Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'κλασικά εικονογραφημένα'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Γερμανίκεια
  • Ιστορική/ φιλολογική γωνιά
  • Περί ανέμων και υδάτων
  • Dhampyr Diaries
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • The Unstable Geek
  • Κομικσόκοσμος
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Valt's blog
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • Film
  • Θέμα ελεύθερο
  • Vet in madness
  • GCF about comics
  • Dr Paingiver's blog

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 7 results

  1. «Ό,τι ήταν ο Λεονάρντο ντα Βίντσι για την εποχή του, το ίδιο απάνω κάτω είναι και ο Μέντης Μποσταντζόγλου για τη σημερινή εποχή»: Αυτή τη βαρύγδουπη δήλωση είχε γράψει… ο ίδιος ο Μποστ αστειευόμενος στην εισαγωγή της πέμπτης έκδοσης του άλμπουμ του «Σκίτσα του Μποστ». Μια πρόταση που, μέσα στην πλάκα και στην υπερβολή της (δύο λέξεις κλειδιά για όλη του την εργογραφία), κρύβουν μια, τηρουμένων των αναλογιών, μεγάλη αλήθεια: Σκιτσογράφος, γελοιογράφος, ζωγράφος, διαφημιστής, διακοσμητής, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, στιχουργός, ευθυμογράφος, πεζογράφος, ο Μέντης Μποσταντζόγλου ήταν ένας από τους πλέον πολυπράγμονες, ευφυείς και αιχμηρούς χιουμορίστες του ελληνικού 20ού αιώνα και της ελληνικής Αριστεράς. Ο Μποστ στο γραφείο του με τον αγαπημένο του γάτο. Παραδοσιοκράτης και πρωτοπόρος, έπλασε ένα ολόδικό του γραπτό και σχεδιαστικό στιλ, που όμοιό του δεν πέρασε ξανά από το νεοελληνικό στερέωμα. Σαν σήμερα, 13 Δεκεμβρίου 1995, αποχαιρέτησε τα εγκόσμια. Οι Νησίδες δεν έχουν παρά να θυμηθούν στιγμές από το σπουδαίο πέρασμά του... Ένας μικρός χιουμορίστας… Ο Χρύσανθος Βοσταντζόγλου, που έμελλε να γίνει Μέντης και Μποστ, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 7 Νοεμβρίου 1918 από εύπορη αστική οικογένεια. Το 1922 μετακομίζει με την οικογένειά του στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, και τέλος στην Αθήνα το 1926. Ξεκινάει να δημοσιεύει σκίτσα του από το 1933, στη γυμνασιακή εφημερίδα που εξέδιδε ο μεγαλύτερός του γυμνασιόπαις Αλέκος Σακελλάριος, υπογράφοντας πρώτη φορά ως «Μποστ». Ο μικρός Μέντης Μποσταντζόγλου Η αρχή όμως είχε γίνει από πολύ νωρίτερα: Όταν ήταν μόλις επτά ετών, ο μικρός Χρύσανθος αντιγράφει έναν ελέφαντα από το κουτί με τα χρώματά του, συνοδεύοντας τη ζωγραφιά του με τη λεζάντα, σε καλλιγραφικά, «Η έρημος Ζακχάρα», μπερδεύοντας την έρημο Σαχάρα με τη λέξη «ζάκχαρις». Παρουσιάζοντάς το, η οικογένειά του ξέσπασε σε γέλια. Πολλά παιδιά μπορεί να παρεξηγούνταν ή να απογοητεύονταν από μια τέτοια οικογενειακή υποδοχή. Εκείνος αντιθέτως το πήρε επάνω του. Κάπως έτσι γεννήθηκε το πρώτο καλλιγραφικό, παράλογο, λογοπαιγνιακό εικαστικό έργο του. Κάπως έτσι, ο Χρύσανθος ξεκίνησε για να γίνει ο Μποστ. Πολύγλωσσος, πολυδιαβασμένος αλλά μέτριος έως κακός μαθητής, εισάγεται το 1939 στη Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία μετά το πρώτο εξάμηνο θα… παρατήσει. Σύμφωνα με τον ίδιο, βαρέθηκε να αντιγράφει ατελείωτα την προτομή του Αντήνορα με κάρβουνο. Μέσα στην Κατοχή ο Μποστ γίνεται ενεργό μέλος του ΕΑΜ, ξεκινώντας τα πρώτα του βήματα στον δρόμο της Αριστεράς, τον οποίο θα ακολουθούσε μέχρι το τέλος του. Σε έναν τοίχο της Αθήνας θα γράψει το πρώτο του ανορθόγραφο σύνθημα: «ΝΑ ΦΗΓΟΥΝ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ». Ο λόγος της ανορθογραφίας; Να φαίνεται πως είναι αίτημα του απλού, αμόρφωτου λαού. Η λογική της εκπροσώπησης του λαουτζίκου μέσω της ανορθογραφίας θα τον ακολουθήσει στη μετέπειτα πορεία του. Μέσα στα Δεκεμβριανά, γράφει πρωτοχρονιάτικα κάλαντα που τραγουδά στα νοσοκομεία του ΕΛΑΣ ο Γιώργος Σεβαστίκογλου με την κομπανία του – το πρώτο του ενήλικο στιχούργημα – ενώ το 1945 αυτοεκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Ο Άγιος Φανούριος, βοήθημα δια την κατανόησιν των Κινέζων κλασσικών του 20ού μ.Χ. αιώνος ήτοι των συγγραφέων Γκα-τσου και Βου-Σβου-Νι». Ο σατιρικός, λογοπαιγνιακός του λόγος βρίσκεται στα σπάργανα. ... ένας θεατρικός γελοιογράφος… Μέσα στον Εμφύλιο θα ξεκινήσει να βιοπορίζεται ως γελοιογράφος και εικονογράφος παιδικών περιοδικών και βιβλίων. Ενδιαφέρον προκαλούν και κάποιες γελοιογραφίες του οι οποίες, λόγω ανωτέρας βίας, σατιρίζουν και λοιδορούν τους αντάρτες στον Γράμμο και στο Βίτσι. Το 1948 παντρεύεται τη Μαρία Παπαγιαννακοπούλου, με την οποία αποκτούν τους δύο γιους του: τον εικαστικό και θεατρικό συγγραφέα Κώστα (1949-2021) και τον ηθοποιό Γιάννη Μποσταντζόγλου (1951). Στη δεκαετία του ’50, ο νεαρός πλέον οικογενειάρχης δουλεύει σε όποιο περιοδικό βρίσκει, κάνοντας τον διανομέα, φτιάχνοντας χάρτες, εικονογραφήσεις και κόμικς, με σημαντικό σταθμό την εικονογράφηση του κόμικς των Κλασικών Εικονογραφημένων «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» (σ.σ. Περισσότερα για αυτό στο Καρέ Καρέ). Η γραμμή του αρχίζει να πλάθεται και να παίρνει τη μορφή που όλοι γνωρίζουμε, με οδηγούς τον Θεόφιλο, τον Καραγκιόζη, την αγιογραφία, τη λαϊκή τέχνη. Εικονογραφήσεις του Μποστ για τα «Βιβλικά Χαμόγελα» του Νίκου Τσιφόρου. Η μεγάλη του ευκαιρία του δίνεται στο περιοδικό «Ταχυδρόμος», το 1957. Όταν ο γελοιογράφος Κώστας Μητρόπουλος αρρωσταίνει, ο Μποστ τον αντικαθιστά στις εικονογραφήσεις των σίριαλ – ευθυμογραφημάτων του Νίκου Τσιφόρου. Σύντομα, για το ευθυμογράφημα «Σταυροφορίες» ο Μποστ αρχίζει να φτιάχνει σκίτσα που ξεφεύγουν του θέματος του κειμένου και εκσφενδονίζουν σατιρικές επίκαιρες υπόνοιες. Παρά τον εκνευρισμό του Τσιφόρου, οι «Σταυροφορίες» του Μποστ συνεχίζουν να εκδίδονται και ο δημιουργός εισάγει τα χαρακτηριστικά που τον καταξίωσαν: ανορθόγραφο καθαρευουσιάνικο λόγο, διαλόγους σε συννεφάκια, ομοιοκαταληξίες και στίχους στο περίγραμμα κάθε σκίτσου, που διαβάζονται βουστροφηδόν. Είχε πλέον διαβεί τον Ρουβίκωνα· ήταν ένας πρωτοπόρος πολιτικός γελοιογράφος. Σταυροφορική γελοιογραφία του Μποστ από τον «Ταχυδρόμο». Το 1959 του παραχωρείται επίσημη δική του στήλη στο περιοδικό, το «Μποστάνι του Μποστ», στο οποίο έχει την ελευθερία να σατιρίσει ανεμπόδιστα και να εξελίξει το νέο του στιλ. Εκεί είναι που εμφανίζονται πρώτη φορά οι τρεις μεγάλοι του ήρωες: η ξερακιανή Μαμά Ελλάς και τα παιδιά της, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Οι τρεις αυτοί χαρακτήρες – σύμβολα της εξαθλιωμένης μεταπολεμικής Ελλάδας, ντυμένοι με κουρέλια και σαραβαλιασμένα εθνικά σύμβολα, ήταν οι σκωπτικοί παρατηρητές και ο χορός που σχολίαζε το δεξιό και δυτικόφιλο ελληνικό κράτος. Παράλληλα, η ανορθογραφία και τα λογοπαίγνια παίζουν τον δικό τους ρόλο, αποδομώντας και υπονομεύοντας την καθαρεύουσα (γλώσσα της εξουσίας) υπέρ της δημοτικής (γλώσσας του λαού). Η Μαμά Ελλάδα κι ο Πειναλέοντας περιμένουν να μπουν στην ΕΟΚ, στο σινεμά Υβόνη (λογοπαίγνιο με την πρωτεύουσα της Δυτικής Γερμανίας, Βόνη) και τον αντικαγκελάριο και υπουργό Οικονομικών της Δ. Γερμανίας, Λούντβιχ Έρχαρτ, στο ταμείο. Τριγύρω αφίσες με τίτλους ταινιών – λογοπαίγνια για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Θα έλεγε κανείς πως, από το 1959 που δημοσιεύτηκε η γελοιογραφία, έχουν μείνει πολλά ίδια στην Ε.Ε. Η γλωσσική αποδόμηση, μαζί με τον στίχο, την ομοιοκαταληξία, τον σταθερό θίασο και το ναΐφ σκίτσο που θύμιζε πιο πολύ θέατρο σκιών παρά οποιοδήποτε παλιότερο ή σύγχρονο γελοιογραφικό στιλ, δόμησαν την μποστική γελοιογραφία: μία αυτόφωτη, λαϊκή και σκηνική γελοιογραφία, ένα κωμικό θεατρικό σκετς σε σκίτσα. ... ένας γελοιογραφικός θεατράνθρωπος… «Το παράπονό μου με τον Μποστ είναι ότι ποτέ δεν μπόρεσα, στο ποδοσφαιρικό γήπεδο του χιούμορ, να τον μαρκάρω… Πάνω που έμαθα να εικονογραφώ όπως ο Μποστ, αυτός πέρασε στη γελοιογραφία. Μόλις ψιλόμαθα τη γελοιογραφία και είπα “του μπαίνω”, όρμησε στο ευθυμογράφημα. Εκεί που άρχισα να στρώνω γραπτά με κάποια πλάκα, μου βγήκε θεατρικός συγγραφέας. Και τη στιγμή που άρχισε να ωριμάζει μέσα μου το πρώτο μονόπρακτο, μου ξέφυγε στη ζωγραφική… », είχε πει ο Κώστας Μητρόπουλος, ο μεγάλος γελοιογράφος που «έδωσε» τη θέση του στον Μποστ πλάι στον Τσιφόρο, με το χαρακτηριστικό πλακατζίδικο ύφος του. Ο Μποστ με τον Μίκη Θεοδωράκη και το επιτελείο της «Όμορφης Πόλης», το 1962. Το 1961, ο Μποστ είναι ένας πολιτικός γελοιογράφος σε πλήρη ακμή. Συνεργάζεται με πλήθος εφημερίδων και περιοδικών ως σκιτσογράφος και ευθυμογράφος, ενώ τα δύο γελοιογραφικά άλμπουμ που εκδίδει («Σκίτσα του Μποστ» με εισαγωγή του Ηλία Πετρόπουλου και «Το λέφκομά μου») εξαντλούνται. Και τότε είναι που «ξεφεύγει», κατά τον Μητρόπουλο, από το γραφείο του σκιτσογράφου στο θεατρικό σανίδι. Καθοριστικός παράγοντας στη θεατρική του πορεία θα σταθεί ο Μίκης Θεοδωράκης, που θα γίνει ίνδαλμα για τον σκιτσογράφο και τον οποίο κωμικά (λόγω του ύψους του) θα τον αποκαλεί «Επιμήκη». Αρχικά, ο Μίκης μελοποιεί τους στίχους του Μποστ «Η Ρομβία» και «Η Νήσος των Αζορών» και το 1962 ανεβάζουν μαζί στο θέατρο Παρκ την επιθεώρηση «Όμορφη Πόλη». Η «Πόλη», το πρώτο και πιο πολιτικοποιημένο θεατρικό έργο του Μποστ, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι κατά το ήμισυ γραμμένο από τον ίδιο και ολόκληρο σε μουσική Θεοδωράκη, αλλά δεν σημειώνει επιτυχία. Η ατυχία τον ακολουθεί σε διάφορες πρωτοπόρες προσπάθειές του, όπως στο να ανοίξει δικό του θέατρο σκιών ή στην εισπρακτική αποτυχία της ταινίας «Το πιθάρι», όπου έγραψε το σενάριο. Την ίδια χρονιά, παρότι συνηθισμένος στη λογοκρισία και στις μηνύσεις (κυρίως από την Εκκλησία), έρχεται και η απόλυσή του από το περιοδικό «Εικόνες» λόγω του «ασεβούς» κειμένου του «Το αμάρτημα της μητρός μου» – μια ενδιαφέρουσα περίπτωση μεταπολεμικού cancel. Παρόλα αυτά σκηνογραφεί και σχεδιάζει κοστούμια για το θέατρο, ενώ το 1963 γράφει το πρώτο του μεγάλο έργο, τη «Φαύστα ή Η απωλεσθείς κόρη». ... ένας δημιουργός της Αριστεράς… Όταν, το 1963, ο Μποστ ρωτά τον διευθυντή του στην «Ελευθερία», Πάνο Κόκκα, γιατί λογοκρίνονται τα σκίτσα του, εκείνος του απαντά: «Εσύ γράφεις κομμουνιστικά. Να πας στην Αυγή!». Συμβουλή που… θα ακούσει! Από την ίδια χρονιά, ο Μποστ ξεκινά συνεργασία ως γελοιογράφος και ευθυμογράφος με την «Αυγή». Συμπίπτοντας χρονικά με τη δολοφονία του Λαμπράκη, η πολιτική του απόχρωση πλέον οξύνεται: τα σκίτσα και τα κείμενά του γίνονται ξεκάθαρα και χωρίς υπόνοιες Αριστερά, διατηρώντας όμως τη σπιρτάδα της πρότερης δουλειάς του, εκείνης που με ευρηματικότητα έπρεπε να καλύψει και να υπονοήσει τους πολιτικούς του προσανατολισμούς. Γελοιογραφία του Μποστ από την «Αυγή» για τη δολοφονία Λαμπράκη, με παρακρατική σχολή… οδήγησης τρίκυκλων. Παράλληλα, κατεβαίνει υποψήφιος βουλευτής με την ΕΔΑ (χωρίς να εκλεγεί) το 1963 και κατόπιν συνιδρύει, το 1964, τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη. Ο πολιτικός αναβρασμός των χρόνων της Αποστασίας καθρεφτίζεται φλογερά στα έργα και στη δράση του δημιουργού. Η Μαμά Ελλάς, η Ανεργίτσα και ο Πειναλέων στηλιτεύουν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, το παλάτι, τους Αμερικάνους, και περιμένουν καλύτερες μέρες από την Ένωση Κέντρου του Γεώργιου Παπανδρέου. Η άνοδος της χούντας όμως, θα ανακόψει τις ανορθόγραφες δημιουργικές πτήσεις. Το κυνηγητό, η κακοποίηση της γυναίκας του και η κατάσχεση του γελοιογραφικού, του ζωγραφικού και του συγγραφικού του αρχείου από την Αστυνομία θα οδηγήσουν τον Μποστ σε μετριοπάθεια και σε «αποκήρυξη μετά βδελυγμίας του αντεθνικού κομμουνισμού» – έστω κι αν δεν το εννοούσε – στο αστυνομικό τμήμα όπου μετέβη ο ίδιος και κρατήθηκε για πέντε ημέρες. Με τη σύλληψη του γιου του, Γιάννη, σε αντιδικτατορικά επεισόδια και την καταδίκη του με αποκλεισμό από όλα τα Γυμνάσια, ο Μποστ θα αποστασιοποιηθεί από την πολιτική, μεταφορικά και κυριολεκτικά – μετακομίζει οικογενειακώς στο Μεταξοχώρι Λάρισας – για πέντε ολόκληρα χρόνια. Μόνο κατά τους τριγμούς της δικτατορίας, το 1972, θα προσπαθήσει να επιστρέψει με το ειρωνικό κείμενό του «Υπέρ δικτατορίας», στο πρώτο (και μοναδικό) τεύχος του «Αντί», και με το ανοιχτά σατιρικό θεατρικό του έργο «Εκλογές του Μποστ» το 1973, που θα σημειώσει επιτυχία στο κοινό και θα προκαλέσει οργή στους συνταγματάρχες. Το 1974, με την ολοκληρωτική της πτώση, θα επιστρέψει στην Αθήνα αλλά και στην τέχνη του, με νέες γελοιογραφικές και θεατρικές συνεργασίες, μπαίνοντας στη δεύτερη μεγάλη παραγωγική περίοδο της πορείας του. ... ένας καταξιωμένος πολυ-καλλιτέχνης… Στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, ο γκριζαρισμένος πια μυστακοφόρος Μποστ απολαμβάνει την αποδοχή ως καταξιωμένος και λαοφιλής δημιουργός. Παρόλα αυτά, δεν αναπαύεται στις δάφνες του. Συνεργάζεται με την «Πρωινή», την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» και τον «Ριζοσπάστη» μεταξύ άλλων, ως σκιτσογράφος, ενώ θεατρικά συνεργάζεται με το θέατρο «Στοά», τον Θανάση Παπαγεωργίου, τη Λήδα Πρωτοψάλτη και τον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Στις νέες του γελοιογραφίες, η Μαμά Ελλάς έχει ραμμένες τις λέξεις «ΕΟΚ» στον χιτώνα της, ενώ η Ανεργίτσα και ο Πειναλέοντας απουσιάζουν, μια και, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έχουν θέση σε μια εποχή που ο εργάτης έχει πλέον ψυγείο στο σπίτι του. Οι τρεις μεγάλοι ήρωες του Μποστ: η Μαμά Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Συγγραφικά, σε αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής του δίνει και τρία από τα μεγαλύτερα και έως και σήμερα δημοφιλή του θεατρικά: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» (1982), τη «Μήδεια» (1993) και το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (1995), κείμενα γεμάτα μποστική πρόζα, δεκαπεντασύλλαβο και σκωπτικό σατιρικό χιούμορ. Παράλληλα κάνει τις πρώτες του ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής με πίνακες που, όπως οι γελοιογραφίες του, εμπνέονται από την ελληνική ιστορία και τη λαϊκή παράδοση και τον σπρώχνουν εικαστικά ακόμα πιο κοντά στον Θεόφιλο, στον Κόντογλου και στα πορτραίτα του Φαγιούμ. Ο μοναδικός τομέας στον οποίο συστηματικά αποτυγχάνει είναι… η πολιτική. Κατεβαίνει υποψήφιος στις δημοτικές εκλογές του 1978 με τον συνδυασμό του Μίκη Θεοδωράκη και στις βουλευτικές του 1981 και του 1985 με το ΚΚΕ, αποτυγχάνοντας να εκλεγεί και τις τρεις φορές. Παράλληλα, βλέπει το μέτωπο της Αριστεράς που επιθυμούσε να παραμείνει ενωμένο μετά την πτώση της Χούντας, να διασπάται σε μικρότερα κόμματα. Γίνεται άλλος ένας απογοητευμένος παλιός Αριστερός, μέσα στα χρόνια του πασοκικού πάρτι... Η ζωή του τελειώνει μέσα στη δημιουργικότητα και στην αποδοχή, αφήνοντας την τελευταία του πνοή 77 ετών, την Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου του 1995. … που σήμερα θα έσπαγε πλάκα! «Ο Μποστ δεν έκανε γελοιογραφία! Έκανε επανάσταση! (…) Είναι σαν να εφηύρε ένα καινούργιο εμβόλιο! Ένα εμβόλιο που θα μας προστατεύει από τον ιό της κακογουστιάς για τουλάχιστον 1.000 χρόνια!», έγραφε ο γελοιογράφος ΚΥΡ το 1987. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του Μποστ, πάντως, το εμβόλιό του δεν φαίνεται να έπιασε ιδιαίτερα τόπο, ενώ ο κόσμος που άφησε, μοιάζει να χειροτέρεψε κατά πολύ. Ο Μποστ «συλλαμβάνεται» από συναδέλφους του γελοιογράφους, ποζάροντας όπως ο πίνακας με τη σύλληψη του Αθανάσιου Διάκου πίσω τους. Από αριστερά, Λογό, ΚΥΡ, Μποστ, Κώστας Μητρόπουλος. Ο Μέντης θα είχε, σίγουρα, πολλά να πει για το σήμερα: για την άνοδο της Ακροδεξιάς, το νεοφασιστικό φαινόμενο Τραμπ, τη Γάζα, το μεταναστευτικό, το περιβάλλον, τον διάδοχο Μητσοτάκη και τις νεοφιλελεύθερες συμμορίες του, την τραγική αμηχανία της Αριστεράς. Η Μαμά Ελλάς του θα ήταν ρακένδυτη και κακομοίρα όπως παλιά, μόνο με μερικά αστραφτερά μπλε μπαλώματα στον χιτώνα της που θα έφεραν αστεράκια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ο Πειναλέων κι η Ανεργίτσα θα τσακώνονταν για το ποιος θα πρωτοπαίξει στο τάμπλετ. Και σίγουρα, θα χρησιμοποιούσε όλο το πολυπρόσωπο και ανεπανάληπτο δημιουργικό του στιλ για να κατακεραυνώσει, να σατιρίσει και να καταδείξει τα στραβά της εποχής μας. Πάντα με το ιδιόρρυθμο μποστικό χιούμορ του. Και το σχετικό link...
  2. Τριάντα χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Μποστ, το Καρέ Καρέ θυμάται το πέρασμα του αιχμηρού καλλιτέχνη από την τέχνη των κόμικς, μέσα από τα δικά του λόγια. Το 1947, ο 29χρονος εικονογράφος Μέντης Μποσταντζόγλου αναζητά δουλειά σε παιδικά περιοδικά. Πρώτα στο «Ελληνόπουλο / Θησαυρός των Παιδιών» ζωγραφίζει εξώφυλλα και σύντομες ιστορίες, ενώ από τον σκιτσογράφο Θέμο Ανδρεόπουλο μυείται σε ένα είδος που ακόμα δεν είχε όνομα στην Ελλάδα: τα κόμικς. Από τότε και για όλη τη δεκαετία του ’50, ο Μποστ εικονογραφεί σενάρια ανωνύμων κόμικς σε συνέχειες, για δεξιά χριστιανικά περιοδικά («Παιδόπολις», «Η Ζωή του Παιδιού»), αναμφίβολα για βιοποριστικούς λόγους. Εξώφυλλο του 29χρονου Μποστ για τον «Θησαυρό των Παιδιών», 7.2.1948. Το 1953 όμως έρχεται μια μεγάλη ανάθεση: το κόμικς «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» σε κείμενο Ειρήνης Φωτεινού για τα Κλασικά Εικονογραφημένα. Ο Κωνσταντινουπολίτης Μποστ ξεχώριζε τον «Παλαιολόγο» ανάμεσα στα έργα του και είχε διηγηθεί τη δημιουργία του (Αρης Μαλανδράκης, «Η Λογοτεχνία στο Περίπτερο», Ελευθεροτυπία, 26/1/1992): «Σχεδιάζοντάς το, επιχείρησα διάφορα οπτικά κόλπα για να μην υπάρχει μεγάλη τυποποίηση στις σελίδες. Έβαλα, για παράδειγμα, κάποιες φιγούρες να ξεπερνούν τα όριά τους και να περνούν στο καρεδάκι της διπλανής εικόνας. (…) Η δουλειά ήταν επίπονη και κάθε σελίδα χρειαζόταν μια-δυο ημέρες για να τελειώσει. (…) Διάβαζα τους διαλόγους και αναρωτιόμουν τη μια στιγμή πώς πρέπει να είναι ο χωρικός και πώς ο ναύαρχος, λίγο πιο κάτω πώς θα είναι ντυμένοι οι στρατιώτες, τι εμφάνιση θα έχουν τα τείχη της Πόλης, τα πλεούμενα, τα όπλα και οι πολιορκητικές μηχανές κ.λ.π.. Για τα ρούχα ανέτρεξα στο Λεύκωμα Βυζαντινών Αυτοκρατόρων». Eξώφυλλο και καρέ του Κλασικού Εικονογραφημένου «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος». Αξιοσημείωτη είναι η συμβουλή που του έδωσε ο… Γιάννης Τσαρούχης: «(…) βλέποντάς με να παιδεύομαι με το κόμικς, μου λέει “Βάλε τους σαρίκια κι ας μην είναι Τούρκοι. Αρκεί να είναι πειστικοί…”». Συμβουλή που, μάλιστα, ακολούθησε! «Φόρεσα σε Έλληνες τη στολή του Δάντη Αλιγκέρι, άλλους τους έντυσα με ανατολίτικα ρούχα, σε άλλους φόρεσα φράγκικα καπέλα. Η επιμειξία Ελλήνων και Τούρκων είναι συνεχής, το ίδιο και οι επιδράσεις της Δύσης». Η ιστορία κυκλοφόρησε Μάιο του 1953 αλλά τα προβλήματα δεν είχαν τελειώσει: «Είχαμε συμφωνήσει με τον Πεχλιβανίδη την αμοιβή για το κόμικς (…) είχα υπολογίσει ότι θα μου απέδιδαν γύρω στις 25 λίρες και ήμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Ξαφνικά, γίνεται η υποτίμηση του Μαρκεζίνη και χάνω τις μισές λίρες σε αξία (…) κι έτσι την πάτησα!». Όλες αυτές οι δυσκολίες μάλλον απέτρεψαν τον Μποστ από το να συνεχίσει στα Κλασικά Εικονογραφημένα – σύμφωνα με άλλους εικονογράφησε και τον «Βασίλειο Βουλγαροκτόνο» των Κλασικών, κάτι που δεν είναι επιβεβαιωμένο. Σε άλλη του συνέντευξη, αποτυπώνει τα τότε κραταιά στερεότυπα για το είδος («Ο Μποστ μιλάει στο Νέο Επίπεδο», 1990): «Κόμικς είναι, νομίζω, μικρές ιστορίες κωμικές που τελειώνουν σε 3, σε 4, σε 6 το πολύ κομματάκια, τα άλλα είναι απλώς εικονογραφήσεις… Η εικονογράφηση του Παλαιολόγου τίποτα το κωμικό δεν είχε. Δηλαδή τι; Σατίριζε την ιστορία της Άλωσης; Η λέξη κόμικ σημαίνει κάτι το κωμικό. Έτσι το καθιέρωσαν οι Αμερικάνοι». Φυσικά τα κόμικς πλέον είναι μια μεγάλη τέχνη που αγκαλιάζει και το «κωμικό» και την «Άλωση», ολόκληρο το νεανικό πέρασμα του μεγάλου δημιουργού από τα καρέ. Και το σχετικό link...
  3. Μεγάλωσα με τα «Κλασικά Εικονογραφημένα», αυτή την αμερικανικής έμπνευσης και προέλευσης παρουσίαση κλασικών έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας με τη μορφή κόμικς για παιδιά και εφήβους. Πορεύτηκα μαζί τους από το πρώτο κιόλας τεύχος τους, τους «Αθλίους». Οι γονείς μου – άνθρωποι με υψηλό μορφωτικό και αισθητικό επίπεδο, έχει σημασία που το αναφέρω – μου αγόραζαν κάθε καινούργιο τεύχος ή, αργότερα, με χαρτζιλίκωναν για να το αγοράσω. Έχω φυλάξει δεκάδες από αυτά τα τεύχη. Τα ξαναδιαβάζω σήμερα, εβδομηκοστή επέτειο από την έναρξη της σειράς, και αναρωτιέμαι (όχι για πρώτη φορά) πόσο βάσιμες ήταν οι οργίλες κατηγορίες που εκτοξεύονταν τότε εναντίον τους από σοβαρούς και λιγότερο σοβαρούς ανθρώπους ή οι κάπως πιο νηφάλιες ενστάσεις που πρόβαλλαν (και εξακολουθούν να προβάλλουν) άλλοι. Μια πρώτη κατηγορία αφορούσε το ίδιο το είδος που λέγεται κόμικς. Θεωρούνταν ευτελής αναγνωστική ενασχόληση, πνευματική σκουπιδοτροφή. Με αυτή την κατηγορία δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε. Έχει καταπέσει από μόνη της με την εξέλιξη που είχε το είδος από τότε ακόμη και στην Ελλάδα (ωραίες διασκευές έργων της ελληνικής λογοτεχνίας με τη μορφή graphic novels, αφήγηση ιστορικών γεγονότων με τρόπο κάθε άλλο παρά απλουστευτικό, ακόμη και βίοι φιλοσόφων). Μια δεύτερη κατηγορία, όχι εντελώς ασύνδετη με την πρώτη, ήταν ότι τα κόμικς αυτά έδιναν στους νέους μια πολύ χλομή, επιπόλαιη ή και στρεβλή ιδέα για τα κλασικά αριστουργήματα που διασκεύαζαν, έτσι ώστε έμμεσα τους απέτρεπαν από το να τα διαβάσουν αργότερα αυτούσια. Εδώ μπορώ να καταθέσω ως μάρτυρας υπεράσπισης επικαλούμενος τη δική μου εμπειρία: μολονότι, όπως είπα, τακτικός και ένθερμος αναγνώστης των «Κλασικών Εικονογραφημένων», έχω διαβάσει έκτοτε στην αυθεντική μορφή τους πλήθος από αυτά τα μυθιστορήματα, τις νουβέλες, τα θεατρικά έργα, έγινα μάλιστα επαγγελματίας αναγνώστης λογοτεχνίας. Από την άλλη κατάλαβα, με την κάποια πείρα που απέκτησα, ότι για πολλά από εκείνα που παρέλειψα να διαβάσω δεν υπήρχε λόγος να ντρέπομαι: τα κόμικς τα συνόψιζαν μια χαρά. Όσοι αντιμετωπίζουν φετιχιστικά τη λογοτεχνία και τη γλώσσα, σαν απαραβίαστο τοτέμ, δυσκολεύονται να δεχτούν ότι κάποια κλασικά κείμενα που γράφτηκαν πριν από την εποχή της εικόνας μπορούν να αποδοθούν εικονογραφικά χωρίς σοβαρές απώλειες. Αλλά και πάλι, ήταν δυνατόν τα «Κλασικά Εικονογραφημένα» να σταθούν αισθητικά στο ύψος των περισσότερο απαιτητικών κειμένων που διασκεύαζαν, να μείνουν πιστά στο πνεύμα τους, να συμπυκνώσουν την ουσία τους; Αυτή ήταν (και είναι) μια τρίτη ένσταση. Εδώ προφανώς δεν μπορεί να υπάρξει ενιαία απάντηση. Πολλά τεύχη, ιδίως της πρώτης φάσης, είχαν εξαιρετική εικονογράφηση (με κορυφαία ίσως τους «Αθλίους», τον «Όλιβερ Τουίστ» και τη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία»). Άλλα ήταν λιγότερο πετυχημένα. Από ένα σημείο και μετά είναι αλήθεια ότι οι προχειρότητες αυξάνονταν από τεύχος σε τεύχος, αυτό δεν ήταν όμως «δομικό» πρόβλημα της σειράς ούτε του είδους. Όσο για το περιεχόμενο και το πνεύμα, ας πάρω το παράδειγμα των «Αθλίων»: η μορφή του Ιαβέρη, με το ταραγμένο κοινωνικό υπόβαθρο της νοοτροπίας του, αποδίδεται όντως μονοδιάστατα, αν και με εξπρεσιονιστική υποβλητικότητα. Αλλά ο πυρήνας του προβληματισμού (ή του «μηνύματος») του Ουγκό διασώζεται από την αρχή ως το τέλος του κόμικς. Μια διαφορετική και πολύ εντυπωσιακότερη περίπτωση είναι ο «Μάκβεθ». Ξαναδιαβάζοντας πρόσφατα αυτό το κόμικς διαπίστωσα με έκπληξη πόσο ο διασκευαστής προσπάθησε να μείνει κοντά στην ποιητική γλώσσα του Σέξπιρ, αρκετές φορές με (σχεδόν) αυτούσια αποσπάσματα του πρωτότυπου. Φυσικά δεν ισχυρίζομαι ότι ο Σέξπιρ μπορεί να αναχθεί σε κόμικς. Λέω απλώς ότι ούτε αυτό το κόμικς πρόδινε ή ευτέλιζε το πνεύμα του κλασικού κειμένου. Μια τελευταία παρατήρηση αφορά την ελληνική σειρά των «Κλασικών Εικονογραφημένων». Κι εδώ επίσης υπήρξε μια πτωτική πορεία, από την άποψη τόσο της αισθητικής όσο και του σεναρίου. Αλλά πολλά από τα πρώτα τεύχη ήταν απολαυστικά και από τις δύο απόψεις, με καλύτερα ίσως τα «Περσέας και Ανδρομέδα», «Ο Θησέας και ο Μινώταυρος», «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος», «Ρήγας Φεραίος» και «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης». Οι συντελεστές τους ήταν σπουδαίοι εικαστικοί, όπως ο Κώστας Γραμματόπουλος ή ο Βασίλης Ζήσης, και διαπρεπείς προοδευτικοί λογοτέχνες (Βασίλης Ρώτας, Μέντης Μποσταντζόγλου, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη κ.ά.). Γι’ αυτό με ξενίζει η κριτική ότι τα κόμικς αυτά ήταν γεμάτα εθνικιστικά στερεότυπα και φανφάρες. Μπορεί να ίσχυε αυτό για τα όψιμα, σε καμία όμως περίπτωση για τα πιο πρώιμα. Σε μερικά μάλιστα («Ρήγας Φεραίος», «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης») ήταν εμφανείς οι έμμεσοι, αλλά τολμηροί για την εποχή παραλληλισμοί που έκαναν οι σεναριογράφοι με την πολύ πρόσφατη τότε και συκοφαντημένη από τους νικητές του Εμφυλίου Εθνική Αντίσταση (φλογεροί επαναστάτες έχουν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τον Τούρκο μα και λιπόψυχους προεστούς, χαμερπείς καταδότες, αλαζονικούς άρχοντες που περιφρονούσαν την επανάσταση κτλ). Εν κατακλείδι τα «Κλασικά Εικονογραφημένα», αλλά και μεταγενέστερα κόμικς που φαίνεται πως εμπνεύστηκαν από το παράδειγμά τους, όχι μόνο δεν ήταν μια διαβρωτική «αμερικανιά» που πρόσβαλλε τη λογοτεχνία (ή και την Ιστορία), μα και έδιναν/δίνουν αφορμή για μια επανεξέταση του τρόπου που προσεγγίζουμε τα κλασικά κείμενα. Και το σχετικό link...
  4. Εβδομήντα χρόνια κλείνουν από τη δημοσίευση του «Περσέας και Ανδρομέδα», του πρώτου τεύχους Κλασικών Εικονογραφημένων από Έλληνες δημιουργούς και την αρχή της σειράς Κλασικών βασισμένων στο ελληνικό εθνικό αφήγημα. Εξώφυλλο του πρώτου τεύχους της ελληνικής σειράς ιστοριών «Περσέας και Ανδρομέδα» Η χρονιά που μας αφήνει περιλαμβάνει τις επετείους 70 χρόνων από δύο μεγάλες στιγμές του ελληνικού αναγνώσματος: την επέτειο του πρώτου τεύχους του «Μικρού Ήρωα» και του πρώτου τεύχους της σειράς «Από τη Μυθολογία και την Ιστορία της Ελλάδος» των Κλασικών Εικονογραφημένων. Από τη μία ο πρώτος μεγάλος, μεταπολεμικός «ήρως». Από την άλλη η πρώτη μεγάλη σειρά ελληνικών κόμικς, ενδιαφέρουσα από ιστορικής άποψης τόσο λόγω της εγχώριας πρωτοπορίας της και των σπουδαίων συντελεστών της όσο και λόγω της αποτύπωσης της δικής της εποχής: της συντηρητικής, μετεμφυλιακής Ελλάδας. Η εικονογραφημένη «αμερικανική εισβολή» Πώς άρχισαν όλα αυτά; Στον δύσκολο, ψυχροπολεμικό Μάρτιο του 1951, γίνεται το θαρραλέο άλμα των Κλασικών Εικονογραφημένων στο ελληνικό έδαφος με τους «Άθλιους» του Βίκτωρος Ουγκώ. Η αυθεντική αμερικανική σειρά του εκδότη Άλμπερτ Κάντερ είχε στόχο την εκλαΐκευση της λογοτεχνίας για το ευρύ παιδικό κοινό. Όταν κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα από τις εκδόσεις «Ατλαντίς» των αδελφών Μιχάλη, Γιώργου και Κώστα Πεχλιβανίδη, τα πολύχρωμα εντυπωσιακά τεύχη της έγιναν ανάρπαστα από τους νεαρούς αναγνώστες. Η επιτυχία του εντύπου προκάλεσε και τις αναμενόμενες συντηρητικές αντιδράσεις: δάσκαλοι, γονείς, ακαδημαϊκοί όπως ο Παπανούτσος κι ο Πανσέληνος τα κατηγόρησαν τόσο για «εκχυδαϊσμό της λογοτεχνίας» όσο και για «αμερικανική πολιτιστική επίθεση» με «φανταχτερά, ευτελή σχέδια». Αυτές οι επικρίσεις σίγουρα έβαλαν τους εκδότες σε σκέψεις. Ο Παντελής Πεχλιβανίδης, γιος του εκδότη Γιώργου, είχε ισχυριστεί σε συνέντευξή του πως ο ίδιος ο Κάντερ προέτρεψε τους Έλληνες εκδότες για δημιουργία ελληνοκεντρικών ιστοριών, τόσο λόγω του ενδιαφέροντός του για την αρχαία γραμματεία όσο και λόγω των «λαθών» αμερικανικών τευχών, όπως στην «Ομήρου Ιλιάδα». Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος διά χειρός Μποστ Το σίγουρο είναι πως τον Οκτώβριο του 1953, οι εκδόσεις «Ατλαντίς» κυκλοφόρησαν το επόμενο, ακόμα πιο θαρραλέο βήμα, το τεύχος «Περσέας και Ανδρομέδα» βασισμένο στον αρχαίο μύθο. Το σενάριο υπέγραφε ο Βασίλης Ρώτας και το σχέδιο ο Κώστας Γραμματόπουλος, ενώ ένας υπότιτλος στο εξώφυλλο έγραφε: «Από την Μυθολογία και την Ιστορία της Ελλάδος». Το κόμικς βρήκε μεγάλη αποδοχή και οδήγησε στη δημιουργία ακόμα 90 τευχών βασισμένων στο ελληνικό εθνικό αφήγημα, τα οποία κυκλοφορούσαν σχεδόν εναλλάξ με τα αμερικανικά μέχρι και τη δεκαετία του ’60. Από τον Όλιβερ Τουίστ στον Κολοκοτρώνη Η νέα σειρά πετύχαινε με έναν σμπάρο δυο τρυγόνια: από τη μια αντέκρουε τους επικριτές των Κλασικών για «αμερικανοποίηση» και από την άλλη προσείλκυε ακόμα περισσότερο κοινό. Ο τίτλος της τα έλεγε όλα: τα κόμικς αυτά βασίζονταν στο μακραίωνο ελληνικό εθνικό αφήγημα από τα ομηρικά έπη μέχρι τον Κρητικό Αγώνα. Στόχος τους δεν ήταν η μεταφορά σε κόμικς λογοτεχνικών έργων, μα η μεταφορά των εθνικών μύθων, ακόμα και η χρήση τους ως εκπαιδευτικού υλικού. Μέσα από τις σελίδες τους παρέλασαν ηρωικοί φουστανελάδες, θαρραλέοι Αθηναίοι και υπερηρωικοί Βυζαντινοί ακρίτες που θριάμβευαν ενάντια σε κακομούτσουνους αλλόφυλους κακούς, πετώντας πομπώδη λόγια περί αδιάκοπου ελληνικού έθνους. Στη νέα σειρά, τα λογοτεχνικά αμερικανικά Κλασικά Εικονογραφημένα βαφτίστηκαν στην κολυμπήθρα του μετεμφυλιακού συντηρητισμού και του διδακτισμού του έθνους-κράτους, αναδυόμενα ως Εθνικά Εικονογραφημένα. Το Κλασικό είχε γίνει Εθνικό. Η βρετανική έκδοση του «Δαίδαλος και Ίκαρος». Ορισμένα ελληνικά τεύχη αρχαιοελληνικής θεματολογίας κυκλοφόρησαν και μεταφρασμένα στην Αγγλία. Τα 91 τεύχη της σειράς μπορούν να καταταχθούν σε 4 κατηγορίες με βάση το θέμα τους: Αρχαία Ελλάδα (μυθολογία, γραμματεία, ιστορία), Βυζάντιο (βιογραφίες αυτοκρατόρων και προσωπικοτήτων), Επανάσταση του 1821 (βιογραφίες αγωνιστών, μάχες) και Νεοελληνική Γραμματεία (κρητική λογοτεχνία, δημώδης παράδοση και βιβλία του 19ου αιώνα). Εντύπωση προκαλεί πως ανάμεσα στους τίτλους τής – απευθυνόμενης σε παιδιά – σειράς κυκλοφόρησαν μεταφορές αρχαίων τραγωδιών, όπως «Πέρσες» και «Οιδίπους Τύραννος», και έργων σαν τον «Λουκή Λάρα» του Βικέλα και τη «Βαβυλωνία» του Βυζάντιου! Δημιουργοί, φανφάρες και deadlines Άλλο ένα αξιοσημείωτο των ελληνικών Κλασικών είναι πως οι δημιουργοί τους, διαπρεπείς όλοι στο αντικείμενό τους, δεν είχαν ξαναφτιάξει ποτέ τους κόμικς! Οι σεναριογράφοι τους ήταν φτασμένοι λογοτέχνες και γνώστες της ελληνικής ιστορίας και φιλολογίας, μέλη της Αντίστασης κατά την Κατοχή και υπέρμαχοι της δημοτικής γλώσσας, όπως η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη (στιχουργός του Ύμνου του ΕΑΜ), η Γεωργία Δεληγιάννη-Αναστασιάδη, ο pulp συγγραφέας Νίκος Ρούτσος και φυσικά ο πρωτεργάτης της σειράς Βασίλης Ρώτας. Όλοι αρχικά μεταφραστές των αμερικανικών τευχών, ανέλαβαν τη συγγραφή των κόμικς βασισμένοι στην εμπειρία τους με τα αμερικανικά πρωτότυπα και στις γνώσεις τους πάνω στη συγγραφή για παιδιά. Ο λόγος τους είναι απλός, λαϊκός, κατανοητός κι ευχάριστος στην ανάγνωση, με πυκνά όμως λόγια που σπάνια απέφευγαν τις κλισέ εθνικιστικές φανφάρες της εποχής. Η ομάδα των εικονογράφων ήταν ακόμα πιο ανομοιογενής: στον αρχικό συνδυασμό βρίσκονταν οι Κώστας Γραμματόπουλος, Βασίλης Ζήσης, Νίκος Καστανάκης, Παύλος Βαλασάκης, Γιώργος Βακαλό και Μέντης Μποσταντζόγλου, ενώ στη συνέχεια προστέθηκαν οι νεαροί φοιτητές της Καλών Τεχνών Γιάννης Δραγώνας, Γεράσιμος Λιβιεράτος, Τάκης Κατσουλίδης και αρκετοί ακόμα. Χαράκτες, ζωγράφοι, γραφίστες και γελοιογράφοι, διαπρεπείς ή πρωτάρηδες, οι σχεδιαστές έμπασαν το δικό τους στιλ στην πρωτόγνωρη για αυτούς γλώσσα των κόμικς, καταλήγοντας όμως αρκετές φορές σε ατσούμπαλα αισθητικά αποτελέσματα, στήνοντας άβολα το πυκνό κείμενο με τα σκίτσα. Σε κάθε περίπτωση, τα ετερόκλητα κόμικς τους έπλασαν μια ξεχωριστή αισθητική από εκείνη των Αμερικανών ομοτέχνων τους που σε κάποια τεύχη εντυπωσιάζει ακόμα και σήμερα. Και φυσικά, όλα αυτά λίγο απασχολούσαν τους νεαρούς αναγνώστες που καταβρόχθιζαν το κάθε νέο τεύχος. Οι 4 θεματικές των ελληνικών Κλασικών: Αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο, 1821 και Νεοελληνική Γραμματεία. Οι συνθήκες εργασίας στα Κλασικά δεν ήταν εύκολες. Από άρθρο του Παύλου Βαλασάκη μαθαίνουμε για τα μικρά χρονικά περιθώρια (deadlines) παράδοσης μεγάλου όγκου σελίδων και για τις χαμηλές πληρωμές. Λόγοι που οδηγούσαν σε σχεδιαστικές προχειροδουλειές και που, μαζί με το στίγμα του «φτηνού και χαμηλού αναγνώσματος» που δεν μπόρεσε να αποβάλει το έντυπο, οδήγησαν πολλούς δημιουργούς στην ανωνυμία μέσα στα τεύχη. Έκθεση στο Ψηφιακό Μουσείο Κόμικς Εν όψει της επετείου της σειράς, το Ψηφιακό Μουσείο Κόμικς (comicsmuseum.gr), γνωστός ιστότοπος ψηφιακών εκθέσεων της Comicdom Press γύρω από τα κόμικς, διοργάνωσε από τον Μάιο τη διαδικτυακή έκθεση «Κλασικά Εικονογραφημένα: Οι Αθάνατες Ελληνικές Δημιουργίες» σε επιμέλεια του γράφοντος. Σε αυτήν βρίσκονται σελίδες, βιογραφικά δημιουργών και αναφορές στις ιστορικές συνθήκες που καλλιέργησαν τη σειρά. Στη μεγάλη αυτή έκθεση, ο επισκέπτης μπορεί ελεύθερα να ξεναγηθεί σε ένα από τα πρώτα, άτσαλα υπό το σύγχρονο πρίσμα μα θαρραλέα βήματα Ελλήνων δημιουργών στην 9η Τέχνη, τους παππούδες των σύγχρονων ελληνικών κόμικς. ● Γνωρίστε περισσότερα για τη σειρά στην έκθεση του Ψηφιακού Μουσείου Κόμικς «Κλασικά Εικονογραφημένα: Οι Αθάνατες Ελληνικές Δημιουργίες» στο comicsmuseum.gr Και το σχετικό link...
  5. Στη μνήμη των 20 χρόνων από τον θάνατο του μεγάλου εικαστικού και δασκάλου Κώστα Γραμματόπουλου, το Καρέ Καρέ προβάλλει το έργο του για την 9η Τέχνη. Ο Κώστας Γραμματόπουλος Ζωγράφος, εικονογράφος, καθηγητής και πρύτανης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, πρωτοπόρος και ρηξικέλευθος χαράκτης, ο Κώστας Γραμματόπουλος (1916-2003) ήταν αναμφίβολα μια μεγάλη και πολυσχιδής προσωπικότητα της νεοελληνικής Τέχνης. Λαϊκός και προσιτός, καθώς γενιές Ελλήνων μεγάλωσαν με τις εικόνες που δημιούργησε για το περίφημο Αλφαβητάριο «Τα Καλά Παιδιά», αριστερός μέσα από τις δράσεις και τις αφίσες του για το ΕΑΜ και ταυτόχρονα εθνικός με τον ελληνοκεντρισμό των έργων του. Πολλά έχουν γραφτεί για εκείνον, μία όμως μικρή και ξεχωριστή γωνιά του έργου του έχει ελαφρώς περάσει στην αφάνεια: τα κόμικς του! Το διάσημο «Αλφαβητάριο» Συγκαταλέγονται – ή τσουβαλιάζονται – στον τομέα των εικονογραφήσεών του. Με τη σύγχρονη συζήτηση και μελέτη πάνω στα κόμικς, οφείλουμε να τα δούμε με άλλη οπτική, μιας και η εικονογράφηση ενός βιβλίου και ο σχεδιασμός ενός κόμικς αποτελούν δύο διαφορετικές μορφές Τέχνης με δικό τους λεξιλόγιο. Εξάλλου, ένας παρατηρητικός αναγνώστης θα αντιληφθεί πως με τον ζήλο που προσέγγισε τα εν λόγω κόμικς ο καλλιτέχνης πρέπει να είχε καταλάβει τη διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές τέχνες. Μα για ποια κόμικς μιλάμε; Αν και λίγα στον αριθμό, ο Κώστας Γραμματόπουλος σχεδίασε κάποια από τα πρώτα τεύχη της ελληνικής σειράς των Κλασικών Εικονογραφημένων σε σενάρια του μεγάλου Βασίλη Ρώτα. Το 1951, οι αδελφοί Πεχλιβανίδη με την εκδοτική τους «Ατλαντίς» φέρνουν στα ελληνικά περίπτερα τα αμερικανικά «Κλασικά Εικονογραφημένα». Τα κόμικς αυτά, παρά το κυνήγι μαγισσών που τα υποδέχτηκε, γίνονταν ανάρπαστα. Οι μεταφράσεις των κειμένων από λογοτέχνες/υποστηρικτές της δημοτικής και λαϊκής έκφρασης όπως ο Ρώτας και η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη κάνουν τη γλώσσα τους πιο απολαυστική και προσιτή στον φτωχό παιδόκοσμο του ’50. Το 1953, οι εκδότες αποφασίζουν μια νέα κατεύθυνση για τη σειρά: τη σειρά τευχών «Από την Μυθολογία και την Ιστορία της Ελλάδος», με πρωτότυπα σενάρια των μεταφραστών της σειράς, εικονογραφημένα από Έλληνες καλλιτέχνες και βασισμένα στο ελληνικό εθνικό αφήγημα. Θα ήταν η πρώτη μεγάλη ελληνική σειρά κόμικς. Εκείνον τον χρόνο, ο 37χρονος Γραμματόπουλος ήταν ένας πετυχημένος χαράκτης και εικονογράφος, βραβευμένος για την εικονογράφηση του Αλφαβηταρίου «Τα Καλά Παιδιά» και άρτι παντρεμένος με την Αλκμήνη Νικολαΐδου. O βιοπορισμός – πόσο μάλλον για έναν νιόπαντρο – θα στάθηκε κίνητρο για να εργαστεί στα «Κλασικά». Ο πολιτικός προσανατολισμός του μπορεί επίσης να έπαιξε ρόλο, μιας και οι υπόλοιποι καλλιτέχνες που κλήθηκαν πρώτοι στα «Κλασικά» (Ζήσης, Καστανάκης, Μποστ) ήταν ως επί το πλείστον, όπως και οι συγγραφείς τους, αριστεροί. Δεν αποκλείεται επιπλέον, ο Γραμματόπουλος να γνωριζόταν ήδη με τον Ρώτα και τη Μαυροειδή από την Αντίσταση. Κι έτσι, βρέθηκε να είναι σχεδιαστής του ιστορικού πρώτου τεύχους των ελληνικών «Κλασικών Εικονογραφημένων» που κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 1953, του «Περσέας και Ανδρομέδα» σε κείμενο του Βασίλη Ρώτα. Σχεδόν χαρακτική σύνθεση από την πρώτη σελίδα του «Περσέας και Ανδρομέδα» Τα τεύχη των «Κλασικών» που σχεδίασε ο Γραμματόπουλος ήταν μονάχα πέντε. Τρία ενυπόγραφα («Περσέας και Ανδρομέδα» #43, «Κολοκοτρώνης» #55, «Θησέας και Μινώταυρος» #66) και δύο ανυπόγραφα. Όσον αφορά τα ανυπόγραφα, σύμφωνα με τον μελετητή Κυριάκο Κάσση, ο Γραμματόπουλος ξεπατίκωσε το σχέδιο του αμερικανικού τεύχους της «Ιλιάδας» για την ελληνική του δημοσίευση – κάτι που έκανε, κατά τη γνώμη μου, και με το αντίστοιχο τεύχος της «Οδύσσειας». Τα τεύχη που σχεδιάζει είναι ολόιδια στους διαλόγους και στη σκηνοθεσία με τα αυθεντικά αλλά με συγκεκριμένες διορθώσεις στις «αμερικανιές», ξανασχεδιάζοντας παραδείγματος χάριν, τον ξυρισμένο, χολιγουντιανό Οδυσσέα του αμερικανικού τεύχους με μαύρη αρχαιοελληνική γενειάδα και κώμη. Ο… Αμερικάνος Οδυσσέας (αριστερά) και ο Οδυσσέας του Γραμματόπουλου (δεξιά) από την «Οδύσσεια» Τα υπόλοιπα τρία, που φέρουν το όνομά του ως σχεδιαστή, είναι λαμπρά αποτελέσματα της χημείας του με τον Ρώτα. Ο 64χρονος τότε Κορίνθιος συγγραφέας, βαθύς γνώστης της Ιστορίας και ήδη 30 χρόνια βουτηγμένος στη θεατρική συγγραφή, ήξερε πώς να μεταφέρει μια ιστορία σε διαλόγους. Ήξερε επίσης πώς να γράψει για παιδιά, έχοντας γράψει ήδη θεατρικά και θεωρητικά κείμενα για το παιδικό θέατρο. Ο Γραμματόπουλος από τη μεριά του ανταποκρίνεται πλήρως στις περιστάσεις καθώς, χωρίς να έχει ασχοληθεί ποτέ με το Μέσο, καταφέρνει να προσαρμόσει στα κόμικς τα χαρακτηριστικά του στιλ του. Το σχέδιό του θυμίζει ξεκάθαρα χαρακτικά έργα, με έντονη παρουσία μαύρου και γραμμοσκιάσεων όπως στην τεχνική της ξυλογραφίας. Το σχέδιό του, δωρικό και μετρημένο, με κάθε καρέ να μοιάζει με αυτόνομο χαρακτικό έργο και ευθείες αναφορές στην αρχαία ελληνική Τέχνη, είναι εξιδανικευτικό αλλά και γκροτέσκο ή κωμικό όταν χρειάζεται. Χαρακτηριστική είναι η απόδοση της στρατιάς του Δράμαλη στον «Κολοκοτρώνη» που μοιάζει τρομακτική στην προέλασή της αλλά κωμική (σαν φιγούρες του Καραγκιόζη) στην ήττα στα Δερβενάκια. Πολλές από αυτές τις επιλογές ίσως έγιναν και υπό την καθοδήγηση του Ρώτα ή και των εκδοτών. Οι Τούρκοι στον «Κολοκοτρώνη» τσαλακώνονται στα Δερβενάκια σαν φιγούρες θεάτρου σκιών Ίσως πιο άτσαλα στον «Περσέα» και στον «Θησέα» αλλά πιο εύρυθμα και με περισσότερα σκηνοθετικά πειράματα στον «Κολοκοτρώνη», οι δύο δημιουργοί γράφουν ιστορία στο Μέσο. Οι εικόνες του Γραμματόπουλου που θυμίζουν ταυτόχρονα λαϊκή τέχνη και χαρακτική, δίνοντας κατάλληλη υπόσταση στον καθημερινό γάργαρο λόγο του Ρώτα, συνθέτουν ένα τρομερό δέσιμο σεναριογράφου-σχεδιαστή οι οποίοι γεννούν ευφάνταστες και διασκεδαστικές ιστορίες για παιδιά, αναπαράγοντας, βέβαια, τους εθνικούς μύθους της εποχής. Στους διαλόγους του Ρώτα και στα σχέδια του Γραμματόπουλου δεν πέφτει ο ίσκιος της μίμησης των αμερικανικών προτύπων ούτε υπάρχει η αναμενόμενη αδεξιότητα πρωτάρηδων σε ένα νέο Μέσο. Πρόκειται για ατόφια τέχνη για τον λαό, στα επίπεδα του θεάτρου σκιών του Σπαθάρη, των λαϊκών αναγνωσμάτων του «Μικρού Ήρωα» και των τραγουδιών του Τσιτσάνη. Αφίσα του Γραμματόπουλου για το ΕΑΜ Όμως η συνεργασία του Γραμματόπουλου με τα «Κλασικά» δεν μακροημέρευσε. Το 1954 φεύγει με υποτροφία για περαιτέρω σπουδές στο Παρίσι, απ’ όπου θα γυρίσει μετά από 4 χρόνια με καινούργιες ιδέες και με δική του έδρα στην ΑΣΚΤ. Η πορεία του θα έπαιρνε πια νέα τροχιά. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν θα συνέχιζε την πορεία του στα «Κλασικά» αν δεν πήγαινε στο Παρίσι. Άξιο αναφοράς είναι πως η γυναίκα του, Αλκμήνη, σχεδίασε κι εκείνη ένα τεύχος της σειράς, το «Ορφέας και Ευρυδίκη», σε σενάριο Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη, το πρώτο ελληνικό κόμικς φτιαγμένο από γυναίκες δημιουργούς. Κι ας μη μάθουμε ποτέ τι μετέπειτα πορεία θα είχε ο Γραμματόπουλος στα κόμικς, θα έχουμε πάντα τους λιγοστούς καρπούς που έδωσε, από τα πρώτα έργα της νεαρής τότε ελληνικής 9ης Τέχνης. Και το σχετικό link...
  6. Και πάλι ξεκινάω ευχαριστώντας τον crc, ο οποίος 'εφτιαξε' τα σκαναρίσματα στη σωστή τους διάσταση και συνεπώς χάρη σε αυτόν διαβάζετε το άρθρο. Και αυτό το ανεβάζω με καθυστέρηση (όχι τόσο μεγάλη, αυτή τη φορά), γιατί η εφημερίδα δεν χωρούσε στο σκάνερ μου και περίμενα μήπως κάποιος άλλος αποκτήσει πρόσβαση στο άρθρο. Υποτίθεται ότι είναι βιβλιοκριτική του τεύχους "Ο Κολοκοτρώνης" των Κλασικών Εικονογραφημένων, αλλά και του "1453" των Μανούσου και Παγώνη, αλλά στο δεύτερο αφιερώνεται ελάχιστος χώρος. Φυσικά, ο Κανέλλης τα χρησιμοποιεί, για να το πάει αλλού το θέμα...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.