Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Εφημερίδα των Συντακτών'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Γερμανίκεια
  • Ιστορική/ φιλολογική γωνιά
  • Περί ανέμων και υδάτων
  • Dhampyr Diaries
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • The Unstable Geek
  • Κομικσόκοσμος
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Valt's blog
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • Film
  • Θέμα ελεύθερο
  • Vet in madness
  • GCF about comics
  • Dr Paingiver's blog

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

  1. Μια συλλογή γελοιογραφιών του John Antono με θέμα τους πολέμους των τελευταίων 25 ετών και αρνητικούς πρωταγωνιστές όσους ισχυρίζονται ότι επιδιώκουν την ειρήνη βομβαρδίζοντας άμαχους, νοσοκομεία και σχολεία. Όπως μας μεταφέρει ο Θουκυδίδης, το 416 π.Χ., κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, οι Αθηναίοι με πολλά πλοία έφτασαν στη Μήλο και απαίτησαν από τους νησιώτες να υποταχθούν. Οι Μήλιοι, έχοντας επιλέξει την ουδετερότητα, προσπάθησαν με διαπραγματεύσεις να πείσουν τους Αθηναίους να μην τους επιτεθούν, να παραμείνουν φίλοι χωρίς να συμμαχήσουν αλλά ούτε και να πολεμήσουν. Οι αλαζόνες Αθηναίοι όμως, εφαρμόζοντας το δίκαιο του ισχυρού, αρνήθηκαν. «Η εχθρότητά σας δεν μας βλάπτει τόσο όσο η φιλία σας, η οποία στα μάτια των υπηκόων μας είναι ένδειξη αδυναμίας, ενώ το μίσος σας απόδειξη της δύναμής μας», απάντησαν. Και λίγο μετά αιματοκύλισαν τη Μήλο σφαγιάζοντας τους κατοίκους της. Ο διάλογος των Αθηναίων με τους Μήλιους που υπενθυμίζει ότι το δίκαιο μπορεί να υπάρξει μόνο μεταξύ ίσων αποτελεί την πρώτη ιστορία του John Antono, κατά κόσμον Γιάννη Αντωνόπουλου, στην «Εμπόλεμη Ζώνη» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Chaniartoon Press. Ο «δικός μας» Γιάννης, που συμμετέχει κυκλικά με τα λήμματά του στο «Λεξικό της Κρίσης» του «Καρέ Καρέ», σκιτσάρει για την «Εφημερίδα των Συντακτών» και αρθρογραφεί σε αυτές εδώ τις σελίδες για τα κόμικς και τις γελοιογραφίες, με την τρίτη συλλογή έργων του – έχουν προηγηθεί τα λευκώματα «Όχι Άλλο Σώσιμο» το 2016 και «Από Κρίση σε Κρίση» το 2024 – στην «Εμπόλεμη Ζώνη» καταγράφει τα πιο σημαντικά πολεμικά στιγμιότυπα από την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 ώς σήμερα. Όπως αναφέρει και ο ίδιος, βρισκόμαστε «ένα τέταρτο του αιώνα από την έναρξη του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας”. Δίδυμοι Πύργοι, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία, προσφυγική κρίση, τζιχαντιστικές επιθέσεις, Ουκρανία, Γάζα, Ιράν… και η πολεμική φρενίτιδα μοιάζει πιο ανεξέλεγκτη από ποτέ». Η ματιά του Γιάννη απέναντι στα γεγονότα μπορεί από τη μια να χαρακτηρίζεται από τη γελοιογραφική της διάσταση και το σαρκαστικό χιούμορ, από την άλλη όμως, βασίζεται στην επιστημονική του προσέγγιση και τεκμηρίωση. Κι αυτό γιατί ο Γιάννης Αντωνόπουλος είναι πτυχιούχος του Ιστορικού-Αρχαιολογικού του ΕΚΠΑ και κάτοχος μεταπτυχιακού του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου και με αυτές του τις ιδιότητες μπορεί να αναλύει, να ερμηνεύει και να μεταφέρει, λεκτικά και σχεδιαστικά, τα πιο σύνθετα και πολύπλοκα πολιτικά και γεωστρατηγικά ζητήματα με τον πιο κατανοητό, εύστοχο και ευσύνοπτο τρόπο. «Ξέρει να αφαιρεί τα περιττά, τον θόρυβο του εφήμερου, τα παχιά λόγια, τα ιδεολογικά αφηγήματα και τις φτηνές δικαιολογίες. Ξέρει ακόμα να εντοπίζει τα σημαντικά και με απλές γραμμές να σχεδιάζει αυτό που συμβαίνει. Ακόμα και να δείχνει παραπέρα, σ’ εκείνο που θα μπορούσε να υπάρχει αν όλη αυτή η φρίκη του πολέμου, της ζούγκλας, ήταν απλώς ένας κακός εφιάλτης», τονίζει ο Soloúp στον πρόλογό του. Δυστυχώς δεν είναι εφιάλτης. Μπορούμε όμως να ελπίζουμε όσο γελάμε μαζί του. Και το σχετικό link...
  2. Από τον Απρίλιο του 2014 ώς τον Ιούνιο του 2015 στο «Καρέ Καρέ» δημοσιευόταν κάθε εβδομάδα η σειρά «Η Μέρα της Κρίσης» στην οποία 55 δημιουργοί κόμικς παρουσίασαν τη δική τους εκδοχή για τη σύνθετη έννοια της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτισμικής αλλά και υπαρξιακής κρίσης. Ήταν, άλλωστε μια θερμή περίοδος για τη χώρα καθώς σε αυτό το διάστημα, κατά σειρά, ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις ευρωεκλογές, οι δημοτικές εκλογές έστειλαν μήνυμα αποδοκιμασίας στην κυβερνητική πολιτική, λόγω αποτυχίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας προκηρύχθηκαν πρόωρες εκλογές στις οποίες νίκησε ο ΣΥΡΙΖΑ, ακολούθησαν σκληρές διαπραγματεύσεις με τους δανειστές, κορυφώθηκε η κρίση στις σχέσεις με την τρόικα και εν τέλει ανακοινώθηκε το δημοψήφισμα. Όλες αυτές οι ιστορίες από τη Μέρα της Κρίσης, που λειτουργούν και ως ιδιότυπο χρονικό της περιόδου, κυκλοφορούν σε ενιαίο τόμο από τις εκδόσεις Chaniartoon Press. Το βιβλίο θα παρουσιαστεί τη Δευτέρα 11 Μαΐου στο Βιβλιοπωλείο Γιάφκα της Θεσσαλονίκης (Ιωάννου Δέλλιου 4) με τη συμμετοχή του εκδότη Μάριου Ιωαννίδη, του επίκουρου καθηγητή του ΤΕΠΑΕΣ (Παν. Αιγαίου) και συνεπιμελητή της έκδοσης Γιάννη Κουκουλά και των συμμετεχόντων δημιουργών από τη Θεσσαλονίκη Νάσου Βασιλακάκη, Βασίλη Γκογκτζιλά, Τάσου Ζαφειριάδη, Δημήτρη Καμένου, Σταύρου Κιουτσιούκη, Βαγγέλη Ματζίρη, Βαγγέλη Παπαβασιλείου, Σοφίας Σπυρλιάδου, Χρήστου Σταμπουλή και Γιάννη Τεξή. Και το σχετικό link...
  3. Μια συζήτηση με τον Γιάννη Ιατρού και τον Ίωνα Αγγελή, δύο παιδιά που μεγάλωσαν αγαπώντας τα κόμικς και τώρα ετοιμάζουν ένα περιοδικό αφιερωμένο σε αυτά. Αν βρίσκεσαι στην ηλικία λίγο πριν ή λίγο μετά τα 40, σίγουρα θα έχει έντονες αναμνήσεις από την παρουσία αυτών που ονομάζουμε κόμικς στην Ελλάδα. Είτε ήταν η Βαβέλ, το MAD, το 9, είτε ο Μικρός Ήρως και ο Μπλεκ ή αν ήσουν λίγο πιο παραδοσιακός, οι εκδόσεις της Disney, ο Αστερίξ και ο Λούκι Λουκ. Η οικονομική κρίση επηρέασε τα πάντα και δεν θα μπορούσε να μην αφήσει το στίγμα της και στην παραγωγή των περιοδικών, σε συνδυασμό με τη στροφή των νεότερων γενιών στο digital περιβάλλον. Προσπάθειες όπως ο Μπλε Κομήτης επιχείρησαν να το κρατήσουν αληθινό, αλλά δεν μακροημέρευσαν και κάπως έτσι, ένα αντικειμενικά πολυπληθές κοινό, όπως μαρτυράει η έντονη παρουσία του κόσμου στα διάφορα φεστιβάλ, βρέθηκε να μην έχει την πληθώρα εγχώριων επιλογών που είχαν οι προηγούμενες γενιές. Θα περίμενε κανείς ότι μια νέα εκδοτική προσπάθεια, ωδή στον κόσμο των κόμικς, θα προερχόταν από εκπροσώπους των γενιών που τα πρόλαβαν στην πλήρη ακμή τους. Κι όμως, η Φούσκα, ένα νέο περιοδικό που μόλις λάνσαρε το τεύχος #0 στο Kickstarter, γεννήθηκε από δύο εκπροσώπους της Gen Z, τον διευθυντή σύνταξης, Ίωνα Αγγελή και τον αρχισυντάκτη του, Γιάννη Ιατρού. Δύο παιδιά που μυήθηκαν στον κόσμο των κόμικς από πολύ μικρά και κατάλαβαν νωρίς ότι η σχέση τους μαζί τους δεν θα περιοριστεί στον ρόλο του απλού αναγνώστη. «Η στιγμή που αναγνωρίζω ως την πρώτη μου επαφή με τα κόμικς ήταν σε ηλικία 3 ετών, όταν αγόρασα το τεύχος 15 του Ντόναλντ, ο Ντόναλντ ερωτευμένος, είχε βγει Φλεβάρη. Τότε έγινε το κλικ, το πήρα, το ξεκοκάλισα και από τότε έγινα φανατικός του Ντόναλντ. Για πάρα πολλά χρόνια διάβαζα τα κόμικς της Disney και απέρριπτα οτιδήποτε άλλο, μέχρι που άρχισα να ανακαλύπτω κι άλλα μέσω του ίντερνετ και των φεστιβάλ», θυμάται ο Γιάννης για την πρώτη του επαφή με το είδος, πίσω στο 1999 και στον Βόλο που μεγάλωσε ενώ ανάλογες είναι και οι προσλαμβάνουσες του Ίωνα. «Κι εγώ γύρω στα 3 με 4 θυμάμαι να ανακαλύπτω στη βιβλιοθήκη των γονιών μου Αστερίξ, Λούκι Λουκ και Περιπέτεια. Πολλές φορές λέω ότι έμαθα γράμματα επειδή ήθελα πάρα πολύ να διαβάσω όλα αυτά τα οποία υπήρχαν εκεί. Οι αναφορές μου είναι οι κλασικές, Μαμουθκόμιξ, Περιπέτεια και Μπλεκ, τα ντισνεϊκά, τρελός φαν του Αλμανάκο, και τα υπερηρωικά, θυμάμαι όταν είχε βγει το Spiderman 3 είχε γίνει χαμός. Από το Γυμνάσιο άρχισα τα πιο σοβαρά τρόπος του λέγειν αναγνώσματα, το Corto Maltese ας πούμε ήταν αυτό που με έβαλε στον κόσμο του πιο ευρωπαϊκού κόμικ». Σε αντίθεση με τον Γιάννη που είχε βρει στον Βόλο παρέες με αντίστοιχη αγάπη, ο Ίωνας στα Καμένα Βούρλα όπου μεγάλωσε, το έζησε κάπως πιο μοναχικά. «Δεν υπήρχαν παρέες που συζητούσαν γι’ αυτά, ήταν μια δική μου διαφυγή σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Κάθε Παρασκευή πήγαινα στο κέντρο τύπου κι έπαιρνα ό,τι έβγαινε, το είχα και κανόνα με τη μάνα μου, Δευτέρα με Πέμπτη δεν διάβαζα τίποτα, από Παρασκευή ό,τι ήθελα». Την πάσα του Ίωνα για το γεγονός πως έμαθε γράμματα για να διαβάσει κόμικς δεν την αφήνει αναπάντητη ο Γιάννης, αλλά κάνει και raise: «Η μάνα μου με έβαζε σε οικογενειακά τραπέζια να διαβάζω δυνατά τα κόμικς σε συγγενείς και φίλους για να δουν από πόσο μικρός ήξερα να διαβάζω. Όμως όλο αυτό μου δημιούργησε κι ένα πρόβλημα, καθώς επειδή έμαθα να διαβάζω από αυτά, που ήταν όλα γραμμένα σε κεφαλαία, δεν έμαθα ποτέ σωστά να βάζω τόνους στις λέξεις, ακόμα καμία φορά μπερδεύομαι». Δύο παιδιά που μπήκαν στον κόσμο των κόμικς από τόσα μικρά, δεν θα μπορούσαν να μην δουν τη σχέση τους μαζί τους ως κάτι περισσότερο από την τυπική ενός απλού αναγνώστη. Ο Ίωνας δοκίμασε να σκιτσάρει χρησιμοποιώντας στα παιδικά του τετράδια τους αγαπημένους του χαρακτήρες κι ο Γιάννης πέρασε τη φάση που σκέφτηκε να σπουδάσει σχέδιο και πειραματίστηκε με τη σειρά Γίνε κι εσύ Σχεδιαστής που κυκλοφορούσε τότε, ενώ ακόμα επιχειρεί να κάνει πειραματικά storyboards, παρότι έχει αποδεχτεί ότι δεν έχει το ταλέντο που απαιτείται, όπως μου λέει γελώντας. Όσο για την πρώτη τους επαφή με Έλληνες σκιτσογράφους, ο Ίωνας θυμάται: «Είχα πάρει τεύχη Βαβέλ και 9 από παλαιοβιβλιοπωλεία, ενώ είχα αναφορές και από τη σειρά Αριστοφάνης που είχε βγάλει ο Τάσος Αποστολίδης. Μετά ήρθε κι ο Μπλε Κομήτης που είχε σκάσει σαν μεγάλο νέο και είχα αρχίσει κι εγώ να μπαίνω στο Forum Greek Comics κι όσο έψαχνα τόσα περισσότερα ανακάλυπτα». Όσο για τον Γιάννη: «σίγουρα είχαμε Κλασικά Εικονογραφημένα στο σπίτι, ο πρώτος όμως που είχα πάθει σοκ όταν τον ανακάλυψα και διάβαζα μανιωδώς ήταν ο Αρκάς, τότε έτρεχαν οι Χαμηλές Πτήσεις που τη θεωρώ μέχρι σήμερα μια από τις πιο έξυπνες σειρές ελληνικού κόμικς. Αργότερα γνώρισα πολλούς και μέσα από το 9 και από τα Comicdom Con όπου τους έβλεπα και από κοντά και μπήκα σε αυτό τον κόσμο με μεγάλο ενθουσιασμό. Εκεί ανακάλυψα το Hard Rock του Πάνου Μαραγκού, το Τέζα του Γιώργου Μελισσαρόπουλου, το Καλού Κακού του Σπύρου Δερβενιώτη. Τότε ξεκινούσαν και κάποια παιδιά όπως ο Ηλίας Κυριαζής και ο Μιχάλης Διαλυνάς να δουλεύουν στο εξωτερικό κι ήταν κάτι που με εντυπωσίαζε». Μπορεί το σχέδιο (και μεταφορικά και κυριολεκτικά) να μην δούλεψε, όμως και οι δύο ήταν αποφασισμένοι να παραμείνουν στον κόσμο των κόμικς, κάτι που κυνήγησαν από πολύ νωρίς και με πολύ ευφάνταστους τρόπους. Ο Ίωνας κατάλαβε ότι θα ήθελε να γράφει γι’ αυτά ακούγοντας τους συγγενείς του να αναλύουν το πώς οι ιστορίες του Αρκά έκρυβαν έναν σχολιασμό για κοινωνικά θέματα, κάτι που τον έκανε να καταλάβει ότι πίσω από τις ιστορίες υπάρχουν νοήματα που αξίζει να ανακαλύψεις και να γράψεις γι’ αυτά. Ο Γιάννης ήδη από τα 13 έπαιρνε συνεντεύξεις από Ιταλούς σχεδιαστές της Disney και τις δημοσίευε στο forum Greek Comics, κάτι που τον έκανε να δει πιο σοβαρά τη δημοσιογραφία και να αρχίσει να αρθρογραφεί σε blogs και sites της εποχής και στη Θεσσαλία, την τοπική εφημερίδα του Βόλου, όπου έπαιρνε συνεντεύξεις από Έλληνες καλλιτέχνες. Η πιο ωραία ιστορία από τα νεανικά χρόνια του Γιάννη όμως, ήταν ένα μανιφέστο που είχε στείλει σε ηλικία 16 ετών στον Χρήστο Τερζόπουλο, εκδότη της Disney στην Ελλάδα, για το πώς θα ήταν καλύτερες οι εκδόσεις του, με προτάσεις για αρθρογραφία και συνεντεύξεις. «Μου απάντησε, όμως λίγο καιρό μετά έκλεισαν οι εκδόσεις. Αυτό οδήγησε ωστόσο σε μια εκτενή συνέντευξη που πήρα στον ίδιο, η οποία κατέληξε να είναι και το πρώτο άρθρο για το οποίο πληρώθηκα και αποτέλεσε την αφορμή για τη συνεργασία μου με την Εφημερίδα των Συντακτών, η οποία κρατάει μέχρι και σήμερα», θυμάται. Την ίδια στιγμή, η γνώση των ιταλικών και η σχέση που ανέπτυξε με τους σχεδιαστές τον έφεραν ως μεταφραστή σε φεστιβάλ κόμικς, όπου γνώρισε όλο και περισσότερο κόσμο, γεγονός που οργανικά έφερε και το μεγάλο βήμα του DocMz, του εκδοτικού οίκου που τρέχει πλέον ο ίδιος και θα στεγάσει και τη Φούσκα. Το ίδιο θάρρος έδειξε και ο Ίωνας, ο οποίος έστειλε ένα δικό του e-mail με προτάσεις στον εγγονό του Ανεμοδουρά, θρυλικού εκδότη του Μπλεκ, όταν το 2014 έγινε μια προσπάθεια αναβίωσης. Πλέον, η συνεργασία αυτή συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Στα τέλη του 2018 έκανε και την πρώτη του απόπειρα για ένα περιοδικό γύρω από το κόμικς με το διαδικτυακό Comic Cultura, το οποίο κράτησε μέχρι το 2021. Το περιοδικό αυτό ήταν και η αφορμή για να γνωριστούν ο Γιάννης με τον Ίωνα, μετά από πρόσκληση του τελευταίου προς τον Γιάννη για να γράψει σε αυτό. Όλα αυτά, να σημειωθεί, συνέβησαν με τον Ίωνα να βρίσκεται στο Λύκειο και τον Γιάννη να σπουδάζει πια στη Θεσσαλονίκη. Το περιοδικό αυτό, αν και κυκλοφορούσε online, αποτέλεσε και για τους δύο ένα μάθημα για το πώς στήνεται και οργανώνεται ένα έντυπο και στην ουσία γέννησε και την ιδέα της Φούσκας. «Καλύτερα να βγάλεις 5 βιβλία παρά ένα περιοδικό για κόμικς, από άποψη κόστους, εργατοώρας, οργάνωσης, περιθωρίου κέρδους. Με πρόσφατα και τα παραδείγματα του Μπλε Κομήτη και της επανέκδοσης της Βαβέλ μέσω του Μωβ, ομολογώ ότι ένα περιοδικό δεν ήταν κάτι που με ενθουσίαζε σαν εγχείρημα», παραδέχεται ο Γιάννης όταν θυμάται τις πρώτες σκέψεις του Ίωνα. Μερικά τσίπουρα στον Βόλο αργότερα όμως, στο περιθώριο μιας έκθεσης για τον Corto Maltese, η κουβέντα άρχισε να γίνεται πιο σοβαρή και κάπως έτσι αποφάσισαν να το βάλουν μπροστά, αναγνωρίζοντας φυσικά τις δυσκολίες, κάτι που εξηγεί και το γεγονός πως το πρώτο βήμα έγινε μέσω του Kickstarter. «Πάμε σε μια πρώτη φάση να βολιδοσκοπήσουμε το κοινό, ζητώντας την οικονομική του στήριξη, να το κάνουμε κι αυτό να νιώσει κομμάτι του project και ελπίζουμε για το καλύτερο» εξηγεί ο Γιάννης με τον Ίωνα να παραδέχεται ότι τέτοια project πάντα περιλαμβάνουν κι έναν βαθμό τρέλας και υπέρμετρης φιλοδοξίας. «Εκείνο το βράδυ στον Βόλο δεν το είπα τυχαία στον Γιάννη, έβλεπα ότι έχει αντίστοιχη ή και μεγαλύτερη φιλοδοξία από μένα για το τι μπορεί να γίνει με τα κόμικς στην Ελλάδα», θυμάται, εξηγώντας ότι πήρε στον Γιάννη 5 μήνες για να πει το μεγάλο «ναι». «Και λίγο είναι», θα πει γελώντας ο Γιάννης. «Βοήθησε σίγουρα ότι είμαστε παιδιά της κοινότητας από την πρώτη μέρα, μας ξέρουν όλοι από πιτσιρίκια που ήμασταν απλοί αναγνώστες κι έχουν χτιστεί και προσωπικές σχέσεις. Αν σκεφτείς ότι ξεκίνησα από το 2009, μιλάμε για πάνω από τη μισή ζωή μου. Αν τους προσέγγιζε ένας εκδότης χαρτογιακάς θα ήταν πιο δύσκολο να δεχτούν οι καλλιτέχνες», θα πει ο Γιάννης και θα προσθέσει: «Έχει λείψει ένα ελληνικό περιοδικό και στους δημιουργούς, αυτό φάνηκε και από το πόσο ένθερμα το υποδέχτηκαν και πώς σαχλαμαρίζουν μεταξύ τους. Επίσης κάποιοι από τους καλλιτέχνες που θα συνεργαστούμε στα πρώτα τεύχη είναι Ιταλοί με τους οποίους είχα γνωριστεί σε άλλα project». «Είναι συγκλονιστικό ότι δεν ακούσαμε ούτε ένα όχι», λέει ο Ίωνας, «ακούσαμε ελάχιστες επιφυλάξεις και κυριάρχησε ο ενθουσιασμός». «Οι εκδότες και οι επιχειρηματίες του χώρου με τους οποίους το συζητήσαμε ήταν αυτοί που παρουσιάστηκαν πιο διστακτικοί και αποτρεπτικοί. Οι καλλιτέχνες ήταν όλοι θετικοί. Υπήρξε άνθρωπος του χώρου που μου είπε ότι χωρίς χορηγό δεν θα έχει αξία καμία άλλη συμβουλή να σου δώσω», προσθέτει ο Γιάννης. «Εννοείται ότι μας τρόμαξαν αυτά που ακούσαμε αλλά θεωρούμε ότι το έχουμε προετοιμάσει πολύ καλά, γιατί στόχος δεν είναι να βγάλουμε μόνο ένα τεύχος, στόχος είναι να μακροημερεύσει», εξηγεί ο Ίωνας. Απ’ το να αναζητηθεί χορηγός μέσω μιας παρουσίασης, οι δύο συνεργάτες προτίμησαν τη λύση του Kickstarter, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αναζήτησης χορηγού σε δεύτερο χρόνο, όταν θα υπάρχει πια κι ένα χειροπιαστό αποτέλεσμα. Όσο για το plan b αν δεν πάει καλά το Kickstarter, o Γιάννης είναι ξεκάθαρος: «Όλα αυτά τα χρόνια και ειδικά τα τελευταία με τον εκδοτικό, η φιλοσοφία μου είναι ότι καταγράφουμε τις δυσκολίες και κοιτάμε να βρούμε τρόπους να τις ξεπεράσουμε. Επομένως, προφανώς έχουμε στο μυαλό μας ότι υπάρχει περίπτωση να μην πάει καλά και να αναγκαστούμε να αναδιπλωθούμε, αλλά ταυτόχρονα ρίχνουμε όλη μας την ενέργεια πιστεύοντας ότι όλα θα πάνε καλά. Λειτουργούμε σαν να θεωρούμε δεδομένο το ότι θα πάει καλά και ετοιμάζουμε και τα επόμενα τεύχη έχοντας στο μυαλό μας ότι αυτό θα γίνει. Αν δεν πάει καλά, θα είναι μια νέα καταγραφή ενός αρνητικού δεδομένου που θα κληθούμε, να διαχειριστούμε αργότερα» «Θέλουμε κάθε τεύχος να έχει μια συγκεκριμένη δομή και λογική από πίσω, να μην είναι απλά ένα κολάζ άσχετων ιστοριών. Το περιεχόμενο να επικοινωνεί, να εκφράζει φυσικά και εμάς, θέλουμε και νέους ανερχόμενους καλλιτέχνες αλλά ταυτόχρονα επιθυμούμε να διαμορφώσει τους όρους του παιχνιδιού, να μη δέχεται απλά ιστορίες. Γι’ αυτό έχουμε και ενεργή συμμετοχή στο πώς διαμορφώνεται η δομή του τεύχους», αναλύει ο Γιάννης σχετικά με την φιλοσοφία τους, με τον Ίωνα να συμπληρώνει: «Θέλουμε να δημιουργήσουμε μια ξεκάθαρη ταυτότητα. Κάποιους δημιουργούς θα τους βλέπουμε ξανά επίτηδες, γιατί έτσι θεωρούμε ότι αποκτά χαρακτήρα η Φούσκα». «Ένα ωραίο παράδειγμα είναι ο Κουτσιούκης που μας προσέγγισε για να κάνει τα χαρακτηριστικά του κόμικς και τον πείσαμε να δοκιμάσει να κάνει κάτι άλλο», περιγράφει ο Γιάννης. «Θέλαμε όλοι οι δημιουργοί να φύγουν από την πεπατημένη τους», συμπληρώνει ο Ίωνας. Κάπως έτσι, το τεύχος Μηδέν της Φούσκας βρίσκεται ήδη στο Kickstarter, ζητώντας τη στήριξη του κοινού, μέχρι και τις 5 Μαΐου. Αν όλα πάνε βάση σχεδίου, θα είναι διαθέσιμο και στο επετειακό Comicdom Con Athens που συμπληρώνει φέτος 20 χρόνια ζωής και θα κυκλοφορεί κάθε τρεις μήνες. Στις 64 σελίδες του, θα βρει κάποιος ιστορίες από ιστορικούς Έλληνες και ξένους δημιουργούς, ενώ αν πάει καλά το πλάνο, οι 64 αυτές σελίδες μπορούν να φτάσουν και τις 80, με διάφορες εκπλήξεις. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο αρχικός στόχος έχει σχεδόν επιτευχθεί, όμως έχει σημασία να στηριχτεί ακόμη περισσότερο, για να εξασφαλιστούν από τώρα και τα επόμενα τεύχη κι ένα περιοδικό από δύο παιδιά που αγαπάνε τα κόμικς να πάρει σάρκα και οστά με σταθερό και σίγουρο βήμα. Και το σχετικό link...
  4. Με επίκεντρο τα διονυσιακά κόμικς και τις τολμηρές γελοιογραφίες του, αφιερώνουμε λίγα λόγια στο πολυδιάστατο έργο του συντρόφου, συνεργάτη και αγαπημένου φίλου μας, Γιάννη Καλαϊτζή, που έκλεισε 10 χρόνια μακριά μας. Ο Γιάννης σχεδιάζει στα γραφεία του περιοδικού «Γαλέρα» Για πολλούς θεωρείται, όχι άδικα, το σημαντικότερο ελληνικό άλμπουμ κόμικς της Ιστορίας και σίγουρα ένα από αυτά που επηρέασαν καθοριστικά την εξέλιξη της ένατης τέχνης στη χώρα μας. Πρωταγωνιστής είναι ο σκιτσογράφος της εφημερίδας «Η Σημαία», Κώστας Φαναρτζής, φανταστικός χαρακτήρας που έκανε σε αυτό το άλμπουμ την πρώτη του εμφάνιση στο χάρτινο σύμπαν και 70 σελίδες παρακάτω την τελευταία. Σελίδες που ήταν αρκετές για τον μύθο της «Τσιγγάνικης Ορχήστρας». Με διάρκεια σεναρίου, μιας και μόνο, κάποιας, οποιασδήποτε μέρας στην Αθήνα των αρχών της δεκαετίας του 1980 και με cameo εμφανίσεις από Βελουχιώτη και Σαββόπουλο, η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» (Εκδόσεις Πολύτυπο, 1984, το πρώτο μέρος είχε δημοσιευτεί νωρίτερα στη «Βαβέλ») είναι ένα διονυσιακό road movie, κυρίως με τα πόδια και λίγο με νυχτερινό ταξί, σε μια Αθήνα γεμάτη παλιατζίδικα, γαλατάδικα, πορνοσινεμά, καφενεία, σουβλατζίδικα, φτηνά ξενοδοχεία ημιδιαμονής, μπουλντόζες, σπασμένους αγωγούς και ερειπωμένα σπίτια. Βρόμικη, πολύβουη και καταϊδρωμένη. Με ένα ζευγάρι που ψάχνει δωμάτιο για λίγο σεξ. Ανάμεσα σε διαδηλωτές και ματατζήδες. Σε μια Αθήνα ασπρόμαυρη όπως τη θυμόμαστε όσοι μεγαλώσαμε με ασπρόμαυρη τηλεόραση, γκρι ταξί, κυκλική την Ομόνοια και μποτιλιαρισμένη την Ερμού. Με στιλ που φέρνει στον νου τα εξίσου «βρόμικα» κόμικς των Munoz και Sampayo με τις ευρυγώνιες συνθέσεις και τα πλήθη των ανωνύμων που συνωστίζονται, που ασφυκτιούν σε μικρά καρέ. Αριστερά: «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», εκδόσεις Πολύτυπο, 1984. Δεξιά: Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», εκδόσεις Πολύτυπο, 1984. Στον Καλαϊτζή αυτοί οι ανώνυμοι όμως είναι οι κάτοικοι της Αθήνας, που ακροβατεί χωρίς ποτέ να καταφέρει να ισορροπήσει μεταξύ μιας βαλκανικής, ανατολικής παράδοσης και μιας επιμονής να γίνει με το ζόρι μέρος τής (ανύπαρκτης) ευρωπαϊκής (και καλά, κοινής μας) οικογένειας, της ΕΟΚ των μονοπωλίων, που μαζί με το ΝΑΤΟ δεν έπαψαν ποτέ να είναι το «ίδιο συνδικάτο», όπως έλεγε το σύνθημα που δονούσε τις πλατείες στις συγκεντρώσεις της Αριστεράς (και του ΠΑΣΟΚ!) μιας άλλης, μακρινής εποχής. Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», εκδόσεις Πολύτυπο, 1984. Αυτήν την προϊούσα παρακμή των συνθημάτων (και της ίδιας) της Αριστεράς την είχε οσμιστεί από τότε ο Καλαϊτζής και πάσχιζε να την αποτρέψει με κάθε τρόπο. Κυρίως με το αυθάδικο χιούμορ του και την αυτοκριτική που έκανε για την Αριστερά αντ’ αυτής («το πολύ το Κάπα-Κάπα κάνει το παιδί μαλάκα» λέει το παιδάκι της ιστορίας και συνεγείρει τα πλήθη όταν ο αριστερός Φαναρτζής τσακώνεται με τον φασίστα περιπτερά), και τη μοναδική του ικανότητά να συνθέτει φαινομενικά ανόμοια πράγματα και να μεταφέρει αξίες του ενός στο άλλο, αποδεικνύοντας πόσο μοιάζει ορισμένες φορές η Ιστορία. Εξ ου και καμιά τσιγγάνικη ορχήστρα δεν κάνει ποτέ την εμφάνισή της στην «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» (αν και “ακούγεται” διαρκώς μουσική από Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, μπουζουκτσήδες και πανηγυρτζήδες) αλλά ρίχνει βαριά τη σκιά της και τη μουσική της με μεταγραφή από τον πολωνικό κινηματογράφο, όπως εξηγεί ο ίδιος ο Καλαϊτζής: «Στον “Άνθρωπό από μάρμαρο” του Βάιντα, ο Μπίρκουτ, ο ήρωας της ταινίας, πρώην σταχανοβίτης, αγκαζάρει μια ορχήστρα τσιγγάνων και μεθυσμένος κατεβάζει τη μόστρα της αστυνομίας. Τον καταδικάζουν επειδή, λέει, ήταν αρχηγός της μυστικής οργάνωσης “τσιγγάνικη ορχήστρα”, τίτλος-κακή απομίμηση της “κόκκινης ορχήστρας” των σοβιετικών πρακτόρων (Τσεχοσλοβάκοι οι περισσότεροι) στον Β' Παγκόσμιο. Μελάνωσα την “Τσιγγάνικη Ορχήστρα” με πινέλα “Ευαγγελινός” Νο 2 από ρώσικη ζιμπελίνα. Έχω ακόμα 6 στο ψυγείο για τον φόβο του σκόρου». Μετά από την περιπλάνηση σ’ αυτήν τη σκοτεινή Αθήνα αναμενόμενο θα ήταν να υπάρξει και συνέχεια. «Τέλος στο πρώτο βιβλίο» είναι η τελευταία λεζάντα. Αλλά πότε ήταν αναμενόμενος ο Καλαϊτζής; Δεν υπήρξε ποτέ δεύτερο μέρος. Αντί γι’ αυτό, έξι χρόνια μετά, κυκλοφόρησε κατευθείαν σε ενιαία έκδοση «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης» (Εκδόσεις Ars Longa / Nemo, 1990) και άλλα επτά χρόνια αργότερα το «Τυφών» (Εκδόσεις Κώμος, 1997). Από την Αθήνα των eighties μεταφερόμαστε στη Σαντορίνη του 1707 και από το καυσαέριο και τη βρομιά της πρωτεύουσας της σύγχρονης Ελλάδας στα μεθυστικά σταφύλια και στη συνάντηση τυχοδιωκτών κάθε είδους σε ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί. Ο Διόνυσος και ο Καζαντζίδης Τα δυο τους, όπως εξηγεί ο Καλαϊτζής, «είναι βιβλία ζευγάρι» και «συμβαίνουν την ίδια μέρα, ή μάλλον την ίδια νύχτα, σε διαφορετικό τόπο της Σαντορίνης». Κι αν συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε «διονυσιακά» τα κόμικς του Καλαϊτζή, στην περίπτωση του «Ειδώλου» αυτό είναι κυριολεξία, καθώς οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου αλλά και το εξώφυλλο φιλοτεχνούνται με βάση το ταξίδι του Διονύσου, σχεδιασμένο σε κύλικα από τον Εξηκία (περ. 540 π.Χ.). Γι’ αυτό και στο βιβλίο κολυμπούν με χάρη τα δελφίνια που, σύμφωνα με τον μύθο, δεν είναι παρά οι Τυρρηνοί πειρατές που απήγαγαν τον Διόνυσο για να τον πουλήσουν ως σκλάβο. Ο Θεός τιμώρησε την αλαζονεία τους και τους μεταμόρφωσε σε δελφίνια ενώ τα κατάρτια του καραβιού τους έγιναν κληματαριές. Αριστερά: «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης», εκδόσεις Ars Longa / Nemo, 1990. Δεξιά: Απόσπασμα από «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης», εκδόσεις Ars Longa / Nemo, 1990. Πρωταγωνιστές είναι ο Αλέκος ο Τράκας, με τη μορφή του Τάσου Μητρόπουλου, οξύθυμου και νευρώδη σταρ του Ολυμπιακού, και ο Καράμπαμπας, δούλος κι αφέντης του εαυτού του, υβρίδιο φυσιογνωμικά του Στέλιου Καζαντζίδη και του Καραγκιόζη. Οι δυο τους, απατεώνες, απένταροι μα πολυμήχανοι, ψάχνουν το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης που «όποιος το κρατάει στα χέρια του κρατάει την αρχή και το τέλος του κόσμου. Το πώς και το γιατί είναι γραμμένο στη βάση του». Πορτρέτο του ποδοσφαιριστή Τάσου Μητρόπουλου, που αποτέλεσε το «μοντέλο»για τον σχεδιασμό του Αλέκου Τράκα, του πρωταγωνιστή του κόμικς «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης». Την ίδια ώρα στον «Τυφώνα», ένα άλλο δίδυμο σχεδόν ίδιο με το προηγούμενο, ο λούμπεν Γκογκόσης και ο τάχα αριστοκράτης Καπετάν Γκρέκο, από κοντά κι ο πιτσιρίκος Κολλαούζος, μπλέκονται σε ένα όργιο φυλών, θρησκειών, καταγωγών, γλωσσών και πολιτισμών με φόντο το ηφαίστειο, ανάμεσα σε κυνηγούς αρχαιοτήτων, Φράγκους, παπάδες, αναστημένους, αφορισμένους και τον γενίτσαρο Σουλεϊμάν Σαλίκ, με την όψη του αείμνηστου Περικλή Κοροβέση, αγαπημένου φίλου του Γιάννη Καλαϊτζή. «Τυφών», Εκδόσεις Κώμος, 1997 Αυτά τα τρία βιβλία είναι τα μεγάλης έκτασης κόμικς του. Υπήρξαν όμως και πολλά μικρότερης έκτασης αλλά όχι μικρότερης αξίας. Το 1985 και το 1986, για παράδειγμα, δημιουργεί για το περιοδικό «Τέταρτο» του Μάνου Χατζιδάκι, μεγάλου θαυμαστή του Καλαϊτζή, τα «Συνειρμικά Ντεκουπάζ», μια σειρά αυτοτελών μονοσέλιδων πειραματικών κόμικς με πανέξυπνα λογοπαίγνια και συναρπαστικούς λεκτικούς και εικονιστικούς συνειρμούς. Τέτοια κόμικς είχε φιλοτεχνήσει και για την εφημερίδα «Αυγή» σε μια αποθέωση πυκνών και συνάμα χαλαρών αφηγήσεων στα όρια του horror vacui, καθώς υπήρχαν περιπτώσεις που σε μία σελίδα στριμώχνονταν σχεδόν 100 καρέ! Το 1990 έφτιαξε ένα υπέροχο κόμικς το οποίο δεν βρήκε τον δρόμο του προς το κοινό. Τα «Χαμένα Δάση» ήταν μια ανάθεση της περιφέρειας της Προβηγκίας σε πολλούς καλλιτέχνες για τα δάση της Ευρώπης – ο Καλαϊτζής ανέλαβε την Ελλάδα –, αλλά ένας χάρτης στο εσώφυλλο που περιλάμβανε τη χώρα «Macedonia» έγινε η αιτία για να αποσυρθεί η ελληνική συμμετοχή μετά από πιέσεις του Έλληνα πρόξενου. Ήταν εποχή συλλαλητηρίων και εθνικής συστράτευσης εναντίον των «γυφτοσκοπιανών» και ούτε η συμμετοχή χαρακτήρων με τις μορφές του Γιώργη Μασσαβέτα, του Τέλη Σαμαντά, του Γιάννη Μπαχ-Σπυρόπουλου και του Περικλή Κοροβέση δεν ήταν αρκετή για να μεταπείσει τους ευαίσθητους Ελληναράδες. Στην «Ελευθεροτυπία» Στο περιοδικό «9» της «Ελευθεροτυπίας», που ξεκίνησε να κυκλοφορεί το 2000, δημοσιεύτηκαν δύο σειρές του από μονοσέλιδες, επίσης αυτοτελείς ιστορίες: Τα «Έκτακτα Περιστατικά» και το «Πέλαγος της Μποτίλιας». Στην πρώτη, κάποιες φορές χωρίς λόγια αλλά με έναν θησαυρό ονοματοποιιών και ηχητικών εφέ και κάποιες άλλες με μακροσκελή κείμενα και εξαντλητικούς διαλόγους, ο Καλαϊτζής αφηγείται ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα και περιστατικά της αστικής μας παράνοιας, με ζευγάρια σε αποτυχημένες σεξουαλικές συνευρέσεις, εκπροσώπους των θρησκειών όλου του κόσμου σε κρίση, οργισμένους ακροδεξιούς και αποτυχημένους υπουργούς, πελαγωμένους σερβιτόρους κι απελπισμένους υπαλλήλους. «Το Πέλαγος της Μποτίλιας», περιοδικό «9» της «Ελευθεροτυπίας», 21.6.2000. Στη δεύτερη, μια εικαστική πανδαισία και ταυτόχρονα ένα σουρεαλιστικό, παραισθητικό πανηγύρι, αποτίνει φόρο τιμής στον Winsor McCay και στη σειρά «Little Nemo in Slumberland» των αρχών του 20ού αιώνα. Στα κόμικς του Αμερικανού πρωτοπόρου δημιουργού, πρωταγωνιστής ήταν ένα παιδάκι που ζει στα όνειρά του απίστευτες περιπέτειες με μοχθηρούς βασιλιάδες, πανίσχυρους στρατούς, άγρια ζώα και πελώριους δράκους, για να ξυπνήσει στο τελευταίο καρέ πεσμένο από το κρεβάτι του με τη μητέρα του να το καθησυχάζει. Στο «Πέλαγος» του Καλαϊτζή, πρωταγωνιστής είναι ένας νέος άνδρας σε ανάλογες περιπέτειες αλλά για ενηλίκους. Η αιτία τους όμως είναι το κρασί. Και δεν τις ζει στον ύπνο του αλλά ξύπνιος και φέσι από το αλκοόλ. Η κατάληξή τους αντί για το μητρικό χάδι και τη στοργή είναι μια βουτιά στο σιντριβάνι της πλατείας. Και μετά το ασθενοφόρο. Ο Μαρξ, ο Μπαχ και ο Κοροβέσης Στη «Γαλέρα», της οποίας ήταν ο μοναδικός καπετάνιος αλλά και ο πιο δημοκρατικός, καθώς συζητούσε διεξοδικά με όλους και για όλα για κάθε λεπτομέρεια, επέστρεψε στα «ιερά κείμενα», στον Κάρολο τον ίδιο και στο παρεξηγημένο «Κεφάλαιο». Έχρισε πρωταγωνιστή της σειράς του τον Κώστα Καραμανλή και της έδωσε το όνομα «Μαρξ και Σπένσερ» (στο πρώτο όνομα ανατριχιάζουν από περηφάνια οι ορθόδοξοι αριστεροί και στο δεύτερο δαγκώνονται και τρώνε την κρυάδα). Πρωταγωνιστεί φυσικά ο ανιψιός, που εξαιτίας της ιδιότητας αυτής έγινε πρωθυπουργός, και όλα τα πρόσωπα της αλήστου μνήμης κυβέρνησής του, με κορυφαίους συνεργάτες του δύο γουρούνια που απολαμβάνουν μαζί του το μπάνιο τους σε μια μπανιέρα γεμάτη λάσπη και σκατά. «Εφημερίδα των Συντακτών», 31.10.2015 Το τελευταίο κόμικς του Καλαϊτζή δημοσιεύτηκε εδώ, σ’ αυτήν την εφημερίδα, στο ένθετο «Καρέ Καρέ». Οι «Μπον και Βιβέρ» (και πάλι ο Κοροβέσης και ο Μπαχ) ήταν οι δυο κλοσάρ πρωταγωνιστές του με αυξημένη την αίσθηση του χιούμορ και του αυτοσαρκασμού. Δύο πανέξυπνοι τύποι που η μοίρα τους ανάγκασε να τρώνε από τους κάδους των σκουπιδιών κι αυτοί, αντί να το βάλουν κάτω, υποκρίνονται – μπορεί και να το πιστεύουν – ότι τρώνε στα καλύτερα γαλλικά εστιατόρια. «Μπον και Βιβέρ», «Εφ.Συν.», 16.5.2014 Πέραν αυτών, ο διαρκώς παραγωγικός Καλαϊτζής, που δεν σταματούσε να σχεδιάζει ούτε στα τραπεζομάντιλα στις ταβέρνες ή και στα ίδια τα τραπέζια, έχει δημιουργήσει πολλά ακόμη κόμικς «από δω κι από κει»: τις «Καλύτερες Μέρες» στο περιοδικό «Ένα», ολιγοσέλιδες ιστορίες στο περιοδικό «Ντέφι» και στον «Θούριο», στο περιοδικό «Αντί» και στην εφημερίδα «Αυγή», μεταξύ άλλων, στριπάκια στη βάση των σελίδων του περιοδικού «Έψιλον» της «Ελευθεροτυπίας», τον φοβερό Αυτοσερβιριζόμενο στο flip-book «Soloup Εναντίον Καλαϊτζή» (Εκδόσεις ΚΨΜ). Έχει φτιάξει αμέτρητα γελοιογραφικά πορτρέτα, από τον Μητροπάνο και τον Παύλο Σιδηρόπουλο μέχρι τον Τζον Λένον και τον Λε Κορμπιζιέ, έχει εικονογραφήσει άρθρα και φιλοτεχνήσει ρεκλάμες για μέρη που αγαπούσε και πολιτικές οργανώσεις που συμπαθούσε. «Εφημερίδα των Συντακτών», 28.01.2016 Παρότι ήταν ένας άνθρωπος της εικόνας, η γραφή του ήταν συγκλονιστική. Το αποδεικνύουν «Οι αφορισμοί των αφορεσμένων» (Εκδόσεις Στιγμή), με τα γραπτά του για τον Σοπενάουερ, τον Μποντλέρ, τον Νίτσε, τον Κάφκα κ.ά. Τα κείμενά του στην «Ελευθεροτυπία», στη «Γαλέρα», στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ξεχειλίζουν από την πολυμάθειά του και το σαρκαστικό του χιούμορ. «Εφημερίδα των Συντακτών», 14.09.2015 Σε μια καριέρα ζηλευτή κοντά 60 χρόνων, είχε κάνει φοβερά και τόσο διαφορετικά πράγματα. Σχεδίασε τα σκηνικά και τα κοστούμια για το «Happy Day» του Παντελή Βούλγαρη, τις κάρτες για το «Heavy Metal Farm», εικονογράφησε παιδικά βιβλία, εργάστηκε σε διαφημιστικές εταιρείες, έφτιαξε εξώφυλλα, αφίσες και αγιογραφίες. Κι άφησα τελευταίες τις γελοιογραφίες, τη βασική και πιο μακρά απασχόλησή του. Σκάρωσε δεκάδες χιλιάδες απ’ αυτές, σε πλήθος εντύπων, με κατάληξη την «Εφημερίδα των Συντακτών», στην οποία ήταν συνεταιριστής από την πρώτη στιγμή. Πρωταγωνιστές (αρνητικοί) ήταν όλα τα πρόσωπα της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής επικαιρότητας από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 μέχρι τη μέρα του θανάτου του. Κάποιες συγκεντρώθηκαν σε άλμπουμ όπως τα «Γιαταλεφτά Νοέμβρη» (Εκδόσεις Λιβάνη), «2000 στα 4» και «Ασύμμετρη Κυβέρνηση» (Εκδόσεις Άγρα), όλες τους αποτύπωσαν ξεχωριστές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Τελευταίοι «αστέρες» των σκίτσων του ήταν ο Κάμπινετ Μαν, ο ΓΑΠ ή 3ος ο Μακρύτερος, το τρικέφαλο σκυλί της Τρόικας, ο διαχρονικά «αγαπημένος» του Μπενίτο (Ευάγγελος Βενιζέλος), ο Αντώνης Σαμαράς στην Έρημο Σαμάρα, ανάμεσα σε λογοπαίγνια όπως το Υπουργείον χάριν Πεδιάς, το Χάρβαλον μεν Υπεχωδέ, το Στρατόπεδον Υλάρχου Τραγκαουνάκη. Μέχρι τέλους ο Γιάννης σχεδίαζε, έκανε πλάκα, γελούσε δυνατά. Θα τον θυμόμαστε πάντα για το έργο του, που πάντα ισορροπούσε με μαεστρία ανάμεσα στην αποκαλούμενη υψηλή τέχνη και τα «ταπεινά σκιτσάκια», αλλά κυρίως για το πάθος του για τα κόμικς, τις γελοιογραφίες και την Αριστερά, που υπηρέτησε μια ολόκληρη ζωή. Ο Καλαϊτζής μιλά για τον Καλαϊτζή Το αυτο-βιογραφικό του όπως δημοσιεύεται στην προσωπική του ιστοσελίδα, gianniskalaitzis.gr Μεγάλωσα στο καφενείο του πατέρα μου στην Κοκκινιά. Πάνω στα τραπέζια κυκλοφορούσαν δύο-τρεις εφημερίδες. Γελοιογραφικά σκίτσα κάνω από μωρό. Ήμουν παρατηρητικό και κακό και το ’δειχνα. Το περιβάλλον μου ένοιωσε την απειλή. Χάριν εξευμενισμού μου διέθεσε μια αποδοχή διαρκείας. Το να επιδοθώ στην πολιτική σάτιρα ήταν αυτονόητο. Ήμασταν αριστεροί, το κράτος μας έκανε και ρατσιστές. Η δεξιά, η εξουσία, οι αρχές ήταν έξω από την κοινωνία μας, ήταν το ξένο, το άλλο. Μου την είχε στημένη στο νηπιαγωγείο. Κατανάγκαζαν εμένα το σκιτσογράφο να πλέκω καλαθάκια και να κεντάω με μπρισίμι μηλαράκια σε χαρτόνι. Για να με σπάσουν. Δε μίλησα. Καταδικάστηκα σε δωδεκαετή εκπαίδευση. Μου ’ριξαν και έναν χρόνο επιπλέον ως μη συνεργάσιμο. Δραπέτευσα πριν εκτίσω την ποινή. Ακολούθησε ο κατήφορος. Από τα χαμαιτυπεία της Αριστεράς στα καταγώγια των Καλών Τεχνών. Έμαθα κινηματογράφο στους κινηματογράφους, θέατρο στο θέατρο, μουσική την νύχτα και εικόνες στο πεζοδρόμιο. «Πανσπουδαστική», «Δρόμοι της Ειρήνης», «Αυγή». Ακολουθεί μια χούντα που επί 40 χρόνια παραμένει 7 ετών. Σκιτσάρω αγωνιώντας να κατανοήσω το προηγούμενο. «Αντί», «Ελευθεροτυπία», «Σχολιαστής», «Ντέφι», «Βαβέλ», «ΔΗΩ» και «Τσιγγάνικη ορχήστρα», «Το μαύρο είδωλο της Αφροδίτης», «Τυφών», «Γιαταλεφτά Νοέμβρη», «2000 στα 4». Γαλέρα στους πέρα κάμπους Γιάννης Καλαϊτζής ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ Ο Μεγάλος Ερετικός Μικρός που είναι ο κόσμος. Να πώς γίναν τα πράγματα, πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, αν η γηράσκουσα μνήμη δεν μου παίζει άσχημο παιχνίδι: Έχω φύγει από την «Καθημερινή», μετά 13 έτη, έχω πάει στον «Κόσμο του Επενδυτή» επί ιδιοκτησίας Γιαννίκου, πολύ πριν διαβεί το κατώφλι της φυλακής για το φιάσκο του Alter, του «Επενδυτή», των «Modern Times» και του τριγώνου «ΜΜΕ-Τράπεζα-Media Shop» που οδήγησε σε κατάρρευση της διαφημιστικής αγοράς, κι εκεί που προσπαθώ να προσαρμοστώ στη νέα κατάσταση, τόσο με το κυρίαρχο επαγγελματικό μου προσόν, όσο και με το χρονογραφικό μου avatar (τον ΚΙΜΠΙ), χτυπάει το τηλέφωνο και είναι η εξαδέλφη Κλεοπάτρα. Με την οποία είχαμε εντελώς τυχαία – αλλά δεν θυμάμαι πώς – ανακτήσει επαφή έπειτα από δεκαετίες και μερικές φευγαλέες συναντήσεις σε ένα σπίτι με θέα το Α' Νεκροταφείο, τη δεκαετία του ’60, έφηβη εκείνη, νήπιο εγώ, όπου η γιαγιά μου η Άρτεμις και η αδελφή της Κλεοπάτρα προσπαθούσαν να ξανασυνθέσουν τις λαμπερές μνήμες της απαστράπτουσας Σμύρνης, πριν αυτή καεί κι αυτές γίνουν προσφύγισσες, σε μικρές ηλικίες. Σκίτσο: Πέτρος Ζερβός Μου λέει η Κλεό: «Σε αναζητάει ο Περικλής, που τον έχει βάλει ο Γιάννης, αν θες να γράφεις στη “Γαλέρα”». «Ποιος Περικλής;» «Ο Κοροβέσης». «Ποιος Γιάννης;» «Ο Καλαϊτζής». Να πω πως δεν πήρα τα πάνω μου, ψέματα θα πω. Αντιθέτως, ο ναρκισσισμός μου με γαργαλούσε να κάνω τον δύσκολο, τον καχύποπτο, αν και είμαι τύπος που σπανίως λέει όχι, και στο πληρωτέο και στο θεότζαμπα, και στις ουσίες και στις συσκευασίες. Αλλά, μετ’ ου πολύ, έδωσα στην εξαδέλφη Κλεό, μια από τις σπουδαιότερες ζωγράφους των 70's που δεν έχει καβαλήσει καλάμι και δεν κωλώνει να «λερώσει» την τέχνη της με ακτιβισμό, θυμό, κίνημα, πολιτική, το τηλέφωνό μου για τον Περικλή. Και στα καπάκια με παίρνει ο «Φύλακας της ανθρωπιάς» – το θαυμάσιο αντίστροφο σχήμα λόγου που επινόησε ο Δημήτρης Ψαρράς για το θύμα και τον συγγραφέα των «Ανθρωποφυλάκων» της χούντας, τον Κοροβέση – και μου λέει πως με ψάχνει ο Γιάννης – «Ποιος Γιάννης;» «Ο Καλαϊτζής!». Τι λες τώρα, ποιος να μην ανταποκριθεί στο κάλεσμα της άγριας φύσης του Γιάννη, της άγριας, της σεμνής, της διαλλακτικής, της ευρηματικής, της γελαστής, της μελαγχολικής, αλλά πάντα της αφοπλιστικά ανθρώπινης φύσης του Γιάννη; Ποιος να αρνηθεί να γίνει συν-ερέτης (= συν-κωπηλάτης) στον «συνεταιρισμό ερετών» της «Γαλέρας», υπό το πρόσταγμα του Μεγάλου Ερετικού, με «Ε» για τους μαζόχες της ληστρικής εκμετάλλευσης του εαυτού τους, αλλά αν σας ενοχλεί η περίεργη ορθογραφία και με «ΑΙ», για όσους πίστεψαν στο εγχείρημα της αιρετικής, εναλλακτικής, ανεξάρτητης ενημέρωσης. Ανέβηκα στο κατάστρωμα της «Γαλέρας» αφού είχε σαλπάρει σχεδόν δύο χρόνια «ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ», κολυμβητής στη θάλασσα της ενημέρωσης πριν γίνω κωπηλάτης της. «Σε ξέρω, με ξέρεις, αλλά δεν ξερενόμαστε» είπαμε με τον Γιάννη στο πρώτο ραντεβού, για να γίνει η ταυτοπροσωπία, γιατί εγώ τον ήξερα από τα χιλιάδες πράγματα που είχε ήδη κάνει, αυτός με ήξερε κυρίως από την persona που είχα επινοήσει από το 2000 στην «Καθημερινή», τελικά κάτι είχε πετύχει ο «Ελεύθερος Σκοπευτής» μου περιπλανώμενος ως ΚΙΜΠΙ σε σομόν ή λευκές σελίδες καθωσπρέπει αστικών εντύπων, γιατί να μη σαλπάρει και με μια ΓΑΛΕΡΑ για Ακυβέρνητες Πολιτείες, ήταν τόσο κολακευτικό να σ’ το προτείνει αυτό ο συνήθως γελαστός πίσω απ’ τα γυαλιά και τα μούσια του καπετάνιος της. «Τι θέλετε από μένα;» ρώτησα σ’ αυτή την πρώτη επαφή τον Μεγάλο Ερετικό, στο ισόγειο αγκυροβόλιο της «Γαλέρας» στα Εξάρχεια. «Εσένα» ήταν η απάντηση του καπετάνιου. «Αλλά ποιον εμένα, τον ΚΙΜΠΙ ή τον άλλον;» τον ρωτάω – δεν θυμάμαι την ακριβή ανταπάντησή του, αλλά για το alter ego μου γινόταν το παζάρι, κι έτσι ανέλαβα κι εγώ κουπί για καμιά 35αριά μηνιαία ταξίδια της «Γαλέρας», μαζί με μερικές δεκάδες συν-ερέτες, εργάτες των εικόνων, των μολυβιών, των χρωστήρων, των λέξεων, των αναλύσεων, των αποκαλύψεων, των τολμηρών ρεπορτάζ, των νέων ιδεών, του ανελέητου χιούμορ, της καταλυτικής σάτιρας, ένα πολύχρωμο πλήρωμα ανθρώπων που υπέκυψαν στη γοητεία του Γιάννη και του πρωτότυπου υβρίδιου πολιτικού περιοδικού που εμπνεύστηκε. Αυτή ήταν η πρώτη χαρούμενη επαφή με τον Μεγάλο Ερετικό. Αλλά θυμάμαι και τη θλίψη της τελευταίας επαφής, ως συν-ερέτη, Γενάρη ή Φλεβάρη του 2010, τη μέρα που στο αγκυροβόλιο της «Γαλέρας» στα Εξάρχεια ο συνεταιρισμός των ερετών έπρεπε να αποφασίσει αν θα συνεχίσει το κουπί ή θα τραβήξει την τάπα και θα αφήσει τη θάλασσα να πάρει το σκάφος στον βυθό της. Καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του, εναλλακτικές χρηματοδότησης, κράουντ φάντινγκ, τραπεζικό δανεισμό, αλλά στην όψη του Γιάννη νομίζω πως είχε ζωγραφιστεί ένα αμετάκλητο μείγμα απογοήτευσης, αγωνίας, θυμού – με τον εαυτό του; – και πείσματος. Η «Γαλέρα» έκλεισε. Τα τελευταία σκίτσα, κόμικς, κείμενα ανέβηκαν στην ιστοσελίδα της. Αλλά το αιρετικό, ερετικό, συνεταιριστικό σαράκι δούλευε στα στομάχια πολλών, φυσικά και του Μεγάλου Ερετικού. Υποθέτω πως του ήταν εντελώς αυτονόητο να μπει δυο χρόνια μετά στην περιπέτεια της συνεταιριστικής «Εφ.Συν.». Κάπως έτσι, μια άλλη ομάδα «πετροβολημένων», καμιά 25αριά ήμασταν, τολμήσαμε το 15ήμερο πολιτικό περιοδικό «ΜΟΝΟ». Γενάρη του 2012 βγήκε το πρώτο τεύχος, εμπνευστής ο δαιμόνιος Νεκτάριος (Λαμπρόπουλος), τα δώσαμε όλα (και λεφτά), αλλά όχι όλοι, γιατί πολλές φορές οι συνεταιρισμοί ερετών εξελίσσονται σε λεόντειες συμφωνίες, άλλοι τραβάνε το κουπί κι άλλοι ρεμβάζουν τη θάλασσα. Έξι μήνες κράτησε εκείνη η συνεταιριστική αποκοτιά που είχε πολλά από τις ιδέες του Μεγάλου Ερετικού, «Γαλέρα» δεν την έλεγες βέβαια, πιο πολύ με τα φουσκωτά των προσφύγων που διεμβολίζει το Λιμενικό έμοιαζε το «ΜΟΝΟ» μας, είχε μια ενθαρρυντική κυκλοφοριακή εκκίνηση, θυμάμαι τα επαινετικά σχόλια του Γιάννη και του Περικλή για το εγχείρημα, που μέσα σε έξι μήνες όμως πήγε να συναντήσει τη «Γαλέρα» στο μεγάλο υποθαλάσσιο νεκροταφείο της ενημέρωσης. Ου παντός πλειν ες Κόρινθον... ΚΙΜΠΙ Η απουσία από τη ζωή ενός δημιουργού είναι ένας άλλος τρόπος να καταλάβεις πόσο σημαντικός ήταν. Μια απουσία όχι μόνο της καθημερινής του δουλειάς στην εφημερίδα, αλλά απουσία και μιας ισχυρής προσωπικότητας με δυναμισμό, ενέργεια, σοφία, αλλά και γενναιοδωρία και φροντίδα για τους νέους δημιουργούς! Το πείραμα της «Γαλέρας» ήταν ένα θερμοκήπιο όπου νέοι σκιτσογράφοι δημιουργούσαν σε κλίμα πλήρους ελευθερίας και ενθάρρυνσης. Τα καλύτερα σκίτσα μου τα είχα φτιάξει ως τότε στη «Γαλέρα», μέσα στο συλλογικό κλίμα άμιλλας αλλά και με το κρυφό καμάρι ότι θα τα δει ο «Δάσκαλος». Γιάννη, θα σε θυμάμαι πάντα! Πέτρος Ζερβός Σκίτσο: Soloup Πριν από λίγο καιρό έχασα τον πατέρα μου. Τα… προεόρτια όμως μιας τέτοιας αναντικατάστατης απώλειας τα ένιωσα δέκα χρόνια πριν με το φευγιό του Γιάννη. Δάσκαλος, εμπνευστής, συνάδελφος και φίλος, αλλά και πολλά περισσότερα πράγματα ακόμα, όχι μόνο για εμένα, αλλά για πολλές και πολλούς που τον γνωρίσαμε, φιλοσοφήσαμε, παρεξηγηθήκαμε και καλαμπουρίσαμε μαζί του. Γιατί δεν ήταν μόνο κορυφαίος γελοιογράφος – με πολιτικοποιημένο σκίτσο και αφοπλιστικά σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό χιούμορ- και άκρως επιδραστικός δημιουργός κόμικς – με τα πρωτοποριακά συνειρμικά μονοσέλιδά του και κυρίως τα έργα του «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», «Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης» και «Τυφών» – όσο και μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Με τη σοφία αλλά και τις εξάρσεις, την έγνοια για τα πράγματα, τις φωνές, το γέλιο και τις σιωπές κάθε σπάνια ουσιαστικού και βαθιά ειλικρινούς ανθρώπου. Ενός δημιουργού που ήξερε να βάζει το Εμείς – όπως ας πούμε με τον τρόπο που έστησε το περιοδικό «Γαλέρα» – πάνω από την ξελογιάστρα καλλιτεχνική ματαιοδοξία. Τον συμβουλεύτηκα στα δύσκολα και τον συμβουλεύομαι ακόμα. Βαρύτιμος μπούσουλας με επαρκέστατα τρελαμένη βελόνα. Σ’ ευχαριστούμε Γιάννη. Soloup ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΣΧΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΩΝ «Ένα παιδί που κάνει κόμικς δεν είναι αυτό;» Ήταν κάπου στις αρχές του 2006, όταν κόβαμε την πρωτοχρονιάτικη πίτα στα γραφεία της Λέσχης μας. Μερικοί από εμάς, που είχαμε την τύχη να συνεργαζόμαστε και να μαθητεύουμε στη «Γαλέρα» με τον Γιάννη Καλαϊτζή, προσκομίσαμε εκείνη τη βραδιά τα πρώτα τεύχη του περιοδικού. Η υποδοχή που επιφύλαξαν στη «Γαλέρα» οι συνάδελφοι είχε διάφορες αποχρώσεις. Πολλοί τη γνώριζαν από πριν, ως συνεργάτες. Άλλοι, ως αναγνώστες της. Ένας από τους πρεσβυτέρους την κοίταξε και ρώτησε: «Ποιος τη βγάζει; Ο Καλαϊτζής; Ένα παιδί που κάνει κόμικς δεν είν' αυτός;». Τότε ο Καλαϊτζής είχε συμπληρώσει τα 61 του και είχε πάνω από 40 χρόνια στο σκίτσο, την πολιτική γελοιογραφία και τα κόμικς. Ασχέτως της σαρκαστικής προσποίησης άγνοιας, ο κατά δύο δεκαετίες αρχαιότερος ομότεχνός του είχε δίκιο: ο Γιάννης Καλαϊτζής παρέμενε, πράγματι, ένα «παιδί» που ενοχλούσε τους «μεγάλους». Οι καινοτομίες του στην καρικατούρα, στο αντιεξουσιαστικό σκίτσο και στο πολιτικοκοινωνικό κόμικς ήταν σαν την εφευρετική φαντασία των παιδιών που αλλάζουν παιχνίδι, το ίδιο το παιχνίδι και τον κόσμο που το πλαισιώνει. Ήταν εμβληματικός, ταλαντούχος και αγωνιστής ο Γιάννης Καλαϊτζής. Συνάμα ήταν εργασιομανής, τελειομανής και μαχητικός. Μαζί με τον άλλο Γιάννη, τον Ιωάννου, υπήρξαν ανανεωτές, θαυματουργοί και ανάδοχοι της Νέας Πολιτικής Γελοιογραφίας. Ο ένας λίγο πριν κι ο άλλος λίγο μετά τη δικτατορία, είχαν συνδέσει τα βήματα του μοντερνισμού στα εικαστικά, στη θέαση του αστικού τοπίου, στον κινηματογράφο, στα κόμικς και το θέατρο του Παραλόγου, με ό,τι πιο κριτικό, ανατρεπτικό και φρέσκο είχε να δείξει η παγκόσμια λογοτεχνία. Απογείωσαν το πολιτικό σκίτσο στην Ελλάδα και το έκαναν να επισπεύδει, να εγείρει τον ριζοσπαστισμό της Μεταπολίτευσης. Οι νεότερες γενιές χρωστάμε ακόμα πιο πολλά σε αυτούς που τόλμησαν, με φαντασία και ρίσκο, σε μια εποχή πάντως με εύφορες πλαγιές και μια κοινωνία διψασμένη και επιδεκτική για το νέο που καλλιεργούσαν. Μας δίδαξαν, θέλοντας και μη, αλλά και μας «κακομάθανε». Δεν προέβλεπαν ίσως την ξηρασία του τοπίου, την απαξίωση και τη δυσανεξία που θα ακολουθούσε. Στο φευγιό του Γιάννη Καλαϊτζή είχαμε γράψει πως αυτοί οι ευαίσθητοι ποιητές του σκίτσου ήταν σαν τα αηδόνια που συνήθιζαν να έχουν στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην πρώτη κιόλας διάχυση της τοξικότητας, μας άφηναν μόνους. Κι ακόμα χειρότερα από μόνους... Δέκα χρόνια μετά την απώλεια του Γιάννη Καλαϊτζή, νιώθουμε ευγνώμονες που ζήσαμε αυτό το «ενοχλητικό παιδί» ως ομότεχνο, ως συνάδελφο και ως φίλο. Και τον ευχαριστούμε που έβαλε χρώμα στη ζωή μας. ⚪ Ευχαριστούμε την οικογένεια του Γ. Καλαϊτζή για την άδεια αναδημοσίευσης των εικόνων που συνοδεύουν το αφιέρωμα. Το σώμα του γνωστού έργου του Γ. Καλαϊτζή βρίσκεται κατατεθειμένο στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας. Και το σχετικό link...
  5. Δέκα χρόνια πέρασαν από τον θάνατο του Γιάννη Καλαϊτζή και, όπως συμβαίνει μ’ αυτές τις τόσο χαρισματικές προσωπικότητες που επηρεάζουν τους συνομιλητές και την ατμόσφαιρα γύρω τους, ακόμα και ερήμην τους, μοιάζει να μην πέρασε μια μέρα και μοιάζει σαν να πέρασε ένας αιώνας. Σαν και χθες ήταν ανάμεσά μας, εμπνευστής και βασικός συμμέτοχος στο μοναδικό εγχείρημα της έντυπης αυτοδιάθεσης. Όμως στον πυκνό πολιτικό και κοινωνικό χρόνο της τελευταίας δεκαετίας, ο Καλαϊτζής με το σκίτσο του, εκπρόσωπος της ουσιαστικής αντισυστημικότητας, μιας μετωπικής κόντρας με οποιαδήποτε μορφή εξουσίας επιχειρεί να επιβληθεί με αθέμιτα μέσα και της ελευθεριότητας μιας ολόκληρης εποχής προτού να ολισθήσει ο κόσμος μας στον νεο-συντηρητισμό, είναι σαν να πέρασε ήδη σ’ ένα πολύ μακρινό παρελθόν. Γι’ αυτό το αφιέρωμα σ’ εκείνον δεν είναι μόνον η χρεία της μνήμης αλλά και η απόλυτη ανάγκη της υπενθύμισης – στα καθ’ υμάς και στα καθ’ ημάς – όσων ήταν και όσων κόμιζε ο ευφυής αυτός δημιουργός. Προσωπικά δεν τον πρόλαβα στην «Εφ.Συν.» και γι’ αυτή την περίοδο γράφουν στις επόμενες σελίδες καθ’ ύλην «αρμόδιοι». Τον θυμάμαι όμως στην «Ελευθεροτυπία», βαρύ, λακωνικό αλλά όχι απρόσιτο. Αντίθετα, τρυφερό στον νέο συνάδελφο που του απηύθυνε τον λόγο με δέος. Τον θυμάμαι στο «Γιάντες» να γεμίζει τα τραπεζομάντιλα με σχέδια μιας πυρετώδους δημιουργικότητας που δεν έπαιρνε αναβολή – εκείνος κι ο Ακριθάκης είχαν αυτό το συνήθειο. Θυμάμαι επίσης τον αστείο, έξυπνο και ειλικρινή τρόπο που ζήτησε κάποτε μια μικρή αύξηση από τον Κίτσο Τεγόπουλο, επισημαίνοντάς του σε ένα ιδιόχειρο, κατεξοχήν «καλαϊτζικό» σημείωμα ότι για να ολοκληρώσει το καθημερινό του σκίτσο πίνει, ως γνωστόν, 2-3 ποτηράκια ουίσκι και «το ουίσκι τελευταία ακρίβυνε πολύ, Κίτσο μου» (παρεμπιπτόντως πήρε την αύξηση). Τον θυμάμαι στις θυελλώδεις συνελεύσεις της «Ελευθεροτυπίας» και των απεργιακών φύλλων. Τον θυμάμαι και ως αναγνώστρια της «Εφ.Συν.», υπέροχα παράφορο, απέραντα ταλαντούχο και τολμηρό, να μην ανακόπτει τη μοναδικά «αιρετική» – «προσβλητική» μόνον για τους μικρόμυαλους ή τους συντηρητικούς – έμπνευσή του ούτε όταν το ιστορικό του σκίτσο για τον Σόιμπλε προκάλεσε μικρά εγκεφαλικά σ’ ένα ποσοστό της καθημαγμένης ελληνικής κοινωνίας που θεωρούσε ότι ο υποκριτικός καθωσπρεπισμός και η εθελοδουλία ενδείκνυνται απέναντι στον ισχυρό. Ο Καλαϊτζής έφυγε όταν αυτή η κοινωνία δεν σήκωνε πια την πένα και το πνεύμα του. Αλλά ακόμα κι αν δεν είχε υπάρξει στη δημοσιογραφική μας ζωή, ακριβώς τώρα είναι η εποχή που θα έπρεπε να τον επανεφεύρουμε στον Τύπο και στην καθημερινότητά μας. Και το σχετικό link...
  6. Ένας σκύλος-παρατηρητής της εξουσίας γαβγίζει απέναντι στην αδικία, την καταστολή και την ανθρώπινη κόπωση της καθημερινότητας. Ο Πίνατ δεν είναι απλώς ένας σκύλος κόμικ. Είναι μια στάση ζωής με τέσσερα πόδια, ένα πολιτικό ένστικτο και μια φωνή που δεν χωρά σε παχυλά λόγια. Δεν μπορεί να αντισταθεί στα παιχνίδια και στα λουκάνικα, αλλά αντιστέκεται πεισματικά στην αδικία, στην κοινωνική υποκρισία και στην κανονικοποιημένη βία. Γαβγίζει εκεί που οι άνθρωποι σιωπούν. Και λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Η νέα έκδοση της Chaniartoon Press συγκεντρώνει τις ιστορίες του Πίνατ σε ένα βιβλίο που διαβάζεται γρήγορα, αλλά δουλεύει αργά μέσα σου. Σύντομα σκίτσα, κοφτερό χιούμορ, πολιτική παρατήρηση χωρίς διδακτισμό. Ο Πίνατ γαβγίζει πολιτικά και αυτό αρκεί για να εκθέσει την ανυπαρξία του κράτους πρόνοιας, την καταστολή που βαφτίζεται ασφάλεια, την καθημερινή μικροβαναυσότητα που περνά «στα ψιλά». Ο δημιουργός του, ο Τάσος Αναστασίου, εξηγεί ότι ο Πίνατ προϋπήρχε ως λεπτομέρεια στα σκίτσα του. «Τον έβαζα να εμφανίζεται κάπου στο φόντο, να ακούει έκπληκτος όσα λέει το αφεντικό του». Όταν του ζητήθηκε να δημιουργήσει ένα εβδομαδιαίο κόμικ στριπ για την Εφημερίδα των Συντακτών, δεν σκέφτηκε αρχικά τον Πίνατ ως πρωταγωνιστή. Η ιδέα να βγει ο «πρωθυπουργικός σκύλος» στο προσκήνιο ήρθε απ’ έξω και τελικά αποδείχθηκε απολύτως εσωτερική. Η διαμόρφωση του χαρακτήρα δεν ήταν στιγμιαία. «Τα πρώτα στριπάκια τα έφτιαχνα, τα έσβηνα και τα ξαναέφτιαχνα», λέει ο Τάσος Αναστασίου. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ο Πίνατ άρχισε να αποκτά βάρος, φωνή, κούραση. Γιατί, όσο κι αν είναι σκύλος, κουβαλά ανθρώπινα υλικά. Κουβαλά θυμό, τρυφερότητα και επιμονή. Ο Αναστασίου δεν κρύβει ότι ο Πίνατ είναι και προσωπικός. «Είναι αποτέλεσμα συνεργασίας ανάμεσα σε εμένα και τον σκύλο μου», λέει χαμογελώντας. Ένας γέρος, φωνακλάς, πεισματάρης αλλά βαθιά καλός σκύλος έγινε το καλούπι για έναν ήρωα που δεν χωρά στα στερεότυπα της “πιστής συντροφιάς”. Από εκεί ξεκινούν πολλές ιστορίες και από εκεί γεννιέται η ανάγκη ο Πίνατ να είναι «εγώ», να είναι «εμείς», όσοι συγκατοικούμε με ένα αφεντικό που δεν διαλέξαμε». Αν ο Πίνατ μπορούσε να αρπάξει το μολύβι από το χέρι του δημιουργού του; «Ίσως να σχεδίαζε τον εαυτό του να λέει ότι δεν γνώριζε – και δεν όφειλε να γνωρίζει – ποιος θα τον υιοθετήσει». Και αυτό, ίσως, είναι το πιο πολιτικό σχόλιο απ’ όλα. Ο Πίνατ είναι «ο καλύτερος φίλος του μισανθρώπου». Όχι γιατί τον δικαιολογεί, αλλά γιατί στέκεται δίπλα του και γαβγίζει όταν πρέπει. Ο Πίνατ είναι μια έκδοση κόμικ που υπενθυμίζει ότι η πολιτική κριτική μπορεί να είναι αιχμηρή, τρυφερή και απολύτως ανθρώπινη… ακόμα κι όταν έρχεται από έναν σκύλο. Και το σχετικό link...
  7. Πώς είναι να τριγυρνάς στο πρωθυπουργικό γραφείο, να «υποδέχεσαι» ξένους επισήμους, να σε χαϊδεύουν διάσημοι; Τι βλέπεις όταν ζεις δίπλα στον Κυριάκο Μητσοτάκη; Πώς περνάς όταν είσαι ο «πρώτος σκύλος της χώρας»; Τον Απρίλιο του 2021 ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Αδέσποτων Ζώων, επισκέφτηκε τη Φιλοζωική Ένωση Ηλιούπολης και αφού ξεναγήθηκε στους χώρους της από τους εθελοντές της, αποφάσισε να υιοθετήσει έναν αρσενικό καφετί σκυλάκο. Αποχωρώντας μάλιστα προέτρεψε τους πολίτες να υιοθετήσουν κι αυτοί αδέσποτα ζώα καθώς, όπως είπε, «οι φίλοι δεν αγοράζονται». Από τότε ο Πίνατ έγινε μόνιμος κάτοικος του μεγάρου Μαξίμου. Το τι έχουν δει τα μάτια του αυτά τα τεσσεράμισι χρόνια, τι έχουν ακούσει τα αυτιά του και τι έχουν μυρίσει τα ρουθούνια του δεν θα το μάθουμε ποτέ. Θα είχε ενδιαφέρον όμως να το φανταστούμε. Αυτό ακριβώς φαντάστηκε ο Τάσος Αναστασίου, εκ των κορυφαίων πολιτικών γελοιογράφων της χώρας εδώ και πολλά χρόνια, και το μετέφερε σε κόμικς. Όχι βέβαια για να περιγράψει τα μέσα και τα έξω του πρωθυπουργικού γραφείου με τα μάτια ενός αθώου σκύλου, αλλά για να σχολιάσει με σαρκασμό τη ζωή και τις αποφάσεις του αφεντικού του. Ο ημίαιμος Πίνατ δεν φταίει σε τίποτα που ήταν ο εκλεκτός και έλυσε το πρόβλημα της ζωής του. Μπορεί το βιβλίο (εκδόσεις Chaniartoon Press, 48 σελίδες) να έχει το όνομά του, μπορεί ο ίδιος να εμφανίζεται στα περισσότερα καρέ να τριγυρνά αμέριμνος και να βαράνε προσοχή μπροστά του τα μέλη της φρουράς του Μαξίμου, αλλά ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι ο γαλαζοαίματος Κυριάκος Μητσοτάκης, διάδοχος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και μέλος μιας ισχυρότατης ράτσας και μιας τεράστιας φαμίλιας με μακρά καταγωγή που φροντίζει καλά την πολιτική της επιβίωση. Εκτός από εμάς όμως, τα μυστικά και τα αισθήματα του Πίνατ θα ήθελε να ξέρει και το αφεντικό του. «Και τι δεν θα 'δινα για να μάθω τι σκέφτεται το μυαλουδάκι σου» του λέει χαϊδεύοντάς τον τρυφερά στο κεφαλάκι. Και γι’ αυτό του προσφέρει ένα «κινητούλι»! Ώστε να τον παρακολουθεί, όπως συνηθίζει με φίλους κι αντιπάλους, και να «ενημερώνεται». Μέσα από τις σύντομες μονοσέλιδες ιστορίες του Πίνατ, οι οποίες είχαν δημοσιευτεί πρώτη φορά στο Καρέ Καρέ το 2024 και το 2025, περνάει όλη η τότε πολιτική επικαιρότητα: η υψηλή φορολογία που κάνει δυσβάσταχτη τη ζωή, ο έλεγχος του Τύπου με κάθε μέσο, οι ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων αγαθών, η μανία του πρωθυπουργού για το χρήμα, ο διακαής πόθος του για την άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο, η αστυνομική βία, η καταπάτηση του Συντάγματος κ.ά. Το «Πίνατ» όμως, αν και περιλαμβάνει όλα τα προηγούμενα κι ακόμα περισσότερα, δεν είναι ένα πολιτικό μανιφέστο, ούτε ένα άθροισμα καταγγελιών εναντίον του πρωθυπουργού της χειρότερης κυβέρνησης του τόπου. Αντιθέτως, είναι ένα απολαυστικό, χιουμοριστικό βιβλίο με έναν σκύλο για «ξεναγό» στην πολιτική ζωή του πρωθυπουργού. Μια ζωή που όταν δεν μας κάνει να κλαίμε, έχει άφθονο γέλιο. Και το σχετικό link...
  8. Δέκα χρόνια μετά την ολοκλήρωση της σειράς «Η Μέρα της Κρίσης» στο «Καρέ Καρέ» της «Εφ.Συν.», οι ιστορίες των 55 δημιουργών που πήραν μέρος παραμένουν επίκαιρες. Μια πλούσια έκδοση από την Chaniartoon Press συγκεντρώνει όλο αυτό το υλικό για την Ελλάδα των κρίσεων της τελευταίας δεκαετίας. Όταν προετοιμάζαμε την έκδοση του «Καρέ Καρέ» και σχεδιάζαμε την ύλη και τα περιεχόμενά του το 2014, μια από τις βασικές μας επιδιώξεις ήταν να μιλήσουμε για την κρίση διαρκείας στην οποία βρισκόταν επί σειρά ετών η ελληνική κοινωνία, ιδιαίτερα μετά την επιβολή των μνημονίων που ξεκίνησαν να εφαρμόζονται επί Γιώργου Παπανδρέου κατ’ εντολή των «εταίρων» μας και συνεχίστηκαν απαρέγκλιτα από τις επόμενες κυβερνήσεις. Καρέ από το έργο του Πέτρου Ζερβού Αποφασίσαμε τότε, από το πρώτο κιόλας τεύχος μας, να αφιερώνουμε μία σελίδα κάθε εβδομάδα στην πολύπλευρη κρίση καλώντας έναν διαφορετικό δημιουργό να φιλοτεχνεί μια ιστορία με τίτλο «Η Μέρα της Κρίσης». Επιλέξαμε τότε να μην τους καθοδηγήσουμε αλλά να τους αφήσουμε εντελώς ελεύθερους να αφηγηθούν μια μονοσέλιδη ιστορία για την κρίση όπως αυτοί την αντιλαμβάνονταν. Καρέ από το έργο των Μάρως Καλογερή (σενάριο) και Λίλας Καλογερή (σχέδιο). Με δεδομένο ότι η λέξη «κρίση» στην ελληνική γλώσσα έχει πολλές σημασίες που καθορίζονται από τα συμφραζόμενα, ο καθένας και η καθεμιά τους την αντιμετώπισαν διαφορετικά. Κρίση οικονομική και κρίση αξιών, κρίση προσωπική και ψυχολογική, υπαρξιακή κρίση, η τελική κρίση της δευτέρας παρουσίας, κάθε πιθανή κρίση έγινε θέμα στις ιστορίες των Ελλήνων δημιουργών, που αποτύπωσαν με μοναδικό τρόπο τη χρονική περίοδο από τον Απρίλιο του 2014 μέχρι τον Ιούνιο του 2015 αλλά με μια συγκλονιστική διαχρονικότητα που γίνεται ανησυχητική όταν συνειδητοποιείς πως οι ιστορίες αυτού του τόμου είναι ακόμα επίκαιρες. Καρέ από το έργο του Τάσου Αναστασίου Επιπλέον όμως, όπως σημειώνει ο υπογράφων στο προλογικό σημείωμά του στον τόμο, είναι πολύ σημαντική και η πολυσυλλεκτικότητα στις συμμετοχές, καθώς «πήρε μέρος η πλειονότητα των τότε ενεργών δημιουργών κόμικς της χώρας, γεγονός που προσδίδει σε αυτή τη συλλογή και έναν χαρακτήρα αποτύπωσης και καταγραφής της σύγχρονης ελληνικής “σκηνής” των κόμικς. Η σκηνή αυτή – φυσικά όχι ενιαία και χωρίς να υπάρχει κανένα κέντρο αποφάσεων και καμιά καθοδηγητική γραμμή – πλούσια, πολύχρωμη και πολυποίκιλη, παρά τις αντιξοότητες και τις δυσκολίες, δεν το βάζει κάτω τα τελευταία χρόνια. Όσο χειρότερα πάνε τα πράγματα στις τσέπες τόσο καλύτερα πάνε στα φεστιβάλ, τις εκθέσεις, τις εκδόσεις, τις εκδηλώσεις, τις διαδικτυακές δημοσιεύσεις. Καρέ από το έργο του Παναγιώτη Πανταζή (Pan Pan) Δεν είμαι σίγουρος αν ισχύει ή πρόκειται απλώς για ένα αναπαραγόμενο κλισέ, ότι σε κάθε μεταβατική περίοδο της Ιστορίας και σε κάθε εποχή κρίσης οι καλλιτέχνες έχουν αρκετή πρώτη ύλη και μεγαλουργούν. Στην παρούσα ελληνική κατάσταση ωστόσο, αυτό συνέβη και συμβαίνει με τα κόμικς […] Ο ιστορικός του μέλλοντος, επιχειρώντας να αποκρυπτογραφήσει και να κατανοήσει τη σκληρή εποχή μας, ενδεχομένως να βοηθηθεί από αυτά τα κόμικς. Πέρα από την αναμφίβολη καλλιτεχνική τους διάσταση και αξία μπορούν να λειτουργήσουν και ως ένα “ημερολόγιο” της κρίσης, ως ένα ιστορικό αποτύπωμά της». Αυτό το ιστορικό αποτύπωμα λοιπόν μπορεί να έχει πολλά σχήματα, ανάλογα με την προσέγγιση της «κρίσης» από κάθε καλλιτέχνη. Η οικονομική κρίση όμως είναι κυρίαρχη και επικαθορίζει όλες τις άλλες, όπως αποδεικνύεται από την πλειονότητα των δημιουργών. Σε αυτήν επικεντρώνεται και η εξαιρετική εισαγωγή του Γιάννη Κιμπουρόπουλου με τίτλο «Η Κρίση της Κρίσης»: Καρέ από το έργο της Αλέξιας Οθωναίου «Από το 2011 και μετά, η Ελλάδα έγινε το επικεντρο της διεθνούς κρίσης και βάσιμα μπορούμε να υποστηρίξουμε πως το 2014, όταν δύο “σωστικά” μνημόνια και τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις είχαν καταλήξει σε φιάσκο, η χώρα είχε καταστεί “υπερδύναμη” της παγκόσμιας κρίσης. Με την έννοια ότι οι “τεκτονικές πλάκες” που μετακινούνταν βίαια στη βάση και στην κορυφή της ελληνικής κοινωνίας μπορούσαν να προκαλέσουν “τσουνάμι” παρενεργειών σε όλη την Ευρώπη, σε όλο τον κόσμο. Μπορούσαν να προκαλέσουν από διάλυση της ευρωζώνης μέχρι ντόμινο κοινωνικών εξεγέρσεων σε όλο τον αραβικό κόσμο. Πράγμα που άλλωστε έγινε, με τις συνέπειες οδυνηρά αισθητές μέχρι και σήμερα». Καρέ από το έργο του πρόωρα χαμένου Χρήστου Δημητρίου Η τεράστια αυτή κρίση επηρέασε την οικονομία της χώρας, τα «νούμερα» όπως συνηθίσαμε να λέμε, αλλά πάνω απ’ όλα τους ανθρώπους της με τρόπο τρομακτικό. «Η κρατική χρεοκοπία έγινε χρεοκοπία χιλιάδων νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Δεν υπήρξε σπιτικό, κοινωνικό στρώμα, επιχείρηση που να μην επηρεάστηκε αρνητικά. Το πολιτικό και κομματικό σύστημα όπως το ξέραμε ώς το 2010 κατέρρευσε, νέα κόμματα ξεπήδησαν από το πουθενά και ταχύτατα επέστρεψαν στο πουθενά, έχοντας εκπληρώσει τον σύντομο ρόλο τους. Και το 2015, όλο αυτό το εκρηκτικό φορτίο, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, κατέληξε σε μια αδιανόητη μέχρι πριν από λίγα χρόνια πολιτική μεταστροφή, με μια κυβέρνηση που ορκιζόταν στην Αριστερά και στα θύματα της κρίσης, αλλά τελικά πρόσθεσε ακόμα ένα μνημονιακό βάρος στις πλάτες τους», συμπληρώνει ο Γιάννης Κιμπουρόπουλος. Καρέ από το έργο του Soloup Οι 50 ιστορίες που συνθέτουν τον τόμο, φιλοτεχνημένες από 55 δημιουργούς, κουβαλούν όλο αυτό το «εκρηκτικό φορτίο» και το παρουσιάζουν με μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων, τεχνοτροπιών, αφηγηματικών ειδών και πρωταγωνιστών. Καρέ από το έργο του Αντώνη Βαβαγιάννη Ένας ποντικός στον καναπέ του ψυχαναλυτή δεν μπορεί να απολαύσει την κρίση που γι’ αυτόν θα έπρεπε να αποτελεί παράδεισο στην ιστορία των Δημήτρη Βανέλλη και Θανάση Πέτρου, τα λόγια του αέρα των αγανακτισμένων πολιτών που μένουν μόνο λόγια γεμίζουν τα μπαλονάκια της ιστορίας του Πέτρου Χριστούλια, οι Γρηγόρης Σαντοριναίος και Βαγγέλης Ματζίρης μιλούν για την κρίση που συνεχίζεται το… 2040, ενώ ο Τάσος Αναστασίου παρομοιάζει την κρίση με την κατάσταση στον αμερικανικό Νότο του ρατσισμού και των βαμβακοφυτειών του 1860. Καρέ από το έργο των Δημήτρη Βανέλλη (σενάριο) και Θανάση Πέτρου (σχέδιο) Οι Βέρα Καρτάλου και Θωμάς Βαλλιανάτος «μιλούν» χωρίς λόγια, με μαύρο χιούμορ για την εποχή μετά την κρίση όταν οι κατσαρίδες δημιουργούν τον δικό τους πολιτισμό πάνω στα ερείπια του δικού μας, ο πρωταγωνιστής του Παναγιώτη Μητσομπόνου νιώθει τύψεις που εξακολουθεί να λαμβάνει τη σύνταξη της νεκρής μητέρας του για να αντεπεξέλθει στην κρίση και ο Βασίλης Παπαγεωργίου φιλοτεχνεί τον μύθο του σκορπιού με τον βάτραχο, για να καταγγείλει όχι την τυφλή επιθετικότητα του πρώτου αλλά την εθελοδουλία του δεύτερου. Στο εφιαλτικά αλληγορικό σενάριο του Ηλία Ταμπακέα, η Krisi παρομοιάζεται με ένα φοβερό τέρας στην πλάτη του οποίου ζουν παρασιτικά οι πλούσιοι μέχρι που το τέρας «άρχισε να μη χορταίνει με τα σπίτια και τα λεφτά κι άρχισε να τρώει τους ίδιους τους ανθρώπους. Αλλά ακόμη κι αυτό δεν ήταν το χειρότερο… Το χειρότερο ήταν ότι είχε κλέψει τα χαμόγελα όλων των ανθρώπων». Καρέ από το έργο του Αλέκου Παπαδάτου Αντιθέτως, στη φαινομενικά πιο αισιόδοξη ιστορία του Νάσου Βασιλακάκη, οι άνθρωποι πολεμούν με αυταπάρνηση και θάρρος τους πλούσιους εισβολείς και καταφέρνουν να τους νικήσουν. Δυστυχώς, όμως, δεν μπορούν να πανηγυρίσουν καθώς βρίσκονται πάνω στα ερείπια ενός κατεστραμμένου κόσμου. Η κρίση που ζούμε εδώ και χρόνια έχει δημιουργήσει πολλά τέτοια ερείπια. Και κάθε «Μέρα της Κρίσης» που ξημερώνει δημιουργεί κι άλλα. Καρέ από το έργο του Πέτρου Χριστούλια Οι ιστορίες των 55 δημιουργών του τόμου «Η Μέρα της Κρίσης» ασφαλώς και δεν είναι ικανές από μόνες τους να τερματίσουν την πρωτοφανή και πολύπλευρη ελληνική κρίση. Θα έχουν πετύχει τον στόχο τους, όμως, αν την κάνουν περισσότερο κατανοητή. Και ίσως αν σπείρουν έστω και λίγες αμφιβολίες σε όσους φοβούνται ότι η κρίση είναι νομοτέλεια την οποία είμαστε αδύναμοι να ανατρέψουμε. Καρέ από το έργο του Πάνου Ζάχαρη 🔴 Ο τόμος «Η Μέρα της Κρίσης: 55 δημιουργοί για την οικονομική και υπαρξιακή κρίση που διαρκώς επιδεινώνεται» θα παρουσιαστεί πρώτη φορά στο φεστιβάλ Chaniartoon στα Χανιά (26-28 Σεπτεμβρίου) όπου και θα πραγματοποιηθεί μεγάλη έκθεση με το σύνολο των έργων. Καρέ από το έργο του Θανάση Πετρόπουλου Και το σχετικό link...
  9. Από το τσιμεντένιο μπαλκόνι μιας λαϊκής πολυκατοικίας ένας αρκούδος παρατηρεί τις μικροαστικές διασταυρώσεις των πιο ετερόκλητων χαρακτήρων δίνοντας την ευκαιρία στον Δημήτρη Καμένο να κάνει μια χιουμοριστική ανθρωπολογική μελέτη των νεοελληνικών ηθών και εθίμων. Κάθε Σάββατο, στη βάση της 2ης σελίδας του «Καρέ Καρέ», ο Αρκούδος Βρασίδας πίνει τον ελληνικό του καφέ, διαβάζει την εφημερίδα του, κρατάει σημειώσεις για την κίνηση στη γειτονιά και συζητά με τους στερεοτυπικούς μα τόσο αληθινούς περαστικούς από το δρομάκι του. Στη σκιά των γερασμένων πολυκατοικιών, με θέα τις σκονισμένες τέντες και με μουσική υπόκρουση τα ερκοντίσιον που αγκομαχούν και τις κομμένες εξατμίσεις, ένας θίασος σαν Κιβωτός από κάθε είδος της μικροαστικής μας ανάδελφης ελληνικότητας δίνει ξανά και ξανά τις απολαυστικές (για τους αναγνώστες) παραστάσεις του, τόσο διαφορετικές και τόσο ίδιες. Στο «Ένα αρκούδι μετράει τ’ άστρα», ο Βρασίδας, αντί για τον ουρανό, κοιτά τα πεζοδρόμια, η Γιαγιά Μπερνάρντα οραματίζεται την παλινόρθωση της βασιλείας και νοσταλγεί την Κατοχή, η Φιόνα η Ινφλουένσερ, ζώντας στη safe zone των social media πασχίζει για τα likes, ο ελληνορθόδοξος Βαγγέλης ο Νίντζα ακροβατεί μεταξύ ανατολίτικου μυστικισμού και γνήσιου ελληνικού ρατσισμού, ο Τσακάλωφ το Τσακάλι αναζητά ανεπιτυχώς το νέο μεγάλο αφήγημα της Αριστεράς, ο Κανγκ ο Κροκόδειλος περηφανεύεται για τους τεράστιους προγόνους του, παραβλέποντας ότι ο ίδιος σέρνεται. Ανάμεσά τους κι ο Χοσέ ο Μεξικάνος, μετανάστης που θέλει να φύγει απ’ αυτόν τον τόπο αλλά δεν τον αφήνουν για να έχουν κάποιον να κατηγορούν και τέλος, ο Τζο ο Απόκληρος, ο γραφικός και παράταιρος, σιωπηλός, μπανιστιρτζής γείτονας που μόνο ακούει και σκέφτεται. Όλοι αυτοί ανταλλάσσουν φαρμακερές ατάκες και ανακυκλώνουν τη μοναξιά τους συνωστισμένοι στα τέσσερα καρέ του Καμένου, εγκλωβισμένοι ισόβια σε μια ζωή χωρίς διέξοδο, σε μια γειτονιά χωρίς έξοδο. Στην «έρημο του σήμερα» όπως σημειώνει ο Σπύρος Δερβενιώτης στον πρόλογό του. Εκεί στέκεται ο Δημήτρης Καμένος «σαν καρτούν-ναυαγός» και «μέσα από τους ζωόμορφους πρωταγωνιστές του, ανατέμνει το σήμερα, το τώρα, με αντανακλαστικά δημοσιογραφικής αποτύπωσης της εποχής του ίντερνετ [όταν η είδηση δημοσιεύεται πριν καν συμβεί]. Με καταγραφή, χωρίς περιστροφές, της “τρέχουσας πραγματικότητας”, με αναγνωρίσιμα γεγονότα, υπαρκτά φαινόμενα, επίκαιρες αφορμές και σύγχρονη γλώσσα. Και όλα αυτά με όχημα το χιούμορ, πατώντας σε μια παράδοση γιγάντων της ελληνικής σκιτσογραφίας που προηγήθηκαν, αλλά που η διαιώνισή τους τίθεται υπό τη δαμόκλειο αμφισβήτηση του μετεωρίτη που εξαφάνισε τα έντυπα που τους δώσανε βήμα για γόνιμη επαφή με ευρύ αναγνωστικό κοινό» όπως τονίζει ο Δερβενιώτης. Ο οποίος πολύ εύστοχα θίγει από τη μια το ζήτημα της επιβίωσης των εντύπων που σχολιάζουν το σήμερα κι από την άλλη το ζήτημα της επαφής των ελληνικών κόμικς με το ίδιο σήμερα. Με πρωταγωνιστή ένα αρκούδι που μετράει τ’ άστρα, ο Δημήτρης Καμένος ποτίζει την έρημο του σήμερα με σκοπό να φτιάξει οάσεις. Έργο δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο. Άλλωστε δεν μας έχουν μείνει και πολλά ακόμα να κάνουμε. Και το σχετικό link...
  10. Σήμερα και αύριο, 8 και 9 Ιουνίου, στο Πολιτιστικό και Συνεδριακό Κέντρο του Ηρακλείου της Κρήτης, στο πλαίσιο του μεγάλου φεστιβάλ κόμικς The Cretan Comic Con, το Καρέ Καρέ παρουσιάζει μια έκθεση επιλεγμένων έργων-λημμάτων από την εβδομαδιαία σειρά «Το Λεξικό της Κρίσης» που πλησιάζει τα 10 χρόνια ζωής. Οι επιμελητές της έκθεσης, Λουίζα Καραγεωργίου και Γιάννης Κουκουλάς, καθώς και συνεργάτες και συνεργάτιδες του Καρέ Καρέ θα βρίσκονται στο φεστιβάλ για μια ανοικτή συζήτηση με το κοινό το Σάββατο στις 19.00. Ακολούθως αναδημοσιεύουμε το εισαγωγικό κείμενο της έκθεσης και θα σας περιμένουμε, λίγες ώρες πριν από τις ευρωεκλογές, για να αντιμετωπίσουμε την κρίση με χιούμορ και καλή κουβέντα. «Η αποφθεγματικού τύπου έκφραση “η κρίση φέρνει ευκαιρίες” είναι ευρέως διαδεδομένη στους νεοφιλελεύθερους κύκλους με στόχο, τάχα, την προσφορά ελπίδας σε όσους/ες βιώνουν την κρίση στο πετσί τους. Γεμίζει παράλληλα με τύψεις αυτούς/-ές που δεν “άδραξαν την ευκαιρία”, που δεν βρήκαν την προσωπική τους διέξοδο και λύτρωση, που δεν ίδρυσαν start-up εταιρείες, δεν καινοτόμησαν επιχειρηματικά, δεν έζησαν το δικό τους “αμερικάνικο όνειρο”. Πρόκειται για ψέμα. Διαχρονική συνήθεια κάθε εξουσίας είναι η καταφυγή στην συνθηματολογία, στην επινόηση νεολογισμών και λεκτικών παιχνιδιών που συσκοτίζουν την αλήθεια. Η κρίση δεν φέρνει ευκαιρίες. Φέρνει ανασφάλεια, δυστυχία, φτώχεια, ανεργία, καταστροφή. Αποτελεί όμως μια μοναδική ευκαιρία για τους ανθρώπους του χιούμορ να σαρκάσουν ανελέητα τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, αυτές ακριβώς που γεννούν τις κρίσεις. Το 2015 εγκαινιάσαμε στο Καρέ Καρέ το εβδομαδιαίο ένθετο για τα κόμικς της Εφημερίδας των Συντακτών, τη σειρά “Το Λεξικό της Κρίσης” με στόχο να δώσουμε σε μια πλειάδα γελοιογράφων τη δική τους ευκαιρία να σχολιάσουν την κρίση. Από τότε μέχρι σήμερα, κοντά 500 εβδομάδες τώρα, κάθε Σάββατο ένα νέο “λήμμα” προστίθεται στο ιδιότυπο αυτό Λεξικό που περιγράφει ειρωνικά τη διαρκή κρίση της σκληρής εποχής μας. Παλαιότερα στη σειρά συνέβαλλαν οι Σπύρος Δερβενιώτης, Τάσος Αναστασίου, Βαγγέλης Παπαβασιλείου, Αλέξια Οθωναίου, Δημήτρης Καμένος, Γιώργος Τσαρδανίδης, ενώ τα τελευταία χρόνια εναλλάσσονται και λεξικογραφούν σταθερά οι Γιάννης Αντωνόπουλος (John Antóno), Περικλής Κουλιφέτης, Γαβριήλ Παγώνης και Θανάσης Πέτρου εμπλουτίζοντας με νέα λήμματα το Λεξικό, με λέξεις και όρους που στα κόμικς τους αποκτούν πικρά και χιουμοριστικά νοήματα τα οποία βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην αλήθεια από τη γλώσσα της εξουσίας». Και το σχετικό link...
  11. Συμπληρώσαμε δέκα χρόνια έκδοσης. Και συνεχίζουμε με τα πάντα γύρω από τη συναρπαστική τέχνη των κόμικς. Στις 5 Απριλίου του 2014 δημοσιεύτηκε το πρώτο τεύχος του Καρέ Καρέ. Οι προετοιμασίες και οι συζητήσεις είχαν βέβαια ξεκινήσει πολλούς μήνες νωρίτερα, βρέθηκαν οι συνεργάτες, δοκιμάστηκαν τα format και τα λογότυπα, τυπώθηκαν τα πειραματικά φύλλα, σκίστηκαν, άλλαξαν τα πάντα αρκετές φορές και τελικά ένα Σάββατο, η «Εφημερίδα των Συντακτών» απέκτησε στις «Νησίδες» της ένα τετρασέλιδο με κόμικς και με ειδήσεις γύρω από αυτά. Από τότε μέχρι σήμερα πέρασαν 513 τεύχη στα οποία προσπαθήσαμε να συνδυάσουμε δύο πράγματα στον περιορισμένο αλλά πολύτιμο χώρο μας: από τη μια να δημοσιεύουμε κόμικς κορυφαίων Ελλήνων και Ελληνίδων δημιουργών και από την άλλη να γράφουμε όσα περισσότερα μπορούμε για αυτά. Να μεταφέρουμε δηλαδή, νέα και ειδήσεις από την εγχώρια και την παγκόσμια σκηνή, να ψαχουλεύουμε την πλούσια ιστορία του είδους και ειδικότερα τις λιγότερο φωτισμένες πτυχές της, να μελετούμε τις θεωρητικές αναζητήσεις που διεξάγονται διεθνώς, να παρουσιάζουμε με κριτική διάθεση τις νέες εκδόσεις και τα σημαντικά γεγονότα, να μιλάμε με τους καλλιτέχνες και να τους δίνουμε βήμα για να κοινοποιήσουν τη δουλειά τους και τις απόψεις τους. Προσπαθούμε να στηρίξουμε όλες τις αξιόλογες προσπάθειες και γινόμαστε χορηγοί επικοινωνίας σε εκδηλώσεις, εκθέσεις και φεστιβάλ. Διοργανώνουμε συζητήσεις, ομιλίες και δίνουμε το «παρών» στα μεγάλα και τα μικρότερα γεγονότα, στα οποία φυσικά είναι παρόντες και παρούσες οι συνεργάτες μας πάντα σε επαφή με το κοινό και τους αναγνώστες. Θα θέλαμε να μπορούμε να κάνουμε περισσότερα, αλλά είμαστε περήφανοι για όσα έχουμε κάνει ώς τώρα. Το πρώτο τεύχος του Καρέ Καρέ κυκλοφόρησε στις Νησίδες στις 5.4.2014 Για τη σειρά «Η Μέρα της Κρίσης», η οποία κυκλοφόρησε σε έναν ενιαίο τόμο στα ιταλικά και ελπίζουμε σύντομα και στα ελληνικά, στην οποία 54 Έλληνες δημιουργοί φιλοτέχνησαν από μία σελίδα ο καθένας σε μια μοναδική ανθολογία-ακτινογραφία της Ελλάδας των μνημονίων, της επιτροπείας και της νεοναζιστικής αποχαλίνωσης. Για το Λεξικό της Κρίσης το οποίο ακόμα συνεχίζεται με την κυκλική εναλλαγή μιας τετράδας ξεχωριστών συνεργατών μας (Γιάννης Αντωνόπουλος, Περικλής Κουλιφέτης, Γαβριήλ Παγώνης, Θανάσης Πέτρου), οι οποίοι κάθε εβδομάδα φιλοτεχνούν ένα διαφορετικό λήμμα, συνθέτοντας ένα πρωτότυπο εικονογραφημένο οιονεί λεξικό. Για τα «πειραγμένα» παραμύθια πολιτικού τρόμου του Πάνου Ζάχαρη, την παρωδία ηθογραφίας μιας νεοελληνικής γειτονιάς του Δημήτρη Καμένου, το πολιτικώς «ανορθόδοξο» σαρκαστικό χιούμορ του Βαγγέλη Παπαβασιλείου, την πικρή ματιά του Λέανδρου για το αναπόφευκτο «Τέλος», τις λυτρωτικές συνεδρίες ψυχανάλυσης της Αλέξιας Οθωναίου. Για τα βραβεία των συνεργατών μας από την Ακαδημία, για τα αφιερώματα που έχουμε κάνει, για τα ειδικά μας τεύχη, για τις συνεντεύξεις μας, για τα κείμενα των Γιάννη Αντωνόπουλου, Γιάννη Ιατρού και Περικλή Κουλιφέτη. Είμαστε περήφανοι και για τους συνεργάτες μας τα προηγούμενα χρόνια, τον Γιάννη Καλαϊτζή που η συμβολή του ήταν καθοριστικής σημασίας κατά την έναρξη αυτού του ένθετου, τον Σπύρο Δερβενιώτη, τον Έκτορα, τον Κωστή Κυριακάκη, τον Τάσο Μαραγκό, τον Σταύρο Ντίλιο, τον Τόμεκ, τον Πέτρο Χριστούλια. Τα 10 πρώτα χρόνια πέρασαν γρήγορα. Έχουμε πολλά να κάνουμε από εδώ και μπρος. ■ Σημείωση: Στα σημερινά κόμικς και κείμενα του Καρέ Καρέ κρύβονται αρκετά «δεκάρια». Μπορείτε να τα εντοπίσετε; Και το σχετικό link...
  12. Κόμικς, γελοιογραφίες, animation, βιβλιοκριτικές, παρουσιάσεις, ειδήσεις, κείμενα ιστορίας και θεωρίας… Εδώ και 500 εβδομάδες το Καρέ Καρέ προσπαθεί να καλύψει κάθε πτυχή της ένατης τέχνης και των κοντινών συγγενών της. Όλοι οι συντελεστές του σήμερα γιορτάζουμε. Με την ευχή να τα χιλιάσουμε! Το 2024 που μόλις μπήκε είναι μια σημαντική χρονιά για το τετρασέλιδο ένθετο των κόμικς «Καρέ Καρέ». Από τη μια, τον Απρίλιο κλείνει τα 10 χρόνια ζωής του μέσα στις σελίδες των «Νησίδων» και της σαββατιάτικης «Εφημερίδας των Συντακτών». Από την άλλη, ξεκινάει το νέο έτος με το τεύχος υπ’ αριθμόν 500. Δέκα χρόνια λοιπόν και 500 τεύχη γεμάτα πολύχρωμες και πολιτικοποιημένες σελίδες από σπουδαίους σύγχρονους Έλληνες δημιουργούς κόμικς, άρθρα και συνεντεύξεις και ακούραστη προσπάθεια από τις «ψυχές» και συντονιστές του, Γιάννη Κουκουλά και Λουίζα Καραγεωργίου. Στο σημερινό τεύχος τον λόγο παίρνουν οι συντελεστές μας για να μιλήσουν για το ίδιο το ένθετο. Οι αρθογράφοι μας μα και οι δημιουργοί κόμικς πιάνουν τα πληκτρολόγιά τους και μοιράζονται μαζί σας τις ευχές τους και τις εμπειρίες τους (θετικές και… τραυματικές) με το Καρέ Καρέ της «Εφημερίδας των Συντακτών». Π.Κ. Εμπειρίες; Μόνο θετικές! Τίποτα δεν συγκρίνεται με τη χαρά της δημιουργίας. Την πρόκληση του να είσαι ευρηματικός. Την πίεση του να είσαι εύστοχος. Την ψύχωση του να έχεις άποψη για όλα. Το άγχος για την έμπνευση που δεν έρχεται. Τα νεύρα για το χέρι που δεν συνεργάζεται. Τις ενοχές για τους τόνους χαρτιού που χαραμίστηκαν. Την αγωνία της λευκής κόλλας. Τον πανικό για το εγκεφαλικό κενό που επιμένει. Και την εφημερίδα να περιμένει… ● Βαγγέλης Παπαβασιλείου, σκιτσογράφος 500 φύλλα «Καρέ Καρέ» και σχεδόν μια δεκαετία κυκλοφορίας του ένθετου με την «Εφ.Συν.» είναι ένας άθλος και παράλληλα ένα πολύ καλό νέο για την ελληνική κοινότητα των κόμικς. Το «Καρέ Καρέ» είναι δυστυχώς το μόνο έντυπο που κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα και δημοσιεύει νέα και παρουσιάσεις για την 9η Τέχνη, αλλά και γελοιογραφίες και στριπάκια ενός σταθερού αριθμού συνεργατ(ιδ)ών. Έχω την τιμή να ανήκω σε αυτή την ομάδα από τις αρχές του 2017, συμμετέχοντας στο «Λεξικό της Κρίσης» ως ένας εκ των τεσσάρων λεξικογράφων. Ενώ από το 2022 οι συντονιστές της έκδοσης (και πλέον αγαπημένοι φίλοι) Λουίζα Καραγεωργίου και Γιάννης Κουκουλάς μού έδωσαν τη δυνατότητα να αρθρογραφώ, παρέχοντάς μου πλήρη ελευθερία στην επιλογή των θεμάτων που με μεράκι παρουσιάζω. Τους ευχαριστώ, όπως και όλους/ες εσάς, για την εμπιστοσύνη. Άντε, και στα χίλια με υγεία. ● John Antono, σκιτσογράφος, αρθρογράφος Πεντακόσια τεύχη του «Καρέ Καρέ». «Φτιάξ’ το μόνος σου». Τι να φτιάξω; Ντολμαδάκια... Ωραία, αλλά μπελαλίδικα... Το «Λεξικό της Κρίσης». Άντε, κρίση έχουμε, έχουμε ήδη και λεξικό; Ψάχνω στο λεξικό του Τριανταφυλλίδη. «Λήμμα: ο κυριότερος, ο χαρακτηριστικότερος τύπος, με τον οποίο γράφεται και κάτω από τον οποίο εξετάζεται μια λέξη σε άρθρα λεξικών ή εγκυκλοπαιδειών». «Λημματογραφώ: η καταγραφή λημμάτων σε λεξικά ή εγκυκλοπαίδειες». «Λημματοποίηση: η επιλογή λημμάτων». «Λημματολόγηση: η ανάλυση λημμάτων». «Λημματολόγιο: το σύνολο των λημμάτων λεξικού ή εγκυκλοπαίδειας». Μεγαλείο! Θα γίνουμε κομιξάδες-λεξικογράφοι! Και τι βάζουμε βρε παιδιά στο «Λεξικό της Κρίσης»; Τα προφανή; Τα αφανή; Ποια είναι αυτά; Σπαζοκεφαλιά... Ποιανού σειρά είναι; Δική μου; Πότε να στείλω; Σήμερα; Ωχ, τι λήμμα να βρω; Τώρα είμαι στην κουζίνα, τυλίγω ντολμαδάκια... ● Θανάσης Πέτρου, δημιουργός κόμικς Κάπου στα βάθη του – ακόμα ζωντανού – έντυπου Τύπου, στην καρδιά της σαββατιάτικης «Εφημερίδας των Συντακτών» και του ένθετου «Νησίδες», ο θαρραλέος αναγνώστης συναντά το «Καρέ Καρέ». Δεν έχει το μέγεθος των (αείμνηστων) προγόνων του, «Βαβέλ» και «9», αλλά το μικρό και ανυπότακτο ένθετο έφτασε 500 τεύχη με δικά του κόμικς, αρθρογραφία και ταυτότητα. Και ακόμα, δεν φοβήθηκε να δοκιμάσει το καινούργιο: το – και όμως μακρινό – 2015 δέχτηκε να βάλει στις σελίδες του, ανάμεσα σε καταξιωμένους δημιουργούς, έναν άγνωστο και άπειρο 18χρονο. Το 2022, και μετά από θητεία του στο «Λεξικό της Κρίσης», τον εμπιστεύτηκε ξανά για να γράφει άρθρα. Ο νεαρός αυτός ήμουν εγώ και έτσι είχα την τιμή να γίνω μέλος του και να το πω «σπίτι μου», κάπου στα βάθη του έντυπου Τύπου... Στα επόμενα 500, Καρέ Καρέ! ● Περικλής Κουλιφέτης, δημιουργός κόμικς, αρθρογράφος Ποια είναι η σχέση μου με το «Καρέ Καρέ»; Το βλέπω σαν φίλο, με την καλή έννοια. Εννοώ τον καλό φίλο με τον οποίο έχεις ένα σταθερό ραντεβού για να του λες τα νέα σου και να ακούς τα δικά του. Συνήθως εμείς οι Έλληνες δημιουργοί κόμικ δουλεύουμε μήνες (ορισμένοι – γκουχ – χρόνια) για να βγάλουμε ένα άλμπουμ, πάντα με χρονικό ορίζοντα ένα από τα μεγάλα φεστιβάλ της επικράτειας. Το «Καρέ Καρέ» μού έδωσε την ευκαιρία να δημοσιεύω υλικό με συχνότητα βδομάδας και επιπλέον να βλέπω τι ετοίμασαν εν τω μεταξύ μερικοί από τους πιο ταλαντούχους και εργατικούς ανθρώπους του χώρου. Ευχαριστώ, κολλητέ! ● Δημήτρης Καμένος, δημιουργός κόμικς Το «Καρέ Καρέ» μέσω του «Λεξικού της Κρίσης» και των ευγενικών υπενθυμίσεων των deadline του, μου έχει προσφέρει μια ανοιχτή πλατφόρμα να εξερευνήσω και να εμβαθύνω σε μια πιο προσωπική πτυχή της αφήγησής μου και γι’ αυτό το ευχαριστώ και το γλυκοφιλώ. ● Γαβριήλ Παγώνης, δημιουργός κόμικς Θυμάμαι σαν χθες που διάβαζα το πρώτο τεύχος του «Καρέ Καρέ» σε κάποιο καφέ στον Βόλο τον Απρίλιο του 2014, όντας ακόμη μαθητής της Γ΄ Λυκείου που είχε ανακαλύψει πρόσφατα το ενδιαφέρον του για τη δημοσιογραφία, υπογράφοντας μερικά άρθρα για κόμικς στον τοπικό Τύπο. «Μακάρι κάποτε να έγραφα κι εγώ εκεί!» σκεφτόμουν και ονειρευόμουν τη μέρα που θα έβλεπα το όνομά μου τυπωμένο ανάμεσα στα πολύχρωμα σχέδια και τα ενδιαφέροντα κείμενα που με βοηθούσαν να εμβαθύνω στην αγαπημένη μου τέχνη. Δέκα χρόνια και πεντακόσια τεύχη μετά, το «Καρέ Καρέ» αποτελεί ταυτοτικό στοιχείο της προσωπικότητάς μου – και δεν θα μπορούσα να νιώθω παρά ευγνώμων που οι δρόμοι μας συναντήθηκαν! ● Γιάννης Ιατρού, αρθρογράφος Τα κόμικ στριπ γεννήθηκαν στις σελίδες των εφημερίδων. Πλέον κατά κανόνα έχουν εξαφανιστεί από τον πρωταρχικό τους βιότοπο. Το «Καρέ Καρέ» για μένα είναι ένα μικρό καταφύγιο άγριας ζωής. Μια γωνιά με χρώματα και bubbles στη μέση μιας πολιτικής εφημερίδας που τα στριπάκια μεγαλώνουν ανενόχλητα στο φυσικό τους περιβάλλον, πολλαπλασιάζονται και συχνά την εγκαταλείπουν όταν νιώθουν πως πατάνε γερά στα πόδια τους για να γίνουν βιβλία. Ένας χάρτινος τόπος που όλοι όσοι συμβάλλουμε στη διατήρησή του τον αγαπάμε και τον συντηρούμε σαν μια «φωλιά νερού ανάμεσα σε φλόγες». ● Πάνος Ζάχαρης, δημιουργός κόμικς Πρώτη φορά έχω κρατήσει τόσο καιρό μια συνεργασία. Για τα δικά μου δεδομένα είναι όλα τέλεια: επικοινωνία αποκλειστικά μέσω μέιλ και τηλέφωνο μόνο σε έκτακτες ανάγκες και ανεπανόρθωτες φυσικές καταστροφές. Σπάνια θετικά σχόλια και μηδενικά αρνητικά, τα οποία με αποπροσανατολίζουν εξίσου. Καμία λογοκρισία, καμία υπόδειξη, καμία σύσταση. Και φυσικά, η Λουίζα, γιατί πρώτη φορά δεν με παρανοεί το άτομο που συνεννοούμαι. ● Λέανδρος, δημιουργός κόμικς Και το σχετικό link...
  13. Παραμονή των δεύτερων βουλευτικών εκλογών μέσα στο 2023, η Εφημερίδα των Συντακτών κυκλοφόρησε – έχοντας ως ένθετο – μια συλλογή με αντικυβερνητικά σκίτσα του Μιχάλη Κουντούρη, που είχαν πρωτοδημοσιευθεί στην εν λόγω εφημερίδα τα προηγούμενα έτη. 48 έγχρωμες σελίδες, λεπτό ιλουστρασιόν χαρτί, ενώ και στα εξώφυλλα χρησιμοποιείται η ίδια ποιότητα χαρτιού προς χάριν οικονομίας προφανώς. Στην έκδοση περιλαμβάνεται πρόλογος (άγνωστου συντάκτη) και βιογραφικό του σκιτσογράφου.
  14. Τα λήμματα εκτείνονται με αλφαβητική σειρά στις σελίδες της επιμελημένης έκδοσης. Με αφορμή το μπαράζ των σχετικών εκδηλώσεων της περιόδου σε τέσσερις διαφορετικές πόλεις της Ελλάδας, πολυάριθμες νέες εκδόσεις κόμικς, στις οποίες θα έχουμε τη δυνατότητα να αναφερθούμε το επόμενο διάστημα, είδαν το φως της δημοσιότητας. Μεταξύ αυτών είναι και η αυτοέκδοση του Περικλή Κουλιφέτη, η οποία εύλογα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το παρόν ένθετο. Ο λόγος για τα «Σκόρπια Λήμματα από το Λεξικό της Κρίσης» του Περικλή Κουλιφέτη, μια συλλογή των συμμετοχών του νεαρού καλλιτέχνη από την Κόρινθο στην εβδομαδιαία σειρά τού «Καρέ Καρέ» που διαβάζετε στις σελίδες της «Εφημερίδας των Συντακτών» από το 2015 μέχρι και σήμερα. Τόσο η εισαγωγή του συνδημιουργού «λεξικογράφου» Γιάννη Αντωνόπουλου, όσο και η πρωτότυπη εισαγωγή του δημιουργού, σε μορφή κόμικς, βρίθουν αυτοαναφορικών στοιχείων τόσο για τον ίδιο όσο και για το ένθετο. Τα λήμματα εκτείνονται με αλφαβητική σειρά στις σελίδες της επιμελημένης έκδοσης, στην οποία, παρά το γεγονός ότι συγκεντρώνονται οι συμμετοχές μόνο ενός εκ των τεσσάρων συντελεστών της σειράς, υπάρχει μεγάλη ποικιλία. Οι θεματικές, το ύφος, οι αφηγηματικές, σχεδιαστικές και χρωματικές τεχνικές είναι εμφανώς και επαρκώς διαφορετικές μεταξύ τους, αναδεικνύοντας τόσο την εξέλιξη του καλλιτέχνη στο βάθος του χρόνου όσο και την έντονα πειραματική του διάθεση. Και το σχετικό link...
  15. Το περιοδικό "EFSYN BIO" είναι ένα έντυπο το οποίο είδε το φως από το τυπογραφείο, με την βοήθεια της "Εφημερίδας των Συντακτών", στις 23/03/18 κι εξακολουθεί να εκδίδεται ακόμα και στις ημέρες μας. Σκοπός το τίτλου είναι να παρέχει στους αναγνώστες πολλά κι ενδιαφέροντα θέματα που άπτονται του αγροτικού τομέα και πιο συγκεκριμένα στην παραγωγή βιολογικών προϊόντων. Η ύλη του επιφυλάσσει συνεντεύξεις από επαγγελματίες του χώρου, νέα και ειδήσεις στον τομέα των βιολογικών, αλλά και χρήσιμες συμβουλές υγείας κι ευεξίας με την χρησιμοποίηση βοτάνων. Επίσης, δεν παραλείπονται κι έξυπνες συνταγές από αγνά υλικά. Σαν έκδοση, το "EFSYN BIO" προσωπικά μου θυμίζει... φυλλάδιο από σούπερ μάρκετ. Αποτελείται από φθηνό χαρτί, το οποίο είναι ισοπαχές στο εξώφυλλο και τις εσωτερικές του σελίδες κι εξαιρετικά λεπτό. Παρόλα αυτά η εκτύπωση είναι αξιοπρεπής και διαθέτει πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Να πούμε, επίσης, ότι δεν διαθέτει ISSN. Ευχαριστούμε για τα υπόλοιπα τεύχη τον albertus magnus.
  16. Πιστή στο ραντεβού της με την παράδοση και το πατριωτικό φρόνημα, η εταιρεία "Μικρός Ήρως", σε συνεργασία με την Εφημερίδα των Συντακτών, κυκλοφόρησε στις 30/10/21, μία ακόμα ιστορία του Παιδιού-Φάντασμα και της παρέας του. Συνήθεις ύποπτοι και γι' αυτό το εγχείρημα είναι το δίδυμο του Γιώργου Βλάχου και του Κώστα Φραγκιαδάκη, με την γλαφυρή πένα του πρώτου και το καλλιτεχνικό μολύβι του δεύτερου, να συνθέτουν ένα άκρως αξιόλογο αποτέλεσμα. Η συνεργασία των δύο τους, πρέπει να παραδεχτούμε, ότι έχει χημεία. Στην αρχή του τεύχους, θα βρούμε έναν πρόλογο στο εσωτερικό μέρος του εξώφυλλου, για να συνεχίσουμε με την ιστορία, η οποία εκτείνεται σε 27 σελίδες. Για την συνέχεια, οι υπεύθυνοι δεν μας αφήνουν χωρίς έξτρα υλικό. Έτσι, μετά το πέρας της ιστορίας, ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να πληροφορηθεί επισταμένα τα διάφορα τραγούδια που γράφτηκαν στην χώρα μας, την μαύρη περίοδο της Κατοχής. Ένα όμορφο αφιέρωμα, το οποίο περισσότερο θα το χαρακτηρίζαμε μελέτη, ευγενική προσφορά του κ. Βλάχου. Η εικονογράφηση σε αυτό το τμήμα είναι μία ευγενική προσφορά του Φ. Δημητριάδη, από το βιβλίο του "Σκιά πάνω απ' την Αθήνα". Για να μιλήσουμε για την έκδοση, θα πρέπει να πούμε ότι το τεύχος είναι δεμένο με καρφίτσα, ενώ το χαρτί είναι μαλακό και γυαλιστερό. Η εκτύπωση είναι τίμια, το χρώμα ασπρόμαυρο, με μοναδική εξαίρεση στο εξώφυλλο. Ο υπεύθυνος της έκδοσης, ο οποίος έχει κάνει τις διορθώσεις και την γενική επιμέλεια είναι ο ίδιος ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς. Επίσης, το graphic disign κι ο χρωματισμός του εξώφυλλου είναι προσφορά της Τίνας Χελιώτη. Με αυτό το τεύχος συμπληρώνεται μία άτυπη πενταλογία του "σύγχρονου" Μικρού Ήρωα, αποτελούμενη από τους εξής τίτλους: "Η ακρόπολη κινδυνεύει" (το οποίο κυκλοφόρησε σε αυτόνομη έκδοση το 2017) "Το αεροδρόμιο φάντασμα" (το 2018) "Το ταμπούρι της λευτεριάς" (το 2019) "Το σάλπισμα της νίκης" (το 2020)
  17. Δεν νομίζω να υπάρχει κάποιο παιδί που να μην έχει διαβάσει, δει στην τηλεόραση ή έστω να έχει ακούσει τον “Μάγο του Οζ”, ένα μυθιστόρημα, που γράφτηκε από τον L. Frank Baum στις αρχές του προηγούμενου αιώνα (για την ακρίβεια στις 17/05/1900) και κατάφερε να κατακτήσει τον νεαρόκοσμο της εποχής (κι όχι μόνο). Το έργο, εκτός από την κυκλοφορία του σε βιβλίο, υιοθετήθηκε από τον κινηματογράφο, έγινε μιούζικαλ, μπήκε στον χώρο των κινουμένων σχεδίων κι όπως ήταν φυσικό δεν θα μπορούσε ο κόσμος της Ένατης Τέχνης να μείνει ασυγκίνητος. Το 2004, οι εκδόσεις Delcourt, κυκλοφόρησαν στην Γαλλία την συγκεκριμένη ιστορία υπό την μορφή κόμικ, η οποία φέρει την υπογραφή του David Chauvel στο σενάριο και του Enrique Fernandez στον εικαστικό τομέα. Αυτή την έκδοση, λοιπόν, ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς αποφάσισε να την φέρει και στην χώρα μας, αρχής γενομένης στις 10/09/22, όπου κυκλοφόρησε σαν ένθετο με την Εφημερίδα των Συντακτών. Όσον αφορά την υπόθεση, νομίζω ότι δεν χρειάζεται να φλυαρήσουμε περισσότερο. Πρόκειται για ένα παραμύθι, το οποίο, μπορεί να έχει τα χρονάκια του, παραμένει όμως αρκετά φρέσκο κι ενδιαφέρον. Πρωταγωνίστρια είναι η μικρή Ντόροθι κι ο σκύλος της ο Τότο, οι οποίοι, από τις πεδιάδες του Κάνσας και μέσω πολλών συγκυριών κι ενός ανεμοστρόβιλου, μεταφέρονται στην χώρα του Οζ, έναν φανταστικό κόσμο γεμάτο χρώματα, όπου θα γνωρίσουν ηρωικούς συμμάχους, αλλά και δυνατούς εχθρούς… Το κόμικ διαθέτει μεστό λόγο, ο οποίος στέκεται αρκετά πιστά στο αρχικό μυθιστόρημα, αλλά δυστυχώς ξεκινά αρκετά βιαστικά και περιληπτικά, μέχρι να φτάσουμε στην σκηνή του ανεμοστρόβιλου και της εισόδου της Ντόροθι στην χώρα του Οζ. Υπάρχουν αρκετοί διάλογοι, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του έργου καταλαμβάνουν οι επεξηγηματικές λεζάντες, με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές ομοιότητες στα μοτίβα του σεναρίου. Το σχέδιο είναι αρκετά ζωντανό και το δυνατό του σημείο είναι η περιγραφεί των κινήσεων ειδικά στις σκηνές που υπάρχει ένταση και δράση. Προσωπικά, όμως, μου άφησε την αίσθηση του ανικανοποίητου κι ο λόγος είναι ότι το βρήκα πολύ γραμμικό και με πολλές γωνίες, που χάνει σε αισθητική και ρεαλισμό. Το χρώμα θα το αποκαλούσαμε “κομπιουτερίστικο” και διαθέτει μία μεγάλη ποικιλία από αποχρώσεις. Μου άρεσε αρκετά και περισσότερο στην αποτύπωση των τοπίων, τα οποία, όπως και να το κάνουμε, (και σε αντίθεση με το σενάριο το οποίο έρχεται έτοιμο) οφείλουν να διαθέτουν μεγάλα ποσά φαντασίας και να συμβαδίζουν με τις περιγραφές του πρωτότυπου. Η ελληνική έκδοση καταφέρνει να συγκεντρώσει σε δύο μέρη μία ιστορία που κυκλοφόρησε στην Γαλλία σε τρία. Κυμαίνεται στα αξιόλογα επίπεδα που έχει υιοθετήσει η εκδοτική για τις δημιουργίες της που κυκλοφορούν με τις εφημερίδες. Στο συνοδευτικό υλικό ο συνήθης ύποπτος Γαβριήλ Τομπαλίδης, αναλαμβάνει να γράψει δύο (αλλά σημαντικά) λόγια για το έργο. Έτσι στο πρώτο μέρος παίρνουμε πληροφορίες για το μυθιστόρημα και την εικονογράφηση του από τον W. W. Denslow, ενώ στο δεύτερο μέρος μαθαίνουμε για την μεταφορά του “Μάγου του Οζ” στην μεγάλη οθόνη. Εντύπωση κάνει το γεγονός ότι σαν ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας και στα δύο μέρη αναφέρεται ο Απρίλιο του 2022. Φαντάζομαι ότι ήταν να κυκλοφορήσει τότε, αλλά μάλλον πήρε αναβολή.
  18. Ο Περικλής Κουλιφέτης βρίσκεται χρόνια στο κουρμπέτι παρά το νεαρό της ηλικίας του. Από μικρός άρχισε να δημοσιεύει γελοιογραφίες σε τοπικές εφημερίδες και αργότερα τα κόμιξ του ή αλλιώς τα “Μίκι Μάους”, όπως με παράπονο λέει πως τα αποκαλούν ακόμη στην Ελλάδα. Με αφορμή το νέο του κόμιξ λοιπόν, «Έγκλειστοι» με θέμα την καραντίνα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Μικρός Ήρως”, μιλήσαμε για το πόσο τον έχει επηρεάσει η καραντίνα αλλά και γενικότερα για το πώς είναι να είσαι ένας νέος κομίστας στην Ελλάδα. Επίσης πέρα από τις υπόλοιπες ιδιότητες του ο Περικλής είναι είναι ένας καλός μου φίλος και ήθελα να του αποσπάσω μια συνέντευξη προτού γίνει πολύ γνωστός και δεν με καταδέχεται. Είσαι από αυτούς που ακολούθησαν τις συμβουλές των ψυχολόγων και influencers και έκανες κάτι δημιουργικό μέσα στη καραντίνα και σαν κομίστας, τι έκπληξη, έφτιαξες ένα κόμιξ για την καραντίνα. Ήταν μια λύση για να κυλήσει πιο γρήγορα ο νεκρός χρόνος, μια ανάγκη να μιλήσεις για την επικαιρότητα, ένας συνδυασμός; Περισσότερο το δεύτερο. Εκείνη την περίοδο είχα βάλει στόχο να τελειώσω την πτυχιακή μου (η οποία ξεκίνησε να «τσουλάει» καλύτερα ακριβώς χάρις στην καραντίνα) και τα χέρια μου ήταν ήδη γεμάτα με αυτήν. Παρ’ όλα αυτά, παρατηρώντας τα στριπ που ξεκίνησε να ανεβάζει ο μεγάλος κομίστας Σπύρος Δερβενιώτης με τον ήρωά του Εσχατόγερο σχετικά με την καραντίνα, συνειδητοποίησα πως στην πρωτόγνωρη κατάσταση που ζούμε οι καλλιτέχνες έπρεπε να αντιδράσουμε δημιουργικά και να την αποτυπώσουμε. Είτε με μελαγχολία είτε με χιούμορ. Εγώ επέλεξα το χιούμορ (έστω και πικρό) και με βάση αυτή την επιλογή γεννήθηκαν οι Έγκλειστοι. Δεδομένου ότι ο κορωνοϊός δεν έχει ξεπεραστεί ακόμα, πιστεύεις ότι διαβάζοντας κάποιος τους «Έγκλειστους» μπορεί να γελάσει από απόσταση σκεπτόμενος όλη αυτή τη κατάσταση που έζησε ή περισσότερο θα προβληματιστεί για την κατάσταση που βιώνουμε τώρα; Και πιθανώς σε μερικά χρόνια να μπορεί να το δει κανείς πιο αποστασιοποιημένα. Όταν διαβάζεις στους «Έγκλειστους» περσινές καταστάσεις να επαναλαμβάνονται και φέτος (όπως το έγκλειστο Πάσχα) δεν μπορείς να μην μελαγχολήσεις έστω και λίγο. Για αυτό και νομίζω πως είναι ακόμα ένα επίκαιρο ανάγνωσμα. Θα μας πάρει λίγο καιρό ακόμα να φτάσουμε να γελάμε αποστασιοποιημένα με τους «Έγκλειστους» ή με άλλα κωμικά έργα σχετικά με τον κορωνοϊό. Ελπίζω μόνο να μην ταυτιστούμε φέτος με τις σελίδες των Έγκλειστων για τα Χριστούγεννα του 2020! Μια μελαγχολική στιγμή από τους «Έγκλειστους» Πάντως σίγουρα όταν τελειώσει όλη αυτή η κατάσταση θα έχουμε πολλά καλλιτεχνικά εχέγγυα για όλα αυτά που βιώσαμε. Εσένα προσωπικά έχει αλλάξει η οπτική σου από την πρώτη στη δεύτερη καραντίνα; Αναμφίβολα. Περνώντας ο καιρός η υπομονή λιγοστεύει και η κατάσταση κουράζει, ιδίως όταν βλέπω μέτρα που περιορίζουν ηλιθιωδώς τις ελευθερίες μας να μην αποδίδουν και να τραβάνε σε μάκρος. Προσπαθώ βέβαια να μην εκπίπτω στην ακραία συνομωσιολογία ή στον σταρχιδισμό γιατί ούτε αυτά φέρνουν κάποια λύση. Σαν «σημαδούρα λογικής» χρησιμοποιώ τα λόγια που λένε σε κάποια σελίδα του κόμικ ο Στάθης με τον Αγαθοκλή μπροστά από τις ειδήσεις: «μένουμε ανασφαλείς, μένουμε ταλαιπωρημένοι κι επιφυλακτικά αισιόδοξοι». Γνωρίζοντας την δουλειά σου ξέρω πως πάντα σχολιάζεις την επικαιρότητα. Θεωρείς τον εαυτό σου γελοιογράφο ή κομίστα; Πολλές φορές τα κόμικς και η γελοιογραφία/σχολιασμός της επικαιρότητας ταυτίζονται, χωρίς να είναι ταυτόσημα μέσα. Εγώ, καθότι έχω κάνει αρκετά φεγγάρια σε τοπικές εφημερίδες ως γελοιογράφος αλλά και σαν χρόνια κομίστας επικαιρότητας στο Καρέ Καρέ της Εφημερίδας των Συντακτών, δυσκολεύομαι να μην γελοιογραφώ στα κόμικς μου! Εξάλλου δεν μπορώ να μην επηρεάζομαι από ό,τι βλέπω να συμβαίνει γύρω μου (όσο κι αν κάποιες φορές, για λόγους ψυχικής ηρεμίας, δεν το θέλω). Προσπαθώ και θέλω να είμαι και τα δύο! Η γελοιογραφική πλευρά του Περικλή. Από την Εφημερίδα των Συντακτών όταν βρισκόμασταν στην επαύριο της εκλογής του Trump. Οι «Έγκλειστοι» κυκλοφορούν τώρα στα περίπτερα και μπορεί να τους παραγγείλει και όποιος θέλει από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως». Έχω την αίσθηση πως για τους νέους κομίστες τα φεστιβάλ είναι ζωτικής σημασίας για την προώθηση τις δουλειάς τους. Πόσο διαφορετική ήταν η εμπειρία της έκδοσης ενός κόμιξ χωρίς τα φεστιβάλ, υποχρεωτικά, αυτή τη φορά; Είναι σίγουρα μια πολύ διαφορετική εμπειρία. Πιο πριν, επειδή δεν συνεργαζόμουν με εκδοτικό, μόνη μου προώθηση ήταν το ίντερνετ και τα φεστιβάλ, οπότε τα είχα και ανάγκη. Στα φεστιβάλ, ακόμα κι αν δεν έχεις εγκαθιδρύσει δικό σου κοινό και οι μάζες του κόσμου κυρίως σε προσπερνούν, υπάρχει η αλληλεπίδραση με τους συνάδελφους δημιουργούς, με τους ανθρώπους που γνωρίζουν τη δουλειά σου από το ίντερνετ και με τους αγνώστους που επιλέγουν να σε προτιμήσουν. Μια αλληλεπίδραση και μια μαγική ατμόσφαιρα γιορτής των κόμικς. Η εκδοτική σου παρέχει καλύτερη διαφήμιση και πανελλήνια διανομή – ιδιότητες που ένα φεστιβάλ από μόνο του δεν μπορεί να σου παρέχει – άρα και άνοιγμα του αναγνωστικού σου κοινού. Αλλά όπως σε έναν ηθοποιό έχει λείψει το ζωντανό θέατρο, μου έχει λείψει κι εμένα να ξαναπάω σε κανένα φεστιβάλ. Θυμάμαι να έχουμε πάει μαζί στο comicdom στην Αθήνα και εκτός του ότι τους ήξερες όλους, σε θυμάμαι να γυρνάς με δύο σακούλες κόμιξ στο τέλος σαν παιδάκι που είχε πάει στο λούνα πάρκ. Και τότε συνειδητοποίησα ότι τα φεστιβάλ είναι ένας χώρος συνάντησης και δημιουργίας για εσάς τους κομίστες. Υπάρχει αποδοχή προς τους νέους κομίστες; Πόσο εύκολο είναι να πάρει κάποιος την απόφαση να ξεκινήσει να εκδίδει μόνος του τη δουλειά του; Σου είπα και πριν πως τα φεστιβάλ είναι σαν γιορτή, μια μαγική ατμόσφαιρα. Αλλά και πάλι δεν είναι εύκολο να αποκτήσεις κοινό μόνο από αυτά και συνήθως είναι οι μοναδικοί χώροι διακίνησης του μεγάλου όγκου παραγωγής κόμικς στην Ελλάδα. Το αναγνωστικό κοινό είναι ακόμα μικρό, τα αποκλειστικά μαγαζιά κόμικς βρίσκονται μόνο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και τα βιβλιοπωλεία και οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι είναι ακόμα διστακτικοί απέναντι στο είδος. Γενικά το έδαφος φαίνεται εκ πρώτης όψεως άνυδρο κι αφιλόξενο στην χώρα μας, ιδίως για έναν νέο δημιουργό. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει σημαντική πρόοδος στην διεύρυνση τόσο του χώρου (δημιουργοί, φεστιβάλ, εκδηλώσεις) όσο και του αναγνωστικού κοινού και, με όπλο την αγάπη του για αυτό που κάνει, μπορεί κάποιος νέος να δει φως και να μπει στον χώρο. Φαντάσου το 2019, πριν τον covid, έγιναν 7 μεγάλα φεστιβάλ κόμικς σε όλη την Ελλάδα – τρομερό νούμερο! Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου κομίστες; Οι πηγές έμπνευσης; Ουφ, σχεδόν όλοι όσοι έχω διαβάσει! Καλά υπερβάλλω, αλλά οι επιρροές μου είναι πολλές, από τα κλασικά γαλλοβελγικά και τα κόμικς Ντίσνευ μέχρι περιπετειώδη ή ψυχολογικά manga και noir αστυνομικά ή ασεβή γελοιογραφικά από την αγαπημένη μας Βαβέλ. Αν και νομίζω πως, στο σχέδιο τουλάχιστον, υπάρχει ένα κοινό μοτίβο σε όποιον κομίστα μου αρέσει: προτιμώ όσους σχεδιάζουν καρτουνίστικα, γκροτέσκα ή τουλάχιστον απομακρύνονται (συνειδητά) από την στυγνή ρεαλιστική (ή φανφαρόνικη εξιδανικευμένη) απεικόνιση. Ένα σχετικό παράδειγμα είναι το σχέδιο του Mike Mignola που αποφεύγει χαρισματικά τον ρεαλισμό, πλάθει ένα ξεχωριστό δικό του σχέδιο με πολλαπλές επιρροές και καταφέρνει κιόλας να επιβληθεί στην Αμερική, την χώρα που κυριαρχούν οι διογκωμένοι και γυαλιστεροί υπερηρωικοί μυς! Βασικά μάλλον δεν μου αρέσουν οι υπερήρωες! Οι πηγές έμπνευσης από εκεί και μετά δεν γίνεται να είναι μόνο κόμικς. Η έμπνευση είναι παντού: από τον κινηματογράφο (που άλλωστε είναι συγγενική τέχνη με τα κόμικς) και τη λογοτεχνία μέχρι μια απλή κουβεντούλα για καφέ με φίλους ή μια βόλτα στην πολύβουη πόλη. Τα κόμιξ σου, όσα έχω διαβάσει τουλάχιστον, ενώ έχουν συνέχεια, στέκουν και ως αυτοτελή επεισόδια. Είναι στα σχέδια σου να φτιάξεις και κάποιο graphic novel ίσως στο μέλλον; Είναι που σκέφτομαι κυρίως σειρές με χαρακτήρες ή αυτοτελείς σελίδες και δεν έχω υλοποιήσει κάποιο μεγάλο σενάριο που έχω στο νου μου, είτε μικρό είτε μεγάλο. Αν προσδιορίζουμε τα graphic novel ως πολυσέλιδα κόμικς και τόμους, έχω καιρό στο μυαλό μου ιδέες για πιο μεγάλα έργα. Εύχομαι να έχω τον χρόνο να τα κάνω. Πιστεύεις ότι θα μπορούσες ποτέ να γράψεις ένα μη χιουμοριστικό κόμιξ; Η γελοιογραφική μου φύση δεν με αφήνει να μην αστειεύομαι αλλά σας υπόσχομαι ότι μπορώ (είναι στα πλάνα για τα μεγάλα μου έργα)! Πώς βλέπεις τις παλαιότερες δουλειές σου; Ξεχωρίζεις κάποια; Πιστεύεις ότι είναι σαν να σηματοδοτούν περιόδους στη ζωή σου; Σε ό,τι φτιάχνω έχω την ευχή-κατάρα να βλέπω τα μειονεκτήματα (στα γράμματα, στο σχέδιο, στο χρώμα) και να με κρίνω σκληρά, για αυτό σε όσο πιο παλιές δουλειές μου πηγαίνω τόσα περισσότερα ελαττώματα βλέπω. Αν και ό,τι έχω κάνει μέχρι στιγμής το αγαπάω, γιατί και όταν το έφτιαχνα το αγαπούσα. Με τους Έγκλειστους έκανα ένα μεγάλο βήμα γιατί νιώθω πως έχω κάνει μια ως επί το πλείστον καλή συνολική δουλειά (σενάριο, σχέδιο, χρώμα, γράμματα). Από παλιότερα κόμικς δεν θα ξεχάσω ποτέ την δουλειά που έριξα στο σχέδιο των Συγκάτοικων 2 (σενάριο και χρώμα ήταν του Παύλου Δαμιανίδη), στο οποίο πήγα πέρα από τα όριά μου και ακόμα σε αρκετά σημεία το εκτιμώ. Σπούδασες στη Σχολή Πλαστικών Τεχνών και Επιστημών της Τέχνης, πλέον Καλών Τεχνών στα Γιάννενα. Πώς είναι να είσαι ένας κομίστας στην Καλών Τεχνών, φαντάζομαι δεν υπήρχαν πολλοί ακόμη. Πόσο σε βοήθησε η σχολή; Πιστεύεις ότι θα μπορούσε να υπάρχει ξεχωριστή σχολή ή εξειδίκευση; Στην Ελλάδα τα κόμικς μια ζωή παλεύουν να μην θεωρούνται μόνο «Μίκυ Μάους». Ως «Μίκυ Μάους» φαίνεται πως εκλαμβάνονται ακόμα από τα ακαδημαϊκό σύστημα των σχολών Καλών Τεχνών. Ακόμα και στην δική μου, την οποία ολοκλήρωσα με τον (αρκετά πιο διευρυμένο και ανοιχτό από το κλασικό μοντέλο) οδηγό σπουδών της Πλαστικών Τεχνών, το ιερό ακαδημαϊκό τρίπτυχο ζωγραφική-γλυπτική-χαρακτική κράταγε καλά. Σε πολλές στιγμές ένιωθα ξένος σε αυτό το κλίμα, κι εγώ και αρκετά ακόμα παιδιά που ήρθαν (λανθασμένα άραγε;) στη σχολή από την αγάπη τους για τα κόμικς και το κινούμενο σχέδιο. Είχα αντιμετωπιστεί και με πολλή αγάπη και με αμηχανία από τους καθηγητές μου και προσπάθησα να πάρω όση γνώση μπορούσα και να διευρύνω τους ορίζοντες και τα ενδιαφέροντά μου. Δεν μετανιώνω, έμαθα πολλά κι ενδιαφέροντα πράγματα. Θεωρώ όμως τραγικό η μόνη εγχώρια διέξοδος εν έτει 2021 για να μάθεις κόμικς να είναι ιδιωτικές σχολές και όχι οι Καλών Τεχνών. Τα κόμικς είναι μια εγκεφαλική και μακρόχρονη τέχνη και οι σχολές Καλών Τεχνών στην Ελλάδα θα έπρεπε κάποια στιγμή να το καταλάβουν και να τα εντάξουν στο πρόγραμμα σπουδών τους, μπας και παιδιά σαν εμένα και σαν τους συμφοιτητές μου να μην νιώσουν παράταιροι στην Τέχνη και μπας και επιτέλους κάποιοι καταλάβουν πως τα κόμικς δεν είναι μόνο «Μίκυ Μάους». Η λίμνη των Ιωαννίνων δεν θα μπορούσε να μην αποτελέσει πηγή έμπνευσης Συζητούσα με τον πατέρα μου, ο οποίος είναι μεγάλος λάτρης των κόμιξ και με έχει προμηθεύσει με μια τεράστια συλλογή ΒΑΒΕΛ, με αφορμή αυτή τη συνέντευξη για τα κόμιξ στην Ελλάδα και μου έλεγε πως αφού δεν υπάρχει τίποτα αντίστοιχο με τη ΒΑΒΕΛ πλέον τα κόμιξ βρίσκονται σε ύφεση. Του εξήγησα βέβαια πως υπάρχει αλλά στο ίντερνετ. Αναρωτιόμουν όμως με αφορμή αυτή τη συζήτηση, ποιο είναι πραγματικά το κοινό των κόμιξ στην Ελλάδα, είναι mainstream ή περιορίζεται σε συγκεκριμένους κύκλους; Ποια είναι η γνώμη σου πάνω σε αυτό; Δεν νομίζω πως μπορούμε να ορίσουμε mainstream κοινό κόμικς στην Ελλάδα. Κι αυτό γιατί, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές (ακόμα και γειτονικές βαλκανικές) χώρες, στην Ελλάδα το ευρύ/mainstream κοινό δεν συνέχισε να διαβάζει κόμικς ομαλά από την παιδική και την εφηβική ηλικία στην ενήλικη ζωή. Έτσι δεν μπόρεσε να δημιουργηθεί ένα μεγάλο αναγνωστικό κοινό κόμικς όλων των ηλικιών, όπως αντίστοιχα υπάρχει αναγνωστικό κοινό λογοτεχνίας – τον κανόνα αυτό κατάφερε από τους εγχώριους δημιουργούς να σπάσει μόνο ο Αρκάς που διαβάζεται κυριολεκτικά από όλους. Και για αυτό φταίνε πολλοί παράγοντες. Κι έτσι φτάσαμε σε αυτό που σου απάντησα στην προηγούμενη ερώτηση, τα κόμικς να παλεύουν να μην θεωρούνται μόνο «μίκυ μαους» (αν και νομίζω πως σιγά-σιγά σβήνει το στερεότυπο αυτό) ή «περιθωριακά αναγνώσματα». Και τώρα ειδικά που οι νέες γενιές διαβάζουν όλο και λιγότερα κόμικς (οπότε περνάει κρίση και η μονοδιάστατη υπόσταση τους ως παιδικού αναγνώσματος), έχουν μείνει να διαβάζονται από συγκεκριμένους κύκλους που συναντούμε στα φεστιβάλ: δημιουργοί κόμικς, νοσταλγοί 50χρονοι και 60χρονοι που συλλέγουν παλιά Μπλεκ και Τιραμόλα, λάτρεις των υπερηρωικών κόμικς (κάποιοι «προσηλυτίστηκαν» πρόσφατα από το νέο ρεύμα υπερηρωικών ταινιών της Marvel), έφηβοι otaku που βλέπουν άνιμε και διαβάζουν και κανένα μάνγκα, κομικσομεγαλωμένοι γονείς με τα παιδιά τους, φερέλπιδες νεαροί που θέλουν να γίνουν με τη σειρά τους δημιουργοί κόμικς και μερικές ακόμα κατηγορίες (όλες οι παραπάνω ενίοτε συγκοινωνούντες). Παρά την κάπως απαισιόδοξη (και σε σημεία γενικευτική) αυτή θεώρηση, όπως σου είπα και πριν πιστεύω πως το κοινό αρχίζει να διευρύνεται τα τελευταία χρόνια. Πέραν του ότι ανθίζει και αυξάνεται η εγχώρια παραγωγή κόμικς (και μαζί της οι προϋπάρχοντες κύκλοι αναγνωστών), όλο και περισσότερες εκδοτικές αναλαμβάνουν να εκδίδουν εγχώρια ή ξένα graphic novels, επανεισάγοντας τα κόμικς στους κλασικούς αναγνωστικούς κύκλους υπό μια νέα οπτική, με ένα νέο «intellectual» όνομα – άλλη μεγάλη κουβέντα αυτή. Και φυσικά μεγάλη βοήθεια και προώθηση δίνει το ίντερνετ. Τα πράγματα σίγουρα βαίνουν προς το καλύτερο. Δεν ξέρω αν θες να το αποκαλύψουμε αλλά βρίσκεσαι στον στρατό τώρα, σωστά; Σκοπεύεις να κάνεις κάποιο κόμιξ για αυτό το θέμα; Φαντάζομαι σου έχει δώσει αμέτρητο υλικό. Καλά, ο στρατός είναι αστείρευτη πηγή παραλόγου, αν έλεγα πως δεν έχω σκεφτεί κόμικς από τη θητεία μου θα σου έλεγα ψέματα. Αν φιλτράρω κάποιες ιδέες και εμπειρίες ίσως βγει κάτι αστείο και ενδιαφέρον! Σε ένα παράλληλο σύμπαν όλοι οι ήρωες του Περικλή συναντιούνται Θες να μας πεις κάτι για τα μελλοντικά σου σχέδια; Προσωπικά ανυπομονώ να δω τυπωμένο το αγαπημένο μου «Οιδίπους Μαδαφάκα». Επίσης από ότι είδα συμμετέχεις και σε ένα ακόμη project τώρα. Πολύ σωστά, από 18 Μαΐου θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως το άλμπουμ ”Μουσικά Καρέ“, μια συλλογή όπου 9 κομίστες μεταφέρουν σε κόμικς αγαπημένα τους τραγούδια και που είχα την ευκαιρία να συμμετέχω με την ”Δημοσθένους Λέξις“ του Διονύση Σαββόπουλου, σε μια αρκετά πιο “μη-χιουμοριστικη” απόδοση από ό,τι έχω συνηθίσει να σχεδιάζω. Ο «Οιδίπους Μαδαφάκα» συγκεκριμένα, η κωμική μου σειρά με θέμα τον μύθο του Οιδίποδα που δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Comic Cultura, έχει μπει σε διαδικασία ολοκλήρωσης και έκδοσης. Από εκεί και μετά ανυπομονώ να ανοίξουν κάποια στιγμή οι εκθεσιακοί χώροι ώστε να εκθέσω εκτός σχολής την πτυχιακή μου εργασία/πειραματικό κόμικ, και στριφογυρίζω στο μυαλό μου γύρω από κάποια σενάρια που έχω για μεγάλα κόμικ. H Ιστορία και ειδικά ο ελληνικός Μεσαίωνας είναι από τα θέματα που μου δίνουν έμπνευση και πιθανόν να μου δώσουν τα πρώτα μου “graphic novel”. Και, πολύ πιθανόν, αν τραβήξει κι άλλο αυτή η κατάσταση, να έχουμε και Έγκλειστους 2! Γιατί επέλεξες το συγκεκριμένο τραγούδι; Πιστεύω πως τα τραγούδια του Σαββόπουλου κρύβουν πολλές εικόνες και μπορώ εύκολα να τα φανταστώ ως κόμιξ. Το “Δημοσθένους Λέξεις” συγκεκριμένα είναι ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια του Σαββόπουλου καθώς έχει πολλά μεταφορικά νοήματα για την Ελλάδα, τη χούντα και την ελευθερία, τα οποία μάλιστα είχα την ευκαιρία εξερευνήσω εκτενώς. Πού μπορούμε να σε βρούμε; Εμένα με βρίσκετε στο facebook στη σελίδα «Περικλής Κουλιφέτης – Γελοιογραφίες, κόμικς, κ.α.», στο instagram ως @periklis_cartoons και στο blog μου (που έχω όμως κάμποσο καιρό να ξεσκονίσω και να ανανεώσω) periklhs.com. Και το σχετικό link...
  19. Η πολιτική γελοιογραφία κατά βάση… ενοχλεί. Από την ακραία περίπτωση της δολοφονικής επίθεσης στα γραφεία του διεθνούς φήμης περιοδικού Charlie Hebdo, μέχρι φυλακίσεις, μηνύσεις και απειλές σε σκιτσογράφους-γελοιογράφους. Στην Τουρκία, σύμφωνα με τουρκικά Μέσα Ενημέρωσης, ένας σκιτσογράφος τέθηκε υπό κράτηση το 2018 επειδή τα σκίτσα του θεωρήθηκαν πως «εξυβρίζουν» τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Βέβαια για να μην πάμε πολύ μακριά, στην Ελλάδα ο σκιτσογράφος Γιώργος Μικάλεφ, όπως έχει καταγγείλει δέχθηκε απειλές κατά της ζωής του για αντιφασιστικό σκίτσο, την ίδια στιγμή που το Facebook «κατέβασε» το εν λόγω σκίτσο από το χρονολόγιό του. Γεγονός είναι λοιπόν ότι η σάτιρα είναι ένα «όπλο» όπως μας αναφέρει ο Πάνος Ζάχαρης. Ένα όπλο το οποίο μπορεί να προκαλέσει «τριβές» στην εξουσία, είτε αυτή είναι πολιτική, είτε είναι οικονομική, είτε θρησκευτική. Ο Πάνος Ζάχαρης εργάζεται από το 2008 μέχρι σήμερα ως γελοιογράφος στην εφημερίδα «Το Ποντίκι» και παράλληλα συνεργάζεται με την «Εφημερίδα των Συντακτών». Μέσω των σκίτσων του καταπιάνεται με θέματα της καθημερινότητας όπως η «σχέση των κάτω με τους πάνω», των εργατών και των εργοδοτών. Έχει εκδώσει επίσης και βιβλία με τα σκίτσα του: Αρνητικοί Συσχετισμοί, The Working Dead, Scary Tales. Τον τελευταίο χρόνο ετοιμάζει «κάτι, πολύ αργά και κοπιαστικά», όπως ομολόγησε σε συνέντευξη που μας παραχώρησε. Πόσο σε έχει επηρεάσει το γεγονός ότι, επί της ουσίας, διανύουμε τον 6ο μήνα σε καραντίνα; Δεν ξέρω κατά πόσο είναι «επί της ουσίας» το lockdown. Είναι μια μεγάλη συζήτηση. Για το κατά πόσο δηλαδή, τα μέτρα που έχουν ληφθεί συνιστούν όντως ένα κλείσιμο, γιατί την ίδια ώρα που εμείς μιλάμε εδώ με μάσκες και αποστάσεις, στο μετρό και στα εργοστάσια γίνεται της κακομοίρας. Είναι λίγο σχετικό το «lockdown». Επαγγελματικά είμαι από τους τυχερούς που δεν έχω σταματήσει να δουλεύω, εργάζομαι κανονικά. Βέβαια είμαι σε καθεστώς τηλεργασίας, το οποίο για το δικό μας τον κλάδο, τα ΜΜΕ, είναι αρκετά δύσκολο, γιατί ένα βασικό κομμάτι της δουλειάς μου είναι και η αλληλεπίδραση με τους συναδέλφους, η συζήτηση, η σύσκεψη στην εφημερίδα. Όλα αυτά με έχουν επηρεάσει πάρα πολύ. Σε προσωπικό επίπεδο, είμαι από τους τυχερούς που δεν έχω σοβαρό κρούσμα στον κοντινό μου περίγυρο. Με μια έννοια δεν πολυθέλω να γκρινιάζω γιατί καταλαβαίνω ότι πολλοί άνθρωποι περνάνε πολύ πιο δύσκολα από εμένα. Μου έχει ανατρέψει ωστόσο πάρα πολύ τη ζωή. Είμαι κλεισμένος σε ένα σπίτι, γεγονός που ψυχολογικά και συναισθηματικά με έχει επηρεάσει σημαντικά. Έχει αντίκτυπο και στη δουλειά μου. Κάνω μια δουλειά η οποία βασίζεται στην παρατήρηση, στο τι συμβαίνει στην κοινωνία. Προσωπικά, βασίζομαι και στη ζωντανή επαφή. Συνολικά η δουλειά σου πόσο έχει επηρεαστεί από την πανδημία του κορονοϊού και την αναστολή δραστηριοτήτων; Η δουλειά μου έχει επηρεαστεί εν μέρει γιατί δουλεύω σε εφημερίδα, δεν είμαι ελεύθερος επαγγελματίας ούτε στηρίζομαι, όπως στηρίζονται οι καλλιτέχνες, σε παραστάσεις ή συναυλίες, ή οι ζωγράφοι στις εκθέσεις τους, οπότε αν το δούμε καθαρά εισοδηματικά δεν έχω επηρεαστεί ιδιαίτερα. Με έχει επηρεάσει όμως επειδή έχουν πάψει να γίνονται τα φεστιβάλ comics, γιατί ασχολούμαι και με το comic, οι παρουσιάσεις βιβλίων, η δουλειά μου παρουσιάζεται σε εκθέσεις, οπότε με αυτήν την έννοια έχει αντίκτυπο. Ωστόσο σε σχέση με το τι συμβαίνει με τους καλλιτέχνες, με όσους δηλαδή δεν έχουν αυτήν τη σταθερή εργασιακή σχέση, είμαι σε αρκετά καλύτερη κατάσταση. Πώς κρίνεις τη στάση της κυβέρνησης απέναντι στον πολιτισμό; Νομίζω ότι και στον πολιτισμό δεν συμβαίνει κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι συμβαίνει σε κάθε επίπεδο, δηλαδή η κυβέρνηση εξ’ αρχής έκανε επιλογές οι οποίες φάνηκαν καθαρά. Δηλαδή, στήριξε με πάρα πολύ χρήμα τα ΜΜΕ, όχι τους εργαζόμενους, τους ιδιοκτήτες, τους καναλάρχες, στήριξε τους επιχειρηματικούς ομίλους και από κει και πέρα προσπαθεί με μια επιδοματική πολιτική, που είναι στα όρια του χαρτζιλικιού πολλές φορές, ίσα ίσα να συντηρηθούν κάποιοι άνθρωποι, εργαζόμενοι δηλαδή κ.λ.π. Στο χώρο του πολιτισμού αυτό είναι ακόμα πιο έντονο με την έννοια ότι πάρα πολύς κόσμος επί της ουσίας έμεινε με μηδενικό εισόδημα, δεν πληρούσε τα κριτήρια τα οποία έβαλε και φοβάμαι ότι καταστράφηκε κόσμος. Ωστόσο δεν με εκπλήσσει, γιατί από την αρχή της πανδημίας έγινε σαφές το πώς θα το πάνε. Από την άλλη νομίζω είναι σημαντικό ότι στο χώρο του πολιτισμού αναπτύχθηκαν αντιστάσεις. Και σε επίπεδο κινήματος οι άνθρωποι προσπάθησαν με κάθε τρόπο, αλλά και σε επίπεδο καλλιτεχνικής δημιουργίας σε ένα μικρότερο βαθμό, να γίνουν κάποια πράγματα έστω και εν μέσω πανδημίας. Το οποίο είναι ελπιδοφόρο. Για ποιο λόγο θεωρείς ότι η κυβέρνηση δεν συνομιλεί με τους καλλιτέχνες; Εδώ αρνείται να συνομιλήσει με τους γιατρούς. Τον υπουργό Υγείας τον «κυνηγάει» η Ομοσπονδία Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδας να μιλήσουν εδώ και μήνες. Θα μιλήσει με τους καλλιτέχνες; Ή θα μιλήσει με τους εργάτες των εργοστασίων ή με τους φοιτητές; Συνομιλεί με τους επιχειρηματίες ή τους καναλάρχες, και όλη της η πολιτική στοχεύει στο πώς θα ελαχιστοποιηθούν οι ζημιές αυτών, όχι των εργαζομένων. Μπορεί η πανδημία να «δώσει κίνητρο» για νέες δημιουργίες; Θεωρητικά οι πιο ακραίες περίοδοι, ο ζόφος, η μαυρίλα, πυροδοτεί δημιουργία. Το έχουμε δει. Γιατί όταν οι καταστάσεις είναι πιο ακραίες, αυτό μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για έναν δημιουργό. Αυτό βέβαια είναι κάτι γενικό που θα ήθελα να συμβεί. Από την άλλη πλευρά, όλη αυτή η πίεση η οποία ασκείται σε όλους μας, πολλές φορές μπορεί να πνίξει την καλλιτεχνική δημιουργία. Θα περίμενα για παράδειγμα περισσότερα πολιτικά τραγούδια αυτήν την περίοδο. Το ίδιο περίμενα και την περίοδο της πρώτης κρίσης, από το 2008 έως και το 2019, αλλά και πιο μετά, και δεν έγινε κάτι τέτοιο. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα συμβεί. Ενώ υπάρχουν οι προϋποθέσεις, γιατί η τέχνη μπορεί να δώσει διέξοδο και να βοηθήσει έναν κόσμο να ξεπεράσει μια κατάσταση πιεστική, από την άλλη δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και οι δημιουργοί βιώνουν πίεση και δυσκολεύονται. Πρέπει να ζήσουν μέσα στην καθημερινότητα τους, δεν είναι εύκολο. Πόσο «ενοχλεί» το πολιτικό σκίτσο την εξουσία; Γενικά η πολιτική γελοιογραφία, η σάτιρα, εξ’ ορισμού είναι ένα όπλο των κάτω απέναντι στους πάνω. Το ανάποδο δεν είναι σάτιρα, είναι χαβαλές ή κάτι άλλο τέλος πάντων. Οπότε με αυτήν την έννοια, όσο οξύνεται η σχέση των πάνω με των κάτω, θα πρέπει και η σάτιρα να εναρμονίζεται με αυτήν την όξυνση. Είναι αναμενόμενο να υπάρχει και δημιουργία η οποία να είναι οξύτερη και αμεσότερη και όταν περνάει τόσος καιρός με τέτοια κατάσταση, πέφτουν οι μάσκες και τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα, οπότε προφανώς γίνονται και σκίτσα που ενοχλούν και γενικότερα υπάρχει παραγωγική σατιρική που προσεγγίζει πιο πολύ την ουσία των θεμάτων. Τώρα, το να ενοχλεί ένας σκιτσογράφος με τη δουλειά του, όχι μόνο την πολιτική εξουσία αλλά και την οικονομική, τη θρησκευτική, γενικά την εξουσία, κατά τη γνώμη μου είναι μια απόδειξη ότι κάνει καλά τη δουλειά του. Παράσημα είναι όλα αυτά. Βέβαια αυτές τις τελευταίες μέρες υπάρχει το παράδειγμα του Γιώργου Μικάλεφ, τον οποίο τον τραβολογάνε κάθε λίγο και λιγάκι στη ΓΑΔΑ μετά από μηνύσεις κάτι απόστρατων για βλάσφημα, και καλά, σκίτσα. Αυτό μπορεί να φαίνεται όντως σαν παράσημο για το παλικάρι, και είναι, αλλά το να στοχοποιείσαι, το να σε τραβολογάνε στην αστυνομία δεν είναι απλή ιστορία. Είναι μια μορφή βάρβαρης λογοκρισίας και χρειάζεται να είσαι και εσύ συνειδητοποιημένος και κατασταλαγμένος και σίγουρος γι’ αυτό που κάνεις, για να μην πτοηθείς. Με τι ασχολείσαι περισσότερο, όσον αφορά στις γελοιογραφίες σου, κατά την περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού; Υπάρχει εδώ και ένα χρόνο ένα και μόνο θέμα, ο κορονοϊός. Στην αρχή γελάγαμε με τον κόσμο που στόκαρε αντισηπτικά και μακαρόνια. Αυτό δεν μπορεί να είναι το αντικείμενο της σάτιρας. Εγώ προσπάθησα, και ακόμα προσπαθώ, να πιάσω τις πλευρές αυτές της πανδημίας που αφορούν τους πολλούς. Είτε αφορά το κλείσιμο στο σπίτι, είτε είναι τα εργασιακά, είτε η οικονομική κατάσταση, είτε η καταστολή και ο αυταρχισμός που μέσα στην καραντίνα οξύνθηκαν. Προσπάθησα να ασχοληθώ με τέτοια θέματα. Και βέβαια με τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση και η εξουσία χειρίστηκε την πανδημία. Οπότε προσπάθησα σε μια περίοδο μονοθεματική να σκάψω όσο μπορώ και να κοιτάξω και λίγο πίσω από το «Τσιόδρας-Χαρδαλιάς» κάθε μέρα, τα «συμπολίτες μου» του πρωθυπουργού κ.λ.π. Νομίζω ότι είναι δύσκολο όταν έχεις ένα κεντρικό θέμα να ξεφεύγεις και λίγο από αυτό που φαίνεται και να καταπιάνεσαι και με τις προεκτάσεις του. Και το σχετικό link...
  20. Η Αριστερά του Γιάννη Καλαϊτζή στα σκίτσα της «Εφ. Συν.» (2012-2016) Αν κάτι ξεχωρίζει τους μεγάλους πολιτικούς γελοιογράφους κατά τις τελευταίες δεκαετίες από εκείνους που προηγήθηκαν είναι το γεγονός ότι δεν αρκέστηκαν να παρακολουθούν ως σχολιαστές τη γραμμή του εντύπου με το οποίο συνεργάζονταν. Διεκδίκησαν και κατέκτησαν έναν αυτόνομο ρόλο, ακολουθώντας τις δικές τους ιδιαίτερες πολιτικές αρχές, αξίες και τοποθετήσεις, φτάνοντας κάποια στιγμή και στο σημείο να δίνουν αυτοί τον τόνο, ακόμα και να υποσκελίζουν το πολιτικό μήνυμα του πρωτοσέλιδου τίτλου. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν χωρίς αμφιβολία οι δύο κορυφαίοι γελοιογράφοι της «Εφ. Συν.» που χάσαμε πρόωρα, ο Γιάννης Καλαϊτζής και ο Γιάννης Ιωάννου. Ο Γιάννης Καλαϊτζής βέβαια δεν υπήρξε απλώς ένας πολύτιμος συνεργάτης. Εξ αρχής είχε αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημιουργία ενός συνεταιριστικού δημοσιογραφικού εντύπου βασισμένου στον πυρήνα των απολυμένων της «Ελευθεροτυπίας», από τη στιγμή που η εργοδοσία της την είχε οδηγήσει στο κλείσιμο. Αλλά το εγχείρημα αυτό της «Εφ. Συν.» συνέπεσε με την κορύφωση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κρίσης στη χώρα και την έως τότε απρόβλεπτη συγκρότηση μιας κυβέρνησης με πυρήνα την Αριστερά. Η ματιά του Καλαϊτζή μέσα από τα σκίτσα του από τον Νοέμβριο του 2012 έως τον Φεβρουάριο του 2016 υπήρξε μια εξαιρετικά διεισδυτική κριτική ερμηνεία των πρωτοφανών αλλαγών στη χώρα, συνδυάζοντας την κοινωνική ευαισθησία και το αδυσώπητο χιούμορ με την επιμονή στις αξίες της Αριστεράς. Η κρίση και η τρόικα Ακολουθώντας τη γραμμή που είχε χαράξει από το 2010 στην «Ελευθεροτυπία», ο Καλαϊτζής από τα πρώτα φύλλα της «Εφ. Συν.» (Νοέμβριος 2012) ασκεί σκληρή κριτική στην πολιτική της τρικομματικής μνημονιακής συγκυβέρνησης, στην οποία αποδίδει πλήρη υποταγή στην τρόικα των δανειστών που εικονογραφείται ως τρικέφαλος Κέρβερος. Τα πολιτικά πρόσωπα (κυρίως Σαμαράς και Βενιζέλος) είναι στο στόχαστρό του, αλλά πάντοτε σε σχέση με συγκεκριμένες πράξεις ή δηλώσεις τους και με αναφορά στις σκοτεινές τους διασυνδέσεις με τη διαπλοκή. Αντίθετα με τη λογική του συρμού που αποφεύγει να μιλήσει για τα πρόσωπα αυτής της διαπλοκής, ο Καλαϊτζής δεν διστάζει να λέει τα πράγματα με το όνομά τους (σκίτσο 1, 16.2.2013). 1. «Εφ. Συν.» 16.2.2013 Το δεύτερο σημείο που τον διαφοροποιεί από την πλειονότητα των συναδέλφων του είναι πως δεν περιορίζεται στην καταγγελία των μνημονίων (όπου συμφωνούσαν οι πάντες), αλλά τα συνδέει με την πλήρη υποταγή στους τραπεζίτες, τις υπερβολικές αμυντικές δαπάνες, την εγκατάλειψη των νοσοκομείων (σκίτσο 2, 22.7.2013) και των Πανεπιστημίων, τη σκλήρυνση της αστυνομική βίας, προκειμένου να επιβληθούν τα απάνθρωπα μέτρα. 2. «Εφ. Συν.» 22.7.2013 Η Αριστερά στην κυβέρνηση Εγκαίρως ο Καλαϊτζής διαβλέπει τις δυσκολίες που θα συναντήσει η ενδεχόμενη κυβέρνηση της Αριστεράς και δεν διστάζει να προβλέψει την απροθυμία των Ευρωπαίων ομοϊδεατών του ΣΥΡΙΖΑ να συμπράξουν μαζί του (σκίτσο 3, 11.6.2014), αλλά και τις δεσμεύσεις που κληρονόμησε από την κυβέρνηση Σαμαρά (σκίτσο 4, 20.11.2014). Την επομένη του δημοψηφίσματος το σκίτσο συνοψίζει με εξαιρετικό τρόπο την πίεση των δανειστών (σκίτσο. 5, 7.7.2015). 3. «Εφ. Συν.» 11.6.2014 4. «Εφ. Συν.» 20.11.2014 5. «Εφ. Συν.» 7.7.2015 Αλλά η υποχρέωση του ΣΥΡΙΖΑ να υποχωρήσει δεν δικαιολογεί καθόλου στα μάτια του Καλαϊτζή τη στάση αυτών που ονομάζει «πολύ αριστερούς», οι οποίοι υποτίμησαν τη σημασία να στηριχτεί αυτή η πρωτόγνωρη για την ελληνική Αριστερά προσπάθεια (σκίτσο 6, 24.7.2015) Αυτή υπήρξε ίσως μια από τις πιο δύσκολες πολιτικές επιλογές του Καλαϊτζή, εφόσον τον έφερε σε τροχιά σύγκρουσης με φίλους και συντρόφους με τους οποίους συμπορεύτηκε επί δεκαετίες. Αλλά η ανεξαρτησία της σκέψης και η πίστη στις δικές του αριστερές αξίες δεν ήταν γι’ αυτόν διαπραγματεύσιμες. 6. «Εφ. Συν.» 24.7.2015 Οι μετανάστες και ο ρατσισμός Ξεχωριστό κεφάλαιο στην παρέμβαση του Καλαϊτζή αποτελούν τα σκίτσα του για το προσφυγικό και την κριτική στην εφαρμογή ρατσιστικών μέτρων από την κυβέρνηση Σαμαρά (σκίτσο 7, 28.2.2013). Και με την αύξηση των προσφυγικών ροών το 2015 και το 2016 είναι ο Καλαϊτζής εκείνος που θα αντιταχθεί στον δημόσιο ρατσιστικό λόγο (σκίτσο 8, 25.9.2015) και θα στρέψει την προσοχή μας στο πραγματικό ζήτημα, δηλαδή το ανθρώπινο δράμα στις ακτές και τις θάλασσές μας (σκίτσο 9, 28.1.2016). 7. «Εφ. Συν.» 28.2.2013 8. «Εφ. Συν.» 25.9.2015 9. «Εφ. Συν.» 28.1.2016 Η απειλή του ναζισμού Εξ αρχής ο Καλαϊτζής συλλαμβάνει τον ιδιαίτερο ρόλο που έχει αναλάβει στις συνθήκες της κρίσης να παίζει η Χρυσή Αυγή. Δεν αρκείται – όπως συνέβαινε κατά κανόνα με άλλους πολιτικούς γελοιογράφους την περίοδο εκείνη – στην περιγραφή με ναζιστικά χαρακτηριστικά της διεθνούς επέμβασης στην Ελλάδα, αλλά αποκαλύπτει με τον δικό του τρόπο την ιδιαίτερη σχέση του βαθέος κράτους με τη ναζιστική οργάνωση (σκίτσο 10, 19.1.2015). Αποκαλύπτει την ιδιαίτερη σχέση Σαμαρά-Χρυσής Αυγής έναν ολόκληρο χρόνο προτού αποκαλυφτεί η διασύνδεση στο πρόσωπο του Τ. Μπαλτάκου (σκίτσο 11, 23.5.2013). Και γελοιοποιεί με έναν μοναδικό τρόπο την προσπάθεια των χρυσαυγιτών να κρυφτούν πίσω από τη Σύμβαση του Παλέρμο, ισχυριζόμενοι ότι τα εγκλήματά τους είναι ανύπαρκτα εφόσον δεν προκύπτει οικονομικό κίνητρο στη δράση τους (σκίτσο 12, 1.9.2014). 10. «Εφ. Συν.» 19.1.2015 11. «Εφ. Συν.» 23.5.2013 11. «Εφ. Συν.» 23.5.2013 Η ευθύνη της Εκκλησίας Από την κριτική ματιά του Καλαϊτζή δεν ξεφεύγουν τα στελέχη της Διοικούσας Εκκλησίας, τα οποία εξάλλου του είχαν δώσει από δεκαετίες πολλές αφορμές να τα σχολιάσει. Στα σκίτσα του Καλαϊτζή το αρκτικόλεξο ΔΙΣ δεν σημαίνει Διαρκής Ιερά Σύνοδος, αλλά δισεκατομμύρια (σκίτσο 13, 29.11.2013). Και κατά τη γνώμη του ορισμένοι εκπρόσωποι της Εκκλησίας μετέχουν στο ρατσιστικό μέτωπο που συγκροτήθηκε στην αρχή της κρίσης (σκίτσο 14, 22.10.2013). 13. «Εφ. Συν.» 29.11.2013 14. «Εφ. Συν.» 22.10.2013 Τα μέσα ενημέρωσης Μια σειρά από τις προφητικές γελοιογραφίες του Καλαϊτζή αναφέρεται στη μονοκρατορία των μέσων ενημέρωσης και στους ιδιοκτήτες τους. Από την πολιορκία και την κατάκτηση της ΕΡΤ, μέχρι την απογοήτευση των στελεχών της τηλεόρασης μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και τον ρόλο τους στη διάδοση της ξενοφοβίας και του ρατσισμού (σκίτσο 15, 6.3.2015). Και βέβαια στον πυρήνα της κριτικής του στάσης βρίσκεται συνεχώς η ξεχωριστή θέση της συνεταιριστικής «Εφ. Συν.» (σκίτσο 16, 22.7.2014). 15. «Εφ. Συν.» 6.3.2015 16. «Εφ. Συν.» 22.7.2014 Αυτό το συνοπτικό διάγραμμα των παρεμβάσεων του Γιάννη Καλαϊτζή μέσω της «Εφ. Συν.» αποτυπώνει την ιδιαιτερότητα της σχέσης με την πολιτική. Ήταν μέχρι το τέλος στρατευμένος στις αξίες και τις ιδέες της Αριστεράς, χωρίς να διστάζει ακόμα και μπροστά στα «δύσκολα», χωρίς όμως να ταυτίζεται με τις όποιες σκοπιμότητες του πολιτικού παιχνιδιού. Με μια αξιοθαύμαστη ικανότητα – που βέβαια ενισχυόταν από το μοναδικό του ταλέντο – κατόρθωνε να δίνει τον προσωπικό του τόνο χωρίς να προδίδει αυτό που ο ίδιος θεωρούσε συλλογική προσπάθεια. Ένα σπάνιο χάρισμα που καθιστά ακόμα και σήμερα το σύνολο του έργου του ένα πραγματικό μνημείο της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ιστορίας, αλλά και της εξέλιξης των ιδεών της Αριστεράς. Και το σχετικό link...
  21. Τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) από τον Μάρτιο 2018 εμπλούτισαν τις συλλογές τους με το αρχείο ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες σκιτσογράφους, του Γιάννη Καλαϊτζή (1945-2016). Κορυφαίος γελοιογράφος, σκιτσογράφος και σχεδιαστής κόμικς ο Γιάννης Καλαϊτζής, με πολύχρονη παρουσία στον εκδοτικό χώρο, διατήρησε οργανωμένο με επαγγελματική ευαισθησία ένα εντυπωσιακότατο σε όγκο και θεματολογία αρχείο που καλύπτει όλη την καλλιτεχνική πορεία του, από τη δεκαετία του 1960 έως τον θάνατό του. Από τα νεότερα έργα του που διασώζονται στο αρχείο χαρακτηριστικά είναι το «Curriculum vitae», ένα εξαιρετικό εικαστικά λεύκωμα που δημιούργησε το 1966 αντί για επαγγελματικό βιογραφικό, και ένα σκίτσο των γραφείων της προδικτατορικής «Αυγής» με τον ίδιο και τους δημοσιογράφους της εφημερίδας. Η ωρίμανση του δημιουργού, όπως αποτυπώνεται στο αρχείο, συνδέεται εύλογα με τη Μεταπολίτευση. Στην «Αυγή» από τα πρώτα φύλλα της – το πρώτο σκίτσο-καρικατούρα του Χένρι Κίσιντζερ που εντοπίστηκε στην εφημερίδα είναι στις 12 Οκτωβρίου 1974 – ο Καλαϊτζής «εικονογραφεί» την πολιτική επικαιρότητα και δημοσιεύει τα κόμικς «Ο καλός Στρατιώτης Σβέικ» (1976) και «Τυρόπιτες για την Εστία» (1979), τα οποία διαφυλάσσονται στο αρχείο του. Καθιερωμένος σκιτσογράφος, υπήρξε συστηματικός συνεργάτης πολλών εμβληματικών εντύπων τις δεκαετίες ’70-’80 («Αντί», «Βαβέλ», «Ένα», «Θούριος», «Ντέφι», «Σχολιαστής», «Τέταρτο»). Στο αρχείο του φιλοξενούνται σειρές ταυτισμένων και αταύτιστων γελοιογραφιών και κόμικς που κόσμησαν τις σελίδες τους. Έργα του Γιάννη Καλαϊτζή που έχουν κατατεθεί στα ΑΣΚΙ Από το 1980 ξεκινά σταθερή συνεργασία με την «Ελευθεροτυπία» η οποία διαρκεί έως το τελευταίο φύλλο της. Ακολούθησε η πρωταγωνιστική του συμμετοχή στο συνεργατικό εγχείρημα της «Εφημερίδας των Συντακτών» το 2012. Η μακροχρόνια και πολυεπίπεδη συνεργασία με τις δύο εφημερίδες αναδεικνύεται πληθωρικά και στο αρχείο, αφού αποτελεί το μεγαλύτερο και πληρέστερο μέρος του: τα σχετικά έργα του Γ. Καλαϊτζή καταλαμβάνουν τα 2/3 του αρχείου. Πρόκειται για πάνω από περίπου 8.000 γελοιογραφίες, προσχέδια και επεξεργασίες τους, αλλά και κόμικς για το «Έψιλον» και το «9» και το «Καρέ Καρέ» της «Εφ. Συν.». Μαζί με την πολιτική επικαιρότητα αγαπημένα θέματα για την αιχμηρή του πένα ήταν η Ακροδεξιά, η Εκκλησία, το Μακεδονικό, οι πρόσφυγες, το περιβάλλον και τα μεταλλαγμένα προϊόντα. Παράλληλα με τις εφημερίδες η φιλόξενη και φιλοξενούμενη «Γαλέρα» (για τις ακυβέρνητες πολιτείες), το περιοδικό με την ξεχωριστή ταυτότητα που ο ίδιος ο Καλαϊτζής εμπνεύστηκε το 2005. Τα εξώφυλλα που σχεδίασε, οι γελοιογραφίες (υπογεγραμμένες και ως Sourlis), η σειρά «Δύο έργα σεξ», οι εικονογραφήσεις άρθρων και πολλά άλλα βρίσκονται συγκεντρωμένα στο αρχείο του και συγκροτούν την ενότητα του εντύπου που άνοιγε πανιά με 51 τεύχη έως το 2010. Έργο του Γιάννη Καλαϊτζή που έχουν κατατεθεί στα ΑΣΚΙ Μία ακόμα σημαντική κατηγορία στο αρχείο αποτελούν τα κόμικς που δημιούργησε ο Γιάννης Καλαϊτζής. Κόμικς που είτε δημοσιεύθηκαν στον Τύπο (ενδεικτικά «Συνειρμικά Ντεκουπάζ» στο «Τέταρτο» και «Μπον και Βιβέρ» στο «Καρέ Καρέ» της «Εφ. Συν.») και στη συνέχεια κάποια εκδόθηκαν αυτοτελώς («Τσιγγάνικη ορχήστρα» στη «Βαβέλ» και ολοκληρωμένο εκδ. Πολύτυπο 1984) είτε εκδόθηκαν απευθείας σε λευκώματα («Αναζητώντας τα χαμένα δάση», «Τυφών» κ.ά.). Τα πρωτότυπα στο χέρι σχέδια που φυλάσσονται στο αρχείο, οι βινιέτες, τα στριπ, τα σενάρια, οι ολοκληρωμένες επιχρωματισμένες ή μελανωμένες σελίδες και τέλος η έντυπη έκδοσή τους μας κάνουν να αντιληφθούμε πόση τέχνη και επιμονή χρειάζεται σε όλα τα στάδια της εργασίας για να κυκλοφορήσει ένα κόμικ με αφηγηματική ικανότητα και εικαστική αρτιότητα, όπως αυτά του Καλαϊτζή. Μαζί με τα κόμικς συνυπάρχουν και οι εκδόσεις που συγκεντρώνουν θεματικά γελοιογραφίες, δημοσιευμένες και μη, όπως το «2000 στα 4» για τους Ολυμπιακούς (Άγρα, 2003), «Ασύμμετρη κυβέρνηση» (Άγρα, 2007), το άλμπουμ «Heavy Metal Farm» για τα μεταλλαγμένα προϊόντα (ΚΨΜ, 2006) και άλλα. Έργο του Γιάννη Καλαϊτζή που έχουν κατατεθεί στα ΑΣΚΙ Η περιήγηση στις βασικότερες ενότητες του αρχείου Γιάννη Καλαϊτζή ολοκληρώνεται με μια τελευταία, τα «Γελοιογραφικά πορτρέτα» όπως τα ονόμαζε ο ίδιος. Πρόκειται για μια σημαντική καλλιτεχνικά συλλογή με σκίτσα προσώπων δημοσιευμένα και αδημοσίευτα, με διαφορετικές στιλιστικές απεικονίσεις και προσχέδια, καρπός πολύχρονης ενασχόλησης. Πρόσωπα της πολιτικής, της Αριστεράς, των τεχνών, διανοούμενοι, λογοτέχνες, φίλοι και συνάδελφοι του Καλαϊτζή φιλοτεχνήθηκαν με σχεδιαστική επιδεξιότητα από τον ίδιο, ο οποίος εκτός από τη δική του τεχνοτροπία τόλμησε να πειραματιστεί και με άλλων ομοτέχνων του, σχεδιάζοντας π.χ. τον Λευτέρη Βογιατζή με τη μανιέρα Uderzo ή Μοrris και τη Λυδία Φωτοπούλου ως Moebius. Έργο του Γιάννη Καλαϊτζή που έχουν κατατεθεί στα ΑΣΚΙ Το αρχείο του Γιάννη Καλαϊτζή κατατέθηκε στα ΑΣΚΙ από την κόρη του Μύρινα Καλαϊτζή και τη σύζυγό του Γεωργία Καζαντζίδου. Αριθμεί 151 ταξινομικούς φακέλους και διατηρεί τις ενότητες που σύστησε μέσα στα χρόνια ο δημιουργός του. Μαζί με το πρωτότυπο χαρτώο υλικό στα ΑΣΚΙ βρίσκεται και το «δίδυμο αδελφάκι» του: η ψηφιοποίηση του αρχείου, κατ’ αντιστοίχιση με το πρωτότυπο, που πραγματοποιήθηκε από τη Γ. Καζαντζίδου και αποσκοπεί στην προφύλαξη του ευαίσθητου υλικού, χωρίς να εμποδίζεται η πρόσβαση σε αυτό. Παράλληλα η εξαιρετική ιστοσελίδα του δημιουργού (http://www.gianniskalaitzis.gr/) αποτέλεσε πολύτιμο οδηγό για την καταγραφή του αρχείου. Για τα ΑΣΚΙ η πρόσκτηση του αρχείου Γιάννη Καλαϊτζή σηματοδοτεί τον εμπλουτισμό τους με ένα πολυσχιδές υλικό εικόνας και λόγου, ζωντανό κομμάτι της ιστορίας των εικαστικών τεχνών στην Ελλάδα, των κόμικς και της πολιτικής γελοιογραφίας, καθώς και της ιστορίας της Μεταπολίτευσης και, φυσικά, ζωντανό κομμάτι της ιστορίας της Αριστεράς. Προσωπικά οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον δημιουργό του. Για το σκίτσο του, αλλά ιδιαίτερα για τη γλώσσα του· τα λογοπαίγνια με τα ονόματα και τα αρκτικόλεξα (ο 3ος ο μακρύτερος για τον Γ.Α. Παπανδρέου, Κάγκελα Μέρκελ, ΝΔΤ, Πρθπργς Σμρς και Βνζλς), τα εσκεμμένα «σαρδάμ» (σοδομημένα ομόλογα, έρημος Σαμάρα), οι ανορθολογικοί ορθολογισμοί του (Υπουργείον χάριν Παιδιάς), οι «ιστοσελίδες» κάτω από την υπογραφή του (www.money_vatopediou.gr), η ζαρντινιέρα και τόσα άλλα, ρητά και υπόρρητα, συνέτειναν στην ταύτιση και χρονολόγηση των έργων, αλλά κυρίως έκαναν τη δουλειά μου διασκεδαστική. Αγγελική Χριστοδούλου, ιστορικός, ΑΣΚΙ Η «Εφημερίδα των Συντακτών» ευχαριστεί θερμά την οικογένεια του Γιάννη Καλαϊτζή και τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας για την ευγενική παραχώρηση των δικαιωμάτων χρήσης των έργων του σκιτσογράφου για αυτό το αφιέρωμα. Και το σχετικό link...
  22. Η Κοκκινοσκουφίτσα, ο Κοντορεβιθούλης, τα Τρία Γουρουνάκια, ο Παπουτσωμένος Γάτος και άλλα φανταστικά πλάσματα των παραδοσιακών παραμυθιών δίνουν στον Πάνο Ζάχαρη την αφορμή για μια μοναδική παρωδιακή προσαρμογή στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα που δεν μοιάζει καθόλου με παραμύθι. Τι θα γινόταν αν ο Αλαντίν από τις «Χίλιες και μία Νύχτες», έμπλεος αγαθών προθέσεων και αφέλειας, ζητούσε από το τζίνι του λυχναριού να πραγματοποιήσει μία και μοναδική ευχή: να επιστρέψει η Ευρώπη στις ιδρυτικές της αξίες; Κατά τον Πάνο Ζάχαρη, ακόμα και το παντοδύναμο τζίνι θα ένιωθε ανίκανο να πραγματοποιήσει την ευχή. Θα έβγαζε απογοητευμένο το γυαλιστερό και κοφτερό σπαθί από το θηκάρι και θα το έμπηγε με δύναμη στα σπλάχνα του, αυτοκτονώντας μπρος στο ανέφικτο της ικανοποίησης της επιθυμίας του αφέντη του. Και πώς θα υποδεχόταν σήμερα η ανθρωποφάγα κακιά μάγισσα από το «Χάνσελ και Γκρέτελ» των Αδερφών Γκριμ τα δύο αθώα και εγκαταλειμμένα παιδάκια; Θα προσπαθούσε να τα προσελκύσει με λιχουδιές και γλυκίσματα; Όχι! Θα είχε βάλει προ καιρού το σπίτι της στο AirBnb! Τα παραμύθια ανανεώνουν την αξία τους και παραμένουν επίκαιρα γιατί δεν είναι στατικές αφηγήσεις, ούτε έχουν προκαθορισμένα, παγιωμένα, σταθερά και άκαμπτα μηνύματα. Προσαρμόζονται έτσι κι αλλιώς στην εκάστοτε εποχή, στον λόγο του αφηγητή τους, στις συνθήκες και μεταδίδονται από γενιά σε γενιά εντός νέων συμφραζομένων. Δεν είναι ιερά κείμενα ούτε τοτέμ, αλλά δυνητικά ευμετάβλητες ιστορίες που διατηρούν το ενδιαφέρον των αναγνωστών και ακροατών τους από την ποικιλία του εκφερόμενου λόγου και των εύπλαστων νοημάτων. Εντάξει, ο Πάνος Ζάχαρης μπορεί λίγο να το παράκανε, αλλά οι εκδοχές των κλασικών παραμυθιών που φιλοτεχνεί εδώ και χρόνια στην πρώτη σελίδα του Καρέ Καρέ είναι απολαυστικές. Και βαθύτατα πολιτικές καθώς αυτός είναι ο πρωταρχικός στόχος του: να μιλήσει για τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα με χιούμορ. Γι’ αυτό και το παράκανε. Και καλά έκανε! Η επιδίωξη του Πάνου να μιλήσει για τα τρέχοντα προβλήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο, στην Ελλάδα και την Ευρώπη, εντέλει στον κόσμο όλο, επιτυγχάνεται στον υπερθετικό βαθμό με το όχημα της παρωδίας, την οποία και αξιοποιεί με δεξιοτεχνικό τρόπο χωρίς να λοιδορεί ή να χλευάζει τα πρωτότυπα κείμενα. Χλευάζοντας ωστόσο τους «κακούς» των παραμυθιών, που δεν είναι κατ’ ανάγκη οι ίδιοι με τους κακούς των πρωτοτύπων. Αλλά και οι «καλοί» δεν είναι σίγουρα τόσο καλοί όσο τα κείμενα-πηγές τούς παρουσιάζουν. Να, ο Κοντορεβιθούλης για παράδειγμα, ήταν ένας επινοητικός πιτσιρικάς που σκέφτηκε να αφήνει πίσω του ψίχουλα για να βρει μαζί με τα αδέρφια του τον δρόμο της επιστροφής όταν εγκαταλείφθηκαν όλοι μαζί στο άγριο και αφιλόξενο δάσος. Ο άλλος Κοντορεβιθούλης όμως, αυτός του Ζάχαρη, τα θαλάσσωσε. Χάθηκαν στη μέση του πουθενά. Καθώς τα ψίχουλα δεν ήταν αρκετά. Η δικαιολογία είναι αναμενόμενη: «…Τα ψίχουλα δεν ήταν το ιδανικό, αλλά ήταν προτιμότερο από το τίποτα!» τους λέει. Και ολοκληρώνει, φέρνοντας στον νου τις δικαιολογίες αυτών που θα έσκιζαν τα μνημόνια σε μια νύχτα: «Ήταν αυτό που μπόρεσα να κάνω μέσα στο υπάρχον ασφυκτικό δημοσιονομικό πλαίσιο…». Όπως ακριβώς και ο αηδιαστικός βάτραχος με το στέμμα που τον κρατά στα χέρια της η άτυχη πριγκίπισσα. Αυτή πασχίζει να πειστεί ότι πρόκειται για μαγεμένο πρίγκιπα κι αυτός εκμεταλλεύεται την αδυναμία της και τη θέλησή της να πιστέψει. Για να κάμψει τις αντιστάσεις της τής δηλώνει ότι αρκεί ένα φιλί για να μεταμορφωθεί σε πρίγκιπα «με έναν νόμο και ένα άρθρο»! Αυτού του τύπου οι παρωδίες παραμυθιών είναι που κρατούν πάντα αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, καθώς αν και ξέρει ότι θα εκπλαγεί από τον συνδυασμό φαινομενικά αταίριαστων θεμάτων, δεν μπορεί να φανταστεί ποτέ ποιος θα είναι ο συνδυασμός. Η Κοκκινοσκουφίτσα που συναντά τον μοχθηρό Κακό Λύκο στις πετρελαιοπηγές, λίγο νωρίτερα τον είχε βρει νεκρό, καμένο στο δάσος. Ο Σκορπιός με τη σβάστικα ετοιμάζεται να τσιμπήσει τον αφελή βάτραχο. Ο Πινόκιο καίει τη μύτη του για να ζεσταθεί. Οι αδερφές της Σταχτοπούτας κατακρίνουν τον πρίγκιπα που τη διάλεξε, γιατί επιβράβευσε τη μετριότητα αντί να επιλέξει την αριστεία. Κι ο Αλή Μπαμπά με τους Σαράντα Αντικρατιστές μπροστά στη σπηλιά, αντί για «Άνοιξε Σουσάμι» φωνάζει «Άνοιξε Δημόσιο» για να αρχίσει το πλιάτσικο. Αυτήν την ανοικείωση του θεατή-αναγνώστη ως προς το ουσιαστικό θέμα κάθε μικρής ιστορίας σε σχέση με το περιτύλιγμα εντός του οποίου «σερβίρεται» ξέρει να προκαλεί πολύ καλά ο Πάνος. Κάτι παρόμοιο επιτυγχάνει και στην άλλη του σταθερή σειρά με τον τίτλο «The Working Dead» (λογοπαίγνιο με βάση τη σειρά τρόμου με ζόμπι «The Walking Dead», δημοσιεύεται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα socomic.gr και έχουν κυκλοφορήσει δύο τόμοι από τις εκδόσεις Τόπος). Εκεί παρακολουθεί την ταξική ανισότητα στα βάθη της ιστορίας και στα πέρατα της Γης, καταγράφοντας τους εργατικούς αγώνες από τη μια και τη σθεναρή αντίσταση των αφεντικών από την άλλη. Όμως, είτε τοποθετεί την ιστορία του στην αρχαία Αίγυπτο είτε στις βαμβακοφυτείες του ρατσιστικού αμερικανικού Νότου είτε στα χρόνια του Κολόμβου είτε στην εποχή των μνημονίων, θέλει να μιλήσει για το σήμερα και να παρακινήσει τους αναγνώστες να ξεσηκωθούν ώστε να πάψουν να αποτελούν υποψήφιους «working dead». Το ίδιο «σήμερα» τον απασχολεί και στο «Scary Tales» από την πρώτη ιστορία του εδώ, στο Καρέ Καρέ, μέχρι τώρα και πιστεύω για πολλά χρόνια ακόμα, καθώς η διαχρονική βαρβαρότητα (και γελοιότητα) της εξουσίας δεν φαίνεται να αλλάζει εύκολα. Τα παραμύθια μπορεί να μην τα αφηγούνται πια οι γιαγιάδες δίπλα στο τζάκι στα τρομαγμένα εγγονάκια τους και οι δράκοι δεν αποτελούν φόβητρο για φτωχούς χωρικούς, ούτε εξολοθρεύονται από αλτρουιστές ιππότες. Οι κακοί των παραμυθιών δεν παραμονεύουν στις σκιές, ούτε μεταμφιέζονται για να κατασπαράξουν τα θύματά τους. Φορούν ακριβά κοστούμια και στήνουν οικονομικές συμφωνίες σε ολόφωτα κτίρια, ερήμην των θυμάτων τους. Αυτό δεν απαλλάσσει, αλίμονο, τα «θύματα» από τις ευθύνες τους. Ο Πάνος έχει έναν λόγο και για αυτά τα θύματα. Και όπως ξεκίνησε αυτή η παρουσίαση με τον Αλαντίν ας κλείσει κιόλας, καθώς τα λόγια που του λέει το τζίνι ακούγονται σαν μια υπόμνηση του Ζάχαρη προς όλους μας. «Θέλω ψωμί, παιδεία και ελευθερία» είναι η καλών προθέσεων και εκ του ασφαλούς ευχή του Αλαντίν. Κι η αυστηρή απάντηση που του δίνει το τζίνι: «Τράβα να αγωνιστείς ρε μαλάκα, γαμώ την ανάθεσή μου μέσα»! Και το σχετικό link...
  23. Ο Περικλής Κοροβέσης δεν είναι πια μαζί μας. Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ την ευγένεια και το χιούμορ του, την πολιτική του σκέψη και δράση, τους ανυποχώρητους αγώνες του, τα βιβλία και τα κείμενά του, την παρέα του. Κι ένας λόγος ακόμα για να τον θυμόμαστε είναι τα κόμικς και οι γελοιογραφίες του Γιάννη Καλαϊτζή. Σε αυτά πρωταγωνίστησε κατ’ επανάληψη ο Περικλής σε αξέχαστους «ρόλους». Ήταν πολύ καλοί φίλοι. Μαζί συζητούσαν για την πολιτική, τη λογοτεχνία, την τέχνη. Μαζί πορεύτηκαν σε πολλούς από τους αγώνες της Αριστεράς. Συνεργάστηκαν στη «Γαλέρα» και αργότερα στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Μα είχαν και κάτι ακόμα που τους ένωνε. Ο Περικλής Κοροβέσης ήταν ένα σταθερό «μοντέλο» στα κόμικς και τις γελοιογραφίες του Γιάννη Καλαϊτζή. Ο αγαπημένος μας Γιάννης συχνά-πυκνά στα έργα του επέλεγε τη μορφή του άλλου αγαπημένου μας, Περικλή. «Τυφών», εκδόσεις Κώμος, Θεσσαλονίκη, 1997 Ο Καλαϊτζής το συνήθιζε αυτό για πολλούς από τους φίλους του. Όπως γνωρίζουν πολλοί από τους σταθερούς αναγνώστες του, υπήρχαν κάποια πρόσωπα που λάτρευε να σχεδιάζει. Πολλά από αυτά τα αποκάλυπτε κατά καιρούς ο ίδιος, αλλά και όταν έστησε το εξαιρετικό site www.gianniskalaitzis.gr: ο Τέλης Σαμαντάς, ο Γιάννης Bach Σπυρόπουλος, ο Γιώργος Μασσαβέτας, ο Νίκος Προκόβας και φυσικά ο Περικλής Κοροβέσης δάνεισαν τη μορφή τους σε πρόσωπα των ιστοριών του Καλαϊτζή, σε απρόβλεπτους και παράδοξους ρόλους όπως άλλωστε συνέβη και με άλλους περιστασιακούς πρωταγωνιστές του, πραγματικά ή φανταστικά πρόσωπα (Τάσος Μητρόπουλος, Στέλιος Καζαντζίδης, Καραγκιόζης) ή και πιο μόνιμους που υποδύονταν τον γελοιογραφικό εαυτό τους κατά συγκεκριμένες πολιτικές περιόδους (Cabinet Man, Καρατζαφύρερ, Το Λούκι - Λουκάς Παπαδήμος, Κώστας Καραμανλής στη σειρά Μαρξ και Σπένσερ, Ευάγγελος Βενιζέλος και Γιάννα Αγγελοπούλου πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες κ.ά.). «Τυφών», εκδόσεις Κώμος, Θεσσαλονίκη, 1997 Όμως ο Περικλής Κοροβέσης ήταν μια σταθερή αξία που πάντα απολάμβανε την ακούσια συμμετοχή του σε κόμικς και γελοιογραφίες του καλού του φίλου. Στον «Τυφώνα» (1997), σε έναν από τους μεγαλύτερους ρόλους του, ο Περικλής ήταν ο Σουλεϊμάν Σαλίκ, «γενίτσαρος και μπράβος των προσκαλεσμένων του Αββά» που σπέρνει τον τρόμο λίγο πριν αυτοκτονήσει, σε ένα διονυσιακό παραλήρημα στη Σαντορίνη του 1707, την ώρα που εκρήγνυται το ηφαίστειο. Νωρίτερα, το 1990, ο Περικλής είχε γίνει αρχαίος Έλληνας για τις ανάγκες του εκπαιδευτικού κόμικς «Αναζητώντας τα Χαμένα Δάση», μια ιστορία σε ανάθεση της περιφέρειας της Προβηγκίας για τα δάση της Νότιας Ευρώπης που δεν κυκλοφόρησε ποτέ στα ελληνικά, καθώς η τότε ελληνική κυβέρνηση απαίτησε την απόσυρσή της επειδή σε κάποιον χάρτη του εσωφύλλου αναφερόταν η απαγορευμένη τότε λέξη «Μακεδονία» για τη γειτονική μας χώρα. «Αναζητώντας τα Χαμένα Δάση», ακυκλοφόρητο, 1990 Ένας από τους μεγαλύτερους ρόλους του σε κόμικς όμως, ήταν και ο τελευταίος του στην επίσης τελευταία σειρά κόμικς του Γιάννη Καλαϊτζή που είχαμε την τιμή να φιλοξενήσουμε στο Καρέ Καρέ. Στη σειρά «Μπον και Βιβέρ» ο Κοροβέσης έγινε ο Βιβέρ, ο ένας από τους δύο πένητες και περιπλανώμενους κλοσάρ που διατηρώντας τον σαρκασμό και το χιούμορ τους, φιλοσοφούν περί συνταγών και μαγειρικής δίπλα σε κάδους σκουπιδιών, αναζητώντας ένα σάπιο καρότο, ένα μισό κρεμμύδι, ένα σπασμένο πασχαλινό αυγό για να χορτάσουν. «Μπον και Βιβέρ», δημοσιευμένο στο «Καρέ Καρέ» της «Εφ.Συν.», 2014 Μια σύντομη εμφάνιση είχε κάνει και στο «Πέλαγος της Μποτίλιας», μια χιουμοριστική και πιο ενήλικη, ντελιριακή εκδοχή του «Little Nemo in Slumberland» του Winsor McCay αλλά με μπόλικο αλκοόλ, ως Βαζιβουζούκος φρουρός στο παλάτι της όμορφης Νουχτένα. «Πέλαγος της Μποτίλιας», δημοσιευμένο στο «Εννέα» της «Ελευθεροτυπίας», 2001 Τέτοιες «cameo» εμφανίσεις έκανε ο Περικλής και σε πολλές γελοιογραφίες του Καλαϊτζή. Σε μια από αυτές περίμενε στωικά στην ουρά, μαζί με άλλους αγωνιστές και διαμαρτυρόμενους, για να μπει στο «Θάλαμο Ελεύθερης Διαδήλωσης», σε μια σάτιρα των κατασταλτικών μηχανισμών που επιχείρησαν να ποινικοποιήσουν τις κοινωνικές διεκδικήσεις με πρόσχημα τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. «Θάλαμος Ελεύθερης Διαδήλωσης», «Ελευθεροτυπία», 2003. Αναδημοσιεύεται στο «2000 στα 4», εκδόσεις Άγρα, 2003. Λίγο νωρίτερα, την περίοδο που μερίδα του ελληνικού Τύπου έπαιρνε γραμμή από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης για τα θέματα που αφορούσαν την οργάνωση «17 Νοέμβρη» και οι φυλλάδες (το «Στρατόπεδο Υλάρχου Τραγκαουνάκη» κατά Καλαϊτζή) «έδιναν», σωρηδόν και αναπόδεικτα, ονόματα αριστερών ως «τρομοκρατών», ο Περικλής μετατράπηκε σε «εμπόρευμα» μαζί με τη γραφομηχανή του για την «Ψώρα», την «SSpresso», το «Straffi News» και το «Α2 Τσάνελ», σε μια ακόμα από τις πολλές παρουσίες του στα έργα του μεγάλου γελοιογράφου και δημιουργού κόμικς. «Τι σε νοιάζει κυρά μου;», «Ελευθεροτυπία», 2002. Αναδημοσιεύεται στο «Γιαταλεφτά Νοέμβρη», εκδόσεις Λιβάνη, 2002. Ο Περικλής μπορεί να μας άφησε. Αλλά τα έργα του Γιάννη Καλαϊτζή αποτελούν μια ακόμη αφορμή για να τον θυμόμαστε. Πάντα χιουμορίστα. Πάντα αγωνιστή. Και κάποιες φορές πρωταγωνιστή σε υπέροχα κόμικς και μαχητικές γελοιογραφίες. Ευχαριστούμε θερμά την οικογένεια του Γιάννη Καλαϊτζή για την ευγενική παραχώρηση των δικαιωμάτων χρήσης των εικόνων αυτού του αφιερώματος. Και το σχετικό link...
  24. Ήταν Απρίλιος του 2014 όταν ξεκινούσαμε το «Καρέ Καρέ». Από τότε πέρασαν σχεδόν έξι χρόνια. Δημοσιεύσαμε 2.000 κόμικς και στριπ από 60 και πλέον δημιουργούς και περίπου 700 άρθρα, συνεντεύξεις, παρουσιάσεις, κριτικές και συνεχίζουμε. Ραντεβού στα 400 τεύχη! Τα κόμικς είναι μια τέχνη με τεράστιες αφηγηματικές και εικαστικές δυνατότητες και μεγάλη δυναμική. Μπορεί να καθυστέρησε η αναγνώρισή τους στην Ελλάδα και η αποδοχή τους από μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού αλλά… ποτέ δεν είναι αργά. Η κρίση στον διεθνή Τύπο τα τελευταία χρόνια σε συνδυασμό με την ελληνική οικονομική κρίση είχε αποτέλεσμα να μειωθούν τα ειδικά περιοδικά των κόμικς και οι σελίδες που τα φιλοξενούσαν σε εφημερίδες και περιοδικά ποικίλης ύλης. Οι καλλιτέχνες που τα δημιουργούν όμως είναι παρόντες και πολλαπλασιάζονται διαρκώς, εκθέτοντας τα έργα τους, βρίσκοντας εκδότες ή αυτοεκδίδοντάς τα και συμμετέχοντας σε κάθε είδους εκδηλώσεις. Στη χώρα μας παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μια υπερπαραγωγή κόμικς από εκατοντάδες νέους δημιουργούς η οποία συνδυάζεται με τη διεξαγωγή πολλών συνεδρίων, εκθέσεων, πανεπιστημιακών μαθημάτων και φεστιβάλ σε πολλές πόλεις που εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στα κόμικς και φέρνουν σε επαφή τους καλλιτέχνες με το κοινό. Εικόνα από το «Σπαλτς!» των Σ. Ντίλιου και Γ. Παγώνη που δημοσιεύτηκε στο πρώτο μας τεύχος Στο πλαίσιο αυτό, ξεκινούσαμε πριν από έξι χρόνια το «Καρέ Καρέ». Προσδοκία μας δεν ήταν να φέρουμε την επανάσταση· πώς θα μπορούσαμε σε μόλις τέσσερις σελίδες κάθε εβδομάδα; Θέλαμε, όμως, να είμαστε συνεπείς και τίμιοι. Να φιλοξενήσουμε στον μικρό μας χώρο ποιοτικά έργα κορυφαίων δημιουργών και να καλύψουμε δημοσιογραφικά και κριτικά, όσο το δυνατόν με πληρότητα, τουλάχιστον την ελληνική παραγωγή, ρίχνοντας ματιές και σε όλα όσα συμβαίνουν διεθνώς. Και παράλληλα να μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε σε μια πολιτική εφημερίδα εν μέσω μιας βαθιάς οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης. Η πρώτη μεγάλη σειρά κόμικς που δημοσιεύσαμε ήταν «Η Μέρα της Κρίσης», στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από πενήντα δημιουργοί και κυκλοφόρησε ήδη σε ενιαία έκδοση στην Ιταλία ενώ προγραμματίζονται και άλλες εκδόσεις. Συνεχίσαμε με «Το Λεξικό της Κρίσης» με την εναλλαγή συγκεκριμένων δημιουργών στη φιλοτέχνηση των λημμάτων του, μια ομάδα που εδώ και καιρό αποτελείται σταθερά από τους Θανάση Πέτρου, Περικλή Κουλιφέτη, Γιάννη Αντωνόπουλο και Γαβριήλ Παγώνη. Παράλληλα συνεργαστήκαμε με κορυφαίους δημιουργούς (Τόμεκ, Σπύρος Δερβενιώτης, Τάσος Μαραγκός, Κώστας Κυριακάκης, Έκτορας, Πέτρος Χριστούλιας, Σταύρος Ντίλιος, Γαβριήλ Παγώνης) σε μόνιμη βάση και με δεκάδες άλλους περιστασιακά. Και πάντα στο υψηλότερο επίπεδο. Ο χώρος μας μπορεί να είναι περιορισμένος αλλά οι σελίδες μας θα είναι πάντα ανοιχτές σε νέες ιδέες, σε νέες προτάσεις. Η πρώτη σελίδα του πρώτου τεύχους του «Καρέ Καρέ» που κυκλοφόρησε με την «Εφ.Συν.» τον Απρίλιο του 2014 Το πρώτο τεύχος Το «Καρέ Καρέ» ξεκίνησε να δημοσιεύεται στην «Εφημερίδα των Συντακτών» στις 5 Απριλίου του 2014. Στο editorial μας γράφαμε τότε: «Τα κόμικς, τουλάχιστον αυτά που φιλοδοξούμε να δημοσιεύσουμε, επιδιώκουν να σπάσουν τα καρέ, τα έργα να γίνουν ένα με τα πάρεργα και τον κόσμο εκεί έξω. […] Τα κόμικς ήταν και είναι τέχνη “συλλογική”, υπό την έννοια της εγγενούς απεύθυνσής της σε πλατύ κοινό που, ωστόσο, την απολαμβάνει μοναχικά. Και ταυτόχρονα τέχνη αφηγηματική. Τέχνη που στήνει ιστορίες και τις εξελίσσει καρέ καρέ. […] Φιλοδοξία του “Καρέ Καρέ” είναι να συναντήσει αναγνώστες και αναγνώστριες, καλλιτέχνες και καλλιτέχνιδες, που αντί να τρομάζουν εγκλωβισμένοι στα δικά τους καρέ, θα συνδιαμορφώσουν το πρώτο καρέ μιας νέας αφήγησης που ακόμα δεν έχει γραφτεί». Κεντρικό θέμα του πρώτου τεύχους, με τίτλο «Γιορτάζοντας την Ένατη Τέχνη», ήταν το μεγάλο, ετήσιο Φεστιβάλ του Comicdom, στο οποίο από τότε η «Εφ. Συν.» είναι χορηγός επικοινωνίας. Στη στήλη «Μια εικόνα (…) λέξεις», που τότε ήταν ακόμα μικρούλα αλλά πάντα με παράξενες λεπτομέρειες από την ιστορία των κόμικς, δυο αεροπλάνα πλησίαζαν απειλητικά τους Δίδυμους Πύργους στο «Χρονικό της Βίας» των John Wagner – Vince Locke, που είχε δημοσιευτεί τέσσερα χρόνια πριν το τραγικό γεγονός συμβεί στην πραγματική ζωή. Στην πρώτη σελίδα οι Σταύρος Ντίλιος – Γαβριήλ Παγώνης ξεκινούσαν τη σουρεαλιστική σειρά «Σπαλτς!» με τίτλο που ήταν ακόμα και αυτός ανορθόδοξος, ο Θανάσης Πέτρου εγκαινίαζε στην τρίτη σελίδα τη σειρά «Η Μέρα της Κρίσης», που ολοκληρώθηκε έναν χρόνο αργότερα με τη συμμετοχή περισσότερων από πενήντα δημιουργών, ο Τάσος Μαραγκός στην τέταρτη σελίδα ξεκινούσε τα «Αδέσποτα Σκίτσα» με τους παπάδες, τους μπάτσους, τους χρυσαυγίτες και τους Αδώνιδες αυτού του τόπου να είναι οι σταθεροί αρνητικοί πρωταγωνιστές και ο Σπύρος Δερβενιώτης περιέγραφε με χιούμορ τη λειτουργία των, όχι αγγελικά πλασμένων, εφημερίδων επί εποχής μνημονίων στη σειρά του «Εφημερίδα: Οδηγίες Χρήσης». Στο τεύχος 12 κεντρικό μας θέμα ήταν «Οι ρίζες και το παρόν του ελληνικού φασισμού» με αφορμή το αφιέρωμα του γαλλικού περιοδικού La Revue Dessinee στη Χρυσή Αυγή Τα «ειδικά» τεύχη Κάθε έντυπο προσπαθεί πάντα να τηρήσει μια σχετικώς μόνιμη και σταθερή μορφή και ροή των περιεχομένων του ώστε να γίνεται οικείο στους αναγνώστες του. Υπάρχουν, ωστόσο, και οι εξαιρέσεις, τα ειδικά τεύχη, τα αφιερώματα, τα θέματα ξεχωριστών περιστάσεων κ.λ,π. Στο «Καρέ Καρέ» δεν ξεχνάμε το αφιέρωμα με τίτλο «Ο Τιτέφ στον Πόλεμο» (τεύχος 76), όταν και αναδημοσιεύσαμε ολόκληρο το κόμικς του Ελβετού Zep με πρωταγωνιστή τον πιτσιρικά Τιτέφ σε μια ιστορία εντελώς ξένη από το σύνηθες κλίμα των παιδικών περιπετειών του. Ο Τιτέφ «βρέθηκε» εν μέσω πυρών και βομβαρδισμών, είδε τον μπαμπά του και συμμαθητές του να σκοτώνονται, αντιμετώπισε συρματοπλέγματα που εμπόδισαν τη διαφυγή του από τον πόλεμο, σε μια ιστορία που είχε σκοπό να κάνει τους ασφαλείς αναγνώστες και εκ του ασφαλούς επικριτές των προσφύγων να (ξανα)σκεφτούν τι σημαίνει πόλεμος. Εξίσου σημαντικό ήταν για εμάς και το αφιέρωμα (τεύχος 100) στο έργο της οργάνωσης «Stop Mare Mortum» που καλεί δημιουργούς από όλο τον κόσμο να φιλοτεχνήσουν πίνακες, γελοιογραφίες και κόμικς με στόχο να συγκεντρωθούν τόσα έργα τέχνης όσοι και οι νεκροί μετανάστες στα νερά της Μεσογείου και να ευαισθητοποιηθούν οι πολίτες απέναντι στην απάνθρωπη αντιμετώπιση που επιφυλάσσει η Ευρώπη στους ξεριζωμένους των πολέμων. Στο τεύχος 12 κεντρικό μας θέμα ήταν «Οι ρίζες και το παρόν του ελληνικού φασισμού» με αφορμή το αφιέρωμα του γαλλικού περιοδικού La Revue Dessinee στη Χρυσή Αυγή. Η εφημερίδα μας ανατύπωσε το κόμικς των Sylvain Ricard και Damien Vidal σε επιμέλεια του Δημήτρη Κουσουρή και το έδωσε δωρεάν στους αναγνώστες ως μια ελάχιστη συνεισφορά στον σύγχρονο αντιναζιστικό αγώνα. Μια αντίστοιχη προσπάθεια ενάντια στη λογοκρισία ήταν η ανατύπωση του τεύχους του περιοδικού «Charlie Hebdo», που κυκλοφόρησε μετά την επίθεση στα γραφεία του από φανατικούς ισλαμιστές με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 ανθρώπων, μεταξύ των οποίων βρίσκονταν και πέντε σκιτσογράφοι. Με επίκεντρο το έργο του Georges Wolinski, που έπεσε θύμα της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, δημοσιεύσαμε το αφιέρωμα (τεύχος 41) με τίτλο «Ούτε με Σφαίρες». Από το «Καρέ Καρέ» αποχαιρετήσαμε και άλλους δημιουργούς που έφυγαν από κοντά μας, όπως τον κορυφαίο Γιάννη Ιωάννου («Τρίτος Δρόμος ήταν και Πέρασε», τεύχος 260), τον ρηξικέλευθο Χρήστο Δημητρίου που μας είχε τιμήσει με μια «Ημέρα της Κρίσης», τον Κούλη Αγγελόπουλο με τις μοναδικές ιδέες και την ατέλειωτη δημιουργικότητά του. Αν και απαραίτητα, τα παραπάνω είναι δυσάρεστα θέματα. Στα «χαρούμενά» μας συγκαταλέγονται οι πολλές συνεντεύξεις με καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό (Dave Gibbons, Don Rosa, Altan, Tanino Liberatore, Zerocalcare, JP Ahonen, Edward Ross, Soloup, Δημήτρης Βανέλλης, Μιχάλης Διαλυνάς, Τάσος Αναστασίου, Βαγγέλης Χατζηδάκης, Πάνος Ζάχαρης, Θανάσης Καραμπάλιος,κ.ά.), η συνεργασία μας με ορισμένα από τα μεγαλύτερα φεστιβάλ κόμικς της Ελλάδας και η παρουσία μας αλλά και οι παρουσιάσεις που κάνουμε σε όλα (Comicdom, Athens Con, Comic Con, Φεστιβάλ Εφαρμοσμένων Τεχνών, Drama Comics, Cretan Con, Comic n’ Play, Με Πενάκι και Σκαπάνη, LA Festival κ.ά.), η δυνατότητά μας να γράφουμε για έργα τέχνης σπουδαίων δημιουργών! Η ελληνική σκηνή των κόμικς έχει τεράστια δυναμική. Το «Καρέ Καρέ» υπόσχεται να προβάλει αυτήν τη σκηνή και να αποτελεί ενεργό μέλος της. Ο μεγάλος Καλαϊτζής Είμαστε περήφανοι για όλους τους συνεργάτες μας από το πρώτο τεύχος μέχρι σήμερα. Μας τιμούν με τα πρωτότυπα έργα τους, με το ξεχωριστό χιούμορ τους, με την πολιτική τους ματιά στα πράγματα και δίνουν στο «Καρέ Καρέ» τον χαρακτήρα του. Η μεγαλύτερη τιμή για μας ήταν όμως ότι σε αυτές εδώ τις σελίδες δημοσιεύτηκαν τα τελευταία κόμικς του αγαπημένου φίλου και πρωτεργάτη στη δημιουργία της «Εφ. Συν.», Γιάννη Καλαϊτζή! Ο Γιάννης υποστήριξε το «Καρέ Καρέ» από την πρώτη κιόλας σκέψη για την υλοποίησή του, μας έδωσε τις συμβουλές του, μοιράστηκε μαζί μας τις εμπειρίες του και δημιούργησε μια, μικρής διάρκειας αλλά τεράστιας ποιότητας - όπως όλα του τα έργα - σειρά. Οι «Μπον και Βιβέρ», δυο πένητες αλλά πνευματώδεις περιπλανώμενοι κλοσάρ, φιλοσόφησαν περί των ανθρωπίνων και, ειδικότερα, περί λεπτών γεύσεων, φινέτσας και καλοπέρασης δίπλα σε κάδους σκουπιδιών και βρόμικα πεζοδρόμια μιας όζουσας και πάντα ρυπαρής Αθήνας. Τις μέρες αυτές συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από τον θάνατο του Γιάννη Καλαϊτζή και δεν έχει σταματήσει ούτε μέρα να μας λείπει. Θα τον θυμόμαστε πάντα με αγάπη και σεβασμό για την καλοσύνη του, την αγάπη του, την ευρυμάθειά του, το τεράστιο ταλέντο του, τις βλάσφημες γελοιογραφίες του και τα πρωτοποριακά, μοναδικά, διονυσιακά του κόμικς. Και το σχετικό link...
  25. Ο σκιτσογράφος Πάνος Ζάχαρης μιλάει στο Gazzetta Weekend Journal για τη νέα του δουλειά, το «Working Dead... and...», η οποία τσακίζει κόκαλα. Το «The Working Dead» αποτελεί μια σειρά που ξεχωρίζει, αντανακλώντας εντυπωσιακά την εποχή που ζούμε, χρησιμοποιώντας το χθες. Το πρώτο ομώνυμο άλμπουμ πήρε δύο σερί βραβεία ως το καλύτερο διαδικτυακό κόμικ στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς και ο δρόμος για το τυπογραφείο ήταν προδιαγεγραμμένος. Ένα άλμπουμ-σφραγίδα των καιρών, το οποίο αγγίζει τόσο τις νεότερες γενιές, όσο και τις παλιότερες. Πλέον, κυκλοφορεί και η συνέχειά του! Ο Πάνος Ζάχαρης «κεντάει» με το πενάκι του, συνδυάζοντας αρμονικά την τεχνική με το χιούμορ, την αντίληψη με την ευφυΐα, την γνώση της ιστορίας με τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα. Οι ιστορίες του, πέραν από την εικόνα ενός τρομερά εμπνευσμένου ανθρώπου που σου δίνουν διαβάζοντάς τες, εντυπωσιάζουν και με το background τους. Οι «Working Dead» του κόμικ ζουν και πέφτουν θύματα εργασιακής εκμετάλλευσης και καταπίεσης σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, δείχνοντας με ανατριχιαστικό και συνάμα χιουμοριστικό τρόπο ότι η σχέση των «πάνω» με τους «κάτω» συνεχίζει να είναι προβληματική. Μολονότι το Working Dead ξεκίνησε ως μια σειρά που είχε στο επίκεντρο τις εργασιακές σχέσεις, το «Working Dead... and...» που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Τόπος διευρύνει τη θεματολογία, αγγίζει ζητήματα όπως ο πόλεμος και η προσφυγιά, διατηρώντας αναλλοίωτο τον χαρακτήρα και την καυστικότητα της ιδέας. Ο Πάνος Ζάχαρης, ο οποίος εργάζεται ως πολιτικός γελοιογράφος εδώ και περίπου 10 χρόνια, σχεδιάζει γι' αυτά που ζει. Δίνει στους ήρωές τους μια βαθιά πολιτική στάση, φροντίζοντας ωστόσο να μην χάσει την έμπνευση, να μην «απονευρώσει» το κόμικ του. Αισθάνεται κομμάτι της κοινωνίας και παίρνει τη δουλειά του πολύ στα σοβαρά. Και το αποτέλεσμα είναι μοναδικό. Συγκλονίζει, καταφέρνοντας παράλληλα να σου ζωγραφίσει ένα χαμόγελο. Με αφορμή τη νέα του δουλειά, ο Πάνος μιλάει στο Gazzetta Weekend Journal για την τέχνη του και τους «εργαζόμενους νεκρούς». Ποιο κόμικ σε σημάδεψε περισσότερο στην παιδική ηλικία και αποφάσισες ότι θέλεις να φτιάξεις το δικό σου; Oι επιρροές μου παραείναι κλασικές και μάλλον mainstream: Αστερίξ, Λούκι Λουκ, Μαφάλντα και Αρκάς (ο παλιός, ο ανορθόδοξος). Παράλληλα διάβαζα πολιτική γελοιογραφία πριν καλά καλά βρεθώ σε θέση να την καταλαβαίνω. Κυρίως Ιωάννου και Στάθη. Σαν παιδάκι δεν σκέφτηκα ποτέ να φτιάξω δικά μου κόμιξ, αλλά με ενθουσίαζε η ιδέα να «ζωγραφίζω και να κοροϊδεύω τους πολιτικούς». Άργησα να ασχοληθώ με τα κόμικς. Στην πραγματικότητα ακόμα τα ανακαλύπτω σαν αναγνώστης και σαν δημιουργός. Πρώτα έγινα «παραδοσιακός» πολιτικός γελοιογράφος και μετά διαπίστωσα ότι το κόμικ στριπ είναι ένα εξαιρετικό μέσο να εκφραστώ. Εκφράζεσαι καλύτερα με τα κείμενα ή τα σκίτσα; Ρίχνω συνειδητά βάρος στο σενάριο και τις λεζάντες. Αντιμετωπίζω το σχέδιο ως την γλώσσα, τον κώδικα μέσα από τον οποίο θα πω αυτό που θέλω. Ακόμα κι όταν κάνω σκίτσα χωρίς λόγια, η ιδέα είναι που θα με παιδέψει. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν απολαμβάνω να σχεδιάζω ή ότι δεν προσπαθώ να βελτιώνομαι σαν σχεδιαστής, ωστόσο πολύ δύσκολα θα έκανα π.χ. σκίτσα σε σενάριο άλλου. Το ανάποδο μου φαίνεται πολύ πιο πιθανό. Το Working Dead ήταν μια πολύ φρέσκια προσπάθεια, άμεσα συνδεδεμένο με την κοινωνία και την σημερινή εργασιακή πραγματικότητα. Είναι για σένα αυτός ο σκοπός της τέχνης σου; Να αφουγκράζεται την κοινωνία και να μιλάς για πράγματα που πραγματικά έχουν σημασία; Το Working Dead ξεκίνησε μετά από μια 10ετία δουλειάς στο Ποντίκι ως μια προσπάθεια να ξεφύγω από την εφήμερη επικαιρότητα της κλασικής πολιτικής γελοιογραφίας και ως μια ανάγκη μου να μιλήσω για το κεντρικό κατά τη γνώμη μου ζήτημα κάθε κοινωνίας διαχρονικά: Τη σχέση κεφαλαίου και εργασίας. Η πρόσφατη Κρίση νομίζω πως μας ανάγκασε όλους να γίνουμε πιο πολιτικοί, να στρέψουμε το βλέμμα από τις λεπτομέρειες στα πιο κεντρικά ζητήματα. Δεν σκιτσάρω για πλάκα, παρότι εκτιμώ αφάνταστα αυτούς που το κάνουν καλά. Δεν «αφουγκράζομαι την κοινωνία», είμαι κομμάτι της. Δουλεύω, αγχώνομαι, ζορίζομαι και θέλω να μιλήσω για όσα ζω, όχι για όσα παρατηρώ. Σκιτσάρω για να πω τη γνώμη μου για όσα συμβαίνουν γύρω μας με όσο το δυνατόν πιο ευχάριστο και εύληπτο τρόπο. Tι μεσολάβησε, στην ψυχή και το μυαλό του καλλιτέχνη, ανάμεσα στο Working Dead και το Working Dead... and...; Πώς αποφάσισες από το πεδίο της εργασίας που ποτέ δεν θα σταματήσει νομίζω να γεννά έμπνευση, να διευρύνεις τον σχολιασμό σου; Δεν υπάρχουν στεγανά ανάμεσα στο Working Dead και στο Working Dead…and… Στην ουσία η ίδια σειρά είναι, άσε που αρκετοί αναγνώστες μάλλον δεν ενδιαφέρονται για τη μετεξέλιξη του τίτλου και έχουν μείνει στον τίτλο Working Dead. Η αλλαγή του τίτλου απλώς σηματοδοτεί τη διεύρυνση της θεματολογίας που προέκυψε μάλλον αυθόρμητα. Καταπιάνομαι πέρα από την εργασιακή κανονικότητα και με στιγμές κορύφωσης της ταξικής πάλης τις οποίες θεωρώ απλώς φυσική συνέχεια αυτής της υποτιθέμενης κανονικότητας. Νομίζω πως το εξώφυλλο σε βάζει στο κλίμα για τα νέα επεισόδια. Μίλησε μου λίγο για αυτούς που βρίσκονται στη βάρκα και παίζουν κορώνα-γράμματα τη ζωή τους. Δεν είναι λίγα τα επεισόδια τα οποία έχουν ως θέμα την προσφυγιά, τη μετανάστευση και τον ξεριζωμό, έμμεσα ή άμεσα. Το άλμπουμ ωστόσο δεν έχει ένα κεντρικό θέμα πέρα από το ίδιο το περιεχόμενο της σειράς. Δεν είναι ένα άλμπουμ για την προσφυγιά, είναι ένα άλμπουμ για την σχέση των «πάνω» και των «κάτω» μέσα στην Ιστορία. Θέλησα απλώς να αφιερώσω το εξώφυλλο στους ξεριζωμένους γιατί θεωρώ την προσφυγιά το σημαντικότερο ως τώρα γεγονός του νεαρού ακόμα αιώνα που διανύουμε και παράλληλα ένα καταλυτικό φαινόμενο διαχρονικά. Άλλαξε τίποτα από τον καιρό που δούλευες το πρώτο άλμπουμ μέχρι το δεύτερο για τους working dead; Η ουσία των όσων ζούμε δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο. Η Κρίση θεωρητικά έφυγε κι αυτό είναι μια αλλαγή. Έμειναν όμως οι συνέπειες της, οι νόμοι που πέρασαν, η ιδεολογική επίθεση που δεχόμαστε οι εργαζόμενοι όλα αυτά τα χρόνια. Αν κάτι άλλωστε επιδιώκω μέσω της σειράς, είναι να αναδείξω τη διαχρονικότητα του ταξικού μπρα ντε φερ ,τόσο σε εποχές ύφεσης, όσο και σε ανάπτυξης. Πιστεύεις πως η τέχνη μπορεί τελικά να διαμορφώσει συνειδήσεις; Η Τέχνη μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση συνειδήσεων, δεν ξέρω όμως αν αυτή η συμβολή είναι καθοριστική. Τη θεωρώ περισσότερο ενισχυτική, επικουρική, χωρίς να υποτιμάω το ρόλο της. Ένας στίχος δεν ρίχνει καθεστώτα, οι άνθρωποι όμως που παλεύουν για την ανατροπή μπορεί να τραγουδάνε έναν στίχο τη στιγμή της εφόδου. Ένα σκίτσο μπορεί να γίνει προκήρυξη, εικονογραφημένο λαβαράκι. Μπορεί να φωτίσει πλευρές, να δώσει κουράγιο, να χαρίσει χαμόγελο. Η συνείδηση όμως διαμορφώνεται στη δουλειά και στον δρόμο. Όπως λένε οι Urban Pulse και οι Κοινοί Θνητοί, δύο εκπληκτικά χιπ χοπ συγκροτήματα «δεν είναι οι στίχοι κύμα, που θα σπάσουν το κρίμα, μα οι καρδιές που τους γράφουν έχουν φωτιάς τμήμα». Θα πρόσθετα και τις καρδιές που τους τραγουδάνε και τους ακούνε. Έχεις κλάψει ποτέ σχεδιάζοντας, λόγω του συμβάντος ή της περίστασης που γέννησε το σκίτσο; Είμαι γενικά πολύ ευσυγκίνητος. Φορτίζομαι πολύ συναισθηματικά όταν κάνω έρευνα για κάποια γελοιογραφία ή κάποιο κόμικ, όταν ανατρέχω σε κάθε είδους πηγές για να δουλέψω. Όσο όμως δουλεύω, αποστασιοποιούμαι σταδιακά. Μόλις κατασταλάξω στην ιδέα και κάνω το προσχέδιο, αφήνω στην άκρη τους συναισθηματισμούς και προσπαθώ να αναμετρηθώ με τα προβλήματα του σχεδίου. Επιτρέπω στον εαυτό μου να αισθανθεί ξανά, αφού τελειώσω. Θυμάμαι κάποιες περιπτώσεις που αυτό δεν λειτούργησε. Δάκρυσα όταν έφτιαχνα ένα επεισόδιο με τους 200 της Καισαριανής βλέποντας παράλληλα -για 3η ή 4η φορά- το Τελευταίο Σημείωμα του Βούλγαρη. Έκλαψα με το βίντεο της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου. Έκλαψα πολύ και ανεξέλεγκτα ακούγοντας τα ηχητικά ντοκουμέντα της δολοφονίας του Φύσσα. Το συγκεκριμένο ηχητικό δεν μπορώ να το ακούσω ξανά. Επειδή στην ουσία όλοι είμαστε Working Dead, πώς ισορροπείς τη δουλειά για ένα άλμπουμ με την καθημερινότητα; Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις να αδειάζεις; Πώς το διαχειρίζεσαι; Αγαπώ πάρα πολύ τη δουλειά μου, κυρίως γιατί μπορώ να εκφράζομαι πολιτικά και συναισθηματικά μέσα από αυτή, χωρίς να περιμένω το διάλειμμα ή το σχόλασμα. Είναι κουραστική, αλλά δεν τολμώ να γκρινιάξω. Θα ήταν πρόκληση απέναντι σε ανθρώπους που κυριολεκτικά λιώνουν σε γραφεία, μαγαζιά και εργοστάσια. Η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίζω πέρα των όσων βιώνει ο κάθε εργαζόμενος, και που αντανακλάται και στην κοινωνική μου ζωή είναι το γεγονός ότι δουλεύω ακόμα και όταν θεωρητικά δε δουλεύω. Δεν έχω ωράριο. Με απασχολεί η επικαιρότητα και επεξεργάζομαι ιδέες μόνιμα με αποτέλεσμα να δυσκολεύομαι να αποφορτιστώ. Νομίζω πως συμβαίνει σε όλους όσοι έκαναν επάγγελμα το χόμπι τους και ίσως ακούγεται ωραίο, αλλά η περιβόητη φράση «βρες μια δουλειά που να σου αρέσει και δεν θα χρειαστεί να ξαναδουλέψεις ποτέ στη ζωή σου» είναι μια μεγαλειώδης μπαρούφα. Έχεις σπουδάσει ιστορία και τα σκίτσα σου έχουν συχνά αναφορές στο παρελθόν, σε πρόσωπα της ιστορίας, καταστάσεις κλπ. Ποια περίοδος σε εμπνέει περισσότερο και ποια προσωπικότητα; Κατά καιρούς ασχολούμαι εντονότερα με συγκεκριμένες περιόδους. Πολλές φορές σχεδόν εμμονικά. Διαβάζω, βλέπω ταινίες, ξαναδιαβάζω και ζαλίζω τους γύρω μου… Επειδή όμως θέλω να υπάρχει εναλλαγή στα στριπάκια μου, συνήθως αποθηκεύω ιδέες και τις ανασύρω αργότερα. Υπάρχουν ωστόσο περίοδοι που έχω μελετήσει περισσότερο και θεωρώ ενδιαφέρουσες και ιστορικά ελκυστικές, όπως ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Αποικισμός της Αμερικής. Στα σκίτσα μου αποφεύγω να εμφανίζω ξανά και ξανά τις ίδιες προσωπικότητες. Συνήθως μια φορά αρκεί και πάντα προσπαθώ να εντάσσω τον άνθρωπο στην εποχή του. Δεν ζωγραφίζω υπερήρωες. Αν έπρεπε να αναφέρω κάποιους που έχω σκιτσάρει με αγάπη και θαυμασμό θα έλεγα ενδεικτικά τον ηγέτη των Γερμανών χωρικών Τόμας Μίντσερ, τη Ρόζα Παρκς και τον Φιντέλ. Ποια ιστορία του Working Dead θα ταίριαζε περισσότερο στο ελληνικό ποδόσφαιρο; Να διευκρινίσω ότι είμαι καθαρόαιμος μπασκετικός, κατανοώ και υποκλίνομαι όμως στη δημοφιλία του ποδοσφαίρου και στη δύναμη της. Έχω κάνει δύο καθαρά ποδοσφαιρικά επεισοδιάκια. Στο ένα ο οπαδός ταυτίζεται με τον εργοδότη-ιδιοκτήτη της ομάδας, παρότι πεινάει και υποφέρει εξαιτίας του και στο άλλο Πράσινοι και Βένετοι αφήνουν στην άκρη τα οπαδικά και ξεκινούν τη στάση του Νίκα. Και τα δυο είναι στο πρώτο βιβλίο της σειράς και τα θεωρώ πολύ ταιριαστά στο ποδοσφαιρικό-οπαδικό μας σήμερα. Ανατριχιάζεις όταν ακούς ή βιώνεις ιστορίες που παραπέμπουν στα σκίτσα σου; Ανατριχιάζω όταν βλέπω ιστορίες που εκτυλίσσονται στο σήμερα αλλά τα σενάρια τους έχουν γραφτεί στις πιο σκοτεινές περιόδους της Ιστορίας. Απογοητεύομαι επίσης όταν διαπιστώνω πως η πραγματικότητα έχει περισσότερο χιούμορ και φαντασία από εμένα. Το μήνυμα της υπουργού Παιδείας για την 28η Οκτωβρίου είναι ένα εξαιρετικό σενάριο για κόμικ, που δεν χρειάζεται παρεμβάσεις. Ή για παράδειγμα πως είναι δυνατόν να σατιρίσεις τον Τραμπ, περισσότερο απ’ ότι ο ίδιος; Σε έχει βρίσει κανείς που να βρήκε τον εαυτό του στις ιστορίες σου; Πλέον τις αντιδράσεις τις βλέπεις κυρίως μέσω των social media. Έχω λάβει αρνητικές κριτικές, οριακά υβριστικές, κυρίως όσες φορές έχω επιχειρήσει να αποδημήσω κάποιον ελληνικό ή χριστιανικό «μύθο». Θυμάμαι ενδεικτικά μια ιστορία για την μετανάστευση των Ιωνικών φύλων και τον… αποπελασγισμό της -τότε- χώρας, και μια ιστορία για την άλωση της Άκρα από τους Σταυροφόρους που έλαβε σχόλια του τύπου «ναι, αλλά για τους ισλαμιστές δε λες τίποτα». Με έχουν πει ανιστόρητο ακροαριστερό χωρίς χιούμορ, προπαγανδιστή. Και βεβαίως αντισημίτη, όπως συμβαίνει με κάθε σκιτσογράφο που αποφασίσει να καυτηριάσει την πολιτική του Κράτους του Ισραήλ απέναντι στους Παλαιστίνιους. Γενικά όμως ξέρω σε ποιους αναγνώστες απευθύνομαι και νομίζω ότι όσοι έχουν επιλέξει να με παρακολουθούν ξέρουν καλά τι χρώμα έχουν τα «γυαλιά» μέσα από τα οποία διαβάζω την ιστορία, οπότε συνήθως η ζωντανή ή η ψηφιακή κουβέντα είναι σε πολύ καλό και ενθαρρυντικό για μένα κλίμα. Έχεις υποστεί λογοκρισία ή αυτολογοκρισία; Πώς ανταποκρίνεσαι αν σου συμβεί; Στα 10 χρόνια που εργάζομαι στο Ποντίκι δεν έχω υποστεί λογοκρισία. Μπορώ να πω πως δεν έχω καν δεχτεί παρατηρήσεις, πέρα από κάποιες επουσιώδεις αλλαγές σε φωτομοντάζ που κάνω και που έχουν «την υπογραφή» της εφημερίδας. Αυτό είναι κάτι το οποίο εκτιμώ πολύ, είναι οξυγόνο για έναν σκιτσογράφο. Το ίδιο ισχύει και για την Εφημερίδα των Συντακτών και το SoComic όπου δημοσιεύονται τα κόμικ μου. Αν μου συνέβαινε θα αντιδρούσα ανάλογα με το που θα στόχευε η λογοκρισία. Αν αφορούσε μια λεπτομέρεια ή κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει νομικό ζήτημα ενδεχομένως να το συζήταγα, αν όμως άγγιζε τον πυρήνα της ιδέας ή της άποψης μου θα υπήρχε σοβαρό πρόβλημα στη σχέση μου με το Μέσο. Έχω αυτολογοκριθεί πολλές φορές. Πάντα όταν ξεκινάω να δουλέψω προσπαθώ να βρω τρόπο να εκφράσω ανόθευτη την άποψη μου για ένα θέμα, χωρίς όμως να χτυπήσω κάποιον άνθρωπο ή κάποια ομάδα κάτω από τη ζώνη. Πολλές φορές φορές η αρχική σκέψη αλλάζει σε αυτή την κατεύθυνση. Ας πούμε της… διατύπωσης. Επίσης πάντα παίρνω υπόψη το κοινό όπου απευθύνομαι. Π.χ. το Working Dead θέλω να είναι -λέμε τώρα- κατάλληλο, και για πιο μικρές ηλικίες, όχι μόνο γιατί δημοσιεύεται σε site της Σοκοφρέτας ΙΟΝ, αλλά και γιατί έχω διαπιστώσει με χαρά πως πολλοί γονείς το διαβάζουν με τα πιτσιρίκια τους. Τα Social Media βοηθούν ή περιορίζουν τον καλλιτέχνη; Είμαι πολύ ενεργός χρήστης, κυρίως του facebook και οφείλω να παραδεχτώ ότι με έχει βοηθήσει τόσο στο να ενημερώνομαι γρήγορα όσο και στο να διαδίδω τη δουλειά μου και τη γενικότερη οπτική μου για τα πράγματα. Έχω δημιουργήσει σχέσεις, όχι μόνο μεταξύ δημιουργού και αναγνώστη, αλλά ακόμα και φιλίες στην «κανονική ζωή». Πολλές φορές νιώθω να ασφυκτιώ με την ατζέντα των social media. Όλοι ασχολούμαστε με ένα θέμα για 2 ή 3 μέρες αναμασώντας πολλές φορές τα ίδια επιχειρήματα και τίποτε άλλο δεν μπορεί να αναδειχτεί ακόμα κι αν είναι απείρως σοβαρότερο. Στη συνέχεια ως δια μαγείας ξεχνιέται. Δεν βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω από αυτή τη διαδικασία η οποία σαν δημιουργό όμως με δυσκολεύει αφού νιώθω πολλές φορές «υποχρεωμένος» να μιλήσω για το θέμα που παίζει, ακόμα κι αν στη δική μου ιεράρχηση δεν είναι το βασικό. Θα έχει συνέχεια το Working Dead; Ξεκίνησα τη σειρά το καλοκαίρι του 2016 με τέσσερα έτοιμα επεισόδια, δυο προσχέδια της κακιάς ώρας και ένα απίστευτο άγχος για πόσες βδομάδες μπορεί να συνεχιστεί το συγκεκριμένο κόνσεπτ. Πλέον είμαστε στα 170 περίπου επεισόδια και παρότι το άγχος αυτό παραμένει, η σκέψη να το σταματήσω με αγχώνει πολύ περισσότερο. Η συγκεκριμένη ιδέα, ένα εβδομαδιαίο ιστορικό πολιτικό στριπάκι, είναι πολύ κοντά σε αυτό που πάντα ήθελα να κάνω σαν σκιτσογράφος. Είναι απαιτητικό και χρονοβόρο, αλλά με έχει «ανταμείψει» σε πολλά διαφορετικά επίπεδα. Θα το συνεχίσω για όσο η ανταπόκριση είναι θετική και για όσο νιώθω πως έχω καινούρια πράγματα να πω, χωρίς να επαναλαμβάνομαι ή να κάνω εκπτώσεις στην ποιότητα της δουλειάς μου μόνο και μόνο για να το διατηρήσω ζωντανό. Διλήμματα Λούκι Λουκ ή Αστερίξ; Λούκι Λουκ, παραδόξως, διότι λατρεύω την αμερικάνικη ιστορία. V for Vendetta ή The Watchmen; V fot Vendetta. Marvel ή DC; Marvel. Λε Μπρον ή Τζορνταν; ΛεΜπρον. Μέσι ή Μαραντόνα; Μαραντόνα. Τo Working Dead...and... κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.