Μετάβαση στο περιεχόμενο

About this blog

Σκέψεις και trivia για κόμικς, ναρκωτικά και μπροκολορόκ.

Entries in this blog

 

Μια μέρα στο Grandvaux

Στις όχθες της λίμνης της Γενεύης, ή Λεμάν για τους ντόπιους, υπάρχει το Grandvaux. Στην Ελβετία, είναι γνωστό για τα κρασιά του, αλλά οι τρεις φίλοι που έφτασαν εκεί ένα ηλιόλουστο μεσημέρι του Νοέμβρη, δεν πήγαν για το λόγο αυτό, παρότι οινόφιλοι. Κατέβηκαν από το τρένο και αφού συμβουλεύτηκαν τα κινητά τους, πήραν τον ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε στο χωριό. Κάποια στιγμή, κοίταξαν προς τα πίσω και αντίκρισαν αυτό...     Πήραν κουράγιο και συνέχισαν...   Μετά από αρκετά λεπτά, μπήκαν στις σκιές του οικισμού. Κοιτάζοντας ολόγυρα, παρατήρησαν μια γνώριμη φιγούρα να κάθεται σε ένα παγκάκι...     Πλησίασαν και από εκεί το μάτι τους έπεσε πάνω σε μια πλατεΐτσα που έφερε το όνομα του αγαπημένου τους δημιουργού κόμικς: Place Hugo Pratt. Αλαλάζοντας κυριολεκτικά από χαρά (τουλάχιστον οι δύο εκ των τριών) όρμησαν προς το άγαλμα ενός αγέρωχου ναυτικού που ρεμβάζει εδώ και χρόνια, όρθιος, στητός και χαλαρός ταυτόχρονα.     Στο Grandvaux έζησε τα τελευταία του χρόνια και πέθανε ο Hugo Pratt. Πολύ κοντά στο σπίτι του, έχει στηθεί ένα χάλκινο άγαλμα-φόρος τιμής στον γνωστότερο χαρακτήρα του, τον Κόρτο Μαλτέζε, παρόμοιο με αυτό που βρίσκεται στην Ανγκουλέμ. Η θέα από το σημείο αυτό είναι εκπληκτική. Το μάτι χάνεται στους αμπελώνες της περιοχής, κολυμπάει στα νερά της λίμνης, όχι πολύ μακριά από τη Λωζάνη, και τελικά σκαρφαλώνει όλο δέος στις πλαγιές των Άλπεων. Ο Κόρτο δεν κοιτάζει προς την Ιταλία ή σε κάποιο άλλο μέρος της γης, αλλά προς τον ουρανό, όπως τον φαντάστηκε και τον σχεδίασε ο Pratt. Σύμφωνα με την πινακίδα, το άγαλμα φιλοτέχνησε ο Livio Benedetti και ο γιος του και στήθηκε το 2007. Έχει μάλιστα την «έγκριση» του ίδιο του Pratt, με τον οποίο ο Benedetti ήταν εγκάρδιος φίλος.         Ακριβώς κάτω από το Place Hugo Pratt, οι βρίσκεται το Caveau Corto, ένα μαγαζί στο οποίο ο επισκέπτης μπορείς να θαυμάσει έργα του Pratt (αυθεντικές σελίδες; μάλλον όχι...) και να πιει κρασί με τον Κόρτο στην ετικέτα. Προς μεγάλη τους λύπη, ωστόσο, ήταν κλειστό.       Ένας ευγενικός γεράκος, πιθανότατα γείτονας του περί ου ο λόγος, έδωσε στην παρέα οδηγίες για το κοιμητήριο του χωριού. Αφού κουβέντιασαν για λίγο έξω από την τελευταία κατοικία του, προχώρησαν στον κεντρικό δρόμο. Κοντοστάθηκαν όταν αναγνώρισαν μια λεξούλα με τέσσερα γραμματάκια που τους ήταν ιδιαίτερα οικεία. Περιεργάστηκαν το κτίριο και ένας από αυτούς χτύπησε το κουδούνι. Το σουσάμι άνοιξε και μπήκαν στα γραφεία της Cong, της εταιρείας που διαχειρίζεται τα δικαιώματα για τα κόμικς του Pratt. Τους υποδέχθηκε μια επιφυλακτική υπάλληλος που όμως τους μίλησε ευγενικά και τους έδωσε τη δυνατότητα να ρίξουν μια και δυο ματιές στο χώρο. Μπορώντας μονάχα να φανταστούν τι θησαυροί κρύβονται στα εσωτερικά δωμάτια, συνέχισαν τον δρόμο τους...     Αριστερά: το σπίτι όπου έζησε από το 1983 ως το θάνατό του, ο Pratt Δεξιά: η είσοδος στα γραφεία της Cong   Στο μικρό νεκροταφείο του Grandvaux, ανάμεσα σε περιποιημένα δέντρα και λουλούδια, βρήκαν τον τάφο του Hugo Pratt. Η πέτρινη καρδιά δεν ήταν η μόνη «παρέμβαση» των θαυμαστών που κατά καιρούς είχαν ακολουθήσει την ίδια διαδρομή με τους τρεις φίλους. Ανάμεσα στα φυτά που κυριεύουν το μνήμα, κείτονται ένα άδειο μπουκάλι κρασιού, πινέλα, στυλό, μπλάνκο, ακόμη και μια οδοντόβουρτσα...     Ένα πανέμορφο ταξίδι που σχεδόν ποτέ δεν τόλμησα να ονειρευτώ, είχε φτάσει στο τέλος του. Μέχρι το επόμενο entry... Excelsior and eat your broccoli! 

GeoTrou

GeoTrou

 

Ποιος έβαλε αυτές τις παλιόκουτες μες στη μέση;

Μετά από μια μακρά περίοδο αποχής, ο GC blogger της καρδιάς σας (ή ίσως και άλλων μερών του σώματός σας) επιστρέφει με μια ιστορία για μια κορυφαία φιγούρα των κόμικς: τον Will Eisner.      Ο Eisner επί το έργω (1941)   Η καριέρα του Eisner ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του '30, με εικονογραφήσεις για pulp περιοδικά και στριπ για το Wow, What a Magazine!. Όταν το περιοδικό έκλεισε μετά από τέσσερα τεύχη, ο Eisner αποφάσισε να συνεργαστεί με τον Jerry Iger, συντάκτη του Wow, What a Magazine!, όπερ και εγένετο η Eisner & Iger. Αν και οι συνεντεύξεις των δύο ιδρυτών δε συμφωνούν μεταξύ τους, φαίνεται πως το στούντιο ιδρύθηκε το 1936 και έκλεισε το 1939. Ο Eisner, θέλοντας να δείξει σε έναν πελάτη ότι πρόκειται για μια σοβαρή επιχείρηση με αρκετά μέλη, υπέγραφε με διαφορετικά ψευδώνυμα, όπως Willis B. Rensie (το Eisner ποδανά), Carl Heck, W. Morgan Thomas κ.ά. Το στούντιο, που αργότερα προσέλαβε νέους καλλιτέχνες (μεταξύ των οποίων οι Jack Kirby και Bob Kane), παρήγαγε πολλά στριπάκια και τα πήγε πολύ καλά από οικονομικής άποψης, δεδομένων των συνθηκών της εποχής.       Flash forward. 2011 περίπου, New Jersey. Ο καλλιτέχνης και συλλέκτης Joseph M. Getsinger, αγνοώντας όλα αυτά, πέφτει πάνω σε έναν αληθινό θησαυρό: κούτες ενός φίλου του που περιέχουν χιλιάδες πλάκες εκτύπωσης παμπάλαιων στριπ. Ερευνώντας, ανακαλύπτει ότι πρόκειται για δημιουργίες κυρίως του Eisner, από τα χρόνια του στο Wow, What a Magazine! και την Eisner & Iger. Αρχικά εξέδωσε ο ίδιος ένα μέρος αυτών, σε μια φθηνή έκδοση με σπιράλ. Μερικά χρόνια αργότερα, η μικρή, αλλά βραβευμένη εκδοτική Locust Moon, έμαθε για την ύπαρξη αυτών των πλακών εκτύπωσης και αποφάσισε να εκδώσει (μέσω Kickstarter) έναν υψηλής ποιότητας τόμο υπό τον τίτλο The Lost Work of Will Eisner. Σε αυτόν περιλαμβάνονται το ντετεκτιβίστικο Harry Karry, που είχε τρέξει στο Wow, What a Magazine!, και το ακόμα πιο άγνωστο Uncle Otto, από την περίοδο της συνεργασίας με τον Iger.         Και να φανταστείτε όλη αυτή η έρευνα ξεκίνησε ψάχνοντας να βρω στριπάκια για την ενότητα του Στριπ της Εβδομάδας.  Αυτά προς το παρόν. Μέχρι το επόμενο entry...  Excelsior and eat your broccoli! 

GeoTrou

GeoTrou

 

Ο Τζίμης ο Χέντριξ

Δε θα πω πολλά σε αυτό το θέμα. Μόνο ότι ο -κατά πολλούς- κορυφαίος κιθαρίστας έβερ έχει απεικονιστεί από διάφορους κομίστες ανά τον κόσμο. Όχι απαραίτητα μέσα σε κόμικς, αλλά και σε portfolio. Επέλεξα μερικά, έτσι, για τ' οφθαλμόλουτρο.   Μακράν τα πιο γνωστά είναι τα ντελιριακά σχέδια του Moebius. Και δεν είναι και λίγα:              Ο Robert Crumb από τη μεριά του έχει κάνει μια «εικονογράφηση» του Purple Haze, απολύτως ταιριαστή στην τριπαριστή αίσθηση του τραγουδιού:       Από εκεί και πέρα, το μενού έχει Γιάννη Καλαϊτζή...     ... David Mack...     ... και Bill Sienkiewicz, που εικονογράφησε τη βιογραφία Voodoo Child: The Illustrated Legend of Jimi Hendrix:         Αυτά για σήμερα. Σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλες ωραίες εικόνες εκεί έξω. Μέχρι το επόμενο entry... Excelsior and eat your broccoli!

GeoTrou

GeoTrou

 

Un regista un'avventura - L'uomo di Salamina

Είχα σκοπό το blog να το κρατήσω αποκλειστικά σε κομιξικό πλαίσιο, αλλά είπα να κάνω μια ατασθαλία, για το μεγάλο μου πάθος. Για να κρατήσω τα προσχήματα, έκλεψα την ιδέα του τίτλου από τη συλλογή κόμικς "Un uomo un'avventura" της Sergio Bonelli.  Σε κάθε «τεύχος» της σειράς, θα ασχολούμαι με έναν αγαπημένο μου σκηνοθέτη.     Για αυτή την πρώτη φορά επέλεξα κάτι hardcore για τους περισσότερους, τον Νίκο Γραμματικό. Υπέροχος σκηνοθέτης ο Γραμματικός. Ένας auteur που κάνει μεν προσωπικές ταινίες, αλλά, σε αντίθεση με άλλους του ελληνικού κινηματογράφου, δεν έχει κολλήσει στις προσωπικές του εμμονές. Οι μεγάλου μήκους ταινίες μυθοπλασίας που έχει σκηνοθετήσει και γράψει, είναι οι Κλειστή στροφή (1991), Η Εποχή των δολοφόνων (1993), Απόντες (1996), Ο Βασιλιάς (2002) και Αγρύπνια (2005).   Σκηνή από την Εποχή των Δολοφόνων   Πιστεύω αξίζει να δει κανείς σε τι ιστορικό πλαίσιο έγιναν τα πρώτα βήματα του Γραμματικού. Το ντεμπούτο του και η δεύτερη ταινία του βγήκαν σε μια περίοδο που θεωρείται μεταβατική για τον ελληνικό κινηματογράφο. Είχε προηγηθεί η καταστροφική δεκαετία του 1980, με την παραγωγή να μειώνεται δραματικά, τις εισπράξεις των ελληνικών ταινιών να κάνουν ελεύθερη πτώση και πολλές αίθουσες να κλείνουν. Μεταξύ 1990 και 1994, εμφανίστηκαν κάποιες πιο φρέσκες ταινίες από νέους σκηνοθέτες, οι οποίες προετοίμασαν το έδαφος έδαφος για τις (θετικές σε γενικές γραμμές) αλλαγές που θα ερχόντουσαν από τα μέσα των 90's κι έπειτα. Την Κλειστή στροφή δεν την έχω δει, αλλά είχε λάβει καλές κριτικές και ο Μηνάς Χατζησάββας είχε βραβευτεί για την ερμηνεία του. Όσο για την Εποχή των Δολοφόνων, πρόκειται για άρτιο μεν, ελαφρώς πρωτόλειο δε, bromance υπό τον μανδύα την καπαρντίνα του νεό-νουάρ.         Κι ερχόμαστε στα δύο του διαμάντια, που θεωρώ ότι απευθύνονται σε ένα πολύ μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας. Οι Απόντες κοιτάζουν μια παρέα παιδικών φίλων, σε ένα διάστημα από το θρυλικό Ευρωμπάσκετ του 1987 μέχρι το Μουντιάλ του 1994, όπου έκανε την παρθενική της εμφάνιση η Εθνική Ελλάδος. Ακόμα κι αν ακούγεται υπερβολικό, τη θεωρώ μια από τις καλύτερες ταινίες με θέμα τη φιλία που μπορείτε να δείτε. Όχι ακριβώς η πιο όμορφη, αλλά σίγουρα από τις πιο ειλικρινείς και αληθινές. Κι αν νομίζετε ότι η γενιά αυτή δεν έχει και πολλά κοινά με τη δική σας (όποια κι αν είναι αυτή), θα πρότεινα να το ξανασκεφτείτε.  Στο αγαπημένο flix.gr μπορείτε να διαβάσετε μια εκτενέστερη ανάλυση για την ταινία.     Ο Βασιλιάς ρίχνει μια ματιά στην μικρότητα και τη σκληράδα της ελληνικής επαρχίας. Όπως έχει γράψει ο Βρασίδας Καραλής, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, η ξενοφοβία των ντόπιων μετατρέπουν τον τόπο «όπου υποτίθεται ότι διαμένει η αυθεντική ελληνική φιλοξενία» σε «μέρος φυλάκισης και εξορίας». Παράλληλα, όπως κάνει και στους Απόντες, ο Γραμματικός τονίζει (χωρίς να διαλαλεί) πάγιες παθογένειες του κράτους και πτυχές της νεοελληνικής νοοτροπίας. Συγκλονιστική ταινία, το φινάλε χτίζεται σιγά-σιγά (ίσως πολύ σιγά για τα γούστα κάποιων) και η ένταση αυξάνεται ύπουλα.      Στον Βασιλιά, εστιάζοντας στα πρόσωπα ή φέρνοντάς την κάμερα σε εσωτερικούς χώρους, ο Γραμματικός καταφέρνει να κάνει ελαφρώς κλειστοφοβική μια τοποθεσία που κανονικά θα έφερνε ανάταση ψυχής   Η αλήθεια είναι ότι δυσκολεύομαι να εντοπίσω τη σκηνοθετική σφραγίδα του Γραμματικού. Δεν είμαι θεωρητικός για να «δω» λεπτομέρειες, αλλά δε φαίνεται να έχει κάποιο σήμα κατατεθέν, κάποιο ειδοποιό στυλ ως προς π.χ. τις γωνίες λήψεις. Όχι πως δεν έχει κάποια προσωπικά γνωρίσματα. Ένα από τα κύρια, είναι η νουάρ ατμόσφαιρα που υπάρχει στα περισσότερα έργα του, εξαιρώντας την Εποχή των Δολοφόνων που ανήκει ούτως ή άλλως σε αυτό το χώρο. Επιπλέον, καταφέρνει και εκμαιεύει εξαιρετικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς. Ο Μηνάς Χατζησάββας και ο Βαγγέλης Μουρίκης, τον οποίο ουσιαστικά καθιέρωσε με το Βασιλιά, είναι οι δύο συχνότεροι του συνεργάτες του. Ο Τάσος Νούσιας έπαιξε μερικούς από τους πρώτους του ρόλους σε φιλμ του Γραμματικού, κόντρα μάλιστα στο σημερινό του προφίλ του «σκληρού».   Το «πού» έχει ιδιαίτερη αξία για τον Γραμματικό. Η Σαλαμίνα, τόπος γέννησής του, πρωταγωνιστεί στους Απόντες και κάνει guest star στην Εποχή των Δολοφόνων, ενώ Ο Βασιλιάς εκτυλίσσεται σχεδόν αποκλειστικά σε κάποιο χωριό της Ηλείας. Ωραίο δεν είναι να φεύγει από την Αθήνα η κάμερα; Όταν πάλι παραμένει στην πρωτεύουσα, προτιμά να τραβάει σκοτεινούς δρόμους (η νουάρ αίσθηση που λέγαμε). Η μουσική είναι επίσης οργανικής σημασίας για τις ταινίες του. Στην Εποχή των Δολοφόνων, οι πρωταγωνιστές συχνάζουν σε ένα μπαρ που παίζουν οι Τρύπες και ο Αγγελάκας (πιθανώς η πρώτη του on screen εμφάνιση) έχει μερικά λόγια. Το soundtrack του Βασιλιά βασίζεται κυρίως σε μελωδίες του Θανάση Παπακωνσταντίνου, ο οποίος έγραψε το πολύ ωραίο ομώνυμο κομμάτι. Στους Απόντες ακούγονται Pink Floyd, Ram Jam, Van der Graaf Generator αλλά και Τσιτσάνης. Είναι η ταινία που με ώθησε να ψάξω καλύτερα και εν τέλει να αγαπήσω τους Joy Division, μέσα από την παρακάτω σκηνή:   (Σημείωση: μου είχε πάρε αρκετά λεπτά ν' αναγνωρίσω τον Νούσια )   Ελπίζω να μην κούρασα. Δεν ξέρω πόσοι έχουν επαφή με τον Γραμματικό, ώστε να εκφράσουν γνώμη. Μην ανησυχείτε αξιότιμοι φιλομπροκολιανοί, θα ακολουθήσουν δημοφιλέστερες προσωπικότητες. Μέχρι το επόμενο entry... Excelsior and eat your broccoli! 

GeoTrou

GeoTrou

 

Όταν τα Κόμικς μπαίνουν στο Μουσείο

Είμαστε μόνοι μας στο σύμπαν; Γιατί τα ντόνατ έχουν τρύπα στη μέση; Πώς οι Simpsons έχουν προβλέψει τόσα μελλοντικά γεγονότα; Αυτά και πολλά άρα υπαρξιακά ερωτήματα κατατρώνε το μυαλό των φιλοσόφων εδώ και αιώνες. Αλλά κανένα δεν είναι τόσο βασανιστικό, τόσο στοιχειώδες για την ανθρώπινη φύση, όσο το (δραματική μουσική) «Είναι τα κόμικς τέχνη;»  Δε χρειάζεται να απαντήσεις, πιστέ μου αναγνώστη, απλά σκέφτηκα ότι η μπουρδολογία θα ήταν μια καλή εισαγωγή.         60's, Γαλλία. Βρισκόμαστε στα τέλη της Χρυσής Εποχής των γαλλοβελγικών κόμικς. Τα τελευταία χρόνια, έχουν ξεπεταχτεί ο Γκαστόν, ο Αστερίξ και ο Οβελίξ, ο Μπλούμπερυ, τα Στρουμφάκια. Παράλληλα, όλο και περισσότεροι προσπαθούν να απομακρύνουν την ταμπέλα του «ευτελούς» από τα κόμικς ή έστω να βελτιώσουν την εικόνα τους στη συλλογική συνείδηση. Έτσι, το 1965 και το 1966 πραγματοποιούνται στο Galerie de la Société française de photographie ρετροσπεκτίβες αφιερωμένες στο έργο των Milton Caniff και Burne Hogarth. Το 1967 φιλοξενείται στο Μουσείο Διακοσμητικών Τεχνών του Παρισιού η έκθεση με τίτλο Bande Dessinée et Figuration Narrative. Στον κατάλογό της περιλαμβάνονται ως επί το πλείστον έργα δημιουργών από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού (Winsor McCay, Charles M. Schulz κ.ά.), καθότι οι επικεφαλής της διοργανώτριας αρχής ανήκαν σε μια γενιά που μεγάλωσε με τα αμερικανικά στριπ που δημοσιεύονταν στα Le Journal de Mickey, Jumbo και Robinson. Πρόκειται για την πρώτη έκθεση τέτοιου πρεστίζ και τέτοιας ανταπόκρισης: με παραπάνω από 500.000 επισκέπτες, θεωρείται ότι σφράγισε μια και καλή την άποψη των Γάλλων για τα κόμικς.      Βέβαια, από το 1967 έχουν γίνει άλματα στις κοινωνίες της Γαλλίας και του Βελγίου. Ο Moebius είχε πάρει σβάρνα μερικά από τα σημαντικότερα μουσεία σύγχρονης τέχνης σε Παρίσι, Λυών και Μπορντό. Το Μουσείο Καλών Τεχνών της Λιέγης διαθέτει μια μεγάλη συλλογή από πρωτότυπες σελίδες των Morris, Peyo, Edgar P. Jacobs, Maurice Tillieux και αρκετών άλλων επιφανών Βέλγων δημιουργών. Και πριν λίγα χρόνια, στον εκθεσιακό χώρο Grand Palais του Παρισιού, όπου κατά καιρούς έχουν εκτεθεί από Frida Kahlo μέχρι Edward Hopper, παρουσιάστηκαν σκίτσα του Hergé. Ο Robert Crumb ήταν από τους πρώτους Αμερικανούς που μπήκαν σε μουσεία της χώρας του. Το 1983 μια γκαλερί στο Σαν Φρανσίσκο, ονόματι Modernism, είχε αρχίσει να ακούγεται λόγω των εκθέσεων έργων, που σύμφωνα με τα στάνταρ της εποχής «δεν ήταν τέχνη». Ο ιδιοκτήτης της γκαλερί αυτής, Martin Muller, ήθελε να βάλει στους τοίχους του σελίδες του Crumb. Καθώς όμως αυτός δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για το κέρδος (συνήθιζε να χαρίζει σελίδες από δω κι από κει), ο Muller έπρεπε να βρει κάποιο άλλο μέσο πειθούς. Έτσι, μέσω κοινών γνωστών, επενέβη ο Charles Bukowski, που ήταν ήδη φίλος με τον Crumb. Συμβουλεύοντάς τον «να μείνει μακριά από τα κοκτέιλ πάρτι», ο Bukowski έπεισε τελικά τον Crumb. Όπως ήταν αναμενόμενο, η έκθεση προκάλεσε ειρωνικά γελάκια σε ορισμένους κύκλος. Μερικά χρόνια αργότερα, όμως, το 1990, ο Crumb περπάτησε στο περίβλεπτο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, το γνωστό MoMA. Για την ακρίβεια, έργα του συμπεριελήφθησαν στην πολυσυζητημένη έκθεση High and Low: Modern Art and Popular Culture, η οποία προσπαθούσε να εντοπίσει την αλληλοκάλυψη/συγγένεια της «υψηλής τέχνης» και της «ποπ κουλτούρας». Έτσι, πλάι στα μικυμάο του Crumb, παρουσιάστηκαν δημιουργίες των Joan Miró, Pablo Picasso,  και Andy Warhol. Την «σκοτεινή πλευρά» της τέχνης αντιπροσώπευσαν, εκτός του Crumb, σελίδες των George Herriman, Milton Caniff και πολλών άλλων. Εδώ, μπορείτε να βρείτε διάφορες εκδόσεις του καταλόγου της έκθεσης, για την οποία επιφυλάσσομαι μια αναλυτικότερη μελέτη ή έστω ένα entry.       Ματιές στο εσωτερικό του Διεθνούς Μουσείου Μάνγκα στο Κιότο (αριστερά) και το Cartoon Museum στο Λονδίνο (δεξιά)   Βεβαίως, δεν είναι και λίγα τα ιδρύματα που είναι αφιερωμένα στα κόμικς: από αυτά που συνδέονται με συγκεκριμένους δημιουργούς, σαν το Μουσείο Charles M. Schulz ή το Μουσείο Hergé, μέχρι γενικότερου ενδιαφέροντος, όπως το Βελγικό Κέντρο των Κόμικς, το Διεθνές Μουσείο Μάνγκα του Κιότο, το δικό μας στη Θεσσαλονίκη και το Cartoon Museum στο Λονδίνο. Την επόμενη φορά που θα βρεθείτε στο Λούβρο, αφήστε τη Μόνα Λίζα και αναζητείστε καμιά ορίτζιναλ σελίδα του αγαπημένου σας δημιουργού. Λέμε τώρα. Μέχρι το επόμενο entry...  Excelsior and eat your broccoli!

GeoTrou

GeoTrou

 

Παίχτε Πανκ!

Το πανκ, παρά τις μεταβολές/ανανεώσεις που έχει υποστεί μέχρι σήμερα, χαρακτηρίζεται γενικά από γρήγορο, σχεδόν άτσαλο ρυθμό, basic ενορχήστρωση (αρκεί μια κιθάρα, ένα μπάσο κι ένα σετ ντραμς) και, ιδιαίτερα στα γεννοφάσκια του, από στίχο με αντισυστημικό νόημα. Δεν είμαι κάνας κριτικός τέχνης για να ορίσω τι χαρακτηριστικά έχει (ή έστω τι θεωρώ πως έχει) ένα «πανκ-κόμικ». Θα το πάω περισσότερο ψηλαφιστά. Νομίζω δε θα πέσω και πολύ έξω, γιατί γουστάρω και το πανκ και τα (guess what) κόμικς.          Ας ξεκινήσουμε με κάτι ελληνικό. Το στυλ του Λέανδρου, ιδιαίτερα σε ορισμένες ιστορίες που έκανε για τη Βαβέλ (κάποιες εκ των οποίων συγκεντρώθηκαν στη συλλογή Με μεγάλωσαν σκυλιά), έχει μια σαφώς πανκ αισθητική: βαθιά πολιτικοποιημένο περιεχόμενο, ασυνήθιστη και συχνά γρήγορη ροή, χρήση κολλάζ και αναφορές σε τραγούδια των Dead Kennedys, όπως το Let's lynch the landlord. Ανοίγω παρένθεση για να πω ότι λατρεύω τους DK. Είναι μάλλον η μπάντα που με έκανε να δω με διαφορετικό μάτι το μουσικό αυτό είδος.       Κλείνω την παρένθεση και περνάω σε έναν έτερο «αναρχικό» της 9ης τέχνης, τον Andrea Pazienza. Ίσως το υλικό που έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά, δεν συνηγορεί τόσο πολύ στον χαρακτηρισμό αυτό, αλλά νομίζω δεν τίθεται προς αμφισβήτηση. Η παράδοξη εναλλαγή στυλ από καρέ σε καρέ, το αντιδραστικό περιεχόμενο, με τους ασέβαστους μαθητές που εκβιάζουν διευθύντριες και προσβάλλουν κόσμο σε εστιατόρια, αλλά και η ίδια η φλου ζωή του Pazienza, νομίζω ότι αντηχούν τις «αξίες» (εντός κι εκτός εισαγωγικών) του πανκ. Όπως αναφέρεται σε ένα άρθρο της ιταλικής εφημερίδας La Stampa, το πανκ στην Ιταλία του 1976 «δεν είναι συναυλίες και δεν έχει υπερβολικά χτενίσματα ή ρούχα, αλλά σχεδιάζει κόμικς εν μέσω των κινημάτων της Μπολόνια [...], είναι ένα αγόρι μόλις είκοσι χρονών και ονομάζεται Andrea Pazienza». Αρκετά γλαφυρό και to the point, δε νομίζετε; Κι αν ο Λέανδρος ήταν πιο κοντά στον σοβαρό στίχο των DK, τότε ο Pazienza είναι το πιο ανεύθυνο, αλλά συναρπαστικό γρατζούνισμα των Sex Pistols. Sid ρίξε μια πενιά.        Το Tank Girl των Alan Martin και Jamie Hewlett είναι ένα από τα σημαντικότερα βρετανικά κόμικς, έχοντας αποκτήσει μια cult διάσταση. Στον post-apocalyptic κόσμο της, η πρωταγωνίστρια συναναστρέφεται συμμορίες κακιασμένων καγκουρό, ομιλούντα λούτρινα ζωάκια και πολλά άλλα τρελά. Το εικαστικό κομμάτι από μόνο του είναι ικανό να το τοποθετήσει στην κατηγορία των πανκ-κόμικ: αρχικά το σχέδιο είναι ασπρόμαυρο και ιδιαίτερα δυναμικό, ενώ αργότερα (διάφοροι σχεδιαστές έχουν κάνει το πέρασμά τους) εμφανίζεται το κολλάζ και γενικά η ροή είναι γρήγορη, συχνά αδιαφορώντας για τις συμβατικές μεθόδους αφήγησης. Αλλά και το αντιδραστικό περιεχόμενο δεν πάει πίσω. Η απήχηση που είχε το κόμικ στη θατσερική Αγγλία των τελών των 80's ήταν μεγάλη. Η Tank Girl γρήγορα αναδείχθηκε σε ισχυρό σύμβολο φεμινισμού και της ΛΟΑΤ κοινότητας. Τόσο ισχυρό που το 1988 τυπώθηκε σε μπλουζάκια για μια πορεία ενάντια σε νόμο της κυβέρνησης, που ουσιαστικά καταπίεζε την έκφραση της ομοφυλοφιλίας. Καθόλου άσχημα για ένα underground κόμικ που είχε κυκλοφορήσει το ίδιο έτος. Τι μουσική λέτε να βάλω γι' αυτό; Clash θα έλεγα.          Ταξιδεύοντας στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, πέφτουμε πάνω σε ένα κόμικ που από τον τίτλο και μόνο ταιριάζει στο κείμενο. Ο λόγος για την εξάτευχη σειρά Punk Rock Jesus του Sean Murphy, που εκδόθηκε από την πρωτοπόρο Vertigo. Στο πρώτο κιόλας εξώφυλλο βλέπουμε έναν τύπο με μοϊκάνα (άσε με ρε μάνα!) που άνετα θα μπορούσε να κάνει support στους Exploited. Και σε όλα, συναντάμε έναν ανάποδο σταυρό, αρκετά «αντί» για την συντηρητική Αμερική. Στο εσωτερικό έχουμε ασπρόμαυρο σχέδιο, δυναμικό και κοφτό, ενώ όσον αφορά το σενάριο...  Ρίξτε του μια ματιά, αν θέλετε μια ιστορία με βία και ένα αναπάντεχο πάντρεμα Εκκλησίας και Επιστήμης. Αυτά από εμένα. Όλο και κάτι θα μου έχει ξεφύγει, οπότε feel free να αναφέρετε έναν τίτλο, συνοδεύοντάς τον με το κατάλληλο soundtrack. Ή μπορείτε απλά να γράψετε ποια είναι τα δικά σας αγαπημένα punk συγκροτήματα. Μέχρι το επόμενο entry... Excelsior and eat your broccoli!

GeoTrou

GeoTrou

 

Με τι Μουσική να συνδυάσω τα Κόμικς μου;

Συχνά λέγεται ότι τα κόμικς στέκονται ανάμεσα στα βιβλία και τον κινηματογράφος, όσον αφορά τις αισθήσεις. Στις ταινίες, υπάρχει οπτική και ακουστική συμμετοχή του θεατή, ενώ στα βιβλία έχουμε μια σχεδόν ελλειπτική αφήγηση, καθώς ο αναγνώστης «χειρίζεται» μόνο τη φαντασία του. Στα κόμικς, έχουμε μεν εικόνα, αλλά χρησιμοποιούμε και τη φαντασία για την συμπλήρωση των κενών. Η δε απουσία του ήχου καλύπτεται με τα ηχητικά εφέ. Μπορεί όμως να συμπληρωθεί με μουσική. Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ συχνά συνοδεύω την ανάγνωση κάποιου κόμικ με μουσική από το YouTube. Δεν είναι πάντα επιτυχημένο, για διάφορους λόγους, αλλά μου αρέσει να σκέφτομαι την ύπαρξη soundtrack για κόμικς.  Ανοίξτε ένα από τα «τροπικά» άλμπουμ του Κόρτο Μαλτέζε, σαν το Βουντού για τον Κύριο Πρόεδρο. Και μετά αναζητήστε τον δίσκο Jazz Septet από την γαλλική μπάντα Ogoun Ferraille. Μη μου πείτε ότι τα ρυθμικά κομμάτια δεν ταιριάζουν με τις περιπέτειες του Κόρτο. Και αν κοιτάξετε τις ονομασίες, μπορεί να εκπλαγείτε βλέποντας ότι ένα εξ αυτών λέγεται Ballade pour Corto Maltese.   Αν πάλι είστε φαν του Alan Moore και έχετε ανοίξει για τρίτη ή τέταρτη φορά το V for Vendetta, απλά βάλτε αυτή την απίστευτη εκδοχή του πρελούδιου από τον David J στο repeat. Κι αν διαβάζετε το Watchmen, νομίζω ότι του ταιριάζει λίγος Vangelis στις σκηνές του Rorschach, καθώς και Eduard Artemyev στην επίσκεψη του Doctor Manhattan στον Άρη. Διαβάζετε κάποιο κόμικ τρόμου; Ε, εδώ μπορείτε να στραφείτε στα σπουδαία soundtrack των ταινιών του είδους: από το θρυλικό «τιντιντιν» του Εξορκιστή, μέχρι τις μουσικές επενδύσεις των φιλμ του Dario Argento (Goblin, Phenomena κ.ά.) και το υποβλητικό έργο του Wojciech Kilar για το Bram Stoker's Dracula.  Αν έχετε ξεκινήσει να διαβάζετε το έπος που ονομάζεται Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν, δεν έχετε παρά να ακούσετε την όπερα του Βάγκνερ ή ίσως και τη γνωστότερη σύνθεση του Edvard Grieg. Η Βαλκυρία, ή οποιοδήποτε άλλο κόμικ με Βίκινγκς, αξίζει να συνοδευτεί από τα ατμοσφαιρικά κομμάτια των Wardruna (π.χ. το Fehu) και το παραδοσιακό Herr Mannelig. Βέβαια, μια fantasy ιστορία μπορεί πάντοτε να συνοδευθεί από το αριστουργηματικό soundtrack του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών.  Αυτά τα λίγα από εμένα. Αν έχετε να κάνετε κάποια πρόταση, μην διστάσετε να μας παίξετε μια δική σας αγαπημένη κομιξο-μελωδία.  Μέχρι το επόμενο entry... Excelsior and eat your broccoli! 

GeoTrou

GeoTrou

 

Η Τέχνη του (Αμερικανικού) Εξωφύλλου

«Μην κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του». Σοφή κουβέντα (όχι τόσο για τα βιβλία, όσο για τους ανθρώπους ), αλλά στα κόμικς τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Πρόκειται για βασικό χαρακτηριστικό ενός οποιουδήποτε κόμικ, είτε γιατί είναι τόσο εντυπωσιακό που σε ελκύει, είτε γιατί το περιεχόμενο είναι τόσο κλασικό που έχει δώσει αξία και στο εξώφυλλο. Και, όσο κι αν προτιμώ την ευρωπαϊκή σκηνή σε βάρος της αμερικανικής, δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω ότι το cover art είναι πολύ πιο «εξελιγμένο» στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η δικιά μου εξήγηση είναι ότι, καθώς για πολλά χρόνια οι πωλήσεις βασίζονταν στους χαρακτήρες (aka υπερήρωες της Marvel και της DC), αρκούσε μονάχα ένα ωραίο εξώφυλλο για τον αγοραστή, συνεπώς οι δύο μεγάλες εταιρείες το επιζητούσαν. Ένας από τους πιο επιδραστικούς cover artists ήταν ο Jim Steranko, γνωστός κυρίως για τη δουλειά του στη σειρά Nick Fury, Agent of SHIELD. Παρότι η γραμμή του δεν μου αρέσει πάρα πολύ, δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω πόσο πρωτοποριακός ήταν για την εποχή του, εγχέοντας στοιχεία σουρεαλισμού και σπάζοντας τις τότε συμβάσεις. Personal favourite, το μπρουτάλ εξώφυλλο για το Hulk Annual #1 (μια ιστορία που κατά τ' άλλα βρίσκω στην καλύτερη μέτρια). Και ένα ενδιαφέρον trivia: το αρχικό σχέδιο του Steranko είχε θεωρηθεί πολύ «τρομακτικό», οπότε η Marvel ζήτησε από την Marie Severin (που σχεδίαζε και τις εσωτερικές σελίδες), να λειάνει τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Αν και το αποτέλεσμα είναι μια χαρά, το πρωτότυπο βγάζει άλλον αέρα.
  Αριστερά το original σχέδιο, όπως εμφανίζεται σε μια διαφήμιση, και δεξιά όπως τυπώθηκε   Ο Joe Quesada είναι ένας άλλος καλλιτέχνης που εκτιμώ για τα εξώφυλλά του και λατρεύω ιδιαίτερα τη δουλειά του στο Daredevil: Guardian Angel.        Κι επειδή δε θέλω να βγάλω τη ρετσινιά του μαρβελάκια ( ) πάω προς DC μεριά για να αποθεώσω κάποιον Brian Bolland, που προσωπικά θεωρώ έναν από τους 3-4 καλύτερους σχεδιαστές της 9ης τέχνης:          Παραμένοντας στην DC, αναρτώ μερικά αγαπημένα εξώφυλλα του Batman, που είναι μακράν του δεύτερου ο αγαπημένος μου υπερήρωας:      David Mazzucchelli (deluxe έκδοσης του Year One), Greg Capullo (Batman Vol. 2 #3) και Tim Sale (The Long Halloween #4)   Για κλείσιμο, μερικά εξώφυλλα από μη υπερηρωικούς τίτλους:       
Blankets (Craig Thompson), Wonton Soup (James Stokoe), The Autumnlands #7 (Benjamin Dewey), Big Man Plans #3 (Eric Powell) και Harrow Country (Tyler Crook)   Μιας και το θέμα ανοίχτηκε καθαρά για οφθαλμόλουτρο, βουρ και ανεβάστε τα δικά σας αγαπημένα εξώφυλλα. Μέχρι το επόμενο entry... Excelsior and eat your broccoli!    

GeoTrou

GeoTrou

×

Σημαντικές πληροφορίες

Χρησιμοποιώντας αυτή τη σελίδα, αποδέχεστε τις Οροι χρήσης μας.