Search the Community
Showing results for tags 'εκδόσεις μικρός ήρως'.
-
Οι Εκδόσεις Μικρός Ήρως παρουσιάζουν το δεύτερο μέρος του graphic novel “Ο Πόλεμος του Λούκας”. Ένα κόμικ γεμάτο αποκαλύψεις και στοιχεία που θα συναρπάσουν όλους τους φαν του Star Wars. Μετά την μεγάλη επιτυχία του πρώτου graphic novel “Ο Πόλεμος του Λούκας”, οι δημιουργοί του Λοράν Χόπμαν, στο σενάριο και Ρενό Ροσέ, στο σχέδιο, επιστρέφουν με την κυκλοφορία του δεύτερου μέρους του “Ο Πόλεμος του Λούκας – Επεισόδιο ΙΙ”. Το δεύτερο graphic novel πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως και θα είναι διαθέσιμο σε βιβλιοπωλεία, κομιξάδικα και περίπτερα από την Τρίτη 9 Δεκεμβρίου. Ωστόσο, όσοι σκοπεύουν να επισκεφθούν το φετινό AthensCon θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την παρουσίαση του graphic novel νωρίτερα, και συγκεκριμένα την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου στις 20:30, αλλά και να ακούσουν όλα όσα έχουν να μοιραστούν οι δημιουργοί του graphic novel Λοράν Χόπμαν και Ρενό Ροσέ που θα βρίσκονται εκεί μέσω τηλεδιάσκεψης. Την παρουσίαση θα συντονίζει ο επίσης δημιουργός κόμικς, Σπύρος Δερβενιώτης. Στη συγκλονιστική συνέχεια, “Ο Πόλεμος του Λούκας – Επεισόδιο ΙΙ”, παρακολουθούμε μια ακόμα πραγματική καλλιτεχνική οδύσσεια γύρω από τις προκλήσεις του να μένεις πιστός στο καλλιτεχνικό σου όραμα, έχοντας απέναντί σου το σύστημα του Χόλυγουντ. Ένα graphic novel γεμάτο αποκαλύψεις και στοιχεία που θα συναρπάσουν όλους τους φαν του Star Wars, για την ταινία που έως σήμερα υμνείται ως το αριστούργημα της σειράς. Λοράν Χόπμαν και Ρενό Ροσέ Ο Λοράν Χόπμαν είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Με πάνω από είκοσι χρόνια εμπειρίας ως αρχισυντάκτης στον χώρο της ψυχαγωγίας, θεωρείται ειδικός στον αμερικανικό κινηματογράφο και βαθύς γνώστης του σύμπαντος των Star Wars. Έχει εργαστεί επί πολλά χρόνια στη βιομηχανία του θεάματος και σήμερα δραστηριοποιείται ως σεναριογράφος κόμικς. Ο Ρενό Ροσέ αποφοίτησε από τη Σχολή Τεχνών Gobelins στο Παρίσι το 2002. Ξεκίνησε την καριέρα του στα οπτικά εφέ, προτού στραφεί στο storyboard και την εικονογράφηση. Για σχεδόν δύο δεκαετίες εργάστηκε στον κινηματογράφο, τη διαφήμιση και τον Τύπο. Το 2019 εντάχθηκε στο στούντιο Illumination Mac Guff, συμβάλλοντας στη δημιουργία ταινιών όπως τα Sing 2 και Migration. Το πάθος τους για τα Star Wars τους οδήγησε να γράψουν και να σχεδιάσουν αντίστοιχα το σενάριο του “Πολέμου του Λούκας”, του πρώτου graphic novel που καταγράφει την ιστορία του Τζορτζ Λούκας και τη γέννηση του Star Wars. “Ο Πόλεμος Του Λούκας” είναι μια προσπάθεια να ειπωθεί μια οικουμενική και ειλικρινής εκδοχή της ζωής του δημιουργού των ταινιών “Star Wars”, Τζορτζ Λούκας, αλλά και των “ηρώων” που συνέβαλαν στην πραγματοποίηση του κινηματογραφικού του ονείρου. Όχι τυχαία, αν αναλογιστεί κανείς το πόσο σημαντική φιγούρα για την ιστορία του κινηματογράφου αποτέλεσε ο ίδιος ο Λούκας, αλλά και τη διαχρονική πολιτισμική αξία που έχει το space opera έπος που λέγεται Star Wars. Στόχος του Χόπμαν ήταν η δημιουργία ενός graphic novel με δράση, ένταση αλλά και συγκρούσεις που θα κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αλλά και θα αποκαλύψει το πλαίσιο και τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε αυτό το κινηματογραφικό αριστούργημα. Υπενθυμίζεται πως το graphic novel “Ο Πόλεμος Του Λούκας”, το πρώτο “επεισόδιο” της αφήγησης της ζωής του “πατέρα” των Star Wars αποτέλεσε ένα εκδοτικό φαινόμενο στη Γαλλία, καθώς ξεπέρασε τις 120.000 πωλήσεις, μεταφράστηκε σε 19 γλώσσες, αλλά και αναγνωρίστηκε ως ένα εξαιρετικό έργο τόσο από τους αναγνώστες όσο και από κριτικούς, λαμβάνοντας πολλαπλά βραβεία. Ποιος ήταν ο Τζορτζ Λούκας Μετά την κυκλοφορία του πρώτου Ο Πόλεμος Των Άστρων (Star Wars, 1977), ο νεαρός Τζορτζ Λούκας δεν είναι πλέον ένας ακόμα εκκεντρικός ονειροπόλος. Έχοντας κατακτήσει το αμερικανικό box office, πλέον ο ίδιος μπορεί να αποφασίσει το μέλλον της καριέρας του. Αποφασισμένος να απελευθερωθεί μια και καλή από την αυτοκρατορία των στούντιο, κάνει το τολμηρό βήμα να ρισκάρει όλα όσα έχει για να χρηματοδοτήσει μόνος του την συνέχεια του Star Wars, του κλασικού Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται (The Empire Strikes Back, 1980), όπως και άλλες παραγωγές όπως τη σειρά ταινιών Indiana Jones (Raiders of the Lost Arc, 1981). Μια απόφαση που δεν πρόκειται όμως να την περιδιαβεί με ροδοπέταλα… Ο δημιουργός των Star Wars, George Lucas. Περισσότερες πληροφορίες για το graphic novel «Ο Πόλεμος του Λούκας» στη σελίδα https://www.mikrosiros.gr/o-polemos-tou-loukas-2 Και το σχετικό link...
-
- ο πόλεμος του λούκας
- τζορτζ λούκας
- (and 9 more)
-
Πάντα Ποτέ Στο φετινό Comicdom, οι αγαπητές εκδόσεις Μικρός Ήρως εξέδωσαν ένα ακόμη αισθηματικό BD, ονόματι Πάντα Ποτέ. Το ιδιαίτερο με την συγκεκριμένη ιστορία είναι ότι η αφήγηση είναι ολοκληρωτικά αναδρομική, δηλαδή το κόμικ ξεκινάει από το Κεφάλαιο 20 και τελειώνει με το Κεφάλαιο 1. Από τον εκδότη: Με το Πάντα Ποτέ, ο Jordi Lafebre (Lydie, Je Suis Ceur Silence) μας προσφέρει, με όλη την λυρικότητα και την τρυφερότητα που τον χαρακτηρίζουν, το πρώτο του άλμπουμ ως ολοκληρωμένος συγγραφέας. Ένα έργο γεμάτο αγάπη, έρωτα, μελαγχολία, χιούμορ και πάθος, που απέσπασε διθυραμβικές κριτικές. Συχνά το Πάντα Ποτέ αναφέρεται ως το αντίστοιχο Memento (σκηνοθεσία: Christopher Nolan) των κόμικς. Ωστόσο, δεν πρόκειται για μία ακόμα ιστορία χαμένης αγάπης, όσο για μια ιστορία που καταπιάνεται με την πολυπλοκότητα του θεσμού της οικογένειας, της ενηλικίωσης, του πεπρωμένου, όπως και μια υπενθύμιση πώς η αγάπη είναι το μόνο πράγμα που δεν φθείρεται από τον χρόνο Η ιστορία (περίληψη): Η ιστορία μας ξεκινάει ένα βροχερό βράδυ, όταν δύο ερωτευμένοι, ηλικιωμένοι άνθρωποι, η Άννα και ο Ζενό, συναντιούνται. Όσο προχωράει η ιστορία, βλέπουμε περισσότερα για αυτούς τους δύο χαρακτήρες και τα γεγονότα που τους απέτρεψαν από το να ζήσουν τον Έρωτά τους όλα αυτά τα χρόνια. Η Άννα, αφιέρωσε την ζωή της στην δουλειά της, ως Δήμαρχος στην μικρή αυτή πόλη. Παντρεύτηκε τον Τζουζέπε, που της πρόσφερε σταθερότητα, και απέκτησε μια κόρη την Κλαούντια. Ο Ζένο αντίθετα, ήταν ανέκαθεν ελεύθερο πνεύμα και έζησε την ζωή του ταξιδεύοντας εν πλω, και περνώντας διάφορες περιπέτειες, γράφοντας το διδακτορικό του. Οι δύο επικοινωνούσαν ανέκαθεν, και βλέπουμε πώς εξελίχθηκε η σχέση τους εξ αποστάσεως, καθώς διήγαν τις πολύ διαφορετικές ζωές τους. Σχόλια για σενάριο, σχέδιο και έκδοση: Το σενάριο καλά δομημένο μεν, ολίγον τι αδιάφορο δε. Μπορώ να πω ότι ο δημιουργός έχει χειριστεί καλά την αφήγηση, η οποία όπως ανέφερα είναι σε Full Reverse. Έχει προσθέσει δόσεις χιούμορ, συναισθήματος και συγκίνησης, κάτι που μου άρεσε αρκετά. Χρησιμοποιεί την κλασική ιστορία για ένα ερωτευμένο ζευγάρι που μένει χώρια γιατί τα μέλη του θέλουν να ζήσουν διαφορετικές ζωές, ο ένας ελεύθερη και ο άλλος σταθερή, που έχουμε δει πολλές φορές, αλλά το κάνει με πολύ πρωτότυπο τρόπο. Μου αρέσει επίσης ότι δεν μας δείχνει μόνο την ανάπτυξη των κεντρικών χαρακτήρων, αλλά και των Side Characters όπως ο Τζουζέπε (που συμπάθησα πιο πολύ από τον Ζένο) και η Κλαούντια. Στα αρνητικά βάζω ότι δεν κατάφερε να μου κρατήσει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος, και ότι αυτά που έγιναν στο 1ο κεφάλαιο είναι επιεικώς ανεπαρκή για να δικαιολογήσουν τόσο μεγάλο έρωτα. Προσωπικά, μου φάνηκαν λίγο υπερβολικά συναισθηματικοί οι χαρακτήρες, αλλά αυτό μάλλον συμβαίνει επειδή δεν έχω σε ιδιαίτερη εκτίμηση τέτοιου είδους κόμικς Το σχέδιο από την άλλη, είναι απίστευτα όμορφο, με ζωηρές γραμμές, εκφραστικούς χαρακτήρες και μεγάλη προσοχή στην λεπτομέρεια του Backround. Οι χρωματισμοί όμως είναι αυτοί που δίνουν ζωή στο σχέδιο, κάνοντας το πολύ πιο ελκυστικό. Τιμητική αναφορά στο πανέμορφο εξώφυλλο, που με έκανε να αγοράσω αμέσως το κόμικ. Η έκδοση κλασική του Μικρού Ήρωα, ποιοτικό χαρτί, εξαιρετική μετάφραση/επιμέλεια. Την βρήκα μόνο λίγο "φτωχή" σε σχέση με άλλες εκδόσεις, καθώς δεν είχε εξτραδάκια. Τι να κάνουμε, μας έχετε κακομάθει Εν ολίγοις, προσωπικά δεν τρελάθηκα με το σενάριο του κόμικ, αλλά λάτρεψα το σχέδιο! Προτείνεται σε όσους θέλουν ένα πιο τρυφερό και ανάλαφρο ανάγνωσμα, με ωραίο σχέδιο και ζωηρούς χρωματισμούς! Καλή ανάγνωση σε όλους/ες!
- 26 replies
-
- 15
-
-
-
- jordi lafebre
- εκδόσεις μικρός ήρως
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Κόμικς για νεότερους σε ηλικία αναγνώστες και ειδικά για εφήβους κυκλοφορούσαν ανέκαθεν στη χώρα μας. Μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες μάλιστα, στη συντριπτική τους πλειονότητα τα κόμικς απευθύνονταν σχεδόν αποκλειστικά στις μικρές ηλικίες. Ήταν, όμως, κατά κανόνα εισαγόμενα με θεματολογία που περιστρεφόταν γύρω από το φανταστικό και την περιπέτεια. Σπάνια αφορούσαν ζητήματα που μπορούσαν να σχετιστούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο με την καθημερινότητα των παιδιών. Αυτό δεν μειώνει την αξία τους ή το ενδιαφέρον που αναμφίβολα είχαν, αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να ταυτιστεί ο νεαρός αναγνώστης με τους πρωταγωνιστές ή να δεχτεί έμμεσες προτροπές και κατευθύνσεις για τη δική του κοινωνική προσαρμογή και δράση. Στις μέρες μας όμως, η ανάπτυξη και η αποδοχή των κόμικς στην Ελλάδα έχει ως αποτέλεσμα να φιλοτεχνούνται έργα για κάθε ηλικία από μια πλειάδα δημιουργών που σέβονται το νεανικό κοινό και προσπαθούν να ανταποκριθούν στην ανάγκη για ιστορίες με σύγχρονα θέματα που ακουμπούν στα προβλήματα και τις αγωνίες της πραγματικής ζωής αποφεύγοντας τον διδακτισμό και τις μεγαλοστομίες. Μια εξαιρετική τέτοια περίπτωση είναι «Ο Θησαυρός της Λαβυρίνθου» (εκδόσεις Μικρός Ήρως, 106 σελίδες) σε σενάριο των Δημήτρη Γραμμένου και Φώτη Δούσου, μολύβια των Γιώργου Παπαηλιού και Νικόλα Στεφαδούρου και μελάνια των δύο τελευταίων και της Κόννυς Τσιχλογιάννη. Η ιστορία εκτυλίσσεται στο Ηράκλειο της Κρήτης στην εποχή μας, όταν μια παρέα παιδιών αντικρίζει με λύπη και θυμό το τελευταίο άλσος της περιοχής να μετατρέπεται σε εμπορικό κέντρο. Στον χώρο των ανασκαφών όμως, θα βρεθεί ένα μυστηριώδες μινωικό αγγείο που θα οδηγήσει την παρέα σε ένα ιδιότυπο κυνήγι θησαυρού, μιας και το άτυπο έπαθλο θα είναι η σωτηρία του αγαπημένου τους πάρκου και τελευταίου πνεύμονα πρασίνου της περιοχής. Σε όλη την ιστορία, με διακριτικές υποσέλιδες σημειώσεις δίνονται χρήσιμες πληροφορίες για την ιστορία του Ηρακλείου, τα μνημεία του, τα αρχαία κειμήλια, τις ανασκαφές κ.ά. ενώ ο δρ Αρχαιολογίας και συγγραφέας Θόδωρος Παπακώστας, γνωστός ως Archaeostoryteller, εισάγει τον αναγνώστη στην υπόθεση με έναν εύστοχο πρόλογο στον οποίο επισημαίνει ότι «το παρελθόν μας είναι ακόμη ζωντανό παντού γύρω μας και η ένατη τέχνη είναι μια πολύ κατάλληλη μορφή για τη διάδοση της αγάπης προς την ανθρώπινη ιστορία». Και το σχετικό link...
-
- 1
-
-
- ο θησαυρός της λαβυρίνθου
- φώτης δούσος
- (and 5 more)
-
Σύνοψη από την εκδοτική Βαρκελώνη, σήμερα. Η Εύα Ρόχας, μια 34χρονη διδάκτωρ ψυχιατρικής, πάσχει από διπολική διαταραχή, καθώς ακούει φωνές από οικεία γυναικεία πρόσωπα τα οποία διαμόρφωσαν τη ζωή της. Έχοντας χάσει την άδεια άσκησης του επαγγέλματός της, πρέπει να απαντήσει στις ερωτήσεις του ψυχίατρου Δρ Λιουλ, αν θέλει να την ανακτήσει. Η ικανότητα και η περιέργειά της στο να διαβάζει τους ανθρώπους γύρω της, θα τη μετατρέψει σε ερασιτέχνη ντετέκτιβ, όταν θα θεωρηθεί ως η κύρια ύποπτη για την δολοφονία ενός ολιγάρχη πατριάρχη οινοπαραγωγού, μόλις λίγες ώρες πριν την ανάγνωση της διαθήκης της μητέρας της οικογένειας. Κάπως έτσι ξεκινά ένα σύγχρονο αστυνομικό θρίλερ με φόντο το σαγηνευτικό αστικό τοπίο της Βαρκελώνης για να αποκαλυφθεί ο πραγματικός δολοφόνος. Μια υπόθεση σκέτο χάος, αφού η Εύα πρέπει να αντιμετωπίσει δύο διαφορετικές οικογένειες: την πλούσια οικογένεια οινοπαραγωγών... και την "οικογένεια" που μιλάει στο υποσυνείδητό της. Μετά το ποιητικό Πάντα Ποτέ, ο Jordi Lafebre επιστρέφει με μια ακόμα ιστορία με ανορθόδοξη αφήγηση που παίζει με τον χρόνο, όπου μέσα από τις πολλαπλές προσωπικότητες και τα πολύχρωμα καρέ, ξεπηδάει ένα καταιγιστικό θρίλερ με γρήγορο ρυθμό, χιουμοριστικούς διαλόγους και έντονο ερωτισμό. Μια ιστορία που φέρει τόσο στοιχεία κωμωδίας, όσο και ενός ισπανικού αστυνομικού μυθιστορήματος, βάζοντας στο στόχαστρο τον θεσμό της πατριαρχικής οικογένειας και τα ψυχικά νοσήματα. Πρόκειται για ένα πολυβραβευμένο best-seller graphic novel που αγαπήθηκε τόσο από το κομιξικό όσο και το βιβλιόφιλο κοινό στη Γαλλία. Ένα έργο που επισφραγίζει τον Jordi Lafebre ως έναν εκ των σημαντικότερων σύγχρονων δημιουργών κόμικς, ενώ παράλληλα αποτελεί ένα απτό παράδειγμα της μαγείας των γαλλοβελγικών κόμικς. Προσωπική εξομολόγηση Στη ζωή, κάποιες φορές, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, τους οποίους με το που τους βλέπεις τους ερωτεύεσαι με την πρώτη ματιά. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο, παρά από το να αφεθείς ελεύθερος στο να σε συνεπάρει η σαγηνευτική γοητεία τους. Τον Jordi Lafebre τον ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα, από όταν διάβασα την προηγούμενη δουλειά του, το Πάντα Ποτέ (παρουσίαση στο φόρουμ από τον φίλο @ Ζάνταφ , εδώ) και από τότε έχω κολλήσει για τα καλά μαζί του. Φαίνεται να είναι ένας καλλιτέχνης, ο οποίος τρέφει πολλή αγάπη και ατελείωτο πάθος για αυτό που κάνει. Οι ιστορίες του βγάζουν κάτι το απέραντα ρομαντικό, κάτι το απροσδιόριστα νοσταλγικό, κάτι το ανάλαφρα χιουμοριστικό. Με το σχέδιο να είναι αδιαμφισβήτητα το μεγάλο ατού του καλλιτέχνη, ο Lafebre, κατά την ταπεινή μου άποψη, πιστεύω ότι έχει όλα τα φόντα στο να αναδειχθεί ως ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της γαλλοβελγικής σκηνής και εύχομαι να μπορέσουμε να δούμε σπουδαία πράγματα από αυτόν στο μέλλον. Σενάριο και σχέδιο Στο Είμαι η Σιωπή τους ο Jordi Lafebre, ξετυλίγοντας την αφήγηση σε στιλ in media res, μας παρουσιάζει μία ιστορία μυστηρίου, με φευγαλέες slice of life πινελιές. Το κόμικ διαβάζεται ευχάριστα και σχετικά γρήγορα, και παρά τις κάποιες σεναριακές ευκολίες που μπορεί να παρατηρηθούν, η ιστορία καταφέρνει να μην γίνει στιγμή μονότονη, κυρίως εξαιτίας του πολύ καλού πικάντικου χιούμορ, το οποίο ο Lafebre φροντίζει να αναδεικνύει στα σωστά σημεία-κλειδιά του κόμικ. Επίσης, το όλο μυστήριο της δολοφονίας, αν και αρχικά δεν είναι κάτι το τρομερά ιντριγκαδόρικο, παρόλα αυτά με την πάροδο της ιστορίας αποκτάει όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον, και μάλιστα ιδιαίτερα προς το τελευταίο τρίτο του κόμικ, όπου η ένταση ανεβάζει ταχύτητες και το σασπένς κορυφώνεται για τα καλά. Όσο αφορά τους χαρακτήρες τώρα, όλοι όσοι παρουσιάζονται έχουν να προσφέρουν κάτι ουσιαστικό στην ιστορία, από τους βασικούς μέχρι τους πιο υποστηρικτικούς. Στην πρωταγωνίστριά μας, την Εύα, μου άρεσε πάρα πολύ το ατίθασο τσαγανό της, η αφοπλιστική ειλικρίνειά της και το παιχνιδιάρικο σεξαπίλ της, και αν και στο παρόν κόμικ ο χαρακτήρας της αναπτύσσεται επαρκώς, φαίνεται παρόλα αυτά να έχει ακόμα πολύ βάθος για εξερεύνηση. Επίσης η χημεία της με τον Λιουλ και με την Μέρκελ είναι τρομερή, με ιδιαίτερα τις σκηνές της συνεδρίας με τον πρώτο να κλέβουν τις εντυπώσεις. Όμως όπως ανέφερα και παραπάνω, το κομμάτι του σχεδίου είναι αυτό που κερδίζει περισσότερο από όλα την προσοχή του αναγνώστη. Το τοσοδούλικο, γαλλικό μυτάκι της Εύα και τα στρουμπουλά, αφράτα μαγουλάκια της, οι μορφασμοί του Λιουλ, η κοιλίτσα της Μέρκελ και οι αγχωτικές ματάρες της Πενέλοπε... Το σχέδιο του Lafebre είναι τόσο γλαφυρό και τόσο πολύ ανεπιτήδευτα αθώο που είναι απλά αδύνατον από το να μην το αγαπήσει κανείς. Με το φινετσάτο εξώφυλλο του κόμικ να είναι όλα τα λεφτά, είναι αξιοσημείωτος επίσης και ο τρόπος με τον οποίο ο Lafebre δείχνει τους χαρακτήρες να μιλάνε μέσω της γλώσσας του σώματος, καθώς ακόμη και η πιστή σχεδιαστική αποτύπωση της Βαρκελώνης, με τον γοτθικό καθεδρικό ναό της πόλης να είναι το απόλυτο background highlight του κόμικ. Τέλος, το σχέδιο σε συνδυασμό με τον ζωντανό χρωματισμό, βοηθάει σημαντικά τον αναγνώστη στο να μπει στο κατάλληλο κλίμα της εκάστοτε σκηνής. Η έκδοση Η ποιότητα της έκδοσης του Μικρού Ήρωα είναι όπως πάντα εξαιρετική. Το μεγάλο μέγεθος του κόμικ αναδεικνύει υπέροχα τα πολύχρωμα καρέ, το οποίο σε συνδυασμό με το καθαρό, ξεκούραστο lettering, επιτρέπει στην ανάγνωση να κυλήσει νεράκι. Επίσης κάτι πάρα πάρα πολύ σημαντικό... η μυρωδιά των σελίδων του κόμικ είναι απίστευτα "διεγερτική" (όποιο παιδί έχει έρθει σε επαφή με την έκδοση Graphic Novels της Marvel της Hachette, καταλαβαίνει τι εννοώ ). Το μόνο μου μικρό παραπονάκι είναι ότι θα ήθελα να έβλεπα και κάποια εξτραδάκια στο κόμικ, όπως για παράδειγμα κάποια προσχέδια ή να διάβαζα λίγα πράγματα για τον καλλιτέχνη, αλλά αυτό που αναφέρω δεν είναι παρά ψύλλοι στα άχυρα σε μία κατά τ’ άλλα πανέμορφη έκδοση και εύχομαι να έχουμε την ευκαιρία στο μέλλον να δούμε από την εκδοτική και την επόμενη ιστορία της ηρωίδας που αναμένεται να κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες στη Γαλλία. Συμπερασματικά Στο Είμαι η Σιωπή τους ο Jordi Lafebre παίζοντας ξανά - αυτήν την φορά πιο διακριτικά - με τον χρόνο, παρουσιάζει μία ιστορία που δεν φοβάται να εκτεθεί, να πονέσει και να αγαπηθεί. Στηλιτεύοντας απροκάλυπτα την πατριαρχία και χαϊδεύοντας απαλά το ψυχικό νόσημα της διπολικής διαταραχής, το Είμαι η Σιωπή τους είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό κόμικ μυστηρίου... Το Είμαι η Σιωπή τους είναι μία ιστορία για την οικογένεια, για το παρελθόν που στοιχειώνει το μέλλον... Είναι μία ιστορία για όλους εκείνους τους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή μας και με την παρουσία τους μας βοήθησαν να γίνουμε έστω και λίγο καλύτεροι άνθρωποι. Θα χαρώ πάρα πολύ να διαβάσω και τις δικές σας εντυπώσεις που σας άφησε το κόμικ. Καλή ανάγνωση σε όλες και σε όλους! Ευχαριστώ θερμά τον πολύ καλό φίλο @ Θοδωρής Καραπάνος , για το σκανάρισμα, καθώς επίσης και για την διάθεση των εξωφύλλων.
- 14 replies
-
- 21
-
-
-
-
- jordi lafebre
- bd
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Όταν η μνήμη σβήνει, απομένει η αγάπη. H Αλίξ Γκαρέν εικονογραφεί μια ιστορία για τη νίκη της τρυφερότητας απέναντι στην αδυσώπητη φθορά του χρόνου. Είχε γράψει ο Λουίς Μπουνιουέλ ότι «η μνήμη μας είναι η συνοχή μας, η λογική μας, το συναίσθημά μας, ακόμη και η πράξη μας. Χωρίς αυτήν δεν είμαστε τίποτα». Ο Μαρσέλ Προυστ θεωρούσε τη μνήμη το μοναδικό συγκολλητικό στοιχείο των ανθρώπινων σχέσεων: «Οι δεσμοί ανάμεσα σε εμάς και σε ένα άλλο άτομο υπάρχουν μόνο στο μυαλό μας. Η μνήμη, καθώς εξασθενεί, τους χαλαρώνει». Και πράγματι, καθώς οι αναμνήσεις του παρελθόντος είναι αυτές που μας διαμορφώνουν στο παρόν, η μνήμη συνιστά την ουσία του εαυτού μας ταυτιζόμενη με την ύπαρξη. Η απώλεια της μνήμης συνιστά υπαρκτική αλλοίωση, η οποία διαλύει επώδυνα τους δεσμούς μεταξύ ανθρώπων που έχουν συνάψει σχέσεις αγαπητικές. Μετά από αυτή την εισαγωγή ας μιλήσουμε για το Αλτσχάιμερ. Πρόκειται για την πιο συχνή μορφή άνοιας, που χαρακτηρίζεται από προοδευτική απώλεια μνήμης, ελάττωση γνωστικών λειτουργιών και αλλαγές στη συμπεριφορά και φτάνει, σε προχωρημένα στάδια, σε απώλεια αυτονομίας, αδυναμία ομιλίας και κινητικών ικανοτήτων και τελικά σε επιπλοκές που οδηγούν στον θάνατο. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και την ADI (Alzheimer’s Disease International), το 2024 περίπου ένα 60-70% – από τα περίπου 55 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως που ζούσαν με κάποια μορφή άνοιας – νοσούσαν με τη νόσο Αλτσχάιμερ, ενώ μέχρι το 2050 αναμένεται ότι οι πάσχοντες από αυτή τη νευροεκφυλιστική νόσο του εγκεφάλου θα φτάσουν τα 139 εκατομμύρια. Το Αλτσχάιμερ δεν είναι ταμπού. Μας αφορά όλους και όλες. Και οφείλουμε να μιλάμε για αυτό, όπως και για κάθε άλλο θέμα της ανθρώπινης ζωής, με σκοπό την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση – τη δική μας και των άλλων. Αυτό ακριβώς κάνει η Αλίξ Γκαρέν από το Βέλγιο, η οποία με το βιωματικό κόμικς της «Μη με λησμόνει» (εκδ. «Μικρός Ήρως») φέρνει τη νόσο του Αλτσχάιμερ στο επίκεντρο αφηγούμενη τη σχέση ανάμεσα σε δύο γυναίκες: την Κλεμάνς και τη γιαγιά της, η οποία βρίσκεται σε φάση προχωρημένης απώλειας μνήμης. Η 85χρονη φιλοξενείται σε οίκο ευγηρίας και κάνει συχνές προσπάθειες να αποδράσει. Το ίδρυμα προτείνει μια ηρεμιστική χημική αγωγή, διαφορετικά η οικογένειά της θα πρέπει να την πάρει σπίτι της. Η Κλεμάνς όμως δεν μπορεί να το αποδεχτεί: πιστεύει πως αν καταφέρει να συνδέσει ξανά τη γιαγιά με τα πιο αγαπημένα και πιο δυνατά της σημεία – δηλαδή τις ρίζες της, τη μνήμη της, το σπίτι της – ίσως την επαναφέρει έστω και στιγμιαία στην πραγματικότητα. Έτσι, σε μια πράξη που ισορροπεί ανάμεσα στην τρέλα και την αγάπη, την απάγει από το γηροκομείο και ξεκινούν μαζί ένα ταξίδι προς το παρελθόν της γιαγιάς: προς το σπίτι της παιδικής ηλικίας, τις αναμνήσεις, τα τοπία που κάποτε γνώρισε. Η 28χρονη σήμερα Αλίξ Γκαρέν (γεννημένη το 1997) ξεκίνησε να δημιουργεί αυτήν τη σπαρακτικά όμορφη ιστορία το 2018, σε ηλικία μόλις 21 ετών. Εκδόθηκε τρία χρόνια αργότερα από τον εκδοτικό οίκο Le Lombard αποσπώντας πολλά βραβεία και επαίνους. Το νεαρό της ηλικίας της δημιουργού, σε συνάρτηση με τη βαθιά γνώση που φαίνεται να έχει για τα συμπτώματα της νόσου, αποκαλύπτουν την όντως άμεση βιωματική της εμπειρία. Το «Μη με λησμόνει» (τίτλος εμπνευσμένος από την ονομασία του φυτού Μυοσωτίς η Αλπική) συνδυάζει στοιχεία road trip και οικογενειακής ιστορίας. Παρά τον κίνδυνο η αφήγηση να διολισθήσει σε μελό, η Γκαρέν επιλέγει μια «γλυκόπικρη» γραφή στην οποία μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη θλίψη και την απώλεια, αλλά και την αγάπη, τη φροντίδα, την τρυφερότητα, χωρίς να απουσιάζει το χιούμορ. Τεχνοτροπικά τα σχέδια με τα ανοιχτά περιγράμματα αποπνέουν μια ελευθερία, ενώ οι χρωματικές επιλογές είναι απαλές σε στιλ παστέλ. Τα περιβάλλοντα πολλές φορές «αδειάζουν», αφήνοντας χώρο στα συναισθήματα και στις μνήμες που πασχίζουν να τον ανακαταλάβουν. Η αφήγηση δεν είναι καταιγιστική αφήνοντας περιθώριο στις σιωπές, στις στιγμές της σύνδεσης και στην περισυλλογή. Η περιπετειώδης περιπλάνηση της Κλεμάνς και της γιαγιάς της αποτελεί και ένα ταξίδι στη μνήμη και την αξία της, στην αυτογνωσία, στη σχέση μεταξύ των γενεών και στη λυτρωτική συνειδητοποίηση ότι στο τέλος της μέρας, παρά την ασχήμια του κόσμου γύρω μας και σε πείσμα των επίμονων προγνωστικών του, η αγάπη θα νικήσει τον θάνατο, η ζωή θα υπερισχύσει και θα θριαμβεύσει. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- μη με λησμόνει
- εκδόσεις μικρός ήρως
- (and 4 more)
-
Στο «Σκυλονουάρ» των Κερασίδη και Αγκαράι, αναβιώνει όλη η κουλτούρα του σκυλάδικου μιας άλλης εποχής, όχι και τόσο μακρινής. «Εμάς δεν μας ενδιαφέρει το ποιος είσαι και τι κάνεις, αλλά το πώς στέκεσαι στο μαγαζί. Εδώ είναι ο ναός της καψούρας. Ξέρεις τι κουλτούρα μαζεύεται κάθε βράδυ, για να ξεπλένει τ’ αυτιά της από τους Σαββοπουλοθεοδωράκηδες; Μπουκάρουν τα γιαλαντζί δερβίσια, ντεμέκ σκυλόμαγκες ντε, και την πέφτουν σαν αγκρισμένα τραγιά στις γκόμενες», περιγράφει ο Σταμάτης, ιδιοκτήτης του σκυλάδικου «Αριγκάτο», κάπου στη Θεσσαλονίκη. «Και ποια η διαφορά με τα μπουζουξίδικα» ρωτά απορημένος ο Φώτης, συγγραφέας που ερευνά τη μυσταγωγία και τη γοητεία των ναών της νυχτερινής μέθεξης ανάμεσα σε λουλούδια, ξηροκάρπια και ουίσκι μπόμπα «ον δε ροξ». «Στα μπουζούκια το λαϊκό είναι νομιμοποιημένο. Κάθεσαι, σωπαίνεις, ακούς τους στίχους, εχτιμάς τη μουσική. Εδώ είναι το μέρος που ακούς “πονώ” και “χάρος” και ξεφεύγεις» απαντά αποστομωτικά ο Σταμάτης. Η κουλτούρα των σκυλάδικων των δεκαετιών του ’80 και του ’90 είναι το επίκεντρο του εξαιρετικού «Σκυλονουάρ» σε σενάριο του Δημήτρη Κερασίδη και σχέδια του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι (εκδόσεις Μικρός Ήρως, 98 σελίδες), μιας ασπρόμαυρης κατάδυσης σε έναν κόσμο εξωτικό, επικίνδυνο αλλά και τόσο ελκυστικό λίγα χρόνια νωρίτερα, στην Ελλάδα της εύθραυστης και με ημερομηνία λήξης συνύπαρξης στους ίδιους χώρους του κωλοπαιδίστικου νεοπλουτισμού και της λούμπεν παραβατικότητας. Το ταξίδι στην καρδιά του σκότους έχει πολλές στάσεις: Δράμα, Κοζάνη, Καστοριά, Κατερίνη, Λάρισα, Θεσσαλονίκη και φυσικά στα σκυλάδικα της δυτικής Αθήνας, με τις μοβ καπνισμένες μοκέτες και τις πολύχρωμες μαρκίζες πέριξ της εθνικής οδού, στη Θηβών, στα πέρατα της Αχαρνών. Εστία πολυεθνικών συναντήσεων ανάμεσα σε ανθρώπους του πρώην ανατολικού μπλοκ που μετέφεραν και σκλήρυναν τις «επιχειρήσεις» τους εδώ και σε εγχώριους καταφερτζήδες με ανοιχτούς γιακάδες και δασύτριχα στέρνα που σαγηνεύτηκαν από τα γρήγορα κέρδη του τράφικινγκ, του λαθρεμπορίου, των ναρκωτικών, των όπλων, της ζούλας και της μαγκιάς, «το σκυλάδικο ερέθισε καλλιτέχνες, δημιουργούς, σκηνοθέτες, συγγραφείς, ζωγράφους, ώστε να το αναπαραστήσουν και να το αναβιώσουν ή να το περιγράψουν και να το εικονογραφήσουν. Το είδαμε στο “Όλα είναι δρόμος” του Παντελή Βούλγαρη με το περίφημο Βιετνάμ. Το είδαμε στο “Αυτή η νύχτα μένει” του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Το ‘χουμε δει σε βιβλία του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, του Θωμά Κοροβίνη, στα ποιήματα του Θωμά Γκόρπα, του Γιάννη Βαρβέρη, στα δοκίμια του Κωστή Παπαγιώργη, σε λαϊκές βιογραφίες», όπως εύστοχα επισημαίνει ο Δημήτρης Μανιάτης στον έξοχο πρόλογό του. Αυτός ο κόσμος είχε βέβαια και πολλή αθωότητα, καθώς στέγασε και φιλοξένησε ατέλειωτες ψυχές που αναζητούσαν ένα πνευματικό απάγκιο, έναν τόπο – κρυψώνα εφήμερης ευτυχίας ή λήθης, όπου κανείς δεν έκρινε για να μην κριθεί και όλοι κουβαλούσαν τα προβλήματα της πραγματικής τους ζωής για να τα θάψουν λίγο πριν μπουν και τα ξαναβρούν ίδια κι απαράλλαχτα να τους περιμένουν στην πόρτα της εξόδου, τα χαράματα. Αυτήν τη χαμένη κουλτούρα του σκυλάδικου μέσω της ενδιαφέρουσας προσωπικής ιστορίας του πρωταγωνιστή τους αναπλάθουν ιδανικά οι Κερασίδης και Αγκαράι, χωρίς διάθεση νοσταλγίας αλλά ούτε και ειρωνείας ή δαιμονοποίησης. Το πιο σημαντικό όμως στο «Σκυλονουάρ» είναι η ιδανική απόδοση της ελληνικής πραγματικότητας αυτής της πρόσφατης περιόδου που, εκ των υστέρων κρίνοντας, οδήγησε μαθηματικά στη δυσάρεστη περιπέτεια που ακόμα ζούμε. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- σκυλονουάρ
- ∆ηµήτρης-κρις αγκαράι
- (and 2 more)
-
Τοποθετώντας τη δράση της ηρωίδας του στη σύγχρονη Βαρκελώνη, ο Ισπανός δημιουργός Jordi Lafebre συνδυάζει αστυνομικό θρίλερ και τις πιο πρόσφατες συζητήσεις για την ψυχική ασθένεια. Αν αγαπήσατε το «Πάντα ποτέ» του Jordi Lafebre (βλ. «Το ανάποδο βέλος του χρόνου», Καρέ Καρέ 31/5/2025), τότε σίγουρα θα απολαύσετε την επόμενη δουλειά του, «Είμαι η σιωπή τους» («Je suis leur silence»), που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως». Πρόκειται για ένα καθηλωτικό αστυνομικό θρίλερ με φόντο τη σύγχρονη Βαρκελώνη. Πρωταγωνίστρια η Εύα Ρόχας, μια 34χρονη διδάκτωρ ψυχιατρικής, η οποία πάσχει από διπολική διαταραχή και παρακολουθείται από τον ψυχίατρο δρα Λιουλ, προκειμένου να ανακτήσει την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματός της. Η Εύα είναι αναμφισβήτητα το πιο δυνατό στοιχείο του κόμικς: ευφυής, σαγηνευτική, σαρκαστική, χαοτική και έντονα ελκυστική και ερωτεύσιμη – αν και με μια αξιοσημείωτα άστατη ερωτική ζωή. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της, που διαπερνάει ολόκληρη την πλοκή, είναι ότι ακούει φωνές από «φαντάσματα», τα οποία δεν είναι άλλα από τρεις γυναίκες της οικογένειάς της, οι ιστορίες των οποίων καθόρισαν τη ζωή της. Οι εν λόγω «φωνές» απεικονίζουν βαθιά καταχωνιασμένα ψυχικά τραύματα (οικογενειακά αλλά και της σύγχρονης ισπανικής ιστορίας), χωρίς το έργο να υποκύπτει σε μονοσήμαντες ιατρικοποιήσεις. Η έξυπνη πλην εκκεντρική ψυχίατρος βρίσκεται μπλεγμένη σε μια περίεργη υπόθεση ενός θανάτου σε οικογενειακή οινοπαραγωγική έπαυλη: λίγες ώρες μετά την ανάγνωση της διαθήκης της μητέρας της οικογένειας, η Εύα καταλήγει ως η κύρια ύποπτη για τη δολοφονία. Η έμφυτη περιέργειά της και οι εσωτερικές της συγκρούσεις θα την οδηγήσουν να παίξει τον ρόλο της ερασιτέχνιδας ντετέκτιβ. Το δίχως άλλο, ο Lafebre δημιούργησε ένα υβρίδιο crime noir και ανθρωποκεντρικής κωμωδίας, ξετυλίγοντας τον μίτο της αφήγησής του με μέσο την ψυχαναλυτική μέθοδο. Όπως και στο «Πάντα ποτέ», ο δημιουργός χειρίζεται και εδώ επιδέξια το στοιχείο του χρόνου, με πολλαπλά αφηγηματικά φλασμπάκ. Ταυτόχρονα, ο καταιγιστικός ρυθμός της αφήγησης υποστηρίζεται από την κινηματογραφική δομή, την κινησιολογία και την εκφραστικότητα των προσώπων, τις θερμές παλέτες που παραπέμπουν στο γνώριμό μας μεσογειακό τοπίο, αλλά και το μετρημένο χιούμορ. Ο Lafebre με το «Είμαι η σιωπή τους», κατορθώνει να μιλήσει για την ψυχική ασθένεια χωρίς να την εξωραΐσει, αλλά και χωρίς να την καταστήσει απλοϊκό και μονοθεματικό διδακτισμό. Απεναντίας, την τοποθετεί στο κοινωνικό της πλαίσιο, την πολιτική ιστορία της χώρας του, τα τραυματικά οικογενειακά μυστικά και την πατριαρχία. Για όλα αυτά, θεωρείται ήδη ένας πολλά υποσχόμενος καλλιτέχνης της γαλλοβελγικής σχολής, τον οποίο είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε ως ελληνικό κοινό μόλις τον τελευταίο χρόνο, μέσα από το εκδοτικό πρόγραμμα του «Μικρού Ήρωα». Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- είμαι η σιωπή τους
- je suis leur silence
- (and 2 more)
-
Ο κόσμος των σκυλάδικων γίνεται graphic novel: μια ιστορία για έρωτες, ναρκωτικά, μικρομαφίες και τη λαϊκή ψυχή της δεκαετίας του ’80, όπως δεν την έχεις ξαναδεί. Οι δημιουργοί του μιλούν στο OneΜan. Από το Αυτή η νύχτα μένει του Νίκου Παναγιωτόπουλου και το Όλα Είναι Δρόμος του Παντελή Βούλγαρη, μέχρι τα Μαύρα Μεσάνυχτα των Βασίλη Ρίσβα και Δήμητρας Σακαλή και το Για μια γυναίκα κι ένα αυτοκίνητο του Μανούσου Μανουσάκη, το σκυλάδικο έχει απασχολήσει πολλούς καλλιτέχνες, δημιουργούς, σκηνοθέτες, συγγραφείς, αλλά και ζωγράφους. Ο καθένας προσπάθησε να το αποδώσει με τη δική του ματιά, με πολλούς να καταφέρνουν να το παρουσιάσουν σε όλο του το ωμό μεγαλείο και άλλους να καταφεύγουν αναπόφευκτα πολλές φορές στην εξωτικοποίησή του. Όπως και να ‘χει όμως, το σκυλάδικο παραμένει ακόμα και σήμερα μέρος της ελληνικής κουλτούρας, ενώ από τα σπλάχνα του έχουν ξεπηδήσει μερικές από τις πιο σπουδαίες φωνές της ελληνικής μουσικής. Στη μακρά λίστα των καλλιτεχνών που έχουν ασχοληθεί με το σκυλάδικο έρχονται να προστεθούν και ο Δημήτρης Κερασίδης με τον Δημήτρη Κρις-Αγκαράι. Ο πρώτος, πολιτικός και αθλητικός γελοιογράφος, έχει συνεργαστεί με πληθώρα εφημερίδων και περιοδικών, ενώ το 1983 η ταινία κινουμένων σχεδίων του με τίτλο Η Απόδραση, βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και στο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, ενώ ο δεύτερος, με σπουδές στη γραφιστική, έχει εργαστεί στον χώρο της εικονογράφησης αλλά και στο θέατρο. Στον χώρο των κόμικς είναι γνωστός κυρίως για σχέδια γύρω από την ελληνική ποπ κουλτούρα και τα Αθηναϊκά σκίτσα. Αυτή τη φορά, οι δυο τους ενώνουν ξανά τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν το Σκυλονουάρ (εκδ. Μικρός Ήρως), ένα graphic novel που καταπιάνεται με τη δεκαετία του ‘80, δηλαδή τη δεκαετία των σημαντικών ιδεολογικών ανακατατάξεων στους τρόπους πρόσληψης του λεγόμενου λαϊκού τραγουδιού, αλλά και της απομυθοποίησης του πολιτικού τραγουδιού. Πρωταγωνιστής, ένας καραβοτσακισμένος συγγραφέας που ξεκινάει ένα μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα των σκυλάδικων για να γράψει γι’ αυτά. Ως το τέλος ερωτεύεται, μπλέκει με τις μικρομαφίες, καταδύεται στις γεωγραφίες των ανθρώπων τους, περνάει ξυστά από τα δόντια του κροκόδειλου, τα ναρκωτικά, τη βία και την αστυνομία. Στο Σκυλονουάρ, «οι μικροί και μεγάλοι ήρωες που επιζούν και επιβιώνουν πέριξ του σκυλάδικου, δεν είναι υπερβολικοί, ούτε φανταστικοί. Είναι βγαλμένοι από τα σπλάχνα ακριβώς αυτής της ανθρωπογεωγραφίας. Γιατί το σκυλάδικο είναι τόπος άρσης. Είναι τόπος αδιαμεσολάβητης επιθυμίας. Είναι τόπος υπερβολής. Ας πέθαινες να γλίτωνα», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην περιγραφή του graphic novel. Λίγο πριν την παρουσίαση του την Τετάρτη 29 Οκτωβρίου στο βιβλιοπωλείο Κομπραί, οι Δημήτρης Κερασίδης και Δημήτρης Κρις-Αγκαράι μιλούν στο Oneman. Πώς προέκυψε η ιδέα για το Σκυλονουάρ και τι ήταν αυτό που σας ώθησε να δημιουργήσετε ένα graphic novel για τον κόσμο του σκυλάδικου; Δημ. Κερασίδης: Το Σκυλονουάρ είναι το τελευταίο μέρος της τριλογίας για το λαϊκό τραγούδι. Το πρώτο graphic novel Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς, αναφέρεται στο ρεμπέτικο της περιόδου 1932-1940, το δεύτερο μέρος με τίτλο Συννεφιασμένη Κυριακή, αναφέρεται στο έργο του Βασίλη Τσιτσάνη της περιόδου 1936-1972, του οποίου αναστέλλεται η έκδοση από την εμπλοκή δικηγόρου, ο οποίος διαχειρίζεται τα δικαιώματα των κληρονόμων του Τσιτσάνη, και παρά τη σύμφωνη έγκριση του γιου του Τσιτσάνη Κωνσταντίνου. Το τρίτο μέρος που αφορά την άνθιση των σκυλάδικων της δεκαετίας του 1980 σηματοδοτεί και το τέλος μιας εποχής, όταν η ψυχαγωγία στα λαϊκά κέντρα αντικατόπτριζε τη σταδιακή κοινωνική εξέλιξη της χώρας. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Το Σκυλονουάρ είναι μια ιδέα του Δημήτρη Κερασίδη, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο. Εγώ προσωπικά έκανα τη «βρόμικη» δουλειά – όπως μ’ αρέσει να τη λέω – τα σχέδια. Θα κάνω μια αποκάλυψη που λίγοι θα πιστέψουν: δεν έχω επισκεφτεί ποτέ στη ζωή μου σκυλάδικο ή άλλο νυχτερινό κέντρο. Αποφεύγω τη φασαρία και δεν πίνω, αλλά πάντα με γοήτευαν αυτές οι φιγούρες της νύχτας. Έβρισκα κάτι αληθινά ελκυστικό σε αυτή την «υποκουλτούρα» – σε ό,τι θεωρείται μπασκλάς, cult ή kitsch. Διακρίνω μέσα της σημάδια μιας βαθιάς και ειλικρινούς «τέχνης», κυρίως στους ίδιους τους ανθρώπους και στα κίνητρά τους. Αυτός ήταν και ο λόγος που δέχτηκα αμέσως την πρόταση να σχεδιάσω το Σκυλονουάρ. Η δεκαετία του ’80 είναι μία περίοδος σημαντικών ιδεολογικών ανακατατάξεων. Ποιες ήταν οι κεντρικές επιρροές από εκείνη την εποχή και πώς αποτυπώνονται στο έργο σας; Δημ. Κερασίδης: Η δεκαετία του ’80 είναι κυρίως περίοδος πολιτικών ανακατατάξεων. Ο ερχομός της σοσιαλιστικής ευδαιμονίας είχε, τουλάχιστον, ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί η οικειότητα μεταξύ πολίτη και εξουσίας. Πολιτικοί και όργανα επιβολής της τάξης δεν αποτελούσαν πλέον ταμπού. Απαλλαγμένη, έτσι, η οικονομική ευρωστία, κυρίως των βιοτεχνιών, εξαργυρώνεται στα ανθόσπαρτα παλκοσένικα των σκυλάδικων. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Εγώ γεννήθηκα τη δεκαετία του ’90, οπότε την εποχή εκείνη την ξέρω μόνο μέσα από ιστορίες. Στο Σκυλονουάρ δεν αναφέρεται ρητά κάποια χρονολογία, αλλά υπονοείται ότι διαδραματίζεται τότε, στην ακμή των σκυλάδικων. Προσπάθησα σχεδιαστικά να αποδώσω εκείνο το vibe που η δική μου γενιά γνωρίζει μόνο μέσα από τα memes – ένα vibe καψούρας, καλοπέρασης, ΠΑΣΟΚ, ουίσκι και ιπτάμενοι δίσκοι. Το σκυλάδικο ως τόπος υπερβολής και αδιαμεσολάβητης επιθυμίας: Πώς προσεγγίσατε αυτή τη δυναμική στον κόσμο του Σκυλονουάρ; Δημ. Κερασίδης: Κυρίως μέσα από τον τρόπο που κουμαντάριζαν τα μαγαζιά τους τα αφεντικά. Ο Μπάμπης, το αφεντικό της «Φαντασίας» δηλώνει, «Πως θα σταθεί το μαγαζί; Εδώ η φίρμα είναι φλούδα… Εδώ μετράει πόσο φελλό θα τινάξεις και τι λουλουδικό θα στρώσεις. Εξάλλου, για τον θαμώνα, το μουσικό ενδιαφέρον είναι ελάχιστο… μιας και το τραγούδι είναι απλά το δόλωμα για να αγκιστρώσεις τον πελάτη». Δημ. Κρις-Αγκαράι: Εστίασα περισσότερο στα πρόσωπα. Ήθελα να σχεδιάσω περίεργες μούρες. Επειδή το Σκυλονουάρ έχει πάρα πολλούς χαρακτήρες, ήθελα κάθε φάτσα να είναι ξεχωριστή. Για παράδειγμα, ο Μπάμπης – ο πρωταγωνιστής της παράλληλης ιστορίας και μαγαζάτορας του κέντρου «Φαντασία» στη Θεσσαλονίκη – είναι η αγαπημένη μου φιγούρα. Ένας μικρός απατεώνας, κοντός σαν τον Danny DeVito, με αρχή φαλάκρας στους κροτάφους, πυκνά φρύδια, εκφραστικά μάτια και μια μικρή μύτη. Λάτρευα να τον σχεδιάζω. Για τους άντρες γενικά ήθελα «παλιόφατσες» με υπερβολές, ενώ για τις γυναίκες το αντίθετο – να είναι όσο πιο θελκτικές γίνεται, στερεοτυπικά θηλυκές, όπως άρμοζε στην εποχή και στο πλαίσιο του μαγαζιού, να αρέσει στον πελάτη. Παράλληλα όμως, μέσα από αυτό το σχέδιο, φαίνεται και ο δύσκολος ρόλος της γυναίκας σ’ αυτούς τους χώρους. Ποιες είναι οι βασικές γεωγραφίες του έργου και πώς αποτυπώνετε τη συνύπαρξη των διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων μέσα στο σκυλάδικο; Δημ. Κερασίδης: Δε χρειαζόσουν χάρτη για να βρεις σκυλάδικο. Οδηγός σου ήταν η επιθυμία. Όσο για την ταξική συνύπαρξη, αυτή ήταν αδιάφορη στο χώρο του σκυλάδικου, αρκεί να ακολουθούσες την κωδικοποιημένη συμπεριφορά των «απονύχτερων», οι οποίοι πλήθυναν καθώς διευρυνόταν και το κοινωνικό τους φάσμα. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Αυτό που κατάλαβα από το έργο του Δημήτρη Κερασίδη είναι ότι τα σκυλάδικα ήταν για όλους. Όπως λέει και ένας χαρακτήρας στο graphic novel. Εμάς, εδώ, δεν μας ενδιαφέρει ποιος είσαι και τι κάνεις, αλλά πώς στέκεσαι στο μαγαζί. Εδώ είναι ο ναός της καψούρας. Ξέρεις τι κουλτούρα μαζεύεται κάθε βράδυ, για να ξεπλένει τ’ αυτιά της απ’ τους Σαββοπουλο-Θεοδωρακίδηδες; Βλέπουμε τον Φώτη, τον πρωταγωνιστή, να ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα και να συναντά στα σκυλάδικα κάθε είδους κόσμο – από βαποράκια και «γυναίκες ελευθέρων ηθών», μέχρι φραγκάτους γουναράδες. Είναι ένα σύμπαν χωρίς ιεραρχίες, αλλά με κανόνες που μόνο η νύχτα καταλαβαίνει. Ο συγγραφέας πρωταγωνιστής του Σκυλονουάρ ξεκινάει το ταξίδι του για να γράψει για το σκυλάδικο, αλλά τελικά ερωτεύεται και μπλέκεται σε μικρομαφίες και βία. Υπάρχει κάποιο προσωπικό στοιχείο που αντικατοπτρίζει αυτό το ταξίδι; Δημ. Κερασίδης: Βιωματικά, ο πρωταγωνιστής είναι το alter ego ενός αγαπητού φίλου και γνωστού συγγραφέα της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αποδήμησε, αφού ρούφηξε κυριολεκτικά ό,τι πρόσφερε η νύχτα. Ποια είναι η σημασία του ερωτισμού στο έργο σας και πώς επηρεάζει τη σχέση του ήρωα με το σκυλάδικο και τους ανθρώπους γύρω του; Δημ. Κερασίδης: Ο άμεσος ερωτισμός που πρόσφερε ο χώρος σε συνδυασμό με την κτητική υπεροχή επί του θηλυκού σε αναβάθμιζε σε «άρχοντα». Ήταν ο ναός της καψούρας και συ ο αρχιερέας του. Ωστόσο ο ήρωας, γνώστης της νύχτας, ταλαντεύεται μεταξύ προκατάληψης και πηγαίου πόθου που σταδιακά τον κατακερματίζει συναισθηματικά. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Όταν διάβασα πρώτη φορά το σενάριο, η ιστορία του Φώτη και της Ιλιάννας με συγκίνησε. Ήθελα περισσότερο. Το συζητήσαμε με τον Δημήτρη και, όπως μου εξήγησε, δεν ήθελε να εστιάσουμε τόσο στο ερωτικό στοιχείο, αλλά στον ίδιο τον κόσμο των σκυλάδικων. Έτσι, βλέπουμε τον Φώτη να περιπλανιέται με μια βαριά καρδιά, κάτι που δίνει βάρος και στην ερωτική του ιστορία – περισσότερο ως υπόβαθρο που φωτίζει τον χαρακτήρα του. Παράλληλα, ο ερωτισμός υπάρχει παντού: στα βλέμματα, στους καψούρηδες που σπάνε πιάτα και ανοίγουν σαμπάνιες, στις γυναίκες που χορεύουν, στο κονσομασιόν, στο σεξ. Είναι μια ενέργεια που πλανιέται στα σκυλάδικα. Το έργο σας αναφέρεται σε μια γενιά που ζει μέσα από τη φαντασίωση και τις φιλοδοξίες της. Ποιες είναι οι κεντρικές αντιφάσεις αυτής της γενιάς και πώς αποτυπώνονται στην ιστορία; Δημ. Κερασίδης: Ένα μέρος της κοινωνίας, το οποίο από τη στεγνή ψυχαγωγία της δικτατορίας όφειλε, με την έλευση της μεταπολίτευσης, να προσαρμοστεί σε μια καταιγιστικά πολιτική μουσική έκφραση, δεν άντεξε. Αποφάσισε να βρει διέξοδο. Έτσι συντελείται μια διπλή «αλλαγή». Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία συμπίπτει και με την άνοδο των σκυλάδικων, όπου μπορούσες να εκφράσεις την απόλυτη προσωπική σου εξέγερση απέναντι στην κοινωνία της λογικής και της εξουσίας. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι κάπως αυτοί οι άνθρωποι ζούνε σε έναν δικό τους, «διαφορετικό» κόσμο. Δεν μπορώ να πω για την τότε γενιά, γιατί δεν τη γνώρισα, αλλά συναντάω ανθρώπους και σήμερα που είναι σε μια τέτοια φάση. Θαμώνες νυχτερινών μαγαζιών, λαϊκοί, άνθρωποι αισθηματίες. Στην ιστορία βλέπουμε τους περισσότερους παραβατικούς, τρελαμένους, να καταλήγουν σε καυγάδες. Τα έχει όλα η νύχτα! Η πολιτική και κοινωνική απομυθοποίηση του «πολιτικού τραγουδιού» είναι κεντρική θεματολογία στο Σκυλονουάρ. Πώς αντιμετωπίζετε τη μετάβαση από την ιδεολογία στην προσωπική ζωή και την εσωτερική πραγματικότητα των χαρακτήρων σας; Δημ. Κερασίδης: Οι αρχές της μεταπολίτευσης είναι μια άκρως πολιτικοποιημένη εποχή. Όταν συναυλίες απελευθέρωναν ιδεολογικές και κοινωνικές τάσεις, στα σκυλάδικα ξέπλενες τα αυτιά σου από τα ΣαββοπουλοΘεοδωρακικά άσματα. Η πολιτική ήταν πολύ στενή για να χωρέσει στο σκυλάδικο. Η δεκαετία του ’80 συνδυάζει την πολιτική ένταση με την κοινωνική αλλαγή. Τι σημασία έχουν τα σκυλάδικα ως τόποι για την κοινωνία της εποχής, και πώς το έργο σας συμβάλλει στη νέα κατανόησή τους; Δημ. Κερασίδης: Αντίθετα προς τους σκωπτικούς χαρακτηρισμούς της αστικής τάξης, τα σκυλάδικα ήταν χώροι γνήσιας αντίδρασης στο πολιτικό κατεστημένο. Για τους θαμώνες, ανεξάρτητα από τη διαπλοκή μαγαζάτορα-αρχών, η απεξάρτησή τους από οποιασδήποτε μορφής εξουσία τα προσδιόριζε ως αιρετικά αναρχικά κέντρα. Το Σκυλονουάρ μοιάζει ως μέρος μιας παράδοσης που ξεκίνησε με καλλιτέχνες όπως ο Παντελής Βούλγαρης και ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Ποιες παραδόσεις ή επιρροές σας καθοδηγούν ως δημιουργούς; Δημ. Κερασίδης: Δε νομίζω ότι υπάρχει κάποια παράδοση. Στο Σκυλονουάρ αποτυπώνονται αυθεντικές καταστάσεις, κάποιες προσωπικές και άλλες μαρτυρικές, με μια αναγκαία, αλλά μικρή, δόση μυθοπλασίας. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Η μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης για μένα ήταν οι ταινίες Όλα είναι δρόμος και Αυτή η νύχτα μένει. Από αυτές «έκλεψα» τις περισσότερες εικόνες για το στήσιμο των μαγαζιών στις σελίδες μου. Για έναν άνθρωπο που δεν έχει πάει ποτέ σε σκυλάδικο, ήταν τεράστια βοήθεια. Επίσης και η σειρά Μαύρα Μεσάνυχτα είχε μεγάλη επιρροή. Και φυσικά, με συντρόφευε συνεχώς το τραγούδι του Κραουνάκη Αυτή η νύχτα μένει σε όλες τις εκτελέσεις που υπάρχουν στο διαδίκτυο, ακούγοντάς το ξανά και ξανά, όσο σχεδίαζα. Αριστερά: Δημήτρης Κερασίδης | Δεξιά: Δημήτρης Κρις-Αγκαράι Ποιο ρόλο παίζουν τα ναρκωτικά, η βία και η αστυνομία στο έργο σας; Πιστεύετε ότι η αναφορά σε αυτά τα θέματα προσδίδει μια ρεαλιστική διάσταση στην κοινωνία της εποχής, ή πρόκειται για υπερβολή και φαντασία; Δημ. Κερασίδης: Η κοινωνική διάσταση της εποχής του ‘80 με τη σημερινή ως προς τη διαπλοκή των αρχών καταστολής με τους επιχειρηματίες παραμένει η ίδια. Οι χώροι οι οποίοι δραστηριοποιούνται τη νύχτα προσφέρονται για παράνομα «αλισβερίσια», από όπου οι αρχές αντλούν τις πηγές τους. Υπερβολή και φαντασία θα ήταν αν κάποιος πίστευε το αντίθετο. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Νομίζω ότι είναι εντελώς ρεαλιστικό. Και όχι μόνο για τότε, αλλά και για σήμερα. Αν δεν έχει η νύχτα πλεκτάνες, ναρκωτικά, όπλα και βία, τι άλλο να έχει; Ποιες είναι οι προκλήσεις του να αποτυπώσετε μια τόσο δυναμική και γεμάτη εντάσεις κοινωνία μέσα από το graphic novel, και ποια στοιχεία της αφήγησης ή της εικονογράφησης σάς βοήθησαν να αποδώσετε αυτόν τον κόσμο; Δημ. Κερασίδης: Η βασική πρόκληση ήταν η αντίδραση των αστών, οι οποίοι αντιλαμβανόμενοι τη φθορά και την οποιασδήποτε μορφής ανεπάρκεια τους διακατέχει, προσπάθησαν να ανακτήσουν την αυτοεκτίμησή τους προσάπτοντας επιτιμητικούς προσδιορισμούς σε έναν ιδιαίτερο τρόπο ψυχαγωγίας. Λέγανε πως χρειαζόταν τόλμη για να μπεις σε σκυλάδικο, εγώ πιστεύω πως χρειαζόταν “τρύπια” τσέπη για να σταθείς στο μαγαζί, που στο κάτω-κάτω δεν ήταν χώρος για «μεγαροθρεμένους». Τα ουσιαστικά στοιχεία της αφήγησης προέρχονται από την επικοινωνιακή διάλεκτο του σιναφιού, ενώ το νουάρ δηλώνεται με τη χρήση του ασπρόμαυρου σχεδίου. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Όπως είπα και πριν, εστίασα περισσότερο στις μούρες – έντονες, φάτσες, εκφραστικές. Πέρα από αυτό, νομίζω πως ένας από τους λόγους που επιλέχθηκα σαν καλλιτέχνης είναι επειδή δε μου αρέσει να βάζω χρώμα, και το ασπρόμαυρο ταιριάζει άψογα στο Σκυλονουάρ. Έντονα μελάνια, δυνατές γραμμές και γκρίζες αποχρώσεις που δίνουν την ψευδαίσθηση του βάθους. Μεγάλη πρόκληση για μένα ήταν οι σκηνές με βία – καρέκλες να πετιούνται, μπουκάλια να σπάνε – αλλά και οι ολοσέλιδες συνθέσεις. Θεωρώ πως τελικά τα καταφέραμε καλά. INFO Οι εκδόσεις Μικρός Ήρως σας προσκαλούν την Τετάρτη 29 Οκτωβρίου, στο βιβλιοπωλείο Κομπραί για τη μεγάλη παρουσίαση του graphic novel Σκυλονουάρ των Δημήτρη Κερασίδη και Δημήτρη Κρις-Αγκαράι. Ο Δημήτρης Κρις-Αγκαράι θα μας μιλήσει για το έργο του, ενώ θα τον συνοδέψουν και ο μουσικός και δημοσιογράφος Θοδωρής Μανίκας, αλλά και ο δημοσιογράφος Δημήτρης Μανιάτης. Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 29 Οκτωβρίου και ώρα 19:00, στο βιβλιοπωλείο Κομπραί (Διδότου 34, Αθήνα). Ομιλητές: Δημήτρης Κρις-Αγκαράι (δημιουργός κόμικς), Δημήτρης Μανιάτης (δημοσιογράφος), Θοδωρής Μανίκας (μουσικός, δημοσιογράφος) Ημερομηνία: Τετάρτη 29 Οκτωβρίου, ώρα 19:00 Τοποθεσία: Βιβλιοπωλείο Κομπραί, Διδότου 34, Αθήνα Είσοδος Ελεύθερη Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- σκυλονουάρ
- δημήτρης κρις-αγκαράι
- (and 3 more)
-
Και ήρθε λοιπόν η ώρα που όλοι περιμέναμε! Χθες, στις 2 Αυγούστου του 2022 κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, ο πρώτος τόμος της σειράς "Κλασικές ιστορίες Popeye". Η σειρά αυτή έχει σκοπό να παρουσιάσει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μια φουρνιά από τις καλύτερες ιστορίες του Μπαντ Σάγκεντορφ (ενός από τους μεγαλύτερους δημιουργούς στριπ με τον Ποπάυ) στην αυθεντική πρωτότυπη μορφή τους. Ο Μπαντ Σάγκεντορφ είναι αυτός ο οποίος κατάφερε μέσα από εκατοντάδες κομικς και στριπς να αναδείξει τον Ποπάυ τόσο στην Αμερική όσο και στην Ελλάδα. Το όνομα του το πρωτοείδαμε στην σειρά "Ποπάυ" (από την εκδοτική Δραγούνης Α.Ε.) καθώς ήτανε τοποθετημένο σε κάθε εξώφυλλο της σειράς για 2 ολόκληρές δεκαετίες. Οι ιστορίες του ξεχώριζαν στο περιοδικό λόγω της εφευρετικότητας και της επινοητικότητας του καθώς και του καλλιτεχνικού ταλέντου του. Όμως οι ιστορίες αυτές υπέστησαν αλλαγές αφού δεν μπορούσαν να φιλοξενηθούν στα περιοδικά κόμικς καθώς ήτανε φτιαγμένες για τα ημερήσια στριπ των αμερικανικών εφημερίδων. Ως εκ τούτου, οι ιστορίες του δεν εκδόθηκαν ποτέ στην σωστή τους μακρόστενη μορφή. Έτσι λοιπόν ο αγαπητός @ PhantomDuck μαζί με την εκδοτική Μικρός Ήρως αποφάσισε να εκδώσει τις ιστορίες αυτές με την αρχική μορφή τους. Αρκετά με τον πρόλογο ας περάσουμε στην παρουσίαση-κριτική... Η ΕΚΔΟΣΗ Μέγεθος: Λίγο μεγαλύτερο από τις Μπαμπαδοϊστορίες με ακριβείς διαστάσεις 21 X 19 εκ. Θεωρώ ότι είναι το καταλληλότερο μέγεθος για μια τέτοια έκδοση. Τα στριπς καθώς και τα άρθρα εφάπτονται τέλεια. Το μόνο πρόβλημα που ίσως θα μπορούσε να τεθεί είναι αυτό της τοποθέτησης το οποίο δεν το θεωρώ πολύ σημαντικό. Τιμή: Στα 22€ (με έκπτωση 19.80€ στο site του Μικρού ήρωα). Λίγο τσουχτερή η τιμή λόγω της κρίσης και της αύξησης της τιμής του χαρτιού αλλά νομίζω ότι τα αξίζει τα λεφτά του ειδικά τώρα που όλες οι εκδόσεις έχουν αυξήσει τις τιμές. Γραμματοσειρές: Έχουμε μια ποικιλία γραμματοσειρών. Θα ανεβεί σε λίγες μέρες μια πλήρης λίστα των γραμματοσειρών που χρησιμοποιήθηκαν. Λοιπές λεπτομέρειες: Οι τόμοι αποτελούνται από 232 σελίδες. Το χαρτί είναι λεπτό γυαλιστερό (σαν illustration μου φαίνεται) ενώ έχουμε μαλακό, εξίσου γυαλιστερό εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο. Οι ιστορίες, σύμφωνα με τον πρώτο τόμο, από τελούνται από περίπου 30-40 σελίδες η κάθε μια καθώς οι τόμοι συνοδεύονται με άρθρα γεμάτα πληροφορίες και επιμελημένα από τον ένα καλύτερο. ΟΙ ΤΟΜΟΙ Σύμφωνα με τον ίδιο τον επιμελητή θα έχουμε 6 τόμους στην σειρά και πιθανολογείται κάθε τόμος να κυκλοφορεί ανά 6 μήνες. Ο πρώτος τόμος είναι κοντά μας αρά περιμένουμε και την υπόλοιπη παρέα. Καλή απόλαυση του τόμου και να είναι καλοτάξιδος! Ευχαριστούμε για τα υπόλοιπα εξώφυλλα τους Indian, hudson & albert.
-
Εννέα δημιουργοί εικονογραφούν το αγαπημένο τους τραγούδι κι εμείς τους ρωτάμε πότε το άκουσαν για πρώτη φορά και τι σημαίνει γι’ αυτούς. Τα «Μουσικά Καρέ» είναι κάτι παραπάνω από ένα μουσικό κόμικ. Μέσα στις σελίδες τους οι Οasis συναντούν το ρεμπέτικο τραγούδι, οι Jets τα Υπόγεια Ρεύματα και άλλους πολλούς. Εννέα δημιουργοί εικονογραφούν το αγαπημένο τους τραγούδι κι εμείς τους ρωτάμε πότε το άκουσαν για πρώτη φορά και τι σημαίνει γι’ αυτούς. Το εξώφυλλο έχει φιλοτεχνηθεί από τον Νικόλαο Κούτση, ενώ τις εννέα ιστορίες έχουν σχεδιάσει οι Θανάσης Καραμπάλιος, Αρινέλα Κοτσίκο, Περικλής Κουλιφέτης, Νικόλας Κούρτης, Σταύρος Κιουτσιούκης, Αγγελική Σαλαμαλική, Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, Νικόλας Στεφαδούρος και Κώστας Φραγκιαδάκης. Το editorial έχει γράψει ο Θοδωρής Μανίκας. Τέλος, ο γνωστός τραγουδοποιός Νίκος Πορτοκάλογλου παραχώρησε συνέντευξη στον Λεωκράτη Ανεμοδουρά και τον Γαβριήλ Τομπαλίδη. ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΤΣΙΟΥΚΗΣ Are you gonna be my girl (Jets) Καθότι μεγάλο παιδί, το άκουσα ως 25χρονος νέος σε κάποιο μπαρ. Ήταν και δύσκολο να το αποφύγεις, αφού έπαιζε σχεδόν παντού. Παραδόξως, με συγκινεί πάντα, χωρίς να υπάρχει κάποιος προσωπικός λόγος. Είναι η έντασή του και αυτή η διαρκής, εναγώνια ερώτηση καθενός μας. Θα γίνεις το κορίτσι μου; Οπωσδήποτε θα κινιόμουν κάπου ανάμεσα σε πανκ και γρήγορο ροκ. Προτίμησα το συγκεκριμένο, επηρεασμένος και από την αναγνωρισιμότητά του. Το μόνο σίγουρο είναι πως κάθε φορά που το ακούω δεν μπορώ παρά να ακολουθώ την έντασή του. Το κόμικ μου είναι μια τυπική αφήγηση «boy meets girl», που διαδραματίζεται στο live μιας τοπικής φανταστικής μπάντας υπό τους ήχους του συγκεκριμένου τραγουδιού. Ουσιαστικά, οι στίχοι θέτουν το ερώτημα που δεν προφταίνει να θέσει ο ήρωας της ιστορίας. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ «Σαν έρημα καράβια» (Υπόγεια Ρεύματα) Είναι ένα τραγούδι που το έχω συνδυάσει με την εφηβεία μου, με τις πρώτες συναυλίες και τις βραδιές που ακούγαμε ελληνικό ροκ στο ράδιο με την παρέα μου, εκεί προς το τέλος της δεκαετίας του ’90. Ακούγοντάς το και πάλι σήμερα μοιάζει να γυρνάω στο τότε, σε εποχές πιο αθώες και ανέμελες, που γράφαμε κασέτες και διαβάζαμε ό,τι κόμικ κυκλοφορούσε. Διάλεξα να το εικονογραφήσω γιατί έχει αυτό το ταξιδιάρικο στοιχείο που μου αρέσει, παίζει με τα συναισθήματα και τη μουσική. Ένιωσα ότι ταιριάζει στο ύφος των κόμικ που κάνω και ελπίζω να το νιώσει και ο αναγνώστης αυτό. Προσπάθησα να υπάρχει το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού στα σχέδια, όπως υπάρχει και στη μουσική. Να φτιάξω μια μικρή ιστορία για τις παλιές αναμνήσεις, για τα καινούργια όνειρα, γι’ αυτά που περιμένουν. Για έρημα καράβια που πλέουν στη θάλασσα ή στη φαντασία, ή ίσως στις σελίδες ενός κόμικ. ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΤΕΦΑΔΟΥΡΟΣ Wonderwall (Oasis) Παρότι το τραγούδι βγήκε το 1995, αν δεν κάνω λάθος, εγώ το άκουσα πρώτη φορά το 1999. Ήμουν φοιτητής, δεκαεννιά χρονών, και το άκουσα σε ένα μπαράκι όπου είχαμε πάει με παρέα συμφοιτητών. Είχα μεγάλο κόλλημα με μια κοπέλα από τη σχολή και προσπαθούσα να βρω τρόπο να της μιλήσω. Spoiler alert: δεν το έκανα ποτέ. Αλλά μου έμεινε το τραγούδι και το αγαπώ από τότε. Για μένα σημαίνει αγάπη, και μάλιστα λυτρωτική. Το άτομο αυτό που μπαίνει στη ζωή σου για να σε τραβήξει από τον βούρκο, είτε αυτό είναι σύντροφος, φίλος, συγγενής ή, γιατί όχι, μια γάτα. Νομίζω ότι ο Noel Gallagher είχε αναφέρει σε συνέντευξή του, όταν τον ρώτησαν σχετικά, πως εσφαλμένα πιστεύει ο κόσμος ότι μιλάει για τη γυναίκα του. Εκείνος μιλούσε για κάποιον/-α φίλο/-η που μπορεί να έρθει κάποια στιγμή και να σε σώσει από τον εαυτό σου. Όταν αποφάσισα να κάνω κόμικ το Wonderwall, σκέφτηκα να τιμήσω αυτό που είχε πει ο Noel και είπα να απομακρυνθώ από τα τετριμμένα του έρωτα. Σκέφτηκα έναν άνθρωπο σε άσχημη κατάσταση, να βιώνει την απώλεια και τη μοναξιά και τελικά να βρίσκει διέξοδο, υιοθετώντας ένα πλασματάκι, μια γάτα. Πράγμα που λειτουργεί αμφίδρομα, αν το καλοσκεφτείς, αφού κι εκείνος σώζει το γατάκι, δίνοντάς του ένα σπίτι. ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΟΥΡΤΗΣ I am the fire (Halestorm) Πάνε τρία-τέσσερα χρόνια από τότε που το πρωτοάκουσα, στο γραφείο μου, ενώ το YouTube έτρεχε στον αυτόματο. Δεν υπάρχει καμία ρομαντική ή λυρική ιστορία από πίσω. Γενικά, δεν συνδέω τη μουσική με προσωπικές στιγμές. Απολαμβάνω το παιχνίδι των ήχων με τον χρόνο και αν υπάρχουν καλογραμμένοι στίχοι, θα εκτιμήσω το τραγούδι διπλά.Το τραγούδι έχει δυναμισμό, θεατρικότητα, δράμα. Και η λέξη «φωτιά» είναι από μόνη της μια δυνατή εικόνα. Οι στίχοι, κατά τη γνώμη μου, μιλούν για προσωπική ανάταση. Την οποία, με δεδομένα τον δυναμισμό της μουσικής και τη φωτιά, προσπάθησα να αποδώσω εκρηκτικά. ΚΩΣΤΑΣ ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗΣ Camouflage (Stan Ridgway) Πρέπει να ήμουν περίπου δεκαπέντε-δεκαέξι χρονών όταν το άκουσα. Ήταν από τα πρώτα τραγούδια στα αγγλικά που έψαξα μανιωδώς να μάθω τι ακριβώς έλεγαν οι στίχοι του και από τα πρώτα που άκουγα και έλεγε μια ολοκληρωμένη ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος. Θυμάμαι ξεκάθαρα ότι όσες φορές κι αν το έπαιξα, στο μυαλό μου έφτιαχνα τις αντίστοιχες εικόνες. Δεν ήταν εύκολη υπόθεση να το διαλέξω. Έχω, τουλάχιστον, άλλα πέντε-έξι ιδιαιτέρως αγαπημένα που θέλω να «οπτικοποιήσω» με τον δικό μου τρόπο. Για όλα αυτά, την πρώτη φορά που τα άκουσα, στο μυαλό μου σχηματίστηκε μια εικονογραφημένη ιστορία. Κάθε φορά που ακούω ένα τραγούδι του οποίου οι στίχοι περιγράφουν μια ιστορία, αμέσως δημιουργώ νοερά τις αντίστοιχες εικόνες. ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΑΛΑΜΑΛΙΚΗ Τράβα, ρε μάγκα και αλάνι (Ρόζα Εσκενάζυ) Το συγκεκριμένο τραγούδι το άκουσα σε μεγαλύτερη ηλικία, όταν είχα μια ιδέα για ένα κόμικ (που δεν έγινε ποτέ!), το οποίο θα διαδραματιζόταν στην Αθήνα του 1920-30 και στο οποίο ήθελα να συμπεριλάβω τα απαγορευμένα ρεμπέτικα της εποχής. Δεν θα έλεγα ότι σημαίνει κάτι ιδιαίτερο, αλλά μπορώ να πω ότι με έκανε να αποκτήσω μια εκτίμηση για τη ρεμπέτικη μουσική, κυρίως την απαγορευμένη, καθώς μετά από αυτό κατέληξα να ακούσω και πολλά άλλα της εποχής. Το τραγούδι αναφέρεται σε μια απατημένη γυναίκα. Δεν διευκρινίζει αν είναι η σύζυγος ή όχι, αλλά ήθελα να δώσω έναν τόνο πιο δραματικό στην οπτικοποίησή του. Γι’ αυτό και η κατάληξη είναι ο φόνος. Επίσης, στυλιστικά ήθελα να μοιάζει με παλιά ελληνική ταινία, γι’ αυτό επέλεξα να μην έχει χρώμα (πέρα από το κόκκινο, που στην ουσία προοικονομεί ότι η ιστορία θα καταλήξει με αίμα!). ΑΡΙΝΕΛΑ ΚΟΤΣΙΚΟ Don’t stop me now (Queen) Η αλήθεια είναι πως δεν θυμάμαι ακριβώς σε ποια ηλικία άκουσα για πρώτη φορά το «Don’t stop me know», αλλά σίγουρα θυμάμαι να είμαι περίπου δεκαεφτά χρονών, Β’ Λυκείου, και να παίζει συνέχεια για μια περίοδο από το παλιό walkman κινητό μου, μαζί με αλλά τραγούδια των Queen, όπως το «I want to break free» και το «Radio Ga Ga». Για μένα προσωπικά, σημαίνει απελευθέρωση και αποφασιστικότητα, πως η ευτυχία είναι επιλογή και το κλειδί είναι ο τρόπος που θα αποφασίσουμε να αντιμετωπίσουμε κάποιες καταστάσεις. Όταν μου ζητήθηκε να εικονογραφήσω ένα τραγούδι της επιλογής μου, ήταν από τα πρώτα που μου πέρασαν από το μυαλό. Γενικότερα, η αγάπη μου για τους Queen και τα τραγούδια τους είναι δεδομένη, όμως πέραν αυτού, το «Don’t stop me know» έχει μια έντονη διάθεση και αισθητική που με βοήθησε στον σχεδιασμό και έκανε την επιλογή του συγκεκριμένου κομματιού ευκολότερη. Μόλις αποφάσισα να σχεδιάσω αυτό το κομμάτι, προσπάθησα να βρω πώς μπορώ να αποδώσω την αισθητική των Queen σε εικόνες. Τότε διάβασα την ιστορία της λαίδης Γκοντάιβα, που περιέχει αυτό το κομμάτι, και αυτό με καθοδήγησε ώστε να βρω τη δική μου ιστορία. Ήθελα να μπορεί να σταθεί επάξια απέναντι στους στίχους και στον δυναμισμό του κομματιού, να μεταδώσει στον αναγνώστη το συναίσθημα που μου βγάζει εμένα, πως τίποτα δεν είναι αξεπέραστο, με δύναμη και αποφασιστικότητα μπορεί κάποιος να υπερβεί τα πάντα. Έμπνευση για την ιστορία μου πήρα από την αναφορά που κάνει το τραγούδι στη λαίδη Γκοντάιβα. Σύμφωνα με την ιστορία, η λαίδη Γκοντάιβα είχε ζητήσει από τον σύζυγό της Λεοφρίκ, κόμη της Μερκίας, να μειώσει τη φορολογία των πολίτων του Κόβεντριου. Εκείνος δέχτηκε, αλλά με τον όρο να βγει η ίδια γυμνή πάνω στο άλογο και να περιφερθεί στην πόλη, πράγμα που έκανε. Αναφορές δείχνουν πως είχε συμφωνήσει με τους πολίτες να κλειστούν στα σπίτια τους για να μην τη δει κανείς. Η ηρωίδα μου λοιπόν, είναι μια σύγχρονη λαίδη Γκοντάιβα, παγιδευμένη σε έναν άλλον κόσμο, και αναζητά τη λύτρωση. ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΟΥΛΙΦΕΤΗΣ Δημοσθένους Λέξις (Διονύσης Σαββόπουλος) Ήμουν δεκαεφτά χρόνων και διάβαζα για τις Πανελλήνιες. Όταν έλυνα ασκήσεις, άκουγα παράλληλα μουσική – εκείνη την περίοδο εξερευνούσα παλιούς ελληνικούς δίσκους. Έτσι, βρέθηκα στο «Βρώμικο Ψωμί» του Διονύση Σαββόπουλου και στο «Δημοσθένους Λέξις». Σημαίνει «πάλη για ελευθερία», πέρα από το context της χούντας, του Πολυτεχνείου και της Ελλάδας. Μια πάλη που, σύμφωνα με το τραγούδι, δείχνει να είναι μοναχική, αγχώδης, τρομακτική και εκ πρώτης όψεως χαμένη, μα που εν τέλει μπορεί να κερδηθεί. Ήθελα εξαρχής ένα τραγούδι με ελληνικό στίχο, πλούσιο σε μεταφορές και εικόνες. Λόγω συναισθηματικού δεσίματος, αναμνήσεων αλλά και πρόκλησης των ικανοτήτων μου κατέληξα στο συγκεκριμένο. Ανήκε στα τραγούδια που τότε, στα δεκαεφτά μου, με ταξίδευαν, με έκαναν να δημιουργώ εικόνες στο μυαλό και στο χαρτί και δεν με άφηναν να διαβάσω! Έμπνευση μου έδωσε κυρίως ο μαγικός συνδυασμός των μεταφορικών του στίχων με τη μελαγχολική, ροκ μουσική του – γιατί και η μουσική παίζει μεγάλο ρόλο στο τραγούδι και προσπάθησα να αποτυπώσω στο έργο μου την ατμόσφαιρα που δημιουργεί. Για να εικονογραφήσω ένα τέτοιο κόμικ (με αναφορές τόσο στην περίοδο της χούντας όσο και της κλασικής αρχαιότητας), έπρεπε να κάνω μια κάποια έρευνα ώστε να αποτυπώσω με αληθοφάνεια και τον φρουρό στην πύλη της φυλακής της χούντας αλλά και τα ερείπια της γκρεμισμένης αρχαίας πόλης της Ολύνθου (εκεί βασίστηκα κυρίως, στον πλούσιο αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Κορίνθου και όχι στης ίδιας της αρχαίας Ολύνθου). Δεν βασίστηκα σε κάποια συγκεκριμένα κόμικ αλλά σε πολλά και ετερόκλητα, που αφηρημένα και υποσυνείδητα χρησιμοποίησα για να φτιάξω το δικό μου. ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΡΑΜΠΑΛΙΟΣ Μαύρος Γάτος (Βασίλης Παπακωνσταντίνου) Το άκουσα όταν ήμουν στο γυμνάσιο. Εκείνη την εποχή ακούγαμε πολύ ραδιόφωνο και το άκουσα σε έναν τοπικό σταθμό της Ελασσόνας. Είναι ένα τραγούδι που μου άρεσε γιατί δείχνει την υποκρισία της ελληνικής κοινωνίας: ο εθνικός κορμός τα βάζει με έναν γάτο, που το μόνο που ζητάει είναι ο ελευθεριακός έρωτας. Δεν κάνει κάτι κακό κι όμως φοβούνται τον τρόπο που θα αλλάξει την κοινωνία ο έρωτας. Είναι ένα από τα αγαπημένα νανουρίσματα του γιου μου. Επειδή μιλάμε για ζωομορφία, βασίστηκα πολύ στο «Blacksad» και στην εικονογράφηση του Guarnido. ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΤΣΗΣ Εξώφυλλο Το αγαπημένο μου κομμάτι είναι το «I will survive»! Είμαστε μια γενιά ανθρώπων που δεν έχει ζήσει μεγάλες καταστροφές, πολέμους ή δεινά σαν εκείνα που έχει επιβάλει η ανθρωπότητα στον εαυτό της στο παρελθόν! Είμαστε πολύ τυχεροί τόσο ως προς την εποχή όσο και ως προς τον τόπο όπου ζούμε, ένα σταυροδρόμι διαχρονικών συμφερόντων που είναι ταυτόχρονα ευχή και κατάρα για εμάς. Πιστεύω πως οι συνθήκες που βιώνουμε δεν είναι παρά μια ταλαιπωρία με το γάντι, και ελπίζω να μείνει εκεί! Ελπίζω τα «αντισώματα» που έχει αναπτύξει το ανθρώπινο γένος κατά τη διάρκεια της ιστορίας του να το έχουν εξοπλίσει αρκετά, ώστε να αποφύγει το ενδεχόμενο ενός οργουελικού μέλλοντος, το οποίο, φοβάμαι, είναι προ των πυλών! Τα «Μουσικά Καρέ» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- μουσικά καρέ
- εκδόσεις μικρός ήρως
- (and 2 more)
-
Το 9ο Chaniartoon ξεκινά σήμερα με 11 μεγάλες εκθέσεις και δεκάδες εκδηλώσεις για τα κόμικς και το animation. Η φετινή διοργάνωση είναι αφιερωμένη στην Κρίση και το Καρέ Καρέ θα βρίσκεται στα Χανιά για την έκθεση και έκδοση «Η Μέρα της Κρίσης» με έργα που δημοσιεύτηκαν στις σελίδες μας την περίοδο 2014-2015. Χρόνια τώρα το Φεστιβάλ Chaniartoon στα Χανιά, κάθε Σεπτέμβριο, προσκαλεί επιλεγμένους καλλιτέχνες από το εξωτερικό και συγκεντρώνει την αφρόκρεμα των Ελλήνων δημιουργών κόμικς. Ο Μάριος Ιωαννίδης και η Κατερίνα Νανούρη με τη βοήθεια μιας πολυπληθούς ομάδας συνεργατών έχουν καταφέρει να υλοποιήσουν το μεγάλο όραμα που είχαν πριν από 10 χρόνια για ένα ποιοτικό και πλούσιο περιφερειακό φεστιβάλ που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από αυτά του κέντρου, προσελκύοντας κάθε χρόνο όλο και περισσότερους επισκέπτες και δημιουργούς. Φέτος, το Chaniartoon (20-28 Σεπτεμβρίου) είναι αφιερωμένο στην Κρίση και θα είναι μεγαλύτερο από κάθε άλλη φορά παρουσιάζοντας 11 εκθέσεις κόμικς, γελοιογραφίας και εικονογράφησης, αλλά και πολλές συζητήσεις, workshops, προβολές, ομιλίες, συναυλίες και διαγωνισμούς. «Η Μέρα της Κρίσης»: Αριστερά: Ο τόμος «Η Μέρα της Κρίσης: 55 δημιουργοί για την οικονομική και υπαρξιακή κρίση που διαρκώς επιδεινώνεται» που θα παρουσιαστεί πρώτη φορά στο φεστιβάλ. Δεξιά: Θανάσης Πέτρου: «Η Μέρα της Κρίσης», απόσπασμα από την ιστορία του Θανάση Πέτρου. Το Καρέ Καρέ, που συνεργάζεται σταθερά με το Chaniartoon, με περηφάνια θα παρουσιάσει την έκθεση «Η Μέρα της Κρίσης» με το σύνολο των μονοσέλιδων ιστοριών 55 δημιουργών κόμικς που δημοσιεύτηκαν πρώτη φορά στην «Εφ.Συν.» τη διετία 2014-2015, αντανακλώντας τις όψεις της πολύπλευρης κρίσης εκείνων των ημερών. Θα παρουσιαστεί επίσης και ο ομώνυμος τόμος των εκδόσεων Chaniartoon Press, που συγκεντρώνει όλες αυτές τις ιστορίες, ενώ οι επιμελητές του Καρέ Καρέ και αρκετοί από τους συμμετέχοντες και τις συμμετέχουσες στον τόμο αυτό θα συνομιλήσουν με το κοινό την Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου στις 20.00. «Μες στην Ελλάδα των Τεμπών»: «Μες στην Ελλάδα των Τεμπών», σκίτσο του Πάνου Ζάχαρη. Λίγο πιο δίπλα από τα κόμικς της διαρκούς κρίσης που ζούμε, θα παρουσιαστεί η έκθεση με τίτλο «Μες στην Ελλάδα των Τεμπών», με τα έργα 20 σκιτσογράφων για το έγκλημα χωρίς τιμωρία που κόστισε τη ζωή σε τόσους ανθρώπους πριν από δυόμισι χρόνια. Το υλικό της έκθεσης κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις Εκδόσεις ΚΨΜ και τα έσοδα από τις πωλήσεις θα δοθούν στον Σύλλογο Ατόμων Πληγέντων Δυστυχήματος Τεμπών. «Η προφητεία του Αρμαντίλλο»: «Η προφητεία του Αρμαντίλλο» Από τα μεγαλύτερα ονόματα των σύγχρονων ιταλικών και εν γένει ευρωπαϊκών κόμικς είναι αυτό του Zerocalcare, που τα τελευταία χρόνια σημειώνει μεγάλη επιτυχία και με τις σειρές του που προβάλλονται στο Netflix. Στο Chaniartoon θα παρουσιαστεί μια έκθεση αφιερωμένη στην αυτοβιογραφική και γεμάτη γλυκόπικρο χιούμορ ιστορία του με τίτλο «Η προφητεία του Αρμαντίλλο», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις DocMZ και Chaniartoon Press. «Η γαλέρα της ζωής μου»: «Η γαλέρα της ζωής μου» Η προσωπική ιστορία του Θανάση Βέγγου και η πλούσια καριέρα του στον κινηματογράφο πήραν τη μορφή κόμικς από τον Σπύρο Δερβενιώτη και τον Θανάση Πέτρου και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μικρός Ήρως. Αυτή η πλούσια κόμικς-βιογραφία του εμβληματικού ηθοποιού και πάνω απ’ όλα «καλού μας ανθρώπου» Θανάση Βέγγου είναι το θέμα της μεγάλης έκθεσης με τίτλο «ΘΒ, Η γαλέρα της ζωής μου». «Ας περιμένουν οι γυναίκες»: «Ας περιμένουν οι γυναίκες» Ο Σταύρος Τσιώλης (1937-2019) θεωρείται, όχι άδικα, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες κινηματογραφιστές και η πιο δημοφιλής, στα όρια του καλτ, ταινία του είναι αναμφίβολα το «Ας περιμένουν οι γυναίκες», με τον Γιάννη Ζουγανέλη, τον Σάκη Μπουλά και τον Αργύρη Μπακιρτζή να περιπλανώνται στη Βόρεια Ελλάδα. Η θρυλική ταινία μεταφέρεται στο χαρτί σε σκίτσα του Σταύρου Κιουτσιούκη και χρώμα του Κλήμη Κεραμιτσόπουλου από τις Εκδόσεις Μικρός Ήρως και η ομώνυμη έκθεση παρουσιάζει αυτή την ενδιαφέρουσα προσαρμογή από τον κινηματογράφο στα κόμικς. «18 χρόνια Hard Rock»: «18 χρόνια Hard Rock» Το «Hard Rock» του Τάσου Μαραγκού, αυτή η υπέροχη και εν μέρει αυτοβιογραφική ιστορία ενηλικίωσης ενός νέου από τη Σύρο, από τις πρώτες σεξουαλικές εμπειρίες του συνοδεία heavy metal μέχρι τα μεγάλα φεστιβάλ κόμικς της Αθήνας, συμπλήρωσε 18 χρόνια έντυπης ζωής από τις Εκδόσεις Jemma Press. Η έκθεση «18 χρόνια Hard Rock» είναι αφιερωμένη στις περιπέτειες του Μάρκου, στην «απόδρασή» του από το νησί και στον αγώνα του να γνωρίσει τον κόσμο και να καταφέρει να χωρέσει σ’ αυτόν. «20 χρόνια Δρακοφοίνικας»: «20 χρόνια Δρακοφοίνικας» Η αυτοκρατορία του «Δρακοφοίνικα», του επικού έργου ζωής του Γιάννη Ρουμπούλια, συμπληρώνει φέτος 20 χρόνια από την κυκλοφορία της πρώτης φανταστικής περιπέτειας αυτού του υπέροχου σύμπαντος. Γιορτάζοντας αυτήν την επέτειο, η έκθεση «20 χρόνια Δρακοφοίνικας» είναι αφιερωμένη σε μια μοναδική διαδρομή γεμάτη φαντασία, μάχες, τιμή και μαγική αφήγηση. Η επιστροφή της «Βαβούρας»: Η επιστροφή της «Βαβούρας» Θρυλικό περιοδικό για τα παιδιά και τους εφήβους της δεκαετίας του 1980, η «Βαβούρα», με το ανατρεπτικό της χιούμορ και τις σουρεαλιστικές ιστορίες της, γαλούχησε μια ολόκληρη γενιά αναγνωστών σε μια διαφορετική έννοια του αστείου. Μετά από χρόνια, η «Βαβούρα» ξανασυστήνεται στους αναγνώστες και επανακυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μικρός Ήρως με νέα εμφάνιση αλλά με τις ίδιες απολαυστικές ιστορίες της. Στην έκθεση στα Χανιά οι παλιοί θα έχουν την ευκαιρία να θυμηθούν και οι νεότεροι να μάθουν και να αγαπήσουν την τρέλα της «Βαβούρας». «Όλυμπος Α.Ε.»: Όλυμπος Α.Ε. Με αφορμή την κυκλοφορία των βιβλίων «Όλυμπος Α.Ε.» και «Όλυμπος Α.Ε. – Χοντρό Κυνήγι» από την DocMZ Publishing, η έκθεση σας ταξιδεύει στον Όλυμπο και παρουσιάζει εκ νέου το δωδεκάθεο, μέσα από τη χιουμοριστική ματιά των Vincenzo Cerami και Silvia Ziche. «Zawa»: Zawa Από τους πιο επιτυχημένους Ελληνες δημιουργούς κόμικς με σημαντική καριέρα στους μεγαλύτερους αμερικανικούς εκδοτικούς οίκους, ο Μιχάλης Διαλυνάς φιλοτέχνησε πρόσφατα το «Zawa» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Jemma Press. Η έκθεση «Zawa» παρουσιάζει αυτό το μείγμα δυστοπίας, οικολογίας, περιπέτειας και φαντασίας με την κινηματογραφική σκηνοθεσία και τα εντυπωσιακά σχέδια του Μιχάλη Διαλυνά. Αφιέρωμα στον Νίκο Γαλυφιανάκη: Από το αφιέρωμα στον Νίκο Γαλυφιανάκη. Σε μια μεγάλη έκθεση για τον βραβευμένο δημιουργό Νίκο Γαλυφιανάκη, με θητεία σε μεγάλες αμερικανικές εφημερίδες και περιοδικά, το κοινό θα έχει την ευκαιρία να απολαύσει έργα του από την Washington Post, που μεταφράζονται πρώτη φορά στα ελληνικά, αλλά και μια σειρά από εικονογραφήσεις, character designs κ.ά. Εκτός από τις εκθέσεις, στο θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης» θα πραγματοποιούνται από σήμερα προβολές βραβευμένων ταινιών animation από τα σημαντικότερα φεστιβάλ του κόσμου, ενώ από τη Δευτέρα 22/9 ξεκινούν ομιλίες και παρουσιάσεις από τις οποίες ξεχωρίζουν οι εξής: «Η τέχνη πίσω από τα κάγκελα» για το έργο και την εμπειρία των εκπαιδευτών στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας των Φυλακών Χανίων (Τρίτη 23/9, 19.00), «Η τέχνη των κόμικς στην υπηρεσία της μικρής και μεγάλης Ιστορίας» για την πενταλογία του Θανάση Πέτρου με θέμα την ελληνική ιστορία (Πέμπτη 25/9, 20.00), η παρουσίαση της διεθνούς προσκεκλημένης Silvia Ziche με τη μακρά θητεία στα χιουμοριστικά κόμικς της ιταλικής Disney (Παρασκευή 26/9, 19.00), «Τάσος Ζαφειριάδης – Εξομολογήσεις ενός Έλληνα δημιουργού κόμικς» για το έργο του πολυδιάστατου Θεσσαλονικιού δημιουργού (Σάββατο 27/9, 18.00) κ.ά. Τον κύκλο των ομιλιών κλείνει η «Μέρα της Κρίσης» με αφορμή την ομώνυμη έκθεση και έκδοση (Κυριακή 28/9, 20.00). Η αφίσα του φεστιβάλ, από την Έφη Θεοδωροπούλου. Τέλος, από την Κυριακή 21/9 ξεκινούν τα καλλιτεχνικά εργαστήρια (απαιτείται εγγραφή, η συμμετοχή είναι δωρεάν με την εθελοντική προσφορά γραφικής ύλης η οποία θα δοθεί για τη στήριξη του Συλλόγου «Ορίζοντας»), ενώ το τελευταίο τριήμερο θα λάβουν χώρα ποικίλες δράσεις, ομαδικά παιχνίδια, διαγωνισμοί και συναυλίες (Babis Batmanidis Co(m)pany, Social Waste, Σπύρος Γραμμένος) και θα βρίσκεται σε εξέλιξη το Artist Alley με τη συμμετοχή 80 καλλιτεχνών από όλη την Ελλάδα, ενώ παράλληλα θα λειτουργούν εξειδικευμένα καταστήματα με κόμικς. ℹ️ 9o Φεστιβάλ Chaniartoon Θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης» και πλατεία Κατεχάκη, Παλιό Λιμάνι Χανίων, 20-28 Σεπτεμβρίου. Το artist alley θα πραγματοποιηθεί το τελευταίο τριήμερο, Παρασκευή 26-Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου, 11.00-23.00. Είσοδος ελεύθερη. Και το σχετικό link...
-
- 5
-
-
- chaniartoon
- chaniartoon press
-
(and 27 more)
Tagged with:
- chaniartoon
- chaniartoon press
- η μέρα της κρίσης
- εκδόσεις κψμ
- μες στην ελλάδα των τεμπών
- καρέ καρέ
- εκδόσεις docmz
- η προφητεία του αρμαντίλλο
- zerocalcare
- η γαλέρα της ζωής μου
- θανάσης πέτρου
- σπύρος δερβενιώτης
- κλήμης κεραμιτσόπουλος
- jemma press
- εκδόσεις μικρός ήρως
- hard rock
- σταύρος κιουτσούκης
- τάσος μαραγκός
- τα χρονικά του δρακοφοίνικα
- zawa
- βαβούρα
- γιάννης ρουμπούλιας
- όλυμπος α.ε.
- μιχάλης διαλυνάς
- vincenzo cerami
- silvia ziche
- νίκος γαλυφιανάκης
- τζεροκαλκάρε
- ας περιμένουν οι γυναίκες
-
Το “Μη με Λησμόνει” είναι ένα συγκλονιστικό graphic novel για τη φροντίδα, την απώλεια, τη συγχώρεση και – πάνω απ’ όλα – την ανάγκη να θυμόμαστε, έστω κι αν δεν μας θυμούνται. Σε έναν κόσμο όπου οι φράσεις «ποιος είσαι;», «πού βρίσκομαι;» και «ξεχνάω» μπορούν να γκρεμίσουν ολόκληρη την πραγματικότητά μας, η Αλίξ Γκαρέν, μόλις 23 ετών, δημοσιεύει το πρώτο της κόμικ με τίτλο «Μη με Λησμόνει» – ένα έργο τόσο προσωπικό όσο και αναγκαίο. Έμπνευση για αυτό αποτέλεσε η δική της οικογενειακή ιστορία και το αποτέλεσμα είναι σελίδες και καρέ που σκιαγραφούν την απελπισία, οδηγούν σε παιδικά καταφύγια και προσφέρουν ταξίδια μνήμης. Το κόμικ “Μη με Λησμόνει” δεν είναι απλώς ένα graphic novel: Είναι μια πρόσκληση να ξαναθυμηθούμε να αγαπάμε. Η Γκαρέν μάς ζητά να αναγνωρίσουμε πρόσωπα, καταστάσεις και συναισθήματα. Μας ζητά να μην ξεχνάμε… Το στόρι Η Κλεμάνς δεν αντέχει άλλο να βλέπει τη γιαγιά της να βυθίζεται αργά αλλά σταθερά στη λήθη. Η διάγνωση είναι σκληρή: Αλτσχάιμερ. Και το «πολύ αργά» πλησιάζει πιο γρήγορα απ’ όσο φαντάζονται. Απελπισμένη, αποφασίζει να κάνει το αδιανόητο: την “απαγάγει” από το γηροκομείο για να την πάει πίσω – εκεί που πιστεύει πως ήταν το σπίτι της παιδικής της ηλικίας. Μια πράξη απελπισίας, ή μια τελευταία ευκαιρία να ξαναβρεθούν για λίγο; Ένα ταξίδι γεμάτο συγκρούσεις, ανατροπές και συναισθηματικά ξεσπάσματα ξεκινά, με σύμμαχο την τρυφερότητα και τη μνήμη – όση απέμεινε. Η άνοια και οι διαταραχές μνήμης αγγίζουν όλο και περισσότερες οικογένειες. Το graphic novel της Γκαρέν αποφεύγει τη διδακτική αφήγηση και επιλέγει μια βαθιά ανθρώπινη ματιά: μέσα από το βλέμμα της Κλεμάνς και της γιαγιάς της, μας δείχνει τι σημαίνει να χάνεις τον εαυτό σου, αλλά και να τον ξαναβρίσκεις – έστω και στιγμιαία – μέσα από την αγάπη. Η οπτική γλώσσα του κόμικ είναι απλή, καθησυχαστική, μα την ίδια στιγμή φορτισμένη. Χρωματικές παλέτες που θυμίζουν θαμπές αναμνήσεις και πρόσωπα που μεταμορφώνονται καθώς εξελίσσεται η ιστορία, δημιουργούν έναν οικείο αλλά διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Η Γκαρέν δεν επιδιώκει το δράμα: Το χτίζει σιγά-σιγά, μέσα από μικρές σιωπές, βλέμματα και συναισθήματα που δεν χρειάζονται λέξεις. Το “Μη με Λησμόνει” δεν διαβάζεται· βιώνεται. Είναι ένα έργο για όλους εκείνους που έχουν δει αγαπημένα πρόσωπα να τους κοιτούν με άγνωστο βλέμμα. Για όλους όσους προσπαθούν να κρατήσουν τις αναμνήσεις ζωντανές, όταν ο χρόνος τις σβήνει ανελέητα. Η επίσημη παρουσίαση και οι διακρίσεις Την ερχόμενη Παρασκευή (12/09) στις 20:30 κατά το 53ο Φεστιβάλ Βιβλίου, θα πραγματοποιηθεί στη σκηνή «Μίκης Θεοδωράκης» στο Πεδίο του Άρεως η επίσημη παρουσίαση του graphic novel. Στην εκδήλωση θα μιλήσει ο σκιτσογράφος και δημιουργός κόμικς σε Ελλάδα και εξωτερικό, Νικόλαος Τσουκνίδας (Πορτραίτα), και η Χριστίνα Αναστασοπούλου, επιστημονικά υπεύθυνη του Κέντρου Αλτσχάιμερ «Ο Νέστωρ». Πρόκειται για ένα έργο-υπενθύμιση πως η νόσος του Αλτσχάιμερ είναι μία σκληρή διαταραχή χωρίς διακρίσεις, και το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παραμείνουμε δίπλα στους αγαπημένους μας ανθρώπους που πάσχουν από αυτή, όσο αυτοί μας έχουν ανάγκη. Το συγκεκριμένο κόμικς συγκλόνισε τη γαλλοβελγική σκηνή των κόμικς αλλά και εκατοντάδες χιλιάδες αναγνωστών διεθνώς ενώ έχει ήδη εκδοθεί σε πάνω από 13 χώρες! Σημειώνεται ότι το «Μη με Λησμόνει» συγκλόνισε τη γαλλοβελγική σκηνή των κόμικς και έχει ήδη αποκτήσει εκατοντάδες χιλιάδες αναγνωστών διεθνώς. Κριτικοί και αναγνώστες δεν έχουν κρύψει τον ενθουσιασμό τους για το κόμικ της Γκαρέν, καθώς ξεπερνά τα στενά όρια του είδους και διαβάζεται πλέον ως ένα λογοτεχνικό σχόλιο στη σύγχρονη εμπειρία της νόσου Αλτσχάιμερ. Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερου Κόμικς Babelio 2021 Βραβείο Καλύτερου Κόμικς Victor Rossel 2021 Βραβείο Καλύτερου Κόμικς FNAC 2021 Βραβείο France Culture Φοιτητών 2021 Βραβείο Κόμικς Des élèves d’Auch 2021 Είπαν για το έργο: «Ποιητικό, συναρπαστικό και συγκινητικό, αυτό είναι ένα κόμικς που δεν θα ξεχάσετε!» – Panorama «Ένα αριστοτεχνικό graphic novel γεμάτο νοσταλγία για το πέρασμα του χρόνου» – The Telegram «Ένα σύγχρονο αριστούργημα!» – Atlantico Η δημιουργός Η Αλίξ Γκαρέν, γεννημένη το 1997 στο Βέλγιο, ανακάλυψε από μικρή ηλικία την αγάπη της για τα κόμικς και αποφάσισε να σπουδάσει στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών του ινστιτούτου Saint-Luc στη Λιέγη. Το 2017, μετά από τρία χρόνια σπουδών, διακρίθηκε με το βραβείο Νέων Ταλέντων στο φεστιβάλ Quai des Bulles του Σαιν-Μαλό. Το 2018 ξεκίνησε να εργάζεται στο πρακτορείο Cartoonbase και παράλληλα δούλεψε στο βιωματικό κόμικς Ne m’ oublie pas (στα ελληνικά Μη με Λησμόνει από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως), που καταπιάνεται με τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Το έργο κυκλοφόρησε το 2021 από τον εκδοτικό οίκο Le Lombard και απέσπασε πλήθος επαίνων και διακρίσεων, μεταξύ των οποίων τα βραβεία Victor Rossel, Babelio και Fnac Βελγίου για καλύτερο κόμικς, καθώς και το βραβείο France Culture για φοιτητές. Σήμερα ζει και εργάζεται στις Βρυξέλλες, εξακολουθώντας να δημιουργεί κόμικς και να συνεργάζεται με την Cartoonbase. Το 2024 κυκλοφόρησε το κόμικς Impénétrable, το οποίο εξερευνά τις σεξουαλικές διαταραχές. Info: Μη με Λησμόνει Σενάριο – Σχέδιο: Alix Garin ISBN: 978-618-206-216-6 Ημ. Κυκλοφορίας: Σεπτέμβριος 2025 Είδος: Δράμα, κοινωνικό Χώρα προέλευσης: Γαλλία Σελίδες: 228 Σχήμα: 17x24 εκ. Χρώμα: Έγχρωμο Και το σχετικό link...
-
- 6
-
-
- μη με λησμόνει
- εκδόσεις μικρός ήρως
- (and 4 more)
-
Κυκλοφορίες Σεπτεμβρίου 2025 από τις Εκδόσεις Μικρός Ήρως! Δύο νέες προτάσεις θα συνοδέψουν τον μήνα του Σεπτεμβρίου, δύο κόμικς γαλλοβελγικής προέλευσης που από τη πρώτη στιγμή που τα διαβάσαμε, αυτομάτως θέλαμε να τα εκδώσουμε! Και τα δύο θα κάνουν την πρώτη τους εμφάνιση στο 53ο Φεστιβάλ Βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως την Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου, πριν την πανελλαδική τους κυκλοφορία στις 9 του μήνα σε βιβλιοπωλεία, κομιξάδικα και σημεία πώλησης τύπου. Οι αποστολές των προπαραγγελιών θα ξεκινήσουν στις 5 του Σεπτεμβρίου. Πρ΄ωτη κυκλοφορία έχουμε το ΜΗ ΜΕ ΛΗΣΜΟΝΕΙ της 23-χρονης Alix Garin, μιας νέας φωνής στη γαλλοβελγική κόμικς σκηνή, η οποία με το συγκεκριμένο έκανε το μεγάλο της ντεμπούτο - και πρόκειται για ένα πραγματικά αριστοτέχνημα. Τόσο μυθοπλαστικό όσο και αυτοβιογραφικό, καταπιάνεται με την ασθένεια του Αλτσχάιμερ και πως το βίωσε η ίδια η γιαγιά της. Θα σας συμβουλεύαμε κατά την ανάγνωσή τους να έχετε μαζί σας ένα πακέτο χαρτομάντιλα. Στη συνέχεια, έχουμε το ΕΙΜΑΙ Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥΣ από τον δημιουργό του ΠΑΝΤΑ ΠΟΤΕ, Jordi Lafebre. Εδώ βλέπουμε μια ψυχίατρο που πάσχει από διπολική διαταραχή και μετατρέπεται σε ντετέκτιβ για να λύσει ένα μυστήριο με φόντο τη σαγηνευτική Βαρκελώνη. Νουάρ, θρίλερ, κωμωδία, αυτό το κόμικς τα έχει όλα και πολλά ακόμα. Μια από τις πιο δυνατές κυκλοφορίες της εκδοτικής αυτή τη χρονιά που πραγματικά θα κάνει την Εύα την νέα σας αγαπημένη (αντι)ηρωίδα των κόμικς. Θα μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες για το συγκεκριμένο, αλλά θα αφήσουμε το κόμικς να μιλήσει από μόνο του! Πιο αναλυτικά: Μη Με Λησμόνει Alix Garin, 228 σελίδες, σχήμα 17Χ24, έγχρωμο, €17,75 Το «πολύ αργά» έρχεται πιο γρήγορα απ’ όσο νομίζουμε Η γιαγιά της Κλεμάνς πάσχει από τη νόσο Αλτσχάιμερ. Απελπισμένη, η Κλεμάνς αποφασίζει να την απαγάγει από το γηροκομείο και να την πάει εκεί που πιστεύει πως ήταν το σπίτι της παιδικής της ηλικίας. Μια απόδραση, μια αποστολή, μια περιπλάνηση, μια ευκαιρία να ξαναβρεθούν… Ή μήπως ένα στερνό αντίο; Αποκτήστε το με ένα κλικ εδώ. Οι αποστολές ξεκινάνε την Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2025, ενώ σε βιβλιοπωλεία, κομιξάδικα και άλλα σημεία πώλησης τύπου θα κυκλοφορήσει την Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2025! Είμαι Η Σιωπή Τους Jordi Lafebre, 116 σελίδες, σχήμα 21Χ28, έγχρωμο, €14,75 Ένα σύγχρονο αστυνομικό θρίλερ με φόντο τη σαγηνευτική Βαρκελώνη Βαρκελώνη, σήμερα. Η Εύα Ρόχας, μια 34χρονη διδάκτωρ ψυχιατρικής, πάσχει από διπολική διαταραχή, καθώς ακούει φωνές από οικεία γυναικεία πρόσωπα τα οποία διαμόρφωσαν τη ζωή της. Έχοντας χάσει την άδεια άσκησης του επαγγέλματός της, πρέπει να απαντήσει στις ερωτήσεις του ψυχίατρου Δρ Λιουλ, αν θέλει να την ανακτήσει. Η ικανότητα και η περιέργειά της στο να διαβάζει τους ανθρώπους γύρω της, θα τη μετατρέψει σε ερασιτέχνη ντετέκτιβ, όταν θα θεωρηθεί ως η κύρια ύποπτη για την δολοφονία ενός ολιγάρχη πατριάρχη οινοπαραγωγού, μόλις λίγες ώρες πριν την ανάγνωση της διαθήκης της μητέρας της οικογένειας. Κάπως έτσι ξεκινά ένα σύγχρονο αστυνομικό θρίλερ με φόντο το σαγηνευτικό αστικό τοπίο της Βαρκελώνης για να αποκαλυφθεί ο πραγματικός δολοφόνος. Μια υπόθεση σκέτο χάος, αφού η Εύα πρέπει να αντιμετωπίσει δύο διαφορετικές οικογένειες: την πλούσια οικογένεια οινοπαραγωγών... και την «οικογένεια» που μιλάει στο υποσυνείδητό της. Αποκτήστε το με ένα κλικεδώ. Οι αποστολές ξεκινάνε την Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2025, ενώ σε βιβλιοπωλεία, κομιξάδικα και άλλα σημεία πώλησης τύπου θα κυκλοφορήσει την Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2025! Μην τις χάσετε!
- 2 replies
-
- 10
-
-
-
- εκδόσεις μικρός ήρως
- σεπτέμβριος
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Ο εκδότης Λεωκράτης Ανεμοδουράς και ο επιμελητής Γιώργος Ζωιτάς μιλούν στην «Κ» για την απόφασή τους να επανακυκλοφορήσουν το περιοδικό με βρετανικές ρίζες. Η Βαβούρα ξεκινά έναν κύκλο, μετά τον πρώτο που έκλεισε το 1997, ύστερα από 752 τεύχη. [Κολάζ: Michael Kirki] Ανάμεσα στα πολλά κόμικ που κρέμονταν κάθε μήνα – ή κάθε εβδομάδα – στα περίπτερα στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 υπήρχε ένα που κάπως διέφερε στα μάτια των μικρών αναγνωστών του. Είχε ένα χιούμορ λιγότερο προφανές, αρκετά πιο σουρεαλιστικό από το μέσο κόμικ που έφτανε στα χέρια τους και σίγουρα πιο φλεγματικό, καθώς οι ιστορίες αυτές είχαν γεννηθεί στη Βρετανία. Έτσι βίωνε τουλάχιστον το περιοδικό Βαβούρα ο μικρός τότε Λεωκράτης Ανεμοδουράς, που διάβαζε φανατικά το περιοδικό. Ο κόσμος των κόμικ του ήταν πολύ οικείος, αφού ο παππούς του, Στέλιος Ανεμοδουράς ήταν αυτός που ξεκίνησε τις ομώνυμες εκδόσεις, μετέπειτα εκδόσεις Μικρός Ήρως. Πέρα από τις περιπέτειες του μικρού Γιώργου Θαλάσση, τύπωνε και κόμικ όπως ο Μπλεκ και η Περιπέτεια. Η Βαβούρα φιλοξενεί στις σελίδες της πολλές μικρές ιστορίες από διαφορετικούς ήρωες. Η Βαβούρα κυκλοφόρησε πρώτη φορά από τις εκδόσεις Δεληγιώργη το 1981 και κράτησε ως έκδοση 16 χρόνια, μετρώντας 752 τεύχη. Αρκετά χρόνια μετά και ενώ τα παιδιά που διάβαζαν Βαβούρα είναι πλέον… μεγάλα, οι εκδόσεις Μικρός Ήρως, στο τιμόνι των οποίων βρίσκεται πλέον ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς, αποφάσισαν να βάλουν μπρος έναν τίτλο που ξυπνάει αναμνήσεις σε πολλούς παλιούς αναγνώστες και γιατί όχι, να τον ανακαλύψουν και άλλες γενιές. Η Βαβούρα βγαίνει από το συρτάρι Η Βαβούρα μπήκε και πάλι μπρος από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Το ταξίδι της Βαβούρας ξεκίνησε λοιπόν το 1981, όταν στις σελίδες του συγκεντρώθηκαν διάφορες ιστορίες που είχαν αρχικά κυκλοφορήσει σε περιοδικά της Βρετανίας. Οι εκδόσεις Δεληγιώργη, που κυκλοφορούσαν το περιοδικό ώς και το 1997 έκλεισαν και αυτές τη δεκαετία του ’90, οπότε ο πρώτος κύκλος του τίτλου ολοκληρώθηκε εκεί. Οι εκδόσεις Μικρός Ήρως τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει μια μεγάλη προσπάθεια να αναβιώσουν ιστορικά κόμικ του παρελθόντος. Ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς, ως πάλαι ποτέ φανατικός αναγνώστης της Βαβούρας, κρατούσε ακόμα μέσα του εκείνο το «εξωπραγματικό χιούμορ» που απολάμβανε στις σελίδες της ως παιδί, ακόμα και αν είχε να τις ξεφυλλίσει χρόνια. Έτσι, αποφάσισε να αναβιώσει και αυτόν τον τίτλο. Αρχικά η νέα Βαβούρα προορίστηκε για κάποιες «guest» εμφανίσεις. «Με παραγγελίες ενός χρηματικού ποσού και πάνω δίναμε δώρο και ένα περιοδικό, αρχικά του Μπλεκ και μετά της Βαβούρας», εξηγεί ο εκδότης. Ένας από τους αγαπημένους ήρωες της Βαβούρας. Το ενδιαφέρον για τη Βαβούρα όμως αναζωπυρώθηκε και έτσι, οι εκδόσεις Μικρός Ήρως αποφάσισαν να το επαναφέρουν ως κανονική έκδοση. Το πρώτο τεύχος είναι ήδη διαθέσιμο και το πλάνο είναι να κυκλοφορούν τρία τεύχη τον χρόνο: ένα το καλοκαίρι, ένα τα Χριστούγεννα και ένα το Πάσχα. Την επανέκδοση της Βαβούρας ανέλαβε ως επιμελητής ο Γιώργος Ζωιτάς, που είχε την αποστολή να «βουτήξει» στα αρχεία βρετανικών περιοδικών προκειμένου να βρει τις ιστορίες που θα τυπωθούν ξανά. «Συνεργαζόμαστε με διάφορες ξένες εκδόσεις, μεταξύ των οποίων και η Rebellion. Στον κατάλογό της βρίσκονται βρετανικά περιοδικά όπως τα Buster, Whoopee, Whizer & Chips, στα οποία φιλοξενήθηκαν αρχικά και οι ιστορίες των ηρώων της Βαβούρας», εξηγεί ο επιμελητής. Ξημερώνει για… τους Δισεκατομμυριούχους. Έτσι λοιπόν, έγινε μια κρούση στη Rebellion, η οποία ανταποκρίθηκε θετικά και έστειλε στους Έλληνες εκδότες συλλογές με ιστορίες από τον κάθε ήρωα για να επιλέξουν. Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τη Βαβούρα, στις σελίδες της φιλοξενούνται σύντομες ιστορίες, ολιγάριθμων καρέ, από διαφορετικούς ήρωες. Μερικοί από τους πιο δημοφιλείς είναι ο Γουρουνομούρης, ο Σουίνι το διαβολάκι και οι Δισεκατομμυριούχοι, που οι ιστορίες τους ήταν και από τις πρώτες που επιλέχθηκαν για το νέο περιοδικό. Οι προκλήσεις της Βαβούρας σήμερα Ο όχι και τόσο μικρός Κονγκ. Πόσο εύκολο είναι να μεταφέρεις σήμερα στα ελληνικά ένα χιούμορ βρετανικό, που γράφτηκε κάποιες δεκαετίες πριν; Όπως εξηγεί ο Γιώργος Ζωιτάς, αυτό το κομμάτι ήταν ευκολότερο από ότι ενδεχομένως φαίνεται. Αφενός γιατί «παρά το γεγονός ότι πρόκειται για βρετανικές δημιουργίες, αυτά τα κόμικ κατάφεραν να φτιάξουν κάτι που δεν σατιρίζει μόνο τη δική τους πραγματικότητα», αφετέρου γιατί ο μεταφραστής, Γαβριήλ Τομπαλίδης, γνώριζε πολύ καλά την παλιά Βαβούρα, οπότε ήξερε αντίστοιχα και πώς να κινηθεί μεταφραστικά. Την ομάδα συμπλήρωσε η Τίνα Χελιώτη που ανέλαβε την αποκατάσταση των παλιών σελίδων και το στήσιμο του περιοδικού. Αυτό ωστόσο που αποτέλεσε μεγαλύτερη πρόκληση τόσο για την παλιά όσο και τη νέα Βαβούρα, είναι το μέγεθος των σελίδων της. Τα βρετανικά περιοδικά από όπου προέρχονται οι ιστορίες είχαν μεγαλύτερο φορμά και η σμίκρυνση των σελίδων για το ελληνικό περιοδικό σήμαινε και αναπροσαρμογή των διαλόγων, όπως λέει ο Γιώργος Ζωιτάς. Το πρόβλημα ήταν ακόμα εντονότερο στην παλιά Βαβούρα που οι σελίδες ήταν ακόμα μικρότερες και άρα πολύ πιο δύσκολο να χωρέσουν οι διάλογοι. Τα καρέ της γκρίνιας. Και πού απευθύνεται τελικά η νέα Βαβούρα; Ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς αναγνωρίζει τη δύναμη που έχει η νοσταλγία και θεωρεί πως είναι κάτι στο οποίο θα θέλουν να γυρίσουν όσοι το έζησαν σε πρώτο χρόνο – ακόμα και αν ο ίδιος βρίσκει στις σελίδες του ένα χιούμορ που του θυμίζει ακόμα και τους διαχρονικούς Monty Python. Ο Γιώργος Ζωιτάς πάλι, που βλέπει τη Βαβούρα σαν «τα memes εκείνης της εποχής», θεωρεί πως τα καρέ του θα μπορούσαν να κάνουν γκελ και σε νεότερους. «Πιστεύω πως θα τους αρέσει. Το θέμα είναι να φτάσει στα χέρια τους». Και το σχετικό link...
-
- 9
-
-
-
- βαβούρα
- λεωκράτης ανεμοδουράς
- (and 6 more)
-
Μετά απο 28 χρόνια το ιστορικό περιοδικό κυκλοφορεί ξανά, και αυτή ήταν μια καλή ευκαρία για να μιλήσουμε με τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω απ’ αυτήν την ιδέα. Τα περίπτερα στα ‘90s ξεχείλιζαν από κόμικς. Ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς όμως επέλεξε από όλα αυτά τα περιοδικά να φέρει τη “Βαβούρα” στο σήμερα. Ο λόγος, μάλλον, λίγο προσωπικός: μαζί με το “Ποπάι” ήταν τα μόνα κόμικ που διάβαζε τόσο φανατικά όσο κι εκείνα που έβγαζε ο πατέρας του. “Είχε, έτσι κι αλλιώς, ένα φανατικό κοινό που το ακολουθούσε, αλλιώς δεν θα άντεχε 16 χρόνια”, μου λέει ο ίδιος. “Και με την ανταπόκριση που είχε η νέα έκδοση, αποδείχτηκε ότι αυτό το κοινό υπάρχει ακόμα”. Όσο μιλάμε, προσπαθώ να θυμηθώ τη δική μου σχέση με το περιοδικό. Ήταν και δεν ήταν για παιδιά του δημοτικού. Το αγόραζα, αλλά δεν νομίζω ότι το πολυκαταλάβαινα. Ίσως όταν έφτασα στην ηλικία που να μπορούσα να μπω ουσιαστικά στις ιστορίες του, η εποχή των κόμικς για μένα να είχε παρέλθει. Τα περιοδικά που με ενδιέφεραν να ήταν άλλα πια και η “Βαβούρα” να μην είχε θέση δίπλα στο Ποπ και Ροκ και το Experiment. “Η Βαβούρα ήταν ένα τελείως διαφορετικό περιοδικό από όλα τα άλλα”, μου λέει ο ίδιος. “Ήταν χιουμοριστικό αλλά όχι για 7-8 χρονών παιδιά. Ήταν λίγο πιο προχωρημένο για εκείνη την εποχή. Το διάβαζα με μια απίστευτη απόλαυση”. Τι είχε το χιούμορ του δηλαδή; Πώς ξεχώριζε; “Οι περισσότερες ήταν βρετανικές ιστορίες. Ξεχώριζα κάποιες όπως τον ‘Μαστροχαλαστή’, τους ‘Δισεκατομμυριούχους’ και την ‘Οδό τρέλας’ που ήταν στο οπισθόφυλλο. Αυτό το χιούμορ ήταν λίγο – τουλάχιστον στα δικά μου μάτια – πιο προχωρημένο, δεν ήταν τόσο απλοϊκό. Δεν ήταν στυλ “έχουμε απλά μια ατάκα και γελάμε”. Είχε ένα στόρι, όπως π.χ. ο μαστροχαλαστής, που πάντοτε εμπλεκόταν σε καταστάσεις για να κάνει τα πράγματα χειρότερα”. Εν τω μεταξύ η “Βαβούρα” ήταν ελληνική πατέντα. Ναι, ήταν γνωστό ότι τα στριπάκια ήταν μεταφρασμένα, αλλά δεν υπήρχε κάπου στο εξωτερικό ένα περιοδικό με αυτό το όνομα που απλά το μετέφεραν στα ελληνικά. Ήταν μια συλλογή από διάφορες ξένες ιστορίες, που άνηκαν σε διάφορα ξένα περιοδικά και που στην Ελλάδα στεγάστηκαν κάτω από έναν νέο τίτλο. Ήταν μια ιδέα του Νίκου Δεληγιώργη, ο οποίος εξέδιδε και δυο ακόμη θρυλικά περιοδικά για παιδιά: τη “Μανίνα” και το “Αγόρι”. “Και τώρα που πήραμε τα δικαιώματα στην ουσία τα πήραμε από διάφορα ξένα περιοδικά τα οποία ήταν εβδομαδιαίας βάσης”, μου εξηγεί ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς. “Αυτό ήταν στην ουσία η “Βαβούρα”. Ήταν ένα σύνολο από συνήθως βρετανικά στριπάκια μονοσέλιδα, δισέλιδα και σπάνια τρισέλιδα μέσα σ’ ένα περιοδικό εξήντα τεσσάρων σελίδων. Τώρα εμείς ξεκινήσαμε από την αρχή τις ιστορίες. Αγοράσαμε τα δικαιώματα, κάναμε νέα μετάφραση, κάναμε νέο lettering. Όλα είναι λίγο αναβαθμισμένα. Έχουμε και καλύτερο χαρτί. Είμαστε στο 2025, δεν θα μπορούσαμε να έχουμε τις μεταφράσεις του 1990”. Η τελευταία σελίδα του περιοδικού ήταν και η πιο χαρακτηριστική. Ίσως και να ξεκινούσες το περιοδικό από εκεί, από την “Οδό Τρέλας”. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα στριπάκια, αυτό προερχόταν από ένα ισπανικό κόμικ. Και σε αντίθεση με τότε, σήμερα το δημιουργούν δύο Έλληνες, ο Λάζαρος Αλεξάκης στο σενάριο και ο Κλήμης Κεραμιτσόπουλος στο σκίτσο. “Τη διάβαζα μανιωδώς όταν ήμουν μικρός”, μου λέει ο κ. Αλεξάκης. “Ο πατέρας μου είχε το πιο κεντρικό περίπτερο στο Ηράκλειο στα Λιοντάρια και από όλα τα κόμικς που έφερνε, η Βαβούρα ήταν το φετίχ μου. Τρελάθηκα όταν μου είπαν να γράψω το σενάριο. Το μόνο δύσκολο για μένα είναι ότι η Βαβούρα έχει ένα δικό της χιούμορ – είναι σαν τα σημερινά memes – το οποίο έπρεπε να προσεγγίσω και να το συνεχίσω όπως είναι, ενώ ξέρεις, είμαι συγγραφέας και έχω κι εγώ ένα δικό μου στυλ. Το μόνο που άλλαξα ήταν ότι σε κάθε δωμάτιο στο σπίτι της “Οδού Τρέλας” έβαζα έναν άλλον ένοικο που να μου ταιριάζει περισσότερο”. Ο Κλήμης Κεραμιτσόπουλος ήταν μικρός όταν κυκλοφορούσε η “Βαβούρα”, και έπεφτε στα χέρια του κυρίως μέσω των μεγαλύτερων παιδιών του περιβάλλοντός του που την αγόραζαν. Θυμόταν λίγα πράγματα: τις ιστορίες του “Φράνκι” και την τελευταία σελίδα, εκεί όπου σήμερα βάζει τη δική του υπογραφή. “Με αφορμή ένα σκίτσο που έκανα πρόσφατα για το φεστιβάλ της Λάρισας, το οποίο ήταν ένα παιχνίδι δικό μου πάνω στην ‘Οδό Τρέλας’, με είδε ο Λεωκράτης και γι’ αυτό με προσέγγισε”, μου λέει ο κ. Κεραμιτσόπουλος. “Εκείνος βέβαια ήθελε κάτι λίγο πιο κοντά στο ορίτζιναλ”. Και επιβεβαιώνει ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς: “Θέλαμε να βάλουμε και λίγο ελληνικό στοιχείο μέσα στο κόμικ και για λόγους εμπορικούς και επειδή τους εκτιμούμε πολύ τους συγκεκριμένους καλλιτέχνες. Και εκεί που το είχαμε αποφασίσει, είδαμε ότι ο Κλήμης τελείως τυχαία είχε ποστάρει στο Facebook κάτι που παρέπεμπε στην ‘Οδό Τρέλας’. Ε, και λέμε εδώ είμαστε, έδεσε το γλυκό. Μάς αρέσουν οι συνεργασίες με Έλληνες καλλιτέχνες και οι συγκεκριμένοι το έφεραν εις πέρας πάρα πολύ καλά”. “Χιούμορ Βαβούρα” υπάρχει; Μπορείς δηλαδή να δεις μια παράσταση ενός comedian και να πεις “αυτός έχει επηρεαστεί από τη Βαβούρα που διάβαζε μικρός;”. Ή μπορείς να πεις το ίδιο διαβάζοντας τα στριπάκια ενός κομίστα του σήμερα; Μάλλον το παρατραβάω. “Η Βαβούρα δεν είναι πρωτογενές προϊόν”, μου εξηγεί ο κ. Ανεμοδουράς. “Είναι προϊόν μιας ολόκληρης κουλτούρας των Βρετανών. Οπότε, αν με ρωτάς αν γενικότερα βλέπω ανθρώπους που είναι επηρεασμένοι από αυτό το βρετανικό χιούμορ, αυτό το είδος χιούμορ τέλος πάντων, ναι, βλέπω. Αλλά συγκεκριμένα από τη ‘Βαβούρα’ όχι, δεν θα μπορούσα να το πω αυτό”. Σκέφτομαι ένα παιδί 12 χρονών σήμερα που σταματάει σε ένα περίπτερο για να πάρει ένα αναψυκτικό. Βλέπει σε μια γωνιά τη Βαβούρα, θα πει “ωραίο φαίνεται, θα το αγοράσω”; Συμβαίνει ακόμα αυτό το τόσο απλό; Μάλλον όχι, αν θυμηθώ την απογοήτευση με την οποία με κοίταξαν κάποτε κάτι ανιψάκια όταν, για να μην πάω να τα δω με άδεια χέρια, σταμάτησα και πήρα κάτι Μίκυ Μάους από το περίπτερο. Λογικά είναι ακόμα κάπου ξεχασμένα μέσα στη ζελατίνα τους, ως ένα “παράξενο δώρο από χαρτί που μας έφερε κάποτε αυτός ο ιδιόρρυθμος μπάρμπας”. “Πολύ δύσκολα μάλλον. Δεν ξέρω τι να σου πω. Εγώ όταν το έβλεπα στο περίπτερο ήθελα να το πάρω. Δεν είμαι βέβαιος ότι θα τον ελκύσει. Γίνεται ένας χαμός πάντως, και μάλιστα τυπώνουμε ξανά τώρα τιράζ, καθώς τα πρώτα δύο χιλιάδες αντίτυπα πουλήθηκαν όλα. Νομίζω όμως ότι είναι απλά νοσταλγία, είναι αυτό το nostalgia effect. Είναι δεδομένο ότι δεν απευθυνόμαστε τώρα σε παιδιά, εκτός αν βγάζαμε μάνγκα – που βασικά ξεκινήσαμε να βγάζουμε και μάνγκα”. Ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς κατοχύρωσε το εμπορικό σήμα της Βαβούρας. Όλα νομότυπα, όλα σωστά και με τάξη. Μέχρι το 1997, το εμπορικό σήμα άνηκε στον εκδότη Νικόλαο Δεληγιώργη, ο οποίος απεβίωσε το 2022. Αναρωτιέμαι όμως, πώς ήταν οι σχέσεις εκδοτών τέτοιων περιοδικών στα ‘80s και στα ‘90s; Θύμιζε τις αντιπαλότητες των άλλων εκδοτών των lifestyle περιοδικών; Και αναρωτιέμαι γιατί και ο πατέρας του Ανεμοδουρά έβγαζε τόσα περιοδικά, οπότε κατά μία έννοια, αυτοί οι άνθρωποι υπήρξαν ανταγωνιστές για πολλά χρόνια. “Απ’ όσο γνωρίζω ήταν πάρα πολύ καλές οι σχέσεις με όλους. Κυρίως γιατί ήταν άνθρωποι που βρίσκονταν πιο κοντά, ήταν άνθρωποι του Τύπου. Οι περισσότεροι ήταν δημοσιογράφοι, ήταν κοντά στα περιοδικά. Ο παππούς μου ήταν και συγγραφέας κιόλας. Οι εταιρείες που μου ανέφερες ήταν μια μπίζνα διαφορετική που είχε λάμψη, που είχε διαφημιστικές. Οι άλλοι ήταν άνθρωποι του χαρτιού”. Βέβαια, αυτά τα κόμικς πουλούσαν πολύ τότε. Μπορεί τώρα να μοιάζει σαν επιτυχία – και να είναι – το γεγονός ότι ένα τιράζ 2.000 φύλλων εξαντλήθηκε και ότι πάει για επανακυκλοφορία, αλλά αν το συγκρίνεις με τα “παλιά καλά χρόνια”, η διαφορά είναι απελπιστική. Μπορεί να μην ξέρουμε συγκεκριμένα πόσο πουλούσε η “Βαβούρα” – ”σίγουρα δεκάδες χιλιάδες τεύχη” – αλλά από τις πωλήσεις του “Μπλεκ” μπορούμε να πάρουμε μία αίσθηση του τι συνέβαινε τότε στην αγορά. “Ο Μπλεκ στην καλή του περίοδο πουλούσε σε εβδομαδιαία βάση 60 και 70 χιλιάδες φύλλα, και υπήρχαν και φορές που ξεπερνούσε και τις 80 και τις 90 χιλιάδες. Πρέπει να σου πω ότι στην αρχή, αυτό το περιοδικό δεν το βγάλαμε με την προοπτική να το κυκλοφορήσουμε. Το βγάλαμε ως πρόμο. Εμείς κάνουμε κάποιες πρόμο ενέργειες, όπως για παράδειγμα το να δίνουμε ένα δωρεάν έντυπο σε όσους αγοράζουν από το e-shop μας από ένα ποσό και πάνω. Έως τώρα είχαμε ένα άλλο περιοδικό που το ονομάζαμε “Θρυλικός Μπλεκ”, το οποίο το σταματήσαμε και είπαμε ότι ωραία θα ήταν να βάλουμε στη θέση του τη “Βαβούρα”. Οπότε έτσι ξεκίνησε”. Και το σχετικό link...
-
Το πιο εξωφρενικό («σχιζοειδές» το έχει χαρακτηρίσει ο Jules Feiffer) «ερωτικό τρίγωνο» στην ιστορία των κόμικς ήταν αυτό μεταξύ Κλαρκ Κεντ, Λόις Λέιν και Σούπερμαν. Κι αυτό γιατί το «τρίγωνο» ήταν ουσιαστικά «δίγωνο», καθώς ο Κλαρκ και ο Σούπερμαν ήταν το ίδιο πρόσωπο! Ο Κλαρκ ήταν ερωτευμένος με τη Λόις και η Λόις με τον Σούπερμαν. Ο τελευταίος, ως υπερήρωας, ήταν αποστασιοποιημένος από τα ανθρώπινα πάθη και ως άνθρωπος έλιωνε από έρωτα, ενώ η Λόις κοιτούσε με δέος τον ιπτάμενο υπεράνθρωπο, αλλά αδιαφορούσε τελείως όταν αυτός έβγαζε τη στολή και φορούσε το φθαρμένο κοστούμι του για να πάει στη δουλειά. Ένα παρόμοιο ερωτικό παράξενο σχήμα, ίσως ακόμα πιο παρανοϊκό στη σύλληψή του και σίγουρα πιο χιουμοριστικό, δημιουργήθηκε το 1980 από τον Μπαντ Σάγκεντορφ. Το αποτελούσαν ο Ποπάυ, η Όλιβ Όιλ και η Βάιπερ Βέλμα. Ιδιαιτερότητά του ήταν ότι η Όλιβ και η Βάιπερ ήταν και εδώ το ίδιο πρόσωπο. Η αλλόκοτη ιστορία δημοσιεύεται στον 5ο τόμο από τις «Κλασικές Ιστορίες» του Ποπάυ (μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης, εκδόσεις Μικρός Ήρως) σε επιμέλεια του Γιώργου Ζωιτά, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει έναν άθλο ως προς την τεκμηρίωση, τη σύγκριση των ιστοριών με την πρώτη τους κυκλοφορία στα ελληνικά από τις εκδόσεις Δραγούνη, τον εντοπισμό ανασχεδιασμών και άλλων αλλαγών, την ανάδειξη και τη μεταφορά στα ελληνικά των λογοπαιγνίων και άλλων λεκτικών τεχνασμάτων που χρησιμοποιήθηκαν στα αγγλικά κ.λ.π. Στην ιστορία, η Όλιβ προσπαθεί να φυτέψει σπανάκι για τον Ποπάυ στην αυλή της αλλά ανακαλύπτει – τι πιο συνηθισμένο – ένα στέμμα που στην ετικέτα του γράφει πως «κατασκευάστηκε στην Αφροδίτη». Το φορά και αποκτά υπεράνθρωπες ιδιότητες, αλλάζει το όνομά της σε Βάιπερ και ξεχύνεται στους αιθέρες για να επιβάλει δικαιοσύνη. Φυσικά ο Ποπάυ την ερωτεύεται κι αρχίζει να αγνοεί και να παραμελεί την Όλιβ η οποία σκάει από τη ζήλια της εναντίον του εστεμμένου εαυτού της… Σε μια απολαυστικά σουρεαλιστική ιστορία του δεξιοτέχνη Μπαντ Σάγκεντορφ που μπορεί να διαβαστεί και ως παρωδία της «μη ευκλείδειας» γεωμετρίας των ερωτικών υποθέσεων του Σούπερμαν. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
- κλασικές ιστορίες – popeye
- ποπάυ
- (and 4 more)
-
Ο εγγονός του δημιουργού μιλάει στην ATHENS VOICE πριν τα εγκαίνια της μεγάλης έκθεσης στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. To 1985, μικρός και έτοιμος για όλα, σαν τον Γιώργο Θαλάσση, ξεκίνησα την πρώτη μου δουλειά σαν γραφίστας και σκιτσογράφος στο ατελιέ των εκδόσεων Περιοδικός Τύπος του αείμνηστου Στέλιου Ανεμοδουρά, μίας εταιρίας που έσφυζε από ζωή και απολάμβανε τη χρυσή εποχή των (εφηβικών της) περιοδικών – Κατερίνα, Σούπερ Κατερίνα, Αφισόραμα, Γρίφος, Μπλεκ κ.ά. Μία από τις πρώτες μου αναθέσεις ήταν όταν ένας από τους συνεργάτες του, μυθικού στα μάτια μου, εκδότη και δημιουργού του Μικρού Ήρωα, μου έφερε παλιά, φθαρμένα τεύχη του γνωστού, πολυαγαπημένου, μεταπολεμικού αναγνώσματος, για «αναστύλωση» των σκίτσων των εξωφύλλων. Ήταν μία συναρπαστική δουλειά, με τον ραπιντογράφο και με σταθερό χέρι, να πρέπει να ακολουθήσω τη γραμμή του δυναμικού σκίτσου του Βύρωνα Απτόσογλου, που απεικόνιζε τη δράση του Γιώργου Θαλάσση, της Κατερίνας και του Σπίθα εναντίον «της μπότας του κατακτητή». Στο παλιό μου παιδικό δωμάτιο, κάπου στοιβαγμένοι με τους Μικρούς Καουμπόηδες, τη Μάχη, το Τανκς και τα Μίκυ Μάους βρίσκονταν και οι Μικροί μου Ήρωες, περασμένοι από τα χέρια μπαμπάδων, παππούδων και θείων μου, τώρα πια σε μένα. Ήταν ένα «ιερό» ανάγνωσμα. Ο παππούς μου το έδινε σχεδόν επιτακτικά να το διαβάσω και να διδαχθώ από τον πατριωτισμό του Μικρού Ήρωα που, ίσως διέβλεπε σε μένα να εκλείπει, μέσα στα 80s, κυρίως λόγω «ξενόφερτων» μουσικών μου προτιμήσεων. Όμως το περιοδικό εκείνο ασκούσε επάνω μου μία περίεργη γοητεία, με αναστάτωνε να ξέρω ότι αυτές οι περιπέτειες είχαν συμβεί σε εκείνους τους ίδιους δρόμους και τις γειτονιές της Αθήνας που ήξερα και περπατούσα. Κι αργότερα, Ο Μικρός Ήρωας με συγκινούσε γιατί ήταν κάτι βγαλμένο από τα ράφια της παιδικής μου ηλικίας, ήταν το pulp fiction των αντρών της οικογένειάς μου και ξαναήρθε μπροστά μου, με μισοσκισμένα και τρεμάμενα τα εξώφυλλα των πρώτων του τευχών, για να το ξαναζήσω με εκείνον τον ιδιαίτερο τρόπο, μια και οι εκδόσεις Ανεμοδουρά ετοίμαζαν, εκείνη τη χρονιά, το 1985, την ανατύπωση των τευχών που είχαν γράψει ιστορία. Σήμερα, 2023, ήρθε και πάλι μπροστά μου ο Γιώργος Θαλάσσης μέσα από τα χέρια νέων, εξαιρετικών Ελλήνων εικονογράφων που ξανασχεδίασαν με τον τρόπο τους το σύμπαν του ήρωα με αφορμή μία μεγάλη επετειακή έκθεση για τα 70 χρόνια του περιοδικού. Μαζί ήρθε και ο εγγονός του Στέλιου Ανεμοδουρά, ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς, επικεφαλής των Εκδόσεων Μικρός Ήρως, συνέχειας των εκδόσεων Ανεμοδουρά που ξεκίνησαν το 1949, όταν ο Στέλιος Ανεμοδουράς έκανε τα πρώτα του βήματα στον χώρο, με την έκδοση του περιοδικού Νυχτερίδα και λίγα χρόνια αργότερα (1953) με τη συγγραφή και έκδοση του θρυλικού αναγνώσματος Ο Μικρός Ήρως – τα σκίτσα του οποίου φιλοτεχνούσε ο Βύρωνας Απτόσογλου. Ο Μικρός Ήρως γαλούχησε τέσσερις γενιές αναγνωστών, μια επιτυχία που οφειλόταν στη λιτή και κατανοητή γλώσσα του, αλλά και στην ανάδειξη αισθήματος πατριωτικής υπερηφάνειας και ομόνοιας μέσα από τις περιπέτειες τριών ηρωικών ελληνόπουλων – του Γιώργου Θαλάσση, της Κατερίνας και του Σπίθα – κατά τη διάρκεια της Κατοχής και του αγώνα τους απέναντι σε Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους φασίστες. Κυκλοφόρησε για μία ολόκληρη δεκαπενταετία, από τις 24 Φεβρουαρίου του 1953 έως τις 18 Ιουνίου του 1968, όταν και διακόπηκε απότομα στο τεύχος 798 για να συνεχισθεί άμεσα σαν κόμικ, με σελίδες πλήρους εικονογράφησης. Ο Λεωκράτης ήρθε κρατώντας στα χέρια του παλιά, φθαρμένα τεύχη του περιοδικού σαν να ήταν το ’85, για να με βρει και να μιλήσουμε για αυτήν τη θαυμάσια περιπέτεια και παράδοση που θα την τιμήσουμε όλοι, με αγάπη, στην έκθεση «70 χρόνια Μικρός Ήρως» που θα τρέχει στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, από 21 έως 28 Φεβρουαρίου 2023. Από τον παππού στον εγγονό Ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς, όταν έκλεισε το 2010 η μαμά-εταιρία, αποφάσισε να πιάσει πάλι από την αρχή, πίσω στις ρίζες, την ιστορία. Το 2013, όταν Ο Μικρός Ήρως μπήκε σαν ένθετο στο Πρώτο Θέμα και μίλησε για αυτό στην τηλεοπτική εκπομπή του ο Θέμος Αναστασιάδης, «έγινε ένα μπαμ» που πυροδότησε την επανακυκλοφορία του Μικρού αλλά και άλλων επιτυχημένων ηρώων που εξέδιδε ο Ανεμοδουράς παλιά: Μπλεκ, Ζαγκόρ, Μίστερ Νο, Κοκομπίλ κ.λπ. Η λίστα εμπλουτίστηκε σήμερα και με άλλες επιτυχημένες εκδόσεις: Κόρτο Μαλτέζε, Μπλάκσαντ, Ερίκ Καστέλ κ.ά. Για τη φετινή επέτειο, λέει ότι δεν θα ήθελε ο Μικρός Ήρωας να μείνει ένα μουσειακό είδος. Για αυτό ζήτησε από περίπου πενήντα νέους, διακεκριμένους σκιτσογράφους να εκθέσουν ένα μονοσέλιδο έργο σχετικό με το ιστορικό ανάγνωσμα – από μια εικονογράφηση έως ένα μονοσέλιδο κόμικς – με τη δική τους οπτική. Και εντυπωσιάστηκε από την ανταπόκρισή τους, τη ζεστασιά και την αγάπη που το κάνανε. «Αντιλήφθηκα» λέει «ότι και καλλιτέχνες που δεν είχανε διαβάσει τον Ήρωα, τους είχε μεταφερθεί από τους γονείς τους η αγάπη με την οποία μεγάλωσαν συντροφιά με αυτό το ανάγνωσμα και πόσα πολλά τους είχε δώσει. Αυτό το δέσιμο του παρόντος με το παρελθόν χάρισε κάτι πολύ ωραίο και ευελπιστούμε να έρθει ο κόσμος και να το δει». Μαζί, στην έκθεση, θα υπάρξει και ένα Λεύκωμα το οποίο θα είναι τα Άπαντα του Μικρού Ήρωα που έχει γράψει «ο μεγαλύτερος Μικρο-Ηρωολόγος», ο Γιώργος ο Βλάχος, ο οποίος είχε γράψει και το Λεξικό του Μικρού Ήρωα το 2005, μία εκπληκτική δουλειά με λήμματα, τοπωνύμια, χαρακτήρες, λέξεις, αποδελτίωση όλου του αναγνώσματος, περιλήψεις όλων των ιστοριών και ανάλυση όλων των κακών, όλων των μικρών αναλώσιμων ηρώων. «Κάτι παρόμοιο θα είναι και το φετινό Λεύκωμα: ένα πανόραμα με τα πάντα για τον Μικρό Ήρωα συν μία ιστορία του παππού Ανεμοδουρά» λέει ο Λεωκράτης «την οποία μου τη διηγούνταν όταν ήμουν πολύ μικρός – πώς βασανίστηκε για να μην καρφώσει έναν συμφοιτητή του. Στην αρχή την αντιλαμβανόμουν σαν παραμύθι αντίστασης ενός φοιτητή, αλλά σιγά σιγά μου έβαζε στη διήγηση πιο σκληρές λεπτομέρειες και, τελικά, πολύ μεγαλύτερος αντιλήφθηκα πόσο πολύ είχε βασανιστεί. Αυτήν την εμπειρία την οποία την έγραφε προς το τέλος της ζωής του, την πήραμε από χειρόγραφο, τη γράψαμε ξανά, την εμπλουτίσαμε με σκίτσα και την παρουσιάζουμε σαν το τεύχος μηδέν του Μικρού Ήρωα γιατί, κατ’ εμέ, αυτά τα βιώματα είναι η αρχή αυτού του ταξιδιού». Ο αντιστασιακός Μικρός Ήρωας «Το περιστατικό που περιγράφουμε μέσα στο Λεύκωμα είναι το εξής: Το 1936, όταν ο Στέλιος Ανεμοδουράς ήταν 19 χρονών, είχανε κάνει, μαζί με έναν συμφοιτητή του ένα υπόμνημα στο οποίο έλεγαν ότι ο τρόπος με τον οποίο θέλουν να πατάξουν το φασισμό είναι λάθος και αυτό πρέπει να γίνει τρομοκρατικά. Αυτό το υπόμνημα διέρρευσε και δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες – και λόγω αυτού, ήταν καταζητούμενος επί Κατοχής και βασανίστηκε. Αργότερα, μόλις τελείωσε το στρατιωτικό του, ο Ανεμοδουράς έφυγε για την Ιταλοκρατούμενη τότε Σίφνο όπου δούλευε ο πατέρας του ως τελώνης. Εκεί ανέπτυξε και μία αντιστασιακή οργάνωση και οποιαδήποτε κίνηση των Γερμανών τη μετέφεραν σε έναν Νεοζηλανδό που ζούσε στο βουνό και αυτός την πήγαινε εκεί που έπρεπε να την πάει. Τότε λοιπόν είχε έρθει μία γερμανική φρεγάτα και αναθέσανε στον Ανεμοδουρά να εκμαιεύσει από τους Γερμανούς – επειδή ήταν και γλωσσομαθής – τον επόμενο σταθμό. Ο ίδιος έλεγε “κοιτάξτε, δεν ήμουνα ήρωας, ήμουνα τρομοκρατημένος αλλά το έκανα”. Έμαθε, λοιπόν, ότι ο επόμενος σταθμός ήταν η Σύρος και το μετέφερε. Την άλλη μέρα βλέπανε φλόγες από εκεί, είχανε έρθει συμμαχικά πλοία και είχαν αφανίσει τους Γερμανούς. Η θάλασσα ξέβραζε Γερμανούς. Κι εκεί αναφέρει πόσο ένοχος ένιωσε, πόσο αντικρουόμενο ήταν να ξέρει ότι αυτοί οι άνθρωποι, “για τους οποίους εγώ πήρα μία απόφαση και είπα κάτι”, είχαν οικογένειες και, εν τέλει, τι δεινά φέρνει ο πόλεμος». «Για μένα» λέει ο εγγονός του «Ο Μικρός Ήρωας, αν μπορούσε να απομονωθεί σε μία λέξη θα ήταν “Αντίσταση”. Η ιστορία του Στέλιου Ανεμοδουρά με τον βασανισμό είναι μία ιστορία αντίστασης. Εκεί που τον βασανίζανε να καταδώσει το όνομα του συνεργάτη του, ήρθε αντιμέτωπος με τις αρχές του και αντιστάθηκε – και αυτό προσπαθούσε να μου το περάσει, ότι η ζωή είναι αντίσταση». Τα πρώτα χρόνια του Μικρού Ήρωα, όταν ήταν ακόμα νωπές οι μνήμες από τον Εμφύλιο και χρειαζόταν ιδιαίτερη μαεστρία για να μπορεί να κρατάει μία ευθεία, υπήρξε κάποια αντίδραση από την αριστερά που θα προτιμούσε να είναι πιο εμφανής η πολιτική τοποθέτηση του Γιώργου Θαλάσση. Ο Λεωκράτης λέει ότι: «Τον παππού τον είχανε προσεγγίσει και οι δύο μεριές, αλλά Ο Μικρός Ήρωας ήταν μία ενωμένη ομάδα απέναντι σε έναν κατακτητή. Δεν υπήρχαν εκεί αποχρώσεις ούτε από τη μία πλευρά ούτε από την άλλη. Αυτό βέβαια μπορεί να το έκανε γιατί εξυπηρετούσε και το αφήγημά του. Ήτανε και μία εκδοτική πολιτική, αλλά ήταν και μία πολιτική του “πρέπει να είμαστε ενωμένοι”. Μάλιστα, σε πολλά αποσπάσματα αναφέρει για τα δεινά του εμφυλίου και τα τονίζει ακόμα περισσότερο και από τα δεινά του κατακτητή. Ο Μικρός Ήρωας ένωνε, δεν δίχαζε». Ο υπερήρωας Γιώργος Θαλάσσης Τον ρωτάω αν έχει κάποια αγαπημένη ιστορία και, πολύ σωστά, απαντάει σαν συνεπής κόμικ-φαν: «Την πρώτη ιστορία, που δίνει τον όρκο ότι θα υπερασπιστεί την πατρίδα. Αυτή είναι η πιο χαρακτηριστική ιστορία αλλά υπάρχουν και αμέτρητες άλλες, όπως εκείνη που κατεβάζει τη σημαία των Γερμανών από την Ακρόπολη – κάνει μία αντιστοιχία με τον Μανώλη Γλέζο και τον Λάκη Σάντα. Μια άλλη ωραία ιστορία είναι εκείνη που χάνει την όρασή του ο Γιώργος Θαλάσσης και όταν την ξαναβρίσκει αποκτάει και την ικανότητα να βλέπει στο σκοτάδι». Ήταν άλλωστε η εποχή που κυκλοφορούσαν τα κόμικς με τους υπερήρωες. Ο Στέλιος Ανεμοδουράς, πριν τον Μικρό Ήρωα έκανε τον Υπεράνθρωπο και ήταν και στη Μάσκα. «Όλα τα στοιχεία του Γιώργου Θαλάσση, αν το σκεφτείς, είναι υπερηρωικά: βλέπει στο σκοτάδι, γνωρίζει ξένες γλώσσες, γνωρίζει πολεμικές τέχνες, σφυρίζει και εξημερώνει σκυλιά, λύνει κωδικούς, και παρόλα αυτά είναι ανθρώπινος. Έκανε έναν υπερήρωα Έλληνα. Αν τα παιδιά ταυτίζονταν με έναν Σούπερμαν, πόσο μάλλον με αυτό το ιδανικό ελληνόπουλο που “θα ήθελα να είμαι εγώ”». Η Κατερίνα σέξι: ναι ή όχι; «Η Κατερίνα, ενώ ξεκινάει σαν κοριτσάκι βοηθητικού χαρακτήρα, στη συνέχεια εξελίσσεται σε υπερηρωίδα κι αυτή. Γυμνάζεται, γίνεται η Νίκη, γίνεται η Γαλάζια Θύελλα. Θα έλεγα ότι, εδώ, εξυπηρετείται κάτι εκδοτικό γιατί ο Μικρός Ήρωας διαβαζόταν εξίσου και από κοριτσάκια εκείνη την εποχή. Δίπλα στο τέλειο ελληνόπουλο κόλλησε την τέλεια ελληνοπούλα. Μέχρι το τεύχος 16 λοιπόν, ο Στέλιος Ανεμοδουράς αποτυπώνει τον Γιώργο Θαλάσση γύρω στην ηλικία των 12-13. Τα λαϊκά αναγνώσματα συνήθως εκεί ήταν ηλικιακά. Αντιλαμβάνεται όμως ότι ο ήρωας έχει απήχηση και στις μεγαλύτερες ηλικίες, 16-17. Ξαφνικά, εν μία νυκτί, ο Γιώργος Θαλάσσης – και η Κατερίνα αργότερα – ενηλικιώνεται εικονογραφικά. Γίνεται 19-20. Έτσι και στα σκίτσα, οι δύο ήρωες γίνονται πιο ώριμοι. Ο Ανεμοδουράς έλεγε κάτι το οποίο για μένα είναι η αρχή μου εκδοτικά. Έλεγε ότι τον Μικρό Ήρωα δεν τον γράφουν οι συγγραφείς και οι εκδότες, τον γράφουν οι αναγνώστες. Είχε λοιπόν μία έντονη επαφή με τους αναγνώστες, έπαιρνε το feedback και το προσάρμοζε. Έτσι έκανε και με τον ήρωά του που, εικονογραφικά, τον μεγάλωσε από το 16ο τεύχος κιόλας. Η Κατερίνα ενηλικιώθηκε πιο μετά. Επίσης, πάντα υπήρχε ανάμεσά τους ένα αδιόρατο φλερτ, για τα πλαίσια και τα δεδομένα της εποχής. Ένας ανεκδήλωτος και ανεκπλήρωτος έρωτας, ένα παιχνίδι». Μιλάμε για τη φανερή τάση στα σκίτσα του Βύρωνα Απτόσογλου να κάνει όλο και περισσότερες καμπύλες στην Κατερίνα και ο Λεωκράτης λέει ότι αυτό ήταν η αφορμή μιας διαμάχης ανάμεσα στον δημιουργό και τον εικονογράφο. «Εκεί γύρω στο 200ό τεύχος είχανε μια κόντρα και σταματήσανε τη συνεργασία τους για περίπου 20 τεύχη και τότε ανέλαβε την εικονογράφηση και των εσωτερικών σελίδων και των εξώφυλλων ο Θέμος Ανδρεόπουλος, ο μετέπειτα σκιτσογράφος του Μικρού Σερίφη. Η κόντρα τους εικάζω ότι ήτανε οικονομική. Αυτό που ανέφερε ο ίδιος ο Απτόσογλου στα ντοκιμαντέρ είναι ότι όλα ήταν καλά, μόνο που ήθελε να κάνει την Κατερίνα λίγο πιο σέξι. Πάντως η συνεργασία τους ήταν πολύ καλή και ο Ανεμοδουράς πάντοτε τον εκθείαζε και ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη». Ο Βύρωνας Απτόσογλου, εξαιρετικός σκιτσογράφος και γρήγορος, θεωρείται ότι υπό μία έννοια «εκπαιδεύτηκε» μέσα από τα αναγνώσματα του Στέλιου Ανεμοδουρά, εξελίσσοντας πολύ το σκίτσο του. Τα πιο τελευταία τεύχη σε σχέση με τα παλαιότερα δείχνουν πόσο ζωντανά είναι πια τα χρώματα, πόσο έχει βελτιωθεί η γραμμή του. Ο Λεωκράτης λέει ότι τα πιο ώριμα και τα πιο ωραία σκίτσα του είναι σε μία επανέκδοση του 1976, που είναι σαν πίνακες. Ο Σπίθας, το comic relief της ιστορίας «Ο Σπίθας ήταν ο πιο δημοφιλής ήρωας. Και τα γράμματα που λάμβανε ο Στέλιος Ανεμοδουράς, συνήθως αφορούσανε τον Σπίθα. Πάντοτε έλεγε ότι σε ένα ανάγνωσμα υπάρχει η δράση και υπάρχει και η κωμική πινελιά την οποία αποτύπωνε ο Σπίθας με βάση τα δεδομένα της εποχής. Ήταν ένα παιδί αθώο, ελαφρύ, όχι και πολύ έξυπνο και δημιουργούσε αυτές τις εύθυμες καταστάσεις». Του λέω ότι, για μένα, ο Σπίθας ήταν ένας τραγικός χαρακτήρας γιατί έπαιζε επάνω στο μεγάλο ταμπού της δεκαετίας του 1950 και του 1960, στην πείνα της Κατοχής. Αυτή η ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα τον έκανε πιο ανθρώπινο κάτι που φάνηκε ακόμα και στις αναπαραστάσεις που έγιναν αργότερα θέατρο, τηλεόραση, ιδιαίτερα εκείνος ο Σπίθας του Δημήτρη Πιατά. Ο γνωστός ηθοποιός είχε «υιοθετήσει» με πολλή αγάπη τον ρόλο, «τον έπαιζε ως παιδί» σε ένα αφιέρωμα του Mega, το 1990, με τον Νινιό, την Καφαντάρη και τον ίδιο. Μιλάμε για τους μικρούς, αναλώσιμους χαρακτήρες και τους κακούς, τα ονόματα των οποίων ανέκαθεν με ενθουσίαζαν: Σέιταν Αλαμάν, Γιαχαμότο Κοτούλα, Πράκτωρ Ντράκουλα, Φρόιλάιν Χι, Καμικάζι κ.λ.π. Ο Λεωκράτης λέει ότι οι πράκτορες και οι αναλώσιμοι χαρακτήρες ήταν πολλοί, πάνω από 50. «Στην ουσία, μετά το 1960 το ιστορικό πλαίσιο απομακρύνεται λίγο από την Κατοχή. Αν πούμε ότι 7 χρόνια είναι μία γενιά εκδοτική, μετά το 1960 φεύγει η γενιά που έχει αυτά τα βιώματα. Δηλαδή, το αστείο ότι ο Σπίθας από την πείνα έτρωγε τις λεμονόκουπες, ίσως να μη λέει κάτι στο παιδί που το διαβάζει στα 60s. Οπότε, θεωρώ ότι ο παππούς προσπαθούσε να βρει τρόπους, αφηγηματικούς μηχανισμούς, για να ανανεώνει το ενδιαφέρον του νεανικού κοινού. Κάπου εκεί λοιπόν, μετά το 300ό τεύχος, συνεχώς υπάρχουν αναλώσιμοι χαρακτήρες, μικροί, όπως Τζιτζίκι, Διαβολάκος, Χαζούλης κ.λ.π., οι οποίοι υπάρχουν για 3-4 τεύχη μόνο. Το ίδιο έκανε και με τους πράκτορες κατά κάποιον τρόπο». «Πού είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει...» Στα μέσα των 70s άρχισε και το πρώτο κύμα νοσταλγίας του Μικρού Ήρωα. Ήταν η εποχή που η γενιά που μεγάλωσε μαζί του ήταν πλέον στα πράγματα π.χ. οι ηθοποιοί του Ελεύθερου Θεάτρου κι ο Λουκιανός Κηλαηδόνης που ήταν οι πρώτοι που τον νοστάλγησαν. Τότε, το 1976, στην επιθεώρηση «Το τραμ το τελευταίο» που είχε ανεβάζει η παρέα των Φασουλή, Παναγιωτοπούλου, Αρζόγλου κ.λ.π., είχαν το νούμερο για τον Μικρό Ήρωα όπου ο Σπίθας (Γιώργος Σαμπάνης), η Κατερίνα (Υβόνη Μαλτέζου) και ο Γιώργος Θαλάσσης (Ντίνος Λύρας) τραγουδούσαν το κλασικό πια τραγούδι του Λουκιανού «Πού είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει / καλέ μου φίλε, Γιώργο Θαλάσση». Ο Λεωκράτης λέει ότι μίλησε με τη Γιασεμή και τη Μαρία Κηλαηδόνη και έχουν δώσει για την έκθεση το χειρόγραφο με τους στίχους που είχε γράψει ο Λουκιανός, το οποίο θα υπάρχει και μέσα στο Λεύκωμα. Στην έκθεση θα προβάλλεται και ένα βίντεο στο οποίο μιλούν, από παλιά ντοκιμαντέρ, ο Ανεμοδουράς, ο Πιατάς, ο Γλέζος, ο Σαββόπουλος και διάφοροι άλλοι μαζί με νέους, σημερινούς καλλιτέχνες. Ο Γιώργος Θαλάσσης, στη σύγχρονη εποχή, πηδάει σαν να κάνει παρκούρ από τις ταράτσες της κατοχικής Αθήνας στους βιντεοτοίχους του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, από τα μισοσκισμένα παλιά εξώφυλλα των πρώτων τευχών, στα λαμπερά, θεαματικά illustrations των νέων δημιουργών και από τις κιτρινισμένες σελίδες του σε μία, γιατί όχι, νέα ζωή σε animation. Αυτό το παιδί τα καταφέρνει παντού. Ο ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ (Μουσική - στίχοι: Λουκιανός Κηλαηδόνης - Ελεύθερο Θέατρο) Από τη μια οι Ιταλοί κι οι Γερμανοί για να σε βρουν αναστατώνουν την Αθήνα, κι από την άλλη του πατέρα μου η φωνή: “νομίζω πως το κρύβει στην κουζίνα”. Εσύ να παίζεις με το θάνατο κρυφτό κι αυτοί να σκίζουνε τα τεύχη τα κρυμμένα, μη σε τρομάζει το διπλό κυνηγητό εσύ τους Γερμανούς κι αυτοί εμένα. Πού είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει καλέ μου φίλε, Γιώργο Θαλάσση πού είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει Μικρέ μου Ήρωα, Γιώργο Θαλάσση. – “Εγώ δεν ξεκουράζομαι ποτέ είμαι παντού όπου το χρέος με προστάζει, κι όσο θα υπάρχουνε στη γη κατακτηταί θα τους συντρίβω και το αίμα τους θα στάζει”. Πίσω απ’ τον τοίχο ο ασύρματος καλεί είναι απ’ τη Μέση Ανατολή, απ’ το αρχηγείο, θα σου αναθέσουν μια καινούργια αποστολή με ευχές για καλή τύχη απ’ τον «Χ2». Η Κατερίνα σ’ αγαπούσε σιωπηλά αλλά κι εσύ το ίδιο αγνά την αγαπούσες, χωρίς τον Σπίθα ίσως να ‘ταν πιο καλά παρ’ όλ’ αυτά εσύ τον συγχωρούσες. Όταν ακούω να μιλάνε γι’ Αφρική για Βερολίνο, Βενετία και Παρίσι, σκέφτομαι, λέω, που να ξέραν μερικοί πως σ’ όλα αυτά τα μέρη εγώ έχω ζήσει. Πως όταν ήταν στην Ελλάδα κατοχή μέσα στις σφαίρες, μες στο κρύο, μες στην πείνα, με τους Εγγλέζους να εξοπλίζουνε τη “Χι” μου έδειχνες μια ξένοιαστη Αθήνα. Εσύ μπορούσες να οδηγήσεις φορτηγό μοτοσικλέτα, οτομοτρίς κι αεροπλάνο, κι όπου κι αν ήσουν πάντα δίπλα ήμουν κι εγώ μαζί σου ή να ζήσω ή να πεθάνω. Ήσουνα πάντα εκδικητής και τιμωρός γι’ αυτόν που γέμισε τον τόπο με στρατό του, και μ’ ένα χτύπημά σου έπεφτε ο φρουρός με μια στροφή γύρω απ’ τον εαυτό του. Μπορούσες πάλι να ημερεύεις τα σκυλιά με κάποιο σφύριγμα που σού ‘μαθε τσοπάνος, κι έτσι που πέταγες με κόλπο τη θηλιά θα έπρεπε να είσαι Αμερικάνος. Τι να σου πω, τι να σου πω, τι να σου πω που να μην το ‘χει πει κανένας για κανέναν εγώ μονάχα ένα πράγμα θα σου πω μου φτάνει πως μεγάλωσα με σένα. Πού είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει καλέ μου φίλε, Γιώργο Θαλάσση όπου κι αν είσαι, θα ‘χεις γεράσει Μικρέ μου Ήρωα, Γιώργο Θαλάσση. Οι χειρόγραφοι στίχοι του τραγουδιού από το προσωπικό αρχείο του Λουκιανού Κηλαηδόνη (www.loukianoskilaidonis.gr). Μόλις κυκλοφόρησε ο νέος δίσκος – αφιέρωμα στον Λουκιανό Κηλαηδόνη με τίτλο «Σ' ευχαριστώ Λουκιανέ» με πολλές συμμετοχές, ο οποίος περιέχει επανεκτέλεση του τραγουδιού του Μικρού Ήρωα από το συγκρότημα Ρεβάνς. Και το σχετικό link...
- 3 replies
-
- 11
-
-
-
-
- μικρός ήρως
- λεωκράτης ανεμοδουράς
- (and 2 more)
-
Παππούς του, ο δημιουργός του θρυλικού «Μικρού Ήρωα». Ο ίδιος, πατέρας της νέας εποχής των ελληνικών κόμικς, που συνεχίζει με επιτυχία την παράδοση της οικογένειας: πρόσφατα η έκδοση με τη ζωή του Θανάση Βέγγου έκανε τη μεγάλη έκπληξη! Μα, πόσο ωραίο να έχεις κληρονομήσει έναν ήρωα! Πόσο ωραίο αυτός ο ήρωας να έχει μεγαλώσει προπαππούδες, παππούδες, μπαμπάδες και γιους, να έχει γίνει τραγούδι του Κηλαηδόνη και όλοι, φίλοι των κόμικς ή μη, αν πέσει κάποιο συλλεκτικό τεύχος στα χέρια μας, να αισθανόμαστε αυτομάτως μέλη της μυστικής οργάνωσης του Γιώργου Θαλάσση, της Κατερίνας και του Σπίθα! Αλλά πώς είναι να έχεις παππού τον Στέλιο Ανεμοδουρά, τον άνθρωπο που εμπνεύστηκε και δημιούργησε τον «Μικρό Ήρωα»; Ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς, εκδότης και πρόεδρος της Ελληνικής Ακαδημίας Κόμικς, συνεχίζοντας την οικογενειακή κληρονομιά και φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο αγαπημένες σειρές, όπως «Μπλεκ», «Μίστερ Νο», «Κόρτο Μαλτέζε», «Μικρός Ήρως» και «Ζαγκόρ», έχει τις απαντήσεις. GALA: Ποια είναι η πρώτη ανάμνηση που έχετε από τον παππού σας; ΛΕΩΚΡΑΤΗΣ ΑΝΕΜΟΔΟΥΡΑΣ: Δεν μπορώ να είμαι ακριβής. Αυτό που θυμάμαι ωστόσο ήταν οι ιστορίες που μου διηγούνταν από την περίοδο της Κατοχής. Ως καταζητούμενος των Γερμανών, λόγω ενός υπομνήματος ενάντια στον ναζισμό, έζησε απομονωμένος στη Σίφνο την περίοδο της Κατοχής. Εκεί ανέπτυξε μια άτυπη αντιστασιακή δράση και σίγουρα οι εμπειρίες αυτές υπήρξαν καθοριστικές στη συγγραφή του «Μικρού Ήρωα». G.: Πότε και πώς συνειδητοποιήσατε ότι αυτή η κληρονομιά που ήρθε στα χέρια σας δεν είναι απλώς ένα υλικό αγαθό, αλλά έχει να κάνει με την Ιστορία της νεότερης Ελλάδας; Λ.Α.: Με αρκετή δόση παιδικής αφέλειας, όταν είδα πρώτη φορά, σε ηλικία 11-12 ετών, τον Στέλιο Ανεμοδουρά σε συνέντευξη στην τηλεόραση. Έως τότε τον έβλεπα ως παππού και κάποιον που μου χάριζε κόμικς. Από τότε και μέσα από τις εκδηλώσεις θαυμασμού παλαιότερων αναγνωστών αντιλήφθηκα τη σπουδαιότητα του «Μικρού Ήρωα» και τον αντίκτυπο που είχε στους εφήβους των δεκαετιών του ’50 και του ’60. Αγαπημένα τεύχη με τους θρυλικούς ήρωες των εκδόσεων G.: Ποια ήταν η αγαπημένη σας ιστορία από τα δημιουργήματα του παππού σας; Λ.Α.: Έχει τον τίτλο «Δύο Εναντίον Ενός» (#27) και σε αυτήν υπάρχει μια χαρακτηριστική σκηνή όπου η Φροϋλάιν-Χ, μια Γερμανίδα σαμποτέρ, έχει αιχμαλωτίσει τον Θαλάσση και τον απειλεί να της αποκαλύψει έναν κωδικό-σύνθημα. Ο Θαλάσσης αρνείται να μιλήσει, όμως αυτή, γοητευμένη από τον ηρωισμό του, τον πυροβολεί αστοχώντας εξεπίτηδες και αφήνοντάς τον ελεύθερο. Ήταν μια ιστορία με έντονο το αισθηματικό στοιχείο, αλλά και κάτι ακόμα πολύ σημαντικό: τον σεβασμό στον αντίπαλο. G.: Σε ποιον χαρακτήρα από τον «Μικρό Ήρωα» θέλατε να μοιάσετε ως παιδί; Λ.Α.: Σίγουρα στον Γιώργο Θαλάσση! Αυτός είχε όλα τα προσόντα που με γοήτευαν σε έναν ήρωα. Ατρόμητος, έξυπνος, δυνατός, μορφωμένος. Ένας υπερήρωας στην πραγματικότητα, όχι όμως με την κλασική έννοια που γνωρίζουμε από τα αμερικανικά κόμικς. O Στέλιος Ανεμοδουράς με τον γιο του, Γιώργο G.: Είχατε άλλα ερεθίσματα; Διαβάζατε κόμικς; Λ.Α.: Διάβαζα όπως όλα τα παιδιά εκείνης της εποχής και βέβαια ήμουν αρκετά προνομιούχος, καθώς είχα σε αφθονία οτιδήποτε κυκλοφορούσε από εμάς. Διάβαζα, λοιπόν «Μπλεκ», «Περιπέτεια», «Μίστερ Νο», «Πινόκιο», ωστόσο λάτρευα και άλλα κόμικς όπως «Βαβούρα», «Ποπάυ», «Ερίκ Καστέλ», «Τιραμόλα», «Σεραφίνο». Για να είμαι ειλικρινής, ήμουν περισσότερο παιδί της μπάλας και του παιχνιδιού και λιγότερο του βιβλίου. Δύο ήταν οι μεγάλες μου αγάπες ως παιδί: το μπάσκετ και το σκάκι. G.: Από την αμερικανική, την ευρωπαϊκή και την ιαπωνική σχολή κόμικς ποια προτιμάτε περισσότερο και γιατί; Λ.Α.: Προτιμώ ξεκάθαρα την ευρωπαϊκή! Μου είναι πιο οικεία και είμαι λάτρης ρεαλιστικών ιστοριών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν εκτιμώ πόσο μπροστά είναι οι Αμερικανοί και οι Ιάπωνες. Λατρεύω τα ιταλικά κόμικς («Κόρτο Μαλτέζε», «Μίστερ Νο», «Ντύλαν Ντογκ»), όμως πιο πολύ είμαι λάτρης των γαλλοβελγικών, τόσο των κλασικών σειρών («Αστερίξ», «Λούκυ Λουκ») όσο και των αυτοτελών graphic novels που κυκλοφορούν και καταπιάνονται με διάφορες θεματικές. G.: Από τις άλλες δύο τι εκτιμάτε; Λ.Α.: Από την αμερικανική εκτιμώ απεριόριστα τον εντυπωσιακό σχεδιασμό, το άναρχο layout και τα ευφάνταστα σενάρια. Οι Ιάπωνες είναι μια σχολή που δεν γνωρίζω καλά, ωστόσο με εντυπωσιάζουν η λιτή αφήγηση, η τεράστια γκάμα ιστοριών και η διείσδυση που έχουν στο νεανικό κοινό. G.: Πρόσφατα τα social media κατακλύστηκαν από εκατοντάδες χιλιάδες εικόνες των χρηστών που μετατρέπουν τις φωτογραφίες τους μέσω AI σε στυλ, κυρίως, Studio Ghibli. Ποια είναι η γνώμη σας; Πόσο ηθικό είναι όλο αυτό για κάποιον δημιουργό; Πιστεύετε ότι ο χώρος των κόμικς μπορεί να αντισταθεί και να διαφοροποιηθεί από το AI; Λ.Α.: Εννοείται ότι δεν είναι ηθικό κάποιος να μπορεί να κλέψει την τεχνοτροπία ενός δημιουργού. Ωστόσο, θα πρέπει να είμαστε πραγματιστές. Το ΑΙ είναι εδώ και θα γίνεται όλο και περισσότερο κομμάτι της ζωής μας. Θεωρώ λοιπόν αφελή την οποιαδήποτε προσπάθεια να αντισταθούμε σε αυτό, πόσο μάλλον δε όταν σε αρκετούς τομείς η Τεχνητή Νοημοσύνη βοηθάει σημαντικά. Για μένα λοιπόν, το θέμα είναι να δημιουργηθεί ένα ρυθμιστικό πλαίσιο στο οποίο να προστατεύονται τα δικαιώματα των καλλιτεχνών. G.: Στα σχέδια των εκδόσεών σας συμπεριλαμβάνεται και κάτι σε ηλεκτρονική μορφή; Λ.Α.: Έχουμε ήδη κάποιες, λίγες, εκδόσεις σε ηλεκτρονική μορφή, ωστόσο είναι κάτι που παγκοσμίως – εκτός εξαιρέσεων, όπως είναι οι πλατφόρμες των μάνγκα – δεν λειτουργεί. Εξάλλου, η συντριπτική πλειονότητα των αναγνωστών κόμικς είναι συνδεδεμένοι με το έντυπο και επιθυμούν να το έχουν στη βιβλιοθήκη τους. G.: Τον Μάιο οι εκδόσεις σας παρουσίασαν κόμικ με πρωταγωνιστή τον Θανάση Βέγγο, και μάλιστα σε χρόνο dt έγινε μεγάλη επιτυχία. Πώς ξεκίνησε και πώς υλοποιήθηκε αυτή η ιδέα; Λ.Α.: Πράγματι, τον περασμένο Μάιο κυκλοφόρησε το κόμικ μας «ΘΒ – Η γαλέρα της ζωής μου», σε σενάριο Σπύρου Δερβενιώτη και σχέδιο Θανάση Πέτρου. Πραγματεύεται τη ζωή και το έργο του σπουδαίου ηθοποιού και συνοδεύεται από έναν υπέροχο πρόλογο του Φοίβου Δεληβοριά, επίμετρο του Γιάννη Σολδάτου και βέβαια ολόκληρη την εργογραφία του. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακό το πώς το αγκάλιασε ο κόσμος. Για μένα, η δημιουργία αυτού του βιογραφικού κόμικ ήταν ένα εκδοτικό απωθημένο. Ο Θανάσης Βέγγος ήταν ένας άνθρωπος που άφησε ένα ξεχωριστό αποτύπωμα στον κινηματογράφο και στον τόπο, όχι μόνο με το ταλέντο του, αλλά και με το ήθος του. Ο κόσμος μας χρειάζεται περισσότερους Βέγγους. G.: Ποια ιστορία και ποιο άλλο πρόσωπο από την ελληνική πραγματικότητα θα θέλατε να δείτε σε κόμικ; Λ.Α.: Δουλεύουμε ήδη σε ένα άλλο πρόσωπο από την ελληνική πραγματικότητα που όμως δεν είναι ανακοινώσιμο αυτή τη στιγμή. Προσανατολιζόμαστε για κυκλοφορία τον επόμενο Μάιο και προς το τέλος του έτους θα υπάρξουν σχετικές ανακοινώσεις. G.: Στον νεογέννητο γιο σας τι θα του πείτε όταν μεγαλώσει για όλη αυτή την ιστορία που συνεχίζετε εσείς; Λ.Α.: Για να είμαι ειλικρινής, δεν θα του πω τίποτε. Και αν θέλει να εμπλακεί σε αυτή επειδή κάτι βρίσκει, είναι κάτι που θα ήθελα να το ανακαλύψει μόνος του. Εμένα ο ρόλος μου είναι απλώς να τον στηρίζω. Και το σχετικό link...
-
- 6
-
-
- λεωκράτης ανεμοδουράς
- μικρός ήρως
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Με φόντο τα ερείπια του Βερολίνου, η «3η Κάμερα» των Rodier και Apikian (εκδ. Μικρός Ήρως) αφηγείται μια δραματική ιστορία πολέμου για τις ζοφερές όψεις του ναζισμού. Εδώ και περίπου 200 χρόνια η ανθρώπινη ιστορία είναι ταυτισμένη με τη φωτογραφική της τεκμηρίωση (από τα τέλη του 19ου αιώνα προστέθηκε και η κινηματογραφική). Οι οπτικές αποτυπώσεις των γεγονότων που τη συνιστούν αποτελούν τις κατεξοχήν ιστορικές πηγές για την αναπαράσταση του παρελθόντος. Καθώς βέβαια τα πολεμικά γεγονότα πρωταγωνιστούν στη σκηνή του κόσμου, ήδη από τον Κριμαϊκό Πόλεμο και τον Αμερικανικό Εμφύλιο έχουμε τα πρώτα φωτογραφικά τεκμήρια, ενώ στον Μεγάλο Πόλεμο του 1914-1918 καταγράφηκε σε όλο της το εύρος η φρίκη των χαρακωμάτων. Είναι ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος όμως που «απογείωσε» την τέχνη της φωτογραφίας, ανάγοντάς την, μαζί με την τέχνη του κινηματογράφου, σε υπέρτατο όπλο προπαγάνδας. Ο θρίαμβος του Blitzkrieg, η κατάληψη της Ίβο Τζίμα από τους Αμερικανούς ή του Βερολίνου από τους Σοβιετικούς, απαθανατίστηκαν σε αντίστοιχες – σκηνοθετημένες ως επί το πλείστον – φωτογραφίες, που έχουν αποτυπωθεί ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη εδώ και 80 χρόνια. Πέρα από τη στρατιωτική και ιδεολογική προπαγάνδα βέβαια, φωτογραφικές και κινηματογραφικές εικόνες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης αξιοποιήθηκαν από τα μεταπολεμικά δικαστήρια ως πειστήρια ενοχής για τους κατηγορουμένους. Ποια είναι όμως η ιστορία των ανθρώπων πίσω από τις μηχανές που με κάθε «κλικ» έγραψαν, κυριολεκτικά, ιστορία; Το κόμικς του Denis Rodier (δημιουργού του πολυβραβευμένου κόμικς «Η βόμβα») σε συνεργασία με τον Cédric Apikian μας μεταφέρει στη σκοτεινή πλευρά της φωτοδημοσιογραφίας και καταπιάνεται με την ιστορία των ανταποκριτών του Τρίτου Ράιχ. Πρόκειται για τις Propaganda Kompanien (Μονάδες Προπαγάνδας), έναν πραγματικό στρατό 15.000 ανδρών με επικεφαλής τον στρατηγό Χάσο φον Βέντελ, που από το 1938 έως τον Απρίλιο του 1945 κατέγραφαν ακατάπαυστα τα έργα και τις ημέρες της Βέρμαχτ. Οι ανταποκριτές, στρατιωτικά εκπαιδευμένοι για να υπηρετούν τον προπαγανδιστικό μηχανισμό του Γκέμπελς, διέθεταν δύο φωτογραφικές μηχανές. Πολλοί εξ αυτών όμως διέθεταν και μια τρίτη μηχανή ή κάμερα που δεν περνούσε από έλεγχο, ούτε υπόκειτο σε λογοκρισία. Με αυτήν απαθανάτιζαν πτυχές του πολέμου που δεν επιθυμούσε η ναζιστική προπαγάνδα, καθώς περιείχε πιο προσωπικά και ενίοτε ευαίσθητα δεδομένα. Διέθεταν, θα λέγαμε, την ελευθερία ενός ερασιτέχνη φωτογράφου και την ποιότητα ενός επαγγελματία. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ενώ πολλά από τα ρεπορτάζ ή τις ταινίες που είχε παραγγείλει το καθεστώς καταστράφηκαν κατά τις μάχες του Βερολίνου, τα «ανεπίσημα» ρεπορτάζ της «3ης κάμερας» διασώθηκαν, καθώς στην πλειονότητά τους οι κάτοχοί τους φρόντισαν να κρύψουν τις συσκευές τους. Στο επίκεντρο του κόμικς των Rodier και Apikian βρίσκεται το κυνήγι για την ανεύρεση μιας συγκεκριμένης λαθραίας τρίτης συσκευής. Η ανάκτηση των φωτογραφιών της θα μπορούσε, στο πλαίσιο των προετοιμασιών για τις δίκες της Νυρεμβέργης, να παράσχει αδιάσειστες αποδείξεις για τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι ναζί εντός και εκτός στρατοπέδων συγκέντρωσης, αλλά και να αποκαλύψει τα πρόσωπα των αξιωματικών των Ες Ες. Το ερώτημα που δεν παύει να απασχολεί την προβληματική της «3ης Κάμερας» είναι εάν οι Γερμανοί φωτορεπόρτερ ήταν σύμμαχοι του καθεστώτος ή απλοί καταγραφείς της εφιαλτικής πραγματικότητας που αυτό δημιουργούσε. Φόντο είναι το Βερολίνο και πιο συγκεκριμένα η αμερικανική ζώνη κατοχής του Βερολίνου, η οποία εκτεινόταν στο νοτιοδυτικό του κομμάτι. (Συγκλονίζει ο ρεαλιστικός τρόπος με τον οποίο έχει αποδοθεί η καταστροφή της πρώην πρωτεύουσας της ναζιστικής Γερμανίας: ισοπεδωμένη από τους βομβαρδισμούς και τις μάχες, με άνω του 1/3 των κατοικιών σωριασμένο σε ερείπια και την παρουσία 75 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων χαλικιού στο κέντρο της πόλης.) Χρονικό πλαίσιο, η περίοδος αμέσως μετά την πτώση του ναζιστικού καθεστώτος, από τον Μάιο του 1945 μέχρι τον Ιούνιο του 1946. Στους χαρακτήρες της ιστορίας, εκτός από τον προσωπικό εικονολήπτη του Αδόλφου Χίτλερ Βάλτερ Φρεντς και τον εβραϊκής καταγωγής λοχαγό του αμερικανικού στρατού Χόρογουιτς, περιλαμβάνονται ανώνυμοι Αμερικανοί και Σοβιετικοί στρατιώτες, εξαθλιωμένοι Γερμανοί πολίτες αλλά και αμετανόητοι φανατικοί ναζί, ανάμεσα στους οποίους μέλη της οργάνωσης «Werwolf» («Λυκάνθρωπος») που προκαλούσαν πλήγματα στον συμμαχικό στρατό ακόμα και πολλούς μήνες μετά τη συνθηκολόγηση του Ράιχ. Εκτός από τον μέσο αναγνώστη, η «3η Κάμερα» θα ικανοποιήσει και τον απαιτητικό ιστοριοδίφη, με ένα πολυσέλιδο παράρτημα επιμελημένο από τον ιστορικό Nicolas Férard και διανθισμένο με φωτογραφικό υλικό από το αρχείο του Βάλτερ Φρεντς. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
- η 3η κάμερα
- εκδόσεις μικρός ήρως
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Κλείνοντας το μάτι στην κβαντική φυσική, το «Πάντα Ποτέ» του Jordi Lafebre (εκδ. Μικρός Ήρως) μας αφηγείται μια τρυφερή και αντισυμβατική ιστορία αγάπης. Στο δημοφιλές μπεστ σέλερ του «Το χρονικό του χρόνου», ο αείμνηστος Στίβεν Χόκινγκ αφιέρωσε το 9ο κεφάλαιό του στο «βέλος του χρόνου». Εκεί, εξέτασε την έννοια της κατεύθυνσης του χρόνου, δηλαδή γιατί ο χρόνος φαίνεται να κυλά μόνο προς τα εμπρός και όχι προς τα πίσω. Παρομοιάζοντας τον χρόνο με ένα βέλος (θυμίζοντας το «παράδοξο του βέλους» που πρώτος είχε διατυπώσει τον 5ο αι. π.Χ. ο Ζήνων ο Ελεάτης) και αναλύοντάς τον σε τρεις μορφές (το θερμοδυναμικό, το ψυχολογικό και το κοσμολογικό βέλος), πρότεινε ότι η εξήγηση στο γιατί αυτά τα τρία «βέλη του χρόνου» δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση, μπορεί να εντοπιστεί στην ίδια τη Μεγάλη Έκρηξη. Σύμφωνα με την επικρατούσα κοσμολογική θεωρία του «Μπιγκ Μπανγκ», το εκθετικό αυτό «ξεχείλωμα» του χώρου και του χρόνου που ξεκίνησε πριν από 13,8 δισ. έτη, δεν ευθύνεται μόνο για το γεγονός ότι δημιουργήθηκαν οι γαλαξίες, οι αστέρες, οι πλανήτες, εσείς και εγώ, η εφημερίδα ή η οθόνη από την οποία διαβάζετε αυτές τις γραμμές και φυσικά, τα αγαπημένα μας κόμικς. Είναι υπεύθυνο επίσης για την εκτόξευση του χρόνου προς τα εμπρός, προς την αενάως αυξανόμενη αταξία/εντροπία. Όμως είναι επίσης γεγονός ότι κανένας νόμος της φυσικής δεν απαγορεύει στον χρόνο να κινηθεί αντίστροφα. Έτσι, ο Χόκινγκ παραδέχτηκε ότι, στην προσπάθειά μας να ενοποιήσουμε τη βαρύτητα με την κβαντική μηχανική, είμαστε αναγκασμένοι να εισαγάγουμε την ιδέα του φανταστικού χρόνου. Όπως δηλαδή στον χώρο μπορούμε να κατευθυνθούμε προς τον Βορρά και προς τον Νότο, έτσι και στον φανταστικό χρόνο μπορούμε να κατευθυνθούμε προς το μέλλον, αλλά εξίσου εύκολα και προς το παρελθόν. Πώς θα ήταν η ανθρώπινη εμπειρία αν, αντί για το παρελθόν, είχαμε ανάμνηση του μέλλοντος; Αν δηλαδή, το βέλος του χρόνου κινούνταν αντίστροφα; Με μια τέτοια πρόκληση μας φέρνει αντιμέτωπους ο Jordi Lafebre, αφηγούμενος την ερωτική ιστορία της Άννας και του Ζενό στο κόμικς «Πάντα Ποτέ» («Malgré Tout») που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, πέντε χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του στα γαλλικά. Καθώς βέβαια οι ερωτικές ιστορίες ανταγωνίζονται σε ποσότητα τον αριθμό των αστεριών του Γαλαξία μας, πάντα θα βρίσκονται πρωτότυποι τρόποι να τις αφηγηθείς. Και ένας απ’ αυτούς που επέλεξε ο ταλαντούχος Lafebre είναι ο… ανάποδος. Το «Πάντα Ποτέ» ξεχωρίζει για την αφηγηματική του ιδιαιτερότητα: η ιστορία εκτυλίσσεται ανάποδα στον χρόνο, από το παρόν προς το παρελθόν – κάτι αντίστοιχο με το «Memento» του Κρίστοφερ Νόλαν. Σε αυτή τη χρονικά αντεστραμμένη αφήγηση, όπου καθένα από τα 20 κεφάλαια πηγαίνει με φθίνουσα σειρά ένα βήμα πιο πίσω στον χρόνο, δεν παραβιάζεται η «λογική» του χρόνου, απλώς αντιστρέφεται η παρατήρηση των γεγονότων, με παρόμοιο τρόπο που ένας φυσικός μελετά μια διαδικασία από το αποτέλεσμά της προς την αρχή. Δύο άνθρωποι, η Άννα και ο Ζενό, περπατούν σε μια μικρή πόλη, προστατευμένοι από τη βροχή. Είναι και οι δύο εξηντάρηδες, αλλά πιο γοητευτικοί από ποτέ. Μετά από σαράντα χρόνια αμοιβαίου, πλατωνικού έρωτα και ενώ ο καθένας έκανε ξεχωριστά τη ζωή του, επιτέλους είναι μαζί. Η Άννα, επί πολλά χρόνια, κατείχε τη θέση της δημάρχου. Χαρισματική, παθιασμένη με τη δουλειά της, παντρεμένη και μητέρα, έζησε μια ήσυχη οικογενειακή ζωή και πλέον βγήκε στη σύνταξη. Όταν η κόρη της, Κλαούντια, ανακαλύπτει ότι η μητέρα της είναι ερωτευμένη με έναν άλλο άντρα, απειλεί να αποκαλύψει τα πάντα στον πατέρα της, Τζουζέπε. Από την άλλη ο Ζενό (του οποίου το όνομα, μάλλον όχι τυχαία, παραπέμπει στον αρχαίο Ζήνωνα), διατηρεί ένα μικρό βιβλιοπωλείο που σκοπεύει σύντομα να εγκαταλείψει. Σαγηνευτικός, ταξιδιάρης και μυστηριώδης, μόλις απέκτησε το διδακτορικό του στη θεωρητική φυσική, το οποίο ολοκληρώθηκε μετά από σαράντα χρόνια. Το θέμα της διατριβής του: «ο χρόνος που ρέει αντίστροφα». Παρότι και οι δυο τους σε όλη τους τη ζωή έβρισκαν δικαιολογίες για να διατηρούν τις αποστάσεις τους, ίσως τώρα έχει έρθει η ώρα να κάνουν μια νέα αρχή. Με έναν ποιητικό και φιλοσοφικό τρόπο ο Jordi Lafebre εξυφαίνει μια τρυφερή ιστορία, στην οποία (όπως και ο Ζενό στη διατριβή του) διατυπώνει την υπόθεση ότι, παρά τη φαινομενική κατεύθυνση του χρόνου και της ύλης από την τάξη στην αταξία, μόνο μια εξωτερική δύναμη μπορεί να αντιστρέψει τη συμπαντική ροπή προς το χάος. Και αυτή η δύναμη είναι η απόλυτη, εκπληρωμένη αγάπη. Είναι εκείνη που δίνει νόημα στα πάντα, τοποθετώντας την τάξη στην αρχή – δηλαδή… στο τέλος – της Ιστορίας και προτάσσοντας την αντιστροφή της εντροπίας ως την αναγκαία κατάσταση που ποθεί η ανθρώπινη ψυχή. Και το σχετικό link...
-
- 5
-
-
- πάντα ποτέ
- εκδόσεις μικρός ήρως
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Έχει περάσει σχεδόν μιάμιση δεκαετία από τότε που ο Θανάσης Βέγγος έφυγε από τη ζωή. Ο δικός μας καλός άνθρωπος απεβίωσε τον Μάιο του 2011 και μαζί με εκείνον σαν να χάθηκε κι ένα κομμάτι της παιδικής μας αθωότητας. Οι βραβευμένοι δημιουργοί κόμικς Σπύρος Δερβενιώτης και Θανάσης Πέτρου, σε συνεργασία με τον Λεωκράτη Ανεμοδουρά των εκδόσεων Μικρός Ήρως, αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα graphic novel για τη ζωή του Θανάση Βέγγου με τίτλο «ΘΒ – Η γαλέρα της ζωής μου». Για τον εκδότη Λεωκράτη Ανεμοδουρά, ο Θανάσης Βέγγος υπήρξε ένα πρόσωπο που εκτός από ταλέντο διέθετε ήθος που δύσκολα συναντάς στον καλλιτεχνικό χώρο. Η σκέψη να μεταφερθεί στο χαρτί η βιογραφία του τριγυρνούσε στο μυαλό του πάνω από πέντε χρόνια. Κάτι όμως συνέβαινε και η ιδέα δεν προχωρούσε. Ώσπου πριν από έναν χρόνο, με αφορμή μια εκδήλωση συναντήθηκε με τον συγγραφέα και σκηνοθέτη Γιάννη Σολδάτο, ο οποίος το 2011 γύρισε το ντοκιμαντέρ «Βέγγος: Ένας άνθρωπος παντός καιρού», βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του. Ένας Βέγγος όλο φως Τότε ήταν που αποφάσισε να εκπληρώσει την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό του, να κάνει δηλαδή graphic novel τον αγαπημένο του ήρωα. Όπως εξομολογείται: «Το να εξερευνώ τις ζωές σπουδαίων ανθρώπων με κάνει να έρχομαι πιο κοντά τους. Ο Βέγγος είναι σύμβολο. Ένας άμεμπτος άνθρωπος, για τον οποίο κανείς ποτέ δεν είπε κακιά κουβέντα. Το ξεχωριστό μαζί του είναι ότι ήταν και πολύ ταλαντούχος. Μπορεί να βρεις υπερβολικό ταλέντο ή μπορείς να βρεις υπερβολική καλοσύνη. Ο Βέγγος είχε και τα δύο. Όταν λοιπόν συναντηθήκαμε με τον Γιάννη Σολδάτο, δεν υπήρχε καμία δικαιολογία για να το αναβάλω. Ήταν σαν να του το χρωστούσα». Η βιογραφία του Θανάση Βέγγου χωρίζεται σε εννέα κεφάλαια που καθένα φέρει και τον τίτλο από μια ταινία του. Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισε ο σεναριογράφος του graphic novel Σπύρος Δερβενιώτης ήταν να μεταφέρει τη ζωή του ηθοποιού με τέτοιο τρόπο ώστε να μη χαθεί τίποτα σημαντικό από τη χειμαρρώδη διαδρομή του. Αυτός είναι και ο λόγος που το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε όταν του έγινε η πρόταση από τον Λ. Ανεμοδουρά ήταν «μπλέξαμε». Μας εξηγεί τους λόγους αυτής της πρώτης αντίδρασης. «Ο Θανάσης Βέγγος ήταν ένας άνθρωπος ποταμός και εγώ έπρεπε να αποφασίσω με ποια βάρκα θα μπω μέσα και τι καταρράκτες με περιμένουν. Δεν είχε σκοτεινές γωνίες, δεν είχε να αναδείξεις έναν σκοτεινό εαυτό για να δημιουργήσεις δραματουργικό ενδιαφέρον από την ανθρώπινη αδυναμία του. Αυτό που είχα να διαχειριστώ ήταν όλο φως» λέει ο Σπ. Δερβενιώτης. Στη Μακρόνησο Φέρνω στο μυαλό μου τη δεκαετία του ’90, όταν κάθε Σάββατο η ΕΡΤ έπαιζε ταινίες από τον ελληνικό κινηματογράφο. Τότε ήταν που γνώρισα τον Θανάση Βέγγο. Ο άνθρωπος που με έκανε ως παιδί να γελάω, έμοιαζε με τον πατέρα μου, τον γείτονα, τον αδερφό που δεν είχα μέχρι που στο τέλος μου θύμιζε και μένα. Ήταν αυτή του η ικανότητα μέσα από το γέλιο και τα παθήματα του μέσου Έλληνα φουκαρά να δημιουργεί εγγύτητα λες και ήταν μέλος της οικογένειάς μας. Και κάπως έτσι ο Θανάσης Βέγγος, εκτός από καλός μας άνθρωπος, έγινε και δικός μας άνθρωπος. Ο Σπύρος Δερβενιώτης μοιράζεται μαζί μας την ιστορία του Βέγγου στη Μακρόνησο. Τότε που γνώρισε τον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο. Πρόκειται για ένα από τα εννέα εικονογραφημένα κεφάλαια του μυθιστορήματος στο οποίο ο δημιουργός στάθηκε ιδιαίτερα. Όπως λέει, ο Βασίλης Βέγγος, πατέρας του ηθοποιού, δούλευε στο εργοστάσιο Ηλεκτρικής στο Κερατσίνι. Μέλος του ΕΛΑΣ και υπάλληλος της εταιρείας, ο κυρ Βασίλης συμμετείχε στη μάχη της Ηλεκτρικής τον Οκτώβριο του 1944. Μόλις τελείωσε ο πόλεμος, εκδιώχθηκε από τη δουλειά του εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων. «Τότε ο Θανάσης ήταν 19-20 χρόνων παλικαράκι, έτοιμο να υπηρετήσει τη θητεία του. Αντ’ αυτού τον έστειλαν εξορία στη Μακρόνησο, όπου γνωρίζεται με τον Νίκο Κούνδουρο. Ο Βέγγος, διανύοντας καθημερινά μια τεράστια απόσταση από το στρατόπεδο ίσαμε το βουνό όπου είχε μεταφερθεί ο σκηνοθέτης, του κουβαλούσε προμήθειες. Ο Βέγγος τού έσωσε τη ζωή και ο Κούνδουρος τον μύησε στον κινηματογράφο» εξηγεί ο δημιουργός. Ο δικός μας σούπερ ήρωας Στην έρευνα που έκανε ο Θανάσης Πέτρου, σκιτσογράφος του graphic novel, τα βήματά του τον οδήγησαν στον Βασίλη και τον Χάρη Βέγγο, τους δύο γιους του ηθοποιού, αλλά και σε ανθρώπους που συνεργάστηκαν μαζί του. Μέσα από συζητήσεις, φωτογραφίες και φυσικά αμέτρητες ώρες προβολών, ο Θανάσης Βέγγος τού αποκαλύφθηκε και ως «Σπαθής» στον «Δράκο» του Κούνδουρου αλλά και ως «Θανάσης» στον «Πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη» του Αλέκου Σακελλάριου. Ένα σύμβολο που – όπως υπογραμμίζει – ο δημιουργός ήταν ό,τι πιο κοντά στην ελληνικότητά μας. «Λένε πως συνήθως αγαπάμε ό,τι μας θυμίζει. Δεν ξέρω αν ισχύει, πάντως στο πρόσωπο του Βέγγου ο Έλληνας αναγνώρισε ένα δικό του κομμάτι. Ο αιώνιος φουκαράς που πάλευε να επιβιώσει. Λίγο κατεργάρης αλλά έχοντας πάντα πολύ καλοσύνη στην καρδιά του» εξηγεί. Και συνεχίζει λέγοντας: «Μιλώντας με τους δικούς του ανθρώπους και βλέποντας ξανά και ξανά τις ταινίες του ήταν σαν να τον είχα μαζί μου. Νομίζω πως σε αυτή την περιπέτεια ο Θανάσης ήταν συνεχώς μαζί μας». Η ιστορία ακολουθεί γραμμική αφήγηση μετατρέποντας σε συμπαγή λόγο τον αναρχικό κινηματογραφικό κόσμο του ηθοποιού. Βλέποντας μια ταινία του Θανάση Βέγγου είχες την εντύπωση ότι όλα γίνονταν εκείνη τη στιγμή και πως όλα ήταν θέμα αυτοσχεδιασμού. Κι όμως, αυτή η αυθόρμητη παρόρμηση έκρυβε σκληρή δουλειά και επίπονη προετοιμασία, με τον ηθοποιό να επιμελείται και την παραμικρή λεπτομέρεια. Γι’ αυτό και ο δημιουργός επέλεξε να δώσει στον ηθοποιό ακόμη έναν ρόλο, αυτόν του σχολιαστή. Όπως μας αποκαλύπτει ο σκιτσογράφος: «Προσπαθήσαμε να σπάσουμε τη λογική του δισδιάστατου. Θέλαμε ο Βέγγος να ζωντανέψει πάνω στο χαρτί σαν ένας μικροσκοπικός αφηγητής που μας διηγείται τη ζωή του. Δεν γινόταν ο Βέγγος να καθίσει σε μια γωνίτσα και απλώς να μας παρατηρεί. Ο άνθρωπος που πάντα πάλευε για τους άλλους θα ήταν άδικο να έμενε άπραγος». Ο Θανάσης Βέγγος δεν βρήκε ανταπόκριση μέσα στο σινάφι του. Τον σνόμπαραν και τον περιφρονούσαν. Δεν άντεχαν ούτε το ταλέντο ούτε την καλοσύνη του. Χρειάστηκε η ταινία «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;» του Ντίνου Κατσουρίδη, που απέσπασε το Α΄ βραβείο ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, για να τον αποδεχτούν. Ακολούθησαν οι «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου» και το «Όλα είναι δρόμος» του Παντελή Βούλγαρη και φυσικά η συνεργασία με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στο «Βλέμμα του Οδυσσέα». Ο Θανάσης που έτρεχε ξυπόλυτος και έκανε τα πάντα για να παντρέψει τις κινηματογραφικές αδερφές του. Ο Θανάσης που δεν διαμαρτυρήθηκε για τις σφαλιάρες που έφαγε στον «Ηλία του 16ου» κι ας προσπάθησαν να τον ταπεινώσουν. Ο Θανάσης Βέγγος είναι ο δικός μας σούπερ ήρωας. Με Δεληβοριά και Σολδάτο Την εισαγωγή στο graphic novel έχει κάνει ο Φοίβος Δεληβοριάς, ενώ το επίμετρο υπογράφει ο συγγραφέας και σκηνοθέτης Γιάννης Σολδάτος. Στην ίδια έκδοση υπάρχει και μια επτασέλιδη αποτύπωση ολόκληρης της εργογραφίας του αγαπημένου ηθοποιού, που ξετυλίγει μια συναρπαστική διαδρομή από το Φάληρο μέχρι τη Μακρόνησο και τη γνωριμία του με τον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο, που στην ουσία τον μύησε στον κόσμο του κινηματογράφου. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
- θβ – η γαλέρα της ζωής μου
- θανάσης βέγγος
- (and 3 more)
-
Ο Θανάσης Βέγγος ήταν η ψυχή του ελληνικού σινεμά που με το αστείρευτο χιούμορ και την αφοπλιστική ανθρωπιά του άγγιξε γενιές θεατών. Η ζωή του μεταφέρθηκε σε graphic novel, με την πένα του Σ. Δερβενιώτη και το σχέδιο του Θ. Πέτρου. Το NEWS 24/7 τους μίλησε κι έμαθε πώς κατάφεραν να αποτυπώσουν το “θηρίο” του Βέγγου στο χαρτί. Ο Θανάσης Βέγγος (1927-2011) δεν ήταν απλώς ο «καλός μας άνθρωπος»: Ήταν ένας αεικίνητος και ατρόμητος καλλιτέχνης, μια αστείρευτη πηγή δύναμης και τρυφερότητας που σφράγισε ανεξίτηλα τον ελληνικό κινηματογράφο και την ψυχή του κοινού. Δεν είναι μόνο οι ατάκες, οι “γκάφες” και τα κινηματογραφικά σαρδάμ που τον έκαναν μοναδικό, αλλά η βαθιά ανθρωπιά που ξεχείλιζε από κάθε του ρόλο. Ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές, κατάφερνε να μετατρέψει τη μεγάλη και τη μικρή οθόνη σε… “άσυλο” όπου η ζωή κι η χαρά συνυπήρχαν μέσα από έναν μοναδικό «αναρχο-σουρεαλιστικό» χορό. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι έγινε σύμβολο ενός λαού που συνεχίζει να παλεύει και να βρίσκει δύναμη στο γέλιο και την αισιοδοξία. Τώρα, αυτή η ιστορία ζωής και τέχνης, μεταφέρεται από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως» σε κόμικ: Μέσα από τη δημιουργική συνεργασία του σεναριογράφου Σπύρου Δερβενιώτη και του εικονογράφου Θανάση Πέτρου, αυτή η βιογραφία γίνεται μια εμπειρία γεμάτη χρώμα, φρεσκάδα και χιούμορ που σέβεται και μένει πιστό στο πνεύμα του σπουδαίου ηθοποιού. Το graphic novel για τη “γαλέρα της ζωής του” Από το Φάληρο της Κατοχής στη Μακρόνησο, όπου η γνωριμία με τον Κούνδουρο τον έβαλε στον κόσμο του κινηματογράφου, ξετυλίγεται μια συναρπαστική διαδρομή που συντρόφευσε γενιές Ελλήνων. Το graphic novel ακολουθεί μια διαδρομή γεμάτη από θριάμβους και καταστροφές, επιτεύγματα και λάθη, δάκρυα χαράς και πόνου. Εξού και ο τίτλος «Η Γαλέρα της Ζωής του». Με εισαγωγή από τον μουσικό Φοίβο Δεληβοριά, επίμετρο από τον συγγραφέα και σκηνοθέτη Γιάννη Σολδάτο, αλλά και μια επτασέλιδη αποτύπωση ολόκληρης της εργογραφίας του, ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με έναν καλλιτέχνη-σύμβολο, αναπολώντας τα βιώματα, τις σκέψεις και τη φιλοσοφία του. Θα μας θυμίσει τον άνθρωπο που ανέλαβε τον ρόλο του πολυτεχνίτη και του ερημοσπίτη, του τρελού του λούνα παρκ, του φαλακρού πράκτωρος, του ατσίδα, του Βέγγου για όλες τις δουλειές, πάντα με ψυχή βαθιά. Το έργο του Θανάση Βέγγου δεν μπόρεσε και ποτέ δεν θα μπορέσει να μπει σε καλούπια ή να νοηματοδοθεί υπό το πρίσμα του ρεαλισμού. Θα ανήκει πάντα στο φάσμα του υπερρεαλισμού και του ανορθόδοξου. Θα βρίσκεται πάντα υπό το Βλέμμα του Οδυσσέα και θα αναφωνεί: «Μωρή φύση; Μόνη σου είσαι, μόνος είμαι κι εγώ. Πάρε ένα μπισκότο!». Όταν όλοι του έλεγαν πως «δεν είσαι σαν εμάς. Και δεν θα γίνεις ποτέ σαν εμάς!», εκείνος διάλεξε τον δύσβατο δρόμο της ανέλιξης και της αναγνώρισης. «Ονειρέψου σαν παιδί, ζήσε σαν τρελός, αγάπα σαν άνθρωπος, μικρός ο κόσμος και εμείς περαστικοί» έλεγε, και με αυτό το graphic novel καλεί και εμάς να επιβιβαστούμε στο μεγάλο ταξίδι της ζωής του. Συνάντησα το δυναμικό δίδυμο των δημιουργών σε μια πολύχρωμη Τεχνόπολη, καθώς γύρω μας εξελισσόταν το φεστιβάλ της ένατης τέχνης ComicDom Con. Πέτρου και Δερβενιώτης συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο μοναδικά – σκεφτείτε κάτι σαν τους παππούδες στο θεωρείο του Muppet Show, σαφέστατα νεότεροι ωστόσο και πιο κεφάτοι, δροσεροί. Στην κουβέντα από την πρώτη στιγμή ξεχώρισα την αποστομωτική ειλικρίνειά τους και την ανεπιτήδευτη δυναμική τους, που προκύπτει μέσα από εμπειρία χρόνων. Αλλά κυρίως το μεράκι για αυτό που έφτιαξαν με πολύ κόπο και μαεστρία που ξεπερνά τα όρια μιας κλασικής βιογραφίας και γίνεται ένα έργο τέχνης που τιμά έναν άνθρωπο-μύθο. ΔΕΡΒΕΝΙΩΤΗΣ: ΘΕΛΑΜΕ ΤΟ “ΑΝΑΡΧΟ-ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ” ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΠΟΥ ΥΠΗΡΕΤΗΣΕ Ο ΒΕΓΓΟΣ ΣΤΗΝ ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΟΥ Ποια ήταν η αφετηρία για τη συγγραφή του σεναρίου; Τι σας ενέπνευσε να αφηγηθείτε τη ζωή του Θανάση Βέγγου μέσω ενός graphic novel; «Η ιδέα ξεκίνησε από τον εκδότη της “Μικρός Ήρως” Λεωκράτη Ανεμοδουρά, ο οποίος μια ωραία ημέρα μού είπε “θέλω να μάθω περισσότερα για τον Βέγγο και θέλω να το κάνουμε όλο αυτό σε graphic novel. Θα σε ενδιέφερε;” Εμφανώς με ενδιέφερε, οπότε έτσι ξεκινήσαμε αυτή την περιπέτεια. Ήταν τελείως παραγγελιά.» Ποια αφηγηματική γραμμή επιλέξατε για να αποτυπώσετε την ιστορία του και τη δραματουργία. Έπρεπε λ.χ. να χτίσετε μια πρωτότυπη ιστορία από το μηδέν; «Αυτό που μας βασάνισε περισσότερο ήταν ακριβώς να καταλήξουμε ποια φόρμα αφήγησης θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κανείς για τη ζωή του Βέγγου. Γιατί δεν θα βγάζαμε κάποιο, ας πούμε, μυστικό που δεν ήξερε κανείς, δεν θα λέγαμε κάτι που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο δεν είχε βγει δημοσίως. Έπρεπε απλώς να συνοψίσουμε την πορεία του στην ολότητά της και ό,τι σήμαινε αυτός ο άνθρωπος στον ελληνικό κινηματογράφο – αλλά να το κάνουμε επίσης και με τον τρόπο του Βέγγου και με τον τρόπο των κόμικς. Γιατί αλλιώς δεν έχει νόημα να το κάνεις σε κόμικ, θα μπορούσες να το κάνεις βιβλίο. Οπότε βρήκαμε μια αφηγηματική μορφή, η οποία μπορούσε να λειτουργήσει μόνο στα κόμικς και διαλέξαμε μια οδό αφήγησης, η οποία ήταν σύμφωνη με το πνεύμα του Βέγγου – αυτό το “αναρχο-σουρεαλιστικό” ας το πούμε, που και ο ίδιος υπηρέτησε στην κωμωδία του. Είναι τελείως γραμμική η αφήγηση, παρόλο που φλερτάραμε με εναλλακτικές.» Υπήρξαν πηγές ή μαρτυρίες που χρησιμοποιήσατε; «Βεβαίως. Καταρχήν υπήρχε το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ και βιβλίο του Γιάννη Σολδάτου, το οποίο είχε προλάβει εν ζωή αρκετούς από τους συνεργάτες του Βέγγο όσο και τον ίδιο. Υπήρξαν άλλα ένα δύο βιβλία για τον Βέγγο και οι επιζώντες ακόμα συνεργάτες του, οι οποίοι μας έδωσαν στοιχεία που δεν υπάρχουν στα βιβλία, από την εμπειρία τους μαζί του. Μιλήσαμε και με τα παιδιά του, τα οποία μας μίλησαν για γεγονότα, κάποια από τα οποία δεν είχαν βγει προς τα έξω – αυτά είναι ας πούμε που λέγονται για πρώτη φορά στο κόμικ – αλλά τίποτα που να χαρακτηρίζεται ως αδιάκριτο.» Κάνατε μαραθώνιο ταινιών, είδατε από μηδέν πάλι ταινίες? «Εγώ σίγουρα είδα από μηδέν ταινίες, γιατί κάποιες δεν τις είχα δει ποτέ πλάκα-πλάκα και ήταν ευκαιρία μου. Όσο Βέγγο και να δεις, συνειδητοποιείς όταν βλέπεις την εργογραφία του, ότι δεν έχεις δει αρκετό Βέγγο. Κι ήταν και τόσο διαφορετικές ταινίες μέσα στην πορεία του, που σίγουρα έπρεπε να φρεσκάρω τη μνήμη μου.» Πώς αντιμετωπίσατε την πρόκληση να αποδώσετε το χιούμορ και την ευαισθησία του Βέγγου στον γραπτό λόγο; «Αυτό ήταν το πιο εύκολο γιατί το αποδώσαμε με τη δικιά του γλώσσα: Επειδή μιλά ο ίδιος στο κόμικ σε πρώτο πρόσωπο, η γλώσσα του τού ανήκει. Τόσο από συνεντεύξεις και μαρτυρίες, όσο και από το γεγονός ότι ήταν άνθρωπος τόσο πολυκινηματογραφημένος, το speech pattern του – που λέμε και στο χωριό μου – έχει καταγραφεί όσο κανενός άλλου. Μπορεί κάποιος που ξέρει να γράφει χαρακτήρες, να πιάσει ποιες είναι οι χαρακτηριστικές εκφράσεις του. Παρόλα αυτά μας ξέφυγαν ατάκες κανά δύο φορές, και εκεί τα παιδιά του Βέγγου μάς είπαν “αυτή τη φράση ο πατέρας δεν θα την έλεγε”.» Ο Θανάσης Πέτρου και ο Σπύρος Δερβενιώτης Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο γεγονός ή περίοδος της ζωής του Βέγγου που σας συγκίνησε ή σας ενέπνευσε ιδιαίτερα; «Για προσωπικούς λόγους, επειδή ακουμπάμε στην ιστορία πατεράδων μας, η Μακρόνησος για μένα ήταν το πιο συγκινητικό από όλα, γιατί και ο πατέρας μου εκεί ήταν. Ήξερα τι συνέβαινε και δεν χρειάστηκε να το αναπλάσω από ιστορική έρευνα. Οπότε κάποια στιγμή και σε συνεργάτες νεότερους ας πούμε που δεν ήξεραν την “αργκό” της Μακρονήσου, τούς έλεγα “αυτό σημαίνει αυτό”, ‘αυτό έγινε έτσι” κτλ. Ένα σημαντικό στοιχείο που δεν πρέπει να ξεχάσουμε είναι ότι αυτοί που ήταν στη Μακρόνησο, δεν μιλούν για τη Μακρόνησο. Είναι σαν το Fight Club, ο πρώτος κανόνας: Δε μιλάς για αυτό!» ΠΕΤΡΟΥ: ΤΑ ΑΚΡΑΙΑ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ Ο DISNEY ΣΤΟ ΣΕΛΙΛΟΪΝΤ, Ο ΒΕΓΓΟΣ ΤΑ ΕΚΑΝΕ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Πώς προσεγγίσατε εικαστικά την προσωπικότητα του Βέγγου; Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στο να αποδώσετε το χαρακτηριστικό του ύφος και τις εκφράσεις του; «Δυσκολεύτηκα πάρα, πάρα πολύ. Σε δύο επίπεδα: Πρώτον, δεν έχουμε συνεργαστεί ποτέ με τον Σ. Δερβενιώτη, οπότε πρέπει να βρω πώς γράφει και να προσαρμοστώ στο στυλ του. Δεύτερον, τα κόμικς που κάνω εγώ συνήθως έχουν καρεδάκια, καρεδάκια, καρεδάκια κι άλλα καρεδάκια, πολλές σελίδες… Δεν έχει καμία σχέση η δομή τους με το βιβλίο που κάναμε για τον Βέγγο. Οπότε μου πήρε καιρό να ξεμάθω, να βγω από τα πατήματά μου για να μπω στα νέα πατήματα που χρειαζόνταν για να κάνουμε τη συγκεκριμένη δουλειά. Ουσιαστικά έκανα πολλά σχέδια, και μετά ένα κολάζ που θα έπρεπε να στηθεί σε σελίδα και να έχει μια οπτική συνέχεια. Ήταν μια οπτική σύνθεση και μια σύνθεση κειμένων που έχουν μια ενότητα και αφηγούνται την ιστορία. Τρίτον: Όλοι ξέρουμε τον Βέγγο. Αυτό δεν σημαίνει τίποτα για το σχέδιο. Πρέπει να βρω εγώ πώς θα κάνω ένα “Βέγγο” που θα μοιάζει με τον Βέγγο: Αλλιώς ήταν ο Βέγγος του 1950, αλλιώς ήταν το 1960, αλλιώς ήταν το ’70, το ‘ 80 κ.ο.κ. Ποια εκδοχή και εποχή του διαλέγω εγώ να κάνω; Πρέπει να βρεθεί ένας μέσος όρος που να αναγνωρίζεται πάντα ο Βέγγος. Και αυτό ήταν πολύ δύσκολο. Γενικά το αποτέλεσμα βγήκε γρήγορα σχετικά, αλλά με πολύ κόπο, κάτι που μπορεί να μην είναι ορατό σε κάποιον που δεν ξέρει από σχέδιο.» Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη σκηνή ή καρέ στο graphic novel που θεωρείτε ότι αποτυπώνει ιδανικά την ουσία του Βέγγου; «Η τελευταία σελίδα γιατί αποτυπώνει την πρόκληση που θέτει ο σεναριογράφος, ότι εγώ δυσκολεύομαι ως σχεδιαστής να φτιάξω ένα πορτρέτο του Βέγγου (όπως κι εγώ στην πραγματικότητα δυσκολευόμουν να σχεδιάσω τον Βέγγο). Είναι άρα ένα αφηγηματικό και σεναριακό στοιχείο αλλά ταυτόχρονα και πραγματικό, το οποίο “τρέχει” σε όλο το μήκος του κόμικ.» Μέσα από την αποτύπωση της ζωής του, υπήρξε βλέψη να αποτυπώσετε και την εποχή που έζησε και αν ναι τι σας δυσκόλεψε σε αυτό; «Σε ένα μικρό βαθμό. Το κέντρο είναι ο Βέγγος, η κίνησή του, ο ρυθμός του, το τρέξιμό του, η τρέλα που έχει. Σε δεύτερο βαθμό η εποχή του. Το background δηλαδή δεν καταλαμβάνει τόσο μεγάλο χώρο. Καταλαμβάνει τα πάντα ο Βέγγος νομίζω οπότε δεν μένει χώρος για το περιβάλλον, δεν αφήνει τίποτε. Είναι καταλυτική παρουσία. Η πληθωρικότητά του είναι πολύ έντονη για να περίσσευε κάτι και να το εντάσσαμε στο κόμικ.» Αν ήταν ήρωας κόμικ ο Θανάσης Βέγγος, ποιος θα ήταν; «Ίσως κάτι κοντά σε Σπίντι Γκονζάλες… Ό,τι πιο τρελό, παλαβό έχει υπάρξει στα κόμικς νομίζω τα συμπυκνώνει με τη συμπεριφορά του και τη στάση του. Κι ίσως να τα ξεπερνάει κιόλας! Αυτά που έχει κάνει στην πραγματικότητα ο Θανάσης Βέγγος είναι πολύ πιο παλαβά από αυτά που έχουν συμβεί στα κόμικς. Έχει κρεμαστεί από σχοινιά χωρίς ασφάλεια. Τα κασκαντεριλίκια που έχει κάνει, δεν υπάρχουν. Τα έχει ξεπεράσει όλα νομίζω.» Οι χαρακτήρες που ενσάρκωνε στην κωμωδία ήταν, θα λέγατε, σαν ζωντανά καρτούν; «Σε κάποιον βαθμό ναι. Είναι κάτι χαρακτηριστικό που έκανε μόνο αυτός, δεν νομίζω ότι υπάρχει κάπου αλλού αυτό που έχει κάνει ο Βέγγος: Είναι η ενέργεια αυτή που είχε, χοροπηδούσε, κυνηγούσε ασταμάτητα. Μόνο με κάποια κινούμενα σχέδια του Disney ίσως μπορεί να συγκριθεί, στα οποία γίνονται ακραία πράγματα. Τα ακραία που έκανε ο Disney στο σελιλόιντ, ο Βέγγος τα έκανε στην πραγματικότητα. Με τις δυνάμεις του.» ΓΡΗΓΟΡΟΣ ΓΥΡΟΣ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ Ακολουθούν οι κοινές ερωτήσεις που έκανα στους δύο κορυφαίους δημιουργούς. Με πολιτισμένες διαφωνίες, άφθονο γέλιο και βαθιά εκτίμηση, Δερβενιώτης και Πέτρου μοιράστηκαν μαζί μου την εμπειρία τους από τη συνεργασία, την πρόκληση της εικονογράφησης και τις ευαίσθητες “χορδές” τους που άγγιξε ο Θανάσης Βέγγος. Ποιο είναι το κεντρικό μήνυμα ή συναίσθημα που θέλετε να μεταδώσετε στους αναγνώστες μέσω του κόμικ; Σ. Δ.: «Θα έλεγα ότι προσωπικά αποφεύγω τα μηνύματα σαν το διάολο. Όμως θα πω ότι αυτό που ήθελα εγώ να μεταδώσω στον αναγνώστη, ήταν ένα υπόδειγμα ζωής: Ο Βέγγος συνόψιζε τις καλύτερες ποιότητες που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος. Και θέλω να μας θυμίσω ότι υπήρξε ένας τέτοιος άνθρωπος. Δεν είναι προϊόν φαντασίας ο Βέγγος. Άρα μπορεί να ξαναϋπάρξει (ένας τόσο ποιοτικός άνθρωπος). Ας δούμε τι έκανε, για να ακολουθήσουμε το παράδειγμά του.» Θ. Π.: «Ηθικό δίδαγμα ή μήνυμα, δεν νομίζω ότι υπάρχει. Βλέποντας τη δουλειά μας μετά την ολοκλήρωσή της, ουσιαστικά συνειδητοποιώ – και νομίζω κι οι αναγνώστες θα το συνειδητοποιήσουν – ότι ο Βέγγος συνόψιζε όλη την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου: Δηλαδή, συνοψίζει τον λαϊκό κινηματογράφο του ’50 και του ’60, μια εποχή οπότε ο κόσμος πήγαινε κατά χιλιάδες να τον δουν στις αίθουσες. Ήταν εκεί τη δεκαετία του ’70 οπότε εμφανίζεται ένας κινηματογράφος που “ενηλικιώνεται”, ας πούμε, και ο Βέγγος φεύγει από την κλασική κωμωδία. Έζησε την κατάπτωση του ελληνικού κινηματογράφου, όταν βγαίνουν πλέον βιντεοταινίες, και προφανώς ο άνθρωπος για να ζήσει γύρισε κάποιες. Και ήταν παρών στο κομμάτι των “μεγάλων σκηνοθετών” Θ. Αγγελόπουλου, Π. Βούλγαρη, της δεκαετίας του ’90 πλέον. Μπορούμε να δούμε αυτήν την πορεία του μέσα από την προσωπικότητά του. Κουβαλά την ιστορία του ελληνικού σινεμά. Έχει πρωταγωνιστήσει σε όλα τα στάδια και όλες τις φάσεις του.» Υπήρξαν στιγμές κατά τη διάρκεια της δημιουργίας που διαφωνήσατε ή είχατε διαφορετικές προσεγγίσεις; Πώς τις διαχειριστήκατε; Θ. Π.: «Πολλές.» Σ. Δ.: «Πολλές. Και το χειριστήκαμε πολιτισμένα.» Θ. Π.: «Με τον πλέον πολιτισμένο τρόπο που μπορεί να υπάρξει. Μπινελίκια, καντήλια. Αυτά.» (γέλια) Σ. Δ.: «Το καλό ήταν ότι επικοινωνούσαμε ηλεκτρονικά, οπότε δεν μπορούσαν να παίξουν και μπουνίδια.» (γέλια) Θ. Π.: «Οι συνεργασίες αυτά έχουν. Δεν μπορεί να είναι κάπως αλλιώς. Δηλαδή θα κάνεις και αγαπούλες και χαδάκια. Θα έχεις και τις δημιουργικές εντάσεις σου. Είναι απολύτως φυσιολογικό. Σ. Δ.: «Το ζήτημα σε αυτά τα πράγματα είναι να υπάρχει εκατέρωθεν εμπιστοσύνη. Γιατί όταν υπάρχει ανισορροπία εμπιστοσύνης, προκύπτουν τα προβλήματα. Εμείς όμως είμαστε 40 χρόνια φουρναρέοι – και οι δύο έχουμε περάσει από τα ίδια περιοδικά, μιλάμε την ίδια γλώσσα – σίγουρα ιδεολογικά, αν όχι αισθητικά. Οπότε θα πω ότι όταν ο Θανάσης Πέτρου – που έχει τόσα βραβεία στην πλάτη του και οι αναγνώστες του τον έχουν επιβραβεύσει με την εμπιστοσύνη τους – μου λέει κάτι, τότε θα το ακούσω πολύ προσεκτικά. Και αν δεν υπάρχει από πλευράς σεναρίου ας πούμε “κόκκινη γραμμή” ή δεν συντρέχει πολύ συγκεκριμένος λόγος κάτι να είναι έτσι κι όχι αλλιώς, τότε θα πω “Θανάση, πάρ’ το πάνω σου”». Έχετε γνωρίσει τον Θανάση Βέγγο; Θ. Π.: «Όχι.» Σ. Δ.: «Ούτε.» Τότε για ποια στιγμή του τον ξεχωρίζετε. Πότε ας πούμε άγγιξε μια δική σας χορδή; Αναφερθήκατε πριν στη Μακρόνησο κ. Δερβενιώτη. Σ. Δ.: «Θα πω ένα κλισέ, ότι ήταν όλες – με διαφορετικό τρόπο – σημαντικές οι στιγμές που τον έβλεπα. Δηλαδή, με άλλο τρόπο με άγγιξε η νοσταλγική αύρα των ταινιών του ’50, με άλλο τρόπο με άγγιξε η ωριμότητά του στις ταινίες του Π. Βούλγαρη, με άλλο τρόπο με άγγιξε ο Αχόρταγος που τον είχαμε δει, ας πούμε, οικογενειακά στον κινηματογράφο, όταν είχε πρωτοβγεί. Σε όλες τις εποχές με άγγιξε με διαφορετικό τρόπο, αλλά εξίσου.» Θ. Π.: « Αυτό που έπεφτε και σηκωνότανε. Δεν σταματούσε ποτέ. Καταστρεφόταν οικονομικά κι ήθελε να συνεχίσει. Είχε μεγάλη αστείρευτη φλόγα μέσα του να κάνει πράγματα. Αυτό το πάθος του ήταν ασίγαστο όλη του τη ζωή. Δεν σταμάτησε ποτέ. Από την παιδική του ηλικία μέχρι το τέλος. Αυτό που είχε πει, ότι τράβηξε πολύ κουπί, είναι αλήθεια.» Πώς πιστεύετε ότι το graphic novel μπορεί να συμβάλει στην ανανέωση του ενδιαφέροντος για τον Θανάση Βέγγο στις νεότερες γενιές; Θ. Π.: «Μακάρι να συμβεί. Μπορεί να κάνω και λάθος αλλά νομίζω ότι οι 20χρονοι σήμερα δεν ξέρουν τόσο καλά τον Βέγγο. Εμείς μεγαλώσαμε όταν η ελληνική τηλεόραση έπαιζε κάθε Κυριακή μεσημέρι μια ελληνική ταινία. Και άρα έπαιζε συνεχώς και ταινίες του Βέγγου. Οι 20χρονοι σήμερα δεν βλέπουν τηλεόραση. Οπότε, δεν ξέρω: Αν καταφέρει το κόμικ να κάνει τέτοια επιτυχία που θα το αγοράσουν οι 20χρονοι και θα το διαβάσουν και θα ψάξουν να βρουν έστω και μια ταινία του Βέγγου, κέρδος θα είναι. Οι πρώτες εντυπώσεις είναι ότι οι γονείς των 20χρονων είναι αυτοί που θα το αγοράσουν.» (γέλια) Σ. Δ.: «Ένα πράγμα που ανακαλύπτεις ξαφνικά όταν αναγκάζεσαι να ασχοληθείς επαγγελματικά με τον Βέγγο, είναι ότι ο Βέγγος είναι παντού. Δεν χρειάζεται να το θυμίσεις: Είναι σε meme, είναι σε βιντεάκια, είναι σε επαναλήψεις… Επίσης, το κλισέ που λέει ότι “τα κόμικς απευθύνονται στους νέους”, έχει μεγαλώσει μαζί με τους αναγνώστες που κάποτε ήταν νέοι και διαβάζανε κόμικς. Δηλαδή, κυρίως εγώ και ο Θανάσης ακουμπάμε σε ένα κοινό το οποίο μεγάλωσε με τη Βαβέλ – η οποία είχε κυκλοφορήσει το 1980… Κυρίως αυτοί θα είναι οι πρώτοι που θα το πάρουν και θα θυμηθούν τα νιάτα τους. Ο νέος δεν ξέρω αν θα πάρει αυτό το συγκεκριμένο κόμικ, και αν το πάρει επίσης δεν ξέρω αν θα ψάξει τον Βέγγο. Αλλά δεν θα χρειαστεί γιατί είναι ήδη γύρω του.» Θ. Π.: «Μαθητές μου πάντως που κάνουν κόμικς μού έχουν πει “δεν θέλω να το διαβάσω εγώ: Θα το πάρω για τη μαμά μου γιατί μου το ζήτησε”» (γέλια). Με τρεις λέξεις πώς θα περιγράφατε τον Βέγγο σε σχέση με το τι σημαίνει για εσάς προσωπικά; Σ. Δ.: «Τρεις λέξεις; Η γαλέρα της ζωής του. Οκ, τέσσερις λέξεις» Θ. Π.: «Ναι, ο τίτλος του κόμικ μας.» Σ. Δ.: «Καταλήξαμε στον τίτλο μετά από πολύ βάσανο. Δεν βρίσκαμε τίτλο για πολύ καιρό.» Έχετε σχέδια για μελλοντικά έργα που θα συνεχίσουν σε παρόμοιο ύφος ή θεματολογία; Σ. Δ.: «Και ο Θανάσης και εγώ δεν έχουμε σχέδια για μελλοντικά έργα. Έχουμε παροντικά έργα τα οποία τα δουλεύουμε αυτόν τον καιρό.» Θ. Π.: «Τα παροντικά, τα οποία είναι μελλοντικά. Ο καθένας μας έχει τη δική του γαλέρα νομίζω όπου τραβάει κουπί. Stay tuned.» Το κόμικ "ΘΒ: Η γαλέρα της ζωής του" ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ Σπύρος Δερβενιώτης O Σπύρος Δερβενιώτης, δημιουργός κόμικς και γελοιογράφος, γεννήθηκε το 1969 στην Αθήνα. Από το 1986 μέχρι σήμερα έχει συνεργαστεί με εφημερίδες και περιοδικά, και έχει εκδώσει 16 άλμπουμ-συλλογές των κόμικς σειρών του, τόσο των σόλο (“Μάνα Ρέιβερ”, “Αταίριαστοι”, “Διαρκής Ειρήνη”) όσο και των συνεργασιών με άλλους δημιουργούς (“Φανούρης Άπλας” με Δημήτρη Βανέλλη και Δημήτρη Καλαϊτζή, “Φωτογράφος” με Αντώνη Βαβαγιάννη, “Bleeding Hearts” με Αλέξια Οθωναίου). Τελευταίες του δουλειές είναι τα graphic novel “Yesternow” και “Shark Nation” και η συλλογή κόμικ στριπ ”Παλιές Πουτάνες” (Εκδόσεις Χαραμάδα). Το καλοκαίρι του 2024 εξέδωσε το βιβλίο “Πάρε τα Χνάρια που Άφησα” (Εκδόσεις Τόπος), που είναι η βιογραφία του πατέρα του, του λαϊκού συνθέτη Θόδωρου Δερβενιώτη. Toν χειμώνα του ίδιου έτους έντυσε με εικόνες τη μουσική παράσταση των Νταλάρα – Παπακωνσταντίνου “Αν Σωθούν τα Τραγούδια” (σε κείμενα Οδυσσέα Ιωάννου και σκηνοθεσία Άγγελου Τριανταφύλλου). Θανάσης Πέτρου Ο Θανάσης Πέτρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1971. Σπούδασε γαλλική φιλολογία, κοινωνιογλωσσολογία και δημιουργία κόμικς. Από το 2005 μέχρι το 2011 εργάστηκε στο ένθετο περιοδικό κόμικς και επιστημονικής φαντασίας “9” της εφημερίδας Ελευθεροτυπία. Από το 2012 διδάσκει στο ιδιωτικό κολλέγιο ΑΚΤΟ στο τμήμα κόμικς. Στο διάστημα 2008-2025 έχουν δημοσιευθεί 21 βιβλία με κόμικς του από διάφορους εκδοτικούς οίκους, είτε σε συνεργασία με σεναριογράφους είτε σε δικά του σενάρια. Μερικά από αυτά είναι το “Γιούσουρι και Άλλες Φανταστικές Ιστορίες” (Βραβείο Καλύτερου Κόμικς, Comicdom 2013), “Γρα-Γρου” (Βραβείο Καλύτερου Κόμικς & Καλύτερου Σεναρίου, ΕΒΚ 2018), “Μάχη του Μαραθώνα” (Κρατικό Βραβείο Βιβλίου Γνώσεων για Παιδιά, 2016), 1923 – “Εχθρική Πατρίδα” (Βραβείο Καλύτερου Κόμικς & Καλύτερου Σεναρίου, ΕΒΚ 2023) και “Γιαννούλης Χαλεπάς – Ο Μύθος της Νεοελληνικής Γλυπτικής” σε σενάριο Δημήτρη Βανέλλη από τις Εκδόσεις Πατάκη. Το τελευταίο του βιβλίο είναι το “1941 – Αυστηρά Συσκότισις” (Εκδόσεις Ίκαρος, 2025). Το 2025 ήταν ο τιμώμενος καλλιτέχνης στο 19ο Διεθνές Φεστιβάλ Κόμικς Comicdom Con Athens. Info: ΘΒ – Η γαλέρα της ζωής μου Δημιουργοί: Σπύρος Δερβενιώτης – Θανάσης Πέτρου Εκδόσεις: Μικρός Ήρως Ημερ. Έκδοσης: Μάιος 2025 Αριθμός Σελίδων: 124 Διάσταση: 21 x 28 εκ. Χρώμα: Έγχρωμο ISBN: 978-618-206-209-8 Η έκδοση πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Finos Film και της Παπανδρέου Εκμετάλλευση Ταινιών. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
-
- θανάσης βέγγος
- εκδόσεις μικρός ήρως
- (and 4 more)
-
Ο Σπύρος Δερβενιώτης (σενάριο) και ο Θανάσης Πέτρου (σχέδιο) φιλοτεχνούν το πολύπλευρο πορτρέτο του Θανάση Βέγγου σε ένα κόμικς που αποτίνει φόρο τιμής στη ζωή του. «Ειλικρινά δεν πιστεύω ότι έκανα πάρα πολύ σπουδαία πράγματα στην καριέρα μου. Για ένα πράγμα όμως σας διαβεβαιώ. Στη γαλέρα της ζωής μου τράβηξα άγριο κουπί». Με αυτά τα λόγια και εμφανώς συγκινημένος είχε απευθύνει τον σύντομο χαιρετισμό του το 2002 ο Θανάσης Βέγγος σε τιμητική βραδιά στον Κορυδαλλό στο δημοτικό θέατρο που σήμερα φέρει το όνομά του. Ήταν μία από τις απειροελάχιστες δημόσιες εμφανίσεις του, καθώς είναι γνωστό ότι ο μεγάλος μας κωμικός ούτε συνεντεύξεις έδινε, ούτε περιαυτολογούσε, ούτε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο απασχολούσε τον δημόσιο βίο –πέραν, βεβαίως, του καλλιτεχνικού ταλέντου του –, χαρακτηριστικό της σεμνότητας που πάντα τον διέκρινε. Και είναι η τελευταία αυτή φράση της παραπάνω δήλωσής του που έδωσε τον τίτλο στο κόμικς των Σπύρου Δερβενιώτη (σενάριο) και Θανάση Πέτρου (σχέδιο), «ΘΒ – Η γαλέρα της ζωής μου», το οποίο μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Ο Θανάσης Βέγγος (1927-2011) αποτελεί μια μοναδική περίπτωση Έλληνα ηθοποιού (και δημόσιου προσώπου γενικότερα) που αγαπήθηκε τόσο πάνδημα, διαγενεακά και διαπαραταξιακά. Ίσως ευθύνεται γι’ αυτό ένας σπάνιος συνδυασμός αυθεντικότητας, παιδικότητας και ανεπιτήδευτης καλοσύνης που τον χαρακτήριζε και που τόσο λείπει από την εγωπαθή εποχή μας. Ίσως γιατί πολύ απλά αποτύπωσε με τη λαϊκότητα και το πηγαίο χιούμορ του μια ταραχώδη διαδρομή γενιών και γενιών Ελλήνων, που ξεκινάει από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, διέρχεται μέσα από τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, τη χούντα και τη μεταπολίτευση και καταλήγει στη χρεοκοπία του καταναλωτικού μοντέλου: «Μια διαδρομή διάσπαρτη από θριάμβους και καταστροφές, επιτεύγματα και λάθη, δάκρυα χαράς και πόνου», όπως ήταν άλλωστε και η ίδια η ζωή του Βέγγου σύμφωνα με την παρουσίαση του βιβλίου που συνυπογράφουν οι δύο Έλληνες σκιτσογράφοι. Πώς χωράει μια τέτοια ζωή σε ένα βιβλίο με τη μορφή κόμικς; Ο Δερβενιώτης το κατάφερε με ένα ευφυές σκηνοθετικό εύρημα: αφήνει να την αφηγηθεί ο ίδιος ο Βέγγος. Και μάλιστα να την αφηγηθεί απευθείας στον σχεδιαστή τού κόμικς, τον συνονόματό του Θανάση Πέτρου. Ο τελευταίος δυσκολεύεται να αποδώσει πιστά το πορτρέτο του ηθοποιού που του έχει ανατεθεί: πώς «να αιχμαλωτιστεί σε μια στιγμή» ένας άνθρωπος τόσο αεικίνητος, πώς να αποτυπωθούν ταυτόχρονα το γέλιο και το κλάμα του, οι αστείες πτυχές του και η αξεχώριστη τραγικότητά του; Τι κάνει λοιπόν ο δημιουργός; Πασπαλίζει το χαρτί με το πινέλο του λίγη αφρικανική σκόνη, από αυτή που επισκέπτεται συχνά την Αθήνα, και αίφνης ξαναζωντανεύει τον Βέγγο – για τον οποίο είναι γνωστό πόσο πολύ απεχθανόταν τη σκόνη ως τραύμα από τη θητεία του στη Μακρόνησο εξαιτίας της ένταξης του πατέρα του στο ΕΑΜ. Και η κουβέντα ανάμεσα στους δύο Θανάσηδες ξεκινάει… Η εξιστόρηση διακρίνεται σε οχτώ κεφάλαια που ισορροπούν αρμονικά ανάμεσα στον ιδιωτικό και τον επαγγελματικό βίο: από τη γέννησή του, στις 29 Μαΐου 1927, σε ένα φτωχό σπιτάκι στο Νέο Φάληρο χωρίς ρεύμα (παρότι ο πατέρας δούλευε στην εταιρεία Ηλεκτρισμού!), μέχρι τα πρώτα περάσματά του από τον κινηματογράφο λόγω της γνωριμίας του με τον Κούνδουρο στη Μακρόνησο. Στη συνέχεια η ίδρυση και το φαλίρισμα της ατομικής του εταιρείας παραγωγής. Η οικογένειά του, η τελειομανία του, το κυνηγητό από τους κλητήρες, τα επικίνδυνα κασκαντεριλίκια, η αγάπη του κόσμου. Η συνεργασία του με σκηνοθέτες όπως ο Γλυκοφρύδης και ο Κατσουρίδης και αργότερα ο Βούλγαρης και ο Αγγελόπουλος. Οι εποχές της βιντεοταινίας, της τηλεόρασης, του θεάτρου, της διαφήμισης. Μια ολόκληρη ζωή που περιλαμβάνει εντός της πολλές ζωές. Το κόμικς των Δερβενιώτη και Πέτρου υλοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Φίνος Φιλμς και της «Παπανδρέου Εκμετάλλευση Ταινιών». Βασίστηκε σε πληροφορίες από τη διαθέσιμη βιβλιογραφία και τηλεοπτικές εκπομπές, αλλά οφείλει πολλά και στη συμβολή ανθρώπων που τον έζησαν – με πρώτους τους γιους του Βασίλη και Χάρη –, συνεργάστηκαν μαζί του ή τον έχουν μελετήσει, μεταξύ των οποίων και τους Φοίβο Δεληβοριά και Γιάννη Σολδάτο που υπογράφουν τον πρόλογο και τον επίλογο αντίστοιχα. Το «ΘΒ – Η γαλέρα της ζωής μου» μας έκανε να αναπολήσουμε τα χρόνια που γελάσαμε και συγκινηθήκαμε με τις ταινίες του Βέγγου. Αλλά επίσης μας βοήθησε να «ξεσκονίσουμε» τις γνώσεις μας για την καριέρα του στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση και στο θέατρο, να βάλουμε σε μια χρονική σειρά τα γεγονότα της ζωής του και, με τη βοήθεια του πολύτιμου παραρτήματος στο τέλος του βιβλίου, να αναζητήσουμε τις ταινίες του και να τις ξαναδούμε. Το βιογραφικό κόμικς των Δερβενιώτη και Πέτρου είναι αναμφίβολα ένα τρυφερό πορτρέτο και ένας φόρος τιμής σε έναν καλό άνθρωπο. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- θβ – η γαλέρα της ζωής μου
- θανάσης βέγγος
- (and 3 more)
-
Δεν είναι λίγα τα έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που έχουν διασκευαστεί και μεταφερθεί σε κόμικς. Ίσως, τα πιο δημοφιλή από αυτά να είναι οι 11 «Κωμωδίες του Αριστοφάνη» («Λυσιστράτη», «Όρνιθες», «Θεσμοφοριάζουσες» κ.ά.) από τον Τάσο Αποστολίδη και τον Γιώργο Ακοκαλίδη που επανεκδίδονται εδώ και δεκαετίες, βρίσκοντας συνεχώς νέο αναγνωστικό κοινό. Η «Μήδεια» από τον Νίκο Γιαμαλάκη αλλά και από τους Ανδρέα Γιοβάνο και Σοφία Κομηνέα, η «Ιφιγένεια στην Αυλίδα» από τους Αποστολίδη και Τραγάκη, η «Αντιγόνη» των Αποστολίδη – Αρώνη, η «Ιλιάδα» του Ηλία Κυριαζή, η «Οδύσσεια», η «Ιλιάδα» και η «Θεογονία» του Κων. Χρυσούλη είναι ορισμένες ακόμα περιπτώσεις που αποδεικνύουν το διαρκές ενδιαφέρον για τα αρχαία κείμενα και την προσαρμογή τους σε κόμικς. Ιδανικό τέτοιο κείμενο είναι και η «Βατραχομυομαχία» που κυκλοφόρησε πρόσφατα μεταφερμένη σε κόμικς από τον Γιώργο Βλάχο στο σενάριο και την Ειρήνη Σκούρα στα σχέδια (εκδ. Μικρός Ήρως, 58 σελίδες). Το έργο που αποδιδόταν παλαιότερα εσφαλμένα στον Όμηρο (εξ ου και στο εξώφυλλο του βιβλίου το όνομα του Ομήρου ορθώς τοποθετείται εντός εισαγωγικών) αποτελεί μια αλληγορική έμμετρη αφήγηση μιας ημέρας από τη ζωή των βατραχιών και των ποντικιών γύρω από μια λίμνη. Η ημέρα αυτή όμως, ενώ ξεκινά με μια πολλά υποσχόμενη νέα φιλία, συνεχίζεται με μια τραγωδία σε κωμικό ύφος και καταλήγει σε έναν αιματηρό πόλεμο που οι λεπτομέρειές του αποδίδονται με φρικιαστικές λεπτομέρειες, παραπέμποντας στις πιο βίαιες ανθρώπινες συμπεριφορές και ιδιαίτερα σε αυτές που περιγράφονται στα ομηρικά έπη. Αυτά τα παρωδιακά στοιχεία της Βατραχομυομαχίας αξιοποιεί στο έπακρο το έργο των Βλάχου και Σκούρα, εμπλουτίζοντας τα με πολλούς εσκεμμένους και παιγνιώδεις αναχρονισμούς. Όπως γράφει και ο Γιώργος Βλάχος, στο πλαίσιο αυτό «εμφιλοχώρησαν και στοιχεία αυθαίρετης μεταχρονολογημένης τεχνολογίας: η μοτοσικλέτα του Ερμή, τα βελάκια του Άρη, το σμαρτφόουν της Άρτεμης, η γιγαντοοθόνη και ο σύγχρονος δημοσιογραφικός εξοπλισμός του Ομήρου, αλλά και τα κουνούπια-στούκας, μαζί με τα καβούρια-πάντσερ…». Τα έξυπνα τεχνάσματα αυτά, τα όμορφα σχέδια και ο ρέων ομοιοκατάληκτος λόγος συνθέτουν μια όμορφη προσαρμογή, που καθιστά το έργο προσιτό και ενδιαφέρον ιδιαίτερα για τις μικρότερες ηλικίες αναγνωστών και αναγνωστριών. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- βατραχομυομαχία
- ειρήνη σκούρα
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
Σε μια συγκυρία που ξανακούστηκε το περίφημο «Habemus papam» κατά την ανάδειξη του νέου πάπα της Καθολικής Εκκλησίας, οι εκδόσεις «Μικρός Ήρως» κυκλοφορούν το… αιρετικό «Habemus Bastard». «Θα μπορούσα να κάνω οτιδήποτε για να σώσω το τομάρι μου. Να πάρω ένα αεροπλάνο για το εξωτερικό και να προσπαθήσω να εξαφανιστώ, να καταταγώ στη Λεγεώνα των Ξένων, ακόμα και ν’ αλλάξω μούρη. Αλλά βρήκα κάτι καλύτερο: το ράσο». Στη νέα κυκλοφορία των εκδόσεων «Μικρός Ήρως» «Habemus Bastard», πρωταγωνιστής είναι ο Λισιάν, ένας κυνηγημένος εγκληματίας ο οποίος ανήκε σε μία συμμορία γκάνγκστερ με έναν αδιάρρηκτο κανόνα: δεν επιτρέπονται λάθη. Όταν θα σπάσει αυτόν τον κανόνα, θα ξεκινήσει ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Θα μπορούσε να είχε κάνει τα πάντα για να σώσει το τομάρι του. Όμως επιλέγει κάτι… αλλόκοτο: να γίνει ιερέας. Ο Λισιάν κερδίζει τις εντυπώσεις και καταλήγει να υιοθετεί πλήρως τον ρόλο του νέου ιερέα σε μια μικρή πόλη λίγο έξω από το Παρίσι, στο Σεν Κλοντ. Η μικρή του επιχείρηση αποβαίνει κερδοφόρα και το ράσο του φέρνει πολλά οφέλη σε είδος. Όμως το παρελθόν του αργά ή γρήγορα θα του χτυπήσει την πόρτα... Χωροφύλακες, Τσιγγάνοι, γκάνγκστερ και ενορίτες, όλοι τον κυνηγούν και η τελική αναμέτρηση υπόσχεται να είναι… εξιλεωτική! Μετά το συγκλονιστικό γκράφικ νόβελ «Ταναναρίβη» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως), ο Σιλβάν Βαλέ επιστρέφει με ένα πολύ διαφορετικό έργο, σε συνεργασία στο σενάριο με τον Τζάκι Σβάρτσμαν. Ένα καυστικό και χιουμοριστικό νουάρ, με πληθωρικό σχέδιο, κινηματογραφική σκηνοθεσία, καλοδουλεμένο κείμενο, έξυπνους διαλόγους και ρεαλιστικούς, ανθρώπινους ήρωες – και υπέροχο χρωματισμό, που υπογράφει η Ελβίρ Ντε Κλοκ. Μέσα από τον Λισιάν και τις βρομοδουλειές του, οι δημιουργοί του «Habemus Bastard» καταφέρνουν να καυτηριάσουν τη σύγχρονη Καθολική Εκκλησία, αναδεικνύοντας σε πολλές περιπτώσεις την υποκρισία της. Ο τίτλος κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 2024 σε δύο άλμπουμ, ενώ η ελληνική έκδοση συλλέγει ολόκληρη την ιστορία σε ένα χορταστικό βιβλίο. Ο Σιλβάν Βαλέ στην Αθήνα Ο σχεδιαστής του έργου θα βρεθεί στην Ελλάδα στο πλαίσιο του 19ου Comicdom Con Athens 2025 που έχει ξεκινήσει από την Παρασκευή 16 Μαΐου στην Τεχνόπολη στο Γκάζι. Σε συνεργασία με τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως», οι Ελληνες αναγνώστες θα έχουν την ευκαιρία να συναντήσουν έναν σημαντικό εκπρόσωπο της γαλλοβελγικής σχολής, να συνομιλήσουν μαζί του και να πάρουν υπογεγραμμένα αντίτυπα. Ο Σιλβάν Βαλέ (Γαλλία, 1972) σπούδασε στην Καλών Τεχνών του Ινστιτούτου Saint-Luc στις Βρυξέλλες, εργάστηκε ως freelancer στον τομέα της διαφήμισης και της επικοινωνίας, καθώς και ως καλλιτέχνης στον Τύπο. Παράλληλα δραστηριοποιήθηκε ως σκηνογράφος, διακοσμητής και επιμελητής εκθέσεων. Από το 1997 μέχρι και σήμερα σχεδιάζει κόμικς. Η αναγνώριση ήρθε το 2006 με το «Il était une fois en France» (σενάριο: Fabien Nury), το οποίο ξεχώρισε στα Βραβεία της Ανγκουλέμ. Μεταξύ των πολλών τίτλων που έχει εικονογραφήσει ξεχωρίζει ο έβδομος τόμος της σειράς «XIII», η εμπορικά επιτυχημένη και πολυμεταφρασμένη σειρά «Katanga» και φυσικά η «Ταναναρίβη» σε σενάριο Μαρκ Εσερσάλ. Και το σχετικό link...
-
- 8
-
-
- habemus bastard
- τζάκι σβάρτσμαν
- (and 6 more)