Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Γιώργος Μπαζίνας'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Valt's blog
  • Dr Paingiver's blog
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • Dhampyr Diaries

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 6 results

  1. Τιμή 4,90 € - Έκδοση του Γ. Μπαζίνα Την Πέμπτη 26 Απριλίου 2007 , μετά από 12 χρόνια απουσίας το ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ επιστρέφει στα περίπτερά μας με σκοπό ένα τεύχος το μήνα ( κάθε τελευταία Πέμπτη του μήνα) . Στην Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, τον πρώτο μήνα. Στην υπόλοιπη Ελλάδα τον επόμενο. Από το Δεκέμβριο του 2008 όμως έχει διακόψει την κυκλοφορία του. Μια συζήτηση για τη Νέα Περίοδο του Παρά Πέντε υπάρχει εδώ. Για την πρώτη έκδοση του Παρά Πέντε βλ. εδώ Αργότερα βγήκαν και δύο ξεστόκ τομάκια με τα #1-2 & #3-4 αντίστοιχα, με τίτλο Double Παρά Πέντε: Ευχαριστούμε για τα εξώφυλλα τους ftsgr, GCF & dimitris και για τα εξώφυλλα των τόμων τον DJO.
  2. Ο ζωγράφος και κριτικός από την Καλιφόρνια των ΗΠΑ Μάνι Φάρμπερ, όρισε ως «τέχνη των τερμιτών» αυτή που βρίσκεται «εκεί όπου το επίκεντρο του πολιτισμού δεν εντοπίζεται πουθενά ξεκάθαρο, με αποτέλεσμα ο τεχνίτης να μπορεί να είναι πρόστυχος, πεισματάρης, καλλωπιστικός και πεισματικά συγκεντρωμένος, κάνοντας τέχνη που δεν του εξασφαλίζει τα προς το ζην και δεν ενδιαφέρεται για το τελικό αποτέλεσμά της». Αυτή η ανάγκη, το να είναι η τέχνη τρόπον τινά «άσχημη», να κατευθύνεται εκεί όπου δεν είναι επιθυμητή, χτίζοντας και καταστρέφοντας χαοτικά λαγούμια σαν τους τερμίτες, ήταν ισχυρή στη δημιουργία του περιοδικού Βαβέλ σαράντα χρόνια πριν τον Φεβρουάριο του 1981. Η Βαβέλ ήταν ένα περιοδικό «κόμικς – και όχι μόνο» όπως καυχιόταν, χρησιμοποιώντας μια – μάλλον μέτρια – μετάφραση του σλόγκαν του θρυλικού ιταλικού περιοδικού κόμικς Linus που άνθιζε εκείνη την περίοδο. Αέρας ανανέωσης Σε μια εποχή μεγάλου κοινωνικού αναβρασμού και εντονότατης πολιτικοποίησης, μια παρέα νέων με σπουδές στην Ιταλία, αγάπη για τα κόμικς και με τα λεφτά των διακοπών που δεν πήγαν, εξέδωσε ένα περιοδικό κόμικς. Πρωτεργάτες η Νίκη Τζούδα και ο Γιώργος Μπαζίνας – ο οποίος στην πορεία διαφώνησε και αποχώρησε για να δημιουργήσει το δικό του περιοδικό κόμικς, το Παρά Πέντε. Επηρεασμένη από το περιοδικό Linus και τα γαλλικά Charlie Hebdo και τον πρόγονό του, το Hara-Kiri, η Βαβέλ προσέφερε σε ένα ουσιαστικά αμύητο κοινό, από το πρώτο κιόλας τεύχος της, σατιρικά κόμικς και στριπ. Λεγόταν τότε ότι η Βαβέλ (και το περιοδικό Μαμούθ που είχε προηγηθεί) είναι περιοδικό ανθολογίας κόμικς όχι για παιδιά, που θεωρούνταν το βασικό κοινό των κόμικς, αλλά για ενήλικους. Αλλά προφανώς, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν ήταν αρκετός. Τα κόμικς που φιλοξένησε η Βαβέλ, σε πολύ μεγάλο βαθμό κυμαίνονταν στο γενικότερο κλίμα ελευθεριότητας και ριζοσπαστισμού που επικρατούσε εκείνη τη στιγμή στα ευρωπαϊκά έντυπα, φιλοξενώντας τη δουλειά δημιουργών όπως ο Altan, ο Copi, ο Reiser, ο πατέρας της Μαφάλντα Quino, ο Wolinski, αλλά και ο Crepax, ο Moebius, o Enki Bilal, οι Munoz-Sampayo να κάνουν την εμφάνισή τους από τα πρώτα κιόλας τεύχη της. Συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από την έκδοση του πρώτου τεύχος της Βαβέλ Δυσανάλογα επιδραστική ειδικά αν αναλογιστούμε πως επρόκειτο για κόμικς, η Βαβέλ ήταν ένα έντυπο στο οποίο στράφηκε το κομμάτι εκείνο της νεολαίας της δεκαετίας του 1980 το οποίο ήταν μπουχτισμένο από τον συντηρητισμό των υπαρχόντων μίντια και την αναχρονιστική στάση της κυρίαρχης Αριστεράς απέναντι στην κουλτούρα. Εκτός από διάφορες μοντέρνες αφηγηματικές εκδοχές στα κόμικς και εκτός της καταλυτικής παρουσίας εκπροσώπων του χιουμοριστικού κόμικς που γεννήθηκαν μέσα στον ριζοσπαστισμό του Μάη του ’68, η Βαβέλ λειτούργησε ταυτόχρονα ως υπέρμαχος πολιτικού φιλελευθερισμού σε κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής. Στις σελίδες της φιλοξενήθηκαν – μεταξύ άλλων – εξαιρετικά κείμενα για τον κινηματογράφο, τη γραφιστική, αλλά και κείμενα παρέμβασης για το AIDS, τα ναρκωτικά κ.ά. Όλα αυτά συνοδευόμενα από πολλών λογιών στήλες, κείμενα και διηγήματα, μα κυρίως γουστόζικα ενορχηστρωμένα, τυλιγμένα μέσα σε εντυπωσιακούς γραφιστικούς πειραματισμούς, με τον Σταύρο Κούλα να αφήνει το αποτύπωμα των «γουορχολικών» και ποπ επιρροών του (μετά την αποχώρηση του Γιώργου Μπαζίνα, η γραφιστική πρωτοπορία που ερχόταν από περιοδικά τύπου Actuelle αλλά και από αμιγώς κόμικς προσπάθειες όπως το Frigidaire επικράτησαν), αλλά και αργότερα τον Soto Anagno να αφήνει το στίγμα του στο lay-out του περιοδικού. Κόμικς και άλλα κόμικς Η Βαβέλ σύστησε στο ελληνικό κοινό σπουδαίους δημιουργούς και μεταξύ τους ορισμένους κλασικούς, όπως ο δημιουργός του ντετέκτιβ Σπίριτ Will Eisner, o δημιουργός του Κόρτο Μαλτέζε Hugo Pratt, o «μάγος» από την Αργεντινή Alberto Breccia που πειραματιζόταν όσο κανείς με το χρώμα και την «αφή» της γραμμής, ο υπερρεαλιστής Caza, o Gotlib, o Pazienza, o Vuillemin, ο Mordillo, o Margerin, ο Liberatore, o Loustal, o Igort, o Tardi, o Daniel Clowes (που στην Ελλάδα μας συστήθηκε καλύτερα με το κόμικς Υπομονή, εκδ. Οξύ), ο Ralf König που με τα κόμικς του σατίριζε τον κοινοτισμό των γκέι, και τόσοι άλλοι. Παράλληλα όμως έδωσε βήμα σε σπουδαίους Έλληνες δημιουργούς να αναδειχθούν μέσα από τις σελίδες της. Από τη Βαβέλ ξεκίνησε ο Αρκάς που πρωτοδημοσίευσε τα στριπ του με τον Κόκορα, στη Βαβέλ άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες ο Γιάννης Καλαϊτζής την Τσιγγάνικη ορχήστρα, το πρώτο μοντέρνο ελληνικό graphic novel, έναν συναρπαστικό εικονογραφικό περίπατο στην μεταπολιτευτική Αθήνα του 1980, εκεί πρωτοεμφανίστηκε ο χορογράφος Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο οποίος δημοσίευσε κυρίως τη δεκαετία του ‘90 συναρπαστικά γκέι κόμικς με θέμα τον έρωτα, τον εικαστικό Γιώργο Μπότσο, την Έλενα Ναβροζίδου και τον Κώστα Βιτάλη με τα ποιητικά και «ακραίου ερωτισμού» κόμικς που δημιούργησαν, τον Νίκο Κούτση, τον Νικόλα Κούρτη, τον Κώστα Μανιατόπουλο, τον Λέανδρο με την χαοτική και ιδιοφυή σχεδιαστική γραμμή του που κατάφερε να ενθουσιάσει ακόμα και τον θρύλο Moebius σ’ ένα από τα φεστιβάλ της Βαβέλ στο Γκάζι, τη Μαρία - Ηλέκτρα Ζογλοπίτου, τον Σπύρο Βερύκιο κ.ά. Μια από τις πιο εντυπωσιακές στιγμές του περιοδικού, κατά την κρίση μου, ήταν μια δημιουργική σύγκρουση που φιλοξενήθηκε στα τεύχη 32-33. Στο τεύχος 32 πρωτοδημοσίευσε τον «Ευρύμαχο» ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, πεντασέλιδο εικαστικής καταγωγής κόμικς που συνοδευόταν από μια «συστατική επιστολή» του καθηγητή του, Γιάννη Τσαρούχη, ο οποίος ισχυριζόταν ότι «η ζωγραφική και το χρώμα οδηγεί σε άλλου είδους κόμικς» σε αντίθεση με «τα παραμύθια των μυών, τα κακοσχεδιασμένα ή τα υποπαράγωγα της σιχασιάς και της απογοητεύσεως». Ο Τσαρούχης αντιτασσόταν στα κόμικς ηρωικής φαντασίας, που κατά τη γνώμη του δεν ήταν παρά «τροποποιημένες από τον ρατσιστικό μικροαστισμό και ισχνό ρασιοναλισμό, απεικονίσεις των ζωοφόρων του 4ου αιώνα». Στο επόμενο τεύχος στον Τσαρούχη απάντησε ο Αντώνης Ευδαίμων (ο Αρκάς, πριν γίνει ευρύτερα γνωστός), υποστηρίζοντας ότι ο Τσαρούχης είναι εγκλωβισμένος στα κλισέ που ακολουθούν την τέχνη των κόμικς, και όπως και άλλοι διανοούμενοι, έτσι και αυτός, όταν δεν την αφορίζουν ως αντιδραστικό προϊόν της δυτικής υποκουλτούρας προσπαθούν να βρουν συγγενείς της στις άλλες τέχνες ή στην ιστορία, για να καταδείξουν αφενός μεν ότι δεν είναι μια ξεχωριστή και ανεξάρτητη τέχνη, αφετέρου ότι υπάρχουν και πολύ καλύτερα παραδείγματα. Αντίθετα, λέει, τα κόμικς είναι μια εντελώς καινούργια τέχνη με τους δικούς της κανόνες και τα δικά της μέσα, η οποία μπορεί να υπάρξει μόνο σε έντυπη μορφή καθώς «η ένταξή τους μέσα στο είδος του εντύπου, η προσαρμογή τους στο μέγεθός του, η σελιδοποίησή του, δεν είναι απλά τεχνικά θέματα, είναι αισθητικά προβλήματα, καθώς τα κόμικς αποκτούν πλήρη υπόσταση μόνο όταν τυπωθούν». Τέλος αναφέρει πως, όπως κάθε καινούργια τέχνη, έτσι και τα κόμικς δανείζονται από τις προηγούμενες, ενώ όσοι κάνουν κόμικς δεν έχουν καμία υποχρέωση να αποδείξουν πως είναι λογοτέχνες, πως ξέρουν να κάνουν κινηματογράφο, πως ξέρουν να ζωγραφίζουν, ούτε καν πως ξέρουν να σχεδιάζουν. Τα κόμικς χειρίζονται κάτι ξένο στις εικαστικές τέχνες: τον χρόνο. Κάθε καρέ είναι ανολοκλήρωτο χωρίς το επόμενο και το προηγούμενο, ενώ όσο πιο ολοκληρωμένο είναι τόσο πιο δυσκίνητο γίνεται. Επιδραστικότητα με αντίκτυπο Η επιδραστικότητα της Βαβέλ δεν φαινόταν μόνο στην απήχησή της ιδίως στις τάξεις των νέων – οι φοιτητές κυκλοφορούσαν με μια Βαβέλ στο χέρι. Η επιδραστικότητα του εντύπου αυτού καθώς και η δουλειά που είχε ρίξει η ομάδα πίσω από το περιοδικό, αναφορικά με την απενοχοποίηση των κόμικς και την γνωριμία σπουδαίων δειγμάτων της τέχνης αυτής με το αναγνωστικό κοινό, φάνηκε στα φεστιβάλ που διοργάνωσε το περιοδικό. Στα 14 Φεστιβάλ που διοργανώθηκαν συνολικά από το 1996 (επέτειος 15 χρόνων κυκλοφορίας του περιοδικού) μέχρι και το 2012 (όλα πραγματοποιήθηκαν στην Τεχνόπολη, πλην του τελευταίου που έλαβε χώρα στη Διπλάρειο Σχολή), έγιναν δεκάδες εκθέσεις και εκδηλώσεις, ενώ σπουδαίοι δημιουργοί τίμησαν με την παρουσία τους το Διεθνές Φεστιβάλ Κόμικς της Αθήνας ή Φεστιβάλ της Βαβέλ, όπως έμεινε τελικά στην ιστορία. Από τον – πατέρα της Μαφάλντα και πρόσφατα εκλιπόντα – Quino, ο οποίος όπως μας αναφέρει η συνεκδότρια του περιοδικού Νίκη Τζούδα, ακούραστος έμενε στους χώρους του Φεστιβάλ ολημερίς μιλώντας με το κοινό και υπογράφοντας τις δουλειές του, τους Francesco Tulio Altan, Daniele Brolli, Max Cabanes, Pablo Echaurren, Édika, Vittorio Giardino, Jacques de Loustal, Frank Margerin, Lorenzo Mattotti, Miguelanxo Prado, Philippe Vuillemin, αλλά και τον Moebius, τον Jeff Smith του Bone, τον Max Andersson, τον Thomas Ott, τον König, τη δημιουργό του Περσέπολις Marjane Satrapi, τον μαιτρ του νουάρ José Muñoz, τις δημιουργικές ομάδες όπως η L’ Association των Lewis Trondheim και David B. και η Ultrapop. Προφανώς συμμετείχαν και σπουδαίοι έλληνες καλλιτέχνες, ο Αρκάς, ο Διαμαντής Αϊδίνης, ο Σπύρος Βερύκιος, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Λέανδρος, ο Γιάννης Ιωάννου, ο Νίκος Κούρτης, ο Γιάννης Καλαϊτζής, η Έλενα Ναβροζίδου, κ.ά., με έργα τους και μοναδικές εγκαταστάσεις. Μοναδική στιγμή των Φεστιβάλ, η έκθεση πρωτότυπων έργων του Will Eisner. Η Βαβέλ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κοινό προσλαμβάνει τα κόμικς ενώ ταυτόχρονα συνέβαλε στην αισθητική και την πολιτική χειραφέτηση των αναγνωστών της. Της είμαστε ευγνώμονες. Και το σχετικό link...
  3. Αρκάς, ο μεγάλος διάσημος-αφανής σκιτσογράφος Τέσσερα πρόσωπα και ένα… σκίτσο μιλούν για τον άνθρωπο που έχουν δει ελάχιστοι Μα ποιος είναι τέλος πάντων αυτός ο Αρκάς; Είναι κοντός, ψηλός, πληρώνει ΕΝΦΙΑ, πάει διακοπές στη Μύκονο, στην Αντίπαρο, στην Κέρκυρα, στην Αλόννησο; Του αρέσει ο κινηματογράφος; Τρώει τα σπαράγγια; Τα όσπρια πώς τα βρίσκει; Αδιάφορα, νόστιμα, υγιεινά; Γιατί δεν εμφανίζεται; Γιατί μας αποφεύγει και προτιμάει να κινείται μακριά από τις -ενίοτε- ανθρωποφάγες μασέλες της δημοσιότητας; Γράφει ο Γιώργος Λαμπίρης Μία πιθανή απάντηση σε όλα τα παραπάνω θα μπορούσε να είναι: «Ο Αρκάς ανήκει στις ελάχιστες εξαιρέσεις ανθρώπων που, επί δύο δεκαετίες, προκαλούν το γενικό θαυμασμό με το έργο τους, ενώ, ως πρόσωπα, παραμένουν απολύτως ανεπιφανή», σχολιάζει σε κείμενό του με τίτλο «Από το αβγό στον παράδεισο», ο προσωπικός φίλος και συγγραφέας, Πέτρος Μαρτινίδης. «Κυρίες και κύριοι το όνομά μου είναι Αντώνης Ευδαίμων. Κάποιοι άλλοι πάλι αρέσκονται να με αποκαλούν Γεράσιμο Σπανοδημήτρη. Ή… Άρη Καστρινό (ΑΡ-ΚΑΣ)», θα μπορούσε ίσως να πει σοβαρολογώντας… αστειευόμενος αν μας συστηνόταν ο ίδιος. Eπιλέγει στα 30 και κάτι χρόνια -από τη στιγμή που ο διάσημος «Κόκκορας», δημοσιευόταν στο περιοδικό Βαβέλ- να παραμένει αφανής. Το όνομα Αντώνης Ευδαίμων είναι ένα από τα ονόματα που του αποδόθηκαν κατά καιρούς. Το πιθανότερο όμως είναι ότι κανείς από όλους αυτούς που του αποδίδουν ονοματεπώνυμα και στοιχεία ληξιαρχικών πράξεων δεν έχει ανατρέξει επισήμως στα ληξιαρχικά κατάστιχα για να διασταυρώσει κατά πόσο αληθεύουν οι πληροφορίες του. Ο Αρκάς δεν προτιμάει ούτε να δηλώνει ούτε και να εμφανίζεται δημοσίως. Βρίσκεται ανάμεσά μας, και κατά κάποιον άγραφο κανόνα όσοι τον γνωρίζουν, σέβονται την επιθυμία του να μην γίνουν ποτέ γνωστές λεπτομέρειες για το βιογραφικό του. Δύο πράγματα είναι βέβαια: Ο Αρκάς είναι άρρεν, έλληνας πολίτης, και δεν επιθυμεί να κυκλοφορεί ανάμεσά μας, δοξαζόμενος ή αποδοκιμαζόμενος από τα Μέσα Ενημέρωσης. Στέκεται σε κάποια γωνιά, παρατηρεί, αφορίζει και αφορίζεται, σαρκάζει και σαρκάζεται μέσα από το χιούμορ του. Τέσσερα πρόσωπα που είτε τον γνωρίζουν προσωπικά, είτε συνεργάστηκαν πρόσφατα μαζί του μιλούν για εκείνον... Αύγουστος Κορτώ, συγγραφέας Ο Αύγουστος Κορτώ - όπως υπογράφει τα βιβλία του απευθυνόμενα σε ενήλικες - ή Πέτρος Χατζόπουλος -το πραγματικό του όνομα, με το οποίο υπογράφει τα παιδικά του βιβλία- συνεργάστηκε πρόσφατα με τον Αρκά. Για την ακρίβεια, όντας ένας από τους πιο φανατικούς θαυμαστές του σκιτσογράφου, ο Κορτώ τον προσέγγισε, ζητώντας από εκείνον να του παραχωρήσει ένα σκίτσο του. Το σκίτσο αυτό θα κοσμούσε το εξώφυλλο του καινούργιου του βιβλίου με τίτλο «Έρως Ανίκατε Μάσαν». «Ο Αρκάς ήταν και παραμένει ένας από τους πολύ αγαπημένους μου συγγραφείς και ευθυμογράφους. Όταν αποφάσισα να εκδώσω τη συγκεκριμένη συλλογή, επικοινώνησα μαζί του, Παρότι δεν σχεδιάζει για έργα τρίτων, με τρομερή γενναιοδωρία μου επέτρεψε να χρησιμοποιήσω κάποιο από τα υπάρχοντα σχέδιά του. Με δεδομένο ότι ο «Κόκκορας» ήταν από τα πρώτα βιβλία του που διάβασα, είχα ως ίνδαλμα το γουρούνι. Το βιβλίο μου περιλαμβάνει ως επί το πλείστον αυτοβιογραφικές ιστορίες με έντονο το στοιχείο του αυτοσαρκασμού και παραληρηματικό τόνο. Υπήρξα πάρα πολύ παχύς στα νιάτα μου. Κάποια στιγμή μάλιστα είχα φτάσει να ζυγίζω ακόμα και 150 κιλά, ενώ θυμάμαι αρκετές τραγελαφικές στιγμές από αυτό το διάστημα της ζωής μου. Ήμουν ένα ανεξάντλητο πεδίο καθημερινής κωμωδίας κυρίως στα μαθητικά μου χρόνια. Τα πολλά κιλά τα έχασα γύρω στα 22 μου, ήδη όμως είχα προλάβει να περάσω αρκετά "στραπάτσα"». Πώς προσέγγισα τον Αρκά «Η προσέγγιση του Αρκά έγινε μέσω της εκδότριάς μου, Άννας Πατάκη. Ήταν πολύ φιλικός και προσηνής. Ο ίδιος απέχει από την προσωπική έκθεση και μάλλον πολύ καλά κάνει. Άλλωστε είναι και αυτό ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της γοητείας του», λέει ο Αύγουστος Κορτώ. Πέτρος Μαρτινίδης. Διδάσκει θεωρία και κριτική της αρχιτεκτονικής και σχεδιασμό θεατρικών χώρων στο τμήμα Αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ Ίσως είναι από εκείνους που έχουν ασχοληθεί περισσότερο από κάθε άλλον μαζί του, προσεγγίζοντας και αναλύοντας τον Αρκά. Ο Πέτρος Μαρτινίδης τον γνώρισε πολλά χρόνια πριν, όταν είχε αρχίσει να σχολιάζει για πρώτη φορά τα σκίτσα του. «Για το χιούμορ του έχω ήδη γράψει αρκετά σε ένα παλαιότερο βιβλίο μου με τίτλο "Η υψηλή τέχνη της απελπισίας". Αργότερα ξαναδούλεψα πάνω στο βιβλίο και προσέθεσα μία νέα εισαγωγή, εκδίδοντας το βιβλίο: "Πώς πάνε στον παράδεισο του Αρκά" μέσω της ιστορίας του χιούμορ. Αν θέλετε να σας πω τώρα για το τι νούμερο παπούτσι φοράει ή ποιες ταινίες προτιμάει και ποιο είναι το βιογραφικό του, από τη στιγμή που ο ίδιος δεν θέλει να το κοινοποιήσει για ποιο λόγο να το κάνω; Αυτό που μπορώ να σχολιάσω είναι ότι ο Αρκάς διαθέτει αυτόν τον ιδιότυπο σαρκασμό που αυτοκατεδαφίζει τους σαρκάζοντες. Αυτή είναι και η ουσία του χιούμορ απέναντι στην ειρωνεία, η οποία συνηθίζει να μιλάει με αυστηρό ή σπουδαιοφανές ύφος για τα πράγματα. Ας πούμε, όλος ο ΣΥΡΙΖΑ αυτό κάνει. Χιούμορ όμως σημαίνει, μιλάω για σοβαρά πράγματα αστειευόμενος». «Ο Αρκάς είναι Έλληνας» Σύμφωνα με τον Πέτρο Μαρτινίδη, ο διάσημος σκιτσογράφος «είναι Έλληνας κι όχι ξένος όπως νόμιζα κι εγώ κάποτε όταν είχε πρωτοεμφανιστεί ο "Κόκκορας" . Τότε είχα θεωρήσει ότι τα σκίτσα του μπορεί να ήταν μετάφραση από κάποια ιταλικά κόμιξ. Σε ό,τι αφορά την ηλικία του Αρκά, εάν υπολογίσουμε τα χρόνια που σχεδιάζει, πρέπει σήμερα να είναι 55, το πολύ 60 ετών. Επίσης, εάν θέλετε να σας βεβαιώσω, σας βεβαιώνω: Ο Αρκάς είναι άνδρας, κάτι που μπορεί να τεκμαίρει κανείς και από ύφος του χιούμορ του. Ανάλογα παραδείγματα "ανωνυμίας" υπάρχουν και στο εξωτερικό. Πολλοί συγγραφείς έχουν εμφανιστεί με ψευδώνυμα κατά καιρούς με δεδομένο ότι είναι γνωστοί στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Στην "Ιστορία της Ο" ένα ελαφρώς πορνογραφικό μυθιστόρημα, το οποίο είχε προκαλέσει εντύπωση στα τέλη της δεκαετίας του ’60 - αρχές του ’70, λεγόταν ότι ήταν ενός διάσημου γάλλου γλωσσολόγου της εποχής, ονόματι Jean Paul Hand, ο οποίος εμφανιζόταν με γυναικείο ψευδώνυμο γιατί δεν ήθελε να φανεί ο ίδιος». Γνωρίζεται με τους εκδότες που κλείνει συμφωνίες για την έκδοση ενός βιβλίου; «Προφανώς! Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι είναι και πολύ φίλος με το Βαγγέλη Τρικεριώτη, ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου Πρωτοπορία και εκδότη. Απλώς προτιμάει να μην τον αναγνωρίζουν στο δρόμο ή να μην τον αναγνωρίζουν ως ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, όπως κάνει για παράδειγμα ο Στάθης, πολύ καλός σκιτσογράφος μεν, ο οποίος όμως βρίσκεται πολιτικά ακόμη στο 19ο αιώνα με σύνθημα το «προλετάριοι όλοι της γης ενωθείτε». Είναι εντελώς διαφορετικό να καγχάζει κανείς το σύμπαν όπως κάνει ο Αρκάς, και διαφορετικό να χρησιμοποιεί κάποιος ένα είδος στρατευμένου χιούμορ, το οποίο παύει αυτομάτως να είναι χιούμορ καθώς γίνεται στράτευση». «Πώς γνωριστήκαμε…» Περιγράφοντας τη γνωριμία μαζί του, ο Πέτρος Μαρτινίδης θυμάται ότι πριν από αρκετά χρόνια -πρέπει να ήταν στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980- όταν ο ίδιος ως αναγνώστης του Αρκά έτυχε να τον συναντήσει. «Ήμουν και είμαι φανατικός των κόμιξ. Είχε γράψει ένα βιβλίο γύρω στο 1980 με 1981 με τίτλο "Κόμιξ, τέχνη και τεχνικές της εικονογραφήγησης", όπου μιλούσα για τις διαφορές της γελοιογραφίας με το κόμιξ. Παρεμπιπτόντως σε μία ομιλία μου ανέλυα και μερικά από τα σκίτσα του Αρκά, καθώς είχαν μόλις αρχίσει να κυκλοφορούν τα πρώτα από αυτά. Μετά την ομιλία μου ήρθε ένας κύριος να με χαιρετήσει, λέγοντάς μου "Γεια είμαι ο Αρκάς". Αργότερα γίναμε φίλοι για διάφορους λόγους». Γιατί δεν εμφανίζεται δημοσίως «Αν θέλετε ένα σχόλιο πιο προσωπικό σε ότι αφορά την επιλογή του να μην εμφανίζεται -φαντάζομαι ότι αν το διαβάσει δεν θα μου κακιώσει- θα έλεγα ότι υπάρχει μία διάθεση να μην ανακατεύεται πολύ με τον κόσμο. Φαντάζομαι ότι είναι ένας άνθρωπος ο οποίος δεν θα στριμωχνόταν σε ένα λεωφορείο, δεν θα "πατιόταν" σε μία ουρά για να βγάλει εισιτήρια για μια καλή παράσταση ή κάτι τέτοιο. Είναι ένας άνθρωπος, ο οποίος προτιμάει να κρατάει μία απόσταση από τον κόσμο και ιδίως αυτή την περίοδο δεν είναι και ό,τι το θελκτικότερο υπάρχει. Πρόκειται για μία πιο φιλοσοφική στάση ζωής ή όπως αλλιώς θέλετε να την χαρακτηρίσετε…». Γράφει ο ίδιος τα οπισθόφυλλα των βιβλίων του; «Αν δείτε και τα οπισθόφυλλα των βιβλίων του, τα οποία είναι επίσης σε τρίτο πρόσωπο -παρά το γεγονός ότι δεν τον έχω ρωτήσει-, έχω την εντύπωση ότι πρέπει να τα γράφει ο ίδιος. Κι εγώ άλλωστε το ίδιο κάνω. Τα οπισθόφυλλα των μυθιστορημάτων ή άλλων βιβλίων μου τα γράφω ο ίδιος, δεν ζητάω να τα γράφει κάποιος άλλος. Και φαντάζομαι ότι εφόσον στα οπισθόφυλλά του γράφει σε τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό του, δεν το κάνει μέσα σε κάποιο παραλήρημα μεγαλείου. Το κάνει όμως για να εκφράσει την κατάσταση, στην οποία εδώ και πολύ καιρό διατελεί, χωρίς να διατηρεί μία δημόσια προσωπική εικόνα μολονότι διαθέτει δημόσια εικόνα εξαιτίας των έργων του. Δεν αγαπάει τη δημοσιότητα και κατά συνέπεια, μοιραία, και τους δημοσιογράφους. Μην ξεχνάτε ότι διάφορα ποιήματα του Πεσόα κυκλοφορούσαν όσο ζούσε με ψευδώνυμο και ο κόσμος θαύμαζε το συγκεκριμένο ποιητή χωρίς να γνωρίζει ποιος είναι. Αφού πέθανε, τον έψαξαν, τον προέβαλαν, βγήκαν φωτογραφίες του στη δημοσιότητα. Ο ίδιος υπέγραφε με ψευδώνυμο όχι επειδή μισούσε τον κόσμο, αλλά γιατί δεν ήθελε να έρχεται αντιμέτωπος με ερωτήματα όπως: "γιατί έγραψες αυτό και γιατί το έγραψες έτσι;". Εξάλλου, από τη στιγμή που δημοσιεύονται βιβλία ή κόμιξ είναι έκθετα σε οποιαδήποτε ανάγνωση ή κριτική. Ο αναγνώστης μπορεί να τα βρει θεϊκά, σιχαμένα ή οτιδήποτε άλλο», εξηγεί ο Πέτρος Μαρτινίδης Η σχέση του Αρκά με τη ζωή και το θάνατο «Η επιθανάτια αγωνία είναι ένα στοιχεία που συναντάει κανείς στα βιβλία του Αρκά. Στην προσωπική του ζωή πάντως είναι μια χαρά. Πηγαίνει διακοπές, σινεμά, θέατρο. Βρίσκεται ανάμεσά μας. Ένας κανονικός άνθρωπος. Δεν ξέρω πάντως εάν έχει και κάποια οπισθόβουλη διάθεση, η οποία υπαγορεύει ότι αυτή η διάθεση μυστηρίου του Αρκά κάνει πιο θελκτικό το έργο του. Δεν νομίζω όμως. Παραείναι γενναιόδωρος άνθρωπος στην προσωπική του ζωή για να κάνει τέτοιες μικρότητες. Έτσι κι αλλιώς όταν διαβάζει κανείς τα βιβλία του, τα χαίρεται, επομένως τι σημασία μπορεί να έχει ποιος είναι ο Αρκάς;», λέει ο Πέτρος Μαρτινίδης. Γιώργος Μπαζίνας, εκδότης ΒΑΒΕΛ ιδιοκτήτης εκδοτικού οίκου Παρά Πέντε Η γνωριμία του εκδότη του ιστορικού περιοδικού «ΒΑΒΕΛ» και μετέπειτα του περιοδικού «Παρά Πέντε» μετράει πάνω 30 χρόνια. Ο Αρκάς μφανίζεται για πρώτη φορά στη «ΒΑΒΕΛ» με τον… ανασφαλή «Κόκκορα» το 1981. Ο Γιώργος Μπαζίνας συνεργάστηκε με τον Αρκά και αργότερα στα περιοδικά που διαδέχθηκαν τη «ΒΑΒΕΛ»: στο «Παρα Πέντε» και στο «Μικρό Παραπέντε». Για τον ίδιο, ακόμα και στα πρώτα του βήματα, ο Αρκάς ήταν ένας από τους πιο ολοκληρωμένους καλλιτέχνες της εποχής του. «Μεγάλο περιοδικό της εποχής τον είχε απορρίψει» «Αυτό που ενδεχομένως θα μπορούσε να σας βοηθήσει στη γενικότερη εικόνα του Αρκά, είναι πως όταν έφερε τα σκίτσα του για πρώτη φορά στη ΒΑΒΕΛ, είχε ήδη διαμορφώσει την καλλιτεχνική του αντίληψη. Είχε μελετήσει και είχε αναπτύξει την τεχνική που εμπεριέχει το comic-strip, τα σκιτσάκια του όπως εμφανίζονται στον Κόκκορα. Η δουλειά που συνήθως μας έφερναν οι νέοι καλλιτέχνες, ήταν τις περισσότερες φορές ατελής, πρωτόλεια και χρειαζόταν επεξεργασία για να λάβει δημοσιεύσιμη μορφή. Ο Αρκάς αντιθέτως ήταν ολοκληρωμένος δημιουργός. Όχι μόνο στην τεχνική, αλλά και στο διαβρωτικό του χιούμορ. Διέθετε εξαρχής πρωτότυπο και εφευρετικό υλικό, γι' αυτό άλλωστε κι έγινε αμέσως δημοφιλής ανάμεσα στους αναγνώστες μας, τους οποίους είχαμε συνηθίσει στα πιο προωθημένα ευρωπαϊκά κόμικς και τους μεγαλύτερους χιουμορίστες της εποχής. Ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα σεμνός, δεν εμφανίστηκε ποτέ ο ίδιος, παρά έστειλε τη δουλειά του με μια φίλη του να μας τη δείξει. Τον γνώρισα όταν εξέφρασα την εκτίμησή μου για τη δουλειά του και ζήτησα την άμεση δημοσίευση των έργων του. Αυτό που είναι σημαντικό να ειπωθεί επίσης, είναι ότι η δουλειά του ήταν εκτός αποδεκτών πλαισίων της εποχής, ελευθερόστομη και αλογόκριτη στην έμπνευσή της. Γνωρίζω μάλιστα ότι πριν έρθει σε εμάς, είχε κάνει μια απόπειρα επαφής με μεγάλο εβδομαδιαίο περιοδικό της εποχής κι εκείνη τον απέρριψαν πανηγυρικώς ως μη συμβατό με τα χρηστά ήθη και τη σεμνοτυφία των αναγνωστών τους». Άννα Πατάκη, εκδότρια - εκδόσεις Πατάκη Η Άννα Πατάκη, γνώρισε πρόσφατα τον Αρκά μέσω τηλεφώνου με αφορμή το βιβλίο του Αύγουστου Κορτώ, «Έρως Ανίκατε Μάσαν», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη. Η γνωριμία της μαζί του περιορίστηκε στις τηλεφωνικές διαπραγματεύσεις που αφορούσαν στο εξώφυλλο του καινούργιου βιβλίου. «Ο Πέτρος Χατζόπουλος, όπως είναι το πραγματικό όνομα του Αύγουστου Κορτώ, μου είπε κάποια στιγμή συζητώντας για το εξώφυλλο, ότι θα ήθελε πάρα πολύ να έχει ένα έργο του Αρκά. Έτσι, βρήκα το τηλέφωνό του και τον κάλεσα. Δεν σας κρύβω βέβαια ότι ήταν μία καλή αφορμή για να τον γνωρίσω κι εγώ, καθότι είμαι θαυμάστριά του. Μιλήσαμε στο τηλέφωνο και τον ρώτησα αν θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε κάποιο από τα σκίτσα του. Ήταν πολύ ευγενικός, γνώριζε το έργο του Κορτώ και μου ζήτησε να του μεταφέρω ότι είναι θαυμαστής του. Στη συνέχεια με κάλεσε να διαλέξω μία εικόνα του με την προϋπόθεση να μην κοπεί, αλλά να τυπωθεί ολόκληρη στο εξώφυλλο. Διαλέξαμε τη συγκεκριμένη εικόνα, η οποία είναι εμβληματική για τον ίδιο τον Αρκά, και ταίριαζε απόλυτα στο συγκεκριμένο βιβλίο. Αρχικά είχα σκεφτεί να του ζητήσω να σχεδιάσει κάτι ειδικά για το βιβλίο. Εκείνος όμως μου απάντησε ότι δεν σχεδιάζει για τρίτους. Άφησε όμως το ελεύθερο στην περίπτωση κατά την οποία μου άρεσε κάποιο από τα ήδη υπάρχοντα σκίτσα του, να επιλέξω ένα από αυτά». Ως επιμύθιο στο αφιέρωμα που ποτέ εκείνος δεν θα ζητούσε, επιλέγοντας να εμφανίζεται μέσα από τα σκίτσα του και όχι μέσω της αδηφάγου δημοσιογραφικής διάθεσης για έκθεση προσώπων και πραγμάτων, αφήσαμε ένα σκίτσο. Το σκίτσο αυτό ήρθε στη δημοσιότητα το 1982, μετά από επιθυμία των αναγνωστών του περιοδικού «ΒΑΒΕΛ» να δουν μία φωτογραφία του. Σε απάντησή τους, ακολούθησε δημοσίευση στο περιοδικό με ένα σκίτσο του Αρκά, στο οποίο εικάζεται ότι ο γενειοφόρος άνδρας που εικονίζεται είναι ο ίδιος. Το σχόλιο που συνόδευε τη φωτογραφία ανέφερε: «Πολλοί αναγνώστες μας ζήτησαν επίμονα μια παρουσίαση του Αρκά, πιστεύοντας πως μετά από ένα χρόνο και ένα μήνα ζωής στις σελίδες της βαβέλ είναι καιρός να γίνουν οι συστάσεις. Εμείς πιστεύουμε πως το αίτημα είναι λογικό και δίκαιο. Όμως ο Αρκάς είναι τύπος εξαιρετικά συνεσταλμένος για να δεχτεί οποιαδήποτε προβολή του. Χρειάστηκε ιδιαίτερη επιμονή για να υπερνικήσουμε αυτή την έμφυτη σεμνότητά του και ιδού το αποτέλεσμα: Ο επίσημος ιστότοπος του Αρκά: www.arkas.gr Ορίστε και το λινκ για το άρθρο. Πολλά περισσότερα για τον Αρκά, εδώ φυσικά. ΥΓ: Έχω την υποψία - σχεδόν βεβαιότητα - ότι κάποιος είχε ξεθάψει αυτό το σκίτσο και την επιστολή και τα είχε αναρτήσει στο φόρουμ; Ποιος; Πού; ΥΓ 2: Η απάντηση δόθηκε από τον κατάλληλο άνθρωπο (δείτε το παρακάτω ποστ)
  4. Στο βιβλίο αυτό περιλαμβάνονται κείμενα του Γιώργου Μπαζίνα που δημοσιεύτηκαν μεταξύ 2007 και 2009 στην εφημερίδα "Γαλέρα". Υπενθυμίζω ότι η Γαλέρα διέκοψε την κυκλοφορία της τον Δεκέμβριο του 2009. Όλα τα κείμενα συνδέονται με την τότε τρέχουσα επικαιρότητα και μόνο ως έτσι ή ως συλλογή κειμένων μπορούν να αντιμετωπιστούν. Είχα διαβάσει σε πρώτη ανάγνωση τα κείμενα καθότι ήμουν τακτικός αναγνώστης της Γαλέρας και θυμάμαι ότι τα διάβαζα με μεγάλο ενδιαφέρον. Χτες και σήμερα όμως που τα ξαναδιάβασα συγκεντρωμένα, μου άφησαν ανάμικτα συναισθήματα. Μου επαναφέραν στο μυαλό εικόνες της τότε καθημερινότητας, όμως όχι με την ίδια αποτελεσματικότητα (ας το πω έτσι) από όταν τα διάβαζα στη Γαλέρα. Τελικά κάποια γραπτά συνδέονται άρρηκτα με την στιγμή που γράφτηκαν και καλό είναι να μένουν έτσι. Η έκδοση συμπληρώνεται από επιλεγμένες γελοιογραφίες των Binet, Wolinsky, Larson, Quino, Blachon, Serre, Vauro, Chumez, Franquin, Rechin, Sine, Stromoski, Ziche, Minoggio, Chiappori, Dalmaviva, Mordillo, Husband και Soulas που από μόνες τους αποτελούν ένα επιπλέον κίνητρο αγοράς αυτού του βιβλίου.
  5. Περιλαμβάνει δηλώσεις των Μπαζίνα και Τζούδα και στοιχεία για το τιράζ Βαβέλ, Παραπέντε κτλ.
  6. ἀφιερωμένο στόν ἀξιαγάπητο λάτρη τῶν ἑλληνικῶν κόμικς!!! δεύτερη προσπάθεια γιά ἕνα μικρό ἐρωτικό ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ ποῦ θά κυκλοφοροῦσε τουλάχιστον δύο φορές τόν χρόνο πολύ φοβᾶμαι δέν ἀκολούθησε ἄλλο τεῦχος ΤΙΜΗ ΔΡΧ. 1000 παρουσίαση τῆς πρώτης περιόδου ἀπό τόν μποναντραγκ θά βρεῖτε ἐδῶ παρουσίαση τῆς τρίτης προσπάθειας χωρίς τόν προσδιορισμό μικρό θά βρεῖτε ἐδῶ
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.