Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'εκδόσεις μικρός ήρως'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Valt's blog
  • Dr Paingiver's blog
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • Dhampyr Diaries
  • Περί ανέμων και υδάτων

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

  1. «Ο Πόλεμος των Άστρων», η εμβληματικότερη ταινία του κινηματογράφου επιστημονικής φαντασίας, αποτέλεσε το προσωπικό όραμα ενός μοναχικού σκηνοθέτη. Μια συναρπαστική βιογραφία του Τζορτζ Λούκας περιγράφει την πορεία του από τις νεανικές αποτυχίες μέχρι την παγκόσμια καταξίωση. «Αρνείται να ακολουθήσει οδηγίες. Απ’ το ένα αυτί μπαίνουν, απ’ το άλλο βγαίνουν. Δ στα μαθηματικά, Δ στη γραμματική, Δ στην ορθογραφία, Δ στην ιστορία. Μόνο στη μουσική και στο σχέδιο τα καταφέρνει. Αλλά δεν θα φτάσει μακριά μ’ αυτά!» λέει θυμωμένη η δασκάλα του δεκάχρονου Τζορτζ Λούκας στους απογοητευμένους γονείς του το 1954. Αυτοί τον θεωρούν τεμπέλη, ανυπάκουο και φυγόπονο. Μεγαλώνοντας, βαριέται αφάνταστα το σχολείο και προτιμά να ονειρεύεται. Δεν σκοπεύει να σπουδάσει, του αρέσει να γυρίζει με γρήγορα αυτοκίνητα και να αψηφά τους κανόνες. Το 1962 ένα πολύ σοβαρό αυτοκινητικό δυστύχημα τον κάνει να αναθεωρήσει αξίες κι επιλογές. Παρά τη θέληση των γονέων του, αποφασίζει να γραφτεί στο Πανεπιστήμιο για κινηματογραφικές σπουδές. Γυρίζει την πρώτη εκδοχή του «THX-1138», με το οποίο κατακτά το πρώτο βραβείο στο Εθνικό Φεστιβάλ Φοιτητικού Κινηματογράφου. Γνωρίζεται με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ και λίγο αργότερα με τη Μάρσια Λου Γκρίφιν, που θα γίνει η μοντέρ του, η εμψυχώτριά του και η μελλοντική σύζυγός του. Θα γίνει φίλος με τον Φράνσις Φορντ Κόπολα ακριβώς όταν αυτός ξεκινά τον Νονό. «Ο Κόπολα είναι φωνακλάς, παρορμητικός και γλεντζές, ακριβώς το αντίθετο του Λούκας. Όπως και με τη Μάρσια όμως, τα αντίθετα έλκονται. Τον Δεκέμβριο του 1969 ιδρύουν την εταιρεία Zoetrope και κλείνουν συμβόλαιο για πολλές ταινίες με την Warner Bros» σύμφωνα με τον Laurent Hopman, σεναριογράφο της εξαιρετικής βιογραφίας «Ο Πόλεμος του Λούκας» (εκδόσεις Μικρός Ήρως, μετάφραση: Τατιάνα Ραπακούλια, 210 σελίδες) που εικονογραφεί ιδανικά ο Renaud Roche. Αυτή η ευκαιρία που δίνεται στον νεαρό Τζορτζ Λούκας, αντί να αποτελέσει την απελευθερωτική ώθηση στα πρώτα βήματα της καριέρας του, λειτουργεί εντελώς διαφορετικά. Τον φορτώνει με άγχος καθώς νιώθει πως τον αποσπά από το μακρόπνοο σχέδιο του, από μια ταινία με αστρομαχητές, φωτόσπαθα, γυαλιστερά ρομπότ και σκληρές αερομαχίες με ευφάνταστα διαστημόπλοια στις εσχατιές του γαλαξία. Αποφασίζει να αφιερωθεί στον στόχο του και αρχίζει να γράφει. Η οργιώδης φαντασία του όμως δεν συγκινεί τα μεγάλα στούντιο και τους συντηρητικούς παραγωγούς που βρίσκουν τα σενάριά του υπερφίαλα και ανερμάτιστα. Οι απορρίψεις διαδέχονται η μία την άλλη μέχρι που αποφασίζει να γυρίσει κάτι πιο συμβατικό για να γίνει γνωστός και να πείσει τους μελλοντικούς χρηματοδότες του ότι μπορεί να τα καταφέρει. Το 1973 βγαίνει στις αίθουσες το American Graffiti (στα ελληνικά προβλήθηκε ως «Νεανικά Συνθήματα») από την Universal με κόστος μικρότερο από 1 εκατομμύριο δολάρια και κέρδη που ξεπέρασαν τα 140 εκατομμύρια. Το Χόλιγουντ αρχίζει να τον υπολογίζει κι αυτός παρά τις παλινωδίες του και την δυσκολία του να συγκεντρωθεί στο γράψιμο, το 1974 παρουσιάζει την πρώτη ολοκληρωμένη σεναριακή εκδοχή από τον «Πόλεμο των Άστρων», εντελώς διαφορετική όμως από την περίληψη που είχε υποβάλλει ένα χρόνο νωρίτερα. Κεντρικοί ήρωες είναι ο Κέιν Σταρκίλερ και ο γέρος στρατηγός Λουκ Σκαϊγουόκερ, επιζώντες του τάγματος των Τζεντάι που το εξολόθρευσαν οι καταχθόνιοι ιππότες Σιθ. Ο Ανικίν, γιος του Κέιν Σταρκίλερ, αναλαμβάνει να βρει την πριγκίπισσα Λέια, ενώ ο Νταρθ Βέιντερ είναι ένας σκληρός στρατηγός στις υπηρεσίες του αυτοκράτορα που καταδιώκει την Λέια, μόνη κληρονόμο του θρόνου του πλανήτη Ακουίλα. Κι αν όλα αυτά φαίνονται πολύ διαφορετικά από όσα ξέρουν οι θεατές του «Πολέμου των Άστρων», είναι γιατί αφενός ο ίδιος ο Τζορτζ Λούκας ήταν μονίμως ανικανοποίητος από τα πολυδαίδαλα σενάρια του με αποτέλεσμα να τα αλλάζει διαρκώς προσθέτοντας και αφαιρώντας πρόσωπα και λεπτομέρειες, αλλάζοντας ονόματα κ.λ.π., αφετέρου τα στούντιο επί σειρά ετών δίσταζαν να τον υποστηρίξουν καθώς τα χρήματα που απαιτούνταν ήταν δυσανάλογα πολλά για έναν σχετικά άσημο σκηνοθέτη με χαώδεις ιδέες και αχαλίνωτες φιλοδοξίες. Μετά από αμέτρητες τροποποιήσεις και πολύ κόπο, η 20th Century Fox πείθεται εν μέρει να αναλάβει το εγχείρημα και αρχίζουν τα γυρίσματα, αν και οι περικοπές στον προϋπολογισμό είναι συνεχείς αναγκάζοντας τον Τζορτζ Λούκας να εφευρίσκει συνεχώς πατέντες για τα ειδικά εφέ και τις τοποθεσίες των γυρισμάτων ώστε να προσαρμοστεί στα δεδομένα. Όπως περιγράφουν οι Hopman και Roche, η πρώτη πρόκληση είναι «η κατασκευή της κάμερας που θα ελέγχεται με υπολογιστή, μια τεχνολογική καινοτομία στην οποία βασίζεται εξ ολοκλήρου το μέλλον του “Πολέμου των Άστρων”». Με αρκετό χιούμορ, αφηγούνται τις μεθόδους του Λούκας και του συνεργάτη του, Μπεν Μπαρτ για τη δημιουργία των «εντυπωσιακών και αξιομνημόνευτων ηχητικών εφέ»: ο ήχος των φωτόσπαθων δεν είναι τίποτα άλλο από «το βουητό μιας κινηματογραφικής μηχανής προβολής συνδυασμένο με τον ήχο της καθοδικής λυχνίας μιας τηλεόρασης», η φωνή του Τσουμπάκα δεν είναι παρά «η μίξη κραυγών διάφορων ζώων», τα μαχητικά σκάφη δανείζονται τον ήχο από «το σάλπισμα ενός ελέφαντα με επιβράδυνση και παραμόρφωση μαζί με τον θόρυβο ενός αυτοκινήτου σε δρόμο γεμάτο νερά», οι πόρτες των σκαφών είναι απλώς ο ήχος από το ανοιγόκλεισμα «των θυρών του μετρό της Φιλαδέλφειας», τα «μπιπ» του R2D2 είναι «οι ήχοι από ένα συνθεσάιζερ συνδυασμένοι με την φωνή του Μπεν Μπαρτ» και τα όπλα λέιζερ είναι απλώς κυριολεκτικά «σφυροκοπήματα πάνω στα καλώδια μιας κεραίας τηλεπικοινωνιών». Και λίγο αργότερα ξεκινά το εξαντλητικό κάστινγκ από το οποίο θα περάσουν αμέτρητοι/ες νεαροί/ες ηθοποιοί, ανάμεσά τους η Τζόντι Φόστερ, ο Τζον Τραβόλτα, ο Νικ Νόλτε, ο Τόμι Λι Τζόουνς, ο Κερτ Ράσελ, ο Κρίστοφερ Γουόκεν κ.ά. για να καταλήξει ο Τζορτζ Λούκας στον Μαρκ Χάμιλ για τον ρόλο του Λουκ, στον Χάρισον Φορντ, ο οποίος είχε παίξει και στο American Graffiti αλλά πλέον εργαζόταν ως ξυλουργός και βοηθητικό προσωπικό του κάστινγκ, για τον ρόλο του Χαν Σόλο και στην Κάρι Φίσερ για την πριγκίπισσα Λέια. Κατά την έναρξη των γυρισμάτων, στην ομάδα των ηθοποιών θα προστεθεί και ο Σερ Άλεκ Γκίνες στον ρόλο του Όμπι-Ουάν Κενόμπι για να προσφέρει τη μοναδική του εμπειρία στους άπειρους συναδέλφους του και λίγο μετά ο Πίτερ Κάσινγκ που εξομολογείται στον Γκίνες ότι «ξαναδιάβασα τρεις φορές το σενάριο και δεν κατάλαβα ούτε λέξη απ’ αυτά τα αλαμπουρνέζικα». Χαρακτηριστικά συγκινητική στο βιβλίο των Hopman και Roche είναι, μάλιστα, η στιγμή που ο Άλεκ Γκίνες μαθαίνει ότι ο χαρακτήρας του πεθαίνει στα μισά της ταινίας και παρά την εμφανή στενοχώρια του αντιμετωπίζει τη δυσάρεστη εξέλιξη με επαγγελματισμό και αξιοπρέπεια. Παράλληλα, ο Τζορτζ Λούκας σχεδιάζει τα φουτουριστικά όπλα, τις φανταχτερές στολές και τα απειλητικά αστρόπλοια, χτενίζει συνεχώς το σενάριο, διαχειρίζεται τους καυγάδες των ηθοποιών και των μελών του συνεργείου, επιλέγει χώρους και τοπία για τα γυρίσματα. Το δυσκολότερο όμως είναι να προσαρμοστεί στις οικονομικές περικοπές και τις παρεμβάσεις της FOX μέχρι την τελευταία στιγμή. Το συνεχές άγχος τον στέλνει στο νοσοκομείο με υποψίες για καρδιακή προσβολή. Ευτυχώς βγαίνει γρήγορα και συνεχίζει να δουλεύει με φρενήρεις ρυθμούς. Οι φίλοι του, ο Κόπολα, ο Σπίλμπεργκ, ο Μπράιαν ντε Πάλμα τον στηρίζουν και τελικά η ταινία, παρά τις επιφυλάξεις της FOX, βγαίνει σε μικρό αριθμό αιθουσών το 1977. Οι κριτικές είναι διθυραμβικές και σύντομα η ταινία προβάλλεται παντού. Αυτό το νέο είδος επιστημονικής φαντασίας συγκινεί εκατομμύρια θεατές, οι εικόνες της ταινίας καταλαμβάνουν όλα τα εξώφυλλα περιοδικών και εφημερίδων, οι εισπράξεις είναι τεράστιες. Από τις 10 υποψηφιότητες για Όσκαρ, κυρίως σε τεχνικές κατηγορίες, οι συνεργάτες του Τζορτζ Λούκας θα κερδίσουν τα επτά. «Σε λίγους μήνες, το πάθος για τον “Πόλεμο των Άστρων” γίνεται παγκόσμιο. Στη διάρκεια του 1978, η ταινία θα κάνει εισπράξεις 410 εκατομμύρια δολάρια σε όλο τον πλανήτη». Ένα νέο άστρο έχει γεννηθεί, το άστρο του Τζορτζ Λούκας που χρειάστηκε να πολεμήσει σκληρά για να λάμψει στο κινηματογραφικό στερέωμα. Τη διαδρομή αυτή καλύπτει με σαγηνευτικό τρόπο «Ο Πόλεμος του Λούκας» των Hopman και Roche, ένα βιβλίο γεμάτο ενδιαφέρουσες, άγνωστες λεπτομέρειες από την πορεία του Αμερικανού οραματιστή και εικονογραφημένο άψογα ώστε να αποδίδει με επιτυχία τα σκαμπανεβάσματα, τα διαδοχικά προβλήματα και τις λύσεις τους, τα ψυχολογικά αδιέξοδα, τα συναισθηματικά ξεσπάσματα και τις ατέλειωτες απογοητεύσεις στον δύσβατο δρόμο προς την κορυφή και τον θρίαμβο. Και το σχετικό link...
  2. Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Ηλίας Κυριαζής, Μάνος Λαγουβάρδος και Κώστας Φραγκιαδάκης μιλούν για ένα από τα σημαντικότερα έργα της 9ης τέχνης. Το Camelot 3000 δεν φέρει τυχαία τον τίτλο ενός τα σημαντικότερα έργα της 9ης Τέχνης. Το συγκλονιστικό έργο των καταξιωμένων δημιουργών Μπράιαν Μπόλαντ και Μάικ Μπαρ αγαπήθηκε σε όλο το κόσμο, αλλά και στη χώρα μας αποτελεί έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους τίτλους κόμικς. Αποτελεί μια ιστορική στιγμή των κόμικς, αφού – όντας το πρώτο maxi-series και το πρώτο κόμικς με αναφορά σε ενήλικο κοινό της DC – άνοιξε τον δρόμο για την έκδοση των τεράστιων Watchmen και The Sandman. Όπως αναφέρει και το Comicdom: «Το Camelot 3000 είναι απλά μνημειώδες». Για αιώνες, η θρυλική φιγούρα του Βασιλιά Αρθούρου χρησίμευε σαν λαμπρό παράδειγμα δικαιοσύνης και ηθικής – η προσωποποίηση της ιπποσύνης που ταπεινώθηκε από την προδοσία της Βασίλισσάς του και του πιο στενού του φίλου. Και παρόλο που αναπαύθηκε για πάνω από χίλια χρόνια, ψιθυριζόταν από καιρό πως, στην πιο σκοτεινή ώρα της Αγγλίας, ο Αρθούρος θα επιστρέψει και πάλι για να σώσει τον λαό του από την καταστροφή. Τώρα, αυτή η ώρα έφτασε – όχι μόνο για την Αγγλία, αλλά για ολόκληρη τη Γη! Οι Εκδόσεις Μικρός Ήρως εκδίδουν μία συλλεκτική έκδοση αυτού του τόσο σπουδαίου έργου. Σε αυτή περιέχονται και τα 12 τεύχη της θρυλικής σειράς, συμπεριλαμβανομένου και του λογοκριμένου υλικού από την πρωτότυπη έκδοση, δημοσιεύοντας έτσι το πλήρες όραμα των δύο δημιουργών. Το Reader μίλησε με τέσσερις κομίστες (Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Ηλίας Κυριαζής, Μάνο Λαγουβάρδο και Κώστας Φραγκιαδάκης) για τη σημασία του συγκεκριμένου έργου και τους λόγους που είναι τόσο σημαντικό στον κανόνα της τέχνης τους. Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου Ως λάτρης των κόμικς, αλλά και του αρχετυπικού μύθου του Αρθούρου, το Camelot 3000 δεν θα μπορούσε παρά να είναι ένα από τα πλέον αγαπημένα μου comics. Οι λόγοι, πολλοί: …για τη συναρπαστική αντίθεση της παρουσίας των μυθικών αυτών χαρακτήρων στο 3000 μ.Χ. …για τη μαεστρία του Mike Barr να αναδεικνύει τους πολύπλοκους και καταστροφικούς δεσμούς που δένουν τους χαρακτήρες μεταξύ τους. …για το – χειρουργικής ακρίβειας – πάντρεμα της μεσαιωνικής μυθολογίας και της διαστημικής όπερας. …για το εξαίσιο σχέδιο του Brian Bolland, τόσο στο εσωτερικό του κόμικ, όσο και στα εντυπωσιακά εξώφυλλά του (γεγονός καθόλου τυχαίο, μια και πρόκειται για έναν εκ των σπουδαιότερων cover artists). …για τα – σφύζοντα από ζωή και δυναμισμό – panels του Bolland, με τα εξαιρετικά λεπτομερή backgrounds του και τις – συγκλονιστικής ανατομίας – φιγούρες των ηρώων. …για τις άψογα σκηνοθετημένες σκηνές δράσης. …για τις τολμηρές (για τα δεδομένα της εποχής) ερωτικές σκηνές, αλλά και για τον παιδευτικό τρόπο με τον οποίο ο Barr αποτύπωσε το ζήτημα της δυσφορίας φύλου, σε μία εποχή που τέτοιου είδους «ευαισθησίες» ήταν είτε σπάνιες είτε ανύπαρκτες. Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος για την πρωτοβουλία των εκδόσεων Μικρός Ήρως να συστήσουν στις νέες γενιές αναγνωστών αυτό το μνημειώδες κόμικ, και να δώσουν την ευκαιρία σε εμάς τους υπόλοιπους να το απολαύσουμε για πρώτη φορά ολοκληρωμένο στα ελληνικά, μαζί με τις δύο σελίδες που λογοκρίθηκαν το 1985 ως ιδιαίτερα τολμηρές. Ηλίας Κυριαζής Δεν θέλω να μιλήσω για το Camelot 3000 με γνώμονα τη νοσταλγία. Θα είναι δύσκολο να το αποφύγω γιατί όσους το γνωρίσαμε από την πρώτη ελληνική έκδοση στα 80s, μας βάρεσε κατακούτελα με το πόσο πιο μπροστά ήταν από οτιδήποτε άλλο κυκλοφορούσε στα περίπτερα, αλλά θα το αδικούσα έτσι. Είτε τότε είτε τώρα πρόκειται για ένα πανέμορφο κόμικς. Ο Brian Bolland είναι από τους κορυφαίους σχεδιαστές που έχουμε στο χώρο και αυτή είναι μια από της καλύτερες στιγμές του. 10/10, no notes και επιτέλους να έχουμε και μια ελληνική έκδοση χωρίς κομμένες σελίδες. Μάνος Λαγουβάρδος Ανάμεσα στον Αστερίξ και τα άλλα χιουμοριστικά άλμπουμ που είχα σαν παιδί στη βιβλιοθήκη μου, ήταν κάπου κρυμμένα και τα πρώτα τεύχη του Camelot 3000. Το σκοτεινό εξώφυλλο με τη γραμματοσειρά του τίτλου, το κλασσικό σχέδιο του Αρθούρου στο διαστημικό περιβάλλον και το σκοτεινό, ώριμο σενάριο του, με έκανε να το ξεχωρίσω από τα υπόλοιπα, «μωρουδιακά» κόμικς που διέθετα τότε (και η Μοργκάνα Λε Φέι – αχ!). «This is serious shit», θα έλεγα αν ήξερα να μιλάω έτσι σαν μικρό παιδί. Συνιστώ αυτό το κόμικ σε όλους, ειδικά τώρα που είναι συγκεντρωμένο σε έναν ολοκληρωμένο τόμο. Και όχι, δεν το λέω επειδή φοράω τα rose tinted γυαλιά της νοσταλγίας. Εδώ έχουμε Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης στο Διάστημα! Έχουμε Brian Bolland στο σχέδιο και Mike W. Barr στο σενάριο! Είναι ένα διαχρονικά καλό κόμικ, τελεία και παύλα. Κώστας Φραγκιαδάκης Στο Camelot 3000 ο συγγραφέας Μike W. Barr καταφέρνει με ανεπανάληπτη μαεστρία να συνθέσει μια περιπέτεια, που κυριολεκτικά περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για να δημιουργηθεί ένα από τα κλασικότερα κόμικς όλων των εποχών. Ο Barr ουσιαστικά κάνει κάτι εξαιρετικά απλό: Παίρνει μια ιστορία που σχεδόν όλος ο κόσμος γνωρίζει λίγο ή πολύ (τον μύθο του Βασιλιά Αρθούρου και της Στρογγυλής Τράπεζας του Κάμελοτ), και τον «μεταφέρει» σε μια μελλοντική εποχή. Έτσι, στα ξαφνικά μυθολογικοί ήρωες του παρελθόντος πρέπει να σώσουν την Γη του μέλλοντος! Σε συνδυασμό με τις αξεπέραστες καθαρές γραμμές του ρεαλιστικού σχεδίου του σχεδιαστή Βrian Bolland, στο Camelot 3000 o αναγνώστης θα βρει κυριολεκτικά τα πάντα: Sci-fiction δράση, εξωγήινους, sword & sorcery, μάγους και ήρωες με πάθη και ελαττώματα, πανέμορφες γυναίκες, το Εξκάλιμπερ και τον βράχο του, την Κυρά της λίμνης, το ιερό Δισκοπότηρο, ακόμη και το ερωτικό τρίγωνο του Αρθούρου με την βασίλισσά του και τον πρώτο του ιππότη τον Λάνσελοτ. Όμως η πραγματική αξία σε αυτό το έπος των 12 τευχών είναι το πως τα μεγαλύτερα ζητήματα της ζωής όπως ο έρωτας, η φιλία, η προδοσία, το καθήκον, η τιμή, η αυτοθυσία και ακόμη και η θρησκεία, αναπτύσσονται και προσφέρονται στον αναγνώστη αβίαστα με μια ροή που όχι απλά δεν κουράζει, αλλά αντίθετα ξεδιπλώνεται με χάρη και απλότητα σε μια ιστορία που δεν μοιάζει να είναι τίποτε άλλο από ένα απλό παραμύθι για μικρά παιδιά. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται όλη η μαγική του αξία! Και το σχετικό link...
  3. Ο “Πόλεμος του Λούκας” των Laurent Hopman και Renaud Roche είναι ένα συγκλονιστικό βιογραφικό κόμικς. Το NEWS 24/7 είχε την ευκαιρία να μιλήσει με τους δύο δημιουργούς του. Είναι αναμφίβολα η δημοφιλέστερη σειρά ταινιών στην ιστορία του κινηματογράφου. Το πρώτο κινηματογραφικό της κεφάλαιο έκανε πρεμιέρα στις 25 Μαΐου 1977 σε ελάχιστες αίθουσες της Αμερικής – μόλις 32 – καθώς η 20th Century Fox δεν πίστευε στις δυνατότητές του. Μάλιστα επέβαλαν αρχικά να προβάλλεται μαζί με την ταινία “The Other Side of Midnight” μπας και “τσιμπήσει”… Η ανταπόκριση των θεατών ήταν τόσο μεγάλη που τα εισιτήρια έγιναν sold out και η δημοφιλία του έλαβε γρήγορα διαστάσεις… επιδημίας. Ο λόγος φυσικά για τον «Πόλεμο των Άστρων» (Star Wars) του κινηματογραφιστή Τζορτζ Λούκας, ενός sci-fi θρύλου ενηλικίωσης που έχει πλέον ριζώσει βαθιά στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα κι έκανε τα στούντιο παραγωγής του Χόλιγουντ να καταλάβουν πως οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας δεν απευθύνονται σε ένα «εξειδικευμένο» κοινό αλλά σε όλους… Μετά την επιτυχία του «American Graffiti» (1973) ο Λούκας σκόπευε να ασχοληθεί με τον διαστημικό ήρωα Φλας Γκόρντον. Γρήγορα χρειάστηκε να εγκαταλείψει το σχέδιό του, αφού δεν μπόρεσε να αποκτήσει τα πνευματικά δικαιώματα κι έτσι επικεντρώθηκε σε μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας, ολόδική του: Έγραψε ένα σενάριο 14 σελίδων, εμπνευσμένο από αγαπημένους του μύθους και αφηγήσεις, κι έπλασε τους χαρακτήρες του επηρεασμένος, όπως έχει δηλώσει, από τον Άρχοντα των Δακτυλιδιών του Τόλκιν και από τον κινηματογραφικό κόσμο του Ακίρα Κουροσάβα. Η παραγωγή του Star Wars πέρασε από χίλια μύρια κύματα μέχρις ότου ολοκληρωθεί, εξαιτίας τεχνικών δυσκολιών και έλλειψης κεφαλαίων. Η ταινία δεν ήταν καν υπερπαραγωγή: Το κόστος της έφτανε τα 8 εκατ. δολάρια, τη στιγμή που ο «Κινγκ Κονγκ» του Ντίνο Ντε Λαουρέντις, έναν χρόνο νωρίτερα, είχε μπάτζετ 25 εκατ. δολαρίων… Το αποτέλεσμα ωστόσο δικαίωσε τον Λούκας, καθώς αν μη τι άλλο αναδύθηκε ένα αριστούργημα άλλαξε για πάντα την έβδομη τέχνη (κι ένα franchise που ανέρχεται σε δεκάδες δισ. δολάρια). Όλα χάρη στη “Δύναμη” του οράματος του που ενέπνευσε εκατομμύρια θεατών… Ανάμεσά τους και οι Γάλλοι δημιουργοί κόμικς Laurent Hopman και Renaud Roche, οι οποίοι συνεργάστηκαν για να ιχνηλατήσουν μέσα από την ένατη τέχνη όλη την πορεία του κινηματογραφιστή, από τη σύλληψη του sci-fi saga του μέχρι τις μάχες του με το στούντιο παραγωγής, και από την κυκλοφορία της πρώτης ταινίας στη δικαίωσή του. Το αποτέλεσμά της σύμπραξής είναι το graphic novel «Ο Πόλεμος του Λούκας» και συνδυάζει την εξαιρετική πένα του Hopman που αποδίδει με ειλικρίνεια τους αληθινούς ήρωες της ιστορίας με τα αριστουργηματικά σκίτσα του Roche, τα οποία χαρακτηρίζονται από έντονα στοιχεία nostalgia. Από την πρώτη του έκδοση στη Γαλλία, το κόμικ έχει κάνει ήδη 80.000 πωλήσεις και έχει βραβευθεί με τον τίτλο του καλύτερου κόμικς για το 2024 από το Fnac France Inter και το France Info. Το NEWS 24/7 άδραξε την ευκαιρία να βουτήξει στον “γαλαξία’ του Λούκας έχοντας για πιλότους του τους δύο Γάλλους δημιουργούς… «Ήμουν 7 χρονών όταν η μητέρα μου πήγε εμένα και τα αδέρφια μου στο σινεμά για να δούμε τον πρώτο Πόλεμο των Άστρων το 1977. Είχε μόλις επιστρέψει από ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη όπου η ταινία είχε ήδη πάρει διαστάσεις φαινόμενου, και σκέφτηκε ότι μπορεί να μας αρέσει. Πόσο δίκιο είχε! Αυτή η πρώτη επαφή με το σύμπαν του Star Wars ήταν εμπειρία σοκ για μένα – δεν θύμιζε τίποτα από όσα είχαμε δει έως τότε. Εκείνη την εποχή, η ψυχαγωγία για τα παιδιά περιοριζόταν στα κινούμενα σχέδια της Disney. Το Star Wars ήταν σαν μια “ενήλικη” ταινία για παιδιά. Ήταν επίσης η πρώτη ταινία με τόσο πρωτοποριακά ειδικά εφέ. Θα είχε βαθύ αντίκτυπο στη γενιά μου και θα καθόριζε την ποιοτική ψυχαγωγία για τα επόμενα χρόνια. Από την πρώτη εκείνη προβολή έγινα φανατικός θαυμαστής» μού διηγείται ο Laurent Hopman, σεναριογράφος και δημιουργός κόμικ με δυνατή προϋπηρεσία στη γαλλική τηλεόραση και τις εκδόσεις. Laurent Hopman «Πολλά χρόνια αργότερα, έμαθα περισσότερα για τον Λούκας και πώς κατάφερε να δημιουργήσει αυτήν την ταινία. Αν και έχουν γραφτεί πολλά σχετικά βιβλία και ντοκιμαντέρ, πάντα ένιωθα ότι η ιστορία του δεν είχε ειπωθεί με ειλικρίνεια, μέσα από τη δική του οπτική, σαν ένα ανθρώπινο ταξίδι. Ήθελα να τη διηγηθώ γιατί υπάρχει μια οικουμενική ποιότητα σε αυτήν. Ήθελα επίσης να ρίξω φως σε αρκετούς βασικούς “ήρωες”, για τους οποίους λίγοι έχουν ακούσει, όπως η σύζυγος του Λούκας, Μάρσια. Ήταν σημαντικό να δώσουμε τα εύσημα στους ανθρώπους που έκαναν το όραμά του πραγματικότητα. Και αυτό είναι που διαχωρίζει τον θρύλο από την πραγματική ιστορία.» Ήθελα επίσης να αφηγηθώ την ιστορία του Λούκας σε ένα πλαίσιο που θα βοηθήσει τον αναγνώστη να καταλάβει τις πρωτοπορίες αλλά και τις δυσκολίες που αυτή περιλαμβάνει: Η δεκαετία του ’70 ήταν μια πολύ διαφορετική εποχή από τη σημερινή από πολλές απόψεις, και προκειμένου να γίνει αισθητό το μέγεθος των προκλήσεων που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο Λούκας, ήταν σημαντικό να αφηγηθούμε επίσης το πώς γυρίζονταν οι ταινίες και τι εμπόδια θέτουν τα στούντιο παραγωγής και το μπάτζετ. Ένιωσα ότι η ιστορία του έπρεπε να ειπωθεί σε μορφή graphic novel, ένα μέσο που δίνει τη δυνατότητα να αναδημιουργήσουμε έναν κόσμο που δεν υπάρχει πλέον με ένα ευρύ καστ διάσημων ανθρώπων. Αν επιλέγαμε να το κάναμε μυθιστόρημα ή βιογραφία, δεν θα είναι τόσο “ζωντανό”. Η κύρια πρόκληση ήταν να γράψω μια συναρπαστική και διασκεδαστική ιστορία, με ομαλή και γοργή εξέλιξη που θα κάνει τον αναγνώστη να θέλει να γυρίσει τις σελίδες. Το θέμα είναι ότι, όπως και με τον Τιτανικό, όλοι γνωρίζουν πώς τελειώνει η ιστορία. Οπότε, πρέπει να δημιουργήσεις δραματική ένταση και συγκρούσεις ώστε να έχει ενδιαφέρον, με σεβασμό πάντα στην αλήθεια και τη ροή των γεγονότων. Μια άλλη μεγάλη πρόκληση ήταν να σκιαγραφήσω έναν χαρακτήρα αληθινό, πιστό ως προς τον Λούκας και να είναι ταυτόχρονα ενδιαφέρων. Ο Λούκας είναι ιδιαίτερα εσωστρεφής και δεν είναι εύκολο να έχεις ως πρωταγωνιστή κάποιον που δεν μιλά πολύ και δεν εκδηλώνει εύκολα τα συναισθήματά του. Ήταν λοιπόν ζωτικής σημασίας να βρούμε έναν τρόπο να δείξουμε ποιος είναι και επέλεξα να το κάνω μέσα από καταστάσεις και βοηθητικούς χαρακτήρες.» Τον ρωτώ για την επιτυχία του κόμικ και τις βραβεύσεις: «Ήμασταν πολύ τυχεροί που πήραμε το διάσημο βραβείο Fnac France Inter και άλλα βραβεία. Οποιοσδήποτε συγγραφέας θα ήλπιζε να δει το έργο του να αναγνωρίζεται, αλλά ήταν πραγματικά πέρα από τα πιο τρελά μας όνειρα να λάβουμε αυτές τις τιμές. Ξέραμε ότι η ιστορία ήταν δυνατή, αλλά η τύχη παίζει μεγάλο ρόλο, προφανώς. Νομίζω ότι η επιτυχία του βιβλίου συνδέεται με το γεγονός ότι οι άνθρωποι αγαπούν μια εμπνευσμένη ιστορία, κυρίως σε αυτούς τους προβληματικούς καιρούς». «Η ιστορία της τέχνης και της ελπίδας ενάντια στη καθημερινή συντριβή. Όταν ο “μικρός” κερδίζει στο τέλος, αντηχεί σε όλους μας. Ο αναγνώστης χρειάζεται πάντα μια εμπνευσμένη ιστορία για να τον βοηθήσει να περάσει μια ακόμα ημέρα. Νομίζω ότι οι άνθρωποι πάντα ενδιαφέρονται να κατανοήσουν τις ρίζες και τις επιλογές άλλων ανθρώπων, και αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν μιλάμε για άτομα με εξαιρετικές ζωές. Το graphic novel διαβάζεται εύκολα από όσους δεν θέλουν να επενδύσουν χρόνο σε ένα κλασικό μυθιστόρημα. Νομίζω ότι αυτό το κόμικ δεν έχει ακόμη αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές του και θα συνεχίσει να αναπτύσσεται τα επόμενα χρόνια». Μιλώντας στον Renaud Roche, έναν καλλιτέχνη με εξαιρετική αισθητική, το εικαστικό στυλ του οποίου θα περιέγραφα ως λιτό αλλά άκρως περιεκτικό σε συναισθήματα και αλήθεια, η κουβέντα ξέφυγε γρήγορα στην ποπ κουλτούρα και πώς τη σηματοδότησε το Star Wars. Τον ρώτησα αρχικά για το ύφος που επέλεξε για τον «Πόλεμο του Λούκας», το οποίο ξεφεύγει από τα όρια του ρεαλισμού: «Στόχος μου ήταν να βρεθεί η σωστή ισορροπία μεταξύ ρεαλισμού και δυναμισμού. Ήθελα οι χαρακτήρες μου να είναι αναγνωρίσιμοι με την πρώτη ματιά, αλλά και ζωηροί, με έντονη εκφραστικότητα. Οι λεπτομέρειες μερικές φορές είναι περιττές, ειδικά ως προς τη μετάδοση συναισθημάτων». Renaud Roche Ακολουθεί η κουβέντα περί… αδυναμιών: «Έχω ιδιαίτερη αδυναμία στο Millenium Falcon, το οποίο παραμένει το πιο cool διαστημόπλοιο-σκουπίδι του γαλαξία (και όχι μόνο). Γενικά μου αρέσει η φθαρμένη, χρησιμοποιημένη, “σκουριασμένη” αισθητική που είχε η πρώτη τριλογία γιατί ενισχύει οπτικά και με πολύ απλό τρόπο την αξιοπιστία του σύμπαντος. Παράλληλα, μου αρέσουν πολύ τα κοστούμια της βασίλισσας Amidala στην ταινία “The Phantom Menace”, τα οποία σχεδίασε ο Iain McCaig – δημιούργησε τόσο απίστευτα και εμπνευσμένα concepts». «Αγαπημένος χαρακτήρας μου είναι ο R2D2, γιατί είναι ο αληθινός ήρωας του έπους! Βρίσκεται πάντα εκεί τριγύρω, παρακολουθώντας και καταγράφοντας τα πάντα, και κάθε φορά είναι εκείνος που σώζει τη μέρα. Λατρεύω επίσης τον Yoda, ειδικά όταν είναι “άτακτος”. Να σημειωθεί ότι δεν είμαι φανατικός συλλέκτης αλλά έχω κάποια κομμάτια. Το πιο πολύτιμο πράγμα μου είναι μια φιγούρα του The Child (Grogu) σε φυσικό μέγεθος από τη σειρά “The Mandalorian”. Τον νιώθω να με κοιτάζει τώρα που μιλάμε». Γρήγορος γύρος “διαγαλαξιακών” ερωτήσεων Πιστεύετε ότι το κόμικ σας απευθύνεται σε ένα ευρύτερο κοινό; Ποιες θεματικές του θεωρείτε προκαλούν το ενδιαφέρον; L.H.: «Κατά την καμπάνια προώθησης του graphic novel, συναντήσαμε εκατοντάδες αναγνώστες και ενώ αρκετοί ήταν πράγματι θαυμαστές του Star Wars, συνειδητοποιήσαμε ότι το βιβλίο άγγιξε κι έναν νέο τύπο αναγνωστών, που δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το Star Wars, αλλά αγαπούν το κόμικ μας γιατί πραγματεύεται οικουμενικά θέματα και ιδέες όπως η αποφασιστικότητα, η επιμονή, το όραμα, και δημιουργία. Το βιβλίο θα μπορούσε να αφορά οποιαδήποτε ταινία ή οποιαδήποτε δημιούργημα, και θα εξακολουθεί να έχει απήχηση λόγω της διεθνικής φύσης των θεμάτων του». R.R.: «Δεν χρειάζεται να είναι κανείς φαν για να επιβιβαστεί σε αυτό το “σκάφος”! Είναι μια ιστορία για τη δημιουργία, την επιμονή και την ελπίδα. Όποιος έχει όνειρα, σίγουρα θα εμπνευστεί από την ιστορία του Λούκας». Εκτός από τις έντονες στιγμές δράσης και ψυχαγωγίας, τι πιστεύετε σημαίνει το Star Wars για τους σινεφίλ σήμερα; R.R.: «Πιστεύω ότι το Star Wars είναι πλέον μέρος της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Τα μηνύματά του είναι καθολικά, μας μιλούν σε βαθύτερο επίπεδο, σαν θρύλοι ή λαϊκά παραμύθια από το παρελθόν. Δεν είναι απλώς ένα franchise, αλλά ένας κανονικός μύθος για τη σύγχρονη εποχή». L.H.: «Ο Λούκας δημιούργησε από το μηδέν ένα σύμπαν που είναι πολύ πρωτότυπο και αξέχαστο. Η κλασική διαμάχη του καλού και του κακού επαναδιατυπώνεται μέσα από τη μυθολογία των ιπποτών Τζεντάι και των Σιθ. Η σκοτεινή πλευρά, η Δύναμη και η σκοτεινή πλευρά της… Είναι μια υπέροχη ιστορία με παγκόσμια απήχηση». Έχετε γνωρίσει τον Τζορτζ Λούκας; L.H.: «Δεν τον έχω γνωρίσει ακόμα, αλλά ήταν ιδιαίτερα ευγενικός μαζί μας – Μας έστειλε μια selfie με το βιβλίο. Καθώς δεν μπορούσε να το διαβάσει στα γαλλικά, μας ρώτησε αν θα μπορούσε να το έχει σε αγγλική μετάφραση. Είπε ότι του άρεσε αυτό που έβλεπε και, από ότι μπορούσε να καταλάβει, το κόμικ μας απέδωσε πολλά πράγματα σωστά που συνήθως απεικονίζονταν λανθασμένα στις βιογραφίες του. Αυτό ήταν ένα τεράστιο κομπλιμέντο! Είμαστε εξαιρετικά ευγνώμονες για αυτήν την απροσδόκητη πρώτη επαφή του μαζί μας. Ελπίζουμε να έχουμε την ευκαιρία να τον συναντήσουμε δια ζώσης μια μέρα και να του εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας». R.R.: «Ναι, μακάρι να τον γνωρίσουμε κάποια μέρα. Πρώτον, για να του δείξω την ευγνωμοσύνη μου που μοιράστηκε με όλους μας τα όνειρα του υπέροχου μυαλού του. Μετά θα προσπαθήσω να τον πείσω να με προσλάβει ώστε να δουλέψω μαζί του!» Υπάρχουν άλλοι κινηματογραφιστές ή δημιουργοί για τους οποίους θα σας ενδιέφερε να κάνετε ένα graphic novel; R.R.: «Προφανώς: Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ. Αλλά πιστεύω ότι ένα βιβλίο δεν θα είναι αρκετό…» L.H.: «Υπάρχουν πολλές καταπληκτικές ιστορίες που πρέπει να ειπωθούν. Αλλά για την ώρα θα συνεχίσουμε να λέμε την ιστορία του Λούκας. Αυτήν τη στιγμή εργαζόμαστε για τη συνέχεια του “Πολέμου”. Το ταξίδι δεν έχει τελειώσει και αυτό που ακολουθεί είναι εξίσου απίστευτο…» * Το βιβλίο «Ο Πόλεμος του Λούκας» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Και το σχετικό link...
  4. Και ήρθε λοιπόν η ώρα που όλοι περιμέναμε! Χθες, στις 2 Αυγούστου του 2022 κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, ο πρώτος τόμος της σειράς "Κλασικές ιστορίες Popeye". Η σειρά αυτή έχει σκοπό να παρουσιάσει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μια φουρνιά από τις καλύτερες ιστορίες του Μπαντ Σάγκεντορφ (ενός από τους μεγαλύτερους δημιουργούς στριπ με τον Ποπάυ) στην αυθεντική πρωτότυπη μορφή τους. Ο Μπαντ Σάγκεντορφ είναι αυτός ο οποίος κατάφερε μέσα από εκατοντάδες κομικς και στριπς να αναδείξει τον Ποπάυ τόσο στην Αμερική όσο και στην Ελλάδα. Το όνομα του το πρωτοείδαμε στην σειρά "Ποπάυ" (από την εκδοτική Δραγούνης Α.Ε.) καθώς ήτανε τοποθετημένο σε κάθε εξώφυλλο της σειράς για 2 ολόκληρές δεκαετίες. Οι ιστορίες του ξεχώριζαν στο περιοδικό λόγω της εφευρετικότητας και της επινοητικότητας του καθώς και του καλλιτεχνικού ταλέντου του. Όμως οι ιστορίες αυτές υπέστησαν αλλαγές αφού δεν μπορούσαν να φιλοξενηθούν στα περιοδικά κόμικς καθώς ήτανε φτιαγμένες για τα ημερήσια στριπ των αμερικανικών εφημερίδων. Ως εκ τούτου, οι ιστορίες του δεν εκδόθηκαν ποτέ στην σωστή τους μακρόστενη μορφή. Έτσι λοιπόν ο αγαπητός @ PhantomDuck μαζί με την εκδοτική Μικρός Ήρως αποφάσισε να εκδώσει τις ιστορίες αυτές με την αρχική μορφή τους. Αρκετά με τον πρόλογο ας περάσουμε στην παρουσίαση-κριτική... Η ΕΚΔΟΣΗ Μέγεθος: Λίγο μεγαλύτερο από τις Μπαμπαδοϊστορίες με ακριβείς διαστάσεις 21 X 19 εκ. Θεωρώ ότι είναι το καταλληλότερο μέγεθος για μια τέτοια έκδοση. Τα στριπς καθώς και τα άρθρα εφάπτονται τέλεια. Το μόνο πρόβλημα που ίσως θα μπορούσε να τεθεί είναι αυτό της τοποθέτησης το οποίο δεν το θεωρώ πολύ σημαντικό. Τιμή: Στα 22€ (με έκπτωση 19.80€ στο site του Μικρού ήρωα). Λίγο τσουχτερή η τιμή λόγω της κρίσης και της αύξησης της τιμής του χαρτιού αλλά νομίζω ότι τα αξίζει τα λεφτά του ειδικά τώρα που όλες οι εκδόσεις έχουν αυξήσει τις τιμές. Γραμματοσειρές: Έχουμε μια ποικιλία γραμματοσειρών. Θα ανεβεί σε λίγες μέρες μια πλήρης λίστα των γραμματοσειρών που χρησιμοποιήθηκαν. Λοιπές λεπτομέρειες: Οι τόμοι αποτελούνται από 232 σελίδες. Το χαρτί είναι λεπτό γυαλιστερό (σαν illustration μου φαίνεται) ενώ έχουμε μαλακό, εξίσου γυαλιστερό εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο. Οι ιστορίες, σύμφωνα με τον πρώτο τόμο, από τελούνται από περίπου 30-40 σελίδες η κάθε μια καθώς οι τόμοι συνοδεύονται με άρθρα γεμάτα πληροφορίες και επιμελημένα από τον ένα καλύτερο. ΟΙ ΤΟΜΟΙ Σύμφωνα με τον ίδιο τον επιμελητή θα έχουμε 6 τόμους στην σειρά και πιθανολογείται κάθε τόμος να κυκλοφορεί ανά 6 μήνες. Ο πρώτος τόμος είναι κοντά μας αρά περιμένουμε και την υπόλοιπη παρέα. Καλή απόλαυση του τόμου και να είναι καλοτάξιδος! Ευχαριστούμε για τα υπόλοιπα εξώφυλλα τους Indian & hudson.
  5. Πόσο αγγελικά πλασμένος είναι ο κόσμος των μεγάλων πολυεθνικών; Πόση καινοτομία και υγιής ανταγωνισμός υπάρχει στην πολυδιαφημισμένη επιχειρηματικότητα; Πόση φιλανθρωπία μπορούν να προσφέρουν τα μεγαλοστελέχη και ποια η εταιρική ευθύνη των κολοσσών τους; Τρίχες… Ένας βρόμικος κόσμος βίας, ίντριγκας, δολοπλοκίας, ραδιουργίας και απάτης είναι. Με στόχο την επέκταση και την επικράτηση με κάθε μέσο. Αυτόν τον κόσμο περιγράφει σε ένα άψογο περιτύλιγμα η σειρά «Λάργκο Γουίντς», η οποία αποτελεί εκδοτικό φαινόμενο στη Γαλλία και σε άλλες χώρες. Ήδη έχουν κυκλοφορήσει 21 άλμπουμ, με το καθένα να ξεπερνά σε πωλήσεις τα 500.000 αντίτυπα, σε μια ιστορία ξέφρενης δράσης και περιπέτειας. Στην Ελλάδα έχουν δημοσιευτεί τα 8 πρώτα μέρη στα περιοδικά «Μπλεκ» και «Non-Stop Comics» των εκδόσεων «Μικρός Ήρως», ενώ οι συνέχειες ξεκίνησαν να κυκλοφορούν σε αυτόνομους τόμους. Ο πρώτος από αυτούς σε σενάριο του Jean Van Hamme και σχέδια του Philippe Francq με τίτλο «Χρυσή Πύλη» (μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης) εκτυλίσσεται από τη Βενετία μέχρι τη Νέα Υόρκη, το Σαν Φρανσίσκο, τη Νεβάδα και τα Βραχώδη Όρη με πρωταγωνιστή τον 26χρονο βαθύπλουτο κληρονόμο με τα τζιν, Λάργκο Γουίντς, να προσπαθεί να προστατέψει την αυτοκρατορία του και τον εαυτό του απέναντι σε δολοφονικές πλεκτάνες αδίστακτων οικονομικών και πολιτικών κέντρων. Δεν είναι όμως αυτό το σημαντικότερο. Γιατί τον τόνο στη σειρά μέσα στην καλώς εννοούμενη ψυχαγωγική της ελαφρότητα δίνει η αριστοτεχνικά δοσμένη αφήγηση και το άψογο σχέδιο. Τοπία, κτίρια, δρόμοι, μνημεία και μουσεία του κόσμου αποδίδονται με πιστότητα και γίνονται σκηνικά για ερωτικές συνευρέσεις, αγωνιώδεις καταδιώξεις και μυστικές συμφωνίες των εκπροσώπων ενός καλογυαλισμένου και ακριβοντυμένου κόσμου που «κάνει τις δουλίτσες του» και λύνει τα προβλήματά του σε ουρανοξύστες, γιοτ και πολυτελείς βίλες, πάντα με τα όπλα, χωρίς να τον παίρνουμε χαμπάρι. Γι’ αυτό και οι Van Hamme και Francq φροντίζουν ευφυώς να «ραγίζουν» συχνά την απαστράπτουσα επιφάνεια αυτού του κόσμου παρεμβάλλοντας φανερά ή υπόγεια γνωστά έργα τέχνης κλείνοντας μας το μάτι. Όπως το γεύμα των οικονομικών μεγιστάνων κάτω από τις «Δεσποινίδες της Αβινιόν» του Πικάσο ή, ακόμα πιο παιχνιδιάρικα, η απόδοση μιας ράθυμης πρωινής συνάντησης της υψηλής κοινωνίας ως παρωδίας του «Προγεύματος των βαρκάρηδων» του Ρενουάρ. Σπάζοντας έτσι τη μονοτονία του κυνηγιού του πλούτου με έξυπνα τοποθετημένες πινελιές τέχνης. Και το σχετικό link...
  6. Σε αυτό το κόμικ αποτυπώνονται με χιούμορ οι γκάφες και οι αυτοσχεδιασμοί από τα οποία δημιουργήθηκαν οι πρώτες βουβές ταινίες μυθοπλασίας στην Ελλάδα. Από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως κυκλοφορεί το νέο graphic novel «Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ» που δημιούργησε ο Δημήτρης-Κρις Αγκαράι και είναι βασισμένο στο θεατρικό έργο «ΟΙ ΚΩΜΙΚΟΙ» των Δημήτρη Πιατά και Σάκη Σερέφα που έκανε πρεμιέρα από το ΚΘΒΕ τον Ιανουάριο του 2024. Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ: Η υπόθεση Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ. Γεωργία Βασιλειάδου. Αχιλλέας Μαδράς. Σωτηρία Ιατρίδου. Ερβέ Βιλλάρ. Σπυρίδων Δημητρακόπουλος. Τάλλα Κρανόφσκα Βαλέτα. Δήμος Βρατσάνος. Κώστας Βατίστας. Ηρώ Χαντά. Κοντσέτα Μόσχου. Ιωσήφ Χεπ. Εκτός από τη Βασιλειάδου, ονόματα άγνωστα σήμερα, ξεχασμένα, σχεδόν εξωτικά. Ονόματα που τα χώνεψε η λήθη. Κι όμως, αυτοί είναι οι άνθρωποι, ηθοποιοί, παραγωγοί και σκηνοθέτες, που με τα σώματά τους έχτισαν το βουβό σινεμά στην Ελλάδα στη δεκαετία του ’20. Πλάσματα του θεάτρου, μαθημένα να ρουφούν τις ανάσες του κοινού πάνω στο σανίδι, βρέθηκαν απέναντι από μια μηχανή που κατέγραφε τις συσπάσεις και τα σουσούμια σωμάτων και προσώπων που δεν εξέπεμπαν ήχο, σαν άφωνα νευρόσπαστα μιας νέας τεχνολογίας, η οποία λες και χρειαζόταν την ενέργειά τους για να πάρει μπρος. «Μαζί με μας θα πεθάνει μια μέρα και το κοινό μας. Κανείς δεν θα μας θυμάται. Τι είναι μια ταινία όταν τη βλέπεις; Δεν είναι σαν όνειρο; Ε, σαν όνειρο ξεχνιέται κιόλας» μοιάζει να αναρωτιούνται. Γιατί βρέθηκαν στο γύρισμα μιας εποχής στην οποία κυριαρχούσε η πεποίθηση ότι ο κινηματογράφος είναι μια εφήμερη μόδα που θα πεθάνει σύντομα, σε αντίθεση με το θέατρο. Στο κόμικς Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ – Ο Έλληνας Σαρλώ, αποτυπώνονται με χιούμορ ο ερασιτεχνισμός, οι μωροφιλοδοξίες, οι ίντριγκες, η αγνωμοσύνη, τα ευτράπελα, οι αυτοσχεδιασμοί, οι κουτοπονηριές, οι ζαβολιές, οι γκάφες, μέσα στις οποίες δημιουργήθηκαν οι πρώτες βουβές ταινίες μυθοπλασίας στην Ελλάδα. Και προπάντων, κυριαρχεί η μορφή του Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ. «Ήταν Κυριακή βράδυ και ο κόσμος είχε πλημμυρίσει το μεγάλο αθηναϊκό θέατρο όπου επρόκειτο να εμφανιστώ ως παλιάτσος. Ήρθαν να γλεντήσουν με έναν παλιάτσο που η καρδιά του αιματωνόταν και πονούσε. Ήρθαν για έναν παλιάτσο που πονούσε και ήταν έτοιμος να ξεσπάσει όχι σε γέλιο, για να κάνει και τους άλλους να γελάσουν, μα σε κλάμα, σε κλάμα σπαραχτικό. Γυρνώντας στην πλατεία, τους λέω Γέλα παλιάτσο! Ο κόσμος πληρώνει!» γράφει στην αυτοβιογραφία του. Αυτός ο Έλλην Σαρλώ, ο Σαχλό όπως τον επονόμασαν οι συγκαιρινοί του. Ο οποίος, μετά από έναν αιώνα, «ο διασημότερος των ασήμων ηθοποιών» όπως έγραφαν τότε οι εφημερίδες, «ανασταίνεται» για πρώτη φορά μέσα σε αυτό το κόμικς. Πού να το φανταζόταν… Δημήτρης-Κρις Αγκαράι Ο Δημήτρης-Κρις Αγκαράι είναι σχεδιαστής κόμικς, γραφίστας και εικονογράφος, γεννημένος το 1994 στα Τίρανα της Αλβανίας και μεγαλωμένος στην Αθήνα. Από μικρή ηλικία επέδειξε ενδιαφέρον για τη ζωγραφική και τη δημιουργία ιστοριών. Σπούδασε γραφιστική και αυτοδίδακτα αφοσιώθηκε στις εικονογραφήσεις και τα κόμικς. Πρόσφατα ολοκλήρωσε το τμήμα κόμικς στη Σχολή Βακαλό με δάσκαλο τον Νίκο Κούτση. Από το 2016 είναι ενεργός στον χώρο των κόμικς, κυκλοφορώντας αυτοεκδόσεις όπως τα Αλληγορία, Reading the Song και SHAME Ερωτικές Ιστορίες Καραντίνας. Συνεργάστηκε με περιοδικά κόμικς όπως τα Epifany (Phase Productions) και Ρίγη (Εκδόσεις Ρενιέρη), ενώ συμμετείχε και σε ανθολογίες (Athens the Comicbook και Εποχές για Ήρωες). Επιπλέον εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη για το Εθνικό Θέατρο, στην παράσταση Το Αστέρι της Λιλιπούπολης της Ρεγγίνας Καπετανάκη και του Βασίλη Ρίσβα. Η δουλειά του έγινε ευρέως γνωστή μέσω των social media, κυρίως μέσα από μία σειρά σχεδίων που απεικονίζουν αγαπημένους χαρακτήρες ελληνικών σειρών. Το 2023 κυκλοφόρησε το graphic novel Σύμβουλος Ερωτικών Υποθέσεων (Jemma Press), ενισχύοντας το καλλιτεχνικό του αποτύπωμα στον χώρο των κόμικς. Και το σχετικό link...
  7. Μια νέα ιστορία του Σούπερμαν πιάνει το νήμα της ύπαρξής του από την αρχή και το ξετυλίγει, προσαρμόζοντας τη δράση στο σήμερα και ξανασυστήνοντας τον απόλυτο υπερήρωα στο αναγνωστικό κοινό. Ο Σούπερμαν, πέραν πάσης αμφιβολίας, είναι ένα από τα ισχυρότερα brand names της εποχής μας. Παγκοσμίως γνωστός ως ο πρώτος υπερήρωας, δεν έχει πάψει, παρά τα χρόνια που πέρασαν από την πρώτη του εμφάνιση, να συγκινεί τους ανθρώπους με τη γενναιότητά του και τις ικανότητές του. Από το 1938 έχει πάρει μέρος σε αμέτρητες περιπέτειες στα κόμικς, στον κινηματογράφο, στα κινούμενα σχέδια, ενώ η μορφή του έχει αποτυπωθεί σε προϊόντα κάθε είδους, από μπλουζάκια, παιχνίδια και παζλ μέχρι εσώρουχα, διαφημιστικά φυλλάδια και αφίσες. Ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχουν δημιουργηθεί πολλές ρηξικέλευθες εκδοχές του που εκσυγχρονίζουν τον χαρακτήρα και το προφίλ του, ενώ έχουν διατυπωθεί αρκετά εναλλακτικά σενάρια για την προέλευσή του, τα παιδικά του χρόνια, τους απογόνους του, τη ζωή του στο παρελθόν και το μέλλον, σε άλλους τόπους, άλλες διαστάσεις, άλλα σύμπαντα. Ίσως γι’ αυτό, η ιστορία με τον ιδιαιτέρως «τίμιο» τίτλο «Superman – Άνθρωπος και Υπεράνθρωπος» να φαντάζει ως μια σανίδα σωτηρίας σε έναν ωκεανό αναρίθμητων πειραματισμών, επιτηδευμένων προκλήσεων, τολμηρών αναθεωρήσεων κ.λ.π. Αυτή τη σανίδα τη ρίχνει στους αναγνώστες ένας από τους πιο έμπειρους σεναριογράφους υπερηρωικών κόμικς, ο 78χρονος σήμερα Marv Wolfman, που ξαναπιάνει τα πράγματα από την αρχή και αφηγείται μια ολοκληρωμένη ιστορία με πρωταγωνιστή τον Σούπερμαν από τα νιάτα του μέχρι την καθιέρωσή του στη Μητρόπολη. Πρόκειται για μια νέα βιογραφία του υπερανθρώπου από τα χρόνια του Smallville μέχρι τη στιγμή που θα γίνει εξώφυλλο στον Ημερήσιο Πλανήτη, την εφημερίδα στην οποία εργαζόταν ως Κλαρκ και συνεργαζόταν με την αιώνια αγαπημένη του, Λόις. Το βασικό θέμα της ιστορίας όμως είναι η άφιξη του Κλαρκ στη Μητρόπολη, η προσαρμογή του, η προσπάθειά του να βρει δουλειά ως δημοσιογράφος και ταυτόχρονα οι εσωτερικές του συγκρούσεις και οι δισταγμοί του να φορέσει τη στολή με το «S» στο στήθος και να ξεχυθεί στους αιθέρες. Γιατί το πιο ενδιαφέρον στοιχείο των περισσότερων υπερηρωικών ιστοριών είναι ο τρόπος με τον οποίο, παντοδύναμοι κατά τα άλλα χαρακτήρες, συνδυάζουν τη διπλή τους ταυτότητα. Άλλοι απαρνούνται τη μια τους φύση, την ανθρώπινη, και άλλοι μετανιώνουν για την άλλη, την υπερηρωική. Ο Σούπερμαν, έστω και προερχόμενος από άλλον πλανήτη, αφοσιωμένος στην αποστολή του, πασχίζει να ισορροπήσει και να συμβιβάσει και τις δυο. Και όσο η Μητρόπολη είναι αφιλόξενη και απειλείται από τρομοκράτες τόσο ο Κλαρκ θα βρίσκει παρηγοριά στους απλούς ανθρώπους και θα συνεχίζει να σώζει τον κόσμο αλλά και να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, συνεσταλμένος και μετρημένος λόγω της απειρίας του. «Ήθελα να παρακολουθήσω έναν νεαρό Κλαρκ Κεντ να αντιμετωπίζει μόνος του την πρώτη του περιπέτεια. Ο Κλαρκ δεν θα χρησιμοποιούσε ποτέ τις δυνάμεις του με τον τρόπο που θα έκανε τώρα. Ήταν ακόμα πρωτόβγαλτος ήρωας. Κάποιος που πρέπει να αποδείξει στον εαυτό του ότι θα μπορούσε να είναι ο μεγάλος ήρωας όπου προοριζόταν να γίνει. Και αυτό σήμαινε πως θα έπρεπε να αποτύχει. Εκκωφαντικά. Μαθαίνεις από τα λάθη σου, όμως όταν έχεις σούπερ δυνάμεις σαν του Κλαρκ, πρέπει να σιγουρευτείς πως τα λάθη σου δεν θα είναι κι αυτά σούπερ. Μια λάθος κίνηση από κάποιον που μπορεί να λυγίσει ατσάλι με τα γυμνά του χέρια θα μπορούσε να φέρει την καταστροφή», γράφει ο Wolfman στην εισαγωγή του. Στο εγχείρημά του για την αφήγηση μιας καθαρής, παραδοσιακής ιστορίας, ο βετεράνος σεναριογράφος έχει την αμέριστη συμπαράσταση του σχεδιαστή Claudio Castellini που καταφέρνει να αποφύγει τους εντυπωσιασμούς και να επικεντρωθεί στα πρόσωπα και τα συναισθήματά τους, ενώ η εξαιρετικά πλούσια έκδοση συνοδεύεται από εκτενή κείμενα του Wolfman, το αρχικό σενάριο του πρώτου τεύχους και όλα τα βήματα της διαδικασίας (στήσιμο, σκίτσα, μολύβια, μελάνια, χρώματα, εξώφυλλα κ.ά.) μέχρι το τελικό αποτέλεσμα. Όλο αυτό το υλικό συνθέτει μια, αν μη τι άλλο, χορταστική ματιά πάνω στον Σούπερμαν. Αν και δεν προσθέτει τίποτα νέο ή πρωτοποριακό στον μύθο του, είναι μια ειλικρινής προσέγγιση του χαρακτήρα με έμφαση στα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του, ιδιαίτερα της νεότητάς του. Η ιστορία αυτή ήταν προγραμματισμένο από την DC να κυκλοφορήσει σε τέσσερις συνέχειες το 2009. Για διάφορους λόγους όμως, η έκδοση καθυστέρησε δέκα ολόκληρα χρόνια και εντέλει πραγματοποιήθηκε με τη μορφή ενός ενιαίου τόμου (190 σελίδες) που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως σε μετάφραση Γαβριήλ Τομπαλίδη. Και το σχετικό link...
  8. «Επιτρέψτε μου να σας διηγηθώ μια μικρή ιστορία. Μην περιμένετε σπουδαίους ηθοποιούς. Γιατί πρωταγωνιστούν απλοί άνθρωποι. Άνθρωποι σαν εσάς και σαν εμένα. Το βασικό για να αντέξει μια ιστορία στον χρόνο δεν είναι ούτε τα πρόσωπα ούτε η πλοκή… Είναι η μνήμη. Δίχως μνήμη, οι ιστορίες χάνονται. Οι άνθρωποι δίχως μνήμη είναι κούφιοι. Και μια κοινωνία δίχως μνήμη είναι ωρολογιακή βόμβα». Με αυτά τα λόγια υποδέχεται ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Γιόζεφ Ροτ (πραγματικό πρόσωπο με έντονη δράση και καριέρα την περίοδο του Μεσοπολέμου) τον Κόρτο Μαλτέζε στο Βερολίνο του 1924 στη νέα περιπέτεια του τυχοδιώκτη ναυτικού από τους Juan Diaz Canales και Ruben Pellejero με τίτλο Νύχτες του Βερολίνου (μετάφραση: Τατιάνα Ραπακούλια, εκδόσεις Μικρός Ήρως, 86 σελίδες). Από την έκθεση του Hugo Pratt Μπορεί ο Hugo Pratt, ο δημιουργός του Κόρτο Μαλτέζε, να πέθανε το 1995, αλλά το έργο του είναι ακόμα ζωντανό ακριβώς γιατί διατηρεί τη μνήμη για όλα όσα συνέβησαν στις αρχές του εικοστού αιώνα σε ολόκληρο τον κόσμο. Και το έργο αυτό συνεχίζεται από νέους καλλιτέχνες που από τη μια αποτείνουν φόρο τιμής στον μεγάλο δάσκαλο της περιπέτειας κι από την άλλη προσθέτουν νέα δεδομένα στο μαγικό σύμπαν που αυτός φιλοτέχνησε. Τούτη τη φορά η δράση μεταφέρεται από τους εξωτικούς τόπους και τις αχαρτογράφητες θάλασσες του Pratt στην καρδιά μιας Ευρώπης που καταρρέει λίγο μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, λίγο πριν τον ναζισμό. Ο Κόρτο Μαλτέζε θα είναι πάντα επίκαιρος και διαχρονικός όσο υπενθυμίζει πόσο αναγκαία είναι η μνήμη. Και θα μπορεί να μεταφέρεται σε κάθε εποχή. Όπως συμβαίνει στη Βασίλισσα της Βαβυλώνας (μετάφραση: Τατιάνα Ραπακούλια, εκδόσεις: Μικρός Ήρως, 192 σελίδες) όπου ταξιδεύει στη Βενετία και στο Σεράγεβο του σήμερα, από τους Martin Quenehen και Bastien Vives, για μια βαθιά πολιτική, σύγχρονη περιπέτεια. Μια μοναδική ευκαιρία γνωριμίας με το μεγάλο έργο του Ιταλού παραμυθά προσφέρει η έκθεση Hugo Pratt: η κληρονομιά, το έργο, η βιογραφία, που πραγματοποιείται στο πλαίσιο του Comicdom Con μέχρι αύριο το βράδυ στην Τεχνόπολη. Μια έκθεση με στόχο τη διατήρηση της μνήμης και της ανάγκης για περιπέτεια. Και το σχετικό link...
  9. Μπορεί το όνομά του να ταυτίστηκε με αυτό του Τεν Τεν, τις ιστορίες του οποίου φιλοτεχνούσε από το 1929 και για περισσότερα από 50 χρόνια, αλλά ο Hergé στη μακρά καριέρα του είχε δημιουργήσει και άλλες σειρές. Μία από αυτές ήταν «Οι περιπέτειες των Ζο, Ζετ και Ζοκό», μια σειρά με μικρό ενδιαφέρον για τον ίδιο («βαριόμουν απίστευτα τους χαρακτήρες» είχε πει μεταγενέστερα), αλλά με μεγάλο ιστορικό και καλλιτεχνικό ενδιαφέρον για τους μελετητές του έργου του και τους θαυμαστές της καθαρής γαλλοβελγικής γραμμής. Ξεκίνησε να τη δημιουργεί τη δεκαετία του 1930, κυρίως λόγω των αντιδράσεων των εκδοτών του για την «υπέρμετρη βία» που είχε η περιπέτεια του Τεν Τεν «Το σπασμένο αυτί» την οποία είχε ολοκληρώσει λίγο νωρίτερα. Του ζήτησαν κάτι πιο «κατάλληλο για παιδιά» και αυτός ανταποκρίθηκε με μια ιστορία με πρωταγωνιστικά πρόσωπα δυο αδέρφια και τον μικρό τους χιμπατζή, τοποθετώντας τη δράση σε φουρτουνιασμένες θάλασσες, συννεφιασμένους ουρανούς και αφιλόξενες ζούγκλες, σε υποβρύχια και αερόπλοια ενάντια σε τυχοδιώκτες, πειρατές, κακοποιούς και άγριους κανίβαλους που καταδιώκουν τα μικρά παιδιά, τα απάγουν, τα βασανίζουν. Δύσκολα μια τέτοια ιστορία θα γινόταν δεκτή στις μέρες μας, καθώς η κακώς εννοούμενη και ξεχειλωμένη πολιτική ορθότητα θα είχε επέμβει, ιδιαίτερα για σκηνές όπως αυτές με τους στερεοτυπικά σχεδιασμένους ιθαγενείς ανθρωποφάγους σε ένα έρημο νησί που αιχμαλωτίζουν τα παιδιά και τα ταΐζουν μέχρι σκασμού για να τα παχύνουν ώστε να τα μαγειρέψουν στη συνέχεια στο κλασικό καζάνι. Φυσικά οι λευκοί, Δυτικοευρωπαίοι πρωταγωνιστές θα ξεφύγουν από τους «υπανάπτυκτους μαύρους» και μάλιστα θα μπουν στην αμφίβια άκατό τους προκαλώντας δέος στους «απολίτιστους» οι οποίοι θα τους λατρέψουν ως θεούς. «Μικροί άτρωτοι… Μεγκάλο ταμπού… Οογκ! Κιρίκι πομ πομ! Κόρο πόκο! Όχι πια μαμ μαμ! Ταμπού! Μεγκάλο ταμπού!» λέει ο αρχηγός τους με θαυμασμό και τοποθετεί τα παιδιά σε θρόνο. Οι δύο πρώτοι τόμοι ιστορικής αξίας («Το Στρατόπλοιο Η. 22» και «Η μυστηριώδης ακτίνα») κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως» (μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης), που προς τιμήν τους δεν υποκύπτουν στην cancel culture της μόδας και προσφέρουν στο κοινό μια σπάνια ευκαιρία γνωριμίας με το πρώιμο έργο του Hergé, με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Και το σχετικό link...
  10. Έκθεση στην Αθήνα αφιερωμένη στον «πατέρα» του Κόρτο Μαλτέζε. Ψηλός, με φαβορίτες και χρυσό σκουλαρίκι. Πολυταξιδεμένος, περιπετειώδης και τυχοδιώκτης, αλλά με χρυσή καρδιά. Μέχρι και στη Ρόδο των αρχών του 20ού αιώνα και στην Αλεξάνδρεια του Καβάφη έφτασε κάποτε ο Κόρτο Μαλτέζε, που πρωταγωνιστεί σε μία από τις εκθέσεις του φεστιβάλ κόμικς Comicdom Con. (Φωτ. Ακουαρέλα του Ούγκο Πρατ για την «Μπαλάντα της αλμυρής θάλασσας», την πρώτη περιπέτεια του Κόρτο Μαλτέζε). Πώς το είπε κάποτε ο Ουμπέρτο Έκο; «Όταν θέλω να χαλαρώσω, διαβάζω δοκίμια του Ένγκελς. Όταν θέλω κάτι πιο σοβαρό, διαβάζω Κόρτο Μαλτέζε». Η δήλωση είχε ειπωθεί μισοαστεία–μισοσοβαρά, είχε όμως τη σημασία της. Μεταξύ άλλων, γιατί οι περιπέτειες του λιγομίλητου ναυτικού με τις φαβορίτες, το χρυσό σκουλαρίκι και τα μάτια στο χρώμα του μελιού, ήταν ίσως από τις πρώτες στην ιστορία της ένατης τέχνης που έφεραν επάξια – πριν ακόμη καθιερωθεί – τον πολυφορεμένο πια όρο «graphic novel». Ο δημιουργός του Κόρτο Μαλτέζε, ο Ιταλός κομίστας Ούγκο Πρατ (1927-1995) θεωρείται από πολλούς ένας λογοτέχνης που εικονογραφούσε τις αφηγήσεις του με σχέδια τόσο ονειρικά και ταυτόχρονα ακριβή, ώστε έφταναν στον πυρήνα ανθρώπων, τόπων και καταστάσεων. Λόγος και εικόνα βασίζονταν στην αστείρευτη διάθεση του Πρατ για ταξίδια και εξερευνήσεις, αλλά και στις εκτεταμένες ιστορικές του έρευνες. Όπως έλεγε, «από τη στιγμή που σχεδιάζω έναν στρατιώτη των αγγλικών αποικιών, θέλω να υπάρχει πιστότητα ακόμη και στα κουμπιά της στολής του». Στο Comicdom Con Η έκθεση «Ούγκο Πρατ – Η κληρονομιά, το έργο, η βιογραφία», που το φεστιβάλ Comicdom Con παρουσιάζει σε συνεργασία με το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών (και σε επιμέλεια της διαχειρίστριας του έργου του Πρατ, Πατρίτσια Ζανότι) περιλαμβάνει 27 μεγάλα πάνελ με εικόνες και κείμενα, που τεκμηριώνουν το εύρος του σύμπαντος του Ιταλού δημιουργού και του σημαντικότερου δημιουργήματός του. Βλέπουμε τον Κόρτο Μαλτέζε, τον γιο ενός ναύτη από την Κορνουάλη και μιας τσιγγάνας από τη Σεβίλλη, που γεννήθηκε το 1887 στη Βαλέτα και μεγάλωσε στην εβραϊκή συνοικία της Κόρδοβα, να αφηγείται πως όταν μια φίλη της μητέρας του διαπίστωσε έντρομη πως το χέρι του δεν είχε γραμμή της μοίρας, εκείνος πήρε ένα μαχαίρι και χάραξε μια δική του. Τον ακολουθούμε σε κινδύνους και σε απανεμιές που εκτείνονται από τον Ειρηνικό Ωκεανό και τη Λατινική Αμερική μέχρι την Αφρική και την Ασία, μελαγχολικό και αινιγματικό, αλλά πρόθυμο να χαρίσει τη φιλία του σε όποιον την άξιζε και ικανό στο να διευθετεί εκείνες ειδικά τις υποθέσεις του, που ακόμη κι αν δεν ήταν απολύτως καθαρές, συχνά τον έφερναν ενώπιον μιας γοητευτικής γυναίκας ή στο πλευρό ενός κολασμένου της γης: ήταν «ένας τζέντλεμαν της καλοτυχίας», ένα «παλιόμουτρο με χρυσή καρδιά». Γεννημένος στο Ρίμινι, μεγαλωμένος στην κοσμοπολίτικη Βενετία, με πατέρα αξιωματικό του ιταλικού στρατού και μητέρα που διάβαζε τις κάρτες Ταρώ, αλλά και με ρίζες γαλλικές, τουρκικές και σεφαραδίτικες, ο Ούγκο Πρατ σχεδόν δεν θα μπορούσε να μην επινοήσει τον Κόρτο Μαλτέζε. Του χάρισε τη δική του αντιπάθεια για σύνορα και πολέμους, τη δική του αγάπη για τους πολιτισμούς του κόσμου, καθώς και μια ροπή στην Ιστορία και τη λογοτεχνία, που στην περίπτωση του ταξιδιάρη ναυτικού σήμαινε συναντήσεις με πρόσωπα όπως ο Τζέιμς Τζόις και ο Τζακ Λόντον, ο Στάλιν και ο Ενβέρ Πασά. Τον τελευταίο τον βρίσκει στο «Χρυσό σπίτι της Σαμαρκάνδης», σε μια ιστορία που ξεκινάει με τον Κόρτο Μαλτέζε στη Ρόδο να αναζητεί ένα χειρόγραφο του Λόρδου Βύρωνα, που ο Έντουαρντ Τζον Τρελόνι είχε κρύψει στο Καβακλί Τζαμί. Σε μια από τις πρόσφατες ιστορίες του Κόρτο Μαλτέζε, σχεδιασμένες πλέον από τους Χουάν Ντίαζ Κανάλες και Ρούμπεν Πελεχέρο, ο ήρωας συναντάει στην Αλεξάνδρεια τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Τα έργα του Πρατ με πρωταγωνιστή τον Κόρτο Μαλτέζε (όπως το «Βενετσιάνικο παραμύθι», η «Κρυφή αυλή του μυστηρίου» και βέβαια η σπουδαία «Μπαλάντα της αλμυρής θάλασσας», όπου έκανε το ντεμπούτο του το 1967), καθώς και εκείνα των συνεχιστών του («Κάτω από τον ήλιο του μεσονυκτίου», «Εκουατόρια» κ.ά.) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Θα βρίσκονται και αυτά στο φετινό 18ο Comicdom Con που θα υποδεχθεί το κοινό του στις 17-19 Μαΐου στην Τεχνόπολη. Το πρόγραμμα του φεστιβάλ περιλαμβάνει επίσης εκθέσεις για την τέχνη των ιαπωνικών manga και για τα 40 χρόνια του Dragon Ball, αφιερώματα σε Έλληνες δημιουργούς, διεθνείς καλεσμένους, θεματικές συζητήσεις, τα ελληνικά βραβεία κόμικς κ.ά. Και το σχετικό link...
  11. Μια ενότητα ιστοριών του θρυλικού Bud Sagendorf σε μια ιδιαίτερα προσεγμένη έκδοση κλασικών περιπετειών του Ποπάυ αποδεικνύει πόσο σπουδαίος αλλά και πόσο παρεξηγημένος χαρακτήρας ήταν το ναυτάκι με την άγκυρα στο μπράτσο. Μπορεί για τις νεότερες γενιές αναγνωστών να μην αποτελεί έναν από τους πιο δημοφιλείς χαρακτήρες των κόμικς, αλλά κάποτε ήταν ένας σούπερ σταρ. Ο Ποπάυ δημιουργήθηκε πρώτη φορά το 1929 από τον Elzie Crisler Segar ως κομπάρσος στη σειρά Thimble Theater, μια χιουμοριστική ηθογραφία με οικογενειακές καταστάσεις η οποία είχε ξεκινήσει ήδη από το 1919 με πρωταγωνίστρια την Όλιβ Όϊλ. Ο σχεδόν μονόφθαλμος (pop eye), συχνά αφελής και μπρουτάλ ναυτικός που μασούσε τα «ανορθόγραφα», απλοϊκά λόγια του με την πίπα στο στόμα και τα τατουάζ με τις άγκυρες στα υπερδιογκωμένα μπράτσα, σταδιακά εκτόπισε τα υπόλοιπα μέλη της ιστορίας και κατέκτησε τον κεντρικό ρόλο δίνοντας μάλιστα το όνομά του και στον τίτλο της σειράς. Ήταν άλλωστε μια σκληρή εποχή λόγω του οικονομικού κραχ, της ποτοαπαγόρευσης και της αυξανόμενης βίας στις αμερικανικές μητροπόλεις οπότε, έστω και σε χιουμοριστικό πλαίσιο, οι γροθιές του Ποπάυ ήταν πιο ελκυστικές από τις οικογενειακές σαπουνόπερες. Ο Segar όμως πέθανε το 1938 πάνω στο απόγειο της καριέρας του και οι χαρακτήρες του θα έμεναν ορφανοί αν δεν υπήρχε ο σπουδαίος Bud Sagendorf (1915-1994) για να τους αναλάβει. Ο Bud Sagendorf Ήδη από τα 17 του χρόνια ήταν βοηθός του Segar ο οποίος τον εμπιστευόταν και του ανέθετε συχνά δύσκολες και απαιτητικές δουλειές. «Μέσα από αυτήν τη διαδικασία γνώρισε εκ βαθέων τον Segar, αφού πήγαινε συνεχώς στο σπίτι του από το πρωί ως το βράδυ. Έμαθε τα μυστικά της δουλειάς από τον καλύτερο, επειδή βρισκόταν καθημερινά στο ίδιο δωμάτιο με αυτόν για ατελείωτες ώρες. Ακόμα και όταν οι προθεσμίες ήταν ζόρικες, ο Segar πάντα έβρισκε χρόνο για να εξηγήσει στον βοηθό του για ποιον λόγο ακολουθούσε κάποια συγκεκριμένη διαδικασία στο σχέδιο ή στο σενάριο. Είχε την ευκαιρία να βρίσκεται μπροστά στη γέννηση πολλών σημαντικών χαρακτήρων και να ζήσει εκ των έσω μία από τις πιο δημιουργικές περιόδους του μεγάλου δασκάλου. Ήταν μία βαθύτατα εκπαιδευτική εμπειρία που θα τον ακολουθούσε για ολόκληρη τη ζωή του» όπως επισημαίνει ο Γιώργος Ζωιτάς, υπεύθυνος έκδοσης της ιδιαίτερα προσεγμένης σειράς «Κλασικές Ιστορίες – Popeye», που αριθμεί ήδη τρεις τόμους ενώ προετοιμάζονται οι επόμενοι (εκδόσεις Μικρός Ήρως, μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης) με ιστορίες του Sagendorf από το 1969 ώς το 1976. Μετά τον θάνατο του Segar, ο Sagendorf ανέλαβε να σχεδιάζει τα παιχνίδια και όλα τα υπόλοιπα εμπορικά προϊόντα με τους χαρακτήρες του Thimble Theater μέχρι το 1948 όταν και του ανατέθηκε καθ’ ολοκληρίαν η δημιουργία ενός νέου περιοδικού αφιερωμένου στον αγαπημένο ναυτικό με τίτλο, τι άλλο, «Popeye». Η δημιουργική απογείωση όμως ήρθε το 1959, όταν ο Sagendorf ξεκίνησε το καθημερινό στριπ με τον Ποπάυ το οποίο δημοσιευόταν σε εκατοντάδες εφημερίδες. Σε αυτή τη σειρά επανήλθαν όλα τα αρχικά πρόσωπα του Segar και αναβαθμίστηκαν οι ρόλοι τους, ενώ προστέθηκαν και νέα πρόσωπα αλλά και αρκετά μεταφυσικά στοιχεία. Η θεματολογία έγινε σταδιακά όλο και πιο ενήλικη με έντονο τον κοινωνικό σχολιασμό και με επίκεντρο τις οικογενειακές σχέσεις ανάμεσα στον Ποπάυ και την αιώνια αρραβωνιαστικιά του Όλιβ, τον εύθραυστο και επαναστάτη θετό γιο του Ρεβυθούλη, τον απότομο και κακοποιητικό πατέρα του. Οι ιστορίες του Sagendorf από το 1969 και μετά που επέλεξαν οι εκδόσεις Μικρός Ήρως αντιστοιχούν ίσως στην ωριμότερη περίοδό του, τόσο σχεδιαστικά όσο και σεναριακά και η κυκλοφορία τους στα ελληνικά γίνεται με απόλυτο σεβασμό στο έργο του. Δεν είναι όμως μόνο η ορθή χρονολογικά δημοσίευσή τους με βάση τα πρωτότυπα που καθιστά τη σειρά μια μοναδική ευκαιρία προσέγγισης του έργου του μεγάλου διαδόχου του Segar αλλά και τα πλούσια επεξηγηματικά κείμενα, ο επιτυχής μεταχρωματισμός στα πρότυπα του επίσημου χρωματισμού από την King Features Syndicate, η γνωριμία με όλα τα πρόσωπα του θιάσου με την παράθεση των απαραίτητων βιογραφικών λεπτομερειών, τα ιστορικά σημειώματα πλαισίωσης και τοποθέτησης των κόμικς στην εποχή τους καθώς και η αποκατάσταση κάποιων λαθών και απροσεξιών που χαρακτήριζαν τις πρώτες μεταφράσεις και προσαρμογές στα ελληνικά. Τα εξώφυλλα του πρώτου και του δεύτερου τόμου. Ο Sagendorf συνέχισε να φιλοτεχνεί καθημερινά τον Ποπάυ ως το 1986 – ήταν ήδη 71 ετών – όταν και παρέδωσε τη σκυτάλη στον Bobby London και περιορίστηκε στο κυριακάτικο στριπ το οποίο με συνέπεια υπηρέτησε μέχρι τον θάνατό του το 1994. Η σειρά του Μικρού Ήρωα με τη φροντίδα του Γιώργου Ζωιτά υπενθυμίζει τη σπουδαιότητα του μεγάλου ψυχαγωγικού έργου του Bud Sagendorf, και το παραδίδει πλήρες και αποκατεστημένο στο ελληνικό κοινό και στην ιστορία της ένατης τέχνης. Και το σχετικό link...
  12. Μπορεί να πέρασαν τα Χριστούγεννα αλλά κάποτε θα ξανάρθουν. Έτσι κι αλλιώς, το Χριστουγεννιάτικο Τσάι της Αλληλεγγύης της Νίκης Τρουλλινού και του Κώστα Γρηγοριάδη, ένα δίγλωσσο (ελληνικά και αραβικά), μικρό εικονογραφημένο διήγημα που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως τα Χριστούγεννα του 2023, μπορεί να εκτυλίσσεται κάποια Χριστούγεννα αλλά είναι επίκαιρο κάθε μέρα. Γιατί σχεδόν κάθε μέρα κάποιοι πρόσφυγες ξεκινούν με μικρές βάρκες και καΐκια για να φτάσουν σε κάποιο ελληνικό νησί. Πολλοί δεν τα καταφέρνουν και μένουν για πάντα στα νερά του Αιγαίου χωρίς να τους αναζητήσει ποτέ κανείς. Για αυτούς που φτάνουν σε κάποια άγνωστή τους ακτή, ξεκινά η δεύτερη οδύσσεια της κράτησής τους χωρίς καμιά κατηγορία σε κλειστές δομές και υπό άθλιες συνθήκες. Κι έτσι πορεύεται η πολιτισμένη Ευρώπη στον 21ο αιώνα, κλείνοντας τα μάτια σε μια τεράστια ανθρωπιστική κρίση. Κάποιοι άνθρωποι προσπαθούν όμως να φερθούν ανθρώπινα, να υποδεχθούν άλλους ανθρώπους με τα στοιχειώδη αλλά δυστυχώς όχι αυτονόητα. Μια κουβέρτα, ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα πιάτο φαγητό, ένα φλιτζάνι τσάι. Μια συγκινητική ιστορία ανθρώπων που φτάνουν κάποια Χριστούγεννα από μακρινά μέρη σε ένα φουρτουνιασμένο ελληνικό νησί για να τους υποδεχθούν άλλοι άνθρωποι, αφηγείται η Νίκη Τρουλλινού και εικονογραφεί ο Κώστας Γρηγοριάδης. Με πρωταγωνιστές έναν αγροτικό γιατρό κάπου στην άγονη γραμμή, κάποιους νησιώτες που διατηρούν ακόμα τα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά τους και μια νέα ετοιμόγεννη γυναίκα με μαντίλα που θα φέρει στη ζωή το μωρό της στο πάτωμα ενός σχολείου, πάνω σε παλιές κουβέρτες, δίπλα σε «ένα τόπι για το ταυ, μια κοτούλα για το κάπα, μια πάπια για το πι». Κι έστω και «χωρίς μάγους και λαμπρό άστρο», το τσάι που θα μοιραστούν ευωδιάζει αλληλεγγύη και ανθρωπιά. Και το σχετικό link...
  13. 32 χρόνια μετά την πρωτη κυκλοφορία της Μπαλάντας στην χωρά μας, από την Ars Longa το 1987, το εμβληματικό και μεγαλύτερο έργο του Ιταλού δημιουργού Hugo Pratt, "Η Μπαλάντα της Αλμυρής Θάλασσας", με πρωταγωνιστή τον ονειροπόλο, ρομαντικό και τυχοδιώκτη ναυτικό, Κόρτο Μαλτέζε, έρχεται ξανά στο προσκήνιο. Αυτή την φορά η εκδοτική Μικρός Ηρώς του Λεοκράτη Ανεμοδούρα, σε συνεργασία με την "Εφημερίδα των Συντακτών", προσφέρει από αυτό το Σάββατο (21/9) το αριστουργηματικό έργο του Pratt, στο αναγνωστικό κοινό των κόμικς, το οποίο και θα ολοκληρωθεί σε 4 μέρη. Η έκδοση είναι ίδιας ποιότητας με την προηγούμενη σειρά του Κόρτο Μαλτέζε που κυκλοφόρησε η εκδοτική, με illustration εξώφυλλο, καλό χαρτί και έγχρωμη. Ομολογώ ότι είμαι πολύ ενθουσιασμένος, μιας και μεσώ αυτής της συνεργασίας μεταξύ εκδοτικής και εφημερίδας, δίνεται η δυνατότητα να προστεθεί ένα από τα καλύτερα έργα, κατά γενική ομολογία, του Hugo Pratt, στην συλλογή μας. Μιας και δεν έχω στην κατοχή μου την αρχική ασπρόμαυρη έκδοση, θα τιμήσω στο έπακρο αυτή την προσπάθεια. Σελίδα δείγμα. Αφιέρωμα στον Κόρτο Μαλτέζε, εδώ. Παρουσίαση της έκδοσης του 1987, εδώ.
  14. Το Παιδί Πάνθηρας είναι μια βρετανική εκδοχή του Σπάιντερ-Μαν αλλά με τις δικές του ιδιαιτερότητες. Είναι συνηθισμένο να δημιουργείται ένας χαρακτήρας των κόμικς στα πρότυπα κάποιου δημοφιλούς προγενέστερου. Το επιβεβαιώνει ολόκληρη η γενεαλογία του υπερηρωικού είδους. Πάντα όμως έχουν ενδιαφέρον οι μικρές διαφοροποιήσεις, ακόμα και εκεί που οι ομοιότητες είναι κραυγαλέες. Τέτοια περίπτωση αποτελεί το Παιδί Πάνθηρας, μια βρετανική εκδοχή του Σπάιντερ-Μαν αλλά με τις δικές του ιδιαιτερότητες. Με πρωτότυπο τίτλο The Leopard from Lime Street, οι ιστορίες των Tom Tully (σενάριο) και Mike Western – Eric Bradbury (σχέδια) δημοσιεύονταν στο βρετανικό περιοδικό Buster (1976-1985) και μεταφράζονταν στο ελληνικό περιοδικό Μπλεκ από τη δεκαετία του 1980 και πιο πρόσφατα στο Νέος Μπλεκ των εκδόσεων Μικρός Ήρως. Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησε πρόσφατα (μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης, 68 σελίδες) μια ολόκληρη ενότητα ιστοριών του Παιδιού Πάνθηρα που υπενθυμίζει νοσταλγικά τον «ξεχασμένο» ήρωα στους μεγαλύτερους αναγνώστες και τον συστήνει στους νεότερους. Ο Γαβριήλ Τομπαλίδης στο κατατοπιστικό εισαγωγικό του σημείωμα με τίτλο «Ε, όχι και “Spider-Man” των φτωχών» επισημαίνει τα κοινά στοιχεία του Βρετανού πρωταγωνιστή με τον Άνθρωπο Αράχνη, αλλά τονίζει και τις ουσιαστικές διαφορές τους. Ο Πίτερ Πάρκερ τσιμπήθηκε από ραδιενεργό αράχνη, ο Μπίλυ Φάρμερ γρατζουνίστηκε από ραδιενεργό πάνθηρα. Και οι δύο μεγάλωναν χωρίς γονείς με τη θεία και τον θείο τους. Και οι δύο έβγαζαν χρήματα πουλώντας φωτογραφίες του εαυτού τους εν ώρα δράσης. Και οι δύο μεταμφιέζονταν για να μην αποκαλύψουν την ταυτότητά τους. Και οι δύο αφιερώθηκαν στον αγώνα ενάντια στο Κακό. Όμως… Ο έγχρωμος Σπάιντερ-Μαν δρα σε μια πελώρια, εχθρική Νέα Υόρκη πηδώντας ανάμεσα σε ουρανοξύστες και ο ασπρόμαυρος Μπίλυ στο λασπωμένο επαρχιακό Σέλμπριτζ, ο πρώτος τα βάζει με παράφρονες υπερκακοποιούς ενώ ο δεύτερος με τοπικούς μικρολωποδύτες, ο ένας βασανίζεται από τις σχέσεις του με τα κορίτσια, ο άλλος αδιαφορεί, ο Σπάιντερ-Μαν λάτρευε τον αδικοχαμένο θείο Μπεν, ενώ ο θείος Τσάρλι είναι ένας άξεστος κακοποιητής, ο Πίτερ ήθελε να σώσει τον κόσμο, ο Μπίλυ πάσχιζε να σώσει τα ζώα ενός ζωολογικού κήπου κ.ά. Ο Πίτερ Πάρκερ ήταν ο Σπάιντερ-Μαν, ενώ ο Μπίλυ Φάρμερ ήταν ένας Σπάιντερ-Μαν των φτωχών. Συμπαθέστατος και διαχρονικά αγαπημένος. Και το σχετικό link...
  15. Ο Πόλεμος του Λούκας είναι ένα συγκλονιστικό βιογραφικό κόμικς που μας αποδεικνύει πως πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι αποφασισμένοι να κυνηγήσουν τα όνειρά τους, ακόμα και αν αυτά βρίσκονται σε «κάποιον γαλαξία, πολύ μακριά από εδώ». Ο Πόλεμος Του Λούκας πρόκειται για ένα βιογραφικό κόμικς, που παρουσιάζει την εποποιία του Τζορτζ Λούκας (σκηνοθέτη και σεναριογράφο του Star Wars ), του ατίθασου νέου, ταλαντούχου δημιουργού του μοντέρνου Χόλιγουντ και ακλόνητου οραματιστή, με σχολαστικότητα και πιστότητα στην ιστορική αλήθεια. Αλλά δεν είναι ένα ακόμα βιογραφικό κόμικ. Αποτελεί το απόλυτο «making of» της σειράς ταινιών του Star Wars, μία απολαυστική ιστορία επιτυχίας, ένα μάθημα κινηματογραφίας, αλλά ακόμα και μία ωδή στη μαγεία της παιδικής ηλικίας και στη δύναμη της επιμονής. Ένα κόμικς που εξερευνά τα άγνωστα παρασκήνια του Star Wars, και ταξιδεύει τον αναγνώστη από την κόλαση της διανομής ρόλων μέχρι τα εφιαλτικά γυρίσματα, τους καβγάδες μεταξύ ηθοποιών, τις κρυφές ερωτικές ιστορίες Ένα κόμικς που εξερευνά τα άγνωστα παρασκήνια του Star Wars, και ταξιδεύει τον αναγνώστη από την κόλαση της διανομής ρόλων μέχρι τα εφιαλτικά γυρίσματα, τους καβγάδες μεταξύ ηθοποιών, τις κρυφές ερωτικές ιστορίες και τις αλλεπάλληλες συμφορές, που σπέρνουν το χάος και αναστατώνουν τη καθημερινότητα των γυρισμάτων. Ένα πελώριο καζάνι απ’ όπου θα αναδυθεί ένα αριστούργημα που θα αλλάξει για πάντα την έβδομη τέχνη. Ο Πόλεμος του Λούκας είναι ένα συγκλονιστικό βιογραφικό κόμικς που μας αποδεικνύει πως πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι αποφασισμένοι να κυνηγήσουν τα όνειρά τους, ακόμα και αν αυτά βρίσκονται σε «κάποιον γαλαξία, πολύ μακριά από εδώ». Από την πρώτη του έκδοση στη Γαλλία έκανε 80.000 πωλήσεις και βραβεύθηκε με τον τίτλο του καλύτερου κόμικς για το 2024 από το Fnac France Inter και το France Info. Ένα κόμικς που όπως γράφει και το France Télévision: «οπωσδήποτε πρέπει να το έχεις στη βιβλιοθήκη σου!». Σενάριο: Renaud Roche Σχέδιο: Laurent Hopman Μετάφραση: Τατιάνα Ραπακούλια Σελίδες: 212 | Διαστάσεις: 21 Χ 28 | Έγχρωμο Πηγή: https://www.in.gr/2024/04/09/life/culture-live/ena-komik-afieromeno-ston-dimiourgo-tou-star-wars-kai-olous-tous-oramatistes-pou-den-vazoun-kato/
  16. Το νέο κόμικς «Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ» του Τζίμι-Κρις Αγκαράι δραματοποιεί τη ζωή του «Έλληνα Σαρλώ» και αναβιώνει μια χαμένη εποχή: εκείνη του ελληνικού βωβού κινηματογράφου. O κινηματογράφος και τα κόμικς είναι αδελφές τέχνες: γεννήθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα, συμπορεύτηκαν, αλληλοεπηρεάστηκαν και παραμένουν σε μόνιμη ζύμωση και επικοινωνία μέχρι σήμερα. Αυτή την επικοινωνία βλέπουμε συχνά από τις κινηματογραφικές box office υπερπαραγωγές της Marvel έως τα κόμικς που αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στον κινηματογράφο. Όμως, ποιος πραγματικά περίμενε ένα graphic novel για τον ελληνικό βουβό κινηματογράφο του Μεσοπολέμου; Αυτό ακριβώς το κόμικς είναι το «Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ» του Δημήτρη (Τζίμι)-Κρις Αγκαράι που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μικρός Ήρωας, μια ευχάριστη φετινή εκδοτική έκπληξη. Από την 7η στην 8η και στην 9η Τέχνη Ο ασπρόμαυρος Μιχαήλ Μιχαήλ μεταπήδησε από τον κινηματογράφο στα κόμικς μέσω… θεάτρου: το κόμικς βασίστηκε στο μεγαλειώδες θεατρικό έργο «Οι Κωμικοί» των Δημήτρη Πιατά και Σάκη Σερέφα που παίζεται αυτή τη σεζόν από το ΚΘΒΕ στη Θεσσαλονίκη και το κόμικς κυκλοφόρησε ταυτόχρονα με την παράσταση. Το κόμικς «Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως Στις σελίδες του διαβάζουμε την πορεία του Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ, ενός νεαρού ηθοποιού που αποφασίζει να παίξει στις πρώτες ελληνικές κωμικές ταινίες του 1920. Εξελίσσεται σε πρωταγωνιστή γυρίζοντας ταινίες μιμούμενος το ίνδαλμά του, Τσάρλι Τσάπλιν, και διασκεδάζει το ελληνικό κοινό ως ο «Έλλην Σαρλώ». Η ιστορία του όμως δεν τελειώνει ευχάριστα σαν του Βρετανού κωμικού, με τον ίδιο να βυθίζεται στην αφάνεια και στη φτώχεια. Θαυμαστός περασμένος κόσμος Δεν πρόκειται για μια πυκνογραμμένη βιογραφία με εικόνες – όπως καταλήγουν να είναι πολλά βιογραφικά κόμικς. Αντίθετα, εστιάζει στη μυθοπλασία και σε μια πιο ελεύθερη απόδοση των αληθινών προσώπων του, βασισμένο στο θεατρικό έργο και παραμένοντας πιστό στην ιστορική πορεία των πραγμάτων. Παρέα με τον αισιόδοξο και γεμάτο ενέργεια Μιχαήλ, που τόσο προσπαθεί να γίνει ο Έλληνας Τσάπλιν, ζωντανεύει μια ολόκληρη κοινότητα ηθοποιών, θεατρικών σταρ, ερασιτεχνών σκηνοθετών και παραγωγών που μόλις μαθαίνουν να κάνουν σινεμά! Μέσα από τις κόντρες, τις φιλοδοξίες, τις μικρότητες και τα πάθη τους, ο αναγνώστης διαβάζει ολοζώντανους τους πιονέρους του ελληνικού κινηματογράφου, τόσα πολλά ξεχασμένα ονόματα με μόνο αναγνωρίσιμο εκείνο της – νέας τότε – Γεωργίας Βασιλειάδου! Με τη συνοδεία κατατοπιστικών ιστορικών κειμένων από τους Σερέφα και Γιάννη Σολδάτο, το κόμικς δεν αποτελεί απλά βιογραφία του Μιχαήλ αλλά ένα ταξίδι σε ένα ξεχασμένο κεφάλαιο του ελληνικού σινεμά. Ξεναγός στο ταξίδι είναι το πενάκι του νεαρού Αγκαράι όπου, αφού σκιαγράφησε την Αθήνα τού σήμερα («Σύμβουλος Ερωτικών Υποθέσεων», εκδ. Jemma Press), σκιαγραφεί εδώ την Αθήνα του Μεσοπολέμου. Με τα έξυπνα στημένα καρέ του, το ασπρόμαυρο «πινελάτο» σχέδιο και τις έντονες θεατρικές εκφράσεις των ηρώων του, μας δίνει μια ιστορία γεμάτη ζωντάνια, χιούμορ και μελαγχολία. Το δίπολο μνήμης – λήθης είναι το προφανές κεντρικό θέμα του graphic novel μαζί με εκείνο της κωμωδίας – τραγωδίας: πώς ένας επιτυχημένος κωμικός καταλήγει δυστυχισμένος, μόνος και ξεχασμένος; Γιατί πάνω από τα δύο δίπολα στέκει μοιραίος ο τόπος και ο χρόνος: η αβάσταχτη Ελλάδα του Μεσοπολέμου, η Ελλάδα που μέχρι και σήμερα υποβαθμίζει την Τέχνη. «Ο Μιχαήλ Μιχαήλ […] κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα μέλλον, μα δυστυχώς εδώ δεν είναι τόπος που μπορεί ν’ αναδειχθεί, γιατί του λείπει η υποστήριξη», γράφει ένα απόσπασμα άρθρου του 1924 που παρατίθεται σαν φάντασμα στο οπισθόφυλλο. Εκατό χρόνια μετά, σε πόσους σύγχρονους καλλιτέχνες δεν ταιριάζει αυτό το απόσπασμα; Το κόμικς έρχεται αναπάντεχα, ασπρόμαυρο και ηχηρό, να μιλήσει για την Τέχνη στην Ελλάδα, για τη διαχρονική της υποτίμηση. Και κάπως έτσι ο Μιχαήλ Μιχαήλ, που ακόμα και η ημερομηνία του θανάτου του είναι ανεξακρίβωτη, ανασταίνεται φέτος εις διπλούν, σε δύο τέχνες-αδελφές του σινεμά: στο θεατρικό σανίδι από τους Πιατά – Σερέφα και στις σελίδες των κόμικς από το πενάκι του Αγκαράι. «Πού να το φανταζόταν…». Και το σχετικό link...
  17. Μια συνέντευξη με τον δημοφιλή δημιουργό για comics, μουσική και φυσικά για "Hard Rock". Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει κανείς πως η σκηνή των comics στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην καλύτερη φάση που έχει βρεθεί ποτέ καθώς η παραγωγή έχει αυξηθεί αισθητά, φεστιβάλ πλέον γίνονται σε όλη την Ελλάδα και νέοι αξιόλογοι δημιουργοί εμφανίζονται κάθε χρόνο. Έχοντας αισίως κλείσει μια 20ετία φτιάχνοντας comics, ο Τάσος Μαραγκός (Tasmar) δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Εξάλλου το "Hard Rock", το οποίο ξεκίνησε να φτιάχνει το 2007 και συνεχίζει μέχρι σήμερα, αποτελεί μία σπουδαία σειρά που μετρά πολλούς φανατικούς αναγνώστες, όχι μόνο στην Ελλάδα αφού έχει κυκλοφορήσει και στην Ιταλία. Comics του μπορείτε να βρείτε σε βιβλιοπωλεία και κομιξάδικα από τις εκδόσεις Jemma Press και Μικρός Ήρως. Στο τέλος του προηγούμενου έτους λοιπόν, οι Εκδόσεις Μικρός Ήρως κυκλοφόρησαν δύο επετειακά άλμπουμ, όπου δεκαοχτώ καλλιτέχνες δημιούργησαν τις δικές τους μικρές αυτοτελείς ιστορίες, αφιερωμένες στα 70 χρόνια του "Μικρού Ήρωα". Με αφορμή την συμμετοχή του Τάσου Μαραγκού στον ένα από τους δύο τόμους με μια πρωτότυπη ιστορία, μιλήσαμε μαζί του για τον Μικρό Ήρωα, τα comics, τους Iron Maiden και πολλά άλλα. Τάσο καλησπέρα. Σε ευχαριστούμε πολύ για αυτήν τη συνέντευξη. Καλησπέρα. Εγώ ευχαριστώ. Ας ξεκινήσουμε από την πιο πρόσφατη δουλειά σου στο συλλογικό έργο για τα 70 χρόνια του Μικρού Ήρωα. Εντάξει, όλοι γνωρίζουμε τον χαρακτήρα, αλλά διάβαζες ποτέ Μικρό Ήρωα; Δεν διάβαζα γιατί όταν ήμουν πιτσιρίκι εκεί στα τέλη ‘80s – αρχές ‘90s που πήγαινα μόνος μου στο πρακτορείο Τύπου ή στο περίπτερο για να πάρω comics, πάντα με γοήτευαν τα εξώφυλλα του Μικρού Ήρωα γιατί μου άρεσαν τα χρώματα, η δράση κι όλο αυτό που από παιδιά το έχουμε στο μυαλό μας με τους κακούς ναζί, αλλά όταν το άνοιγα κι έβλεπα πως δεν είναι comics έλεγα πως εγώ θέλω κάτι σαν το Λούκι Λουκ, σαν το Αστερίξ κτλ. Οπότε δεν είχα ποτέ στο σπίτι κι ούτε οι δικοί μου διάβαζαν. Έκανες καθόλου έρευνα προκειμένου να κάνεις την ιστορία σου "Κόμικς, Κεμπάπ και Φάπες"; Ναι, έκανα έρευνα και από το βιβλίο που είχε βγει για την έκθεση για τα 70 χρόνια του Μικρού Ήρωα και από το internet για να δω ποιοι είναι οι κεντρικοί χαρακτήρες και ποιοι είναι οι κακοί, από τους οποίους τελικά διάλεξα τον πιο γνωστό, δηλαδή τον διαβολογερμανό ή αλλιώς Σεϊτάν Αλαμάν. Και πριν κάνω την ιστορία όμως είχα κάνει μια μικρή έρευνα, πιο πολύ στο οπτικό κομμάτι μιας και η ιστορία που έκανα για τον τόμο είναι με τους χαρακτήρες που είχα φτιάξει για την έκθεση για τα 70 χρόνια του Μικρού Ήρωα. Δηλαδή, ο Σπίθας, η Κατερίνα και ο Γιώργος ως σύγχρονοι αντιφασίστες στη σημερινή εποχή περίπου, γιατί μπορεί να είναι και στα ‘90s, μπορεί και στις αρχές των ‘00s. Πώς προέκυψε αυτή η επιλογή να τους φέρεις στο σήμερα; Δεν θυμάμαι να σου πω πώς προέκυψε, δηλαδή αν το σκέφτηκα πολύ ή αν μου έσκασε ξαφνικά σαν ιδέα αλλά γενικά μου αρέσει όλη αυτή η κουλτούρα και η μουσική των skinheads, αν και είναι κάπως παρεξηγημένη. Δηλαδή, οι skinheads δεν ήταν φασίστες. Ως κίνημα ξεκίνησε από μαύρους στην Αγγλία που ακούγανε ska, φορούσαν παντελονάκια σηκωμένα, αρβύλες και τέτοια. Μετά μπήκανε κι άλλοι στο κόλπο, κι εκεί γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 1980 το υιοθέτησαν οι φασίστες. Δηλαδή άμα δεις σήμερα ξυρισμένο κεφάλι, μπουφαν fly και αρβύλα λες είναι skinhead φασίστας αλλά εντάξει, υπάρχουν και άλλα σημάδια για να τους καταλάβεις. Οπότε ήταν και μια προσπάθεια επανοικειοποίησης της κουλτούρας αυτής; Ναι, μάλιστα είχα λάβει κι ένα μήνυμα στο Instagram από έναν τύπο που μέχρι να του απαντήσω εξαφανίστηκε το μήνυμα και δεν ξέρω καν ποιος είναι, που μου έγραφε πως είναι skinhead πολλά χρόνια και είναι κακό που π.χ. στο "Hard Rock" ή σε κάποιο παλιότερο στριπάκι έχω βάλει έναν φασίστα να έχει το κλασσικό στυλ «τιράντα, ξυρισμένο κεφάλι, κολλητό παντελόνι και άρβυλα». Οπότε στο Μικρό Ήρωα τους έφτιαξα, όχι σαν skinheads γιατί θα ξεφεύγαμε πολύ από την κλασσική εικόνα τους, αλλά έτσι ώστε το στυλ τους να παραπέμπει εκεί. Ο Σπίθας μάλιστα φορά και μια κονκάρδα της SHARP (Skinheads Against Racial Prejudice) που είναι παγκοσμίως γνωστή αντιφασιστική ομάδα. Θεωρείς πως οι ιστορίες του Μικρού Ήρωα παραμένουν επίκαιρες στις μέρες μας; Δυστυχώς ναι, γιατί βλέπουμε τι γίνεται τα τελευταία χρόνια με την ακροδεξιά, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο. Δηλαδή οι φασίστες, που για πολλά χρόνια ήταν στις τρύπες τους βγήκαν έξω με την Χρυσή Αυγή, μετά είχαμε την αυταπάτη με την καταδίκη πως κάτι έγινε αλλά δεν έγινε τίποτα και πλέον η ακροδεξιά έχει ξαναφουσκώσει. Βλέπουμε δηλαδή πιτσιρίκια, και αυτό είναι το κακό, να υιοθετούν ένα προπολεμικό look φασιστικό, δηλαδή και με τα κουρέματα και με το πως ντύνονται, και οι ιδέες τους να είναι τελείως σάπιες. Είσαι από τους δημιουργούς που επιλέγουν να πάρουν θέση σε διάφορα ζητήματα, κάτι που πιθανά να δυσαρεστεί μέρος του κοινού σου. Αισθάνεσαι πως σου έχει στοιχίσει αυτό; Μπορεί και να μου έχει στοιχίσει αλλά δεν με ενδιαφέρει. Το θέμα είναι μην μου στοιχίσει πιο χοντρά. Δηλαδή θα ακουστεί λίγο κοινότοπο αλλά κόσμος σκοτώθηκε για τις ιδέες του. Άλλοι πολέμησαν, εκτελέστηκαν, κρεμάστηκαν, πήγαν σε ξερονήσια, τώρα για τα comics θα φοβόμαστε; Πάντως τα τελευταία χρόνια τα ιστορικά comics έχουν μπει δυναμικά στο εκδοτικό προσκήνιο. Θα έκανες ποτέ κάτι τέτοιο; Θα έκανα αν με ενδιέφερε πολύ κι ένιωθα πως θέλω να το κάνω. Μιλάμε φυσικά για μεγάλη έκταση, όχι π.χ. ένα short story. Αν ένιωθα πως γουστάρω πολύ και μπορώ να το κάνω, θα το έκανα. Για παράδειγμα, ένας από τους χαρακτήρες στο Hard Rock είναι ο Ραμόν που τον βλέπουμε στη Σύρο και μαθαίνουμε σιγά-σιγά πως είναι Ισπανός που πολέμησε στον Ισπανικό Εμφύλιο, μετά με την επικράτηση του Φράνκο πέρασε στη Γαλλία και συμμετείχε στην Αντίσταση κι ύστερα, με κάποιο τρόπο, κατέληξε στη Σύρο κι έμεινε εκεί. Αυτό λοιπόν θα ήθελα να το κάνω αλλά είναι ένα project που θέλει μελέτη, το αφήνω για την ώρα στην άκρη και ποτέ δεν ξέρεις. Τελευταία φορά που είχες μιλήσει στο Rocking ήταν το 2011. Πόσα έχουν αλλάξει από τότε όσον αφορά την πορεία σου ως δημιουργό; Έχουν αλλάξει πολλά πράγματα για μένα προσωπικά, γιατί έχω αλλάξει σχεδόν τέσσερις πόλεις. Τότε ήμουν Θεσσαλονίκη, μετά από ένα χρόνο πήγα στο Βερολίνο που δεν μου έκατσε και μετά από εφτά μήνες πήγα στο Ρέθυμνο, από εκεί επέστρεψα στη Σύρο και μετά στην Αθήνα όπου βρίσκομαι τα τελευταία οχτώ χρόνια. Αλλά και σαν δημιουργός έχω κάνει πολλά πράγματα από τότε. Δηλαδή τότε έκανα τα τελευταία "ΚΡΑΚ" που είχε μέσα το "Hard Rock", μετά ήθελα να κάνω άλλα πράγματα οπότε συνέχισα το "ΚΡΑΚ" με μια άλλη ιστορία, ακολούθησαν πολλά στριπάκια, συνεργασίες με την Ελευθεροτυπία και με site, και μετά επέστρεψα στο "Hard Rock" που ανέβηκε λίγο και σε δημοτικότητα όταν βγήκε ο τόμος. Γενικώς έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Και η σκηνή των comics πόσο έχει αλλάξει; Η σκηνή ανεβαίνει συνεχώς πιστεύω από τότε. Δηλαδή θυμάμαι όταν πρωτοέκανε το Comicdom CON Athens το φεστιβάλ στην Ελληνοαμερικανική Ένωση τριήμερο, η Παρασκευή ήταν τρόμος. Δηλαδή λέγαμε «πω πω, πήγε χάλια η Παρασκευή, θα πάει όλο χάλια» αλλά μετά το Σαββατοκύριακο ήταν σούπερ. Και μετά με τα χρόνια, ξαφνικά και την Παρασκευή άρχισε να μαζεύεται πολύς κόσμος. Και δεν είναι μόνο η αύξηση του κόσμου που ασχολείται αλλά και το ότι υπάρχουν και περισσότεροι δημιουργοί που βγάζουν πολύ καλές δουλειές. Υπάρχουν νέα παιδιά που κάνουν φοβερά πράγματα και δημιουργοί που δουλεύουν φουλ με εξωτερικό όπως ο Μιχάλης Διαλυνάς, ο Ηλίας Κυριαζής, ο Γιώργος Καμπάδαης, η Dani, έχουν αυξηθεί και τα Φεστιβάλ οπότε η σκηνή ανεβαίνει συνεχώς. Οπότε θα έλεγες πως τα comics στην Ελλάδα περνάνε μια περίοδο ακμής; Τι πιστεύεις πως συνετέλεσε σε αυτό; Ναι, ζούμε μια περίοδο ακμής και δυστυχώς σε λάθος εποχή. Γιατί αν αυτό συνέβαινε στα ‘90s λέμε τώρα, που εγώ δεν θα το είχα ζήσει γιατί ήμουν μικρός, θα ήταν πολύ καλύτερα γιατί τότε δεν υπήρχε το internet, δεν υπήρχαν τα social media και το έντυπο θα μπορούσε να πουλήσει περισσότερο. Τώρα γιατί συμβαίνει αυτό δεν ξέρω αν είναι κάποια τάση ή αν έχει να κάνει με το πως ο κόσμος αντιμετωπίζει την pop κουλτούρα, και δεν μιλάω για τον κόσμο που ήταν άρρωστος με τα comics από μικρός, αλλά ο άσχετος που ξαφνικά ανακάλυψε τα comics, διάβασε κάποια ελληνικά, κόλλησε, άρχισε να στηρίζει τη σκηνή, δεν ξέρω να σου πω για ποιο λόγο γίνεται όλο αυτό, αλλά είναι καλό. Όσον αφορά το κοινό, θεωρείς πως έχει σπάσει η λογική του "τα comics είναι για παιδιά"; Περίπου. Κάποιοι ακόμη το πιστεύουν αυτό για τα μικυμάου που είναι μόνο για παιδιά και κάποιοι θα σου πούνε πως «ok, τα κομικς δεν είναι τόσο σημαντικά αλλά τα graphic novel είναι πολύ πιο καλά». Που είναι το ίδιο πράγμα δηλαδή. Το graphic novel είναι μια μορφή comic αλλά κάποιοι αποφεύγουν τη λέξη όπως ο διάολος το λιβάνι, γιατί υπάρχει όλη αυτή η ρετσινιά ότι τα comics είναι για τα παιδιά ή ότι είναι κάτι φτηνό ή λαϊκό, το οποίο στην τελική δεν είναι και κακό. Πόσο εύκολο είναι να ζήσει κάποιος από τα comics στην Ελλάδα; Δεν είναι καθόλου εύκολο. Εγώ δηλαδή που το έχω πετύχει το κάνω με νύχια και με δόντια, με συνεχόμενο άγχος, ανασφάλεια, τρέχοντας από Φεστιβάλ σε Φεστιβάλ γιατί από εκεί μπορούμε και βιοποριζόμαστε, και με το να βγάζω συνέχεια καινούργια πράγματα. Δηλαδή να, τώρα τελείωσε το Athens Con, λίγες μέρες ξεκούραση και μετά ξεκίνημα για το Comicdom CON, μετά για Κρήτη, και μετά το ίδιο πάλι. Θα μπορούσα να δουλεύω γραφίστας μιας και από εκεί ξεκίνησα, να έχω τώρα 20-25 χρόνια σε ένα γραφείο και να παίρνω φαντάζομαι έναν πολύ καλό μισθό σε μια ιδιωτική εταιρία, όμως αυτό που ζω δεν θα το άλλαζα. Πολλές φορές δηλαδή ακόμη και σήμερα δεν το συνειδητοποιώ ότι μπορώ και ζω από τα comics, με όλες τις δυσκολίες φυσικά, αλλά μπορώ. Το "Hard Rock" όλα αυτά τα χρόνια παραμένει μία βασική σταθερά. Θες να μας πεις πώς προέκυψε η αρχική ιδέα του comic; Δεν είμαι από αυτούς που θα σου πουν πως κάνουν comics όλη τους τη ζωή από μικρό παιδάκι. Δεν έκανα comics, έκανα ζωγραφιές. Πρώτη φορά έκανα comics το 1998 για μια εργασία στη σχολή γραφιστικής που έπρεπε να φτιάξω ένα μικρό έντυπο κι είχα κάνει κάτι με τον Batman, ένα χάλι τελείως. Και τότε είχα ενδιαφερθεί, είχα κάνει κάποια μαθήματα, διάβαζα και πολλά comics, μετά για κάποιο ηλίθιο λόγο που δεν αξίζει να αναφέρω για τρία χρόνια δεν έπιασα μολύβι, και μετά ήρθε το «9» που με έβαλε στη πρίζα να κάνω comics. Κι έτσι άρχισα να διαβάζω κάποια εναλλακτικά αμερικάνικα comics και άρχισε να ξεκλειδώνει κάπως το πράγμα στο μυαλό μου. Δηλαδή πως θέλω να κάνω μια ιστορία με τις μαλακίες που κάναμε ως έφηβοι, τρίτη λυκείου. Και τα κορίτσια, και τους μπάφους, και το metal, και το σχολείο, και τις αλητείες, και σκεφτόμουν πως θα το κάνω. Μέχρι που έπεσε στα χέρια μου, το 2005 νομίζω, ο πρώτος τόμος του Hate του Peter Bagge και όταν το διάβασα ήταν λες και με έλουσε φως στο πρόσωπο γιατί σκέφτηκα πως έτσι θα το κάνω. Γι’ αυτό και υπάρχει μεγάλη ομοιότητα με το "Hate" στα πρώτα "Hard Rock". Και μετά ήρθε και το "Love & Rockets" κι έτσι ξεκίνησα. Δηλαδή ήθελα να κάνω μια ιστορία που να έχει ενδιαφέρον αλλά να είναι ρεαλιστική. Να μην έχει ούτε υπερδυνάμεις, ούτε action, ούτε φοβερά τρελά πράγματα. Κι όταν έκανα το πρώτο "ΚΡΑΚ" που είχε μέσα το "Hard Rock", νόμιζα πως αυτό θα είναι μόνο, μία κι έξω. Μια ιστορία για την πρώτη φορά που κάνει σεξ ένας μαθητής τρίτης λυκείου στη Σύρο. Κι είδα που άρεσε στον κόσμο κι είπα κάτσε να κάνω κι ένα δεύτερο, κι ένα τρίτο και κύλισε. Κι έτσι λοιπόν φτάσαμε τώρα να δουλεύεις το έβδομο τεύχος του vol. 2 του "Hard Rock". Τι να περιμένουμε σε αυτό και πότε θα κυκλοφορήσει; Ναι, είμαστε στο 15ο ή 16ο επεισόδιο νομίζω. Το δουλεύω τώρα κι ελπίζω πως θα το έχω έτοιμο στο Comicdom Con Athens τον Μάιο στην Τεχνόπολη μιας και το καινούργιο τεύχος θα είναι διπλό και θα αποτελείται από 64 σελίδες κι όχι από 32 που ήταν τα προηγούμενα. Δεν μπορώ να πω πολλά πράγματα γιατί θα είναι spoiler αλλά θα υπάρχει μια εξέλιξη του κεντρικού χαρακτήρα και θα έχει σίγουρα cliffhanger γιατί συνηθίζω να κλείνω τα τεύχη έτσι. Ελπίζω να αρέσει στον κόσμο γιατί εγώ είμαι ενθουσιασμένος όταν κλείνω το σενάριο καθώς αυτό είναι και το πιο αγχωτικό σημείο της όλης δουλειάς. Δηλαδή μπορεί τώρα να έχω ένα πάκο σελίδες που αγχώνομαι πως πρέπει να γεμίσουν με μολύβια, μελάνια, υπολογιστή κτλ. αλλά το σενάριο είναι το πιο απρόβλεπτο σκέλος, αφού μπορεί μια μέρα να βγάλεις δέκα σελίδες και την επόμενη μόνο μία γιατί έχεις κολλήσει. Ή να έχεις βάλει σημείωση πως εδώ δεν μου πάει καλά και πρέπει να βρω μια λύση για να κάνω το transition από μια σκηνή στην άλλη. Οπότε είναι σημαντικό που έχω τελειώσει το σενάριο και στην έκθεση Εν Αιθρία στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης μπορεί κανείς να δει και το έργο που έκανα, που είναι μια πρώτη ματιά στο εξώφυλλο. Δεν θα είναι αυτό ακριβώς αλλά είναι η βασική ιδέα του. Είχες εξαρχής στο μυαλό σου όλη την ιστορία; Δηλαδή είχες αποφασίσει από πόσα τεύχη θα αποτελείται το δεύτερο μέρος; Από πόσα δεν είχα αποφασίσει. Όταν το ξεκίνησα ήξερα πως θέλω να εξελιχθεί αλλά δεν ήξερα πως θα τελειώσει. Κάποια στιγμή ενώ είχα φτάσει στη μέση βρήκα και το τέλος. Φυσικά μέχρι να φτάσω εκεί μπορεί να μου έρθει κάποια καλύτερη ιδέα και να δω πως χρειάζομαι παραπάνω τεύχη. Με βάση αυτό που έχω για την ώρα στο μυαλό μου και μου αρέσει ως τέλος, πιστεύω πως θα βγει αυτό το τεύχος τώρα και μάλλον ένα ακόμη, που ή θα είναι μονό ή διπλό, κι εκεί θα τελειώσει ο δεύτερος κύκλος. Και μετά; Θα υπάρξει τρίτος; Μπορεί. Αλλά μεγαλώνουμε κιόλας. Δηλαδή σκέψου το ξεκίνησα στα 29 μου κι είμαι 47. Θέλω να κάνω κι άλλα πράγματα, και μικρότερα και μεγαλύτερα. Συνεπώς το Hard Rock θα πρέπει να μπει στην άκρη γιατί δεν αξίζει να ξεκινήσω τρίτο κύκλο, να βγάλω ένα τεύχος και μετά από δύο χρόνια άλλο τεύχος. Έχω και κάποιες ιδέες μήπως ο τρίτος κύκλος, αν τελικά όντως γίνει, δεν αποτελείται από τεύχη αλλά είναι μικρές ιστορίες του τύπου 80-100 σελίδες, μικρά βιβλιαράκια, με ένα κεντρικό θέμα, μια ιστορία που θα έχει αρχή – μέση – τέλος και προχωρά χρονολογικά. Δηλαδή, σκέφτομαι μήπως κάνω μια ιστορία για τον Δεκέμβρη του ’08 που είναι κάτι που μας σημάδεψε όλους, μήπως μετά κάνω ένα άλμα και είναι στο σήμερα όλοι οι χαρακτήρες. Θα δείξει. Τα τελευταία χρόνια επέστρεψες στις αυτοεκδόσεις με το "Kuro the Black Magik Kat". Πως προέκυψε αυτή σου η επιλογή και πόσο διαφέρει από το να συνεργάζεσαι με μια εκδοτική; Γενικά ξεκίνησα από τις αυτοεκδόσεις με το "Big Bang!" το 2004, 20 χρόνια πριν που ήταν μια συλλογική αυτοέκδοση, δηλαδή έτρεχα εγώ όλα τα γραφιστικά και τις περισσότερες ιστορίες και συμμετείχαν και κάτι άλλα παιδιά που ήταν φίλοι από τη Σύρο, το οποίο το συνέχισα και στη Θεσσαλονίκη όταν πήγα. Όταν μετά ξεκίνησα το "ΚΡΑΚ" το 2007, που ήταν η πρώτη επίσημη έκδοση από την Giganto Books τότε, ξέρεις την είχα ακούσει λίγο όπως όλοι την ακούνε κι έλεγα πως δεν θα κάνω τώρα fanzine. Οπότε από το 2007 έως και το 2015 δεν είχα βγάλει καμία αυτοέκδοση. Και ξαναέβγαλα στο πρώτο Athens Con το "Holy Shit Comix" το πρώτο, μετά έβγαλα κι άλλο, και μετά κάποια άλλα πιο μικρά και μου άρεσε όλο αυτό οπότε ξαναμπήκα στο τριπάκι. Είναι ωραία φάση να κάνεις τα πάντα μόνος σου, να πας στο τυπογραφείο, να τσεκάρεις το χαρτί αν βγαίνει καλά, και να ελέγχεις όλη τη διαδικασία. Φυσικά οικονομικά είναι πιο δύσκολο γιατί πρέπει να βάλω λεφτά και μετά να κανονίσω να πουληθούν αυτά τα κομμάτια για να πάρω τουλάχιστον πίσω τα λεφτά που έδωσα, και αν βγει και κάτι σε κέρδος. Τώρα, η ιστορία με το Kuro ξεκίνησε γιατί πήρα γάτα το 2017 και σιγά- σιγά μου σκάγαν ιδέες. Δηλαδή το πρώτο που έβγαλα ήταν αποκλειστικά για όσους στηρίζουν οικονομικά τη σελίδα μου στο patreon και παίρνουν κάποια δώρα. Αυτό ήταν το τεύχος #0 και λέω μετά να βγάλω το #1 στο Comics n' beer, το πρώτο Φεστιβάλ μετά τα lockdown και την πανδημία που είχε γίνει στην Κυψέλη. Και – κλασσικά – γάτες πήγε καλά, οπότε έβγαλα το και το επόμενο και τώρα είμαι στο τέταρτο. Παρακολουθείς τη διεθνή σκηνή των comics; Ναι, εκτός του ότι τα φτιάχνω είμαι κι άρρωστος με το να διαβάζω. Ποιο ήταν το τελευταίο comic που σου έκανε εντύπωση; Το "Monica" του Daniel Clowes. Διαβάζω πολλά όμως και μάλιστα πλέον τα σημειώνω. Δηλαδή πέρυσι το πήγα εντελώς μπακαλίστικα, τα σημείωνα σε τετράδιο αλλά φέτος τα έχω στον υπολογιστή και κρατάω λίστα με το τι διαβάζω όλη τη χρονιά και τα βαθμολογώ. Άλλα είναι στο 3,5/5 άλλα στο 2,5/5, αν και γενικά προσέχω τι αγοράζω, το Monica είναι το μόνο που έχει πάρει 5 αστεράκια. Είχα τσεκάρει από πριν τα reviews και μετά το διάβασα και είναι όντως τόσο καλό. Γενικά μου αρέσουν όλα τα comics του Clowes, αν και τώρα με το "Monica" πάλι στο τέλος ήμουν σε φάση δεν είμαι σίγουρος τι κατάλαβα. Οπότε άρχισα να ψάχνω και είδα πως άλλα κατάλαβε ο ένας, άλλα ο άλλος, όμως δεν ήταν αυτό το «δεν κατάλαβα τίποτα» αλλά με έκανε να θέλω να το ξαναδιαβάσω. Γενικά ο Clowes είναι το αντίθετο από τον Peter Bagge που μου άρεσε πολύ, δηλαδή το "Hate" το θεωρώ κορυφαίο comic αλλά όσο περνάνε τα χρόνια δεν έχει βγάλει κάτι εξίσου αξιόλογο. Όπως π.χ. και το "Love & Rockets" το παίρνω, το διαβάζω, λέω ok, αλλά δεν είναι αυτό το πράγμα. Υπάρχουν νέοι δημιουργοί που σου έχουν τραβήξει το ενδιαφέρον; Ναι, π.χ. τώρα έχω παραγγείλει το "A Guest in the House" της Emily Carroll. Ένας άλλος δημιουργός που παίζει πολύ τα τελευταία χρόνια και μου αρέσουν κάποιες δουλειές του είναι ο Daniel Warren Johnson, που έχει φοβερό σχέδιο. Διάβασα δηλαδή το "Murder Falcon", το "Do A Powerbomb", το "Transformers" παρόλο που έγινε χαμός δεν με τράβηξε τόσο πολύ. Τα superhero τα παρακολουθείς; Ή τις ταινίες; Έχω δει αρκετές ταινίες αλλά τις τελευταίες δεν τις βλέπω γιατί είναι η μία χειρότερη από την άλλη. Οπότε βλέπω λίγο τα reviews, αν δω πως δεν λένε και πολλά προτιμώ να διαβάσω κάτι ή να ξαναδώ κάτι που μου άρεσε. Είμαι π.χ. από αυτούς που μου άρεσε πολύ το τελευταίο "Batman" ενώ δεν μου αρέσουν τόσο πολύ αυτά με τον Christian Bale. Και παρόλο που ο Robert Pattinson μου είχε ξενίσει σαν επιλογή, και όχι λόγω "Twilight", μου άρεσε πολύ. Αλλά το αγαπημένο μου είναι το "Batman Returns". Τώρα με τα υπερηρωικά comics δεν ασχολούμαι πολύ. Μόνο Batman αλλά ο Batman δεν είναι υπερήρωας, ένας ψυχάκιας είναι που ξέρει καλό καράτε κι έχει πολλά λεφτά και gadgets. Superman για παράδειγμα δεν με τράβηξε ποτέ. Παρόλο δηλαδή που ο Λευτέρης από το Jemma Books & Comics μου προτείνει καμιά φορά comics και μπορεί να μου έχει πει να διαβάσω κάποιο Superman, δεν με τραβάει καθόλου ο ήρωας. Punisher π.χ. που κι αυτός δεν είναι υπερήρωας έχω διαβάσει καλά πράγματα αλλά πλέον τα Spider-Man ή τα X-Men που τα γούσταρα ως παιδάκι δεν με τραβάνε καθόλου. Τώρα γίνεται χαμός με τα manga και τα anime. Είσαι fan; Διαβάζω αλλά τα πολύ κλασσικά. Δηλαδή το Akira θεωρώ πως είναι στην κορυφή των πάντων και κοιτάει όλα τα comics από ψηλά. Είναι δηλαδή το top δημιούργημα και σεναριακά και σχεδιαστικά. Μου αρέσει φουλ ο Junji Ito και γενικά μου αρέσουν τα τρόμου ή κάτι παλιά των ‘60s, π.χ. τώρα διαβάζω το "Kitarō" που είναι ωραίο. Αλλά αυτά τύπου "Naruto" ή το "One Piece" που έχουν 100 τόμους, δεν τα πολυπιάνω. Αλλά γίνεται χαμός με αυτά. Βιώνουμε manga πανζουρλισμό. Και δεν είναι μόνο τα πιτσιρίκια. Και από ελληνικά; Κοίτα, υπάρχουν δημιουργοί που μου αρέσουν όπως ο Aldo Shabani που μου αρέσει πολύ το σχέδιο του αλλά δεν έχει κάτσει να κάνει κάτι πιο μεγάλο. Μετά εντάξει, η Dani είναι φοβερή αλλά έχει πλακωθεί τώρα στα εξώφυλλα, και καλά κάνει, και μου άρεσε και το "Zawa" του Διαλυνά. Αλλά κάθε χρόνο παίρνω και διαβάζω και αυτοεκδόσεις. Μου έχει ξεφύγει ένα για το οποίο έχω ακούσει τα καλύτερα, το "Ντανταϊστικό Κοκτέιλ" του Αρη Τ., το οποίο θέλω να το διαβάσω αλλά δεν το έχω βρει γιατί έγινε χαμός κι εξαφανίστηκε. Όμως πλέον κυκλοφορούν τόσα πολλά και τα περισσότερα κυκλοφορούν στο Comicdom CON όπου δεν προλαβαίνω να πάρω ανάσα, κάτι που εννοείται από τη μία είναι καλό γιατί είναι η δουλειά μου αλλά, από την άλλη, θα ήθελα να πάω σε ένα Φεστιβάλ και να μην κάνω τίποτα. Τελευταία φορά το έκανα το 2018 στο Athens Con που δεν είχα ούτε καινούργια δουλειά, ούτε τραπέζι, κι είχα βγάλει το εισιτήριό μου κι είχα πάει κανονικά βόλτα. Δηλαδή στο Comicdom από τότε που ξεκίνησε το Artists Alley δεν έχω πια χρόνο. Μου έχει λείψει. Τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι βιογραφίες μουσικών σε comics. Θα έκανες ποτέ κάτι τέτοιο; Ναι, θα έκανα αλλά αυτό απαιτεί φοβερή έρευνα. Για το "Hard Rock" δεν χρειάζεται να ψάξω και πολλά και ούτε με ενδιαφέρει να δείξω πως ήταν π.χ. η Αθήνα το 2001. Κάτι τέτοιο όμως θα ήθελε πολύ ψάξιμο. Υπάρχει κάποιος δημιουργός του οποίου την ιστορία θα ήθελες να κάνεις; Κοίτα, θα γούσταρα να κάνω Ramones γιατί ήμουν για χρόνια ραμονάκιας κι ακόμη τους θεωρώ σπουδαία μπάντα, αλλά τους έχω ακούσει τόσο πολύ που πλέον δεν μπορώ. Θα έκανα κάτι με τους Iron Maiden γιατί στα ‘90s ήμουν κολλημένος μαζί τους αλλά τα πρώτα χρόνια, μέχρι εκεί που έσκασε ο Dickinson. Δηλαδή παρόλο που πιτσιρικάς τον γούσταρα και τα "Number of the Beast", "Powerslave", "Piece of Mind" είναι αλμπουμάρες, πριν καν γίνει όλη αυτή η ιστορία με το καπνογόνο δεν τον άντεχα. Ok, ήταν βλαμμένος και ο Paul Di Anno, αλλά πήγαμε στο live του που έσκασε με το καροτσάκι και ο τύπος είναι respect μέχρι την τελευταία ρανίδα. Κι ο Robert Johnson θα μου άρεσε γιατί πιστεύω σε αυτόν βασίστηκε όλο το rock’ n’ roll και όλη αυτή η ιστορία με το rock που είναι σατανικό. Δηλαδή αν ακούσεις και πρώιμους Rolling Stones το βλέπεις πως όλα στα blues πατάνε. Οπότε στο ερώτημα Beatles ή Rolling Stones είσαι με τους Stones; Ναι, όχι πως μου αρέσουν πολύ κι αυτοί. Δηλαδή δεν θα πήγαινα ποτέ σε συναυλία τους και τζάμπα να μου έλεγαν να πάω αλλά τους προτιμώ. Θυμάμαι δηλαδή όταν έφτιαχνα το πρώτο "ΚΡΑΚ" τον Απρίλιο του 2007, άκουγα τη δισκογραφία τους αλλά μέχρι τα μέσα των ‘60s. Οι Beatles πάλι δεν μου άρεσαν ποτέ. Όχι πως τους μισώ αλλά δεν μου είπαν ποτέ κάτι. Στο πρώτο τεύχος του "Hard Rock" το 2006 ο Μάρκος φορούσε μπλούζα Slayer. Στα πιο πρόσφατα τον βλέπουμε με μπλουζάκι Husker Du. Αυτή η μετάβαση είναι κάτι που αντικατοπτρίζει και τη δική σου εξέλιξη ως ακροατή; Όχι απαραίτητα. Μπορεί π.χ. να έχει να κάνει με το τι ακούω εκείνο τον καιρό. Θυμάμαι δηλαδή εκεί στο τέταρτο επεισόδιο με την πενταήμερη που φοράει Cramps γιατί τότε άκουγα πολύ rockabilly, psychobilly και τέτοια πράγματα. Ή μετά σε ένα τεύχος φορούσε μπλούζα Lou Reed. Να, τώρα στο σενάριο έχω σημείωση πως μέσα στο επεισόδιο πρέπει να φορά τέσσερα διαφορετικά μπλουζάκια γιατί υπάρχει και μια χρονική μετάβαση. Ή θα κάνω κανένα poll στο Instagram ή θα αποφασίσω εγώ ποιες μπάντες θα φοράει. Ίσως να έχεις και δίκιο βέβαια σε αυτό που λες για τα γούστα μου γιατί όταν εγώ άκουγα metal άκουγα μόνο metal. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο, σε φάση «όλες οι άλλες μουσικές δεν αξίζουν τίποτα, είναι όλα σκατά». Και μετά σιγά- σιγά μπήκε το punk, είχαν σκάσει και οι Nirvana πιο πριν, λίγο Bodycount, και μεγαλώνοντας άκουσα και ηλεκτρονική μουσική αλλά όχι techno, house κτλ. αλλά π.χ. και τώρα ακούω Pertubator που παίζει νταρκίλα καλή. Παρακολουθείς τις μουσικές εξελίξεις; Όχι πολύ. Ό,τι περνάει από τα social media και ό,τι πιάσει το ραντάρ μου. Ανυπομονώ να ακούσω το καινούργιο Judas Priest γιατί βαράνε ακόμη ωραία. Γενικά, με τους Iron Maiden ήμουν πάρα πολύ πορωμένος σε φάση δεν φορούσα άλλο μπλουζάκι, ήξερα τα πάντα, δίσκους, σημαίες, αυτοκόλλητα, ό,τι έφερνε το δισκάδικο στη Σύρο πήγαινα και το αγόραζα. Όλο αυτό μέχρι το 1993 που έφυγε ο Dickinson, το οποίο ήταν μαχαιριά. Δεν είχα ακούσει τους δίσκους που είχαν βγάλει μετά με τον Bayley και από τότε, ενώ τα έχω ακούσει τα άλμπουμ, δεν βρίσκω κάτι να με τραβάει. Δηλαδή και το τελευταίο που βγήκε, το "Senjutsu", δεν μου έκανε. Δεν ξέρω τώρα αν είναι σωστό κι αυτό που λέω αλλά μου μοιάζει πιο progressive κάπως. Ok, είναι 60 χρονών αλλά κι ο Rob Halford 70 χρονών είναι και βγάζει heavy metal. Θα ήθελα πολύ να βγάλουν ένα άλμπουμ που να έχει λίγη από τη ζωντάνια των παλιών άλμπουμ. Δηλαδή, θα ήταν μαγκιά να πουν οι Maiden στον Dickinson κάνε εσύ τώρα τα δικά σου αυτά τα "The Mandrake Project" πως τα λένε, να γκρινιάζεις για τα καπνογόνα και να βγάλουν ένα τελευταίο άλμπουμ μιας και είναι μεγάλοι άνθρωποι, με τον Di Anno σε καροτσάκι, σε κρεβάτι, σε οτιδήποτε είναι ο άνθρωπος, να κάνουν και μια περιοδεία μαζί και γεια σας. Οπότε ποιο είναι το τελευταίο άλμπουμ που σου άρεσε πολύ; Ξέρεις τι γίνεται; Πλέον ακούω περισσότερο κομμάτια. Το Metallica π.χ. νόμιζα θα είναι καλό με τα πρώτα τραγούδια που έβγαλαν αλλά το υπόλοιπο δεν μου άρεσε. Τώρα, το Judas Priest που σου είπα πιστεύω θα είναι καλό. Τις προάλλες άκουσα μια ωραία μπάντα με πιτσιρίκια, τους Speed of Light, και είπα «υπάρχει ελπίδα» γιατί ήταν μικρά και βαρούσαν υπέροχα. Σε συναυλίες πας; Ποια ήταν η τελευταία συναυλία που πήγες; Πήγα Jazz Sabbath τον Δεκέμβριο. Γενικά προτιμώ τις πιο μικρές. Δηλαδή είχα πάει και στους Iron Maiden στο ΟΑΚΑ και όλο αυτό το τεράστιο πράγμα δεν μπορώ να το ευχαριστηθώ. Μου αρέσει να βλέπω συναυλίες σε πιο μικρούς, κλειστούς χώρους παρόλο που κάποια ξέρεις πως δεν γίνεται να τα δεις εκεί. Για να επιστρέψουμε όμως και στο οπτικό κομμάτι, ποιο εξώφυλλο δίσκου θα ήθελες να έχεις σχεδιάσει; Δεν ξέρω συγκεκριμένο εξώφυλλο αλλά για συγκρότημα θα σου πω πάλι Iron Maiden, γιατί αυτοί ήταν και ο λόγος που ζωγράφιζα στο γυμνάσιο και στο λύκειο. Δηλαδή όλο τον Eddie έκανα και κάτι ζόμπι στα θρανία. Διάφορα εγχώρια συγκροτήματα τον τελευταίο καιρό επιλέγουν ως promotional αφίσα ή εξώφυλλο σχέδια δημιουργημένα από AI. Πώς βλέπεις αυτή την επιλογή τους; Χάλια επιλογή. Δηλαδή καταλαβαίνω γιατί το κάνουν, και δεν είμαι σίγουρος αν το κάνουν τα συγκροτήματα ή αυτός που διαχειρίζεται το image τους, αλλά είναι κάτι που προσβάλει τους καλλιτέχνες. Είναι σαν πω εγώ πως θέλω να κάνω το "Hard Rock" ταινία και θέλω να έχει μέσα original heavy metal μουσική, και να μην πάω να πληρώσω τη μπάντα να βγάλει κομμάτια αλλά να βάλω το A.I. να κάνει κάτι στην τύχη. Ε, δεν θα το έκανα αυτό. Δηλαδή, βρείτε γνωστούς σας, πληρώστε κάτι. Στην τελική εγώ προτιμώ να κλέψεις ένα σχέδιο δικό μου και να φτιάξεις την αφίσα σου παρά να το κάνεις με A.I. Πιστεύεις πως, μέσω ενός νομικού πλαισίου, μπορεί να μπει ένα φρένο στην επέλαση του AI ή απλώς καθυστερούμε το αναπόφευκτο; Σιγά μην μπει φρένο. Η φάση φαίνεται πως θα γίνει δυστοπία. Δηλαδή, θα μας επηρεάσει το A.I. σε όλα τα επίπεδα τα επόμενα χρόνια. Και όχι μόνο στο καλλιτεχνικό κομμάτι επειδή θα χάσουμε τις δουλειές μας κι όλο αυτό. Για παράδειγμα, είχε κυκλοφορήσει μια φωτογραφία του Πάπα Φραγκίσκου με ένα φουσκωτό μπουφάν σαν ράσο και το είχαν πιστέψει όλοι. Και ναι, ok, φαινόταν πολύ αληθοφανές αλλά ψάξε ρε φίλε λίγο. Πιστεύω τα επόμενα χρόνια που όσο πάει το μηχάνημα θα εξελίσσεται, θα έχουμε θέμα και με ειδήσεις και με άλλα πράγματα και φυσικά, και καλλιτεχνικά από τη στιγμή που είναι πιο εύκολο και πιο φτηνό για τον άλλο. Δηλαδή οι μεγάλες εταιρίες τύπου Marvel ή DC μπορεί να τσιμπήσουν και πουν πως θα κάνουν ένα comic με Α.Ι. εικόνες. Για την ώρα δεν θα τους πήγαινε καλά αλλά στο μέλλον δεν ξέρω πως θα πάει. Κλείνοντας, τι θα συμβούλευες κάποιον επίδοξο δημιουργό που θέλει να ασχοληθεί με τα comics; Να ασχοληθεί. Να το κάνει και ας μην του φαίνεται πως θα πάει καλά. Όταν ξεκίνησα να κάνω comics δεν υπήρχε η ιδέα του θα το κάνω επαγγελματικά ή θα ζήσω από αυτό. Ήταν αστεία όλα αυτά. Εντάξει, το «9» είχε ξεκινήσει καλά και πλήρωνε τους δημιουργούς αλλά τώρα είναι διαφορετικά που βλέπουν πως όντως κάποιοι ζούμε από αυτό. Μην περιμένουν όμως αυτό να γίνει αμέσως. Αλλά να το κάνουν κι ας φάνε και άκυρα από περιοδικά ή από εκδοτικούς, να κάνουν αυτοεκδόσεις και να σχεδιάζουν ασταμάτητα μέχρι να τους κοπεί το χέρι. Μην περιμένουν δηλαδή πως θα βγάλουν μια ιστορία ή ένα fanzine και θα πάει γαμάτα. Κι αν βγάλουν ένα που θα πάει γαμάτα, να κάνουν το επόμενο που θα πάει ακόμη καλύτερα. Και μετά, αν θέλουν κάνουν την μετάβαση σε μια εκδοτική ή στο εξωτερικό. Αλλά το θέμα είναι να μην μασήσουν και να κάνουν πράγματα συνέχεια. Και ας μην είναι δημοφιλή. Μπορεί μετά να γίνουν ή να μην γίνουν ποτέ και να μην φτάσουν στην πρώτη θέση. Αλλά εμένα η πρώτη θέση πάντα με τρόμαζε. Το να είσαι ο καλύτερος κάπου έχει μοναξιά και ανασφάλεια μην σου φάνε την πρωτιά. Καλύτερα να είσαι στην τρίτη ή στην τέταρτη θέση. Δεν σου λέω να είσαι στη δέκατη πέμπτη, αλλά να υπάρχουν και κάποιοι που κάνουν καλύτερα πράγματα από σένα. Πολύ συχνά σκέφτομαι μεγάλους δημιουργούς σαν τον Moebius που θα είχαν γνώση ποιοι είναι και δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση τους. Θα ήθελα να είμαι ευχαριστημένος εγώ με αυτό που φτιάχνω και να αρέσει και στον κόσμο. Σε όσο πιο πολύ, τόσο πιο καλά. Σε ευχαριστώ πολύ Τάσο. Εγώ ευχαριστώ. * Η φωτογραφία είναι του Κωστή Γωγιού από το Comicdom CON Athens 2018. Και το σχετικό link...
  18. Γεννήθηκε στα Τίρανα, μεγάλωσε στην Αθήνα και ξεχωρίζει με τα σχέδιά του. Ο Δημήτρης-Κρις Αγκαράι είναι σχεδιαστής κόμικς, γραφίστας και εικονογράφος, γεννημένος το 1994 στα Τίρανα της Αλβανίας και μεγαλωμένος στην Αθήνα. Από νεαρή ακόμη ηλικία έδειξε το ενδιαφέρον του για τη ζωγραφική και τη δημιουργία ιστοριών. Σπούδασε γραφιστική και αυτοδίδακτα αφοσιώθηκε στις εικονογραφήσεις και τα κόμικς. Πρόσφατα ολοκλήρωσε το τμήμα κόμικς στη Σχολή Βακαλό, με δάσκαλο τον Νίκο Κούτση. Ξεκινώντας με αυτοεκδόσεις όπως τα «Αλληγορία», «Reading the Song» και «SHAME – ερωτικές ιστορίες καραντίνας», είναι ενεργός στον χώρο των κόμικς από το 2016. Έχει συνεργαστεί με περιοδικά κόμικς όπως τα «Epifany» (Phase Productions) και «Ρίγη» (εκδόσεις Ρενιέρη), ενώ έχει συμμετάσχει και σε ανθολογίες όπως το «Athens the Comicbook» και το «Εποχές για ήρωες». Σημαντική για εκείνον υπήρξε και η εμπειρία του ως βοηθός σκηνοθέτη για το Εθνικό Θέατρο, στην παράσταση «Το αστέρι της Λιλιπούπολης» της Ρεγγίνας Καπετανάκη και του Βασίλη Ρίσβα. Η δουλειά του έγινε ευρέως γνωστή μέσω των social media, και κυρίως μέσα από μία σειρά σχεδίων που απεικονίζουν αγαπημένους χαρακτήρες ελληνικών σειρών. Το 2023 κυκλοφόρησε το graphic novel «Σύμβουλος ερωτικών υποθέσεων» (Jemma Press), ενισχύοντας το καλλιτεχνικό του αποτύπωμα στον χώρο των κόμικς. Το νέο σας graphic novel «Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ – Ο Έλληνας Σαρλώ» από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, είναι βασισμένο στο θεατρικό έργο «Οι κωμικοί» των Δημήτρη Πιατά και Σάκη Σερέφα, που έκανε πρεμιέρα από το ΚΘΒΕ μόλις τον Ιανουάριο του 2024. Γνωρίζατε από πριν τους συντελεστές του έργου και το ετοιμάζατε παράλληλα ή πρόκειται για μια δουλειά που σας βγήκε πολύ αυθόρμητα και γρήγορα αφότου είδατε την παράσταση; Ένα απόγευμα πέρυσι το καλοκαίρι με κάλεσε ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς, εκδότης του Μικρού Ήρωα, για να μου προτείνει να συνεργαστούμε. Μου πρότεινε λοιπόν να διασκευάσουμε το θεατρικό έργο των Δημήτρη Πιατά και Σάκη Σερέφα «Οι κωμικοί», με πρωταγωνιστή τον Μιχαήλ Μιχαήλ. Ενθουσιάστηκα με την ιδέα. Μου φάνηκε πολύ πρωτότυπο να κάνουμε αυτήν την «παντρειά» των τεχνών, ένα θεατρικό να γίνει κόμικς. Διαβάζοντας και το έργο συμφώνησα κατευθείαν. Τους συντελεστές δεν τους γνώριζα προσωπικά, αλλά γνωριστήκαμε με τον Δημήτρη Πιατά εκ των υστέρων και υπήρξε μια συνεννόηση για τη διασκευή του θεατρικού σε σενάριο, ο οποίος ήταν ανοιχτός σε αλλαγές και διαφοροποιήσεις που προέκυπταν. Σε αυτό το στάδιο η παράσταση δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί και ο κύριος στόχος μας ήταν να ολοκληρώσω το κόμικς εγκαίρως ώστε να την συνοδεύει. Προς το παρόν βρίσκομαι στην Αθήνα και δεν έχω ακόμη παρακολουθήσει την παράσταση που πραγματοποιείται στη Θεσσαλονίκη. Ελπίζω όμως να μπορέσω να ανέβω και σύντομα γιατί ανυπομονώ να την δω! Τι είναι αυτό που κάνει το συγκεκριμένο έργο ιδανικό για να μεταφερθεί σε graphic novel; Ποιες είναι οι εικόνες που σας έκαναν να ξεκινήσετε να σχεδιάζετε; Νομίζω ο ίδιος ο Μιχαήλ Μιχαήλ κάνει το έργο ιδανικό για graphic novel. Ένας ξεχασμένος ηθοποιός που αναγεννάται στις σελίδες αυτού του κόμικς και θα βρίσκεται πλέον στις βιβλιοθήκες μας. Μου έδωσαν έμπνευση παλιές φωτογραφίες της Αθήνας και ανθρώπων της εποχής με τα κουστούμια τους και τα καπέλα τους, όπως και όλη αυτή η «Τσάρλι Τσάπλιν» αισθητική. Αντλείτε συχνά τα θέματά σας από τον ελληνικό κινηματογράφο. Ήταν άλλωστε μερικά σχέδια που απεικονίζουν παλιούς Έλληνες ηθοποιούς τα οποία μοιραστήκατε με το κοινό μέσω των social media, αυτά που σας έκαναν αρχικά γνωστό. Ποιοι Έλληνες ηθοποιοί σας άρεσαν περισσότερο μεγαλώνοντας; Δεν θα έλεγα τόσο τον ελληνικό κινηματογράφο, αλλά κυρίως από την τηλεόραση. Από μικρή ηλικία βλέπαμε ελληνικές σειρές στο σπίτι όπως το «Είσαι το ταίρι μου», «Κωνσταντίνου και Ελένης», «Δύο ξένοι» κ.ά. Αυτές οι σειρές πάντα μου μετέδιδαν μια αίσθηση ηρεμίας και νοσταλγίας και για αυτόν τον λόγο ξεκίνησα να σχεδιάζω fan arts με διάφορους εμβληματικούς χαρακτήρες. Κατάλαβα ότι ο κόσμος τα αγαπάει πολύ! Είχα σχεδιάσει μια αστεία ιδέα με τους χαρακτήρες του «Κωνσταντίνου και Ελένης» σαν χαρακτήρες από παιχνίδι ρόλων («Dungeons & Dragons») που έγινε viral. Με τον φίλο και συνεργάτη καλλιγράφο Αριστοτέλη Γιαπράκα είχαμε φτιάξει fan arts με αγαπημένους χαρακτήρες και τις αγαπημένες μας ατάκες τους! Αναφορικά με τους ηθοποιούς ξεχωρίζω την εξαιρετική Ντίνα Κώνστα, τον Νίκο Σεργιανόπουλο, τον Άρη Σερβετάλη και τον αγαπημένο μου Βασίλη Χαραλαμπόπουλο. Έχετε εργαστεί και ως βοηθός σκηνοθέτη για το Εθνικό Θέατρο, στην παράσταση «Το αστέρι της Λιλιπούπολης» της Ρεγγίνας Καπετανάκη και του Βασίλη Ρίσβα. Πώς ήταν αυτή σας η εμπειρία και πώς άλλαξε την εικόνα σας για το θέατρο και την πραγματική ζωή των ηθοποιών; Ήταν μια μοναδική εμπειρία για εμένα. Το να βρίσκομαι στα παρασκήνια μιας παράστασης και να συμβάλλω στην υλοποίησή της ήταν κάτι ανεκτίμητο, ειδικά όταν πρόκειται για τη «Λιλιπούπολη». Ήταν μια γλυκιά παράσταση για μικρούς και μεγάλους, με φοβερές ερμηνείες και τη μουσική του Δημήτρη Μαραγκόπουλου – σε έπιανε δέος! Παραδέχτηκα τόσο πολύ τους ηθοποιούς, το πώς μπορούν να τα κάνουν όλα αυτά... να παίζουν, να τραγουδάνε, να χορεύουν! Έβλεπα την κούρασή τους αλλά και το πώς αυτή έσβηνε μαγικά στη σκηνή. Συνειδητοποίησα πως είναι κάτι που πρέπει να αγαπάς πραγματικά για να μπορείς να το κάνεις. Τελειώσατε όχι πολλά χρόνια πριν τη Σχολή Βακαλό με δάσκαλο τον Νίκο Κούτση. Φαντάζομαι πως το ενδιαφέρον σας για τα κόμικς προϋπήρχε. Σε ποια πράγματα σας βοήθησε η Σχολή; Υπάρχουν πράγματα που δεν θα τα είχατε μάθει ποτέ εμπειρικά; Πρώτη φορά που σχεδίασα κόμικς ήταν στο Γυμνάσιο. Από τότε συνεχώς το έψαχνα, μελετούσα και σχεδίαζα αρκετά. Η γενιά μου και οι επόμενες γενιές είμαστε τυχεροί στο θέμα της γνώσης γιατί μπορούμε να τη βρούμε πανεύκολα! Βέβαια το ίντερνετ είναι κάπως χαοτικό, γι’ αυτό ένας δάσκαλος μπορεί να σε βοηθήσει. Κακά τα ψέματα, το να σχεδιάζεις κόμικς είναι κάτι δύσκολο. Πέρα από γνώσεις σχεδιαστικές θα πρέπει να γνωρίζεις και λίγη σκηνοθεσία, και αν θες να κάνεις και δικές σου ιστορίες να ξέρεις από σενάρια. Με λίγα λόγια να έχεις την αντίληψη για το πώς να πεις μια ιστορία. Οπότε θεωρώ πως ένας δάσκαλος μπορεί να σου δώσει κάποιες βάσεις και τρόπους σκέψης που εμπειρικά ίσως να μην μπορέσεις να τις ανακαλύψεις, ή τουλάχιστον θα σου πάρει περισσότερο χρόνο. Έχετε εκδώσει προηγούμενη δουλειά σας μόνος σας, όπως τα κόμικ «Αλληγορία», «Reading the Song» και «SHAME – ερωτικές ιστορίες καραντίνας». Συνεργαστήκατε αυτή τη φορά με τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, πώς θα λέγατε ότι προτιμάτε να δουλεύετε, ανεξάρτητα ή με κάποιον εκδοτικό; Από το 2016 κινούμαι στον χώρο των κόμικς ξεκινώντας στον χώρο των αυτοεκδόσεων με τους τίτλους που ανέφερες. Πέρυσι το 2023 κυκλοφόρησε η πρώτη μου εκδοτική δουλειά, ο «Σύμβουλος ερωτικών υποθέσεων» από την Jemma Press, και φέτος ο «Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ» από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Νομίζω ότι προτιμώ να δουλεύω με εκδοτικούς, κυρίως για να φεύγει ένα βάρος από μένα και να μπορεί η δουλειά μου να φτάσει σε περισσότερο κόσμο. Οι αυτοεκδόσεις κόμικς συνήθως είναι με λιγότερο τιράζ, για περιορισμένο κοινό το οποίο το συναντάς κυρίως στα φεστιβάλ κόμικς. Ποιοι σχεδιαστές κόμικ σας έχουν επηρεάσει περισσότερο; Έχετε κάποιους που συνεχίζετε να θεωρείτε «αγαπημένους»; Δεν είμαι σίγουρος αν έχω καλλιτέχνες που με καθόρισαν. Θα έλεγα ότι είμαι με τα φεγγάρια μου. Αυτήν την περίοδο ξεχωρίζω τους Matteo Scalera (υπέροχα σχέδια), Reinhard Kleist (λατρεύω τα μελάνια του), Alberto Breccia (επίσης τρομερά μελάνια) και τον σχεδιαστή του αγαπημένου μου κόμικ «Blacksad», τον Juanjo Guarnido! Τι ετοιμάζετε αυτή την περίοδο; Υπάρχει κάποια νέα δουλειά σας που σκέφτεστε να κυκλοφορήσετε φέτος; Για την ώρα δεν ετοιμάζω κάτι. Θέλω να ξεκουραστώ μετά τον «Μιχαήλ Μιχαήλ». Όμως να με ακολουθήσετε στα social (@jimmy_chris_ag) για να μαθαίνετε τα νέα πρώτοι. Και το σχετικό link...
  19. Τιμή εφημερίδος : 3,90€ Ακόμα μια φορά ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς και οι εκδόσεις του κάνουν την έκπληξη με τον δεύτερο ποδοσφαιρικό τίτλο που εκδίδουν. Άλλος ένας γνώριμος ήρωας από τα παλιά από την δεκαετία του 1970 μετά από 40 σχεδόν χρόνια σε δικό του περιοδικό. Για μια ακόμα φορά ένας χάρτινος ήρωας που γνωρίσαμε μέσα από τις σελίδες του ΖΑΓΚΟΡ (1972) του Στέλιου Ανεμοδουρά περνά στα χέρια του εγγονού του. Ο ΡΟΥ ΡΕΥΣ, ο Βρετανός ξανθομάλλης σέντερ φορ και αρχηγός των Ρόβερς μαζί με τον φίλο του «Μπλάκι» Γκρέϊ και ο σύλλογός τους σε περιπέτειες που έκαναν διάσημο τον ήρωα όχι μόνο στην Αγγλία αλλά και σε άλλες χώρες . Η ακεραιότητα του χαρακτήρα του και η δυναμικότητα του τον έκαναν σύμβολο και πρότυπο για εκατοντάδες παιδιά και όχι μόνο. Οι ιστορίες του δημοσιεύθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία μέσα από τις σελίδες του εβδομαδιαίου περιοδικού Tiger (11 Σεπτεμβρίου 1954 - 1975) και στη συνέχεια του Roy of the Rovers (1976 - 20 Μαρτίου 1993). Στα μέσα της δεκαετίας του '90 η σειρά εμφανίσθηκε σε μηνιαία έκδοση, για να κλείσει στο περιοδικό "Match of the Day" το 2001. Στο Tiger comic, με αρχή στα 1970 δημοσιεύθηκαν αρκετές συνέχειες της σειράς "Roy Race's Schooldays", που ήταν μια εκ των υστέρων προσπάθεια να αναπαραχθεί η νεανική ηλικία των δυο βασικών χαρακτήρων του κυρίως κόμικ. Στην Ελλάδα εκτός απο το Ζαγκόρ οι περιπέτειες του δημοσιεύτηκαν και στον ΜΠΛΕΚ , στον ΝΕΟ ΜΠΛΕΚ αλλά και στο ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΑΓΟΡΙ και στο ΤΡΟΥΕΝΟ του Νίκου Δεληγιώργη. Το Κόμικ δίνεται με την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ σαν ένθετο, στον απόηχο του ομοϊδεάτικου κόμικς ΕΡΙΚ ΚΑΣΤΕΛ που δίνεται με το ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΘΝΟΣ. Το κόμικ δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί στα άλμπουμ γιατί το χαρτί, αν και ιλουστρασιόν (γυαλιστερό στην λαϊκή), είναι αρκετά λεπτό. Μάλλον πρόκειται στο μέλλον να πουληθεί σαν αυτόνομο γιατί αναγράφει στην πίσω πλευρά την τιμή των 3,90 ευρώ ΚΑΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ Ευχαριστούμε για τα υπόλοιπα εξώφυλλα τον comicos
  20. Το νέο κόμικ άλμπουμ του ντετέκτιβ Μπλάκσαντ «Τα Πάντα Καταρρέουν (Δεύτερο Μέρος)» κυκλοφορεί στα ελληνικά γεμάτο ίντριγκα και ερωτήματα για το σήμερα. Το φθινόπωρο του 2023, η επιστροφή δύο ηρώων τάραξε ευχάριστα τα ευρωπαϊκά (και όχι μόνο) κόμικς: η επιστροφή του Αστερίξ στο άλμπουμ «Η Λευκή Ίριδα» και του Μπλάκσαντ στο 2ο μέρος της ιστορίας «Τα Πάντα Καταρρέουν». Ο νουάρ γάτος των κόμικς Από την πρώτη του εμφάνιση το 2003, ο μαύρος γατόμορφος ντετέκτιβ Τζον Μπλάκσαντ περιπλανιέται σε μια μεταπολεμική Αμερική ανθρωπόμορφων ζώων λύνοντας μυστήρια, αποδίδοντας δικαιοσύνη και μπλέκοντας σε αδιέξοδους έρωτες. Η σειρά συνδυάζει τα ανθρωπόμορφα ζώα των κόμικς και της Ντίσνεϊ (κάθε ζώο και τύπος ανθρώπου) με τη νουάρ αισθητική και με κοινωνικοπολιτικά ζητήματα όπως ο ρατσισμός, η διαφθορά, ο πυρηνικός φόβος κι ο μακαρθισμός, αποδομώντας το αμερικανικό όνειρο και αντανακλώντας σύγχρονα προβλήματα. Με το αριστουργηματικό σενάριο και σχέδιο των Ισπανών δημιουργών του, Juan Díaz Canales και Juanjo Guarnido, ο Μπλάκσαντ δικαίως χαρακτηρίστηκε «ο σπουδαιότερος ήρωας ευρωπαϊκών κόμικς του 21ου αιώνα». Το ελληνικό κοινό τον πρωτογνώρισε στο περιοδικό «9» της «Ελευθεροτυπίας». Το 2020 οι Εκδόσεις Μικρός Ήρως τον επανέφεραν στα ελληνικά ράφια, με έναν συγκεντρωτικό τόμο των ιστοριών του σε μετάφραση Γαβριήλ Τομπαλίδη. Το 2021 κυκλοφόρησε στη Γαλλία το πρώτο μέρος της νέας ιστορίας «Τα Πάντα Καταρρέουν», η οποία ολοκληρώθηκε με το δεύτερο μέρος της τον περασμένο Νοέμβριο. Και τα δύο μέρη κυκλοφορούν στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Μικρός Ήρως σε μετάφραση Τατιάνας Ραπακούλια. Οι δύο δημιουργοί επέστρεψαν στον ήρωά τους οκτώ χρόνια μετά το τελευταίο του κόμικ (αναμφίβολα η πιο αδύναμη από τις ιστορίες τους) παρουσιάζοντας μια περιπέτεια σε δύο μέρη, διπλάσια σε έκταση από τις προηγούμενες. Ένα επίφοβο comeback γεμάτο μεγάλες προσδοκίες, ένα στοίχημα που εν τέλει απέδωσε μία από τις καλύτερες περιπέτειες του ντετέκτιβ μέχρι σήμερα. Το πορτρέτο μιας μητρόπολης Στο πρώτο μέρος ο Μπλάκσαντ προσλαμβάνεται από τον Κένεθ Κλαρκ, πρόεδρο του συνδικάτου εργαζομένων του μετρό, για την προστασία του από έναν πληρωμένο δολοφόνο της μαφίας. Σύντομα ο πρωταγωνιστής καταλαβαίνει πως η υπόθεση είναι πολύ πιο περίπλοκη απ’ ότι φαίνεται και αποφασίζει από πείσμα να φτάσει ως το τέλος της. Το δεύτερο μέρος ξεκινά από το αγωνιώδες τέλος του πρώτου όταν ο φίλος του ντετέκτιβ, ρεπόρτερ Γούικλι, ενοχοποιείται για φόνο και ένας παλιός έρωτας εμφανίζεται στο προσκήνιο. Τα μυστήρια της ιστορίας λύνονται και όλα οδηγούνται σε ένα καταιγιστικό φινάλε. Όλη η ιστορία είναι ένα πορτρέτο της Νέας Υόρκης του ’50: ηθοποιοί που αγωνίζονται να μεταδώσουν την τέχνη τους, εργάτες του μετρό που παραγκωνίζονται από τα μεγάλα συμφέροντα και παλεύουν για την επιβίωσή τους, ο σκοτεινός ρόλος της μαφίας, οι υψηλές τάξεις που ενδιαφέρονται μόνο για το φαίνεσθαι και τον πλουτισμό τους ενώ ταυτόχρονα γυναίκες ανεξαρτήτως τάξης υποβαθμίζονται από άνδρες υψηλότερου κοινωνικού στάτους. Από τις υπόγειες σήραγγες μέχρι τις γέφυρες-λεωφόρους, όλη η πόλη είναι ένα μεγάλο ταμπλό συμφερόντων και συγκρούσεων: οι έχοντες που ποδοπατούν τους μη έχοντες. Βασικός ανταγωνιστής είναι ο εργολάβος Σόλομον, ο γερακόμορφος «πρωτομάστορας» της πόλης που οικοδομεί μια τιτάνια γέφυρα με το όνομά του, εξυπηρετώντας τις πλούσιες συνοικίες και υποβαθμίζοντας τον ρόλο του μετρό. «Το να γεμίσεις την πόλη με λεωφόρους και να εξαρθρώσεις το δίκτυο μαζικών μεταφορών δεν έχει καμία σχέση με ανάπλαση», λέει ο Κένεθ για τον Σόλομον – μια πρόταση τόσο οικεία στον Έλληνα αναγνώστη! Στόχος του να αφήσει ένα έργο που θα απαθανατίσει το όνομά του και δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα για να το πετύχει. «Η λήθη δεν είναι θέμα αξίας ή φιλοδοξίας, αλλά χρόνου (…) γιατί τελικά τα πάντα καταρρέουν» θα πει ο κυνικός μα πάντα με αίσθηση του δικαίου Μπλάκσαντ. Τα πάντα καταρρέουν; Πατριαρχία, ταξική πάλη, αστικοποίηση, συντροφικότητα, τα ζητήματα που θίγει το κόμικ είναι πολλά. Κι όμως συνδυάζονται αρμονικά χάρη στο συγγραφικό ταλέντο του Díaz Canalez που στήνει το πιο περίπλοκο νουάρ του έως τώρα. Σε αυτό συντελεί και το σχέδιο του Guarnido που παραμένει σε τρομερά ύψη και βυθίζει τον αναγνώστη στη ζωόμορφη πόλη του και στις μαγευτικές του ακουαρέλες. Οι Ισπανοί δημιουργοί παραδίδουν ξανά ένα πολυεπίπεδο, αγωνιώδες και επίκαιρο μυστήριο το οποίο – άθελά του – θυμίζει τόσο έντονα σκηνικά της Ελλάδας των μεγαλοεργολάβων, των αντεργατικών πολιτικών και των δημόσιων έργων που καταρρέουν! Το άλμπουμ διαβάζεται απνευστί, απαραίτητα όμως μετά την ανάγνωση του πρώτου μέρους του. Το κόμικ «Blacksad #7 – Τα Πάντα Καταρρέουν (Δεύτερο Μέρος)» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Όπως λοιπόν προοικονομεί ο τίτλος τίποτα δεν μένει αναλλοίωτο στην αλήθεια και στον χρόνο: τα πάντα καταρρέουν. Το μόνο που δεν καταρρέει ακόμα είναι το φλογερό δίδυμο Díaz Canalez – Guarnido που κρατά ψηλά την ποιότητά του εδώ και 20 χρόνια. Ακόμα κι αν αργήσει μια νέα ιστορία του, ο Μπλάκσαντ σίγουρα επέστρεψε! Και το σχετικό link...
  21. Στο κλείσιμο της χρονιάς, επιλέξαμε και σας παρουσιάζουμε δέκα ελληνικά κόμικς που κυκλοφόρησαν και ξεχώρισαν μέσα στο 2023. «Σύμβουλος ερωτικών υποθέσεων» Jimmy-Chris Agarai Τοποθετώντας στο κέντρο της ιστορίας του τον κατ’ επάγγελμα «σύμβουλο ερωτικών υποθέσεων» Σεβαστιανό Κανελά, ο Τζίμι-Κρις Αγκαράι δημιουργεί ένα κόμικς με νουάρ αισθητική και πλείστες πολιτικοκοινωνικές αναφορές. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας αναλαμβάνει να κάνει τα πάντα ώστε ο πελάτης του να κάνει τον ερωτικό του στόχο πραγματικότητα, στήνοντας έτσι τις καταστάσεις και ρυθμίζοντας τις συνθήκες, με κίνητρα σίγουρα όχι άδολα και τρόπους σε καμία περίπτωση θεμιτούς. Ώσπου μια μέρα ο Σεβαστιανός θα έρθει αντιμέτωπος με μια υπόθεση που θα τον επιστρέψει στα εφηβικά του χρόνια και θα ανοίξει για αυτόν μια μαύρη τρύπα από την οποία δεν θα μπορέσει να γλιτώσει. ● Εκδόσεις Jemma Press Αριθμός σελίδων: 104 «Κουραφέλκυθρα: Omnibus III» Αντώνης Βαβαγιάννης Τα «Κουραφέλκυθρα» βέβαια δεν χρειάζονται συστάσεις. Πρόκειται για τη μακροβιότερη διαδικτυακή σειρά κόμικστριπ, της οποίας τα επεισόδια συγκεντρώνουν τεράστιο αριθμό λάικ και αναδημοσιεύσεων. Ταυτόχρονα είναι η σειρά με την ευρύτερη αναγνωρισιμότητα και εκτός του σταθερού και φανατικού κοινού των κόμικς. Ο ιθύνων νους πίσω από τα «Κουραφέλκυθρα» είναι ο Αντώνης Βαβαγιάννης, ο οποίος φέτος κυκλοφόρησε το τρίτο Omnibus με στριπάκια από το 2019 ώς τις αρχές του 2023, για να έχουμε και στις βιβλιοθήκες μας τον κύριο Κλιάφα, την οικογένεια Δαπόντε και λίγο... Γιάννη Οικονομίδη. ● Εκδόσεις Jemma Press Αριθμός σελίδων: 240 «The Working Deadline» Πάνος Ζάχαρης Ο τρίτος τόμος της σειράς «Working Dead» του Πάνου Ζάχαρη. Μονοσέλιδες αυτοτελείς ιστορίες χιλιάδων χρόνων ταξικής καταπίεσης (και λίγων μικρών εξεγερσιακών αναλαμπών) συγκεντρώνονται σε αυτό το άλμπουμ, δημιουργώντας μια τριλογία γλυκόπικρου χιούμορ για τις οδυνηρές σχέσεις μεταξύ κυρίων και δούλων, αφεντικών και εργατών, κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας. Οι βαθιές ιστορικές γνώσεις του σκιτσογράφου για τα θέματα τα οποία πραγματεύεται καθώς και η πολιτική του στράτευση, καθιστούν την τριλογία ένα πλήρες πολιτικοϊδεολογικό μανιφέστο σε μορφή κόμικς. ● Εκδόσεις Τόπος Αριθμός σελίδων: 88 «Μεφίστο» Δημήτρης Καμένος O Δημήτρης Καμένος συνομιλεί με ένα από τα μεγαλύτερα έργα της δυτικής λογοτεχνίας, τον «Φάουστ» του Γκέτε, για να δημιουργήσει μια παρωδία και να μιλήσει για το σήμερα. Ο «Μεφίστο» είναι επομένως κάτι πολύ παραπάνω από μια παρωδία του «Φάουστ». Το έργο του αναπαράγει τον γνωστό αρχέγονο μύθο του ανθρώπου που πούλησε την ψυχή του στον Διάβολο. Το «Μεφίστο» δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο Καρέ Καρέ. Ο τόμος όπου συγκεντρώθηκαν όλα τα επεισόδια διακρίνεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο με τίτλο «Ένα ιατρικό σίριαλ», οι ήρωές μας περιφέρονται στην Κόλαση, έναν απέραντο τόπο γεμάτο δαίμονες-γιατρούς και δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία, προκειμένου να βρουν θεραπεία για την κατά φαντασίαν ασθένεια του Φάουστ. Στο 2ο μέρος («Ο άσωτος υιός») η περιπλάνηση μεγαλώνει καθώς, προκειμένου ο Μεφίστο να δώσει έστω μία στιγμή αληθινής ευτυχίας στον Φάουστ, τον περιφέρει σε νεανικές μπιραρίες, στο μεγάλο καρναβάλι και στην Αυλή του Μεγάλου Αλέξανδρου. ● Εκδόσεις Χαραμάδα Αριθμός σελίδων: 128 «Στη σκιά του Ολύμπου» Θανάσης Καραμπάλιος, Νίκος Σταυριανός Ο σεναριογράφος και σχεδιαστής της σειράς «1800» Θανάσης Καραμπάλιος και ο νέος δημιουργός Νίκος Σταυριανός, συμπράττουν δημιουργικά και μας αφηγούνται ιστορίες και θρύλους από τα χωριά της Ελασσόνας «στη σκιά του Ολύμπου». Τέσσερις ιστορίες για έναν κόσμο αρχαϊκό, κατάφορτο από παγανιστικά κατάλοιπα και μαγικές πρακτικές. Έναν κόσμο γεμάτο νεράιδες, στοιχειά και αρχαίες ειδωλολατρικές συνήθειες που επιβίωσαν μέσα και έξω από τον χριστιανισμό. ● Εκδόσεις Jemma Press Αριθμός σελίδων: 64 «Ποτ Πουρί» Tasmar Ο Τάσος Μαραγκός (Tasmar) συγκεντρώνει σε ένα «ποτ πουρί» τα σκίτσα που έφτιαξε την περίοδο 2019-2023, καταγράφοντας τη δυστοπία της εποχής μας. Μιας εποχής κατά την οποία ζήσαμε πανδημία, lockdown, μαφιόζικες εκτελέσεις, αστυνομική καταστολή, γυναικοκτονίες, πυρκαγιές, πλημμύρες, πολέμους στη γειτονιά μας, υποκλοπές, κρατική δολοφονία στα Τέμπη και τόσα άλλα που καθιστούν δυσοίωνες τις προβλέψεις για το μέλλον. Άλλωστε το «Ποτ Πουρί» είναι «μια ανθολογία σκίτσων λίγο πριν το τέλος του κόσμου». ● Εκδόσεις Μικρός Ήρως Αριθμός σελίδων: 144 «Ζοrμπάς – Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη» Soloup Ο γνωστός σκιτσογράφος Soloup (Αντώνης Νικολόπουλος) διασκευάζει με τη γλώσσα των κόμικς ένα από τα πιο εμβληματικά και πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα του Νίκου Καζαντζάκη, το «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά». Στο ογκώδες αυτό βιβλίο 500 σελίδων επαναπροσεγγίζει τον Ζορμπά και μας επαναφηγείται τον καζαντζακικό ήρωα μακριά από τα εθνοκεντρικά στερεότυπα, για τα οποία σε μεγάλο βαθμό ευθύνεται και η κινηματογραφική μεταφορά του 1964. Ο Soloup μάς παρουσιάζει όχι τον «γραφικό Έλληνα», αλλά έναν άνθρωπο που αναζητά την ελευθερία. ● Eκδόσεις Διόπτρα Αριθμός σελίδων: 520 «Καπετάν Μιχάλης» Παναγιώτης Πανταζής Στον δεύτερο τόμο του εκδοτικού προγράμματος της Διόπτρας για τα 140 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καζαντζάκη, ο Παναγιώτης Πανταζής (Pan Pan) φέρνει σε πέρας με επιτυχία ένα φιλόδοξο εγχείρημα: τη μεταφορά του έργου «Καπετάν Μιχάλης» σε κόμικς. Με φόντο τα γεγονότα που οδήγησαν τους χριστιανούς της Κρήτης στην επανάσταση του 1889 απέναντι στους οθωμανούς, ο Καπετάν Μιχάλης, με τη φήμη του αγριμιού, αναζητάει την ελευθερία σε ακόμη έναν τομέα. ● Εκδόσεις Διόπτρα Αριθμός σελίδων: 168 «Τ’ Αμπελοκηπιώτικα της Αθήνας» Θανάσης Πέτρου Μετά τα «Νεαπολίτικα», ο πολυτάλαντος και υπερπαραγωγικός Θανάσης Πέτρου μάς ξεναγεί στους Αμπελόκηπους της Αθήνας, όπου έζησε για κάποια χρόνια ως – εκ Θεσσαλονίκης – εσωτερικός μετανάστης. Σε αυτό το εξαιρετικά καλοδουλεμένο λεύκωμα ο Πέτρου καταγράφει, κατόπιν υποδειγματικής έρευνας, την ιστορία, την αρχιτεκτονική και την ανθρωπογεωγραφία μιας ολόκληρης συνοικίας, προσφέροντας στο αναγνωστικό κοινό μια δουλειά που δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει από τις εργασίες πολλών αθηναιογράφων, δημοσιογράφων και ρεκτών της τοπικής ιστορίας. ● Εκδόσεις Oblik Αριθμός σελίδων: 194 «Μικρός Ήρως» – Επετειακή έκδοση Α' και Β' τόμος Συλλογικό Το 2023 ασφαλώς ανήκει στον Μικρό Ήρωα. Και αυτό γιατί φέτος συμπληρώθηκαν 70 χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου τεύχους «Μικρός Ήρως» των Στέλιου Ανεμοδουρά και Βύρωνα Απτόσογλου, του εικονογραφημένου περιοδικού με το οποίο μεγάλωσαν γενιές και γενιές Ελλήνων αναγνωστών. Έτσι, μετά τη μεγάλη έκθεση εικονογράφησης στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης και την έκδοση του πολυτελούς άλμπουμ αφιερωμένου στα 70 χρόνια (1953-2023), οι εκδόσεις Μικρός Ήρως μάς ετοίμασαν και δύο έγχρωμα άλμπουμ 100 σελίδων έκαστο, με μικρές αυτοτελείς ιστορίες από δεκαοχτώ Έλληνες καλλιτέχνες που αποτίουν φόρο τιμής στον Γιώργο Θαλάσση, τον Σπίθα και την Κατερίνα – τους μικρούς ήρωες που έγραψαν και εκείνοι το δικό τους χάρτινο έπος της Εθνικής Αντίστασης. ● Εκδόσεις Μικρός Ήρως Αριθμός σελίδων: (Α’ τόμος) 106, (Β’ τόμος) 108 Και το σχετικό link...
  22. Με αφορμή τη συμμετοχή του στην επετειακή έκδοση του Μικρού Ήρωα, μιλήσαμε με τον γνωστό σκιτσογράφο για την ακροδεξιά, τον Αλισάνογλου και τους Ράδιο Αρβύλα αλλά και για τον πατέρα του, τον μεγάλο λαϊκό συνθέτη, Θόδωρο Δερβενιώτη. Μια αφορμή είναι το σκίτσο. Για εμένα για να πιάσω κουβέντα μαζί του και για εκείνον για να πιάσει κουβέντα με τους αναγνώστες του. Θέματα συζήτησης; Τα πάντα. Απ’ την πολιτική και τον κοινωνικό προβληματισμό μέχρι την πλάκα για την πλάκα. Αυτήν τη φορά ο Σπύρος Δερβενιώτης, ένας από τους πλέον καταξιωμένους δημιουργούς κόμικ, έβαλε τον μαρκαδόρο πάνω στο χαρτί κατά παραγγελία (δεν τον πειράζει να το λέμε έτσι, θα το δείτε) και σχεδίασε μία ιστορία με κεντρικό πρόσωπο τον Μικρό Ήρωα. Είναι ένας από τους 18 καλλιτέχνες που παίρνουν μέρος στην επετειακή έκδοση για τα 70 χρόνια απ’ τη μέρα που ο Γιώργος Θαλάσσης συστήθηκε στο ελληνικό κοινό. Νέα σενάρια, νέες ιστορίες με τον Μικρό Ήρωα για να εορταστεί αυτή η καθοριστική στιγμή για την ελληνική ποπ κουλτούρα και με αυτήν την αφορμή είπαμε μερικές κουβέντες στο τηλέφωνο. Θες να μου πεις δυο λόγια γι’ αυτήν την προσπάθεια; Είναι μια επετειακή έκδοση για τα 70 χρόνια από το πρώτο τεύχος του Μικρού Ήρωα, εις διπλούν μάλιστα, καθώς είναι δύο τόμοι. Πλειάδα σύγχρονων σκιτσογράφων δίνουν ο καθένας τη δική του οπτική πάνω στον γνωστό ήρωα. Η ιδέα ήρθε απ’ τον Λεωκράτη Ανεμοδουρά, τον εγγονό του Στέλιου Ανεμοδουρά που έγραφε τον Μικρό Ήρωα, και συνεχίζει να έχει μέχρι σήμερα έναν εκδοτικό με το ίδιο όνομα. Η δική μου προσέγγιση ήταν να τον φέρω στο σήμερα. Τον έχεις φέρει να ζει δέκα χρόνια πριν, στο 2013; Ναι, και από ότι είδα όχι μόνο εγώ αλλά τουλάχιστον άλλοι δύο συνάδελφοι είχαν την ίδια ιδέα. Ήθελα να τον φέρω στο σήμερα, να δέσω την ιστορία και με μια σημερινή συγκυρία, να δημιουργήσω ένα κουβάρι διαχρονίας. Και διότι η αλήθεια είναι ότι μέσα μου οι ιδέες έπεφταν βροχή γύρω απ’ το “αν ήταν σήμερα εδώ, τι θα γινόταν;”. Δηλαδή ένα από τα πράγματα το οποίο ήταν ελάσσονος σημασίας αλλά μείζονος απόδοσης για μένα, ήταν ότι ένας Γιώργος Θαλάσσης που θα ζούσε μέχρι σήμερα θα είχε ακούσει και το τραγούδι που γράφτηκε γι’ αυτόν από τον Κηλαηδόνη. Ήθελα να τον βάλω να αντιδρά σε αυτό. Τον έχεις φτιάξει ηλικιωμένο δηλαδή, 70-80 χρονών; Ναι, ακολούθησα τη χρονολογία, δηλαδή πόσο χρονών θα ήταν σήμερα με δεδομένου του πόσο ήταν όταν διαδραματίζονταν οι περιπέτειες του πρώτη φορά. Κάποιο σπόιλερ; Για παράδειγμα με τι ασχολείται; Ε, στην ηλικία του είναι συνταξιούχος. Ναι, αλλά πώς τον φαντάστηκες να έχει φτάσει μέχρι το σήμερα; Έχει αλλαξοπιστήσει; Ζει από ΕΣΠΑ π.χ.; Η αλήθεια είναι ότι μέσα σε μια ιστορία δέκα σελίδων θα έπρεπε να είμαι τηλεγραφικός. Όλα αυτά θα είχαν απαντηθεί αν το έκανα σε σαράντα σελίδες. Πάντως, όσον αφορά το θέμα της ιστορίας, από την πρώτη σελίδα κιόλας δείχνει να υπάρχει μια προσέγγιση μεταξύ του Θαλάσση και μιας ακροδεξιάς ομάδας, η οποία όπως όλες βαφτίζεται “πατριωτική”. Από εκεί ξεκινάει το νήμα της αφήγησης. Οπότε θα τεθούν αυτά τα ερωτήματα: τι είναι πατριωτικό, τι πρέπει να είναι πατριωτικό, τι είναι εθνικιστικό και τι πρέπει να λέγεται εθνικιστικό σε αντίθεση με το πατριωτικό. Σύνταξη Εθνικής Αντίστασης θα παίρνει; Ε, προφανώς θα ‘χει πάρει. Επί Παπανδρέου. Πάντως ο Μικρός Ήρωας δεν είχε ιδεολογικό πρόσημο στην εποχή του, το είχε αποφύγει ο συγγραφέας του – ούτε κομμουνιστής ούτε ΕΔΕΣ… Ήταν πατριώτης, ναι. Εσύ του έχεις δώσει κάποιο ιδεολογικό πρόσημο; Όχι, κανένα. Όταν πρωτοείπα την ιδέα στον Λεωκράτη, μου είπε ότι “το μόνο που δεν θέλω είναι να κάνεις κάτι που δεν θα έκανε και ο συγγραφέας”, και τον διαβεβαίωσα ότι δεν ήταν ούτε στους σκοπούς ούτε στην ιστορία κάτι τέτοιο. Όταν ανακοινώθηκε αυτή η ιστορία υπήρξαν αντιδράσεις από ακροδεξιούς που μπήκαν και σχολίαζαν, οι οποίοι δεν είχαν διαβάσει ακόμα την ιστορία, και μου χρέωναν ιδεολογική ατζέντα. Ας το διαβάσει κάποιος και ας βγάλει τα συμπεράσματά του. Μου κάνει εντύπωση… Δηλαδή υπήρξαν ακροδεξιοί που θεωρούσαν ότι αυτός ο ήρωας π.χ. μπορεί να τους εκφράζει; Να τους ανήκει κιόλας; Γενικά είναι λίγο μπερδεμένο να είσαι ακροδεξιός στην Ελλάδα δεδομένου ότι η μισή σου καρδιά ανήκει στους ναζί κατακτητές. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να θεωρούσαν ότι ο Θαλάσσης είναι δικός τους. Νομίζω ότι η ιστορία που έχω γράψει θα το απαντήσει και αυτό. Τον σημερινό νέο τον αφορά ο Μικρός Ήρωας; Νομίζω ότι δεν τον ξέρει καν τον Μικρό Ήρωα αλλά από εκεί και πέρα, και τον σημερινό νέο όπως και όλους τους νέους, τον νοιάζει το που θεωρεί ότι ανήκει, ποια είναι η συλλογικότητα του και τι είναι αυτό που την απειλεί. Αυτή είναι μια διαχρονική ανησυχία γενικά κάθε κοινότητας. Για παράδειγμα αν σκέφτεται με όρους έθνους και πατρίδας, τον νοιάζει και τι θεωρεί ο ίδιος ως έθνος και πατρίδα, γιατί πατρίδα για αυτόν μπορεί να είναι οι φίλοι, το σπίτι, η διαδικτυακή του ομάδα, δηλαδή το που ορίζει ο καθένας ότι ανήκει. Και μαζί μ’ αυτό, ορίζει και από τι θέλει να την προστατεύσει, ποιον θεωρεί εχθρό του. Απλά αναρωτιέμαι αν ένας 20χρονος θα πάει μέχρι το βιβλιοπωλείο για να αγοράσει κάτι που θα αφορά τον Μικρό Ήρωα. Νομίζω ότι μια επετειακή έκδοση το τελευταίο που έχει ως στόχο είναι τι θα κάνει αυτός που δεν έζησε τη χρυσή εποχή αυτού που περιγράφει. Για παράδειγμα, αν βγει μια έκδοση επετειακή με τα Σπάιντερμαν της δεκαετίας του ‘60 κ.τ.λ., δεν νομίζω ότι θα ρωτήσουμε τι λέει στον σημερινό νέο ο Σπάιντερμαν. Κυρίως πάει σ’ αυτούς που τον έζησαν, συγκινήθηκαν και μεγάλωσαν με τις περιπέτειές του και θέλουν να κρατήσουν αναμμένο το κεράκι της μνήμης του. Όσο σκίτσαρες, το γεγονός ότι έπρεπε να πατήσεις πάνω σε κάτι που ήδη υπήρχε σε περιόρισε κάπως; Βρήκες μήπως τρόπο να το κάνεις λίγο πιο δικό σου ή όποιος το δει θα πει “αυτό είναι ίδιο με τον Θαλάσση του ‘50” π.χ.; Όχι, δεν είναι καθόλου ίδιο με τον Θαλάσση του ‘50 για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι γιατί δεν προσπάθησα καν, δηλαδή το να προσπαθήσεις να σχεδιάσεις σαν τον Απτόσογλου είναι προσβολή και για κείνον. Το δεύτερο είναι ότι ο “Μικρός Ήρωας” δεν ήταν κόμικ, ήταν εικονογραφημένες ιστορίες που σημαίνει ότι όντως δεν υπάρχει ένα πιστό template να πρέπει να πατήσεις πάνω του για να φαίνεται true. Αλλά και να υπήρχε, πάλι δεν θα είχε κανένα νόημα να ζωγραφίσω όπως τη δεκαετία του ‘50 ή του ‘60, γιατί είτε ξέρει είτε δεν ξέρει κάποιος τον ήρωα, η ιστορία μου απευθύνεται στα σημερινά μάτια, τα οποία έχουν εκπαιδευθεί σε μια σημερινή ας την πούμε ομοβροντία εικόνων – από την τηλεόραση, από τον κινηματογράφο, από τα κόμιξ κ.τ.λ. Προφανώς λοιπόν δεν μπορείς να τους πλασάρεις κάτι το οποίο φτιάχτηκε για άλλα μάτια μίας άλλης δεκαετίας. Εσύ θυμάσαι την πρώτη φορά που διάβασες τον Μικρό Ήρωα; Λοιπόν, εξομολόγηση: δεν έχω διαβάσει ποτέ Μικρό Ήρωα. Λογικά όμως τώρα θα διάβασες για τις ανάγκες του κόμικ, έτσι; Κοίταξε, και να μην έχεις διαβάσει ποτέ Μικρό Ήρωα, έχοντας ζήσει σ’ αυτή τη χώρα είσαι περιτριγυρισμένος απ’ αυτόν, είναι μέρος της συλλογικής μνήμης. Είναι σαν μην έχεις δει ποτέ Ζορό ή Ταρζάν. Παρόλα αυτά ξέρεις τι είναι. Για τις ανάγκες του σεναρίου κοίταξα τα βασικά εγκυκλοπαιδικά που έπρεπε, δηλαδή πόσο χρονών ήταν, ποιο είναι το πραγματικό όνομα του Σπίθα κ.τ.λ. Τον έχεις τοποθετήσει πάντως στο 2013, στη βαθιά κρίση. Μπορούμε να πούμε τι ρόλο παίζει το πολιτικό γίγνεσθαι στην ιστορία, μέχρι ενός σημείου, να μην κάνουμε σπόιλερ. Π.χ. βλέπω ότι και ο Σπίθας έχει “πεθάνει”. Εστιάζω πολύ στο σκέλος της ανόδου της ακροδεξιάς. Το ‘13 ήταν στο απόγειο της δυναμικής της. Απ’ την άλλη το ότι ο Σπίθας έχει πεθάνει είναι ένα απότοκο της κρίσης – και ας μη λέγεται – γιατί είναι ένας υπέρβαρος άνθρωπος, με βεβαρημένη υγεία και εδώ έβαλα μια προσωπική πινελιά από εκείνα τα χρόνια. Δυστυχώς, εγώ τότε πήγα σε κηδείες πολλών ανθρώπων των οποίων η ζωή άλλαξε άρδην από τη μία μέρα στην άλλη. Και αρκετοί ήταν και δημοσιογράφοι της παλιάς φρουράς της Ελευθεροτυπίας. Όταν η εφημερίδα κύλησε στο λουκέτο, πολλοί άνθρωποι βρέθηκαν σε μια βαθιά υπαρξιακή κατάθλιψη. Ο υπέρβαρος φίλος μας λύγισε, ας το πούμε κάπως έτσι. Άσχετο αλλά επειδή είδα ένα σχόλιο σου κάπου στο Facebook εναντίον του Ράδιο Αρβύλα για αυτό που έκαναν στο Αλισάνογλου (εγώ είμαι με αυτούς που λένε ότι κακώς πειράχτηκε) θέλω να σε ρωτήσω το εξής: αν στο Ράδιο Αρβύλα πάρουν δύο σελίδες απ’ αυτό που σχεδίασες τώρα και το σατιρίσουν ή κάνουν πλάκα με αυτό στην εκπομπή τους, θα σε ενοχλήσει; Εμένα προσωπικά δεν θα με ενοχλήσει αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Το θέμα είναι από ποια σκοπιά κάνεις τι. Καταρχάς να βγάλουμε μια τεράστια παρεξήγηση απ’ τη μέση. Δεν απαγόρευσε ποτέ κανένας στο Ράδιο Αρβύλα να κάνει οτιδήποτε. Το γεγονός ότι υπήρξε αντίδραση βαφτίζεται ως “μα γιατί; Υπάρχουν όρια στη σάτιρα;”. Κάτσε ρε φίλε, αν εσύ που κάνεις τη σάτιρα ξεκινάς απ’ το αξίωμα ότι όλα επιδέχονται κριτικής, τότε και εσύ πρέπει να δεχτείς κριτική για τη σάτιρά σου. Οπότε δεν καταλαβαίνω τα μυξοκλάματα. Και πάμε τώρα στην ουσία. Έχει σημασία τι κάνεις και γιατί, από ποια θέση προς ποια θέση, πού βάζεις το κανόνι σου και πού στοχεύεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση θέλω να το τονίσω όσο γίνεται πιο πολύ με κεφαλαία γράμματα, έχουμε ένα ιδιωτικό κανάλι που μπορούμε να πούμε με σχετικά μεγάλη βεβαιότητα ότι έχει ως σκοπό της ζωής του να πολεμήσει κάθε έννοια πνευματικότητας. Αυτό μπορεί να το δει κανείς στο περιεχόμενό του, μπορεί να το δει στις επιλογές του, ποια κουλτούρα προτείνει κ.τ.λ. Και από αυτό το κανάλι εσύ διαλέγεις να βάλεις στο στόχαστρο όχι κάποιον ισχυρό, γιατί δεν σε παίρνει, αλλά έναν άκακο που κατά τη γνώμη σου διαβάζει ποίηση με στόμφο; Ε, συγγνώμη, είσαι φάουλ. Απλά πέρασε προς τα έξω – και απ’ τα status που διάβασα – ότι εκ προοιμίου δεν μπορείς να κάνεις πλάκα με την ποίηση. Εμένα αυτό με βρήκε εντελώς αντίθετο. Αυτό νομίζω είναι υπερβολή, δεν νομίζω ότι οι ίδιοι εννοούσαν αυτό αλλά δεν μπορώ και να μιλήσω εκ μέρους τους. Προφανώς και μπορείς να κάνεις πλάκα και με την ποίηση. Μάλιστα, αναφέρθηκε και η σατιρική σελίδα “Ελύτης, ο ποιητής του Αιγαίου”, αλλά αυτή αφορούσε έναν ποιητή ο οποίος έχει τις δάφνες μίας πολυβραβευμένης πορείας, είναι θεσμικός, και έτσι οριακά μπορείς να πεις κι εδώ ότι έγινε μία σάτιρα προς τα πάνω και όχι προς τα κάτω. Ωραία, έκαναν αυτήν τη σάτιρα (πετυχημένη/αποτυχημένη, όπως θέλει τη βλέπει ο καθένας, εγώ αποτυχημένη την είδα) αλλά μου φαίνεται ότι έρχεται από τόσο παλιά μέσα στον χρόνο αυτός ο τρόπος που “κορόιδεψαν” την ποίηση, ότι δηλαδή είναι ο κλασικός τρόπος με τον οποίο μια ζωή διακωμωδούν τους ποιητές (από τον Βέγγο στο “Τύφλα να ‘χει ο Μάρλον Μπράντο” μέχρι σήμερα), που αυτό το γεγονός τον έχει κάνει κάπως αδύναμο αυτόν τον τρόπο. Είναι τόσο κλασικό και τόσο τετριμμένο που δεν ένιωσα ότι έκαναν κάτι κακό σε κάποιον, δηλαδή ήταν ο κλασικός τρόπος με τον οποίο “κοροϊδεύουν” την ποίηση και πια είναι τελείως αποδυναμωμένος αυτός. Υπάρχουν 600 αποχρώσεις, για παράδειγμα η σάτιρα του Βέγγου εντάσσεται σε μια λαϊκή περιρρέουσα πλάκα, κατά την οποία το μη απλό και κατανοητό ήταν εξοβελιστέο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν και σωστό. Αυτή ήταν η άμυνα του αμόρφωτου (με την καλή έννοια “του αμόρφωτου”, δεν είναι ψόγος γιατί τότε δεν είχαν όλοι τη δυνατότητα να μορφωθούν), απέναντι σε κάτι που τους ξεπερνούσε. Τώρα έχουμε 2023. Και το ξαναλέω για να είμαι στην ουσία του πράγματος. Δεν ήταν π.χ. ένας youtuber, ένας τράπερ, ένας οτιδήποτε ο οποίος κάνει πλάκα. Ήταν ένα από τα πέντε κανάλια πανελλήνιας εμβέλειας τα οποία καταστρέφουν κάθε έννοια πνευματικότητας, προβάλλουν δηλαδή αξίες, αισθητική και ιδεολογία, η οποία πάει κόντρα σε οτιδήποτε είναι ανθρώπινο. Και απ’ αυτό το κάστρο πολεμάς έναν ποιητή; Είναι τόσο απλό για μένα. Τα υπόλοιπα είναι Facebook σάλτσες. Αν θες να μου πεις κάποια πράγματα για σένα. Πόσα άλμπουμ έχεις βγάλει μέχρι σήμερα; Δεκαπέντε; Ε, κάπου τόσα ναι. Είναι η πρώτη, η δεύτερη φορά που κάνεις κάτι – αν πω κατά παραγγελία, θα σου ακουστεί άσχημο; Όχι καθόλου, το έχω κάνει πολλές φορές. Θες να μου δώσεις παραδείγματα; Καλούμαστε συχνά να συνεισφέρουμε τη ματιά μας σε διάφορους σκοπούς. Και με το περιοδικό Γαλέρα έχουμε κάνει κατά παραγγελία έργα για θεματικές εκθέσεις. Επίσης κατά παραγγελία ήταν και το “Βάλ’ τους Χ – Ο Μαύρος Χάρτης της Αθήνας”, που ήταν μια πρωτοβουλία χαρτογράφησης των χώρων της Αθήνας όπου είχαν γίνει χτυπήματα της Χρυσής Αυγής. Aυτοί που το έφτιαξαν είχαν παραγγείλει στον καθένα μας να εικονογραφήσει μία απ’ αυτές τις επιθέσεις. Όταν αποδέχομαι μία παραγγελία σημαίνει και ότι συμφωνώ μαζί της. Εσύ είσαι αφοσιωμένος στο πολιτικό σκίτσο, έτσι; Γιατί πιστεύεις σε τράβηξε τόσο πολύ αυτό και όχι κάποιο άλλο είδος; Mε τράβηξε και άλλο είδος. H εργογραφία μου περιλαμβάνει και μη πολιτικά έργα, στα οποία ίσως η πολιτική να μπαίνει από την πίσω πόρτα ή και καθόλου. Απλώς μεγαλώνοντας σε μια περίοδο όπου η πολιτική ήταν πανταχού παρούσα, οι εφημερίδες έμπαιναν στο σπίτι και οι γελοιογράφοι ήταν ο αφρός του αφρού, όλα αυτά δεν μπορούσαν να σε αφήσουν ανεπηρέαστο, ήταν μέρος της καθημερινότητάς σου. Οπότε η δύναμη που μου ασκούσε με έκανε να θέλω να μπορώ και εγώ να ασκήσω αυτήν τη δύναμη. Το έχεις σπουδάσει κάπου; Όχι, τότε δεν υπήρχαν καν σχολές. Και νομίζω κανένας γελοιογράφους από αυτούς που γνωρίζουμε δεν σπούδασε αυτό το αντικείμενο. Άλλοι έχουν σπουδές αρχιτεκτονικής, κάποιοι άλλοι νομικής και έχουμε και τον Πετρουλάκη ο οποίος είναι γιατρός. Γελοιογράφοι έρχονται από κάθε άλλη τέχνη εκτός από τη ζωγραφική. Εσύ πότε κατάλαβες ότι έχεις βρει το δικό σου στιλ και είπες ότι “από αυτήν τη δουλειά και μετά είμαι εγώ, πριν από αυτή τη δουλειά κάπως έψαχνα τον εαυτό μου”. Θέλω να πιστεύω ότι ακόμα δεν είμαι εγώ. Είμαι οι αναφορές μου, είμαι αυτά που αφομοιώνω, και για αυτό σχεδόν καμία δουλειά μου δεν μοιάζει με την άλλη. Ίσως το ενοποιητικό μου στοιχείο – πέρα από το πολιτικό σκίτσο – είναι που έχω βρει μια δική μου γραμμή, στην οποία κατέληξα θέλοντας και μη, χωρίς να πατήσω σε έναν σκιτσογράφο, να πω “θέλω να ζωγραφίσω σαν τον τάδε”. Έπαιρνα την ουσία τους δηλαδή την οπτική τους, το πνεύμα τους, την προσέγγισή τους αλλά όχι τη γραμμή τους. Απλά επειδή οι περισσότεροι σκιτσογράφοι έχουν τον δικό τους τρόπο να ζωγραφίζουν, ο οποίος είναι και άμεσα αναγνωρίσιμος απ’ αυτούς που είναι εξοικειωμένοι με τα κόμικς. Κοίταξε, εμένα σε κάποιες δουλειές με αναγνωρίζεις από μακριά, σε κάποιες δουλειές όχι γιατί έχω κάνει πολλές τεχνοτροπίες. Ειδικά στα κόμικς αλλάζω τεχνοτροπία ανάλογα τις ανάγκες κάθε δουλειάς, δηλαδή αυτό που έχω κάνει στον Μικρό Ήρωα δεν μοιάζει με κάτι άλλο δικό μου. Και αυτό που έκανα στο “YESTERNOW” και στο “SHARK NATION” επίσης δεν μοιάζει με τίποτα που να είχα ξανακάνει. Άλλες δουλειές μου μοιάζαν λίγο περισσότερο με τις γελοιογραφικές μου οπότε εκεί έβλεπες ότι ο τρόπος που μπορώ να σχεδιάσω γελοιογραφικά μία ανθρώπινη φιγούρα είναι ίδιος. Αλλά στις ιστορίες που έχουν ανάγκη από άλλου είδους ατμόσφαιρα, αλλάζει και η γραμμή μου. Και εκεί ίσως να μην μπορεί κανένας να με αναγνωρίσει. Με τη μουσική είχες σκεφτεί να ασχοληθείς; Ποτέ. Με τον Θόδωρο Δερβενιώτη τι σχέση έχετε, συγγνώμη κιόλας. Ο πατέρας μου. Και πώς και δεν επηρεάστηκες; Ένα καλοκαίρι που ήμουν 15-16 χρονών, κάναμε εκατέρωθεν μια τίμια προσπάθεια να μου μάθει μπουζούκι, αλλά μέσα σε τρεις βδομάδες το παρατήσαμε και οι δυο σιχτιρισμένοι και δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ για αυτό. Ο πατέρας σου πώς το είδε το γεγονός ότι θα ζήσεις σκιτσάροντας; Αν είναι πολύ προσωπική ερώτηση, ας μην το πούμε, εντάξει. Όχι, δεν πειράζει. Είναι μια προσωπική ερώτηση που θα τη βάλω μάλιστα και σε ένα βιβλίο που θα βγάλω για εκείνον. Το βιβλίο έχει γραφτεί, είναι εν αναμονή εκδόσεως. Ο πατέρας μου είχε τον φόβο, ο οποίος δεν ήταν παράλογος, ότι αυτή η δουλειά δεν έχει σταθερότητα. Και προσπαθούσε να με πείσει να βρω έναν τρόπο να έχω μία ασφάλεια. Από εκεί και πέρα δεν μπορούσε να πει και πολλά, διότι ακολουθούσα το δικό του παράδειγμα χωρίς όμως να ακολουθώ ακριβώς το δικό του παράδειγμα. Είχε κάνει το ίδιο; Και ναι και όχι. Από τη μία ο ίδιος “ευτύχησε” να ενταχθεί σε ένα κραταιό δισκογραφικό σύστημα που μπορούσε να ανταμείψει τους δημιουργούς του – τους συνθέτες, τους τραγουδιστές, τους πάντες. Απ’ την άλλη η σκιτσογραφία εξαρτιόταν απ’ το αν θα είσαι σε μια εφημερίδα γιατί μόνο εκεί υπήρχε ικανή αμοιβή και σταθερότητα. Οι εφημερίδες ήταν λίγες και η προσφορά εργασίας για αυτές μεγάλη, και η αλήθεια είναι ότι δεν είχα καταφέρει ποτέ να ενταχθώ σε μια απ’ αυτές. Οπότε οι υπόλοιπες σκιτσογραφικές δουλειές ήταν αυτό που θα λέγαμε σήμερα gig economy. Βρήκες, δεν βρήκες, παραγγελίες, πελάτες, τέτοια. Ήξερε ότι όπως κάθε δουλειά θα ‘χει τα πάνω αλλά θα ‘χει και τα κάτω της και προσπαθούσε απλώς να με προειδοποιήσει για αυτό. Από εκεί και πέρα δεν μπορούσε να κάνει και πολλά γιατί έβλεπε ότι ήμουν όλη μέρα με έναν μαρκαδόρο και ένα χαρτί στο χέρι, δεν μπορούσε να μου το ξεκολλήσει με το ζόρι. Φαντάζομαι ότι θα σε καταλάβαινε και ως έτερος καλλιτέχνης, άσχετα αν ασχοληθήκατε με διαφορετική τέχνη. Μωρέ ήμασταν ξένοι στην ίδια στέγη, ας το πούμε έτσι. Εγώ δεν καταλάβαινα καθόλου τον κόσμο του, ούτε μπορούσα να μεταβολίσω τη μουσική ούτε να καταλάβω τις αναφορές του γιατί ξεριζώθηκε απ’ το χωριό του και ήρθε στη ζούγκλα της Αθήνας. Εγώ μεγάλωσα στην Αθήνα, ήξερα μόνο αυτήν τη ζούγκλα, δεν είχα ιδέα απ’ την αγροτική ζωή. Δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε σε τίποτα βασικό. Αλλά κάπου στο βάθος υπήρχε μια αλληλοεκτίμηση. Δεν είχαμε προστριβές. Απλώς ήμασταν άλλοι κόσμοι. Οπότε στο σπίτι σου μεγαλώνοντας έρχονταν καλλιτέχνες όπως ο Καζαντζίδης, ο Κολοκοτρώνης, η Πόλυ Πάνου; Τους έβλεπες αυτούς τους ανθρώπους; Δεν έρχονταν γιατί ο Θόδωρος Δερβενιώτης διαχώριζε με πολύ αυστηρό τρόπο την προσωπική από την επαγγελματική ζωή. Όταν έμπαινε στο σπίτι, έβγαινε το κοστούμι, έμπαινε η φανέλα, και δεν έμπαινε κανείς άλλος. Η σχολή του όμως ήταν πέρασμα. Όταν ήμουν μικρός πήγαινα από εκεί και έβλεπα τους πάντες – από τους αδερφούς Κατσάμπα μέχρι τον Βουτσά. Ο Καζαντζίδης ξημεροβραδιαζόταν εκεί. Τελευταία φορά που τον είδα στο σπίτι μου ήταν στον σεισμό του ‘81, όταν ο πατέρας μου είχε αναγκαστικά μετατρέψει το σπίτι μας σε σχολή και έκανε σε εμάς τα ραντεβού του. Τότε ο Καζαντζίδης ήταν απών απ’ τη δισκογραφία λόγω της διαμάχης του με τον Μάτσα οπότε ερχόταν και συζητούσαν, και μεσολαβούσε ο Δερβενιώτης να βρεθεί μία λύση. Και έτσι απλά έβλεπες τον Καζαντζίδη στο σπίτι σου. Άλλη μια συνηθισμένη ημέρα για σένα. Τώρα πια όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι θρύλοι αλλά τότε καλώς ή κακώς ήταν άνθρωποι με κοντά παντελονάκια και φανέλες, με λάστιχα στο χέρι να ποτίζουν τις αυλές τους κ.τ.λ. Δεν υπήρχε το φωτοστέφανο. Ήταν λαϊκοί – απ’ τον λαό για τον λαό. Όλες οι μεγάλες τραγουδίστριες που σήμερα ξέρουμε (η Πόλυ Πάνου, η Γιώτα Λύδια) ήταν κορδελιάστρες, μοδίστρες, παντρεμένες από μικρές… Ήταν λαϊκές κοπέλες, και που με μια καλή φωνή βγήκαν στη δισκογραφία. Και αυτή δεν είχε τότε την αίγλη που έχει σήμερα ένα σταρ σύστεμ, που έχει παρατρεχάμενους, στυλίστες, “να μιλήσετε με τη γραμματέα μου”… Τότε το σήκωνες εσύ το τηλέφωνο. Έχεις γράψει κάποιο κόμικ σχετικό με το τραγούδι, με τις εικόνες σου; Όχι και ο λόγος που δεν το ‘χω κάνει (ο οποίος όσο τον σκέφτομαι δεν είναι και πολύ σοβαρός), είναι ότι από ένα τέτοιο κόμικ θα λείπει το βασικό: ο ήχος. Θα μου πεις “στο βιβλίο σου δεν θα λείπει ο ήχος”; Ναι, θα λείπει, αλλά εκεί βάζεις μια εγκυκλοπαιδική πληροφορία που δεν θα τη βάλεις στο κόμικ γιατί θα το σκοτώσεις. Το βιβλίο τι είναι; Βιογραφία; Ναι, είναι η βιογραφία του πατέρα μου μέσα απ’ τα μάτια του γιου του. Και το σχετικό link...
  23. Με δύο νέα βιβλία οι εκδόσεις Μικρός Ήρως του Λεωκράτη Ανεμοδουρά, προέδρου της Ακαδημίας Ελληνικών Κόμικς και εγγονού του εμπνευστή και συγγραφέα των περιπετειών του «Μικρού Ήρωα» Στέλιου Ανεμοδουρά, συνεχίζουν να τιμούν τα εβδομήντα χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία του ιστορικού περιοδικού. Είχε προηγηθεί πριν από λίγους μήνες η επετειακή έκδοση «Ο Μικρός Ήρως, 70 Χρόνια» σε κείμενα και επιμέλεια του Γιώργου Βλάχου με έργα δεκάδων Ελλήνων δημιουργών κόμικς και εικονογράφων, μια έκδοση που συνοδεύτηκε και από μια μεγάλη έκθεση όλων των έργων. Τα δύο νέα βιβλία περιέχουν συνολικά 16 ιστορίες κόμικς φιλοτεχνημένες από τους Δημήτρη Κάσδαγλη, Γιώργο Βλάχο, Κώστα Φραγκιαδάκη, Βασίλη Γκογκτζιλά, Μάνο Λαγουβάρδο, Γιώργο Μελισσαρόπουλο, Δήμητρα Νικολαΐδη, Αγγελική Σαλαμαλίκη, Κωνσταντίνο Σκλαβενίτη, Γαβριήλ Τομπαλίδη, Νίκο Κούτση, Σπύρο Δερβενιώτη, Δημήτρη Καμένο, Θανάση Καραμπάλιο, Θανάση Πετρόπουλο, Γιάννη Ρουμπούλια, Τάσο Μαραγκό, Νίκο Τσουκνίδα και ανανεώνουν το ενδιαφέρον για το Παιδί-Φάντασμα που μαζί με την Κατερίνα και τον Σπίθα κατατρόπωναν τους ναζί κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην Αθήνα. Ορισμένοι από τους δημιουργούς μάλιστα, καλλιτεχνική αδεία, μεταφέρουν τη δράση στη σύγχρονη εποχή και με πανέξυπνους τρόπους κάνουν τα δικά τους πολιτικά σχόλια μιλώντας για τους νεοναζιστές της Χρυσής Αυγής, για τους απογόνους των λαδέμπορων του ’40, για τον ρατσισμό και τον φασισμό κ.ά. Αυτό εξόργισε τους ακροδεξιούς που σωρηδόν ξεχύθηκαν στα social media των εκδόσεων για να μιλήσουν για «κόκκινο φασισμό», να κατακεραυνώσουν τους «αναρχοάπλυτους», τους «κομμουνιστοσυμμορίτες», τη «γουόκ κουλτούρα» και τους «ΛΟΑΤΚΙ», αυτούς που «υπηρετούν Αραβόφωνους χιμπατζοπατριάρχες και σκουρόχρωμους αγαπητικούς» και να χαρακτηρίσουν τους καλλιτέχνες ως «αργόσχολα γίδια», «χανουμάκια», «αναρχομπάχαλα», «πρόβατα», «προβληματικά σκουπίδια που μισούν την πατρίδα μας», «αριστερούς τενεκέδες», «ανώμαλους», «εθνομηδενιστές» και άλλα τέτοια καλώντας τους «να αγοράσουν σαμπουάν και σαπούνια» και δίνοντας «ραντεβού στο Γράμμο και στο Βίτσι». Περισσότερο τους εξόργισαν ιστορίες όπως αυτή του Τάσου Μαραγκού, με τον Σπίθα να απολαμβάνει το κεμπάπ του έχοντας προηγουμένως ξυλοφορτώσει έναν ναζιστή έξω από ένα αραβικό εστιατόριο, και του Σπύρου Δερβενιώτη με τον 83χρονο Γιώργο Θαλάσση να ξεσκεπάζει την εγκληματική δράση μιας νεοναζιστικής οργάνωσης. Γιατί αν ζούσε σήμερα ο Γιώργος Θαλάσσης θα ήταν σίγουρα αντιναζιστής. Κι αυτό δεν το αντέχουν. Και το σχετικό link...
  24. Ο σπουδαίος εικονογράφος μιλάει για το νέο επετειακό τεύχος και τη φρέσκια ματιά στους χαρακτήρες του ιστορικού αναγνώσματος. Ο σχεδιαστής κόμικ Δημήτρης Κάσδαγλης μιλάει για την επετειακή έκδοση του «Μικρού Ήρωα» (2023), ένα συλλεκτικό άλμπουμ δεκαοχτώ Ελλήνων καλλιτεχνών σε δύο μέρη, στο πρώτο εκ των οποίων έχει επιμεληθεί ο ίδιος το εξώφυλλο. Ο Δημήτρης μιλάει για την πρώτη του γνωριμία με τον «Μικρό Ήρωα» ως παιδί, την ιστορία του κόμικ και το λόγο που συνεχίζει να κρατάει το ενδιαφέρον του κοινού, 70 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του. Ο πρώτος τόμος του εκατοντασέλιδου άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 26 Οκτωβρίου και ο δεύτερος θα κυκλοφορήσει στις 14 Δεκεμβρίου από τις Εκδόσεις Μικρός Ήρως. Πρώτα απ’ όλα, ειδικά για τις γενιές σαν τη δική μου που αγνοούν ίσως την ύπαρξη καν του αναγνώσματος «Μικρός Ήρως» (1953), μπορείς να μας πείτε δύο λόγια για αυτό; Πρόκειται για ένα πολύ δημοφιλές περιοδικό ανάγνωσμα για παιδιά, του οποίου φέτος γιορτάζουμε τα 70 χρόνια από την πρώτη του κυκλοφορία, τον Φεβρουάριο του 1953. Κυκλοφόρησε σε συνεχόμενη εβδομαδιαία έκδοση για 16 χρόνια. Αυτό μεταφράζεται σε 798 τεύχη, γραμμένα αποκλειστικά από τον Στέλιο Ανεμοδουρά και εικονογραφημένα κυρίως από τον Βύρωνα Απτόσογλου. Οι κεντρικοί χαρακτήρες είναι τρία ορφανά Ελληνόπουλα, ο Γιώργος Θαλάσσης, η Κατερίνα και ο Σπίθας, που τα βάζουν με τις Δυνάμεις του Άξονα την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι περιπέτειές τους ξεκινούν από την Κατοχική Αθήνα, σύντομα όμως θα γυρίζουν όλο τον κόσμο για να αγωνιστούν για την Ελευθερία. Τι σας τράβηξε αρχικά και σε τι ηλικία, στον «Μικρό Ήρωα»; Πείτε μας λίγο για την εμπειρία σας όταν το αγοράζατε και τι θυμάστε από εκείνη την εποχή. Το εξώφυλλο! Τον «Μικρό Ήρωα» τον γνώρισα στην τρίτη του επανέκδοση, αυτή των 100 τόμων, η οποία είχε ένα πολύ χαρακτηριστικό πορτραίτο των τριών πρωταγωνιστών, κοινό σε όλα της τα εξώφυλλα. Πήγαινα στο Δημοτικό, ήταν η εποχή που διάβαζα οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου, με το χαρτζιλίκι μου να πηγαίνει σχεδόν αποκλειστικά για κόμικς. Κάθε φορά που πήγαινα στο περίπτερο για… κατάθεση τους έβλεπα να με κοιτάζουν από το ράφι. Θυμάμαι την απογοήτευσή μου όταν τελικά αγόρασα έναν τόμο και συνειδητοποίησα εκ των υστέρων ότι δεν ήταν κόμικ! Η απογοήτευση δεν κράτησε πολύ. Μπορεί το ανάγνωσμα να φάνταζε ξεπερασμένο για τη δική μου εποχή, τη δεκαετία του 1980, όμως οι μικροί ήρωες του Ανεμοδουρά με είχαν βρει στη σωστή ηλικία και η γραφή του θα με κέρδιζε από τις πρώτες σελίδες. Έγινα φανατικός αναγνώστης. Οι τρεις πρωταγωνιστές των ιστοριών αγωνίζονται συχνά απέναντι σε Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους κατακτητές με φασιστικές ιδεολογίες. Έπαιξε αυτή η θεματολογία κάποιο ρόλο στο ενδιαφέρον σας για το περιοδικό; Ποια είναι η σχέση σας με την Ελλάδα και την εθνική μας ταυτότητα και ποια απέναντι στα συγκεντρωτικά καθεστώτα; Ήμουν πολύ μικρός για να παίξει. Για εμένα ήταν απλώς οι «κακοί» και με κάτι τέτοιους… αγκυλωτούς τα έβαζαν ο Ιντιάνα Τζόουνς, ο Κάπταιν Αμέρικα… ο Φασισμός ήταν κάτι που είχε γίνει παλιά και τον είχαμε αφήσει πίσω μας. Ώσπου ξυπνάς μια Δευτέρα πρωί και βλέπεις Χρυσαυγίτες στη Βουλή. Τότε αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι πως η γοητεία μιας φασιστικής ιδεολογίας είναι διαχρονική και πόσο επίφοβο είναι να μην πάρεις τον κίνδυνο αυτό εγκαίρως στα σοβαρά. Γεννήθηκα Έλληνας, όμως παράλληλα με θεωρώ πολίτη του κόσμου, με την ελληνικότητά μου να με χαρακτηρίζει, όχι να με διαχωρίζει από το σύνολο. Είναι αδιαμφισβήτητο μέρος της ταυτότητάς μου, τη βιώνω ως κομμάτι υγιούς εξωστρέφειας και όχι κομπλεξικής άμυνας, θυμώνω με το πώς εγχώριοι «αγκυλωτοί» την καπηλεύονται. Με την καταπίεση δεν τα πηγαίνω καθόλου καλά, πόσο μάλλον με τα καθεστώτα που την επιβάλλουν. Τρομάζω με την ευκολία που η Ανθρωπότητα ξεχνάει και επαναλαμβάνει τα λάθη της. Έχουμε πολλά να ξαναμάθουμε ακόμα. Όπως ξέρουμε, κυκλοφόρησε ο πρώτος και αναμένεται ο δεύτερος επετειακός τόμος για τα 70 χρόνια του «Μικρού Ήρωα», με τη συμμετοχή πολλών καλλιτεχνών και βέβαια τη δική σας. Πείτε μας δυο λόγια για τη συμμετοχή σας σε αυτές τις επετειακές εκδόσεις. Ήμουν ο δημιουργός που επιλέχτηκε να εικονογραφήσει το εξώφυλλο του πρώτου τόμου και συμμετέχω με μια ιστορία στον δεύτερο. Το εξώφυλλο είναι εμπνευσμένο από εμβληματικό πορτραίτο των πρωταγωνιστών στα εξώφυλλα των τόμων, ζωγραφισμένο από τον Βύρωνα Απτόσογλου. Ήθελα να είναι σαφής η αναφορά, αλλά η απόδοση των χαρακτήρων να γίνει με φρέσκια ματιά. Ανάλογο ήταν το σκεπτικό πίσω από την ιστορία που έφτιαξα για τον δεύτερο τόμο. Την ήθελα νοσταλγική για τους παλιούς αναγνώστες, αλλά να λειτουργεί και ως εισαγωγή στον κόσμο του Μικρού Ήρωα για τους καινούργιους. Εδώ το προσπάθησα δίνοντας μια άλλη ερμηνεία στο προσωνύμιο Παιδί-Φάντασμα, τίτλο που είχαν δώσει οι εχθροί του στο Γιώργο Θαλάσση. Η θεματολογία του «Μικρού Ήρωα» ήταν πάντα κάπως σκληρή, σαν μια ταινία με τον Λι Μάρβιν ίσως, με πολεμικό χαρακτήρα και πολλά θύματα και από τις δύο πλευρές. Παρόλα αυτά, οι νέες περιπέτειες που εμπεριέχονται εδώ είναι κάπως σκληρότερες, γραφικότερες αν θέλετε από εκείνες του αρχικού αναγνώσματος. Γιατί πιστεύετε πως συμβαίνει αυτό; Στην περίπτωση του «Μικρού Ήρωα», η θεματική είναι τέτοια που επιβάλλει μια σκληρή γραφική προσέγγιση, μιλάμε για περιπέτειες που διαδραματίζονται εν καιρώ πολέμου. Οι νέες ιστορίες ούτως ή άλλως απευθύνονται σε ένα κοινό που είναι ήδη αρκετά εξοικειωμένο με την απεικόνιση σκηνών βίας. Γραφικότερες πάντως υποθέτω πως τις κάνει να φαίνονται το μέσο, το ότι παρουσιάζονται δηλαδή σε μορφή κόμικ. Τα κόμικς είναι συνδυασμός λόγου και εικόνας όπου δεν αρκείσαι στην περιγραφή, δίνεις και οπτική πληροφορία. Ποιο από τα δυο υπερτερεί, είναι στην ευχέρεια και στο ταλέντο του εκάστοτε δημιουργού. Βέβαια και στην πρώτη έκδοση υπήρχε εικονογράφηση, εκεί όμως το κείμενο είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Προσωπικά πιστεύω ότι οι εικόνες που δημιουργεί με τη φαντασία του ο αναγνώστης διαβάζοντας μια περιγραφή, είναι πολύ πιο έντονες και αποτελεσματικές από το να τις δει αποτυπωμένες. Με αφορμή την ιστορία που είχα να κάνω, ξαναδιάβασα το καλοκαίρι που μας πέρασε τα πρώτα 40 περίπου τεύχη. Μου έκανε εντύπωση το πόσο σκληρή μπορούσε να γίνει η γραφή του Ανεμοδουρά, όμως τo 1953 οι πρώτοι αναγνώστες είναι παιδιά που είχαν γεννηθεί στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Είχαν βιώματα και αναμνήσεις από τα όσα περιγράφονται. Όλα τα παραπάνω βέβαια ο συγγραφέας κατάφερνε να τα εξισορροπεί με την παιδική αγνότητα των πρωταγωνιστών και το χιούμορ που έφερνε στις ιστορίες ο Σπίθας. Εικονογραφείτε, από όσο ξέρουμε, κυρίως βιβλία για παιδιά. Ωστόσο, στις ιστορίες του «Μικρού Ήρωα» εμπεριέχεται μεγαλύτερη πολιτική συνείδηση και ίσως ωριμότητα. Είναι αυτή μία στροφή στην καριέρα σας; Στροφή στην καριέρα μου θα ήταν να το γυρίσω στο τραγούδι! To χαίρομαι που η δουλειά μου είναι φιλική για παιδιά. Όσο αφηγούμαι με εικόνες όμως, είτε πρόκειται για βιβλίο για παιδιά, κόμικ ή αφίσα, στοχεύω για το ευρύτερο δυνατό κοινό. Κάθε δουλειά την αντιμετωπίζω με σεβασμό στο κείμενο που πάω να αποδώσω εικονογραφικά από τη μια, και στον αναγνώστη από την άλλη. Στον αναγνώστη κάθε ηλικίας, άντε και στο παιδί μέσα του! Όσον αφορά τώρα συγκεκριμένα στον «Μικρό Ήρωα», ο Γιώργος Θαλάσσης των 798 τευχών είναι ένας χαρακτήρας παγωμένος στο χρόνο: Ζει και αγωνίζεται σε έναν κόσμο εν καιρώ πολέμου, με το Καλό και το Κακό αντιδιαμετρικά και ξεκάθαρα, δίχως γκρίζες ζώνες και διλήμματα. Δεν προλαβαίνει να αναπτυχθεί πολιτικά και να ωριμάσει. Χαίρομαι που 70 χρόνια μετά, δίνεται η ευκαιρία σε δημιουργούς όχι μόνο να τιμήσουν το έργο των Ανεμοδουρά και Απτόσογλου με νέες ιστορίες – αυτό ήδη το έχουν κάνει εξαιρετικά άλλωστε ο Γιώργος Βλάχος και ο Κώστας Φραγκαδιάκης τα τελευταία χρόνια, αλλά να τολμήσουν να προχωρήσουν τους χαρακτήρες παρακάτω. Ποιο είναι το επόμενο πρότζεκτ που σχεδιάζετε; Τώρα που ζεστάθηκα με τον «Μικρό Ήρωα», λέω ξεκινήσω μια μικρή ιστορία σε κόμικ που θα ήθελα να κυκλοφορήσει στο ερχόμενο Comicdom Con. Θέλω σίγουρα να κάνω κάτι και με τις Παραμυθοκόρες, τις φίλες μου τις αφηγήτριες παραμυθιών που κάνουμε εργαστήρια κόμικς για παιδιά μαζί. Ιδανικά, θα ήθελα να ξαναεπισκεφτώ τον κόσμο του «Μικρού Ήρωα». Έκανα το εξώφυλλο του πρώτου τόμου, είχα μια ιστορία στον δεύτερο, περιμένω να τριτώσουν οι τόμοι και να δω τι θα κάνω εκεί! Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.