Jump to content

Λεξιλογώντας για το Χρυσό δρεπάνι (Αστερίξ) [Σαραντάκος Νίκος, sarantakos.wordpress.com, 12/12/2016]


Recommended Posts


  • Member ID:  277
  • Group:  Root Admin
  • Topic Count:  1,671
  • Content Count:  28,464
  • Reputation:   189,985
  • Achievement Points:  27,559
  • Days Won:  758
  • With Us For:  6,305 Days
  • Status:  Offline
  • Last Seen:  
  • Age:  51

Εδώ και 3 χρόνια, ο γνωστός γλωσσολόγος Νίκος Σαραντάκος (wiki) αναρτεί στο ιστολόγιο του άρθρα γύρω από διάφορα κόμικ του Αστερίξ :) Ας τα παραθέσουμε εδώθε :)

 

Έχουν προηγηθεί άρθρα για τους Βρετανούς, τους χαρακτήρες, την Κατοικία των θεών, τον Μάγο/Μάντη, τους Ελβετούς, τον Αγώνα των Αρχηγών, τον Αστερίξ στην Κορσική, τον Αστερίξ Λεγεωνάριο, τον Οβελίξ και σια, το Δώρο του Καίσαρα και την Ασπίδα της ΑρβέρνηςΕδώ έχουμε ένα για το Χρυσό Δρεπάνι. Το άρθρο φυσικά είναι τίγκα στα σπόιλερ και μόνο για όσους το έχουν διαβάσει :) 
 
Καλή ανάγνωση αυτό το ηλιόλουστο Σαββατιάτικο πρωινό :sun:
 
:cheers5:

 

===

 

1.jpg

 

Εδώ και δύο χρόνια έχω αρχίσει να παρουσιάζω, κάθε δυο μήνες, από μία περιπέτεια του Αστερίξ, ενός από τα πιο αγαπημένα μου κόμικς.

 

Όπως έχω πει, με μια δόση υπερβολής βέβαια, οι 24 τόμοι του Αστερίξ (εννοώ την κοινή δημιουργία του Ρενέ Γκοσινί και του Αλμπέρ Ουντερζό) είναι μια από τις σημαντικότερες προσφορές της Γαλλίας στον παγκόσμιο πολιτισμό μεταπολεμικά. Τουλάχιστον η γενιά μου, που γνώρισε τον Αστερίξ στα φοιτητικά της χρόνια, τον αγάπησε σχεδόν ομόθυμα -και η ανταπόκρισή σας σε αυτές τις δημοσιεύσεις ήταν πολύ θετική, οπότε είχα πει ότι θα αρχίσω να παρουσιάζω στο ιστολόγιο, έναν προς έναν, τους 24 τόμους του Αστερίξ, κάτι που, με μια συχνότητα έναν τόμο κάθε δίμηνο (και εφόσον δεν κάνω παρασπονδίες, όπως έκανα φέτος), θα μας πάρει τέσσερα χρόνια.

 

Ξεκινήσαμε τον Οκτώβριο του 2014, με μια παρουσίαση της περιπέτειας Αστερίξ στους Βρετανούς και μετά με μια γενική παρουσίαση των πρωταγωνιστών του κόμικς. Τον Δεκέμβριο είχαμε τη δεύτερη περιπέτεια, την Κατοικία των θεών, τον Φλεβάρη 2015 είδαμε τον Μάγο (ή Μάντη) ενώ στα τέλη Απριλίου παρουσίασα τον «Αστερίξ στη χώρα των Ελβετών». Τέλη Ιουνίου 2015 παρουσιάστηκε Ο αγώνας των αρχηγών, η πέμπτη περιπέτεια της σειράς, αλλά στα τέλη Αυγούστου δεν είχαμε περιπέτεια για τεχνικούς λόγους. O κύκλος συνεχίστηκε στα μέσα Οκτωβρίου με τον Αστερίξ στην Κορσική και η τελευταία δημοσίευση για το 2015 ήταν την παραμονή των Χριστουγέννων με τον Αστερίξ Λεγεωνάριο. Το 2016 ξεκίνησε με την περιπέτεια Οβελίξ και σία τον Φλεβάρη, ενώ τον Απρίλιο ανέβασα το Δώρο του Καίσαρα. Τον Ιούνιο είχε πέσει πολλή δουλειά, τον Αύγουστο είχαμε το… θερινό ραστόνι (και θα ήταν ευκαιρία να βάλουμε τον Αστερίξ Ολυμπιονίκη, κρίμα), οπότε ξαναπιάσαμε το νήμα τον Οκτώβριο με την Ασπίδα της Αρβέρνης. Σήμερα έχουμε την ενδέκατη περιπέτεια της παρουσίασής μας, δηλαδή πλησιάζουμε στα μισά. Θα δούμε το Χρυσό δρεπάνι.

 

Θυμίζω ότι οι περιπέτειες του Αστερίξ κυκλοφόρησαν σε αυτοτελείς τόμους στα ελληνικά πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1970 από τις εκδόσεις Ψαρόπουλου (σε μετάφραση αρχικά του Κώστα Ταχτσή και μετά του Αργύρη Χιόνη) ενώ αργότερα κυκλοφόρησαν σε νέα μετάφραση (της Ειρήνης Μαραντέι) από τις εκδόσεις Μαμούθ, που είναι και η έκδοση που (νομίζω πως) βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο εμπόριο.

 

Εγώ έχω γαλουχηθεί με τις μεταφράσεις του Ψαρόπουλου, και ομολογώ πως τις βρίσκω καλύτερες, αλλά αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι τις έχω συνηθίσει. Από την άλλη, ο δεύτερος μεταφραστής βρίσκεται σε δύσκολη θέση, διότι ίσως αισθάνεται αναγκασμένος να αποφύγει τα λογοπαικτικά ευρήματα του πρώτου. Ένα σταθερό χαρακτηριστικό των παρουσιάσεων που κάνω εδώ είναι η σύγκριση των δύο ελληνικών μεταφράσεων, Ψαρόπουλου και Μαμούθ. Η κυρία Ιρένε Μαραντέι, που έχει κάνει τις μεταφράσεις της σειράς Μαμούθ, μάς έκανε την τιμή να σχολιάσει εδώ και να επισημάνει ότι δεν προσπάθησε να αποφύγει τις μεταφραστικές επιλογές του Αργύρη Χιόνη, όπως είχα υποθέσει.

 

Την περιπέτεια, όπως εκδόθηκε από τον Ψαρόπουλο, τη σκανάρισε κάποιος φίλος. Ίσως έχει ένα μικρό πρόβλημα το σκανάρισμα, κάπως θαμπές μου φαίνονται μερικές σελίδες. Τέλος πάντων, την περιπέτεια την ανέβασα σε έναν ιστότοπο φιλοξενίας, απ’ όπου μπορείτε να την κατεβάσετε ή να τη διαβάσετε ονλάιν.

 

Το Χρυσό δρεπάνι είναι μόλις η 2η χρονολογικά από τις 24 περιπέτειες του Αστερίξ που μας χάρισε το δίδυμο Γκοσινί-Ουντερζό και αν προσέξετε το σκίτσο θα δείτε πως οι μορφές των ηρώων δεν έχουν ακόμα στανταριστεί εντελώς (Αυτό πάντως είναι πολύ πιο έκδηλο στην πρώτη περιπέτεια, «Αστερίξ ο Γαλάτης»).

 

Το Χρυσό δρεπάνι παρουσιάστηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Πιλότ το 1960-61 και το 1962 κυκλοφόρησε σε αυτοτελή τόμο. Είναι μια από τις «ταξιδιωτικές» περιπέτειες εσωτερικού, όπου οι ήρωες δεν ταξιδεύουν σε κάποιο μακρινό μέρος, αλλά μέσα στη Γαλατία -στην καρδιά της μάλιστα, τη Λουτέσια. Επίσης είναι περιπέτεια χαμηλών τόνων, αφού δεν υπάρχει κάποιος σοβαρός κίνδυνος που να απειλεί το χωριό ούτε κάποιο σχέδιο των Ρωμαίων για να υποτάξουν τους ανυπόταχτους Γαλάτες.


Για να διακινδυνεύσω μια εκτίμηση, θα στοιχημάτιζα ότι πολύ δύσκολα θα βρισκόταν κάποιος αστεριξόφιλος που να δηλώσει πως η αγαπημένη του περιπέτεια είναι το Χρυσό δρεπάνι, έστω κι αν αρκετοί θα της έδιναν καλό βαθμό.

 

Η υπόθεση

 

Ενώ όλα κυλούν ειρηνικά κι ανέφελα στο ανυπόταχτο χωριό, ο δρυίδης Πανοραμίξ παθαίνει μια ζημιά: σπάει το χρυσό δρεπάνι του (αν το γκι κοπεί με κοινό δρεπάνι, δεν θα έχει μαγικές ιδιότητες). Ο Αστερίξ και ο Οβελίξ ξεκινούν λοιπόν για τη Λουτέσια, το σημερινό Παρίσι, όπου μένει ο καλύτερος κατασκευαστής δρεπανιών, που μάλιστα τυχαίνει να είναι μακρινός ξάδερφος του Οβελίξ. Το θέμα επείγει, επειδή ο Πανοραμίξ πρέπει να πάρει μέρος σε ενα μεγάλο συνέδριο δρυιδών.

 

Φτάνοντας στη μεγαλούπολη, όμως, βρισκουν κλειστό το εργαστήριο του ξαδέρφου, άφαντο τον ίδιο και κλειστά τα στόματα των γειτόνων. Διαπιστώνουν επίσης ότι στην αγορά υπάρχει μεγάλη έλλειψη χρυσών δρεπανιών -και οι μαυραγορίτες ζητούν υπέρογκα ποσά. Τελικά ανακαλύπτουν ότι η σπείρα των μαυραγοριτών έχει απαγάγει τον ξάδελφο του Οβελίξ -και, το πιο αναπάντεχο, ότι ο έπαρχος της Λουτέσιας είναι ο επικεφαλής της σπείρας.

 

Τα πρόσωπα

 

cadeaux.jpg

 

 

Ο ξάδερφος του Οβελίξ, ο κατασκευαστής των δρεπανιών, λέγεται Amérix, από την Αμερική -και ίσως όχι τυχαία ο Οβελίξ λέει στην αρχή της περιπέτειας πως είναι ο μόνος από την οικογένεια που πρόκοψε. Ο Χιόνης τον αποδίδει «Μαλαματίξ» ενώ στις εκδόσεις Μαμούθ η Ιρένε Μαραντέι τον λέει «Ταλαντίξ». Ο Οβελίξ δεν τον έχει δει ποτέ του -τελικά μοιάζουν στο πρόσωπο, αλλά ο ξάδερφος είναι πολύ πιο αδύνατος και μικρόσωμος. Ο Οβελίξ κουβαλάει ένα μενίρ για να του χαρίσει επειδή, όπως λέει, les petits cadeaux entretiennent l’amitié, που είναι γαλλική παροιμία και σημαίνει «τα μικροδωράκια συντηρούν τη φιλία», κατά την απόδοση της Μαραντέι.

 

Αυτός που εμφανίζεται για αρχηγός της σπείρας είναι ένας Γαλάτης ιδιοκτήτης νυχτερινού κέντρου, ονόματι Avoranfix (από το A vos rangs, fixe! δηλ. «Στις γραμμές σας, προσοχή»), ενώ το πρωτοπαλίκαρό του λέγεται Lentix (ίσως απο το lentille -φακός/φακή). Και οι δυο έχουν φάτσες ανθρώπων της νύχτας και μπράβων.

 

Στην ελληνική μετάφραση, ο Χιόνης βαφτίζει Παρασιτίξ τον αρχηγό ενώ η Μαραντέι τον λέει Νονίξ. Στο πρωτοπαλίκαρο συμπίπτουν: Μπραβίξ τον λένε και οι δύο.

 

Ο Χιόνης είχε την πολύ καλή ιδέα να βάλει τον Παρασιτίξ να μιλάει μάγκικα με μια δόση καθαρεύουσας, όπως στον Τσιφόρο. Παράδειγμα στη σκηνή αυτή, οπου ο Παρασιτίξ έχει προτείνει στον Αστερίξ ένα χρυσό δρεπάνι «ένα πραματάκι πρώτης, 3000 χρυσά»

 

parasitix.jpg

 

«3000 ακατέβατα. Λόγω η συνέλευσις στο δάσος των Καρνυτών, δε βρίσκονται πια χρυσά δρεπάνια στη Λουτέσια». Και μετά: «Μη μου ξαναφέρεις ζητιάνους στην επιχείρησις». (Η Μαραντέι το minables το αποδίδει ‘λεχρίτες’).

 

«Ποιος είναι ζητιάνος;» θυμώνει ο Αστερίξ και ακολουθει γενική σύρραξη, οπότε επεμβαίνει το παρατυχόν ρωμαϊκό περίπολο και οδηγεί τους ήρωές μας στον έπαρχο.

 

laughton.jpgprefet.jpg

 

Ο έπαρχος, ο Gracchus Pleindastus (λογοπαίγνιο με το plein d’astuces = όλο τεχνάσματα) είναι τυπικό δείγμα Ρωμαίου αριστοκράτη, που πλήττει θανάσιμα με τα πάντα.

 

Ο Χιόνης τον απέδωσε Στρογγύλους (ή ίσως Στρόγγυλους, αφού τα γράμματα είναι κεφαλαία, άτονα) ενώ η Μαραντέι τον είπε Γράκχους Βαρεμάριους, ίσως πιο πετυχημένο.

 

Ο Γκοσινί έδωσε στον Ουντερζό εντολή να σκιτσάρει τον έπαρχο με τα χαρακτηριστικά του μεγάλου βρετανού ηθοποιού Τσαρλς Λώτον, ο οποίος είχε παίξει και ρόλους Ρωμαίων π.χ. στον Σπάρτακο -νομίζω πως η ομοιότητα είναι ολοφάνερη.

 

Λογοπαίγνια και ατάκες

 

Υπάρχει κι ένας Αρβέρνιος ταβερνιάρης, γείτονας του Μαλαματίξ, που ξέρει τι έχει γίνει αλλά φοβάται να το πει και από το φόβο του πουλάει την ταβέρνα και φεύγει με τη βοϊδάμαξα για τη Ζεργκόβια, οπότε ο Αστεριξ και ο Οβελίξ τον κυνηγάνε (με τα πόδια!) στην εθνική οδό.

 

rn7.jpg

 

Εδώ υπάρχουν και κάμποσοι γουστόζικοι αναχρονισμοί.

 

Η…. καταδίωξη γίνεται στην Ρωμαϊκή οδό VII, υπαινιγμός για τη Route Nationale 7, την εθνική οδό που έπαιρναν οι Παριζιάνοι για να κατέβουν στη Μεσόγειο.

 

H πινακίδα δεξιά γράφει Ralentissez, esclaves au travail («Αργά, έργα σκλάβων» μεταφράζει ο Χιόνης) που παραπέμπει στο τυποποιημένο μήνυμα Ralentissez ! Ouvriers au travail (εργάτες δηλαδή).

 

Ο Οβελίξ παρατηρεί: Il doit y avoir des amphorisages, λογοπαίγνιο με το embouteillage (μποτιλιάρισμα) με τον αμφορέα στη θέση της μποτίλιας. Αυτό εύλογα αποδίδεται αμφορεάρισμα/αμφοράρισμα από τους δυο μεταφραστές μας.

 

benhur.jpg

 

Πρωταγωνιστεί επίσης στην περιπέτεια η μεγαλούπολη, το Παρίσι ή μάλλον η Λουτέσια, που παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά των σύγχρονων μεγαλουπόλεων: πολυκοσμία, μολυσμένος αέρας, ο Σηκουάνας γεμάτος σκουπίδια (αμφορείς!) και, βέβαια, κυκλοφοριακό χάος.

 

– Άντε από δω βάρβαρε!

 

– Τι μας παριστάνεις ρε; Τον Μπεν Χουρ;

 

Βέβαια, την εποχή εκείνη όλη κι όλη η Λουτέσια χωρούσε στο νησάκι του Σηκουάνα, που σήμερα λέγεται Ιλ ντε λα Σιτέ, όπως δείχνει και το εξώφυλλο της περιπέτειας.

 

Στο τέλος της περιπέτειας, οι δυο φίλοι εγκαταλείπουν την πρωτεύουσα τραγουδώντας Lutèce c’est une blonde, υπαινιγμός στο προπολεμικό τραγούδι της Μιστεγκέτ Paris c’est une blonde. «Η Λουτέσια είναι θεσπέσια» αποδίδει ο Χιόνης, ενώ «Η Λουτετία είναι μια οπτασία» η Μαραντέι.

 

Υπάρχει κι άλλη μια αναφορά σε τραγούδι. Στην αρχή-αρχή της ιστορίας, βλεπουμε τον Οβελίξ να πελεκάει ένα μενίρ και να τραγουδάει «Γλυκιά μου Γαλατία…» -Douce Gaule στο πρωτότυπο, που είναι υπαινιγμός στο πολύ γνωστό (στους Γαλλους τουλάχιστον) τραγούδι Douce France του Σαρλ Τρενέ.

 

Και βέβαια, παρόλο που αυτή είναι μόλις η δεύτερη περιπέτεια της σειράς, στο τέλος της περιπέτειας ο βάρδος Κακοφωνίξ δεν τραγουδάει, διότι κάποιος (όχι πάντως ο σιδεράς, ο οποίος δεν έχει ακόμα κάνει την εμφάνισή του) τον έχει φιμώσει και δέσει μέσα στην καλύβα του. Αντίθετα, στην πρώτη περιπέτεια (Αστερίξ ο Γαλάτης, που δεν την έχουμε παρουσιάσει ακόμα εδώ) ο βάρδος είναι παρών στο καταληκτικό τσιμπούσι.

===

  • Like 8
  • Respect 1
  • Thanks 2
Link to comment
Share on other sites

  • 5 years later...

  • Member ID:  277
  • Group:  Root Admin
  • Topic Count:  1,671
  • Content Count:  28,464
  • Reputation:   189,985
  • Achievement Points:  27,559
  • Days Won:  758
  • With Us For:  6,305 Days
  • Status:  Offline
  • Last Seen:  
  • Age:  51

Σύρμα!
Posted by sarant στο 15 Δεκεμβρίου, 2016



image.jpeg

Το σημερινό άρθρο είναι απόρροια μιας συζήτησης που έγινε τις προάλλες, στα σχόλια του άρθρου που είχαμε βάλει για τα λεξιλογικά της περιπέτειας Ο Αστερίξ και το χρυσό δρεπάνι. Όπως θα δείτε, ουσιαστικά συνοψίζω όσα ειπώθηκαν στη συζήτηση εκείνη, προσθέτοντας ελάχιστα δικά μου. Νομίζω όμως πως το άρθρο δεν είναι περιττό, επειδή έτσι δίνεται η ευκαιρία να ενημερωθούν για τη συζήτηση και να σχολιάσουν και όσοι δεν την είχαν πάρει είδηση -διότι δεν διαβάζουν όλοι ως το τέλος τα σχόλια, ιδίως αν το άρθρο δεν τους ενδιαφέρει.

 

Λοιπόν, στα σχόλια της περιπέτειας του Αστερίξ, ο φίλος μας ο Corto είδε στη μετάφραση (του Αργ. Χιόνη) τη φράση «Σύρμα! Οι Ρωμαίοι!» και έφερε τη συζήτηση για τη φράση αυτή. Πριν προχωρήσω, να θυμίσω ότι γίνεται ένας καβγάς σε νυχτερινό κέντρο, όπου ο Αστερίξ και ο Οβελίξ ξυλοφορτώνουν τους μπράβους μιας συμμορίας λαθρεμπόρων και ξαφνικά ένας από τους δαρμένους μπράβους φωνάζει «XXII! Les Romains!!» και όλοι οι λαθρέμποροι το σκάνε.

Η φράση του Αστερίξ είναι αναχρονισμένη παραλλαγή μιας γνωστής γαλλικής φράσης της αργκό, της φράσης «Vingt-deux, voilà les flics», κατά λέξη «Εικοσιδύο, οι μπάτσοι!», που ολοφάνερα αντιστοιχεί ακριβώς στη δική μας «Σύρμα!» -για τις ανάγκες της ιστορίας ο αριθμός 22 γράφτηκε στο ρωμαϊκό σύστημα και οι μπάτσοι έγιναν Ρωμαίοι. Ο Χιόνης πολύ σωστά το μεταφράζει «Σύρμα, οι Ρωμαίοι!» ενώ η Μαραντέι (των εκδόσεων Μαμούθ που είναι αυτές που κυκλοφορούν τώρα) αστοχεί, αφού το αποδίδει «ΧΧΙΙ, οι Ρωμαίοι!» που δεν λέει τίποτα στον Έλληνα αναγνώστη.

Η αργκοτική φράση σε μας είναι συνήθως ένα σκέτο «Σύρμα!» και χρησιμοποιείται ως επιφώνημα προειδοποίησης, «για να ειδοποιήσουμε κάποιον ότι πρέπει να εγκαταλείψει κάποια παράνομη δραστηριότητά του, γιατί πλησιάζει ένα όργανο τάξεως ή ελέγχου» (ορισμός από το ΛΚΝ).

Ο φίλος μας ο Κόρτο αναρωτήθηκε αν το επιφώνημα «Σύρμα!» υπήρχε προπολεμικά ή αν γεννήθηκε μέσα στην Κατοχή ή στον πόλεμο, όπως δείχνουν κάποιες ενδείξεις. Αυτή η ερώτηση προκάλεσε τη συζήτηση που θα συνοψίσω στο σημερινό άρθρο. Εννοείται ότι  η προσπάθεια για χρονολόγηση της έκφρασης πηγαίνει χέρι-χέρι με την προσπάθεια για «ετυμολόγησή» της -να βρούμε δηλαδή από πού προήλθε, για ποιο λόγο κάποιοι πρόγονοί μας είπαν «Σύρμα!» θέλοντας να προειδοποιήσουν ότι πλησιάζει κάποιο όργανο της τάξης.


Ο Κόρτο είχε βρει την έκφραση σε ρεμπέτικο τραγούδι του Ροβερτάκη, σε στίχους Κώστα Μάνεση, που υπάρχει στα Ρεμπέτικα του Πετρόπουλου με χρονολογική ένδειξη 1947, αλλά που μάλλον δεν δισκογραφήθηκε ποτέ. Οι στίχοι είναι οι εξής:
 

«Σύρμα»!

Για ένα μεροκάματο γυρίζω μες τους δρόμους,
καθημερινώς τραβήγματα έχω με αστυνόμους.

Ρεφραίν:
«Σύρμα» εδώ, «σύρμα» εκεί, μου σπάει τη χολή μου,
ζημιά μου κάνει στη δουλειά, μου κόβει το ψωμί μου.

Κι εκεί που κάνω το σεφτέ το σκάω μάνι – μάνι,
σύρμα! φωνάζουν τα παιδιά, έρχονται πολισμάνοι.

Αν με γραπώσ’ ο πόλισμαν, αλίμονο σε μένα,
με πάει στο αυτόφωρο, πληρώνω τα σπασμένα.

Ο φίλος μας το Spatholouro ανέφερε πως το τραγούδι εμφανίζεται -σε παρτιτούρα- και σε άλλες πηγές, με χρονολογία 1946, αλλά, το σημαντικότερο, παρουσίασε το χρονογράφημα του Δημ. Γιαννουκάκη που βλέπετε αριστερά, δημοσιευμένο στην εφημερίδα Εμπρός στις 20.8.1946 (σελ. 2), το οποίο μάς δίνει μια ισχυρή ένδειξη για τη χρονολόγηση της έκφρασης.

Γράφει, μεταξύ άλλων, ο Γιαννουκάκης:

Νέα λέξις εισήλθε πρότινος εις το ελληνικόν λεξιλόγιον της πλανοδίου εμπορικής κινήσεως. Το «σύρμα».

Βέβαια, η λέξις δεν είναι νέα ως λέξις, αλλά ως νέα έννοια…  Είναι νεοτάτη. Απ του ντέιτ! Τι σημαίνει;

Το κυνηγητό των πλανοδίων την εδημιούργησε.

Μόλις αστυφύλαξ πλησιάσει σε τόπον όπου οι πλανόδιοι σιγαρετοπώλαι, καραμελοπώλαι, σαντουιτσοπώλαι, κονσερβοπώλαι και ποικίλοι διαφοροπώλαι και ανευαδειοπώλαι συγκεντρώνονται και ξεκουφαίνουν τους διαβάτας, μία φωνή θ’ ακουστεί:

– Σύρμα! Σύρμα!

Λαγοί γίνονται τότε οι διάφοροι ποικιλοπώλαι. Λούηδες γινονται, Κυριακίδηδες και τρέχουν ν’ απομακρυνθούν από την επικίνδυνη προσέγγιση, ενώ ταυτοχρόνως η φωνή του σκοπού επαναλαμβάνεται από τους άλλους, διά να μεταδοθεί εις τα πέρατα του δρόμου, όπως μεταδίδονται οι ειδήσεις με το ταμ ταμ στη ζούγκλα!

– Σύρμα!… Σύρμα!…
– Σύρμαααααα!….

Δεν συμπαθώ ιδιαίτερα αυτό το είδος ευθυμογραφίας, που, πέρα από το αφ’υψηλού ύφος, δίνει και μια σχεδόν ειδυλλιακή εικόνα της ζωής ενώ γύρω γινονταν σημεία και τέρατα -λίγες μέρες νωρίτερα, ας πούμε, από το χρονογράφημα του Γιαννουκάκη τα αποσπάσματα του Σούρλα κατέβαζαν από το τρένο τον κορυφαίο δημοσιογράφο Κώστα Βιδάλη, τον βασάνιζαν και τον δολοφονούσαν. Ωστόσο, θεωρώ ότι αποτελεί αξιόπιστη μαρτυρία για τη χρονολόγηση της έκφρασης, που φαίνεται πως το 1946 ήταν πρόσφατη στην αθηναϊκή πιάτσα. Άλλωστε, προπολεμική ανεύρεσή της σε κειμενο δεν έχει εντοπισθεί.

Πώς όμως φτάσαμε να λέμε «Σύρμα!» ως επιφώνημα προειδοποίησης;

Η εξήγηση που είχα ακουστά και που τη δίνει ο Τσιφόρος σε κάποιο διήγημά του (ίσως και όχι μόνο μία φορά) είναι πως την έκφραση την καθιέρωσαν οι αβανταδόροι των παπατζήδων. Όταν ο παπατζής στριμωχνόταν, ο αβανταδόρος φώναζε «Σύρμα», δείχνοντας κιόλας ψηλά, κοίταζε ο κόσμος ψηλά να δει αν πέφτει το καλώδιο και ο παπατζής έβρισκε ευκαιρία να την κοπανήσει.

Θα μπορούσε να είναι αυτή η αρχή και να επεκτάθηκε στους μικροπωλητές αργότερα. Τα ηλεκτρικά καλώδια ήταν κάτι σχετικά καινούργιο και επίφοβο πριν από 70 χρόνια, και κάποια ατυχήματα θα είχαν γίνει. Η εκδοχή είναι εύλογη αλλά όχι σίγουρη.

Μια δεύτερη εκδοχή, παραπέμπει στο σύρμα του τηλεγράφου και στην έκφραση «έπεσε σύρμα», που λέμε όταν κυκλοφορεί μια είδηση, συνήθως μια ειδοποίηση (π.χ. έπεσε σύρμα στην πιάτσα ότι φέρανε καινούργιο πράμα / ότι οι μπάτσοι κάνουν προσαγωγές / ότι….) Θα μπορούσε λοιπόν η λέξη «σύρμα» να έχει πάρει τη σημασία «μήνυμα» (και βέβαια, μήνυμα για επερχόμενο κίνδυνο). Ωστόσο, αίσθησή μου είναι ότι η φράση «έπεσε σύρμα» έχει γεννηθεί από την έκφραση «Σύρμα!» και όχι το αντίστροφο.

Μια τρίτη εκδοχή την ανέφερε ο φίλος μας ο Nikiplos. Μεταφέρω εδώ την αφήγησή του:
Ο πατέρας μου πριν κατορθώσει να στήσει ένα μαγαζάκι με τ’ αδέρφια του στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ήταν υπάλληλοι εμπόρων που έστηναν στα πανηγύρια της ελληνικής επικράτειας τέντες και πωλούσαν εμπορεύματα σε πάγκους. Γύριζαν (με έδρα την Αιόλου) όλη την (νότια) Ελλάδα σχεδόν τότε… Τα μισθωμένα φορτηγά προστάτευαν τα εμπορεύματα και οι υπάλληλοι κάθονταν πάνω στους μουσαμάδες ψηλά… Τα φορτηγά τότε πήγαιναν εξαιρετικά σιγά… Έναν έβαζαν μπροστά να κοιτάζει αν υπάρχει κάποιο καλώδιο που να διασχίζει το δρόμο (συνήθως τηλεγραφικό γιατί ρεύμα δεν είχε η επαρχία)… Όταν φαινόταν το καλώδιο ο πρώτος που επιτηρούσε (κι αυτός ήταν ο σκοπός του) φώναζε «Σύρμα!» και όλοι έσκυβαν κάτω στην καρότσα, έπεφταν μπρούμητα δηλαδή… Αυτό ήταν πολύ συχνό… Το είχα ακούσει κι από άλλους συναδέλφους του, το είχα δει και σε κάποια διήγηση του Κοτζιούλα όπου περιγράφει μεταξύ άλλων ως εμβόλιμο και κάτι σχετικά με τα μπουλούκια του θεάτρου όπου αναφέρεται και η Σπεράντζα Βρανά… Δεν ξέρω αν βγήκε από εκεί η έκφραση ή προϋπήρχε. Το λέω πληροφοριακά και μόνο…

Την προέλευση της έκφρασης από την προειδοποίηση προς τους επιβάτες της καρότσας φορτηγού την αναφέρει και ο Patsis στο slang.gr.

Oμολογώ πως δεν ξέρω ποια διήγηση του Κοτζιούλα έχει υπόψη του ο Nikiplos, αλλά κάτι μού θύμισε η αναφορά του, και πράγματι θυμήθηκα ότι ο Κοτζιούλας, σε μια ημερολογιακή του σημείωση, γραμμένη το 1944, αναφέρει τα εξής:

Βρέχει. Το αυτοκίνητο, περνώντας από λάκκους, μας πιτσιλίζει νερό. Κι από μπροστά έρχεται ανεμόβροχο. Καλύτερα είναι όσοι βρίσκονται απάνω.
Μα εκείνοι έχουν άλλο χάλι. Κάθε τόσο ο βοηθός τούς φωνάζει:
— Σύρμα! Σύρμα!
Όταν δεν προσέχουν την τηλεφωνική γραμμή, μπορεί να την πάθουν.
— Προχτές ένας αντάρτης κόντεψε να βγάλει το μάτι. Χτύπησε απάνω σ’ ένα σύρμα αγκαθερό και του πήρε τη βλεφαρίδα, του έγδαρε το πρόσωπο.

Ο Κοτζιούλας διασχίζει την Αιτωλοακαρνανία, ταξιδεύοντας όρθιος πάνω στην καρότσα φορτηγού αυτοκινήτου του ΕΛΑΣ, πηγαίνοντας σε αποστολή στην Κεφαλονιά, φθινόπωρο του 1944 (Παρεμπιπτόντως, τα ημερολόγιά του πρόκειται επιτέλους, εκτός σοβαρού απροόπτου, να εκδοθούν μέσα στο 2017, πιθανότατα στο πρώτο εξάμηνο). Μας λέει λοιπόν ότι υπήρχε ήδη το επιφώνημα προειδοποίησης «Σύρμα!» έστω και «κυριολεκτικά», δηλαδή σαν προειδοποίηση για έναν κίνδυνο που είχε άμεση σχέση με το σύρμα. Το θεωρώ πολύ πιθανό η έκφραση αυτή στη συνέχεια να αυτονομήθηκε και να χρησιμοποιήθηκε ως γενικό επιφώνημα προειδοποίησης για επερχόμενο κίνδυνο. Παρόλο που και οι τρεις εκδοχές που ανέφερα είναι εύλογες, η προσωπική μου προτίμηση πηγαίνει στην τρίτη, στην προειδοποιηση προς τον επιβάτη της καρότσας. Στον πολεμο και στην κατοχή αυτός ο τρόπος μετακίνησης ήταν πολύ συνηθισμένος.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι το σύρμα προέρχεται από το ρήμα «σύρω», είναι δηλαδή αυτό που σέρνεται. Στα ελληνιστικά χρόνια, σύρμα ήταν μια θεατρική εσθήτα με μακριά ουρά. Ίσως από τα κεντήματα που είχε αυτή, προήλθε η μεσαιωνική σημασία σύρμα = χρυσή ή ασημένια κλωστή. Η λέξη πέρασε και στα τούρκικα, ως sιrma και sιrmakeş ήταν ο τεχνίτης ο ειδικευμένος να κεντάει υφάσματα ή ρούχα με χρυσό (ή ασημένιο) νήμα, ο χρυσοκεντητής, λέξη που ξαναμπήκε στα ελληνικά ως αντιδάνειο, συρμακέζης, ή σερμακέζης ή σιρμακέζης (ή συρμακέσης κτλ.). Ονομαστούς σερμακέζηδες είχαν τα Γιάννενα -σήμερα η λέξη επιβιώνει ως επώνυμο.

Ακόμα, σύρμα λέγεται ο τόπος απ’ όπου περνούν τα θηράματα («εδώ είναι το σύρμα των λαγών») αλλά σύρματα και τα σπιτάκια όπου κλείνουν οι θαλασσινοί τις βάρκες τους στις κακοκαιρίες του χειμώνα. Θα ήταν μάταιο βέβαια να προσπαθήσουμε να συνδέσουμε τη γέννηση της έκφρασης με τις σημασίες αυτές.

Να προσθέσω επίσης ότι στη σημερινή αργκό, πέρα από την προειδοποίηση «Σύρμα!» που είναι ακόμα ζωντανή, η λέξη χρησιμοποιείται επίσης για να δηλώσει το χασίς άριστης ποιότητας αλλά και οτιδήποτε πολύ καλό, εκλεκτό (παλιότερα θα λέγαμε ‘τζάμι!’) Αλλά κι αυτές οι σημασίες, που είναι άλλωστε πολύ πιο πρόσφατες, δεν έχουν σχέση με την προειδοποίηση.

Οπότε, ύστερα από ένα ολόκληρο κατεβατό δεν έχω να σας δώσω οριστική απάντηση για την προέλευση της έκφρασης «Σύρμα!» αν και η προσωπική μου προτίμηση βρίσκεται στην τρίτη από τις εκδοχές που σας ανέφερα πιο πάνω.

Αν αυτό σας παρηγορεί, πάντως, ούτε για την αντίστοιχη γαλλική έκφραση, την «22, les flics» υπάρχει μία γενικώς αποδεκτή εξήγηση -αντίθετα, στο σχετικό άρθρο της γαλλικής Βικιπαίδειας απαριθμούνται, ούτε λίγο ούτε πολύ, δεκαπέντε θεωρίες για τη γέννηση της γαλλικής έκφρασης, μερικές από τις οποίες δείχνουν ότι ο νατσουλισμός (εκεί θα λέγεται nachoulisme) θάλλει και εις Παρισίους!

 

===

:cheers5: 

  • Like 4
  • Thanks 1
Link to comment
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.