Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'εκδόσεις οξύ'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 8 results

  1. Τι ψυχικό σθένος χρειάζεται για να τρέχει κάποιος μόνος του δεκάδες χιλιόμετρα μέσα στο κρύο ή τη ζέστη; Τι σκέφτεται αυτές τις ατέλειωτες ώρες; Τι ζωή πρέπει να κάνει για να αντεπεξέλθει; Πώς τον αντιμετωπίζουν φίλοι και γνωστοί; Και τι πιστεύει αυτός για τον εαυτό του; Ο Matthew Inman (The Oatmeal), με το γνωστό του χιούμορ, δίνει τις απαντήσεις. «Δεν είναι απλώς ένα βιβλίο για το τρέξιμο. Είναι ένα βιβλίο για τη ματαιοδοξία, τη λαιμαργία, τη δρομική ευφορία, τις ηλεκτρικές καταιγίδες και τον Γκοτζίλα! Είναι ένα βιβλίο για όλους τους τρομακτικούς μα και υπέροχους λόγους που μας κάνουν να ξυπνάμε κάθε πρωί και να βγαίνουμε για τρέξιμο στη βροχή, στη λιακάδα, στο χιόνι, ακόμα κι αν νιώθουμε ότι είμαστε στην κόλαση!». Με αυτά τα λόγια περιγράφει ο τριανταεξάχρονος Αμερικανός δημιουργός Matthew Inman, γνωστότερος ως «The Oatmeal» και βραβευμένος με Eisner το 2014 για το καλύτερο διαδικτυακό κόμικς, το αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Τρέξιμο, Το Μαρτύριο και η Ηδονή» (εκδόσεις Οξύ, σε μετάφραση του Βασίλη Μπαμπούρη που είναι και ο ίδιος δρομέας μεγάλων αποστάσεων και σίγουρα μεταφράζοντας ένα τέτοιο έργο θα αναγνώριζε κάποιες και από τις δικές του σκέψεις κατά τη διάρκεια της «τρεχάλας»). Το «Τρέξιμο» είναι μια απολαυστική και άκρως αυτοσαρκαστική καταγραφή της ζωής ενός δρομέα μεγάλων αποστάσεων που δεν στοχεύει σε τίτλους, δόξα και χρήματα παρά μόνο στην (μαζοχιστική;) ηδονή του ξεπεράσματος των δυνατοτήτων του εαυτού. Για να επιτευχθεί όμως κάτι τέτοιο, απαιτούνται θυσίες και οδυνηρές αποφάσεις. Τι συμβαίνει όταν κάποιος θέλει να τις πάρει, αλλά δυσκολεύεται να τις τηρήσει; Και πόσα «μαρτύρια» πρέπει να υποστεί για να εγκαταλείψει την προσπάθεια; «Έκανε ζέστη, 40° C με φουλ υγρασία. Ανέβαινα τρέχοντας ένα βουνό που ορθωνόταν δίπλα σε μια μεγάλη πόλη και, λόγω της έντονης ζέστης, δεν υπήρχαν άλλοι πεζοπόροι. Ήμουν ολομόναχος. Έτρεχα για ώρες και το GPS στο ρολόι μου έλεγε ότι είχα ήδη γράψει 27 χιλιόμετρα. Δεν είχα πάρει μαζί μου αρκετό νερό – ζεσταινόμουν και ήμουν κουρασμένος και αφυδατωμένος. Πονούσα παντού. Οι μύες μου ούρλιαζαν. Το δέρμα μου είχε τσουρουφλιστεί. Πονούσαν ακόμα και τα κόκαλά μου» αφηγείται ο Inman. Και αφού ολοκληρώσει την περιγραφή της περιπέτειάς του συμπληρώνει: «Αλλά έτσι είμαστε εμείς οι δρομείς: μέσα από τον πόνο βρίσκουμε τη γαλήνη. Όσο μεγαλύτερο το μαρτύριο, τόσο μεγαλύτερη η λύτρωσή μας». Προτιμά να χαρακτηρίζει τη συνήθεια του τρεξίματος «εφαρμοσμένο στωικισμό», καθώς «όσο τρέχεις, εκπαιδεύεις τον εγκέφαλο και το σώμα σου να λειτουργούν επαρκώς σε κατάσταση απόγνωσης». Αλλά, σύμφωνα με τα λεγόμενά του και τα σχέδιά του, όλα αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά στη χαρά της ολοκλήρωσης μιας μεγάλης απόστασης και, ακόμη περισσότερο, ενός αγώνα. Τότε που το συναίσθημα του θριάμβου απέναντι στο τέρας της απόστασης συναντιέται με τις υπαρξιακές αναζητήσεις: «Όταν τελείωσα τον πρώτο μου μαραθώνιο ένιωσα να με κατακλύζει απίστευτη περηφάνια. Ένιωσα ότι είχα πετύχει το αδύνατο. Είχα εξαλείψει την πείνα στον κόσμο. Είχα βρει ζωή στον Άρη. Είχα νικήσει το Κράκεν. Αλλά στην πραγματικότητα τι ακριβώς είχα πετύχει;». Αυτή η υπαρξιακή αγωνία του δρομέα είναι που περιγράφεται ιδανικά από τον Inman και καθιστά το «Τρέξιμο» ένα πολύ αστείο και συγκινητικό συνάμα βιβλίο. Και το σχετικό link...
  2. Όταν 100 χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση ένας δημιουργός διακωμωδεί τον θάνατο του Στάλιν, δεν το λες και αδιάφορο. Ο Φαμπιάν Νιρί, αν και έχει πολλές επιτυχίες στο βιογραφικό του, στην Ελλάδα έγινε γνωστός μέσα από το γκράφικ νόβελ «Ο θάνατος του Στάλιν», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Οξύ, σε εικονογράφηση Τιερί Ρομπέν και μετάφραση Κατερίνας Φράγκου. Στα 42 του χρόνια είναι ήδη πολυμεταφρασμένος και βραβευμένος συγγραφέας κόμικς, φέροντας την ιδιαιτερότητα πως πάντα καταπιάνεται με κάπως σκοτεινά θέματα που προκαλούν. «Ο θάνατος του Στάλιν» μεταφέρθηκε πρόσφατα στον κινηματογράφο (έχει ήδη παιχτεί στην Ελλάδα), σε σκηνοθεσία Αρμάντο Ιανούτσι. Πραγματεύεται τις ώρες λίγο μετά τον θάνατο του Σοβιετικού ηγέτη και είναι δεόντως ιντριγκαδόρικο, ίσως ακριβώς γιατί βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Πολιτική, επιθανάτια και μεταθανάτια σάτιρα. Δεν είναι κάπως μακάβριο όλο αυτό; Ή όχι; Ακριβώς αυτό είναι και ακριβώς αυτό ήθελα να είναι. Ενώ ερευνούσα το θέμα, υπήρξαν πολλές στιγμές που έπιασα τον εαυτό μου να γελάω δυνατά με κάποια από τα γεγονότα που ανακάλυπτα πως είχαν συμβεί λίγο μετά τον θάνατο του Στάλιν. Αμέσως αισθανόμουν τύψεις, καθώς δεν ήταν για γέλια, αφού μιλάμε για μια σειρά από βίαιους θανάτους και εγκλήματα. Ωστόσο, δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα γέλια μου. Ίσως γιατί ήταν τόσο απίστευτα τραγελαφικά όλα. Οπότε, αποφάσισα να μεταφέρω στο σκίτσο και στην ιστορία αυτό ακριβώς το περίεργο, ευχάριστο και δυσάρεστο ταυτόχρονα συναίσθημα. Αυτή η ιστορία είναι φριχτή, τρομακτική και αστεία. Γιατί ακριβώς είναι, πάνω απ' όλα, εντελώς παράλογη! Πόσο κοντά είναι στην ιστορική αλήθεια η ιστορία που αφηγείστε; Είναι πολύ κοντά. Μελέτησα, κάνοντας έρευνα για περίπου έξι μήνες, και δόμησα την ιστορία σύμφωνα με την ιστορική αλήθεια και τα γεγονότα όπως ακριβώς αυτά συνέβησαν. Πρόκειται φυσικά για μυθοπλασία, αλλά πραγματικά δεν απέχει παρά ελάχιστα από την αλήθεια. Ίσα ίσα που αναγκάστηκα να παραλείψω κάποιες λεπτομέρειες και κάποιους χαρακτήρες, ώστε να βοηθηθεί η δραματοποίηση και να απλοποιηθεί κάπως η ιστορία. Για παράδειγμα, το έργο ξεκινάει με ένα μουσικό κοντσέρτο, το οποίο για να ηχογραφηθεί χρειάστηκε οι Ρώσοι να έχουν τρεις μαέστρους, καθώς ο δεύτερος ήταν πολύ μεθυσμένος. Και αναγκάστηκαν να ανοίξουν πάλι ένα ολόκληρο εργοστάσιο για να βγάλουν έναν και μόνο δίσκο. Για τέτοιες λεπτομέρειες μιλάω. Υπήρχαν ιδιαίτερες δυσκολίες ή δεύτερες σκέψεις κατά τη διάρκεια δημιουργίας του γκράφικ νόβελ; Η μεγαλύτερη έκπληξη ήταν πως αρχικά αναζητούσα, κατά τη διάρκεια της έρευνας, μια σκοτεινή κατασκοπική ιστορία, ένα πολιτικό θρίλερ και όχι μία μαύρη κωμωδία - όπως έγινε τελικά. Ενώ έψαχνα για κάτι σαν τις ιστορίες του Τζον Λε Καρέ, ανακάλυψα μία σοβιετική βερσιόν του «Dr. Strangelove» [«S.O.S. Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα»]: μία υψηλού επιπέδου πολιτική κρίση, καθοδηγούμενη από μέθυσους, τρελούς και δολοφόνους κατ' εξακολούθηση. Μου πήρε χρόνο να προσαρμοστώ σε αυτή την ανακάλυψη, αλλά απ' όταν το έκανα, η συνέχεια στη γραφή ήρθε πιο εύκολα. Προσπάθησα να μείνω πιστός στα πραγματικά γεγονότα (ή, αν το θέλετε, σε αυτά που θεώρησα εγώ αληθινά), διατηρώντας έναν έντονο ρυθμό. Σαν μια χιονοστιβάδα που γίνεται όλο και μεγαλύτερη καθώς αναπτύσσει ταχύτητα. Δεχτήκατε σχόλια με αναφορές σε «αντικομμουνιστική προπαγάνδα»; Κανένα. Μέχρι που πριν από λίγο καιρό ενημερώθηκα πως το ρωσικό υπουργείο απαγόρευσε την προβολή της ταινίας στη χώρα. Δεν πιστεύω πως η απόφαση αυτή της κυβέρνησης εκφράζει τη θέληση των πολιτών. Ωστόσο, με εκπλήσσει το γεγονός πως υπάρχουν άνθρωποι που ταυτίζουν τον Στάλιν με τον κομμουνισμό ή ακόμα με την ίδια τη Ρωσία. Ποτέ δεν πίστεψα, ούτε τώρα το πιστεύω, πως διακωμωδώντας τον Στάλιν, τον Μπέρια και τους μπράβους τους, αυτό θα μπορούσε να ταυτιστεί με τη διακωμώδηση του ίδιου του κομμουνισμού. Εσείς προσωπικά τι πιστεύετε/νιώθετε για τον Στάλιν; Ηταν ένας αδίστακτος και βάναυσος δικτάτορας. Ίσως το τρομακτικότερο όσων ανακάλυψα μέσα από την ιστορική μου έρευνα είναι πως ήταν πολύ αγαπητός. Και, κατά κάποιον τρόπο, ακόμα είναι. Σε όλο τον κόσμο οι τύραννοι φαίνεται να είναι αγαπητοί σε όσους διαφεντεύουν. Και οι τύραννοι απεχθάνονται τη σάτιρα. Την τρέμουν, όπως τρέμουν το να φανούν ως γκροτέσκες, σκοτεινές φιγούρες που είναι στ' αλήθεια. Γι' αυτό και είναι τόσο σημαντικό να τους διακωμωδήσει κάποιος. Ακόμα έως σήμερα στην Ευρώπη ο κομμουνισμός είναι «κόκκινο πανί», καθώς πολλοί τον ταυτίζουν με τον φασισμό, μέσω της θεωρίας των δύο άκρων, χρησιμοποιώντας ως παραδείγματα τους Στάλιν και Χίτλερ. Για μένα προσωπικά, ο κομμουνισμός είναι μια ιδέα, ένα ιδεώδες, που μπορεί να χαρακτηριστεί θετικό ή αρνητικό, ανάλογα με το πώς θα εκληφθεί, θα κατανοηθεί και θα θεμελιωθεί πρακτικά. Φυσικά, η ιστορία έδειξε πως από τη στιγμή που μετατράπηκε σε τυραννικό καθεστώς, είχε δραματικές συνέπειες. Ωστόσο, ο ναζισμός είναι μια εντελώς και απολύτως κακόβουλη και απάνθρωπη παραφροσύνη. Δεν μπορώ καν να συγκρίνω τις δύο ιδεολογίες. Δεν συγκρίνονται σε καμία περίπτωση, ό,τι κι αν έκανε ο Στάλιν. Ειδικά στη Γαλλία, όπου ζείτε, η Μαρίν Λεπέν λίγο έλειψε να εκλεγεί πρόεδρος. Είναι τρομακτικό ότι το τέρας του ναζισμού ξαναζωντάνεψε. Το είχαμε για νεκρό, ενώ αυτό απλώς κοιμόταν. Παρατηρώ αυτούς τους παλικαράδες, τους εθνικιστές, με τον ψευτοπατριωτισμό τους, που βασίζεται μόνο στο μίσος για κάθε «άλλον» ή «διαφορετικό», και φοβάμαι για τα παιδιά μου. Αναρωτιέμαι, πόσο πια έχουμε χάσει τη μνήμη μας και είμαστε έτοιμοι να κάνουμε τα ίδια ολέθρια λάθη ξανά και ξανά; Πώς σας φάνηκε η ταινία; Πάντα πίστευα πως το βιβλίο θα μπορούσε να γίνει μία καλή ταινία. Κάτι σαν μαύρη βρετανική κωμωδία. Έτσι το οραματίστηκα και αυτό είπα και στους παραγωγούς της ταινίας. Μαζί καταλήξαμε να το προτείνουμε στον σκηνοθέτη, καθώς θεωρήσαμε πως ο Αρμάντο Ιανούτσι θα ήταν ο πλέον κατάλληλος να το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη. Και ο ίδιος είπε «ναι» - μου φάνηκε σαν θαύμα! Από εκείνη τη στιγμή, η δική μου δουλειά είχε τελειώσει. Ηξερα ότι θα τα κατάφερνε περίφημα και δεν ήθελα να εμπλακώ περαιτέρω. Πράγματι, είμαι εξαιρετικά χαρούμενος με το κινηματογραφικό αποτέλεσμα. Και το σχετικό link...
  3. Μπορεί ο Στάλιν να μην υπήρξε ο ιδανικός ηγέτης σε μια χώρα που πάλευε για την εδραίωση του σοσιαλισμού. Ο θάνατός του ήταν, ωστόσο, ένα ισχυρό σοκ για τους γραφειοκράτες που ήταν απροετοίμαστοι για κάτι τέτοιο. «Ο Θάνατος του Στάλιν» σε κόμικς γίνεται η αφορμή για μια κριτική της σοβιετικής πραγματικότητας, αλλά με μια υπερβολή που γίνεται αυτοσκοπός προσβάλλοντας την ιστορική αλήθεια. Είναι πολύ της μόδας εδώ και πολλές δεκαετίες κάθε κριτική στο κομμουνιστικό μοντέλο να ξεκινά (και πολλές φορές να εξαντλείται) στη σταλινική περίοδο. Ατέλειωτες απόπειρες μιας ηλίθιας και αποϊστορικοποιημένης εξομοίωσης του ναζισμού με τον κομμουνισμό, αυτών που ξεκίνησαν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο με αυτούς που πληρώνοντας βαρύ φόρο αίματος τον τελείωσαν, έχουν αποδώσει καρπούς και η προσπάθεια συνεχίζεται με αμείωτους ρυθμούς από σκοτεινούς και απρόσωπους οργανισμούς που παραχαράσσουν μεθοδικά και με πρόγραμμα την Ιστορία. Κοινός και εύκολος στόχος και βασική αναφορά τους, ο Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Στάλιν. Το πριν και το μετά της σταλινικής περιόδου αποσιωπώνται ωσάν η ΕΣΣΔ να υπήρξε μόνο επί Στάλιν. Γι’ αυτό και κάθε νέα απόπειρα να ανασκαλευτεί το παρελθόν και να χυθεί φως στην περίοδο που ο Στάλιν βρισκόταν στη θέση του γενικού γραμματέα πρέπει να αντιμετωπίζεται τουλάχιστον με επιφυλάξεις. Η κατανόηση και ακόμη περισσότερο η ερμηνεία της ιστορικής πραγματικότητας εκείνης της περιόδου από έναν καλοπροαίρετο, ανήσυχο «ερευνητή» του 21ου αιώνα δεν μπορούν να εδράζονται σε κλισέ, υπερβολές, εντυπωσιασμούς και συγκινησιακού τύπου ευκολίες. Ένα έργο τέχνης μπορεί να τα αποφύγει όλα αυτά ενδεδυμένο όμως τον μανδύα της καλλιτεχνικής ελευθερίας και να μιλήσει με τη γλώσσα της προσωπικής οπτικής απέναντι στα γεγονότα. Αρκεί να το δηλώνει! Οι Φαμπιάν Νιρί και Τιερί Ρομπέν το δηλώνουν στον «Θάνατο του Στάλιν» (εκδόσεις Οξύ, μετάφραση Κατερίνα Φράγκου), γεγονός που δεν τους απαλλάσσει από τις ιστορικές ανακρίβειες, αλλά τουλάχιστον ενημερώνει τους αναγνώστες για την αληθοτιμή του έργου: «Μολονότι η ιστορία αυτή είναι εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα, δεν παύει να είναι δημιούργημα φαντασίας: η δημιουργική έμπνευση των συγγραφέων κατασκεύασε μια ιστορία βασισμένη σε ιστορικά τεκμήρια ελλιπή, κάποιες φορές μεροληπτικά, και συχνά αντιφατικά. Πάντως οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι η φαντασία τους δεν χρειάστηκε να μοχθήσει πολύ, καθώς δύσκολα θα ξεπερνούσε την πραγματική τρέλα που διαπότιζε τον κύκλο του Στάλιν και τα γεγονότα γύρω από τον θάνατό του» αναφέρει η προμετωπίδα του βιβλίου με την επισήμανση «Προειδοποίηση». Κάτι που έρχεται όμως σε πλήρη αντίθεση με την ψευδεπίγραφη λεζάντα του εξωφύλλου «Μια αληθινή σοβιετική ιστορία»! Τελικά τι είναι «Ο Θάνατος του Στάλιν»; Το βιβλίο ξεκινά το 1953 με τον Στάλιν να βρίσκεται λίγο πριν το τέλος του, αναίσθητος από ένα βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο και τα ανώτατα κομματικά στελέχη να τελούν σε πλήρη σύγχυση ως προς το τι πρέπει να κάνουν. Αυτό που ακολουθεί είναι μια αλυσίδα κωμικοτραγικών καταστάσεων με φόντο τους προσωπικούς ανταγωνισμούς και την ανελέητη γραφειοκρατία στα σκοτεινά γραφεία αλλά και στα χιονισμένα, μουντά τοπία της ρωσικής υπαίθρου. Ως προς τις απεικονίσεις των χώρων και τις γκροτέσκες φιγούρες των Σοβιετικών αξιωματούχων, ο Ρομπέν κάνει εξαιρετική δουλειά. Ως προς την αλήθεια; «Οι συγγραφείς μπορούν να παραλλάξουν ένα αιματηρό γεγονός με ένα άλλο: έτσι ο Χρουστσόφ δεν τουφέκισε τους πολίτες που επιθυμούσαν να παρευρεθούν στην κηδεία του Στάλιν, αλλά η ολιγωρία του προκάλεσε ένα τεράστιο χάος, όπου εκατοντάδες γυναικών, παιδιών, ηλικιωμένων και εφήβων βρήκαν τον θάνατο αφού ποδοπατήθηκαν από ένα ανεξέλεγκτο πλήθος που κανείς δεν μπορούσε να συγκρατήσει. Οι συγγραφείς μεταλλάσσουν αυτή τη γραφειοκρατική αμέλεια σε μια οργανωμένη σφαγή» επισημαίνει στο επίμετρό του ο ιστορικός και σοβιετολόγος Ζαν-Ζακ Μαρί. Ειλικρινές σχόλιο αλλά αρκετό για να πείσει ακόμα και τον πιο δεκτικό αναγνώστη ότι αυτό που διαβάζει αποτελεί την καλλιτεχνική προσαρμογή μιας προσωπικής ερμηνείας (όχι άμοιρης ούτε απαλλαγμένης πολιτικών απόψεων και προθέσεων) του κλίματος μιας εποχής. Δεν είναι λίγο αυτό αλλά δεν είναι και τίποτε περισσότερο. Και το σχετικό link...
  4. Οι αναγνώστες των κόμικ δεν είναι πια "nerds", υπογραμμίζει στο News 24/7 ο υπεύθυνος του τμήματος Κόμικς των Εκδόσεων "Οξύ", και μιλά για τις νέες μεταφρασμένες στα ελληνικά εκδόσεις της εταιρείας που στοχεύουν να συστήσουν εκ νέου τους πιο διάσημους ήρωες-σύμβολα της ποπ κουλτούρας στην αγορά της χώρας. Τα κόμικς, η ένατη και πιο "ανήσυχη" των καλών τεχνών, έχει προσφέρει στη σύγχρονη μαζική κουλτούρα κάποιες από τις πιο εντυπωσιακές εικόνες και μορφές. Πρόκειται για μια "ποπ" εικαστική μορφή, γέννημα-θρέμμα του 20ου αιώνα, που ήρθε να ανατρέψει το κλασικό παραμύθι μέσα από πολύμορφα καρέ, ευφάνταστα "συννεφάκια" και πανίσχυρους αλλά εύθραυστους χαρακτήρες. Στην απαρχή τους, τα κόμικ απευθύνονταν κυρίως στα παιδιά και τους εφήβους. Με τα χρόνια ωστόσο απέκτησαν φανατικούς ενήλικες αναγνώστες. Αν και στην αρχή η τέχνη τους κατηγορήθηκε και διώχθηκε (με κατηγορίες όπως αυτή της προπαγάνδας ή του "ακατάλληλου" περιεχομένου) εντούτοις κατάφερε να πατήσει στα "πόδια" της και να μεγαλουργήσει. Κάποτε οι φίλοι της ενάτης τέχνης θεωρούνταν ανώριμοι ή και "σπασίκλες" (nerds). Σήμερα, η εξέλιξη του μέσου έχει εξελίξει και τους κομικόφιλους σε "ψαγμένους" και ενημερωμένους αναγνώστες. Τη σκυτάλη για την περαιτέρω διάδοση των κόμικ στο ελληνικό κοινό σήμερα, το οποίο έχει διευρυνθεί σημαντικά μετά τις πρώτες -συλλεκτικές πλέον- απόπειρες εκδοτικών οίκων τις δεκαετίες του 70' και του '80 (μεταξύ τους οι εκδόσεις "Ψαρόπουλος" με τον Superman, οι εκδόσεις "Καμπανάς" με τον Spider-man και οι Μαμούθ με τους X-men για να μη μιλήσουμε για τον "Μίκυ Μάους" και τα "Κόμιξ" της Νέας Ακτίνας) αναλαμβάνουν σήμερα οι εκδόσεις "Οξύ" που στοχεύουν να φέρουν μια σύγχρονη αντίληψη, νέα εικαστική προσέγγιση και ακριβή απόδοση στις πιο σημαντικές ιστορίες αγαπημένων ηρώων. Το News 24/7 συνάντησε τον υπεύθυνο του τμήματος Κόμικς των Εκδόσεων "Οξύ" κ. Σάββα Αργυρού, ο οποίος μίλησε για την εξέλιξη των κόμικ μέσα από τις ανάγκες των εποχών και του αναγνωστικού κοινού, την κινηματογραφική και τηλεοπτική τους μεταφορά που έχουν αποκτήσει σήμερα φαινομενικές διαστάσεις καθώς και τα εκδοτικά σχέδια και στόχους της "Οξύ". "Οι υπερήρωες έγιναν mainstream, τα κόμικ έγιναν mainstream, άρα και οι αναγνώστες κόμικς έγιναν mainstream" τονίζει ο Σάββας Αργυρού Έχετε επιλέξει να εκδώσετε κάποια εμβληματικές ιστορίες, από τον Daredevil του Miller μέχρι το Planet Hulk. Ποια ήταν τα κριτήρια να επιλέξετε τους συγκεκριμένους τίτλους; «Προσπαθούμε να κάνουμε μια μίξη από κλασικές και σύγχρονες ιστορίες, με έμφαση στην ποιότητα της πλοκής της ιστορίας. Σημαντικό για εμάς είναι οι ιστορίες να είναι ει δυνατόν αυτοτελείς και να προσφέρουν μια ολοκληρωμένη αφήγηση στον αναγνώστη. Όσον αφορά στους τίτλους αυτούς καθ’ εαυτούς, είναι εκείνοι οι οποίοι καθόρισαν τους χαρακτήρες αυτούς, είχαν εξαιρετική εμπορική και καλλιτεχνική πορεία και αναγνωσιμότητα στο εξωτερικό. Αφορούσαν επίσης ήρωες με μεγάλη βάση φίλων στην Ελλάδα.» Λίγες ελληνικές εταιρείες έχουν καταφέρει να πάρουν τα δικαιώματα για έκδοση υπερηρωικών τίτλων της Marvel. Πώς είναι η συνεργασία με τον κολοσσό των κόμικ; «Σαν μία εκ των δύο μεγαλύτερων εταιρειών στον κόσμο στον χώρο των κόμικς, η προσέγγιση με την Marvel απαιτεί πρωτίστως την εμπειρία να κάνεις τη σωστή τοποθέτηση των τίτλων στην αγορά, να μπορέσεις να διαλέξεις τις ιστορίες εκείνες που είναι πιο κατάλληλες και έχουν μεγαλύτερη απήχηση στο κοινό της χώρας σου, να έχεις τη σωστή στρατηγική marketing και να έχεις επαφή με τον αναγνώστη του συγκεκριμένου είδους. Η Marvel μας εμπιστεύεται σε όλα αυτά γιατί στις Εκδόσεις "Οξύ" έχουμε μακροχρόνια επαφή με το συγκεκριμένο είδος αναγνωστικού κοινού που είναι ιδιαίτερο και απαιτητικό. Πέραν αυτού, οι άνθρωποι με τους οποίους μιλώ είναι μάλλον ιδιαίτερα προσεγγίσιμοι και δεκτικοί, έντονα πρόθυμοι να δώσουν συμβουλές σχετικά με τίτλους ή χαρακτήρες.» Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση στην έκδοση ξενόγλωσσων κόμικ; «Η επιλογή του τίτλου, ποια ιστορία θα διαλέξεις για για ποιον χαρακτήρα. Πρέπει να αφορά έναν ήρωα που θα έχει απήχηση στο εγχώριο κοινό και η συνολική έκδοση να αποτελείται από λογικό αριθμό τευχών που θα ολοκληρώνουν, ιδανικά, την ιστορία (Είμαι ενάντιος στο να προσφέρεις ημιτελείς ή ανολοκλήρωτες ιστορίες στους αναγνώστες). Στην πρόκληση της επιλογής τίτλων συνίσταται καιι το ότι πρέπει να είσαι ενήμερος για έναν ουσιαστικά άπειρο αριθμό ιστοριών για έναν άπειρο αριθμό χαρακτήρων – σκεφτείτε πόσοι χαρακτήρες υπάρχουν στο σύμπαν της Marvel, πολλαπλασιάστε το αυτό με τον αριθμό των ιστοριών για τον κάθε χαρακτήρα, και μετά πολλαπλασιάστε το πάλι, με τον αριθμό των, ας πούμε, 20 μεγαλύτερων εκδοτικών εταιρειών κόμικς στο κόσμο – και αυτό είναι από μόνο του μια πρόκληση». Οι Εκδόσεις Οξύ εκδίδουν επίσης σειρές όπως το "Hellboy" ή το "Dracula". Ποιες άλλες σειρές θα σας ενδιέφεραν και πού στοχεύετε; «Εμπράκτως εξετάζουμε σχεδόν κάθε σειρά που μπορεί να έχει ενδιαφέρον για το ελληνικό κοινό. Κύριο κριτήριο -εκτός από την αυτοτέλεια και την ποιότητα της ιστορίας- είναι και η αναγνωρισιμότητα των χαρακτήρων αλλά και η επιτυχία που έχει διαγράψει η σειρά στο εξωτερικό. Το Hellboy and the B.P.R.D. 1952, π.χ. αφορά έναν εξαιρετικό τίτλο ενός τεράστιου franchise, το οποίο αναμένεται να αποκτήσει ανανεωμένο ενδιαφέρον παγκόσμια μετά και την επερχόμενη νέα ταινία με τον ομώνυμο ήρωα. Όσον αφορά σειρές και κόμικ που μας ενδιαφέρουν, εκτός από το υπερηρωικό είδος στο οποίο θα δείτε πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα από τη Marvel, μέσα στα σχέδιά μας για το 2018 είναι η έκδοση του πρώτου τόμου του "Saga", των Brian K. Vaughan και Fiona Staples, μιας σειράς που έχει κερδίσει όποιο σημαντικό βραβείο κόμικ υπάρχει. Επίσης θα κυκλοφορήσουμε τα "Patience" του Daniel Clowes και το "The Terrible and Wonderful Reasons Why I Run Long Distances" του Μatthew Inman. Γενικά, το κοινό μπορεί να αναμένει αρκετή ποικιλία από τις εκδόσεις μας στο (εγγύς) μέλλον, πέρα από το αμιγώς υπερηρωικό κόμικ. Ήδη κυκλοφόρησαν άλλωστε ο "Θάνατος του Στάλιν" και το "Nick Cave - Mercy on Me", τα οποία αγκαλιάστηκαν από το ελληνικό κοινό». Ένα σχόλιό σας για το πώς έχει εξελιχθεί το αναγνωστικό κοινό των κόμικ; Κάποτε χαρακτηρίζαμε τους κομικόφιλους ως "nerds"... «Νομίζω ότι η λέξη που εξηγεί αυτό που έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια είναι το "mainstream": Οι υπερήρωες έγιναν mainstream, τα κόμικ έγιναν mainstream, άρα και οι αναγνώστες κόμικς έγιναν mainstream. Σε αυτό, φυσικά, τεράστιο ρόλο έπαιξαν οι κινηματογραφικές μεταφορές υπερηρώων στον κινηματογράφο, οι οποίες γνώρισαν τους ήρωες σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό και τους έβαλαν, όχι από το παράθυρο, αλλά κανονικά από την πόρτα, στην καθημερινότητα όλων μας. Σημαντική θεωρώ επίσης την εξέλιξη των ιστοριών των υπερηρωικών, κυρίως, κόμικ, όσον αφορά στο ύφος, στο σχέδιο, και στην πλοκή των ιστοριών. Διαχρονικά, τα κόμικ εξελίσσονται και ενηλικιώνονται, αλλά αυτό έγινε ιδιαίτερα έκδηλο από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν έγινε μια σαφής και άμεσα αντιληπτή στροφή σε πιο ρεαλιστικό σχέδιο. Επιπλέον, η ολοένα αυξανόμενη χρήση των κόμικ ως ένα μέσο για να εξιστορηθούν καινούργιες ιστορίες ή για να γίνουν μεταφορές, συνισέφερε αισθητά στην μετάδοσή τους. Παραδείγματος χάριν, όταν ο Chuck Palahniuk αποφάσισε να γράψει την συνέχεια του Fight Club, δεν έβγαλε ένα δεύτερο βιβλίο αλλά το κυκλοφόρησε κατευθείαν σε κόμικ. Είναι ένα μέσο με μεγάλες δυνατότητες οι οποίες τώρα εξερευνώνται για πρώτη φορά, ουσιαστικά, και αυτό επίσης συμβάλει στη ραγδαία αύξηση της απήχησής του. Δεν είναι τυχαίο το ότι η πιο πιστή μεταφορά του "A Song of Ice and Fire" δεν είναι το τηλεοπτικό Game of Thrones, αλλά τα αντίστοιχα κόμικ της Dynamite». Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό των κόμικ από την εμπειρία σας έχει διευρυνθεί τα τελευταία χρόνια; Και πώς συμπεριφέρεται, κυνηγάει τις κλασικές ιστορίες ή θέλει τις πιο σύγχρονες των ηρώων; «Έχει διευρυνθεί εμφατικά. Πάντα με αιχμή του δόρατος ιστορίες που συνδέονται με κάποιο τρόπο με ταινίες ή σειρές, που δίνουν μεγαλύτερη απήχηση σε χαρακτήρες. Νομίζω ότι υπάρχει κοινό και για τα δύο, και για τις κλασικές αλλά και τις πιο σύγχρονες ιστορίες. Από την εμπειρία μου διαπιστώνω ότι υπάρχει μια έντονη ροπή από το ελληνικό κοινό τα τελευταία χρόνια προς τις πιο σύγχρονες ιστορίες, με δυναμικό σκοτεινό σχέδιο». Παρακολουθείτε τις κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές των κόμικ και αν ναι πώς σας φαίνονται ως προς την απόδοση των ηρώων; «Φυσικά και τις παρακολουθούμε, και σαν Εκδόσεις Οξύ, αλλά και σαν φαν. Θεωρώ τις σειρές του Netflix εξαιρετικές ως προς την απόδοση των χαρακτήρων – οι πέντε ήρωες με τους οποίους έχουν διαλέξει να ασχοληθούν μέχρι στιγμής (Daredevil, Punisher, Jessica Jones, Luke Cage, Iron Fist) ταιριάζουν γάντι στην τηλεόραση και σε μεταφορά σε σειρά. Ίσως οι μεταφορές αυτές να είναι πιο πετυχημένες από τις αντίστοιχες κινηματογραφικές όσον αφορά στην ουσία των χαρακτήρων από τα κόμικ. Το Κινηματογραφικό Σύμπαν της Marvel (MCU) ήταν ένα τεράστιο, πρωτόγνωρο εγχείρημα, το οποίο νομίζω έχει στεφθεί με απόλυτη επιτυχία. Έχει γίνει αρκετά έως πολύ καλή δουλειά στην απόδοση των χαρακτήρων. Προσωπικά ξεχωρίζω το πρώτο "Avengers", το "Captain America: Civil War" και το"Thor: Ragnarok". Αναμένω δε με ανυπομονησία το επερχόμενο "Infinity War", το οποίο πιστεύω ότι θα είναι η καλύτερη ταινία της Marvel… μέχρι την επόμενη». Η σχέση των εκδόσεων Οξύ με τους Έλληνες κομίστες; Σας ενδιαφέρει μια συνεργασία με νέα εγχώρια ταλέντα; «Επί της αρχής μας ενδιαφέρει, όμως υπάρχουν αρκετές προκλήσεις: Η αγορά είναι πολύ μικρή και έτσι η δημιουργία ενός έργου από το μηδέν μπορεί να είναι δυσλειτουργική. Θα πρέπει είτε να αδικηθεί ο δημιουργός αφού τα μελλοντικά δικαιώματα που θα εισπράξει (ή ακόμη και προεισπράξει) θα είναι πολύ λίγα σε σχέση με τον χρόνο και την δουλειά του, είτε ο εκδότης να αδικήσει τον εαυτό του και τους αναγνώστες του με την εξαιρετικά υψηλή λιανική τιμή που θα πρέπει να ορίσει στην έκδοση αυτή. Γι’ αυτό τον λόγο προτιμάμε την ξένη παραγωγή όπου εκεί η απόσβεση της αμοιβής του δημιουργού έχει ήδη γίνει, χωρίς να σημαίνει ότι δεν έχουμε και τις κεραίες μας ανοιχτές, και για κάτι πραγματικά πολύ αξιόλογο από την εγχώρια παραγωγή». Η προσωπική σας σχέση σας με τα κόμικ; «Η σχέση μου με τα κόμικ ξεκινά σε πολύ μικρή ηλικία, με τις κλασικές ιστορίες του Disney (είμαι φαν του Θείου Σκρούτζ, και του Ντον Ρόσα), και μετά προχωρώντας σε Αστερίξ και Λούκι Λουκ. Ακολούθησε ο Κόναν, οι X-Men των εκδόσεων Μαμούθ. Το πρώτο υπερηρωικό κόμικ που είχα διαβάσει ήταν το "X-Men: The Dark Phoenix Saga", και από τότε "κόλλησα" με το είδος. Να σημειωθεί ότι ο εν λόγω τίτλος θα κυκλοφορήσει και από τις εκδόσεις μας, στους προσεχείς μήνες. Αγοράζω πολλά κόμικ, κυρίως σε σκληρόδετη μορφή με ένα ευρύ φάσμα σε εταιρείες, και ιστορίες. Πιο πολύτιμο απόκτημά μου είναι οι δύο τόμοι του Βίου και της Πολιτείας του Σκρουτζ Μακ Ντακ, τα οποία μου υπέγραψε ο ίδιος ο Ντον Ρόσα». Ο αγαπημένος σας ήρωας; Και το αγαπημένο σας storyline. «Ο Thor είναι διαχρονικά ο αγαπημένος μου ήρωας. Είναι σπάνιοι οι χαρακτήρες που σου επιτρέπουν να τους αναλύσεις τόσο βαθιά (θεός-άνθρωπος, θνητότητα, κληρονομιά και τι εν τέλει σημαίνει να είσαι άνθρωπος), και ταυτόχρονα παραμένουν συναρπαστικοί και "bad-ass"! Αγαπημένα μου storyline είναι σίγουρα όλο το run του Straczynski στον Thor, το πρόσφατο "Thor: God of Thunder" των Aaron και Ribic και το τρίτο τεύχος του "Thor: Heaven and Earth"». Και το σχετικό link...
  5. To graphic novel 'Ο Θάνατος του Στάλιν' στο οποίο βασίστηκε η ταινία είναι παράλογα αληθινό. Το ‘Ο Θάνατος του Στάλιν’ μας έκανε να γυρίσουμε το βλέμμα από την πρώτη στιγμή που πετύχαμε το τρέιλερ. Αυτό που ξέρουν πολλοί είναι ότι η ταινία βασίζεται στα πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν στο φόντο του θανάτου του πατερούλη. Αυτό που δεν ξέρουν πολλοί είναι ότι βασίζεται επίσης στο ομώνυμο graphic novel του Fabien Nury. Με το νέο έτος έχουμε λοιπόν διπλό σοβιετικό χτύπημα. Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 25 Ιανουαρίου -με τη Ρωσία να εξετάζει την απαγόρευσή της- ενώ στις 10 Ιανουαρίου κυκλοφορεί το κόμικ στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Οξύ και σε μετάφραση της Κατερίνας Φράγκου. O πατερούλης των λαών δεν σταμάτησε πουθενά μπροστά στο να κάνει αυτό που θεωρούσε σωστό με αποτέλεσμα να δημιουργήσει ένα ολοκληρωτικό κράτος στο οποίο ακόμα και οι πιο κοντινοί του άνθρωποι τον έτρεμαν. Την 1η Μαρτίου του 1953 ο Ιωσήφ Στάλιν παθαίνει ένα σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο. Τα προβλήματα ανέκυψαν από την αρχή. Από το πιο απλό όπως ποιον γιατρό να καλέσουν -σημειωτέον πριν πεθάνει ο Στάλιν είχε διατάξει την εκτέλεση όλων των μεγαλογιατρών της Σοβιετικής Ένωσης- μέχρι το πώς θα γίνει η κηδεία και μέχρι φυσικά τη μάχη της διαδοχής. Το κόμικ χρησιμοποιεί το παράλογο ως μέσο εξιστόρησης μιας από τις πιο παράλογες ιστορίες της ανθρωπότητας. Την ιστορία συνθέτουν σημαντικά πολιτικά πρόσωπα που ανέλαβαν να διαχειριστούν το θάνατό του και το μέλλον του Κόμματος. Ο Νικίτα Χρουστσόφ, έμπιστος σύμβουλος του Στάλιν και μετέπειτα ηγέτης της ΕΣΣΔ. Ο Λαβρέντι Μπέρια, επικεφαλής του σοβιετικού μηχανισμού ασφαλείας και των μυστικών υπηρεσιών, ισχυρίστηκε αργότερα ότι είχε αποπειραθεί να δηλητηριάσει τον Στάλιν. Το έκανε δεν το έκανε, σίγουρα το ήθελε. O Νικολάι Μπουλκάνιν ήταν υπουργός άμυνας επί Στάλιν και Πρωθυπουργός επί Χρουστσόφ. Ο Γκεόργκι Μάλενκοφ αργότερα ανέβηκε επίσης για ένα σύντομο διάστημα στην ηγεσία του Κόμματος και της ΕΣΣΔ. Ο Λάζαρ Καγκανόβιτς, ένας πολιτικός και στενός συνεργάτης του Στάλιν, που ο χαρακτήρας του υπάκουει στην παροιμία “δείξε μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι”. Ο Αναστάς Μικογιάν ο μόνος που παρέμεινε ως τη σύνταξή του ατάραχος στη θέση του παρόλους τους ηγέτες που άλλαζαν. Ο ιστορικός με ειδίκευση στη Σοβιετική ιστορία Ζαν-Ζακ Μαρί και έχει εκδώσει ανάμεσα σε άλλα τις βιογραφίες των Λένιν, Τρότσκι, Στάλιν, Χρουστσόφ και Μπέρια, έχει πει για το graphic novel. "Η ανά χείρας εικονογράφηση βασίζεται λοιπόν στην απόσταση που παίρνει από την Ιστορία. Την ανασυνθέτει για να αποκαλύψει την θεμελιώδη ουσία της. Αυτό που είναι σημαντικό εδώ δεν είναι η ακρίβεια των γεγονότων, αλλά η αυθεντικότητα της οπτικής γωνίας. Το έργο των Νουρί και Ρομπέν αναπλάθει με εντυπωσιακό τρόπο τη φρικώδη και ζοφερή ατμόσφαιρα των κυκλωμάτων που κυβερνούσαν το Κρεμλίνο στο τέλος του αιματηρού καθεστώτος του Στάλιν. Ο Χρουστσόφ θυμάται: «Εμείς, όσοι βρισκόμασταν γύρω από τον Στάλιν, ήμασταν θανατοποινίτες με αναστολή». Ο φόβος καραδοκούσε παντού, και όλοι επιδείκνυαν μια αηδιαστική δουλοπρέπεια. Οι δυο συγγραφείς αναπλάθουν αυτήν την ατμόσφαιρα χρησιμοποιώντας πολλαπλές μεθόδους υπερβολής: φτάνουν στα άκρα κι υπογραμμίζουν το παράλογο, παντρεύοντας το επιβεβαιωμένο γεγονός με το αληθοφανές, το φανταστικό με το συμβολικό· μετατοπίζουν κάποια γεγονότα και τα στάδια διεξαγωγής τους μέσα στο χρόνο, συμπυκνώνουν το χρόνο ή παραλλάσσουν ένα γεγονός, ώστε να αποδώσουν τελικά μια εικόνα συχνά πιο αληθινή από την αλήθεια των ίδιων των γεγονότων". * O 'Θάνατος του Στάλιν' κάνει πρεμιέρα στις ελληνικές αίθουσες στις 25 Ιανουαρίου. Και το σχετικό link...
  6. Αντισυμβατικός και αντιεμπορικός καλλιτέχνης που ποτέ δεν επιδίωξε να γίνει σούπερ σταρ, τραγουδά για την αγάπη, τον θάνατο, τον οίκτο, το έλεος, τη σωτηρία της ψυχής. Με μεταφυσικές ανησυχίες, σκληρούς ήχους και σπαρακτικές μπαλάντες, ο Νικ Κέιβ βλέπει την απρόβλεπτη ζωή του να γίνεται κόμικς από τον μετρ του είδους Ράινχαρντ Κλάιστ. Οι βιογραφίες δεν μπορεί και δεν πρέπει ποτέ να καταλήγουν σε ντοκιμαντέρ. Ο δημιουργός τους, αναπόφευκτα, θέλοντας και μη οφείλει να αντιμετωπίσει το βιογραφούμενο πρόσωπο από τη δική του οπτική. Υποκειμενικά και με το θάρρος της γνώμης και της καλλιτεχνικής του σφραγίδας. Ακόμα περισσότερο όταν το πρόσωπο αυτό δεν έχει προλάβει να περάσει στη σφαίρα του μύθου και βρίσκεται εν ζωή. Στην προκειμένη περίπτωση, μια πλούσια ζωή γεμάτη εμπειρίες και ανατροπές, με μεγάλα διαστήματα παραμονής στην «επικίνδυνη» ζώνη, στη «σκοτεινή» πλευρά. Κάτι που αντανακλάται στη μουσική και τα τραγούδια του Νικ Κέιβ. Αλλά και στο «Nick Cave - Mercy on Me» (συνεργασία των εκδόσεων Οξύ και Ηλίβατον, μετάφραση Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης). Το σπαρακτικό «Mercy Seat» που τραγουδήθηκε υπέροχα και από τον Τζόνι Κας, εικονογραφείται με πρωτότυπο και οδυνηρό τρόπο από τον Κλάιστ Αυτά που γράφει κι ερμηνεύει ο Αυστραλός τραγουδοποιός δεν είναι εύκολα και εύπεπτα. Όπως η πολυτάραχη ζωή του ήταν γεμάτη ταξίδια, πειράματα, δοκιμές, έτσι και η μουσική του είναι ιδιοσυγκρασιακή, αντικατοπτρίζει συγκεκριμένες εποχές και εικόνες, καθρεφτίζει την ψυχική διάθεση και τα βαθύτερα αισθήματα ενός ευαίσθητου ανθρώπου που δεν διστάζει να εκτεθεί. Και να καλέσει για οίκτο, για συγχώρεση, σεβόμενος πάντα τους ακροατές του. Ποτέ δεν μπορείς να γνωρίζεις αν ο Νικ Κέιβ γράφει αυτοβιογραφικά, αν είναι ο πρωταγωνιστής των στίχων του. Αν όμως είναι, ο Ράινχαρντ Κλάιστ τον έχει αποδώσει ιδανικά στην καλύτερη ώς τώρα βιογραφία που έχει δημιουργήσει. Και έχει δημιουργήσει πολλές: «Cash: I see a Darkness» (για τον θρύλο της ροκ και της κάντρι, Τζόνι Κας – εκδόσεις Οξύ), «Κάστρο» (για τον ηγέτη της Κούβας, Φιντέλ Κάστρο – εκδόσεις Γνώση), «Ο Μποξέρ» (για τον επιζώντα του Ολοκαυτώματος Χέρτζκο Χαφτ), «An Olympic Dream» (για τη Νιγηριανή αθλήτρια Samia Yusuf Omar και τη μοιραία προσπάθειά της να κυνηγήσει το όνειρό της) κ.ά. Κατ’ αρχάς, η μεγάλη έκταση του νέου βιβλίου του Κλάιστ (περισσότερες από 330 σελίδες μαζί με τις σημειώσεις) του επιτρέπει να επεκταθεί σε πολλές και ενδιαφέρουσες προσωπικές ερμηνείες που καθιστούν το έργο όχι μια απαρίθμηση γεγονότων και μια καταγραφή σημαντικών στιγμών, αλλά στη δική του πρόσληψη του έργου του Κέιβ. Δεν λείπουν φυσικά και τα απαραίτητα βιογραφικά στοιχεία, αλλά είναι πάντα φιλτραρισμένα από τη μουσική και τα τραγούδια, δίνονται πάντα σε συνδυασμό με στίχους και εικόνες που πηγάζουν από αυτούς. Συνήθως συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: o βιογράφος επιχειρεί να εξηγήσει την τέχνη του πρωταγωνιστή του μέσω της ζωής του. O Κλάιστ επιτυγχάνει κάτι φαινομενικά ανορθόδοξο, να εξηγήσει και να περιγράψει πολαρόιντ ζωής με παραδείγματα από την τέχνη. Τα ασπρόμαυρα σχέδια, υγρά από τις βροχές, τα δάκρυα και τον ιδρώτα του Κέιβ στο Λονδίνο, το Βερολίνο, τη Βραζιλία και τα άλλα μέρη όπου έζησε, χιονισμένα και σκοτεινά όπως τα ρούχα του και το θλιμμένο βλέμμα του ακολουθούν ιδανικά το καθόλου γραμμικό «σενάριο» που αντιμετωπίζει συχνά τον τραγουδιστή ως ένα φανταστικό πρόσωπο, ως μια περσόνα που μεταμορφώνεται για να υποδυθεί τους ρόλους των χαρακτήρων των τραγουδιών του. Ή τους θύτες τους, όπως στο συγκλονιστικό κεφάλαιο με το σπαρακτικό «The Mercy Seat» στο επίκεντρο. Και τον Κέιβ να μονολογεί: «Αν εμφανιστούν τώρα όλοι εκείνοι που έχω στο μυαλό μου, θα γίνει πραγματικό καμίνι…» Και το σχετικό link...
  7. Ελαφρώς ριψοκίνδυνο εγχείρημα οι βιογραφίες μουσικών. Ο γραπτός λόγος μπορεί να αφηγηθεί τη δημιουργική ή περιπετειώδη ζωή τους, όταν πρόκειται όμως για το έργο τους, ενίοτε επανέρχεται εκείνο το αρχαίο ρητό, σύμφωνα με το οποίο «το να γράφεις για μουσική είναι σαν να χορεύεις για την αρχιτεκτονική». Οι ταινίες, τα biopics, πέφτουν συχνά σε μια παγίδα που απελευθερώνει τα θύματά της σαν παρωδίες του εαυτού τους και όλα αυτά επιδεινώνονται αν έχουμε να κάνουμε με τραγουδοποιούς που ζουν και γράφουν όσο πιο αντισυμβατικά μπορούν. Στην περίπτωση του Νικ Κέιβ, οι απόπειρες εξιστόρησης του μύθου του αποδείχθηκαν ευτυχώς τόσο ιδιαίτερες όσο και ο ίδιος: το «20.000 days on Εarth» των Ιεϊν Φόρσαϊθ και Τζέιν Πόλαρντ θόλωνε γλυκά τα όρια μεταξύ ντοκουμέντου και δράματος, ενώ το «One more time with feeling» του Άντριου Ντόμινικ, που παρακολουθούσε τον Κέιβ σε μια από τις δυσκολότερες περιόδους της ζωής του, έπειτα από τον χαμό του γιου του, αντάμειβε τους υπομονετικούς. Και καλά οι ταινίες και μάλιστα οι δουλεμένες: τι γίνεται όμως με τις στατικές εικόνες, με τα σχέδια ενός κομίστα που επιχειρεί να συνθέσει μια βιογραφία χωρίς τις συμβάσεις του είδους, φέρνοντας τον πρωταγωνιστή του απέναντι από τα δικά του δημιουργήματα; Μπορεί ένα τραγούδι και οι ήρωές του να ζωγραφιστούν; Ο σκιτσογράφος Ο Γερμανός Ράινχαρντ Κλάιστ τις διαθέτει τις περγαμηνές του. Από το 1994, όταν ακόμα ήταν 24 χρονών, έχει εκδώσει κάμποσα graphic novels θεματικού χαρακτήρα: τα αυτεξήγητα ως προς το περιεχόμενο «Lovecraft», «Amerika», «Αβάνα» ή «Κάστρο» (τα δύο τελευταία από τις εκδόσεις Γνώση) τον ανέδειξαν τόσο εντός της χώρας του όσο και εκτός. Ο Κλάιστ όμως είναι και μουσικόφιλος: το 2006 υπόγραψε τη βιογραφία «Johnny Cash, I see a darkness» (εκδόσεις Οξύ), έναν χρόνο αργότερα επανήλθε με το «Elvis» και κάπως έτσι άρχισε να θεωρείται κάτι σαν ειδικός. Η πρόσφατη ενασχόλησή του με τον Νικ Κέιβ εκκινεί από την αγάπη και τις γνώσεις του για τον μουσικό, δεν μπορεί όμως κανείς να αγνοήσει και τα επικείμενα 60ά γενέθλια του τελευταίου ή το ακόμα πιο έντονο εσχάτως (για μουσικούς και όχι μόνο λόγους) ενδιαφέρον για τη ζωή και το έργο του. Όπως και να έχει, ο Κλάιστ σε σχετικές δηλώσεις του έλεγε πως κατά τη γνώμη του «μια ιστορία για τον Νικ Κέιβ θα πρέπει να καταλήγει σε Αποκάλυψη». Κατά τα άλλα, αυτό που τον γοητεύει ιδιαιτέρως στον ήρωά του είναι «το κίνητρό του, η εργασιομανία του, η μανία του να εξελίσσεται και να μη σταματά». Το κόμικ «Nick Cave, Mercy on me» θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά στις 15 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Ηλίβατον και Οξύ, σε μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη. Ένα από τα λάιτμοτιφ που το διατρέχουν είναι η αγωνία του πρωταγωνιστή του απέναντι στο ενδεχόμενο της κοινοτοπίας, της μετριότητας: ο φόβος ότι όλα θα μείνουν στάσιμα, ως έχουν. Έτσι, σε περισσότερες από τριακόσιες σελίδες και μέσα από σχέδια ασπρόμαυρα, ευφάνταστα, κάποτε σκληρά και εκρηκτικά και άλλοτε μουντά ή συνεφιασμένα, με γραμμή εμφατική αλλά πεντακάθαρη - σαν ένας Γουίλ Άϊσνερ στο πιο εξπρεσιονιστικό - ο Κλάιστ ξεκινά την αφήγησή του απεικονίζοντας έναν ψιλόλιγνο έφηβο κάπου στην Αυστραλία, που φυσικά και δεν αντέχει άλλο τους γονείς του. Ροκάρει μπροστά στον καθρέφτη, φοράει μπλουζάκι με τη στάμπα «μισώ κάθε μπάτσο σε αυτή την πόλη» και ονειρεύεται εαυτόν ως παράνομο, ως επαναστάτη, ως καπετάνιο κάποιου μαγεμένου πλοίου. Βρισκόμαστε στο πρώτο κεφάλαιο του κόμικ που ονομάζεται «The Hammer Song» και που ακολουθείται από τα «Where the Wild Roses Grow», «And the Ass Saw the Angel», «The Mercy Seat» και «Higgs Boson Blues». Δεν χρειάζεται να είναι κανείς λάτρης του Κέιβ για να καταλάβει ότι πρόκειται για τίτλους τραγουδιών ή μυθιστορημάτων του. Ούτε βέβαια είναι αυτά τα μόνα που εμφανίζονται στο «Nick Cave, Mercy on me»: στις σελίδες του μπορεί κανείς να «ακούσει» τα «Pleasure is the Boss», «Cabin Fever», «Tupelo», «Red Right Hand» και πόσα ακόμα. Ηρωίνη και μελάνι Το «τίποτα δεν λείπει από εδώ» δεν ισχύει ακριβώς. Ο Κλάιστ επιλέγει να διηγηθεί την ιστορία του ζωντανεύοντας τα τραγούδια του πρωταγωνιστή του, φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με τους δικούς του πρωταγωνιστές. Πραγματικότητα και μυθοπλασία (δημιουργημένη είτε από τον Κλάιστ είτε από τον Κέιβ) ενοποιούνται σε τέτοιο βαθμό, που εδώ, ναι, απαιτείται να είναι κανείς γνώστης της ζωής και του έργου του ανδρός για να κατανοήσει πλήρως όσα εκρήγνυνται μπροστά του. Βλέπει κανείς τα πρώτα μουσικά βήματα του Κέιβ με τους Boys Next Door στη Μελβούρνη, αλλά και τις καλλιτεχνικές περιπέτειες των απογόνων τους, των Birthday Party, στο Λονδίνο. Συστήνεται με τη Lydia Lunch, τον Blixa Bargeld, τον μακαρίτη Ρόουλαντ Χάουαρντ ή την Ανίτα Λέιν, αλλά και με την Ελίζα Ντέι, τη δολοφονημένη ομορφονιά ενός μεσαιωνικού μύθου που πρωταγωνίστησε στο «Where the wild roses grow». Βαδίζει στο χιόνι του Κρόιτσμπεργκ, στο Βερολίνο, αγγίζει φλέβες ποτισμένες από ηρωίνη αλλά και μελάνι, ενώ ακούει και τον ασταμάτητο ήχο της γραφομηχανής από τα χρόνια που το μυθιστόρημα «Η δε όνος είδεν άγγελον» (εκδ. Τυφλόμυγα, 2010) πάσχιζε να πάρει εικόνα και μορφή. Σε μια σελίδα, οι στίχοι ενός τραγουδιού αποκτούν υλική υπόσταση και εκτοξεύονται από τη μουσική σκηνή, διαπερνώντας τα κορμιά του κοινού σαν μαχαίρια. «Ποιος είσαι, τέλος πάντων, άνθρωπέ μου;» ρωτάει προς το φινάλε τον πρωταγωνιστή μας ο μπλουζίστας Ρόμπερτ Τζόνσον, που έχει ήδη κάνει τη μαγική εμφάνισή του. «Σ' αυτή την ιστορία, είμαι κι εγώ ένας ήρωας που έπλασα ο ίδιος» αποκρίνεται ο Νικ Κέιβ. Το νόημα των λόγων του το εξηγούσε ο Ράινχαρντ Κλάιστ σε εκείνες τις δηλώσεις περί της αίσθησης της Αποκάλυψης που θα πρέπει να έχει η ιστορία του: «Την εννοώ με τη μεταφορική έννοια κι έχει να κάνει με το να δημιουργείς κόσμους και να ζεις μέσα από τους ήρωές τους» έλεγε. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο πρωταγωνιστής του, που στο κόμικ από ένα σημείο και μετά εμφανίζεται σαν περιπλανώμενος ιεροκήρυκας, δεν είχε πρόβλημα με μια τέτοια προσέγγιση. Συνεργάστηκε με τον Κλάιστ για τη δημιουργία του «Mercy on me», του έδωσε βιογραφικές πληροφορίες και δημιουργικές συμβουλές και στο τέλος, βλέποντας το αποτέλεσμα, έκανε ένα σχόλιο απολύτως επιβεβαιωτικό της αξίας που έχουν όσα έργα συγχωνεύουν επιτυχώς πραγματικότητα και φαντασία. «Ο Ράινχαρντ Κλάιστ», έλεγε ο Κέιβ, «σπουδαίος κομίστας και μυθοπλάστης, κατέρριψε για άλλη μια φορά τις συμβάσεις του graphic novel, πλάθοντας έναν τρομερό συγκερασμό από τραγούδια, μισές αλήθειες και πλήρη επινοήματα, δημιουργώντας ένα πολύπλοκο, ανατριχιαστικό και εντελώς αλλόκοτο ταξίδι. Σίγουρα είναι πιο κοντά στην αλήθεια από οτιδήποτε άλλο. Για την ιστορία, όμως, ποτέ δεν σκότωσα την Ελίζα Ντέι». Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.