Jump to content

Στέλιος Γιαμαρέλος, αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής, The Bartlett School of Architecture, University College London (UCL) [apofoitoi-arsakeio.gr]


Recommended Posts


  • Member ID:  32,676
  • Group:  Members
  • Topic Count:  17
  • Content Count:  593
  • Reputation:   4,658
  • Achievement Points:  638
  • Days Won:  5
  • With Us For:  2,192 Days
  • Status:  Online
  • Last Seen:  
  • Age:  38

Stelios_Giamarelos_16_9.thumb.webp.ce46361be7d14e4c14701fa1a271692c.webp

 

 

Στέλιος Γιαμαρέλος, απόφοιτος 1999, Β΄ Αρσάκειο Λύκειο Ψυχικού, αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής, The Bartlett School of Architecture, University College London (UCL)

 

Αγαπητέ κ. Γιαμαρέλο, είναι μεγάλη χαρά και για εμάς, την Αρσακειακή οικογένεια, τα μέλη της να ξαναβρίσκονται και να συνομιλούν.

Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση. Θα χαρώ κι εγώ πάρα πολύ αν κάποια παιδιά εμπνευστούν ή αντλήσουν χρήσιμες πληροφορίες από αυτή μας τη συζήτηση.

 

Είστε η πρώτη χρονιά αγοριών στο Αρσάκειο Ψυχικού. Πότε δηλαδή φοιτήσατε στο Αρσάκειο;

Εγώ δεν ήμουν από την αρχή των μαθητικών μου χρόνων στο Αρσάκειο. Ήρθα στο Σχολείο στην Α΄ Λυκείου από το Πρώτο Γυμνάσιο Νέας Ιωνίας στα Πευκάκια, επειδή οι γονείς μου ήθελαν να μου εξασφαλίσουν τα καλύτερα εφόδια για τις Πανελλαδικές όταν έφτασε η ώρα να φοιτήσω στο λύκειο. Έτσι έφτασα στο Αρσάκειο, το οποίο –σε αντίθεση με άλλα αντίστοιχα σχολεία που είχαμε κοιτάξει τότε– δεχόταν νέους μαθητές και στην Α΄ Λυκείου, μετά από συνέντευξη. Τότε δεν ήξερα βέβαια ότι αυτή τύχαινε να είναι και η πρώτη χρονιά που τα αγόρια που ήδη φοιτούσαν στο Αρσάκειο εισέρχονταν σε αυτή τη βαθμίδα. Ήταν το 1996-1997. Η διαδικασία της συνέντευξης ήταν αρκετά ομαλή και φιλική, αν και δεν θυμάμαι πια και πολλές λεπτομέρειες από τότε. Στην επιτροπή συμμετείχαν 2 ή 3 άτομα και, αφού είδαν τους βαθμούς μου, μου έκαναν κάποιες ερωτήσεις σχετικά με τα Μαθηματικά και άλλο ένα μάθημα, ενώ συζητήσαμε και κάποια γενικά θέματα. Κάπως έτσι βρέθηκα κι εγώ στο Σχολείο σε μια τάξη με περίπου 23 κορίτσια και 7 αγόρια. Τα αγόρια τα οποία φοιτούσαν ήδη στο Σχολείο ήταν πολύ δεμένα μεταξύ τους, ήταν μια μικρή κοινότητα. Αλλά και εγώ σαν νεοφερμένος τον Σεπτέμβριο τοu ’96 βρήκα αμέσως παρέα που με υποδέχτηκε αρκετά ζεστά. Με τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά έχουμε μείνει καλοί φίλοι μέχρι σήμερα.

 

Ο προσανατολισμός στην Αρχιτεκτονική πώς προέκυψε;

Μάλλον τυχαία, γιατί μου άρεσαν πολλά μαθήματα: τα Αρχαία, τα φιλολογικά, οι ξένες γλώσσες… αλλά ήμουν καλός και στα Μαθηματικά. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο απ’ όλα σαν παιδί, πάντως, ήταν να ζωγραφίζω. Μου άρεσαν πάρα πολύ τα κόμικς.

 

01_Giamarelos1997_Comics_Ducks--scaled.thumb.webp.373865c4bf88560d32840c75b04af7e3.webp

Εικόνα 1. Στέλιος Γιαμαρέλος, Θείος Σκρουτζ, Οι σωσίες (1997)

 

Υπάρχουν πολλών ειδών κόμικς. Εσείς ποια διαβάζατε;

Πολύ μικρός διάβαζα τις ιστορίες του Καρλ Μπαρκς και του Ντον Ρόζα που δημοσιεύονταν στο περιοδικό Κόμιξ, με τον Ντόναλντ Ντακ, τον Σκρουτζ Μακ Ντακ κ.λπ. Στην πορεία, όσο μεγάλωνα, άρχισα να διαβάζω και κόμικς Ευρωπαίων δημιουργών. Αλλά αυτά δεν τα ήξερα όταν ήμουν έφηβος. Πολλά τα ανακάλυψα και μέσα από τις σπουδές μου στην Αρχιτεκτονική. Έχει ενδιαφέρον το πώς συνδέθηκαν τελικά αυτά τα δύο. Πριν από λίγα χρόνια, μια συμμαθήτριά μου από το γυμνάσιο βρήκε κάποιες σημειώσεις όπου είχαμε γράψει τι θέλει να γίνει ο καθένας μας όταν μεγαλώσει και εγώ είχα γράψει ότι θέλω να γίνω μεταφραστής κόμικς! Μου άρεσε πολύ η ιδέα ότι θα μπορούσα μέσα από τη δουλειά μου να βοηθάω άλλα παιδιά να απολαμβάνουν τις ιστορίες που γοήτευαν κι εμένα. Θυμάμαι ότι για πολλά χρόνια πίστευα ότι θα γίνω σκιτσογράφος ή δημιουργός κόμικς, αφού ήδη από πολύ μικρό παιδί αυτό έκανα. Στο παιδικό μου δωμάτιο, ένα ράφι της ντουλάπας είναι γεμάτο με μπλοκ με σχέδια στο χέρι και ιστορίες που ύφαινα για πολλά χρόνια με την οικογένεια των Ντακ (Εικόνα 1). Όταν φτάσαμε στο Λύκειο, ουσιαστικά με παρότρυνση των γονιών μου στράφηκα προς την Αρχιτεκτονική. Ήταν πράγματι ένα αντικείμενο που μπορούσε να συνδυαστεί με την έφεση που είχα στο σχέδιο, ενώ μπορούσε να μου αποφέρει και χρήματα για να μπορώ να ζω. Κάτι άλλο που έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην απόφασή μου να στραφώ τελικά προς την Αρχιτεκτονική ήταν ότι οι πολύ καλοί μου φίλοι από το Αρσάκειο θα ακολουθούσαν και εκείνοι την Α΄ Δέσμη για τις Πολυτεχνικές Σχολές. Ο πατέρας μου, που είναι οδοντίατρος, πίστευε ότι αν σπούδαζα Ιατρική θα μπορούσε να με καθοδηγήσει καλύτερα. Οπότε είχα ένα μεγάλο δίλλημα εκείνο το καλοκαίρι της μετάβασης από την Α΄ στη Β’ Λυκείου, που έπρεπε να αποφασίσω προς τα πού θα στραφώ. Τελικά ακολούθησα τους φίλους μου και την κλίση μου προς το σχέδιο και τη ζωγραφική και διάλεξα την Αρχιτεκτονική.

 

Με τα κόμικς πότε αποκτήσατε ξανά επαφή;

Δεν έκοψα ποτέ την επαφή με τα κόμικς (Εικόνα 2). Μπαίνοντας στην Αρχιτεκτονική στο Μετσόβιο, τον Σεπτέμβριο του ’99, βρέθηκα σε μια Σχολή που το πρωί μπορεί να πήγαινα σε μια τάξη όπου μας έλεγαν, για παράδειγμα, να ακούσουμε μουσική και με βάση αυτή να φτιάξουμε ένα μικρό γλυπτό με τρία διαφορετικά υλικά και το βράδυ να κάναμε «σκληρά» μαθηματικά, φυσική και στατικά. Μέχρι τότε, αυτοί οι δύο κόσμοι στο μυαλό μου ‒και από την εμπειρία μου στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση‒ ήταν διακριτοί. Ξαφνικά, βρέθηκα σε μια Σχολή που οι φυσικές επιστήμες και οι καλές τέχνες συνδυάζονταν. Μου πήρε αρκετό καιρό να προσαρμοστώ, αν και νομίζω ότι οι περισσότεροι μαθητές αισθάνονται έτσι καθώς μεταβαίνουν από το Λύκειο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Θα έλεγα ότι παίρνει δύο ή τρία χρόνια μέχρι να αισθανθεί κανείς άνετα στο καινούργιο επιστημονικό περιβάλλον που έχει επιλέξει να κινηθεί και να νιώσει ότι κινητοποιείται, αποκτά τη δική του ταυτότητα και μπορεί να προχωρήσει τη σκέψη του. Ειδικά τα πρώτα δύο χρόνια στη Σχολή ακόμη «ψαχνόμουν», δεν είχα καταλάβει ακριβώς τι μπορεί να κάνει ένας αρχιτέκτονας. Νομίζω ότι αυτό έγινε ξεκάθαρο στο τρίτο έτος των σπουδών μου και καταλυτικό ρόλο σε αυτό έπαιξαν για εμένα τα μαθήματα Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής εκείνης της χρονιάς. Αφού είχαμε κάνει Ιστορία της Αρχιτεκτονικής για πολλά χρόνια, έχοντας ξεκινήσει από τη Μεσοποταμία και την αρχαία Ελλάδα, στο τρίτο έτος φτάσαμε και στη σύγχρονη εποχή. Εκεί ήταν που κατάλαβα για πρώτη φορά ότι την αρχιτεκτονική μπορείς να τη συσχετίσεις με πολλές διαφορετικές καλλιτεχνικές περιοχές του 20ού αιώνα, όπως είναι τα κόμικς, τα βιντεοπαιχνίδια και πάρα πολλά ακόμη πράγματα που εμπεριέχουν κάποιου είδους σχεδιασμό του χώρου.

 

 

02_Giamarelos2007_Comics_Truths--scaled.thumb.webp.7f292d0859cfdcc4d88016ef9a5a4ca8.webp

 

Εικόνα 2. Στέλιος Γιαμαρέλος, Comic(s) Truths (2007), Διάκριση στην κατηγορία «Νέοι Καλλιτέχνες» στον 7o Πανελλήνιο Διαγωνισμό Κόμικς του περιοδικού 9 της Ελευθεροτυπίας

 

Αυτή την ιδέα την εφαρμόσατε στην πράξη;

Ναι, θυμάμαι ότι σε εκείνο το έτος είχα κάνει μια εργασία που την τιτλοφόρησα «Μήπως ο Super Mario κλίνει προς την αρχιτεκτονική;» (2002). Είχα μελετήσει τις προκλήσεις στον σχεδιασμό των βιντεοπαιχνιδιών όταν έγινε η μετάβαση από τις δισδιάστατες εικόνες, όπου έβλεπες τον Mario να κινείται μόνο από τα πλάγια, σε τρισδιάστατους κόσμους, που μπορούσες να εξερευνήσεις ελεύθερα με τον Mario. Και είχα πάρει δύο βασικά παραδείγματα από παιχνίδια που έδειχναν πώς αυτή η μετάβαση στις τρεις διαστάσεις μπορούσε να γίνει σχεδιαστικά επιτυχημένα και πώς αποτυχημένα. Η εργασία αυτή ήταν, νομίζω, καταλυτική για εμένα, γιατί μου έδειξε ότι τα πράγματα που μέχρι τότε υπήρχαν στο κεφάλι μου στεγανοποιημένα και διακριτά το ένα από το άλλο μπορούσαν να συνδυαστούν και να τροφοδοτήσουν το ένα το άλλο. Έτσι άρχισε να μορφοποιείται η ταυτότητά μου ως αρχιτέκτονα ή αργότερα ως ιστορικού της Αρχιτεκτονικής.

 

Ποια ήταν τα βήματα προς την κατεύθυνση της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής;

Είναι μια μετάβαση που έγινε σταδιακά. Αφού τελείωσα τη στρατιωτική μου θητεία και τις σπουδές μου, αμέσως ξεκίνησα μεταπτυχιακές σπουδές, πάλι στο Πολυτεχνείο, σε ένα πρόγραμμα που λέγεται «Σχεδιασμός – Χώρος – Πολιτισμός» και αφορά στη Θεωρία της Αρχιτεκτονικής. Το πρόγραμμα αυτό είχε αρχικά οργανωθεί στο Πολυτεχνείο ως προπαρασκευαστικό στάδιο για όσα παιδιά ήθελαν να εκπονήσουν στη συνέχεια διδακτορικές διατριβές στον κλάδο μας. Πέραν της εμβάθυνσης στη Θεωρία της Αρχιτεκτονικής, σκοπός του ήταν να προσφέρει στους σπουδαστές την απαραίτητη ακαδημαϊκή κατάρτιση για την έρευνα και τη συγγραφή μιας πανεπιστημιακής εργασίας. Αυτό το μεταπτυχιακό μού κέντρισε ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον για την Ιστορία και τη Θεωρία της Αρχιτεκτονικής. Επίσης, κατά τη διάρκεια των σπουδών μου είχα διατηρήσει δυνατές τις φιλίες μου από το Σχολείο, ιδίως με τον Φώτη Κοτσαλίδη και τον Κωνσταντίνο Αραμπατζή, που σπούδαζαν τότε Μαθηματικά (και τώρα διδάσκουν στο Αρσάκειο). Με τον Φώτη μοιραζόμασταν τις έντονες φιλοσοφικές ανησυχίες μας και συζητούσαμε τακτικά για τα διαβάσματα μας, τροφοδοτώντας ο ένας τον άλλο με νέες σκέψεις και ιδέες. Αλλά και με τον Κώστα, που είχε ιδιαίτερη έγνοια για τη Διδακτική, συζητούσαμε θεωρητικά πώς μπορεί κανείς να μεταδώσει όσα διδάσκει στα παιδιά με εύληπτο τρόπο. Νομίζω, λοιπόν, ότι τέτοιες συζητήσεις με τους καλούς μου φίλους και οι σπουδές στην Αρχιτεκτονική και στην Ιστορία και τη Θεωρία της με ώθησαν αφενός να κάνω αυτό το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Πολυτεχνείου και αφετέρου να εμβαθύνω περισσότερο στη Φιλοσοφία και την Ιστορία της Επιστήμης, σπουδάζοντας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Έδωσα δηλαδή  κατατακτήριες και ολοκλήρωσα εκεί και το προπτυχιακό και το μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Σε αυτό το μεταπτυχιακό μάλιστα γίναμε και συμφοιτητές με τον Φώτη. Ξαναβρεθήκαμε δηλαδή μετά τα μαθητικά μας χρόνια να καθόμαστε μαζί στα θρανία για να συμμετέχουμε στα ίδια σεμινάρια, ενώ συνεργαστήκαμε και στη μετάφραση ενός απαιτητικού φιλοσοφικού κειμένου που κυκλοφόρησε αργότερα από τις εκδόσεις Εκκρεμές (Εικόνα 3). Βέβαια, όλο αυτό το ξεκίνησα στην αρχή σαν χόμπι. Δηλαδή πίστευα ότι θα μπορούσα να πηγαίνω να παρακολουθώ σεμινάρια φιλοσοφίας και να διαβάζω βιβλία για θέματα που με ενδιαφέρουν μετά τη βασική δουλειά μου ως αρχιτέκτονα, αφού τελείωνα από το γραφείο. Όμως, τελικά με τράβηξε τόσο πολύ το αντικείμενο που αφοσιώθηκα σε αυτό για τα επόμενα χρόνια.

 

 

Giamarelos2016_Kotsalidis_Davidson_NEW--scaled.thumb.webp.ad7bc5a1748f5b875e25f42d6b9f76ec.webp

Εικόνα 3. Donald Davidson, Αλήθεια και κατηγόρηση (Αθήνα: Εκκρεμές, 2016), επιμ. Ελένη Μανωλακάκη, μτφρ. Στέλιος Γιαμαρέλος, Φώτης Κοτσαλίδης, Ελένη Μανωλακάκη, Άλκης Πλήθας

 

Και στη συνέχεια πώς βρεθήκατε στο εξωτερικό;

Αυτό προέκυψε μετά από συζητήσεις με αγαπημένους μου καθηγητές και από τις δύο Σχολές: τον Παναγιώτη Τουρνικιώτη και τον Βασίλη Γκανιάτσα από τη Σχολή Αρχιτεκτόνων και τον Στέλιο Βιρβιδάκη από τη Σχολή Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης. Μου έκανε εντύπωση ότι, σε ασύνδετες μεταξύ τους στιγμές και ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, μου είχαν και οι τρεις πει ουσιαστικά το ίδιο πράγμα: ότι, ενώ θα μπορούσαμε να κάνουμε πολύ καλή δουλειά και μαζί ‒γιατί ήμουν καλός φοιτητής και γνωριζόμασταν πολλά χρόνια‒, για να αναπτυχθεί παραπάνω η σκέψη μου και να εκτεθώ σε διαφορετικές ιδέες, καλύτερο για εμένα θα ήταν να συνεχίσω με τις διδακτορικές μου σπουδές στο εξωτερικό. Τότε πίστευα ότι θα κάνω μια διατριβή με θεωρητικό θέμα, θα προσπαθούσα δηλαδή να συνδυάσω τις σπουδές μου στη φιλοσοφία με τις σπουδές μου στην αρχιτεκτονική. Έτσι βρέθηκα πριν 12 χρόνια στο Λονδίνο, στη Σχολή Αρχιτεκτονικής της Bartlett στο University College London (UCL), όπου τώρα διδάσκω. Και όντως συνέβη αυτό που είπαν οι καθηγητές μου τότε. Βρέθηκα, πράγματι, σε έναν κόσμο που με γέμισε με καινούργια ερεθίσματα. Ίσως με αναδιαμόρφωσε και ως προσωπικότητα συνολικά, καθώς με βοήθησε να συνδεθώ με πράγματα που υπήρχαν μέσα μου από παλιά: Όπως μου άρεσε να λέω ιστορίες μέσα από τα κόμικς που σχεδίαζα όταν ήμουν μικρός, άρχισα τελικά να γράφω ιστορίες και για την αρχιτεκτονική. Και αυτό ήταν κάτι άλλο που έγινε στην Αγγλία ‒και δεν το περίμενα: η μετάβασή μου από τη θεωρία στην ιστορία, για την οποία και πάλι προϋπήρχαν οι σπόροι στις μεταπτυχιακές σπουδές μου στην Ελλάδα. Φαίνεται ότι κάθε φορά που έρχεται κανείς σε επαφή με μια καινούργια εμπειρία ενεργοποιούνται πράγματα που λανθάνουν στην πορεία που τον έφερε μέχρι εκεί. Ξαφνικά μπορεί να τα ξαναφωτίσει και να φτιάξει ένα καινούργιο μονοπάτι για τον εαυτό του: να ανασυγκροτήσει δηλαδή τις αναμνήσεις και τις εμπειρίες του για να τις εναρμονίσει με μια νέα ταυτότητα του εαυτού του. Επίσης από ένα θέμα διδακτορικού που εγώ, ξεκινώντας, νόμιζα ότι θα είναι διεθνές, κατέληξα τελικά σε κάτι ελληνικό. Γιατί στο UCL, που διαφημίζεται ως το «παγκόσμιο πανεπιστήμιο του Λονδίνου», η γνώση που φέρνει μαζί του ήδη ο καθένας από τη δική του χώρα είναι πολύτιμη. Το πανεπιστήμιο είναι απλώς το μέρος που συναντιούνται σπουδαστές και σπουδάστριες από διαφορετικά μέρη του κόσμου για να κοινοποιήσουν τις μοναδικές γνώσεις που κατέχουν ήδη από την εμπειρία τους από διαφορετικά πλαίσια αρχιτεκτονικής παραγωγής της κάθε χώρας. Φτάνουν, έτσι, να τις κατανοούν και βαθύτερα καθώς τις καταθέτουν και τις τοποθετούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ή τις συζητούν με άλλους σε ένα διεθνές φόρουμ. Εμένα μου πήρε μήνες να το καταλάβω, αλλά τελικά συνειδητοποίησα την αξία αυτής της προσέγγισης. Ιδίως μάλιστα όταν δουλεύει κανείς ως ιστορικός καταλαβαίνει πόσο δύσκολο είναι να μπορέσει να μάθει τόσα πολλά για μια εποχή και ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό πλαίσιο, ώστε να καταφέρει ‒όσο γίνεται‒ να σκέπτεται και ο ίδιος περίπου όπως οι πρωταγωνιστές των ιστοριών του.

 

Εσείς τώρα είστε αναπληρωτής καθηγητής στο UCL. Θεωρείτε ότι είχατε γρήγορη ανέλιξη;

Στην Αγγλία είναι αρκετά σύνηθες να είσαι πανεπιστημιακός καθηγητής ανώτατης βαθμίδας στην ηλικία των 40 ετών περίπου. Και είναι κάτι που συνέβαινε και ιστορικά: η ιστορία της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης άλλαξε συχνά από ανθρώπους που είχαν την ευκαιρία να το κάνουν όταν ήταν τριαντάρηδες και τους ανατέθηκε η διεύθυνση της σχολής. Υπάρχει δηλαδή εκεί αναγνώριση και εμπιστοσύνη στην ορμή της νεότητας και στον οραματισμό της. Και φυσικά θα γίνουν και λάθη και η νεανική παρόρμηση πολλές φορές σημαίνει και άγνοια κινδύνου. Δεν ξέρω λοιπόν αν η εξέλιξή μου ήταν γρήγορη ή αργή σε αυτό το πλαίσιο. Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι αυτή δεν ήταν μια εύκολη διαδρομή. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να γνωρίζουν όσα παιδιά μπορεί να σκέπτονται από τώρα την πανεπιστημιακή σταδιοδρομία. Είναι ένας πολύ δύσκολος δρόμος, ένας μαραθώνιος στην πραγματικότητα. Έχει φοβερό ανταγωνισμό, είναι περίπου πρωταθλητισμός. Και η αγορά εργασίας είναι πολύ περιορισμένη. Γι’ αυτό και δεν ξέρω αν θα συμβούλευα ένα παιδί να ακολουθήσει αυτή την πορεία σήμερα. Δεν αρκεί μόνο να το θέλει πάρα πολύ και να μπορεί να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις. Χρειάζεται και να μπορέσει να αντέξει δύσκολες καταστάσεις για μεγάλο διάστημα.

 

Δηλαδή πιστεύετε ότι χρειάζονται πλέον ειδικές δεξιότητες;

Δεν θα μιλούσα απαραίτητα για δεξιότητες, αλλά μπορώ να σας δώσω μια εικόνα των απαιτήσεων που έχουν διαμορφωθεί στην Αγγλία, επειδή εκεί έχω και μεγαλύτερη επαγγελματική εμπειρία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχουν αυτή τη στιγμή γύρω στις 60 σχολές αρχιτεκτονικής (στην Ελλάδα υπάρχουν 8). Οπότε κάποιος μπορεί να ξεκινήσει την καριέρα του διδάσκοντας ένα μάθημα στο ένα πανεπιστήμιο, ένα μάθημα στο άλλο, ίσως ακόμα ένα σε ένα τρίτο. Αλλά είναι αρκετά δύσκολο στην αρχική αυτή φάση, που η αμοιβή μετά βίας φθάνει για να συντηρηθεί κανείς σε μια ακριβή πόλη, να προχωρήσει ταυτόχρονα και την έρευνά του. Είναι ακριβώς η έρευνα, όμως, που ουσιαστικά μετράει για την ανέλιξή του. Το βασικό πρόβλημα δηλαδή είναι πως στην πιο ευάλωτη φάση της σταδιοδρομίας σου δεν πληρώνεσαι για τον χρόνο που χρειάζεται να αφιερώσεις σε εκείνο που μπορεί να σε ανεβάσει στο επόμενο σκαλί. Αναγκάζεσαι λοιπόν να διεκδικείς, μέσα από πολύ ανταγωνιστικές διαδικασίες, υποτροφίες και άλλες πηγές χρηματοδότησης για την έρευνά σου. Μόνο όταν έχεις προχωρήσει το ερευνητικό σου έργο και έχεις αρκετές δημοσιεύσεις, έχεις πιθανότητα να αποκτήσεις πανεπιστημιακό συμβόλαιο. (Οι επιστημονικές σου δημοσιεύσεις έχουν μεγάλη αξία για τα πανεπιστήμια, επειδή ενισχύουν τη θέση τους στις αξιολογήσεις που γίνονται από το αγγλικό κράτος κάθε 7 χρόνια και με βάση αυτές παίρνει αναλογικά το κάθε ίδρυμα δημόσιες χρηματοδοτήσεις για ερευνητικό έργο.) Μόνο όταν καταφέρνεις να υπογράψεις ένα τέτοιο συνολικό συμβόλαιο με το πανεπιστήμιο (που δεν περιορίζεται δηλαδή στη διδασκαλία ενός ή δύο μαθημάτων), εξασφαλίζεις και μια αξιοπρεπή αμοιβή όχι μόνο για τις ώρες διδασκαλίας, αλλά και για τις ώρες που απαιτούνται για την έρευνά σου και τα διοικητικά σου καθήκοντα στη σχολή. Είναι μακρύς ο δρόμος της απλήρωτης εργασίας μέχρι να φτάσεις ως εκεί, ωστόσο.

 

04_Giamarelos2022_Resisting_Postmodern_Architecture-.thumb.webp.47138bfb8f49a9b2125873550a35c712.webp

 

 

Εικόνα 4. Στέλιος Γιαμαρέλος, Resisting Postmodern Architecture: Critical Regionalism before Globalisation (Λονδίνο: UCL Press, 2022). Το βιβλίο διατίθεται ελεύθερα online στη μορφή PDF ανοιχτής πρόσβασης: https://www.uclpress.co.uk/products/180529

 

Σε σχέση με την ιστορία και τη θεωρία της αρχιτεκτονικής για εσάς υπάρχουν κάποιοι αρχιτέκτονες που αποτελούν εμβληματικές προσωπικότητες και θα θέλατε να αναδείξετε την προσωπικότητα και το έργο τους;

Πάντα υπάρχουν άνθρωποι που μεταβολίζουν με ιδιαίτερο τρόπο τις δημιουργικές δυνατότητες που τους παρέχει η εποχή τους. Εγώ έχω κυρίως ασχοληθεί με ένα αρχιτεκτονικό ρεύμα της δεκαετίας του 1980 που ονομάστηκε «κριτικός τοπικισμός» (Εικόνα 4). Και ασχολήθηκα με αυτό επειδή ακριβώς ήταν η μεγάλη συμβολή της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής στη διεθνή συζήτηση εκείνης της εποχής. Με αυτό το ρεύμα έχουν συνδεθεί πάρα πολύ σημαντικοί αρχιτέκτονες του τόπου μας, όπως ο Άρης Κωνσταντινίδης, ο Δημήτρης Πικιώνης, και οι Σουζάνα & Δημήτρης Αντωνακάκης. Θεωρώ το ζεύγος Αντωνακάκη κορυφαίους αρχιτέκτονες της γενιάς τους στη χώρα μας. Η Σουζάνα Αντωνακάκη πέθανε το 2020 και πρόσφατα επιμελήθηκα, για τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, μια σειρά από ανέκδοτες διαλέξεις που είχε δώσει στη διάρκεια της σταδιοδρομίας της (Βίντεο 1). Είναι ουσιαστικά ο λόγος της για την αρχιτεκτονική. Κι αυτό είναι επίσης σημαντικό, επειδή οι γυναίκες αρχιτέκτονες συχνά «χάνονται» από τον φακό των ιστορικών, είτε επειδή εργάζονται περισσότερο σε συνεργατικά σχήματα είτε επειδή επισκιάζονται από τους συζύγους τους (οπότε γίνεται δυσδιάκριτη η δική τους ιδιαίτερη συνεισφορά). Το βιβλίο που μου εμπιστεύθηκε να επιμεληθώ ο Δημήτρης Αντωνακάκης, με τίτλο Αρχιτεκτονική ποιητική, αποτελεί ίσως και την οφειλή της αναγνώρισης που ένιωθε ότι χρωστάει ο ίδιος απέναντι στη σύντροφό του στη ζωή και στο κοινό τους έργο. Μετά τον θάνατό της, εκείνος συγκέντρωσε καρτερικά τις χειρόγραφες σημειώσεις της από όλες τις διαλέξεις και τις δημόσιες ομιλίες της, που κάλυπταν μια περίοδο από το 1959 μέχρι το 2019. Θεωρώ ότι οι δυο τους δεν είναι μόνο σημαντικοί αρχιτέκτονες επειδή σχεδίασαν σπουδαία κτίρια, αλλά και επειδή έχουν αφήσει ένα βαθύ πολιτισμικό αποτύπωμα στη χώρα μας. Είναι οι ίδιοι φορείς πολιτισμού. Tα κείμενα της Σουζάνας Αντωνακάκη για την αρχιτεκτονική λοιπόν δεν ενδιαφέρουν μόνο τους αρχιτέκτονες. Αφορούν στη σύνδεση της αρχιτεκτονικής με τις άλλες τέχνες και τον τρόπο με τον οποίο η αρχιτεκτονική ουσιαστικά εκφράζει τον πολιτισμό μας, ενσαρκώνει δηλαδή τις αξίες και τον τρόπο με τον οποίο έχουμε οργανώσει το πώς θα ζούμε μαζί σε αυτόν τον τόπο.

 

VIDEO1_Giamarelos_Suzana_Antonakaki-scaled.thumb.webp.eaff9673f7ebc075a54b02f679396d4a.webp

Βίντεο 1. Παρουσίαση του βιβλίου της Σουζάνας Αντωνακάκη, Αρχιτεκτονική ποιητική: Κείμενα 1959–2019, που επιμελήθηκε ο Στέλιος Γιαμαρέλος (Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2023), Ωδείο Αθηνών, 22 Νοεμβρίου 2023

 

Θα μπορούσατε να μας πείτε ο όρος «κριτικός τοπικισμός» σε τι αναφέρεται ακριβώς;

Μπορούμε να ξεκινήσουμε από το τι σημαίνει «τοπικισμός» στην αρχιτεκτονική. «Τοπικισμός» σημαίνει ότι κάνει κάποιος αρχιτεκτονική όπως την έμαθε από τον παππού του και τη γιαγιά του. Χρησιμοποιεί δηλαδή τις ίδιες μορφές, τα ίδια υλικά και τους ίδιους χώρους που έβρισκε κανείς στο σπίτι τους στο χωριό. Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στα χωριά του Πηλίου, στα Ζαγόρια, στις Κυκλάδες, σε όλους αυτούς τους παραδοσιακούς οικισμούς της Ελλάδας που χτίστηκαν σταδιακά με τη σοφία που αποκόμισαν άνθρωποι οι οποίοι ζούσαν σε αυτό το περιβάλλον για χρόνια και ήξεραν τι ακριβώς συμβαίνει π.χ. όταν βρέχει, άρα και πώς θα μπορούσαν να προστατευτούν χρησιμοποιώντας ένα υλικό και όχι κάποιο άλλο. Με τις μικρές αυτές «πατέντες» και πειραματισμούς της καθημερινότητας σιγά-σιγά συγκροτείται ένα σώμα γνώσης που δημιουργεί αυτούς τους οικισμούς, οι οποίοι συνυπάρχουν με το ίδιο τοπίο για πολλά χρόνια. Συνήθως τα υλικά προέρχονται από την ίδια περιοχή και πολλές φορές οι ίδιες πέτρες που βλέπουμε στα λιθόστρωτα των δρόμων υψώνονται και κατακόρυφα για να δημιουργήσουν τους τοίχους των σπιτιών. Κάπως έτσι δημιουργείται μακροχρόνια λοιπόν η ιδιαίτερη αυτή σχέση της αρχιτεκτονικής με το συγκεκριμένο τοπίο. Αυτό, με λίγα λόγια, είναι ο τοπικισμός στην αρχιτεκτονική.

 

Γιατί όμως ονομάζεται κριτικός τοπικισμός;

Ο «τοπικισμός» του ύστερου 20ού αιώνα που μελέτησα εγώ ονομάζεται «κριτικός», επειδή την ίδια στιγμή που θαυμάζουμε αυτή την αρχιτεκτονική της παράδοσης, εμείς έχουμε επίγνωση ότι ζούμε σε μια μοντέρνα εποχή. Ζούμε δηλαδή σε μια εποχή που έχει αναπτυχθεί τεχνολογικά και διαθέτει καινούργιους τρόπους για να κατασκευάζει τα κτήριά της. Ταυτόχρονα, εδώ και 100 περίπου χρόνια, έχει συντελεστεί μια μεγάλη επανάσταση στην αρχιτεκτονική σκέψη, που λεγόταν «μοντερνισμός» ή «μοντέρνα αρχιτεκτονική». Όσοι ακολουθούσαν αυτό το ρεύμα τότε πίστευαν ότι η αρχιτεκτονική πρέπει να αλλάξει, γιατί στο χέρι μας είναι και μπορούμε να αλλάξουμε και τις κοινωνίες μας συνολικά προς το καλύτερο, κοιτάζοντάς τες κριτικά και αξιοποιώντας τις δυνατότητες που μας δίνουν οι νέες τεχνολογίες. Για τις καινούργιες βιομηχανικές κοινωνίες αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να λυθεί το στεγαστικό πρόβλημα των εργατών που συνέρρεαν στις μεγάλες πόλεις και ο τρόπος ήταν αυτό να γίνει όπως ακριβώς παράγονται βιομηχανικά και τα αυτοκίνητα. Η ιδέα δηλαδή ήταν ότι, με τα νέα τεχνολογικά μέσα, τα σπίτια θα μπορούσαν να κατασκευαστούν σε τόσο μαζική κλίμακα και τόσο εύκολα, ώστε σχεδόν να μπορείς να τα πετάξεις κιόλας στο τέλος και να τα αλλάζεις χωρίς πρόβλημα ή να τα ανανεώνεις πολύ γρήγορα και πολύ εύκολα. Αυτό ήταν το όραμα. Και ταυτόχρονα έτσι θα καλύπτονταν και οι ανάγκες ενός πληθυσμού που συνεχώς αυξανόταν και δεν είχε πού να μείνει, ειδικά στις μεγάλες πόλεις. Στις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80, στις δεκαετίες της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης δηλαδή, όταν αυτή η μοντέρνα αρχιτεκτονική άρχισε να εφαρμόζεται σε μεγάλη κλίμακα, ειδικά στην Ευρώπη, άρχισαν να προκύπτουν θέματα. Υπήρξε μια διάχυτη αίσθηση ότι αυτή η αρχιτεκτονική δεν μας «μιλάει» με τον ίδιο τρόπο που μας «μιλάει» η τοπική αρχιτεκτονική. Ο κριτικός τοπικισμός, λοιπόν, πρεσβεύει ότι δεν μπορούμε, βεβαίως, να επιστρέψουμε στο παρελθόν, γιατί ζούμε σε μια άλλη εποχή. Δεν μπορούμε δηλαδή να χτίσουμε τα Ζαγοροχώρια στην Αθήνα. Μπορούμε, όμως, να μελετήσουμε ξανά αυτή την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, τους τρόπους με τους οποίους σχεδιάστηκε, και να καταλάβουμε τη λογική της, να καταλάβουμε τους συσχετισμούς και τις εναλλαγές των χώρων της, πώς σχετίζεται το ύπαιθρο με το εσωτερικό του κάθε σπιτιού κ.λπ. Όλα αυτά θέλουμε να τα καταλάβουμε ως τυπικές διατάξεις του χώρου και, αν υπάρχει τρόπος, να τα ξαναφέρουμε ως αρχές σχεδιασμού στην αρχιτεκτονική της πολυκατοικίας. Αυτό δοκίμασαν να κάνουν η Σουζάνα και ο Δημήτρης Αντωνακάκης με την αρχιτεκτονική τους.

 

VIDEO2_Giamarelos_Antonakaki_Benaki118-.thumb.webp.3c978c5e173837a5b03fcd23eb200605.webp

 

 

Μπορείτε να μας πείτε με ποιο τρόπο το πέτυχαν;

Ένα παράδειγμα είναι η πολυκατοικία τους στα Εξάρχεια, στην Εμμανουήλ Μπενάκη 118 (Βίντεο 2). Αν μπει κανείς στο σαλόνι του διαμερίσματός τους εκεί, εύκολα θα αισθανθεί ότι είναι σαν να βρίσκεται στο σοκάκι του κυκλαδίτικου νησιού, όπου η μια γιαγιά βγαίνει στο παράθυρο και μιλάει με την άλλη που κάθεται στο πεζούλι, στο απέναντι μπαλκόνι ή στο κατώφλι του σπιτιού της. Και αυτή την αίσθηση την έχει κάποιος που κατά τα άλλα είναι στο εσωτερικό ενός διαμερίσματος μιας αθηναϊκής πολυκατοικίας του 1970! Ο κριτικός τοπικισμός προσπαθεί, λοιπόν, να δείξει ότι υπάρχει ένας τρίτος, ενδιάμεσος δρόμος μεταξύ δύο ακραίων προσεγγίσεων: μιας αρχιτεκτονικής που προσπαθεί νοσταλγικά να αντιγράψει τα παλιά και μιας προσέγγισης που επιλέγει να ξεχάσει το παρελθόν και να προχωρήσει μπροστά με σπίτια σαν κλειστά υπερ-τεχνολογικά «κουτιά» που θα έχουν αιρκοντίσιον και θα τα κάνουν όλα μόνα τους. Ο κριτικός τοπικισμός διδάσκει ότι μπορούμε να τα συνδυάσουμε αυτά, γιατί ζούμε μεν στο σήμερα αλλά ταυτόχρονα δεν ξεχνάμε ποιότητες που έχουν αποτυπωθεί σε αυτό που λέμε «αρχιτεκτονική παράδοση».

 

Η πολυκατοικία είναι κάτι που πιστεύετε ότι θα είναι βιώσιμο; Δηλαδή θα παραμείνει στον χρόνο ή οι πόλεις θα γυρίσουν σε χαμηλότερες δομές και θα απλωθούν περισσότερο;

Είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Αυτό που φαίνεται τώρα είναι ότι υπάρχει ήδη μια μεγάλη συγκέντρωση κτηριακού αποθέματος, ας το πούμε έτσι. Στις ελληνικές πόλεις έχουμε δηλαδή ένα απόθεμα από κτήρια, που τα περισσότερα είναι κατασκευές από μπετόν. Το μπετόν έχει μια διάρκεια ζωής 100-120 χρόνια περίπου. Οπότε και τα κτήρια αυτά θα χρειαστούν σοβαρές ενισχύσεις, τουλάχιστον στα στατικά τους, για να συνεχίσουν να στέκονται. Οι πρώτες κατασκευές από μπετόν στην Ελλάδα κλείνουν ήδη 100 χρόνια ζωής και θα αρχίσουμε σύντομα να βλέπουμε πώς συμπεριφέρονται τώρα. Συγχρόνως, λόγω της κλιματικής αλλαγής, υπάρχουν πλέον σαφείς ενδείξεις σχετικά με το ενεργειακό αποτύπωμα που αφήνει η παραγωγή του κτισμένου περιβάλλοντος (και το «άπλωμα» των οικισμών που αναφέρατε συνεπάγεται συνήθως μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, γιατί αυξάνει ταυτόχρονα τις απαιτήσεις σε υποδομές και μετακινήσεις). Οι σχετικές μελέτες δείχνουν ότι ο τομέας των κτηριακών κατασκευών παράγει ένα μεγάλο ποσοστό των ρύπων που ευθύνονται για την κλιματική αλλαγή: πρόκειται για λίγο παραπάνω από το 1/3 των ρύπων αυτών! Άρα η μεγάλη πρόκληση για το αύριο είναι πώς η αρχιτεκτονική και όλα τα επαγγέλματα που αφορούν στο κτισμένο περιβάλλον θα αντιμετωπίσουν, από τη μεριά τους, την κλιματική αλλαγή. Σίγουρα δεν είναι εύκολο να αποτρέψει κανείς την πορεία που έχει πάρει το οικοσύστημα αυτή τη στιγμή. Αλλά τουλάχιστον γίνεται προσπάθεια να μετριαστούν οι επιπτώσεις αυτής της αλλαγής. Επίσης, γίνονται ήδη προσπάθειες να γίνουν οργανωμένα μετακινήσεις πληθυσμών μετά από μεγάλες καταστροφές, όπως αυτή που ζήσαμε στη Θεσσαλία πριν από λίγους μήνες, να υπάρχει δηλαδή πρόβλεψη και σχέδιο στην περίπτωση που τα πράγματα χειροτερέψουν περισσότερο. Διεθνώς, προβλέπεται ότι η κλιματική αλλαγή θα ευθύνεται για πιθανές μετακινήσεις μέχρι και 1/8 του παγκόσμιου πληθυσμού—μιλάμε δηλαδή για δεκαψήφια νούμερα ανθρώπων, τεράστια μεγέθη! Για να επιστρέψω λοιπόν στις υπάρχουσες πολυκατοικίες, νομίζω ότι η πρακτική να γκρεμίζεις ένα κτήριο και να ξαναχτίζεις ένα καινούργιο θα αποφεύγεται όλο και περισσότερο, γιατί το ενεργειακό αποτύπωμα αυτής της διαδικασίας είναι τεράστιο. Ενώ το να ανακαινίσεις ένα κτήριο που ήδη υπάρχει, το οποίο κατά κάποιο τρόπο εμπεριέχει ήδη το ενεργειακό αποτύπωμα της κατασκευής του (δηλαδή έχεις ήδη ξοδέψει ενέργεια για να το χτίσεις), θα είναι η συνήθης πρακτική. Αυτά βέβαια είναι σοβαρά ζητήματα και απαιτούν δύσκολες πολιτικές αποφάσεις στις οποίες εμπλέκονται ολόκληρες βιομηχανίες κατασκευών και μεγάλα συμφέροντα. Η επιστημονική τάση αυτή τη στιγμή, πάντως, δείχνει ότι είναι πολύ προτιμότερο να ανακαινίζονται και να ενισχύονται τα υπάρχοντα κτήρια παρά να γκρεμίζονται και να ξαναχτίζονται από το μηδέν.

 

Έχετε σκεφτεί να αξιοποιήσετε το λεγόμενο story telling, ακόμη και σε ψηφιακή μορφή, για να πείτε ιστορίες για την αρχιτεκτονική ή μέσα από κόμικς μορφής story telling;

 To είχα κάνει για τη διπλωματική εργασία στο ΕΜΠ (Βίντεο 3), αλλά μάλλον θα μπορέσω να το ξανακάνω όταν θα έχω πάρει σύνταξη πια (γέλια). Πάντως και τώρα, όταν ετοιμάζω τις διαλέξεις μου για τους φοιτητές, συνήθως δεν γράφω κείμενο, αλλά αρχίζω να βάζω κάποιες εικόνες σε σειρά. Έτσι σκέφτομαι. Αλλά αυτό είναι ίσως και ένα γνώρισμα των αρχιτεκτόνων: σκέπτονται πολύ οπτικά. Μπορεί να έχει σχέση και με το ότι μου άρεσαν τόσο πολύ τα κόμικς όταν ήμουν μικρός, γι’ αυτό και μου αρέσει να στήνω διαλέξεις έτσι, τοποθετώντας τη μία εικόνα μετά την άλλη. Και όταν είμαι στο αμφιθέατρο και κάνω μάθημα είναι σαν να βάζω εκείνη τη στιγμή τις ατάκες στα μπαλονάκια των εικόνων. Κάποιες φορές δουλεύει καλύτερα, κάποιες λιγότερο, αλλά σίγουρα είναι κάτι που χαρακτηρίζει την τακτική μου ως ιστορικού της αρχιτεκτονικής που δίνει διαλέξεις. Αυτό που ίσως έχει σημασία να αναφέρω είναι ότι στο Πολυτεχνείο μού πήρε περίπου 3-4 χρόνια για να καταλάβω ότι θα μπορούσα να συνδυάσω την αγάπη μου για τα κόμικς με την αγάπη μου για την αρχιτεκτονική. Αντίθετα, νιώθω ότι στη σχολή που είμαι τώρα, στην Αγγλία, αυτό θα το είχα καταλάβει από την τρίτη εβδομάδα των σπουδών μου! Δηλαδή θα με είχαν ενθαρρύνει εξαρχής να κάνω τον συνδυασμό που ταίριαζε στη δική μου δημιουργική προσωπικότητα. Πρόκειται για διαφορετικές προσεγγίσεις της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης. Πάντως στην Ελλάδα πήρα πάρα πολύ καλές βάσεις στην αρχιτεκτονική ως τέχνη του οικοδομείν. Νιώθω πολύ τυχερός που έχω περάσει από σπουδές που με εξέθεσαν σε δύο διαφορετικά συστήματα σκέψης. Όχι απαραιτήτως τελείως διαφορετικά, γιατί σε κάθε σχολή υπάρχουν διαφορετικές τάσεις που εκφράζονται από τους καθηγητές. Μπορώ πλέον να δω και στα δύο συστήματα και τα θετικά τους και τα αρνητικά τους. Αυτό είναι κέρδος.

 

 

VIDEO3_Giamarelos_Zenetos_.thumb.webp.9b4b84973a022be63c6833a63c39895a.webp

 

 

Βίντεο 3. Στέλιος Γιαμαρέλος, «Εργοστάσιο Φιξ, Τάκης Ζενέτος, Αθήνα – Ελλάδα, 1957-1963», ομιλία στην ημερίδα ΔΟΜΕΣ INDEX 03 – ‘ΑΦΕΤΗΡΙΕΣ’, Μουσείο Μπενάκη, 24 Οκτωβρίου 2015

 

Θυμάμαι ότι υπήρχε παλιά κάποιος αρχιτέκτονας στην Ελλάδα που είχε ασχοληθεί με τα κόμικς, λεγόταν Πέτρος Μαρτινίδης, ο οποίος είχε βγάλει και ένα βιβλίο για την τέχνη τής «εικονογραφαφήγησης». Έτσι το είχε ονομάσει χρησιμοποιώντας έναν δικό του νεολογισμό.

Ναι, βέβαια. Πολύ σημαντικός καθηγητής στη Θεσσαλονίκη. Εγώ δεν τον έχω γνωρίσει προσωπικά. Όποτε, όμως, έχω έρθει σε επαφή με φοιτητές που έτυχε να είναι σπουδαστές του έχω ακούσει πάρα πολύ καλά λόγια και πόσο πολύ τους ενέπνευσε η δουλειά του.

 

Τι θα συμβουλεύατε τους φοιτητές σχετικά με τις σπουδές τους;

Για τα παιδιά μια καλή συμβουλή θα ήταν αυτή που έδωσαν σε εμένα οι καθηγητές μου. Είναι σημαντικό όσο είσαι νέος και το μυαλό σου τρέχει με άλλες ταχύτητες, να δώσεις στον εγκέφαλό σου ερεθίσματα, να δώσεις στον εαυτό σου την ευκαιρία να ανοιχτεί σε διαφορετικά πράγματα και να καταφέρει να κάνει τις συνδέσεις μεταξύ τους.

 

Θα ενδιαφερόσασταν να κάνετε μια εποπτική παρουσίαση του αντικειμένου σας στους μαθητές των Σχολείων μας στο πρόγραμμα Αγωγής Σταδιοδρομίας;

Ναι, πολύ ευχαρίστως. Θα ήταν μεγάλη μου χαρά να ανταποδώσω κι εγώ κάτι στο Σχολείο που μου έδωσε τα εφόδια για να προχωρήσω τόσο καλά στη ζωή μου. Να το κανονίσουμε σύντομα.

Edited by Captain Cooper
  • Like 1
Link to comment
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.