Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'κανέλλος μπίτσικας'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Dr Paingiver's blog
  • Valt's blog
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 9 results

  1. Γεννήθηκε στο Γαλάτσι, έχει ζήσει στη Λυών και στον Καναδά, τώρα μένει στην πλατεία Αμερικής. Είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους σχεδιαστές κόμικ της νέας γενιάς. • Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Γαλάτσι, σε ένα περιβάλλον αρκετά μικροαστικό. Δεν υπήρχε η έννοια της τέχνης στο σπίτι, ήταν τελείως προσωπική μου ανάγκη. Ήταν έκφραση για μένα, από μικρός ζωγράφιζα τους τοίχους, έκοβα τις κουρτίνες, έψαχνα συνέχεια να κάνω κάτι δημιουργικό, αλλά δεν είχα και την καλύτερη ανταπόκριση. Σιγά-σιγά όμως, μέσα από αυτό βρήκα τον εαυτό μου και μέσα από τον εαυτό μου βρήκα την τέχνη. Κάπως έτσι εξελίχθηκε. • Από παιδί είχα διάφορες ανησυχίες, ήταν πολλά αυτά που με απασχολούσαν και σε πιο προσωπικό επίπεδο. Είχα τους φίλους μου, έκανα συνέχεια όνειρα, είχα μεγάλη φαντασία, στην εφηβεία με απασχολούσε η σεξουαλικότητά μου, η πολιτική. Πήγαινα στην Γκράβα, ανήκω στη γενιά του Αρσένη. Ήμουν στη Γ’ Γυμνασίου όταν έγιναν οι κινητοποιήσεις και τότε υπήρξε η πρώτη σπίθα για την πολιτική. Ήμουν πολύ μικρός για να καταλάβω πώς δουλεύουν το σύστημα και ο κόσμος, αλλά πήρα μία γεύση απ’ αυτό και από τότε δουλεύω ομαδικά, προσπαθώντας να παλέψω για κάτι, αποκτώντας πολιτική συνείδηση. • Ήθελα πάντα να γίνω ζωγράφος, αυτό έλεγα, χωρίς να ξέρω καν τι σημαίνει. Πάντα είχα όμως το φόβο που μου καλλιέργησαν οι γονείς μου για το «πώς θα ζήσεις; Εμείς δεν μπορούμε να βοηθάμε». Η μητέρα μου ασχολούνταν με τα οικιακά, καμιά φορά φύλαγε παιδιά, και ο πατέρας μου ήταν δημόσιος υπάλληλος, οπότε έπαιζε πάρα πολύ η τετράγωνη λογική να έχεις μια σταθερή δουλειά, να έχεις έναν σίγουρο μισθό, έτσι ώστε να μπορέσεις να ζήσεις τα παιδιά σου. Αυτό το μοτίβο, το οποίο με περιόρισε αρκετά, ειδικά στην εφηβεία, είχε ως αποτέλεσμα να απομακρυνθώ από το σχέδιο. Γι’ αυτό και όταν έδωσα Πανελλήνιες πέρασα στη Σχολή Συντήρησης Έργων Τέχνης. Ήταν κοντά στην τέχνη, αλλά δεν αφορούσε τη δημιουργία. Την έβγαλα τη σχολή, πήρα το πτυχίο, αλλά εκεί μέσα συνειδητοποίησα ότι δεν μου αρέσει να το κάνω αυτό, δεν θα ήθελα στα τριάντα μου να είμαι συντηρητής αλλά σχεδιαστής. Έτσι ξεκίνησα να κυνηγάω αυτό το όνειρο και ήταν η πρώτη φορά που είχα πραγματικά έναν στόχο, στα είκοσι δύο μου, γιατί δεν ήμουν ποτέ καλός μαθητής, δεν υπήρχε ποτέ το κίνητρο, για ποιον λόγο να κάτσεις να διαβάσεις πέρα από το να σπουδάσεις, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. • Ξεκίνησα να κάνω κάποια σεμινάρια κόμικς στο Μικρό Πολυτεχνείο και φάνηκε ότι το σχέδιό μου ήταν σε ένα αρκετά καλό επίπεδο, επειδή σχεδίαζα πολλά χρόνια αλλά χωρίς να ξέρω κιόλας, δεν σχεδίαζα ακαδημαϊκά. Ωστόσο ήταν η πρώτη μου επαφή με το κόμικ, να κάνω κάτι που στέκει και αφηγηματικά και σχεδιαστικά. Εκεί, στα είκοσί μου, άρχισα να βλέπω το σχέδιο σοβαρά. Έμαθα πραγματικά να σχεδιάζω στην τεχνική σχολή σχεδίου στη Γαλλία, όπου σε μαθαίνουν πώς να ζωγραφίζεις. Τα δύο πρώτα χρόνια μόνο ακαδημαϊκά, γυμνά μοντέλα, προτομές, σχεδίαση αντικειμένου, πώς να τοποθετείς το αντικείμενο στον τρισδιάστατο χώρο, αρχές προοπτικής, τα πάντα. Παράλληλα κάναμε και κόμικ, εικονογράφηση, κινούμενο σχέδιο, για να διαλέξουμε την κατεύθυνση που θέλαμε. Από αυτά τα τέσσερα χρόνια θυμάμαι μόνο τη σχολή, δεν υπήρχε ζωή παραδίπλα, και συνέχισε και εκτός σχολής αυτό το μοτίβο. Πριν φύγω για Γαλλία δούλευα στην εστίαση εφτά χρόνια, σεζόν σε νησιά κ.λ.π., κι έτσι μάζεψα και τα λεφτά για να φύγω. • Τελειώνοντας τη σχολή είχα αποφασίσει να μην ξαναδουλέψω σε άκυρη δουλειά, γιατί μου είχε βγει η πίστη όλα αυτά τα χρόνια, θα κυνηγούσα το σχέδιο όσο μπορούσα. Και βοήθησε το γεγονός ότι είχα πει «αν όχι αυτό, τίποτα» χωρίς να αφήσω άλλη επιλογή ‒ μέχρι τώρα λειτουργεί κάπως. Πάνε εφτά χρόνια που έχω τελειώσει τη σχολή και τα τελευταία ζω από αυτό, δεν μπορώ να πω άνετα, αλλά δεν ξέρω και αν θα ζήσω ποτέ άνετα απ’ το σχέδιο. • Ένας άνθρωπος που με επηρέασε πολύ ήταν ένας καθηγητής μου στη σχολή σχεδίου, ο Πασκάλ Ζαρκέτ, γλύπτης και εικονογράφος, ο οποίος φτιάχνει σκηνικά για τις μεγαλύτερες όπερες της Γαλλίας. Απίστευτος άνθρωπος, στάθηκε δίπλα μου από την αρχή όταν τα γαλλικά μου ήταν χάλια και δεν καταλάβαινα, και χρησιμοποιούσε τη γλώσσα του σώματος για να μου εξηγήσει τι ήθελε να κάνω, τι μου ζητάει σαν άσκηση. Θυμάμαι μια ατάκα που μου είχε πει και τη λέω κάθε φορά που με ρωτάνε για τη ζωγραφική: «Όταν δεν ζωγραφίζεις καλά, δεν σημαίνει ότι δεν έχεις ταλέντο, σημαίνει ότι απλώς δεν έχεις μάθει ακόμα να παρατηρείς». Αυτό το πράγμα μού έλυσε τα χέρια, γιατί το σχέδιο είναι πολύ προσωπική διαδικασία και είναι δύσκολο να βρεις τη γραμμή σου. Βασικά, σε βρίσκει αυτή, δεν τη βρίσκεις εσύ. Υπάρχει εκεί αυτό το πράγμα, το θέμα είναι να μάθει ο εγκέφαλος να δίνει την εντολή στο χέρι σου. Δεν πιστεύω στο ταλέντο, πιστεύω στην αντίληψη, και μετά, αν η αντίληψη κάποιου είναι καλύτερη από κάποιων άλλων, χρειάζεται καλλιέργεια, αλλιώς δεν γίνεται τίποτα. Τον έχω πάντα ορόσημο αυτόν τον άνθρωπο. • Η ασχολία μου με το σχέδιο ήταν από τα μεγαλύτερα ρίσκα που έχω πάρει στη ζωή μου. Και ακόμα ρίσκο είναι, δεν έχουν δρομολογηθεί τα πράγματα. Ήρθε μια στιγμή στη ζωή μου που συνειδητοποίησα ότι για να ζήσω πρέπει να δουλέψω, δεν έχω και άλλη επιλογή, τι δουλειά θα κάνω; Κι επέλεξα να κάνω κάτι εξαιρετικά δύσκολο, για το οποίο αναπόφευκτα πρέπει να θυσιάσω πράγματα, ωστόσο ξέρω ότι σηκώνομαι στις οχτώ το πρωί για να κάνω αυτό που γουστάρω. Κι αυτό είναι μεγάλη ικανοποίηση. Μπορεί να κάθομαι στο γραφείο όλη μέρα δουλεύοντας, πολλές φορές εφτά μέρες την εβδομάδα, να είμαι κομμάτια και να νιώθω ότι έχω πάει στη Νέα Υόρκη με τα πόδια από την κούραση, αλλά με καλύπτει. Θυσιάζεις πράγματα, την προσωπική σου ζωή, αλλά δεν έχω χόμπι, η διέξοδός μου είναι η δουλειά μου. Περνάω πολλές ώρες με τη δουλειά μου, δεν γίνεται να κάνω κάτι μου με θλίβει. Είναι ένα επάγγελμα όμως που θα έχει πάντα ρίσκο. • Επαγγελματικά σχεδιάζω από το 2012, όταν ήμουν ακόμα στη σχολή. Δούλεψα σε ένα πρότζεκτ κυρίως με χρώμα στη μεγαλύτερη τοιχογραφία του Moebius, αυτήν που έκανε στο Montrouge δίπλα στο Παρίσι. Του είχε παραγγείλει το δημαρχείο ένα τεράστιο έργο 170 τετραγωνικών μέτρων αλλά πέθανε πριν το τελειώσει, το 2012, και το τελείωσε η ανιψιά του που είχε σπουδάσει το στυλ του. Πήρα τη δουλειά μέσω μιας καθηγήτριάς μου που δούλευε στο πρότζεκτ. Ήμουν πολύ τυχερός, γιατί εκεί είδα ποια είναι η διαδικασία δουλεύοντας στο έργο ενός «θεού». Στη συνέχεια εκδόθηκε ένα παραμύθι που είχα γράψει κι έτσι είδα για πρώτη φορά τι σημαίνει «σχεδιάζω επαγγελματικά». Μετά τελείωσα τη σχολή και συνέχεια προέκυπταν πράγματα ‒ πρέπει να έστειλα πενήντα βιογραφικά σε περιοδικά και εφημερίδες γιατί με ενδιέφερε πολύ να δουλεύω κυρίως εκεί, έψαχνα τέτοιες δουλειές, το κόμικ προέκυψε λίγο αργότερα. • Η Γαλλία έχτισε όλη την αισθητική μου και την αντίληψή μου για την τέχνη. Έμαθα Ιστορία της Τέχνης. Πάντα με ενδιέφερε ο εικοστός αιώνας στην τέχνη, αλλά αυτό δεν μου δημιούργησε μια αισθητική, πηγαίνοντας στη σχολή κάπως μπήκαν σε μια σειρά οι γνώσεις που είχα από την Ιστορία της Τέχνης. Ο Egon Schiele για παράδειγμα γαλούχησε το στυλ μου, στα πρώτα έργα που έκανα αντέγραφα τα δικά του, τη γραμμή του, και αυτό το πράγμα εξελίχθηκε μόνο του, σιγά σιγά το σχέδιό μου έπαψε να τον θυμίζει. Η σχολή στη Γαλλία ήταν ένα παράθυρο στην τέχνη, στον κόσμο, ήταν απίστευτες επιρροές, είχα σημαντικούς καθηγητές που έβλεπες το έργο τους και έλεγες «οk, αυτό δεν το έχω ξαναδεί, αυτή η αισθητική δεν θα με τράβαγε ποτέ, αλλά κοίτα, έχει κάτι να σου δείξει». Η ιδέα των κόμικς στο μυαλό μου ήταν εντελώς διαφορετική, πολύ πιο τυποποιημένη πριν πάω εκεί. Και επέλεξα να πάω γιατί ήξερα ότι δεν θα με έβαζαν σε καλούπι. Σε καθοδηγούσαν και σε συμβούλευαν, και είναι πολύ σημαντικό αυτό. • Κάποια στιγμή δοκίμασα να ζήσω στον Καναδά επειδή έχω καναδική υπηκοότητα. Ο πατέρας μου ήταν μετανάστης εκεί δώδεκα χρόνια, έφυγε με το μεταναστευτικό κύμα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και πήρε την υπηκοότητα. Έτσι γεννήθηκα με καναδικό διαβατήριο και πήγα στον Καναδά επειδή θεώρησα ότι έπρεπε να εκμεταλλευτώ την πρόσβαση που δεν έχει ο καθένας. Το κυνηγούσα χρόνια να πάω αλλά τα τέσσερα πρώτα χρόνια στη Γαλλία οι γονείς μου ήταν άρρωστοι, οπότε γυρνούσα Ελλάδα μόνο γι’ αυτόν τον λόγο, για να τους δω και να χαρούνε. Μετά πέθαναν και οι δύο και είχα την ελευθερία να πάω να δω τι γίνεται εκεί. Έγινε αργά στη ζωή μου όμως και το ταξίδι ήταν αποτυχία, αλλά έμαθα πολλά πράγματα για τον εαυτό μου στον Καναδά. Πάντα είχα αυτό το ρομαντικό στο μυαλό μου, ότι μέχρι να πεθάνεις πρέπει να έχεις πάει παντού, και όχι μόνο ως επισκέπτης, πρέπει να έχεις ζήσει για καιρό σε διάφορες χώρες και πόλεις για να δεις τις κουλτούρες. Είχα ξεχάσει όμως τον παράγοντα «άνθρωπος», και φτάνοντας στον Καναδά συνειδητοποίησα ότι μου έλειπαν οι φίλοι μου. Είδα ότι το Αθήνα ‒ Λυών ήταν πιο εύκολο ταξίδι, ενώ το Καναδάς ‒ Αθήνα ή Καναδάς ‒ Λυών έπρεπε να το κανονίσεις πέντε μήνες πριν και να έχεις μαζέψει και λεφτά μόνο για τα εισιτήρια. • Στην κουλτούρα δεν αισθάνθηκα και μεγάλες διαφορές, αλλά πολιτικά ο καπιταλισμός γεννήθηκε εκεί, δεν είχαν ποτέ κάποιο άλλο σύστημα και τον είδα να παρεισφρέει στις ανθρώπινες σχέσεις. Έπαιζε πάρα πολύ πάρε-δώσε, για να σου δώσω πρέπει να μου δώσεις, μέχρι και στα διαπροσωπικά. Φρίκαρα με αυτό πάρα πολύ. Και μετά ήταν το κωλόκρυο. Δεν είμαι του καλοκαιριού, το προτιμώ το κρύο γιατί μπορείς να προφυλαχτείς, αλλά εκεί ήταν ακραία η κατάσταση, περίμενα να τελειώσουν όλες οι προμήθειες που είχα στο σπίτι για να βγω να πάω σούπερ-μάρκετ και ένιωθα ότι αν έβγαινα θα πονούσα. Ήταν πολύ δύσκολο. Ήμουν τριάντα δύο χρονών και συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να τα κάνω όλα από την αρχή, π.χ. να κάνω φίλους κι αυτό ήταν πολύ δύσκολο, γιατί σε αυτή την ηλικία ξέρεις πλέον τι ανθρώπους θέλεις να έχεις γύρω σου. Είναι διαφορετικά στα είκοσι πέντε σου που ακόμα μαθαίνεις. Κατάλαβα ότι δεν θέλω να κάνω καινούργιους φίλους, γιατί ήξερα ότι για να γίνεις κολλητός με κάποιον άνθρωπο πρέπει να περάσουν δυο-τρία χρόνια για να έρθεις αβίαστα κοντά του κι εγώ δεν θα ήθελα να σπαταλήσω τόσο χρόνο. Γι’ αυτό γύρισα. Είχα στο μυαλό μου τον Καναδά ως τη γη της επαγγελίας και χάρηκα που πήγα, γιατί αν δεν πήγαινα δεν θα ήξερα ποτέ πώς είναι. Έμαθα κάποια πράγματα για τον εαυτό μου, αναδιοργάνωσα κάποιες εντυπώσεις που είχα για μένα και έμαθα πως δεν είμαι όπως πίστευα, αλλά that ’s fine, δεν υπάρχει πρόβλημα. • Τώρα επιστρέφω στην Αθήνα γιατί ένιωσα ότι έκανε τον κύκλο της η Λυών. Σκεφτόμουν να πάω στο Βερολίνο γιατί έχω φίλους εκεί, αλλά δεν είχα το κουράγιο για άλλο ξεκίνημα. Δεν μιλάω γερμανικά και δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να τα μάθω από την αρχή όπως τα γαλλικά. Εκτός αυτού δεν ερχόμουν καθόλου Ελλάδα, ήρθα το 2018 όταν βγήκε ο Ζητιάνος και για πρώτη φορά μετά από χρόνια έμεινα στην Αθήνα για δύο μήνες. Και συνειδητοποίησα πόσο πιο εύκολη είναι η ανθρώπινη επαφή εδώ, από το να φλερτάρεις στη γλώσσα σου μέχρι να μιλήσεις πολιτικά, είχα ξεχάσει την αμεσότητα και μου έλειπε, γιατί τόσα χρόνια είχα μπει στη γαλλική νόρμα. Είχα ξεχάσει πόσο ωραίο είναι να επικοινωνείς στη γλώσσα σου. Έτσι μπήκε στο μυαλό μου η επιστροφή. Επίσης για τα επόμενα δύο χρόνια έχω δουλειά, έχω κάποια συμβόλαια για graphic novels, δηλαδή έχω μια στασιμότητα που δεν την είχα ποτέ μου όσον αφορά στο οικονομικό. Επειδή έχω τάσεις φυγής, έχω πει ότι θα μείνω δύο χρόνια στην Αθήνα και μετά θα δούμε, αν φρίξω θα πάω αλλού. Αλλά προς το παρόν ήταν πολύ συνειδητή απόφαση. • Έχω κάνει τρία graphic novels, τον Ζητιάνο του Καρκαβίτσα, τα Γυμνά Οστά με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο και το Ceux du Chambon που κυκλοφόρησε μόλις στη Γαλλία, με την αληθινή ιστορία του Étienne Weil, ενός αγοριού που είναι Εβραίος και η ζωή του, όπως και της οικογένειάς του, ανατρέπεται από τον πόλεμο και την κατοχή στη Γαλλία κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχω σχεδιάσει το Tout nu et tout bronzé ‒ Généalogie de la piscine du Rhône, ένα δεκασέλιδο ένθετο για την ιστορική πισίνα του ποταμού Rhône στη Λυών και έχω συμμετάσχει και σε διάφορες ομαδικές δουλειές: στο Guide de Paris en bandes dessinées (Éditions Ρetit à Ρetit), δεκαπέντε μικρές αληθινές ιστορίες στις γειτονιές του Παρισιού που έχτισαν την πόλη όπως την ξέρουμε σήμερα και στο Histoires incroyables du timbre en BD (Éditions Ρetit à Ρetit), δεκαπέντε ιστορίες που μιλούν για τα σημαντικότερα γραμματόσημα και για την ιστορική τους αξία. • Έχει ανέβει πολύ το επίπεδο του graphic novel στην Ελλάδα κι αυτό που είδαμε να γίνεται στο Comicdom Con φέτος ήταν μαγικό. Θα έλεγα όμως ότι μου άρεσε ακόμη περισσότερο το comic festival στην πλατεία Κυψέλης γιατί ήταν πολύ πιο «οικογενειακό». Ήταν όλα τα τραπέζια μαζί, απίστευτα πολύς κόσμος, απίστευτη ανταπόκριση. Έφυγα πολύ χαρούμενος από αυτό. Το καλό είναι ότι αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα ασχολούνται και φέρνουν περισσότερες ξένες εκδόσεις, όχι μόνο Marvel και αμερικανικό κόμικ αλλά και ευρωπαϊκό από Γαλλία, Ιταλία, και όλο αυτό εισχωρεί στην ελληνική κουλτούρα του κόμικ. • Αυτό που έχει σημασία είναι η κουλτούρα του κόμικ να μη μείνει μόνο στα graphic novels αλλά να διεισδύσει και σε άλλα μέσα, από την εκπαίδευση μέχρι τη διαφήμιση, για να καταλάβει ο κόσμος ότι είναι ένα μέσο επικοινωνίας, όπως είναι ένα βιντεάκι που θα κάνεις για μια διαφήμιση ή ένα μουσικό σποτ. Στη Γαλλία ο κόσμος αγοράζει κόμικ όπως αγοράζει λογοτεχνία και το βλέπεις παντού, στην εκπαίδευση, στα βιβλία, σε κοινωνικές και διαφημιστικές καμπάνιες, χρησιμοποιείται για να εξηγήσει κάτι, που είναι λίγο πιο fun. Εντυπωσιάστηκα που το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ανέθεσε στον Γούση, στη Ζάχαρη και στον Pan Pan να φτιάξουν ένα κόμικ για την 60ή επέτειό του. Αυτός είναι ο τρόπος για να περάσει σε όλους και βλέπεις ότι είναι σοβαρή δουλειά, κάτι ξεκάθαρα καλλιτεχνικό, όχι παιδικό. • Τα παιδιά του Comicdom Con δίνουν βραβεία, δεν υπάρχει χρηματικό έπαθλο, έτσι και υπήρχε μια χρηματοδότηση για να δίνει μεγαλύτερο κίνητρο θα άλλαζαν πολλά πράγματα. Στην Angoulême π.χ., που είναι το μεγαλύτερο φεστιβάλ κόμικς της Ευρώπης, δίνουν καμιά δεκαριά βραβεία, χρηματικά έπαθλα, τα οποία σε βοηθούν ουσιαστικά να συνεχίσεις το έργο σου. Το κράτος εκεί δίνει πολλά λεφτά σε όλα τα φεστιβάλ κόμικς που γίνονται στη Γαλλία γιατί είναι μια ευκαιρία να σχετιστεί με τον νεαρόκοσμο. Στη Λυών όπου ζούσα, είδα τι κρεσέντο παίζει από τον κόσμο που ρέει στην οργάνωση τέτοιων φεστιβάλ. Και αν πληρώνεις τον δημιουργό και δίνεις και κίνητρα στους εκδοτικούς να βγάλουν ποιοτικά πράγματα ανεβαίνει το επίπεδο. Ένα βραβείο είναι τιμή έτσι κι αλλιώς, αλλά εδώ δεν σου προσφέρει τίποτα πέρα απ’ αυτό. Είναι μια αναγνώριση ότι αυτό που κάνω κάπως αξίζει, αλλά επί του πρακτέου, το μεγαλύτερο πρόβλημα ειδικά στη δική μας δουλειά είναι το οικονομικό. Και εκεί πρέπει να βοηθηθεί η φάση, να ζήσουμε εμείς και να επιζήσει και αυτή η δουλειά. Δυστυχώς ή ευτυχώς, that’s life. Σε αυτή την κοινωνία ζούμε, που πρέπει να πληρώσεις για να ζήσεις. • Η αντιμετώπιση της δουλειάς μας ως δουλειάς, ως εργατοώρας, είναι πολύ κακή. Μπορεί όσα σου πω ότι χρεώνω τη σελίδα να σου φανούν πολλά, αλλά για να κάνω αυτήν τη σελίδα έχω κάνει έρευνα, storyboard, έχω χρησιμοποιήσει μελάνια, χρώμα. Εσύ βλέπεις ένα χαρτί. Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι αυτή, το ντιλ που θα κάνεις τον X εκδότη, με τον X συντάκτη, διευθυντή. Και δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα αυτό. Στη Γαλλία το 60% των σχεδιαστών κόμικ ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. • Ο πιο μεγάλος μου φόβος είναι μην πάθω Αλτσχάιμερ και να τα ξεχάσω όλα. Από Αλτσχάιμερ έχασα και τον πατέρα μου, οπότε έζησα όλη αυτήν τη διαδικασία της φθοράς της νόησης κι αυτό μου άφησε ένα τραύμα, είναι να μην ξεχάσω όσα έχω ζήσει. Ό,τι κάνεις, το κάνεις για να βιώσεις τη στιγμή και να ’χεις μετά να τη θυμάσαι. Και το Αλτσχάιμερ σου παίρνει τη μισή ζωή, που είναι οι αναμνήσεις σου. • Η ζωή μού έχει μάθει ότι τίποτα δεν κρατάει για πάντα. Και ότι πρέπει να έχεις λίγο συναίσθηση του τέλους όταν έρχεται, και να το δέχεσαι ή να δίνεις το τέλος όταν πρέπει να το δώσεις. Τα Γυμνά Οστά και ο Ζητιάνος κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Polaris. www.instagram.com/kanelloscob Και το σχετικό link...
  2. Με φόντο ένα μετα-αποκαλυπτικό σκηνικό, με τη Γη ρημαγμένη ύστερα από απανωτούς πολέμους και λιγοστούς επιζώντες να περιφέρονται αναζητώντας τροφή, οι Δημοσθένης Παπαμάρκος και Kanellos Cob φιλοσοφούν για την τεχνητή νοημοσύνη και τη σχέση ανθρώπου και μηχανής. Αντί προλόγου στα «Γυμνά Οστά» (εκδόσεις Polaris, 128 σελίδες), οι Δημοσθένης Παπαμάρκος (σενάριο) και Kanellos Cob (σχέδια) επιλέγουν να παραθέσουν τους τρεις «Νόμους της Ρομποτικής» των Ισαάκ Ασίμοφ και Τζον Κάμπελ οι οποίοι είναι: 1ος: Κανένα ρομπότ δεν θα προξενήσει βλάβη σε ανθρώπινο ον είτε με πρόθεση είτε από αδράνεια. 2ος: Το ρομπότ οφείλει να πειθαρχεί στις εντολές που δίνονται από ανθρώπινα όντα, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αυτές οι εντολές αντιβαίνουν τον Πρώτο Νόμο. 3ος: Το ρομπότ οφείλει να προφυλάσσει τη σωματική και διανοητική του ακεραιότητα, εφόσον μια τέτοια ενέργεια δεν αντιβαίνει στον Πρώτο και τον Δεύτερο Νόμο. Όταν στο πλαίσιο της επιστημονικής φαντασίας διατυπώνονταν αυτοί οι «νόμοι» το μακρινό 1940, η τεχνητή νοημοσύνη και η ρομποτική βρίσκονταν ακόμα στο στάδιο της σκέψης και της πρόβλεψης φωτεινών μυαλών με ορίζοντα κάποιο μακρινό μέλλον. Αυτό το μέλλον έχει γίνει πια παρόν και στα «Γυμνά Οστά» αποτελεί ένα μακρινό, ρομαντικό και γεμάτο ελπίδα παρελθόν που θάφτηκε κάτω από τη φιλοδοξία του ανθρώπου να παίξει τον ρόλο του Θεού. Οι post-human studies αποτελούν εδώ και καιρό ένα διακριτό επιστημονικό πεδίο στο πλαίσιο των ανθρωπιστικών σπουδών και της φιλοσοφίας, ενώ τα θέματα που αναπτύσσονται πάνω σε αυτήν την προβληματική απασχολούν ολοένα και πιο εντατικά τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, τις τηλεοπτικές σειρές, τα κόμικς. Αυτή την έννοια του μετα-ανθρώπου σε ένα τεχνολογικό περιβάλλον όπου η «σκεπτόμενη» μηχανή κατακτά όλο και μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης πρωτοβουλίας και δραστηριότητας, πραγματεύονται οι Παπαμάρκος και Cob σε ένα υπέροχο βιβλίο περί της οντολογίας και της φύσης του ανθρώπου. Ένα βιβλίο που ξεκινά με τα ερείπια του ανθρώπινου πολιτισμού, με ιωνικές κολόνες και ανεξήγητες τοιχογραφίες μελλοντικών πίστεων και πεποιθήσεων να αποτελούν διαστρωματώσεις απανωτών και διαδοχικών πολέμων που ατάκτως στοιβάζονται η μία πάνω στην άλλη, χωρίς να μπορείς να διακρίνεις ποια προηγήθηκε, ποια ακολούθησε, ποια επικράτησε. Και ποια ήταν η τελευταία πριν από την οριστική και αμετάκλητη καταστροφή. Ένας κένταυρος με μυτερά-κωνικά πόδια και πρισματικό κεφάλι (ως σύμβολο λατρείας ή σπουδή εκκεντρικότητας;), φουτουριστικά γκράφιτι που δεν βγάζουν νόημα με βάση τις σύγχρονες προσλαμβάνουσες αλλά θα μπορούσαν να αποτελούν τα υλικά τεκμήρια μελλοντικών πολιτισμών, μια εικόνα του David Bowie από το Aladdin Sane πάνω σε έναν μισογκρεμισμένο τοίχο, η Πύλη των Λεόντων ως ένα μετα-μεταμοντέρνο αρχιτεκτόνημα, αποτέλεσμα πολλαπλών μιμήσεων και επιστροφών σε ένα μετα-παρελθόν, αποδεικνύουν μια απροσδόκητη (και εν μέρει ακατανόητη) εξέλιξη που οδήγησε τα πράγματα στο Τέλος. Στα ερείπια αυτών των πολιτισμών, οι ελάχιστοι άνθρωποι έχουν την ανάγκη των ρομπότ για να επιβιώσουν. Και ταυτόχρονα, τα ρομπότ χρειάζονται τους ανθρώπους. Άνθρωπος και μηχανή έχουν συνάψει ατύπως μια συμβιωτική σχέση αμοιβαίου συμφέροντος. Και οι δυο χρειάζονται ενέργεια. Και οι δυο έχουν αναπτυγμένο το ένστικτο της επιβίωσης. Και οι δυο «ζουν» σε ένα απολύτως εχθρικό περιβάλλον. Αλλά η μηχανή κατατρώει τον άνθρωπο, του αποστερεί κάθε ανθρώπινη διάσταση και τον μετατρέπει σε οργανική πηγή ζωτικότητας για την ίδια. Και το χειρότερο είναι πως αυτό συνέβη κατ’ επιλογή του ανθρώπου. Όπως περιγράφει και ο πραγματιστής πρωταγωνιστής των «Γυμνών Οστών»: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο φριχτό από το να βρεθείς μέσα σε μια τέτοια μηχανή. Δεν νεκρώνουν τις εγκεφαλικές σου λειτουργίες πριν αρχίσουν να τρέφονται. Ίσα ίσα, θέλουν να διατηρείς τις αισθήσεις σου καθ’ όλη τη διάρκεια. Για μέρες, ίσως και μήνες ανάλογα με τις αντοχές σου. Γιατί, εκτός από ενέργεια, αποζητούν εξίσου έναν νέο εταίρο, μια σύνδεση με μια ανθρώπινη συνείδηση». Και λίγο παρακάτω: «Τίποτε ανθρώπινο δεν μπορεί να επιβιώσει μέσα σε μια τέτοια μηχανή. Από τη στιγμή που γίνει η σύζευξη, η συνείδησή της κυριεύει ολοκληρωτικά αυτή του θύματός της. Κάθε σκέψη, κάθε ανάμνηση κατασπαράζεται, ώσπου στο τέλος το μόνο που απομένει είναι η παράφρων, ζωώδης νοημοσύνη της μηχανής, που ψάχνει το επόμενο θύμα της». Σύμφωνα με το σενάριο, ένας επιζών και ένα ρομπότ περιπλανώνται ανάμεσα στα χαλάσματα, αποφεύγοντας τα ισχυρότερα ρομπότ και αναζητώντας ανθρώπους για τροφή την ώρα που η πανταχού παρούσα ραδιενέργεια προσβάλλει κάθε μορφή ζωής. Μια γυναίκα από έναν μακρινό πλανήτη που ακμάζει (προϊόν ενός παλαιότερου εποικισμού;) έρχεται στη Γη για να μελετήσει τις αιτίες που οδήγησαν στον αφανισμό του ανθρώπινου είδους. Παρά τις επιφυλάξεις όλων, το αμοιβαίο συμφέρον θα επικρατήσει και όλοι μαζί θα συνεχίσουν την περιπλάνηση με στόχο την επιβίωση και την ανακάλυψη. Η γυναίκα, ξένη, επισκέπτρια, αφ’ υψηλού και υπό το πέπλο της ασφάλειας θα κατηγορήσει τον άντρα για την «αποκτήνωσή» του. Αυτός θα επικαλεστεί την επιβίωση και την απανθρωποποίηση των «ζωντανών». «Οι σοφιστείες σου είναι τρομακτικές», τον κατηγορεί αυτή. «Η άγνοιά σου τρομακτικότερη. Μπερδεύεις τις πεποιθήσεις σου με την αλήθεια. Σκέφτεσαι σαν οπαδός θρησκείας. Λατρεύεις την εικόνα του ανθρώπου με τον ίδιο τρόπο που οι πρωτόγονοι λάτρευαν κάποτε τα είδωλα. Η προσήλωσή σου σε αυτή σε εμποδίζει να δεις. Σε αντίθεση με σένα, εγώ γνωρίζω το είδος μου ενώ εσύ μόνο την εικόνα του», την αποστομώνει. Και μαζί καταγγέλλει την ανθρώπινη κατάσταση: «Οι μηχανές, ακόμα και μετά από όλα αυτά τα χρόνια, είναι ανίκανες να συναγωνιστούν την ανθρωπότητα στην ευχέρειά της για αδικαιολόγητη βία. Δεν είναι στη φύση τους, σε αντίθεση με μας». Τα «Γυμνά Οστά» είναι ένα βιβλίο γεμάτο σκληρότητα και βία. Ένα βιβλίο για ένα ασαφές «μετά». Το μόνο όμως που το καθιστά ασαφές είναι η έλευσή του, όχι το περιεχόμενο και η κατάληξή του. Είναι όμως και ένα βιβλίο συναρπαστικό λόγω της μεστής αφήγησης του Παπαμάρκου και των εντυπωσιακών εικόνων τού Cob. Στον νου φέρνει όλη τη γενεαλογία του είδους, από τον «Φρανκενστάιν» και τον άνθρωπο-Θεό και Προμηθέα συνάμα μέχρι το «Existenz» του Κρόνενμπεργκ με την εικονική πραγματικότητα και τα οργανικής φύσης όπλα, και από τα αλλόκοτα πλάσματα του Druillet ή του Caza και τη δαιδαλώδη αρχιτεκτονική των Schuiten – Peeters μέχρι τα υβρίδια οργανικής και ανόργανης ύλης του πρόσφατου «Extinction». Με συνειδητές ή υποσυνείδητες τέτοιες επιρροές, οι Παπαμάρκος και Cob δεν παραμένουν στο επίπεδο των επιτυχημένων «tributes», αλλά προσθέτουν πολλές δικές τους πρωτότυπες εικόνες που θα αποτελούν ενδεχομένως μελλοντικές αναφορές άλλων καλλιτεχνών: τα σύμβολα των τεσσάρων Ευαγγελιστών (λιοντάρι, μόσχος, αετός και άνθρωπος) αλλά με τον άνθρωπο να είναι γυναίκα και όχι άντρας, τα ανθρωπόμορφα gargoyles που είναι πιο εφιαλτικά από αυτά με δαιμονικές φιγούρες, τα δέντρα από τα οποία ξεπηδούν ανθρώπινα μέλη (ή το αντίθετο;), οι αρχαιοελληνικοί ναοί που περιέργως δεν έχουν γκρεμιστεί, ένας «Άνθρωπος του Βιτρούβιου» που δεν υμνεί την ανθρώπινη ανατομία αλλά τη σύζευξη ανθρώπου-μηχανής, τα σάρκινα συμπλέγματα του Ντορέ από τη «Θεία Κωμωδία», ένας «Μυστικός Δείπνος» με 14 αντί για 13 συνδαιτυμόνες. Συνθέτοντας ένα βιβλίο που στο σύνολό του θα αποτελεί σημαντική αναφορά στο είδος και θα προσφέρει μια οδυνηρή απάντηση στο γιατί τα πράγματα έφτασαν ως εδώ: «Γιατί πιστεύαμε τόσο βαθιά στην αυταπόδεικτη ανωτερότητα του είδους μας που δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μας πως η μοναδική απειλή για την ανθρωπότητα ήταν η δική της ασυδοσία». Και το σχετικό link...
  3. Ένας άνθρωπος και ένα ρομπότ συμβιώνουν στο μακρινό μέλλον, μετά το τέλος της ανθρωπότητας, και προσπαθούν να επιβιώσουν σε ένα (ελληνικό) τοπίο πλήρους καταστροφής. Είναι ένας πλανήτης στο μέλλον, χιλιάδες χρόνια μετά, κατεστραμμένος, «αμετάκλητα απολεσθείς» για την ανθρωπότητα, κι ένας κόσμος έρημος, με τις ανθρωποφάγες μηχανές να κυριαρχούν. Μέσα εκεί ένας άνθρωπος και ένα ρομπότ αναπτύσσουν μια απρόσμενη, συμβιωτική σχέση για να αντιμετωπίσουν τη φρίκη της ραδιενέργειας και των άλλων μηχανών. Αυτό είναι το βασικό μοτίβο του αριστουργηματικού graphic novel Γυμνά Οστά που εμπνεύστηκε και έγραψε ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και σχεδίασε ο Kanellos Cob, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Polaris. Αδίστακτοι κυνηγοί οι δυο τους και απελπισμένοι νεκροφάγοι σε ένα περιβάλλον όπου η επιβίωση είναι μια διαρκής άσκηση στη βία και τη σκληρότητα, συναντούν μια γυναίκα, απεσταλμένη της διαγαλαξιακής ομοσπονδίας, που έρχεται να τσεκάρει τι έγινε στη Γη και σταμάτησε κάθε ίχνος επικοινωνίας. Η επαφή μαζί της θα τους κάνει να αμφισβητήσουν την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και θα τους φέρει αντιμέτωπους με κάτι που πίστευαν πως έχει οριστικά χαθεί – την ελπίδα. Η έκπληξη στο ραντεβού για τη συνέντευξη είναι ότι είναι η πρώτη φορά που οι δυο τους συναντιούνται από κοντά μετά τον Φλεβάρη του 2020, που ξεκίνησε η αρχική ιδέα. Από τότε πέρασαν δύο καραντίνες δουλεύοντας το concept – ο καθένας από το σπίτι του ‒ μέχρι και τον φετινό Απρίλιο, που ολοκληρώθηκε η δημιουργία του. Η έρευνα και η μελέτη της βιολογίας και της αρχιτεκτονικής είναι ξεκάθαρη στο κόμικ, ακόμα και αν δεν στο πουν. Τα πάντα είναι τόσο προσεκτικά τοποθετημένα στο σκίτσο και στα λόγια που είναι αδύνατο να τα προσέξεις με την πρώτη ανάγνωση. «Η ιδέα είχε ξεκινήσει από τον “Μπλε Κομήτη”» λέει ο Δημοσθένης, «αλλά εκεί υπήρχαν πολύ συγκεκριμένοι περιορισμοί. Επειδή ήταν σε επεισόδια, είχα κάνει σε αρκετά πράγματα εκπτώσεις όσον αφορά την έκτασή τους, οπότε έγινε σημαντική ανακαίνιση σεναρίου, και όταν αρχίσαμε να δουλεύουμε με τον Κανέλλο το ξαναφτιάξαμε από την αρχή». «Του είπα ότι πάμε προς τη γαλλική σχολή στο σχέδιο, προς Moebius, για να καταλάβει και την αισθητική που είχα στο μυαλό μου. Και τα βρήκαμε» συνεχίζει ο Κανέλλος. «Αυτό βοήθησε στο να γίνουν γρήγορα πολλά πράγματα, γιατί αμέσως καταλάβαμε πλήρως τι είναι τι. Ακόμα και κάποια concepts που δεν τα είχαμε τελειώσει σχετικά με το τι είναι αυτή η τεχνολογία, πώς δουλεύει». Kanellos Cob και Δημοσθένης Παπαμάρκος. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν — Πού διαδραματίζεται; Δ.Π.: Στο μυαλό μου είχα τη δική μας γη, περισσότερο γιατί με βοηθούσε στις αναφορές. Η γεωγραφία όπου κινούνται οι ήρωες είναι κάπου μεταξύ Πελοποννήσου, Μυκηνών και Δελφών. Με βοηθούσε να το έχω στο μυαλό μου έτσι, και για το κομμάτι το αισθητικό και για το κομμάτι το πρακτικό, δηλαδή για την αλληλουχία των ημερών στον χρόνο της αφήγησης. Συν το ότι είχαμε πει απ’ την αρχή ότι θέλουμε να διαδραματίζεται σε ελληνικό τοπίο, με πολύ φως, ξεραΐλα, θάλασσα. Θέλαμε να βλέπεις τον ναό στο Σούνιο και να αναρωτιέσαι, να είναι ανοιχτό στην ερμηνεία γενικά. K.C.: Ο Δημοσθένης μού είπε: «Το φαντάζομαι σε μια Ελλάδα δύο χιλιάδες χρόνια από τώρα», που σημαίνει ότι έχεις χτίσιμο και γκρέμισμα πολιτισμών γενικότερα σε όλη αυτήν τη διάρκεια, αλλά τα στοιχεία που χρησιμοποίησα ήταν κάτι πιο εξελιγμένο που να θυμίζει κάπως την Ελλάδα. Και αυτό είναι που σε κάνει να αναρωτιέσαι, είναι δεν είναι; Δ.Π.: Είναι ένας κόσμος με επάλληλες στρώσεις πολιτισμών και το κομμάτι της μνήμης, τι είναι αρχαίο και τι παλιό, είναι λίγο μπερδεμένο, οπότε στον κόσμο των Γυμνών Οστών όλη η αρχαιότητα είναι το δικό μας σήμερα. Η δική μας αρχαιότητα είναι κάτι τελείως ξεχασμένο. Ήθελα να πάρουμε στοιχεία από την αρχαιότητα και να τα αναπλάσουμε ελεύθερα, όπως κάνουν οι τάσεις του νεοκλασικισμού, του αρ νουβό κ.λ.π. Κάπου στο μακρινό μέλλον μια αρχιτεκτονική μόδα έχει επιστρέψει, αλλά δεν είναι και ακριβώς όπως την ξέρουμε. Γι’ αυτό υπάρχουν στοιχεία μπρουταλισμού στην αρχιτεκτονική και αρ νουβό. K.C.: Στο αρχιτεκτονικό κομμάτι ο μπούσουλάς μου ήταν ο μπρουταλισμός, τσιμέντο, υπερκατασκευές και μετά, για να δώσουμε το ελληνικό στοιχείο χωρίς να είναι ακριβώς αυτό, έπαιξαν ένα συνονθύλευμα από αρ νουβό και αρχαία ελληνικά μοτίβα για να βγει κάτι καινούργιο. Δ.Π.: Είχα πάει στη Νέα Υόρκη τον Μάρτη του 2020 και του έστελνα φωτογραφίες από κτίρια, μου είπε «εκεί είμαι». Ήταν φοβερό γιατί συμπέσαμε σε αυτό το κομμάτι. Το άλλο που έχει κάνει ο Κανέλλος είναι ότι ενέταξε μεγάλα κεφάλια ή αγάλματα στο τοπίο και επειδή ο κόσμος δεν έχει ζώα, έχει μόνο φυτά, τεράστια φυτά και ερείπια, μου λέει «σκέφτομαι να υποδηλώσω την παρουσία των ζώων με αγάλματα». Δηλαδή πρόκειται για έναν πολιτισμό που εκτιμά την εξαφανισμένη πανίδα με όρους σχεδόν θρησκευτικούς. Το ελληνικό στοιχείο δηλώνεται και από τα υπερμεγέθη αγάλματα που δεν ξέρεις τι είναι ‒ είναι θεοί, είναι ήρωες, σημαίνουσες προσωπικότητες; Απλώς βρίσκονται στο τοπίο και τα προσεγγίζουμε με τον ίδιο τρόπο που προσεγγίζουμε εμείς τα αρχαία σήμερα. Μετά θέλαμε να παίξουμε και με την ποπ κουλτούρα και βάλαμε μια τοιχογραφία του David Dowie, που έχει θεοποιηθεί 2000 χρόνια μετά, ή τον Βελουχιώτη. Θυμάμαι, μου στέλνει ένα μήνυμα και μου λέει «πες μου τρία πρόσωπα που θα ’θελες να δεις στο κόμικ, τα τρία που σου έρχονται τώρα στο μυαλό», και του απαντάω «Tesla, Βελουχιώτης, Bowie» ‒ και τους έβαλε και τους τρεις! K.C.: Είναι μικρές λεπτομέρειες στις οποίες δίνω πάντα έμφαση. Για μένα είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει στην εικόνα η λεπτομέρεια που δεν τη βλέπεις με την πρώτη, αλλά σε προκαλεί να βολτάρεις σε αυτήν. Υπάρχει πολλή συμμετρία, μοτίβα που επανέρχονται και δένουν και την ιστορία, π.χ. αυτά που βλέπει ο άντρας στο όνειρο με τα Χερουβείμ τα βλέπει και στην επίσκεψη στην πόλη, τα ίδια στοιχεία. Είναι τελείως ρεαλιστική τεκμηρίωση, εξηγείται γιατί βλέπει αυτό το όνειρο. — Βλέπουμε δύο οντότητες που συμβιώνουν, έναν άνθρωπο και ένα ρομπότ, αλλά τι έχει συμβεί στον κόσμο; Δ.Π.: Ο κόσμος τεχνολογικά και πολιτισμικά είναι πολύ ανεπτυγμένος, ανήκει σε μια διαπλανητική συνομοσπονδία η οποία είναι εμπορική λίγκα, μια υπερκαπιταλιστική διαπλανητική ομοσπονδία όπου όλα μετριούνται με το χρήμα. Κάθε πλανήτης είναι αυτόνομος ουσιαστικά, υπάρχουν κάποιοι κοινοί θεσμοί αλλά μέχρι εκεί. Το κομμάτι artificial intelligence, ρομπότ, έχει προχωρήσει πάρα πολύ, αλλά αυτό που δεν καταφέρνουν να διακρίνουν είναι ότι δεν έχουν λυθεί τα θέματά τους, γι’ αυτό καταλήγουν σε έναν παγκόσμιο πυρηνικό πόλεμο. Οπότε ο πλανήτης καταστρέφεται, ερημώνονται σχεδόν τα πάντα, εξαφανίζεται η πανίδα, εξαφανίζεται το 98% του ανθρώπινου πληθυσμού και πολύ σημαντικό ρόλο στην ερήμωση παίζει το ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου καταφεύγουν στις μηχανές, σε σκελετούς που έχουν φτιάξει και είναι σαν ρομπότ, ακριβώς για να μπορέσουν να συνεχίσουν τον πόλεμο μέχρις εσχάτων. Όλος ο πλανήτης γίνεται ραδιενεργή ζώνη και αντί να τα παρατήσουν και να φτάσουν σε εκεχειρία, για να μην εξαφανιστούν, χρησιμοποιούν τις μηχανές ώστε να συνεχίσουν τον πόλεμο μέχρι τέλους. Εκεί γίνεται το ατύχημα που περιγράφεται στο κόμικ και αυτό που είχε ξεκινήσει με τον πυρηνικό πόλεμο το τελειώνουν οι μηχανές, εξαφανίζουν την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Δέκα χρόνια μετά δεν υπάρχει τίποτα, όσοι άνθρωποι είχαν απομείνει απ’ την καταστροφή έχουν φαγωθεί σχεδόν όλοι από τα ρομπότ. Οι μηχανές έχουν μια ευφυΐα, αλλά δεν είναι αντίστοιχη της ανθρώπινης και δεν δημιουργούν δικό τους πολιτισμό. Είναι σαν άγρια ζώα, γιατί δεν αποκτούν πολιτισμό, συνείδηση κ.λ.π. και δεν λύνουν το θέμα της ενέργειας, οπότε κυνηγούν ανθρώπους και τρέφονται από αυτούς, γιατί προ καταστροφής είχαν σχεδιαστεί να παίρνουν ενέργεια από το ανθρώπινο σώμα. — Και οι άνθρωποι είναι κανίβαλοι. Δ.Π.: Αυτό το βλέπουμε κυρίως στον κεντρικό χαρακτήρα. Στον οικισμό π.χ. δεν δείχνουμε με ποιον τρόπο λειτουργεί αυτή η κοινωνία. Η σκέψη ήταν ότι είναι vegetarian αφού δεν υπάρχει πανίδα, άρα έχουν εξελίξει και τα χωράφια, τα οποία δεν τα δείχνουμε όμως γιατί θα ήταν πάρα πολύ επεξηγηματικό. Η τεχνολογία ωστόσο είναι τόσο αναπτυγμένη, που μπορούν να έχουν συνθετικό κρέας, συνθετικές τροφές κ.λ.π., οπότε το θέμα της τροφής το έχουν λυμένο. Όσοι είναι εκτός οικισμού αφήνουμε να εννοηθεί ότι έχουν εξαφανιστεί ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν πόροι. Δεν αναφέρουμε αν υπάρχουν επιζώντες και πώς τα έχουν καταφέρει. Αλλά ο κεντρικός χαρακτήρας έχει επιλέξει να τρώει ό,τι πετάει το Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ., αυτή είναι και η συμφωνία που έχουν κάνει. Το ρομπότ τρώει τον άνθρωπο που πιάνει και όταν τελειώσει μαζί του αυτός πλέον δεν έχει συνείδηση, λογική, καμία σωματική λειτουργία, και ο άνθρωπος που συμβιώνει με το ρομπότ τρώει αυτό το απόρριμμα. K.C.: Στην ουσία αυτό είναι και το φιλοσοφικό ερώτημα που θέτει ο Δημοσθένης: τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τη σκέψη, αν παραμένει άνθρωπος χωρίς τη λογική και τη συνείδηση. — Το Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ. θεωρεί τον εαυτό του ένα διαφορετικό είδος, ότι είναι εξελιγμένος οργανισμός. Δ.Π.: Ναι, ακριβώς, αυτή είναι η διαφορά του, ότι έχει ξεφύγει από το καθαρό ένστικτο κι έχει αναπτύξει ένα είδος ευφυΐας και συνείδησης. Παίζω πολύ με το μοτίβο της εξέλιξης, ότι έχουμε τις αρχικές μηχανές Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ., οι οποίες έχουν μια στοιχειώδη νοημοσύνη, κυρίως υποστηρικτική για τον πιλότο. Μετά υπάρχει μια σύζευξη, μια συγχώνευση της ανθρώπινης με την τεχνητή νοημοσύνη και αυτό που παράγεται είναι μια νέου τύπου νοημοσύνη, η οποία όμως στο σύνολό της είναι μικρότερη από το άθροισμα των μελών της. Και απ’ αυτά τα υβρίδια έχουμε την εξέλιξη του Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ., που είναι πρωταγωνιστής στο κόμικ. Και μάλλον θα είναι και το τελευταίο του είδους του, γιατί ούτε αυτό έχει λύσει το θέμα της ενέργειας. Και οι δύο χαρακτήρες κινούνται μέσα στον κόσμο με τη βεβαιότητα του θανάτου. — Όλος ο κόσμος βαδίζει προς τον θάνατο. Τα Β.Α.Κ.Χ.Α.Ι. τι είναι; Δ.Π.: Είναι τα κακά ρομπότ, οι μηχανές από τις οποίες ξεκίνησε το κακό. Δηλαδή ήταν τα πρώτα στα οποία εμφανίστηκε η «μετάλλαξη» της νοημοσύνης τους, που μπερδεύτηκε με τη νοημοσύνη των πιλότων τους. Και μετά, με όρους ιού, μεταδόθηκε και στις υπόλοιπες μηχανές. Οπότε είναι κάπως ο ασθενής μηδέν. — Η γυναίκα από πού έρχεται; Δ.Π.: Είναι απεσταλμένη της διαπλανητικής ομοσπονδίας της που έχει κάποιους θεσμούς ομοσπονδιακούς, κάτι σαν στρατό, και προέρχεται από ένα φυλάκιο-παρατηρητήριο εκτός πλανήτη, το οποίο είναι και ένας σύνδεσμος του πλανήτη με την συνομοσπονδία. Έρχεται να τσεκάρει γιατί εδώ και πολύ καιρό δεν λαμβάνουν σήματα απ’ τον πλανήτη. Είναι σαν μια Ευρωπαϊκή Ένωση πολύ αποκεντρωμένη, όπου δεν υπάρχει πάντοτε δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας και ξαφνικά υπάρχει μια τρύπα, δηλαδή εξαφανίζεται μια χώρα και δεν δίνει σήμα, δεν υπάρχει επικοινωνία κανενός τύπου. Στέλνουν ανιχνευτές να δουν τι συμβαίνει. Ελέγχουν ένα ολόκληρο ηλιακό σύστημα. — Είναι η μοίρα μας η καταστροφή; Δ.Π.: Είναι μια πιθανή μοίρα. Είναι σίγουρα το πιο απαισιόδοξο σενάριο, αλλά με ενδιέφερε πολύ αυτό. Υπάρχει διάχυτη αισιοδοξία πως ό,τι και να γίνεται, στο τέλος θα τα καταφέρουμε. Στα Γυμνά Οστά είναι η άλλη όψη του νομίσματος, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν τα καταφέρνουμε. Κι όπως άλλα είδη ζώων έχουν εξαφανιστεί για διάφορους λόγους, έτσι μπορεί να εξαφανιστεί και ο άνθρωπος. Βλέπεις την αλαζονεία στον δυτικό κόσμο, που έχει μεγάλη πίστη στις δυνάμεις του και στα επιτεύγματά του, πως ό,τι και να συμβεί μπορούμε να το διορθώσουμε. Για παράδειγμα, καταρρέουν τα οικοσυστήματα και λες ότι σε πέντε χρόνια θα τα έχουμε επαναφέρει, που δεν ισχύει. Ξεφεύγει μια σύγκρουση ακριβώς επειδή καμία πλευρά δεν έχει υπολογίσει ότι μπορεί να συμβεί το ατύχημα, αφού αφήνεται στα χέρια ανθρώπων που δεν μπορούν να συνεννοηθούν τελικά. Αυτό που κάποια στιγμή λέει το κείμενο, ότι η μεγαλύτερή μας αρετή είναι να αντιμετωπίζουμε την πρόκληση και κάθε αντιξοότητα και πουσάρουμε προς το μέλλον, είναι αυτό που τελικά καταστρέφει τον κόσμο, γιατί ουσιαστικά όταν γίνεται ο πυρηνικός πόλεμος αντί να πούνε «το τερματίσαμε», λένε «όχι, είναι μία ακόμα δυσκολία που θα την ξεπεράσουμε. Θα συνεχίσουμε τον πόλεμο». Γιατί αυτοί δεν πλήττονται στο πρώτο κύμα, έχουν το προνόμιο της άνεσης. Για μένα το κόμικ έχει απόλυτα πολιτικό statement. — Έχεις κόλλημα από μικρός με το sci-fi, Δημοσθένη, από την «Αδελφότητα του Πυριτίου»… Δ.Π.: Είναι παλιά λόξα το sci-fi και μόνο εδώ το θεωρούμε παραείδος. Στην Ελλάδα πάει στο fantasy, κι αυτή ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που είχα να αντιμετωπίσω, γιατί στη γλώσσα ξαφνικά έπρεπε να διαχειριστώ ορολογία που δεν υπάρχει εδώ. Δεν υπάρχει παράδοση και δεν μπορώ να πάρω όρο που έχει χρησιμοποιήσει κάποιος το 1960 στο μυθιστόρημά του, έτσι έπρεπε να εφεύρω τους όρους για να μη δανειστώ από αγγλικούς, που πάλι παρέπεμπαν σε άλλα διακείμενα, σε άλλες αναφορές. Και ήταν δύσκολο, γιατί έπρεπε να έχουν και λογική και να είναι και επιστημονικοφανείς, να σου δημιουργούν την αίσθηση ότι υπάρχει μια τεχνολογία που, με βάση αυτά που ξέρουμε σήμερα για τις πιο προωθημένες τεχνολογίες, θα μπορούσε να είναι αληθινή. K.C.: Η στολή της γυναίκας που έρχεται από έναν άλλο πλανήτη που δεν ξέρουμε ήταν κάτι που συζητήσαμε πολύ. Είναι τεχνολογία που δεν ξέρουμε τι είναι. Παίξαμε με τη νανοβιοτεχνολογία κάπως και το αποτέλεσμα είναι μια στολή που είναι σαν ένα μίγμα που την περιλούζει. Έπρεπε να σκεφτεί κάποιον όρο γι’ αυτό το πράγμα ο Δημοσθένης, και την ονόμασε φαοδερμίδα. Είναι σαν ένα δεύτερο δέρμα. Και μετά οι ελληνικοί όροι που προέκυπταν ήταν μεγάλοι, μεγάλες λέξεις που είναι πολύ δύσκολο να χωρέσεις στο κόμικ. Δ.Π.: Πρέπει να προσέξεις τέσσερα πράγματα στο κόμικ: να βγάζει νόημα η ιστορία, να υπάρχει διαφορετικό ύφος από πρόσωπο σε πρόσωπο, να υπάρχει μια σχετική συντομία στην έκφραση και, το τέταρτο, να υπάρχει ορολογία επιστημονικής φαντασίας. Ήταν εξίσωση με τέσσερις αγνώστους τα Γυμνά Οστά και το κείμενο το δούλευα μέχρι δύο εβδομάδες πριν το στείλουμε στο τυπογραφείο. Έκοβα για την οικονομία έκφρασης μέχρι την τελευταία στιγμή. K.C.: Εγώ έχω πάντα στο μυαλό μου ένα κόμικ χωρίς καθόλου λόγια και βρήκαμε μια μέση λύση, να αφηγηθούμε πολλά πράγματα μόνο με την εικόνα. Αλλιώς γίνεται μυθιστόρημα η φάση. — Στο τέλος το ρομπότ λέει γυναικείο όνομα. Ήταν εσκεμμένο αυτό; Δ.Π.: Αρχικά είχε αντρικό όνομα, γιατί στον «Μπλε Κομήτη» είχε ένα στένσιλ του Δράκουλα και το έλεγα Βλαντ. Ήταν αρσενικό. Ο Κανέλλος όμως μου λέει «θέλω να το κάνω με φτερά, θα το πούμε Λόλα». Λίγο πριν από το τέλος συνειδητοποίησα ότι είχαμε έναν οργανισμό, ένα περίπου cyborg, το οποίο αποκτάει συνείδηση και η συνείδηση είναι το κλασικό πατριαρχικό μοντέλο ‒ ο Θεός είναι άντρας ‒, το οποίο υπονόμευε όλο το ιδεολογικό υπόστρωμα του τι είναι συνείδηση, πώς αποκτιέται, πώς διαμορφώνεται, γιατί εμφανίζεται, αν εξελίσσεται. Το κόμικ δεν δίνει απάντηση, περισσότερο είναι μια διερεύνηση αυτών των ερωτημάτων και μου φάνηκε πολύ φυσιολογικό σε όλο το έργο το Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ. να είναι ουδέτερο για όλους τους άλλους, γιατί δεν έχει αποκαλύψει τι είναι. Στο τέλος όμως, που πρέπει να σβήσει τα πάντα, μας αποκαλύπτει ότι είναι γυναίκα. K.C.: Mου πήρε πολύ χρόνο να φτιάξω το ρομπότ και όταν το έφτιαξα άρχισα να το βάζω και σε άλλες συνθήκες γενικά, π.χ. ως drag queen, και κάψιμο στο κάψιμο έγινε Λόλα, κάπως. Και καταλήγει όντως να λέγεται Λόλα στο τέλος. Στο τελικό pdf ήταν Λόλα και λίγο πριν πάμε τυπογραφείο άλλαξε όνομα και έγινε Τσιφόνη. Μου άρεσε πάρα πολύ αυτή η λογική, να είναι γυναίκα, γιατί πατάει στις θεωρίες της Τζούντιθ Μπάτλερ όσον αφορά το βιολογικό και το κοινωνικό φύλο, όπου ένα ον από τη στιγμή που αποκτά συνείδηση έχει δικαίωμα να επιλέξει και το φύλο του, οπότε γιατί να μην είναι θηλυκό; Και μιλάμε και για άλλη τάξη συνείδησης, δεν έχει ανθρώπινη συνείδηση το Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ. Και το γεγονός ότι επιλέγει θηλυκό όνομα είναι κάτι τελείως ξένο για μας. Έχουμε κάτι το οποίο είναι τελείως διαφορετικό από αυτό που ξέρουμε εμείς ως προς το πώς σκέφτεται, το πώς αντιλαμβάνεται τον κόσμο, το πώς αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, άρα γιατί να μην ξεφεύγει από κάθε είδους στερεότυπο και προκάτ σκέψη; Επειδή θέτει ερωτήματα και τα ερευνά, ανάλογα με την κοινωνική ομάδα στην οποία ανήκεις, βρίσκεις και αντικρίσματα πάνω σ’ αυτό. Ακόμα και το όνειρο με τα Χειρουβείμ το είδα σε ένα μεταβατικό στάδιο: έχεις ένα πράγμα που δεν έχει φύλο και ανοίγει σιγά-σιγά, μεταμορφώνεται και γίνεται γυναίκα. Ο καθένας θα το δει αυτό με τον δικό του τρόπο… Η εικονογράφηση είναι από σελίδες του κόμικ και αποκλειστικά σχέδια από τις δοκιμές του Kanellos Cob. Και το σχετικό link...
  4. Τι συμβαίνει όταν δύο δημιουργοί που σιχαίνονται τις ταμπέλες και θέλουν να ακολουθήσουν τα καλλιτεχνικά τους όνειρα ενώνουν τις δυνάμεις τους; Το αποτέλεσμα λέγεται Γυμνά Οστά, είναι graphic novel, είναι επιστημονική φαντασία και ήρθε για να τα ταράξει τα νερά. «Στο βλοσυρό σκοτάδι του απώτερου μέλλοντος δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από πόλεμος». Ακούγεται σαν προφητεία του Νοστράδαμου, πρόκειται όμως για το motto ενός sci-fi παιχνιδιού στρατηγικής με την επιβλητική ονομασία Warhammer 40K. Υπάρχουν εκατομμύρια φανατικοί οπαδοί του σε κάθε πιθανή και απίθανη γωνιά του πλανήτη, σίγουρα όμως δύσκολα θα πήγαινε το μυαλό κάποιου σε έναν 38χρονο Έλληνα συγγραφέα που εντυπωσίασε με μια συλλογή διηγημάτων, συμμετείχε στο σενάριο της τελευταίας ταινίας του Γιάννη Οικονομίδη, και δικά του έργα ανεβαίνουν στις μεγάλες θεατρικές σκηνές της Αθήνας. Πόσο μάλλον σε έναν κομίστα που το ευρύ κοινό τον έμαθε από την εξαιρετική μεταφορά του Ζητιάνου του Ανδρέα Καρκαβίτσα σε graphic novel και μέχρι πρότινος έμενε στη Γαλλία. Για τον Δημοσθένη Παπαμάρκο το Warhammer 40K υπήρξε για χρόνια κομμάτι της ψυχαγωγίας του. Είναι η ίσως πιο άγρια μορφή επιστημονικής φαντασίας στην πιο ωμή μορφή της· ένα σύμπαν όπου ακόμα και η ελπίδα έχει χαθεί. O Kanellos Cob πάλι δεν είχε ιδέα περί τίνος πρόκειται. Γνώριζε καλά όμως κάτι πιο σημαντικό: «εγώ πάντα sci-fi ήθελα να κάνω» εξομολογήθηκε ένα πολύ ζεστό βράδυ του περασμένου Ιουνίου στην Πλατεία Μεσολογγίου. Κάπως έτσι, αν και στο ενδιάμεσο είχαν συμβεί πολλά – ναυαγισμένα projects, αναζήτηση σχεδιαστή, καθυστερήσεις – τα Γυμνά Οστά (εκδ. Polaris) έφυγαν από τις σελίδες του περιοδικού Μπλε Κομήτης και έγιναν graphic novel. Ή αλλιώς ένα από τα καλύτερα ελληνικά κόμικ που έχουν κυκλοφορήσει εδώ και πολλά χρόνια. Ποιος θα διαβάσει αυτό το κόμικ; Αυτό που συναντάς καθώς γυρίζεις τις σελίδες από τα Γυμνά Οστά είναι η άγρια γοητεία ενός ολοκαίνουργιου, τρομερά σκοτεινού και – σχήμα οξύμωρο – γεμάτου ψυχεδελικά χρώματα κόσμου. Μια ιστορία απρόσμενης ανθρωπιάς για τη συμβιοτική σχέση ενός ανθρώπου και ενός ρομπότ σε έναν ξεχασμένο πλανήτη γεμάτο ραδιενέργεια και ανθρωποφάγες μηχανές. Ειλικρινά όμως, ποιος θα διαβάσει αυτό το κόμικ σε μια ελληνική αγορά που ακόμα προσπαθεί να απενοχοποιήσει τις εικονογραφημένες αφηγήσεις; Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι εξαιρετικό, το ρίσκο όμως είναι μεγάλο. «Δεν το σκέφτηκα ποτέ έτσι» απαντά ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, πίνοντας μια γουλιά από την μπύρα του, για να συνεχίσει: «Είχα κολλήσει ότι θέλω να πω αυτήν την ιστορία. Αγαπώ την επιστημονική φαντασία, τη διαβάζω, παίζω ακόμα και sci-fi video games. Γιατί να μην το επιχειρήσω; Δεν μπήκα καν στη διαδικασία να σκεφτώ πως θα το πάρει το κοινό αφού είχα το ΟΚ του εκδότη. Εγώ ήθελα να πω την ιστορία». Ήταν όμως ένα προσωπικό στοίχημα κόντρα σε όλα τα προγνωστικά για τον 38χρονο συγγραφέα που ο συνεργάτης του απλά εικονογράφησε; «Χτίζαμε έναν κόσμο από την αρχή, έναν κόσμο που δεν υπάρχει. Δουλεύαμε συνεχώς πάνω σε αυτό, μας πήρες πολύ παραπάνω χρόνο από όσο είχαμε υπολογίσει, μανουριάζαμε, διαφωνούσαμε. Κάναμε τα πάντα για χάρη του project» συμπληρώνει ο Kanellos Cob, καθώς μοιάζει να βυθίζεται σε έναν διαφορετικό κόσμο, όπου η δημιουργική διαδικασία είναι το άλφα και το ωμέγα. Είναι ξεκάθαρο πως πρόκειται για δημιουργικό ντουέτο. Το άτυπο πάντρεμα των δύο έγινε μέσα από τις εκδόσεις Polaris. Πιο πριν υπήρχε μια απλή γνωριμία. – Σκάει ένας τύπος με backpack και μου λέει εσύ είσαι ο Δημοσθένης; – Εσύ είσαι ο Κανέλλος; Είχαν συστηθεί τον Δεκέμβρη του ‘19 στο Rue du Marseille στην Οδό Μασσαλίας. Μία από εκείνες τις δεκάδες γνωριμίες που κάνεις στα μπαρ και μετά (συνήθως) χάνονται για πάντα. Εκτιμούσαν όμως ο ένας τη δουλειά του άλλου και έτσι είπαν ότι κάποια μέρα θα πάνε για μπύρες. Ο Κανέλλος βρισκόταν κάπου ανάμεσα σε Γαλλία και Ελλάδα τρέχοντας διάφορα projects. Ο Δημοσθένης έγραφε θέατρο, έγραφε για σινεμά, δούλευε την Εξημέρωση. Έγιναν κάποια τηλέφωνα, έσκασε η καραντίνα, για μπύρες δεν πήγαν. Ο Παπαμάρκος δεν το περίμενε. Είχε την αίσθηση ότι ο Cob δεν είναι της φάσης. Είπαν ότι θα έκαναν πρώτα ένα δοκιμαστικό. Τελικά ξεκίνησαν κατευθείαν. «Ό,τι τρέλα είχα σκεφτεί γινόταν πραγματικότητα. Αρκετές φορές μου έλεγε ότι αυτό θα πάρει μια σελίδα παραπάνω και του απαντούσα όχι μία, τέσσερις σελίδες πάρε» λέει ο Παπαμάρκος. «Άπλα ρε παιδιά, άπλα» συμπληρώνει γελώντας ο Kanellos Cob και πίνει το σφηνάκι ουίσκι που έχει παραγγείλει. Τσιγάρα, ποτά, πατατάκια, ζεστός αθηναϊκός αέρας στην Πλατεία Μεσολογγίου, ζευγαράκια που κάνουν βόλτες, κυρίες με τα σκυλάκια τους. Ωραία όλα αυτά, αλλά αναρωτιέμαι ξανά: ποιος θα διαβάσει αυτό το κόμικ; «Στην Ελλάδα θα πάει σε ένα συγκεκριμένο κοινό» αναφέρει σε επαγγελματικό τόνο ο 36χρονος κομίστας, για να συνεχίσει: «Άλλωστε ο Δημοσθένης έχει το δικό του κοινό, έτσι αυτοί οι αναγνώστες θα ενδιαφερθούν για το τι καινούργιο έχει γράψει αυτός ο άνθρωπος. Επίσης τα geeks της επιστημονικής φαντασίας λογικά θα του δώσουν μια ευκαιρία». Είναι όμως αυτό αρκετό; «Κοίτα» λέει ο Kanellos Cob, προσπαθώντας να μου δώσει τη συνολική εικόνα: «Όταν ξεκινήσαμε και κάναμε το συγκεκριμένο κόμικ είχα στο μυαλό μου ότι μπορεί να αποκτήσει διεθνές κοινό. Είχα την εμπειρία με τον Ζητιάνο που τον πρότεινα σε πολλούς εκδοτικούς της Γαλλίας και ενώ έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον μου έκαναν την εύλογη ερώτηση: “Σε ποιον θα το πουλήσουμε αυτό; Τέλη 19ου αιώνα στον ελλαδικό χώρο; Ποιος θα ενδιαφερθεί για κάτι τέτοιο; Οι Γάλλοι όταν ακούν στην Ελλάδα έχουν στο μυαλό τους ή την αρχαιότητα ή την Ελληνική Κρίση”. Τα Γυμνά Οστά είναι όμως global με λίγο ελληνικό στοιχείο, που απλά κάνει την εμπειρία πιο γοητευτική για έναν ξένο αναγνώστη». Σημειώνω τη φράση αλλά δυσκολεύομαι να πιστέψω την αισιόδοξη οπτική, όσο λογική και αν ακούγεται. Γνωρίζω πως ο Cob δουλεύει εδώ και χρόνια σε φουλ επαγγελματικά πλαίσια, αφού από τη στιγμή που τέλειωσε τη σχολή στη Γαλλία εργάστηκε στον χώρο του illustration χωρίς διαλείμματα. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό να μη δουλέψει ξανά σε μπαρ και κράτησε την υπόσχεση. Ξέρει τι λέει. Απλά νιώθω ότι δεν είναι μόνο αυτό. Είναι κάτι περισσότερο. «Αν θα πάει ή δε θα πάει, είναι κάτι που συζητήσαμε όταν πια είχε τελειώσει το κόμικ» συμπληρώνει ο Παπαμάρκος. «Ήμασταν πάνω από τις μηχανές στο τυπογραφείο. Το “λάθος” είχε γίνει. Επενδύσαμε τόσο χρόνο, κόπο, ενέργεια και δουλειά που αν το βλέπαμε πρακτικά θα έπρεπε να είχαμε δώσει το ένα όγδοο από αυτά. Εμείς όμως θέλαμε να πούμε αυτή την ιστορία ακριβώς με τον τρόπο που την είπαμε». «Σε όλη τη δημιουργική διαδικασία πιστεύαμε ότι όλος ο κόσμος ενδιαφέρεται για την ιστορία που έχουμε να πούμε» τονίζει ο Kanellos Cob. Hard sci-fi με σκεπτόμενα ρομπότ που κυνηγούν ανθρώπους σαν θηράματα; Ναι, γιατί όχι; Στον αστερισμό του Moebius Jean Giraud. Έτος γέννησης 1938. Ημερομηνία θανάτου: 10 Μαρτίου 2012. Πιο γνωστός ως Moebius ή αλλιώς ο ένας από τους πατριάρχες του ευρωπαϊκού κόμικ και εκείνος που έβαλε φαρδιά πλατιά την υπογραφή του στη sci-fi αισθητική των 70s. Αν, προσωπικά μιλώντας, έπρεπε να αναφέρω μια επιρροή που διακρίνω στα Γυμνά Οστά πέρα από το Warhammer 40K, αυτή θα ήταν η ψυχεδελική φαντασμαγορία του Γάλλου μετρ. «Δούλεψα στο τελευταίο illustration που έκανε ο Moebius. Λίγο πριν πεθάνει οι αρχές του Montrouge, μιας κοινότητας έξω από το Παρίσι, του είχαν ζητήσει τη μακέτα που θα έντυνε όλο το δημαρχείο. Δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει όμως. Βρέθηκα να δουλεύω λοιπόν στην τεράστια τοιχογραφία καθώς μια καθηγήτρια μου κέρδισε τον διαγωνισμό για να ολοκληρωθεί το έργο» λέει, χωρίς ίχνος έπαρσης, ο Kanellos Cob. Λίγο η ζέστη, λίγο τα ποτά, λίγο η ευχάριστη συζήτηση, λίγο οι αναφορές σε τόσο αγαπημένα πράγματα, με κάνουν να χαλαρώνω τελείως και να τριπάρω σε διαστημικούς κόσμους. Άλλωστε, η αίσθηση του escapism σώζει ζωές. «Πήρα τηλέφωνο τον Δημοσθένη και του είπα: “Από αυτά που μου έχεις περιγράψει μέχρι τώρα δεν πάμε στο αμερικάνικο για κανέναν λόγο. Εκείνο που έρχεται στο μυαλό μου είναι η αισθητική του Moebius”» συνεχίζει την αφήγηση ο 36χρονος κομίστας. Ο Kanellos Cob έκανε το artwork του Hadra Trance Festival για το 2020, του μεγαλύτερου γαλλικού φεστιβάλ trance μουσικής, αλλά δυστυχώς η καραντίνα και ο κορονοϊός τα χάλασε όλα. «Ξενέρωσα γιατί έχασα μια ευκαιρία να δει τη δουλειά μου όλη η Γαλλία» λέει χαρακτηριστικά. Περίπου έναν χρόνο πριν, η δικιά του εικονογράφηση στον Ζητιάνο του Ανδρέα Καρκαβίτσα τον έκανε γνωστό στους βιβλιόφιλους. Παράλληλα έχει συμβόλαια με γαλλικούς εκδοτικούς μέχρι το 2023 αλλά γνωρίζει ακριβώς πού πατάει και τι κάνει. «Σε γενικές γραμμές πάντα χρειάζεται να κάνεις πράγματα που ίσως έρχονται κόντρα στην αισθητική σου. Πιστεύω όμως ότι είναι ένα δύσκολο μονοπάτι που χρειάζεται να περπατήσεις έτσι ώστε μια μέρα να εκδίδεις ό,τι γουστάρεις». «Όταν άκουσα το όνομα του Moebius είπα ότι ήταν κάτι που δεν θα τολμούσα ποτέ να ζητήσω» θυμάται με ενθουσιασμό ο Παπαμάρκος. «Αν θες να πας εκεί, μέσα. Με τρέλα». Το ζητούμενο ήταν να συνδυαστεί το βιομηχανικό illustration με την αισθητική ενός καλλιτέχνη που άλλαξε την pop κουλτούρα. Άλλωστε, το story board του Moebius για τις ανάγκες του Dune δια χειρός Alexander Jodorowsky (μιας μυθικής ταινίας που τελικά δεν γυρίστηκε ποτέ) άλλαξε λίγο έως πολύ το σύγχρονο σινεμά. Τα Star Wars πάτησαν πάνω στη δουλειά του και έκοψαν εκατοντάδες εκατομμύρια εισιτήρια στα χρόνια που ακολούθησαν. Τελικά τι το τόσο μαγικό έχει η τέχνη του Moebius; «Έχει μία παράξενη ομορφιά· σου προκαλεί νοσταλγικότητα για κάτι που όμως βλέπεις πρώτη φορά, ενώ την ίδια στιγμή είναι ικανή να σου παρουσιάσει έναν ολόκληρο (φανταστικό) κόσμο σε ένα μόνο καρέ» λέει ο Παπαμάρκος. Πραγματικά, τι άλλο να ζητήσει κανείς από το sci-fi; Το soundtrack της δημιουργίας «Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι ήμουν Γαλλία και σχεδίαζα, όταν μου έστειλαν σήμα ότι ένας γνωστός θα παίξει ηλεκτρονική μουσική σε ιντερνετικό ραδιόφωνο» διηγείται ο Kanellos για τις μέρες του περσινού ατέλειωτου χειμώνα. «Συντονίστηκα και καθώς εκείνος μίξαρε, μια κοπέλα δίπλα του απήγγειλε ποίηση. Δούλευα και άκουγα. Το έζησα πάρα πολύ εκείνο το live – ναι, όσο το σκέφτομαι, εκείνες οι στιγμές είναι απόλυτα συνδεδεμένες με τα Γυμνά Οστά». Στην Πλατεία Μεσολογγίου δεν υπάρχει καμία μουσική πέρα από τους ήχους της αθηναϊκής νύχτας. Ο καταιγισμός όμως από ονόματα καλλιτεχνών φτιάχνει το δικό του soundtrack στον αέρα. «Θοδωρής Cortés, Dolly Vara, Regressverbot, Kangding Ray, Tim Hecker. Γενικά άκουγα πολλά ηλεκτρονικά και ambient όταν δούλευα το κόμικ, αλλά και πολύ post rock. God is an Astronaut, Explosions in the Sky». «Α ναι. Και πολύ Αρλέτα, το Batida de coco» λέει ο 36χρονος κομίστας γελώντας. «Εγώ πάλι άκουγα The Sword, τον δίσκο Gods of the Earth» αναφέρει ο Παπαμάρκος πριν συνεχίσει: «Σε λούπα το Fire Lances of the Hyper Zephyrians που είναι πολύ βασική επιρροή του κόμικ γενικά, και επίσης δισκογραφία Blue Oyster Cult και πιο συγκεκριμένα το Veteran of the Psychic Wars, την οκτάλεπτη live εκτέλεση με όλα τα σόλο». Όλοι μπορούν να έχουν αναφορές, επιρροές, και προτιμήσεις. Το ζήτημα όμως είναι να δένει το γλυκό στο τέλος. Στα Γυμνά Οστά μπορεί κανείς να βρει ψήγματα από Isaac Asimov και Robert Heinlein μέχρι λατινικές ζωολογίες της αρχαιότητας, Jorge Luis Borges και τα ζόμπι του George Romero. Μάλιστα αν κάνεις τον έξυπνο μπορείς να πέσεις και έξω. «Όχι το Τσέρνομπιλ, ένα χρονικό του μέλλοντος της Svetlana Alexievich δεν ήταν στις επιρροές για τα Γυμνά Οστά» λέει ευγενικά αλλά κάπως αυστηρά ο Δημοσθένης Παπαμάρκος διαλύοντας τις υπερφίαλες σιγουριές μου. «Ήταν όμως βασική επιρροή για την Εξημέρωση». Επιστρέφοντας στο soundtrack της δημιουργίας, ο David Bowie και ο χαρακτηριστικός στίχος “ground control to Major Tom” δε θα μπορούσε να λείπει. «Για αυτό βάλαμε το πρόσωπό του μέσα στο κόμικ» λέει ο Kanellos Cob. Για μισό λεπτό όμως, πώς ακριβώς έγινε αυτό; «Με πήρε τηλέφωνο και μου ζήτησε τρία πρόσωπα για να μπουν ένθεση σε κάποια καρέ του κόμικ. Του είπα: David Bowie, Nikola Tesla, Άρης Βελουχιώτης». Μήπως τελικά, δεν υπάρχει σωτηρία; Ο ήλιος έχει χαθεί τελείως και καμία αχτίδα φωτός δεν περνάει μέσα από τις φυλλωσιές της Πλατείας Μεσολογγίου. Το σκοτάδι είναι απόλυτο και η ζέστη αφύσικη. Σκέφτομαι ξανά το motto του Warhammer 40Κ: In the grim distance future, there is only war. Έρχεται στο μυαλό μου το πρώτο-πρώτο καρέ από τα Γυμνά Οστά: ένα πελώριο μηχανικό χέρι θαμμένο στην άμμο που θυμίζει τον αρχαίο μύθο για τον Τάλω, το πρώτο ρομπότ της ιστορίας. Μία μηχανή που προστατεύει το νησί της Κρήτης και τους Μινωίτες από τις εξωτερικές απειλές. Έναν πολιτισμό δηλαδή που εξαφανίστηκε κάτω από την οργή της φύσης. Εκρήξεις ηφαιστείων, τσουνάμι. Τη μέρα της συνέντευξης στον Καναδά σημειώθηκαν θερμοκρασίες 49,5 Βαθμών Κελσίου. «Για μένα το καύσιμο στα Γυμνά Οστά ήταν το αίσθημα απαισιοδοξίας που έρχεται από την εξέταση των μελλοντικών σεναρίων (σ.σ: κλιματική αλλαγή, κοινωνικές αναταραχές). Δηλαδή, αν το θες, των στιγμών που με έπαιρνε από κάτω και δεν έβλεπα ελπίδα» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Παπαμάρκος. Αυτό που ήθελε να πετύχει στο κόμικ ήταν να παρουσιάσει έναν κόσμο χωρίς ορίζοντα ελπίδας, μια ατμόσφαιρα απόλυτης απελπισίας. Στα Γυμνά Οστά όμως ο αναγνώστης δεν έρχεται αντιμέτωπος με έναν αυτάρεσκο ύμνο στην απαισιοδοξία. Από την απόλυτη απελπισία που ντύνεται ψυχεδελικά χρώματα προχωράμε σε μία ελπίδα, ή μάλλον σε μια λύτρωση που έρχεται μόνο στο τέλος, χωρίς να είναι ένα φτηνό happy ending. «Αν δουμε τον νιχιλισμό στα πλαίσια της επιβίωσης (όταν φτάνεις στο σημείο που σκέφτεσαι ότι πρέπει να παραμένεις στη ζωή με κάθε τρόπο), αν αυτό είναι μηδενιστικό, ΟΚ, παίρνεις τις αποφάσεις σου. Σε τέτοιες συνθήκες η λογική αλλάζει. Και η έννοια της ηθικής αλλάζει και αυτή» σημειώνει ο Kanellos Cob. «Ο μηδενισμός του κεντρικού χαρακτήρα, του άντρα, είναι αυτός: έχει δει τον κόσμο σε όλη του την πορεία, γνωρίζει πως δεν υπάρχει λύση, αφού είμαστε πολύ καιρό μετά τη στιγμή που θα μπορούσαμε να γλιτώσουμε την καταστροφή, και ουσιαστικά εκείνος επιμένει να γραπώνεται στη ζωή γιατί αυτό είναι το ένστικτό του» εξηγεί ο Παπαμάρκος. «Δε θέλει να εγκαταλείψει γιατί ποτέ κανένας οργανισμός δεν τα παρατάει» Τελικά, υπάρχει σωτηρία ή όχι; «Μία βασική ιδέα πίσω από το κόμικ ήταν η εξής: η ανθρωπότητα έχει κάνει πολλά μοιραία λάθη μέσα από τα χιλιάδες χρόνια και την έχει σκαπουλάρει, έτσι στα Γυμνά Όστα βλέπουμε την άλλη όψη του νομίσματος. Την εξέταση δηλαδή της πιθανότητας του τι θα συμβεί σε περίπτωση που δε σώσουμε την παρτίδα την τελευταία στιγμή. Ένας κόσμος όπου η καταστροφή του περιβάλλοντος συνεχίζεται χωρίς κανένα stop· ένας κόσμος που φτάνει κυριολεκτικά στα άκρα». ΟΚ, όντως τα πράγματα είναι σοβαρά, στον Καναδά το θερμόμετρο άγγιξε τους 50 Βαθμούς Κελσίου. Πίνω μια γουλιά από την μπύρα μου γιατί το στόμα μου έχει στεγνώσει και παραπονιέμαι λίγο για τον καύσωνα. Kanellos Cob: Δεν είναι καύσωνας, η κλιματική αλλαγή είναι. Ένα ρομπότ που το έλεγαν Λόλα Δεν υπάρχει πιο γελοία ερώτηση από το «πείτε μου μια αστεία ιστορία» αλλά την κάνω. Ποτέ δεν ξέρεις. Το δημιουργικό ντουέτο ανταλλάσει ματιές και ένα μειδίαμα εμφανίζεται στα χείλια και των δύο. «Πες του για τη Λόλα». Ποια Λόλα ρε παιδιά; «Η μηχανή που πρωταγωνιστεί ανήκει στο μοντέλο Θ.Ο.Ρ.Α.Κ.Σ, έπρεπε όμως να της/του βρούμε κάποιο όνομα» δίνει τις απαραίτητες διευκρινίσεις ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, για να συνεχίσει: «Έτσι αφού στο περιοδικό Μπλε Κομήτης, εκεί όπου εμφανίστηκαν για πρώτη φορά τα Γυμνά Οστά, ονομαζόταν Βλαντ, το λέγαμε έτσι μεταξύ μας για να συνεννοούμαστε». Καταλαβαίνω από την όψη και των δύο ότι κάτι τους έλειπε. «Ποιος Βλαντ; Να τον πούμε Λόλα» λέει ο Kanellos Cob καθώς θυμάται το σκηνικό. Μάλιστα μου εξηγεί πως όταν είναι να δουλευτεί ένας χαρακτήρας, καλό είναι να δοκιμάζεται και σε συνθήκες εκτός concept. Για να υπάρξει, να γίνει πιο αληθινός. «Έτσι έκανα το πολεμικό ρομπότ να μοιάζει με drag queen. Να φοράει φτερά και πούπουλα και να το φωνάζουν Λόλα». Είναι φανερό ότι αυτοί οι δύο έχουν αναπτύξει έναν κώδικα επικοινωνίας παρότι έχουν τελείως διαφορετικές προτιμήσεις στα διαβάσματά τους. Πάνω στην κουβέντα μου ανέφεραν πως εκεί που συναντήθηκαν ήταν οι φιλμογραφικές αναφορές. Έβλεπαν και βλέπουν ταινίες σαν παλαβοί. «Θέλω δύο σελίδες να κάνω κάτι σουρεαλιστικό. Το έχεις;» του ζήτησε σε κάποια φάση ο Kanellos Cob. Στο σενάριο δεν υπήρχε τίποτα τέτοιο, ο Παπαμάρκος όμως έστυψε το μυαλό του, και ένα καλοκαιρινό μεσημέρι στο χωριό του, τη Μαλεσίνα, είδε ένα όνειρο. Οι εικόνες έγιναν ένα υπερρεαλιστικό τετρασέλιδο γεμάτο μεταμορφώσεις, γεμάτο χερουβείμ, γεμάτο σκηνές ταμπού. Του λέω ότι μου δίνεται η αίσθηση ότι έχουν γίνει εκατομμύρια διορθώσεις στο κείμενο. «Μέχρι το Γκιακ δεν έκανα πολλές διορθώσεις. Κάθε διήγημα το έγραφα με τη μία. Το Νόκερ το ολοκλήρωσα σε 16 ώρες. Εδώ όμως πέθανα. Διόρθωνα μέχρι και την τελευταία στιγμή». Τι έγινε όμως λίγο πριν τυπωθούν τα Γυμνά Οστά; «Τελειώνει το κόμικ. Παίρνω το draft pdf να διορθώσω κείμενο και βλέπω το ρομπότ να είναι γραμμένο όντως ως Λόλα» λέει ο Δημοσθένης, όσο ο Kanellos γελά. Όχι, δεν τυπώθηκε έτσι. Ποιο είναι τελικά το όνομα του συγκεκριμένου Θ.Ο.Ρ.Α.Κ.Σ μοντέλου; Θα πρέπει να πάρεις το κόμικ για να μάθεις. Εις το επανιδείν Σε αντίθεση με τα μυθιστορήματα που εκτός εξαιρέσεων δεν έχουν συνέχεια, τα περισσότερα κόμικ έχουν sequel. Όλα όμως δείχνουν ότι θα χρειαστεί να περιμένουμε λίγο για το επόμενο επεισόδιο από τα Γυμνά Οστά. Υπάρχουν άλλωστε και άλλα project που τρέχουν. «Τον Σεπτέμβριο ξεκινάω με τις Εκδόσεις Πατάκη, θα εικονογραφήσω ένα βιβλίο της Ζωρζ Σαρρή, τον Θησαυρό της Βαγίας» αποκαλύπτει ο Kanellos Cob λίγο πριν το λήξουμε. Και συνεχίζει: «Έχω συμβόλαιο με γαλλικό εκδοτικό για να κάνουμε μία εικονογραφημένη έκδοση της βιογραφίας του Bobby Sands». Να μια ιστορία που όλοι ξέρουν αλλά ελάχιστοι γνωρίζουν τι πραγματικά συνέβη. Όσο για τον Δημοσθένη Παπαμάρκο; «Είμαι σε φάση που προετοιμάζω κάτι πεζογραφικό. Μάλλον, είναι η ιδέα που θα αρχίσω». Όταν όμως κάτσουν να φτιάξουν το sequel για τα Γυμνά Οστά, τι να περιμένουμε; Μια τελική λύση για το μείζον πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής; Μια λυτρωτική ιστορία όπου οι καλοί θριαμβεύουν ενάντια στο κακό; Μία πραγματική ελπίδα για το μέλλον; Ο 36χρονος κομίστας αναλαμβάνει να ρίξει την αυλαία της βραδιάς με την απάντησή του. «ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ». Και το σχετικό link...
  5. Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, συγγραφέας του «Γκιακ», συνυπογράφει με τον Kanellos Cob το graphic novel «Γυμνά οστά», που προβάλλει στο μέλλον τον εφιάλτη του παγκόσμιου παραλογισμού. Δημοσθένης Παπαμάρκος «Οι μηχανές, ακόμα και μετά από όλα αυτά τα χρόνια, είναι ανίκανες να συναγωνιστούν την ανθρωπότητα στην ευχέρειά της για αδικαιολόγητη βία. Δεν είναι στη φύση τους, σε αντίθεση με μας». Το λέει ένας σκληροτράχηλος άντρας που έχει χάσει το ένα μάτι του στη μάχη. Ένας άντρας χωρίς όνομα, που τρέφεται με υπολείμματα ανθρώπων ή μάλλον με μάζες ύλης που προέρχονται από αλλοτινούς πιλότους μηχανών, οι οποίες έσπερναν τον θάνατο σε ανθρώπους. Το λέει σε μια γυναίκα σταλμένη στη Γη από μια συνομοσπονδία πλανητών που συνεργάζονται σε ένα «μερκατοκρατικό» (sic) επίπεδο, με αποστολή να ανιχνεύσει το πώς θα μπορέσουν να οικειοποιηθούν την υψηλή τεχνολογία διάδρασης ανθρώπων και μηχανών για την οποία ξεχωρίζει αυτός ο πλανήτης. Τη συνέλαβαν μακριά από το διαστημόπλοιό της, ο άντρας μαζί με το «Θ.Ο.ΡΑ.Κ.Σ.» (sic) με το οποίο εκείνος συνεργάζεται. Σ’ αυτό αναφέρεται όταν της μιλά για «μηχανές»: στον τεράστιο «εξωσκελετό» (sic), την ενεργό πανοπλία που κινείται πια χωρίς πιλότο έχοντας αποκτήσει αυτόνομη συνείδηση. Έχει προηγηθεί ένας θερμοπυρηνικός παγκόσμιος πόλεμος, η βλάστηση είναι οργιώδης και έχει τυλίξει τα τσιμεντένια κτίρια και τα ερείπια των πιο αρχαίων πολιτισμών, τον Ναό του Ποσειδώνα, τον τάφο του Ατρέα, τις ανατιναγμένες πόλεις, τα πυρηνικά απόβλητα και τις κατεστραμμένες φονικές μηχανές. Αυτές, που ήταν τόσο εξελιγμένες ώστε έπαιρναν ενέργεια από τους πιλότους τους… Το τοπίο είναι απειλητικό, και οι δυο τους, για το αμοιβαίο όφελός τους, έχουν γίνει κυνηγοί των κυνηγών τους. Καλώς ήρθατε στα Γυμνά οστά, το graphic novel-γροθιά στο στομάχι που συνυπογράφουν δύο ανήσυχοι 40άρηδες: ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Kanellos Cob (εκδ. Polaris). Ο ιστορικός της ελληνιστικής αρχαιότητας, βραβευμένος πεζογράφος και σεναριογράφος, μαζί με τον γεννημένο στην Αθήνα, σπουδαγμένο συντηρητή αρχαιοτήτων και βραβευμένο κομίστα που σταδιοδρομεί στη Γαλλία, δημιούργησαν ένα μυθιστόρημα-σε-εικόνες, που μπορεί να διεκδικήσει διεθνή καριέρα τόσο για το εικαστικό όσο και για το θεματικό ειδικό βάρος του. Το βιβλίο τους, σε ιδέα και σενάριο του Παπαμάρκου, προβάλλει στο μέλλον τον εφιάλτη του παγκόσμιου παραλογισμού που γιγαντώνεται σήμερα με τη σκυταλοδρομία των εξοπλισμών, με την ακόρεστη δίψα για οικονομική εξουσία, με τη συνεχιζόμενη καταστροφή των βιότοπων του πλανήτη, αλλά όχι μόνο. Γιγαντώνεται πρώτα με την απαξίωση, τον ευτελισμό, την περιφρόνηση, την αδιαφορία, τον απενοχοποιημένο κυνισμό για τους πληθυσμούς των ανθρώπων που αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμοι. Και δεν είναι μόνο οι μεταναστευτικές ροές, είναι και οι μικροκοινότητες των μεγαλουπόλεων που δεν χωρούν στα σχέδια των κυρίαρχων. Το graphic novel των Παπαμάρκου και Cob ζωντανεύει, με υποδειγματική οικονομία στον λόγο, αυτή την ήδη διαφαινόμενη δυστοπία περιγράφοντας μια πορεία θανάτου σε ένα τοπίο θανάτου. Έτσι, τα Γυμνά οστά διασταυρώνονται με τη συλλογή διηγημάτων Γκιακ (Αντίποδες 2014, Πατάκης 2020) του Παπαμάρκου, που εμπνεόταν από την αιματηρή προέλαση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, όπως διασταυρώνονται και με την ομηρική «Νέκυια» της Οδύσσειας. Όμως τώρα, σε τούτο το μελλοντολογικό τοπίο για το οποίο ευθύνεται η δική μας εποχή, κανένας χαρακτήρας, μα κανένας, δεν είναι «καλός». Και δεν ξέρουμε εάν κάποιος από τους βασικούς τρεις θα προλάβει, ούτε εάν θα θελήσει ή εάν θα μπορέσει να κάνει κάποτε κάτι καλό. Και ποιο θα είναι εκείνο; Η προσπάθεια βελτίωσης αυτού του μετα-κόσμου ή η ανατροπή του; Άνθρωποι σαν μπαταρίες «Ήθελα να διερευνήσω την πιο σκοτεινή πλευρά της ανθρωπότητας» εξηγεί στην «Εφ.Συν.» ο Παπαμάρκος. «Λέμε ότι η αρετή του ανθρώπινου είδους είναι η θέληση να αίρεται στο ύψος του απέναντι σε κάθε αντιξοότητα. Ο πλανήτης έχει φτάσει στα όριά του, το βλέπουμε. Αλλά αντί να αναθεωρήσουμε το μοντέλο ζωής μας, αναζητάμε νέα εργαλεία για να το προστατέψουμε. Αντί να πούμε ένα «στοπ» στην ανάπτυξη σπρώχνουμε ολοένα πιο μακριά τα όριά της. Αντί να σταματήσουμε τους πολέμους, αναζητάμε την τεχνολογία που θα μας επιτρέψει να τους κάνουμε από μακριά. Στα Γυμνά οστά έχει γίνει ένας ολοκληρωτικός πόλεμος, τα πεδία μάχης είναι τόσο ραδιενεργά που οι στρατιώτες και οι γύρω πόλεις πεθαίνουν. Αλλά η απάντηση είναι η “Θωράκιση οπλίτη ραδιοανθεκτικού κατάφρακτου συντάγματος”: τα Θ.Ο.ΡΑ.Κ.Σ. Μάλιστα όταν οι πιλότοι-“εταίροι” (sic) τους θα εμφανίσουν μετατραυματικό στρες, αυτά θα “βελτιωθούν” τεχνολογικά ώστε να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία στον εγκέφαλό τους: μια νοημοσύνη επικουρική της ανθρώπινης που θα τους επιτρέπει την πράξη -όχι την απόφαση- του φόνου. Ώσπου από ένα ατύχημα προκύπτει ένα υβρίδιο ανθρώπινης και τεχνητής νοημοσύνης. Οπότε αποχαλινώνονται. Αντιμετωπίζουν κάθε ανθρώπινη μορφή ζωής σαν “μπαταρία”. Ό,τι έχει απομείνει από την ανθρωπότητα το κυνηγούν για να το καταναλώσουν. Με εξαίρεση το Θ.Ο.ΡΑ.Κ.Σ στο πρωταγωνιστικό μου δίδυμο, που είναι προϊόν κάποιας μετάλλαξης. Ωστόσο ούτε αυτό το δίδυμο πιστεύει πως υπάρχει σωτηρία σ’ αυτόν τον πλανήτη όπου όλοι αλληλοτρώγονται». Αλλά τα πράγματα είναι ακόμα πιο σύνθετα. Όχι μόνο επειδή υπάρχει το μάτι της συνομοσπονδίας των άλλων πλανητών που στέλνουν την κοπέλα-«πρόσκοπο» (sic) με τον… Ευρωστρατό τους για να αντλήσουν οφέλη (εδώ, τεχνογνωσία) ακόμη και από μια ολοκληρωτική καταστροφή. Κάπου κρυμμένη υπάρχει και η ελίτ που ποτέ δεν μένει άπραγη. Είναι οι «τεχναριστοκράτες» (sic) που διέφυγαν τις τελευταίες μέρες της σύγκρουσης στην κοιλάδα των Δελφών(!) με επίσημη δικαιολογία να επιχειρήσουν την ανοικοδόμηση. Στην πραγματικότητα όμως για να κατασκευάσουν ένα διαστημόπλοιο και να σωθούν μόνοι τους. Εδώ το πολιτικό σχόλιο του συγγραφέα είναι εύγλωττο. Άρα; Άρα η συνέχεια επί… του graphic novel και επί των εικόνων του Κανέλλου Μπίτσικα (Kanellos Cob), που «μιλούν» με αφηγηματική δύναμη, με φοβερή βία και με καθηλωτική ποιητικότητα. Ο Γιάννης Κουκουλάς, που αναδεικνύει την «9η Τέχνη» των κόμικς στο εβδομαδιαίο καρέ καρέ της «Εφ.Συν.», θα έχει κι άλλα πολλά να πει. Φιλοσοφικά ερωτήματα «Το σενάριο για τα Γυμνά οστά τελείωσε πριν από την πανδημία και κατά κάποιο τρόπο επιβεβαιώνει την ευθύνη της ανθρωπότητας για όσα συμβαίνουν στον πλανήτη» σχολιάζει ο Παπαμάρκος. «Ακόμη και το εμβόλιο του Covid έγινε μπίζνα». Πράγματι, αυτό το βιβλίο διαβάζεται απνευστί σαν δυσοίωνη περιπέτεια κανιβαλισμού με μεγάλες δόσεις σασπένς και εντυπωσιακή ατμόσφαιρα. Αλλά στο τέλος επικρατούν τα φιλοσοφικά ερωτήματα που ακουμπάνε με νύξεις στη χριστιανική εξόδιο ακολουθία όσο και στην ελληνική μυθολογία με αναφορά στις Ερινύες κ.ά. Ο Παπαμάρκος, με χαρακτήρες που δεν ξέρουμε σε ποιο βαθμό είναι άνθρωποι και σε ποιο φονικές μηχανές, μας εισάγει σε έναν μελλοντικό κόσμο όπου επικρατεί η ανωνυμία και η ισονομία του θανάτου και όπου κάθε στοιχείο πολιτισμού έχει ακυρωθεί. Και μας προκαλεί να στοχαστούμε την εμπλοκή μας στην οικοδόμησή του και να θέσουμε ερωτήματα όπως: «τι κάνει τον άνθρωπο;» ή «εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, τότε;» Είναι χαρακτηριστικό το ότι τα Γυμνά οστά δεν υιοθετούν το μοτίβο της επανάστασης των μηχανών-που-αποκτούν-συνείδηση, μοτίβο κλασικό πλέον στην επιστημονική φαντασία, αλλά αντλούν στοιχεία από τον μύθο των ζόμπι. Επίσης ότι πλάθουν ένα δικό τους λεξιλόγιο και παράλληλα εισάγουν τις ελληνικές αρχαιότητες σαν αρχιτεκτονικό μοτίβο που υπαινίσσεται τη συγχρονία της Ιστορίας. Διότι το αύριο συγκατοικεί ήδη με το χθες. Και το σχετικό link...
  6. Τρίτη αυτοτελής εξόρμηση της Polaris στην Ελληνική λογοτεχνία. Μετά τον Ερωτόκριτο και τα Μυστικά του Βάλτου, αυτή τη φορά έχουμε διασκευή του Ζητιάνου από τον Kanellos C.O.B. (κατά κόσμο Κανέλλο Μπίτσικα). Ο Ζητιάνος πρωτοδημοσιεύτηκε σε 5 συνέχειες στο περιοδικό της Εστίας το 1896 και αυτόνομα σε νουβέλα το 1897. Βασίζεται σε ιδέες και εντυπώσεις που αποκόμισε ο Καρκαβίτσας σε επισκέψεις του στα Κράβαρα και στη Θεσσαλία το 1890-91. Για αυτές τις επισκέψεις είχε γράψει διάφορα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στον τύπο της εποχής. Τα δε κείμενα του για τα Κράβαρα, ενόχλησαν τους ντόπιους μέχρι του σημείου να τον καλέσουν σε μονομαχία Κεντρικός ήρωας είναι ένας Κραβαρίτης επαγγελματίας ζητιάνος, ο Κώστας Τζιρίτης ή Τζιριτόκωστας. Ο χρόνος προσδιορίζεται στη δεκαετία του 1880, λίγο μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελληνική επικράτεια, ενόσω οι Τούρκοι πουλούσαν τα τσιφλίκια τους σε πλούσιους Έλληνες. Με έναν αγράμματο ντόπιο πληθυσμό που αντάλλασε το Οθωμανικό κράτος με το Ελληνικό κράτος, τον Τούρκο αγά με τον Έλληνα τσιφλικά, τον μουσουλμάνο καδή με τα Ελληνικά δικαστήρια και τον Έλληνα χωροφύλακα. Η άφιξη του στο Νυχτερέμι της Λάρισας (νυν Παλαιόπυργος, ένα χωριό μετά τα Τέμπη όπως ανεβαίνουμε για Σαλονίκη, σχετικά κοντά στις εκβολές του Πηνειού) θα φέρει ακόμα περισσότερη αναστάτωση στο χωριό. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Η προ της γενιάς του 35 Νεοελληνική λογοτεχνία δεν με συγκίνησε ποτέ (ίσως και λόγω των γλωσσικών διενέξεων). Μπορεί να έχω διαβάσει στο Λύκειο τα Λόγια της Πλώρης, αλλά ανάθεμα κι άμα τα θυμάμαι. Ως εκ τούτου δεν μπορώ να κρίνω το επίπεδο της μεταφοράς, αλλά μόνο το κόμικ ως μια ξεχωριστή αυτόνομη οντότητα. Είναι σοβαρό και καθόλου ειρωνικό. Μολαταύτα είναι τίγκα στην ειρωνία Διαβάζεις την καταγραφή της γυφτιάς, της ηθικής αθλιότητας, της κρατικής διαφθοράς, της αναλγησίας του μακρινού κράτους, της αμάθειας και της δουλοπρέπειας του πληθυσμού, της ψευτομαγκιάς, και ενώ δεν προσπαθεί να προκαλέσει το γέλιο, νοιώθεις ξεκάθαρα στο πετσί σου την ειρωνία, τον σαρκασμό και τον κυνισμό του σεναρίου. Δετό σενάριο, με ρυθμό, που σε κρατάει. Και αν καταλαβαίνω καλά από τα όσα διαβάζω, πολύ πιστό στο πρωτότυπο υλικό Πάντως δε νομίζω να γραφόταν σήμερα τέτοιο κείμενο και να αγγαλιαζόταν από την ιντελιτζένσια με θέρμη Πολύ Μπουκόφσκι, πολύ καλός όταν τα λέει για άλλους, πονάει πολύ όμως όταν βάζει απέναντί μας τον καθρέφτη και δείχνει την όποια γελοιότητά μας χωρίς να την τυλίγει με έναν μανδύα δικαιολογιών και αιτιολογιών που να τραβάει πάνω του τις όποιες ευθύνες. Λογικό το να καλούσαν τον Καρκαβίτσα σε μονομαχίες Εικαστικά. Ωραίο στήσιμο καρέ και σελίδων. Όμορφες και γραφικές αναπαραστάσεις των χώρων με σωστή προοπτική και καμπόση λεπτομέρεια στα "κενά" σημεία. Δεν με εκστασίασαν, δεν με απογοήτευσαν. Ένα έμορφο 7/10 σε αυτό το σκέλος. Τα πρόσωπα πλήρως ευδιάκριτα, ξέρεις πάντα ποιος είναι ποιος. Δεν είναι 100% το ρεαλιστικό στυλ που αγαπάω, έχει κάποια καρτουνίστικα στοιχεία ειδικά στο σώμα. Συνολικά όμως δούλεψε μια χαρά για εμένα Συνολικά δεν τη μετάνιωσα αυτή την αγορά Παραθέτω υλικό από το κόμικ από το δειγματικό pdf που έχει η εκδοτική στο site της. Όπως βλέπουμε αυτή τη φορά λέει "Σειρά: Η Νεοελληνική Λογοτεχνία σε Γκράφικ Νόβελ, Νο3". Δεν υπήρχε τέτοια ένδειξη στα προηγούμενα 2. Μακάρι να συνεχιστεί και να βγούνε κι άλλα. Φτάνει να συνεχίσουν να γίνονται διασκευές από ανθρώπους που έχουν και τις σχετικές ικανότητες αλλά και την ίδια αγαπη για το πρωτογενές υλικό. Να μην ξεπέσει δλδ σε ένα "διασκευές βιβλίων για να βγαίνουν διασκευές βιβλίων σε κόμικ". (πολλές οι φορές που είδαμε να μεταφράζονται ξένα κόμικ που βασίζονταν σε βιβλία μόνο και μόνο επειδή τα βιβλία είχαν ενδιαφέρον και όχι επειδή τα κόμικ ήταν καλά). Monsieur Kanellos C.O.B. (coin operated boy) ενώ τζιφράρει το αντιτυπό μου στο Αθενσκον 2019 Monsieur Kanellos Cob ενώ δεν τζιφράρει το αντίτυπό μου, σε μια πιο προσωπική στιγμή, όπως είναι στη σελίδα του στο bedetheque (διότι έχει βγάλει και γαλλόφωνο υλικό )
  7. Θεσσαλικός κάμπος, 1891, δέκα χρόνια μετά την ενσωμάτωση της περιοχής στο νεοελληνικό κράτος. Σε ένα εξαθλιωμένο από τη φτώχεια καλυβοχώρι, υποστατικό ακόμα του Οθωμανού πασά, εμφανίζεται ένας επαγγελματίας ζητιάνος, πραγματικός φτωχοδιάβολος. Εκμεταλλεύεται την αγραμματοσύνη και τις δεισιδαιμονίες που «δέρνουν» τους «καραγκούνηδες» χωρικούς και διαλύει τον κοινωνικό τους ιστό – μέχρι που κάποιους τους σκοτώνει κιόλας. Στον σκοτεινό, αριστουργηματικό του «Ζητιάνο» ο Καρκαβίτσας επιτίθεται στους πάντες – η κριτική του είναι διεισδυτική μέχρι το μεδούλι, άγρια και διαταξική. Αχρείος, διεφθαρμένος ο χωροφύλακας, όμως ανήθικος επίσης, δόλιος παλιάνθρωπος και ο ζητιάνος. Μισερά ανθρωπάκια και οι καραγκούνηδες, άντρες και γυναίκες: ένα λούμπεν προλεταριάτο κολλίγων που ένεκα της επιβίωσής του δε γνωρίζει φραγμό. Η εξουσία καταγγέλεται με ειλικρίνεια και ένταση πρωτόγνωρη, ειδικά για την εποχή του συγγραφέα – και ο λαός όμως δεν εξιδανικεύεται επ’ ουδενί. Αντιθέτως, παρουσιάζεται ως ένας βρώμικος όχλος, σαν μια ασχημάτιστη λάσπη – το μαύρο ριζικό του, η έκπαγλη ένδεια μαζί με τις προκαταλήψεις και τη θρησκοληψία του ξεμπροστιάζουν σε καθένα ξέχωρο υποκείμενο τα χειρότερα ένστικτά του. O εικονογράφος και δημιουργός κόμιξ Kanellos Cob κατάφερε να «καδράρει» το έργο ενός από τους πρώτους πραγματικά σημαντικούς νεοέλληνες γραφιάδες σε ένα κόμιξ μυθιστόρημα, ένα ογκώδες graphic novel που διαβάζεται απνευστί και τραντάζει. Η διαχρονικότητα του κειμένου, σε συνδυασμό με τη ρωμαλέα, σινεματίκ εικονογράφηση σχεδόν τρομάζει – ή αφυπνίζει απότομα, αλαφιάζοντας τον σύγχρονο, μεταμοντέρνο ύπνο μας. Βρεθήκαμε με τον Kanello Cob ένα ήρεμο απόγευμα στα Εξάρχεια. Kanellos Cob Είναι πολιτικό έργο τελείως ο «Ζητιάνος», ταξικό αλλά και ψυχογραφικό γιατί σου βγάζει τον συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Το φοβερό όμως, είναι πόσο άμεσα συνδέεται και με το σήμερα. Στο τέταρτο κεφάλαιο οι χωρικοί θεωρούν ότι κάποιος είναι βρυκόλακας – για ασήμαντη αφορμή τον βλέπουν σαν ένα τέρας που πρέπει να σκοτώσουν. Και ενώ ο τύπος φώναζε «δεν είμαι τέρας», όλη η ορμή του όχλου ήταν «φάτε τον». Δούλευα το κόμιξ σε αυτό το κεφάλαιο τον Σεπτέμβρη του ’18, όταν ΄φάγαν τον Κωστόπουλο, μέρα μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας – πολύ απλά γιατί νόμιζαν ότι είναι «βρυκόλακας»... Τρελάθηκα όταν συνέβη εντός μου αυτός ο παραλληλισμός, σκέφτηκα ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει από την εποχή που γράφτηκε το έργο, και όλη μου η οργή για την δολοφονία του Κωστόπουλου διοχετεύτηκε στον «Ζητιάνο». Αυτό θέλει να μας δείξει ο Καρκαβίτσας εντέλει – ότι δεν υπάρχει «θεία δίκη», παρά μόνο άνθρωποι που εκμεταλλεύονται άλλους ανθρώπους. Και σου εξηγεί πως το πετυχαίνουν αυτό. Ο «Ζητιάνος» είναι έργο-καθρέφτης και της σημερινής κοινωνίας και μπορεί ο καθένας μας να «προβάλλει» τους χαρακτήρες του βιβλίου σε ανθρώπους σημερινούς. Στο σχέδιο του «Ζητιάνου» προσπάθησα να μην ακολουθήσω την κόμιξ τεχνοτροπία των έντονων χρωμάτων για να κερδίσω την προσοχή του αναγνώστη, έκανα την παλέτα μου όσο πιο ρεαλιστική μπορούσα. Ήταν πρωί στην ιστορία; Έβρισκα όλα τα ψυχρά χρώματα που βγαίνουνε το ξημέρωμα. Προσπάθησα πολύ να μείνω πιστός στην περιγραφή του Καρκαβίτσα, έχει γράψει υπέροχες εικόνες. Και είδα παλιές φωτογραφίες του θεσσαλικού κάμπου, χωριών της περιοχής, του Πηνειού. Ο εκδοτικός οίκος μου έστειλε και αρκετές γκραβούρες της εποχής, ήθελα το σχέδιό μου να είναι όσο πιο ρεαλιστικό. Οι χαρακτήρες έχουν τραχύτητα. Και τις γυναίκες δεν ήθελα να τις κάνω «γλυκούλες», ξέφυγα από τα χαριτωμένα κλισέ. Οι γυναίκες του κόμιξ είναι βρώμικες, με αξύριστα πόδια, σκληρά χαρακτηριστικά προσώπου. Για τον ίδιο τον ζητιάνο, που είναι και ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, άντλησα στοιχεία από το πορτρέτο του πατέρα μου, που έμοιαζε και με μένα. Οστεώδης, με μυτόγκα και γωνίες στο πρόσωπο. Ήθελα να τον παραστήσω σαν ένα πράγμα μεταξύ ζώου και ανθρώπου, σαν σκαθάρι, σαν παράσιτο – για αυτό του έβαλα και μια τριχωτή κάπα. Είναι μυτερή μορφή, διαβολική. Και οι χωρικοί τέτοια ζωώδη μορφή έχουν στο κόμιξ – δεν έψαξα για κανένα χαρακτήρα αυτού του βιβλίου ευγενικές φυσιογνωμίες, ήθελα να κατασκευάσω καρικατούρες. Μόνο ο μπάτσος είναι φρεσκοξυρισμένος – ξυρίζεται επιμελώς και προσέχει να είναι καθαρή η στολή του γιατί είναι «μπας κλας» εξουσία, αισθάνεται τους χωρικούς φριχτά κατώτερούς του. Πρέπει – το ζητά ο ίδιος ο χαρακτήρας – να φαίνεται καλύτερος από τους «καραγκούνηδες». Τα σπίτια δεν είναι καθαρά και περιποιημένα σαν των σημερινών χωριών – είναι αχούρια, βρισκόμαστε σε άλλη εποχή. Οι άνθρωποι είχαν διαφορετικές αντιλήψεις περί υγιεινής, τα σπίτια τους ήταν χοιροστάσια – μικρά, με γυμνούς, άδειους χώρους και μόνο τα εντελώς απαραίτητα, λίγα σκεύη κυρίως. Τα φυσικά τοπία χάρηκα να τα ζωγραφίζω – τα Κράβαρα, όπως τα περιέγραψε και ο Καρκαβίτσας ήταν πέτρα πάνω στην πέτρα, ένας στεγνός τόπος όπου τίποτα δεν φυτρώνει. Θυμόμουν τοπία του Νεπάλ και τα δούλεψα στη φαντασία μου μαζί με εικόνες από το Google Maps. Είμαι στα 34, Αθηναίος, εδώ γεννήθηκα, Γαλάτσι μεγάλωσα και Γκράβα πήγα σχολείο. Σχεδίαζα από μικρός, εκεί ήταν η κλίση μου – ζωγράφιζα τους τοίχους (γελάει). Μετά έπαιρνα κόμιξ από το ψιλικατζίδικο, 8-9 χρονών χάλαγα το χαρτζιλίκι μου σε Marvel και ξεπατίκωνα ότι έβλεπα. Και μετά το παράτησα. Δεν σταμάτησα εντελώς να ζωγραφίζω, στο σχολείο ήμουν (ας πούμε) αυτός που ζωγραφίζει καλά. Έπαιξε όμως αρκετή μικροαστίλα από την οικογένεια. «Εγώ θα γίνω ζωγράφος». – «Ναι αλλά πώς θα ζήσεις; Εμείς δε μπορούμε να σε τρέφουμε», όλος αυτός ο μικροαστικός φόβος, ότι πρέπει να βρεις κάτι πιο safe, πίσω από ένα γραφείο, να ’χεις ένα μισθό και τα συναφή... Ούτε υπήρχε τέχνη στο σπίτι μου – και όταν δεν έχεις ερεθίσματα και παίζει πάντα αυτή η «κασέτα» αποθάρρυνσης στο background, ψιλοσβήνει το μεράκι όσο περνάει ο καιρός. Έρχεται και η εφηβεία με τα δικά της ψυχολογικά, μπορεί και να πνιγεί το όποιο ταλέντο, το όνειρο. Στις Πανελλήνιες πέρασα Συντήρηση Έργων Τέχνης στο ΤΕΙ Αθήνας – φάνταζε κάπως πιο “ασφαλές”, είχε όμως και σχέση με την τέχνη. Στα είκοσί μου άρχισα να ξαναπιάνω το μολύβι και να ψάχνω νέα references, να ανακαλύπτω επιρροές αγαπημένες. Η Σχολή ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, έμαθα ιστορία τέχνης εκεί, αλλά το επακριβές αντικείμενό της δεν το είδα ποτέ ως επαγγελματική μου ενασχόληση. Όταν εκείνη την περίοδο έκανα κάποια σεμινάρια κόμιξ, ξύπνησε μέσα μου πάλι αυτή η αγάπη. Και ήμουν τυχερός που η καθηγήτριά μου τότε μου είπε “κυνήγα το” – με ενέπνευσε και μου έμαθε κώδικες διήγησης, μου έδειξε τεχνικές που σήμερα θέλω να εξελίξω ακόμη περισσότερο, να τις πάω πιο μακριά. Κατάλαβα επίσης τότε ότι αν είναι να μπω επαγγελματικά σε αυτόν τον χώρο, καλό θα ήταν να κάνω και κάποιες ακαδημαϊκές σπουδές. Βρήκα στη Γαλλία δυο-τρεις σχολές που με ενδιέφεραν αλλά έπρεπε πρώτα να μάθω στοιχειωδώς της γλώσσα και να μαζέψω κάποια χρήματα. Δούλευα σαιζόν στη Νάξο, μέχρι και Μπουρνάζι είχα δουλέψει, έκανα και μαθήματα γαλλικών και το 2009 άρχισα να στέλνω book της δουλειάς μου σε Σχολές έξω. Δεν έγινα δεκτός στην πρώτη μου επιλογή, την “Gobelins” στο Παρίσι, αλλά μπήκα στην “Ecole Emile Cohl” στη Λυόν. Υπάρχουν και στην Ελλάδα αντίστοιχες σχολές – αλλά, τότε τουλάχιστον, το 2009, τα δίδακτρα ήταν έξι χιλιάδες και στη Γαλλία επτά. Και εκεί υπάρχουν υποτροφίες και επιδόματα που με βοήθησαν πάρα πολύ να ζω και να σπουδάζω. Έφυγα κιολας από την Ελλάδα μόλις έσκασε η κρίση, τα έντυπα είχαν αρχίσει να πέφτουν – τώρα σαν Έλληνας εικονογράφος δεν είναι δυνατό να δουλέψω για περιοδικά. Εδώ δεν «παίζει» η εικονογράφηση ενός άρθρου, παρά μόνο η πολιτική καρικατούρα, κάτι που εγώ δεν το έχω, η πολιτική μου σκέψη να με οδηγεί σε τόσο to the point σχέδια. Είναι ένα άλλο επάγγελμα. Τα δύο πρώτα χρόνια κάναμε τα πάντα – γλυπτική, ακαδημαϊκό σχέδιο φουλ, animation, κόμιξ, ψηφιακή εικονογράφηση. Και μετά επέλεγες κατεύθυνση – εγώ εντρύφησα στο κόμιξ και στην εικονογράφηση. Και μετά είχα την τύχη να μου έρθουν πρότζεκτ, αναθέσεις αμέσως μετά την Σχολή – τελείωσα πρώτος κιόλας, οπότε «σκάγανε» προτάσεις από περιοδικά που ήταν σε άμεση σύνδεση με τη Σχολή. Εκεί όταν τελειώσεις τις σπουδές σου, φτιάχνεις ένα επαγγελματικό «σαλόνι» το οποίο τσεκάρουν «μεγάλα κεφάλια» από εταιρείες video games, από animation studios, από εκδοτικούς οίκους, από περιοδικά. Και είχα έτσι την τύχη να κλείσω 2-3 καλά συμβόλαια, να κάνω μια καλή αρχή και σταδιακά να «κτίζω» τη δουλειά μου. Η Σχολή ήταν “στρατός”, πολύ απαιτητική – από το πρώτο στο δεύτερο έτος περνάνε οι μισοί. Αλλά θεωρείται η καλύτερη σχολή στη Γαλλία, ειδικά για εικονογράφηση και animation, αν θες να μάθεις να σχεδιάζεις σωστά και να βγεις επαγγελματίας. Δυσκολεύτηκα κάπως με τα γαλλικά, γιατί υπάρχει η αργκό, υπάρχει η παράμετρος της προφοράς – τελικά μου πήρε κάποιους μήνες να βρίσκομαι σε μια παρέα Γάλλων και να καταλαβαίνω άνετα έστω τη θεματική της συζήτησης (γελάει). Δεν ένιωσα πάντως ποτέ κανένα ρατσισμό ή απομόνωση, οι παρέες ήταν ανοιχτές, ειδικά στο περιβάλλον της Σχολής και της δουλειάς μετά. Μόλις είχε γίνει τότε και το «μπαμ» με την Ελλάδα και την κρίση, οι περισσότεροι έδειξαν ενδιαφέρον και συμπάθεια. Έπαιξαν και τσακωμοί, κυρίως μετά το δεύτερο έτος, οπότε μπορούσα κι εγώ να επιχειρηματολογήσω πολιτικά στα γαλλικά. Ειδικά με τους Γάλλους δε βρήκα μεγάλες διαφορές σαν νοοτροπία, μάλλον γιατί η Γαλλία έχει ένα υπέροχο χαρακτηριστικό: όσον αφορά την κουλτούρα «πιάνει» από ευρωπαϊκό βορά έως νότο. Πάντα όμως εξαρτάται από τον κύκλο που θα βρεθείς και τους ανθρώπους που θα γνωρίσεις. Το Παρίσι είναι “νεροχύτης”, έχει μαζί με τα προάστια δώδεκα εκατομμύρια κατοίκους. Ένα τεράστιο αστικό κέντρο όπου δύσκολα να μη νιώσεις αποξένωση, ακόμα και φόβο. Η Μασσαλία, νομίζω, μοιάζει πολύ με την Αθήνα – είναι μεσόγειοι κι αυτοί. Όσο κατεβαίνεις νότια, οι κουλτούρες μας συνδέονται και, τελικά, μοιάζουν. Στους τρόπους τους είναι πιο άμεσοι, μέχρι και στη γλώσσα τους καταλάβαινα καλύτερα γιατί προφέρουν πιο έντονα τα γαλλικά. Αιφνιδιάστηκα με τη Βρετάνη, νόμιζα ότι επειδή εκεί είναι βοράς, θα είναι και οι άνθρωποι πιο κρύοι, πιο σφιχτοί – κι όμως εκεί ένιωσα το πιο καλόκαρδο welcome. Είναι τρελούτσικοι αλλά καλοί άνθρωποι, ποτέ δόλιοι, για κανένα λόγο. Η Λυόν είναι πιο μπουρζουά-πλούσια πόλη, θεωρείται το διαμαντάκι της Γαλλίας. Αν ένα θέαμα (χορός, θέατρο π.χ.) έρθει στη Λυόν και πάει καλά, θεωρείται ότι θα πάει καλά σε όλη τη Γαλλία. Έχει μια έπαρση η πόλη – αλλά έχουν και φράγκα, οπότε βρίσκεις δουλειές. Έχουν μεγάλη παράδοση στα μεταξωτά υφάσματα, πολλά παλιά εργαστήρια έχουν γίνει μουσειακοί χώροι. Υπήρχε αρκετό προλεταριάτο, στους πρόποδες του λόφου βρισκόταν η ξεκάθαρα αριστερίστικη και αναρχική γειτονιά (καρτιέ/cartier) της πόλης. Σήμερα τριάντα χιλιόμετρα έξω από τη Λυόν έχουμε πυρηνικό εργοστάσιο. Αυτά τα ωραία (γελάει). Μετά τη Σχολή είχα την τύχη και βρήκα αμέσως δουλειά σε μια εταιρεία σαν εικονογράφος-γραφίστας. Η φάση όμως ήτανε “χτυπάς καρτούλα”, παίρνεις και δυο χιλιάρικα το μήνα βέβαια, αλλά ζωγραφίζεις νεράιδες για τα κοριτσάκια και αεροπλανάκια για τα αγοράκια... Πρότεινα κάποια πράγματα, ήταν εντελώς mainstream όμως, καθόλου δεκτικοί, οπότε στους έξι μήνες που τέλειωσε η πρώτη σύμβαση, δεν θέλησα καν να ανανεώσω. Από τότε δουλεύω σαν freelancer, δεν έχω ούτε παιδιά ούτε σκυλιά να εξαρτώνται από μένα, κυνηγάω τη δουλειά μου προσπαθώντας να μην τρελαίνομαι από τη δεδομένη, διαρκή της επισφάλεια και μέχρι τώρα τα πράγματα πάνε καλά, κάθε χρόνο και καλύτερα. Η δουλειά μου είναι πλέον γνωστή στο χώρο των illustrators και έρχονται προτάσεις για πρότζεκτ. Graphic novel-«τούβλο» 120 σελίδων δεν έχω κάνει στη Γαλλία. Έχω δουλέψει όμως σε κολεκτίβες με άλλους σχεδιαστές, όπου φτιάχνουμε ιστορίες πόλεων, ή την ιστορία των γραμματοσήμων. Στη Λυόν συμμετέχω σε μια κολεκτίβα (Οι δρόμοι της Λυόν – Les rues de Lyon) όπου κάθε μήνα βγάζουμε μια ιστορία για τη Λυόν. Αναλαμβάνουμε οι ίδιοι την εκτύπωση και διανομή σε βιβλιοπωλεία της Λυόν και τα κέρδη των πωλήσεων (το κάθε βιβλίο κοστίζει 3 ευρώ) διανέμονται σε τρία ίσα μέρη: ένα ευρώ μένει στην κολεκτίβα για την κάλυψη του κόστους παραγωγής, ένα ευρώ παίρνει ο δημιουργός και ένα ευρώ αντιστοιχεί στον βιβλιοπώλη. Τώρα δουλεύω το artwork του 2020 για το μεγαλύτερο trance/psychedelic φεστιβάλ της Γαλλίας. Περιμένω να υπογράψω για ένα πρότζεκτ σχετικά με τον Β΄ Π.Π. – ένα graphic novel για μια μικρή γαλλική πόλη (Le Chambon-sur-Lignon) όπου καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής προστάτευαν παιδιά Εβραίων. Στην Ελλάδα συμμετείχα με μεγάλη μου χαρά στο πρότζεκτ «Βάλτους Χ» (ValtousX.gr) – έφτιαξαν πέρυσι πρώτη φορά ένα gps με σημεία στην Αθήνα όπου είχαν σημειωθεί ρατσιστικές και ομοφοβικές επιθέσεις. Φέτος αποφάσισαν να κάνουν το ίδιο για όλη την Ελλάδα – επικοινώνησαν μαζί μου από το ίδρυμα «Ρόζα Λούξεμπουργκ», μου έδωσαν δυο κειμενάκια και μου ζήτησαν να κάνω illustrations για αυτά. Εμένα αυτό είναι η χαρά μου: δε θα σου περιγράψω με εικόνες αυτά που γράφει το κάθε κείμενο, θα προσπαθήσω να βγάλω το συναίσθημα. Γι’ αυτό μου αρέσει ο σουρεαλισμός (και η κουλτούρα του pop surealisme) όπου θα παίξεις όχι με μια ρεπορταζιακή, φωτογραφική απεικόνιση, αλλά θα κάνεις κάτι πιο συναισθηματικό, πιο συμβολικό, βάσει πάντα αυτού που διαβάζεις. Αυτή είναι και η δική μου θεωρία όσον αφορά την εικονογράφηση: το κείμενο να παντρεύεται με την εικόνα, τα δύο μέσα να ενώνονται αλλά σε καμία περίπτωση να μην περιγράφει αυστηρά το ένα το άλλο. Πάντως δε θεωρώ “καλλιτεχνικό” αυτό που κάνω: δεν είμαι ζωγράφος, δεν έχω βγει από Καλών Τεχνών για να μπλέξω σε κύκλους φιλοσοφικούς... (γελάει). Για τον «Ζητιάνο» μίλησα με τρεις εκδοτικούς οίκους στη Γαλλία με σκοπό να αγοράσουν τα δικαιώματα – τους άρεσε πολύ και η ιστορία και η δουλειά μου, έκριναν όμως ότι εμπορικά δε θα τραβούσε. Γιατί ο Γάλλος αναγνώστης έχει στο μυαλό του την Ελλάδα είτε σαν αρχαία ιστορία είτε την κατάσταση με την κρίση. Ο «Ζητιάνος» είναι κοινωνικοπολιτική ιστορία στην ουσία της, αλλά έχει ένα βουκολικό background που δεν βοηθά τον ξένο αναγνώστη να κάνει το λινκ με τον πυρήνα του θέματος. Πάντως με το που επιστρέψω Γαλλία θα παρουσιάσω τον «Ζητιάνο» και σε άλλους εκδότες. Ο «Ζητιάνος» μου προτάθηκε από τον εκδοτικό οίκο (Polaris) – ήθελαν πολύ να μεταφέρουν σε κόμιξ την ιστορία αυτή του Καρκαβίτσα, το έψαχναν δυο-τρία χρόνια. Δεν είχα συνεργαστεί ξανά με ελληνικό εκδοτικό οίκο και ενθουσιάστηκα από το ξεκίνημα της συνεργασίας μας, από τα πρώτα κιόλας emails. Διάβασα στα γρήγορα το βιβλίο, δεν το θυμόμουν ακριβώς και ήθελα επίσης να καταλάβω αν μπορώ να το μεταφέρω σε κόμιξ – αν οι εικόνες που δίνει η διήγηση με εμπνέουν, αν μπορώ να φανταστώ τα κάδρα με την πρώτη ματιά. Και ενστικτωδώς, είπα αμέσως “wow”. Αριστούργημα. Ζούσα στον Καναδά τότε και ήμουνα στις μαύρες μου – έψαχνα δουλειά εκεί και οικονομικά τα έβγαζα πέρα δύσκολα, μόνο με κάποιες συνεργασίες που κρατούσα στη Γαλλία. Με βοήθησε πολύ ψυχολογικά το πρότζεκτ του «Ζητιάνου», με ανέβασε. Άνοιξη του 2018 είχα πλέον ξεκινήσει να το δουλεύω – άρχισα τον «Ζητιάνο» στο Μόντρεαλ και τον ολοκλήρωσα στη Γαλλία. Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου στον «Ζητιάνο» είναι αυτούσια τα λόγια του Καρκαβίτσα – μετέφερα ο ίδιος το κείμενο και ο Γιάννης Ράγκος έκανε τις διορθώσεις. Τους πρώτους δύο μήνες είχα φτιάξει έναν πίνακα με post it – αστυνομικού τύπου «να βρούμε τον ένοχο»... – και «έσπαγα» τις σκηνές ώστε να μπει σε τάξη. Το κείμενο στην αρχή είχα προτείνει να το κάνω σε σύγχρονα, σημερινά ελληνικά – κουβέντιασα όμως με τον Γιώργο Ζαρρή (εκδότης του Polaris) και καταλήξαμε αυτό το υπέροχο και ευνόητο και στον τωρινό αναγνώστη κείμενο να το αφήσουμε ως έχει. Ο Καρκαβίτσας είναι πολύ περιγραφικός και με πολλά πισωγυρίσματα στο λόγο του, οπότε είχα κάποιες ενστάσεις καθώς διάβαζα το πρωτότυπο – φοβόμουν μήπως σαν κόμιξ κουράσει. Συνειδητοποίησα όμως, ότι αυτές οι περιγραφές θα αποδοθούν στο κόμιξ ως εικόνες. Η διήγηση της ιστορίας είναι περίτεχνη, ρέει ελεύθερα και οι διάλογοι είναι εκπληκτικοί – κρατήσαμε λοιπόν το κυρίως κείμενο του πρωτοτύπου, με κάποιες παρεμβάσεις μόνο για να διευκολύνουμε το ρυθμό της διήγησης στο κόμιξ. Οι όποιες αλλαγές δεν αλλάζουν επ’ ουδενί το νόημα, ούτε το όραμα ή την αισθητική του Καρκαβίτσα. Τελικά το 95% του κειμένου είναι δικό του. Στον «Ζητιάνο» στο τέλος νικάει το κακό – και κατανοείς (σαν αναγνώστης) τους λόγους αυτής της κατάληξης. Αυτό το χαρακτηριστικό του έργου μου κίνησε το ενδιαφέρον, δεν το βλέπεις συχνά. Απομακρυνόμαστε από τον ρομαντισμό – ο «Ζητιάνος» είναι ωμός νατουραλισμός και αυτό δεν είναι τυχαίο, αφού ο ίδιος ο Καρκαβίτσας είναι επηρεασμένος από τον Εμίλ Ζολά (J’ accuse) και το κίνημα των νατουραλιστών καλλιτεχνών. Ο Καρκαβίτσας ήταν κάπως «μισάνθρωπος», έκραζε για τους Ολυμπιακούς του 1896, έκραζε τους πάντες. Ήταν και μπουρζουάς όμως, στρατιωτικός γιατρός στο επάγγελμα. Δεισιδαιμονία, προκατάληψη, φριχτή ένδεια και φτώχεια τρομερή, αμάθεια, μισογυνισμός, συντηρητισμός. Αυτά είναι μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά της κοινωνίας που περιγράφει ο Καρκαβίτσας. Στον «Ζητιάνο» η θέση της γυναίκας π.χ. στην κοινωνία εκτίθεται ξεκάθαρα: τρώει ξύλο και μάλιστα περιμένει αυτήν τη βία ως κάτι φυσιολογικό. Η γυναίκα μισεί το ίδιο της το φύλο – θέλει να γεννάει αγόρια, τα κορίτσια δεν είναι επιθυμητά. Οι γυναίκες δεν ήθελαν να γεννάνε γυναίκες – γιατί θα έπρεπε να τις «προικώσουν» και στο βάθος της ψυχής τους ήξεραν ότι θα περάσει τα δικά τους βάσανα, τον δικό τους εγκλωβισμό. Υπάρχουν και σήμερα χωριά στην Ελλάδα, ή και στη Γαλλία, που αυτές οι αντιλήψεις δεν έχουν αλλάξει και πολύ. Στον «Ζητιάνο» αναδεικνύεται το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» – όταν έχεις μεγαλώσει σαν δούλος, δεν ξέρεις τι να κάνεις με την ελευθερία σου. Και ας ξέρεις ότι αυτός είναι ο τύραννός σου, ας τον βρίζεις, ας τον καταριέσαι – όταν θα εμφανιστεί μπροστά σου, αντανακλαστικά σκύβεις το κεφάλι. «Πασά μου» τον προσφωνείς, γιατί αυτός έχει τη δύναμη. Είναι ο τυραννός σου, αλλά θα ήθελες να είσαι σαν αυτόν. Αν σου δινόταν η εξουσία, τέτοιος θα ήσουνα. Στον αδύναμο την «πέφτεις» εύκολα – και όταν γραφόταν ο «Ζητιάνος» και σήμερα. Δε μπορείς να αγγίξεις τους δυνατούς – το ξέρει αυτό ο ανθρωπάκος κάθε εποχής. Και εκτονώνει την οργή του, το κόμπλεξ, την απογοήτευση για την κατάστασή του σε όσους είναι πιο αδύναμοι απ’ τον ίδιο. Θα πατήσεις τον ίσο ή κατώτερό σου, γιατί αυτός είναι που μισείς – γιατί ουσιαστικά μισείς τον εαυτό σου. Αυτά τα ανθρώπινα αντανακλαστικά εκμεταλλεύεται ο φασισμός - και ο Καρκαβίτσας τα διέγνωσε σαν κοινωνικές τάσεις πριν ακόμα δημιουργηθεί η έννοια του φασισμού. Για μένα ο ζητιάνος του Καρκαβίτσα, σαν χαρακτήρας λογοτεχνικός θα μπορούσε να ενσαρκώνει πολλούς ανθρώπους, ρόλους και έννοιες της πραγματικής ζωής – ακόμα και τον καπιταλισμό που για να κερδίσει είναι διατεθειμένος να πάρει οποιαδήποτε μορφή. «Ζητιάνος» του Καρκαβίτσα είναι και ο τραπεζίτης που δε θα διστάσει να σε πετάξει έξω από το σπίτι σου για να πάρει αυτά που του αναλογούν (;). Στο όλον του αυτό το έργο είναι ένας φακός που ρίχνει σκληρό φως σε ότι σκοτεινό έχουμε και εμείς οι ίδιοι μέσα μας. Ο κακός της ιστορίας, ο ίδιος ο ζητιάνος, είναι προϊόν της κοινωνίας στην οποία μεγάλωσε – όπως και οι υπόλοιποι χαρακτήρες του βιβλίου, όπως και όλοι μας. Ο Καρκαβίτσας δεν χαιδεύει κανέναν, εξηγεί όμως τις αδυναμίες μας, των ανθρώπων που μεγαλώνουμε σε μια κοινωνία όπου ισχύει ο νόμος της ζούγκλας, όπου η de facto κατάσταση «η ζωή σου ή η ζωή μου» μας γυρνάει άσχημα το μυαλό. Η ανάγκη της επιβίωσης ξεπερνάει κάθε ηθικό φραγμό. Το συναίσθημα χάνεται έναντι του καθημερινού φόβου. Ο τελωνοφύλακας, ο κρατικός υπάλληλος δηλαδή παίρνει μίζες. Βάλ’ το στη μέρα μας... δεν το βλέπεις; Από το «όλοι μαζί τα φάγαμε» μέχρι τα πιο χαμηλά κλιμάκια. Γυναίκες που είναι φυλακισμένες, δούλες ουσιαστικά, λόγω της φτώχειας και της πατριαρχίας. Θρησκοληψία. Τι είχε γίνει με τους φασίστες στο Corpus Christi; Τα ξεματιάσματα, όσοι γονυπετείς προσκυνάνε παντόφλες... Μηδενική ταξική συνείδηση επίσης: φτωχοί, αδύναμοι άνθρωποι που σιχαίνονται πρωτίστως τους εαυτούς τους, χωρίς να έχουν καταλάβει τον λόγο για τον οποίο βρίσκονται σε αυτή τη θέση. Και υποφέρουν από μικροαστική ματαιοδοξία. Το μυαλό και το όνειρό τους φτάνουν μέχρι ένα ρετιρέ στο Παγκράτι. Νομίζω στην κρίση, μαζί με την όποια ανθρωποφαγία, αναδύθηκαν και κάποια ωραία λουλούδια, όπως η αλληλεγγύη. Οι άνθρωποι στράφηκαν περισσότερο από πριν στην πολιτική, σε μια προσπάθεια να καταλάβουν καλύτερα τι συνέβη και να αντιδράσουν σε αυτό. Έφτιαξαν συνεργατικούς χώρους και δουλειές, κοπερατίβες, προσπάθησαν να αποδράσουν από τη σχέση «αφεντικό-εργαζόμενος». Για μένα αυτό είναι το διαμαντάκι που πρέπει να κρατήσεις και να το εξελίξεις όσο μπορείς. Όλο και περισσότεροι παίρνουν την κατάστασή (τους) στα χέρια τους, γιατί βλέπουν ότι δεν τους βοηθάει κανείς. Υπάρχει στην κοινωνία μας η πλευρά του «θα φάω όποιον βρω μπροστά μου για να ζήσω», υπάρχουν όμως και οι άλλοι – που σκέφτονται «είμαστε μαζί σε αυτό, ας κάνουμε ότι μπορούμε». Και το σχετικό link...
  8. Σε Αυτήν την Εικονογράφηση της Αθήνας Μπορεί να Δεις τον Εαυτό σου Ο δημιουργός του "Random Urbanism: Athens", Kanellos Cob, μας μιλάει για το illustration που του πήρε σχεδόν δύο χρόνια να ολοκληρώσει. Αν είχε πρόσωπο η Αθήνα, πώς θα ήταν; Μήπως θα ήταν γερασμένο, γεμάτο έγνοιες και ρυτίδες; Σίγουρα, στα κουρασμένα μάτια της θα έβλεπες κάτι που φαίνεται σε όσους βρίσκονται για πάρα πολύ καιρό σ' αυτόν τον κόσμο. Η Αθήνα είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις του κόσμου, με καταγεγραμμένη ιστορία που φτάνει έως το 3.200 π.Χ. Κάποτε, η αρχαία Αθήνα υπήρξε μια πανίσχυρη πόλη-κράτος και κέντρο των τεχνών, της γνώσης και της φιλοσοφίας. Ήταν ο χώρος όπου σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η πολιτική σκέψη, το θέατρο, οι τέχνες, η φιλοσοφία, η επιστήμη και η αρχιτεκτονική έφτασαν στο απόγειό τους. Αν είχε μάτια η Αθήνα, μέσα τους θα έβλεπες το φως. Αυτή η σοφή πόλη που θεωρείται η «γενέτειρα της δημοκρατίας» μοιράζει απλόχερα εμπειρίες στους αναρίθμητους επισκέπτες της από όλο τον κόσμο. Στην Αθήνα μπορείς ακόμα να πάρεις μια γεύση από την αίγλη που πηγάζει από την ιστορία της, τα σπουδαία μνημεία και αριστουργήματα τέχνης του παρελθόντος της. Στα μπερδεμένα σοκάκια της θα βρεις ίχνη που άφησαν παλιοί και νέοι κατακτητές, απολαμβάνοντας τον αττικό ουρανό. Στο κέντρο θα βρεις παλιές πολυκατοικίες με σκισμένες μουσταρδί τέντες, καταστήματα με φθηνά και ακριβά προϊόντα, φαστφουντάδικα και πολυτελή εστιατόρια. Θα βρεις συγκροτήματα με ενοικιαζόμενα σπίτια δίπλα από μια μονοκατοικία με βουκαμβίλια στο πλάι, που δεν δόθηκε για αντιπαροχή. Μέσα στην πόλη κυκλοφορούν άνθρωποι γελαστοί και άνθρωποι σκυθρωποί. Αν έχεις ζήσει στην πρωτεύουσα της Ελλάδας, σίγουρα θα έχεις έρθει αντιμέτωπος με όλες τις αντιθέσεις που πηγάζουν από τη σύγκρουση ενός κόσμου απαρχαιωμένου που στριμώχνεται σε μια σύγχρονη πραγματικότητα. Ο Κανέλλος Μπίτσικας aka Kanellos Cob γεννήθηκε στην Αθήνα το 1985 και μεγάλωσε εκεί μέχρι που μετακόμισε στη Γαλλία για να σπουδάσει εικονογράφηση. Είναι ένα παιδί που έζησε το αστικό πεδίο και αποφάσισε να αποτυπώσει σε μια εικόνα όλα όσα η Αθήνα έβαλε στην ψυχή του. Όπως λέει ο ίδιος «Η Αθήνα είναι μία πόλη γεμάτη αντιθέσεις, πολιτικές, κοινωνικές και ψυχολογικές». Το “Random Urbanism: Athens” είναι το πρώτο από μια σειρά illustration που δημιούργησε με βάση τις πόλεις που έχει ζήσει ή επισκεφτεί. Διάβασε παρακάτω όσα είπε στο VICE για το έργο του: VICE: Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το “Random Urbanism: Athens”; Kanellos COB: Το αστικό τοπίο είναι το πεδίο που με ενδιαφέρει περισσότερο στην εικονογράφηση. Γεννήθηκα, μεγάλωσα και ζω σε πόλη, οπότε οι αναφορές μου πηγάζουν κυρίως από εκεί. Το “Random Urbanism: Athens” είναι το πρώτο από μια σειρά illustration που θέλω να κάνω με βάση πόλεις που εχω ζήσει ή επισκεφτεί. Η Αθήνα είναι μία πόλη γεμάτη αντιθέσεις, πολιτικές, κοινωνικές και ψυχολογικές. Ένιωσα την ανάγκη να αποτυπώσω αυτή την ποικιλία ενώνοντας όλα αυτά τα στοιχεία μέσα από ένα πρίσμα παραλογισμού. Το έργο έχει διάσταση 68x400 cm. Η μεγάλη διάσταση του έργου ήταν κάτι που αποφάσισες από την αρχή ή προέκυψε στην πορεία; Ήξερα ότι θέλω να δουλέψω σε μακρόστενο format. Με ενδιαφέρει αυτή η διάσταση, διότι -αν και στατική- η εικόνα ουσιαστικά σε πάει βόλτα σε μία πόλη που δεν σταματάει να κινείται ποτέ. Καθώς προχωράς ανακαλύπτεις καταστάσεις, χρώματα, πρόσωπα και σύμβολα, τα οποία ίσως και να λειτουργήσουν σαν καθρέπτης του εαυτού σου. Το τέλος προέκυψε τυχαία, τη στιγμή που βαρέθηκα και κουράστηκα πια να το δουλεύω - σαν ένα κεφάλαιο που έπρεπε να κλείσει. Μέσα σε πόσο χρονικό διάστημα το ολοκλήρωσες και τι δυσκολίες αντιμετώπισες; Μου πήρε σχεδόν δύο χρόνια να το ολοκληρώσω. Είναι προσωπική δουλειά, οπότε το έπιανα όταν είχα ανάγκη να αδειάσω το κεφάλι μου και να διαχειριστώ τα άγχη μου. Στο τεχνικό κομμάτι, το δύσκολο ήταν να βρω μία συνέχεια στη σύνθεση, που να ενώνει όλα τα κομμάτια της ιστορίας που προσπαθώ να πω, χωρίς να υπάρχουν κενά που σοκάρουν. Μου αρέσει το χάος και όταν προσπαθώ να το αποτυπώσω θέλω να είναι όλα ξεκάθαρα. Παράδοξο το ξέρω. Είναι σαν να προσπαθείς να βάλεις σε τάξη την τυχαιότητα των σκέψεών σου. Ποια θέματα θίγει το “Random Urbanism: Athens”; Πολλά και ασύνδετα μεταξύ τους. Από τη νοσταλγία βλέποντας το απέναντι μπαλκόνι στην γειτονιά που μεγάλωσα, μέχρι την μικροαστική ματαιοδοξία που κάνει contrast με την ταξική ανισσοροπία που επικρατεί. Η πολιτική διαφθορά, το προσφυγικό, η προγονοπληξία, η ομοφοβία, η αστυνομοκρατία, η οικονομική και κοινωνική κρίση, το πρώτο μου φιλί, ο φεμινισμός, οι αντιδράσεις με βάση τον νόμο της ζούγγλας, τα αδέσποτα, η θρησκοληψία και πάει λέγοντας. Ένα συνονθύλευμα χαράς, οργής, λύπης κ.ο.κ. Γεννήθηκες και μεγάλωσες στην Αθήνα, ωστόσο μένεις στο εξωτερικό εδώ και μερικά χρόνια. Πιστεύεις ότι αυτό έχει επηρεάσει το πώς βλέπεις την Ελλάδα, όντας πλέον εξωτερικός παρατηρητής; Σίγουρα. Μερικές φορές βαράω παράνοιες με αυτά που διαβάζω και βλέπω την Ελλάδα σαν ένα δυστοπικό μέρος. Η άνοδος του φασισμού, η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και, αργότερα, του Ζακ Κωστόπουλου, η στοχευμένη πολιτικά αστυνομική καταστολή, το βίαιο άδειασμα των καταλήψεων, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των προσφύγων, μία ακροδεξιά νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση κ.ο.κ., είναι δυστυχώς τα πρώτα που μου έρχονται στο μυαλό όταν σκέφτομαι την Ελλάδα. Όταν όμως κάνω τον παραλληλισμό με την κοινωνική και πολιτική κατάσταση στη Γαλλία, όπου τα παραπάνω φαινόμενα είναι ίδια, αν όχι χειρότερα, συνειδητοποιώ πως ζούμε στην ίδια δυστοπία. Απλώς με αγγίζει περισσότερο όσον αφορά στην Ελλάδα γιατί αν και, όπως σωστά αναφέρεις, δε ζω πια εκεί, οι δεσμοί μου με τη χώρα και τους ανθρώπους της είναι τέτοιοι που δεν είμαι απλώς ένας παρατηρητής. Ουσιαστικά αυτό θέλω να εκφράσω μέσα από το illustration. «Ποπ-σουρεαλισμός»: Πώς κατέληξες σε αυτήν την προσέγγιση; Στον όρο με εισήγαγε, το 2008, ο εξαιρετικός ζωγράφος Νίκος Σίσκος την περίοδο που έκανα την πτυχιακή μου πάνω στις τεχνικές ζωγραφικής του Salvador Dali. To “Random Urbanism: Athens” έγινε, κατά μεγάλο μέρος, με την τεχνική του υπερεαλιστικού αυτοματισμού, όπου πρώτα ζωγραφίζω και μετά σκέφτομαι με σκοπό να προβληθεί το ασυνείδητο. Παράλληλα, η ποπ κουλτούρα που είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον σουρεαλισμό και καθοριστικό μέρος της πραγματικότητας μας, αποτελεί μία αστείρευτη πηγή έμπνευσης για μένα. Ο συνδυασμός αυτών των δύο καθόρισε και τον τρόπο που μου αρέσει να ζωγραφίζω. Ποιο ήταν το feedback που πήρες στην έκθεση Horizons στο Παρίσι, όπου παρουσίασες το έργο σου και ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια; Η έκθεση πήγε πολύ καλά και τα σχόλια ήταν ιδιαίτερα ενθαρυντικά. Προκύπτουν ενδιαφέρουσες συζητήσεις όταν αποτρέπεις τον θεατή να σου κάνει ερωτήσεις πάνω σε αυτό που βλέπει και να τον προτρέπεις να μοιραστεί μαζί σου αυτό που νιώθει. Σε λίγο καιρό θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα το κόμικ που έκανα σε συνεργασία με τον εκδοτικό Polaris, βασισμένο στον «Ζητιάνο» του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Παράλληλα, δουλεύω ένα κόμικ για την Γαλλική Αντίσταση στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Κανέλλος Μπίτσικας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1985. Το 2010, αφού τελείωσε τις σπουδές του στο Τμήμα Συντήρησης Αρχαιοτήτων και 'Εργων Τέχνης στα ΤΕΙ Αθήνας, μετακόμισε στη Γαλλία για να σπουδάσει εικονογράφηση και comics στην Ecole Emile Cohl όπου, το 2014, αποφοίτησε με τιμητική διάκριση. Έχει συμμετάσχει στη δημιουργία της τοιχογραφίας “Μoebius” και το 2013 εξέδωσε το πρώτο του παιδικό βιβλίο “L'arbre”. Έχει εικονογραφήσει άρθρα για περιοδικά όπως τα “Acteurs de l’economie - La Tribune” και “myTOC.fr “. Ανάμεσα στα κόμικ που έχει εκδόσει είναι τα “Tout nu et tout Bronzé”, “Guide de Paris” και “Histoires du Timbre en BD”. Συνεργάζεται με το περιοδικό «Μπλε κομήτης» και παράλληλα εργάζεται σαν εικονογράφος για περιοδικά στον Καναδά (Québec Science), τη Γαλλία (Reliefs, Lyon Capitale) και την Αϊτή (Revue 360). Επίσης, έχει αναλάβει την εικονογράφιση του “Revolt!” label και εικονογραφεί εξώφυλλα δίσκων για Ελλάδα (Melting records), Γαλλία (Hadra Records, Algorythmik) και Καναδά (Collectif 9). Το 2018 εικονογράφησε το κόμικ «Αντίο Μπάτμαν», του Τάσου Θεοφίλου (εκδόσεις Red&Noir) που απέσπασε το Βραβείο Κοινού στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικ 2018. Για περισσότερα νέα του Kanellos Cob ακολούθησέ τον στο Facebook και το Instagram. Πηγή ===
  9. Μια έκδοση που σκοπό έχει να προωθήσει τις εργασίες που γίνονται γύρω από το ιστορικό αρχείο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Βγήκε μάλλον το 2010 και το 2011 βγήκε και σε αγγλική έκδοση. Ευχαριστούμε τον @nikos99 για την παραχώρηση του αντίτυπου του για την παρουσίαση της έκδοσης.
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.