Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'μπλε κομήτης'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Dr Paingiver's blog
  • Valt's blog
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 13 results

  1. Η ιστορία των αδερφών Ρεντζαίων, των «βασιλιάδων της Ηπείρου», γίνεται έμπνευση για το ατμοσφαιρικό κόμικ «Ληστές», από τους δημιουργούς του Ερωτόκριτου. Μιλήσαμε με τον σεναριογράφο και σχεδιαστή Γιώργο Γούση για το μύθο και την αλήθεια αυτών των θρυλικών ιστοριών. Το φαινόμενο της ληστοκρατίας κυριάρχησε στο νεοελληνικό κράτος σχεδόν για έναν αιώνα, μέχρι και τα μέσα των 30s, με τη σύγκρουση παράδοσης και νεωτερικότητας να βρίσκεται στην καρδιά του. Από τη μία, έχεις το κράτος που σταδιακά οργανώνεται ως κάτι πιο σύγχρονο και κεντρικό, από την άλλη έχεις τις μικρές αυτόνομες κοινότητες των απομακρυσμένων βουνών. Σε αυτό το σκηνικό της Ελληνικής υπαίθρου των αρχών του αιώνα βλέπουμε πολλούς ληστές να εξαπλώνουν τη δράση τους, ανάμεσά τους αρκετοί ξακουστοί. Δύο εξ αυτών, τα αδέρφια Ρέντζου, δίνουν την έμπνευση σε δύο δημιουργούς να αναπτύξουν μια συναρπαστική, επική ιστορία κάπου ανάμεσα στο νουάρ, το γουέστερν, τη μαφιόζικη περιπέτεια και την ηθογραφία, με φόντο την Ήπειρο της γέννησης του 20ου αιώνα. Στο κόμικ Ληστές: Η Ζωή και ο Θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα (Εκδόσεις Polaris), οι Γιώργος Γούσης και Γιάννης Ράγκος εμπνέονται από τους Ρεντζαίους για να αφηγηθούν μια ιστορία κοντά μεν στην αλήθεια, αλλά και μακριά την ίδια στιγμή. Όπως εξάλλου συμβαίνει και με τους ίδιους τους πρωταγωνιστές αυτών των ιστοριών, τους ίδιους τους λήσταρχους, που βάσιζαν μεγάλο μέρος της φήμης τους σε μύθους γύρω από το όνομα και τη δράση τους στα απομονωμένα χωριά. Οι δημιουργοί του υπερ-επιτυχημένου Ερωτόκριτου επιστρέφουν με μια ακόμα εξαιρετική δουλειά, όπου το ασπρόμαυρο, ατμοσφαιρικό σχέδιο του Γούση ντύνει λεπτομερώς μελετημένα σκηνικά και μια μοναδική εκδοχή γλώσσας της εποχής, για να απολαύσουμε τελικά μια ιστορία χαρακτήρων και δράσης σε ένα βαθιά Ελληνικό σκηνικό, βγαλμένο από την καρδιά της νεοελληνικής παράδοσης. Το πρώτο από τα δύο προβλεπόμενα μέρη των Ληστών κυκλοφορεί ήδη στα βιβλιοπωλεία κι εμείς μιλήσαμε με τον δημιουργό Γιώργο Γούση για το φαινόμενο των ληστών, τι ήταν αυτό που βρήκε συναρπαστικό σε αυτές τις ιστορίες, και το ρόλο του μύθου και της προπαγάνδας σε κάθε τοπικό θρύλο. Για την σχέση του κόμικ με την αληθινή ιστορία των Ρεντζαίων Δεν είναι βασισμένο 100% στους Ρεντζαίους, θεωρούσα πως το να έχουμε τα ονόματα θα οδηγούσε κάποιον να πιστεύει ότι είναι ντοκουμέντο, ότι διαβάζει ιστορική έρευνα. Θέλαμε να μπορούμε να αυθαιρετήσουμε και να εξυπηρετήσουμε τη δική μας ιστορία εν τέλει. Στην αρχή η ιδέα ήταν να δούμε την ιστορία αυτών των 2 ανθρώπων. Συνειδητοποιήσαμε καταρχάς ότι δε μπορούσαμε να ξέρουμε διάφορα κομβικά σημεία της ζωής και των αποφάσεων που πήραν, δεν ξέραμε τους λόγους και δε μπορούσαμε καν να τους υποψιαστούμε. Οπότε γνωρίζαμε πως αναγκαστικά θα αυθαιρετούσαμε με έναν τρόπο. Οπότε αποφασίσαμε αφού δεν θέλαμε να εγκλωβιστούμε στην πραγματικότητα, να αλλάξουμε τα ονόματα ώστε να δικαιολογείται η αυθαιρεσία. Και το άλλο πρόβλημα όταν κάνεις ιστορική έρευνα είναι ότι δεν πρέπει να χαθείς. Υπάρχει δηλαδή και το αντίθετο, να διαβάζεις για αληθινά περιστατικά και να πεις, Αφού αυτό έγινε έτσι, γιατί να μην το βάλω κι αυτό μέσα; Γιατί δεν είναι μουσείο με εκθέματα. Μία ιστορία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος. Για το πώς ήρθε σε επαφή με την ιστορία των Ρεντζαίων Πριν πολλά χρόνια είχε φτάσει σπίτι ένα βιβλίο, μια αυτοέκδοση του Νίκου Πάνου, ενός ανθρώπου που έκανε την έρευνά του από μεράκι. Λεγόταν Ρεντζαίοι: Οι Βασιλείς της Ηπείρου, και μου κίνησε την περιέργεια. Ήταν μια σκόρπια έρευνα, όχι δηλαδή μυθιστόρημα, αλλά διαβάζοντας την ιστορία με κέρδισε αγνά η αφήγηση και η εξέλιξη των χαρακτήρων. Ήταν συναρπαστική η ίδια η εξέλιξη της ζωής τους. Και είχε πολλά στοιχεία πολιτικά στο φόντο, πώς αλλάζανε τάξη, πώς από παράνομοι γίνονταν νόμιμοι, πως εγκολπίζονταν από πολιτικά στελέχη, από την αστυνομία. Ήταν από αυτές τις ιστορίες που μου αρέσει να βλέπω, έναν Scorsese ή ένα Κάποτε στην Αμερική. Είχε τέτοια στοιχεία η ίδια η ιστορία, οπότε με γοήτευσε και αποφάσισα να προσπαθήσω να το κάνω. Το χωριό των Ρεντζαίων είναι κοντά στο δικό μου αλλά δεν είναι ότι ήμουν ιστοριοδίφης. Θεώρησα είναι bigger than life η ιστορία, απλά αισθανόμουν κοντά στη νοοτροπία των ανθρώπων. Και υπάρχει μια σωματοδομή συγκεκριμένη, είναι πολύ Βαλκάνια. Κι έπειτα υπάρχει η ατμόσφαιρα της περιοχής, ομίχλη, υγρασία, που προσπάθησα να αναδείξω. Αυτοί οι άνθρωποι είναι κάπως βγαλμένοι από την πέτρα, από τη λάσπη, την ομίχλη. Αλλά όλα αυτά διαισθητικά, σαν μνήμες. Για το πώς πλέχτηκε η αλήθεια και η μυθοπλασία γύρω από τη μυθολογία των ληστών Όπου διαβάσαμε για ένα περιστατικό που μπορεί να φαινόταν όχι ρεαλιστικό αλλά ταίριαζε, το βάλαμε. Αλλά εφευρέθηκαν και τελείως σκηνές. Η σκηνή ας πούμε με τα αδέρφια στο ποτάμι είναι fiction, δεν έγινε έτσι. Με κάποιο τρόπο όμως σκότωσαν τους άλλους, οπότε εφηύραμε αυτή τη σκηνή που είναι πολύ δραματική και τελείως πάνω στους χαρακτήρες. Τρομερή πράξη βίας που λέει πράγματα όμως για αυτούς τους δύο. Το νόημα ήταν κάθε σκηνή να εξυπηρετεί και την πλοκή και τους χαρακτήρες. Σίγουρα δεν γύρισαν ας πούμε τον γιο από την απαγωγή με αυτό τον τρόπο, αλλά αυτή η σκηνή μου ήρθε στο μυαλό και λέω, Πρέπει να είναι έτσι! Εφηύραμε πολλά, που όμως έρχονταν εμπνευσμένα από αυτό τον κόσμο και από την ιστορία. Οι ίδιοι ληστές έχουν έτσι κι αλλιώς μια μυθολογία, οπότε έχει ενδιαφέρον τι είναι αλήθεια και τι είναι ψέματα. Για τη διάσταση του μύθου και της προπαγάνδας στις ιστορίες των ληστών Ακόμα κι αυτό το βιβλίο έχει μέσα συνεντεύξεις από βοσκούς ας πούμε, που ο καθένας λέει τη δική του εκδοχή της ιστορίας. Οι ίδιοι οι ληστές βασίζουν ένα μεγάλο κομμάτι της φήμης και της δράσης τους σε προπαγάνδα. Ο άλλος ο φοβισμένος ο βοσκός έχει ακούσει μια ιστορία από τη γιαγιά του κλπ. Έχει ενδιαφέρον και για το ίδιο το είδος. Το ληστρικό είναι genre, έχει συγκεκριμένους κανόνες και χαρακτήρες, και μεγάλο κομμάτι βασίζεται στο πώς οι ληστές μυθοποιούνται και γίνονται λαϊκοί ήρωες. Δε μπορείς λοιπόν να κάνεις ένα ντοκουμέντο, αλλά για μένα δεν έχει και νόημα να το κάνεις. Γιατί από τη φύση της ιστορίας υπάρχει το μυθικό στοιχείο. Είναι δυο άγριοι άνθρωποι που ζουν στα βουνά, είναι μυθικά πλάσματα. Οπότε σίγουρα βλέπεις και αντικρουόμενες αφηγήσεις αν διαβάσεις υλικό, αλλά και παραφουσκωμένα πράγματα, ο ένας τον βλέπει ως άγριο, ο άλλος ανθρώπινο. Αλλά εμείς επειδή αποφασίσαμε να είμαστε με τους χαρακτήρες, αποφασίσαμε να τους παρουσιάσουμε προσγειωμένους στη γη και να δούμε την ψυχανάλυσή τους. Δεν τους δικαιολογούμε δηλαδή, απλώς προσπαθούμε να τους κατανοήσουμε και να τους παρουσιάσουμε. Καταλαβαίνεις από πού προέρχονται τα τραύματά τους, ποια είναι τα κίνητρά τους κλπ. Για την έρευνα, από τη γλώσσα μέχρι τα περιστατικά της εποχής Με τον Γιάννη έπρεπε να εφεύρουμε μια γλώσσα που να μην είναι η πραγματική, γιατί η αληθινά πραγματική είναι δυσνόητη, έχει πολλές κοψιές. Κι έπειτα υπάρχει το διφορούμενο στοιχείο ότι στο κόμικ είναι γραπτός λόγος γιατί τον διαβάζεις γραπτό, αλλά είναι προφορικός γιατί είναι μέσα σε κάποια μπαλονάκια. Νομίζω βρήκαμε μια χρυσή τομή. Με λέξεις που σε πηγαίνουν στην εποχή, στη σύνταξη δεν υπάρχουν νεολογισμοί, δεν υπάρχει αργκό. Και ταυτόχρονα είναι δημοτική, δηλαδή καταλαβαίνει ο καθένας τι συμβαίνει. Το άλλο στην έρευνα είχε να κάνει με την ίδια την ιστορία που έπρεπε να βρούμε κάθε πτυχή, ακόμα και ψεύτικες μαρτυρίες ή δημοσιεύματα. Αυτό που γινόταν τότε ήταν ότι οι εφημερίδες στέλναν ανταποκριτές να πάρουν μια συνέντευξη ας πούμε, και ο ανταποκριτής γύρναγε πίσω με μια ψιλο-νουβέλα. Πήγα εκεί, τους συνάντησα, το μέρος μύριζε υγρασία… Κατάλαβες, έβαζαν σίγουρα μέσα και δικά τους, που αρκετά από αυτά όμως είχαν ενδιαφέρον μυθοπλαστικό. Τα κρατήσαμε, ακόμα και στοιχεία που δεν ήταν διασταυρωμένα από πολλές πλευρές. Τέλος το τρίτο στάδιο της έρευνας ήταν η αρχιτεκτονική, τα ρούχα, τα αντικείμενα. Εκεί με βοήθησε και η Ιουλία Σταυρίδου, που δυστυχώς πέθανε πρόσφατα. Είχε πολύ εκτενές υλικό από την εποχή. Την γνώριζα από τον Γιάννη Οικονομίδη με τον οποίο είχε δουλέψει, και επειδή έψαχνα υλικό εκείνης της εποχής, μου είπε ότι έχει κάνει κι η ίδια μεγάλη έρευνα λόγω των ταινιών του Αγγελόπουλου στις οποίες είχε δουλέψει. Έτσι έγινε κι αυτό το κομμάτι, που πιστεύω πάντα πρέπει να μένει αόρατο. Η σκηνογραφία είναι εκεί για να μην την παρατηρείς. Για να νιώθεις ότι είσαι σε ένα κόσμο πραγματικό, μια άλλη εποχή. Αφού κάναμε όλη την έρευνα βρισκόμασταν με τον Γιάννη Ράγκο και γράψαμε τη σκαλέτα, τη ροή, πώς εξελίσσεται η ιστορία σκηνή-σκηνή. Και προέκυψαν 4 μεγάλα κεφάλαια. Φαίνεται κι από τους τίτλους: Ριζά, δηλαδή οι πρόποδες του βουνού, Κορμί, η πλαγιά δηλαδή, το τρίτο είναι η Κορυφή και το τέταρτο ο Γκρεμός. Είναι η δομική εξέλιξη της ιστορίας. Και χωρίστηκε σε 2 κομμάτια που το πρώτο είναι η προέλευση και μετά η δράση στο βουνό και η παρανομία, και τα άλλα δύο είναι η δράση στην πόλη και η φυγή μέχρι τη σύλληψη – ένα πιο αστικό μέρος. Επειδή τραβάει πολλά χρόνια αυτό, θεώρησα ότι πρέπει να βγει και να φύγει από πάνω μου και να νιώθω ότι έχω κάτι που χρωστάω. Αλλά και επειδή από μόνο του θεωρώ ότι στέκει σαν ανάγνωσμα. Απλώς περιμένεις να διαβάσεις και τη συνέχεια. Για τη διαχρονικότητα του φαινομένου των ληστών Το φαινόμενο των ληστών έχει μια διαχρονικότητα και το είδαμε στην έρευνα διαβάζοντας το βιβλίο του Χόμπσμπαουμ, που λέγεται Ληστές. Παρατηρεί πως με έναν τρόπο είναι παγκόσμιο το φαινόμενο, έχει ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά από τη Γη του Πυρός μέχρι τη Μογγολία. Είτε σε μέρη τόσο απομονωμένα που δε μπορεί να φτάσει ο νόμος, και συνήθως μετά από μεγάλες καταστροφές, πλημμύρες κλπ, ή σε πάμφτωχα μέρη, όπου δεν υπάρχουν πόροι. Οι ληστές δρουν με τον ίδιο τρόπο, εμφανίζονται για τους ίδιους λόγους και υπάρχουν 3 διαφορετικές μορφές, ίδια χαρακτηριστικά που δρουν αντίστοιχα. Υπάρχουν οι Ρομπέν των Δασών, χρησιμοποιούν την προπαγάνδα του καλού και ίσως και από τη φύση τους έχουν τέτοια στοιχεία. Υπάρχουν οι ληστές-εκδικητές, σαν τους δικούς μου, που γίνονται ληστές από μια εκδίκηση κι έπειτα εξελίσσονται σε επαγγελματίες. Και οι ληστές-επαναστάτες, που σύντομα μετατρέπουν την δράση τους σε πολιτική, επαναστατική. Ταυτόχρονα καθένας μπορεί να έχει λίγο από όλα τα στοιχεία. Οι δικοί μου είναι πιο πολύ εγκληματίες, αλλά υπάρχει το ενδιαφέρον στοιχείο ότι αρχίζουν κι αυτοί προς το τέλος να αποκτούν την υπόσταση του… όχι επαναστάση, δεν κάνουν επαναστατική κίνηση, αλλά από το πώς φέρονται υπάρχει μια αποστροφή απέναντι στην εξουσία. Καταλαβαίνουν ότι χρησιμοποιήθηκαν. Και προκύπτει μέσα από αυτούς ένα σχόλιο για την εξουσία και το πώς δρα. Για την εξουσία μέσα από τα μάτια των χωρικών Η χωροφυλακή για πολλά χρόνια δεν έφτανε καν εκεί πάνω. Είχανε κέντρα αλλά στο βουνό που θες 5 ώρες μες στα χιόνια να πας, δεν πήγαιναν. Ο χωροφύλακας από την πλευρά των χωρικών ήταν αυτός που έρχεται καμιά φορά και μας δέρνει γιατί θέλει να μας ανακρίνει. Δεν υπάρχει καμία άλλη σχέση, γι’ αυτό και η κοντινότερη εξουσία που έχουν είναι ο ληστής. Αν θέλω κάποιος να μου λύσει το πρόβλημα, πάω στον ληστή. Αυτός είναι δικός μας. Για τη σύγκρουση δύο κόσμων, για τον παλιό απέναντι στον νέο Ενδιαφέρον στην ιστορία αυτή είναι ότι περνάνε στη νομιμότητα και μετά ξανά στην παρανομία, κι αυτό μου δίνει μια τεράστια γκάμα μυθοπλαστική και δραματουργική, αλλά έχει ενδιαφέρον και το να δεις πώς πάνε από το ένα στο άλλο. Εκεί υπάρχει ένα μεγάλο ερώτημα που δεν το λύσαμε στην έρευνα: Γιατί αφού είναι νόμιμοι, πλούσιοι και έχουν εξουσία, γίνονται ξανά κυνηγοί οι ίδιοι και ξαναβγαίνουν στην παρανομία; Είναι κάτι που έρχεται στο δεύτερο μέρος και σε εμάς έχει να κάνει με τους χαρακτήρες. Το πρώτο μέρος είναι πιο πολύ γουέστερν και το δεύτερο πιο πολύ μαφιόζικο, με περισσότερο αστικό τοπίο. Αλλά και τα δύο είναι το ίδιο πράγμα όσο αφορά το ότι βασίζεται στους χαρακτήρες. Είναι δύο κόσμοι που σίγουρα θα συγκρουστούν, το παρελθόν με το μέλλον, το σύγχρονο με το παλιό. Αλλά αυτοί είναι στη μέση. Μέχρι ένα σημείο το ισορροπούν καλά αλλά μετά αρχίζουν να αποκτούν περισσότερη δύναμη από όσοι οι άλλοι περίμεναν ότι θα αποκτούσαν. Οι ίδιοι ανήκουν σε έναν παλιό κόσμο, με μια άλλη ηθική, κάποια δεδομένα, κανόνες κλπ. Ο Κολοβός είναι από έναν πιο σύγχρονο κόσμο, είναι ένας μελλοντικός καπιταλιστής, έχει τρόπους να ελίσσεται. Επίσης οι δυο τους είναι αδέρφια κι έχει ενδιαφέρον ψυχαναλυτικό που συναντάμε δυο ανθρώπους που δεν συγκρούονται, αλλά δρουν σαν ένας. Οπότε μου φαινόταν σα να ήταν ο ληστής και το alter ego του, σα να βλέπει τον καθρέφτη και κάποιες φορές είναι σαν ο ένας να είναι ο καλός κι ο άλλος η κακή του πλευρά ή το ανάποδο. Μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε. Και υπάρχει συνεχώς ένα δίπολο που επιτρέπει κάποια πράγματα, σε μια σκηνή που πρέπει ας πούμε να πάρει μια μεγάλη απόφαση, αν ήταν ένας θα τον έβλεπες απλά σκεπτικό. Ενώ τώρα θα μιλήσει με τον «εαυτό» του. Έχει συνέχεια απέναντί του έναν καθρέφτη. Και το σχετικό link...
  2. Λίγα χρόνια μετά το graphic novel του Ερωτόκριτου, οι Γιώργος Γούσης και Γιάννης Ράγκος καταπιάνονται ξανά με το ελληνικό παρελθόν. Είναι πολύ εντυπωσιακό αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με τα ελληνικά κόμιξ. Κι όχι, δεν αναφέρομαι μόνο στην επανάκτηση της δημοτικότητας και του κούλνες τους, στην δημιουργική κι εκδοτική άνθιση της σκηνής, στην έκδοση περιοδικών που επιχειρούν να αποτυπώσουν αυτήν την στιγμή και να την προχωρήσουν παρακάτω. Όλα αυτά ισχύουν φυσικά, κι είναι πολύ όμορφες εξελίξεις τόσο για τους ανθρώπους που αγαπήσαμε το μέσο του κόμικ σε μια προηγούμενη περίοδο της ζωής μας και της ζωής του, όσο και για αυτούς που το ανακαλύπτουν και το αγαπούν τώρα, στη νέα του άνοιξη. Εδώ όμως αναφέρομαι σε κάτι πιο συγκεκριμένο, σε ένα ιδιαίτερο ρεύμα που ενυπάρχει εντός της διαδικασίας που περιγράψαμε παραπάνω και το οποίο την ωθεί στα πιο φιλόδοξά της όρια. Μιλάω λοιπόν για μια τάση κόμιξ που αναπτύσσεται, με αξιοσημείωτη συνοχή και φροντίδα, μέσα από μια διαρκή επεξεργασία του βαθέως ελληνικού παρελθόντος, των γενικών εθνικών και ειδικών τοπικών αφηγήσεων, αλλά και της ίδιας της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας κατά το πέρασμά της στην νεωτερικότητα. Πριν από 4 χρόνια κυκλοφορεί μια φαινομενικά παράξενη έκδοση. Ο δημιουργός κόμιξ Γιώργος Γούσης μαζί με τον συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο και τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Γιάννη Ράγκο διασκευάζουν σε κόμικ τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου. Η έκδοση που προκύπτει δεν έχει τίποτα από την ξεραΐλα και τη μιζέρια που συνήθως περιβάλλει ως αύρα την επαφή με τις απαρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας μέσω της σχολικής εκπαίδευσης ή της ακαδημίας. Αντιθέτως, πρόκειται για ένα ζωηρό fantasy ιπποτικό έπος που όσο πηγάζει από μια ερευνητική αφοσίωση στο κείμενο και την εποχή του, άλλο τόσο προέρχεται από ένα genre πάθος που θέλει να επικοινωνήσει με την pop κουλτούρα του φανταστικού η οποία μοιραία διαμόρφωσε εμάς και την εποχή μας. Έπειτα οι εκδόσεις Polaris μετά την τεράστια απήχηση του Ερωτόκριτου, προχωρούν στην έκδοση δύο ακόμα τίτλων που εμβαθύνουν στο πρότζεκτ «νεοελληνική λογοτεχνία σε graphic novel», τα Μυστικά του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα που διασκευάζουν οι Παναγιώτης Πανταζής και Γιάννης Ράγκος, και τον Ζητιάνο του Ανδρέα Καρκαβίτσα από τον Kanellos Cob με τον Γιάννη Ράγκο στην επιμέλεια του σεναρίου. Όπως ίσως έχετε παρατηρήσει ακόμα κι οι λιγότερο παρατηρητικοί, το όνομα του Ράγκου διατρέχει όλη αυτήν την υπο-διαδρομή του σύγχρονου ελληνικού κόμικ. Και τώρα ξανά στις εκδόσεις Polaris, o Ράγκος συνεργάζεται εκ νέου με τον Γιώργο Γούση (κάτι που είχαν ξανακάνει πρόσφατα όχι μόνο στον Ερωτόκριτο αλλά και στον Μπλε Κομήτη) για το graphic novel Ληστές: Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα που κυκλοφόρησε πρόσφατα, τον Οκτώβριο του 2020. Οι Ληστές λοιπόν αποτελούν με έναν τρόπο τομή και συνέχεια όσον αφορά την προαναφερθείσα πορεία. Από τη μία πλευρά δεν αποτελούν μεταφορά κάποιου λογοτεχνικού κειμένου, αλλά βασίζονται στην ιστορική έρευνα που έκαναν οι δύο δημιουργοί τους πάνω στο φαινόμενο της ληστείας στην Ήπειρο κατά τις αρχές του 20ού αιώνα κι ειδικότερα πάνω στη ζωή και τη δράση των αδερφών Ρέτζου, των Ρετζαίων, οι οποίοι αποτέλεσαν την πραγματική βάση για την δημιουργία της ιστορίας του Γιάννη και του Θύμιου Ντόβα που αφηγείται το κόμικ. Μ’ αυτήν την έννοια τυπικά δεν αποτελούν συνέχεια του πρότζεκτ μεταφοράς νεοελληνικής λογοτεχνίας σε κόμιξ. Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά την θεματολογία και την προβληματική που αναπτύσσουν οι Ληστές, αποτελούν όχι μόνο συνέχεια αλλά και δημιουργικό ξεπέρασμα του ήδη τρομερά ενδιαφέροντος πρότζεκτ προς την κατεύθυνση της πρωτότυπης ιστορικής έρευνας κι επακόλουθα της πρωτότυπης μυθοπλαστικής αφήγησης. Τα Μυστικά του Βάλτου και ο Ζητιάνος αφορούν αμφότερα την κοινωνική κατάσταση στη Μακεδονία και την Θεσσαλία λίγο πριν και λίγο αφότου αυτές προσαρτηθούν στο ελληνικό κράτος κατά το μεταίχμιο ανάμεσα στον 19ο και τον 20ό αιώνα. Μ’ αυτήν την έννοια αποκαλύπτουν ένα πολύπλοκο κοινωνικό, γλωσσικό, πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό περιβάλλον που φωτίζει με έναν διαφορετικό τρόπο τις μέχρι τώρα κυρίαρχες εθνικές αφηγήσεις πάνω στην εδραίωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας μέσα από τη σχέση της με το έθνος-κράτος. Στους Ληστές, αυτή η διαδικασία προχωράει παρακάτω, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, όταν η σύγκρουση παράδοσης και νεωτερικότητας εκδηλωνόταν σε ένα διπλό επίπεδο: αφενός στη σχέση του κράτους και του νόμου με τα προϋπάρχοντα δίκτυα κοινωνικής και οικονομικής εξουσίας στην ελληνική επικράτεια, κι αφετέρου στη σχέση ανάμεσα στους παλιότερους κώδικες τιμής/επικοινωνίας ή τρόπους ζωής και τις απαιτήσεις συμμόρφωσης στα ήθη ή ενσωμάτωσης στους θεσμούς της σύγχρονης εποχής. Όπως καταλαβαίνετε οι Ληστές είναι ένα εικονογραφημένο αφήγημα αντιθέσεων και συγκρούσεων. Αυτές οι αντιθέσεις και συγκρούσεις όμως δεν αναπαριστώνται με κάποια ακαδημαϊκή τυπικότητα ή τακτοποίηση ούτε με κάποια λαογραφική φολκλόρ διάθεση. Αντιθέτως ξεδιπλώνονται με την παλλόμενη ένταση της αναμπουμπούλας και της μανούρας, ενώ εικονογραφούνται με την καυλερή genre αισθητική ενός σκληροτράχηλου, ασπρόμαυρου, βίαιου western (κυκλοφορώντας σχεδόν ταυτόχρονα με το κινηματογραφικό Digger, υπέροχη σύμπτωση). Σ’ αυτό εδώ το παράδοξο western η παρουσία του frontier, του ρευστού συνόρου προς κατάκτηση και ξεπέρασμα από τις δυνάμεις του καινούριου είναι φυσικά κομβική. Εδώ το frontier είναι διαρκώς κινούμενο, με τους αδερφούς Ντόβα να διαπραγματεύονται την ύπαρξή τους στον καινούριο εκμοντερνισμένο κόσμο μέσα από μια σειρά λυκοσυμμαχιών και λυκοσυμπράξεων με τους νέους θεσμούς της σύγχρονης πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Ταυτόχρονα, όπως και στην Άγρια Συμμορία του Sam Peckinpah που διαδραματίζεται την ίδια ακριβώς εποχή στην άλλη πλευρά του πλανήτη, το frontier στενεύει γύρω τους και πνίγει τους τραγικούς ληστές σαν θηλιά: ο θαυμαστός νέος κόσμος δεν είναι γι’ αυτούς. Μπορεί η ζωή των Ντοβαίων να αναπαρίσταται με τρόπο συναρπαστικό, αλλά οι Ράγκος και Γούσης είναι προσεκτικοί στο να μην τους μυθοποιήσουν και δοξολογήσουν παραπάνω απ’ όσο τους αντιστοιχεί και τους πρέπει. Μ’ αυτήν την έννοια, η ισορροπία ανάμεσα στην αισθητικοποίηση και την αποστασιοποίηση είναι πολύ πετυχημένη κι αποτελεί ίσως την σημαντικότερη αρετή του κόμικ. Παρόλα αυτά, οι δημιουργοί κάθε άλλο παρά κρύβονται από τον αντιφατικό αλλά πραγματικό κοινωνικό χαρακτήρα της ληστείας στον ελλαδικό χώρο από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι και την εποχή που χοντρικά ολοκληρώνεται η αφήγηση, δηλαδή έναν ολόκληρο αιώνα σχεδόν (1830-1930). Υπάρχει μια αποσιωπημένη παράδοση ανταρσίας και παραβατικότητας που συχνά συναντήθηκαν μεταξύ τους μέσα από το φαινόμενο της ληστείας. Η Ήπειρος εκείνης της περιόδου, ως άγριος και παραμεθόριος τόπος, είχε πολύ έντονη ληστρική δραστηριότητα μέχρι και αρκετά μετά από την κατάκτησή της από τον ελληνικό στρατό. Οι κλέφτες έβγαιναν στο βουνό κι άλλαζαν σύνορα σαν τα πουκάμισα προκειμένου να μην τους πιάσουν. Την εποχή που διαδραματίζονται οι Ληστές, το ελληνικό κράτος αναγκάζεται να προχωρήσει στην πικρή διαπίστωση ότι οι απόπειρες εκσυγχρονισμού του προσκρούουν στα αναχρονιστικά δίκτυα εξουσίας που έχουν εγκαθιδρύσει οι ληστές με τους ντόπιους πολιτευτές. Έτσι οι κάτοικοι της περιοχής πολύ συχνά προτιμούν την εξουσία των ληστών από αυτήν του κράτους. Κατά μία έννοια, η Ήπειρος του μεσοπολέμου που αφηγείται το κόμικ στιγματίστηκε από τη σχέση του ληστή και του σταυρωτή (όπως χαρακτήριζαν τους κρατικούς αξιωματούχους), με τους ληστές της εποχής να διχάζονται ανάμεσα στις συμμαχίες με τους Φιλελεύθερους ή τους Εθνικόφρονες, και πιο συγκεκριμένα τους Ρετζαίους να συντάσσονται με το Βενιζέλο και τους Κουμπαίους να συντάσσονται με το Λαϊκό Κόμμα. Κι ενώ αυτή η ψυχρή υπολογιστική πλευρά της δύναμης των ληστών είναι πέρα για πέρα τεκμηριωμένη και χειροπιαστή, από την άλλη η ληστρική μυθολογία συνεχίζει να ασκεί επίμονα τη γοητεία της. Ο μεγάλος ιστορικός Eric Hobsbawm έχει δείξει πολύ αναλυτικά τις κοινωνικές και ηθικές ρίζες της λατρείας των ληστών, αφού πρόκειται για εχθρούς του νόμου αλλά φίλους των ηθικών κανόνων των λαϊκών τάξεων. Ως σημάδι της παρακμής των φεουδαρχικών θεσμών και της ηθικής τους, αλλά κι ως μορφή αντίδρασης στον αναδυόμενο καπιταλιστικό εκμοντερνισμό, οι ληστές αποτέλεσαν πολύ συχνά την πρώτη ύλη για τους μύθους και τους θρύλους μιας ρομαντικής αντίστασης προς τον σύγχρονο κόσμο (γι’ αυτό και θα τους συναντήσουμε εξίσου συχνά στα λαϊκά τραγούδια των ανώνυμων δημιουργών αλλά και στους εκλεπτυσμένους στίχους των ρομαντικών ποιητών). Το είπαμε και πριν: οι Ληστές αφηγούνται μια σκοτεινή και συγκρουσιακή ιστορία. Κι όπως φαίνεται ήταν αναπόφευκτο, αφού οι σελίδες της μετάβασης στο σύγχρονο, καπιταλιστικό, εθνικά ομογενοποιημένο ελληνικό κράτος είναι βαμμένες με πολύ αίμα. Όλα αυτά με ενδιαφέρουν προσωπικά πάρα πολύ από ιστορική και πολιτική σκοπιά, αλλά δεν υπονοώ ότι το κόμικ αποτελεί κάποιου είδους ιδεολογική ιστορική δήλωση. Αντίθετα προσπαθεί μάλλον να απελευθερώσει τις κρυμμένες δυνάμεις της ιστορικής πραγματικότητας μέσα από την εικόνα και το δράμα, χωρίς να φλυαρεί γι’ αυτές με κυριολεκτικό τρόπο, όπως κάνω εγώ ας πούμε εδώ από την σκοπιά του αρθρογράφου. Παρόλα αυτά, η παλιά Ελλάδα του μεσοπολέμου που αποκαλύπτουν οι Ληστές δεν έχει καμία σχέση με την εξιδανικευμένη απεικόνιση του παρελθόντος που προσφέρουν οι κυρίαρχες αφηγήσεις, απ’ τις οποίες θα μπουχτίσουμε από το νέο έτος που θα γιορτάζεται πλουσιοπάροχα (ή και όχι) η 200ή επέτειος από το 1821. Μ’ αυτήν την έννοια, το κόμικ των Γούση και Ράγκου επικοινωνεί με την πολύ ενδιαφέρουσα άτυπη καλλιτεχνική συνομοταξία που μοιάζει να καταπιάνεται με μια επανεπινόηση του παρελθόντος και της παράδοσης (όπως έχει σημειωθεί πετυχημένα ξανά και ξανά) μέσα από νέα αισθητικά εργαλεία. Όχι πια σαν επανανακάλυψη μιας δήθεν χαμένης κι ευγενούς αυθεντικότητας που επικυρώνει εκ νέου την αδιαμφισβήτητη ομοψυχία του έθνους, όπως έκαναν αμέτρητες φουρνιές καλλιτεχνών που στράφηκαν προς την παράδοση κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά περισσότερο σαν εξερεύνηση των παραδόσεων και των ιστοριών που ανθίζουν στο περιθώριο της κυρίαρχης εθνικής αφήγησης. Έτσι θα μπορούσαμε να βάλουμε τους Ληστές δίπλα στο Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου και τις Παγανιστικές Δοξασίες του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη (αμφότερα των εκδόσεων Αντίποδες), που τα τελευταία χρόνια αποτέλεσαν σημεία αναφοράς για τις υπο-εθνικές παραδόσεις που πριμοδοτούν το αλλόκοτο, το αποκλίνον, το φυγόκεντρο και το ετερόδοξο (κάτι που στα κόμιξ ξανάκανε τρόπον τινά πριν χρόνια ο Γιάννης Καλαϊτζής στα σπουδαία Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης και Τυφών). Και όπως είπαμε και πριν, αυτό δεν συμβαίνει μέσα από τα μουχλιασμένα εργαλεία της χασμουρητής πατριδογνωσίας αλλά με μια οργανική ενσωμάτωση των πιο παθιάρικων πλευρών της pop κουλτούρας, από τη λογοτεχνία και τα video games μέχρι το σινεμά και την τηλεόραση: το horror, το fantasy, το noir, το western. Όλα τα όμορφα πράγματα δηλαδή. Με αφορμή την κυκλοφορία των Ληστών λοιπόν, ζήτησα από τον Γιώργο Γούση και τον Γιάννη Ράγκο να φτιάξουν μια λίστα με 5 ελληνικές ταινίες και 5 ελληνικά βιβλία για όσους θέλουν να εντρυφήσουν περισσότερο σε μια σκοτεινή ιστορική/λαογραφική ματιά πάνω στο εθνικό παρελθόν που να περιβάλλεται από μια ιδιαίτερη genre αύρα. Αυτοί ανταποκρίθηκαν κι έτσι μου έστειλαν τα εξής: ΤΑΙΝΙΕΣ – «Οι βοσκοί» του Νίκου Παπατάκη (1967) Τα πρόσωπα, οι ερμηνείες, και η σκηνοθεσία μιας βαθιά ανατρεπτικής και μοντέρνας ταινίας. Κλασικό παράδειγμα όπου η ηθογραφία δεν είναι απλά η επιδερμική αναπαράσταση μιας εποχής. – «Ο φόβος» του Κώστα Μανουσάκη (1966) Θρίλερ στην ελληνική επαρχία, στην ουσία του υπαρξιακό, άρα και πολιτικό. Καλλιτεχνικό επίτευγμα σε κάθε του πεδίο (σκηνοθεσία, σενάριο, φωτογραφία, μουσική) με το κάθε ένα από αυτά να αναδεικνύει τα υπόλοιπα. – «Αναπαράσταση» του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1970) Το ντεμπούτο του πιο αναγνωρισμένου Έλληνα σκηνοθέτη με ένα μη γραμμικό «αστυνομικό» στα χωριά της Ηπείρου, βασισμένο σε αληθινό έγκλημα. Ταινία σταθμός για το νέο Ελληνικό σινεμά, αλλά και για τον ίδιο τον Αγγελόπουλο που ανακαλύπτει εδώ το κινηματογραφικό του σύμπαν στην πιο ανεπιτήδευτη μορφή του. – «Λόλα» του Ντίνου Δημόπουλου (1964) Στην εποχή που το εμπορικό ελληνικό σινεμά βρίσκεται στο ζενίθ του, παράγει την «Λόλα», ένα κλασικό νουάρ το οποίο ενώ πατάει στα πρότυπα του αμερικάνικου κινηματογράφου, δεν πέφτει στην παγίδα της αντιγραφής. Παρά τις μικρές δόσεις “μελό”, παραμένει μία από τις κορυφαίες νουάρ ταινίες της εγχώριας κινηματογραφικής παραγωγής με ένα σούπερ καστ της εποχής (Κούρκουλος, Καρέζη, Παπαγιαννόπουλος). – «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» του Βασίλη Γεωργιάδη (1966) Βασισμένος στα πρότυπα του γουέστερν, ο Νίκος Φώσκολος γράφει ένα από τα καλύτερά του σενάρια με φόντο την αγροτική εξέγερση του Κιλελέρ (αρχές 20ου αιώνα) και τον πρωτεργάτη της Μαρίνο Αντύπα ως έναν από τους χαρακτήρες. Ο Γεωργιάδης σκηνοθετεί το σενάριο και παρουσιάζει μια εμβληματική ταινία με σκηνές ανθολογίας για το ελληνικό σινεμά και φτάνει ως τα Όσκαρ του 1966, υποψήφια για καλύτερη ξενόγλωσση ταινία. ΒΙΒΛΙΑ – “Πίστομα” (διήγημα από τις “Κορφιάτικες ιστορίες”) του Κωνσταντίνου Θεοτόκη (1899) Πυκνό (μόλις 650 λέξεις), νατουραλιστικό, βαθύ ψυχογράφημα ενός ληστή που, μετά από την χορήγηση αμνηστίας, επιστρέφει στο χωριό του και βυθίζεται στην ανθρώπινη κτηνωδία. Ένα αληθινό αριστούργημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. – “Οι λησταί στα πρόθυρα των Αθηνών” του Μ. Καραγάτση (1952/2001) Ληστρικό μυθιστόρημα, βασισμένο στην υπόθεση της σφαγής στο Δήλεσι (1870), αλλά με σαφείς συνδηλώσεις για την (τότε) ιστορική και πολιτική συνθήκη (Εμφύλιος πόλεμος και πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια). – “Το μυστικό του Άσπρου Βράχου” του Γιάννη Μαρή (1959) Το πρώτο ιστορικό αστυνομικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα, γραμμένο από τον εισηγητή της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα και “εμποτισμένο” με στοιχεία από την παράδοση των λαϊκών ληστρικών αφηγημάτων. – “Το κιβώτιο” του Άρη Αλεξάνδρου (1975) “Ορεινή” πολιτική περιπέτεια στα χρόνια του Εμφυλίου, με εντελώς αυτόφωτη σύλληψη και δομή, αλληγορία – μεταξύ άλλων – της σταθερής οδύνης της ύπαρξης. – “Μπέσα για μπέσα ή ο άλλος Φώτης” του Νίκου Μπακόλα (1998) Το φαινόμενο των “ληστών των ορέων”, κοιταγμένο μέσα από την “κουλτούρα της ανταρσίας”, μαζί με το δημιουργικό “αναποδογύρισμα” των αρχετυπικών μοτίβων της ληστρικής φιλολογίας. Και το σχετικό link...
  3. Οι Ληστές δέσποζαν στην ελληνική επαρχία για σχεδόν έναν αιώνα εγκαθιδρύοντας ανάλογα με τις συνθήκες σχέσεις αγάπης και μίσους με το νεοελληνικό κράτος, με τους χωρικούς, με τη χωροφυλακή αλλά και μεταξύ τους. Οι Γιάννης Ράγκος και Γιώργος Γούσης μιλούν στην «Εφ. Συν.» για τους εμπνευσμένους από αληθινά γεγονότα δικούς τους «Ληστές». «Οι Ντοβαίοι έχουν δικούς τους ανθρώπους παντού. Κανείς δε λέει λέξη, άλλοι γιατί τους αγαπούν και άλλοι γιατί τους φοβούνται», λέει ο ένστολος εκπρόσωπος του ελληνικού κράτους για να εξηγήσει το πώς παραμένουν ασύλληπτα τα δυο αδέρφια που πρωταγωνιστούν στους «Ληστές» (εκδόσεις Polaris) των Γιάννη Ράγκου (σενάριο) και Γιώργου Γούση (σχέδιο). Για να πάρει την απάντηση: «Τότε, αγαπητέ, την εξουσία έχουν αυτοί, κι όχι οι δικοί σου». Γι’ αυτή την εξουσία οι Ντοβαίοι, βασισμένοι στη ζωή των αδελφών Ρεντζαίων που έγιναν θρύλος της Ηπείρου με τη δράση τους, τις πράξεις τους και τη βία που τους χαρακτήριζε, έζησαν στα άκρα. «Μπας και πλαστήκαμε να ζούμε για πάντα;» φωνάζει ο ένας απ’ αυτούς αψηφώντας τον θάνατο και τους νόμους. Στον πρώτο τόμο των «Ληστών», που αποτελεί μια ελεύθερη μυθοπλασία και ταυτόχρονα μια συναρπαστική και καθηλωτική ιστορία κόμικς στην Ήπειρο των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα, οι Ράγκος και Γούσης, μετά από εξαντλητική τεκμηρίωση και σχεδόν δεκαετή έρευνα και εργασία, καταγράφουν τη ζωή (και τον θάνατο) των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα και παράλληλα τις σκοτεινές διαστάσεις της ληστοκρατίας στην Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα ελληνικά κόμικς («1800», «Όμηροι του Γκαίρλιτς», «Αϊβαλί» κ.ά.) ασχολούνται με τη νεότερη ελληνική Ιστορία. Πώς ξεκίνησε η δική σας ιδέα, τι νέο έχει να κομίσει; Γιώργος Γούσης: Η ιδέα ξεκίνησε δέκα χρόνια νωρίτερα, πριν από κάθε άλλο ελληνικό κόμικς για το παρελθόν. Και τα πρώτα κριτήρια ήταν εντελώς αφηγηματικά. Είχαν να κάνουν με την ίδια την ιστορία των Ληστών και όχι τόσο με το ότι η καταγωγή τους ήταν από την πατρίδα μου. Ούτε εμπορικά ήταν τα κίνητρα, μια και τότε στους εκδότες και τους δημιουργούς δεν είχε ακόμα επικρατήσει η τάση της επιστροφής στην ελληνική επαρχία του παρελθόντος. Γιάννης Ράγκος: Ο Γιώργος μού έστειλε ένα mail το 2011, δεν γνωριζόμασταν τότε, και μου έλεγε ότι ήθελε να φτιάξει μια ιστορία για τους ληστές σε μια περιοχή κοντά στο χωριό του κι αν με ενδιέφερε να συνεργαστούμε. Με ενδιέφερε πολύ γιατί γνώριζα την ιστορία και επιπλέον είχε μόλις κυκλοφορήσει το non fiction αστυνομικό μυθιστόρημά μου «Μυρίζει Αίμα», με παρόμοια μέθοδο εργασίας που βασίζεται επίσης σε πραγματικά περιστατικά, αλλά πάνω απ’ όλα γιατί πάντα ήθελα να ασχοληθώ με το σενάριο των κόμικς. Έτσι όταν ήρθε η πρόταση του Γιώργου ήταν σαν να απαντούσε σε μια δική μου ανάγκη πολλών ετών. Αυτή η επιστροφή στο παρελθόν μήπως γίνεται υπερβολή και εμμονή πια; Γιάννης Ράγκος: Νομίζω πως επιστρέφουμε σε μια νέου τύπου ηθογραφία. Η οικονομική και κοινωνική κρίση στην Ελλάδα μάς ανάγκασε να πιαστούμε από έναν κορμό σταθερών σημείων, να βρούμε ένα σημείο αναφοράς, να ξαναδούμε το παρελθόν μας και το εθνικό και το ατομικό. Στο πλαίσιο αυτό εξηγείται αυτή η στροφή στην ιστορία μας και την ηθογραφία μας, όχι όμως με ένα βλέμμα πατριδολαγνικό, προγονολατρικό ή νοσταλγικό, αλλά με ένα νέο κοίταγμα. Αυτή είναι μια τάση γενικότερη, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Γιώργος Γούσης: Κάτι τέτοιο ισχύει και από την άποψη της εικόνας. Της εικόνας που δεν μπορεί να σου προσφέρει, ας πούμε, το ελληνικό σινεμά για λόγους μπάτζετ. «Ληστές - Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα» είναι ο τίτλος σας. Χωρίς καμιά διευκρίνιση αν πρόκειται για φανταστική ιστορία, για μυθοπλασία, για ντοκουμέντο, για βιβλίο τεκμηρίωσης. Ήταν συνειδητή επιλογή να προτιμήσετε την ασάφεια από το να χαρακτηρίσετε το βιβλίο σας; Σε ποια προθήκη βιβλιοπωλείου θα θέλατε να τοποθετείται; Γιώργος Γούσης: Προτιμήσαμε να αναφέρεται το «η ζωή και ο θάνατος» για να δηλώνεται πως είναι μια ολοκληρωμένη ιστορία που σηματοδοτεί και το τέλος του φαινομένου της Ληστείας. Η αλήθεια είναι πως είχαμε πολλές συζητήσεις και με τον εκδότη για το αν πρέπει να αναφέρεται κάτι όπως «εμπνευσμένο από αληθινά περιστατικά», αλλά αποφασίσαμε να μπει κάτι τέτοιο μόνο στο οπισθόφυλλο. Δεν αισθάνομαι ότι είναι κάτι πιο συγκεκριμένο. Ούτε αισθάνομαι ότι είναι ένα ιστορικό βιβλίο. Σκοπός του δεν είναι να μιλήσει για την ελληνική Ιστορία. Κατά βάση είναι ένα έργο για δυο χαρακτήρες, έχει μια προσωποκεντρική πλοκή. Μάλλον μυθιστόρημα θα ήταν αν δεν επρόκειτο για κόμικς. Επιλέξαμε να μην του βάλουμε ταμπέλες γιατί αφορά όλον τον κόσμο και όχι μόνο αναγνώστες συγκεκριμένων ειδών. Γιάννης Ράγκος: Πρόκειται για μια μυθοπλασία. Κρατάμε κάποια κεντρικά σημεία της ζωής των αδελφών Ρέντζου, όμως παίρνουμε ελευθερίες. Δεν είναι ένα docudrama για τη ζωή των Ρεντζαίων. Παίρνουμε αφορμή από τη ζωή τους για να κάνουμε μια δική μας ιστορία. Δεν κάνουμε βιογραφία. Είναι σαν να παίρνεις ένα βάζο, να το σπας σε χίλια κομμάτια και στη συνέχεια να τα ξανακολλάς, όχι όμως ξαναφτιάχνοντας το ίδιο βάζο αλλά ένα άλλο πρωτότυπο βάζο από τα ίδια κομμάτια. Άρα είναι μια μυθοπλασία που διαδραματίζεται σε έναν συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο και σε συγκεκριμένο κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και ηθογραφικό περιβάλλον το οποίο θέλουμε να αποδώσουμε. Δεν διεκδικεί δάφνες ιστορικού τεκμηρίου, αλλά το πραγματολογικό κομμάτι είναι απολύτως τεκμηριωμένο, τα ρούχα, τα όπλα, ο τρόπος ομιλίας, τα πάντα είναι αποτέλεσμα μεγάλης έρευνας και των δυο μας. Πώς προσεγγίσατε μεθοδολογικά την έρευνά σας; Γιώργος Γούσης: Βασιστήκαμε πολύ στο βιβλίο του Νίκου Πάνου, ενός ιστοριοδίφη από το χωριό που κατάγονταν οι Ρεντζαίοι, «Ρεντζαίοι, οι βασιλείς της Ηπείρου», με μαρτυρίες έστω κι αν πολλές φορές ήταν αντικρουόμενες, υπερβολικές ή μυθοπλαστικού τύπου, με άρθρα από την εποχή κ.λ.π. Χρησιμοποιήσαμε συνεντεύξεις των Ρεντζαίων μετά τη σύλληψή τους που σίγουρα ήταν διανθισμένες και με φανταστικά στοιχεία. Αξιοποιήσαμε πάρα πολλά ακόμα βιβλία. Συγκεντρώσαμε ένα μεγάλο υλικό και αρχίσαμε τις συζητήσεις πάνω σε μια σκαλέτα. Όταν καταλήξαμε στην αλληλουχία των σκηνών, ο Γιάννης έφτιαξε ένα πρώτο κείμενο, εγώ τα πρώτα σχέδια, το ξανασυζητήσαμε και εντέλει φτιάχτηκε το τελικό πάνω στο οποίο δούλεψα, πάντα σε επαφή με τον Γιάννη. Γιάννης Ράγκος: Όπως κάθε κόμικς, έτσι και το δικό μας ήταν ένα work in progress μέχρι να φτάσει στο τυπογραφείο. Άλλες πηγές που χρησιμοποιήσατε; Γιώργος Γούσης: Μας βοήθησε πολύ και η Ιουλία Σταυρίδου που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας, ενδυματολόγος και σκηνογράφος του Αγγελόπουλου, του Παπαστάθη, του Βούλγαρη, του Οικονομίδη μεταξύ άλλων. Μας συμβούλευσε με τα βιβλία και τα αρχεία της ως προς τις φορεσιές, τα σπίτια κ.λ.π. Κι έτσι συγκεντρώθηκε ένα τεράστιο υλικό από φωτογραφίες και ντοκουμέντα. Για να επιλέξουμε μορφές, φυσιογνωμίες κ.λ.π. κάναμε ένα ιδιότυπο casting μέσω φωτογραφιών. Αλλά όλα αυτά είναι εκεί με σκοπό να περνούν απαρατήρητα για να μην αποσπούν τον αναγνώστη από την πλοκή. Γιάννης Ράγκος: Ο Γιώργος άλλωστε έχει και μια σχέση βιωματική με τον χώρο, με το περιβάλλον, με το τοπίο καθώς κατάγεται από κει. Ένα περιβάλλον που υπάρχει αλλά πρέπει να περνά απαρατήρητο. Όπως η σκηνή μετά τη δολοφονία ενός ομήρου που διαδραματίζεται στο αρχαίο θέατρο της Δωδώνης. Βρήκαμε από την αρχαιολογική υπηρεσία φωτογραφίες του θεάτρου της εποχής και τοποθετήσαμε εκεί τους ληστές ως μια υπόμνηση, ένα υπόρρητο κείμενο ότι αυτοί οι άνθρωποι γνώριζαν ότι είχαν μια σχέση με το κλέος και το κάλλος της αρχαίας Ελλάδας, ζούσαν στα ερείπιά της έστω κι αν δεν ήξεραν πολλά γι’ αυτήν. Πολύτιμα ήταν επίσης και κάποια φωτογραφικά λευκώματα του Κώστα Μπαλάφα από κοντινές εποχές με αυτή του βιβλίου που μας βοήθησαν στην ατμόσφαιρα. Έχει κάποιο «ηθικό δίδαγμα» ή πολιτικό πρόταγμα το βιβλίο; Συνιστά κάποια προτροπή προς τον αναγνώστη; Αποτελεί κάποια μεταφορά, παραπομπή ή αλληγορία; Γιάννης Ράγκος: Είναι ένα βιβλίο για το σήμερα, μια αλληγορία για το κάθε σήμερα. Αφού η ανθρώπινη φύση παραμένει ίδια στο βάθος των αιώνων κι εμείς προσπαθούμε να μπούμε στην ψυχή δυο ανθρώπων, γράφουμε μια ιστορία για την ανθρώπινη φύση. Για το τι σημαίνει σε κάθε εποχή νομιμότητα και παρανομία, για το σε ποιους νόμους οφείλει να υπακούει ο άνθρωπος όπως έχει τεθεί από την Αντιγόνη και τον Οιδίποδα Τύραννο μέχρι τον Ντοστογιέφσκι. Για τα ηθικά διλήμματα και τους κώδικες τιμής, για τον έρωτα, για τις σχέσεις διαπλοκής μεταξύ εξουσίας και παραεξουσίας. Ηθικό δίδαγμα όμως σαφώς δεν υπάρχει και δε μας ενδιέφερε να υπάρχει. Η τέχνη οφείλει να θέτει τις επίμαχες ερωτήσεις. Όχι να δίνει απαντήσεις. Απαντήσεις μπορεί να δώσει η επιστήμη, η φιλοσοφία και ενδεχομένως η θρησκεία. Ο τρόπος όμως που θα τεθούν τα ερωτήματα εμπεριέχει και το σπέρμα της άποψης του καλλιτέχνη. Εμείς δεν προσπαθούμε να ηθικολογήσουμε. Ούτε να δικαιολογήσουμε ή να καταδικάσουμε κανέναν. Προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τα ιστορικά, κοινωνικά, ψυχαναλυτικά και υπαρξιακά αίτια που συνόδευαν αυτούς τους ανθρώπους. Γιώργος Γούσης: Πάνω απ’ όλα είναι ένα έργο πλοκής. Δεν είχαμε στόχο να μιλήσουμε π.χ. μόνο για τη φτώχεια ή για τον χρηματισμό ή για την εμπλοκή της πολιτικής. Όμως όλα αυτά περνούν από την πλοκή, από τη σχέση, για παράδειγμα, των ληστών με την άρχουσα τάξη και με τον καπιταλισμό. Από το πώς αυτοί οι Ληστές κατάφερναν τόσα χρόνια να επιβιώνουν και μάλιστα να γίνουν μέρος της εξουσίας, να συνεργαστούν με οικονομικούς παράγοντες, ακόμα και με βουλευτές. Κάποια στιγμή όμως έγιναν πιο ισχυροί από την κρατική και οικονομική εξουσία, εντέλει έγιναν και ρέμπελοι, όχι επαναστάτες ή ιδεολόγοι, αλλά με την έννοια της σιχαμάρας γι’ αυτό που έβλεπαν και αναπόφευκτα ήρθε η σύγκρουση που σήμανε και το τέλος τους. Αλλά η άρχουσα τάξη λειτουργεί πάντα υπόγεια και δεν θα τιμωρηθεί ποτέ για τέτοιες σχέσεις. Κι αυτή είναι ακόμα μία σαφής σχέση με το σήμερα. Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νέας γενιάς Ελλήνων δημιουργών κόμικς, ο Γιώργος Γούσης («Ερωτόκριτος», «Ιστορίες από τις αθώες εποχές» κ.ά.) έχει δημοσιεύσει δουλειές του σε πλήθος εντύπων και συλλογικών εκδόσεων ενώ υπήρξε αρχισυντάκτης στο περιοδικό κόμικς «Μπλε Κομήτης». Πρόσφατα σκηνοθέτησε την ταινία μικρού μήκους «Χειροπαλαιστής» που βραβεύτηκε στις «Νύχτες Πρεμιέρας» και κατέκτησε το βραβείο ΙΡΙΣ της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Δημοσιογράφος, ερευνητής και συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, ο Γιάννης Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Γούση και τον Δημοσθένη Παπαμάρκο στον «Ερωτόκριτο», με τον Παναγιώτη Πανταζή στα «Μυστικά του Βάλτου» και με τον Canellos Cob στον «Ζητιάνο», έχει γράψει σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και θεατρικές παραστάσεις, ενώ έρευνές του έχουν μεταφερθεί στη λογοτεχνία και έχουν περιληφθεί σε ιστορικές εκδόσεις και επιστημονικά συγγράμματα. Και το σχετικό link...
  4. O σχεδιαστής κόμιξ και σκηνοθέτης Γιώργος Γούσης υπέγραψε στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου δύο από τις καλύτερες ελληνικές δουλειές στα πεδία του κόμιξ και του σινεμά. Το graphic novel «Ληστές» εξιστορεί και «αναπαριστά» δεξιοτεχνικά την ιστορία των τελευταίων λήσταρχων της ελληνικής υπαίθρου, των αδελφών Ρετζαίων που έδρασαν στο πρώτο τέταρτο του 20ου αι. στην Ήπειρο. Στο κόμιξ οι Ληστές αλλάζουν όνομα – οι δημιουργοί πήραν έτσι την ελευθερία να προσθέσουν δικά τους, fiction στοιχεία σε ένα έργο που, όμως, βασίζεται με μεγάλη ακρίβεια στην πραγματική ιστορία. Ο Γούσης, μαζί με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Γιάννη Ράγκο που συνεργάστηκε στο σενάριο, δούλευαν αυτό το βιβλίο αρκετό καιρό – είχαμε ξαναμιλήσει στη HuffPostGreece πριν από περίπου ενάμιση χρόνο. Τα κόμιξ του Γούση μοιάζουν ήδη με φιλμ στο χαρτί, hard copy σινεμά – το πέρασμά του στον κινηματογράφο και η επιτυχία του πρώτου του μικρού μήκους ντοκιμαντέρ «Ο Χειροπαλαιστής», ούτε τυχαία ούτε πρόσκαιρα είναι. Οι «Ληστές (μέρος α΄)» κυκλοφόρησαν στα βιβλιοπωλεία στις 7 Οκτωβρίου (εκδόσεις Polaris) σε έναν καλαίσθητο τόμο που μπορεί να αποτελεί item για κάθε βιβλιοθήκη. Και τα δυο ιστορίες ηπειρώτικες: λόγια σταράτα και συννεφιασμένα χρώματα. «Η ιστορία των Ληστών ξεκινάει στην Ήπειρο που βρίσκεται ακόμα υπό οθωμανική κατοχή, το 1909: σε μια φτωχή, αγροτική οικογένεια, δολοφονείται ο πατέρας», λέει ο Γιώργος Γούσης όταν του ζητάω να περιγράψουμε τον πυρήνα, να πιάσουμε τον μίτο της ιστορίας. «Τα δυο ανήλικα αγόρια βρίσκονται ορφανά και ζούνε με τη μάνα τους σε μεγάλη φτώχεια. Λίγα χρόνια μετά, 18-19 χρονών πλέον, μαθαίνουνε ποιος σκότωσε τον πατέρα τους. Και αποφασίζουν να εκδικηθούν – είναι τέτοια η φύση των χαρακτήρων τους, αλλά και πολύ μεγάλες οι δυσκολίες που τους έχουν διαμορφώσει. Υλοποιώντας αυτή την εκδίκηση, βρίσκονται μπροστά στο δίλημμα της παρανομίας: ή θα συλληφθούν από την αστυνομία ή θα φύγουν στα βουνά». «Εκεί αρχίζουν να δρουν ως επαγγελματίες ληστές και περνάνε τα επόμενα 8- 9 χρόνια κρυμμένοι. Το όνομά τους, η φήμη τους, αλλά κι ο φόβος και το δέος απέναντί τους γιγαντώνονται. Διάφοροι τοπικοί οικονομικοί παράγοντες τους εγκολπώνουν και τους χρησιμοποιούν – στη σπείρα που δημιουργείται αυτοί οι τυπικά νομοταγείς, ευυπόληπτοι πολίτες λειτούργησαν ως εγκέφαλοι ενώ οι Ρετζαίοι ήταν τα εκτελεστικά όργανα στο πεδίο της δράσης». Γιώργος Γούσης «Το 1925 ο δικτάτορας Θ. Πάγκαλος προσπάθησε να δώσει τέλος στο φαινόμενο της ληστοκρατίας, εκδίδοντας έναν νόμο που αμνήστευε όποιον ληστή παρέδιδε στις αρχές το κεφάλι ενός άλλου παράνομου. Ο σκοπός προφανής: να αλληλοεξοντωθούν οι σπείρες. Αυτό έπραξαν και τα δύο αδέλφια, με έναν τρόπο που βλέπουμε στο βιβλίο». Με έναν πολύ σκληρό τρόπο. Χαρακτηριολογικό θα έλεγα. Γιατί απεικονίζει πολύ παραστατικά πλέον τη δομή αυτών των δύο χαρακτήρων. Αγαθά (ή υπεραισιόδοξα όσον αφορά το σήμερα) σκεπτόμενος μπορεί κάποιος να πει «αυτά δεν συμβαίνουν σήμερα», δύο εγκληματίες που βαρύνονται με δεκάδες δολοφονίες να αμνηστεύονται. Μάλιστα με μόνη προϋπόθεση να φέρουν πεσκέσι στις αρχές ένα ανθρώπινο κεφάλι... Το φοβερό είναι ότι αμνηστεύονται βάσει νόμου, ούτε με μπαξίσι, δάχτυλο κάποιου βουλευτή ή θεόσταλτη επέμβαση. Οι Ληστές, τόσο στο κόμιξ όσο και οι Ρετζαίοι στην πραγματικότητα ήταν από τους τελευταίους πρωταγωνιστές του ληστρικού φαινομένου. Ζουν και δρούνε σε μια μεταιχμιακή περίοδο, οπότε το έγκλημα από ληστρικό, «του βουνού», αρχίζει να γίνεται αστικό. Και ταυτόχρονα καπιταλιστικό. Πρώην παράνομοι στο περιβάλλον της πόλης αναδεικνύονται σε «παράγοντες»: σταδιοδρομούν ως αστυνομικοί, πρόεδροι επιχειρήσεων, εργολάβοι. Το έγκλημα ως εικόνα λειαίνεται: μπαίνει κάτω από το χαλί κομψών σαλονιών. Πολύ επίκαιρα όλα αυτά. Ναι, νομίζω μοιάζουν πολύ σημερινά, εύκολα έχουμε σύγχρονες προβολές τους σε αντίστοιχους τέτοιους ανθρώπους. Καθαρίζουν κόσμο αλλά μπορεί να είναι εξαιρετικά αγαπητοί σε μεγάλη μερίδα του κοινού. Τα παραδείγματα κάνουνε μπαμ. Όσον αφορά τους Ληστές, εσύ που εντρύφησες τόσο στην ιστορία τους, πόσο μπορεί να ταυτίστηκες μαζί τους προσπαθώντας να μπεις στο πετσί των χαρακτήρων τους; Εννοώ να τους συμπάθησες κάπως, ακόμα κι αν είναι/ ήταν καθάρματα; Κάθε άνθρωπος έχει περισσότερες πλευρές από το καλός/ κακός. Σίγουρα εμπεριέχει «ρίσκο» και είναι ενδιαφέρον να καταπιάνεται όποιος δημιουργός με «κακούς», αμφιλεγόμενους πρωταγωνιστές αλλά αυτό το ζήτημα η δραματουργία το έχει λύσει από τον καιρό του Σαίξπηρ μέχρι το πιο πρόσφατο αμερικάνικο σινεμά (βλ. Ο Νονός, Scarface). Ναι, προσπαθούμε να «μπούμε» στους χαρακτήρες αλλά δεν τους καθαγιάζουμε – είναι ενδιαφέροντες γιατί κινούνται εκτός ορίων αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι συμπαθητικοί κιόλας. Δεν τους δικαιολογούμε λοιπόν – φτιάχνουμε μόνο έναν χάρτη του κόσμου τους και αφήνουμε τον αναγνώστη να σκεφτεί. Να μιλήσουμε λίγο για το σχέδιο του κόμιξ; Σε μένα φάνηκε να χρωματίζεις τέλεια τον τόπο και την εποχή της δράσης. Και οι άνθρωποι, σα να τους φόρες στολή παραλλαγής για να είναι ενταγμένοι στο τοπίο, μέρος του. Αποφάσισα πολύ γρήγορα το ύφος του σχεδίου, αυτό το ασπρόμαυρο σχέδιο με τους τόνους να έχουν την αίσθηση της ακουαρέλας, του γκρι. Αυτό προφανώς είναι και μια επιρροή που έχουμε όλοι μας από τις ασπρόμαυρες εικόνες αυτής της εποχής, μεταφερόμαστε μέσω αυτών των χρωμάτων πιο εύκολα στο τότε. Αλλά και τα στοιχεία του νουάρ και του μπάλκαν γουέστερν που έχει η ιστορία των Ληστών με κατεύθυναν στο ασπρόμαυρο. Ειδικά όταν ο τόπος, το σκηνικό της ιστορίας είναι η Ήπειρος όπου τα τοπία είναι συχνά ομιχλώδη και άχρωμα. Οι άνθρωποι με τη μίξη αυτών των τριών χρωμάτων – άσπρο, μαύρο, γκρι – μετατρέπονται κάπως σε σύμβολα, φαίνονται πέτρινοι, κομμένοι με γωνίες. Το χρώμα μπορεί να τους έκανε πιο ρεαλιστικούς τυπικά αλλά θα αποδυνάμωνε το κοντράστ των χαρακτήρων τους. Μου έκανε εντύπωση ότι οι Ληστές θα ολοκληρωθούν ως δίτομη έκδοση. Μαζί με τον δεύτερο τόμο θα είναι περίπου 260 σελίδες συνολικά. Ο πρώτος τόμος τελειώνει όταν οι Ληστές μπαίνουν στα Γιάννενα, νομιμοποιούνται και παύουν (για κάποιον καιρό) να είναι ληστές. Αυτό λειτουργεί σαν ένα πρώτο κλείσιμο της ιστορίας – μετά αρχίζει μια δεύτερη περίοδος της ζωής τους. Φαντάζομαι η μεγάλη έκταση του κόμιξ είναι ανάλογη της «πόρωσής» σου με τη δημιουργία του. Προέκυψε αυθόρμητα, φυσικά. Γιατί αυτό το κόμιξ εξιστορεί όλη τη ζωή των δύο βασικών χαρακτήρων του, έχει την (κινηματογραφική) λογική του «Κάποτε στην Αμερική». Ξέραμε από την αρχή ότι θα είναι μεγάλο. Θεωρήσαμε ότι θα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον να ασχοληθούμε με όλη τη γκάμα της ζωής αυτών των ανθρώπων και πως οι ίδιοι εξελίσσονται σαν χαρακτήρες, παρά να επικεντρωθούμε σε ένα γεγονός. «Η δουλειά για να βγει αυτό το βιβλίο κράτησε περίπου τρία χρόνια. Αλλά το είχα στο μυαλό μου από το 2012 – το «πάγωνα» για να κάνω άλλα πράγματα, τον Ερωτόκριτο, τον Μπλε Κομήτη». «Με τον Γιάννη (Ράγκο) γράφουμε τώρα το σενάριο για τον δεύτερο τόμο και σύντομα θα ξεκινήσω να σχεδιάζω», λέει ο Γ. Γούσης. «Καλό θα είναι να κυκλοφορήσει κι αυτός σχετικά σύντομα, ίσως μέσα στα επόμενα δύο χρόνια για να ολοκληρωθεί το πρότζεκτ των Ληστών. Δεν με «καίει» η εμπορική του συνέχεια πάντως, θέλω μόνο να βγει όπως πρέπει». Νομίζω ότι οι «Ληστές» είναι ένα σενάριο που θα μπορούσε να μεταφερθεί εξαιρετικά στον κινηματογράφο. Δεν θελήσαμε να φτιάξουμε ένα κόμιξ για να γίνει μετά ταινία. Παρόλα αυτά η υπόθεσή του και ο τρόπος που έχουμε αφηγηθεί την ιστορία – με σκηνές, χωρίς αφηγητή και voiceover – είναι τέτοιος που θα μπορούσε να μεταφερθεί και στην οθόνη, ίσως σαν σειρά δέκα επεισοδίων. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα ήταν κοστοβόρο, αλλά αν γινόταν σωστά θα μπορούσε να είναι και εμπορικό. Και το σχετικό link...
  5. Σε όποιο κομιξάδικο της Ιταλίας κι αν ζητήσεις κάτι «καλό» και «ιταλικό», είναι το πρώτο όνομα που θα σου προτείνουν. Τα έργα του Zerocalcare συνδυάζουν τις αρετές της αφοπλιστικής ειλικρίνειας της αυτοαναφορικότητας και του έξυπνου αλλά όχι επιτηδευμένου χιούμορ. Αν προσθέσεις σε όλα αυτά λίγη 90s καλτίλα, μια αίσθηση ματαιότητας και ένα απλό, οριακά καρτουνίστικο σχέδιο, που αψηφά κάθε κανόνα ανατομίας, έχεις στα χέρια σου το νέο φαινόμενο της ιταλικής σκηνής κόμικς. «Γένοβα. Η μεγάλη καμπή της ζωής μου. Ήμουν 18. [...] Οι μέρες των G8 ήταν μέρες πολύ έντονες, μας έκαναν αυτό που είμαστε σήμερα. Ήταν μια εμπειρία που μας καθόρισε, είτε θετικά είτε αρνητικά», διηγείται ο Zerocalcare – κατά κόσμον Michele Rech – για τις ημέρες διαμαρτυρίας στη Γένοβα, με αφορμή τη Σύνοδο των G8 της 21ης Ιουλίου του 2001. Το πλήθος των διαδηλωτών έδωσε σε αυτή τη διαμαρτυρία κατά της παγκοσμιοποίησης μια θέση στην ιστορία – κυρίως, όμως, θα μείνει αξέχαστη ως η μεγαλύτερη παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά διαδηλωτών στη σύγχρονη ιστορία. Είναι απολύτως λογικό πως το βίωμα μιας τέτοιας ιστορικής στιγμής μπορεί να σε καθορίσει –εν προκειμένω, όχι μόνο ως άνθρωπο, αλλά και ως καλλιτέχνη: «Το πρώτο μου πείραμα σε “κανονικό” κόμικ ήταν η περιγραφή αυτής της εμπειρίας. Όχι κατευθείαν, αλλά ένα χρόνο μετά, όταν συνέλαβαν είκοσι πέντε άτομα για καταστροφές και λεηλασία. Μετά απ’ όσα είχαμε περάσει, έβλεπα ότι δεν είχε τελειώσει ακόμα», εξηγεί ο Zerocalcare στο «χρονολόγιο» της πρόσφατης έκθεσης, αφιερωμένης στο πολυδιάστατο έργο του, στο μουσείο MAXXI στη Ρώμη. Ο Zerocalcare δεν βρέθηκε τυχαία εκεί. Είχε ξεκινήσει ήδη, τα τελευταία πριν από την ενηλικίωση χρόνια του, να αναζητά την ταυτότητά του, στα κοινωνικά κέντρα της Rebibbia, ενός ιδιαίτερου προαστίου της Ρώμης, το οποίο παραμένει μέχρι και σήμερα το σπίτι του. Παιδί της σκληροπυρηνικής punk σκηνής, συχνάζει στα κοινωνικά κέντρα και τις καταλήψεις, όπου και διαμορφώνει την κοινωνικοπολιτική του συνείδηση, αλλά και το καλλιτεχνικό του υπόβαθρο. Σε μια από τις πρώτες του ιστορίες, ο Ντόναλντ με τους Μουργόλυκους κάνουν κατάληψη στο Θησαυροφυλάκιο του Θείου Σκρουτζ, με τον επιθεωρητή Ο’ Χάρα να προσπαθεί μάταια να τους διώξει. Αν και η συγκεκριμένη έμεινε ανολοκλήρωτη, σταδιακά οι δουλειές του Michele βρήκαν τον δρόμο τους σε αυτοεκδόσεις της underground punk σκηνής, ενώ συχνά πυκνά καλούνταν να επιμεληθεί σχέδια για μπλουζάκια, αφίσες συναυλιών ή συγκεντρώσεων, εξώφυλλα δίσκων... Στην ανατολή της νέας χιλιετίας, έρχεται η περίοδος των διαδικτυακών forum: εκεί όπου οι αντιπαραθέσεις στις πλατείες και τους δρόμους δίνουν τη θέση τους σε ιντερνετικές ανταλλαγές απόψεων, με την ανωνυμία των nicknames να αντικαθιστά τα μαντίλια και τις κουκούλες των χούντιζ (hoodies). Επηρεασμένος από την τηλεοπτική διαφήμιση ενός καθαριστικού για σίδερο ρούχων, του ZeroCal, εγγράφεται σε ένα forum διαλόγου με το ψευδώνυμο Zerocalcare. Έκτοτε, το ψευδώνυμο αυτό τον ακολουθεί ως υπογραφή σε κάθε καλλιτεχνική δημιουργία του – η αναγνωρισιμότητα θα έρθει, βέβαια, λίγα χρόνια μετά. Ο Zerocalcare στήριξε την καμπάνια συγκεντρώσεων #mai_con_Salvini (ποτέ με το Σαλβίνι) με σειρά εικονογραφήσεων Από το 2000 μέχρι το 2011, οπότε και εκδίδει το πρώτο του βιβλίο, ο Zerocalcare δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια. Συμμετέχει με μικρές ιστορίες σε περιοδικά, ανθολογίες, φανζινάκια, εφημερίδες και ένθετα. Ιστορίες για τη Γένοβα, ιστορίες αντιφασιστικών αγώνων, ιστορίες για τα θύματα της κρατικής καταστολής και του ιταλικού νεοφασισμού. Σιγά σιγά, όμως, αναδύεται στα κόμικς του ένα άλλο στοιχείο, το οποίο μέλλει να κυριαρχήσει στις επόμενες δουλειές του: το στοιχείο της έντονης αυτοαναφορικότητας. Το βιβλίο «La profezia dell’ armadillo» (Η Προφητεία του Αρμαδίλλο) είναι η πρώτη αμιγώς προσωπική εκδοτική προσπάθεια του Zerocalcare. Με αφετηριακό σημείο τον θάνατο μιας παιδικής του φίλης, ο Zerocalcare αφήνει τον εαυτό του ελεύθερο σε μια γραφή αμιγώς συνειρμική – χωρίς ξεκάθαρο στόχο, γράφει για ότιδήποτε τον απασχολεί, κάνοντας συχνές αναδρομές στο εφηβικό του παρελθόν. Γκράφιτι του Zerocalcare σε έναν τοίχο της περιοχής του, στη Rebbibia (Ρεμπίμπια) της Ρώμης Με την Προφητεία του Αρμαδίλλο ξεκινάει μια ξέφρενη πορεία, καθοριστική όχι μόνο για τον νεαρό σχεδιαστή κόμικς, αλλά και για τη σύγχρονη ιταλική παραγωγή κόμικς. Ο Zerocalcare γίνεται γρήγορα ένα φαινόμενο. Φαινόμενο εκδοτικό – η αυτοέκδοση της «Προφητείας» πούλησε σε χρόνο-ρεκόρ 5.000 αντίτυπα, για να περάσει αργότερα στην «αγκαλιά» του εκδοτικού οίκου Bao Publishing και να επανεκδοθεί άλλες τόσες –, αλλά και φαινόμενο καλλιτεχνικό. Πρόκειται για ένα είδος γραφής που έλειπε όχι μόνο από την ιταλική σκηνή κόμικς, αλλά από την 9η Τέχνη του 21ου αιώνα, συνολικά. Ιστορίες για την απλή αλλά ενίοτε σκληρή καθημερινότητα, χωρίς καμία διάθεση εντυπωσιασμού, αποτυπώνονται ειλικρινά και εξερευνούν τα σημεία ταύτισης με τους αναγνώστες, κυρίως αυτούς της γενιάς που βίωσε την εφηβεία της στη δεκαετία του ’90. Μια γενιά που μεγάλωσε υπερπροστατευμένη από την οικογενειακή και οικονομική θαλπωρή μια οικονομίας σε άνθηση, για να βρεθεί ξαφνικά μετέωρη σε μια διαρκή αβεβαιότητα, εντελώς απροετοίμαστη. Εύλογα, λοιπόν, οι αναφορές του στη σημερινή πραγματικότητα αποπνέουν μια αίσθηση ματαιότητας, η οποία συνοδεύεται από ένα ιδιαίτερο είδος βιτριολικού χιούμορ, το οποίο δεν τοποθετείται εκεί για να απαλύνει τις πληγές, αλλά για να τις ξύσει με βαρβαρότητα. Στον αντίποδα, οι αναδρομές στο ξέγνοιαστο παρελθόν της παιδικής ηλικίας εκπέμπουν μια έντονη μελαγχολία, μια ενδόμυχη επιθυμία του συγγραφέα να επιστρέψει και να μείνει για πάντα εκεί. Το μπάνερ της ιστοσελίδας του Zerocalcare Παράλληλα με το πρώτο του βιβλίο, ο Zerocalcare ανεβάζει την προσωπική του ιστοσελίδα: www.zerocalcare.it. Ο συνδυασμός παραδοσιακής και διαδικτυακής παρουσίας γρήγορα τον καθιστά έναν από τους πιο δημοφιλείς δημιουργούς κόμικς της γείτονος χώρας, χαρίζοντας στα βιβλία του διαρκή «ρεκόρ» πωλήσεων και θέσεις στα best seller, τόσο σε βιβλιοπωλεία όσο και σε ιστοσελίδες πωλήσεων, όπως το amazon. Από τη Ρώμη... στο Κομπάνι Αφομοιώνοντας αρμονικά διαφορετικά είδη αφήγησης, ο Zerocalcare παρουσίασε, το 2017, μια από τις πιο ιδιαίτερες δουλειές του: το Kobane Calling. Στα βήματα της επιτόπιας, «ερευνητικής... κομικσογραφίας» του Joe Sacco, αποφασίζει να επισκεφτεί τις γραμμές του «κουρδικού» πολέμου, στα σύνορα Τουρκίας - Συρίας. Το ενδιαφέρον του για τον κουρδικό λαό και τους αγώνες του είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν, όταν ο Οτσαλάν είχε καταφύγει στην Ιταλία προς αναζήτηση ασύλου, πριν τελικά αιχμαλωτιστεί στην Κένυα και εκδοθεί στην Τουρκία. Τους λόγους που τον οδήγησαν σε αυτό το ταξίδι, αλλά και τη συνακόλουθη καταγραφή των όσων έζησε σε κόμικ εξηγεί στις σελίδες του έργου του. Εντυπωσιασμένος από το εγχείρημα της Ρόζαβα, της έκτασης της Συρίας που ανακήρυξαν ως αυτόνομη οι Σύροι Κούρδοι κατά τον συριακό εμφύλιο, ήθελε να δει με τα μάτια του, αλλά και να μεταφέρει στο χαρτί το πειραματικό μοντέλο συμβίωσης που οργανώθηκε με βάση ένα κοινωνικό συμβόλαιο που μιλάει για χειραφέτηση των γυναικών, εθνική και θρησκευτική συνύπαρξη, οικολογία και αναδιανομή του πλούτου. Την ίδια στιγμή, ήθελε το βιβλίο του να αποτελέσει μια παραφωνία στη μονότονη βαβούρα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που επικεντρώνονται μόνο στους βομβαρδισμούς και τις συρράξεις, όταν καταπιάνονται με το ζήτημα. Φυσικά, δεν είναι δυνατόν να απουσιάζει το στοιχείο του πολέμου, αφού αποτελεί μια τραγική πραγματικότητα για τους κάτοικους της περιοχής. Άλλωστε, η πρώτη στάση της διαδρομής, το χωριό Μέσερ, από την τουρκική πλευρά των συνόρων, είναι σε απόσταση... βολής από το Κομπάνι, όπου οι Κούρδοι αντιστέκονται στις προσπάθειες του ISIS να το καταλάβουν. Εκεί, ο πρωταγωνιστής και δημιουργός της ιστορίας έρχεται σε επαφή με συναγωνιστές των Κούρδων πολεμιστών, συγγενείς τους, συντρόφους απ’ όλο τον κόσμο που φτάνουν εκεί για να προσφέρουν τις δυνάμεις τους και εθελοντική βοήθεια, αλλά και πολεμιστές που εγκαταλείπουν προσωρινά το μέτωπο για να ξεκουραστούν και να αναρρώσουν. Το Kobane Calling δημοσιεύεται σε συνέχειες, στα ελληνικά, στο περιοδικό Μπλε Κομήτης και αποτελεί ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα από κάθε άποψη. Πρόκειται για μια ιστορία γεμάτη πληροφορίες, χωρίς να γίνεται διδακτική, στραμμένη στην ανάγκη του κουρδικού λαού για ειρηνική συνύπαρξη και ελευθερία. Με το χιούμορ του Zerocalcare διαρκώς διακριτικά παρόν, το Kobane Calling δεν είναι μια απόπειρα ιστορικής καταγραφής, αλλά μια ιστορία ανθρώπινη. Το γεγονός ότι όσοι πρωταγωνιστούν σε αυτή δεν είναι χαρακτήρες - αποκυήματα της φαντασίας του δημιουργού, αλλά πραγματικοί άνθρωποι – κάποιοι εκ των οποίων δεν ζουν σήμερα για να διαβάσουν την ιστορία – κάνει τον αντίκτυπό που αφήνει ακόμα πιο δυνατό. Και το σχετικό link...
  6. Αδελφοί Ρετζαίοι: Η ζωή και ο θάνατος των τελευταίων λήσταρχων των ελληνικών βουνών Ένα κόμιξ σαν βαλκανικό γουέστερν- και η πραγματική ιστορία πίσω από αυτό. Ήπειρος, 1909, λίγα χρόνια πριν την απελευθέρωση και την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος- στο Ανώγι, ένα απομονωμένο, ορεινό χωριό, ζωοκλέφτες δολοφονούν έναν κτηνοτρόφο συντοπίτη τους όταν αυτός τους κατήγγειλε στις οθωμανικές αρχές. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1916 οι δύο γιοι του, ο Γιάννης και ο Θύμιος Ρέντζος σκοτώνουν τους φονιάδες του πατέρα τους και περνάνε στην παρανομία. Το κίνητρο της εκδίκησης λειτούργησε σαν θρυαλλίδα μιας καταιγιστικής ιστορίας: για την επόμενη 20ετία τα δύο αδέρφια, οι λήσταρχοι Ρεντζαίοι, οι «βασιλείς της Ηπείρου» όπως πολλοί τους αποκαλούσαν, αιματοκύλισαν την ευρύτερη περιοχή. Φόνοι, ληστείες, απαγωγές: 80 νεκροί και εκατομμύρια δραχμές η λεία των δύο αδερφών και της συμμορίας τους. Οι ληστές είναι αδίστακτοι- το 1925 ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος δελεάζει με αμνηστία όποιον παράνομο παραδοθεί, ‘προσκομίζοντας’ στις Αρχές ως ‘πεσκέσι’ της μεταμέλειάς του το κεφάλι ενός άλλου ληστή: οι Ρεντζαίοι εκτελούν εν ψυχρώ δύο συντρόφους τους και τους αποκεφαλίζουν. Το επίσημο κράτος όχι μόνο τους συγχωρεί αλλά και τους εγκολπώνει και αποπειράται να τους χρησιμοποιήσει- οι πρώην ληστές καθοδηγούν αποσπάσματα της χωροφυλακής στην καταδίωξη άλλων παρανόμων που δρουν στα ηπειρώτικα βουνά. Οι Ρεντζαίοι, επιχειρηματίες και στον κατασκευαστικό τομέα πλέον, ζούνε σε αρχοντικό μέσα στα Γιάννενα και συναναστρέφονται την ‘καλή κοινωνία’ της πόλης. Το 1926 όμως πραγματοποιούν τη ληστεία της Πέτρας, την πιο πολύνεκρη ληστεία στα ελληνικά χρονικά: στη διαδρομή από Πρέβεζα προς Γιάννενα ‘χτυπάνε’ μια χρηματαποστολή της Εθνικής Τράπεζας. Φράζουν το δρόμο με κορμούς δέντρων και έφιπποι γαζώνουν το αυτοκίνητο. Ο απολογισμός της γκαγκστερικής ενέδρας: 8 νεκροί και 15 εκατομμύρια δραχμές... Οι Ρεντζαίοι διαφεύγουν στα Βαλκάνια και λίγα χρόνια αργότερα συλλαμβάνονται στη Βουλγαρία- εκτελούνται το πρωί της 5ης Μαρτίου του 1930 στην τάφρο του φρουρίου της Κέρκυρας. Η ζωή και η δράση τους, σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό, συναρμολογεί ένα ελληνικό γουέστερν που κάνει τον διάσημο Νταβέλη να φαντάζει ‘σχολιαρόπαιδο’: ο δημιουργός κόμιξ Γιώργος Γούσης και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας (true crime stories) Γιάννης Ράγκος, μετά τον ‘Ερωτόκριτο’ συνεργάζονται ξανά και ορμώμενοι από την πραγματική ιστορία των Ρεντζαίων, κατασκευάζουν ένα φιλμ νουάρ με μολύβι σε χαρτί. Τα δυο πρώτα επεισόδια αυτής της hard copy κινηματογραφικής ταινίας έχουν κυκλοφορήσει στα τεύχη 6 και 7 του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» (εκδόσεις Polaris). Και όταν η σειρά τελειώσει, θα ‘δεθεί’ και θα κυκλοφορήσει σε ένα συναρπαστικό, ογκώδες graphic novel των 200 σελίδων. «Δεν μεταφέρουμε στο κόμιξ επακριβώς την ιστορία των Ρεντζαίων», λέει ο Γιάννης Ράγκος. «Για αυτό και ονομάζουμε τους κεντρικούς μας χαρακτήρες Γιάννη και Θύμιο Ντόβα. Κρατάμε τον καμβά των βασικών γεγονότων, αλλά υπάρχει και η μυθοπλασία. Πολλά κομμάτια της ζωής των Ρεντζαίων δεν τα ξέρουμε καν- κι επίσης, το πρωτογενές υλικό δεν είναι πάντα αξιοποιήσιμο ή ενδιαφέρον». -Μια εμμονή με την ιστορική ακρίβεια μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος του έργου; (Γούσης) Πολλές φορές ο δημιουργός μένει τόσο πιστός στα πραγματικά γεγονότα που τελικά η ιστορία καταντάει βαρετή. Εμείς εμπνεόμαστε από την πραγματική ιστορία των Ρεντζαίων, δεν πειθαναγκαζόμαστε να την αναπαράγουμε εντελώς πιστά. (Ράγκος) Είναι διαφορετικό το εμπνευσμένο (inspired by) από το βασισμένο (based on)- το δεύτερο είναι πιο κοντά στο πραγματικό γεγονός. -Να μιλήσουμε για τον πυρήνα της ιστορίας; (Γούσης) Είναι η ζωή και ο θάνατος δύο ληστών, που είναι και αδέρφια. Ουσιαστικά είναι μια σάγκα που εξιστορεί όλη τους τη ζωή, από παιδιά, το 1909, όταν συμβαίνει το περιστατικό της ζωοκλοπής και του θανάτου του πατέρα, και τελειώνει με το θάνατό τους. Το τέλος τους γίνεται σαφές από την πρώτη σκηνή- έτσι ξεκινάει το βιβλίο, με τις τελευταίες ώρες πριν την εκτέλεσή τους. «Θα έχει 4 κεφάλαια το βιβλίο, των 50 περίπου σελίδων το καθένα», λέει ο Γ. Γούσης. «Στο πρώτο κεφάλαιο βλέπουμε πως έγιναν ληστές, το δεύτερο είναι η δράση τους στο βουνό, έως και τη νομιμοποίησή τους (παίρνουν αμνηστία κάποια στιγμή), το τρίτο είναι η δράση τους ως νόμιμοι, αμνηστευμένοι, επιχειρηματίες αλλά και διώκτες ληστών...» Λειτούργησαν δηλαδή όχι μόνο σαν «κλέφτες» αλλά και σαν «αρματολοί» (με την οθωμανική χρήση του όρου) οι Ρετζαίοι... (Ράγκος) Ναι, μπήκαν στην υπηρεσία του κράτους και κυνηγούσαν τους μέχρι πρότινος συντρόφους τους. -Ως παρακρατικοί; (Ράγκος) Όχι, επισήμως. Ως χωροφύλακες. Πως σήμερα το FBI χρησιμοποιεί έναν χάκερ; Ήταν άνθρωποι που είχαν το know how και οδηγούσαν τα αποσπάσματα της χωροφύλακης στην καταδίωξη άλλων ληστών. (Γούσης) Είχαν μισθό και όπλα από τη χωροφυλακή. Μόνο στολή δε γνωρίζω αν φορούσαν. «Το τρίτο μέρος τελειώνει με το αν θα γίνει ή όχι η μεγάλη ληστεία που διοργανώνουνε (Ληστεία της Πέτρας). Το τέταρτο κεφάλαιο ξεκινάει με τη ληστεία και αναπτύσσει όλη τους τη δράση μέχρι τη σύλληψή τους. Η φυγή στα Βαλκάνια, στην Αλβανία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία μετά». (Ράγκος) Εκεί συλλαμβάνονται, εκδίδονται στην Ελλάδα, δικάζονται, καταδικάζονται και εκτελούνται. Το φαινόμενο της ληστοκρατίας ξεκίνησε αμέσως μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους- οι Ρεντζαίοι ήταν οι τελευταίοι «ληστές των ορέων». -Ο Παλαιοκώστας σήμερα; Μερικοί τον θεωρούν «ληστή του βουνού». (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι ενσάρκωναν τον νόμο στο βουνό- ο Παλαιοκώστας δεν ασκεί νόμο, κρύβεται στο βουνό. «Οι πρώτοι ληστές τις δεκαετίες του 1830, 1840 είναι πρώην κλεφταρματολοί που δεν ενσωματώνονται, ούτε ως στρατιωτικοί ή αστυνομικοί, στους θεσμούς του νεοσύστατου κράτους», λέει ο Γιάννης Ράγκος. «Αισθάνονται προδομένοι, ανεβαίνουν πάλι στα βουνά και γίνονται παράνομοι. Αυτό το φαινόμενο κράτησε περίπου 100 χρόνια. Οι Ρεντζαίοι είναι οι τελευταίοι και με την εκτέλεσή τους ουσιαστικά τελειώνει και όλη αυτή η περίοδος. Είναι ένα φαινόμενο γενικευμένο που δεν αφορά μονο την Ελλάδα- υπάρχει μια καταπληκτική μελέτη του Χοπςμπάουμ (Οι Ληστές), που την χρησιμοποιήσαμε ως μελέτη τεκμηρίωσης και αναφέρεται σε όλα τα παρόμοια φαινόμενα και παραδείγματα, από τον Ρομπέν των Δασών έως τη Νότια Αμερική και τα Βαλκάνια, ενώ αναφέρεται και στην Ελλάδα». «Η ληστεία είναι το αποτέλεσμα της σύγκρουσης του προ- νεωτερικού και του νεωτερικού κράτους», συνεχίζει ο Γ. Ράγκος. «Αναπτύσσεται κυρίως στα βουνά, σε απομονωμένες περιοχές και προ- νεωτερικές κοινωνίες. Η νεωτερική μορφή της εξουσίας, θεσμοί όπως το κράτος, η αστυνομία, η δικαιοσύνη, συγκρούονται μαζί της. Σταδιακά οι περιοχές αυτές ξεφεύγουν από την απομόνωση, με την τεχνολογική πρόοδο, τα έργα υποδομής- τότε η ληστεία ξεκινά να φθίνει και σιγά σιγά χάνεται. Γιατί χάνεται και το πεδίο επί του οποίου δημιουργήθηκε». -Είχε και κοινωνική αποδοχή η ληστεία συχνά. (Ράγκος) Ο Πάντσο Βίλα, ο ηγέτης της επανάστασης στο Μεξικό το 1910, ληστής ήταν. Οι Ρεντζαίοι δεν ήταν κοινωνικοί ληστές όμως, δεν έγιναν ληστές εξαιτίας κάποιου κοινωνικού οράματος, τύπου Salvatore Giuliano (1922- 1950), ούτε Ρομπέν των Δασών- δεν έκλεβαν από τους πλούσιους για να τα δώσουν στους φτωχούς. Η δράση που ανέπτυξαν ήταν καθαρά ποινική- δεν είχε καμία κοινωνική προέκταση. Εκτελούσαν συμβόλαια ως πληρωμένοι δολοφόνοι, έκαναν ληστείες και απαγωγές εκβιάζοντας για λύτρα. (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι ήταν ληστές- εκδικητές. Πήραν εκδίκηση για τη δολοφονία του πατέρα τους και επειδή το αίμα φέρνει κι άλλο αίμα, για να γλιτώσουν το κυνήγι της αστυνομίας και του αντίπαλου σογιού, έγιναν παράνομοι. Χωρικοί τους μίσθωναν για να τους κάνουν τις βρώμικες δουλειές, κυρίως πράξεις εκδίκησης. «Πάρε δυο λίρες και σκότωσε αυτόν». Και σε εκλογές είχαν κάνει τραμπουκισμούς, ακόμα και δολοφονίες υπέρ υποψηφίων. -Στη ληστεία της Πέτρας η λεία ήταν πολύ μεγαλύτερη από δύο λίρες... Και σαν γεγονός η βιαιότητά του μου φέρνει στο νου την παλιά ατάκα «Σικάγο γίναμε».. (Γούσης): Δεκαπέντε εκατομμύρια δραχμές ήταν η λεία, αστρονομικό ποσό τότε. Οι Ρεντζαίοι την ίδια εποχή, ως νόμιμοι επιχειρηματίες, προσπαθούσαν να κλείσουν μια συμφωνία και να αναλάβουν την εργολαβία για τις προσφυγικές κατοικίες των Ιωαννίνων. Είμαστε στο 1926, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Και θέλανε να πάρουν την εργολαβία με λάδωμα, όπως γίνεται και σήμερα. Τα κέρδη τους, αν έκτιζαν ένα ολόκληρο χωριό, θα ήταν δύο εκατομμύρια δραχμές στους επόμενους έξι μήνες. Με την ληστεία της Πέτρας έβγαλαν δεκαπέντε σε μία μέρα... Ήταν ένα ποσό τεράστιο και σε όγκο- μετά τη ληστεία το έθαψαν και όταν πήγαν να πάρουν τα χρήματά τους βρήκαν μόνο τα μισά. (Ράγκος) Οι Ρεντζαίοι εισάγουν έναν καινούργιο τότε τρόπο δράσης, εφαρμόζωντας πρακτικές του οργανωμένου εγκλήματος. Παραδείγματος χάριν, το 1925 γίνεται η δικτατορία του Πάγκαλου- αυτός για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της ληστείας βγάζει ένα διάταγμα με το οποίο αμνηστεύονται οι ληστές που θα φέρουν στις Αρχές το κεφάλι ενός άλλου ληστή. Οι Ρεντζαίοι εκμεταλλεύονται αυτό το διάταγμα και σκοτώνουν συντρόφους τους, μέλη της συμμορίας τους. (Γούσης) Έχει ενδιαφέρον ότι τους Ρεντζαίους συμβουλεύει να προβούν σε αυτή την πράξη ένας τρίτος χαρακτήρας, οικονομικός παράγοντας στα Γιάννενα και άνθρωπος που κινεί τα νήματα στην τοπική κοινωνία. Αυτός λειτουργεί ως εγκέφαλος της συμμορίας, ως νόμιμη «προέκταση» της δράσης των Ρεντζαίων. Και ενώ τα δυο αδέλφια αρχίζουν να καταστρώνουν σχέδια για το πως θα κυνηγήσουν ληστές αντίπαλων συμμοριών, αυτός τους προτείνει να σκοτώσουν δικούς τους συντρόφους, μέλη της συμμορίας τους. Γιατί να ψάξουν άλλους; Κι αυτοί ληστές είναι και μάλιστα πολύ πιο εύκολοι στόχοι. Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται το στυγνά καπιταλιστικό, ωφελιμιστικό κίνητρο της δράσης. (Ράγκος) Κολοβός ήταν το όνομα του επιχειρηματία, υπαρκτό πρόσωπο. Παντρεύει την κόρη του με τον Γιάννη και πλέον οι ληστές ζούνε σε κεντρικό μέγαρο των Ιωαννίνων. Στο γάμο του Γιάννη και της Χαρίκλειας παραβρέθηκε όλη η αφρόκρεμα της γιαννιώτικης κοινωνίας, ο νομάρχης, ο αρχηγός της αστυνομίας. Όπως στο «Νονό», που στο γάμο της κόρης του- η σκηνή που ξεκινά η ταινία- γερουσιαστές είναι προσκεκλημένοι... «Πρόβαλέ το όλο αυτό στο σήμερα: ο πρώην μαφιόζος που ξαφνικά είναι μέλος της κοσμικής κοινωνίας. Ξεπλένει χρήμα- και ξεπλένεται και ο ίδιος». -Υπάρχουν λοιπόν εμφανείς αναλογίες με την εποχή μας; (Ράγκος) Εντελώς. Η ιστορία μπορεί να ειδωθεί και ως ένα κοινωνικοπολιτικό σχόλιο για την Ελλάδα της εποχής, που μοιάζει με την Ελλάδα που διαμορφώνεται και σήμερα. Απεικονίζει και την σύγχρονη μορφή του οργανωμένου εγκλήματος- ο πρώην μαφιόζος που νομιμοποιεί έσοδα από παράνομες δραστηριότητες αγοράζοντας ΜΜΕ για παράδειγμα. Με έναν επιχειρηματία, συνήθως στα όρια της νομιμότητας, όπως οι Ρεντζαίοι είχαν τον Κολοβό, ως σύμβουλο αλλά και βιτρίνα. Επίσης με ένα πολυεπίπεδο δίκτυο συνεργατών που εξαπλώνεται μέχρι την αστυνομία. «Οι Ρεντζαίοι από τη στιγμή που αμνηστεύθηκαν, έγιναν διώκτες των ληστών και ευυπόληπτοι επιχειρηματίες. Κάνουν δουλειές με τα υπουργεία αφού χώνουν χρήμα στα κατάλληλα πρόσωπα. Ξεπλύθηκαν πλήρως μέσα από επιχειρήσεις βιτρίνα- και θα είχαν παραμείνει ξεπλυμένοι, αν έναν χρόνο μετά, το 1926, δεν αποφάσιζαν να κάνουν τη ληστεία της Πέτρας. Αυτή η ενέργεια τους ξαναπερνάει στην παρανομία». -Δεν προξενεί έκπληξη η αποδοχή που είχαν οι Ρεντζαίοι από τις τοπικές κοινότητες; (Γούσης): Καμία έκπληξη. (Ράγκος) Οι μισοί τους αποδέχτηκαν από φόβο και οι μισοί γιατί είχαν να ωφεληθούν. Θα εργάζονταν σε δουλειές τους, θα τα είχαν καλά με την εξουσία- με την όποια εξουσία, ακόμα και με αυτή των Ρεντζαίων. -Και όταν μετά την αμνήστευσή τους μπήκαν στα Γιάννενα τους υποδέχτηκε πλήθος κόσμου... (Ράγκος) Ναι. Υπήρξαν βέβαια δημοσιογράφοι του τοπικού Τύπου που τους κοντράριζαν και είχαν δεχτεί απειλές. Γιατί είχαν αποκαλύψει ότι οι Ρεντζαίοι ήταν πίσω από τη ληστεία της Πέτρας. (Γούσης) Οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τους Ρεντζαίους και σαν θέαμα, σαν άγρια λιοντάρια που έρχονταν στην πόλη τους. Κάποιοι μπορεί και να τους συμπαθούσαν ή να προσδοκούσαν κάποιο όφελος- πολλοί όμως είχαν απλώς τη λογική του «ζωολογικού κήπου». Μετά τη σύλληψή τους, όταν τους μετέφεραν με το τρένο από τη Βουλγαρία, σε κάθε σταθμό σε κάθε σταθμό υπήρχε κόσμος που προσπαθούσε να τους δει από τα παράθυρα. Ως θέαμα. -Νομίζω δεν είναι σύνηθες στη ληστρική αφηγηματική παράδοση να είναι δύο οι κεντρικοί χαρακτήρες, πόσω μάλλον αδέρφια μεταξύ τους. (Γούσης) Ναι, συνήθως είναι ένας, ο αρχηγός και η συμμορία του. Εδώ είναι δύο και αυτό είναι ταυτόχρονα η δυναμή τους αλλά και η αχίλλειος πτέρνα τους. Αν χτυπούσες τον ένα, αμέσως και ο άλλος βρισκόταν σε δυσχερή, ευάλωτη θέση. Γιατί είχε πάντα στον νου του τον αδερφό του. Υπάρχει μια σκηνή- δεν θυμάμαι αν είναι πραγματική ή την επινοήσαμε- όπου χρησιμοποιούν τον Γιάννη ως συλληφθέντα για να παγιδεύσουν και τον Θύμιο. Γίνεται μια συμπλοκή, ο Θύμιος μπορεί να ξεφύγει αλλά παραδίνεται κι αυτός γιατί ο αδερφός του δεν μπορεί να τον ακολουθήσει. Ή και οι δύο ελεύθεροι, ή κανένας. (Ράγκος) Μεταξύ τους υπάρχει μια σχέση συνεχών συγκλίσεων και αποκλίσεων. Ενώ ξεκινάνε απόλυτα ενωμένοι- άλλωστε τους καθαγιάζει και το αίμα του πατέρα τους που μαζί εκδικήθηκαν- όταν βρίσκονται στην πόλη συντελείται η πρώτη μεγάλη μεταξύ τους ρωγμή. Γιατί ο μεγάλος αδερφός ενσωματώνεται πλήρως, θέλγεται από τον αστικό, νεωτερικό τρόπο ζωής και τα πλούτη, ενώ ο μικρός είναι ‘κολλημένος’ στο βουνό. Όχι από κάποια παραδοσιοπληξία- η φύση του είναι έτσι, ιδιοσυγκρασιακά είναι εκεί. Η ψυχή του έχει μείνει στο βουνό. -Ήταν καθάρματα οι Ρεντζαίοι; Ή οι ήρωες της δικής σας ιστορίας. (Γούσης) Υπάρχει μια αντίφαση που μας ενδιέφερε πολύ να διερευνήσουμε. Τα δύο αδέλφια είχαν μεταξύ τους μια σχέση απόλυτα ηθική, σχεδόν χριστιανική, τη σχέση που μακάρι να είχαμε όλοι οι άνθρωποι μεταξύ μας- αλλά ήταν οι δυο τους ενάντια σε όλη την κοινωνία. Το έγκλημα έγινε η δουλειά τους και από ένα σημείο και μετά ενσωματώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως ‘muscle’ από την αστική, καπιταλιστική τάξη- που δεν υπολόγισε όμως ότι αυτοί οι δύο τύποι μπορούσαν να είναι κάτι πολύ παραπάνω από απλοί εκτελεστές. Ξέφυγαν από τον έλεγχό της- και για αυτό τελικά καρατομήθηκαν. (Ράγκος) Πώς να εξετάσεις ηθικολογικά τη στάση ενός επαγγελματία δολοφόνου; Επειδή προέρχομαι και από τον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας, αυτό που εμένα ενδιαφέρει δεν είναι να δικαιολογήσω ή να καταδικάσω τις πράξεις των ανθρώπων, αλλά να τις ερμηνεύσω- με τα εργαλεία βέβαια της τέχνης, δεν είμαι ψυχαναλυτής. -Εντρυφώντας στην ιστορία τους, εντοπίσατε ανθρώπινα χαρακτηριστικά που μπορεί να είναι και γοητευτικά ή κατά κάποιον τρόπο εκτιμητέα; (Γούσης) Είναι οι ήρωες μας στο βιβλίο- προσπαθούμε να ταυτιστούμε μαζί τους, όχι για να πάρουμε θέση ή να τους κρίνουμε αλλά για να καταλάβουμε πως μπορεί να ήταν πραγματικά το κάθε γεγονός, η κάθε σκηνή - και να την αποδώσουμε ανάλογα. Δε γίνεται να μην προσπαθήσεις να μπεις στο μυαλό τους. (Ράγκος) Κατά τη γνώμη μου αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν natural born killers- αν δεν είχε δολοφονηθεί ο πατέρας τους, αν δεν ζούσαν εκείνη την εποχή, πιθανόν να μην είχαν γίνει ποτέ εγκληματίες. Οι Ρεντζαίοι (και οι Ντοβαίοι στο κόμιξ) είναι δημιουργήματα του ιστορικού χρόνου και του κοινωνικού σημείου, του χώρου όπου λειτουργούν. Άνθρωποι του ίδιου ‘πυρήνα’ σε άλλο χρόνο και χώρο μπορεί να ακολουθούσαν διαφορετική πορεία. -Δεν ήταν οι καλοκάγαθοι χωρικοί πάντως... (Ράγκος) Όχι, δεν ήταν. Τα εγκλήματά τους είχαν και ένταση και ψυχρότητα και κυνισμό. Ούτε σκοτώναν εξ’ ανάγκης. Ψυχαναλυτικά μπορούμε μάλλον να ανιχνεύσουμε μια ατελή συγκρότηση προσωπικότητας- και σίγουρα μια ‘ευκολία’ προς τη βία. Βέβαια η σχέση του ανθρώπου τότε με την έννοια του θανάτου, ειδικά σε απομονωμένες περιοχές, δεν ήταν η σχέση δέους που καταλαμβάνει τον σύγχρονο αστό... Η αφαίρεση λοιπόν μιας ζωής, για τον ηθικό κώδικα αυτών των περιοχών δεν ήταν τόσο αποκρουστική, αν στο μυαλό των ανθρώπων νομιμοποιείτο έναντι μιας ηθικής επιταγής, όπως η εκδίκηση. -Ποια στοιχεία της ιστορίας και των χαρακτήρων σας ιντρίγκαραν περισσότερο; (Ράγκος) Η ιστορία των Ρεντζαίων έχει στοιχεία νουάρ και βαλκανικού, ελληνικού γουέστερν- και διαρθρώνεται σε τρία επίπεδα: το action, αλλά και το κοινωνικοπολιτικό και το ψυχαναλυτικό. Είναι μια huge ιστορία με χαρακτήρες larger than life- και αναφέρεται σε μια εποχή που στην Ελλάδα ελάχιστα την έχουμε οπτικοποιήσει. Ο Αγγελόπουλος και ο Παπαστάθης είναι από τους ελάχιστους που έχουν αναφερθεί στην ληστοκρατία- δεν αναφέρομαι σε χαζοταινίες με φουστανέλες. Επομένως είναι και ένα πεδίο που δεν έχει ερευνηθεί- θέλουμε να το προσπαθήσουμε, να δούμε τι είναι αυτό που πυροδοτεί τις τόσο αιματηρές, τόσο ακραίες πράξεις αυτών των ανθρώπων. «Κυρίως οι άνθρωποι με τραγικό σου δίνουν τροφή μυθοπλαστική και υλικό προς διερεύνηση. Όπως έλεγε και ο Τολστόι (αν θυμάμαι καλά τη φράση του) : ‘Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν ιστορία- κι αν έχουν, είναι μια ιστορία που δεν ενδιαφέρει κανέναν’. Την καταβύθιση στον ανθρώπινο ψυχισμό σου επιτρέπουν να την κάνεις άνθρωποι που ζούνε οριακά. Πότε μας ενδιαφέρει η Κλυταιμνήστρα; Σίγουρα όχι όσο είναι μια ευτυχισμένη βασίλισσα. Πότε μας ενδιαφέρει ο Οιδίποδας; Όταν μαθαίνουμε ότι έχει σκοτώσει τον πατέρα του και έχει παντρευτεί τη μάνα του. Τότε τον διερευνούμε. -Κορυφώνεται λοιπόν και η ιστορία του κόμικ με κάποια ‘κάθαρση’, όπως της αρχαίας τραγωδίας; (Γούσης) Αν υπάρχει μια κάθαρση είναι η σκηνή (fiction) όπου οι Αρχές υπόσχονται στους συλληφθέντες ληστές πως μπορούν να γλιτώσουν τη θανατική ποινή αν «καρφώσουν»- αν μιλήσουν για όλη τους τη δράση με πρόσωπα και γεγονότα, αν αποκαλύψουν ποιοι τους υποστήριξαν και με ποιους συνεργάζονταν. Ο εισαγγελέας περιμένει από την απολογία τους να αντλήσει στοιχεία για άλλους ληστές- αυτοί όμως γράφουν τον επικήδειό τους κάπως... «Δε θα σας αποκαλύψουμε τίποτα, γιατί ήδη ξέρετε ποιοι είναι συνεργάτες μας- είστε σχεδόν όλοι σας. Πρέπει να μιλήσουμε για όλους, άρα δεν υπάρχει απάντηση. Και σαν άνθρωποι του βουνού θεωρούμε ότι είμαστε πιο κοντά σαν ψυχοσύνθεση με τα άγρια όρνια και τα τσακάλια, παρά με τους ανθρώπους. Και ζητάμε τα πτώματά μας να μην τα θάψετε, πάρα μόνο να τα αφήσετε να γίνουνε τροφή για αυτά τα ζώα». -Θέλω να πούμε δυο κουβέντες και για το σχέδιο του κόμιξ- προσωπικά τα μισά καρέ θα ήθελα να τα έχω σε πόστερ... (Γούσης) Η βασική επιλογή είναι το ασπρόμαυρο- ήθελα να αποδώσω την ατμόσφαιρα της εποχής και το γκρι τοπίο της Ηπείρου. Και τα πρόσωπα των ανθρώπων είναι τραχιά, σαν πέτρινα. Το κόμιξ έχει δράση αλλά δεν είναι εστιασμένο στο action κομμάτι της ιστορίας- είναι πιο ανθρωποκεντρικό, πιο ντοκιμαντερίστικο. Η αφήγηση είναι οριακά ακαδημαϊκή- δεν έχει σουρεαλισμό, ούτε υπερβολές. Προσπαθώ να βάλω σασπένς, αναπάντεχες γωνίες θέασης της ιστορίας αλλά δεν ήθελα να φαίνεται ο σχεδιαστής πάνω απ’ το έργο. -Το κείμενο είναι κι αυτό βαρύ- ‘λιγομίλητο’, ανεπιτήδευτο. (Ράγκος) Δε βάλαμε έντονη τη ντοπιολαλιά, όπως συχνά συμβαίνει, υποτίθεται για λόγους αυθεντικότητας- χρησιμοποιούμε στρωτά ελληνικά με λίγες ιδιαίτερες εκφράσεις. «Στρίψτο κακό θεέ μου» λέει η μάνα των ληστών κάποια στιγμή- μου άρεσε πολύ αυτή η φράση. Μια άλλη κεντρική επιλογή είναι να μην έχουμε λεζάντες, να μην υπάρχει αφηγητής δηλαδή. Και το κόμιξ έχει αρκετές σιωπηλές σκηνές, χωρίς ομιλίες και ανθρώπινους ήχους. Υπάρχουν σκηνές όπου υπονοείται ο ήχος ενός ποταμού, ή του ανέμου- σε άλλες η ένταση είναι άρρητη: μια έντρομη σιωπή και ο άνθρωπος που του έχει κοπεί η ανάσα, -Κεντρικό, διαχρονικό ίσως, απόσταγμα της ιστορίας; (Ράγκος) Το αρχικό κίνητρο της δράσης των ηρώων είναι η εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα τους- αυτό υπάρχει και σήμερα, ξέχωρα της βεντέτας στην Μάνη ή τα Ζωνιανά. Η ανθρώπινη ύπαρξη στον πυρήνα της παραμένει ίδια, χιλιετίες τώρα. Τα τεχνικά μέσα και οι συνθήκες, τα ρούχα ή τα όπλα αλλάζουν, αλλά ο άνθρωπος πάντα θέλει εξουσία, χρήμα, έρωτα. Οι επιθυμίες είναι ίδιες. Ο εξωτερικός φλοιός μπορεί να αλλάζει- η ουσία παραμένει η ίδια. Στη δική μας ιστορία η φουστανέλα, το μουστάκι και η ντοπιολαλιά είναι μόνο ο εξωτερικός φλοιός λοιπόν- με τον Γιώργο προσπαθούμε να βυθιστούμε κάτω από αυτό το ‘περιτύλιγμα’ για να αποδώσουμε την ιστορία αυτών των ανθρώπων όσο πιο διαχρονικά μπορούμε. (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι έκαναν μια τεράστια προσπάθεια αναρρίχησης, αφήνοντας μάλιστα πίσω τους μια παχιά κόκκινη γραμμή από αίμα- όταν φτάσανε στην δική τους κορυφή, πλούσιοι και ‘νομοταγείς’ πολίτες πλέον, αντί να απολαύσουν τη θέα από ψηλά, θυμήθηκαν το εθιστικό συναίσθημα της ανάβασης και βούτηξαν στο κενό. -|.~.|- Πηγή Ευχαριστούμε τον @albertus magnus που το ανακάλυψε και μας το σφύριξε
  7. Επιχειρώντας να καλύψει το κενό στις ανθολογίες σύγχρονων, ποιοτικών εναλλακτικών κόμικς για ενηλίκους, ο Μπλε Κομήτης έβαλε ψηλά τον πήχη από την πρώτη μέρα της έκδοσής του. Φτάνοντας στο έβδομο τεύχος του, αποδεικνύει ότι μπορεί να φτάσει ακόμα ψηλότερα. Απόσπασμα από το εξώφυλλο του τεύχους 6 του «Μπλε Κομήτη», σχεδιασμένο από τον Ηλία Κυριαζή Τα πρώτα τεύχη μιας περιοδικής έκδοσης είναι τα δυσκολότερα. Η θλιβερή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ελληνική εκδοτική παραγωγή τα κάνει ακόμη πιο δύσκολα. Κάθε έντυπο στην αρχή του πρέπει να βρει τα βήματά του, να διαμορφώσει το προφίλ του, να επιλέξει τους συνεργάτες του, να αποδείξει τη συνέπειά του και, πάνω απ’ όλα, να πείσει τους αναγνώστες του. Ο Μπλε Κομήτης (εκδόσεις Polaris), διμηνιαίος πλέον και έχοντας ήδη συμπληρώσει έξι τεύχη (το έβδομο θα βρίσκεται σε λίγες ημέρες στα βιβλιοπωλεία και τα περίπτερα όλης της Ελλάδας), υπό την αρχισυνταξία του δημιουργού κόμικς Γιώργου Γούση («Ιστορίες από τις Αθώες Εποχές», «Ερωτόκριτος» κ.ά.), πάει από το καλό στο καλύτερο, πείθοντας ακόμα και τους πιο δύσπιστους και επιφυλακτικούς για την αναγκαιότητα ενός περιοδικού με σύγχρονα κόμικς για ενήλικο κοινό μετά τη Βαβέλ, το Παρά Πέντε, τη Γαλέρα, το Mov, το Εννέα κ.ά. Ιδιαίτερα τα νέα κόμικς που εγκαινιάστηκαν στο έκτο τεύχος αφήνουν πολλές υποσχέσεις για τη νέα μορφή του περιοδικού, που μπαίνει στη δεύτερη περίοδό του και, όπως σημειώνεται στο editorial, «ξεκινά με νέες ελληνικές και ξένες μεγάλες σειρές, χωρίς, ωστόσο, να αγνοούνται οι μικρότερες αυτοτελείς ιστορίες αλλά και οι νέοι καλλιτέχνες». Απόσπασμα από τη σειρά «Ληστές» των Γιάννη Ράγκου και Γιώργου Γούση Βαθιά πολιτικό και οδυνηρά σπαρακτικό μέσα στο πικρό του χιούμορ, το «Kobane Calling» του Ιταλού δημιουργού Zerocalcare είναι μια συγκλονιστική αυτοβιογραφική σειρά και παράλληλα ένα οδοιπορικό στο κουρδικό Κομπάνι και στην αυτόνομη δημοκρατική Ροζάβα εν καιρώ πολέμου. Η έναρξη της σειράς, μάλιστα, συνοδεύεται και από μια κατατοπιστική συνέντευξη του Ιταλού καλλιτέχνη στον Θοδωρή Παπαδημητρόπουλο. Η «Σατανία» των Kerascoet και Fabien Vehlmann, από την άλλη, είναι μια ιστορία τρόμου που εξελίσσεται στα έγκατα της Γης, με πρωταγωνιστές μια ομάδα σπηλαιολόγων κατά την αναζήτηση ενός εξαφανισμένου φίλου τους. Τη ζωή και τον θάνατο των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα, περιβόητων και δημοφιλών παρανόμων στην Ήπειρο των αρχών του εικοστού αιώνα, περιγράφει η σειρά «Ληστές» των Γιάννη Ράγκου και Γιώργου Γούση, ενώ η «Άρπη» των Ηλία Κυριαζή και Έλενας Γώγου αποτελεί μια δυστοπική, μετααποκαλυπτική σειρά, με την έννοια της Θεοκτονίας στο επίκεντρο. Οι «Μέρες Λατρείας» των Στρατή Ρέλλου και Παναγιώτη Πανταζή επαναφέρουν τον αναγνώστη στη σύγχρονη εποχή και στις εφηβικές ανησυχίες κάπου στην ελληνική επαρχία, ενώ τον Μπλε Κομήτη συμπληρώνουν ο Αντώνης Βαβαγιάννης με δύο προσωπικές σειρές του («Ο Θάνατος» και «Αληθινά Κουραφέλκυθρα»), η Γεωργία Ζάχαρη με τη γλυκιά, αυτοβιογραφική «Ζάχαρη» και η Ίριδα Μούζου με τη «Ραλλού». Στο εξώφυλλο του τεύχους 6 του «Μπλε Κομήτη» ο Ηλίας Κυριαζής σχεδιάζει την «Άρπη», την ηρωίδα του ομώνυμου κόμικ σε σενάριο του Κυριαζή και σχέδιο της Έλενας Γώγου Με τέτοια έργα που καλύπτουν σχεδόν όλα τα είδη της πλούσιας σύγχρονης παραγωγής κόμικς, ο Μπλε Κομήτης φαίνεται να φτάνει, μόλις έξι τεύχη μετά την πρώτη κυκλοφορία του, σε επίπεδα σπάνιας ωριμότητας. Έτσι, θα παραμείνει σίγουρα για καιρό ακόμη «στην τροχιά των κόμικς», όπως λέει και ο επιτυχημένος υπότιτλός του. Και το σχετικό link...
  8. Ένας κομήτης που ένα χρόνο τώρα βρίσκεται σε τροχιά… και συνεχίζει... Εάν έπρεπε να επιλέξω το πιο όμορφο κόμικς που κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή δεν θα ήταν άλλο από το εξαιρετικό «Μπλε Κομήτης», το οποίο εδώ και 6 τεύχη δεν έχει σταματήσει να θαυμάζει και να μας δείχνει την αξία του. Μία πρωτοβουλία που ευοδώσε και με το παραπάνω, για μία έκδοση με 100% Ελληνικό περιεχόμενο, με πολλαπλές Ελληνικές δημιουργίες να το στολίζουν αλλά επίσης με εκτεταμένη αρθρογραφία, που περιλαμβάνει συνεντεύξεις, αφιερώματα αλλά και κριτικές σε κόμικς. Ένα πολύ-περιοδικό θα έλεγε κανείς και δεν θα έκανε λάθος. Αυτό το 18+ περιοδικό από τις εκδόσεις Polaris, εγκεκριμένο από την Επιτροπή Ελέγχου Κόμικς, έχοντας κερδίσει μεγάλη προσοχή από το Ελληνικό αναγνωστικό κοινό, από το 6ο τεύχος του ανανεώνεται με αυτή τη φορά προσθήκη Ξένων κόμικς, από εκλεπτυσμένους ξένους δημιουργούς, όπως επίσης θα περιέχει ιστορίες οι οποίες θα χωρίζονται σε πολλαπλές συνέχειες με σκοπό να γίνουν graphic novels στη συνέχεια [χωρίς βέβαια να παραγκωνίζονται οι αυτοτελείς δημιουργίες νέων Ελλήνων δημιουργών]. Το περιοδικό μετατρέπεται σε διμηνιαίο, μειώνονται οι σελίδες του σε 68 [από 84] και κοιτάει το μέλλον με αισιοδοξία… Ας περάσουμε στις ιστορίες του τεύχους τώρα. Το 6ο τεύχος ξεκινάει με το πρώτο ξένο κόμικς που φιλοξενείται, το Γαλλικό«Σατανία» [«Satania»] σε σενάριο Fabien Vehlmann και σχέδιο του διδύμουKerascoët [αποτελείται από τους Marie Pommepuy και Sébastien Cosset] με την απόδοση στα Ελληνικά να την κάνει οΚωστής Σωχωρίτης. Το πρώτο μέρος του κόμικς εκτείνεται σε 13 σελίδες, από τις 125 συνολικές του. Δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2016 κάνοντας θραύση στη Γαλλία, και έκτοτε μεταφράστηκε και στα Αγγλικά. Το συγγραφικό δυναμικό επιστρέφει μετά το υπέροχο «Beautiful Darkness», και αυτή τη φορά μας παραδίδουν ένα ακόμα υπέροχο έργο με στόχο να απορροφήσουν τον αναγνώστη και να τον φέρουν ένα βήμα πιο κοντά στη Κόλαση… Σε αυτή την εισαγωγή στην ιστορία, η νεαρή Τσάρλι μαζί με μια ομάδα διάσωσης, αναζητά τον αδερφό της που έχει χαθεί σε ένα σπήλαιο στα έγκατα της Γης ψάχνοντας την… Κόλαση. Σελίδα με τη σελίδα, μεταφερόμαστε όλο και πιο βαθιά, το σχέδιο γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρον, η ύπαρξη της Κόλασης συνδέεται αναπάντεχα με την εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου! Στοχαστικό, ανατρεπτικό, τρομακτικό, όλα τα καλά έχει το πρώτο μέρος που πραγματικά σε σημαδεύει… Το «Σατανία» είναι ένα κόμικ που όπως λέγεται «μπορεί να διαβαστεί από αριστερά προς τα δεξιά, και σε πηγαίνει διαρκώς προς τα κάτω». Ανυπομονώ για τη συνέχεια! Το «Ληστές» είναι το πρώτο Ελληνικό κόμικς που κόβεται σε συνέχειες, και μάλλον πρόκειται να μείνει στην ιστορία… 11 σελίδες και για α’ μέρος δεν θα μπορούσε να μην με είχε κατακτήσει συναισθηματικά περισσότερο… Μία κινηματογραφική ιστορία, με γρήγορες εναλλαγές σκηνών, έξυπνο σενάριο, καλογραμμένους χαρακτήρες που σου προκαλεί μία σύγχυση συναισθημάτων καθώς το διαβάζεις. Μία απεικόνιση της ζωής την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων, με σκληρότητα, ωμότητα και πάνω από όλα ευαισθησία. Προκαταλήψεις, ήθη, έθιμα απεικονίζονται ακριβώς όπως θα έπρεπε. Ένα κόμικς όπου στις 2 πρώτες σελίδες υπάρχει το σκοτάδι της φυλακής, ενώ στις επόμενες η ελευθερία η οποία μόνο ελευθερία δεν είναι… Μία απεικόνιση της κλασσικής Βαλκανικής οικογένειας και παράλληλα της καθημερινής ζωής. Η χαρές και οι λύπες που έχει η ζωή. Το α’ μέρος κλείνει και σου δίνει την εντύπωση λες και είναι ένα ολοκληρωμένο κεφάλαιο. ΟΓιώργος Ράγκος χτίζει έναν πραγματικό αριστούργημα, και καταφέρνει να σε ευαισθητοποιήσει απόλυτα στον κόσμο του τότε, με σημαντική τη βοήθεια του Γιώργου Γούση με το ατμοσφαιρικό του σχέδιο που δίνει την κατάλληλη νότα στην ιστορία. Εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα τα έτη 1909-1930 που συνέβησαν στην Ήπειρο και στα Βαλκάνια. Στη φωτογραφία της σελίδας 19 [2η της ιστορίας] απεικονίζονται μετά τη σύλληψή τους οι αδερφοί Ρεντζαίοι, ο βίος των οποίων αποτέλεσε την βασική έμπνευση για την μυθοπλασία του κόμικ «Ληστές» των Γούση - Ράγκου. Η «Άρπη», το κόμικς το οποίο παίρνει τον κεντρικό ρόλο στο τεύχος [το εξώφυλλο του #6 βασίζεται στην συγκεκριμένη ιστορία], ξεκινάει στο τεύχος με μονάχα 6 σελίδες, οι οποίες σου δίνουν μία πρώτη ματιά στο δυστοπικό μέλλον της ανθρωπότητας… «100 χρόνια πριν, οι Ξεχασμένοι Θεοί επέστρεψαν. Η βασιλεία του Ενός Θεού έληξε με το μαχαίρι τους στην καρδιά Του. Ο Τρόπος Του είχε αποτύχει. Η Ελεύθερη Βούληση είχε αποτύχει.» Έτσι ξεκινάει το νέο έπος τουΗλία Κυριαζή, ο οποίος είναι από τους πολυαγαπημένους μου δημιουργούς, σε σχέδιο της Ελένας Γώγου. Σχετικά με τους δημιουργούς, ο Κυριαζής κάνει το μεγάλο comeback του με αυτό το τεύχος [μετά από αρκετά χρόνια δημοσιεύει κόμικ κατευθείαν στα ελληνικά] και συναντά το new blood στην Έλενα Γώγου. Η ιστορία δείχνει άκρως ενδιαφέρουσα, και η Άρπη, η πρωταγωνίστριά μας δυναμική, και έτοιμη να αντιμετωπίσει κάθε κίνδυνο στηΘεοκτονία. Το σχέδιο μου άρεσε πολύ, από σενάριο θα πρέπει να περιμένουμε να δούμε συνέχεια για να είμαστε σίγουροι… Πολύ καλή ένταξη όμως! Το τρίτο και τελευταίο Ελληνικό κόμικς με πρώτη συνέχεια στον Μπλε Κομήτη, έχει τον τίτλο «Μέρες Λατρείας», και αποτελεί μία ακόμα απεικόνιση της εφηβικής ζωής και της καθημερινότητάς της.. Με φόντο τις Πασχαλινές διακοπές, όπου οι αστικές οικογένειες μετακινούνται σε υπαίθριο χώρο, κυρίως στους παππούδες, η ιστορία μας αφηγείται τις περιπέτειες του Τίτο, του Γιωργάκη και της Κορίνας, οι οποίοι τις φετινές διακοπές αποφασίζουν πως θα πρέπει να αποκτήσουν ερωτικό σύντροφο! Μία ιστορία ενηλικίωσης, μια γλυκόπικρη αλλά χιουμοριστική εκδοχή που μας βουτάει στα νερά των πρώτων εφηβικών ερώτων. Αυτούς που τους ζεις μόνο για μία φορά. Και οι ήρωες τους δεν βουτάνε έτσι απλά. Η απεικόνιση της έννοιας της αγάπης και του ρομαντισμού που κατακλείνουν τις σκέψεις των εφήβων, η αβεβαιότητα αλλά παράλληλα η αποφασιστικότητά τους όπως και ο αυθορμητισμός τους, δίνονται από το πενάκι του Παναγιώτη Πενταζή, σε σενάριο τουΣτρατή Ρέλλου. Ένα πανέμορφο κόμικς που σίγουρα θα μαγέψει… Η καλύτερη προσθήκη στο τεύχος δεν είναι άλλο από το φημισμένο έργο του Ιταλού κομίστα Zerocalcare, το «Kobane Calling»! Το καλύτερο κομμάτι του τεύχους χωρίς δεύτερη κουβέντα, η 4η δημιουργία του αγαπημένου Zerocalcare [δεν μπορώ να σταματήσω να λέω το όνομά του], με το «Η Προφητεία Του Αρμαντίλλο» που μεταφέρθηκε φέτος τον Σεπτέμβριο στους κινηματογράφους να σπάει ταμεία, και τα κόμικς του να πουλάνε 100.000 αντίτυπα παγκοσμίως, ο άνθρωπος έχει κάποια ιδιαιτερότητα για να έχει πετύχει τόσα! Αρχικά, να πούμε πως τα κόμικς του έχουν πολιτικό περιεχόμενο και το σενάριο έχει ως βασικό άξονα κυρίως τις εμπειρίες του. Επίσης, ο ίδιος είναι ο πρωταγωνιστής, άρα όλες οι ιστορίες έχουν να κάνουν με εκείνον. Ο Zerocalcare συμπληρώνει το κομμάτι που έλειπε από την Ιταλική σκηνή, και αυτό είναι τα κόμικς για την πραγματικότητα. Ουσιαστικά, είπε στοπ στην μυθοπλασία και έδωσε κάτι αληθινό στους αναγνώστες. Σε κάθε κόμικς του, ο Calcare σκέφτεται, ενεργεί, καθοδηγείται… Ο κόσμος του είναι ο δικός μας και ουσιαστικά είναι λες και εμείς είμαστε αυτός! Με πανέμορφο τρόπο αποτυπώνει τις ιδέες του και τις εμπειρίες του, δίνοντάς τους ένας χιουμοριστικό τόνο και μία ποιητική άδεια, και δεν αναπλάθει κανένας χαρακτήρα από την πραγματικότητα, παρά μονάχα τον εαυτό του! Το «Kobane Calling» αφηγείται τις εμπειρίες του Zerocalcare στη Συρία, σε ένα κόσμο όπου η ISIS εξουσιάζει τον φόβο. Στο α’ μέρος παίρνουμε 10 σελίδες γεμάτες νόημα, με κάθε μία από αυτές να εμβαθύνει στον χαρακτήρα του δημιουργού! Δημοσιεύθηκε στην Ιταλία από την BAO Publishing το 2016. Στον Μπλε Κομήτη περιλαμβάνεται και μία 4-σέλιδη συνέντευξη του δημιουργού που πρέπει να διαβαστεί οπωσδήποτε! Τα 3 τελευταία κόμικς είναι όλα αυτοτελή και Ελληνικά, γυρνώντας μας στην παλιά καλή εποχή του περιοδικού. Το «Αληθινά Κουραφέλκυθρα #1: Δίκες Ζώων» είναι απλά ότι καλύτερο… Το χιούμορ του Αντώνη Βαβαγιάννη -ο οποίος και έχει και το μονοσέλιδο «Ο Θάνατος» στο ίδιο τεύχος, επίσης υπέροχο- είναι απλά ότι καλύτερο. Τα ζώα είναι το καλύτερο αντικείμενο για σάτιρα και ο τρόπος που το εκμεταλλεύεται είναι υπέροχος. Το «Ζάχαρη» της Γεωργίας Ζάχαρη -απλή συνωνυμία ή κάτι παραπάνω (;) – καταλαμβάνει 7 σελίδες και ήταν αρκετά καλό… Το φόντο των αποκριών και των μεταμφιέσεων ήταν πανέξυπνο καθώς συνδυάζεται με το θέμα της ιστορίας, «ποιο είναι το ιδανικό ραντεβού», όπου στα ραντεβού πολλές φορές επιλέγεις να κρυφτείς και να «μεταμφιεστείς». Η Ζάχαρη ως χαρακτήρας καλογραμμένος, και η όλη φάση παίχτηκε με άρτιο τρόπο. Πραγματικά εξαιρετικό κόμικ και ελπίζω και σε άλλες περιπέτειές της… Τέλος, το δισέλιδο «Ραλλού – Ένας Συγκάτοικος… Μα Τι Συγκάτοικος!» μας δίνει ένα ακόμα σεξουαλικό κόμικς, υπενθυμίζοντάς μας πως το περιοδικό είναι για ενηλίκους. Πολύ όμορφη πρωτοβουλία του περιοδικού, καθώς το «Ραλλού» είναι ένα διαδικτυακό κόμικς της Ιρίδας Μούζου, και είναι όμορφο που Έλληνες καλλιτέχνες αναδεικνύονται μέσα από τον Μπλε Κομήτη… Τελικώς, ένα άρτιο τεύχος με 7 υπέροχα κόμικς και μία νέα εποχή πολλά υποσχόμενη! Αναμένουμε με ανυπομονησία την συνέχεια… comicstrends.blogspot.com
  9. Μετά τον "Ερωτόκριτο", ο Γιάννης Ράγκος και ο Παναγιώτης Πανταζής συνεργάζονται ξανά και ξανασυστήνουν στο αναγνωστικό κοινό ένα τα πιο δημοφιλή και "παιδικά" βιβλία των τελευταίων 80 ετών. «Τα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα εδώ και τρεις μήνες συστήνονται με έναν διαφορετικό τρόπο στο αναγνωστικό κοινό: Μέσα από το graphic novel που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Polaris», το σκοτεινό μυθιστόρημα παίρνει τη μορφή κόμικ και ζωντανεύει εκ νέου τις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων μέσα από φιλοτεχνημένα καρέ. Δράστες της πρωτοβουλίας είναι ο Παναγιώτης Πανταζής και ο Γιάννης Ράγκος, δύο από τους πιο αξιόλογους Έλληνες δημιουργούς. Ο Γ. Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γ. Γούση και τον Δ. Παπαμάρκο για τον «Ερωτόκριτο» ενώ ο Π. Πανταζής είναι μόνιμος συνεργάτης των περιοδικών «9» και «Μπλε κομήτης» κι έχει δημοσιεύσει πάνω από δεκαπέντε βιβλία με κόμικς. Μένοντας πολύ κοντά στο κείμενο της Δέλτα, το δημιουργικό δίδυμο κατάφερε να μεταφέρει καρέ-καρέ τις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν στα εδάφη που βρίσκονταν υπό την κατοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι δύο πλευρές βρέθηκαν στα όπλα, διεκδικώντας η καθεμιά το δικό της κομμάτι. Ο Παναγιώτης Πανταζής (αριστερά) και ο Γιάννης Ράγκος (δεξιά) Όπως εξηγούν στο News 24/7 οι δύο δημιουργοί, η μεταφορά ήταν πολύ δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία καθώς κλήθηκαν να "στριμώξουν" ένα έργο 600 σελίδων στις 114 σελίδες του graphic novel. Γιατί επιλέξατε να κάνετε τη μεταφορά των «Μυστικών του Βάλτου» σε κόμικ; Γιάννης Ράγκος (Γ.Ρ.): «Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για ένα από τα πιο εμβληματικά νεοελληνικά μυθιστορήματα. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι από την πρώτη του κυκλοφορία του, το 1937, έως τουλάχιστον το 2005 είχε ανατυπωθεί από τον εκδοτικό οίκο "Εστία", που το εξέδωσε, περισσότερες από 320 φορές. Βεβαίως, σε ένα βαθμό αυτό οφείλεται στο ότι είναι πλήρως ενταγμένο στον ονομαζόμενο «λογοτεχνικό κανόνα», ιδιαίτερα τις προηγούμενες δεκαετίες. Αυτό ωστόσο δεν μειώνει στο παραμικρό την προφανή γοητεία που ασκεί διαχρονικά στους αναγνώστες. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που διαθέτει αναμφισβήτητες λογοτεχνικές αρετές, ενώ ταυτόχρονα τοποθετεί τη δράση του σε μια περίοδο (Μακεδονικός Αγώνας), που ελάχιστες φορές έγινε αντικείμενο μυθοπλαστικής επεξεργασίας. Από την άλλη, αποτελεί και ένα κείμενο που διαθέτει άφθονη "πρώτη ύλη" προς εικονογράφηση - μάχες, συγκρούσεις χαρακτήρων, "σκληρές" προσωπικές ιστορίες κ.λ.π. -, κάτι που επίσης μας ενδιέφερε κατά τη διαδικασία μεταφοράς του σε μια άλλη τέχνη όπως αυτή των κόμικς.» Ένα έργο 600 σελίδων "στριμώχθηκε" στις 114 σελίδες του graphic novel Συγκυριακά, η έκδοση του κόμικ, συμπίπτει με την επίλυση του Σκοπιανού, ενός εθνικού ζητήματος που χρονίζει. Έπαιξε αυτό ρόλο στην επιλογή του έργου ή απλά ήταν μια χρονική συγκυρία; Γ.Ρ.: «Η προεργασία για το κόμικ ξεκίνησε ήδη από το 2015 κι ενώ δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμα η δουλειά για το προηγούμενο κόμικ (graphic novel) των Εκδόσεων Polaris «Ερωτόκριτος», στο οποίο ο Παναγιώτης (στο colouring) και εγώ (ως συν-σεναριογράφος με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο) είχαμε ενεργή εμπλοκή. Επομένως, η «παραγωγή» των «Μυστικών του Βάλτου» - η συγγραφή του σεναρίου και ο σχεδιασμός των 108 σελίδων του - διήρκεσε σχεδόν τρία χρόνια, σε μια εντελώς «ανύποπτη» από την άποψη της πολιτικής συγκυρίας περίοδο. Έτσι, όπως αντιλαμβάνεστε, η κυκλοφορία του κόμικ την προηγούμενη άνοιξη, όταν το ζήτημα του Σκοπιανού είχε αναδυθεί εκ νέου στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, δεν αποτελούσε παρά ένα τυχαίο γεγονός και δεν είχε καμία σχέση με τις δικές μας προθέσεις, οι οποίες ήταν αποκλειστικά καλλιτεχνικές». Χρειάστηκαν πάνω από τρία χρόνια δουλειάς για να γίνει η σωστή μεταφορά του μυθιστορήματος της Π. Δέλτα σε κόμικ Πώς είναι η διαδικασία να μετατραπεί ένα μυθιστόρημα σε εικόνες, καρέ και λίγες ατάκες; Παναγιώτης Πανταζής (Π.Π.): Είναι μια πρόκληση το να μεταφέρεις ένα έργο τέχνης από ένα μέσο σε κάποιο άλλο. Πράγματα που έχουν υπόσταση και νόημα ως λέξεις σε ένα μυθιστόρημα, σε ένα κόμικς μπορεί να μην φτάσουν καν στην επιφάνεια ενός balloon σε κάποιο καρέ, και να μείνουν ως περιγραφές στο σενάριο που θα κάνει εικόνα ο σχεδιαστής. Χρειάζεται να μπορέσεις να μεταφράσεις την οικονομία της λογοτεχνίας στην οικονομία του κόμικς. Και γι' αυτό χρειάζεται στενή συνεργασία σεναριογράφου και σχεδιαστή, για να επικοινωνεί ο ένας στον άλλον τι μπορεί να περάσει τα όρια ανάμεσα στα μέσα και σε τι μορφή. Δέκα σελίδες λογοτεχνίας μπορεί να αντιστοιχούν σε μια εικόνα ή μια γραμμή στο σενάριο να χρειάζεται δέκα σελίδες με εικόνες για να αποδοθεί όμορφα.» Γιατί επιλέγετε κλασικές ιστορίες; Είναι πιο εύκολο ή πιο δύσκολο από τη μεταφορά ενός πρωτότυπου σεναρίου; Γ.Ρ.: Μα δεν αφορά την ευκολία ή τη δυσκολία της δουλειάς. Η μεταφορά ενός μυθιστορήματος σε κόμικ, ειδικά όταν πρόκειται για ένα τόσο γνωστό και δημοφιλές κείμενο, παρουσιάζει μεν την "ευκολία" της έτοιμης πλοκής και των δοσμένων χαρακτήρων, αλλά από την άλλη ανεβάζει σημαντικά τον βαθμό δυσκολίας σχετικά με το πόσο "πιστή" στο πρωτότυπο θα είναι μια τέτοια μεταφορά, που θα πρέπει πρωτίστως να υπηρετεί τους αφηγηματικούς κώδικες του άλλου μέσου (του κόμικ), χωρίς εντούτοις να απομακρύνεται από τους κεντρικούς άξονες του αυθεντικού κειμένου. Σε κάθε περίπτωση, ας μην ξεχνάμε πως τα "Μυστικά του Βάλτου", όπως άλλωστε και ο «Ερωτόκριτος», εντάσσονται στη σειρά των Εκδόσεων Polaris για τη διασκευή σε graphic novels κλασικών κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας.» Ένα σχόλιο σας για το κόμικ στην Ελλάδα. Έχει διαδοθεί τα τελευταία χρόνια κρίνετε, πωλούνται περισσότερο από πριν και αν ναι γιατί; Π.Π.: «Δεν γνωρίζω αριθμούς πωλήσεων συνολικά, για να μπορέσω να κρίνω αν έχει μεγαλώσει το αναγνωστικό κοινό. Ξέρω όμως πως αυτή την στιγμή, στον χώρο των δημιουργών, συσσωρεύεται ενέργεια μεγαλύτερη από όση έχω δει ποτέ, στα 15 χρόνια που ασχολούμαι με αυτό. Νέοι δημιουργοί που φέρνουν νέες οπτικές εμφανίζονται διαρκώς. Ένα ακόμη συν είναι ότι πλέον ο χώρος μας, σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, έχει πολύ περισσότερες γυναίκες δημιουργούς, ΛΟΑΤΚΙ άτομα, παιδιά μεταναστών και προσφύγων, και μπορούμε να δούμε δουλειές με ακόμη μεγαλύτερο εύρος ερεθισμάτων.» Μπορεί να βιοποριστεί ένας νέος κομίστας σήμερα; Π.Π.: «Για αυτό θα χρειαστεί να ρωτήσετε κάποιον νέο κομίστα. Υποψιάζομαι πως δεν είναι εύκολο, είναι κάτι που χρειάζεται σκληρή δουλειά και τύχη για τις κατάλληλες συγκυρίες.» Στιγμιότυπο από την επίσημη παρουσίαση του κόμικ Έχετε ήδη μεταφέρει τον «Ερωτόκριτο» στην Ένατη Τέχνη. Τα επόμενα σχέδιά σας; Π.Π.: «Σχεδιάζω μια coming of age σειρά που θα αρχίσει να εμφανίζεται στον Μπλε Κομήτη από το επόμενο τεύχος του. Και είμαι στο στάδιο προσχεδίων για διάφορα άλλα πράγματα, που δεν είναι ανακοινώσιμα για την ώρα.» Γ.Ρ.: «Από την πλευρά μου, καθώς προέρχομαι από το χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας, γράφω ένα καινούργιο αστυνομικό μυθιστόρημα, ενώ παράλληλα βρίσκομαι στο στάδιο της προώθησης του πρόσφατου συλλογικού τόμου με βαλκανικές αστυνομικές ιστορίες «BalkaNoir» (εκδόσεις Καστανιώτη), που επιμεληθήκαμε (και συμμετέχουμε με ένα διήγημά μας) μαζί με τον φίλο συγγραφέα Βασίλη Δανέλλη. Σε ότι αφορά το κόμικ, με τον κομίστα Γιώργο Γούση δουλεύουμε εδώ και αρκετό καιρό μια πρωτότυπη ιστορία, που θα αρχίσει να δημοσιεύεται σε συνέχειες από το επόμενο (Δεκεμβρίου 2018) τεύχος του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» και κατόπιν θα κυκλοφορήσει σε άλμπουμ.» Το εξώφυλλο του graphic novel "Τα Μυστικά του Βάλτου" Και το σχετικό link...
  10. ΠΡΟΣΟΧΗ: ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΕΝΔΕΧΕΤΑΙ ΝΑ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΣΠΟΙΛΕΡ Μπλε Κομήτης #3- Οι αλλαγές, οι ανταποκρίσεις και η μεγάλη επιστροφή Ο Μπλε Κομήτης έφθασε αισίως το τρίτο τεύχος του και πλέον μπορούμε να πούμε πως δεν ήταν τελικά ένας διάτοντας αστέρας. Η αυξημένη ανάγκη για την παρουσία ενός περιοδικού που να συνδέει μεταξύ της την κόμικ κοινότητας της Ελλάδας και να την διαπλέκει με ένα τρόπο δημιουργικό αλλά και αξιολογικό φαίνεται πως βρήκε έναν άξιο ανάδοχο, κάτι που έλειπε μετά την απώλεια της Βαβέλ. Επιπλέον, με μεγάλη χαρά διαπιστώνουμε πως ο χώρος των σελίδων του Κομήτη μπορεί να μην είναι άπειρος, όπως ο ιντερνετικός, έχει όμως και αυτός μια υπερβατική ικανότητα, η οποία κάνει το σύγχρονο κοινό, συνηθισμένο στην ευκολία του Διαδικτύου, να ανυπομονεί για την συνέχεια ιστοριών που αγάπησε μέσα από το χαρτί. Πολλές από αυτές, όπως λόγου χάρη τα Γυμνά Οστά, η δυστοπική ιστορία επιστημονικής φαντασίας σε σενάριο του Δημοσθένη Παπαμάρκου, αγαπήθηκαν πολύ και η συνέχεια τους ήταν σταθερό αίτημα, το οποίο φαίνεται πως θα ικανοποιείται. Μάλιστα, τα Γυμνά Οστά σύρθηκαν μέχρι το εξώφυλλο του 3ου τεύχους! Τι άλλο όμως είχε ο Κομήτης που μας απογείωσε αυτό το μήνα; 1.Η ανταπόκριση από το Διεθνές Φεστιβάλ Κόμικ της Ανγκουλεμέ Ο Κομήτης έχει δείξει πως δεν θέλει να είναι μόνο ένα περιοδικό ιστοριών και εργογραφίας, αλλά και ανάλυσης. Μπορεί τα νέα και οι πληροφορίες να ταξιδεύουν ταχύτατα, αλλά η καταγραφή τους (και μάλιστα με τόσο ενθουσιασμό όπως γράφει η σχεδιάστρια Κατερίνα Αβράαμ) και η μετέπειτα ενατένιση τους έχει την δική της αξίας. Ειδικά όταν η εμπειρία αυτή είναι το ταξίδι στην πρωτεύσουσα του ευρωπαϊκό κόμικ και μάλιστα στην τεράστια γιορτή του, που είναι το φεστιβάλ της Ανγκουλεμέ, το οποίο φέτος άνοιξε τις πόρτες του στο έργο 3 σημαντικών Ιαπώνων καλλιτεχνών, του Osamu Tezuka, του Naoki Urasawa και του Ηiro Mashima, αλλά και σε καλλιτέχνες από χώρες όπως η Συρία, η Αίγυπτος, το Ιράκ, το Μαρόκο, η Τυνησία το Λίβανο, η Παλαιστίνη και η Ιορδανία. 2.Σεπαρέ Λατρεύουμε την Νορβηγία, την υπέροχα σουρεαλιστική και ατμοσφαιρική ταινία βρυκολάκων του Γιάννη Βεσλεμέ. Έτσι λοιπόν, όταν ο ίδιος ο δημιουργός της αναλαμβάνει να μας ξαναβυθίσει στα καταγώγια που συχνάζει ο Ζανό ο βρυκόλακας, δεν μπορούσαμε παρά να ενθουσιαστούμε. Η εικονογράφηση του Παναγιώτη Πανταζή μένει πιστή στο πολύχρωμο και cult χαρακτήρα του έργου, όπου αστροναύτες πίνουν για να ξεχάσουν τις εξωγήινες ερωμένες του, βαμπίρ προσφέρουν φρουτοσαλάτες και τα τριπαρίσματα δεν γίνονται μόνο από ναρκωτικά. Ιστορία γεμάτη ενέργεια, φαντασία αλλά και περισυλλογή κυρίως λόγω της τραγικότητας των χαρακτήρων. Ανυπομονούμε για περισσότερες τέτοιες ιστορίες ή έστω για νέες προβολές της Νορβηγίας! 3. Η συνέντευξη της Rutu Modan Λίγο πριν την επίσκεψη της στο φετινό Comicdom Con, η Ισραηλινή Rutu Modan συζητά με τον Θοδωρή Δημητρόπουλο και εικονογραφείται από τον Παναγιώτη Μητσομπόνο. Η συνέντευξη περιλαμβάνει μια επαρκή ανάλυση του έργου της δημιουργού, τα θέματα της οποίας ενώ πηγάζουν από την εβραϊκή κληρονομιά της προσφυγιάς και της περιπλάνησης, δεν περιορίζονται εκεί. Πράγματι, η Μοdan, σε έργα όπως το The Property ή το Εxit Wounds, όπως αναφέρει και η ίδια, δεν αρκείται στο να γράψει μια απλή ιστορία, αλλά περισσότερο μια κατάσταση μεταβλητής τραγικότητας, όπου τα άτομα επηρεάζονται και την ίδια στιγμή δεν μπορούν να αντιδράσουν και να την αλλάξουν. Το μόνο που μπορούν να αλλάξουν είναι τελικά ο εαυτός τους. Tαυτόχρονα, η Modan δεν αφήνει έξω από την συζήτηση ούτε την δραματική κατάσταση των Παλαιστινίων, που βρίσκονται, όπως οι Εβραίοι στον Β Παγκόσμιο πόλεμο, εκδιωγμένοι από τα σπίτια τους… 4. Γυμνά Οστά Η μεγάλη επιστροφή! Έχουμε ήδη αναφερθεί στο πόσο θετική ήταν η εντύπωση που μας έκαναν τα Γυμνά Οστά όταν τα είχαμε δει στο πρώτο τεύχος. Τώρα, αλλάζοντας σχεδιαστή και ύφος, αλλά καθόλου περιεχόμενο ή ατμόσφαιρα, τα Οστά επιστρέφουν και μας βάζουν ακόμα πιο βαθιά στην παράξενη συμβιωτική σχέση του ανθρώπου και της ανθρωποφάγας μηχανής που προσπαθούν να επιβιώσουν σε έναν κόσμο οριακά κατεστραμένο. Δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην κίνηση και χωρίς παράλληλη αφήγηση, το δεύτερο κομμάτι πατά πάνω στα θεμέλια του πρώτου. Έχοντας ήδη δώσει μια ιδέα του post-apocalyptic κόσμου τους, ο Δημήτρης Πανταζής και ο Δημοσθένης Παπαμάρκος μεταπηδούν από το χτίσιμο στην δράση και δίνουν το έναυσμα για μια πολύ πιο πολύπλοκη ιστορία… 5.Τόπος Ψυχών Επιστρέφουμε μια άλλη μια φορά στο έργο του τρομερού Θανάση Πέτρου, ο οποίος αυτή τη φορά μας μεταφέρει σε ένα ταξίδι μέσα στην ιστορία, προσωπική και κοινωνική. Εικονογραφώντας το σενάριο του Δημέτρη Βανέλη (το οποίο με τη σειρά του βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά), ο σκιτσογράφος σκιαγραφεί μια ατμοσφαιρική ιστορία παράδοσης και πάρηχων του παρελθόντος, που ζωντανεύει μέσα από τις φασματικές σκιές του ασπρόμαυρου σχεδίου του. Το κατοικημένο μόνο από μνήμες χωριό της ελληνικής υπαίθρου, με την καμπάνα που ηχεί μόνη της και τις μελαγχολίες του καλεί τόσο τον πρωταγωνιστή όσο και μας, σαν μαγνήτης ενδοσκόπησης. Όμως τελικά το παρελθόν είναι φορτίο δυσβάστακτο, ακόμα και αν η αποδοχή του είναι το μόνο που ζητάς… Πηγή
  11. Μπλε Κομήτης: μια συζήτηση με τον Γιώργο Γούση από kaboomzine Επτά χρόνια μετά το τέλος της κυκλοφορίας του περιοδικού 9 της Ελευθεροτυπίας, ένα νέο περιοδικό κόμικ κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά: ο Μπλε Κομήτης! Για αυτό το τολμηρό εγχείρημα, ενάντια στην υποχώρηση του «έντυπου», στην οικονομική κρίση αλλά και στις προκαταλήψεις που υπάρχουν ακόμα γύρω από αυτή την τέχνη μας μίλησε ο αρχισυντάκτης του περιοδικού και καλλιτέχνης κόμικ Γιώργος Γούσης. Του κάναμε κάποιες ερωτήσεις και να τι μας απάντησε: Σε μία εποχή που η διασπαστικότητα του ίντερνετ καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας, τι ρόλο πιστεύετε ότι θα παίξει ένα έντυπο περιοδικό κόμικ; Μπορεί άραγε να οδηγήσει μια νέα γενιά αναγνωστών να ξανα-ανακαλύψει και να αγαπήσει το έντυπο; Και κάτι καθόλου δευτερεύον: ποιοι είναι οι όροι για την οικονομική βιωσιμότητα του εγχειρήματος; Oυσιαστικά, εμείς πιστεύουμε ότι το ίντερνετ αποτελεί μια άλλη φόρμα. Ακόμα και τα κόμικ που δημοσιεύονται στο ίντερνετ πρέπει να είναι προσαρμοσμένα για να διαβαστούν σε web περιβάλλον, πράγμα που σημαίνει πρώτα απ’ όλα ότι δεν μπορείς να δεις «σαλόνι», ότι δεν μπορεί να συνομιλήσει η μία σελίδα με μία άλλη, καθώς και ότι στο ίντερνετ τα κόμικ δεν αποθηκεύονται κάπου, δεν τα έχεις στην βιβλιοθήκη σου, δεν έχεις οπτική επαφή μαζί τους. Χάνονται, πρέπει να ξαναμπείς σε ένα site, πρέπει να τα ξαναβρείς. Δεν πέφτουν τυχαία πάνω σου, όπως όταν τα έχεις σπίτι σου, όταν λόγου χάρη είσαι στο γραφείο σου, πέφτει το μάτι σου σε ένα κόμικ και αρχίζεις να το διαβάζεις. Επίσης, κάτι διαφορετικό σε σχέση με τα ιντερνετικά κόμικ είναι ότι το τελικό προϊόν υπάρχει μόνο όταν εκτυπωθεί. Ακόμη, στο ιντερνετικό δεν καταναλώνεις τον ίδιο χρόνο, δεν μπορείς να πας εύκολα μπρος-πίσω όπως στο βιβλίο, να το μυρίσεις...Δηλαδή, είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Τώρα, το ότι κάποιος ασχολείται περισσότερο με το ίντερνετ, ίσα ίσα καθιστά και το βιβλίο κάτι το πιο ιδιαίτερο. Θες να είναι ένα ευχάριστο διάλειμμα στην καθημερινότητά σου. Και κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί με ένα περιοδικό κόμικ. Όσον αφορά στο ζήτημα του εντύπου, θα έλεγα ότι οι εφημερίδες και οι ειδήσεις, παραδείγματος χάρη, έχουν περάσει στο ίντερνετ, αλλά το κόμικ και η λογοτεχνία δεν έχουν περάσει στο ίντερνετ. Δεν μπορούν να περάσουν στο ίντερνετ.Δεν διαβάζει κανείς μυθιστόρημα στο ίντερνετ, ούτε μπορεί να διαβάσει ένα γκράφικ νόβελ στο ίντερνετ– αν και μπορεί ενδεχομένως να διαβάσει κανείς ένα στριπ. Πάντως, η πρώτη επίδραση που θα έχει στον αναγνώστη το περιοδικό είναι ότι θα τον κάνει να βγει να το αγοράσει, να κάνει μία κίνηση που δεν κάνει πια, να βγει, παραδείγματος χάρη, μια βόλτα μέχρι το περίπτερο. Πράγμα που σήμερα το κάνουμε για να πάρουμε τσιγάρα, αλλά πλέον θα το κάνουμε και για ένα περιοδικό. Σχετικά με το οικονομικό ζήτημα, δεν ξέρω ακριβώς ποιο νούμερο θα ήταν το επιθυμητό. Πάντως, οι όροι για την οικονομική βιωσιμότητα του περιοδικού είναι να αγοραστεί από ένα κοινό κάποιων χιλιάδων ανθρώπων. Ίσως λιγότερων από 10.000, όμως κάποιες χιλιάδες άνθρωποι είναι έναςστόχος τον οποίο θεωρούμε όχι εύκολο, αλλά εφικτό. Καρέ από την ιστορία του ντετέκτιβ Φιλ Πωτ, που φιλοξενείται στο πρώτο τεύχος. Τι δυσκολίες έχει ο ρόλος του αρχισυντάκτη για σένα; Είναι εύκολο ένας καλλιτέχνης να δεχθεί δημιουργικές παρεμβάσεις στο έργο του, ιδίως από συνάδελφό του; Πώς λειτούργησε η συνεργασία μεταξύ τόσων καλλιτεχνών; Επιπλέον, ποια θα είναι τα κριτήρια με τα οποία θα επιλέγονται οι μελλοντικοί συνεργάτες; Kατ’ αρχάς, έχει τις ίδιες δυσκολίες που θα μπορούσε να έχει για οποιοδήποτε αρχισυντάκτη. Δεν είναι εύκολο ούτε να να κρίνεις ούτε να συνδιαλέγεσαι με ανθρώπους που έρχονται να σου ζητήσουν να δημοσιεύσεις κάτι δικό τους. Και φαντάζομαι ότι, ακόμη και αν δεν ήμουν ο ίδιος δημιουργός, πάλι την ίδια διαδικασία θα περνούσα. Τώρα υπάρχει ένα επιπλέον ρίσκο, γιατί ενδέχεται να με βλέπουν κατά κάποιον τρόπο«με μίσο μάτι», με τη λογική ότι μπορεί να τους κρίνω αυστηρά ή με βάση το δικό μου προσωπικό κριτήριο. Αλλά αυτό δεν ισχύει. Προσπαθώ να βλέπω τη δουλειά του δημιουργού και τη δουλειά του αρχισυντάκτη σε ένα περιοδικό ως δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Όσον αφορά τις καλλιτεχνικές παρεμβάσεις, το να επέμβεις δηλαδή στο έργο του άλλου, είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό κατ’ εμέ δεν είναι πρέπον. Εκεί δεν πρέπει να υπάρχει παρέμβαση. Υπάρχει συζήτηση και συνδιαλλαγή. Ο σκοπός ο δικός μας κατ’ αρχάς είναι το περιεχόμενο να έχει μία ποιότητα, να έχει μία αισθητική, να προτείνει κάτι και να είναι κατανοητό, να είναι σαφές, να μην έχει προβλήματα στην αφήγησή του κ.λπ. Προφανώς είμαστε ανοιχτοί στους ανθρώπους που επιθυμούν να προτείνουν πράγματα. Ήδη τις πρώτες 2-3 εβδομάδες που διανύουμε έχουμε δεχθεί με μεγάλη χαρά πάρα πολλές προτάσεις, και μάλιστα αρκετές αξιόλογες. Και είναι ενδιαφέρον ότι δεν πρόκειται για έτοιμες ιστορίες, αλλά γιαανθρώπους που μας δείχνουν ένα δείγμα δουλειάς και θέλουν να συμμετάσχουν, να βρουν έναν τρόπο να δημοσιεύσουν κάτι μέσα στο περιοδικό. Αυτός ήταν άλλωστε και ο κύριος λόγος που φτιάξαμε το περιοδικό. Γιατί, και εκδοτικά μιλώντας, δεν μπορούσαμε να διαχειριστούμε το υλικό που μπορεί να μας άρεσε και μπορεί να ερχόταν στα χέρια μας, αλλά δεν γινόταν να ενταχθεί σε κάποια έκδοση γράφικ νόβελ ή, γενικότερα, σε κάτι μεγάλο που μπορεί να εκδοθεί από έναν εκδοτικό οίκο που βγάζει βιβλία. Μία από τις πρώτες ιστορίες του πρώτου τεύχους είναι η διασκευή της «Παραλογής» από το Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου. Υπάρχει δηλαδή μία επαφή με την παράδοση και συγκεκριμένα με την ελληνική παράδοση σε ένα μέσο που οι περισσότεροι στην Ελλάδα το έχουν ταυτίσει με άλλα πράγματα, λόγου χάρη με την επιστημονική φαντασία. Αυτό υποδηλώνει κάτι ως προς τους στόχους και το πρόταγμα του Μπλε Κομήτη; Kαλά, το ότι έχει ταυτιστεί το κόμικ με την επιστημονική φαντασία, στον βαθμό που ισχύει κάτι τέτοιο, είναι πρόβλημα όσων έχουν αυτή τη θεώρηση, δεν είναι πρόβλημα των κόμικ. Τα κόμικ είναι απλά ένας τρόπος να αφηγείσαι ιστορίες. Δεν σου λέει κανείς ότι πρέπει να ταιριάζουν κάποιες συγκεκριμένες ιστορίες με κάποιο είδος. Προφανώς αν συνέβαινε αυτό δεν θα μιλούσαμε για τέχνη. Τώρα, μια επαφή με την παράδοση –και όχι μόνο με την παράδοση, αλλά και με την ελληνική πραγματικότητα, τους χαρακτήρες που κατοικούν στην Ελλάδα και ευρύτερα στη Μεσόγειο, στα Βαλκάνια, τις αφηγήσεις, τους μύθους, τις παραδόσεις και την πραγματικότητα της Ελλάδας αυτή τη στιγμή– είναι κάτι που μας αφορά σε μεγάλο βαθμό. Κυνηγάμε, ας πούμε, τέτοιες ιστορίες και τέτοιους ανθρώπους, που μπορούν να εκφράσουν αυτό το πράγμα, χωρίς βέβαια να αγγίζουν το εθνικιστικό στοιχείο. Επίσης, θέλουμε να έχουμε σχέση και με τη λογοτεχνία –που προφανώς και αυτή δεν έχει συγκεκριμένο είδος, δεν είναι μόνο η παράδοση, η επιστημονική φαντασία ή το αστυνομικό– και θέλουμε να συνδυάζουμε και συγγραφείς με δημιουργούς κόμικ. Επίσης, επιθυμούμε να φέρουμε κοντά δημιουργούς κόμικ μεταξύ τους μέσω συνεργασιών, αλλά και σεναριογράφους ή ειδικευμένους συγγραφείς κόμικ, στην προσπαθεία κατ’ αρχάς να περάσουν καλά, να γουστάρουν τη διαδικασία και να παραγάγουν πράγματα που τους αρέσουν, που κάνουν κέφι. Μόνο έτσι, πιστεύω, θα βγουν ιστορίες που θα ενδιαφέρουν και το κοινό. Αυτό το είδαμε και σε μια έκθεση πέρυσι με θέμα την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς («Ένα γλυκό ξημέρωμα»). Ήταν μια έκθεση με πολύ ωραίες δουλειές· αν είχε πάει κάποιος, εκπλησσόταν. Ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που έγινε και η κουβέντα για το περιοδικό, γιατί είδαμε πάρα πολύ ωραίες δουλειές με ελληνικά θέματα, οι οποίες έστεκαν φοβερά. Θεωρώ ότι πρέπει αρχικά οι δημιουργοί να έρθουν ένα βήμα πιο κοντά στο κοινό και στην πραγματικότητά του. Έτσι, το κοινό θα εκπαιδευτεί. Δεν θα έρθει το κοινό ένα βήμα πιο κοντά στα geeks, ας πούμε, του κόμικ. Ο επιδιορθωτής- Παναγιώτης Μητσομπόνος Στο πρώτο τεύχος, εκτός από τις ιστορίες και τα σκίτσα, υπάρχουν οι συνεντεύξεις του σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη και του street artist WD, που αναδεικνύουν τη σχέση τους (και κατ’ επέκταση τη σχέση του σινεμά και της street art, αντίστοιχα) με τα κόμικ. Σκοπεύετε και στο μέλλον μέσω των συνεντεύξεων να ανιχνεύετε τη διάδραση διαφόρων πεδίων με την τέχνη του κόμικ; Και ποια θα μπορούσαν να είναι αυτά; Η πολιτική; Η φιλοσοφία; Όπως είπα και πριν, κάνουμε μία προσπάθεια να ανοίξουμε την τέχνη του κόμικ και στις άλλες τέχνες, κυρίως στη λογοτεχνία, αλλά και το σινεμά και το street art. Και επειδή είμαστε περιοδικό που θα κάνουμε συνεντεύξεις, παρουσιάσεις κ.λπ., θέλουμε να στοχεύουμε και σε άλλες μορφές τέχνης, ακόμα και την ποίηση ή το θέατρο. Να μπορείς να βρεις πράγματα που συνδιαλέγονται πάντα με τα κόμικ. Από την άλλη, όσον αφορά στις ιστορίες, ψάχνουμε πράγματα που θα μας εκπλήξουν, δεν απορρίπτουμε μία ιστορία με πολιτικό υπόβαθρο, ούτε μία ιστορία με φιλοσοφικό υπόβαθρο, το αντίθετο μάλιστα. Όσον αφορά πάλι την πολιτική, εμείς δεν εκπροσωπούμε κάποια συγκεκριμένη πολιτική θέση, προσπαθούμε να είμαστε δημιουργικοί. Επίσης, δεν μπορούμε να πιάσουμε την πολιτική επικαιρότητα, καθώς βγαίνουμε κάθε τρεις μήνες. Επομένως, αν υπήρχε κάποια αναφορά, θα αφορούσε σε ένα γενικότερο πλαίσιο. Οπότε δεν μιλάμε για τα γεγονότα που τρέχουν, γιατί ένα τέτοιο περιοδικό, αν το πιάσει κάποιος στα χέρια του ύστερα από 20 χρόνια, δεν θα έχει κανένα νόημα, δεν θα καταλαβαίνει τι γίνεται. Προφανώς, δεν θα βάλουμε κάποιον που κάνει ένα μανιφέστο για ένα ναζιστικό μόρφωμα, όπως τη χρυσή αυγή, αλλά δεν θα βάλουμε και κάποιον που κάνει ένα μανιφέστο για ένα πολιτικό κόμμα. Δεν θέλουμε, από την άλλη, το περιοδικό να είναι και ένας χώρος ουδετερότητας. Θέλουμε να είναι ένας χώρος που να γίνεται χαμός. Έχει να κάνει με τη δημιουργικότητα. Πρέπει να είναι έντονα και τα συναισθήματα και αυτά που διαβάζει κανείς μέσα στις ιστορίες, ακόμα και underground και πορνό. Μιλάμε για πάθη, μιλάμε για ένταση, δεν έχει να κάνει με την ουδετερότητα σε καμία περίπτωση. Μένοντας λίγο στη σχέση του κόμικ με το σινεμά, θα θέλαμε να θίξουμε ένα ζήτημα στο οποίο αναφέρθηκε και ο Γ. Οικονομίδης στη συνέντευξή του: τα δύο αυτά είδη τέχνης μοιράζονται πολλές δομές, τρόπους αφήγησης και στοιχεία αισθητικής. Πώς εξηγείται λοιπόν η πολύ μεγαλύτερη απήχηση που έχει ο κινηματογράφος σε σχέση με το κόμικ; Kατ’ αρχάς, μπορεί ο κινηματογράφος με το κόμικ να μοιράζονται πολλά στοιχεία, αλλά έχουν και πολλές καίριες διαφορές. Από την άλλη, μιλάμε για το τι απήχηση μπορεί να έχει ένα κόμικ σε σχέση με μια ταινία ή ένα βιβλίο. Δεν μετριέται ακριβώς, γιατί αν μιλάς για μία επιτυχημένη ταινία και ένα επιτυχημένο κόμικ, μπορεί να είναι ίδια η απήχησή τους.Απλώς η ταινία έχει σκορπίσει πάρα πολλά λεφτά, οπότε πρέπει να κάνει μεγαλύτερο θόρυβο στα μέσα, μεγαλύτερες καμπάνιες.Και ήδη είναι ένα μέσο που αφορά πολύ κόσμο: ήδη στο σινεμά έχει 200-500 άτομα που θα το δουν, οπότε μιλάμε για ένα υπερθέαμα, ένα μεγάλο νούμερο ανθρώπων, ένα πράγμα που έχει φτιαχτεί για πολύ κόσμο. Αλλά δεν θεωρώ ότι είναι πιο διαδομένη τέχνη , απλά είναι πιο εντυπωσιακό το θέαμα, έχει πολύ περισσότερο κοινό, χρειάζεται πολύ περισσότερα λεφτά για να παραχθεί και έτσι χρειάζεται πολλούς ανθρώπους να δουλέψουν γι' αυτό. Συνεπώς από μόνο του,ως κατασκευή, είναι κάτι φτιαγμένο για πολλούς ανθρώπους και «στο γρήγορο». Δηλαδή μία ταινία μπορεί να μείνει μία εβδομάδα, μπορεί να μείνει ένα μήνα. Επίσης, είναι το πιο εύκολο μέσο ώστε ο θεατής να προσλάβει μία ιστορία. Στο βιβλίο ή στο κόμικ είναι ένα «τσικ» πιο εμπλεκόμενος στη διαδικασία. Ίσως, όμως, πράγματι, στην Ελλαδα το σινεμά να είναι πιο διαδεδομένο. Μην ξεχνάμε όμως ότι το βαρέλι απ' όπου τα τελευταία χρόνια το σινεμά αντλεί κατά κόρον ιστορίες είναι η λογοτεχνία και το κόμικ. Στην Αμερική είναι εξίσου διαδεδομένο το κόμικ με το σινεμά και είναι μέσα στην κουλτούρα τους, οι άνθρωποι που πηγαίνουν σινεμά θα διαβάζουν και κόμικ. Από την άλλη, τα τελευταία χρόνια τα κόμικ παγκοσμίως ανακαλύπτονται από ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο του κοινού και από subculture τείνουν πλέον να καταστούν μέρος της ποπ κουλτούρας. Το Hollywood και η αμερικανική τηλεοπτική παραγωγή έχουν παίξει μεγάλο ρόλο σ’ αυτό. Αυτό δημιουργικά είναι θετικό για τους καλλιτέχνες ή αποτελεί παγίδα για αναμασήματα και διασκευές του υπάρχοντος περιεχομένου; Koίτα, αν εγώ σαν καλλιτέχνης θέλω να κάνω Avengers, που κατά επέκταση μπορεί να γίνει μία ταινία ή οτιδήποτε, τα δικαιώματα ανήκουν σε μία εταιρεία. Πρέπει να γίνω μέλος, παραδείγματος χάρη, της Marvel. Oπότε τα δικαιώματα δεν ανήκουν σε εμένα, είμαι υπάλληλος μίας εταιρείας. Τώρα, αν θέλω να γίνω υπάλληλος μιας εταιρείας, ξέρω ότι υπάρχει ένας τρόπος, μπορώ να το κάνω και να πάρω μέρος σε αυτό. Έτσι και αλλιώς, είναι τόσο μεγάλη η δύναμη που έχει μία εταιρεία για να φτάσει στο Hollywood σε σχέση με εμένα, που θα βγάλω ένα βιβλίο σε μία οποιαδήποτε μικρή ή ανεξάρτητη εκδοτική εταιρεία, που δεν μπορώ να έχω αυτό στο μυαλό μου.Μου φαίνεται τρελό να το κάνω με σκοπό να το βρει κάποιος για να το κάνει ταινία. Όσον αφορά την επιρροή που ασκεί η επέλαση των υπερ-ηρώων στο σινεμά στους δημιουργούς, καλώς κάνεις και το κάνεις, αν σου αρέσει. Αν το κάνεις επειδή πιστεύεις ότι θα πουλήσει, έχεις εκ των πραγμάτων λάθος. Αυτό είναι σαν να εμπορεύεσαι νοσταλγία ή να πας να κάνεις κάτι που μοιάζει με το Game of thrones: θα είναι κάτι που θα μοιάζει με το Game of thrones, δεν θα είναι όμως κάτι πρωτότυπο. Το κοινό δεν ξέρει τι θέλει, θέλει κάτι που θα το εκπλήξει. Βέβαια, ακόμα και το «αναμάσημα» θα έχει σίγουρα κάποιες καλές πτυχές, αν διασκεδάζεις στη διαδικασία δημιουργίας. Ο Γιώργος Γούσης με το πρώτο τεύχος του Μπλε Κομήτη. Ένα ακόμη πράγμα που μας έκανε εντύπωση στο πρώτο τεύχος του Κομήτη ήταν η έμφαση στο ερωτικό και μάλιστα στο σεξουαλικό στοιχείο. Θα αποτελέσει μόνιμο χαρακτηριστικό του περιοδικού; Και γενικότερα, τι ρόλο παίζει το σεξ μέσα στη μυθολογία των κόμικ; Όπως είπα και πριν, αυτό που μας ενδιαφέρει κυρίως είναι η ελευθερία στα διάφορα είδη και το να υπάρχει ένταση, να υπάρχει πάθος. Έτσι, θεωρήσαμε ότι δεν πρέπει να αποκλείσουμε τα πράγματα που έχουν να κάνουν με το σεξ–μια μεγάλη μερίδα που θεωρούταν και ψιλο-παράνομη όλα αυτά τα χρόνια–, αλλά να τα εντάξουμε, να τους δώσουμε μια καλή θέση μέσα στο περιοδικό. Γι' αυτό προφανώς υπάρχει στο εξώφυλλο το σήμα «18+», είναι νομικά τα κριτήρια, δεν μπορείς να δημοσιεύσεις κάτι χωρίς να προειδοποιείς. Θα αποτελέσει σίγουρα μόνιμο στοιχείο. Θα υπάρχει και σαν στήλη αλλά και γενικά είναι ελεύθεροι οι δημιουργοί να δείξουν και γυμνό. Δεν πρέπει να σπάσουμε τα ταμπού των κόμικ με το γυμνό αλλά τα ταμπού της κοινωνίας γενικότερα, οποιοδήποτε ταμπού. Και η καύλα είναι ένα στοιχείο που μας ενδιαφέρει στο περιοδικό ως νοοτροπία των δημιουργών, θέλουμε να καυλώνουν γι' αυτό που κάνουν, ό,τι και αν είναι αυτό. Οπότε, εάν είσαι καυλωμένος με αυτό που κάνεις, κατ’ εμέ, θα έχει ενδιαφέρον και το προϊόν, η τελική αφήγηση. Βέβαια, αρχικά δεν το σκεφτήκαμε έτσι, ότι δηλαδή θα επιχειρήσουμε να σπάσουμε κάποια ταμπού. Πολύ απλά, θεωρήσαμε το ερωτικό στοιχείο ως ένα σαφές μέρος των αφηγήσεων και συνεπώς σκεφτήκαμε ότι θα πρέπει να υπάρχει χώρος γι’ αυτό, όπως υπήρχε και στη Βαβέλ. Εντάξει, δεν θα το πάρει μία κυρία για το δεκάχρονο παιδάκι της, αλλά έτσι και αλλιώς δεν θα το έπαιρνε, γιατί δίπλα έχει μία ιστορία sci-fi με ρομπότ και ανθρώπους που κανιβαλίζουν άλλους ανθρώπους. Είναι ok αυτό για τους δεκαεξάχρονους, αν θεωρήσουμε ότι δεν είναι ok το σεξ; Πρόσφατα δήλωσες ότι το συχνότερο πρόβλημα με τα ελληνικά κόμικ είναι το σενάριο. Πώς εξηγείται κάτι τέτοιο σε μια χώρα με πλούσια αφηγηματική παράδοση; Εντάξει, το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και στο σινεμά. Δεν υπάρχουν σεναριογράφοι, γιατί δεν υπάρχει τόσο μεγάλη παραγωγή και δεν υπάρχουν άνθρωποι που να θεωρούνται εκ του επαγγέλματος σεναριογράφοι, δεν υπάρχει κάποιος που να του να αναθέσεις μία ιδέα και να τη φέρει εις πέρας τεχνικά. Κι αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπάρχει ακόμα τόσος όγκος δουλειάς και δεν έχει αναπτυχθεί αυτό το επάγγελμα. Επίσης, πολλοί άνθρωποι προτιμούν εδώ να γράφουν τα δικά τους, ακόμα και αν δεν είναι τεχνικά καταρτισμένοι για να γράφουν ένα σενάριο. Και το ίδιο υπάρχει και στα κόμικ, που είναι επίσης μια φρέσκια τέχνη, προτιμούν δηλαδή οι ίδιοι οι δημιουργοί να κάνουν το δικό τους. Και στο σινεμά υπάρχει αυτό, είναι ο «auteur», ο σκηνοθέτης που έχει όλη την ελευθερία, αλλά σπάνια υπάρχει κάποιος μεγάλος auteur που έχει την δυνατότητα να τα έχει όλα. Πρέπει ένας άνθρωπος να μπορεί να βγάζει λεφτά από το να γράφει σενάρια. Αν υπήρχε η δυνατότητα αυτή, αν μπορούσε να γίνει το επάγγελμά του, θα υπήρχαν και περισσότεροι, φαντάζομαι. Εντάξει, το σχέδιο είναι αυτό που βλέπει κανείς πρώτο, και όπως και με τον σκηνοθέτη στον κινηματογράφο, έτσι και ο σχεδιαστής έχει το πρόσταγμα και τον μεγαλύτερο όγκο δουλειάς. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στην Αμερική οι φίρμες είναι οι σεναριογράφοι στα κόμικ και όχι οι σχεδιαστές. Αλλά εκεί λειτουργεί ανάποδα, ο σεναριογράφος έχει τον απόλυτο έλεγχο της ιστορίας, μάλιστα αφηγείται καρέ-καρέ, εικόνα-εικόνα στον σχεδιαστή τι να κάνει. Πάντως, όσον αφορά την προσέγγιση σεναριογράφων, ήδη υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ότι μπορούν να γράψουν αλλά δεν μπορούν να σχεδιάσουν και στέλνουν υλικό. Από την άλλη, προσπαθούμε κι εμείς να βρούμε συγγραφείς ή δείχνουμε το περιοδικό σε συγγραφείς ή και σε ανθρώπους από άλλα κόμιξ και τους λέμε «Ψήνεσαι να γράψεις κάτι;» Δηλαδή, για ανθρώπους που γράφουν σενάρια για τον κινηματογράφο, είναι πολύ πιο άνετο να γράψουν για ένα κόμικ, γιατί δεν θα τους περιορίζει το μπάτζετ ούτε κανένας παραγωγός. Τόσο το editorial, όσο και η επιστροφή του νουάρ ντέτεκτιβ Φιλ Πωτ, κλείνουν το μάτι στο 9, το πάλαι ποτέ ένθετο περιοδικό κόμικ της Ελευθεροτυπίας. Το 9, εκτός από πλήθος αξιόλογων ελληνικών δημιουργιών, είχε κατά καιρούς φιλοξενήσει και έργα-σταθμούς διεθνών καλλιτεχνών – με χαρακτηριστικά παραδείγματα τα Μεταβαρώνοι, League of Extraordinary Gentlemen, Valerian. Το μελλοντικό πλάνο του Μπλε Κομήτη περιλαμβάνει κάτι αντίστοιχο ως προς τη γνωριμία του ελληνικού κοινού με ξένους δημιουργούς ή θα επικεντρωθεί στην πρωτότυπη ελληνική δημιουργία; Όταν έβγαινε η Βαβέλ στη δεκαετία του ’80, δεν υπήρχε ούτε το ίντερνετ, ούτε άλλο περιοδικό που να ασχολείται με την underground κoυλτούρα. Επίσης δεν υπήρχαν εκδοτικοί οίκοι που να βγάζουν κόμικ στην Ελλάδα. Τώρα, ακόμη και μεγάλοι εκδοτικοί, όπως ο Πατάκης ή ο Κέδρος, βγάζουν κόμικ και έχουν στραφεί προς τα εκεί. Επίσης, δεν υπήρχαν Έλληνες δημιουργοί, ήταν ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάχτυλα και πολύ μέτριοι. Συνεπώς, τι έπρεπε να κάνει η Βαβέλ; Να δημοσιεύσει μεγάλα έργα ξένων δημιουργών, ώστε να αρχίσει να καλλιεργείται αυτό το πράγμα στο ελληνικό κοινό και στους δημιουργούς. Το 9, από την άλλη, έδωσε χώρο και σε Έλληνες δημιουργούς. Τώρα πια, στα επτά χρόνια που έχουν περάσει από το 9, υπάρχουν πάρα πολλοί εκδοτικοί οίκοι που βγάζουν άλμπουμς γνωστών, σύγχρονων και παλιών δημιουργών κόμικ και πολλά έργα μεταφράζονται στα ελληνικά και εκδίδονται. Υπάρχει το σύστημα αυτό. Δεν νομίζω ότι υπάρχει ανάγκη ένα περιοδικό να προβάλει και να συστήνει αυτά τα πράγματα στο κοινό. Οπότε υπάρχει μια μεγάλη γκάμα νέων δημιουργών που θέλουμε να παρουσιάσουμε στο κοινό και θέλουμε να αρχίσει να παράγει μεγάλα έργα. Να τους δώσουμε βήμα για να παραγάγει αφηγήματα που να αφορούν κόσμο και να γίνουν γνωστά στην εγχώρια αγορά. Ταυτόχρονα υπάρχουν άλλοι εκδοτικοί που βγάζουν πολλούς ξένους τίτλους. Δεν είναι ότι πρέπει να ενημερωθείς ή ότι θα δεις κάτι που δεν έχεις ξαναδεί από το εξωτερικό. Παρόλ' αυτά, αν εμείς καταφέρουμε να παραγάγουμε κάτι με ξένους δημιουργούς, θέλουμε να δημοσιεύουμε κάτι που θα τραβήξει το ενδιαφέρον ή θα είναι σπάνιο και πρωτότυπο και ειδικά φτιαγμένο για το περιοδικό. Απλώς έχουμε άλλες προτεραιότητες αυτή τη στιγμή. Καλύπτουμε ένα κενό, ενώ θεωρούμε ότι το κομμάτιτων ξένων δημιουργών είναι καλυμμένο λίγο-πολύ στην αγορά. Δεν είναι ότι δεν εκπροσωπείται. Η στήλη «Στην Τροχιά των Κόμικ» δείχνει πως παρακολουθείτε αρκετά στενά τις διεθνείς εκδόσεις. Δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς ότι ζητήματα που ως τώρα δεν είχαν απασχολήσει ιδιαίτερα την ατζέντα της 9ης Τέχνης τίθενται πλέον εμφατικά ακόμη και σε είδη από τα οποία, πλην εξαιρέσεων, δεν υπήρχαν ιδιαίτερες απαιτήσεις. Στα υπερηρωικά κόμικ της Marvel, για παράδειγμα, τα πιο mainstream κι ευπώλητα κόμικ παγκοσμίως, παλιοί σταρ αλλάζουν ριζικά (οι Thor και Wolverine είναι γυναίκες σε ορισμένες πρόσφατες σειρές) και δημιουργούνται νέοι όπως η Κamala Khan, που, φορώντας την στολή της Μs. Marvel, είναι πλέον η πρώτη γυναίκα Μουσουλμάνα με δικό της τίτλο. Σημαντική είναι πλέον, επίσης, η εκπροσώπηση LGBTQI+ χαρακτήρων, είτε παλιών γνώριμων, όπως ο Ice Μan, είτε νέων, όπως η λατινοαμερικανή λεσβία υπερηρωίδα Αmerica Chavez. Τόσο εσύ, όσο και ο Μπλε Κομήτης, πού στέκεστε στα ζητήματα της πολιτικής ορθότητας, της πολιτιστικής ποικιλομορφίας και της εκπροσώπησης φυλετικών, πολιτικών και σεξουαλικών μειονοτήτων; Έχει να κάνει με την πολιτική θέση του κάθε δημιουργού. Στεκόμαστε εκεί που στέκονται και οι ίδιοι οι δημιουργοί. Δεν θα υπάρχει σε εμάς καμία λογοκρισία ή φρένο σε κάποιο ζήτημα που έχει να κάνει με την ποικιλομορφία, με το φύλο ή με τους πρόσφυγες, αρκεί όλα αυτά να είναι ωραία αφηγήματα, να είναι ωραίες ιστορίες. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την δύναμη μιας καλής ιστορίας. Εξάλλου, πιστεύω πως όλες οι καλές ιστορίες παίρνουν πάντα θέση απέναντι στα πράγματα και στην κοινωνία. Δεν μου αρέσουν οι ουδέτερες ιστορίες, προτιμώ αυτές που είναι συνολικές. Και ακόμα και στο πορνό μπορούμε να βάλουμε ομοφυλοφιλικό σεξ ή οτιδήποτε. Τώρα, δεν είμαι σίγουρος αν όλες αυτές οι υπερ-ηρωίδες και υπερ-ήρωες που έχουν εμφανιστεί προκύπτουν από μια αυθεντική ανάγκη ή αν οι εταιρείες εμπορεύονται αυτό το πράγμα. Δηλαδή, δεν ξέρω κατά πόσον είναι ανάγκη της ίδιας της εταιρείας να ανοίξει τα μάτια του κοινού και να πάρει θέση υπέρ του γυναικείου ομοφυλοφιλισμού κ.λπ. ή αν, επειδή υπάρχει αυτή η τάση στην κοινωνία και επειδή μπορεί να θεωρηθούν και λίγο μοντέρνοι, το χρησιμοποιούν αυτό επί τούτου για να πουλήσουν. Μπορεί να είναι και ένα εμπορεύσιμο προϊόν. Δεν είμαι σίγουρος γιατί δεν διαβάζω, δεν μπορώ να πάρω θέση σε όλα αυτά, δεν είναι το πεδίο μου. Το θέμα για μένα είναι όλα αυτά να λένε κάτι, να είναι ωραίες ιστορίες. Και στο Γκιακ υπάρχει μία φοβερή ερωτική ιστορία με δύο ομοφυλόφιλους στρατιώτες στο μικρασιατικό μέτωπο. Και ακριβώς το γεγονός ότι ήταν ομοφυλόφιλοι και ότι οι συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας εκείνης της εποχής και του πολέμου ήταν τέτοιες, είναι αυτό που την κάνει μια εξαιρετικά όμορφη ερωτική ιστορία. Η «Παραλογή» από τη συλλογή διηγημάτων του Δ. Παπαμάρκου Γκιακ διασκευάστηκε για το πρώτο τεύχος του Μπλε Κομήτη από τον Π. Ζερβό. Όπως φαίνεται στο εσώφυλλο, ο Μπλε Κομήτης είναι εγκεκριμένος από την Επιτροπή Ελέγχου Κόμικς. Η έγκριση επιτεύχθηκε εύκολα ή αμβλύνατε το περιεχόμενο για να πειστούν ο Βίκτωρ Ζίκτωρ, ο Άννινος, ο Βοσταντζόγλου και η παρέα τους; Να πούμε αρχικά ότι η επιτροπή ελέγχου κόμικ υπήρχε όντως, δεν είναι δικιά μας εφεύρεση. Στα αμερικανικά κόμικ και στις μεταφράσεις που γίνονταν εδώ υπήρχε πράγματι μια επιτροπή ελέγχου που λογόκρινε τις ιστορίες, με σκοπό να είναι καλές πριν βγουν προς τα παιδιά, προς το κοινό. Έπρεπε να κερδίζουν πάντα οι καλοί κ.λπ. Εμείς τώρα το χρησιμοποιούμε αυτό σαν αστείο, στήνοντας ας πούμε μια δική μαςεπιτροπή ελέγχου των κόμικ.Κάποιοι που γνωρίζουν, ίσως ανακαλύψουν ότι εμπεριέχονται εκεί μεγάλα ονόματα, τα οποία έχουμε ξεθάψει. Ο Άννινος και ο Μποστατζόγλου, παραδείγματος χάρη, είναι μεγάλοι γελοιογράφοι της δεκαετίας του ’30, του ’50. Επίσης, χρησιμοποιήσαμε διάφορους άλλους με βάση inside jokes κ.λπ. Προφανώς όμως δεν υπάρχει μια επιτροπή ελέγχου που λογοκρίνει τις ιστορίες. Απλά είναι στην ίδια λογική του editorial, που έχει να κάνει με το παρελθόν όλων αυτών των πραγμάτων. Με το ότι, δηλαδή, δεν είμαστε ούτε διαγραφείς αυτού του παρελθόντος, που θα κάνουν κάτι που δεν έχει ξαναγίνει ποτέ, αλλά ούτε και κολλημένοι με το παρελθόν, που θα πουλήσουν νοσταλγία. Με μια έννοια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι προσπαθούμε να δώσουμε ένα στίγμα για το περιεχόμενο: θεωρούμε δηλαδή ότι ήταν τόσο καλοί αυτοί οι γελοιογράφοι και θα θέλαμε οι δουλειές που βρίσκονται στο περιοδικό μας να αφορούν όσο κόσμο αφορούσαν και οι δουλειές αυτών των ανθρώπων. Γενικά, η επιτροπή ελέγχου κόμικ και το λογότυπο που βρίσκεται εκεί είναι ένα κλείσιμο ματιού και στο κακό παρελθόν. Στο ότι, δηλαδή, κάποτε όντως υπήρχε μία επιτροπή που λογόκρινε τα κόμικ. Κάποιοι, που δεν γνώριζαν τις αναφορές ή ότι υπήρχε παλιά η επιτροπή, το πίστεψαν. Όλο αυτό είναι μια συνομιλία με το κοινό, η οποία άλλωστε μας αφορά, όπως μας αφορά και η συνομιλία με τους δημιουργούς. Χρειαζόμαστε την κριτική των ανθρώπων που διαβάζουν τον Μπλε Κομήτη, τη σκέψη τους πάνω σε αυτό που θέλουμε να κάνουμε. Τις ερωτήσεις για τη συνέντευξη προετοίμασε ο Γιώργος Τσαρδανίδης, με τη βοήθεια της συντακτικής ομάδας του Kaboom. Πηγή.
  12. Εχετε μείνει κι εσείς σπίτια σας τα τελευταία 7 χρόνια; Δεν είχατε λόγο να πάτε ούτε μέχρι το περίπτερο; Περιμένατε με αγωνία να εμφανιστεί κάτι; Δε χρειάζεται να περιμένετε άλλο. Η Πηνελόπη Τσιλίκα έχει το stuff, το καλό. Κι ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος το θέλει. Πατήστε το play: «Βαβέλ», «Παρά Πέντε», το «9» της Ελευθεροτυπίας - μία ολόκληρη κουλτούρα, γενιές ανθρώπων που από τα 80ς μεγάλωσαν και εκπαιδεύτηκαν στον κόσμο των κόμικς. Κι όμως. Εχουν περάσει 7 χρόνια από τότε που το «mov.», το τελευταίο ελληνικό περιοδικό του είδους, κυκλοφορούσε στα περίπτερα. Σήμερα, οι Εκδόσεις Polaris έρχονται να καλύψουν αυτό το μεγάλο κενό με μία νέα έκδοση. Θα το κάνουν όμως με τρόπο που ο φαν θα περιμένει με λαχτάρα - για κάτι σπάνιο, όμορφο, με περιοδικότητα στις εμφανίσεις του. Ο «Μπλε Κομήτης» θα εμφανίζεται κάθε τρεις μήνες σε περίπτερα και βιβλιοπωλεία σε όλη την Ελλάδα και θα είναι γεμάτος πρωτότυπες ιστορίες κόμικς, κυρίως απο Ελληνες δημιουργούς, συν ένα εικονογραφημένο διήγημα απο γνωστούς πεζογράφους. Η ύλη θα εμπλουτίζεται από συνεντεύξεις σε καλλιτέχνες που ασχολούνται με την αφήγηση σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης και παρουσιάσεις νέων κυκλοφοριών, όμως το 80% θα αποτελούν οι ιστορίες κόμικ. «Το να βγάλουμε ένα περιοδικό με κόμικς ήταν η μόνιμη απάντηση που έδινε λύση στις συζητήσεις που κάναμε στον εκδοτικό οίκο POLARIS για το πως μπορούμε να ασχοληθούμε εκδοτικά με την πληθώρα των Ελλήνων δημιουργών χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα βγάζουμε μόνο graphic novels...» λέει ο Γιώργος Γούσης, ένας από τους πιο γνωστούς Ελληνες δημιουργούς κόμικς σήμερα («Ερωτόκριτος»), ο οποίος θα είναι κι ο αρχισυντάκτης της νέας έκδοσης. «Βλέπουμε μια άνθηση στον χώρο των κόμικ και επισης το μεγάλο κενό που ειχε το είδος στην mainstream αγορα του περίπτερου. Νέα ταλέντα και καταξιωμένοι δημιουργοί θα βρουν στον "Μπλε Κομήτη" χώρο για να δημοσιεύσουν μικρές, μεσαίες ή και μεγάλες, σε συνέχειες ιστορίες οι οποίες θα προσπαθήσουμε να φτάσουν σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κοινό, πέρα απο τα στενά όρια των οπαδών του είδους...» «Τι έγινε Αντωνάκη; Εμαθες ότι έσκασε το καινούργιο κι εμφανίστηκες;» Η πρωτοτυπία και η φρέσκια ματιά της ομάδας του «Mπλε Κομήτη» φάνηκε κι από την ιδέα που είχαν για το λανσάρισμα του νέου περιδικού: όχι μία τυπική διαφήμιση, αλλά μία μικρού μήκους με κόνσεπτ, ρόλους, ανατροπές. Με πρωταγωνιστές τους (εξαιρετικούς) Αντώνη Τσιοτσιόπουλο και Πηνελόπη Τσιλίκα (πόσο της ταιριάζει ο ρόλος της ντίλερ) ο «Μπλε Κομήτης» είναι το stuff που όλοι έψαχναν, εθισμένοι και σε απόγνωση. Ετσι κι αλλιώς όμως σινεμά και κόμικς είναι κόσμοι συγγενικοί. «Υπάρχουν ομοιότητες στα κόμικ και τις ταινίες, όπως ανάμεσα σε δύο αδέλφια» εξηγεί ο Γιώργος Γούσης». «Δυο αδέρφια έχουν κάποια κοινά ή παρόμοια εξωτερικά χαρακτηριστικά και ίσως και κοινές συμπεριφορές, χούγια, επειδή μεγάλωσαν στο ίδιο σπίτι με τους ίδιους γονείς, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να είναι και δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες με αντίθετες συμπεριφορές και αντιδράσεις. Η αντιστοιχία ειναι ίδια και στα κομικ με τον κινηματογράφο, που σε κάποια σημεία τους χρησιμοποιούν αντίστοιχα εργαλεία για να αφηγηθούν μια ιστορία που φαινομενικά τις κάνει να μοιάζουν, όμως στην πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετικές. Εξού και αυτόνομες τέχνες...» Ποια ήταν η μεγαλύτερη έκπληξη που επιφύλασσε ο «Μπλε Κομήτης», ακόμα και για τους δημιουργούς του; «Πόσοι πολλοί και καλοί δημιουργοί υπήρχαν που δεν ήξερα ή δεν είχε τύχει να δω σε κάποιο φεστιβάλ. Δημιουργοί που μένουν στην επαρχία ή στο εξωτερικό. Από εκεί και πέρα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά των νέων δημιουργών είναι ο επαγγελματισμός με τον οποίο βλεπουν αυτό που κάνουν, σε κάθε επίπεδο, κάτι που δίνει μεγάλη χαρά, αλλά και διευκολύνει τη δουλειά μου ως αρχισυντάκτη. Οταν γνωρίζω ανθρώπους με μεράκι και πάθος για την δουλειά τους, ξαναθυμάμαι κι εγώ για ποιο λόγο κάνω αυτή τη δουλειά και με πωρώνει στο να θέλω να τους βοηθήσω με κάθε τρόπο. Αυτό εχει αντίκτυπο και στο περιοδικό γιατί οι δουλειές που θα δημοσιεύονται θα είναι απο ένα επίπεδο και πάνω, ως και σπουδαίες...» Και η μεγαλύτερη πρόκληση; «Η πρώτη πρόκληση είναι να κρατηθεί η ποιότητα ψηλά και να ανεβαίνει κιόλας, το οποίο όμως για μενα προσωπικά είναι χαρά. Από εκεί και πέρα, η πρόκληση είναι στην διανομή. Ψάχνουμε συνεχώς τρόπους να φτάνει το περιοδικό σε όσους περισσότερους ανθρώπους γίνεται κι όσο πιο φτηνά γίνεται. Αυτό είναι το δυσκολότερο κομμάτι όταν μιλάμε για διανομή Τύπου. Πηγαίνει καλά, ο κόσμος έχει αγκαλιάσει το εγχείρημα και πιστεύουμε ότι θα είναι βιώσιμο και στην πορεία θα ανθίζει όλο και περισσότερο...» Περισσότερα για τον «Mπλε Κομήτη» Το τεύχος Σεπτεμβρίου - Νοέμβριου 2017 κυκλοφορεί. Μάθετε σε ποια σημεία μπορείτε να το βρείτε εδώ flix.gr
  13. Συνήθως χαρακτηρίζουμε –λανθασμένα– «κομήτη» κάποιον ή κάτι που εμφανίζεται μία φορά και μετά εξαφανίζεται. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι οι κομήτες πάντα επιστρέφουν. Ο «Μπλε Κομήτης», ένα νέο περιοδικό κόμικς για ενήλικο κοινό, έπειτα από μακρά ανομβρία στον χώρο του περιοδικού τύπου, υπόσχεται να είναι πιστός στα τακτικά ραντεβού του. Ο αρχισυντάκτης του και δημιουργός κόμικς, Γιώργος Γούσης, μιλά στην «Εφ.Συν.» για τις προσδοκίες του. Γιατί «Μπλε» και γιατί «Κομήτης»; Όταν ψάχναμε όνομα για το περιοδικό, είχα κολλήσει στη λέξη «κομήτης», επειδή μου έκανε λίγο ρετρό και νοσταλγικό, μου θύμιζε pulp περιοδικά της δεκαετίας του 1980 και, επίσης, ως λέξη μοιάζει με τη λέξη κόμικς. Επιπλέον, η εμφάνιση ενός κομήτη είναι περιοδικό φαινόμενο με συγκεκριμένη περιοδικότητα, όπως το περιοδικό μας που θα εμφανίζεται κάθε τρεις μήνες. Το «μπλε» προστέθηκε στη συνέχεια από τον εκδότη, καθώς την εποχή που το κουβεντιάζαμε, διάβασε τυχαία ότι ήταν ορατός από τη Γη ο μπλε κομήτης Χόντα. Το θεωρήσαμε σημαδιακό. Ευχή μας και προσπάθειά μας είναι να εδραιωθεί ως Κομήτης, να είναι πάντα στην τροχιά των κομικς, να εμφανίζεται πάντα στην ώρα του και να βγαίνουν όλοι έξω για να τον παρατηρήσουν. Με άλλα λόγια, να είναι ένα περιοδικό-φαινόμενο για τα ελληνικά κόμικς. Απόσπασμα από την ιστορία του Γιώργου Γούση, βασισμένη στον χαρακτήρα του ντετέκτιβ Φιλ Πωτ του Παναγιώτη Μητσομπόνου Ποιος είχε την ιδέα για μια τέτοια έκδοση και σε ποιους ανήκουν οι πρωτοβουλίες για την κυκλοφορία του περιοδικού; Η ιδέα γεννήθηκε μέσα από συζητήσεις που είχαν οι εκδόσεις Polaris με εμένα και τον συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο γύρω από το πώς και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε εκδοτικά με την πληθώρα των εξαιρετικών δημιουργών που υπάρχουν στη χώρα και δεν συναντώνται με το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Βλέπαμε, επίσης, ότι υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ των ανθρώπων που μπορούν να φτιάξουν και να εκδώσουν ένα γκράφικ νόβελ και των αυτοεκδόσεων όπου συναντάς πολλούς, νέους κυρίως δημιουργούς, με φοβερά προσόντα και υποσχέσεις και δεν μπορείς να τους βρεις παρά μόνο αν πέσει στα χέρια σου η αυτοέκδοσή τους. Καταλήξαμε ότι η φόρμα του περιοδικού είναι το καταλληλότερο μέσο που θα τα ένωνε όλα αυτά. Στέλλα Στεργίου Τι καινούργιο έρχεται να φέρει στα ελληνικά κόμικς; Ένα περιοδικό κόμικς πρέπει να έχει σκοπό να αναδείξει το καινούργιο και να αναθερμάνει το παλιό. Η προτεραιότητά μας είναι η ποιότητα της ύλης μας. Να υπάρχει γκάμα δημιουργών και απόψεων, να βοηθούνται οι δημιουργοί στο επίπεδο της επιμέλειας της δουλειάς τους, να δημιουργηθούν νέες δημιουργικές ομάδες, να συναντηθούν συγγραφείς με σχεδιαστές, να γίνει το περιοδικό ο λόγος για να εκφραστούν οι δημιουργοί και οι συγγραφείς και να αμειφθούν γι' αυτό. Είμαστε ανοιχτοί σε ιδέες και πιστεύουμε ότι ένα περιοδικό οφείλει να είναι ένας ζωντανός οργανισμός που προσαρμόζεται στα δεδομένα της εποχής. Ελπίδα μου είναι να δημοσιεύσουμε και πολλές ελληνικές ιστορίες σε διάφορα είδη αφήγησης, όπως για παράδειγμα συνέβη με την εξαιρετική έκθεση κόμικς με θέμα την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς που έγινε πέρυσι. Απόσπασμα από το κόμικ των Γιώργου Φαραζή και Γλυκερίας Πατραμάνη Υπάρχει όμως το απαιτούμενο κοινό για να το στηρίξει; Από την εμπειρία του «9», της «Βαβέλ», του «Παρά Πέντε» κλπ., ξέρουμε ότι το κοινό που αγοράζει ένα περιοδικό κόμικς είναι ευρύ, είναι ο κόσμος που διαβάζει βιβλία, βλέπει σινεμά, πάει θέατρο κλπ. Επίσης πολλά κόμικς που έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια έχουν αξιοσημείωτες πωλήσεις. Αν συμπεριλάβουμε και ένα ποσοστό από την πληθώρα των νέων επισκεπτών στα συνέδρια και τα φεστιβάλ που γίνονται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ένα κοινό λίγο-πολύ αχαρτογράφητο, τότε θα έλεγα πως όχι μόνο υπάρχει, αλλά μάλλον είναι και αρκετό. Μένει να το δούμε στην πράξη και φυσικά πιστεύω ότι δεν αρκεί να υπάρχει το κοινό για να αγοράσει οτιδήποτε, πρέπει να είναι καλό και το προϊόν για να το πάρει. Παναγιώτης Μητσομπόνος Θα υπάρχουν σταθεροί συνεργάτες ή θα εναλλάσσονται. Και η αραιή περιοδικότητα μήπως θα αποξενώσει τους αναγνώστες; Δυστυχώς λόγω περιορισμού του χώρου έμειναν απ’ έξω πολλοί σημαντικοί δημιουργοί, με τους οποίους όμως ελπίζω να συνεργαστούμε και να παρουσιάσουν δουλεία στο περιοδικό στη συνέχεια. Σκοπός μας είναι να εναλλάσσονται οι συνεργάτες και φυσικά να εμφανιστούν και νέοι που δεν έχουμε ξαναδεί και αξίζει η δουλειά τους. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν θα έχουμε και κάποιες μόνιμες ή περιστασιακές συνεργασίες με κάποιες σειρές ή ιστορίες που θα δημοσιεύονται σε συνέχειες. Η αραιή περιοδικότητα είναι κάτι που αποφασίσαμε ώστε να έχουμε αρκετό χρόνο για την αναζήτηση, τη δημιουργία και την επιμέλεια των ιστοριών που θα δημοσιεύουμε. Αυτό που έχουμε σκοπό να κάνουμε, και θα γίνει το πρώτο βήμα από το δεύτερο μόλις τεύχος, είναι να αυξήσουμε τις σελίδες και την ύλη του περιοδικού, κρατώντας σταθερή την τιμή. Το δεύτερο τεύχος θα έχει 16 σελίδες περισσότερες από το πρώτο. Προτιμούμε να βγάζουμε πιο αραιά ένα μεγαλύτερο και καλύτερο περιοδικό, παρά να κάνουμε βιαστικές επιλογές και εμείς και οι δημιουργοί. Μας ενδιαφέρει και η συλλεκτική αξία, το τεύχος να είναι ωραίο και σαν αντικείμενο. Ο Πέτρος Ζερβός μεταφέρει σε κόμικς το διήγημα «Παραλογή» από το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου Πώς βλέπεις την κατάσταση των ελληνικών κόμικς σήμερα; Τι μπορούμε να περιμένουμε μέσα στο ζοφερό κλίμα της εποχής; Για να πάρουμε την απόφαση να εκδώσουμε ένα περιοδικό και προσωπικά εγώ να δεχτώ τη θέση του αρχισυντάκτη, είναι σαφές ότι πιστεύουμε πως η κατάσταση των ελληνικών κόμικς είναι σήμερα καλύτερη από ποτέ. Είναι η σωστή στιγμή για το κόμικ να κάνει το μεγάλο βήμα προς τα εμπρός, να μας δώσει σπουδαίες ιστορίες, άλμπουμ και δημιουργούς που να συναγωνίζονται ποιοτικά μεγάλους δημιουργούς του εξωτερικού. Ίσως τελικά το ζοφερό κλίμα της εποχής να είναι η μαγιά που φουσκώνει τη δημιουργικότητα. Απόσπασμα από την ιστορία των Μιχάλη Διαλυνά και Δημοσθένη Παπαμάρκου Μέχρι σήμερα σε γνωρίζαμε ως έναν νέο και πολύ επιτυχημένο δημιουργό. Τώρα θα σε δούμε και ως αρχισυντάκτη. Πώς συνδυάζονται αυτές οι ιδιότητες; Είναι δύσκολο, αλλά προσπαθώ να μη συνδυάζονται! Τα έργα και οι καλλιτέχνες που θα δημοσιεύονται στο περιοδικό δεν θα κρίνονται με το προσωπικό μου κριτήριο, είμαι εδώ για να βοηθώ τους νεότερους στα τεχνικά και στη διαδικασία της δημιουργίας από την εμπειρία μου και να λέω συμβουλευτικά την άποψή μου, ακόμα και αν αυτή δεν εισακουστεί από κάποιους δημιουργούς· προφανώς στο τελικό αποτέλεσμα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα η δική τους άποψη. Επίσης δεν είμαι μόνος μου σε αυτή τη διαδικασία, υπάρχει και η εκδοτική ομάδα αλλά και συνεργάτες του οίκου που σέβομαι και συμβουλεύομαι τη γνώμη τους και το κριτήριό τους. Με ενδιαφέρει οι ιστορίες που θα δημοσιεύουμε να είναι κατ' αρχάς κατανοητές, να έχουν αισθητική, άποψη, να αφορούν όσο το δυνατόν πιο μεγάλη μερίδα του αναγνωστικού κοινού, να είναι τα γράμματα και τα μπαλονάκια σωστά, να διαβάζονται άνετα κλπ. Επίσης προσπαθώ να συνδέω συγγραφείς με δημιουργούς ή να προτείνω συνεργασίες, διασκευές από λογοτεχνικά κείμενα, κάποια ιδέα για σειρά κλπ. Από το επόμενο τεύχος, για παράδειγμα, θα υπάρχει μια σειρά κόμικς για ελληνικά εγκλήματα. Θα τη γράφει ο Γιάννης Ράγκος, που έχει τρομερό δημοσιογραφικό αρχείο πάνω στο θέμα και κάθε φορά θα σκιτσάρει διαφορετικός δημιουργός. Από κει και πέρα δεν υπάρχει κανείς περιορισμός, αντιθέτως, επιδιώκουμε να δούμε δουλείες που θα μας εκπλήξουν, που δεν τις περιμέναμε και δεν μπορούσαμε να τις φανταστούμε. Σχέδιο εξωφύλλου: Παναγιώτης Πανταζής. Δεξιά ο Γιώργος Γούσης. Ο Γιώργος Γούσης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τη συλλογή σύντομων ιστοριών κόμικς «Ιστορίες από τις αθώες εποχές» (εκδ. ΚΨΜ). Ως εικονογράφος και σχεδιαστής κόμικς έχει εργαστεί στον τύπο («ΒΗΜΑMEN», «ΒΗMAgazino», «9» της «Ελευθεροτυπίας», «Lifo», «Athens Voice» κ.α.) και στον χώρο των εκδόσεων βιβλίου. Το graphic novel «Ερωτόκριτος», που δημιούργησε μαζί με τους Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο στο σενάριο, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Polaris το 2016. Τι λένε οι δημιουργοί Συνεργάτες του «Μπλε Κομήτη» θα είναι μια πλειάδα Ελλήνων δημιουργών κόμικς, με διαφορετικά στιλ, τεχνοτροπίες και καλλιτεχνική διαδρομή. Ρωτήσαμε τον Αντώνη Βαβαγιάννη («Κουραφέλκυθρα», «Οι Προτελευταίοι» κ.ά.) αν υπάρχει κοινό στην Ελλάδα που μπορεί να στηρίξει ένα τέτοιο περιοδικό. «Η απλή και εύκολη απάντηση είναι “όχι δεν υπάρχει”. Οι εποχές της “Βαβέλ” και του “Παρά Πέντε” έχουν φύγει και δεν πρόκειται να ξαναγυρίσουν. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν υπάρχει κοινό που αγαπάει τα κόμικς στην Ελλάδα και ακόμα περισσότερο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εξαιρετικοί Έλληνες δημιουργοί. Άρα η ερώτηση είναι αν μπορούμε εμείς, όσοι εμπλεκόμαστε στον “Μπλε Κομήτη”, να χτίσουμε αυτό το κοινό που θα στηρίξει και θα αγαπήσει κάτι καινούργιο. Όχι μόνο αυτούς που μεγαλώσανε αγοράζοντας περιοδικά και τους λείπει αυτό το υπέροχο συναίσθημα που νιώθεις όταν πρωτοανοίγεις μια καινούργια ανθολογία κόμικς που την περίμενες για μήνες, αλλά και νέο κοινό που θα θέλει να στηρίξει κάτι πραγματικά αξιόλογο. Δύσκολο; Σίγουρα. Αλλά, διάολε, θα το προσπαθήσουμε!» Θα καταφέρει, όμως, να αντέξει στον χρόνο ένα αμιγώς ελληνικό περιοδικό με κόμικς; Ο Παναγιώτης Πανταζής («Common Comics», «Μαρμελάδα Κεράσι» κ.ά.) μας απαντά: «Ένα καινούργιο ελληνικό περιοδικό ελπίζω πως έρχεται να γίνει σημείο, ένα τοπόσημο για όποιον ασχολείται με κόμικς στην Ελλάδα. Με την ιδιότητα του δημιουργού βρίσκομαι από την αρχή στο χτίσιμο ενός σπιτιού που ξανασυναντώ παλιότερους και σύγχρονούς μου, οργανωνόμαστε, συνεργαζόμαστε και προχωράμε. Αυτό που με κάνει πιο χαρούμενο, ωστόσο, είναι πως το καινούργιο περιοδικό δίνει τη δυνατότητα σε νέα παιδιά με ταλέντο να δουν πώς είναι η δουλειά σου να αφήνει πίσω την όμορφη μεν, αλλά ασφαλή φάση του ερασιτεχνισμού και να περνάει στον επαγγελματικό χώρο, όπου έχεις τη χαρά να πληρώνεσαι για να κάνεις αυτό που αγαπάς, να βλέπεις τη δουλειά σου να φτάνει σε μέρη όπου πριν δεν γινόταν και να βελτιώνεσαι λόγω των απαιτήσεων. Αν θα αντέξει στον χρόνο, θα το ξέρουμε όταν έχει περάσει ο απαιτούμενος χρόνος. Ως τότε, ξέρω πως όσοι συμμετέχουμε, σε κάθε σημείο της πορείας, θα έχουμε δώσει τον καλύτερό μας εαυτό». Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.