Jump to content

Archontis Pantsios

Members
  • Content Count

    43
  • Joined

  • Last visited

  • Points

    664 [ Donate ]

Community Reputation

559 Good

2 Followers

About Archontis Pantsios

  • Rank
    Μόλις μπήκα
  • Birthday 10/26/1961

Recent Profile Visitors

The recent visitors block is disabled and is not being shown to other users.

  1. Και μια και μιλάμε για Χριστουγεννιατικες ιστορίες, να αναφέρω και την ιστορια “Il Premio di Bonta” («ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΔΩΡΑ»), των Chendi/Scarpa, που την διάβασα για πρώτη φορά τα Χριστούγεννα του 1969 στο Μίκυ Μαους #183 και την ξαναδιαβάζω ανελλιπώς κάθε Χριστούγεννα. https://inducks.org/story.php?c=I+TL++369-A Δεκάδες Χριστουγεννιάτικες ιστορίες μετά, παραμένει η αγαπημένη μου Χριστουγεννιατικη ιστορια EVER, που με πάει πίσω στα παιδικά μου χρόνια. Αξέχαστος ο ρόλος των Λύκων που «κλέβουν» (no pun intended) την παράσταση σ’ αυτήν την ιστορια!
  2. Ο Guido Martina ήταν πράγματι μάστορας στις παρωδίες και δείχνει την μεγάλη του κλάση στο Canto di Natale, παρότι στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 ήταν στο ηλιοβασίλεμα της καριέρας του. Όχι άδικα, η ιστορία παίρνει βαθμολογία 7,5 στο Inducks. Δυστυχώς μόνο μέσω πρόσβασης στο πρωτότυπο θα μπορεί κανεις να απολαύσει τέτοιες ιστορίες γιατί κι εγώ δεν βλέπω πως μπορούμε να τις δούμε στα Ελληνικα. Μόνο μέσω κάποιων ειδικών εκδόσεων από κάποιον με μεράκι.
  3. ΚΛΑΣΙΚΕΣ ΙΤΑΛΙΚΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ Τεσσερις από τις γιορτινες ιστορίες που ξαναδιάβασα τις τελευταιες ημέρες ήταν σε σενάριο του Προφεσορε Guido Martina από την δεκαετία του ‘50 και σχεδιασμένες από τους μεγαλους καλλιτέχνες Romano Scarpa, Luciano Bottaro, Giovan Battista Carpi, και Luciano Gatto: (1) “Le Delizie Natalizie” («Χριστουγεννιατικες Πλάκες»), των Martina/Scarpa, 1954. https://inducks.org/story.php?c=I+AO+54051-A (2) “La Doppia Vigilia di Natale” (“Η Διπλή Παραμονή Χριστουγέννων»), των Martina/Bottaro, 1956, αδημοσίευτη στην Ελλάδα. https://inducks.org/story.php?c=I+TL++129-AP (3) “Il Doppio Capodanno” (« Η Διπλή Πρωτοχρονιά» στο πρωτοτυπο, αλλά δημοσιεύθηκε στην Ελλάδα πολλαπλά ως «Διπλα Χριστούγεννα»), των Martina/Carpi, 1958. https://inducks.org/story.php?c=I+AT+++13-A (4) “Il Natale Natalizio” («Τα Γιορτινά Χριστούγεννα»), των Martina/Gatto, 1958, αδημοσίευτη στην Ελλάδα. Αυτή ήταν η δεύτερη ιστορια που σχεδίασε ο Gatto. https://inducks.org/story.php?c=I+TL++200-AP Κυριαρχεί στις ιστορίες η κυνικότητα του Martina και η έλλειψη political correctness. Τις ιστορίες επίσης συνδέει η εμφάνιση ηρώων από διαφορετικούς κόσμους του Ντίσνεϊ: εκτός από την κοινή εμφάνιση χαρακτήρων από την Λιμνουπολη και το Μίκι Σιτι (στη δεύτερη ιστορια η πόλη ονομάζεται Topolinopoli, συγκερασμός των Topolinia και Paperopoli), εμφανίζονται χαρακτήρες όπως ο Κακός Λύκος και οι Τσιπ και Ντέιλ. Παρά το πέρασμα δεκαετιών, παραμένουν φρέσκες και απολαυστικές! Μια πέμπτη, πιο πρόσφατη ιστορια, επισης σε σενάριο του Martina, αποτελεί παρωδία του έργου του Καρολου Ντίκενς “A Christmas Carol”, όπου βλέπουμε τον Σκρουτζ Μακ Ντακ στον ρόλο του Εμπενηζερ Σκρουτζ: 5) “Canto di Natale”, των Martina/Colomer Fonts, 1982, αδημοσίευτη στην Ελλάδα. https://inducks.org/story.php?c=I+TL+1412-A Μπόλικο υλικό Χριστουγεννιάτικων ιστοριών για δημοσίευση, μια και μόνο δυο από τις παραπάνω ιστορίες δημοσιεύθηκαν στην Ελλάδα! ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!
  4. ΜΕΡΟΣ H’: ΠΙΤΣΑ ΣΤΗΝ LUCCA ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ Κάπως έτσι πέρασε εκείνο το απόγευμα του Σαββάτου, μέσα σε μια πανδαισία από κόμικς, έχοντας πάντα εκείνη την γλυκιά αίσθηση ότι κάπου εκεί στα εκατοντάδες εκθέματα υπήρχε πάντα η πιθανότητα να βρεις αυτό που ψάχνεις, ή κάτι άλλο αναπάντεχο, κάτι που δεν το περίμενες, μάννα εξ ουρανού. Και να βλέπεις τους γύρω σου να είναι σε μια παρόμοια κατάσταση με την δική σου, σε καταλάβαιναν και τους καταλάβαινες, έβλεπες τη χαρά στα μάτια κάποιου και ήξερες ακριβώς από πού πήγαζε αυτή η χαρά… Φυσικά, όλα έχουν ένα τέλος, καλά ή κακά, και η πρώτη μέρα της Έκθεσης κόμικς της Lucca έκλεισε τις πόρτες της στις 7¨00 το απόγευμα. Όνειρο ήταν ή πραγματικότητα, δεν ήμουν και τόσο σίγουρος όσο το ζούσα—υπήρχαν βέβαια αδιάψευστοι μάρτυρες τα δεκάδες κόμικς και βιβλία που γέμιζαν τις τσάντες μας και καμπούριαζαν τους ώμους μας… Επειδή ήταν ακόμη νωρίς (και μια και η επόμενη μέρα ήταν Κυριακή, κι επιπλέον θα κερδίζαμε μια ώρα γιατί θα γύριζαν τα ρολόγια μια ώρα πίσω), οι πέντε της βασικής παρέας (εγώ, ο Armando, η Michela, ο Gianluca και ο Stefano) αποφασίσαμε να επισκεφθούμε την πόλη της Lucca για βραδινό φαγητό. Το τέλος της εστίασης όλων των αισθήσεων τόσες ώρες αποκλειστικά στα κόμικς, απελευθέρωσε νέες πηγές ερεθισμάτων, με πρωταρχική αυτής της πείνας! Η Lucca (γενέτειρα του Puccini) έχει μια μακρά ιστορία που παραπέμπει πίσω στους Ετρούσκους, και τα τείχη που περικλείουν την πόλη είναι οι φύλακες αυτής της ιστορίας (τα τείχη της παραμένουν άθικτα από την περίοδο της Αναγέννησης). Ο ποταμός Serchio κυλάει δίπλα της, τα εδάφη που την περιβάλλουν είναι εύφορα και το Τυρρηνικό Πέλαγος δεν απέχει πολύ μακριά. Δυστυχώς δεν είχα χρόνο για να δω τ’ αξιοθέατα της πόλης, επισκεφθήκαμε όμως μια-δυο πλατείες και σεργιανίσαμε για λίγο στο δαιδαλώδες σύστημα από στενά πλακόστρωτα σοκάκια όσο τα καταστήματα ήταν ακόμη ανοιχτά πριν καταλήξουμε, σαν την τορπίλη που έχει βάλει στόχο την ναυαρχίδα, σ’ ένα εστιατόριο. Εκεί παραγγείλαμε τριών-τεσσάρων ειδών πίτσες και μπορώ να πω ότι η γεύση τους έμεινε για πολύ καιρό στον ουρανίσκο μου—αν είναι να πάω ξανά στη Lucca, θα ‘ναι πρωτίστως για να επισκεφθώ και πάλι εκείνο το εστιατόριο με τις καταπληκτικές πίτσες! (Τελικά, αν δεν έχεις φάει πίτσα στην Ιταλία, είναι σα να μην έχεις φάει πίτσα…). Όλο αυτό το διάστημα, ανάμεσα σε τρεις Ιταλούς που δεν μιλούσαν γρι Αγγλικά, μπορώ να πω ότι είχα το πιο αυθεντικό crash-course στα καθομιλούμενα Ιταλικά που θα μπορούσα να έχω ποτέ. Ήταν πια περασμένες 10¨00 το βράδυ όταν πήγαμε πίσω στο αυτοκίνητο και το ταξίδι επιστροφής στη Γένοβα ήταν περισσότερο υποτονικό, καθώς οι τρεις από τους πέντε επιβάτες αποκοιμήθηκαν και έμεινα εγώ ξύπνιος να κρατάω συντροφιά τον Αρμάντο που ήταν στο τιμόνι. Η αλήθεια είναι ότι δεν καταλάβαμε πως περάσανε οι δύο και κάτι ώρες ως τη Γένοβα, μιας και καλύψαμε όλα τα πιθανά θέματα σχετικά με τα Ιταλικά κόμικς και τους δημιουργούς τους που μπορεί να φανταστεί κανείς, και κάνοντας βέβαια έναν απολογισμό της ημέρας, των αγορών που κάναμε και των ανθρώπων που συναντήσαμε. Όταν τελικά φτάσαμε στη Stella γύρω στη 1¨00 πμ, αισθανθήκαμε μεγάλη ανακούφιση γυρίζοντας τα ρολόγια μια ώρα πίσω και κερδίζοντας έτσι μια παραπάνω ώρα ύπνου. Επειδή έπρεπε να ξυπνήσω νωρίς την επόμενη μέρα για το ταξίδι επιστροφής στην Ελλάδα, έπρεπε να βρω το κουράγιο να ταιριάσω τις στοίβες από κόμικς και βιβλία που είχα αγοράσει τις δύο προηγούμενες ημέρες στις αποσκευές που είχα φέρει από την Ελλάδα, αλλά και σε μια επιπλέον τσάντα που αναγκάστηκα να δανειστώ από τον Αρμάντο—κάτι που από την αρχή των αγορών φάνταζε αναπόφευκτο… Το τηλεφώνημα της γυναίκας μου από την Ελλάδα μας ξύπνησε στις 6¨00 το πρωί για να μάθει τα τελευταία νέα και να μου ευχηθεί για το ταξίδι. Δεν θα το πιστέψετε (ούτε εγώ το πίστευα), αλλά ο καιρός είχε αλλάξει απότομα, είχε συννεφιάσει με πυκνή ομίχλη, και λίγο πριν την Γένοβα άρχισε να ρίχνει καρεκλοπόδαρα! Ο Αρμάντο με άφησε στον σιδηροδρομικό σταθμό της Γένοβας και αποχαιρετιστήκαμε, δίνοντας ραντεβού στην Ελλάδα. Έφτασα χωρίς πρόβλημα στο Μιλάνο (κάνοντας μια διαδρομή μέσα στην ομίχλη σαν σε ταινία του Χίτσκοκ ή του Αγγελόπουλου), και μετά στο αεροδρόμιο Malpensa για την πτήση των 1¨30 μμ για Θεσσαλονίκη. Ήταν ο γλυκόπικρος επίλογος τεσσάρων καταπληκτικών ημερών, και η πρόταση του Αρμάντο να επισκεφθούμε την Έκθεση κόμικς Expocartoon στην Ρώμη που θα γινόταν αργότερα τον ίδιο μήνα, παρότι με συγκίνησε, δεν είχε ούτε μια στο εκατομμύριο πιθανότητα να περάσει από τον προυπολογιστικό έλεγχο της γυναίκας μου, γιατί και η συζυγική κατανόηση έχει τα όρια της. Στο δρόμο της επιστροφής, με 60 κόμικς και βιβλία βαρύτερος («πλουσιότερος», ήθελα να πιστεύω), σκεφτόμουν ότι έπρεπε να βρω την απάντηση σε δυο βασικά, πιεστικά ερωτήματα: (1) Που θα έβρισκα τον χώρο για όλα αυτά τα βιβλία, και (2) Πότε θα έβρισκα τον χρόνο για να τα διαβάσω. Ευτυχώς, με λίγη καλή θέληση, απάντηση βρέθηκε και στα δύο… ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟΥ---ΕΥΧΟΜΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΕΥΤΥΧΙΑ!
  5. ΜΕΡΟΣ Ζ’: Η ΞΑΝΘΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ Τις επόμενες δύο ώρες τις περάσαμε περιφερόμενοι από τέντα σε τέντα, χωρίς να έχουμε βέβαια στην διάθεσή μας τον χρόνο που θα θέλαμε για ενδελεχή κομιξική «ενδοσκόπηση», αλλά και για παζάρια! Το περιβάλλον ήταν πανηγυρτζίδικο: πολύς κόσμος, πολλά χρώματα, φασαρία και συνωστισμός καθώς περνούσε η ώρα. Σε μερικές τέντες είχαν έρθει καλεσμένοι καλλιτέχνες και έδιναν αυτόγραφα, αλλά δεν υπήρχε κάποιος από την οικογένεια Ντίσνευ εκείνη την πρώτη μέρα. Εγώ είχα ηρεμήσει κάπως, οι χτύποι της καρδιάς μου πρέπει να είχαν επιστρέψει στο φυσιολογικό τους ρυθμό, πρέπει να είχε περάσει ο κίνδυνος του εγκεφαλικού πλέον και προσπαθούσα να είμαι όσο περισσότερο εργονομικός μπορούσα… Κάποια στιγμή χτύπησε το κινητό του Αρμάντο και ανακοίνωσε την άφιξη του τρίτου μέλους της Disney Comics Mailing List (dcml) που θα γνώριζα από κοντά εκείνη την ημέρα: του Paolo C., με τον οποίο είχα ηλεκτρονική αλληλογραφία τα προηγούμενα τρία χρόνια και που έλπιζε να μπορούσε να βρει χρόνο για να έρθει στην Lucca από την Ρώμη, μια απόσταση 5 ωρών! Μέχρι το προηγούμενο βράδυ δεν ήταν ακόμη σίγουρο αν θα τα κατάφερνε, κι έτσι όταν ακούσαμε ότι ήταν εκεί χαρήκαμε πολύ! Ο Paolo μ’ ευγνωμονούσε γιατί του είχα στείλει έγχρωμες φωτοτυπίες των ελαιογραφιών του Floyd Gottfredson, του μεγάλου δημιουργού ιστοριών με τον Μίκυ Μάους, κι εγώ του όφειλα γιατί αυτός ήταν που μου άνοιξε πρώτος την πόρτα των Ιταλικών κόμικς και μετέπειτα μου είχε στείλει δεκάδες δυσεύρετα τεύχη του Zio Paperone. Έτσι κανονίσαμε να συναντηθούμε στην είσοδο της Έκθεσης: μετά από τρία χρόνια ηλεκτρονικής αλληλογραφίας κατάφερα επιτέλους να γνωρίσω τον Paolo και προσωπικά και να κάνουμε κάτι σαν μικρό reunion της dcml σε ιταλικό έδαφος. Ο Paolo δεν είχε κάνει μόνος του το ταξίδι στη Lucca—μαζί του ήταν η φίλη του (μια όμορφη, ξανθιά κοπέλα), η οποία (όπως όλοι μας συμφωνήσαμε) θα πρέπει να ήταν κάργα ερωτευμένη με τον Paolo, μιας και δέχτηκε να κάνει (υποστεί;) το μακρινό ταξίδι στην Lucca παρόλο που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τον Ντόναλντ Ντακ από τον Αστερίξ, ακόμα και αν ήταν υπόθεση ζωής ή θανάτου! Περιττό να αναφέρω ότι η παρουσία της ξανθιάς (“la bionda”) ήταν κύριο κουτσομπολίστικο θέμα σε πολλές από τις συζητήσεις εκείνης της ημέρας γιατί είχε ήδη διαρρεύσει η φήμη ότι ο Paolo τον τελευταίο καιρό μοίραζε δυσανάλογα τον ελεύθερο χρόνο του υπέρ της ξανθιάς και εις βάρος των Παπιών! Κάπου σε εκείνη τη φάση άρχισε να διαμαρτύρεται το στομάχι μας (καθότι, ως γνωστό, το στομάχι δεν τρέφεται με κόμικς), αλλά δεν είχαμε περιθώρια για λουκούλλειες πολυτέλειες: αγοράσαμε ότι υπήρχε διαθέσιμο στις καντίνες και το φάγαμε στο πόδι για να επιστρέψουμε γρήγορα στις τέντες των κόμικς. Οι δύο τσάντες μας γέμισαν γρήγορα και παραδώσαμε ένα μέρος από το περιεχόμενο τους στην Μικέλα και στον Gianluca που αποφάσισαν ότι είχαν δει αρκετά κόμικς για μια μέρα και ότι, αφού άφηναν τα κόμικς στο αυτοκίνητο, μετά θα πήγαιναν μια βόλτα στην πόλη της Lucca. Το υπόλοιπο του απογεύματος πέρασε καθώς επισκεφθήκαμε όλα τα εκθέματα στην προσπάθειά μας να βρούμε όσα περισσότερα κόμικς μπορούσαμε από την «Λίστα των Επιθυμιών» μας. Με την συνδρομή του Αρμάντο μπόρεσα να τσεκάρω το μεγαλύτερο μέρος από την δική μου λίστα στο τεφτεράκι που κουβαλούσα πάνω μου κι έπρεπε σύντομα να πάρω μια απόφαση (με βαριά την καρδιά) για το που θα σταματούσα τις αγορές. Από τη μια σκεφτόμουνα το πώς θα βόλευα όλα αυτά τα κόμικς στις αποσκευές μου, και από την άλλη ότι αυτή ήταν η μεγάλη μου ευκαιρία να συμπληρώσω τα ευρήματά μου, άγνωστο πότε θα μπορούσα να παραβρισκόμουν ξανά σε τέτοια μεγάλη Έκθεση. Ενδεικτικά μόνο, ανάμεσα στα πολλά μου ευρήματα εκείνης της ημέρας, να αναφέρω ένα μικρού μεγέθους σκληρόδετο βιβλίο που ανατυπώνει το “Storia e Gloria della dinastia dei Paperi” (275 σελίδες με ιστορίες των παπιών διαμέσου των αιώνων, από τους Romano Scarpa και Giovan Battista Carpi) που με ελάφρυνε κατά 20.000 λιρέτες, το βιβλίο του Mezzavilla όπου αναλύεται η δουλειά του Giorgio Cavazzano, τον τόμο “L’ oro di Zio Paperone”, μια διατριβή πάνω στον Θείο Σκρουτζ, και τον τότε πρόσφατο τόμο του Mondadori “Macchia Nera e tutti I cattivi” (“The Phantom Blot and all the Villains”). Αναφέρω με θλίψη ότι αναγκάστηκα να προσπεράσω πολύ ενδιαφέροντες τόμους (κάτι που το μετάνιωσα αργότερα), όπως τη δουλειά του Cavazzano με μη-Ντίσνευ χαρακτήρες, όπως το “Il Capitan Rogers” (τόμους που αγόρασα τα επόμενα χρόνια μέσω του e-bay πολύ ακριβότερα). Τέλος, πρέπει να αναφέρω για την ιστορική καταγραφή ότι επιδεξιότερος όλων στο παζάρεμα αποδείχτηκε ο μαθηματικός Marco B., ο οποίος μετέτρεψε το παζάρεμα σε πραγματική επιστήμη μπροστά στα μάτια μας μέσω σειρών από προσφορές και αντιπροσφορές, συνοδευόμενες από την ανάλογη ηθοποιία και χειρονομίες, και ομόφωνη υπήρξε η παραδοχή ότι η παζαρευτική δεινότητα του Marco θα έκανε τον Θείο Σκρουτζ πολύ υπερήφανο! (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
  6. ΜΕΡΟΣ ΣΤ’: TO ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΩΝ ΚΟΜΙΚΣ Μόλις περάσαμε τις πύλες της Έκθεσης και μπήκαμε στον κύριο χώρο όπου είχε στηθεί το πανηγύρι, κοντοστάθηκα για ένα ατέλειωτο λεπτό για να πάρω μια πανοραμική άποψη της συνολικής έκτασης. Αυτό που έβλεπες τρις-τριγύρω σου ήταν πολλές μικρές κωνικές τέντες, σαν ένα μικρό δάσος από μικρές τέντες τσίρκου, και η κάθε μια είχε διάφορα εκθέματα κόμικς! Τσιμπήθηκα για να βεβαιωθώ ότι ζούσα μια πραγματικότητα και ότι δεν έβλεπα ένα από τα συνηθισμένα μου όνειρα που έσβηναν με το ξύπνημα… Εκεί ακριβώς στην είσοδο, δεν προλάβαμε να κάνουμε δέκα βήματα, συναντήσαμε το δεύτερο από τα τρία μέλη της Disney Comics Mailing List (dcml) που έμελλε να γνωρίσω εκείνη την ημέρα, τον Leonardo G., ένα άλλο κομιξικό ψώνιο, αλλά και μεγάλο γνώστη των Ιταλικών Ντίσνευ κόμικς, συγγραφέα πολλών εμβριθών διατριβών με θέμα τους αγαπημένους μας κομιξικούς χαρακτήρες και τους δημιουργούς τους (Σημ: Η Ιταλία είναι η αδιαμφισβήτητη πρωταθλήτρια στην παραγωγή πρωτότυπων Ντίσνευ κόμικς, αλλά και τόμων που συλλέγουν ιστορίες και συνοδεύονται από λεπτομερείς και βαθυστόχαστες αναλύσεις για τα κίνητρα των ηρώων, τη δομή της ιστορίας, κλπ, που διαβάζοντας τες έχεις την εντύπωση ότι διαβάζεις κριτικές φιλοσοφικές αναλύσεις πάνω στις σκέψεις μεγάλων στοχαστών, όπως του Σωκράτη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Λοκ, του Ζήνωνα, του Επίκουρου, κα. ) Ο Leonardo ήταν και φέρελπις «κλασικός» λογοτέχνης και ο Αρμάντο μου είχε μιλήσει για ένα μυθιστόρημα-θρίλερ που είχε δημοσιεύσει πρόσφατα (το βιβλίο αυτό δεν είχε καμία σχέση με τα Παπιά), και που ελάμβανε χώρα στη δεκαετία του ‘30, το διάστημα που είχε επισκεφθεί ο Χίτλερ την Φλωρεντία. Ο Αρμάντο περίμενε με αγωνία να συναντήσει τον Leonardo ο οποίος θα του έφερνε αντίτυπα του περιοδικού Topolino Giornale για να τα καταχωρήσει στο Ευρετήριο των Ιταλικών Ντίσνευ κόμικς (Το “Topolino Giornale”, σε μεγάλο σχήμα εφημερίδας, ήταν η πρώτη έκδοση Ντίσνευ κόμικς στην Ιταλία και είχε πρωτοεμφανιστεί από τις εκδόσεις Nerbini το 1932, δημοσιεύοντας και άλλες ιστορίες εκτός από Ντίσνευ. Ο Mondadori παίρνει τα ηνία το 1935 και από το 1939 μετονομάζεται απλώς σε Topolino. Το 1949 παίρνει την σημερινή του μορφή σε σχήμα μικρού περιοδικού). Για όσο διάστημα λοιπόν έλειψαν για να κανονίσουν την «μεταφορά», βρήκα την πρώτη μου ευκαιρία για να επισκεφτώ την πρώτη τέντα. Δεν μου πήρε παραπάνω από 2 λεπτά για να «πνιγώ» από τις ατέλειωτες στοίβες των κόμικς που υπήρχαν παντού! Ζούσα το όνειρό μου! Δεν ήξερα τι να πρωτοκοιτάξω και που να πρωτοσταθώ. Μέχρι να επιστρέψει ο Αρμάντο μετά από δεκαπέντε λεπτά κατάφερα να ανακαλύψω μια ενδιαφέρουσα έκδοση (σε μορφή σκληρόδετου βιβλίου) του Mondadori για τον Giovan Battista Carpi: “Topolino & Paperino: 40 anni di grandi storie disegnate da G. B. Carpi”, το οποίο αγόρασα πάραυτα! (Παραβιάζοντας έτσι, με τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου αδημονούντα, τον πρώτο και βασικό κανόνα που μου είχε επαναλάβει άπειρες φορές όσο οδηγούσαμε προς την Lucca ο Αρμάντο: μην πληρώνεις την αρχική τιμή, πάντα παζάρευε, γιατί οι πωλητές περιμένουν ότι θα παζαρέψεις). Τα Ιταλικά μου όμως τα χρησιμοποιούσα τσάτρα-πάτρα για να συνεννοηθώ, να ρωτήσω «quanto costa”, πως ν’ αρχίσω να παζαρεύω κιόλας! Το υπόλοιπο δίωρο το περάσαμε κάνοντας «ανασκαφές» μέσα σε τόνους από κόμικς, οπλισμένοι με μια «λίστα επιθυμιών» που είχαμε ετοιμάσει από βραδύς (και η οποία ποτέ δεν έπαψε να ανανεώνεται τα επόμενα χρόνια), που περιελάμβανε τις παλιές ιστορίες που ψάχναμε να βρούμε σε ανατυπώσεις. Εγώ αγόρασα (με την παζαρευτική συνδρομή και επιδεξιότητα του Αρμάντο αυτή τη φορά, που απέφερε σημαντικές οικονομίες οι οποίες θα μεταφράζονταν σε περισσότερα κόμικς), πάμπολλα παλιά τεύχη των “Classici”, “Grandi Classici” και “Albi di Topolino” που ανατύπωναν ιστορίες των μεγάλων Ιταλών «Δασκάλων» με τέτοιο φρενήρη αγοραστικό ρυθμό, που η τσάντα που είχα πάρει μαζί μου άρχισε να γεμίζει γρήγορα—και ήμασταν ακόμη στην πρώτη εκθεσιακή τέντα! Έτσι, χωρίς να έχω ξεκινήσει ακόμη καλά-καλά τις κομιξικές μου αγορές, το βασικό πρόβλημα είχε αρχίσει να διαγράφεται σχετικά καθαρά: πόσα κόμικς θα είχα τη δυνατότητα να αγοράσω στη Lucca; Ας γίνω ξεκάθαρος όμως: «δυνατότητα» όχι με την χρηματική έννοια μιας και τα κόμικς στην Ιταλία είναι υπερβολικά προσιτά, φτηνά θα έλεγα---«δυνατότητα» με την φυσική έννοια να μπορέσω να τα χωρέσω στις αποσκευές μου στην επιστροφή μου στην Ελλάδα! (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
  7. ΜΕΡΟΣ Ε’: LUCCA ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ! Σάββατο, 28 Οκτωβρίου, 2000, ανήμερα της επετείου της εθνικής μας εορτής του ΟΧΙ, ενώ πίσω στην πατρίδα τα μεγάφωνα κορόιδευαν τον «Μουσολίνι τον μακαρονά», εγώ βρισκόμουν ανάμεσα σε φίλους «μακαρονάδες» κι ετοιμαζόμασταν για εξόρμηση νότια προς την Τοσκάνη. Εκείνο το πρωί ξυπνήσαμε χαράματα στις 6¨30 και στις 7¨30 είχαμε βγει στο δρόμο για τη Γένοβα. Η Μικέλα θα μας έκανε παρέα και επιπλέον κάναμε μια σύντομη στάση στη Γένοβα για να πάρουμε άλλους δύο «προσκυνητές», τον Gianluca και τον Stefano, συναδέλφους του Αρμάντο από την ELSAG. Η μέρα, λόγω ειδικής συμφωνίας που είχαμε κάνει με τον Διάβολο των κόμικς πουλώντας τον την ψυχή μας, ήταν και πάλι ηλιόλουστη και πανέμορφη, λες και ήταν μέρα Μαγιάτικη. Στην αρχή η διαδρομή μας επεφύλασσε το πέρασμα ενός ορεινού συμπλέγματος διαμέσου μιας αλυσίδας από τούνελ, ώσπου να περάσουμε στην πανέμορφη Τοσκάνη με τις εναλλασσόμενες λοφώδεις και πεδινές της εκτάσεις. Είχα δει στο παρελθόν φωτογραφίες από αυτή την πανέμορφη περιοχή, αλλά το να είσαι εκεί , να οδηγείς και να είσαι μέρος ενός υπέροχου φυσικού τοπίου ήταν όνειρο. Η Έκθεση κόμικς της Lucca θα άνοιγε τις πύλες της στις 10¨00 το πρωί εκείνου του Σαββάτου και θα κρατούσε μέχρι την Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου. Φτάσαμε στη Lucca στις 11¨00 πμ, και αφήσαμε το αυτοκίνητο σ’ έναν τεράστιο χώρο για παρκάρισμα που υπήρχε δίπλα στο χώρο της Έκθεσης—ήδη μπορούσες να δεις σειρές ολόκληρες από αυτοκίνητα κάθε μάρκας και χρώματος να λιάζονται κάτω από τον καταγάλανο ουρανό της Τοσκάνης. Δεν υπήρχε εκείνη τη χρονιά η εκ των προτέρων δυνατότητα αγοράς εισιτηρίων και κατευθυνθήκαμε προς το περίπτερο έκδοσης εισιτηρίων όπου μας περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη: εκατοντάδες κομιξόφιλοι οπαδοί του παραφρασμένου ρητού «The early fan catches the comic”, είχαν ήδη δημιουργήσει μια ουρά τεραστίων διαστάσεων (μήκους 100 μέτρων και πλάτους 30 μέτρων!), και αλληλοσπρώχνονταν για το ποιος θα φτάσει στη θυρίδα. Υπολογίσαμε ότι με τον ρυθμό που προχωρούσε η ανθρώπινη ουρά, θα μας έπαιρνε τουλάχιστον μια ώρα μέχρι να βγάλουμε εισιτήρια και δεν πέσαμε πολύ έξω… Τουλάχιστον μπορούσε κάποιος να ψιλοδιασκεδάσει όσο περίμενε κι αντάλασσε αγκωνιές με τους διπλανούς του: επειδή η Έκθεση ήταν και κάτι σαν πανηγύρι, πολλοί επισκέπτες ήταν ντυμένοι με στολές διάφορων κομιξικών ηρώων, από τον Ντόναλντ Ντακ μέχρι τον Θωρ—αν και πρέπει να παραδεχτώ ότι οι περισσότεροι ήταν σούπερ-ήρωες, γιατί ενώ έψαξα να βρω και κάποιον Θείο Σκρουτζ ή κάποιον Λύκο, οι περισσότεροι μου ήταν σχετικά άγνωστοι σούπερ-ήρωες. Αν είχαμε το θάρρος (ή καλύτερα την κουζουλάδα) να κάναμε κι εμείς κάτι παρόμοιο, θα είχαμε αποφύγει την ορθοστασία στην ουρά, μιας και όσοι ήταν μασκαρεμένοι είχαν ελεύθερη πρόσβαση στους χώρους της Έκθεσης! (Καθόλου κακή ιδέα, πρέπει να το παραδεχτώ, σαν κίνητρο προσθήκης του απαραίτητου χρώματος στην Έκθεση, χωρίς την ανάγκη να προσλάβεις ειδικούς ηθοποιούς-επαγγελματίες για κάτι τέτοιο—και έχεις σίγουρο τον πηγαίο και αυθόρμητο ενθουσιασμό). Θα πρέπει να ήταν πια μεσημέρι όταν φτάσαμε στη θυρίδα των εισιτηρίων κι επιτέλους γίναμε ιδιοκτήτες αυτών των μαγικών χαρτιών για χάρη των οποίων είχαμε επιδοθεί την τελευταία ώρα σε «στενές επαφές». (Η τιμή εισόδου αν δεν με απατά οικτρά η μνήμη μου ήταν 13.000 λιρέττες—α, τι ωραία εποχή, η κάθε χώρα είχε το νόμισμα της και δεν χρειάζονταν να βάλει κανέναν μαστροπό στο κεφάλι της!). Αφού εφοδιαστήκαμε με τα κλειδιά του κομιξικού παραδείσου, κατευθυνθήκαμε προς την κεντρική είσοδο της Έκθεσης όπου συναντήσαμε το πρώτο από τα τρία μέλη της Disney Comics Mailing List (dcml) που θα γνώριζα εκείνη την ημέρα: τον γενειοφόρο Marco, καθηγητή στο Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας, ο οποίος, άρτι αφιχθείς στο χώρο της Έκθεσης από την κοντινή Φλωρεντία, περίμενε κι αυτός υπομονετικά στο τέλος της μακράς ουράς για να αγοράσει το εισιτήριό του. Ο Αρμάντο μας σύστησε και στην αρχή ο Μάρκο με μπέρδεψε με κάποιον «Αποστόλης», έναν άλλον Έλληνα-μέλος της dcml, («Αρχοντής—Αποστόλης», δεν του βρίσκω σφάλμα του ανθρώπου, «Τι Λωζάνη, τι Κοζάνη»), αλλά γρήγορα λύθηκε η παρεξήγηση και το όνομά μου πήρε τη θέση που του αρμόζει στον κύκλο των Ιταλών ομοιδεατών κομιξολάγνων…. Ήμασταν έτοιμοι λοιπόν να χτυπήσουμε τις Πύλες του (Κομιξικού) Παραδείσου! (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
  8. ΜΕΡΟΣ Δ’: ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΗ ΓΕΝΟΒΑ Είχε όμως πια μεσημεριάσει κι έτσι αποφασίσαμε να κατευθυνθούμε προς τη Γένοβα. Παρκάραμε το αυτοκίνητο στο σταθμό της Albisola και πήραμε το τρένο για Γένοβα. Δεν είχαμε φάει κάτι ακόμη, κι έτσι βρήκαμε μια πιτσαρία στο κέντρο της Γένοβας όπου έφαγα την πρώτη μου αυθεντική Ιταλική πίτσα! Και πρέπει να πω ότι ήταν πεντανόστιμη! Γεμίσαμε λοιπόν καλά τις κοιλιές μας μιας και μετά μας περίμενε μπόλικος ποδαρόδρομος για να δούμε τα κύρια αξιοθέατα της Γένοβας, αλλά και να κυνηγήσουμε κόμικς! Στην αρχή ο Αρμάντο με ξενάγησε στην παλιά, ιστορική Γένοβα, και στο δρόμο μας κάναμε στάσεις «αναψυχής» σε βιβλιοπωλεία και πραματευτάδες στην άκρη του δρόμου όπου έκανα (επιτέλους!) τις πρώτες μου αγορές κόμικς: μετά από πολύ καιρό, τα έβλεπα και τα φυλλομετρούσα πάλι το περασμένο Καλοκαίρι, βιβλία με ανατυπώσεις κλασικών ιστοριών της «Ιταλικής Σχολής»: “Dollari e Pepiti”, ένας μικρός τόμος του Mondadori με ανατυπώσεις ιστοριών που έψαχνα καιρό, των Scarpa, Carpi και Cavazzano, “ Historia Paperia”, ένας τόμος με ανατυπώσεις ιστοριών όπου τα Παπιά και ο Μίκυ Μάους αναπαριστούν διάσημες προσωπικότητες της Ιστορίας, “Topolino Noir”, μια πρόσφατη τότε συλλογή ασπρόμαυρων ιστοριών γραμμένες από τον Tito Faraci, ακόμη και συλλογές ιστοριών του Αστερίξ και του …. Σνούπη από Κυριακάτικα strips! Στους πάγκους των πραματευτάδων μπόρεσα να βρω παλιά τεύχη των περιοδικών “Classici” και “Grandi Classici”, με ανατυπώσεις κλασικών ιστοριών των Scarpa, Carpi, Bottaro, Gatto, Cavazzano και Massimo De Vita που φιγουράζιζαν ψηλά στη λίστα των προς άγραν ιστοριών που είχα ετοιμάσει ακόμη από την Ελλάδα. Ιστορίες όπως “Pippo-lupo”, “L’ acqua quietante”, “Le rane saltatrici”, “Il richiamo della foresta”, “Il recupero del Paperic”, “Il vandalo del plenilunio” του Σκάρπα, τις “Il revival dell’ Indipendenza” και “I Misteri dei Candelabri” του Carpi, και πολλές ιστορίες του Cavazzano από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Λίγο αργότερα, μια στάση σ’ ένα βιβλιοπωλείο του Mondadori μ’ "ανάγκασε" να αγοράσω τα βιβλία “Il Meglio di Zio Paperone”, “Paperino”, “Paper-Gol” (που ανατύπωνε στο σύνολό της την επική ποδοσφαιρική σειρά του Σκάρπα “Paperino ai Mondiali di Calcio”), και “I Maestri Disney Oro” #20, που ήταν αφιερωμένο στον Giorgio Cavazzano. Οποιοσδήποτε μπορούσε ν’ αντιληφθεί ότι είχα πάθει παροξυσμό, ήταν σαν να ‘χες αμολήσει ένα μικρό παιδί σ’ ένα μαγαζί με ζαχαρωτά, και υποχρεώθηκα να σταματήσω τις φρενήρεις μου αγορές μόνον όταν και τα δύο back-packs που είχαμε φέρει μαζί μας είχαν πιτσικαριστεί από βιβλία και κόμικς και δεν μπορούσαμε να κουβαλήσουμε άλλο βάρος. Αν αγόραζα κι άλλα, θα χρειαζόμασταν βίντσι για να τα σηκώσουμε! Καθησύχασα τον εαυτό μου όμως σκεφτόμενος ότι το «πραγματικό» γεγονός, η μεγάλη έκθεση κόμικς της Lucca θα γινόταν αύριο! Ότι όλα αυτά ήταν απλώς ένα προοίμιο για το κύριο πιάτο… Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει όταν πήραμε το τρένο για την Albisola συναντώντας την Μικέλα κάπου ενδιάμεσα. Μετά από ένα απολαυστικό δείπνο με (περισσότερη!) πάστα που περιελάμβανε φρεσκότατα τηγανητά μανιτάρια, πήγα για ύπνο εξουθενωμένος για να ΄μαι ξεκούραστος για την επόμενη ημέρα. Ο Αρμάντο έμεινε ξύπνιος για να ασχοληθεί με μια παράπλευρη με το χόμπυ του ασχολία: την καταχώρηση παλαιών τευχών Ντίσνευ κόμικς σε αναλυτικό ευρετήριο (“indexing”), μια Ηράκλεια προσπάθεια, που χάρη στον Αρμάντο και σε μια χούφτα άλλους Ιταλούς με την ίδια ψώρα, θα οδηγούσε μετά από λίγα χρόνια σε μια πλήρη καταχώρηση της συνολικής σοδειάς των Ιταλικών Ντίσνευ κόμικς. Τώρα πια, ο καθένας μπορεί να βρει το χρονολόγιο της κάθε σειράς και τα αναλυτικά περιεχόμενα του κάθε τεύχους! Κοιμήθηκα τον ύπνο του δικαίου εκείνο το βράδυ και ονειρεύτηκα…ονειρεύτηκα ότι είχα βρεθεί σ’ ένα τεράστιο χώρο με τόνους από δυσεύρετα κόμικς που δεν είχα ματαδεί στη ζωή μου. Ομολογουμένως είναι ένα όνειρο που είχα δει αρκετές φορές στο παρελθόν και που έσβηνε μόλις ξυπνούσα, αφήνοντας μόνο μέσα μου ένα αίσθημα απογοήτευσης και ανεκπλήρωτης επιθυμίας. Αυτή τη φορά όμως το να ξυπνήσω από ένα τέτοιο όνειρο δεν θα μ’ έφερνε πολύ μακριά από την πραγματικότητα: λίγο αργότερα την ίδια μέρα θα βρισκόμουν στην Lucca, στο μεγάλο πανηγύρι των κόμικς! (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
  9. ΜΕΡΟΣ Γ’: Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΗΝΩΝ Η μεγάλη έκθεση κόμικς της Lucca θα άνοιγε τις πόρτες της στο κοινό το Σάββατο, 28 Οκτωβρίου, 2000. Τι διαφορά κάνουν 60 χρόνια: τότε οι παππούδες μας πολεμούσαν ο ένας τον άλλον στα βουνά της Αλβανίας, ενώ τα εγγόνια γινόταν φίλοι και ασχολούνταν με τα κόμικς παρά με τα όπλα—Read Comics, Don’t Make War! Στην Γένοβα έφτασα ημέρα Πέμπτη κι έτσι την επόμενη μέρα Παρασκευή την αφιερώσαμε στο τουριστικό προσκύνημα: ο Αρμάντο είχε κανονίσει να πάρει άδεια από τη δουλειά του και να μου κάνει τον τουριστικό και κομιξικό ξεναγό. Το πρωί γνώρισα τους γονείς της Μικέλα, οπότε μου δόθηκε άλλη μια ευκαιρία για να κάνω εξάσκηση των προφορικών μου ικανοτήτων στα Ιταλικά. Το πρόβλημα ήταν βέβαια, ότι εγώ ήμουν συνηθισμένος να διαβάζω τις ιστορίες κόμικς με το πάσο μου, ενώ ο Luiggi μιλούσε σαν οπλοπολυβόλο, βάλε και την ντόπια προφορά, οπότε έπιανα τον εαυτό μου να λέει πάντα “piano, piano…”. Αφού απόλαυσα την πανοραμική θέα από την βεράντα του σπιτιού του Αρμάντο, κάναμε μια στάση στην Albisola για καφέ κι ένα ελαφρύ πρωινό για να σχεδιάσουμε το πρόγραμμα της υπόλοιπης ημέρας: το πρωί θα οδηγούσαμε στην ακτογραμμή της Λιγουρίας προς δυτικά και το απόγευμα θα κατεβαίναμε στην πόλη της Γένοβας για κυνήγι κόμικς—καμιά απολύτως αντίρρηση εκ μέρους μου! Για να καταλάβετε καλύτερα το πρόγραμμα του πρώτου μισού της ημέρας θα πρέπει να σας δώσω κάποια παραπάνω εξήγηση και υπόβαθρο: ανάμεσα στις αγαπημένες μου ιστορίες Ντίσνευ κόμικς είναι η «Νύχτα των Σαρακηνών», του Μάρκο Ρότα (ΚΟΜΙΞ #278, 2011). Σ’ αυτή την ιστορία τα παπιά ανακαλύπτουν το σπασμένο σπαθί του Σαρακηνού πειρατή Paperdin (που είναι ολόφτυστος ο Ντόναλντ μ’ ενδυμασία Σαρακηνού πειρατή, ο οποίος λυμαίνονταν με τις ορδές του τις ακτές της Λιγουρίας), και έρχονται στην σύγχρονη Γένοβα για να ανακαλύψουν τον κρυμμένο του θησαυρό. Επισκέπτονται διάφορες κωμοπόλεις στα παράλια των ακτών της Λιγουρίας και καταλήγουν στο κάστρο της κωμόπολης Varigotti, όπου μέσω ενός χάσματος στον χωροχρόνο γίνονται μάρτυρες μιας ιστορίας αγάπης μεταξύ του Paperdin και μιας ντόπιας, ξανθιάς μακρομαλλούσας χωριατοπούλας (ολόφτυστη η Νταίζη!). Μια αριστουργηματική ιστορία, με πολύ ντόπιο χρώμα και ρεαλισμό, που επιβραβεύει το αθάνατο ρητό «Έρως Ανίκατε Μάχαν», όπου ο αιμοβόρος Σαρακηνός πειρατής Paperdin μετατρέπεται σε αρνάκι κεραυνοβολημένος από τον έρωτα! Καταλαβαίνετε λοιπόν γιατί ήταν διπλά σπέσιαλ αυτή η επίσκεψη-προσκύνημα στην περιοχή της Γένοβας: Μου δινόταν η ευκαιρία όχι μόνο να παραβρεθώ στην μεγάλη έκθεση κόμικς της Lucca, αλλά θα μπορούσα να ακολουθήσω τα χνάρια των παπιών σε μια από τις πιο αγαπημένες μου ιστορίες! Ο καιρός ήταν πράγματι υπέροχος, ηλιόλουστος με ευχάριστη θερμοκρασία, σου θύμιζε περισσότερο Άνοιξη παρά Φθινόπωρο, δεν μπορούσα να πιστέψω την τύχη μου. Εφοδιασμένος μ’ ένα αντίτυπο του τεύχους #81 του μηνιαίου περιοδικού Zio Paperone που ανατύπωνε την «Νύχτα των Σαρακηνών», επισκεφτήκαμε τις παραλιακές κωμοπόλεις Vado Ligure, Sfotorno, Noli, Capo di Noli, και Varigotti και κάναμε στάσεις ακριβώς στα ίδια σημεία της διαδρομής που απαθανατίστηκαν στα σκίτσα του Μάρκο Ρότα και βγήκα βέβαια πολλές φωτογραφίες στα πλαινά του δρόμου, πολλές φορές με κίνδυνο της ίδιας της σωματικής μου ακεραιότητας! Στην επιστροφή κάναμε μια μεγαλύτερη, πιο τεμπέλικη στάση στην παραθεριστική κωμόπολη του Varigotti και σουλατσάραμε στα στενά της σοκάκια… Ήταν στο κάστρο του Varigotti που είχε λάβει χώρα η μεγάλη ιστορία αγάπης της ιστορίας του Μάρκο Ρότα… Όλα ήταν έρημα βέβαια τώρα και κάτω στην παραλία το κύμα έσκαζε ταραγμένο πάνω στην άμμο, κοντά σε διπλωμένες ξαπλώστρες και ομπρέλες… (Σημείωση: στις φωτογραφίες που αναπαράγω παραπάνω μπορείτε να δείτε μια σελίδα της ιστορίας που απεικονίζει τα παπιά να οδηγούν στην ακτή της Λιγουρίας. Το τελευταίο καρέ κάτω δεξιά είναι ακριβώς το ίδιο μέρος όπου φαίνομαι εγώ στην φωτογραφία!). (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
  10. ΜΕΡΟΣ Β’: ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ! Αυτή θα ήταν η πρώτη μου επίσκεψη στην μεγάλη αυτή χώρα (και ιδιαίτερα μεγάλη στο αντικείμενο που ενδιέφερε εμένα, δηλαδή τα κόμικς!). Έτσι, στις 26 Οκτωβρίου του 2000, ανήμερα ακριβώς των 39ων γενεθλίων μου, πέταξα από Θεσσαλονίκη προς Μιλάνο με τελικό προορισμό τη Γένοβα, αρχίζοντας έτσι μια κομιξική πανδαισία τεσσάρων ημερών για την οποία θα είμαι πάντα υποχρεωμένος στη γυναίκα μου! Από το αεροδρόμιο Malpensa πήρα το τρένο για το κέντρο του Μιλάνο και απόλαυσα μια όμορφη διαδρομή. Όσο περίμενα στη στάση του Μετρό για να πάω στον Κεντρικό Σιδηροδρομικό Σταθμό, με τράβηξε σαν μαγνήτης ένα περίπτερο πλημμυρισμένο στην κυριολεξία με στοίβες από κόμικς λογιώ-λογιώ, από Topolino, μέχρι Ζαγκόρ και Μπλεκ (που τα καταβρόχθιζα σαν πραγματικός Γαργαντούας όταν ήμουν μικρός). Παρά λίγο να μην κρατηθώ και λίγο έλειψε ν’ αγοράσω τα πιο πρόσφατα τεύχη του Topolino και των “Grandi Classici” για να τα φυλλομετρήσω στην διαδρομή μέχρι τη Γένοβα, αλλά αποφάσισα να επιδείξω χαρακτήρα και να εφαρμόσω το ρητό που λέει «Η Υπομονή Είναι Αρετή»--αν και για να πω την αλήθεια, ελάχιστη απ’ αυτή την αρετή θα είχα επιδείξει αν είχα περισσότερο χρόνο, και σίγουρα θ’ αγόραζα τα πρώτα μου κόμικς σε Ιταλικό έδαφος, αλλά βιαζόμουνα να πάρω τον πρώτο συρμό του μετρό για να προλάβω το τρένο για Γένοβα…(Την ίδια αρετή έχω κάθε διάθεση να εφαρμόσω και όταν, π.χ., αγοράζω την αγαπημένη μου σοκολάτα ΣΕΡΑΝΟ: με τον ανώτερο, ευγενικό σκοπό να την απολαύσω με την ησυχία μου αργότερα, αλλά ζήτημα είναι αν μπορεί να παραμείνει παραπάνω από 5’ στην τσέπη μου!). Ο Κεντρικός Σιδηροδρομικός Σταθμός στο Μιλάνο είναι μεγαλεπήβολος και μεγαλοπρεπής και δεν μου ήταν εντελώς άγνωστος. Όχι, δεν ήταν που τον είχα δει σε κάποια άλλη ζωή ή σε κάποιο ντοκυμαντέρ ή ταινία---τον γνώρισα στην πολύ διασκεδαστική ιστορία του Μάρκο Ρότα “Paperino Pendolare” ("Ο Ηρωικός Κάτοικος των Προαστίων", ΚΟΜΙΞ #126, 1998) , όπου ο Ντόναλντ, αφού έχει αγανακτήσει με την αγχωτική ζωή στην Λιμνούπολη, αποφασίζει να πάρει τα ανιψάκια και να μετακομίσουν στα προάστια για να βρει λίγη ηρεμία (για να ανακαλύψετε αν καταφέρνει να βρει την ηρεμία του δεν έχετε παρά να (ξα)διαβάσετε την ιστορία!). Έτσι ο Ντόναλντ αναγκάζεται να χρησιμοποιεί καθημερινά το τρένο για τις μετακινήσεις του ζώντας τη ζωή του commuter. Όπως λοιπόν είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω ιδίοις όμμασι, ό Μάρκο Ρότα είχε επιτύχει μια άκρως ρεαλιστική απεικόνιση του Σταθμού, αποτυπώνοντας στην εντέλεια την ζωντανή, χαοτική, βομβούσα ατμόσφαιρά του και το ότι ήμουν εκεί το θεωρούσα δώρο. Έτσι όπως το έφερε η τύχη, έφτασα στον Σταθμό μόνο 10’ πριν την αναχώρηση του τρένου για την Σαβόνα, και έπρεπε στα γρήγορα να πάρω μια απόφαση για το αν θα αγόραζα αμέσως εισιτήριο για να προλάβω το τρένο, ή αν θα περίμενα με το πάσο μου να πάρω το επόμενο, μιας και είχαμε συνεννοηθεί με τον Αρμάντο να τον έπαιρνα τηλέφωνο από τον Σταθμό και να τον ενημέρωνα για την ώρα της άφιξης μου στην Σαβόνα. (Δεν είχα κινητό μαζί μου, αλλά είχαν όλοι οι Ιταλοί επιβάτες του τρένου, οπότε δεν δυσκολεύτηκα να δανειστώ το κινητό μιας πολύ ευγενικής νεαρής που καθόταν δίπλα μου και που την καταυποχρέωσα με τα Ιταλικά μου, κι έτσι μπόρεσα να τηλεφωνήσω και να συνεννοηθώ με τον Αρμάντο μόλις φτάσαμε στην Γένοβα όπου ήταν το γραφείο του στα κεντρικά της εταιρίας ELSAG.) Έτσι, μόλις κατέβηκα από το τρένο στην Σαβόνα μισή ώρα αργότερα, (θάταν 9¨30 το βράδυ), ο Αρμάντο ήταν εκεί και με περίμενε! Συναντιόμασταν λοιπόν για δέυτερη φορά μέσα στο 2000, την πρώτη φορά στο (τότε χιονισμένο) Binghamton, και τώρα στις ακτές της Λιγουρίας. Μπήκαμε λοιπόν στο αυτοκίνητο του Αρμάντο και φύγαμε για την Albisola και μετά για την μικρή κωμόπολη της Stella όπου ήταν το σπίτι τους. Μετά την Albisola, ακολουθούσες μια λοφώδη διαδρομή με δρόμους όλο στροφές (κάπου εκεί δίπλα σε κάποια στροφή είναι και ο τάφος του Sandro Pertini, πρώην Προέδρου της Ιταλίας που γεννήθηκε στη Stella), και όπως θα ανακάλυπτα το επόμενο πρωινό η θέα από την Stella ήταν καταπληκτική! Η Μικέλα μας περίμενε όταν φτάσαμε, ενώ ο τρίχρονος τότε γιος τους Σιμόνε είχε αποκοιμηθεί. Γνώριζαν βέβαια ότι ήταν τα γενέθλια μου και η Μικέλα με την μητέρα της (οι γονείς της Μικέλα έμεναν ακριβώς δίπλα) είχαν ετοιμάσει Γενοβέζικες σπεσιαλιτέ, με μανιτάρια φρέσκα (funghi porcini) που τα είχε μαζέψει την προηγούμενη μέρα ο πεθερός του Αρμάντο (τα γύρω μέρη βρίθουν από μανιτάρια και ο καθένας έχει «κρυφά» μέρη όπου τα βρίσκει να φυτρώνουν σαν τη χλόη). Μετά το γλυκό ανεβήκαμε με τον Αρμάντο στο πάνω πάτωμα που το χρησιμοποιούσαν σαν καθιστικό, αλλά όπου ήταν και η συλλογή κόμικς του Αρμάντο. Είχα χρόνο βέβαια μόνο για μια γρήγορη ματιά και ξενάγηση, και λόγω του προχωρημένου της ώρας δεν είχα περιθώρια για να διαβάσω τίποτε. Έτσι πέρασε η ώρα κουβεντιάζοντας για τα Ιταλικά κόμικς, μέχρι τη 1¨00 περίπου το πρωί, οπότε αποφασίσαμε να πάμε για ύπνο. Καθώς ξάπλωνα στο κρεβάτι του ξενώνα εκείνο το βράδυ, σ’ ένα μέρος που κατά πάσα πιθανότητα δεν θα επισκεπτόμουν ποτέ και στο σπίτι κάποιου που δεν θα τον γνώριζα με τίποτα αν δεν υπήρχε το ίντερνετ, σκέφτηκα πόσο άδικα κατηγορούμε μερικές φορές τις νέες τεχνολογίες...και ότι τελικά εξαρτάται από το πως θα τις χρησιμοποιήσουμε εμείς, αν θα βρούμε το σωστό μείγμα συμπλήρωσης και αντικατάστασης…. (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
  11. ΜΕΡΟΣ Α': Η ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΟΥΔΕΤΕΡΟ ΕΔΑΦΟΣ Η επικοινωνία μου με τον Αρμάντο εκεί γύρω στο 1996-97 ήταν η επίσημη εμβάπτιση μου στον μαγικό κόσμο των Ιταλικών Ντίσνευ κόμικς—μόνο Ντίσνευ στην αρχή και κατόπιν ανακάλυψα ένα νέο σύμπαν από ήρωες Made in Italy. Ο Αρμάντο είχε μεγαλώσει κι αυτός με τα κόμικς του Ντίσνευ και όπως κι εγώ σε μεγαλύτερη ηλικία είχε αρχίσει να ξανακτίζει τη συλλογή του. Στα επόμενα 3-4 χρόνια μου έστελνε πολλά παλιά τεύχη του Topolino και των Classici και I Grandi Classici Disney, με ανατυπώσεις ιστοριών μεγάλων δημιουργών, όπως Romano Scarpa, Pier Lorenzo De Vita, Giuseppe Perego, Luciano Bottaro, Giovan Battista Carpi, Giorgio Cavazzano, Massimo De Vita, Marco Rota κ.α. και ταυτόχρονα γράφτηκα συνδρομητής στα Topolino, I Maestri Disney, Classici και Grandi Classici Disney, και στο Zio Paperone. Όσο γέμιζε η βιβλιοθήκη και το σπίτι με Ιταλικά περιοδικά και βιβλία, τόσο εξαντλούνταν η υπομονή της γυναίκας μου... Μέχρι τότε, αν εξαιρέσουμε τις κλασικές 10-15 λέξεις, δεν μπορούσα να ξεχωρίσω το presto από το pronto: εκτός από τα Αγγλικά όμως, ήξερα και τα Γαλλικά (είχα πάρει μαθήματα στο Πανεπιστήμιο), κι έτσι μετά τις αρχικές δυσκολίες, συνειδητοποίησα ότι κάθε καινούριο κόμικ που διάβαζα το καταλάβαινα ακόμα καλύτερα από το προηγούμενο. Μέσα σε ένα-δύο χρόνια μπορούσα να διαβάσω και να καταλάβω όχι μόνο κόμικς, αλλά και λογοτεχνικά βιβλία (όπως π.χ. Andrea Camilleri μετά από λίγα χρόνια, γιατί ήμουν τόσο πωρωμένος με τις ιστορίες του Σάλβο Μονταλμπάνο που δεν ήθελα να περιμένω πότε θα έβγαιναν οι αδημοσίευτες στην Ελλάδα ιστορίες του---και να προσθέσω ότι ο Καμιλλέρι γράφει στο Σικελικό ιδίωμα!). Επιπλέον, μετά τα Ντίσνευ κόμικς άνοιξα τους ορίζοντες μου και σε μια ευρεία γκάμα Ιταλικών κόμικς, όπως Martin Mystere, Dylan Dog, Magico Vento, Ken Parker, κ.α., αλλά η παρούσα ανάρτηση θα επικεντρωθεί κυρίως στα Ντίσνευ κόμικς. Αν έπρεπε κάποιος να περάσει ένα τεστ Ιταλικής κομιξολογίας πριν πολιτογραφηθεί Ιταλός, τότε σίγουρα σήμερα θα είχα διπλή υπηκοότητα…Κομιξικά πάντως, σίγουρα αισθάνομαι Ιταλός και αυτό αποδεικνύεται από το ότι συνεισέφερα με σύντομα κείμενα μου σε εκδόσεις—αφιερώματα Ιταλών δημιουργών. Η ειρωνία της τύχης το είχε να συναντηθούμε πρώτη φορά με τον Αρμάντο σε ουδέτερο έδαφος: το εαρινό εξάμηνο του 2000 ήμουνα Επισκέπτης Καθηγητής με εκπαιδευτική άδεια στο Binghamton University, upstate New York (ήταν τότε που συνάντησα τον Ντον Ρόσα για πρώτη φορά από κοντά), και τον Απρίλη αποφάσισαν να με επισκεφθούν από την Ιταλία ο Αρμάντο με την γυναίκα του Μικέλα, και με την ευκαιρία να ταξιδέψουν και σε Νέα Υόρκη και καταρράκτες του Νιαγάρα. Τους φιλοξένησα για 4 μέρες στο διαμέρισμα που νοίκιαζα (είχα αφήσει την οικογένειά μου πίσω στη Θεσσαλονίκη και ήρθαν μετά όλοι τους στις αρχές του Ιούνη) και τους γύρισα στα Finger Lakes (στην κοντινή Ithaca που πήγαμε μια μέρα είναι και το γνωστό Cornell University), και σε άλλα μέρη στο πανέμορφο upstate New York. Ιταλικά δεν είχα ξαναμιλήσει στη ζωή μου και παρόλο που ο Αρμάντο γνώριζε τέλεια Αγγλικά (πολύ σπάνιο για Ιταλό), με την Μικέλα ήμουν αναγκασμένος να συνεννοούμαι στα Ιταλικά, πράγμα που μου ήρθε πολύ ζόρι, μιας και είχα μάθει να καταλαβαίνω τον γραπτό λόγο, αλλά δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να εξασκηθώ στον προφορικό. Θυμάμαι με τι υπερηφάνεια είπα απευθυνόμενος στην Μικέλα, όταν τους έδειξα το δωμάτιο που θα τους φιλοξενούσα: Questa e’ la vostra stanza per dormire! Εκείνο το διάστημα των τεσσάρων ημερών κάναμε ατέρμονες συζητήσεις πάνω στα Ντίσνευ κόμικς και όπως το έφερε η κουβέντα ο Αρμάντο μου έκανε μια πρόταση που δεν μπορούσα να αρνηθώ: να του ανταποδώσω την επίσκεψη τον ερχόμενο Οκτώβρη και (εκεί ήταν το «δόλωμα») να εκμεταλλευτούμε την περίσταση για να παραβρεθούμε στην μεγάλη έκθεση κόμικς που γίνεται κάθε χρόνο στην πόλη της Lucca στην Τοσκάνη! Μιας και το διάστημα της έκθεσης κόμικς συνέπιπτε με τις διακοπές της 26-28ης Οκτωβρίου, πράγμα που με την σειρά του συνέπιπτε με τα γενέθλιά μου (26η Οκτωβρίου), θεώρησα ότι αν απαντούσα αρνητικά ο Θεός των κόμικς θα έριχνε στο κεφάλι μου φωτιά να με κάψει…’Επειτα, έτυχε να συμφωνήσει και η γυναίκα μου όταν της το ανέφερα, που έκανε την πολύ γλυκιά ενέργεια να μου προσφέρει το ταξίδι αυτό στην Ιταλία ως δώρο για τα 39α γενέθλιά μου…Γίνεται, λοιπόν, να μην αγαπάς μια τέτοια γεμάτη κατανόηση και απλοχεριά σύζυγο; (Φυσικά εγώ βαθειά μέσα μου υποψιαζόμουνα ότι ο ουσιαστικός λόγος της συζυγικής μεγαλοψυχίας είχε να κάνει με το ότι δεν είχε καμία όρεξη να γυρίζει η ίδια όλα τα κομιξάδικα και να περιδιαβαίνει από τέντα σε τέντα για να βλέπει μόνο Ιταλικά κόμικς—να προσθέσω όμως προς υπεράσπισή μου από όλες τις θιγόμενες συζύγους, ότι όταν ξανακάναμε το ταξίδι στην Γένοβα το 2007 πήγαμε ως ζευγάρι, αλλά εκείνη η επίσκεψη είχε κυρίως τουριστικό σκοπό και όχι σχεδόν αποκλειστικά προσκυνηματικό και κομιξικό όπως αυτή του 2000). (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
  12. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ποτέ δεν το περίμενα ότι η αγάπη μου για τα κόμικς θα είχε δύο μη αναμενόμενες, αλλά καθ’ όλα ευπρόσδεκτες και θετικές «παρενέργειες»: να μάθω μια ξένη γλώσσα στο αυτοδίδακτο και να αναπτύξω μια όμορφη φιλία (κυρίως εξ αποστάσεως, αλλά όχι μόνο) με έναν Ιταλό φανατικό επίσης με τα κόμικς του Ντίσνευ (αλλά και μ’ έναν Σουηδό τον οποίο έχετε ήδη γνωρίσει από το ταξίδι μας στο σπίτι του Ντον Ρόσα…). Κάπου εκεί γύρω στο 1996 οι απανταχού της γης φανατικοί των Ντίσνευ κόμικς είχαν δημιουργήσει μια λίστα στο ίντερνετ ονόματι Disney Comics Mailing List (dcml). Αφού εγγραφόσουν στη λίστα αυτή, συμμετείχες σε βαθυστόχαστες συζητήσεις εσωτερικής φύσεως επί παντός επιστητού όσον αφορούσε τα Ντίσνευ κόμικς (π.χ. τι χρώμα μπλουζάκια φοράει το καθένα από τα ανιψάκια του Ντόναλντ, γιατί άφησε η αδελφή του Ντόναλντ [Ντέλλα] τα τρίδυμα στον αδελφό της και εξαφανίστηκε, σε τι ποσό ανέρχεται το ρευστό του Σκρουτζ στο θησαυροφυλάκιό του, έχουν σεξουαλικές σχέσεις ο Ντόναλντ με την Νταίζη, κ.α.), και μπορείτε βέβαια να φανταστείτε ότι οι περισσότεροι συμμετέχοντες κόντευαν να πάρουν διδακτορικό πάνω στο καθ’ όλα σεβαστό αντικείμενο της Παπιολογίας. Μη φανταστείτε ότι σ’ εκείνη τη λίστα συμμετείχαν πιτσιρικάδες: οι περισσότεροι ήταν ήδη επαγγελματίες, γιατροί, δικηγόροι, στελέχη, μερικοί καθηγητές Πανεπιστημίου, όλοι «ψώνια» προχωρημένου βαθμού χωρίς καμία πιθανότητα σωτηρίας. Σ’ εκείνη τη φάση άρτι αφιχθείς εξ Αμερικής ήμουν καλός γνώστης κυρίως της Αμερικάνικης Σχολής των Καρλ Μπαρκς, Ντον Ρόσα, Φλόυντ Γκόντφρεντσον, Πωλ Μάρρυ, κλπ, έχοντας ήδη έρθει σ’ επαφή με τον Ρόσα κι έχοντας τακτική αλληλογραφία μαζί του. Ο ίδιος ο Ντον Ρόσα ήταν βέβαια μέλος της dcml και συμμετείχε ενεργά στις συζητήσει, δίνοντάς μας λεπτομέρειες για κάθε του καινούρια ιστορία, ιστορικά γεγονότα και επιστημονικό υπόβαθρο στα οποία βασίζονταν, κλπ. (θυμάμαι το επιστημονικό υπόβαθρο για παράδειγμα της ιστορίας «Ταξίδι στο Κέντρο της Γης», όπου ο Σκρουτζ, ο Ντόναλντ και τα ανιψάκια ταξιδεύουν στο κέντρο της γης μέσω ενός κυλινδρικού τούνελ που σκάβεται με μια ουσία που εφηύρε ο Κύρος Γρανάζης και για να την κάνει αληθοφανή ο Ντον συμβουλεύθηκε έναν Καθηγητή Πανεπιστημίου της Φυσικής κάνοντας τον παραλληλισμό του πως ένα καλαμάκι εισχωρεί σ’ ένα ζεστό παχύρρευστο υγρό). Από τις πρώτες μέρες εμπειρίας με την dcml δεν άργησα να αντιληφθώ ότι εκτός του μεγάλου μάστορα Καρλ Μπαρκς, οι δημιουργοί των άλλων ιστοριών που μου είχαν αποτυπωθεί από τα παιδικά μου χρόνια, όχι μόνο στο μυαλό, αλλά και στην ψυχή (εκεί κυρίως) ήταν Ιταλοί. Χωρίς να τους γνωρίζω όλους είχα ήδη αρχίσει τα προηγούμενα χρόνια κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μου επισκέψεων στην Ελλάδα να ψάχνω και να βρίσκω παλιά τεύχη του Μίκυ Μάους και των Κλασικών με τις ιστορίες τους. Η ζωή στη dcml κυλούσε λοιπόν όμορφα και μια μέρα έγραψα για μια ιστορία που είχα διαβάσει μικρός και που μου είχε αποτυπωθεί στο μυαλό: σ’ εκείνη την ιστορία η οικογένεια των Ντακ παίρνει μέρος στο γύρισμα μιας ταινίας με θέμα τη ζωή του Ρομπέν των Δασών και χαρακτηριστικές εικόνες από την ιστορία τις θυμόμουν ανάγλυφα, όπως τον αγώνα δρόμου μεταξύ δύο σαρανταποδαρουσών, τον Ντόναλντ με πράσινη αμφίεση να κρέμεται από βέλη καρφωμένα σ’ έναν τοίχο, κλπ. Σ’ εκείνο το κείμενο θυμάμαι ότι εκθείαζα την ιστορία και τον δημιουργό της, που έτυχε να ήταν ο μεγάλος Ρομάνο Σκάρπα, μερικές ιστορίες του οποίου είχαν ήδη δημοσιευθεί στην Αμερική από την εταιρία Gladstone (όπως ο «Κολοσσός του Νείλου», «Το Τελευταίο Μπαλαμπού», «Οι Φακές της Βαβυλωνίας», κ.α.). Παίρνω λοιπόν ένα προσωπικό μήνυμα από το Αρμάντο, που μου έγραφε λεπτομέρειες για τον Σκάρπα, κι έτσι αρχίσαμε να έχουμε προσωπική επικοινωνία σε πολύ τακτική βάση, ανταλλάσαμε μηνύματα μέρα παρά μέρα. Τα υπόλοιπα αποτελούν ιστορία, μια πολύ όμορφη ιστορία φιλίας αλλά κι εμβάπτισης στον υπέροχο κόσμο των Ιταλικών κόμικς, μέρος της οποίας θα διαβάσετε σ΄αυτό το Οδοιπορικό. (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
  13. Μίστερ ΝΟ: Ο Ναός των Μάγια, ΜΕΡΟΣ Γ’ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ/ΑΞΙΟΠΕΡΙΕΡΓΑ: (ε) Προοίμιο του Ιντιάνα Τζόουνς(;): η ιστορία «Ο Ναός των Μάγια» δημοσιεύθηκε το 1976, πέντε χρόνια πριν την εμφάνιση του καθηγητή Αρχαιολογίας και ειδικού στον μυστικισμό Ιντιάνα Τζόουνς στην πρώτη ταινία της σειράς “Raiders of the Lost Ark—Οι Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού”, των Steven Spielberg και George Lucas. Και οι δύο είχαν μεγαλώσει με τα κόμικς του μεγάλου Καρλ Μπαρκς την δεκαετία του 1950 και σε συνεντεύξεις τους έχουν πει επανειλημμένα ότι είχαν επηρεαστεί από τις περιπέτειες του Σκρούτζ Μακ Ντακ. Κάποιες σκηνές από τις ταινίες του Ιντιάνα Τζόουνς έχουν «δανειστεί» στοιχεία των ιστοριών του Μπαρκς! Ο Μίστερ Νο δεν είναι αρχαιολόγος βέβαια, αλλά η ιστορία «Ο Ναός των Μάγυα» εμπεριέχει πολλά από τα στοιχεία που θα συναντήσουμε αργότερα στις ταινίες του Ιντιάνα Τζόουνς, όπως την κλασική περιπέτεια αναζήτησης αρχαίων μνημείων και θαμμένων θησαυρών, εμπεριστατωμένη έρευνα, πολλές παγίδες στο δρόμο για την ανακάλυψη. (στ) Οι Αρχαίες Πυραμίδες της Κεντρικής Αμερικής: η έρευνα των αρχαιολόγων Warren και Rowland για τον Ναό των Μάγυα στα βάθη του Αμαζονίου ξεκινά από την γεωγραφική περιοχή ανάμεσα στην τροπική ζώνη του Μεξικού και την Γουατεμάλα και κυρίως στο Γιουκατάν όπου βρίσκονται οι ναοί του Uxmal και του Chichen-Itza. Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ευρήματα των Μάγυα επίσης στην Νικαράγουα, την Κόστα-Ρίκα και την Ονδούρα, με την επιρροή τους να φτάνει ως τον Ισθμό του Παναμά. Οι πυραμίδες των Μάγια δεν ήταν ταφικές όπως αυτές των αρχαίων Αιγυπτίων, εκτός από μία, αυτής στην Palenque, στον ταφικό θάλαμο της οποίας ανακαλύφθηκαν πολύτιμα αντικείμενα, από χρυσό ως πολύτιμες πέτρες. Μία τέτοια ταφική πυραμίδα είναι και αυτή που έχτισαν οι κυνηγημένοι απόγονοι των Μάγια που κατέφυγαν στον Αμαζόνιο και που αποτελεί τον στόχο της αναζήτησης των φίλων μας. Palenque σημαίνει «Μεγάλο Νερό» και ήταν μια πόλη-κράτος των αρχαίων Μάγια. Βρίσκεται στο νότιο Μεξικό στην περιοχή Chiapas και άνθησε στον 7ο αιώνα μ.Χ. Τα αρχαία μνημεία που βρέθηκαν στην Palenque χρονολογούνται μεταξύ του 2ου αιώνα π.Χ. και 8ου αιώνα μ.Χ. Ανταγωνιστές της Palenque ήταν οι πόλεις-κράτη Calakmul και Tonina. Τα πολλά ιερογλυφικά που βρέθηκαν στα μνημεία μας δίνουν μια πολλή καλή εικόνα των ιστορικών γεγονότων εκείνης της περιόδου. Ο σπουδαιότερος ηγέτης της Palenque ήταν ο Πακάλ ο Μέγας, ο τάφος του οποίου βρέθηκε στον Ναό των Επιγραφών (Temple of the Inscriptions). Ο Πακάλ ο Μέγας βασίλεψε για 70 χρόνια και ο Ναός των Επιγραφών χτίστηκε ειδικά γι’ αυτόν. Ο Ναός των Επιγραφών είναι σημαντικός για τις πολλές ταμπλέτες με ιερογλυφικά που περιείχε, για τα ανεπανάληπτα γλυπτά και για τον ταφικό θάλαμο του Πακάλ. Ο ναός είναι πυραμιδοειδής με εννέα επίπεδα, έχει πέντε κεντρικές εισόδους και στο εσωτερικό, μια σκάλα οδηγεί στην ταφική κρύπτη με την σαρκοφάγο του Πακάλ. Παρότι ο Ναός των Επιγραφών ήταν αντικείμενο μελέτης για 200 χρόνια, ο τάφος του Πακάλ ανακαλύφθηκε μόλις το 1952 από τον Μεξικανό αρχαιολόγο Alberto Ruz Lhuillier, ο οποίος μετακίνησε έναν ογκόλιθο από το πάτωμα του Ναού που κάλυπτε μια σκάλα. Η σαρκοφάγος του Πακάλ αποτελεί πραγματικό έργο τέχνης, το κάλυμμα της οποίας δείχνει τον ηγέτη ανάμεσα στους ουρανούς και τον Κάτω Κόσμο, ενώ η νεκρική μάσκα, φτιαγμένη από νεφρίτη και πολύτιμα πετράδια είναι απαράμιλλης ομορφιάς. Ένα stucco πορτραίτο του βασιλιά βρέθηκε στη βάση της σαρκοφάγου. Στην είσοδο της κρύπτης βρέθηκαν πέντε σκελετοί, θυσία για τον νεκρό βασιλιά. Η πυραμίδα της Palenque αποτελεί το πρότυπο του Ναού που ανακαλύπτουν οι φίλοι μας σ’ αυτήν την ιστορία και τα σχέδια του Roberto Diso τον αναπαριστούν πιστά. ΤΕΛΟΣ
  14. Μίστερ ΝΟ: Ο Ναός των Μάγια, ΜΕΡΟΣ Β’ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ/ΑΞΙΟΠΕΡΙΕΡΓΑ: (β) Μουσική τζαζ στα βάθη του Αμαζονίου: Ένας από τους πιο «φανταχτερούς» χαρακτήρες της ιστορίας (και που εμφανίστηκε αρκετές φορές σε μελλοντικά επεισόδια του Μίστερ Νο), είναι ο Dana Winter, μουσικός της τζαζ από την Αμερική. Τον προσλαμβάνει το ιδιοκτήτης του night-club Alvorada, Paulo Adolfo, νομίζοντας ότι είναι γυναίκα (το όνομα Dana είναι unisex) για να τραβήξει πελατεία στο μαγαζί του. Μπορείτε να φανταστείτε βέβαια τι γίνεται την βραδιά του ντεμπούτου όταν οι θαμώνες περιμένουν μια αισθησιακή μαύρη και τους βγαίνει «φάντης-μπαστούνι» ο συμπαθητικός Dana! Βροχή οι ντομάτες! Έτσι, μένοντας άνεργος, ο Dana προσλαμβάνεται ως μέρος του πληρώματος της βάρκας που θα ανεβεί τον Rio Negro για να βρει τον αρχαίο Ναό των Μάγια. Έτσι έχουμε την ευκαιρία να ψυχαγωγηθούμε σ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας με αναφορές και στίχους από τα πιο σπουδαία κομμάτια τζαζ που αγαπάει ο Μίστερ Νο (στην ουσία ο συγγραφέας Sergio Bonelli). Κομμάτια όπως “Body and Soul”, “My Funny Valentine”, “I Only Have Eyes for You”, “Basin Street Blues”, “As Time Goes By”, “The Way You Look Tonight”, “I’ve Got You Under my Skin”, “Autumn in New York”, και ο «εθνικός ύμνος» του Μίστερ Νο “When The Saints Go Marchin’ In”, που τραγούδησαν μεγάλοι καλλιτέχνες όπως ο Louis Armstrong, η Billie Holiday, ο Frank Sinatra, και ο Chet Baker. Στίχοι από το “Basin Street Blues”: “Won’t you come along with me to the Mississippi/we’ll take the boat to the land of dreams/steaming on the river down to New Orleans”…μια ιστορία γεμάτη μουσική τζαζ, κι έτσι την διάβασα, ακούγοντας το ένα κομμάτι μετά το άλλο. (γ) Παγιδευμένοι στον Rio Negro: Σε μια φάση της πλοήγησης στον Rio Negro, η βάρκα των φίλων μας συναντά πυκνές μάζες από φυτά και κλαδιά που επέπλεαν στον ποταμό και που με το πέρασμα του χρόνου γίνονταν πυκνότερα μέχρι να γίνουν μια μάζα που κάλυπτε ολόκληρη την επιφάνεια του ποταμού για κάπου 500 μέτρα (λέγεται tapaia). Οι φίλοι μας μπλοκάρονται στη μέση αυτής της πυκνής μάζας φυτών και ο καπετάνιος Vega σκέφτεται ένα πανέξυπνο τρόπο για να ξεπεράσουν αυτή την φυσική παγίδα: δένουν το ένα άκρο από ένα χοντρό και μεγάλο σχοινί στην πλώρη της βάρκας, και αφού περνούν το σχοινί γύρω από τον κορμό ενός δέντρου 200 μέτρα μπροστά σε μια στροφή του ποταμού, τραβούν με την άλλη άκρη του σχοινιού για να κινήσουν χειρονακτικά την βάρκα προς τα μπροστά, χρησιμοποιώντας έτσι τον κορμό του δέντρου σαν βαρούλκο! (δ) Ο κινητός ιεραπόστολος: Στα βάθη του Αμαζονίου, οι φίλοι μας έχουν μια αναπάντεχη συνάντηση με έναν ασυνήθιστο ιεραπόστολο, τον ιερέα Francisco Almeida. Ο πατήρ Almeida είναι ντυμένος σαν Ινδιάνος (με ένα σταυρό στο λαιμό) και αντί να έχει μια σταθερή βάση, περιοδεύει σε διάφορα απόμερα χωριά Ινδιάνων κομίζοντας φάρμακα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης. Ο πατήρ Almeida προτού φύγει προσφέρει στους φίλους μας σημαντική βοήθεια δίνοντας τους μια αλοιφή για το τραύμα με δηλητήριο curaro που υπέστη ο Dana μετά από μια συνάντηση με τους Ινδιάνους Tukano. (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ)
  15. Συμφωνώ, να και το εξώφυλλο του σκληρόδετου Ιταλικού έγχρωμου τόμου που κοσμεί τη βιβλιοθήκη μου!
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.