Ενάντια στην ταπείνωση και την υποτίμηση, την αξιοπρέπεια. Ενάντια στην καταπίεση, τον ξεσηκωμό. Ενάντια στη σκλαβιά, την ελευθερία. Ενάντια στην επιβολή, τη δημοκρατία. Ενάντια στο έγκλημα, τη δικαιοσύνη. Ποιος, με λίγη ανθρωπιά στις φλέβες, θα μπορούσε ή μπορεί να αμφισβητήσει αυτά τα αιτήματα;» Απόσπασμα από το ανακοινωθέν-αποχαιρετιστήριο κείμενο του Μάρκος «Ανάμεσα στο φως και τη σκιά» που διαβάστηκε από τον ίδιο στις 25 Μαΐου του 2014, ως δήλωση αποχώρησης από τη θέση του και συνέχισης του αγώνα για την απελευθέρωση από άλλες θέσεις. Και το σχετικό link...
  3. Δεν είναι όμορφος με βάση τα καθιερωμένα πρότυπα. Δεν είναι επιτυχημένος και πλούσιος. Δεν συναρπάζει τα πλήθη με τα λόγια του. Δεν τον ενδιαφέρει η δόξα ούτε το χρήμα. Είναι ένας ισόβιος αναχωρητής. Με προορισμό τους τόπους όπου υπάρχουν καταπιεσμένοι. Για να πολεμήσει στο πλευρό τους. Ή και μόνος του ενάντια σε ναζιστές και πλουτοκράτες. «Παράτολμος, μοναχικός, αλαζόνας, ψεύτης, κλέφτης και καταζητούμενος, ο Νίπερ έχει μια ακόρεστη δίψα να πέσει σαν ορμητικός χείμαρρος πάνω στα κακά τούτου του κόσμου», αναφέρει το σύντομο σημείωμα του οπισθόφυλλου. Περιγράφοντας εν συντομία τα βασικά χαρακτηριστικά ενός αντιήρωα που τριγυρνά σαν ξωτικό από μέρος σε μέρος αναζητώντας την περιπέτεια που τον τραβάει σαν μαγνήτης. Ο «Νίπερ - Αιώνιος Μετανάστης» (εκδόσεις ΚΨΜ) είναι η νέα δουλειά του Νάσου Βασιλακάκη που έγινε γνωστός στα ελληνικά κόμικς πριν από λίγα χρόνια από τη διαδικτυακή (και στη συνέχεια έντυπη) παρουσία της «Μαριάννας της Βρωμόστομης», μιας σκληρά εργαζόμενης κοπέλας που αντιστεκόταν, λόγω και έργω, με πείσμα και πάθος στις αυθαιρεσίες των αφεντικών, τον ρατσισμό των νεοναζιστών, την κοινοτοπία των εφησυχασμένων. Ο Νίπερ, ωστόσο, δεν περιορίζει το πεδίο δράσης του σε έναν εργασιακό χώρο, σε μια πόλη, σε μια χώρα. Είναι ένας τυχοδιώκτης που δεν επιδιώκει να κερδίσει τίποτα. Γι’ αυτόν «τύχη» είναι να ανταμώσει όσους λατρεύει να μισεί. Και μισεί τους φασίστες, τους εκμεταλλευτές, τους υποκριτές, τους υποτιθέμενους φιλάνθρωπους που θησαυρίζουν πλασάροντας προσφορά ανθρωπιστικής βοήθειας. Έχοντας πλήρη άγνοια κινδύνου, δεν διστάζει να προτάξει τα στήθη του απέναντι σε όπλα που τον σημαδεύουν, αλλά και να το βάλει στα πόδια όταν μπορεί να ανασυντάξει τις δυνάμεις του και να αντεπιτεθεί από θέση ισχύος. Είναι όμως και τετραπέρατος και εκδικητικός. Γι’ αυτό και οι αντίπαλοί του, αν και δεν τους γεμίζει το μάτι, τον τρέμουν. Κοντούλης, άσχημος, κίτρινος και με πεταχτά αυτιά, δεν αποτελεί τον παραδοσιακό ήρωα σε ιστορίες καταδίωξης και δράσης. Αλλά και οι ιστορίες του Βασιλακάκη δεν είναι παραδοσιακές. Μια από αυτές εκτυλίσσεται σε μια θλιβερή επαρχιακή πόλη της Αγγλίας όπου ο Νίπερ φιλοξενείται από έναν μοναχικό φοιτητή, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να εξευμενίσει την αγριεμένη και απλήρωτη σπιτονοικοκυρά του και να οδηγήσει μια συμμορία νεοναζιστών στο διάβα μιας παρέας αγριεμένων χούλιγκαν της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ! Σε μια άλλη ιστορία, φιλοξενούμενος σε κοινοβιακή κατάληψη, βοηθάει τους συγκατοίκους του να αντιμετωπίσουν τον στρατό από μεταλλαγμένους αρουραίους ενός παρανοϊκού νεοναζιστή γενετιστή επιστήμονα και στρέφει την οργή του ΙRΑ εναντίον των Άγγλων ακροδεξιών. Και σε μια άλλη, θα βρεθεί σε κρουαζιερόπλοιο στα ανοιχτά της Σομαλίας στο επίκεντρο μιας επικής σύγκρουσης μεταξύ πειρατών και σκοτεινών μυστικών υπηρεσιών με φόντο παιχνίδια πλούτου και εξουσίας. Αν όλα αυτά ακούγονται σουρεαλιστικά και παράλογα, είναι γιατί η πρόθεση του Βασιλακάκη είναι να φαίνονται ως τέτοια. Σε έναν τέτοιο κόσμο ο αντιήρωάς του φαντάζει ως ο μόνος ή ένας από τους ελάχιστους λογικούς και αξιοπρεπείς, τίμιους, δίκαιους και συνεπείς. Οι ιστορίες του Νίπερ, που απ’ ότι φαίνεται θα έχουν ακόμα πολλές συνέχειες, στόχο έχουν να σατιρίσουν και να ξεμπροστιάσουν αυτόν ακριβώς τον κόσμο παρουσιάζοντάς τον γκροτέσκο και υπερβολικό, όπως είναι και τα απολαυστικά διαφημιστικά «διαλείμματα» ανάμεσα στις ιστορίες. Αυτά τα διαφημιστικά διαλείμματα με τον ωμό κυνισμό και τα οφθαλμοφανή ψεύδη τους αν και φαντάζουν τόσο παράλογα είναι προφητικά και προειδοποιούν για τα επερχόμενα. Θα ήταν φρόνιμο να επιλέξουμε τη συλλογική δράση, αντί να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας για την αποτροπή των χειρότερων στους Νίπερ αυτού του κόσμου. Και το σχετικό link...
  4. «Ο Εμφύλιος θα είναι πάντα ένα θέμα επικίνδυνο, γιατί στην πραγματικότητα κάθε συζήτηση για τον Εμφύλιο είναι από μόνη της ένας μικρός εμφύλιος», λέει στο «New Page» ευθύς εξαρχής ο κομίστας Λευτέρης Παπαθανάσης στην επικοινωνιακή γέφυρα που προσπαθούμε να χτίσουμε Αθήνα – Γιάννενα. Καλό ξεκίνημα. Το «Τέρμινους», το πρώτο ελληνικό εικονογραφημένο αφήγημα με θέμα τον Εμφύλιο που κυκλοφορεί εδώ και λίγες εβδομάδες από τις εκδόσεις ΚΨΜ, είναι οι ιστορίες του Βασίλη, της Ουρανίας, του Μιχάλη στα βουνά των Τζουμέρκων της Ηπείρου, μα και χιλιάδων άλλων ανθρώπων που πλήρωσαν με τη ζωή τους την απόφασή τους να σταθούν απέναντι σε κάθε τύραννο. Αλλά να σας κάνουμε τις απαραίτητες συστάσεις. Ο κομίστας που εργάζεται ως χημικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση αγαπά να καταπιάνεται με δύσκολα ιστορικά εγχειρήματα και να τα φιλτράρει με τον αντισυμβατικό αέρα της ένατης τέχνης. Το πρώτο κόμικ του, «Άκου», κυκλοφόρησε το 2013 από τις Βορειοδυτικές Εκδόσεις, ενώ δύο χρόνια μετά ακολούθησε «Η Πάπισσα Ιωάννα – Μεσαιωνικόν Εικονογραφημένον» από τις εκδόσεις ΚΨΜ. Η συγκεκριμένη δουλειά κέρδισε από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας της τις εντυπώσεις -καταρχάς για την ίδια τη δυσκολία του εγχειρήματος- και στη συνέχεια και το Βραβείο Κοινού στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς το 2016. Και το «Τέρμινους»; Πώς τα πηγαίνει στον σύντομο χρόνο της ζωής του από εντυπώσεις και κριτική; «Έχει ήδη πυροδοτήσει πολλές ενδιαφέρουσες συζητήσεις, πράγμα που με χαροποιεί. Εντάξει, υπάρχουν, βέβαια, και κάποιοι που αντλούν ικανοποίηση απ’ το να στείλουν ένα υβριστικό μήνυμα, αλλά δεν δίνω και ιδιαίτερη σημασία». Αλήθεια, δεν φοβήθηκε να πιάσει την «καυτή πατάτα» του Εμφυλίου; Την τελευταία φορά που είδαμε κάποιον να το κάνει μέσα από έργο που απευθυνόταν στο ευρύ κοινό -μιλάμε για τον Παντελή Βούλγαρη και την ταινία του «Ψυχή βαθιά»- η συζήτηση έκανε πολύ καιρό να κοπάσει. «Το “Τέρμινους” είναι κυρίως ιστορίες ανθρώπων του Εμφυλίου, όχι γενικώς η ιστορία του Εμφυλίου, και υπ’ αυτή την έννοια είναι ο δικός μου τρόπος να καταλάβω τους πρωταγωνιστές εκείνης της ιστορίας, το πώς αναμετρήθηκαν με τις επιλογές που ανοίχτηκαν μπροστά τους, αλλά και τους σημερινούς ανθρώπους, τις αγωνίες τους, τα κίνητρά τους, πώς στέκονται απέναντι στους δικούς τους καθημερινούς μικρούς εμφύλιους», μας εξηγεί ο Λευτέρης. «Η προσπάθεια των τελευταίων χρόνων είναι η κυρίαρχη αφήγηση για τον Εμφύλιο να γίνει η μοναδική αφήγηση. Η μάχη της Μνήμης όμως δεν είναι απλώς ακαδημαϊκή υπόθεση. Για εμένα το θέμα είναι να είσαι έντιμος απέναντι στους ανθρώπους που απευθύνεσαι. Γι’ αυτό τον λόγο στις πρώτες κιόλας σελίδες του “Τέρμινους” ξεκαθαρίζω ότι η αφήγησή μου έχει διαλέξει πλευρά. Νομίζω ότι τα περισσότερα έργα για εκείνη την περίοδο είναι παγιδευμένα στο επίπεδο του αφάνταστου πόνου, που έτσι κι αλλιώς χαρακτηρίζει τις εμφύλιες συγκρούσεις. Δεν μπορούμε όμως να πετάξουμε τα διλήμματα που σημάδεψαν εκείνη την εποχή κάτω από το χαλί του ανθρώπινου πόνου, αυτή είναι μια μάλλον εύκολη επιλογή. Πάντως, δεν πιστεύω ότι οι μεγάλες κοινωνικές διαιρέσεις επουλώνονται έτσι απλά και, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν νομίζω ότι θα έπρεπε να αποζητούμε κάτι τέτοιο». «Τέρμινους» ονομάστηκε το σχέδιο του κυβερνητικού στρατού, υπό τις οδηγίες και την υλική στήριξη των ΗΠΑ, για τη διάλυση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας την άνοιξη του 1947. Το σχέδιο αυτό ανατράπηκε χάρη στην αυτοθυσία των μαχητών του ΔΣΕ. Η αγάπη του Λευτέρη για τα ιδανικά και τις αξίες φάνηκε από το πρώτο του κόμικ το 2013, το «Άκου», με 37 εικόνες από στίχους του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι. Πριν γίνει όμως επισήμως κομίστας, ο Λευτέρης σε κάθε ευκαιρία επιμελούνταν εξώφυλλα, εικονογραφήσεις για διηγήματα και fanzine επιστημονικής φαντασίας και δημιουργούσε γελοιογραφίες και ζωγραφιές για αφίσες πολιτικών συλλογικοτήτων. «Θυμάμαι να φτιάχνω, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, κόμικ από πάντα. Αυτή η ανάγκη των στιγμών μοναχικότητας, όπου με μερικά σκίτσα θα επεξεργαστείς τις καθημερινές σου ανησυχίες, πάντα υπήρχε μέσα μου. Αν κάτι άλλαξε τα τελευταία χρόνια, ίσως και ως αποτέλεσμα της κρίσης, είναι η ανάγκη μου να τα δημοσιεύσω, να επικοινωνήσω με άλλους ανθρώπους. Πρόκειται για λυτρωτική διαδικασία». Μια διαδικασία που φαίνεται να αποτέλεσε την πρώτη ύλη και στην προηγούμενη δουλειά του Λευτέρη, την εικονογραφημένη ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας, βασισμένη στο γνωστό έργο του Εμμανουήλ Ροΐδη. Ο δημιουργός απέδωσε την ιστορία ως «μεσαιωνικόν εικονογραφημένον» μέσα από μια χαλαρή σειρά ασπρόμαυρων σκίτσων και με τη γλώσσα των κόμικς να μπερδεύεται ανατρεπτικά με την καθαρεύουσα. «Τι είναι αυτό που σε γοητεύει στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα;» προέκυψε, λοιπόν, εύλογα η ερώτησή μας. «Η αφήγηση μιας ιστορίας που τοποθετείται μακριά μας χρονικά μάς δίνει μεγαλύτερες δυνατότητες και ασφάλεια να κοιτάξουμε μέσα μας. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το νόημα του “μια φορά κι έναν καιρό” των παραμυθιών». Η εκπαιδευτική ιδιότητα του κομίστα δεν θα μπορούσε να μην αποτελέσει κι αυτή μέρος της κουβέντας μας. Αλήθεια, βλέπει ο Λευτέρης μια εκπαιδευτική πλευρά στο «Τέρμινους», δεδομένης της εκκωφαντικής απουσίας του ελληνικού Εμφύλιου στην επίσημη εκπαίδευση, ακόμα και 70 χρόνια μετά τη λήξη του; «Το κόμικ αναφέρει πολλά ιστορικά γεγονότα με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι σύγγραμμα Ιστορίας. Αν όμως ο αναγνώστης -και ειδικά τα πιο νέα παιδιά- βρει μέσα στις σελίδες του το ερέθισμα να ασχοληθεί με την ιστορία της περιόδου, αυτό είναι κάτι που θα με χαροποιήσει». Και οι σχολικές αίθουσες της επαρχίας; Τι συμβαίνει εντός τους; «Είχαν πάντα τις ιδιαιτερότητες της ίδιας της επαρχίας, όμως πλέον τα σχολεία σ’ ολόκληρη τη χώρα αντιμετωπίζουν τα ίδια κεντρικά προβλήματα, δίνοντας τη μάχη τους απέναντι στον “ρεαλισμό” της οικονομίας. Το κακό είναι ότι όλη αυτή η κατάσταση επηρεάζει πια βαθιά τα παιδιά και τους εκπαιδευτικούς, με αποτέλεσμα να κυριαρχεί η απογοήτευση. Ότι θετικό μπορούμε να ελπίζουμε θα έρθει μέσα από το φιλότιμο και τον αγώνα παιδιών και δασκάλων, που έτσι κι αλλιώς χάρη σ’ αυτά λειτουργούν τα σχολεία μας χρόνια τώρα». Λίγο πριν διακοπεί η σύνδεση 420 ολόκληρα χιλιόμετρα Αθήνα – Γιάννενα δεν κρατηθήκαμε να μην ρωτήσουμε τον Λευτέρη: «Τι έχετε εκεί στα Γιάννενα που δεν έχουμε εμείς στην Αθήνα;». H πόλη έχει έναν τρόπο να κάνει δικό της τον άνθρωπο που θα την περπατήσει. Αυτό, άλλωστε, συνέβη και σ’ εμένα, που δεν μεγάλωσα εδώ, μα έγινα τελικά Γιαννιώτης κανονικός». Και φυσικά μετά αντιστρέψαμε την ερώτηση: «Τι έχουμε εμείς στην Αθήνα που δεν έχετε εκεί;». «Γεγονότα. Ή, καλύτερα, την αίσθηση ότι βρίσκεται κανείς στο κέντρο των γεγονότων. Κατά τ’ άλλα, δεν μπορώ να πω ότι η σημερινή Αθήνα μού αρέσει όπως παλιότερα. Δεν μπορώ τον διάχυτο νομιμοποιημένο ρατσισμό, την ασφυκτική αστυνόμευση του κέντρου, την παρακμή των τελευταίων χρόνων, πράγματα, βέβαια, που πια τα συναντάς σε κάθε πόλη. Δεν είναι μια μάχη που έχει χαθεί οριστικά όμως». Και το σχετικό link...
  5. Στην «Πάπισσα Ιωάννα», ο Λευτέρης Παπαθανάσης έδωσε μια απολαυστική εκδοχή του εμβληματικού έργου του Εμμ. Ροΐδη. Δυο χρόνια αργότερα επιστρέφει με το «Τέρμινους» (εκδ. ΚΨΜ), μια συγκλονιστική ιστορία για τους ανθρώπους του Εμφυλίου στα βουνά της Ηπείρου. Αντί παρουσίασης, δημοσιεύουμε το κείμενο που παραχώρησε στο «Καρέ Καρέ» ο επίκουρος καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Λάμπρος Φλιτούρης. Ενα κόμικς για τους ανθρώπους του Εμφυλίου: σκέψεις για το «Τέρμινους» του Λευτέρη Παπαθανάση Σε ένα θεμελιώδες κείμενό του για τη σχέση της τέχνης των κόμικς με τις ανθρωπιστικές επιστήμες, ο Ουμπέρτο Έκο προέτρεπε τους πανεπιστημιακούς και διανοούμενους να μελετήσουν μια σειρά από ανεξερεύνητους και αχαρτογράφητους έως τότε τομείς, όπως η κινηματογραφική διαδοχή της αφήγησης, ο νέος ρυθμός και ο νέος αφηγηματικός χρόνος, η γέννηση μιας νέας θεματικής, οι ιστορικές καταβολές και η οπτικοποίηση του μύθου. Έκτοτε, το κόμικς, ως ένα αυτόνομο είδος τέχνης, αποτελεί ένα βασικό εργαλείο μελέτης της εξέλιξης όχι μόνο της πολιτιστικής παραγωγής μιας εποχής αλλά και της αναπαράστασης των κοινωνικών προτύπων και αισθητικών τάσεων κάθε εποχής. Στην περίπτωση του νέου graphic novel του Λευτέρη Παπαθανάση, ο ρόλος της Ιστορίας είναι διπλά παρών. Από τη μια πλευρά η Ιστορία εμπνέει τον δημιουργό και τον οδηγεί σε έναν διάλογο με την εποχή του Εμφυλίου ή μάλλον καλύτερα με τους ανθρώπους του Εμφυλίου. Από την άλλη, η ανάγνωση του «Τέρμινους» σήμερα μας οδηγεί αναπόφευκτα στο να ξανασκεφτούμε τις συνθήκες που γέννησαν την επιθυμία ενός δόκιμου δημιουργού να καταπιαστεί με τον Εμφύλιο, μια πρώτη για την ελληνική ένατη τέχνη. Όπως ο δημιουργός αναφέρει από την προσεγμένη εισαγωγή του έργου του, το «Τέρμινους» δεν είναι μια ιστορία του Εμφυλίου αλλά ένα αφήγημα για τους ανθρώπους του Εμφυλίου. Για εκείνους που δεν είχαν τίποτα πέρα από τη ζωή τους και την αξιοπρέπειά τους και δεν δίστασαν στα δύσκολα χρόνια να βρεθούν με το όπλο στο χέρι, ελεύθεροι και αδούλωτοι. Ο εμφύλιος πόλεμος υπήρξε ίσως η πιο τραυματική στιγμή της ελληνικής ιστορίας. Ήταν ο τραγικός επίλογος μιας πρωτόγνωρης κοινωνικής αλλαγής, την οποία εξέφρασε το αντιστασιακό κίνημα την περίοδο της Κατοχής και ειδικότερα το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ. Ο διχασμός στην ελληνική κοινωνία είχε δρομολογηθεί ήδη από τη δικτατορία του Μεταξά κατά τα προηγούμενα χρόνια, για να μην πούμε για τις προηγούμενες δεκαετίες από την αποτίναξη του Τούρκου. Ήταν ένας διχασμός βαθιά κοινωνικός και οι διώξεις των αριστερών είχαν θεσμοθετηθεί από την εποχή του βενιζελικού «ιδιώνυμου». Κατά τη δεκαετία του 1940, ο διχασμός αποκρυσταλλώθηκε μέσα από τις βίαιες συγκρούσεις και την ανθρωποθυσία που ακολούθησε τα έτη 1946-1949. Αυτή η σύγκρουση όμως ήταν -όπως μας λέει ο Δημήτρης Χατζής- «ένα δόκανο από το οποίο κανένας δεν μπορούσε να ξεφύγει», αν και οι περισσότεροι επιθυμούσαν (αλλά δεν μπορούσαν) την απεμπλοκή. Το «Τέρμινους» του Παπαθανάση δεν είναι η ιστορία της περίφημης στρατιωτικής επιχείρησης των κυβερνητικών και των Αμερικανών συμβούλων. Από αυτή όμως την καθοριστική εξέλιξη του πολέμου εμπνέεται η ιστορία και η αφηγηματική γραμμή που ακολουθεί ο συγγραφέας. Την άνοιξη του 1947 άρχισαν οι πρώτες μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του κυβερνητικού στρατού, στη Ρούμελη και στη συνέχεια στα Άγραφα, στα Τζουμέρκα, στα Χάσια, στον Όλυμπο, στα Πιέρια και στον Γράμμο. Στρατηγικός σκοπός των επιχειρήσεων ήταν ο εγκλωβισμός των τμημάτων του Δημοκρατικού Στρατού κατά περιοχές και ο εξαναγκασμός τους σε άτακτη φυγή, ώστε να επιτευχθεί έτσι η τμηματική εξόντωσή τους. Ο Παπαθανάσης ευφυώς χρησιμοποιεί ως τίτλο το «Τέρμινους» και μας μιλάει για την αρχή του τέλους της νικηφόρας επανάστασης που χάθηκε. Το «Τέρμινους» δεν μιλάει για σούπερ ήρωες. Άλλωστε οι σούπερ ήρωες δεν ταιριάζουν στους λαϊκούς αγώνες. Μιλάει για εκείνους που πάλεψαν αλλά και για κείνους που προδόθηκαν. Όχι για εκείνους που προδόθηκαν από τις ιδέες τους αλλά για όσους ένιωσαν να προδίδονται από τις ηγεσίες τους. Μιλάει για κείνους που σύρθηκαν στο μετεμφυλιακό πανηγύρι της «εθνικοφροσύνης», το οποίο κατάφερε να θεσμοθετήσει την πολιτική καταπίεση και τον κοινωνικό αποκλεισμό για ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού. Μια «εθνικοφροσύνη» που δέχτηκε τους συνεργάτες των ναζί, τους ξέπλυνε και τους παρέδωσε στην «υγιή» κοινωνία των δεκαετιών του ’50 και του ’60. Μια «εθνικοφροσύνη» που, επιβάλλοντας την πολιτική και πολιτιστική οπισθοδρόμηση της ελληνικής κοινωνίας, οδήγησε μέσω των στρατοδικείων, των εξοριών, των εκτελέσεων, των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων στη χούντα του 1967. Μια «εθνικοφροσύνη» που οδήγησε στη μετανάστευση όσους δεν έστειλε στα ξερονήσια, όσους δεν μπόρεσε να αναμορφώσει, όσους δεν φυλάκισε στις μπετοναρισμένες φυλακές των πόλεων. Όπως όλα τα μείζονα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα, ο Εμφύλιος δεν επιδέχεται μονοδιάστατες απαντήσεις. Η πορεία προς τον Εμφύλιο, η σφοδρότητα της σύγκρουσης και η διάρκειά της αποτέλεσαν τη συνισταμένη πολλών και διαφορετικών κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών σε εθνικό αλλά και διεθνές επίπεδο. Οι κοινωνικές ανατροπές και οι οικονομικές ανακατατάξεις, οι κοσμογονικές αλλαγές στη φτωχή, άγονη ορεινή ύπαιθρο, στα Τζουμέρκα της ιστορίας του Παπαθανάση, που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής, έμειναν ημιτελείς. Μετά την Απελευθέρωση, ιδιαίτερα στον αγροτικό χώρο, με την ολοκληρωτική επικράτηση της «λευκής τρομοκρατίας», η αντίδραση επανέκαμψε. Σαν να την ενοχλούσε βαθιά το ΕΑΜικό κήρυγμα για ισότητα του άντρα και της γυναίκας. Μια ισότητα βασισμένη όχι μόνο στην ίδια τη φύση αλλά και χάρη στον σεβασμό που κερδήθηκε από τον αγώνα της αντάρτισσας στο πλάι του αντάρτη. Σαν να την ενοχλούσε που η νεολαία λάμβανε τον ενεργό ρόλο που της ταίριαζε στην ανάσταση των νέων κοινωνιών. Σαν να την ενοχλούσε ο δάσκαλος που είχε και διατύπωνε χωρίς φόβο τη γνώμη του και ο μαθητής που είχε τη δική του άποψη. Σαν να την ενοχλούσε το βιβλίο που άνοιγε, η αυλαία που σηκωνόταν κι έφερνε το θέατρο στην κεντρική πλατεία του πιο απομακρυσμένου χωριού. Και φυσικά σαν να την ενοχλούσε το δίκαιο που αποδιδόταν απλά, άμεσα και κάτω από τον ελεύθερο ουρανό. Όπως αναφέρει ο Χατζής στη «Μουργκάνα»: «Σε κανένα άλλο μέρος στην Ελλάδα δεν είχαν υποφέρει τόσο πολύ όσο στην Ήπειρο, κάπου δυο χρόνια με τη φτώχεια και με τη γύμνια, με το κυνηγητό και το σκόρπισμα, όσο να μπορέσουνε να στερεωθούν. Ηρωικές αποτυχίες κι άτιμες προδοσίες στα πρώτα ξεκινήματα, το 1946, εμποδίσανε τον αγώνα στην Ήπειρο να αναπτυχθεί και δημιούργησαν παραπανιστές δυσκολίες. Όλο το χειμώνα του 1946, κι ως την άνοιξη του ’47, οι πρωτοπόροι ζήσανε σκορπισμένοι ομαδούλες-ομαδούλες μα πολλές φορές κι ολότελα μοναχοί τους σαν τ’ άγρια θερία στα βουνά». Αυτή η αντίδραση, μεθοδικά και εκμεταλλευόμενη την αδυναμία της Αριστεράς να αρθρώσει έναν σταθερό και πειστικό λόγο, επανακάμπτει παρά τη φαινομενική υποχώρησή της μετά το 1974. Δεν θα αναφερθώ στο διεθνές επίπεδο. Θα αρκεστώ στα δείγματα που κάνουν την εμφάνισή τους μετά το υποτιθέμενο τέλος της Ιστορίας το 1989. Στη δική μας μικρή και πολλές φορές δύσκαμπτη κοινότητα των ιστορικών, η αναθεώρηση έχει γίνει το «επιστημονικό εξαπτέρυγο» μιας λάιτ εθνικοφροσύνης. Μα στον δημόσιο λόγο και στη δημόσια ιστορία βρισκόμαστε μπροστά στην κλιμακούμενη επιστροφή των φαντασμάτων της Ιστορίας: είδαμε τους ταγματασφαλίτες να δικαιολογούνται από την ύπαρξη μιας κόκκινης τρομοκρατίας, είδαμε το ΕΑΜ και τους αγωνιστές του να κατηγορούνται συλλήβδην -αλλά με επιστημονικό λεξιλόγιο αυτή τη φορά- ως ενεργούμενα της Μόσχας, στα ερείπια της σοβιετικής γραφειοκρατίας, αλλά με τα υλικά που αφειδώς παρέχει ο ασθμαίνων καπιταλισμός για να χτίζεται το οικοδόμημα της αναθεώρησης της Ιστορίας, του Εμφυλίου ή και εσχάτως της επταετίας. Στο «Τέρμινους» ο Παπαθανάσης, πάλι με ευφυΐα, μεταφέρει το υποτιθέμενο τέλος της Ιστορίας σε ένα ονειρικό στρατοδικείο όπου κρίνονται ζώντες και νεκροί και τελικά κρίνεται η ίδια η Ιστορία. Η άρνηση της ήττας δεν είναι μια εμμονή. Δεν αντιτίθεται σπασμωδικά στην οικτρή διαπίστωση ενός «ευτυχώς ηττηθήκαμε, σύντροφοι». Είναι η συνειδητή άρνηση της ταύτισης της ιδέας για έναν δίκαιο και άρα καλύτερο κόσμο -δίκαιο… όχι δικαιότερο- με τη συμβιβασμένη ηγεσία, την κομματική γραφειοκρατία. Ο Παπαθανάσης μιλάει απλά γι' αυτό που είναι η ηγεσία της Αριστεράς: και η ηγεσία της είναι ο λαός, οι καταπιεσμένοι. Οι διωκόμενοι. Αυτοί που βλέπουν τον αγώνα για την κοινωνική δικαιοσύνη ως την πραγμάτωση της ιστορικής αποστολής τους. Σ’ αυτό το δικαστήριο της Ιστορίας -που κάλλιστα θα μπορούσε σήμερα να είναι ένα πανεπιστημιακό αμφιθέατρο όπου θα δίδασκαν κάποιοι από τους πολλούς οπαδούς μιας «θολής» αριστείας ή ένα τηλεδικείο που θα δίκαζε και θα καταδίκαζε εν μέσω διαφημίσεων για τα θαύματα του Παϊσίου και τις ιδιότητες του υαλουρονικού- οι ήρωες του Παπαθανάση, αν και κουρασμένοι, δεν υπογράφουν δήλωση, δεν δίνουν συγχωροχάρτι, δεν βάζουν άνω τελεία στην επαναστατική διαδικασία. Κι ας νιώθουν μόνοι. Είναι όμως μόνοι; Ο Παπαθανάσης προέρχεται από προγόνους που πάτησαν τη σκανδάλη του αγώνα και παρέδωσαν τη σκυτάλη στην επόμενη γενιά. Ο Παπαθανάσης δεν κρύβει ότι είναι στρατευμένος. Το «Τέρμινους» είναι στρατευμένο. Δεν το συνιστώ σε όποιον θεωρεί ότι πρέπει να προχωράμε ως κοινωνία με γνώμονα ένα άχρωμο κοινό καλό. Δεν το συνιστώ σε όσους αναζητούν μια αντικειμενική ματιά στην Ιστορία. Δεν υποστηρίζω εξάλλου την αναζήτηση της αντικειμενικότητας στην Ιστορία. Πώς θα τολμούσα λοιπόν να την απαιτήσω από την Τέχνη; Λάμπρος Φλιτούρης, επίκουρος καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Και το σχετικό link...
  6. Με μαύρο φόντο και κόκκινες πινελιές Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Πριν από επτά χρόνια ο Μανώλης Φραγγίδης δημιούργησε την εξαιρετική συλλογή ComiΧ Noir με μικρές ιστορίες σχεδιασμένες σε κατάμαυρο φόντο. Τώρα παρουσιάζει το ComiX Noir II - The Devil you Know (εκδόσεις ΚΨΜ), στο ίδιο ύφος, με έντονες τις αντιθέσεις άσπρου και μαύρου και αρκετές κόκκινες πινελιές. «Κατά τη διάρκεια της Αντιμεταρρύθμισης (που ακολούθησε και αναχαίτισε την ελευθερία της σκέψης της Αναγέννησης), η Σύνοδος του Τρέντο (Concilium Tridentium 1545-1563) εξέδωσε καταδίκες γι' αυτές που όρισε ως “Προτεσταντικές Αιρέσεις”. Ανάμεσα στα διατάγματα που εκδόθηκαν περιλαμβάνονταν και οδηγίες που όριζαν ή μάλλον εξόριζαν το αποδεκτό γυμνό. Θύματα έπεσαν εκατοντάδες πίνακες ζωγραφικής και αγάλματα» σημειώνει ο Μανώλης Φραγγίδης στο «Επιμύθιο ή Λυσάρι ή Εξομολόγηση» του ComiX Noir II επεξηγώντας τη μικρή ιστορία του με τίτλο «Παρεξηγήσεις». Μια ιστορία που αφορά τα ακρωτηριασμένα πέη και τους κομμένους όρχεις των αγαλμάτων επί Πάπα Παύλου IV, Ινοκέντιου X, Πίου IX κ.ά. Κι ο Φραγγίδης «αναρωτιέται» για το ποιο θα είναι το συμπέρασμα του ιστορικού του μέλλοντος που θα ανακαλύψει μια μυστική κρύπτη γεμάτη πέτρινους και μαρμάρινους φαλλούς ή έναν ομαδικό τάφο στοιβαγμένων όρχεων. Μήπως ότι προέρχονται από μια μακρινή εποχή λατρείας της αναπαραγωγής και της γονιμότητας ή από ένα οργιαστικό και διονυσιακό διαρκές πάρτι αχαλίνωτου σεξ; Και μόνο γι’ αυτήν την ιστορία το ComiX Noir II αξίζει να διαβαστεί. Εχει όμως κι άλλες επτά, εξίσου σπουδαίες και συναρπαστικά σχεδιασμένες. Στο «Walk the Line» εμπνέεται από την απάνθρωπη «πρωτοποριακή» μέθοδο προαυλισμού των κρατουμένων «εφ’ ενός ζυγού», στο «Versus» εξετάζει την επίδραση των εικονικών κόσμων των video games στην πραγματικότητα, στο «Σβάστικα Είναι και Γυρίζει», ορμώμενος από τη ρήση του Μπέρτραντ Ράσελ σύμφωνα με την οποία «το πρόβλημα με τον κόσμο είναι πως οι φανατικοί και οι ηλίθιοι είναι τόσο σίγουροι, ενώ οι σοφοί είναι γεμάτοι αμφιβολίες», αντιδιαστέλλει τη σβάστικα των αρχαίων πολιτισμών της Ασίας με την κτηνωδία των νεοναζιστών μέσω του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη αλλά και του Χάινριχ Χίμλερ. Στη συλλογή των κατά πλειονότητα ευσύνοπτων ιστοριών του Φραγγίδη -κάποιες όμως θα άξιζαν, ενδεχομένως, λίγο περισσότερο χώρο για να αναπτυχθούν- κυριαρχεί η έννοια του οικείου που έγινε τέτοιο μέσω της επανάληψης, της κατάλληλης καθοδήγησης και της διαπαιδαγώγησης και έχει γίνει αποδεκτό όσο απάνθρωπο κι αν είναι. Ενα κομφορμιστικά οικείο που περιγράφεται από τον υπότιτλο «The Devil you Know». Για τον οποίο ο Φραγγίδης αποσαφηνίζει ότι έχει ιρλανδική προέλευση και σε ελεύθερη απόδοση, με μια ελαφρά δόση ειρωνείας, σημαίνει ότι «κάτι οικείο, με όλα του τα ελαττώματα, είναι προτιμότερο από κάτι άγνωστο». Πηγή Παρουσίαση του πρώτου Comix Noir
  7. «Στη ζωή αδίκησα πολλούς, γιατρέ! Εκανα ελάχιστους φίλους και πολλούς εχθρούς!» «Μην έχεις τύψεις! Η φύση προνοεί για όλα. Σε λίγο ελάχιστοι θα στενοχωρηθούν και σε πολλούς θα χαρίσεις ευτυχία!...» Ο χαρακτηριστικός διάλογος ανάμεσα στον ετοιμοθάνατο και κάτωχρο ασθενή και τον κυνικό γιατρό του είναι ένας από τους δεκάδες ανάλογους διαλόγους στο νέο άλμπουμ γελοιογραφιών του Πέτρου Ζερβού με τίτλο «Κλινικά Ζωντανός» (εκδόσεις ΚΨΜ). Και είναι ενδεικτικός, όπως και ο τίτλος άλλωστε, της αμφιθυμίας του καλλιτέχνη απέναντι στην οδύνη και τα αδιέξοδα του ασθενούς από τη μια και τον πραγματισμό της ιατρικής επιστήμης που σηκώνει τα χέρια ψηλά από την άλλη. Γιατί κάθε φορά που νομίζεις πως ο Ζερβός θα δείξει λίγη συμπάθεια στον ασθενή του συνειδητοποιείς ότι η ιδιότητα του ασθενούς δεν ξεπλένει το παρελθόν και κατά συνέπεια εγείρονται βάσιμες αμφιβολίες ως προς το αν «ο αποθανών δεδικαίωται». Σίγουρα ο ασθενής δεν... δεδικαίωται και, κατά βάση με δική του ευθύνη, σε όλο το άλμπουμ γίνεται βορά των κυνικών και πάντα ανήμπορων «θεών» με τις άσπρες στολές. Πηγή
  8. Πριν λίγους μήνες εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο ΚΨΜ μια… άλλη Πάπισσα Ιωάννα. Ο Λευτέρης Παπαθανάσης υπογράφει ένα «Μεσαιωνικό εικονογραφημένο», βασισμένο στο γνωστό μυθιστόρημα του Εμμανουήλ Ροΐδη. Ο μεσαιωνικός θρύλος γίνεται ένα απολαυστικό κόμικ μέσω του μυθιστορήματος, το οποίο ο Λευτέρης Παπαθανάσης χρησιμοποιεί ως κορμό του έργου του. Ωστόσο το σήμερα εισβάλλει στην αφήγηση της ιστορίας του Εμμανουήλ Ροΐδη με αναχρονισμούς και παραλληλισμούς. Ανυπομονώντας για την παρουσίαση της Πάπισσας Ιωάννας και στην Αθήνα αποφασίσαμε να μιλήσουμε με τον δημιουργό. Για την αγάπη του για το σκίτσο και για την Πάπισσα Ιωάννα, για το ζήτημα του φύλου, όπως το θέτει η ιστορία αυτή, για το παιχνίδι με τη λογοτεχνία, για την ελληνική και διεθνή πορεία των κόμικ και για την παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα μας τα λέει πολύ ωραία ο ίδιος. Με τιμή σας παρουσιάζουμε τη συνέντευξή που μας έδωσε: Μίλησέ μας λίγο για σένα. Είσαι καθηγητής χημείας και ταυτόχρονα σκιτσάρεις με το παρατσούκλι boban. Ποια η σχέση σου με το σχέδιο; Πώς ασχολήθηκες με αυτό; Η προσπάθεια κατανόησης των μεταβολών του φυσικού κόσμου καθώς και η κάθε είδους δημιουργική έκφραση, νομίζω είναι διαδικασίες που δεν μπορεί να λείπουν από τη ζωή των ανθρώπων. Δεν έχω αναρωτηθεί ποτέ αν “ταιριάζει” η Χημεία με το σχέδιο, και τα δυο καλύπτουν ζωτικές ανάγκες μου. Για το πώς ασχολήθηκα με το σχέδιο δεν μπορώ να απαντήσω, πάντως την ανάγκη της ζωγραφικής θυμάμαι να την έχω από πολύ μικρός. Εκείνο που άλλαξε στη λογική μου τα τελευταία χρόνια, είναι η απόφαση να δημοσιοποιώ τα project που ολοκληρώνω. Ίσως είναι και μια ανάγκη που αναδύθηκε μέσα στη μαυρίλα της εποχής μας. Η ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας σίγουρα είναι μια πρωτότυπη επιλογή για θέμα κομικ. Πώς σε ενέπνευσε το κείμενο αλλά και τι θέλησες να προσφέρεις εσύ στους αναγνώστες με αυτή τη διασκευή; Σε ένα πρώτο επίπεδο μπορώ να πω ότι το διήγημα του Ροΐδη το καταδιασκέδασα κάθε φορά που το διάβασα, η ιστορία της Ιωάννας είναι έτσι κι αλλιώς ενδιαφέρουσα σε όλες τις εκδοχές της, άρα αυτός είναι ένας ισχυρός λόγος που επέλεξα το συγκεκριμένο έργο. Από κει και πέρα, επειδή έχω τη συνήθεια να παίζω εικονογραφικά σχεδόν με κάθε καλλιτεχνικό έργο που μου προκαλεί ενδιαφέρον, δοκιμάζοντας την Ιωάννα ένιωσα ότι το στυλ μου ταίριαζε με την ιστορία και κύλαγε φυσικά. Εννοείται ότι μεγάλο μέρος της γοητείας της ιστορίας είναι η διαχρονική -φανερή ή καλυμμένη- κριτική σε σκοτεινές πτυχές ανθρώπων και κοινωνικών θεσμών. Το έργο σου αποτελεί, μεταξύ άλλων, μία παρέμβαση στη συζήτηση που υπάρχει για τη σχέση εικόνας-λογοτεχνίας. Πώς βλέπεις αυτό το ζήτημα; Υπάρχει μια άποψη σύμφωνα με την οποία τα καλλιτεχνικά έργα δεν είναι σωστό να μεταγράφονται από τη μια μορφή τέχνης στην άλλη. Δεν συμφωνώ. Δεν είναι μόνο το ιστορικό προηγούμενο (τόσα και τόσα κλασικά έργα τέχνης είναι μεταγραφές παλιότερων έργων, μύθων, “ιερών” κειμένων κλπ), αλλά και το ότι ουσιαστικά η πετυχημένη μεταγραφή είναι ένα αυτόνομο έργο. Υπάρχουν κινηματογραφικές μεταφορές διηγημάτων που μοιάζουν εντελώς ασήμαντες μπροστά στο λογοτεχνικό έργο, όμως υπάρχουν και ταινίες που όχι μόνο στέκονται άξια δίπλα στο “μητρικό” έργο, αλλά τις απολαμβάνεις σαν κάτι διαφορετικό, εντελώς καινούργιο. Είναι φυσικά τεράστιο θέμα, όμως να πω προβοκατόρικα ότι αν κάποιος έχει επιφυλάξεις για το αν μπορεί να υπάρχει γνήσια εικονογραφική τέχνη βασισμένη στη λογοτεχνία, θα τις λύσει γράφοντας στο google το όνομα Gustave Doré (Ε, ναι. Τελικά χρειάστηκα το βαρύ πυροβολικό για να απαντήσω…) Στο κόμικ σου έδωσες ιδιαίτερη έμφαση στις δυσκολίες που συνάντησε η Ιωάννα λόγω του φύλου της. Πιστεύεις ότι το έργο του Ροΐδη έχει ακόμα δυναμική κοινωνικής κριτικής πάνω στο ζήτημα του φύλου και της ανισότητας; Νομίζω ότι, αν και δεν του ήταν καθόλου αδιάφορο του Ροΐδη αυτό το θέμα, στο κόμικ μου του δίνω περισσότερο βάρος απ’ ό,τι εκείνος. Αυτό βέβαια είναι φυσικό, αν δεν έβλεπα την ιστορία με τους δικούς μου φακούς, μάλλον δεν θα υπήρχε και λόγος να την αφηγηθώ απ’ την αρχή. Έχει σημασία να πούμε ότι η ιστορία της “Πάπισσας” δεν είναι του Ροΐδη. Κρατάει εδώ και περισσότερο από 800 χρόνια, είναι μια μεσαιωνική ιστορία, χωρίς να έχει χάσει την αιχμή της, πράγμα που σημαίνει ότι το ζήτημα του φύλου δεν έπαψε να απασχολεί τους ανθρώπους, έστω και σαν αφορμή για μια σατιρική κριτική στα ιερατεία. Πάντως, αν θέλουμε να το πάμε λίγο παραπέρα, σίγουρα σήμερα στο δικό μας κόσμο είναι λίγες οι κοπέλες που στερούνται τη μόρφωση, μα και πάλι είναι πολύ πίσω σε σχέση με τις ευκαιρίες και την αντιμετώπιση που έχουν τα αγόρια. Σε κάθε περίπτωση, η μεταφορά της Ιωάννας, μιας κοπέλας που για να ζήσει όπως ήθελε χρειάστηκε να κρύβει το φύλο της, δε νομίζω ότι αφήνει ασυγκίνητες τις σημερινές κοπέλες, ακόμη κι εκείνες που δεν αισθάνονται φεμινίστριες, κι αυτό δείχνει πολλά. Πώς βλέπεις την προοπτική του κόμικ σαν είδος τέχνης; Πιστεύεις ότι «κινδυνεύει» από τη διάδοση του ίντερνετ; Το ίντερνετ έφερε μια τρομακτική αλλαγή στη σχέση μας με την τέχνη. Κάποιος θα μπορούσε να εστιάσει στην πιθανή οικονομική ζημιά από την ανεξέλεγκτη διανομή, πράγμα που δεν το πολυπιστεύω (τα στοιχεία δείχνουν μάλλον το αντίθετο). Κάποιος άλλος θα μπορούσε να δει τις ευκαιρίες που ανοίγει το δίκτυο για τους δημιουργούς, για παράδειγμα θεωρώ πολύ προωθητικό το ότι κάποιος μέσα σε 5′ μπορεί να στήσει μια σελίδα που να ανεβάζει και να δημοσιοποιεί τα έργα του. Καταλαβαίνω ότι αυτό μπορεί να συσσωρεύει και “κακό” υλικό που παλιότερα -όταν υπήρχε το κόσκινο του εκδότη- μπορεί να μην έβγαινε ποτέ προς τα έξω, αλλά τελικά πιστεύω πως το ισοζύγιο είναι θετικό. Εγώ προσπαθώ να ενσωματώνω πλευρές των “μέσων κοινωνικής δικτύωσης” στη δημιουργία μου ψηλαφίζοντας έναν ημι-δημόσιο τρόπο δημιουργίας. Τόσο το project μου “Άκου!” (Βορειοδυτικές εκδόσεις, 2013), όσο κι ένα μικρό παραμύθι που σκαρώνω αυτές τις μέρες, ακολουθούν αυτή την αντίληψη. Τα τελευταία χρόνια βρίσκονται σε έξαρση οι κινηματογραφικές παραγωγές με έμφαση στους υπερήρωες. Νομίζεις ότι αυτό μπορεί να προσελκύσει νέους αναγνώστες για το συγκεκριμένο είδος κόμικ αλλά και για τα κόμικ γενικότερα; Θα ρισκάρω την κάθετη απάντηση “όχι”. Η λογική αυτών των ταινιών είναι εκείνη του έντονου κινηματογραφικού θεάματος, πράγμα που τα κόμικς δεν μπορούν να προσφέρουν. Θεωρώ δηλαδή απίθανο για τον θεατή που γοητεύτηκε από την καταιγίδα άτυχων κατά κανόνα ταινιών βασισμένων στους ήρωες/ηρωίδες της Marvel, να μπορέσει να βρει συνέχεια στην ανάγκη για θέαμα μέσα από τα ίδια τα κόμικς. Το αντίθετο όμως συμβαίνει με ταινίες άλλου ύφους, όπως πχ το Persepolis, όπου εκεί νομίζω ότι γεννιέται η ανάγκη να πας προς το αντίστοιχο graphic novel ή ακόμη το Watchmen, όπου το κόμικ μπορεί να μην έχει το θέαμα της ταινίας, αλλά προσφέρει ένα άλλο βάθος στον θεατή της ταινίας που ψυλλιάστηκε κάτι. Τον τελευταίο χρόνο έχουν αποκτήσει δυναμική παρουσία ελληνικά κόμικ σε μορφή στριπ που προωθούνται μέσω ίντερνετ ενώ πρόσφατα ορισμένες από αυτές τις σειρές έφτασαν και στα βιβλιοπωλεία. Βλέπεις κάποια αναγέννηση για το ελληνικό κόμικ; Το κόμικ στην Ελλάδα (όχι απαραίτητα το “ελληνικό κόμικ”) ζει τις καλύτερες στιγμές του από τότε που βυθίστηκαν οι φρεγάτες της “Βαβέλ” και του “Παρά πέντε”. Δεν θα έμενα τόσο στον όγκο της δουλειάς που δημοσιεύεται (που πράγματι είναι πολύ μεγάλος), όσο σε τρία σημαντικά ποιοτικά στοιχεία. Το πρώτο είναι η αποδοχή του κόμικ σαν εκφραστικό μέσο. Νομίζω ότι έχει μειωθεί πολύ ο αριθμός των ανθρώπων που σε κοιτάζουν καχύποπτα όταν τους λες ότι φτιάχνεις κόμικ. Το δεύτερο είναι ο “επαγγελματισμός” των ίδιων των έργων, που ξεφεύγει πια από μια λογική “να ξεπετάξω δυο-τρία σκίτσα, κι όποιος κατάλαβε”. Το τρίτο, και πολύ ενδιαφέρον, είναι τα κοινωνικά αντανακλαστικά των δημιουργών κόμικ τα πέντε τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης. Οι δημιουργοί κόμικ στην Ελλάδα στάθηκαν με τον τρόπο τους όλα αυτά τα χρόνια στην πρώτη γραμμή της κριτικής, πράγμα που δείχνει γείωση και ζωντάνια και σπάει την εικόνα που έχουν αρκετοί για τους εικονογράφους και τους κομίστες, του “σπασίκλα” που χάνεται στα “μικυμάου” του και δεν ξέρει τι γίνεται γύρω του. Και κάτι τελευταίο, έχετε πραγματοποιήσει σειρά παρουσιάσεων για την Πάπισσα Ιωάννα . θα έχουμε την ευκαιρία το αμέσως επόμενο διάστημα να σας δούμε από κοντά στην Αθήνα; Σε λίγες μέρες η Ιωάννα θα ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη. Μέσα στο χειμώνα όμως σίγουρα θα βρεθούμε και στην Αθήνα για την κεντρική παρουσίαση του κόμικ. Αυτές οι παρουσιάσεις είναι πολύ σημαντικές για μένα μιας και αντισταθμίζουν κάπως τη σχετική απομόνωση που αντιμετωπίζει κάποιος που δουλεύει στην επαρχία. Για να μην πολυλογούμε όμως, ναι, η Ιωάννα θα έρθει σύντομα στην Αθήνα για μια παρουσίαση στην οποία θα είναι καλεσμένα όλα τα καλά παιδιά και φυσικά και η ομάδα του Smassing Culture! Η πάπισσα Ιωάννα δεν είναι το πρώτο έργο του Λευτέρη Παπαθανάση (ή boban). Πριν δυο χρόνια εκδόθηκε από τις Βορειοδυτικές Εκδόσεις το «Άκου», ένα παιχνίδι με κάρτες, που αποτελούν εικονογράφηση στίχων του Μαγιακόφσκι σε άσπρο και μαύρο χρώμα (όχι διαβαθμίσεις του γκρι) και κυκλοφόρησαν μαζί με το βιβλίο που περιλαμβάνει τόσο τις εικόνες όσο και τους στίχους. (Η ηλεκτρονική έκδοση του «Άκου» διατίθεται δωρεάν από τις Βορειοδυτικές εκδόσεις. (Κάντε κλικ εδώ)). Πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησαν και οι Ιστορίες της Μανιταρολάνδης του Αριστείδη Σγατζού, με τα σκίτσα να φέρουν την υπογραφή του Λευτέρη Παπαθανάση. Άλλα έργα του θα βρείτε στην ιστοσελίδα του, http://bob-an.tumblr.com/ , ενώ μπορείτε να επισκεφτείτε και το ιστολόγιό του https://lefterisp.wordpress.com/ . Πηγή Επίσης μπορείτε να πάρετε μέρος σε διαγωνισμό για ένα δωρεάν αντίτυπο του graphic novel, μέσω της σελίδας του smassing culture στο facebook.
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.