Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'gabriel ba'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Valt's blog
  • Dr Paingiver's blog
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • Dhampyr Diaries
  • Περί ανέμων και υδάτων

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 8 results

  1. nikolas12

    DAYTRIPPER

    Σύνοψη από την εκδοτική ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΑΣ; Να σας συστήσω τον Μπρας Ντε Όλιβα Ντομίνγκος. Ο Μπρας, το παιδί θαύμα ενός παγκοσμίου φήμης Βραζιλιάνου συγγραφέα, περνά τις μέρες του γράφοντας τις νεκρολογίες άλλων ανθρώπων και τις νύχτες του έχοντας ως όνειρο να γίνει ένας επιτυχημένος συγγραφέας και ο ίδιος — γράφοντας το τέλος των ιστοριών άλλων ανθρώπων, ενώ η δική του μόλις ξεκίνησε. Μα τη μέρα που αυτή η ζωή θα ξεκινήσει, αυτός θα το καταλάβει; Θα ξεκινήσει, όταν συναντήσει το κορίτσι των ονείρων του; Ή στα 11 με το πρώτο του φιλί; Ή αργότερα στη ζωή του, όταν γεννιέται ο πρώτος του γιός; Ή νωρίτερα, τότε που μάλλον βρήκε τη φωνή του ως συγγραφέας; Κάθε μέρα στη ζωή του Μπρας είναι σαν μια σελίδα από ένα βιβλίο. Καθεμιά αποκαλύπτει τους ανθρώπους και τα πράγματα που τον έκαναν αυτόν που είναι: Οι γονείς του, το παιδί του και ο καλύτερός του φίλος, η πρώτη του αγάπη και η αγάπη της ζωής του. Και όπως όλες οι μεγάλες ιστορίες, κάθε μέρα έχει μια αναπάντεχη τροπή που δεν θα προβλέψει ποτέ… Στο DAYTRIPPER, τα δίδυμα αδέρφια Fábio Moon και Gabriel Bá, κάτοχοι του βραβείου Eisner, λένε μια μαγική, μυστηριώδη και συγκινητική ιστορία για την ίδια τη ζωή — ένα στοιχειωτικά λυρικό ταξίδι που χρησιμοποιεί τις ήρεμες στιγμές για να θέσει τα μεγάλα ερωτήματα. Η ιστορία, οι δημιουργοί και οι επιρροές της Βραζιλίας To Daytripper είναι μία ιστορία που εκδόθηκε από τη Vertigo, το γνωστότερο imprint της DC και βγήκε σε 10 τεύχη από το Φεβρουάριο έως το Νοέμβριο του 2010. Δημιουργοί, συγγραφείς και σχεδιαστές είναι Fábio Moon και Gabriel Bá και παρ’ ότι δε φαίνεται από τα ονόματα τους, δεν είναι απλώς συγγενείς, αλλά δίδυμα αδέρφια. O δεύτερος είναι αρκετά γνωστός και από τη δουλειά του ως σχεδιαστής στο The Umbrella Academy που προβάλλεται ως σειρά στο Nteflix, ενώ έχει βγει και ένα volume στα ελληνικά από τη Helm. To Daytripper αφορά τη ζωή του 32χρονου Βραζιλιάνου Bras de Oliva Domingos, του γιου ενός θρυλικού συγγραφέα της Βραζιλίας που ζώντας στη σκιά του πατέρα του, ονειρεύεται να γίνει και ο ίδιος συγγραφέας. Κατά τη διάρκεια του κόμικ ο αφηγητής μας εξιστορεί τις σημαντικότερες στιγμές στη ζωή του ήρωα: τα ταξίδια, την οικογένεια, τις σχέσεις του, την παιδική του ηλικία και την πατρότητα. Τα δύο αδέρφια έχουν καταγωγή από τη Βραζιλία και ως αποτέλεσμα αυτού, το Daytripper έχει πάρα πολλές επιρροές από τη χώρα καταγωγής τους. Αρχικά το ίδιο το όνομα Bras θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας φόρος τιμής στη χώρα τους, εκ του Brasil, αλλά ταυτόχρονα και φόρος τιμής στον Bras Cubas, έναν εκ των γνωστότερων ηρώων της βραζιλιάνικης λογοτεχνίας. Εκτός αυτών όμως οι Gabriel και Fabio δε στερούνται σε καμία ευκαιρία να παρουσιάσουν σε διαφορετικά σημεία του κόμικ τις συνήθειες των Βραζιλιάνων και να μιλήσουν για τον τρόπο ζωής τους. Έτσι βλέπουμε σε πολλά σημεία της ιστορίας αναφορές στη βραζιλιάνικη γλώσσα, τις οικογενειακές συνήθειες, το φαγητό ακόμα και τις σαπουνόπερες που αποτελούν κλασικότατη επιρροή των Βραζιλιάνων. Όσον αφορά το φαγητό και την οικογένεια, εντόπισα το εξής στο ελληνικό λήμμα της Wikipedia για το κόμικ: Στο κεφάλαιο 5, κατά το οποίο ο Bras επισκέπτεται την γιαγιά και τον παππού του στην εξοχή, όλη η οικογένεια συγκεντρώνεται: ξαδέρφια, θείοι και θείες. Η συνήθεια να συγκεντρώνεται όλη η οικογένεια μαζί τα Σαββατοκύριακα είναι συνηθισμένη στη Λατινική Αμερική τιμώντας έτσι την αξία της οικογένειας. Σύμφωνα με τους Clutter και Nieto, παραδοσιακά η ισπανική οικογένεια είναι μια ομάδα που διατηρεί στενές σχέσεις και ο σημαντικότερος φορέας κοινωνικοποίησης. Ο όρος φαμίλια (familia) συχνά ξεπερνά την πυρηνική οικογένεια. Η ισπανική οικογένεια δεν συμπεριλαμβάνει μόνο γονείς και παιδιά αλλά και την εκταταμένη οικογένεια. Αν και η Βραζιλία δεν ανήκει στις ισπανικές χώρες (ήταν υπό πορτογαλική κυριαρχία από το 1500 έως το 1822), αυτό το έθιμο συναντάται σε πολλές λατινικές χώρες, από τη Λατινική Αμερική μέχρι τις ευρωπαϊκές (Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία και Γαλλία) απ’ όπου και προέρχεται. Επίσης στο κεφάλαιο 5, όταν ολόκληρη η οικογένεια συγκεντρώνεται για το μεσημεριανό, όλα τα πιάτα που σερβίρονται προέρχονται από την βραζιλιάνικη παραδοσιακή κουζίνα. Το κύριο πιάτο αποτελείται από “ρύζι και φασόλια, πατάτες, μαρούλι - ολα πολύ απλά και χειροποίητα - αλλά το μεσημεριανό πάντα είναι σαν μια θορυβώδης χαρούμενη γιορτή. Το κοτόπουλο είναι το αγαπημένο των παιδιών, οπότε η γιαγιά το μαγείρευε πάντα”. Η βάση της βραζιλιάνικης κουζίνας αποτελείται από κοτόπουλο, μαρούλι και ντομάτα και πατάτες. Σύμφωνα με τον Botelho “Πέρα από κάποιες τοπικές διαφορές, το καθημερινό φαγητό που βρίσκεται σχεδόν σε κάθε τραπέζι της χώρες αποτελείται από το ζεύγος ρύζι και φασόλι, συνοδευμένο από σαλάτα, κάποιο είδος κρέατος και αλεύρι μανιόκας. Το λεξικό Aurélio της πορτογαλικής γλώσσας ορίζει το δίδυμο feijão-com-arroz (φασόλια και ρύζι) ως “καθημερινής χρήσης, κοινός, συνηθισμένος”. Είναι ένα αληθινό στοιχεία της εθνικής τους ταυτότητας που αγκαλιάζει τους ανθρώπους από τον Βορά μέχρι το Νότο.” Μελαγχολικό σχέδιο Το Daytripper είναι ένας τίτλος που αποπνέει μελαγχολία από την αρχή ως το τέλος και το σχέδιο του δε θα μπορούσε να σημαίνει κάτι αντίθετο. Θυμίζοντας Umbrella Academy, κόμικ της Vertigo και της αμερικάνικης εναλλακτικής σκηνής, αλλά και με μία εσάνς της λατινοαμερικάνικης σχολής, το σχέδιο είναι απολαυστικό καθ’ όλη τη διάρκεια του κόμικ. Μπορεί να είναι ένας τίτλος μελαγχολικός, αλλά ο Dave Stewart χρησιμοποιεί ένα πολύ μεγάλο μέρος της χρωματικής παλέτας δένοντας τέλεια με τα μελάνια που χρησιμοποιούν τα αδέρφια. Από εξωτερικούς χώρους και παραλίες μέχρι εσωτερικούς χώρους και καθημερινές σκηνές στην πόλη, το Daytripper έχει σχέδιο που θα κάτσει ο καθένας να απολαύσει αρκετές φορές ακόμα και χωρίς να διαβάζει την ιστορία. Ένας πολυβραβευμένος τίτλος Δε συνηθίζω να δίνω έμφαση στα βραβεία, αλλά με εντυπωσίασε το πόσο αναγνωρισμένο είναι το Daytripper σαν έργο. Το 2011 κέρδισε το βραβείο Eisner ως η Καλύτερη Limited Σειρά ή Ιστορία, το βραβείο Harvey ως το Καλύτερο Τεύχος ή Ιστορία και το βραβείο Eagle ως το Αγαπημένο Καινούριο Κόμικ. Το 2014 επιλέχθηκε ως το βιβλίο Life of the Mind στο Πανεπιστήμιο του Tennessee (UT) στο Knoxville. Το πρόγραμμα Life of the Mind στο UT είναι ένα πρόγραμμα ανάγνωσης για όλους τους φοιτητές του πρώτου έτους. Το Daytripper είναι το πρώτο graphic novel και το βραζιλιάνικο έργο που επιλέχθηκε για το πρόγραμμα. Συχνά επιλέγεται ως ένα από τα καλύτερα graphic novels που έχουν κυκλοφορήσει ιδίως λόγω του σχεδίου του και των συναισθημάτων που προκαλούν οι χαρακτήρες και οι σχέσεις τους. Η έκδοση Χορταστικότατη έκδοση με 260 σελίδες και με τις συνηθισμένες προδιαγραφές των εκδόσεων Οξύ. Το θεωρώ μία πάρα πολύ καλή επιλογή, ένας κλασικός τίτλος της Vertigo, πολύ συναισθηματικός και μακριά από τα υπερηρωικά που μας έχει συνηθίσει η εκδοτική. Στο εξώφυλλο αναγράφεται το Black Label της DC, ωστόσο δεν είναι τίτλος που έχει γραφτεί για το συγκεκριμένο imprint, ούτε έχει ιδιαίτερη σχέση με την ενήλικη προσέγγιση και θεματική του, απλώς από το 2020 οποιαδήποτε επανέκδοση τίτλων της Vertigo γίνεται από το όνομα του DC Black Label. Θα το πρότεινα σε όποιον θέλει κάτι καινούριο και διαφορετικό. Εκτός του σάιτ της Οξύ, μπορείτε να το βρείτε και στη Λέσχη Φίλων Κόμικς, την οποία ευχαριστώ πολύ που μου έδωσε πρώτο πρώτο το δικό μου αντίτυπο. Καλό διάβασμα σε όλους
  2. Ποιητικό, ρεαλιστικό και ονειρικό, το Daytripper των Fábio Moon και Gabriel Bá είναι ένα από τα καλύτερα σύγχρονα κόμικς που κυκλοφορεί και στα ελληνικά. Η Νότια Αμερική έχει μακρά παράδοση στην 9η Τέχνη. Μέχρι και σήμερα, τα κόμικς παραμένουν ένα φτηνό και ευχάριστο μέσο ψυχαγωγίας για τους Λατινοαμερικάνους των συνεχών οικονομικών κρίσεων. Ακόμα και Λατινοαμερικάνοι δημιουργοί όπως o Quino, o José Muñoz, ο Alberto Breccia και κόμικς όπως η Μαφάλντα, το Eternauta και ο Alack Sinner έχουν μεγάλη σημασία και επιρροή στα παγκόσμια κόμικς. Δυο άξιοι νέοι συνεχιστές αυτής της παράδοσης είναι και τα δίδυμα αδέλφια Fábio Moon και Gabriel Bá. Οι δυο Βραζιλιάνοι δημιουργοί έχουν δουλέψει για τις αμερικάνικες DC και Image Comics και έχουν συνεργαστεί πολλές φορές σε κοινά πρότζεκτ, με πιο γνωστό και αριστοτεχνικό το κόμικ Daytripper. Κυκλοφόρησε αρχικά στη Βραζιλία σε 10 μηνιαία τεύχη το 2010 και ύστερα σε έναν συλλογικό τόμο στις ΗΠΑ από την Vertigo (πλέον DC Black Label). Αμέσως το βιβλίο κέρδισε την αγάπη του κοινού, διθυραμβικά σχόλια από κριτικούς και δημιουργούς κόμικς αλλά και διακρίσεις, με πιο λαμπρή το βραβείο Eisner καλύτερης σύντομης σειράς το 2011. Από πέρυσι τον Ιούνιο κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις ΟΞΥ σε μετάφραση του Σάββα Αργυρού. Το Daytripper αρχίζει με μια μέρα στη ζωή του Μπρας ντε Ολιβα Ντομίνγκος, ενός 32χρονου στο Σάο Πάολο που φιλοδοξεί να γίνει μεγάλος συγγραφέας αλλά βιοπορίζεται γράφοντας νεκρολογίες σε εφημερίδα. Ο Μπρας επιθυμεί να γράψει για τη ζωή κι όμως είναι προσκολλημένος στο να γράφει για τον θάνατο. Και το γεγονός πως ο πατέρας του είναι ο μεγαλύτερος εν ζωή μυθιστοριογράφος της χώρας τον βαραίνει ακόμα περισσότερο, νιώθοντας πως βρίσκεται στη σκιά του. Και για να γίνει ακόμα καλύτερο, στο τέλος του 1ου κεφαλαίου μετά από μια συμπλοκή, ο πρωταγωνιστής καταλήγει νεκρός! Το βιβλίο συνεχίζεται με διαφορετικά κεφάλαια από τη ζωή του Μπρας σε διαφορετικές ηλικίες (πριν αλλά και μετά από τα 32) στο τέλος των οποίων ο Μπρας πάντα βρίσκει απροσδόκητο θάνατο, κλείνοντας με μια νεκρολογία. Εύκολα μπορεί να έρθει στον νου του Έλληνα αναγνώστη το τραγούδι «Εκείνη» του Φοίβου Δεληβοριά – συνειρμό που κατά πάσα πιθανότητα δεν επιδίωκαν οι Βραζιλιάνοι δημιουργοί! Στην πορεία της ανάγνωσης, γίνεται κατανοητό πως το ένα κεφάλαιο επηρεάζει το άλλο, κάνοντας την ιστορία της ζωής του Μπρας συνεκτική και τους διαρκείς του θανάτους μη υπαρκτούς, ένα αφηγηματικό κόλπο των συγγραφέων. Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο ήρωας θα αποκτήσει ό,τι επιθυμούσε: λογοτεχνική φήμη, τη γυναίκα της ζωής του, έναν μονάκριβο γιο. Στο τελευταίο κεφάλαιο, ο 76χρονος πια Μπρας θα αποκτήσει και κάτι τελευταίο: τη συμφιλίωση με τη θνητότητα, ώστε να νιώσει πια απελευθερωμένος και να έχει έναν γαλήνιο θάνατο. Οριστικό πια. Όλο αυτό το ρομαντικό μη γραμμικό ταξίδι αναμετριέται με τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα καταλήγοντας στην απόλαυση των μικρών και των μεγάλων στιγμών της ζωής. Δεν γίνεται όμως με τον κλισέ τρόπο του «ζήσε τη στιγμή, ταξίδευε και αγάπα» που προωθείται συχνά σε αντίστοιχα έργα. Όσο μακάβριο κι αν ίσως ακούγεται, οι στιγμές της ζωής στο Daytripper παίρνουν αξία από το συνεχές ενδεχόμενο του θανάτου. Κάθε κεφάλαιο αντιπροσωπεύει και μια σημαντική στιγμή στη ζωή του Μπρας και ο θάνατος του ήρωα στο τέλος κάθε κεφαλαίου δείχνει το πόσο αναπάντεχος και πιθανός είναι. Συνήθως ο Μπρας πεθαίνει σε έντονες συναισθηματικές στιγμές, σε στιγμές που νιώθει πιο πολύ ζωντανός από ποτέ. Έτσι, στο Daytripper η ζωή και ο θάνατος πηγαίνουν χέρι-χέρι και στα λόγια του πατέρα του Μπρας προς τον γιο του: «Μόνο όταν αποδεχθείς ότι μια μέρα θα πεθάνεις, μπορείς να αφεθείς και να κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς με τη ζωή σου. Κι αυτό είναι το μεγάλο μυστικό». Σημαντικό θέμα, επίσης, του Daytripper είναι η οικογένεια. Η ζωή του ήρωα είναι συνυφασμένη με την οικογένειά του και, μέσω των σχέσεων του πρωταγωνιστή με τον πατέρα, τη μητέρα, τη γυναίκα και τον γιο του, η ζωή του γεμίζει και παίρνει αξία. Η Βραζιλία επίσης έχει τον δικό της ρόλο στην ιστορία, καθώς αποτελεί το σκηνικό που ξετυλίγεται όλη η ζωή του Μπρας. Από το αστικό Σάο Πάολο έως το γραφικό Σαλβαδόρ με τα ήθη, τα έθιμα, τους ανθρώπους της, τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα των azulejos (παραδοσιακά διακοσμητικά πλακάκια της χώρας) μέσα στο κόμικ, το Daytripper γίνεται κι ένα έργο-εθνικός πλούτος για τη χώρα του. Και φυσικά όλα αυτά προβάλλονται μέσα από ένα ονειρικό, μαγικό σχέδιο. O Bá και ο Moon (οι οποίοι υπογράφουν από κοινού σενάριο και σχέδιο) και ο Dave Stewart στα χρώματα πλάθουν έναν κόσμο αληθοφανή και πραγματικό, γεμάτο αστικά τοπία, διαμερίσματα και μπόλικα φλιτζάνια καφέ, μα συνάμα μαγικό γεμάτο γαλήνιες χρωματικές παλέτες, ηλιοβασιλέματα και ταξιδιάρικες θάλασσες. «Κάθε αναφορά, κάθε φωτογραφία, κάθε χρώμα και κάθε χαρακτήρας, όλα έγιναν στην προσπάθειά μας να αναπαράγουμε συναισθήματα» γράφει ο Fabio Moon. «Ένα συναίσθημα ότι ήσασταν ζωντανοί, χαρούμενοι, φοβισμένοι, ερωτευμένοι ή όταν νιώθατε μοναξιά». Ο μαγικός ρεαλισμός του κόμικ επιτυγχάνεται χρησιμοποιώντας με μαεστρία το στήσιμο εικόνων και γραμμάτων, κάνοντάς τη μια ιστορία που μόνο ως κόμικ θα μπορούσε να ειπωθεί έτσι. Βέβαια, θα μπορούσε να πει κάποιος πως η ζωή παραείναι μαγική και όμορφη στο Daytripper. Αναμφίβολα, ο Μπρας δεν είναι κανένας κατατρεγμένος της κοινωνίας ή έστω κάποιος που κερδίζει με αγώνα τη ζωή του. Γιος διάσημου συγγραφέα και με ψηλό κοινωνικό στάτους, είναι ένας αρκετά προνομιούχος Βραζιλιάνος (ένας gringo όπως τον αποκαλούν στο 2ο κεφάλαιο, από τον «πλανήτη των λευκών»). Μια ευτυχισμένη ζωή με δεδομένη ευημερία, προνόμια και άνεση που, ακόμα και για τα δεδομένα του 2010 που γράφτηκε, μοιάζει εκτός τόπου και χρόνου. Αυτό όμως δεν κάνει τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς του κόμικ εκτός πραγματικότητας. Οι δημιουργοί εστιάζουν στην ιστορία ενός ρομαντικού συγγραφέα σαν βγαλμένη από μεγάλο λογοτεχνικό έργο, ακριβώς για να εξετάσουν από την πορεία του τα μεγάλα ερωτήματα, χωρίς να λείπει το άγχος, η απώλεια και οι δυσκολίες από τη ζωή του Μπρας. «Daytrippers» στα αγγλικά αποκαλούν τους ημερήσιους ταξιδιώτες, εκείνους που κάνουν μικρές ημερήσιες εξορμήσεις. Ένας daytripper γίνεται και ο αναγνώστης του ομώνυμου κόμικ, διαβάζοντας τις μεγάλες και τις μικρές στιγμές του πρωταγωνιστή, τα όνειρα, τους στόχους του, τις νίκες και τις ήττες, τη ζωή και τον θάνατο του Μπρας ντε Ολιβα Ντομίνγκος. Αναμφίβολα, το Daytripper αποτελεί ένα ιδανικό ανάγνωσμα για το καλοκαίρι και ένα απαραίτητο έργο για τη βιβλιοθήκη κάθε αναγνώστη. Και το σχετικό link...
  3. Η πολύ πλούσια ελληνική έκδοση περιλαμβάνει και τις εξτρά μικρές ιστορίες που πλαισίωσαν τη «Σουίτα της Αποκάλυψης», προσχέδια των χαρακτήρων και ένα σύντομο ιστορικό τους. Επτά παιδιά με υπεράνθρωπες δυνάμεις «υιοθετούνται» από έναν μυστηριώδη εξωγήινο και στρατεύονται στη σωτηρία του κόσμου από μια άγνωστη απειλή. Στην «Ακαδημία της Ομπρέλας» όμως των Gerard Way και Gabriel Ba όλα τα υπερηρωικά στερεότυπα ανατρέπονται. Τα τέλη του εικοστού αιώνα έφεραν κατακλυσμιαίες αλλαγές στα παραδοσιακά υπερηρωικά σύμπαντα ανατρέποντας μανιχαϊσμούς, κλισέ και δοκιμασμένες συνταγές. Από τους Watchmen και τον Σκοτεινό Ιππότη μέχρι το Astro City και τα Elseworlds, η υπερηρωική μυθολογία επεκτάθηκε, αναθεωρήθηκε, αποδομήθηκε και αναδομήθηκε επαναληπτικά. Στο πλαίσιο αυτό του γενικευμένου πειραματισμού και ενός μεταμοντέρνου εκλεκτικισμού εντάσσεται το «The Umbrella Academy», του οποίου ο πρώτος τόμος με τίτλο «Η Σουίτα της Αποκάλυψης» κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Anubis (μετάφραση: Νίκος Καμπουρόπουλος, Κώστας Κυριάκου, 194 σελίδες), ενώ η πολυβραβευμένη σειρά που αριθμεί ήδη τρεις ολοκληρωμένους τόμους προβάλλεται προσαρμοσμένη σε animation στην πλατφόρμα του Netflix και πριν από λίγες ημέρες βγήκε στον αέρα η τρίτη σεζόν. Επηρεασμένοι από ανατρεπτικές υπερηρωικές εκδοχές όπως αυτές του Alan Moore στο «The League of Extraordinary Gentlemen» και του Grant Morrison με πιο χαρακτηριστική το «Doom Patrol», ο Αμερικανός Gerard Way, μέλος του συγκροτήματος My Chemical Romance μεταξύ άλλων, και ο Βραζιλιάνος Gabriel Ba στην «Ακαδημία της Ομπρέλας» δημιουργούν μια ιστορία με διαδοχικές εντάσεις και υφέσεις και μια απροσδόκητη εξέλιξη που προκαλεί διαρκείς αλλαγές στάσης του αναγνώστη απέναντι στα τεκταινόμενα. Ο ίδιος ο Grant Morrison, προλογίζοντας την έκδοση, επισημαίνει: «Ο φρέσκος ρυθμός, το χιούμορ και η ευρηματικότητα, οι σαρκαστικές αφηγηματικές στιγμές, οι οποίες διασταυρώνονται με τον διάλογο με ένα μαύρο, ειρωνικό αποτέλεσμα, διαβάζονται σαν το έργο ενός βετεράνου δεξιοτέχνη του είδους. Συνδυασμένη με την ευλύγιστη, αιχμηρή μεγαλοπρέπεια της τέχνης του Gabriel Ba, με τις στιβαρές, εκφραστικές γραμμές και τον υποβλητικό χρωματισμό, η ιστορία και οι χαρακτήρες του Gerard ζωντανεύουν και εκρήγνυνται σελίδα με τη σελίδα, τεύχος με το τεύχος, πλάθοντας έναν τελείως συνειδητοποιημένο κόσμο, που αρνείται να παραμείνει σιωπηλός, ενώ οι ήρωες και οι κακοί βιώνουν προδοσία, σφαγή, ταπείνωση, χαρά, αποτυχία, θλίψη και θάνατο». Η πολύ πλούσια ελληνική έκδοση περιλαμβάνει και τις εξτρά μικρές ιστορίες που πλαισίωσαν τη «Σουίτα της Αποκάλυψης», προσχέδια των χαρακτήρων και ένα σύντομο ιστορικό τους. Περιλαμβάνει όμως και ενδιαφέροντα επεξηγηματικά κείμενα των δημιουργών. Στο δικό του, ο Gerard Way αναφέρει για το ξεκίνημα της σειράς: «Το κόμικς άρχισε να παίρνει μορφή και φαινόταν πολύ διαφορετικό από μια συμβατική ιστορία κόμικς για μασκοφόρους ήρωες. Δεν έμοιαζε καθόλου σχεδόν με ένα συμβατικό κόμικς, αφήνοντας στην άκρη τις ιστορίες προέλευσης των ηρώων με παιδικές μάχες με τον Πύργο του Άϊφελ και κάνοντας ένα άλμα είκοσι χρόνια αργότερα στη ζωή των χαρακτήρων. Χαρακτήρες που θα περίμενε κανείς να έχουν σταθερούς ρόλους, όπως του “μέντορα”, είχαν πεθάνει προτού καν ξεκινήσει το κόμικς. Δεν υπήρχε σχεδόν καμία εξήγηση γιατί τα πράγματα ήταν όπως ήταν, και το κόμικς φαινόταν να μην είχε καμία πρόθεση να απαντήσει σε αυτά». Τελικά η «Σουίτα της Αποκάλυψης» μπορεί να μην απαντά «σε αυτά». Η δυσλειτουργική οιονεί οικογένεια των προικισμένων με υπερδυνάμεις παιδιών που ενηλικιώθηκαν θέτει όμως ερωτήσεις για πολλά άλλα. Για τη διαφορετικότητα, τη στράτευση σε έναν υψηλό σκοπό, την αυτοθυσία, τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ καλού και κακού. Κι όλα αυτά σε ένα υπερηρωικό περιτύλιγμα που απαρνείται τις υπερηρωικές παραδόσεις για να ανανεώσει το ενδιαφέρον για ένα είδος που όσο κορεσμένο φαίνεται τόσο βρίσκει διεξόδους σε νέες πρωτοποριακές προσεγγίσεις όπως η «Ακαδημία της Ομπρέλας». Και το σχετικό link...
  4. Τελικα το ''The Umbrella Academy'' των Gerard Way (σεναριο) και Gabriel Bá (σχεδιο) κατευθυνεται στην τηλεοραση και ειδικοτερα στο Netflix και οχι στη μεγαλη οθονη. Η Umbrella Academy είναι μια δυσλειτουργική σχολή υπερηρώων (The Monocle, Spaceboy, The Kraken, The Rumor, The Séance, Number Five, The Horror, The White Violin) που εννέα χρόνια μετά την διάλυσή της, τα μέλη της επανενώνονται προκειμένου να εξιχνιάσουν τη δολοφονία του πατέρα τους. Ο Gerald Way, που ηταν ο frontman στους My Chemical Romance, δηλωσε οτι ειναι πολυ χαρουμενος που το κομικ του βρηκε στεγη στο Netflix και ανυπομονει να παρουσιασει στο κοινο τον κοσμο του Umbrella Academy που δημιουργησε μαζι με τον Ba. η ελληνικη εκδοση του κομικ (εκδοσεις HELM) περισσοτερα για το κομικ (wiki) αρθρο για το κομικ απο τον Θοδωρη Δημητροπουλο πηγη [imdb=tt1312171]
  5. Το αχώριστο δίδυμο των Fábio Moon και Gabriel Bá από το Σάο Πάολο μας ανοίγει τα χαρτιά του για το Daytripper, ένα graphic novel που λειτουργεί ως μάθημα ζωής, για το πώς είναι να φτάνεις μια ανάσα από το Όσκαρ των κόμικς, αλλά και για εκείνη τη φορά που οδήγησαν μέχρι το Σαν Ντιέγκο μόνο και μόνο για να δείξουν τη δουλειά τους. Είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσεις αυτό το ντουέτο από τη Βραζιλία, αφού εκτός από δίδυμα αδέρφια έχουν διασχίσει και μια παράλληλη καριέρα στον μόνο για ρομαντικούς κόσμο των graphic novels. Το γεγονός ότι κατάγονται από τη Νότια Αμερική έκανε μάλιστα τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα. Κάποια, όμως, στιγμή τα κατάφεραν: το 2007 ήταν υποψήφιοι με το De:TALES (βραζιλιάνικες ιστορίες από την άκρη της πόλης) για το βραβείο Will Eisner ή αλλιώς το Όσκαρ των κόμικς. Αργότερα, μάλιστα, θα το κέρδιζαν συμμετέχοντας σε άλλες αμερικανικές εκδόσεις. Τα όνειρα έγιναν πραγματικότητα για τους δύο αντισυμβατικούς καλλιτέχνες από το Σάο Πάολο. Φυσικά ο δρόμος δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα για τους Gabriel Ba και Fabio Moon. Απλά ποτέ δεν το έβαλαν κάτω και έχτιζαν σιγά-σιγά τη φήμη τους. Η συμμετοχή σε projects όπως το Umbrella Academy μιλά από μόνη της. Αν υπάρχει, όμως, μια δουλειά που τους έκανε να ξεχωρίσουν αυτή δεν είναι άλλη από το Daytripper. Ένα συγκλονιστικό graphic novel που λειτουργεί ως μάθημα ζωής και κυκλοφόρησε πρόσφατα στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Οξύ. Είναι τρομερό το πως ένα έργο γεμάτο επαναλαμβανόμενους – σχεδόν σε λούπα – θανάτους καταφέρνει να μιλήσει τόσο ζωντανά για τη ζωή. Είναι ένα αφηγηματικό κατόρθωμα και μια πραγματικά δυνατή εμπειρία για τον αναγνώστη. Gabriel Ba & Fabio Moon: Οι δίδυμοι πίσω από το συγκλονιστικό Daytripper Μήπως όμως θα ήταν καλύτερο να μιλήσει το ντουέτο αντί για εμάς; Οι Gabriel Ba και Fabio Moon μας άνοιξαν τα χαρτιά τους για το Daytripper, την αγάπη τους στη βραζιλιάνικη κουλτούρα, τις κομίστικες ιστορίες καθημερινής τρέλας που έζησαν μέχρι να φτάσουν στο San Diego Comic Con αλλά και τα πράγματα που εκείνοι θεωρούν πραγματικά σημαντικά στη ζωή. To Daytripper είναι γεμάτο από αναφορές στη βραζιλιάνικη κουλτούρα. Μπορείτε να αναφέρετε μερικές που έπαιξαν σημαντικό ρόλο κατά τη δημιουργική διαδικασία; Gabriel Bá: Brás λέγεται και ο κεντρικός χαρακτήρας σε ένα μυθιστόρημα του Machado de Assis, ενός από τους κορυφαίους λογοτέχνες που έβγαλε ποτέ η Βραζιλία. Σε αυτό το βιβλίο που τιτλοφορείται στα Αγγλικά The posthumous memories of Brás Cubas, ο πρωταγωνιστής αφηγείται τη ζωή του μετά τον θάνατό του, με συνεπές αποτέλεσμα η ζωή και ο θάνατος να παίζουν βασικό ρόλο σε αυτήν την ιστορία· θέλαμε, λοιπόν, να αποτίνουμε έναν φόρο τιμής στο έργο του συγγραφέα. Έτσι, στο ένατο κεφάλαιο του Daytripper, κατά τη διάρκεια ενός ονείρου, ο δικός μας Brás διαβάζει ένα απόσπασμα από αυτό το κλασικό βραζιλιάνικο μυθιστόρημα στον γιο του, σε μια σκηνή που φέρνει στον νου παιδικές αναμνήσεις. Fábio Moon: Το δεύτερο κεφάλαιο λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια των εορτασμών για την Dia de Lemanja (2 Φεβρουαρίου) προς τιμήν της νοτιοαμερικάνικης θεάς της θάλασσας – μάλιστα, στο Ελ Σαλβαδόρ είναι μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της χώρας. Δημοφιλείς εορτασμοί σαν και αυτόν, ή σαν το βραζιλιάνικο Καρναβάλι, φανερώνουν τη δύναμη του να γιορτάζεις την ίδια τη ζωή, αλλά και να το κάνεις στα πλαίσια της δικής σου κοινότητας. G.Β: Το 2007, όταν δηλαδή ξεκινήσαμε να δουλεύουμε πάνω στο συγκεκριμένο project, στη Βραζιλία έγινε ένα πολύνεκρο αεροπορικό δυστύχημα. Γενικά, αεροπλάνα πάντα έπεφταν και σε κάθε γωνιά του πλανήτη, απλά το συγκεκριμένο αεροσκάφος έπεσε στην πόλη που μεγαλώσαμε, κάτι που μας έκανε να αντιληφθούμε το πόσο πολύ επηρέασε τους ανθρώπους της περιοχής αλλά και κάθε άνθρωπο που περνούσε μέσα από το συγκεκριμένο αεροδρόμιο. F.M: Παρ’ ότι υπάρχουν πάρα πολλές αναφορές στη βραζιλιάνικη κουλτούρα, θεωρούμε ότι η ιστορία μας είναι οικουμενική, αφού μπορεί οι τοποθεσίες να βρίσκονται στη χώρα μας, οι θεματικές όμως που μας απασχολούν συναντώνται σε ολόκληρη τον πλανήτη και σε κάθε εποχή. «Κάποιες φορές πρέπει να πεθάνουμε, για να αποδείξουμε πως είμαστε ζωντανοί». Ένα σχόλιο για αυτήν την τόσο χαρακτηριστική ατάκα από το graphic novel; F.M: Όταν κάποιος πεθαίνει, δεν σκέφτεσαι τον τρόπο με τον οποίο έχασε τη ζωή του αλλά, κατευθείαν, ξεκινάς να θυμάσαι όλα εκείνα τα πράγματα που κάνατε μαζί όσο εκείνος ήταν ακόμα ζωντανός. Κατά αυτόν τον τρόπο, ο θάνατος μας δείχνει το πόσο σημαντική είναι η ζωή. Δυστυχώς, μερικές φορές το αντιλαμβανόμαστε μόνο όταν βρισκόμαστε μπροστά σε κάποιου είδους χαμό ή θάνατο, ακόμα και έτσι όμως, η ομορφιά της ζωής βρίσκεται πάντα γύρω μας. Η ζωή μοιάζει τρομερά όμορφη σε ένα έργο γεμάτο από (επαναλαμβανόμενους) θανάτους. Ποια είναι τα πιο σημαντικά πράγματα για εσάς εκεί έξω; Οι σχέσεις με τους ανθρώπους που έχουμε επιλέξει να βρίσκονται στη ζωή μας. Οι επιλογές μας γίνονται πάντα με γνώμονα το γεγονός ότι δεν πρέπει να θεωρούμε αυτές τις σχέσεις δεδομένες. Για πόσο καιρό δουλεύατε πάνω σε αυτό το έργο; F.M: Ο αδερφός μου συνέλαβε την αρχική ιδέα στο ντους το 2002. Αρχίσαμε όμως να τη δουλεύουμε μόλις το 2007 όταν και δείξαμε τις ιδέες που είχαμε στον εκδότη μας. Επί της ουσίας, η δημιουργία του graphic novel ξεκίνησε το 2008 και τελείωσε τον Ιούλιο του 2010. Θα θέλατε να το δείτε να μεταφέρεται στον κινηματογράφο; G.B: Είμαστε πάρα πολύ ευχαριστημένοι για τον τρόπο που λειτουργεί η συγκεκριμένη ιστορία στις τυπωμένες σελίδες. Κάποια πράγματα μπορούν να πραγματωθούν μόνο με τη μορφή κόμικς, και θα χρειαζόταν να αλλάξουμε αρκετά για να λειτουργήσουν σωστά σε ένα άλλο μέσο. Πώς είναι να είσαι υποψήφιος για το βραβείο Will Eisner, το Όσκαρ των κόμικς; F.M: Είναι περίπου σαν να βρίσκεσαι σε ένα όνειρό και όλοι να σου χαμογελούν. Ποιο είναι το πιο τρελό πράγμα που έχετε κάνει για να καταφέρετε να εκδώσετε τη δουλειά σας; G.B: Αναζητήσαμε τη διεύθυνση ενός εκδότη από το section με τα γράμματα των αναγνωστών στο τέλος ενός graphic novel. Στη συνέχεια νοικιάσαμε ένα αυτοκίνητο και οδηγήσαμε από το Λος Άντζελες μέχρι το Σαν Ντιέγκο μόνο και μόνο για να δείξουμε το portofolio μας. Τελικά δεν ήταν κανονική διεύθυνση – αλλά, απλά, ένα γραμματοκιβώτιο. F.M: Έτσι όμως μάθαμε για την ύπαρξη του San Diego Comic Con και περάσαμε τα επόμενα 10 χρόνια της ζωή μας επενδύοντας σε μια ετήσια επίσκεψη στο συγκεκριμένο con, ώστε να δείχνουμε τη δουλειά μας, να μας γνωρίζει η αγορά, να αποκτούμε επαφές με άλλους καλλιτέχνες και εκδότες. Συνεχίσαμε να εκδίδουμε τις ιστορίες μας στη Βραζιλία, και κάθε χρόνο μεταφράζαμε τα τεύχη και τα πηγαίναμε στο Σαν Ντιέγκο. Στο τέλος ένας εκδότης βρήκε ενδιαφέρουσα τη δουλειά μας, μας σύστησε σε έναν άλλο εκδότη, και 10 χρόνια μετά την πρώτη μας επίσκεψη στην Καλιφόρνια βρεθήκαμε να δουλεύουμε πάνω στο Daytripper. Πόσο δύσκολο ήταν να κάνει καριέρα ως κομίστας στα 90s; F.M: Ήμασταν η τελευταία γενιά δημιουργών πριν το ίντερνετ. Το τελευταίο απλοποίησε τα πράγματα, αφού ήταν πολύ πιο εύκολο να παρουσιάσεις τη δουλειά σου σε ολόκληρο τον πλανήτη. Πριν από αυτό, ο καλύτερος τρόπος για να κάνεις διασυνδέσεις με άλλους ανθρώπους του χώρου και άλλες αγορές ήταν να ταξιδεύεις και να δείχνεις το πρόσωπό σου. Κάτι δηλαδή καθόλου φτηνό και το οποίο μπορούσε να αποδώσει καρπούς μόνο μετά από αρκετά χρόνια. Σήμερα δεν είναι πιο απλό να δημιουργήσεις κόμικς, είναι όμως πολύ πιο απλό να επικοινωνήσεις με τον εκδότη σου μέσω email. Μάλιστα, οι εκδοτικοί οίκοι κατάλαβαν σε κάποια φάση ότι μπορούν να βρουν ταλέντα σε κάθε γωνιά του πλανήτη, με συνεπές αποτέλεσμα να δίνουν αρκετή προσοχή στις προτάσεις που τους έρχονταν από το εξωτερικό και μέρη όπως η Βραζιλία. Υπάρχουν άλλοι Βραζιλιάνοι κομίστες που αξίζει να τσεκάρουμε; G.B: Ο Marcelo D’Salete έχει ένα εκπληκτικό στυλ στον τρόπο που σχεδιάζει, ενώ τα σενάριά του μιλούν για τη δύσκολη ζωή των μαύρων κοινοτήτων στις πόλεις καθώς και τις ιστορίες από τα χρόνια της σκλαβιάς – κάτι πρωτότυπο για τα βραζιλιάνικα κόμικς αλλά και απολύτως απαραίτητο. Απόλαυσες την εμπειρία του Umbrella Academy όταν δούλευες πάνω στο κόμικ; Περίμενες ποτέ ότι θα το δεις στο Netflix; G.B: Το Umbrella Academy ήταν ένα τρομερό project να το δουλεύεις. Έχει όλα αυτά τα τρελά οπτικά σημεία που αφορούν τις ιστορίες των υπερηρώων, πράγματα δηλαδή με τα οποία είχα μεγαλώσει διαβάζοντας, αλλά την ίδια στιγμή η ιστορία επί της ουσίας έχει να κάνει με τις σχέσεις και τις επιλογές, με τις αφηγήσεις με άλλα λόγια που απολαμβάνω να διηγούμαι στον αδερφό μου. Ήταν υπέροχο να το βλέπω να παίρνει σάρκα και οστά ως σειρά στο Netflix, αλλά όπως είπα πιο πριν, επικεντρώνομαι στο να κάνω όσο καλύτερα κόμικς μπορώ, αφήνοντας παράλληλα όσους ασχολούνται με τις σειρές και το σινεμά να κάνουν τη δουλειά τους. Τι μουσική, τι βιβλία και τι ταινίες προτιμάτε; G.B: Εντάξει, είναι σαφές ότι οι Beatles είναι η αγαπημένη μας μπάντα. F.M: Μας αρέσουν οι ιστορίες που ταρακουνούν το κοινό (σ.σ: όπως το Daytripper των Fabio Moon και Gabriel Ba). Βάλε την ψυχή σου στο τραγούδι ή το βιβλίο ή την ταινία που φτιάχνεις και ο κόσμος θα το λατρέψει. Επόμενα πλάνα; G.B: Δουλεύω σε ένα ακόμη τεύχος του Umbrella Academy, αλλά παράλληλα ετοιμάζουμε και ένα ακόμη βιβλίο με τον Fabio. Δυστυχώς δεν μπορούμε ακόμα να μπούμε σε λεπτομέρειες. Και το σχετικό link...
  6. Daytripper: Τα δίδυμα αδέλφια Fábio Moon και Gabriel Bá, οι Βραζιλιάνοι δημιουργοί του πολυβραβευμένου graphic novel (εκδ. Οξύ), μιλούν στην Athens Voice. Ο Μπρας ντε Όλιβα Ντομίνγκος είναι ένας νεαρός Βραζιλιάνος που εργάζεται ως δημοσιογράφος σε εφημερίδα. Δουλειά του στην εφημερίδα είναι να γράφει νεκρολογίες και σύντομα κείμενα – «περιλήψεις» της ζωής όσων έχουν πεθάνει. Βγάζει εν ολίγοις τα προς το ζην γράφοντας για τον θάνατο. Γιος πασίγνωστου συγγραφέα, έχει και ο ίδιος όνειρο να γίνει μια μέρα συγγραφέας και να διηγείται ιστορίες για τη ζωή. Όπως του λέει βέβαια ο φίλος του ο Χόρχε, και ο θάνατος μέρος της ζωής είναι. Ο Μπρας είναι ο κεντρικός ήρωας του πολυβραβευμένου graphic novel «Daytripper», δημιούργημα δύο δίδυμων αδελφών από τη Βραζιλία, του Fabio Moon και του Gabriel Ba. Το εν λόγω έργο κυκλοφόρησε ως μηνιαίο κόμικς το 2010 στη Βραζιλία, κατόπιν ως ενιαίο βιβλίο την επόμενη χρονιά στις ΗΠΑ, για να υμνηθεί δεόντως από την κριτική και το αναγνωστικό κοινό και να αποσπάσει την πιο ζηλευτή διάκριση της βιομηχανίας των κόμικς, το βραβείο Eisner στην κατηγορία «Καλύτερη σύντομη σειρά». Οι δύο συνδημιουργοί και δίδυμα αδέλφια, έχοντας αποσπάσει πληθώρα βραβείων και σημαντικών διακρίσεων και έχοντας καθιερωθεί ως δύο πολύ σημαντικοί κομίστες του 21ου αιώνα, δέχτηκαν να συνομιλήσουν με την Athens Voice επ’ αφορμής της ελληνικής έκδοσης του κόμικς τους, τον περασμένο Ιούνιο, από τις εκδόσεις Οξύ, σε μετάφραση Σάββα Αργυρού. «Επιθυμούσαμε ο κεντρικός χαρακτήρας της ιστορίας μας να είναι ένας συγγραφέας-δημοσιογράφος, καθώς οι δημοσιογράφοι και γενικότερα οι άνθρωποι της γραφής είναι αυτοί που θέτουν ερωτήματα. Εμείς ξέραμε πως θέλουμε να τίθενται αυτά τα ερωτήματα στον αναγνώστη καθόσον η ιστορία ξετυλίγεται, οπότε δημιουργήσαμε τον Μπρας, ο οποίος θα κυνηγούσε τα θέματα που μας ενδιαφέρουν και θα ρωτούσε τις “μεγάλες” ερωτήσεις. Οι νεκρολογίες με τις οποίες είναι επιφορτισμένος δουλεύοντας στην εφημερίδα, ήταν μια μεταφορά για την ιστορία – μια ιστορία για τη ζωή, όταν την αντικρίζεις μέσω του θανάτου». Το «Daytripper», ένα συναρπαστικό μα συγχρόνως λυρικό και εξόχως εικονογραφημένο κόμικς (μια μίξη ρεαλιστικής και καρτουνίστικης γραμμής της αμερικανικής σχολής), είναι ένα αφήγημα κεντρικό θέμα του οποίου είναι ο θάνατος. Αναφορικά με το από πού αντλούν έμπνευση, οι δύο δημιουργοί επισημαίνουν στην A.V. πως το οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει έμπνευση. Κάτι που βίωσαν οι ίδιοι, κάποιο φιλικό τους πρόσωπο, κάτι που διάβασαν ή άκουσαν. Εν προκειμένω τους ενδιαφέρει να βρουν μια ενδιαφέρουσα ιδέα που να μην έχει αναπτυχθεί σε μορφή κόμικς ξανά, μια ιστορία που να μην έχει ειπωθεί με αυτόν τον τρόπο. Σε ερώτησή μας αναφορικά με τους λόγους που επέλεξαν να αφηγηθούν μια ιστορία για τον θάνατο, απαντούν κυνικά και αφοπλιστικά: «Όλοι πεθαίνουμε». Η αφήγηση του κόμικς εξελίσσεται σπονδυλωτά και χωρίζεται σε δέκα κεφάλαια. Κάθε κεφάλαιο αφηγείται μια διαφορετική ηλικία της ζωής του Μπρας, με την εξής πρωτοτυπία (και μικρό σπόιλερ για την πλοκή): στο τέλος κάθε κεφαλαίου ο Μπρας πεθαίνει, στην ηλικία που τον βλέπουμε – πρώτα στα 32, κατόπιν στα 21, στην πορεία στα 11, στα 76 και πάει λέγοντας. Κάθε κεφάλαιο λοιπόν τελειώνει με τη νεκρολογία του Μπρας, αλλά, βάζοντας στη σειρά τα κεφάλαια της ακανόνιστης αφηγηματικά ζωής του, διαπιστώνεις πως όσα αφηγούνται έχουν όντως συμβεί, καθώς χαρακτήρες και γεγονότα συνδέονται μέσα στα διαφορετικά κεφάλαια. «Σε τελική ανάλυση, αν το σκεφτείς, όταν κάποιος πεθαίνει πάντα τείνουμε να σκεφτόμαστε τη ζωή του. Ο θάνατος μας κάνει πάντα να σκεφτόμαστε τη ζωή. Μπορεί στο κόμικς να αφηγούμαστε τη ζωή και τους θανάτους του Μπρας, αλλά ο αναγνώστης μπορεί να δει τον εαυτό του μέσα στις σελίδες αυτές». Στην ουσία του, το «Daytripper» με τους πολλούς και διαφορετικούς θανάτους του ίδιου ανθρώπου είναι μια ωδή στη ζωή και στα πράγματα με τα οποία είναι γεμάτη: ομορφιά, περιπέτεια, μυστήριο, μαγεία. Θαύματα συμβαίνουν καθημερινά, μα η αδυναμία όλων είναι πως ένα τυχαίο γεγονός μπορεί να στοιχίσει την ύπαρξή μας, κι αυτό είναι που κάνει τόσο σημαντικά όλα τα παραπάνω. «Μια μέρα (πρέπει να ήταν το 2000 ή το 2002) έκανα ντους στο διαμέρισμά μου στο Σάο Πάολο. Κοιτώντας έξω από το παράθυρο του ντους είδα μια φαβέλα και αναρωτήθηκα τι θα γινόταν αν μια αδέσποτη σφαίρα πέρναγε από το τζάμι του παραθύρου και με σκότωνε στη στιγμή. Τι θα σήμαινε η – ως τότε – ύπαρξή μου; Τι θα σήμαινε ο θάνατός μου; Συνειδητοποίησα – και ήταν μια σοκαριστική συνειδητοποίηση – πως μπορούμε να πεθάνουμε μέσα σε μια στιγμή. Έτσι άρχισα να σκέφτομαι τη ζωή αυτού του τύπου, του Μπρας, που πεθαίνει ξανά και ξανά» μας λέει ο Fabio, ένας εκ των δημιουργών. Αυτή η συνειδητοποίηση της θνητότητάς μας ήταν κρίσιμη για την έμπνευση και εξέλιξη της ιδέας του «Daytripper». Που, όπως μας λένε οι δύο δημιουργοί, κατέστη ακόμα πιο έντονη με τη συνθήκη της πανδημίας της COVID-19, όταν όλοι συνειδητοποιήσαμε με σκληρό τρόπο τη φθαρτότητά μας και επανιεραρχήσαμε προτεραιότητες και ανάγκες για να δώσουμε, στο τέλος, σημασία στα όντως σημαντικά πράγματα της ζωής. Το κόμικ αυτό, συμπληρώνουν, δεν θα υπήρχε αν δεν ήταν δίδυμα αδέλφια. Η αρμονία σεναρίου και εικονογράφησης, σε σημείο που είναι αδύνατο στον αναγνώστη να αντιληφθεί ποιος από τους δύο κρύβεται πίσω από ποιο κομμάτι του σεναρίου, από ποια σελίδα και ποιο κεφάλαιο, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν δεν ήταν δίδυμοι. Αναφορικά με τις δυσκολίες του να επεξεργάζονται και να δουλεύουν από κοινού το ίδιο πρότζεκτ δύο αδέλφια, μας λένε περιπαικτικά ότι πιο δύσκολο τους φαίνεται να δουλεύουν σε ξεχωριστά πράγματα. Το αφηγηματικό τρικ του «Daytripper» με τους πολλούς, διαφορετικούς και επαναλαμβανόμενους θανάτους του κεντρικού πρωταγωνιστή, μας θύμισε το αφηγηματικό τρικ του ΜακΓκρέγκορ στο μυθιστόρημα «Τόσοι και τόσοι τρόποι για να γίνει μια αρχή» (Άγρα 2008, μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου), αλλά από την ανάποδη. Και πραγματικά ως ολότητα το έργο αυτό δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από ένα καλό λογοτέχνημα. Αναφορικά με την επιλογή του μέσου των κόμικς για την αφήγηση οι δίδυμοι συνδημιουργοί λένε στην A.V.: «Η ένωση λέξεων και εικόνων που συνεργάζονται για να πουν μια ιστορία κάνει τα κόμικς ένα πολύ ιδιαίτερο μέσο. Μπορείς να κάνεις πράγματα στα κόμικς που δεν μπορείς να κάνεις στις ταινίες και στα βιβλία. Και δεσμεύεσαι μόνο από τη φαντασία σου, ώστε να μπορείς να κάνεις την πιο συναρπαστική ιστορία μόνος σου, στο τραπέζι σχεδίασης ή στον υπολογιστή σου». Κλείνοντας τη συζήτηση, οι πολυβραβευμένοι Βραζιλιάνοι κομίστες μας εκμυστηρεύτηκαν πως ετοιμάζουν ένα νέο κόμικς που γράφουν και σχεδιάζουν από κοινού. Και το σχετικό link...
  7. Μια διαφορετική ματιά στην υπερηρωική φύση στο πρώτο μέρος μιας σειράς που εξελίσσεται σε έναν εναλλακτικό, post-punk χωροχρόνο, με στοιχεία γοτθικά, βικτωριανά και sixties αισθητική, σε άμεση συνομιλία με ανάλογα «αντι-υπερηρωικά» πειράματα του παρελθόντος. Σε ένα κινηματογραφικό και τηλεοπτικό τοπίο που κατακλύζεται από ατέρμονες σειρές-υπερπαραγωγές με προβλέψιμες υπερηρωικές περιπέτειες και εντυπωσιακά εφέ, το «Joker» αποτέλεσε μια ευχάριστη έκπληξη, αν και με δυσάρεστο, ενοχλητικό και καθόλου εύπεπτο σενάριο, που εσκεμμένα έκανε τους θεατές του να αισθάνονται άβολα και αμήχανα. Είχε προηγηθεί η τηλεοπτική μεταφορά στο Netflix της δημοφιλούς σειράς κόμικς «The Umbrella Academy» με πολύ μεγάλη επιτυχία, που οδήγησε ήδη σε μια δεύτερη σεζόν. Το ότι το πολύ σπουδαίο αυτό έργο, δημιουργημένο πρώτη φορά το 2007, μπόρεσε 12 ολόκληρα χρόνια αργότερα να σπάσει τη χάρτινη απομόνωση και να επεκταθεί στην τηλεοπτική εκδοχή του δεν μπορεί να είναι σύμπτωση. Σε συνδυασμό με το «Joker» και με άλλες αντίστοιχες μεταφορές που ετοιμάζονται ή έχουν αναγγελθεί, πιθανώς να αποτελεί τουλάχιστον μια ένδειξη ότι το Χόλιγουντ αρχίζει να ξανασκέφτεται και να ανασχεδιάζει τις στρατηγικές του αναφορικά με τις ταινίες υπερηρώων. Ο υπερπληθωρισμός των τελευταίων ετών αναπόφευκτα έχει οδηγήσει σε κορεσμό. Το θεματικό χάος των χάρτινων συμπάντων των δύο μεγάλων εταιρειών, Marvel και DC, με τα απανωτά reboots, τα πολλαπλά origins, τις εναλλακτικές εκδοχές, τα ατέλειωτα «Elseworlds» και «What Ifs», τις προσωπικές ματιές των εκάστοτε δημιουργών πάνω στις προσωπικότητες των υπερηρώων που αλλάζουν παρελθόν, καταγωγή, συμμάχους, στάση ζωής, ακόμα και χώρο δράσης, έχει το ενδιαφέρον του αλλά οι κινηματογραφικοί και τηλεοπτικοί θεατές που δεν είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθούν κάθε μήνα δεκάδες τίτλους κόμικς για να πιάνουν κάθε λεπτομέρεια και κάθε λεπτή διαφοροποίηση, κάποια στιγμή θα κουραστούν. Πιο σφριγηλά σενάρια, σε συνομιλία με την παράδοση του είδους αλλά διατηρώντας την αυτοτέλειά τους, με αρχή, μέση και τέλος και με πιο σύνθετους και πολυδιάστατους προβληματισμούς πάνω στην οντολογία και τη φύση του υπερήρωα, ίσως αποτελούν μια κάποια λύση. Δημιουργοί όπως ο Άλαν Μουρ με τους «Watchmen» και το «The League of Extraordinary Gentlemen», αμφότερα μεταφερμένα στον κινηματογράφο, έχτισαν τέτοιους διαφορετικούς υπερηρωικούς κόσμους με ιδιαίτερη μαεστρία. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το «The Umbrella Academy», σε σενάριο του Αμερικανού Τζέραρντ Γουέι, τραγουδιστή του συγκροτήματος My Chemical Romance, και σχέδια του Βραζιλιάνου Γκάμπριελ Μπα («Casanova», «Daytripper» κ.ά.), ένα έργο που ο πρώτος κύκλος του («Η Σουίτα της Αποκάλυψης») βραβεύτηκε με Eisner Award ως η «καλύτερη αυτοτελής σειρά» το 2008. Η επιτυχία του πρώτου μέρους οδήγησε σε δύο, έως τώρα, έντυπες συνέχειες με τα «The Umbrella Academy: Dallas» το 2008 και «The Umbrella Academy: Hotel Oblivion» το 2018, ενώ έχει ανακοινωθεί ότι το 2020 θα κυκλοφορήσει και το τέταρτο μέρος. Την πρώτη σεζόν που ξεκίνησε να προβάλλεται στο Netflix τον περασμένο Φεβρουάριο παρακολούθησαν, μέσα σε έναν μήνα, 45 εκατομμύρια συνδρομητές του καναλιού, ενώ τα γυρίσματα της δεύτερης σεζόν έχουν ήδη ξεκινήσει και η σειρά αναμένεται να ολοκληρωθεί και να προβληθεί εντός του 2020. Η ιστορία του πρώτου τόμου (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Helm, σε μια εξαιρετικά προσεγμένη έκδοση, με πρόλογο του Γκραντ Μόρισον, προσχέδια των χαρακτήρων, βιογραφικά στοιχεία, πρόσθετο υλικό με τις σύντομες ιστορίες που προηγήθηκαν του πρώτου τόμου και μετάφραση του Νίκου Καμπουρόπουλου) ξεκινάει ως εξής: «…χωρίς καμία προειδοποίηση και σε μια περίσταση παντελούς σύμπτωσης, σαράντα τρία ασυνήθιστα παιδιά γεννήθηκαν κυρίως από ανύπαντρες γυναίκες που δεν είχαν καν συμπτώματα εγκυμοσύνης, σε φαινομενικά τυχαίες τοποθεσίες σε όλον τον κόσμο. Τα παιδιά είτε εγκαταλείφθηκαν είτε δόθηκαν για υιοθεσία. Αυτά τουλάχιστον που επέζησαν». Ο εξωγήινος δισεκατομμυριούχος σερ Ρέτζιναλντ Χάργκριβς, με το παρατσούκλι «Μονόκλ», αναζητά τα παιδιά και υιοθετεί επτά από αυτά δίνοντάς τους για ονόματα έναν αριθμό από το 1 ως το 7. Όταν οι δημοσιογράφοι τον ρωτούν απορημένοι: «Γιατί υιοθετήσατε αυτά τα επτά παιδιά;» ο μυστηριώδης κροίσος απαντά: «Για να σώσω τον κόσμο, φυσικά». Κι όταν ο «κόσμος» ξαναρωτά: «Από τι;» δεν παίρνει καμία απάντηση. Οι απαντήσεις αρχίζουν να έρχονται από την επόμενη σελίδα. Και δεν είναι εύκολες, καθώς τα ίδια τα παιδιά, με τις αλλόκοτες, συχνά ανεξέλεγκτες δυνάμεις τους και τις τοξικές σχέσεις που έχουν μεταξύ τους αλλά και με τον θετό πατέρα τους, μοιάζουν περισσότερο ως απειλή για τον κόσμο παρά ως σωτήρες του. Φέρνοντας έτσι στον νου τον αμοραλισμό, τον εγωισμό, τα πάθη και τα λάθη των «Watchmen» και το ευρηματικό «Who watches the Watchmen?» που εκφράζουν αγανακτισμένοι πολίτες στο εμβληματικό έργο των Άλαν Μουρ και Ντέιβ Γκίμπονς. Όπως επισημαίνει ο Γκραντ Μόρισον στον πρόλογό του, για να τονίσει την πληθώρα των συναισθημάτων και την πολυδιάστατη προσωπικότητα των πρωταγωνιστών που απέχουν πολύ από τους ατσαλάκωτους και αφοσιωμένους διώκτες του εγκλήματος: «Ο φρέσκος ρυθμός, το χιούμορ και η ευρηματικότητα, οι σαρκαστικές αφηγηματικές στιγμές οι οποίες διασταυρώνονται με τον διάλογο με ένα μαύρο ειρωνικό αποτέλεσμα διαβάζονται σαν το έργο ενός βετεράνου δεξιοτέχνη του είδους. Συνδυασμένη με την ευλύγιστη, αιχμηρή μεγαλοπρέπεια της τέχνης του Γκάμπριελ Μπα, με τις στιβαρές, εκφραστικές γραμμές και τον υποβλητικό χρωματισμό, η ιστορία και οι χαρακτήρες του Τζέραρντ ζωντανεύουν και εκρήγνυνται σελίδα με τη σελίδα, τεύχος με το τεύχος, ξορκίζοντας έναν τελείως συνειδητοποιημένο κόσμο που αρνείται να παραμείνει σιωπηλός ενώ οι ήρωες και οι κακοί βιώνουν προδοσία, σφαγή, ταπείνωση, χαρά, αποτυχία, θλίψη και θάνατο». Στη «Σουίτα της Αποκάλυψης» αλλά και στις συνέχειές της, αυτό αποτελεί και το βασικότερο συστατικό διαφοροποίησης από τη μανιέρα των ηρωισμών και τις μανιχαϊστικές ερμηνείες και προσλήψεις του κόσμου. Ο κόσμος του «The Umbrella Academy» είναι σάρκινος και συναισθηματικός, κρύβει πόνο και απογοήτευση, δεν αποκωδικοποιείται με την εκφορά ενός υπερηρωικού password. Οι χαρακτήρες του παραμένουν αταξινόμητοι στην κλίμακα «καλό – κακό». Είναι εξίσου ικανοί για το καλύτερο αλλά και για το χειρότερο. Και η ερώτηση του τίτλου αυτού του άρθρου δεν μπορεί ποτέ να έχει μια ξεκάθαρη απάντηση. Και το σχετικό link...
  8. Άρθρο σχετικά με το εκπληκτικό Daytripper, την υπέροχη παρουσίαση του οποίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Φωτίζοντας τη ζωή μέσα από τον θάνατο FABIO MOON-GABRIEL BA Daytripper εκδ. Vertigo/DC, σελ. 256 Στο γκράφικ νόβελ «Daytripper», των δίδυμων Βραζιλιάνων Fabio Moon και Garbriel Ba (γράφουν και σχεδιάζουν και οι δύο και πρέπει να συμφωνούν απόλυτα για να ολοκληρώσουν την κάθε ιστορία) γινόμαστε μάρτυρες των εναλλακτικών θανάτων του Bras de Oliva Domingos. Κάθε θάνατος δίνει τέλος σε ένα κεφάλαιο της ζωής του. Ο Βραζιλιάνος Bras είναι γιος διάσημου συγγραφέα, το επάγγελμά του είναι να γράφει νεκρολογίες σε εφημερίδα, όπου με όμορφες λέξεις προσπαθεί να δώσει λάμψη στις πιο αξιομνημόνευτες πτυχές των ανθρώπων που χάθηκαν. Ωστόσο, ονειρεύεται, συγγράφει και δουλεύει προσπαθώντας να γίνει συγγραφέας, σαν τον πατέρα του. Ομως ο θάνατος του χτυπάει την πόρτα, διαρκώς. Μένουν κάποιες λέξεις, μια νεκρολογία γραμμένη από κάποιον άλλον – τι ειρωνεία. Κάποιες μικρές παράγραφοι που μιλούν για τον χαρακτήρα του Bras. Είναι πάντα ο ίδιος άνθρωπος, αλλά κάθε φορά υπογραμμίζεται κάτι διαφορετικό. Γιατί ο χαρακτήρας έχει αλλάξει, τα βιώματα που έχει συναντήσει τον έχουν αλλάξει, και είναι διαφορετικά τα όσα πρέπει να ειπωθούν. Με κινηματογραφικό τρόπο, αμεσότητα και με άρτια δομημένες κόμικς φόρμες, ξετυλίγεται μια αφήγηση που εστιάζει στα γεγονότα που σημάδεψαν τον κεντρικό χαρακτήρα του γκράφικ νόβελ, κάθε ένα από αυτά, δυστυχώς, γίνεται πιο εμφατικό, αλλά και επίπονο, με τον θάνατο. Ζωηρά χρωματισμένα σχέδια, οικονομία στις φάσεις και δυναμική αλληλουχία εικόνων αποτυπώνουν τις σημαντικές στιγμές της ζωής του Bras. Το πρώτο φιλί και ο πρώτος έρωτας, ο χωρισμός, η μεγάλη αγάπη, μια συνάντηση, ένας διάλογος με τον πατέρα, το μεγάλο ταξίδι με τον καλύτερο φίλο και κάποτε η οδυνηρή αποξένωση από αυτόν, γεγονότα οικεία. Το κόμικς με λεπτή ευαισθησία, με την απουσία ενοχλητικών δραματικών εξάρσεων, και με τη διακριτική παρουσία βραζιλιάνικης αλεγρίας, σημειώνει τα μικρά και μεγάλα βιώματα από την περιπλάνησή του ήρωα στον κόσμο. Απλό και έξυπνο Το «Daytripper» είναι ένα κόμικς που θέλει να φωτίσει τη ζωή, μέσα από τους θανάτους του ήρωα. Να απεικονίσει την εμπειρία της ύπαρξης. Με τρόπο απλό και έξυπνο, χωρίς βαρύγδουπους φιλοσοφικούς στοχασμούς. Οπως επιχείρησε το Blankets (στα ελληνικά από τις εκδ. ΚΨΜ) του Craig Thompson να μιλήσει για την χειραφέτηση από μια καταπιεστική οικογένεια, την ενηλικίωση, τον αποχωρισμό. Την ομορφιά και την οδύνη του να ζεις. Κόμικς τα οποία μοιάζουν να συγκλίνουν σε αρκετά σημεία. Ο Αμερικανός Craig Thompson, μάλιστα, διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους σχεδιαστές, και εικονογράφησε τον πρόλογο του τόμου που συγκεντρώνει τις ιστορίες «Daytripper». Οι τρεις καλλιτέχνες, τα δύο αδέρφια και ο Thompson, κινούνται σε παρόμοια σχεδιαστικά μονοπάτια όπου η ρεαλιστική φόρμα συναντά και συνταιριάζεται με το καρτούν. Και μαζί με διάφορους ακόμη δημιουργούς, όπως τους James Cohalka (American Elf), Jeffrey Brown (Clumsy, Unlikely), Alex Robinson (Poison Box Office, στα ελληνικά από τις εκδ. ΚΨΜ), ο καθένας με τον δικό του ύφος, περνά στα κόμικς γνώριμους προβληματισμούς. Και όσον αφορά τους Βραζιλιάνους και το «Daytripper», είναι ο θάνατος που βρίσκει σε κάθε τέλος κεφαλαίου τον ήρωα και κάνει τα τελευταία βιώματα τόσο δυνατά. Εδώ το λινκ.
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.