Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'σταύρος κιουτσούκης'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Valt's blog
  • Dr Paingiver's blog
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • Dhampyr Diaries
  • Περί ανέμων και υδάτων

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 7 results

  1. “Για την πριγκίπισσα θα πω από την Ολαρτάνη, Που ο νους σου δεν τα βάνει, Τα βάσανα που πέρασε Σε τόπους και ταξίδια Και όσους άντρες γνώρισε, Ήτανε όλοι γίδια...” Ο Σταύρος Κιουτσιούκης (“Yellow Boy”, “Έγκλημα στο πάρτι ανταλλαγής ερωτικών συντρόφων”, “Χυλόπιτα”) αφήνει για λίγο το αγαπημένο του φετίχ (τα… “Πατουσάκια”) και σε συνεργασία με την Έφη Θεοδωροπούλου (“Η τσαλακωμένη ουρά”, “The 3isters”, “The very closed circle”), που έχει επιμεληθεί τον εικαστικό τομέα, δημιουργεί “Το έπος της Δόνας Κικατριδίνης της Ολαρτάνης”. Πρωταγωνίστρια του έργου είναι μία πριγκίπισσα από την μακρινή Ολαρτάνη, η οποία από τις πρώτες κιόλας στιγμές της νιότης της φαινόταν ότι είναι ασυμβίβαστη κι ελεύθερο πνεύμα. Μάταια οι γονείς της προσπαθούσαν να την συνετίσουν να αποδεχτεί την θέση της τόσο ως γυναίκα (εκείνη την εποχή), όσο κι ως μέλος της βασιλικής οικογένειας. Τα χρόνια πέρασαν, οι γονείς της γέρασαν κι όλα τα αδέλφια της, εκτός από τον Ροσιμπάλδο (ο οποίος υπολειπόταν πνευματικά), έφυγαν για έναν πόλεμο, με σκοπό να υπερασπιστούν τα πάτρια εδάφη, αλλά τελικά δεν τα κατάφεραν να επιστρέψουν… Έτσι, από την στιγμή που η μοίρα έπαιξε αυτό το φοβερό παιχνίδι και την έχρισε μελλοντική βασίλισσα, το πρωτόκολλο πρόσταζε να παντρευτεί. Η γλυκύτατη Δόνα, λοιπόν, ξεκινάει ένα ταξίδι, παρέα με το άλογό της και τον πιστό της γάτο σε όλα τα μέρη που είναι κοντά στην Ολαρτάνη, προς αναζήτηση του ιδανικότερου άνδρα που θα την αγαπήσει και θα δεχτεί να σταθεί στο πλάι της ως άνακτας. Κάτι τέτοιο, όμως, αποδείχθηκε τρομερά δύσκολο. Εκτός από την ιστορία, η οποία είναι γλυκιά κι εύπεπτη, το πρώτο πράγμα που εντοπίζει ο αναγνώστης είναι ο έμμετρος στίχος, επάνω στον οποίο είναι γραμμένο ολόκληρο το σενάριο. Ένας στίχος χωρίς υπερβολές, με όμορφη ομοιοκαταληξία, με αρκετό χιούμορ, ο οποίος παραθέτει μία εύστοχη αφήγηση και δεν μας κάνει να βαρεθούμε σε κανένα σημείο του. Αυτό και μόνο δίνει έξτρα πόντους στην πλοκή (η οποία δανείζεται, τουλάχιστον προς το τέλος, κάτι από την “Οδύσσεια” του Ομήρου) και μας κάνει να υποκλιθούμε στο ταλέντο του Σταύρου, ο οποίος αποδεικνύει περίτρανα ότι το έχει με όλα τα σεναριακά (τουλάχιστον) μοτίβα. Πάντα τον εκτιμούσα τόσο σαν καλλιτέχνη, όσο και σαν άνθρωπο, αλλά με αυτή του την δουλειά με εξέπληξε στον υπερθετικό βαθμό, εννοείται ευχάριστα. Επίσης, το έργο είναι χωρισμένο σε ενότητες, οι οποίες αποκαλούνται πράξεις, σαν αυτές που βρίσκουμε στις θεατρικές παραστάσεις. Ακόμα μία έξυπνη πρωτοτυπία της αφήγησης. Όσον αφορά την υπόθεση, βγάζει μία όμορφη παιδικότητα κι αθωότητα και το χρονικό πλαίσιο, επάνω στο οποίο βασίζεται, βοηθάει στο να καλπάσει η φαντασία του αναγνώστη. Ίσως αν δεν υπήρχε αυτή η συγγραφική ιδιαιτερότητα που περιέγραψα πιο πάνω, να έχανε κάπως, μιας και δεν περιγράφει κάτι που δεν έχει γραφτεί ξανά σε βιβλία, περιοδικά και λαϊκά αναγνώσματα. Εν κατακλείδι, προτείνεται πρωτίστως σε εκείνους που έχουν περιέργεια να δουν μία άλλη πλευρά του Θεσσαλονικιού Φαρμακοποιού δημιουργού, αλλά και στους λάτρεις τον ρομαντικών (με αρκετές δόσεις ποιοτικού χιούμορ) ιστοριών της Μεσαιωνικής και της Ιπποτικής εποχής. Ο εικαστικός τομέας θεωρώ ότι έρχεται δεύτερος σε σχέση με το σενάριο. Το σχέδιο λειτουργεί υποστηρικτικά κι απλά κάνει σε κάθε σελίδα (συνήθως στις δεξιές) μία περίληψη του κειμένου (που το συναντούμε στις αριστερές). Ουσιαστικά δεν έχουμε μία ενιαία δουλειά που θα μπορούσε να διαβαστεί και μόνη της, σε αντίθεση με το κείμενο, το οποίο άνετα θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτόνομα. Όσον αφορά την ποιότητά του, μπορώ να πω ότι με ικανοποίησε χωρίς όμως να με ενθουσιάσει. Το βασικό του “ελάττωμα” έγκειται στην έλλειψη ρεαλισμού και στις πολλές γωνίες που είχε. Ο χρωματισμός είχε κι εκείνος την μονοτονία του, καθώς αποτελούνταν αποκλειστικά από τόνους του γκρι και του κόκκινου. Κι εδώ δεν μπορώ να πω ότι δεν ικανοποιήθηκα, αλλά και πάλι δεν θα τον χαρακτήριζα αριστουργηματικό. Η έκδοση της JEMMA είναι μετρίου μεγέθους και με γερή κόλληση στην ράχη. Το χαρτί από το οποίο αποτελείται το εσωτερικό είναι ματ, αλλά με καλή απόδοση των χρωμάτων, ενώ το εξώφυλλο έχει χαρτονένια υφή και πάχος ικανό να αποτρέψει οποιαδήποτε ήπια κακομεταχείριση. Το έντυπο περιέχει “αυτάκια” τα οποία φέρουν τις βιογραφίες των δημιουργών στο εξώφυλλο (του Κιουτσιούκη) και στο οπισθόφυλλο (της Θεοδωροπούλου). Αυτό που με παραξένεψε είναι ότι στην βιογραφία του Κιουτσιούκη έχουν γραφτεί δύο αράδες όλες κι όλες, σε αντίθεση με την Θεοδωροπούλου, που οριακά έφτασε ο χώρος! Μην περιμένετε κανένα άλλο εξτραδάκι. Αφιέρωμα στην εκδοτική Αφιέρωμα στον Σταύρο Κιουτσιούκη Αφιέρωμα στην Έφη Θεοδωροπούλου
  2. Τον Νοέμβριο του 2022 και στα πλαίσια του Athenscon, ο δημοφιλής φαρμακοποιός - κομίστας Σταύρος Κιουτσιούκης, παρουσίασε στους θαυμαστές του ακόμα μία δημιουργία του, με τον τίτλο “Η ΧΥΛΟΠΙΤΑ”. Η ιστορία ακολουθεί την ζωή του Νικόλα, ο οποίος κάθε καλοκαίρι παραθέριζε, μαζί με τους γονείς του, σε ένα νησί της Ελλάδας. Ο φίλος μας, δεκάχρονο παιδί τότε, ήταν σφόδρα ερωτευμένος με την Ζωή, μία καλλίγραμμη έφηβη, που τα καλοκαίρια δούλευε απρόθυμα στην ψαροταβέρνα του πατέρα της. Ο Νικόλας, έπλαθε όνειρα και σχέδια για το μέλλον, να μεγαλώσει και να παντρευτεί την αγαπημένη του, ώστε να την πάρει από εκεί και να ζήσουν τον έρωτά τους ανέμελοι. Εννοείται, φυσικά, ότι το πρώτο πράγμα που ερωτεύτηκε επάνω της είναι τα… πατουσάκια της και το μικρό δαχτυλίδι που φορούσε στο δάχτυλο του ποδιού της. Ο καιρός πέρασε κι όπως συνηθίζεται τα όνειρα δεν βγαίνουν πάντα πραγματικά. Έτσι η μοίρα τους χώρισε. Ο Νικόλας μεγάλωσε και ξέχασε την Ζωή, κάνοντας περιστασιακές σχέσεις και προχωρώντας κατά κάποιο τρόπο την δική του πορεία. Μία ημέρα, όμως και για να επιβεβαιωθεί το ρητό που λέει ότι ο κόσμος είναι μικρός, την συναντάει, όταν της παραδίδει (με την ιδιότητα του ντελιβερά) ένα πακέτο στο σπίτι της. Εκείνη δεν τον αναγνώρισε… Οι αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας ξυπνάνε, λοιπόν, κι έτσι ο Νικόλας αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και να προσπαθήσει να την προσεγγίσει. Θα καταφέρει, άραγε, να την σαγηνεύσει και να την κατακτήσει? Προσωπική μου άποψη είναι ότι άνετα θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την ιστορία σαν μία ρομαντική κομεντί, εννοείται με μεγάλη επιμονή στο σεξ και τον ποδο-φετιχισμό, ο οποίος αποτελεί και την υπογραφή του Θεσσαλονικιού δημιουργού. Η πλοκή είναι κλιμακωτή, εκτυλίσσεται σε δύο χρονολογικά πλαίσια, ενώ η σκηνοθεσία υιοθετεί αφηγηματικά μοτίβα, που κάνει την υπόθεση να μοιάζει με πεζογράφημα. Οι σκηνές με αχαλίνωτο σεξ είναι πανταχού παρούσες, γεγονός που κάνει το κόμικ απαγορευτικό σε αναγνώστες μικρής ηλικίας. Εν κατακλείδι, είναι μία δουλειά που την συνιστώ στους λάτρεις τέτοιων ιστοριών, καθώς και στους φανατικούς θαυμαστές του δημιουργού. Ο εικαστικός τομέας αποτελεί το σήμα κατατεθέν του Κιουτσιούκη. Ατσούμπαλα σώματα, καρικατουρίστικες εκφράσεις κι άκρως ερωτικές σκηνές, συνθέτουν ένα χαριτωμένο σχεδιαστικό αποτέλεσμα. Ο χρωματισμός αποτελείται από μία γήινη παλέτα με έμφαση στο ροζ του σώματος. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει αρκετή μονοτονία και χάνει λίγο το σχέδιο. Η έκδοση έχει μεσαίο μέγεθος, ενώ το δέσιμο έχει γίνει με την κλασική ράχη. Η υφή των σελίδων, καθώς και το πάχος τους (μαζί με τα εξώφυλλα) είναι τίμια, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για μία καλή δουλειά και σε αυτόν τον τομέα. Σαν συνοδευτικό υλικό δεν θα βρούμε κάποιο κείμενο ή βιογραφία. Αντί αυτών, ο εκδότης κι ο δημιουργός θα μας χαρίσουν ένα μικρό κι άκρως πικάντικο κόμικ, που φέρει τον τίτλο “Πώς να το κάνετε σ’ ένα παλιό Φιατάκι”! Το ιδανικό εγχειρίδιο για έναν… νέο οδηγό! Αφιέρωμα στον Σταύρο Κιουτσιούκη Αφιέρωμα στην εκδοτική
  3. Ο Σταύρος Κιουτσιούκης επιστρέφει στον χώρο των φανζίν με το νέο του πόνημα, που φέρει τον τίτλο “Ο καταρράκτης και το πιο γ@μημένα όμορφο κακό του κόσμου”. Πρόκειται για ένα βουκολικό παραμύθι, το οποίο έχει για πρωταγωνίστρια μία νεαρή βοσκοπούλα, που βόσκει τις… γάτες της ανέμελα στα λαγκάδια. Μία ωραία πρωία, μία από τις γάτες του κοπαδιού ξεφεύγει από την προσοχή της και περνάει την νοητή γραμμή που χωρίζει τα αθώα βοσκοτόπια από τους μυστηριώδεις αμμόλοφους, στους οποίους κανείς δεν τολμά να μπει. Η κοπέλα, λοιπόν, αναγκάζεται να περάσει στο αφιλόξενο έδαφος, με απώτερο σκοπό να εντοπίσει το απολωλός αιλουροειδές και να το επιστρέψει στην σιγουριά των πράσινων λιβαδιών. Όσο, όμως, είναι μέσα στην περιοχή των αμμόλοφων, φτάνει σε έναν επιβλητικό καταρράκτη, που φέρει το σχήμα… αιδοίου κι εκεί θα συμμετάσχει σε μία ερωτική περιπέτεια άνευ προηγουμένου. Εύκολα, λοιπόν, εξάγεται το συμπέρασμα ότι μιλάμε για ένα σενάριο, το οποίο μπορεί να φέρει την υπογραφή του “ερωτικού” Κιουτσιούκη, παραδέχομαι, όμως, ότι πρωτοτυπεί, όσον αφορά την περιγραφή. Αυτή την φορά έχουμε μπροστά μας ένα παραμύθι, με πολλά στοιχεία φολκλόρ και παράλληλα αντλεί μεγάλες δόσεις από μεταφυσική φαντασία. Η πλοκή, τουλάχιστον μέχρι τα μισά, εντείνει την περιέργεια και μία κάποια αγωνία στον αναγνώστη, αλλά όσο οδηγούμαστε προς το φινάλε, ο δημιουργός εκκινεί το σεξουαλικό στοιχείο και δίνει το σήμα κατατεθέν του. Η ιστορία ολοκληρώνεται αναμενόμενα και με μπόλικο χιούμορ. Επίσης, νομίζω ότι μπορούμε να εκτιμήσουμε τους διαλόγους, οι οποίοι είναι αρκετά περιγραφικοί και πομπώδεις, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στην άνθηση της κωμικής υφής. Τέλος, αρκετά καλή βρήκα και την σκηνοθετική άποψη που αποτυπώνει ο καλλιτέχνης, κατά την οποία όλο το παραμύθι αφηγείται από τον ίδιο τον δημιουργό μέσα σε ένα μπαρ. Εν κατακλείδι, είναι ένα κόμικ με γρήγορη υπόθεση και πλοκή, το οποίο πιστεύω ότι θα αρέσει στους θαυμαστές του Κιουτσιούκη. Σίγουρα δεν είναι ό,τι καλύτερο μας έχει προσφέρει ο “Μίστερ Πατουσάκια”, αλλά διαβάζεται γρήγορα, χωρίς ενοχές και φυσικά νομίζω ότι είναι περιττό να πούμε ότι είναι ακατάλληλο για ανηλίκους. Όσον αφορά τον εικαστικό τομέα και γι΄ αυτόν δεν είναι δύσκολο να συμπεράνουμε ότι φέρει την σφραγίδα του δημιουργού. Το σχέδιο είναι χαρακτηριστικό, με μεγάλα καρέ, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, αλλά με όμορφη πλαστικότητα στους χαρακτήρες και τα τοπία. Το χρώμα αποτελείται από γήινες αποχρώσεις και είναι ξεκούραστο στο μάτι. Η έκδοση, για τα επίπεδα του φανζίν, είναι αρκετά τίμια. Το εξώφυλλο έχει υφή χαρτονιού και είναι αρκετά παχύ, το ίδιο και οι εσωτερικές σελίδες. Η εκτύπωση είναι ιδανική και τα χρώματα αποδίδονται πανέμορφα. Συνοδευτικό υλικό δεν υπάρχει. Αφιέρωμα στον Σταύρο Κιουτσιούκη
  4. Ο γνωστός Θεσσαλονικιός καλλιτέχνης Σταύρος Κιουτσιούκης αλλάζει λίγο στροφή στις αφηγηματικές του συνήθειες και δημιουργεί ένα αστυνομικό κόμικ μυστηρίου, μένοντας όμως πιστός στην ερωτική του διάθεση. Ένας ιδιοκτήτης σπιτιού, ο οποίος είναι και διοργανωτής swinging parties, βρίσκεται άγρια δολοφονημένος στον χώρο του και μάλιστα την ώρα που ένα τέτοιο πάρτυ λάμβανε χώρα! Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Κονσταντάν Μπιμπέ και η πιστή βοηθός του (και θιασώτις του αυνανισμού) Σαγκουίνη, αναλαμβάνουν δράση και ξεκινούν, σε πείσμα της Αστυνομίας, που φοβάται μην γελοιοποιηθεί, να ξετυλίγουν σιγά και μεθοδικά το νήμα του μυστηρίου, προκειμένου να εντοπίσουν τον ένοχο και το κίνητρό του. Οι ύποπτοι πολλοί κι όλοι φαίνεται να έχουν ακλόνητα άλλοθι. Έτσι ο ντετέκτιβ Μπιμπέ έχει ένα δύσκολο έργο. Θα καταφέρει να βγάλει άκρη? Έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, με ένα σενάριο που καλείται να διαχειριστεί ένα μυστηριώδες έγκλημα, το οποίο το βρήκα καλογραμμένο και με όμορφη ροή. Η σάτιρα των μοτίβων που ακολουθούν οι διάσημοι ντετέκτιβ, που γέννησε η παγκόσμια λογοτεχνία, είναι κάτι παραπάνω από ευδιάκριτη, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να κατακλύζεται από όμορφες περιγραφές χιουμοριστικών καταστάσεων. Εννοείται, φυσικά, ότι δεν λείπει και το σεξουαλικό στοιχείο, γιατί τότε δεν θα μιλούσαμε για δουλειά του Κιουτσιούκη. Έτσι, παρακολουθούμε πολλές ερωτικές συνευρέσεις των υπόπτων και μάλιστα την ώρα που έχει ξεκινήσει η ανακριτική διαδικασία! Η λύση του μυστηρίου δίνεται λίγα μόλις μέτρα πριν τον τερματισμό της ιστορίας, κρατάει καλά κρυμμένα τα χαρτιά της καθόλη την διάρκεια της πλοκής, ενώ το φινάλε (όλως περιέργως) βγάζει νόημα και μία κάποια λογική, το βρήκα έξυπνο και με ικανοποίησε. Εν κατακλείδι, είναι ένα κόμικ που προσφέρει μία χαριτωμένη, ανάλαφρη και… πικάντικη ιστορία μυστηρίου, που θα κάνει τον αναγνώστη να περάσει καλά, αλλά σίγουρα δεν θα πρέπει να έχει βλέψεις ότι θα του αποτυπωθεί για πάντα στην μνήμη του ή ότι θα αποτελέσει το καλύτερο διήγημα που έχει ποτέ διαβάσει. Συστήνεται στους λάτρεις του δημιουργού, του αστυνομικού κόμικ και του… σεξ! Ο εικαστικός τομέας δεν κρύβει εκπλήξεις από τον πιστό αναγνώστη του δημιουργού. Τα καρέ είναι χιουμοριστικά, οι σκηνές του σεξ ενισχύουν την ερωτική διάθεση, ενώ δεν λείπει και η… αυτοπροσωπογραφία του Κιουτσιούκη, στο πρόσωπο του δολοφονημένου ιδιοκτήτη της έπαυλης, του Εταζιέρ. Ο χρωματισμός είναι ευχάριστος, αλλά αποτελείται από μία μουντή και κάπως μονότονη παλέτα, που βγάζει επίπεδο (αλλά όχι απαραιτήτως τόσο κακό) το τελικό αποτέλεσμα. Η έκδοση έχει μεσαίο μέγεθος και διαθέτει κόλληση στην ράχη της. Αποτελείται από ένα σχετικά παχύ εξώφυλλο, ενώ το χαρτί στο εσωτερικό είναι ματ, σχετικά φθηνό (στην υφή), αλλά την εκτύπωση των χρωμάτων θα την λέγαμε και τίμια. Σίγουρα, πάντως, θα μπορούσε να τα πήγαινε καλύτερα σε αυτόν τον τομέα. Το συνοδευτικό υλικό επικεντρώνεται μόνο στην παράθεση μίας μπόνους δισέλιδης ιστορίας, η οποία φέρει τον τίτλο “Πρωινές κ@ύλες” (όπου “@” βάλτε “α”, μας διαβάζουν και μικρά παιδιά! ). Δεν έχει κάποια άμεση σχέση με την κύρια ιστορία και σίγουρα δεν ήταν και κάτι το ιδιαίτερο. Αφιέρωμα στον Σταύρο Κιουτσιούκη
  5. Συλλογή με μαγειρικά στριπάκια του Σταύρου Κιουτσιούκη, λίγο καλύτερα από Καζάν Ντιπί, που όπως είναι φυσικό σου ανοίγουν την όρεξη!!! Σχεδιάστηκαν με την υποστήριξη του ταβερνείου βραδυφαγείου "Το Κουρμπέτι" και δημοσιεύονταν σε εβδομαδιαία βάση στα social media. Pro tip: Μην κάνεις το λάθος και το διαβάσεις νηστικός...
  6. Στην εποχή τής «κανονικότητας», τα webcomics ήταν για την Αλέξια Οθωναίου μέρος της δουλειάς της. Το Διαδίκτυο εξαπλωνόταν κάνοντας τις εκδόσεις να φαίνονται ακριβότερες και εκείνη, υπεύθυνη για «χάρτινα» άλμπουμ όπως «Τσακισμένη Αυγή» (εκδ. Jemma Press), έβλεπε τα online στριπάκια της ως συμπλήρωμα της δημιουργικότητας και του εισοδήματός της. Κάποια από αυτά, όπως οι «Ιστορίες που κρύβονταν σε προφανή μέρη» ξεκίνησαν να αναρτώνται στην πλατφόρμα socomic.gr με τόση επιτυχία, που έφτασαν και στο τυπογραφείο. Σήμερα, οι συνεργασίες της δεν έχουν μειωθεί. Ειδικά οι ψηφιακές όμως, έχουν αποκτήσει μία ακόμα διάσταση: «Ο κόσμος μένει στο σπίτι, έχοντας ανάγκη και για επικοινωνία, για τέχνη», λέει. «Τα διαδικτυακά κόμικς, με τον αφηγηματικό τους χαρακτήρα, λειτουργούν και ως μια παρηγοριά». Ένα σχέδιο της Αλέξιας Οθωναίου για τον κορωνοϊό, όπως αναρτήθηκε στο socomic.gr Η ιστορία τους ξεκινά από τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Η σειρά «Witches and Stiches» του Αμερικανού Ερικ Μιλίκιν ήταν ίσως η πρώτη που δημοσιεύθηκε ψηφιακά. Με την έλευση του world wide web αρκετοί άρχισαν να σχεδιάζουν κόμικς αποκλειστικά για τις οθόνες των υπολογιστών, ενώ οι μεγάλοι παίκτες, όπως η Marvel και η DC ενίσχυσαν το ψηφιακό κομμάτι τους από τα μέσα της δεκαετίας του 2000. Στην Ελλάδα η πλατφόρμα socomic.gr διαθέτει ένα αρχείο με στριπάκια που φτάνει ως τον Σεπτέμβριο του 2011. Εδώ μπορεί κανείς να βρει την αφρόκρεμα της ελληνικής σκηνής: ο Μιχάλης Διαλυνάς, ο Ηλίας Κυριαζής, ο Pan Pan, ο Tas Mar, η Δήμητρα Αδαμοπούλου και άλλοι που αδικούμε, έχουν ανεβασμένα αρκετά έργα τους – αρκετά για να διαβαστούν σε δύο πανδημίες. Ένας από αυτούς είναι και ο Αντώνης Βαβαγιάννης, υπεύθυνος για τα περίφημα «Κουραφέλκυθρα»: είναι η δική του σειρά που ξεκίνησε από το socomic.gr, εκδόθηκε σε χαρτί από την Jemma και πλέον δημοσιεύεται από το luben.tv. «Ένας κομίστας είναι συνηθισμένος να δουλεύει από το σπίτι», λέει ο Αντώνης Βαβαγιάννης. «Ίσως τώρα είναι ευκαιρία να σχεδιάσεις περισσότερο, ενώ την ίδια στιγμή δεν μπορείς, σαν δημιουργός, να ζεις σε ένα συννεφάκι. Υπάρχει λοιπόν μια μικρή αλλαγή στη θεματολογία. Ανέβασα ένα στριπάκι που δεν εντάσσεται στα “Κουραφέλκυθρα”, αλλά δεν μπορούσα να μη σχολιάσω όσα συμβαίνουν. Όσοι έχουμε ως μέρος της δουλειάς μας το χιούμορ, το χρησιμοποιούμε για να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα και τα σχόλια του κόσμου που σε ευχαριστεί γιατί του φτιάχνεις τη διάθεση». Έκτακτο επεισόδιο από τα «Κουραφέλκυθρα» του Αντώνη Βαβαγιάννη, που δημοσιεύθηκε στο luben.tv Ο Σταύρος Κιουτσούκης, γνωστός για τα «Yellow Boy» και «Ο δεξιοτέχνης» (Ένατη Διάσταση), προτιμάει να αναρτά τα «ορφανά» σκίτσα του στα προσωπικά του κοινωνικά δίκτυα. Η θεματολογία του δεν έχει αλλάξει τόσο, όσο έχει βρει ένα «όχημα» στη συνθήκη της απομόνωσης, την οποία προσπαθεί να αντιμετωπίζει με αισιοδοξία. «Ναι, έχω παρατηρήσει μια μικρή αύξηση της επισκεψιμότητας», λέει, «ενώ αρκετοί αναγνώστες σε απομόνωση εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους. Οι δημιουργοί βέβαια περιμέναμε την άνοιξη και τα δύο μεγάλα φεστιβάλ του χώρου που αναβλήθηκαν». Το ένα ήταν το Comic Con της Θεσσαλονίκης και το άλλο το Comicdom της Αθήνας. Το δεύτερο ανακοίνωσε ότι θα πραγματοποιηθεί μεταξύ 4-6 Σεπτεμβρίου. Η ομάδα του, σύμφωνα με τη Λήδα Τσενέ, προσπαθεί να διατηρήσει ενεργό το ενδιαφέρον του κοινού, με πρωτοβουλίες όπως το Digital Artists Alley που καλεί τους δημιουργούς να προβάλουν ηλεκτρονικά τη δουλειά τους, την ενημέρωση για τη δυνατότητα ηλεκτρονικών παραγγελιών που προσφέρουν τα καταστήματα κόμικς ή τις δραστηριότητες για παιδιά μέσω της Athens Comics Library. Ένα καρέ για την ανάγνωση κόμικς σε περίοδο απομόνωσης, από τα social media του Σταύρου Κιουτσούκη «Η ανθρωπογεωγραφία του κοινού των κόμικς αλλάζει», παρατηρεί η Λήδα Τσενέ, «με τον κόσμο που είναι εξοικειωμένος με την ψηφιακή ανάγνωση να αυξάνεται». Η Αλέξια Οθωναίου προσθέτει μια άλλη πτυχή: «Είναι όπως και με την τηλεργασία», λέει. «Σημασία έχει και η κοινότητα, το δίκτυο των ανθρώπων. Όταν ο κόσμος μένει σπίτι μόνος παρακολουθώντας τέχνη, εντείνεται και μια εξατομίκευση που δεν είναι ωφέλιμη. Αγαπώ τα webcomics, αλλά ας μη μείνουμε μόνο σε αυτό». Και το σχετικό link...
  7. Οι ιστορίες των μουσικών του Street Mode Festival έγιναν κόμικς Επτά δημιουργοί κόμικς έρχονται αντιμέτωποι με επτά μουσικούς, φιλοξενούμενους του Street Mode Festival, στην έκδοση «Song Stories» Το ίδιο το μέσο (κόμικ) είναι ένα ποπ προϊόν, οπότε ως τέτοιο πρέπει να προσεγγίζει τις ιστορίες. Ο Σταύρος Κιουτσούκης εικονογραφεί τον εαυτό του. Όταν η ακρόαση της μουσικής συναντά την 9η τέχνη, το αποτέλεσμα είναι ένα ανθολόγιο με πολύχρωμες καρικατούρες που έχουν στιγματίσει με μοναδικό τρόπο την ιστορία του subculture ελληνικού πενταγράμμου. Ο Νίκος Δαλαμπύρας, εκδότης κόμικς της «Ένατης Διάστασης», και ο Jacek Μanakiowski, ιθύνων νους της έκδοσης «Song Stories», παρουσιάζουν μια εικονογραφημένη αφήγηση αφιερωμένη στο 11ο Street Mode Festival. Επτά δημιουργοί κόμικς έρχονται αντιμέτωποι με επτά μουσικούς, φιλοξενούμενους του Street Mode, και μας προσφέρουν μια φεστιβαλική εμπειρία που αποτυπώνεται μέσα σε 70 σελίδες και ένα ταξίδι στην κουλτούρα του δρόμου και την ψυχή των κόμικς. — Πώς προέκυψε η ιδέα οπτικοποίησης και έντυπης αφήγησης μιας σειράς songs stories; Και γιατί επιλέξατε να γίνει αυτό με την μορφή κόμικς; Jacek Μanakiowski: Γράφω εδώ και χρόνια ιστορίες πίσω από τα τραγούδια. Και σίγουρα ανάμεσα σε μουσικόφιλους το βασικό θέμα συζήτησης είναι η μουσική. Θυμάμαι μια φορά πως σε μια άσχετη συζήτηση ρώτησα τον Νίκο αν γίνεται μια τέτοια ιστορία πίσω από ένα τραγούδι να γίνει κόμικς. Η απάντηση του ήταν ξεκάθαρα απλή: ΌΛΑ μπορούν γίνουν κόμικς! Η ιδέα αυτή συζητήθηκε αρκετές φορές, μια και οι αποκλειστικότητες που είχα από ελληνικές μπάντες γίνονταν ολοένα και περισσότερες. Και μετά από μια σειρά ατυχών γεγονότων ήρθε μια ευτυχής κατάληξη! Νίκος Δαλαμπύρας: Ο Jacek και εγώ συνδεόμαστε με φιλία αρκετών χρόνων και προφανώς ήξερα τo blog του, μέσω τoυ οποίου κατά καιρούς διάβαζα τα άρθρα του. Μου εξήγησε κάποια στιγμή πως θα τον ενδιέφερε να βρει έναν τρόπο αυτά τα άρθρα να καταλήξουν σε κάποιας μορφής έκδοση. Μια κι εγώ ασχολούμαι με τις εκδόσεις κόμικς, του πρότεινα λοιπόν να τον βοηθήσω να τα μετουσιώσει σε σενάρια για κόμικς, και έτσι κι έγινε. — Ήταν το Street Mode Festival η αφορμή για τη δημιουργία του; Πρόκειται για ένα τιμητικό εγχείρημα αφιερωμένο στο φεστιβάλ; Νίκος: Η αντίστοιχη φιλία μου με τον Γιάννη Ευσταθίου, που είναι η «ψυχή» του Street Mode Festival, και το ενδιαφέρον του για την πορεία του φεστιβάλ κόμικς «Comic N' Play»», που είναι κατά κάποιο τρόπο το δικό μου «πνευματικό τέκνο», έφερε την κοινή επιθυμία να βρούμε έναν τρόπο να εντάξουμε τα κόμικς στην ευρύτερη street κουλτούρα του φεστιβάλ κι έτσι η ιδέα του Jacek μας φάνηκε ως η καταλληλότερη «γέφυρα» ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους. Jacek: Μου φάνηκε πάρα πολύ καλή η ιδέα της συνεργασίας αυτής. Είμαι αρκετά χρόνια εθελοντής στο Comic N' Play και παρακολουθώ και το Street Mode Festival. Άρα η ιδέα αυτής της συνεργασίας μου φάνηκε παραπάνω από θαυμάσια. — Ποιοι συντελούν στη δημιουργία του νέου εγχειρήματος που φιλοξενεί το Street Mode Festival; Nίκος: Απευθυνθήκαμε σε Έλληνες δημιουργούς κόμικς που θεωρούμε πως έχουν αξιόλογη εργογραφία, ιδιαίτερη και αναγνωρίσιμη προσωπική γραμμή και που αγαπάνε το Street Mode festival και τους καλλιτέχνες που φιλοξενεί, ώστε να είναι γι' αυτούς η συμμετοχή τους μια ευχάριστη πρόκληση και εμπειρία. Έτσι λοιπόν, στο άλμπουμ «Song Stories» θα δείτε ιστορίες εικονογραφημένες από την πένα των: Σταύρου Κιουτσιούκη, Έφης Θεωδοροπούλου, Άρη Λάμπου, Κλήμη Κεραμιτσόπουλου, Γιώργου Καμπάδαη, Σοφίας Σπυρλιάδου και Νικόλα Στεφαδούρου. Ο Νίκος Δαλαμπύρας, εκδότης κόμικς της «Ένατης Διάστασης». Εικονογράφηση: Σταύρος Κιουτσούκης — Η νέα γενιά Ελλήνων δημιουργών κόμικς απευθύνεται σε εξειδικευμένο κοινό; Νίκος: Υπάρχει μεγάλη ποικιλία αναγνωσμάτων διαθέσιμων στο ευρύ κοινό. Ισχύει όμως πως θα πρέπει κάποιος να είναι υποψιασμένος για να ανακαλύψει όλα αυτά τα καταπληκτικά έργα και να εντοπίσει τους καλλιτέχνες που τον εκφράζουν περισσότερο. Όπως και με τη μουσική, έτσι και με τα κόμικς, όλα είναι θέμα προσωπικού γούστου. Σταύρος Κιουτσούκης: Έχει πάψει να θεωρείται ανεξερεύνητος τόπος το ελληνικό κόμικ και η κοινότητα των δημιουργών αυξάνεται με αλματώδη ρυθμό. Αυτό σημαίνει, μοιραία, πως δεν είναι καλό το υλικό στο σύνολό του, αλλά και πως απαντάται πιο συχνά και είναι πλέον αναγνωρίσιμο. Κρατώντας το θετικό στοιχείο, τα νέα ελληνικά κόμικς, είτε απευθύνονται στο ευρύ κοινό, είτε σε πιο απαιτητικούς αναγνώστες, είναι μια τέχνη σε σχετική άνθιση και φυσικά λειτουργούν πολύ καλά επικοινωνιακά ως εφαρμοσμένη τέχνη. — Τι χαρακτηρίζει τη μορφή του «Song Stories»; Νίκος: Το «Song Stories» είναι μια ανθολογία που συγκεντρώνει συγχρόνως αντιπροσωπευτικά δείγματα δύο διαφορετικών μορφών τέχνης: των κόμικς και της μουσικής. Έχουμε σίγουρα ξαναδεί κόμικς που ασχολούνται με βιογραφίες μουσικών ή που φιλοτεχνούν τους στίχους κάποιου τραγουδιού. Αυτό όμως που κάνουμε εμείς εδώ είναι ουσιαστικά ένα εικονογραφημένο ντοκιμαντέρ. Jacek: Στην ουσία προσπαθώ να μην κάνω μια στείρα αφήγηση των γεγονότων που συνδέονται με τη δημιουργία του τραγουδιού. Προσπαθώ να μπω στην ίδια την «ψυχή» του τραγουδιού και του δημιουργού. Αυτό που προσπαθώ να δείξω είναι ότι ένα τραγούδι δεν είναι απλά 4 λεπτά από νότες και στίχους. Είναι μια συμπυκνωμένη γνώση κλειδωμένη μέσα σε λίγες νότες και μερικούς στίχους, η οποία απλά ζητάει από κάποιον να την ξεκλειδώσει. Και προσπαθούμε να βοηθήσουμε ώστε ο ακροατής και αναγνώστης να βρούνε αυτό το κλειδί. — Τι είναι αυτό που κάνει το Street Mode πηγή ενδιαφέροντος και έμπνευσης για μια ιστορία εικονογράφησης αφιερωμένης σε αυτό; Τι επιδιώκει να παρουσιάσει και να επικοινωνήσει; Νίκος: Στόχος μας είναι να δώσουμε στον αναγνώστη μια εμπειρία αντίστοιχη με τη μουσική ποικιλομορφία που προσφέρει η φεστιβαλική εμπειρία του Street Mode. Δηλαδή πολλούς και διαφορετικούς μεταξύ τους καλλιτέχνες, που όλοι τους όμως έχουν τη δική τους πορεία μέσα στον χώρο που κινούνται, συγκεντρωμένους μέσα σε μια έκδοση. — Η ανάγκη οπτικοποίησης της μουσικής, που εκφράζεται μέσα από αυτό το εγχείρημα, αποδεικνύει και τη δύναμη της εικόνας; Τι προσφέρει αυτή η εικονογράφηση και ποια ανάγκη εκφράζει τελικά; Νίκος: Νομίζω πως διαβάζοντας αυτό το κόμικς θα μπορέσει να δει κάποιος πως κάτω από το προσωπείο της δημόσιας εικόνας του κάθε καλλιτέχνη τελικά βρίσκεται απλώς ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος, με τις δικές του αδυναμίες και ανησυχίες. Jacek: Δεν είναι μια ανάγκη οπτικοποίησης μιας ιστορίας. Είναι μια συνεύρεση διαφορετικών εκφράσεων της ίδιας της τέχνης. Η εικόνα που προσφέρει η μουσική, η λογοτεχνία και τα κόμικς είναι τελείως διαφορετική από αυτήν που μας επιβάλλεται μέσα από τους «μαύρους καθρέφτες». Οι εικόνες που δημιουργούν αυτές οι εκφράσεις της τέχνης δεν είναι μια μασημένη τροφή για τον νου, που έχει σκοπό τη νάρκωσή του, αλλά αφήνουν παράθυρο στην φαντασία. Χωρίς τη φαντασία είναι ανολοκλήρωτες. Η δύναμη που αναφέρεις εσύ αντιτίθεται σε αυτήν της τέχνης. Σταύρος: Η οπτικοποίηση της μουσικής εν γένει δεν είναι κάτι καινούργιο, αρκεί να σκεφτούμε τα βίντεο κλιπ. Ειδικά με το κόμικ που έχει ως αντικείμενο την αφήγηση ιστοριών, έρχονται στο προσκήνιο οι ιστορίες πίσω από τα τραγούδια, όχι ως απλές αφηγήσεις ή συνεντεύξεις, αλλά δραματοποιημένες και ως μια άλλη πρόταση στο πώς θα προσφερθούν στους φαν των γκρουπ. Ο Jacek Μanakiowski, ιθύνων νους των «Song Stories». Εικονογράφηση: Σταύρος Κιουτσούκης — Πυρήνας του εγχειρήματος είναι οι υποκουλτούρες του μουσικού στερεώματος. Είναι ο συγκεκριμένος χώρος αυτός που χαρίζει μια ιδιαιτερότητα και περισσότερο ενδιαφέρον στην αφήγηση και εικονογράφηση των ιστοριών αυτών; Θα είχε την ίδια δυναμική, πιστεύετε, αν τοποθετούμασταν σε έναν τελείως διαφορετικό χώρο, όπως αυτόν της ποπ για παράδειγμα; Νίκος: Νομίζω πως όλοι οι καλλιτέχνες που αναφέρονται στο «Song Stories» είναι πολύ αναγνωρίσιμοι στον χώρο τους και υπό αυτή την έννοια θα έλεγα πως είναι ήδη όλοι τους pop (από το popular = δημοφιλείς). Θεωρώ πως όλοι οι καλλιτέχνες θα ήθελαν το μήνυμα τους να αγγίξει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κοινό. Μέσα από την προσπάθειά μας, δίνεται η ευκαιρία να φτάσει το μήνυμά τους σε ακροατήριο που δεν θα είχαν κάποιο κοινό σημείο επαφής μαζί του διαφορετικά. Jacek: Καταρχάς θα διαφωνήσω με το όρο «υποκουλτούρα». Οι δημιουργοί είναι άνθρωποι που λειτουργούν όπως όλοι. Έχουν τις ανάγκες που έχουν όλοι οι άνθρωποι. Δεν υπάρχει καμιά υποκουλτούρα επομένως, είναι διαφορετικές εκφράσεις της τέχνης. Η ποπ μουσική, όταν αποτελεί έκφραση της τέχνης, γίνεται αυτόματα και μέρος της. Όταν όμως χειραγωγείται, τότε παύει να είναι και μέρος της. Σταύρος: Το ίδιο το μέσο (κόμικ) είναι ένα ποπ προϊόν για μένα, οπότε ως τέτοιο πρέπει να προσεγγίζει τις ιστορίες. Οπότε η εξιστόρηση οποιασδήποτε θεματικής γίνεται μέσα από την ποπ αισθητική των κόμικς, ανεξαρτήτως της πηγής. Θα λέγαμε πως για να αφηγηθώ μια ιστορία από τον Μεσαίωνα δεν είναι υποχρεωτικό να την πω μόνο με ένα μαντολίνο κι έναν αφηγητή, αλλά μπορώ να την κάνω κόμικ, ταινία, τηλεοπτική σειρά κ.ο.κ. Αντίστοιχα κι εδώ, το κόμικ ως αφηγηματικό μέσο καταπιάνεται με ένα μουσικό είδος μιας οποιασδήποτε κουλτούρας. — Κάθε ιστορία υπογράφεται από διαφορετικό δημιουργό, πράγμα που σημαίνει και διαφορετικό ύφος, διαφορετική αισθητική, προσωπικό στίγμα. Πού θα συγκλίνει όλο αυτό; Είναι απαραίτητο να υπάρχει κοινή γραμμή σε τέτοιου είδους εγχειρήματα; Νίκος: Με τον συνέταιρο μου (Πάνος Κρητικός - Ένατη Διάσταση) θέλαμε η κάθε ιστορία να είναι τόσο ξεχωριστή όσο και τα τραγούδια που στάθηκαν η αφορμή για τις αφηγήσεις. Το αποτέλεσμα μας δικαιώνει απόλυτα ως εκδότες. Σταύρος: Το ενδιαφέρον στην ποικιλία των στυλ είναι ότι πρόκειται για μια ανθολογία υλικού, ανάλογη με το μουσικό υλικό. Καθένας από εμάς εκφράζει ίσως καταλληλότερα το συγκεκριμένο τραγούδι ή, στην περίπτωσή μου, το ύφος του εγχειρήματος (ως δημιουργός της εισαγωγικής ιστορίας). — Το να απέχει το ύφος της μπάντας με αυτό του εικονογράφου είναι ωστόσο κάτι ριψοκίνδυνο ή είναι κάτι θεμιτό; Έχουν λόγο έγκρισης οι μπάντες σε όλο αυτό ή οφείλει ο εικονογράφος να συμμορφωθεί με το ύφος του μουσικού; Nίκος: Όλες τις ιστορίες, προτού καν εκτυπωθούν, τις είχαμε παρουσιάσει στους ίδιους τους καλλιτέχνες, ώστε να είμαστε σίγουροι ότι το αποτέλεσμα τους αντιπροσωπεύει ως προς το περιεχόμενο και την αισθητική. Σταύρος: Αν και οι μουσικοί γνωρίζουν εκ των προτέρων το σχεδιαστικό ύφος του καλλιτέχνη, το τελικό αποτέλεσμα είναι ελεύθερο στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής ελευθερίας της έκφρασης. Τουλάχιστον αναφορικά με το αισθητικό κομμάτι. Δεν πρόκειται δηλαδή για μια καθοδηγούμενη δουλειά, που θα ήταν και άνευ αξίας. Πηγή
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.