Jump to content
20 ΧΡΟΝΙΑ GREEKCOMICS!!!! Χρόνια πολλά στο στέκι μας, να είμαστε όλοι γεροί και να το απολαμβάνουμε ! ×

Search the Community

Showing results for tags 'εκδόσεις μικρός ήρως'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Γερμανίκεια
  • Ιστορική/ φιλολογική γωνιά
  • Περί ανέμων και υδάτων
  • Dhampyr Diaries
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • The Unstable Geek
  • Κομικσόκοσμος
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Valt's blog
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • Film
  • Θέμα ελεύθερο
  • Vet in madness
  • GCF about comics
  • Dr Paingiver's blog

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

  1. Αποκλειστική προδημοσίευση του νέου κόμικ του Σπύρου Δερβενιώτη που μας γυρίζει 60 χρόνια πίσω, στην πρώτη εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης. Ο δημιουργός μιλάει στον Παναγιώτη Μένεγο για την έρευνά του, την ισορροπία μεταξύ ιστορικής ακρίβειας και δημιουργικής ελευθερίας αλλά και τον ρόλο της τηλεόρασης στην εποχή των reels. Είχε γίνει μια δοκιμαστική μετάδοση πριν κάποια χρόνια, έξι για την ακρίβεια. Είχαν γίνει πολλές συζητήσεις, εξαντλητικά πολλές συζητήσεις, που φυσικά αφορούσαν τον έλεγχο αυτού του νέου φρούτου. Όλοι αντιλαμβάνονταν πόσο δυνατό θα ήταν, πόσο σημαντικό πιθανώς θα απέβαινε, αλλά μάλλον κανένας δεν μπορούσε να αντιληφθεί τον βαθμό στον οποίο η τηλεόραση θα όριζε το υπόλοιπο του 20ου αιώνα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλον τον κόσμο. Είχαν αλλάξει πρόσωπα, άλλωστε σε μια εποχή τόσο εύθραυστη πολιτικά όλες οι θέσεις ήταν επισφαλείς. Κι όμως 15 χρόνια από το 1951 που πρωτοδημοσιεύθηκε η είδηση περί ερχομού της τηλεόρασης στην Ελλάδα (κι ο Δημήτρης Ψαθάς την υποδεχόταν στα Νέα με το χρονογράφημά του «Όλα τα 'χε η Μαριορή, ο φερετζές της έλειπε»), το δια πυρός και σιδήρου ξεκίνημά της, που τελικά έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου 1966, αποφασίστηκε κάπως έτσι… Είναι μερικές, κρίσιμες σελίδες σε αποκλειστική προδημοσίευση από το νέο κόμικ του Σπύρου Δερβενιώτη, Η Πρώτη Μετάδοση, που κυκλοφορεί στις 8/09 από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Αλλά, όπως καταλαβαίνετε από τα ονόματα που διαβάσατε κι από τα πρόσωπα που αναγνωρίσατε, δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με μια μικρή ομάδα θαρραλέων που έκαναν το αποφασιστικό βήμα γράφοντας ιστορία. Τα χρόνια ήταν ταραγμένα. Ασταθείς πολιτικές συμμαχίες και λυκοφιλίες, Παλάτι και Στρατός, ισχυροί εκδότες κι επιχειρηματίες, εμφυλιοπολεμικές αναμνήσεις και ψυχροπολεμικό διεθνές περιβάλλον, «Αποστασία» και «Ιουλιανά» – όλα μαζί στο μπλέντερ συγκροτούσαν μια δημοκρατία που τελικά αποδείχθηκε πολύ «καχεκτική» για να αποτρέψει τη Χούντα των Συνταγματαρχών: το πραξικόπημα συνέβη μόλις επτά μήνες μετά την πρώτη τηλεοπτική εκπομπή. Μήπως η ελληνική τηλεόραση γεννήθηκε στα Ιουλιανά; Για τον Σπύρο Δερβενιώτη, έτσι κι αλλιώς έναν από τους πιο πολιτικούς κομίστες που διαθέτουμε, η ιδέα ήταν μια τυπική στιγμή «εύρηκα». Τον βρήκε στο χανγκόβερ της επιτυχίας που αποτέλεσε η κόμικ βιογραφία του Θανάση Βέγγου, ενώ λίγο νωρίτερα είχε κυκλοφορήσει και τη βιογραφία του πατέρα του, του λαϊκού συνθέτη Θόδωρου Δερβενιώτη («εσωτερικό χρωστούμενο δύο δεκαετιών»). Ψάχνοντας το επόμενο πρόσωπο που θα βιογραφίσει, φλέρταρε με τη ιδέα του Φρέντι Γερμανού. Ήταν άραγε η θρυλική εκπομπή του Αλάτι και Πιπέρι, η πρώτη εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης; «Άσε με να το ψάξω αυτό», είπε επί λέξει στον εκδότη του, Λεωκράτη Ανεμοδουρά. Το google search τον οδήγησε σε κάποια αφήγηση της Ελένης Κυπραίου, του παρθενικού προσώπου που μίλησε στους Έλληνες τηλεθεατές (και υπογράφει τον πρόλογο της έκδοσης). «Πάνω κάτω έλεγε “κρυβόμασταν, για να μη μας βρουν οι Αποστάτες”. Αποστάτες; Η Ελληνική Τηλεόραση γεννήθηκε στα Ιουλιανά. Τα Χριστούγεννα είχαν έρθει νωρίς, εκείνο το Μάιο του 2025 που έγινε αυτή η συζήτηση», ανακαλεί σήμερα ο δημιουργός την στιγμή που βρήκε τον αφηγηματικό του άξονα. Και η ιστορία λειτουργεί υποδειγματικά. Αρχικά, στο ανθρώπινο επίπεδο. Ποιος δεν αγαπά το μοτίβο μιας χούφτας ιδεαλιστών που τα βάζουν με το σύστημα και τελικά πετυχαίνουν μια, έστω πύρρειο, νίκη; Τους ενσαρκώνουν ο τότε διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, Αναστάσιος Πεπονής (μετέπειτα στελέχος των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, εμπνευστής του ΑΣΕΠ), και η ομάδα του που χωρίς μπάτζετ και προηγούμενη τεχνογνωσία, αλλά με περίσσιο θάρρος και νιώθοντας σε αποστολή δημόσιου συμφέροντος, ξεπέρασαν καπελώματα και τρικλοποδιές. Κάτι σαν ο Πεπονής και οι Avengers του, για κόμικς μιλάμε άλλωστε. «Δεν ήξερα τίποτα για τον Πεπονή, πέρα από το ότι ήταν “εμβληματικό ΠΑΣΟΚ” και χρήσιμη ρίμα στο τραγούδι του Χάρυ Κλυν “Ξεφτίλα”», ομολογεί ο Σπύρος Δερβενιώτης. «Μελετώντας την αυτοβιογραφία του (και κείμενα από το προσωπικό του αρχείο που γενναιόδωρα μου παραχώρησαν τα παιδιά του), μου ξεδιπλώθηκε μια πιο δυναμική εικόνα από αυτή που είχα στο μυαλό μου και ναι, με μια πιο ρομαντική (στα όρια του εξωπραγματικού σήμερα) αίσθηση δημόσιου καθήκοντος και αισθήματος κοινωνικής ευθύνης. Κι είναι κι ένας από τους λόγους που με οδήγησαν στην απόφαση να διηγηθώ αυτή την ιστορία: να ξαναθυμηθούμε ότι υπήρξε μια τέτοια εποχή που υπήρχαν ακόμα τέτοιες αντιλήψεις στην εφαρμοσμένη πολιτική, και που δεν ήταν καθόλου μειοψηφικές. Και ότι “η μάχη της τηλεόρασης” δεν δόθηκε τόσο στα τεχνολογικά, όσο στο διακύβευμα να γεννηθεί και να μείνει δημόσια». Κι από την άλλη, Η Πρώτη Μετάδοση καλοστέκεται ως ιστορικό, πολιτικό θρίλερ. Περιγράφοντας με χρώματα (της Αγγελικής Σαμαλίκη) και συννεφάκια τις δραματικές πολιτικές εξελίξεις της εποχής που διαμόρφωσαν την μετέπειτα Ελλάδα. «Είναι λίγο ιστορική ειρωνεία, αλλά ναι, το ένα γεγονός “κατάπιε” το άλλο με ιστορικούς όρους. Η γέννηση της ελληνικής τηλεόρασης, μια κοινωνική, πολιτική και τεχνολογική Τομή, έγινε χωρίς φανφάρες, μέσα στην τούρλα των Ιουλιανών, που την “καπέλωσαν” ιστορικά. Με τη σειρά τους, τα Ιουλιανά, τηρουμένων των αναλογιών, “ξεχάστηκαν” λίγο από τη δημόσια συζήτηση που κινείται γύρω από τα πριν (εμφύλιος) και τα μετά (χούντα), με μια μαύρη τρύπα να χάσκει ύποπτα στη μέση, πιθανότατα για τους ίδιους λόγους που καθυστέρησε η γέννηση της τηλεόρασης: δεν βόλευε κανένα». Υπάρχει κάτι ενδιαφέρον εδώ. Για όλους τους παραπάνω λόγους, όντως η τηλεόραση στην Ελλάδα καθυστέρησε χαρακτηριστικά. Στην Ιταλία έβλεπαν από το 1950, στην Ισπανία από το 1956, στην Αλβανία από το 1960, εδώ φτάσαμε στο 1966. Άραγε αν είχαμε συμβαδίσει με την υπόλοιπη Ευρώπη και το μέσο είχε πατήσει στα πόδια του, διαμορφώνοντας τη δημόσια σφαίρα, θα είχαν ακολουθήσει όσα ακολούθησαν; Με άλλα λόγια, αν βλέπαμε τηλεόραση π.χ. από το 1957, θα είχαμε δικτατορία δέκα χρόνια αργότερα; «Θα είχαμε, ίσως και νωρίτερα. Αν η τηλεόραση υπήρχε νωρίτερα, θα ήταν στα χέρια της ΕΡΕ, που βάσιμα μπορούμε να εικάσουμε ότι θα τη χρησιμοποιούσε για τις “εκλογές βίας και νοθείας” (σ.σ. έτσι έχουν μείνει στην ιστορία οι εκλογές του 1961 που χαρακτηρίστηκαν από μεγάλες παρατυπίες και καθεστώς τρομοκρατίας εναντίον της αντιπολίτευσης). Όταν έγινε το πραξικόπημα, άλλωστε, ο Στράτος λειτουργούσε ήδη δικό του κανάλι (την ΤΕΔ, μετέπειτα ΥΕΝΕΔ). Το Μέσο, θα ήταν απλά πολύ νωρίτερα, το σκοτεινό Μήνυμα”, εικάζει ο Δερβενιώτης. Στο επίμετρό του, ο Δερβενιώτης θέλοντας να ξεκαθαρίσει το όριο μεταξύ «ιστορικού εγχειριδίου» και δημιουργικής αναπαράστασης της εποχής, αναρωτιέται παιχνιδιάρικα «γίνανε όντως έτσι;». Διαβάζοντας λεπτομέρειες της αφήγησης, από ζουμερά ίνφο (απεχθανόταν ο Γεώργιος Παπανδρέου τη φωνή του Μπιθικώτση;) μέχρι WTF επίκαιρα (μπήκανε τηλεοπτικοί δέκτες σε τηλεφωνικούς θαλάμους για τη δοκιμαστική εκπομπή του 1960;), δεν μπορείς να μην του γυρίσεις την ερώτηση. «Θα σας κουράσω λίγο με την μακροσκελή απάντηση: “Γίνανε όντως έτσι”. Όλα όσα αναφέρονται (και πολλά ακόμα που μπορεί να παραφαίνονται εξωπραγματικά για να είναι αληθινά), είναι 100% πραγματικά, καταγεγραμμένα σε memoirs και συνεντεύξεις από όσους τα ζήσανε. Ή, για να είμαστε απολύτως ακριβείς, είναι 100% πραγματικά στη μνήμη αυτών που μας τα μετέδωσαν ως πληροφορίες. Να πω ότι αρχικά δεν γνώριζα τίποτα. Τάμπουλα Ράσα. Ό,τι ήξερα για τις απαρχές της ελληνικής τηλεόρασης (όπως οι περισσότεροι) ήταν τα διαδραματιζόμενα στη “Λούφα και Παραλλαγή”. Βάδισα λοιπόν στην απαραίτητη οδό διπλής κυκλοφορίας, ό,τι βιβλίο είχε γραφτεί για το θέμα συν προσωπικές συνεντεύξεις με ζώντες πρωταγωνιστές, και κράτησα τα κομμάτια όπου οι δύο οδοί τέμνονταν. Οι δημιουργικές ελευθερίες ήταν οι αυτονόητες: φανταστικοί διάλογοι ανάμεσα σε πραγματικούς ανθρώπους όπου δεν υπήρχαν “χρονικογράφοι” να κρατάνε πρακτικά κι έτσι δεν μπορούμε να ξέρουμε τι ακριβώς είπαν, αλλά χρησίμευσαν (οι διάλογοι) για να μεταφέρουν ιστορικά επιβεβαιωμένες πληροφορίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις εξάντλησα τα όρια της αληθοφάνειας: Δηλαδή είναι μάλλον απίθανο να ήταν παρών ο Γεώργιος Παπανδρέου στο Α΄ Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης (σ.σ. Σεπτέμβριος 1960) και ακόμα πιο απίθανο να ήταν και ο Κόκκας και ο Μητσοτάκης και να τα πίνουν στον “Τόττη”. Αλλά η συγκυρία της ΔΕΘ το έκανε αρκούντως αληθοφανές να είναι εκεί και τότε διάφοροι “πολιτικοί παίκτες” κι όσα “συζήτησαν” ήταν αληθινά γεγονότα». Η τηλεόραση πέθανε, ζήτω τα reels, ζήτω η τηλεόραση «Ιουλιανά», «Αποστασία», «Ασπίδα», «Ανένδοτος» – όλα βγαλμένα από το λεξικό της νεότερης ελληνικής ιστορίας που δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι γνωρίζει π.χ. η Gen Z, με δεδομένο ότι η περίοδός τους υπάρχει και δεν υπάρχει στα σχολικά βιβλία. Παρ’ όλ’ αυτά, περνάνε με οργανικά επεξηγηματικό τρόπο στην αφήγηση, ενώ η βιβλιογραφία στο τέλος εξυπηρετεί και το further reading. «Ο σημερινός Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε δηλώσει κάποια χρόνια πριν ότι “δεν ενδιαφέρουν κανέναν σήμερα αυτά. Ρωτήστε έναν 17άρη αν τον ενδιαφέρει τι έγινε το 1965. Το κόμικ αυτό είναι το δικό μας “κράτα τη μπύρα μου”», σημειώνει ο δημιουργός ενώ απαντώντας και στην παρατήρησή μου πώς ήταν να δουλεύει μια ιστορία που Ανδρέας Παπανδρέου και Κωνσταντίνος Μητσοτάκης βρίσκονται μεν στο κάδρο αλλά σε δευτερότριτους ρόλους ελπίζει ότι το κόμικ «θα δημιουργήσει ένα ευρύτερο πεδίο ιστορικής κατανόησης και σ’ ένα νεότερο κοινό, που ξέρει μόνο τις meme κληρονομιές περί “Γκαντέμη” κι “επί Αντρέα αυτό κι αυτό”». Στο φινάλε είναι βέβαια η τηλεόραση. Είτε plasma, είτε με σεμεδάκι επί της οθόνης, ακόμα πανταχού παρούσα. Σήμερα που κάθε «δεν έχω/ δεν βλέπω τηλεόραση» αντιστοιχεί στο επόμενο ριλάκι που υπενθυμίζει ότι «η τηλεόραση πέθανε, όλα έχουν γίνει τηλεόραση». Ο Σπύρος Δερβενιώτης αρπάζει το φιλοσοφικό γάντι και τοποθετείται: «Κάπου εδώ νομίζω πρέπει να ξαναορίσουμε “τι είναι τηλεόραση”, γιατί μπορεί να μη βλέπω ούτε ειδήσεις ούτε reels, αλλά είμαι τρελός “σειράκιας”, οπότε… Δεν πιστεύω ότι η τηλεόραση πέθανε, πιστεύω ότι πέθανε ο κινηματογράφος (και the art formerly known as “cinema” μετακόμισε στις μίνι σειρές). Στη φράση “έχουν γίνει τηλεόραση” περιγράφεται μια συνθήκη που δεν ακουμπά μόνο στα reels αλλά π.χ. και στην τέχνη της γελοιογραφίας, που έχει μετασχηματιστεί σε ερασιτεχνικά memes με λεζάντες φορεμένες σε ετοιματζίδικη (ή ΑΙ) εικόνα. Αυτό λοιπόν που είναι “αλλαγή υποδείγματος” δεν είναι η φύση του Μέσου, αλλά το ότι έχει πάψει να είναι οδός μονής κατεύθυνσης. Έχει γίνει πια όπλο στα χέρια όλων – με πολύ συζητήσιμες συνέπειες». Άρα η αυτόματη δαιμονοποίηση της τηλεόρασης ως νόσου για κάθε θεραπεία, τελικά είναι πιο legit από ποτέ ή ένα τεμπελικό, βαρετό κλισέ; Ο Σπύρος Δερβενιώτης, όπως πάντα ετοιμοπόλεμος για μια καλή ποπ αναφορά, βάζει τους τίτλους τέλους: «“Κάθε τεχνολογία φέρνει οφέλη και κινδύνους. Τα οφέλη δε με αφορούν”. Κάποια στιγμή θα πρέπει να κάνω μπλουζάκι αυτή τη τη φράση του Ρικ Ντέκαρντ από το Βlade Runner». Info: «Η Πρώτη Μετάδοση», σε σενάριο-σχέδιο του Σπύρου Δερβενιώτη και χρώματα της Αγγελικής Σαμαλίκη, κυκλοφορεί στις 8 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Και το σχετικό link...
  2. Το Gazzetta διάβασε τις «Απατηλές Ινδίες» (Εκδόσεις Μικρός Ήρως, μετάφραση Γιώργος Καράμπελας), ένα από τα εμβληματικότερα graphic novel της δεκαετίας. Το διαχρονικό λαϊκό άσμα λέει με ένα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό… Τι θα ήμασταν δίχως όνειρα και δίχως την απραγματοποίητη φύση του; Ξέρετε, όταν η σκέψη σου αφήνει την αμείλικτη πραγματικότητα, ταξιδεύει στο επιθυμητό, στον σχεδόν ουτοπικό προορισμό. Ξέρεις ότι στη χώρα του ονείρου πατάς σε σύννεφα και φωτίζεσαι από φώτα άγρια θηρία, άπιαστα. Η επιστροφή στην καθημερινότητα βάζει τα όρια και η αθέατη πορεία που διάνυσες το ισχυρό κίνητρο για να πετύχεις, να πετύχεις με κάθε σκοπό και κόστος. Το κακό είναι ότι το τέλος, είτε στο όνειρο είτε στην πραγματικότητα, είναι μόνο ένα, ο θάνατος. Πριν απ’ αυτόν όλα είναι άγνωστα και εκπληκτικά… Τι γίνεται, όμως, όταν το όνειρο και η απατηλή του φύση ενώνονται με τον ρεαλισμό; Ένα παραμύθι από το πουθενά γεννιέται και «βαδίζει» στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα, την ανάγκη και την πονηριά. Και το παραμύθι έχει πάντα τη λαϊκή σοφία, την παιγνιώδη διάθεση, το ηθικό δίδαγμα και την περιπέτεια που ισοδυναμεί με την ακόρεστη δίψα ενός παιδιού να ανακαλύψει τον κόσμο. Αυτό το «σώμα» και πνεύμα, αυτά τα ζωηρά χρώματα, αυτές οι σαρκώδεις γραμμές συνθέτουν το πανέμορφο graphic novel «Απατηλές Ινδίες» (Εκδόσεις Μικρός Ήρως), ένα έργο σαν όνειρο τρελό, απατηλό. Στον κόσμο του τυχοδιώκτη Το συγκεκριμένο graphic novel, σε πολύ καλή μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα, έχεις τις εξής ποιότητες: την άγρια ομορφιά του πικαρέσκου μυθιστορήματος, την αφοπλιστική δύναμη μεγαλοπρεπούς πορτρέτου ζωγραφικής και την άπιαστη αίσθηση κινηματογραφικής περιπέτειας. Ο τίτλος του εν λόγω έργου συνοδεύεται από τον επεξηγηματικό υπότιτλο που αναφέρει (σ.σ οι εμφάσεις δικές μας): Ή το δεύτερο μέρος της ιστορίας της ζωής του τυχοδιώκτη δον Πάμπλος της Σεγόβιας, υποδειγματικού αλητόβιου και ειδώλου των λωποδυτών. Εμπνευσμένο από το πρώτο μέρος, έτσι όπως το διηγήθηκε στην εποχή του ο δον Φρανσίσκο Γκόμεζ δεν Κεβέδο υ Βιγιέγας, ιππότης του Τάγματος του Αγίου Ιακώβου και άρχοντας του Χουάν Αμπάντ. Αν θέλετε να φέρουμε αυτό το graphic novel πιο κοντά στη mainstream κoυλτούρα, στη μαζική τέχνη, τότε θα πάμε σε αυτήν που είναι εντυπωσιακή και παρουσιάζεται μόνο σε μεγάλες οθόνες, τον κινηματογράφο. Διαβάζοντας αυτή την ακαταμάχητη ιστορία δεν μπορούσε να μην μας έρθει στο μυαλό η ταινία Οι πειρατές της Καραϊβικής και ιδιαίτερα ο πρωταγωνιστής της, ο Τζακ Σπάροου. Οι «Απατηλές Ινδίες», όμως, εμβαθύνουν περισσότερο στον κόσμο του τυχοδιώκτη, αυτού που παραπλανά διαρκώς και φτάνουν στον πυρήνα της μεταμόρφωσης και της διαρκούς πάλης για επιβίωση, απόκτηση ταυτότητας, εξουσίας, υστεροφημίας, μνήμης. Εκθαμβωτικές πινελιές, σενάριο κινηματογραφικό Οι πινελιές του Juanjo Guarnido είναι εκθαμβωτικές, ζεστές, όσο πρέπει ψυχρές και με ασυναγώνιστη «κίνηση». Οι ήρωες, οι καταστάσεις, μέσα στα καρέ έχουν τέτοια ζωντάνια, τέτοια εκφραστικότητα, τέτοια αλήθεια, που αναδεικνύουν με απόλυτη πειστικότητα το σενάριο του Alain Ayroles. Εν τω μεταξύ, το εξώφυλλο της σκληρόδετης έκδοσης είναι σαν να βγήκε από την εθνική πινακοθήκη και κάποιο ταλαντούχο παιδί το πείραξε λίγο. Η ιστορία που θα διαβάσετε, στην οποία θα αφεθείτε, και οι λεπτομέρειες της έκδοσης είναι αυτές: Ένας όχι ακριβώς ηθικός αλλά άκρως συμπαθής αλήτης, ο δον Πάμπλος της Σεγόβιας, μας αφηγείται σαν πικαρέσκο μυθιστόρημα τις περιπέτειές του στην Ισπανία του Χρυσού Αιώνα και σε μια Αμερική που τότε ονομαζόταν ακόμα Ινδίες. Οι περιπλανήσεις του θα τον κάνουν πάμφτωχο και πάμπλουτο, λαοπρόβλητο και καταφρονεμένο, οδηγώντας τον από τα μπουντρούμια στα παλάτια και από τις κορυφές της Κορδιλιέρας στους μαιάνδρους του Αμαζονίου, μέχρι εκείνο το μυθικό μέρος που ενσαρκώνει όλα τα όνειρα του Νέου Κόσμου: το Ελντοράντο! Οι δεξιοτεχνικές και εκφραστικές πινελιές του δημιουργού του Blacksad, Juanjo Guarnido, προσδίδουν έναν πλούτο λεπτομερειών στις απίστευτες ανατροπές που επινοεί ο Alain Ayroles, με επίκεντρο έναν πονηρό κατεργάρη εμπνευσμένο από τον χαρακτήρα του Ελ Μπουσκόν στο πικαρέσκο μυθιστόρημα του Φρανσίσκο ντε Κεβέδο. Με φόντο την αποικιοκρατία στην Αμερική, ένα βιρτουόζικο μπαρόκ έπος για τον Ισπανικό Χρυσό Αιώνα. Μια σκληρόδετη έκδοση των 164 σελίδων, σε μεγάλο μέγεθος (25,5 x 35 εκ.) για ένα graphic novel που υμνείται ως ένα από τα εμβληματικότερα έργα της τελευταίας δεκαετίας. Και όσον αφορά τον πλήρες τίτλο του έργου; Έχουμε και λέμε: Απατηλές Ινδίες Ή Το δεύτερο μέρος της Ιστορίας της ζωής του τυχοδιώκτη δον Πάμπλος της Σεγόβιας, υποδειγματικού αλητόβιου και ειδώλου των λωποδυτών· εμπνευσμένο από το πρώτο μέρος, έτσι όπως το διηγήθηκε στην εποχή του ο δον Φρανσίσκο Γκόμεζ δε Κεβέδο υ Βιγιέγας, ιππότης του Τάγματος του Αγίου Ιακώβου και άρχοντας του Χουάν Αμπάντ. INFO «Απατηλές Ινδίες» Σενάριο: Alain Ayroles | Σχέδιο: Juanjo Guarnido Μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας Χώρα προέλευσης: Γαλλία Σελίδες: 168 | Σχήμα: 25,5 x 35 εκ. | Χρώμα: Έγχρωμο Βραβείο BDGest Καλύτερου Αυτοτελούς Κόμικς Βραβείο Βιβλιοπώλων για τα κόμικς του 2020 Bραβείο Landerneau Βραβείο RTL Καλύτερου Κόμικς Βραβείο Le Parisien Βραβείο Hors les murs Περιλαμβάνεται στην επίσημη επιλογή βιβλίων Ανγκουλέμ 2020 * Οι «Απατηλές Ινδίες» στα κεντρικά βιβλιοπωλεία και ΕΔΩ. Και το σχετικό link...
  3. Και ήρθε λοιπόν η ώρα που όλοι περιμέναμε! Χθες, στις 2 Αυγούστου του 2022 κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, ο πρώτος τόμος της σειράς "Κλασικές ιστορίες Popeye". Η σειρά αυτή έχει σκοπό να παρουσιάσει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μια φουρνιά από τις καλύτερες ιστορίες του Μπαντ Σάγκεντορφ (ενός από τους μεγαλύτερους δημιουργούς στριπ με τον Ποπάυ) στην αυθεντική πρωτότυπη μορφή τους. Ο Μπαντ Σάγκεντορφ είναι αυτός ο οποίος κατάφερε μέσα από εκατοντάδες κομικς και στριπς να αναδείξει τον Ποπάυ τόσο στην Αμερική όσο και στην Ελλάδα. Το όνομα του το πρωτοείδαμε στην σειρά "Ποπάυ" (από την εκδοτική Δραγούνης Α.Ε.) καθώς ήτανε τοποθετημένο σε κάθε εξώφυλλο της σειράς για 2 ολόκληρές δεκαετίες. Οι ιστορίες του ξεχώριζαν στο περιοδικό λόγω της εφευρετικότητας και της επινοητικότητας του καθώς και του καλλιτεχνικού ταλέντου του. Όμως οι ιστορίες αυτές υπέστησαν αλλαγές αφού δεν μπορούσαν να φιλοξενηθούν στα περιοδικά κόμικς καθώς ήτανε φτιαγμένες για τα ημερήσια στριπ των αμερικανικών εφημερίδων. Ως εκ τούτου, οι ιστορίες του δεν εκδόθηκαν ποτέ στην σωστή τους μακρόστενη μορφή. Έτσι λοιπόν ο αγαπητός @ PhantomDuck μαζί με την εκδοτική Μικρός Ήρως αποφάσισε να εκδώσει τις ιστορίες αυτές με την αρχική μορφή τους. Αρκετά με τον πρόλογο ας περάσουμε στην παρουσίαση-κριτική... Η ΕΚΔΟΣΗ Μέγεθος: Λίγο μεγαλύτερο από τις Μπαμπαδοϊστορίες με ακριβείς διαστάσεις 21 X 19 εκ. Θεωρώ ότι είναι το καταλληλότερο μέγεθος για μια τέτοια έκδοση. Τα στριπς καθώς και τα άρθρα εφάπτονται τέλεια. Το μόνο πρόβλημα που ίσως θα μπορούσε να τεθεί είναι αυτό της τοποθέτησης το οποίο δεν το θεωρώ πολύ σημαντικό. Τιμή: Στα 22€ (με έκπτωση 19.80€ στο site του Μικρού ήρωα). Λίγο τσουχτερή η τιμή λόγω της κρίσης και της αύξησης της τιμής του χαρτιού αλλά νομίζω ότι τα αξίζει τα λεφτά του ειδικά τώρα που όλες οι εκδόσεις έχουν αυξήσει τις τιμές. Γραμματοσειρές: Έχουμε μια ποικιλία γραμματοσειρών. Θα ανεβεί σε λίγες μέρες μια πλήρης λίστα των γραμματοσειρών που χρησιμοποιήθηκαν. Λοιπές λεπτομέρειες: Οι τόμοι αποτελούνται από 232 σελίδες. Το χαρτί είναι λεπτό γυαλιστερό (σαν illustration μου φαίνεται) ενώ έχουμε μαλακό, εξίσου γυαλιστερό εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο. Οι ιστορίες, σύμφωνα με τον πρώτο τόμο, από τελούνται από περίπου 30-40 σελίδες η κάθε μια καθώς οι τόμοι συνοδεύονται με άρθρα γεμάτα πληροφορίες και επιμελημένα από τον ένα καλύτερο. ΟΙ ΤΟΜΟΙ Σύμφωνα με τον ίδιο τον επιμελητή θα έχουμε 6 τόμους στην σειρά και πιθανολογείται κάθε τόμος να κυκλοφορεί ανά 6 μήνες. Ο πρώτος τόμος είναι κοντά μας αρά περιμένουμε και την υπόλοιπη παρέα. Καλή απόλαυση του τόμου και να είναι καλοτάξιδος! Ευχαριστούμε για τα υπόλοιπα εξώφυλλα τους Indian, hudson & albert.
  4. «Εν Κατακλείδι»: το κόμικς που αποτυπώνει με ευαισθησία τον μύθο, τις αντιφάσεις και τη διαχρονική καλλιτεχνική κληρονομιά του Παύλου Σιδηρόπουλου. Αυθεντικός, εμβληματικός, αυτοκαταστροφικός. Αυτές οι τρεις λέξεις χαρακτηρίζουν τον θρύλο της ελληνικής ροκ μουσικής που εξέφρασε όσο λίγοι την ανάγκη για ελευθερία και την άρνηση κάθε συμβιβασμού: τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Λίγες προσωπικότητες της ελληνικής μουσικής κουβαλούν το βάρος και τη γοητεία του μύθου όσο εκείνος. Υπήρξε ο «πρίγκιπας» του ελληνικού ροκ, σπουδαίος τραγουδοποιός και ερμηνευτής, αλλά και μια ανήσυχη καλλιτεχνική συνείδηση που εξέφρασε την ασφυξία, την ελευθερία, την αυτοκαταστροφή και την ανάγκη για αυθεντικότητα μιας ολόκληρης γενιάς. Μαζί με τον Νικόλα Άσιμο και την Κατερίνα Γώγου συναποτελεί την τριάδα των «αγίων» ή «καταραμένων» των Εξαρχείων, όπως τους θέλει ο ρομαντικοποιημένος μύθος. Και οι τρεις τους «έφυγαν» σε χρονικό εύρος μιας πενταετίας: το 1988 ο Άσιμος, το 1990 ο Σιδηρόπουλος, το 1993 η Γώγου. Στη σύντομη ζωή του ο σπουδαίος μουσικός άφησε το δικό του αποτύπωμα, κάτι που επιχείρησε να αποδώσει το κόμικς «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι» των Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου (σενάριο) και Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη (σχέδιο). Η εικονογραφημένη βιογραφική αφήγηση των 122 σελίδων που κυκλοφόρησε τον περασμένο Μάιο από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, κατάφερε να μεταφέρει όχι μόνο τα γεγονότα της ζωής του, αλλά και το ιδιαίτερο ψυχικό και καλλιτεχνικό του σύμπαν. Πώς προέκυψε αυτή η όμορφη δουλειά για τη ζωή του Παύλου Σιδηρόπουλου; Όπως αναφέρει ο Ηλίας (σεναριογράφος κόμικς και ένας από τους τέσσερις συνιδρυτές και συνδιοργανωτές του Comicdom CON Athens) στο εισαγωγικό του σημείωμα: «Κι όλα γίναν τόσο, μα τόσο ξαφνικά… Ένα βράδυ, ο Λεωκράτης [σ.σ.: Ανεμοδουράς, εκδότης του «Μικρού Ήρωος»] με γυρνούσε σπίτι με το αυτοκίνητο μετά από κάποια κομιξική δράση, και λίγο πριν φτάσουμε στο νούμερο 50 της οδού Δροσοπούλου, του είπα με έμφαση βέρου Κυψελιώτη που ξεναγεί κάποιον στο “χωριό” του: “Εδώ ήταν το σπίτι του Σιδηρόπουλου”. Δεν περίμενα αυτό που θα άκουγα: “Σκέφτομαι καιρό τώρα ένα γκράφικ νόβελ για τον Σιδηρόπουλο. Ξέρω ότι είσαι φαν, θα το έβλεπες να αναλάμβανες το σενάριο;”». Το πώς εξελίχθηκε αυτό, είναι ήδη προφανές. Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου γνωρίζοντας πώς να εντοπίζει το ιδιαίτερο ταλέντο των εκάστοτε δημιουργών με τους οποίους θέλει να συνεργαστεί, αναγνώρισε στον σκιτσογράφο Κωνσταντίνο Σκλαβενίτη το κατάλληλο πρόσωπο για να εικονογραφήσει τον Σιδηρόπουλο και τη ζωή του. Ο Κωνσταντίνος έχει μια αισθητική που ισορροπεί «ανάμεσα στο ονειρικό και το βρόμικο» (draft σχεδίαση και πλακάτ παστέλ αποχρώσεις) και αυτός ο τρόπος τον καθιστούσε ιδανικό όχι μόνο για να υλοποιήσει το καλογραμμένο σενάριο του Ηλία, αλλά ακόμη περισσότερο να το ερμηνεύσει με τη δική του σκηνοθετική ματιά. Η καλλιτεχνική «συνάντηση» των δύο συνδημιουργών είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο μια προσεγμένη αφήγηση, αλλά και έναν φόρο τιμής προς ένα πρόσωπο που δεν έπρεπε ούτε να «αγιοποιηθεί», ούτε να παρουσιαστεί κιτρινιστικά με το στερεότυπο του «πεπτωκότος αγγέλου» ή του «καταραμένου ήρωα». Αντιθέτως, τον προσεγγίζουν ως έναν αντιφατικό άνθρωπο: ευαίσθητο, ευφυή, παρορμητικό, αυτοκαταστροφικό αλλά και βαθιά ανθρώπινο. Το σενάριό του βασίζεται σε εκτενή έρευνα και οργανώνει τη βιογραφία κινηματογραφικά, με εναλλαγές ανάμεσα στις σημαντικές στιγμές της καριέρας, στις προσωπικές του σχέσεις και στις εσωτερικές του συγκρούσεις. Το «Εν Κατακλείδι» ξεκινά στην Κυψέλη, όπου ο καπνός από το τσιγάρο του δημιουργεί ένα ονειρικό σκηνικό. Μέσα από έναν φανταστικό διάλογο με τον σεναριογράφο, ο Σιδηρόπουλος αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τη ζωή του. Γεννημένος το 1948 στην Αθήνα και αρκετά καλός μαθητής με έφεση στα μαθηματικά, ακολούθησε τον δύσκολο δρόμο της μουσικής, παρά τις διαφορετικές προοπτικές που του προσέφερε το οικογενειακό του περιβάλλον. Από τους «Δάμων και Φιντίας» και τη συνεργασία του με τον Παντελή Δεληγιαννίδη, μέχρι τους «Σπυριδούλα» και τους «Απροσάρμοστους», διαμόρφωσε έναν ήχο που συνέδεσε το ελληνικό ροκ με τη γλώσσα και τις αγωνίες της ελληνικής πραγματικότητας. Η προσωπική του μάχη με τις εξαρτήσεις υπήρξε καθοριστική για τη δημόσια εικόνα του, χωρίς όμως να μπορεί να μειώσει ή, πολύ περισσότερο, να ανατρέψει την καλλιτεχνική του αξία. Ο πρόωρος θάνατός του, το 1990, σε ηλικία μόλις 41 ετών, ολοκλήρωσε τον μύθο, αλλά και άφησε ανολοκλήρωτη μια δημιουργική πορεία που πιθανότατα είχε ακόμη πολλά να προσφέρει. Αυτό που ξεχωρίζει περισσότερο είναι ο σεβασμός των δημιουργών απέναντι στο πρόσωπο που πραγματεύονται. Δεν επιχειρούν να εξηγήσουν τα πάντα ούτε να δώσουν εύκολες απαντήσεις για τις επιλογές του μουσικού, οι οποίες εύκολα θα διολίσθαιναν σε ηθικολογία. Απεναντίας, αφήνουν χώρο στις αντιφάσεις του – αντιφάσεις, άλλωστε, μιας ολόκληρης γενιάς και εποχής – αναγνωρίζοντας ότι η γοητεία του Σιδηρόπουλου βρισκόταν ακριβώς σε αυτή την αδυναμία του να χωρέσει σε εύκολες κατηγορίες. Ιδιαίτερα πολύτιμο είναι και το πολυσέλιδο παράρτημα του κόμικ με τη δισκογραφία του, μαρτυρίες ανθρώπων που τον γνώρισαν, τις πηγές που αξιοποιήθηκαν για το σενάριο, αλλά και πλήθος προσχεδίων. Τι μας έμεινε από την ανάγνωση της ζωής αυτού του «αλήτη διανοούμενου» με το φως και το σκοτάδι της; Μια γλυκιά μελαγχολία. Εντέλει, αυτό που κρατάμε είναι το απόφθεγμά του από συνέντευξή του στο περιοδικό «Ποπ και Ροκ»: «Άκου, φίλε. Η αγάπη είναι πολύ πιο μακροχρόνια από τον έρωτα, και όταν δημιουργηθεί δεν σβήνει. Ο έρωτας υπάρχει και χωρίς την αγάπη. Κι η αγάπη δεν έχει να κάνει με το φύλο». Και το σχετικό link...
  5. «Οι άνθρωποι δεν μας αγαπούν. Κάποιοι λένε επειδή κάνουμε παρέα με πτώματα. Κολλάμε τον κόσμο θάνατο, όπως άλλοι τον κολλάνε σύφιλη. Λένε πως μυρίζουμε άσχημα, ότι φέρνουμε ατυχία. Τρέχα γύρευε πού τα βρίσκουν αυτά. Όπως και να ’χει πάντως, δεν μας αγαπούν. Και τόσο το καλύτερο. Ούτε εγώ τους αγαπώ». Με αυτά τα λόγια συστήνεται στους αναγνώστες ο Τζόνας Κρόου, ο λιγομίλητος και σαρκαστικός νεκροθάφτης με μοναδική του συντροφιά έναν γύπα στο πρώτο τεύχος («Ο Χρυσοφάγος») της νέας σειράς, «Undertaker», των Xavier Dorison (σενάριο) και Ralph Meyer (σχέδια) που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως» (μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, 68 σελίδες). Η πολυβραβευμένη σειρά είναι μια ακόμα απόδειξη της δυναμικής επανόδου των γουέστερν τα τελευταία χρόνια. Όχι όμως των παραδοσιακών γουέστερν με καουμπόηδες, Ινδιάνους, ξέφρενη δράση, καταδιώξεις και μονομαχίες κάτω από τον καυτό ήλιο, αλλά των πολυεπίπεδων και σκοτεινών ιστοριών με μυστήριο, σασπένς, μαύρο χιούμορ και έξυπνες αλληγορίες που λειτουργούν ως μεταφορές των προβλημάτων του σύγχρονου κόσμου. Στον «Χρυσοφάγο», ο αινιγματικός νεκροθάφτης με το σκοτεινό παρελθόν καλείται να αναλάβει την κηδεία και την ταφή ενός πλούσιου ιδιοκτήτη ορυχείων χρυσού πριν ακόμη αυτός πεθάνει. Παράλληλα, όμως, υποκύπτει στον πειρασμό να αναζητήσει τον χαμένο χρυσό τον οποίο διεκδικούν πολλοί σε μια ιστορία με υπέροχα σχέδια, κρυφές ταυτότητες που σταδιακά αποκαλύπτονται και συνεχείς ανατροπές που κρατούν τον αναγνώστη σε μια γλυκιά αναμονή για το επόμενο τεύχος. Και το σχετικό link...
  6. Η σειρά Blacksad, με τα νουάρ σενάρια του Juan Diaz Canales και τα ρεαλιστικά σχέδια (με εξαίρεση, φυσικά, τους χαρακτήρες που αποδίδονται ως ανθρωπόμορφα ζώα) του Juanjo Guarnido, από το 2000 που πρωτοκυκλοφόρησε έχει σημειώσει τεράστια επιτυχία. Το μαρτυρούν οι διακρίσεις και τα βραβεία που έχει αποσπάσει, οι μεταφράσεις της σε δεκάδες γλώσσες, η μεταφορά της σε video game. Το υποδηλώνει, πλέον, και το Weekly, το πρώτο πρίκουελ και αφηγηματικό σπιν-οφ στο σύμπαν του Blacksad, στο οποίο πρωταγωνιστής δεν είναι ο γατόμορφος ιδιωτικός ντετέκτιβ αλλά ο φιλόδοξος δημοσιογράφος Weekly, με όψη νυφίτσας, αλάνθαστο ένστικτο και άγνοια κινδύνου. Το Weekly, σε σενάριο του Juan Diaz Canales και σχέδια του Giovanni Rigano (μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, εκδόσεις Μικρός Ήρως, 68 σελίδες) διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά του Blacksad (αστυνομικό μυστήριο, σκοτεινή ατμόσφαιρα, πολυπρόσωπες συνθέσεις, πολυδιάστατοι χαρακτήρες, χιουμοριστικές πινελιές) και γυρίζει λίγο πίσω στον χρόνο, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, τότε που στις ΗΠΑ, στο πλαίσιο του μακαρθισμού, βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη η καλλιέργεια του κλίματος ηθικού πανικού ενάντια στα κόμικς. Σύμφωνα με την ιστορία, ο νεαρός Ντάστιν Καλισνοβσίζνα ζει με τη γιαγιά του στη Νέα Υόρκη και εργάζεται ως φωτογράφος χωρίς να τηρεί πάντα την επαγγελματική δεοντολογία του κλάδου του, ξεχνώντας τη για λίγα δολάρια παραπάνω. Η γιαγιά του, θορυβημένη από τον ηθικό ξεπεσμό της νεολαίας, βρίσκει δουλειά στον Ντάστιν σε ένα γραφείο κηδειών, στο οποίο αφεντικό είναι ο σύζυγος της Πάστορος Λουμπάνσκυ, μιας εκπροσώπου της εκκλησίας που οργανώνει τη σταυροφορία κατά των κόμικς – σαφής αναφορά στην υστερία που επικράτησε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ως συνέπεια της κυκλοφορίας του βιβλίου του ψυχίατρου Fredrick Wertham και οδήγησε στη θέσπιση των λογοκριτικών κανόνων της Comics Code Authority. Ακόμα και οι συναθροίσεις για δημόσια καύση βιβλίων που έλαβαν χώρα σε πολλά σημεία των ΗΠΑ και στη συνέχεια υποβαθμίστηκαν και αποσιωπήθηκαν εσκεμμένα για να μην αμαυρώσουν το φιλελεύθερο κλίμα, παρουσιάζονται ξεκάθαρα στο Weekly, με τον μικρό πρωταγωνιστή να λύνει ένα μυστήριο με άρωμα ναζισμού, να αποκαλύπτει ένα σκάνδαλο με παραχαράκτες και κόμικς στο επίκεντρο και να βάζει στόχο να γίνει ο ρεπόρτερ που γνωρίζουμε από τις ιστορίες του Blacksad. Και το σχετικό link...
  7. Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, τότε που τα παιδικά περιοδικά κόμικς βρίσκονταν στο ζενίθ της φήμης και της κυκλοφορίας τους, ένα από τα αγαπημένα θέματα ήταν το ποδόσφαιρο. Αμέτρητες ιστορίες με ποδοσφαιριστές δημοσιεύονταν στο Αγόρι, στο Μπλεκ, στο Τρουένο και σε άλλα περιοδικά – ανθολογίες αλλά και σε αυτόνομες εκδόσεις. Τα χρόνια όμως πέρασαν και οι χάρτινες ποδοσφαιρικές ιστορίες έχασαν μεγάλο μέρος της αίγλης τους, κυρίως επειδή το διάβασμα ιστοριών φθίνει γενικώς ως συνήθεια αλλά και γιατί υπάρχει υπερπληθωρισμός ποδοσφαιρικού τηλεοπτικού θεάματος που καλύπτει κάθε ανάγκη. Όμως εκείνες οι ιστορίες ήταν μοναδικές. Οι πάσες – διαβήτης, τα σουτ στο παραθυράκι, οι ιπτάμενοι τερματοφύλακες, οι κεφαλιές – ψαράκι σχεδιάζονταν με τρόπο που έκανε όλους τους πιτσιρικάδες να ονειρεύονται. Αν ήσουν ένας από αυτούς ή αν θες να δεις πώς ένιωθαν τότε τα παιδιά διαβάζοντας κόμικς, οι εκδόσεις Μικρός Ήρως προσφέρουν μια σειρά ποδοσφαιρικών τίτλων εκείνης της χρυσής εποχής: Ερίκ Καστέλ, Τερματοφύλακας Γιατρός, Ρόι Ρέις και Τα Μαγικά Παπούτσια του Μπίλι θα σε ταξιδέψουν σε κατάμεστα γήπεδα και εντυπωσιακές φάσεις μιας πιο αθώας ποδοσφαιρικής πραγματικότητας. Πιθανώς τα μεγάλα αστέρια, όπως ο Ντιέγκο Μαραντόνα, ο Λιονέλ Μέσι, ο Ντέιβιντ Μπέκαμ και ο Κριστιάνο Ρονάλντο να διάβαζαν τέτοια κόμικς και να έφτασαν εκεί που όλοι ξέρουμε. Από τις ίδιες εκδόσεις είναι διαθέσιμες οι κόμικς βιογραφίες τους. Που ίσως προετοιμάσουν τα επόμενα μεγάλα αστέρια. Και το σχετικό link...
  8. Σύνοψη από την εκδοτική Βαρκελώνη, σήμερα. Η Εύα Ρόχας, μια 34χρονη διδάκτωρ ψυχιατρικής, πάσχει από διπολική διαταραχή, καθώς ακούει φωνές από οικεία γυναικεία πρόσωπα τα οποία διαμόρφωσαν τη ζωή της. Έχοντας χάσει την άδεια άσκησης του επαγγέλματός της, πρέπει να απαντήσει στις ερωτήσεις του ψυχίατρου Δρ Λιουλ, αν θέλει να την ανακτήσει. Η ικανότητα και η περιέργειά της στο να διαβάζει τους ανθρώπους γύρω της, θα τη μετατρέψει σε ερασιτέχνη ντετέκτιβ, όταν θα θεωρηθεί ως η κύρια ύποπτη για την δολοφονία ενός ολιγάρχη πατριάρχη οινοπαραγωγού, μόλις λίγες ώρες πριν την ανάγνωση της διαθήκης της μητέρας της οικογένειας. Κάπως έτσι ξεκινά ένα σύγχρονο αστυνομικό θρίλερ με φόντο το σαγηνευτικό αστικό τοπίο της Βαρκελώνης για να αποκαλυφθεί ο πραγματικός δολοφόνος. Μια υπόθεση σκέτο χάος, αφού η Εύα πρέπει να αντιμετωπίσει δύο διαφορετικές οικογένειες: την πλούσια οικογένεια οινοπαραγωγών... και την "οικογένεια" που μιλάει στο υποσυνείδητό της. Μετά το ποιητικό Πάντα Ποτέ, ο Jordi Lafebre επιστρέφει με μια ακόμα ιστορία με ανορθόδοξη αφήγηση που παίζει με τον χρόνο, όπου μέσα από τις πολλαπλές προσωπικότητες και τα πολύχρωμα καρέ, ξεπηδάει ένα καταιγιστικό θρίλερ με γρήγορο ρυθμό, χιουμοριστικούς διαλόγους και έντονο ερωτισμό. Μια ιστορία που φέρει τόσο στοιχεία κωμωδίας, όσο και ενός ισπανικού αστυνομικού μυθιστορήματος, βάζοντας στο στόχαστρο τον θεσμό της πατριαρχικής οικογένειας και τα ψυχικά νοσήματα. Πρόκειται για ένα πολυβραβευμένο best-seller graphic novel που αγαπήθηκε τόσο από το κομιξικό όσο και το βιβλιόφιλο κοινό στη Γαλλία. Ένα έργο που επισφραγίζει τον Jordi Lafebre ως έναν εκ των σημαντικότερων σύγχρονων δημιουργών κόμικς, ενώ παράλληλα αποτελεί ένα απτό παράδειγμα της μαγείας των γαλλοβελγικών κόμικς. Προσωπική εξομολόγηση Στη ζωή, κάποιες φορές, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, τους οποίους με το που τους βλέπεις τους ερωτεύεσαι με την πρώτη ματιά. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο, παρά από το να αφεθείς ελεύθερος στο να σε συνεπάρει η σαγηνευτική γοητεία τους. Τον Jordi Lafebre τον ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα, από όταν διάβασα την προηγούμενη δουλειά του, το Πάντα Ποτέ (παρουσίαση στο φόρουμ από τον φίλο @ Ζάνταφ , εδώ) και από τότε έχω κολλήσει για τα καλά μαζί του. Φαίνεται να είναι ένας καλλιτέχνης, ο οποίος τρέφει πολλή αγάπη και ατελείωτο πάθος για αυτό που κάνει. Οι ιστορίες του βγάζουν κάτι το απέραντα ρομαντικό, κάτι το απροσδιόριστα νοσταλγικό, κάτι το ανάλαφρα χιουμοριστικό. Με το σχέδιο να είναι αδιαμφισβήτητα το μεγάλο ατού του καλλιτέχνη, ο Lafebre, κατά την ταπεινή μου άποψη, πιστεύω ότι έχει όλα τα φόντα στο να αναδειχθεί ως ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της γαλλοβελγικής σκηνής και εύχομαι να μπορέσουμε να δούμε σπουδαία πράγματα από αυτόν στο μέλλον. Σενάριο και σχέδιο Στο Είμαι η Σιωπή τους ο Jordi Lafebre, ξετυλίγοντας την αφήγηση σε στιλ in media res, μας παρουσιάζει μία ιστορία μυστηρίου, με φευγαλέες slice of life πινελιές. Το κόμικ διαβάζεται ευχάριστα και σχετικά γρήγορα, και παρά τις κάποιες σεναριακές ευκολίες που μπορεί να παρατηρηθούν, η ιστορία καταφέρνει να μην γίνει στιγμή μονότονη, κυρίως εξαιτίας του πολύ καλού πικάντικου χιούμορ, το οποίο ο Lafebre φροντίζει να αναδεικνύει στα σωστά σημεία-κλειδιά του κόμικ. Επίσης, το όλο μυστήριο της δολοφονίας, αν και αρχικά δεν είναι κάτι το τρομερά ιντριγκαδόρικο, παρόλα αυτά με την πάροδο της ιστορίας αποκτάει όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον, και μάλιστα ιδιαίτερα προς το τελευταίο τρίτο του κόμικ, όπου η ένταση ανεβάζει ταχύτητες και το σασπένς κορυφώνεται για τα καλά. Όσο αφορά τους χαρακτήρες τώρα, όλοι όσοι παρουσιάζονται έχουν να προσφέρουν κάτι ουσιαστικό στην ιστορία, από τους βασικούς μέχρι τους πιο υποστηρικτικούς. Στην πρωταγωνίστριά μας, την Εύα, μου άρεσε πάρα πολύ το ατίθασο τσαγανό της, η αφοπλιστική ειλικρίνειά της και το παιχνιδιάρικο σεξαπίλ της, και αν και στο παρόν κόμικ ο χαρακτήρας της αναπτύσσεται επαρκώς, φαίνεται παρόλα αυτά να έχει ακόμα πολύ βάθος για εξερεύνηση. Επίσης η χημεία της με τον Λιουλ και με την Μέρκελ είναι τρομερή, με ιδιαίτερα τις σκηνές της συνεδρίας με τον πρώτο να κλέβουν τις εντυπώσεις. Όμως όπως ανέφερα και παραπάνω, το κομμάτι του σχεδίου είναι αυτό που κερδίζει περισσότερο από όλα την προσοχή του αναγνώστη. Το τοσοδούλικο, γαλλικό μυτάκι της Εύα και τα στρουμπουλά, αφράτα μαγουλάκια της, οι μορφασμοί του Λιουλ, η κοιλίτσα της Μέρκελ και οι αγχωτικές ματάρες της Πενέλοπε... Το σχέδιο του Lafebre είναι τόσο γλαφυρό και τόσο πολύ ανεπιτήδευτα αθώο που είναι απλά αδύνατον από το να μην το αγαπήσει κανείς. Με το φινετσάτο εξώφυλλο του κόμικ να είναι όλα τα λεφτά, είναι αξιοσημείωτος επίσης και ο τρόπος με τον οποίο ο Lafebre δείχνει τους χαρακτήρες να μιλάνε μέσω της γλώσσας του σώματος, καθώς ακόμη και η πιστή σχεδιαστική αποτύπωση της Βαρκελώνης, με τον γοτθικό καθεδρικό ναό της πόλης να είναι το απόλυτο background highlight του κόμικ. Τέλος, το σχέδιο σε συνδυασμό με τον ζωντανό χρωματισμό, βοηθάει σημαντικά τον αναγνώστη στο να μπει στο κατάλληλο κλίμα της εκάστοτε σκηνής. Η έκδοση Η ποιότητα της έκδοσης του Μικρού Ήρωα είναι όπως πάντα εξαιρετική. Το μεγάλο μέγεθος του κόμικ αναδεικνύει υπέροχα τα πολύχρωμα καρέ, το οποίο σε συνδυασμό με το καθαρό, ξεκούραστο lettering, επιτρέπει στην ανάγνωση να κυλήσει νεράκι. Επίσης κάτι πάρα πάρα πολύ σημαντικό... η μυρωδιά των σελίδων του κόμικ είναι απίστευτα "διεγερτική" (όποιο παιδί έχει έρθει σε επαφή με την έκδοση Graphic Novels της Marvel της Hachette, καταλαβαίνει τι εννοώ ). Το μόνο μου μικρό παραπονάκι είναι ότι θα ήθελα να έβλεπα και κάποια εξτραδάκια στο κόμικ, όπως για παράδειγμα κάποια προσχέδια ή να διάβαζα λίγα πράγματα για τον καλλιτέχνη, αλλά αυτό που αναφέρω δεν είναι παρά ψύλλοι στα άχυρα σε μία κατά τ’ άλλα πανέμορφη έκδοση και εύχομαι να έχουμε την ευκαιρία στο μέλλον να δούμε από την εκδοτική και την επόμενη ιστορία της ηρωίδας που αναμένεται να κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες στη Γαλλία. Συμπερασματικά Στο Είμαι η Σιωπή τους ο Jordi Lafebre παίζοντας ξανά - αυτήν την φορά πιο διακριτικά - με τον χρόνο, παρουσιάζει μία ιστορία που δεν φοβάται να εκτεθεί, να πονέσει και να αγαπηθεί. Στηλιτεύοντας απροκάλυπτα την πατριαρχία και χαϊδεύοντας απαλά το ψυχικό νόσημα της διπολικής διαταραχής, το Είμαι η Σιωπή τους είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό κόμικ μυστηρίου... Το Είμαι η Σιωπή τους είναι μία ιστορία για την οικογένεια, για το παρελθόν που στοιχειώνει το μέλλον... Είναι μία ιστορία για όλους εκείνους τους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή μας και με την παρουσία τους μας βοήθησαν να γίνουμε έστω και λίγο καλύτεροι άνθρωποι. Θα χαρώ πάρα πολύ να διαβάσω και τις δικές σας εντυπώσεις που σας άφησε το κόμικ. Καλή ανάγνωση σε όλες και σε όλους! Ευχαριστώ θερμά τον πολύ καλό φίλο @ Θοδωρής Καραπάνος , για το σκανάρισμα, καθώς επίσης και για την διάθεση των εξωφύλλων.
  9. Ποτέ η μαγεία των κόμικς δεν συνδυάστηκε τόσο επιτυχημένα με το ποδόσφαιρο! Πότε ένας χάρτινος ποδοσφαιρικός ήρωας δεν χαρακτηρίστηκε ως μια από τις καλύτερες μεταγραφές ενός συλλόγου! Ο Γάλλος δεξιοτέχνης εξτρέμ με το νούμερο 7 είναι και πάλι κοντά μας στο καλύτερο ποδοσφαιρικό κόμικς του κόσμου: Ο Ερίκ Καστέλ, το νέο αστέρι των "Μπλαουγκράνα", είναι ο πιο δημοφιλής, ο πιο διάσημος και ο πιο αγαπημένος ποδοσφαιριστής της 9ης Τέχνης! Μετά την απότομη διακοπή της σειράς του 1985, ο Ερίκ Καστέλ είναι ξανά κοντά μας, από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως και την εφημερίδα Έθνος της Κυριακής. Όμορφη έκδοση, ωραίο illustration χαρτί, προσεγμένο σχέδιο και γενικά μια πολύ καλή έκδοση σε όλα της! Αφιέρωμα του Λευτέρη Ταρλαντέζου και η πρώτη σελίδα της ιστορίας: "Ο Ερίκ και οι Παμπλίτος". Ευχαριστούμε για τα υπόλοιπα εξώφυλλα τους: comicsking, Indian, GreekComicFan, Dr Paingiver, nquees & leonidio. ================================ Τον Ιούλιο του 2019, η εκδοτική κυκλοφορεί ξανά την σειρά, αυτή την φορά σε τόμους των οποίων τα εξώφυλλα είναι επιμελημένα από την Αγγελική Σαλαμαλίκη. Ευχαριστούμε για το εξώφυλλο του τόμου τον: ftsgr
  10. Ένα νέο graphic novel των Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη επιχειρεί να φωτίσει τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τον άνθρωπο πίσω από τον θρύλο του ελληνικού ροκ. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος είναι ένας πραγματικός, σάρκινος ήρωας. Δηλαδή ένας άνθρωπος που μετά τον θάνατό του απέκτησε έναν μύθο όσο λίγοι άνθρωποι του τραγουδιού. Όσο κι αν αυτό είναι κάτι που συμβαίνει συχνά με όσους φεύγουν νωρίς, μέσα στην νιότη, στην ομορφιά, στην ακμή, ο Σιδηρόπουλος δικαιούται να έχει μύθο. Όπως όλοι όσοι άνοιξαν έναν δρόμο μόνοι τους με τα χέρια τους, δεν ακολούθησαν τίποτα έτοιμο και ήταν επιδραστικοί για τους επόμενους. Δύο εξαιρετικοί καλλιτέχνες ανέλαβαν το δύσκολο εγχείρημα να φτιάξουν ένα κόμικ για τον Παύλο. Και το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Φτιάχνουν κόσμο από τις πρώτες σελίδες. Τον βλέπεις να τριγυρνάει στην Αθήνα των δεκαετιών του 70 και του 80, τον ακούς να σκέφτεται, να τραγουδάει, να τσακίζει. Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου έγραψε το σενάριο και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης το σκίτσο. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως». Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου Έχεις πει πως όταν σού έγινε η πρόταση για αυτό το βιβλίο, δεν απάντησες αμέσως γιατί αισθάνθηκες πως θα αναλάμβανες μία ευθύνη για την οποία δεν ήξερες αν ήσουν έτοιμος. Ποιες ήταν δηλαδή οι πρώτες σου σκέψεις και ποια είναι η ευθύνη; Οι πρώτες μου σκέψεις ήταν «Θέλω σαν τρελός να το κάνω, μπορώ όμως; Μπορώ να βιογραφήσω έναν άνθρωπο και καλλιτέχνη που σημαίνει τόσα πολλά για τόσο πολλούς ανθρώπους; Να αποτυπώσω μια τόσο αντιφατική προσωπικότητα – που μάλιστα δεν ζει για να καταθέσει τη δική του οπτική, να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει γεγονότα και συναισθήματα;» Από την επόμενη ημέρα κιόλας της πρότασης του εκδότη, Λεωκράτη Ανεμοδουρά, ξεκίνησα την έρευνα κι ένα μήνα μετά, έχοντας σχηματίσει στοιχειωδώς μια εικόνα των διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με τη ζωή και το έργο του, και με πλήρη επίγνωση του ρίσκου που έπαιρνα, είπα το «ναι». Είναι ένα βιβλίο για τον Παύλο ή για την ανάμνηση τού Παύλου; Εννοώ, είναι για τον άνθρωπο ή για τον μύθο του; Τολμώ να πω ότι είναι και τα δύο. Στο κόμικ ξετυλίγεται η ιστορία της ζωής του, όμως ο αφηγητής δεν είναι ο ίδιος ο Παύλος, παρότι έχει τη μορφή του. Είναι η «ηχώ» του, το απόσταγμα όσων έγραψε, είπε και άφησε πίσω του, και ταυτόχρονα το σύνολο των – συχνά αντιφατικών – αναμνήσεων όσων τον έζησαν. Αναμνήσεις που διαμορφώθηκαν από επιλογή ή από τη συγκυρία. Ουσιαστικά αποτυπώνεται η ζωή ενός ανθρώπου που έγινε. Πώς κατάφερες να επιλέξεις ποια κομμάτια από την ζωή του θα αναφερθούν και ποια θα μείνουν απ’ έξω; Το τι θα έμενε εν τέλει εκτός, ήταν ίσως η πιο δύσκολη διαδικασία απ’ όλες. Η προσέγγισή μου ήταν μια διαρκής άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στον σεβασμό προς το πρόσωπό του και τη δραματουργική ανάγκη του έργου. Λειτούργησα με ένα φίλτρο προσωπικής ηθικής. Άφησα απ’ έξω οτιδήποτε αντιλαμβανόμουν ως διάθεση «κλειδαρότρυπας» και κιτρινισμού, και προτίμησα να δείξω τις συνέπειες πράξεων και γεγονότων, τον αντίκτυπο που είχαν οι επιλογές του, αποφεύγοντας φτηνούς εντυπωσιασμούς στις σκοτεινές στιγμές του, και κυρίως σε ό,τι αφορούσε τη χρήση και τις συνέπειές της. Πόσο εύκολο είναι να μιλήσεις για την ζωή ενός παιδικού σου ήρωα; Προσπάθησες να αποστασιοποιηθείς, να γίνεις «αντικειμενικός» ή η αντικειμενικότητα δεν έχει καμία θέση όταν αναφερόμαστε στις αγάπες μας; Η αποστασιοποίηση, η αποδόμηση κι εν συνεχεία η αποκατάσταση σε μια πιο ρεαλιστική βάση, ήρθαν αναπόφευκτα μέσα από την έρευνα, και τις συνεντεύξεις – πρωτογενείς και μη – με ανθρώπους που τον έζησαν. Επέλεξα να κρατήσω μια εύθραυστη ισορροπία, στεκόμενος με σεβασμό απέναντι στον άνθρωπο-καλλιτέχνη, επιτρέποντας όμως στον αναγνώστη να δει τις ρωγμές, τη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή μέσω των οποίων και εκφράστηκε, όπως έλεγε ο ίδιος. Νιώθω ότι, στο τέλος της ημέρας, η αληθινή αγάπη για έναν καλλιτέχνη δεν κρύβεται πίσω από εξιδανικεύσεις. Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης Ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης Ποιες ήταν οι πρώτες σου σκέψεις όταν σου έγινε η πρόταση για αυτό το βιβλίο; Κάθε φορά που ξεκινάω ένα καινούργιο κόμικς μου αρέσει να διαφέρει από το προηγούμενο, να δοκιμάζω νέα πράγματα και προκλήσεις, κάνοντας όμως δουλειές που κι εγώ θα ήθελα να διαβάσω ως αναγνώστης. Πρέπει όμως να ομολογήσω πως δεν είχα φανταστεί ποτέ τη ζωή και το έργο του Παύλου σε μορφή κόμικς. Μέχρι που μου το πρότεινε ο Λεωκράτης (υπεύθυνος των εκδόσεων Μικρός Ήρως). Απ’ όσο ξέρω, ήταν κάτι που το επεξεργαζόταν καιρό, και ο Ηλίας είχε αναλάβει την έρευνα και το σενάριο. Αρχικά, δεν ήμουν σίγουρος ότι ήταν κάτι που θα μπορούσα να αναλάβω, μου έμοιαζε μεγάλη ευθύνη. Σύντομα όμως, όταν βρεθήκαμε από κοντά και συζητήσαμε γι’ αυτό, πώς το φαντάζεται ο καθένας μας, θέλησα κι εγώ να γίνω μέρος αυτού του πρότζεκτ που μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον και διαφορετικό από ό,τι είχα κάνει ως εκείνη τη στιγμή. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση, η μεγαλύτερη δυσκολία και με ποιον τρόπο την έλυσες; Όταν σχεδίαζα τις πρώτες σελίδες, είχα στο μυαλό μου όσο γίνεται να πετύχω την ομοιότητα των προσώπων που παρουσιάζονται στην ιστορία μας και του ίδιου του Παύλου, φυσικά. Γρήγορα όμως, αυτό έπαψε να με απασχολεί τόσο και έδωσα περισσότερο βάρος στα συναισθήματα και στην απόδοση της ατμόσφαιρας. Έτσι, το πιο δύσκολο θα πω ότι ήταν να μπορέσω να δώσω μια μουσικότητα στα σχέδια, ένα ροκ αυθορμητισμό που θα ζωντάνευε τον χάρτινο Παύλο και την εποχή του. Αυτό προσπάθησα να το πετύχω μέσα από τις έντονες γραμμές και το παιχνίδι με το χρώμα ή την απουσία του. Σε ενδιέφερε να αποδώσεις με ρεαλισμό τις εικόνες και τα χρώματα της εποχής ή να φτιάξεις έναν δικό σου κόσμο; Προσωπικά, διαβάζοντας το βιβλίο ένωσα πως περπατούσα στους δρόμους της Αθήνας της δεκαετίας του 80. Πολύ χαίρομαι που το λες! Η σκέψη μου ήταν κάθε σκηνή να έχει τη δική της απόχρωση ανάλογα με την περίοδο που περιγράφεται σε αυτή, αλλά να αποτυπώνει και τα συναισθήματα, την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τότε ο Παύλος. Καθώς η ιστορία μας εκτείνεται στο πέρασμα των δεκαετιών, βασίστηκα σε φωτογραφίες για τα κτίρια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης του ’70 και του ‘80, όπως και για τα πρόσωπα και τα εξώφυλλα δίσκων που κυκλοφόρησαν τότε. Φυσικά, δεν με ενδιαφέρει να τα αποτυπώσω φωτογραφικά αλλά να δίνουν την εικόνα και την ατμόσφαιρα της εποχής. Γι’ αυτό κάποιες φορές τα παραλλάσσω και τα αποδίδω με τον δικό μου τρόπο ώστε να ταιριάζουν καλύτερα στη ροή της ιστορίας, οπότε ναι, ίσως πλέον μιλάμε για έναν δικό μου κόσμο, στα χνάρια του Παύλου. Όσο σχεδίαζα, άκουγα και τα αντίστοιχα τραγούδια του, οπότε, έστω και υποσυνείδητα, επηρέασαν κι αυτά το αποτέλεσμα. Ετοιμάζοντας το βιβλίο, υπήρξε κάποια σκέψη, κάποια ιδέα που την θεώρησες ακραία ή «επικίνδυνη» και τελικά δεν την προχώρησες; Σχεδιαστικά μιλώντας, ειδικά στις πιο «σκοτεινές» πλευρές της ζωής του, ήθελα να αποφύγω τις υπερβολικά δραματικές απεικονίσεις. Προτίμησα τα πράγματα περισσότερο να υπονοούνται παρά να επιδεικνύονται. Ήδη από την πρώτη μας συζήτηση με τον Ηλία και τον Λεωκράτη, όταν ακόμα φανταζόμασταν πώς θα είναι το τελικό αποτέλεσμα του βιβλίου, είχαμε πει ότι δεν θέλαμε να τονίσουμε τα σκοτάδια αλλά περισσότερο τις φωτεινές στιγμές του Παύλου. Γι’ αυτό έδωσα περισσότερο έμφαση στο ονειρικό στοιχείο, είναι νομίζω και κάτι που χαρακτηρίζει την δουλειά μου κι εδώ το βρήκα σαν ευκαιρία για πειραματισμό. Και το σχετικό link...
  11. Η προβληματική της πολιτικής ανυπακοής και της επανάστασης συνεχίζεται στον δεύτερο τόμο του «Κάστρου των ζώων», εκεί όπου ο Όργουελ συναντά τον Γκάντι, αλλά και σύγχρονα πολιτικά και φιλοσοφικά ρεύματα, από τον Καμί μέχρι τη χριστιανική ηθική της αντίστασης. Με τα δύο τελευταία μέρη του «Κάστρου των ζώων» που κυκλοφόρησαν στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως», ολοκληρώνεται μια από τις πιο ενδιαφέρουσες σειρές γαλλοβελγικών κόμικς της τελευταίας δεκαετίας. Ο λόγος για τα τεύχη #3 («Η νύχτα της δικαιοσύνης») και #4 («Το αίμα του βασιλιά») που εκδόθηκαν σε κοινό τόμο. Για τον πρώτο τόμο του «Κάστρου των ζώων», που περιλάμβανε τα δύο πρώτα τεύχη, μπορείτε να ανατρέξετε στο άρθρο μας «Η ηθική της μη βίαιης πολιτικής ανυπακοής» («Καρέ Καρέ», 14/9/2024). Το «Κάστρο των ζώων» είναι ένας εμφανής φόρος τιμής στη «Φάρμα των ζώων» του Τζορτζ Όργουελ. Αυτό, όμως, που ξεκίνησε ως μια παραλλαγή του οργουελιανού έργου, στο κόμικς των Ξαβιέ Ντορισόν (σενάριο) και Φελίξ Ντελέπ (σχέδιο) εξελίσσεται σε κάτι πολύ πιο σύνθετο: μια πολιτική αλληγορία για τη βία, την εξουσία, την ηθική αντίσταση και τα όρια της επανάστασης. Και όλα αυτά με αφορμή μια προεκλογική εκστρατεία, που στους πιο παλιούς θυμίζει εποχές «βίας και νοθείας» και «επιτηρούμενης φιλελευθεροποίησης». Ειδικά «η Νύχτα της δικαιοσύνης» αποτελεί μια μελέτη πάνω στην έννοια της αντίστασης, καθώς εξετάζει πώς γεννιέται ο αυταρχισμός μέσα από τον φόβο, αλλά και πόσο εύκολο είναι όσοι παλεύουν για έναν δίκαιο σκοπό να διολισθήσουν στον φανατισμό. Πότε ο δρόμος της μη βίας – που μας έδωσε ως παράδειγμα ο Γκάντι – εκλαμβάνεται ως αδυναμία και κατά πόσον η επιλογή της βίας αναπαράγει το ίδιο καθεστώς τρόμου και αυταρχισμού, το οποίο τα επαναστατικά υποκείμενα υποτίθεται ότι αντιμάχονται; Στο «Αίμα του βασιλιά», το έργο αποκτά ακόμα βαθύτερη πολιτική και φιλοσοφική διάσταση. Το ζήτημα πλέον δεν είναι μόνο η ανατροπή της τυραννίας, αλλά τι ακολουθεί μετά. Εδώ ο Ντορισόν συνδιαλέγεται όχι μόνο με τον Όργουελ, αλλά και με τον Καμί και με τα ευρωπαϊκά αντιστασιακά κινήματα και με τη χριστιανική ηθική της αντίστασης. Σε κάθε περίπτωση, η σπουδαία πολιτικο-φιλοσοφική αλληγορία του «Κάστρου των ζώων» αναδεικνύει την πηγή όλων των αποτυχιών των επαναστατικών κινημάτων, και αυτή δεν είναι άλλη από την εκζήτηση της εξουσίας με κάθε μέσο και ως αυτοσκοπού. Η εξουσία παρουσιάζεται σαν μια δύναμη σχεδόν μεταφυσική. Μια δύναμη που διαφθείρει όχι μόνο τους ηγέτες, αλλά και όσους επιθυμούν να τη χρησιμοποιήσουν «για καλό σκοπό». Και όλα αυτά ο σεναριογράφος τα επιτυγχάνει αποφεύγοντας τον διδακτισμό. Το «Κάστρο» δεν λειτουργεί ως μανιφέστο με μανιχαϊστικά σχήματα, αλλά, πρωτίστως, ως ένα συναρπαστικό κόμικς με άψογη σκηνοθεσία, καλοδουλεμένους διαλόγους και μετρημένη αυξομείωση της αφηγηματικής έντασης όταν και όπου χρειάζεται. Το τολμηρό σεναριακό όραμα του Ντορισόν δεν θα μπορούσε να βρει την τελική του μορφή χωρίς το ταλέντο του νεαρού εικονογράφου Ντελέπ, ο οποίος απέδωσε όμορφα, με τα κομψά, τρυφερά και άκρως εκφραστικά σχέδιά του, το ανθρωπομορφικό σύμπαν του «Κάστρου», χωρίς να το μετατρέπει σε ανάλαφρο παραμύθι. Γιατί πίσω από την αιλουροειδή μαχήτρια μις Μ., τον κούνελο Σεζάρ και τον γέρικο πλανόδιο αρουραίο Αζελάρ που αντιμάχονται τον εκμεταλλευτή δικτάτορα ταύρο Σίλβιο και τη συμμορία των σκύλων του, βρίσκεται η αλήθεια που απελευθερώνει: ότι η πραγματική αντίσταση δεν είναι επίδειξη ωμής δύναμης, αλλά μια στάση ζωής βασισμένη τόσο στην πολιτική ανυπακοή όσο και στην ηθική αυτοσυγκράτηση. Και το σχετικό link...
  12. Υπολογίζεται πως πάνω από το 80% των κτιρίων στις ΗΠΑ δεν έχει όροφο που να ονομάζεται 13ος. Φυσικά υπάρχουν πάρα πολλά κτίρια που έχουν 13 και περισσότερους ορόφους, αλλά ο 13ος ονομάζεται 12Α ή 12Β ή Μ ή κατευθείαν 14ος. Αιτία είναι η γνωστή δεισιδαιμονία που συνδέει τον αριθμό 13 με τη γρουσουζιά και την ατυχία. Λίγο ο Μυστικός Δείπνος με τους 13 συνδαιτυμόνες και την ατυχή κατάληξη, λίγο ότι το 13 ξεφεύγει από το δωδεκάρι των ωρών του ρολογιού, των μηνών του έτους, των θεών του Ολύμπου κ.λ.π., το 13, αν εξαιρέσουμε το παλιό ΠΡΟ-ΠΟ που κι αυτό τώρα πια έχει γίνει 14άρι, θεωρείται γκαντεμιά. Κάτι σαν τη μαύρη γάτα, τον σπασμένο καθρέφτη, το πέρασμα κάτω από ανοιχτή σκάλα. Κι ενώ πολλοί είναι αυτοί που πάσχουν από triskaidekaphobia (έτσι ονομάζεται επιστημονικά στις ΗΠΑ ο φόβος και η τάση αποφυγής του αριθμού 13) και σίγουρα δεν θα ήταν οι 13th Floor Elevators το αγαπημένο τους ροκ συγκρότημα, ένα κόμικς των ‘80s έκανε κεντρικό θέμα του τις περιπέτειες των κατοίκων ενός ουρανοξύστη στο Δέκατο Τρίτο Πάτωμα. «Το Δέκατο Τρίτο Πάτωμα» των Άλαν Γκραντ, Τζον Βάγκνερ και Χοσέ Ορτίθ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως». Η σειρά τρόμου «Το Δέκατο Τρίτο Πάτωμα» σε σενάρια των Άλαν Γκραντ και Τζον Βάγκνερ και σχέδια του Χοσέ Ορτίθ δημοσιευόταν στο αγγλικό περιοδικό «Scream» από το 1984 και στη συνέχεια στο περιοδικό «Eagle», ενώ στην Ελλάδα τη γνωρίσαμε από το περιοδικό «Αγόρι» ανάμεσα σε χιουμοριστικές, ποδοσφαιρικές, πολεμικές και διαστημικές ιστορίες. Μια επιλογή των ιστοριών από το 13ο Πάτωμα κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως (μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης, εξώφυλλο: Kyle Hotz, 42 σελίδες) και είναι εντυπωσιακή η προφητική της θεματολογία. Κι αυτό γιατί πρωταγωνιστής είναι ο Μαξ, η «Τεχνητή Νοημοσύνη που είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση μιας πολυκατοικίας και που δημιούργησε ένα δέκατο τρίτο πάτωμα σαν χώρο για να “περιποιείται” παραβάτες και εγκληματίες», όπως επισημαίνει ο Άλαν Γκραντ στον πρόλογό του. Αυτός ο παράξενος επιστάτης δεν διστάζει να σκοτώσει με βασανιστικό τρόπο όσους θεωρεί ότι μπορεί να βλάψουν τους φιλήσυχους κατοίκους καθώς, όπως λέει, «η ευημερία τους είναι καθήκον μου». Για να συμπληρώσει προειδοποιώντας τους αναγνώστες: «Δεν θα θέλατε να καταλήξετε στο 13ο πάτωμα, ε;» Και το σχετικό link...
  13. Στο δεύτερο μέρος της τριλογίας των Renaud Roche και Laurent Hopman για τη ζωή και το έργο του Τζορτζ Λούκας, «Ο Πόλεμος των Άστρων», παρά τις αντιξοότητες και τα τεράστια οικονομικά προβλήματα, συνεχίζεται. Με την ολοκλήρωση του «Πολέμου των Άστρων» το 1977, τον εισπρακτικό θρίαμβο που ακολούθησε και τα επτά βραβεία Όσκαρ που κέρδισε η ταινία, όλα έδειχναν ότι η συνέχεια της καριέρας του Τζορτζ Λούκας θα ήταν πιο εύκολη και η επιτυχία του εγγυημένη. Εκεί τελείωνε ο πρώτος τόμος από το «Ο Πόλεμος του Λούκας» των Laurent Hopman (σενάριο) και Renaud Roche (σχέδιο). Η πραγματικότητα όμως αποδείχτηκε πολύ διαφορετική, όπως περιγράφεται στον δεύτερο τόμο της τριλογίας (μετάφραση: Τατιάνα Ραπακούλια, εκδόσεις Μικρός Ήρως, 210 σελίδες). Κι αυτό γιατί ο νεαρός, ακόμα, σκηνοθέτης, πεπεισμένος για τις ικανότητές του και πεισμωμένος από τα εμπόδια που του είχαν βάλει τα μεγάλα στούντιο στην πρώτη μεγάλη του παραγωγή, αποφάσισε να χρηματοδοτήσει μόνος του τη συνέχεια του οράματός του. Η δεύτερη ταινία του σύμπαντος του «Πολέμου των Άστρων» και πέμπτο επεισόδιο της αφηγηματικής συνέχειας, όπως την είχε ονειρευτεί και σχεδιάσει ο Τζορτζ Λούκας με τίτλο «Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται», ξεκίνησε με έναν υψηλό προϋπολογισμό που πολύ γρήγορα εκτοξεύτηκε. Ταυτόχρονα τα προβλήματα δεν είχαν τελειωμό. Ο σοβαρός τραυματισμός του Μαρκ Χάμιλ (Λούκ Σκαιγουόκερ) σε τροχαίο δυστύχημα που οδήγησε σε πλαστική επέμβαση στη μύτη του (κάτι που εξηγεί και την πρώτη σκηνή της «Αυτοκρατορίας» με τη μάχη του Λουκ απέναντι σε ένα άγριο θηρίο ώστε να αιτιολογηθεί η αλλαγή του προσώπου του), η ατυχής επιλογή της Λι Μπράκετ για το σενάριο μιας και η διάσημη συγγραφέας δεν είχε εμπειρία στην επιστημονική φαντασία, η ενόχληση που ένιωθαν κάποιοι από τους ηθοποιούς της πρώτης ταινίας γιατί δεν πληρώθηκαν καλά, οι συγκυρίες που οδήγησαν στην αδυναμία να βρεθεί κατάλληλο στούντιο στο Λονδίνο όταν έπρεπε να αρχίσουν τα γυρίσματα, η σφοδρή κακοκαιρία στη Νορβηγία το 1979 που δεν επέτρεπε να γυριστούν οι πρώτες σκηνές στα χιόνια, διάφορες αναποδιές στο στούντιο με σοβαρότερη αυτή των αναπνευστικών προβλημάτων που έπληξαν τεχνικούς και ηθοποιούς λόγω των χημικών ουσιών που χρησιμοποιούνταν για τα εφέ. Όλα αυτά δημιούργησαν μια δυσάρεστη κατάσταση που επιδεινωνόταν διαρκώς όσο προκαλούνταν νέες καθυστερήσεις και η ταινία έβγαινε εκτός προγραμματισμού. Κι όλα αυτά σε ένα βαρύ κλίμα από την αρχή λόγω του θανάτου της Μπράκετ, που επηρέασε ψυχολογικά τον Τζορτζ Λούκας. Δεν ήταν όμως ο μόνος θάνατος που σημάδεψε τα γυρίσματα. Στα μέσα του 1979, σε ηλικία μόλις 43 ετών, πέθανε και ο Τζον Μπάρι από την ομάδα των σκηνοθετών μετά από αιφνίδια μηνιγγίτιδα, μια εξαιρετικά μεταδοτική ασθένεια, γεγονός που οδήγησε σε νέα διακοπή των γυρισμάτων. Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως ήταν το οικονομικό, καθώς από τη μια οι απαιτήσεις ήταν πια πολύ περισσότερες από αυτές της πρώτης ταινίας ενός ονειροπόλου και άγνωστου σκηνοθέτη και από την άλλη η τελειομανία του Λούκας δεν επέτρεπε εκπτώσεις. Επιπλέον είχε να διαχειριστεί και τη σχέση του με σπουδαίους ηθοποιούς όπως ο Χάρισον Φορντ, η Κάρι Φίσερ και ο Άλεκ Γκίνες, αλλά και να υλοποιήσει άλλα πρότζεκτ για τα οποία είχε δεσμευτεί με συμβόλαια όπως το σενάριο για τον πρώτο «Ιντιάνα Τζόουνς» του Στίβεν Σπίλμπεργκ και το δεύτερο μέρος από το «American Graffiti» που εν τέλει εξελίχθηκε σε παταγώδη αποτυχία. Είχε όμως και προβλήματα στην προσωπική του ζωή, καθώς η σχέση του με τη σύζυγό του και μοντέρ, Μάρσια Λου Γκρίφιν, δεν ήταν ανέφελη αφενός λόγω της εργασιομανίας του («Έμαθα από τα λάθη μου. […] Θα είμαι στο σπίτι κάθε απόγευμα στις έξι η ώρα. Θα έχουμε τα Σαββατοκύριακα δικά μας, θα πηγαίνουμε διακοπές…» της υπόσχεται, χωρίς να καταφέρει να το τηρήσει), αφετέρου λόγω των ανεπιτυχών προσπαθειών του ζευγαριού να αποκτήσει παιδί, που όπως αποδείχτηκε οφείλονταν σε ζητήματα υγείας του Λούκας. Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό επαγγελματικό, συναισθηματικό και ψυχολογικό μίγμα τα στούντιο, οι εταιρείες και οι τράπεζες δεν σταμάτησαν ούτε λεπτό να πιέζουν για την ολοκλήρωση της ταινίας, τον περιορισμό των εξόδων και το φρένο στις διαδοχικές υπερβάσεις του προϋπολογισμού. Και παρά την αβάσταχτη πίεση, το συνεχές άγχος και τον κίνδυνο να τιναχθούν όλα στον αέρα, ο Τζορτζ Λούκας δεν ξέχασε ποτέ το όνειρο για το Ράντσο Σκαιγούοκερ και τη θεμελίωση των δικών του στούντιο μέσω της εταιρείας Lucas Film. Κάπως έτσι μια ταινία που ξεκίνησε με στόχο να κοστίσει 12 εκατομμύρια δολάρια, έφτασε τον Απρίλιο του 1978 τα 18,5 εκατομμύρια, τον Οκτώβριο τα 21,5 εκατομμύρια, τον Απρίλιο του 1979 τα 25 εκατομμύρια, για να κλείσει τελικά πάνω από τα 33 εκατομμύρια. Αυτές οι τεράστιες αναπροσαρμογές όμως ήταν που επέτρεψαν όλα αυτά που είχε ονειρευτεί ο Τζορτζ Λούκας να γίνουν πράξη: τα πρωτοποριακά για την εποχή τους ειδικά εφέ, τα ανασχεδιασμένα αεροσκάφη, τις διαστημικές μάχες, τα ευφάνταστα όπλα, τις απειλητικές στολές των stormtroopers, ακόμα και την πειστική κίνηση και ομιλία του Γιόντα στον παράξενο και γεμάτο βλάστηση, ομίχλη και υγρασία πλανήτη του. Και φυσικά την εκπληκτική μουσική του Τζον Γουίλιαμς στον οποίο δόθηκε απόλυτη ελευθερία και αυτός έξι εβδομάδες μετά παρέδωσε 108 λεπτά πρωτότυπης μουσικής επένδυσης από μια πολυπληθή ορχήστρα. Συνεχίζοντας στο στιλ του πρώτου τόμου οι Hopman και Roche διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη γιατί επιλέγουν με προσοχή τις λεπτομέρειες στις οποίες θα επεκταθούν και αυτές που θα αφήσουν να περάσουν χωρίς μεγάλη ανάπτυξη. Κυρίως όμως γιατί δεν φιλοτεχνούν μια στεγνή βιογραφία με απλή απαρίθμηση γεγονότων, αλλά προσεγγίζουν ψυχολογικά και συναισθηματικά τον πρωταγωνιστή τους – χρησιμοποιώντας καταλλήλως και με φειδώ το χρώμα –, επιχειρώντας να ερμηνεύσουν τις προσωπικές και καλλιτεχνικές επιλογές του. Δίνοντας παράλληλα και μια σαφή εικόνα του τρόπου λειτουργίας του Χόλυγουντ, των κινηματογραφικών στούντιο και των εταιρειών παραγωγής και διανομής ταινιών. Η ολοκλήρωση του δεύτερου τόμου βρίσκει τον Τζορτζ Λούκας θριαμβευτή και τους αναγνώστες εν αναμονή του τελευταίου μέρους μιας σπουδαίας τριλογίας. Και το σχετικό link...
  14. Τη ζωή, το έργο και τον πρόωρο θάνατο του «Πρίγκηπα» του ελληνικού ροκ αφηγείται το κόμικ «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι». Το σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου βασίστηκε σε έρευνα και συνεντεύξεις με ανθρώπους που γνώρισαν τον μουσικό, ενώ το σχέδιο του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη ισορροπεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο ονειρικό στοιχείο. «Είχε μια σκέψη που ήταν ξυραφένια, μια ευαισθησία που δεν έχω συναντήσει γύρω μου ξανά από τότε», έλεγε γι’ αυτόν ο σκηνοθέτης Ανδρέας Θωμόπουλος. «Η συνεργασία μας άλλαξε τη ζωή μου», τόνιζε ο κιθαρίστας των «Σπυριδούλα», Βασίλης Σπυρόπουλος, προσθέτοντας ότι «είχε έναν χαριτωμένο ναρκισσισμό, ζούσε τη ζωή του σαν ταινία». Και ο Αλέκος Αράπης, μπασίστας στους «Απροσάρμοστους», θα παρατηρούσε ότι «είναι αδιανόητο το πώς ένα εξαρτημένο από ναρκωτικά άτομο χρησιμοποιούσε τόσο λογικά επιχειρήματα, ώστε να σε αποτρέψει να πάρεις ουσίες». Τι ήταν, λοιπόν, για τους άλλους ο Παύλος Σιδηρόπουλος (1948-1990) ή σκέτα «Παύλος», όπως έμεινε γνωστός ακόμα και σε εκείνους που τον συνάντησαν μόνο μέσα από τα τραγούδια του; Τι αποτύπωμα άφησε στους γύρω του; «Αγάπη, τρυφερότητα, παράπονο για το άδικο φευγιό του», απαντά ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, σεναριογράφος του κόμικ «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι», που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως σε σχέδια Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη. «Δεν μας είπε κάποιος κάτι κακό για τον Παύλο», συνεχίζει. «Φυσικά, ήταν ένας άνθρωπος ατελής. Αλλά νομίζω ότι, με το πέρασμα του χρόνου, το απόσταγμα που έμεινε σε όλους ήταν ότι νιώθουν τυχεροί που πέρασε από τη ζωή τους». Εκτός από τις πρωτογενείς συνεντεύξεις που πήρε, ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου μελέτησε και βιογραφίες του Σιδηρόπουλου, συνεντεύξεις του ίδιου ή των μουσικών του, ενώ καθοδηγητικό ρόλο στην έρευνα είχε η Μελίνα Σιδηροπούλου, αδελφή του τραγουδιστή. «Αφηγητής στο κόμικ είναι και δεν είναι ο Παύλος», λέει ο σεναριογράφος, εξηγώντας ότι την ιστορία τη διηγούνται στο σήμερα η «ηχώ» του καλλιτέχνη, το σύνολο όσων έγραψε, είπε και άφησε πίσω του, αλλά και εκείνοι που τον έζησαν, κάτι σαν «το αποτέλεσμα μιας συλλογικής μνήμης». Το σχέδιο του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη, συνεχίζει ο σεναριογράφος, «έχει αυτή την υπέροχη ισορροπία ανάμεσα στο ονειρικό και το ρεαλιστικό, το καθαρό και το βρώμικο. Η βιογραφία ενός τόσο αντιφατικού ανθρώπου, με τόσα ετερόκλητα στοιχεία, δεν θα μπορούσε να εικονογραφηθεί αλλιώς». Υπάρχει εδώ το περιβάλλον στο οποίο γαλουχήθηκε, η αστική οικογένεια του Παύλου Σιδηρόπουλου, ο οποίος ήταν δισέγγονος του Αλέξη Ζορμπά και ανιψιός της Έλλης Αλεξίου. «Είχε μέσα του τον αστό, είχε και τον “αλήτη”. Την πρώτη ιδιότητα την πήρε από το σπίτι του, τη δεύτερη από την ιδιοσυγκρασία του», λέει ο Κατιρτζιγιανόγλου. Υπάρχουν επίσης οι σπουδές του στη Θεσσαλονίκη, η ενασχόλησή του με τη μουσική και τα συγκροτήματά του: οι «Δάμων και Φιντίας», τα «Μπουρμπούλια», οι «Σπυριδούλα» και οι «Απροσάρμοστοι», τους οποίους «ο Παύλος αναγνώριζε ως μπάντα του και ήταν αυτοί που τον συνόδεψαν ώς το τέλος». Το εξώφυλλο του graphic novel «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι», που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μικρός Ηρως σε σενάριο Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και σχέδια Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη. Υπάρχουν ακόμη οι γυναίκες με τις οποίες συνδέθηκε. Και, φυσικά, η εξάρτηση. «Εκεί υπεισέρχεται στην αφήγησή μας το ονειρικό στοιχείο», σημειώνει ο σεναριογράφος. Το οποίο επιστρατεύθηκε ώστε να κρατηθεί μια ισορροπία στην αφήγηση. Αυτός εξάλλου ήταν και ο προβληματισμός του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου, όταν ο εκδότης Λεωκράτης Ανεμοδουράς του πρότεινε να γράψει το κόμικ, μια μέρα που περνούσαν έξω από το παλιό σπίτι του Σιδηρόπουλου, στην οδό Δροσοπούλου στην Κυψέλη. «Είπα το ναι, έχοντας στο μυαλό μου μια πυξίδα: ότι δεν θέλω να προκύψει ούτε μια αγιογραφία, ούτε ένας “κιτρινισμός”. Ο ίδιος ο Παύλος έλεγε ότι εμπεριέχει και τη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή, ότι εκφράστηκε πότε με τη μία, πότε με την άλλη. Προσέγγισα λοιπόν το θέμα της εξάρτησης μέσα από γεγονότα, δείχνοντας τις συνέπειές τους τόσο στον ίδιο, όσο και στους γύρω του», λέει ο σεναριογράφος. Πιστεύει άραγε ότι ο Σιδηρόπουλος ταυτίστηκε με την εξάρτηση; «Επιστρέφω συχνά στην ατάκα που είχε πει ο Δημήτρης Πουλικάκος, για τις υποκριτικές αναδιπλώσεις της δισκογραφικής βιομηχανίας και του Τύπου», απαντά και παραθέτει τη φράση: «Πρεζάκιας εν ζωή. Έλληνας Τζιμ Μόρισον μετά θάνατον. Τυμβωρυχία κανονική». Μια απεικόνιση συνάντησης του Σιδηρόπουλου με τον Διονύση Σαββόπουλο. Στη διαδικτυακή του καμπάνια, το κόμικ συνοδεύεται και από μια playlist με τραγούδια: από τα «Μου ‘πες θα φύγω», «Ο Μπάμπης ο Φλου» και «Στην Κ.», μέχρι το «Βιβλίο των ηρώων», το «Ροκ εν ρολ στο κρεβάτι» κ.ά. Η έκδοση, που συνοδεύεται από πρόλογο του Γιάννη Αγγελάκα, θα παρουσιαστεί την Κυριακή στο πλαίσιο του φεστιβάλ Comicdom, στην Τεχνόπολη. Υπάρχει άραγε κάτι καινούργιο που ανακάλυψε ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου για τον Παύλο Σιδηρόπουλο στη διάρκεια της έρευνάς του; «Μου είπαν πολλοί ότι ήταν καλοπροαίρετος, στα όρια της παιδικής αφέλειας. Του έλεγες “είμαι σε ανάγκη” και δεν εξέταζε αν ήταν αλήθεια. Προσέφερε», απαντά. Κάποια τραγούδια που εκτίμησε εκ νέου; «Τα “Μπλουζ του Πρίγκηπα”, το ντέμο που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του και είναι μόνο φωνή-κιθάρα», λέει. «Είναι ίσως η πιο επιτυχημένη πρόσμειξη μπλουζ και ρεμπέτικων που έχω ακούσει». Και το σχετικό link...
  15. Οι δημιουργοί του κόμικς «Εν Κατακλείδι» (Εκδόσεις Μικρός Ήρως) μιλούν στην ATHENS VOICE για την ξεχωριστή αυτή βιογραφία του Παύλου. Αντισυμβατικός, γνήσιος, ποιητής, επαναστατικός και δυστυχώς αυτοκαταστροφικός. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο «Πρίγκιπας» του ελληνικού ροκ και δισέγγονος του Αλέξη Ζορμπά υπήρξε ένας πανέμορφος – μέσα και έξω – άνθρωπος, ο οποίος μέσα από την ποίηση και τα τραγούδια άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στην εγχώρια μουσική σκηνή. Από τα πρώτα χρόνια στη Θεσσαλονίκη και τους «Δάμων και Φιντίας», μέχρι τις συνεργασίες με τους «Σπυριδούλα» και τον Γιάννη Μαρκόπουλο, ο Παύλος Σιδηρόπουλος άφησε ένα σαφές και ξεχωριστό αποτύπωμα στο ελληνικό ροκ, με τραγούδια που διαπέρασαν τα στεγανά του είδους και έγιναν το ηχητικό ισοδύναμο μιας ολόκληρης περιόδου της «ηλεκτρικής» ελληνικής μουσικής. Στη σύντομη αλλά μεστή και γεμάτη καριέρα του, ο Σιδηρόπουλος πρωταγωνίστησε μεταξύ άλλων στην ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου «Ο Ασυμβίβαστος» (1979). Όπως αναφέρει η εκπομπή «Μηχανή του Χρόνου», ο Φρέντυ Γερμανός έγραψε τότε σχετικά στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία: «Άραγε πώς θα έβρισκε την ταινία του εγγονού του ο ήρωας του Καζαντζάκη; Θα καμάρωνε σίγουρα και ίσως (όταν άναβαν τα φώτα) να μας έλεγε τα ίδια λόγια που είχε χαράξει στην τελευταία του κάρτα από τη Γιουγκοσλαβία: "Εύρον πράσινη πέτρα ωραιοτάτη..."». Ο Παύλος Σιδηρόπουλος έφυγε από τη ζωή στις 6 Δεκεμβρίου 1990 από υπερβολική δόση ηρωίνης. Ήταν μόλις 42 ετών. 36 σχεδόν χρόνια αργότερα, η κληρονομιά του Σιδηρόπουλου παραμένει ζωντανή στο ελληνικό τραγούδι και προσφάτως σε άλλες μορφές τέχνης, όπως τα κόμικς. Με ξεχωριστή αισθητική ματιά και όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, χωρίς την οπτική της «κλειδαρότρυπας», ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης (σκίτσο) και ο Ηλίας Κατιρτζιγιάνογλου (σενάριο) δημιούργησαν μια ξεχωριστή βιογραφία για τον Παύλο με τίτλο «Εν Κατακλείδι», καταδεικνύοντας τις συνθήκες και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, γύρω από κάθε φάση της ζωής και καριέρας του καλλιτέχνη. Το κόμικ δανείζεται φυσικά τον τίτλο του από το θρυλικό τραγούδι που κλείνει τον δίσκο «Φλου», τη συνεργασία δηλαδή του Σιδηρόπουλου με τους Σπυριδούλα που θεωρείται μέχρι σήμερα ένα από τα πλέον ιστορικά άλμπουμ της εγχώριας ροκ παραγωγής. Οι δύο δημιουργοί μίλησαν στην ATHENS VOICE για το «Εν Κατακλείδι», δίνοντας πληροφορίες για την έρευνα στο πλούσιο αρχείο του τραγουδιστή και τη συλλογή του σχετικού υλικού. Κάνοντας μια αναδρομή στη ζωή, το έργο και τη δισκογραφία του Σιδηρόπουλου, ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης και ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου απέδωσαν με σεβασμό και ρεαλισμό τις «αλήθειες» του καλλιτέχνη, του οποίου το αποτύπωμα παραμένει ζωντανό και επιβλητικό μέχρι σήμερα. Τo graphic novel «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι» κυκλοφορεί πανελλαδικά την Τετάρτη 20 Μαΐου, ωστόσο θα είναι διαθέσιμο και στο περίπτερο των εκδόσεων Μικρός Ήρως, στο Comicdom CON 2026 (15-17 Μαΐου – Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων). Εκεί αναμένεται να πραγματοποιηθεί η πρώτη παρουσίασή του βιβλίου, ενώ θα φιλοξενηθεί και σχετική έκθεση. – Πώς προσεγγίσατε τη ζωή και το έργο του Παύλου Σιδηρόπουλου; Πώς γίνεται η επιλογή για το ποια κομμάτια ενός δύσκολου παζλ αφήνει κανείς απ' έξω; Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου: Η προσέγγιση ήταν μια άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στον σεβασμό και τη δραματουργική ανάγκη. Kι η επιλογή του τι θα έμενε εν τέλει εκτός, ήταν ίσως η πιο δύσκολη διαδικασία. Λειτούργησα με ένα αυστηρό φίλτρο αισθητικής, αφήνοντας έξω οτιδήποτε θα εξυπηρετούσε απλώς μια διάθεση «κλειδαρότρυπας». Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης: Προσεγγίσαμε την ιστορία του Παύλου με σεβασμό και αγάπη προς το πρόσωπό του. Σκοπός δεν ήταν να δείξουμε τόσο την καθημερινότητά του όσο τον μουσικό Σιδηρόπουλο. Κάποια από τα περιστατικά που επιλέξαμε για τη δική μας ιστορία είναι πιο σύντομα, άλλα είναι εκτενέστερα και πιο λεπτομερή. Όλα όμως, είναι μια εκδοχή των πραγματικών γεγονότων από τη δική μας ματιά, με σχέδιο και χρώμα. – Θα ήθελα να μας περιγράψετε τη διαδικασία δημιουργίας του «Εν Κατακλείδι». Πώς έγινε η συλλογή του υλικού; Προηγούνται τα σκίτσα ή τα κείμενα σε αυτή την περίπτωση, ή είναι μια ταυτόχρονη διαδικασία; ΚΣ: Ο Ηλίας είχε αναλάβει την έρευνα και το σενάριο και, μαζί με τον Λεωκράτη, οι τρεις μας συζητήσαμε πολύ πάνω σε αυτό και πώς το φαντάζεται ο καθένας μας. Αρχικά, ξεκίνησα να σχεδιάζω μικρά πορτρέτα του Παύλου βασισμένος σε φωτογραφίες και εξώφυλλα από τα άλμπουμ του. Όταν ο Ηλίας άρχισε να μου στέλνει το σενάριο, το χωρίσαμε σε σελίδες και έκανα τα προσχέδια, το layout κάθε σκηνής. Πάνω σε αυτά δούλεψα μετά, κάνοντας διορθώσεις και προσθέτοντας λεπτομέρειες και χρώμα που ήταν και το τελικό στάδιο της εικονογράφησης. ΗΚ: Όπως είπε κι ο Κωνσταντίνος, ήμασταν τρεις σε αυτή την ιστορία, ο εκδότης μας Λεωκράτης Ανεμοδουράς είναι ο τρίτος αφανής δημιουργός του comic, καθώς συνεισέφερε τόσο σε επίπεδο ιδεών, όσο και ενορχήστρωσης της όλης διαδικασίας. Η συλλογή του υλικού ήταν το αποτέλεσμα διετούς εντατικής έρευνας: βιβλία, συνεντεύξεις του ίδιου, πρωτογενείς και μη συνεντεύξεις ανθρώπων-κλειδιά στη ζωή του, βίντεο, μαρτυρίες, και πολλή, πολλή ακρόαση των τραγουδιών του, αλλά και αγαπημένων του καλλιτεχνών, ώστε να κατανοήσω καλύτερα τα πράγματα που τον συγκινούσαν. – Δώστε μας πολύτιμες πληροφορίες από την έρευνα στο αρχείο του Σιδηρόπουλου. Κάποιες μαρτυρίες, ποιήματα ή στίχοι που άξιζε να δουν το φως της δημοσιότητας. ΗΚ: Στο σενάριο ενσωμάτωσα θραύσματα από τον ποιητικό του λόγο και χειρόγραφες σκέψεις του. Παράλληλα, διαβάζοντας το έργο μας ένας fan της μουσικής του Παύλου, θα βρει μέσα σε αυτό πληροφορίες που ήδη γνωρίζει, αλλά και κάποιες που για πρώτη φορά καταγράφονται. Κάθε συνέντευξη κρύβει πάντα κάτι καινούριο, ακόμη κι αν το άτομο έχει μιλήσει πολλές φορές στο παρελθόν για το ίδιο θέμα, εξ ου και ήταν σημαντικό να μιλήσουμε με όποιο σημαντικό πρόσωπο της ζωής του ήταν διαθέσιμο, αρκεί να το επιθυμούσε. Κάτι πάντως που ναι μεν έχει ξαναειπωθεί, αλλά αποτέλεσε αποκάλυψη για μένα, ήταν αυτό που είχε πει πριν χρόνια ο Δημήτρης Πουλικάκος στον Αντώνη Μποσκοΐτη, για τη – σχεδόν παιδική – αθωότητα του Παύλου. Παρά την οξύνοια και τη μόρφωσή του, ο Παύλος παρέμενε ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος, συχνά απροστάτευτος. – Πώς αποφεύγεται η «αγιογραφία» για έναν άνθρωπο τόσο αγαπητό στο ευρύ κοινό, 36 χρόνια μετά τον θάνατό του; ΗΚ: Αποφεύγοντας την ωραιοποίηση των λαθών. Μέρος της γοητείας του Παύλου ήταν οι αντιφάσεις του, ή τουλάχιστον εκεί καταλήξαμε εμείς. Αν τον παρουσιάζαμε ως αψεγάδιαστο, θα τον προδίδαμε. Δείξαμε το σκοτάδι του με ειλικρίνεια αλλά και αξιοπρέπεια. Εξάλλου η «αγιογραφία» σκοτώνει την ουσία του βιογραφούμενου. ΚΣ: Θέλαμε να τονίσουμε περισσότερο τις φωτεινές στιγμές του Παύλου, χωρίς όμως να παραλείψουμε τα σκοτάδια και την πτώση του. Η προσέγγισή μας όμως έγινε με βάση την καλλιτεχνική του πορεία και το έργο του. Προσωπικά, θεωρώ πολύ άδικο να συνδέεται το όνομά του με τα ναρκωτικά και το περιθώριο και να ξεχνάμε το ταλέντο του και την τεράστια σημασία και επιρροή του στον χώρο του ελληνικού ροκ. – Πώς εναλλάσσονται τα χρώματα και το ύφος των σκίτσων, με βάση τις διάφορες περιόδους της ζωής και του έργου του Παύλου; ΚΣ: Η σκέψη μου ήταν κάθε σκηνή να έχει τη δική της απόχρωση ανάλογα με την περίοδο που περιγράφεται σε αυτή, αλλά να αποτυπώνει και τα συναισθήματα, την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Παύλος. Έτσι, ανάλογα με το πώς εξελίσσεται η ιστορία αλλάζει και η χρωματική παλέτα και το σχέδιο αποκτά περισσότερες σκιές, μέχρι που σε σημεία το χρώμα απουσιάζει τελείως. Προσπάθησα με αυτό τον τρόπο να δείξω τα πολλά διαφορετικά πρόσωπα του Παύλου στο πέρασμα του χρόνου και παράλληλα να δώσω μια ροκ ατμόσφαιρα. – Ποια τραγούδια από τη δισκογραφία του Σιδηρόπουλου στάθηκαν ως βάση για το έργο σας και με ποιον τρόπο; ΗΚ: Αφήσαμε τα ίδια τα τραγούδια, τους στίχους και τα ποιήματά του να διαποτίσουν το σενάριο, όχι ως «playlist», αλλά ως λόγια και σκέψεις. Εξάλλου ο Παύλος έγραφε κατά κύριο λόγο, αν όχι αποκλειστικά, βιωματικά. Το «Εν Κατακλείδι» έδωσε φυσικά τον τίτλο και την υπαρξιακή βάση, οι διάσπαρτοι στίχοι του όμως είναι αυτοί που λειτουργούν μέσα στο comic ως η «ηχώ» του, καθοδηγώντας συχνά τον αναγνώστη σε κρίσιμες καμπές της ιστορίας. ΚΣ: Όσο σχεδίαζα κάθε σκηνή της ιστορίας, άκουγα και τα τραγούδια που αναφέρονται σε αυτή. Ένιωσα έτσι να μπαίνω πιο πολύ στο κλίμα του σεναρίου και κάποιοι στίχοι αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το τραγούδι 'Ο κόσμος τους' όπου δείχνουμε τον Παύλο στο λεωφορείο που το γράφει επιστρέφοντας από Θεσσαλονίκη. Ο Ηλίας έχει εντάξει ιδανικά νομίζω στίχους και κομμάτια από τα τραγούδια στην αφήγηση που μπλέκονται με τα λόγια και τα σχέδια. – Στο Comicdom CON 2026 θα γίνει η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου, ενώ θα υπάρχει και σχετική έκθεση. Τι να περιμένουμε από την έκθεση αυτή; ΚΣ: Το κόμικς αυτό είναι μια εξερεύνηση της ψυχής του έργου του Παύλου, ένα διαφορετικό πορτρέτο του για όσους τον ξέρουν και για όσους θέλουν να τον γνωρίσουν. Κατ' επέκταση, η έκθεση είναι κατά κάποιο τρόπο το χρονικό αυτής της δημιουργικής διαδικασίας. Περιλαμβάνει σελίδες, καρέ και προσχέδια δίνοντας και μια εικόνα από το παρασκήνιο της εικονογράφησης. ΗΚ: Να περιμένετε μια ματιά στο παρασκήνιο αυτής της διετούς διαδρομής. Ο επισκέπτης θα έχει την ευκαιρία να δει πώς – για παράδειγμα – ένα αρχειακό εύρημα ή μια προφορική μαρτυρία μετουσιώνεται σε προσχέδιο και τελικά σε σελίδα comic. Ο Γαβριήλ Τομπαλίδης, επιμελητής της έκθεσης, πέρα από καλλιτέχνης και ο ίδιος, είναι ιδρυτής της ιστορικής έκθεσης comics και εικονογράφησης, Εν Αιθρία, πράγμα το οποίο εγγυάται μια ξεχωριστή κι ενδιαφέρουσα προσέγγιση. – Αν ζούσε σήμερα ο Παύλος, για ποια πράγματα θα τραγουδούσε; ΗΚ: Θεωρώ πως οι κεραίες του θα έπιαναν την αποξένωση της ψηφιακής εποχής και τα σημερινά αδιέξοδα. Ενδεχομένως να τραγουδούσε για την απώλεια της αυθεντικότητας σε έναν κόσμο που εστιάζει στην εικόνα και το «φαίνεσθαι». Ωστόσο, προσωπικά, θα ήθελα να τον φαντάζομαι στο "happy end" που στερήθηκε: έναν Παύλο δικαιωμένο (η έλλειψη αναγνώρισης τον βασάνιζε πολύ), που θα είχε βρει τη λύτρωση, έστω από κάποιους δαίμονές του. ΚΣ: Νομίζω πως κάποια από τα τραγούδια και κάποιοι από τους στίχους του μοιάζουν να σχολιάζουν ακριβώς όσα ζούμε και συμβαίνουν μέχρι και σήμερα. Μοιάζουν διαχρονικά και επίκαιρα με κάποιον τρόπο. Ακούστε για παράδειγμα την 'Αποκάλυψη' ή το 'Welcome to the show' και πιστεύω θα συμφωνήσετε. – Τι μορφή θα είχε ένας Παύλος Σιδηρόπουλος αν κυκλοφορούσε αύριο το πρώτο του τραγούδι; ΚΣ: Θεωρώ ότι στο ύφος τουλάχιστον δε θα διέφερε και πολύ από τον Παύλο που ξέρουμε, καθώς πάντα ήταν ανένταχτος και ειλικρινής σε ό,τι έκανε. Πολύ πιθανό να μην είχε καν social και να μαθαίναμε τα τραγούδια του τυχαία, από κάποιο φίλο που θα μας έλεγε «άκου τι ανακάλυψα...». ΗΚ: Συμφωνώ με τον Κωνσταντίνο, κι εγώ δεν πιστεύω ότι θα διέφερε. Ίσως ως «προϊόν» της γενιάς του να μην έγραφε rock, αλλά hip-hop. Το μόνο σίγουρο είναι πως και έτσι, θα είχε συγκλονιστικά αιχμηρούς στίχους και θα ήταν ένας σπουδαίος performer. Και το σχετικό link...
  16. Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές μορφές της ελληνικής ροκ σκηνής. Αντισυμβατικός και βαθιά χαρισματικός, καθιερώθηκε ως ο κατεξοχήν ροκ επαναστάτης. Με έντονη καλλιτεχνική ταυτότητα και ανήσυχο πνεύμα, εξέφρασε μέσα από τη μουσική του τις αγωνίες, τις αντιφάσεις και την ευαισθησία μιας ολόκληρης γενιάς. Τα τραγούδια του διατηρούν μέχρι σήμερα τη δύναμη να συγκινούν και να εμπνέουν τους ακροατές κάθε ηλικίας, αφήνοντας ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική μουσική ιστορία. Το νέο graphic novel με τίτλο «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι», σε σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και σχέδιο του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη, επιχειρεί να εξερευνήσει τη ζωή και την καλλιτεχνική του πορεία. Η παρουσίασή του θα πραγματοποιηθεί στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, στο αμφιθέατρο «Μιλτιάδης Έβερτ», στο πλαίσιο του Comicdom CON Athens 2026, την Κυριακή 17 Μαΐου στις 14:00. Στη συζήτηση θα πάρουν μέρος οι δημιουργοί, καθώς και οι μουσικοί Αλέκος Αράπης και Οδυσσέας Γαλανάκης από τους Απροσάρμοστους, το συγκρότημα του Σιδηρόπουλου, αλλά και ο σκηνοθέτης Ανδρέας Θωμόπουλος. Ταυτόχρονα θα τρέχει μια έκθεση με εικονογραφήσεις, καρέ και προσχέδια από το νέο graphic novel σε επιμέλεια του Γαβριήλ Τομπαλίδη. Προτού συμβούν όλα αυτά, ρωτήσαμε τον Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και τον Κωνσταντίνο Σκλαβενίτη πώς είναι να δημιουργεί κανείς ένα κόμικ για μια τόσο σύνθετη προσωπικότητα. – Πώς γεννήθηκε η ιδέα να γίνει η ζωή του Παύλου Σιδηρόπουλου κόμικ; Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου: Ένα βράδυ, ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς των εκδόσεων Μικρός Ήρως με γυρνούσε σπίτι με το αυτοκίνητο έπειτα από κάποια δράση σχετική με κόμικς. Λίγο προτού φτάσουμε στο νούμερο 50 της οδού Δροσοπούλου, του είπα με ύφος βέρου Κυψελιώτη που ξεναγεί κάποιον στο «χωριό» του: «Εδώ ήταν το σπίτι του Σιδηρόπουλου». Η απάντησή του ήταν κάτι που δεν περίμενα: «Σκέφτομαι καιρό τώρα ένα graphic novel για τον Σιδηρόπουλο. Ξέρω ότι είσαι φαν, πώς θα σου φαινόταν να αναλάμβανες το σενάριο;». Ταλαντεύτηκα αρκετά αναλογιζόμενος το βάρος της ευθύνης προτού πω τελικά το «ναι». Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης: Σε κάθε νέα μου δουλειά μού αρέσει να δοκιμάζω νέα πράγματα και προκλήσεις, κάνοντας όμως κόμικς που κι εγώ θα ήθελα να διαβάσω ως αναγνώστης. Ένα κόμικ για τη ζωή και το έργο του Παύλου Σιδηρόπουλου, ομολογώ, δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μου, μέχρι που μου το πρότεινε ο Λεωκράτης. Απ’ όσο ξέρω, ήταν κάτι που το επεξεργαζόταν ως ιδέα καιρό και το συζητούσε με τον Ηλία που είχε αναλάβει την έρευνα και το σενάριο. Όταν βρεθήκαμε και από κοντά και συζητήσαμε γι’ αυτό, πώς το φαντάζεται ο καθένας μας, θέλησα κι εγώ να γίνω μέρος αυτού του πρότζεκτ που μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον και διαφορετικό από ό,τι είχα κάνει ως εκείνη τη στιγμή. – Πώς ήρθατε για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του; Κ.Σ.: Στα εφηβικά μου χρόνια, τότε που με την παρέα μου γράφαμε κασέτες και ανακαλύπταμε μουσικές. Ακούγαμε ροκ εκπομπές στο ράδιο και θυμάμαι πως τότε, τέλος της δεκαετίας του ’90, μας έκαναν εντύπωση οι στίχοι του Σιδηρόπουλου, και αναρωτιόμασταν ποιο είναι αυτό το «βιβλίο των ηρώων του τρόμου» ή αν υπάρχει αυτή η «Κ». Σε σχέση με τα άλλα συγκροτήματα που ακούγαμε, έμοιαζε πιο σκοτεινός, ωστόσο είχε κάτι γοητευτικό με έναν δικό του απλό τρόπο. Η.Κ.: Ομοίως κι εγώ, στην εφηβεία. Πάντα κάποιος στην παρέα θα έπαιζε το «Να μ’ αγαπάς» στην κιθάρα – ήμασταν όλοι «ναμαγαπάδες» τότε – μέχρι που άρχισαν να διακινούνται οι κασέτες. Τότε ανακάλυψα τον πραγματικό Παύλο. Όχι εκείνον με τις όμορφες μπαλάντες από τον «Ασυμβίβαστο», αλλά τον πιο τραχύ, τον ρoκ Παύλο, που κατέγραφε βιώματα με αφοπλιστική ειλικρίνεια και πρωτόγνωρο βάθος. – Τι σας τράβηξε περισσότερο στη ζωή του; Η.Κ.: Οι αντιφάσεις του. Ήταν αστός και ταυτόχρονα «του δρόμου», διανοούμενος αλλά και «αλήτης», σίγουρος για τον εαυτό του και την ίδια στιγμή ανασφαλής. Ένας άνθρωπος ευγενής, που όμως γινόταν σκληρός και απότομος, γενναιόδωρος με τους συνεργάτες του, αλλά απόλυτα προστατευτικός με το έργο του. Ο Παύλος εμπεριείχε τα άκρα: το φως και το σκοτάδι, τη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή. Κ.Σ.: Όλη η πορεία του και η προσπάθειά του να πετύχει αυτό που αγαπούσε παρά τις δυσκολίες και τις κακές επιλογές με γοητεύει και είναι κάτι που, νομίζω, αγγίζει πολύ κόσμο. – Πώς προσεγγίσατε έναν τόσο σύνθετο και αντιφατικό χαρακτήρα; Η.Κ.: Με τεράστια προσοχή, ώστε ο Παύλος να μην «αγιοποιηθεί», αλλά και σε καμία περίπτωση να μη διολισθήσει η ιστορία του στον εύκολο κιτρινισμό της κλειδαρότρυπας. Ήταν μια εύθραυστη ισορροπία, καθώς έπρεπε να αποτυπωθούν τα γεγονότα με ευθύτητα και τιμιότητα, αποφεύγοντας όμως τους φτηνούς εντυπωσιασμούς στις σκοτεινές του στιγμές, ιδίως σε ό,τι αφορούσε τη χρήση και τις συνέπειές της. – Τι ανακαλύψατε για εκείνον που δεν ξέρατε πριν; Κ.Σ.: Η μουσική του έχει μια ζωντάνια και μια νοσταλγία, μου δίνει την εντύπωση πως σαν να ήξερε τι θα ακολουθούσε. Ακούγοντας τα τραγούδια του ξανά όσο σχεδίαζα, θυμήθηκα κάποια που είχα ξεχάσει ή δεν τους είχα δώσει πολλή σημασία παλιότερα και μου φάνηκε σαν να καθρεφτίζουν την κάθε περίοδο της ζωής του όταν τα έγραφε. Η.Κ.: Έμαθα πολλά κατά τη διάρκεια της διετούς έρευνας που προηγήθηκε της συγγραφής. Αυτό όμως που δεν ήξερα και με άγγιξε περισσότερο είναι κάτι που έχει πει ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο αγαπημένος του «θείος Νώντας»: ότι ο Παύλος ήταν καλοπροαίρετος με όλους, είχε μια σχεδόν παιδική αθωότητα. Μπορεί να ήταν ένας ευφυέστατος άνθρωπος, αλλά σε ορισμένα πράγματα παρέμενε αθώος, σαν μικρό παιδί. – Υπάρχουν φανταστικά ή συμβολικά στοιχεία στο κόμικ; Η.Κ.: Σαφέστατα. Ο αφηγητής στο κόμικ δεν είναι ο ίδιος ο Παύλος, παρόλο που έχει τη μορφή του. Είναι η «ηχώ» του, το απόσταγμα όσων έγραψε, είπε και άφησε πίσω του, και ταυτόχρονα το σύνολο των (συχνά αντιφατικών) αναμνήσεων όσων τον έζησαν. Αναμνήσεις που διαμορφώθηκαν από επιλογή ή από τη συγκυρία. Παράλληλα, ο αναγνώστης θα συναντήσει κάποιες ονειρικές σεκάνς με έντονο το στοιχείο του συμβολισμού. Κ.Σ.: Στις σελίδες της ιστορίας μας συναντάμε πολλούς διαφορετικούς Παύλους, μικρά πορτρέτα στα οποία προσπαθώ να αποτυπώσω τα συναισθήματα της στιγμής, τη διαρκή αλλαγή του στο πέρασμα του χρόνου. Αυτό γίνεται μέσα από το χρώμα και τη χρήση του ασπρόμαυρου σε σημεία, με έντονες γραμμές και τον κατακερματισμό της σελίδας σε μικρότερα καρέ, δίνοντας έμφαση σε στοιχεία όπως τα μάτια, η απουσία φόντου και οι σκιές. – Πώς διαχειριστήκατε τις πιο «σκοτεινές» πλευρές της ζωής του; Προσεγγίσαμε την ιστορία του Παύλου με σεβασμό και αγάπη προς το πρόσωπό του. Σχεδιαστικά δόθηκε μορφή και «ήχος» στα σιωπηλά καρέ, ενώ τόσο σεναριακά όσο και σχεδιαστικά αποφύγαμε το στοιχείο του σοκ ή τις υπερβολικά δραματικές απεικονίσεις. Προτιμήσαμε τα πράγματα περισσότερο να υπονοούνται παρά να επιδεικνύονται. – Υπήρξαν στιγμές που διστάσατε να συμπεριλάβετε κάτι; Κ.Σ.: Είχαμε πει από την πρώτη μας συζήτηση ήδη με τον Ηλία και τον Λεωκράτη, όταν ακόμα φανταζόμασταν πώς θα είναι το τελικό αποτέλεσμα του κόμικ, ότι δεν θέλαμε να τονίσουμε τα σκοτάδια αλλά περισσότερο τις φωτεινές στιγμές του Παύλου. Φυσικά δεν κάναμε αγιογραφία, ούτε παραλείψαμε τις εξαρτήσεις και την πτώση του. Η προσέγγισή μας όμως έγινε με βάση την καλλιτεχνική του πορεία και το έργο του. Προσωπικά, θεωρώ πολύ άδικο να συνδέεται το όνομά του με τα ναρκωτικά και το περιθώριο και να ξεχνάμε το ταλέντο του και την τεράστια σημασία και επιρροή του στον χώρο. Η.Κ.: Ό,τι έμεινε εκτός ήταν οτιδήποτε θα αποτελούσε «βούτυρο στο ψωμί» των θιασωτών του κιτρινισμού. Για παράδειγμα, δεν χρειάζεται να δείξεις έναν μεθυσμένο ή «πιωμένο» frontman επί σκηνής να φέρνει σε απίστευτα δύσκολη θέση την μπάντα του. Είναι φτηνό και οριακά ασεβές. Προτιμήσαμε να δείξουμε τις συνέπειες και το στίγμα της επερχόμενης πτώσης με άλλον τρόπο. Είναι καθαρά θέμα αισθητικής. – Πόσο επηρεάστηκες στο σχεδιαστικό κομμάτι από την αισθητική της εποχής στην οποία έδρασε; Κ.Σ.: Θεωρώ πως το κόμικ μας δεν είναι απλώς μια ροκ βιογραφία αλλά περισσότερο η απεικόνιση μιας εποχής και ενός ανθρώπου που μουσικά την καθόρισε όσο λίγοι. Καθώς η ιστορία μας εκτείνεται στο πέρασμα των δεκαετιών, κάθε σκηνή έχει στοιχεία που παραπέμπουν σε καθεμιά από αυτές. Σχεδίασα κτίρια και γωνιές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης του ’70, τα ρούχα των μουσικών με τις καμπάνες και τα τζιν να κυριαρχούν, τα μαλλιά και τα μουστάκια με τα χαρακτηριστικά στοιχεία της εποχής. Αυτό που μου άρεσε ιδιαίτερα ήταν που ξανασχεδίασα αφίσες και εξώφυλλα δίσκων που κυκλοφόρησαν τότε. Δεν με ενδιαφέρει να τα αποτυπώσω φωτογραφικά αλλά να δίνουν την εικόνα και την ατμόσφαιρα της εποχής, γι’ αυτό κάποιες φορές τα παραλλάσσω και τα αποδίδω με τον δικό μου τρόπο ώστε να ταιριάζουν καλύτερα στη ροή της ιστορίας. – Αν ζούσε σήμερα, πώς φαντάζεστε ότι θα ήταν; Η.Κ.: Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν, ξέρω όμως ότι θα ήθελα το happy end που στερήθηκε. Θα ήθελα έναν Παύλο απεξαρτημένο, που θα ζούσε για να δει την προσφορά του να αναγνωρίζεται, έναν Παύλο με τους δαίμονές του υπό έλεγχο, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε πως δεν θα ήταν τόσο δημιουργικός όσο πριν. Κ.Σ.: Mα ζει, είναι παρών μέσα από τα τραγούδια και τους στίχους του, που μοιάζουν να σχολιάζουν όσα ζούμε και συμβαίνουν μέχρι και σήμερα, δεν έφυγε ποτέ με κάποιον τρόπο. Αυτή η διαχρονικότητά του είναι που τον κάνει κλασικό και προσιτό παράλληλα. – Υπάρχουν συγκεκριμένα τραγούδια που ενέπνευσαν σκηνές; Κ.Σ.: Όσο σχεδίαζα, άκουγα και τα τραγούδια της περιόδου στην οποία αναφέρεται η κάθε σκηνή. Σίγουρα, έστω και υποσυνείδητα, επηρέασαν το αποτέλεσμα. Η.Κ.: Αν και δεν ενέπνευσαν άμεσα συγκεκριμένες σκηνές, αποσπάσματα από τα τραγούδια και τους στίχους του – μην ξεχνάμε ότι ο Παύλος υπήρξε και εξαιρετικός ποιητής – έχουν ενταχθεί στην αφήγηση. – Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο σε όλη τη δημιουργία του κόμικ; Η.Κ.: Με τον Λεωκράτη πήραμε πολλές συνεντεύξεις από συνεργάτες και οικείους του. Υπήρχαν όμως άνθρωποι που δεν ήθελαν ούτε να κατονομαστούν ούτε να «φωτογραφηθούν» μέσα από τα γεγονότα. Χρειάστηκε να επιστρατεύσω διάφορα σεναριακά ευρήματα ώστε να σεβαστούμε την επιθυμία τους, χωρίς όμως να αποσιωπήσουμε το αποτύπωμα που άφησαν στη ζωή του Παύλου. Πιστεύω ότι το εύρημα στο οποίο καταλήξαμε πετυχαίνει αυτή την ισορροπία. Κ.Σ.: Πολλές φορές σχεδίασα κάποια καρέ ή πρόσωπα ξανά και ξανά. Καθώς μιλάμε για κόμικ και όχι ρεαλιστική απεικόνιση ή προσωπογραφίες, με ενδιέφερε περισσότερο να αποτυπώσω την παρουσία των προσώπων στον χώρο, τα συναισθήματα και τη σχέση μεταξύ τους και όχι τόσο να πετύχω την ομοιότητα ή τη φωτογραφική τους απεικόνιση. Τα πιο δύσκολα ήταν ίσως τα σημεία όπου πολλά πρόσωπα έπρεπε να συνυπάρχουν ή να μιλάνε σε μια σειρά καρέ ή στην ίδια σελίδα. Προσπάθησα να το κάνω όσο πιο δημιουργικό και διασκεδαστικό γίνεται ώστε να φαίνεται αυθόρμητο και φυσικό το αποτέλεσμα. Ελπίζω να τα κατάφερα και να σας αρέσει. Το «Εν Κατακλείδι» κυκλοφορεί στις 17 Μαΐου από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Και το σχετικό link...
  17. Στο φεστιβάλ Comicdom Con Athens παρουσιάζεται έκθεση και γκράφικ νόβελ, σχεδιασμένο από τον σκιτσογράφο των «ΝΕΩΝ» Κώστα Σκλαβενίτη. Το Comicdom Con Athens, η μεγάλη γιορτή των κόμικς, της εικονογράφησης, του animation και των επιτραπέζιων παιχνιδιών επιστρέφει από 15 έως 17 Μαΐου, μετατρέποντας την Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων σ’ ένα πολύχρωμο σταυροδρόμι ιστοριών, φαντασίας και δημιουργών. Στην 20ή, επετειακή της χρονιά, η διοργάνωση φιλοξενεί τον συνδημιουργό του εμβληματικού «V for Vendetta» Ντέιβιντ Λόιντ, εκθέσεις, ντοκιμαντέρ για τον θρυλικό Μίλο Μανάρα και περισσότερους από 200 διεθνείς και εγχώριους καλλιτέχνες με νέες κυκλοφορίες κόμικς σ’ ένα πρόγραμμα δράσεων με ελεύθερη είσοδο. Ανάμεσα σε ήρωες που γεννιούνται από μελάνι και έμπνευση, ξεχωρίζει μια σκιτσαρισμένη φιγούρα όχι επειδή φοράει κάποια στολή αλλά επειδή κουβαλάει μνήμη. Είναι ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο «πρίγκιπας» της ελληνικής ροκ, πρωταγωνιστής της έκθεσης «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν κατακλείδι» που στήνεται στο Comicdom με αφορμή την κυκλοφορία του ομώνυμου graphic novel από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως σε σενάριο Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και σχέδιο Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη. Στην έκθεση σε επιμέλεια Γαβριήλ Τομπαλίδη επιχειρείται ένα οπτικό ταξίδι στη ζωή και το έργο του τραγουδιστή μέσα από εικονογραφήσεις, καρέ και προσχέδια της επικείμενης έκδοσης. ΜΕ ΣΕΒΑΣΜΟ «Ο Παύλος Σιδηρόπουλος είναι μια προσωπικότητα με μεγάλο βάρος. Κουβαλάει μια ολόκληρη εποχή. Είναι η ιστορία της ελληνικής ροκ. Εμείς τον προσεγγίσαμε με πολύ σεβασμό, χωρίς να θίξουμε όσα δεν πρέπει, σε συνεννόηση πάντα με την αδελφή του, η οποία έχει τη διαχείριση των δικαιωμάτων του», αναφέρει στα «Πρόσωπα» ο σκιτσογράφος των «ΝΕΩΝ» Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που έχει ετοιμάσει τα σχέδια του κόμικ. Αξιοποιώντας ο ίδιος το πλούσιο αρχειακό υλικό και τα στοιχεία που συγκέντρωσε με την έρευνά του ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, μετέτρεψε ντοκουμέντα, μαρτυρίες και προσωπικές σημειώσεις σε μια συνεκτική εικαστική αφήγηση. «Η πρόκληση ήταν να μείνω όσο πιο πιστός γίνεται στην πραγματικότητα, αλλά να δώσω τα πάντα μέσα από το δικό μου στυλ. Δεν ήθελα να κάνω μια φωτογραφική αποτύπωση αλλά ένα κόμικ που να είναι στο ύφος μου», υπογραμμίζει ο σκιτσογράφος. Για να αποδοθεί με ακρίβεια η πορεία και η προσωπικότητα του Παύλου Σιδηρόπουλου, ο εικονογράφος χρειάστηκε να δημιουργήσει περισσότερα από 500 σκίτσα μέσα σε οκτώ μήνες, τα οποία ντύθηκαν με το σενάριο. «Η ιστορία ξεκινάει από τη δεκαετία του 1960 και καταλήγει στο 1990. Σε όλο αυτό το διάστημα αλλάζουν τα πρόσωπα, ο Παύλος περνάει σε διαφορετικές φάσεις, ακόμα κι εμφανισιακά και μεταβάλλεται το σκηνικό. Επειδή δείχνουμε τοπία κάθε εποχής σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, βασίστηκα σε εικόνες των κτιρίων ή των διάφορων σημείων ώστε να είμαστε όσο πιο πιστοί γίνεται και να φαίνεται η ατμόσφαιρα. Δώσαμε έμφαση στο έργο του, το πώς γεννήθηκε ο δίσκος “Φλου”, πώς ήρθε σε επαφή με το συγκρότημα Σπυριδούλα, την ανταπόκριση που βρήκε το άλμπουμ στον κόσμο και τη μετέπειτα πορεία του με το άλλο συγκρότημα, τους Απροσάρμοστους. Όλο αυτό χωρίζεται σε 14 κεφάλαια όπου το καθένα είναι ένας σταθμός της ζωής του. Κάποια είναι πιο μικρά, πιο σύντομα, άλλα είναι εκτενέστερα. Σκοπός δεν ήταν να δείξουμε τόσο την καθημερινότητά του όσο τον καλλιτέχνη Παύλο Σιδηρόπουλο», τονίζει ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης. ΟΧΙ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ Μέσα από τα σκίτσα σε 100 σελίδες, ξεδιπλώνονται όλες οι πτυχές του τραγουδιστή, από τη δημιουργική του λάμψη μέχρι τις πιο σκοτεινές και αντιφατικές στιγμές του ώστε η εικόνα του να παραμείνει αληθινή, πλήρης και ανθρώπινη. «Θέλαμε να σεβαστούμε κάποια πράγματα αλλά όχι σε υπερβολικό βαθμό ώστε να κάνουμε αγιογραφία. Θέλαμε να είναι μια όμορφη ιστορία που να είναι ειλικρινής» υπογραμμίζει ο σκιτσογράφος. «Σκιτσάροντας χρησιμοποίησα το χαρακτηριστικό μου στυλ και το χρώμα το έκανα ψηφιακά. Αυτό που διαφοροποίησε εδώ τα σχέδια όμως, είναι ότι σε κάθε κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τη διαφορετική περίοδο της ζωής του, έχω χρησιμοποιήσει διαφορετικό χρώμα. Κάθε περίοδος έχει τη δική της απόχρωση η οποία εξαρτάται από τα συναισθήματα, την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Παύλος. Ξεκινάει πιο ατίθασος κι επαναστάτης και περνάει σε φάσεις πιο σκοτεινές και ρομαντικές, ανάλογα με το πώς εξελίσσεται η ιστορία. Προσπάθησα τα χρώματα να παίζουν με αυτό το μοτίβο. Έκανα, ωστόσο, δύο κεφάλαια πιο πειραματικά όπου δοκίμασα πράγματα που δεν τα κάνω συνήθως αλλά είναι εικονογραφικά. Το ένα εξ αυτών, δείχνει τις καταχρήσεις με σχέδια που παίζουν με το μαύρο και το άσπρο. Το άλλο έχει να κάνει με τις σχέσεις της ζωής του και μοιάζει με όνειρο», υπογραμμίζει ο εικαστικός δημιουργός του κόμικ. ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙΣ Μέσα από την παρατεταμένη ενασχόληση με τη ζωή και την πορεία του «διανοούμενου αλήτη» που σφράγισε με τη μουσική του τις καρδιές τόσων ροκάδων, ο σκιτσογράφος κατέληξε σε δικές του προσωπικές ανακαλύψεις που τον βοήθησαν να κατανοήσει βαθύτερα τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο, αναπτύσσοντας μια οικειότητα που τελικά διαμόρφωσε τον τρόπο που τον προσέγγισε. «Ανακάλυψα κάποια ποιήματά του που δεν τα είχα υπόψη μου. Ήξερα ότι έγραφε μόνος τα τραγούδια του αλλά στάθηκα στην ποιητικότητα που έχουν οι στίχοι του. Δεν είναι σαν τους υπόλοιπους ροκ στίχους, είναι λίγο πιο “ψαγμένοι”. Η ποίησή του είναι νομίζω πολύ σημαντική στο έργο του παρότι δεν της έχουμε δώσει πολλή σημασία. Υπάρχουν πολλά στοιχεία κρυμμένα εκεί, αναφορές στη ζωή αλλά και σε όσα τον απασχολούσαν», λέει ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης. «Μου άρεσε που δεν διαχώριζε τη ζωή από τη δουλειά του και κάπως σαν να τα ταύτιζε. Αυτό που έδειχνε ήταν πολύ αληθινό. Στις συναυλίες του εμφανιζόταν όπως κυκλοφορούσε στον δρόμο, μ’ ένα μπλουζάκι και το τσιγάρο στο χέρι, πολύ απλός, καθόλου δήθεν. Ήταν πολύ ειλικρινής κι αυτό περνάει στην ιστορία μας». Και το σχετικό link...
  18. To Φεστιβάλ Comicdom Con Athens γιορτάζει τα εικοστά του γενέθλια στην Τεχνόπολη στο Γκάζι με ένα πλούσιο πρόγραμμα γεμάτο εκθέσεις, ομιλίες, παρουσιάσεις, διαγωνισμούς, συζητήσεις και προβολές για μικρούς και μεγάλους. Η αφίσα του φεστιβάλ από τον Αντώνη Βαβαγιάννη. Μπορεί να έχουν περάσει 20 χρόνια από την πρώτη διεξαγωγή τού Comicdom Con Athens, αλλά όλα δείχνουν πως οι διοργανωτές του δεν έχουν κουραστεί. Παραμένουν αποφασισμένοι και συνεπείς σε όσα σχεδιάζουν και υλοποιούν ενώ οι επισκέπτες του φεστιβάλ αυξάνονται κάθε χρόνο και ανανεώνονται με την προσθήκη νεότερων φίλων των κόμικς. Από το κτίριο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης και στη συνέχεια του Γαλλικού Ινστιτούτου, που στέγασαν το φεστιβάλ για πολλά χρόνια αλλά αποδείχτηκαν μικρά για τις χιλιάδες των επισκεπτών, μέχρι την πλατεία Κλαυθμώνος στην εποχή του Covid, το Comicdom δίνει σταθερά το ραντεβού με το πολυπληθές κοινό της ένατης τέχνης κάθε άνοιξη. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα το Comicdom διοργανώνει και άλλες εκδηλώσεις, εκθέσεις, ομιλίες και συζητήσεις κατά τη διάρκεια του έτους για να κρατά ζεστή τη σχέση με τους φίλους του, ενώ η μετακόμιση στην Τεχνόπολη επιτρέπει ένα ακόμη πλουσιότερο πρόγραμμα με περισσότερους καλλιτέχνες και ποικίλες εκδηλώσεις με τα κόμικς στο επίκεντρο. Όπως κάθε χρόνο τον τόνο στο φεστιβάλ δίνουν οι εκθέσεις. 20 χρόνια Comicdom Con Athens, 30 χρόνια Comicdom Πολύ πριν από το φεστιβάλ, το Comicdom ήταν ένα fanzine που γραφόταν από μια παρέα φίλων με πάθος για τα κόμικς και κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι. Στην κεντρική επετειακή έκθεση, σε επιμέλεια της Λήδας Τσενέ, οι επισκέπτες θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την πορεία από το fanzine των λίγων δεκάδων αντιτύπων στο φεστιβάλ των δεκάδων χιλιάδων επισκεπτών μέσα από πρωτότυπο αρχειακό υλικό, εκδόσεις, αφίσες, φωτογραφίες και σπάνια τεκμήρια. Σχέδια του Μίλο Μανάρα. Στην έκθεση φιλοξενούνται επίσης τα έργα που φιλοτέχνησαν ειδικά για το φεστιβάλ οι προσκεκλημένοι δημιουργοί (Milo Manara, John Romita Jr, Mark Buckingham, David Lloyd, Emanuela Lupacchino, Μιχάλης Διαλυνάς, Ηλίας Κυριαζής, Τόμεκ, DaNi, Αγγελική Σαλαμαλίκη, Θανάσης Πέτρου κ.ά.), ενώ παρουσιάζονται και 8 νέες εικονογραφήσεις που έγιναν ειδικά για τα εικοστά γενέθλια. 20 έργα-σταθμοί: η άνθηση των ελληνικών κόμικς Μαζί με το Comicdom αυτά τα 20 χρόνια μεγάλωσε και η ελληνική σκηνή. Σε επιμέλεια Αριστείδη Κώτση, Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και Μέλανδρου Γκανά η έκθεση ανατρέχει στην πορεία των ελληνικών κόμικς και παρουσιάζει 20 από τα σπουδαιότερα ελληνικά έργα της τελευταίας εικοσαετίας («Αϊβαλί» του Soloup, «Ερωτόκριτος» των Δημοσθένη Παπαμάρκου, Γιάννη Ράγκου και Γιώργου Γούση, «Θανάσης Βέγγος: Η Γαλέρα της Ζωής μου» των Σπύρου Δερβενιώτη και Θανάση Πέτρου, «Σκουριές» των Λεωνίδα Οικονομάκη, Δημήτρη Δαλάκογλου και Αποστόλη Ιωάννου κ.ά.) που αντανακλούν την εντυπωσιακή, θεματικά και εικαστικά, ανάπτυξη της σκηνής. Παύλος Σιδηρόπουλος: Εν Κατακλείδι Απόσπασμα από το βιβλίο για τον Παύλο Σιδηρόπουλο των Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη. Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι» σε σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και σχέδια του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη (εκδόσεις Μικρός Ήρως), η έκθεση, σε επιμέλεια του Γαβριήλ Τομπαλίδη, παρουσιάζει εικονογραφήσεις, καρέ και προσχέδια από το έργο και πλαισιώνεται από την εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου με τη συμμετοχή ανθρώπων που έζησαν και συνεργάστηκαν στενά με τον αντισυμβατικό «πρίγκιπα» του ελληνικού ροκ. Πολυκατοικίες Οι «Πολυκατοικίες» σε σχέδιο του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι. Ο Λεξ τραγουδά για τις «Πολυκατοικίες» και οι Μι Δέλτα (σενάριο) και Δημήτρης-Κρις Αγκαράι (σχέδια) εμπνέονται από τα λόγια του δημοφιλούς ράπερ και μεταφέρουν σε κόμικς τους στίχους του (εκδόσεις Μικρός Ήρως). Σε επιμέλεια του Γαβριήλ Τομπαλίδη η ομώνυμη έκθεση περιγράφει την πορεία του βιβλίου και της ιστορίας από τα προσχέδια μέχρι τα ράφια των βιβλιοπωλείων και συνοδεύεται από την παρουσίαση της έκδοσης. Τιμώμενος καλλιτέχνης: Αντώνης Βαβαγιάννης Με περισσότερα από 17 χρόνια συνεχούς παρουσίας στον έντυπο και ηλεκτρονικό κόσμο, δέκα βιβλία στο ενεργητικό του και χιλιάδες followers στα social media, ο Αντώνης Βαβαγιάννης είναι από τους πιο επιτυχημένους Έλληνες δημιουργούς κόμικς με τα «Κουραφέλκυθρά» του να αποτελούν ένα διαρκές best-seller (εκδόσεις Jemma Press). Στην έκθεση της οποίας τα έργα επιλέγει ο ίδιος καταγράφεται η εξέλιξη της σειράς μέσα στον χρόνο, ενώ ως τιμώμενος καλλιτέχνης επιμελείται το επίσημο εικαστικό του φετινού φεστιβάλ. Ο David Lloyd, σχεδιαστής του «V for Vendetta». Εκτός από τις εκθέσεις, στο 20ό Comicdom Con Athens ξεχωρίζει η παρουσία του David Lloyd, σχεδιαστή του εμβληματικού «V for Vendetta» που συνδημιούργησε με τον Alan Moore για να αναδειχτεί η εικονογραφία του σπουδαίου αυτού έργου σε σύμβολο των κοινωνικών κινημάτων. Δίπλα του θα βρεθεί ο P.J. Holden με τη μεγάλη καριέρα ως δημιουργός τού «Judge Dredd» στο βρετανικό 2000AD, η Arianna Turturro, καταξιωμένη επιμελήτρια της DC, και οι Simon Davis και Boo Cook, επίσης γνωστοί για τις δουλειές τους στο 2000AD. Το Artists' Alley. Στο artists' alley θα βρεθούν περίπου 200 δημιουργοί κόμικς και εικονογράφοι για να παρουσιάσουν τις δουλειές τους και να μιλήσουν με το κοινό, ενώ θα δώσουν το «παρών» και περισσότερες από 60 επιχειρήσεις με βιβλία, παιχνίδια, ρούχα και άλλα προϊόντα σχετικά με την pop κουλτούρα. Το πρόγραμμα συμπληρώνεται με προβολές, διαγωνισμό cosplay, παιχνίδια, θεματικές συζητήσεις, συναυλίες, εργαστήρια και sketch events καθώς και με την απονομή των Ελληνικών Βραβείων Κόμικς την Παρασκευή στις 21.30. ℹ️ 20ό Comicdom Con Athens | Παρασκευή 15 έως Κυριακή 17 Μαΐου 2026, 11.00-21.30 | Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Πειραιώς 100, Γκάζι | Για το πλήρες πρόγραμμα: www.comicdom-con.gr | Είσοδος ελεύθερη Και το σχετικό link...
  19. Μια νέα σειρά με ιστορίες του Γιώργου Θαλάσση ξεκίνησε με το Παιδί-Φάντασμα να εξακολουθεί να ταπεινώνει τους ναζιστές, πάντα με τη βοήθεια της Κατερίνας και του Σπίθα. Από το 1953 ώς το 1968 ο Στέλιος Ανεμοδουράς, με το ψευδώνυμο Θάνος Αστρίτης, έγραφε και ο Βύρων Απτόσογλου σχεδίαζε τις ιστορίες του Μικρού Ήρωα, του έφηβου που με το απαράμιλλο θάρρος και την ευφυΐα του αποτέλεσε πρότυπο και παράδειγμα για χιλιάδες παιδιά. Η τεράστια επιτυχία του, βέβαια, οφειλόταν στο ότι οι περιπέτειές του δεν ήταν μόνο διδακτικές αλλά και συναρπαστικές, γεμάτες ένταση, ανατροπές και εκπλήξεις καθώς και στο γεγονός ότι ο ναζισμός είχε ηττηθεί μόλις πριν από λίγα χρόνια και ακόμα οι άνθρωποι δεν είχαν ξεχάσει την κτηνωδία και τη βαρβαρότητά του. Κάθε νικηφόρα έκβαση των δράσεων του Γιώργου, της Κατερίνας και του Σπίθα στην κατεχόμενη Αθήνα, κάθε αποτελεσματική ενέργειά τους εναντίον των κατακτητών ήταν μια ακόμη νίκη της ανθρωπότητας απέναντι στη θηριωδία των Γερμανών και τα εγκλήματα που διέπραξαν. Απόσπασμα από την ιστορία των Γιώργου Βλάχου και Κώστα Φραγκιαδάκη. Η δύναμη αυτών των ιστοριών ήταν τόσο μεγάλη που όσοι τις διάβαζαν δεν τις ξέχασαν ποτέ, μεταφέροντας το νόημά τους και στις επόμενες γενιές. Κι έτσι, 73 χρόνια μετά την πρώτη περιπέτεια του Μικρού Ήρωα, η επικαιρότητα των μηνυμάτων του παραμένει ζωντανή καθώς ο ναζισμός, αν κι έχει αλλάξει προβιά, εξακολουθεί να απειλεί. Έπειτα από προσπάθειες του Λεωκράτη Ανεμοδουρά, εγγονού του εμπνευστή του Μικρού Ήρωα, υπεύθυνου των εκδόσεων Μικρός Ήρως και προέδρου της Ελληνικής Ακαδημίας Κόμικς, τα τελευταία χρόνια ο μύθος του θρυλικού Ελληνόπουλου έχει αναβιώσει. Απόσπασμα από τη συμμετοχή του Σταύρου Κιουτσιούκη. Η αρχή έγινε το 2023 με τη μεγάλη έκθεση έργων 45 καλλιτεχνών στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης που συνοδεύτηκε από μια επετειακή έκδοση-μελέτη 228 σελίδων για την ιστορία και την επίδραση του Μικρού Ήρωα στις επόμενες γενιές, σε κείμενα Γιώργου Βλάχου. Η συνέχεια ήταν δύο τόμοι με οκτώ ιστορίες ο καθένας φιλοτεχνημένες από ορισμένους εκ των κορυφαίων σύγχρονων Ελλήνων δημιουργών. Και τώρα, ακολουθεί μια νέα σειρά της οποίας μόλις κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος και αναμένεται η συνέχεια. Κάθε τεύχος θα περιλαμβάνει αυτοτελείς ιστορίες διαφορετικών δημιουργών με επίκεντρο τις γενναίες πράξεις του Γιώργου Θαλάσση και της παρέας του αλλά με μεγάλη σεναριακή ελευθερία και θεματική ποικιλία. Εξώφυλλο σε σχέδιο του Δημήτρη Κάσδαγλη Στο πρώτο τεύχος περιέχονται τρεις ιστορίες. Την πρώτη με τίτλο «Παιχνίδια του Μυαλού» υπογράφει ο Δημήτρης Κάσδαγλης που τοποθετεί το Παιδί-Φάντασμα στις αυστριακές Άλπεις να κινδυνεύει έχοντας εισπνεύσει επικίνδυνα αέρια στο εργαστήριο ενός επιστήμονα των ναζί, τη δεύτερη με τίτλο «Η Βάρκα» δημιουργεί ο Σταύρος Κιουτσιούκης που μεταφέρει τη δράση στη σύγχρονη εποχή με τον Γιώργο και τους φίλους του να υπερασπίζονται τους πρόσφυγες σε ένα ελληνικό νησί ενάντια στους νεοναζιστές και στην τρίτη με τίτλο «Παιδί-Φάντασμα εναντίον Φροϋλάιν Χ» συνεργάζονται οι Γιώργος Βλάχος (σενάριο) και Κώστας Φραγκιαδάκης (σχέδια) που στήνουν μια αγωνιώδη περιπέτεια στην οποία ο μικρός ήρως προσπαθεί να εμποδίσει μια δαιμόνια πράκτορα των Γερμανών να δολοφονήσει τον Τσόρτσιλ. Οι τρεις ιστορίες συνθέτουν εν τέλει έναν πολύ ενδιαφέροντα τόμο που υπόσχεται μια εξίσου σπουδαία συνέχεια. Και το σχετικό link...
  20. Από τους στίχους του ΛΕΞ σε καρέ με μελάνι: o Δημήτρης-Κρις Αγκαράι μιλάει για την έμπνευση του επιδραστικού τραγουδιού και τη μεταμόρφωσή του σε κόμικ. Oι «Πολυκατοικίες» ξεκινούν από μια απλή αλλά φορτισμένη αφετηρία: Στη Θεσσαλονίκη της κρίσης, ο Δήμος δέχεται ένα τηλεφώνημα για να επισκεφτεί τον πατέρα του, με τον οποίο έχει διακόψει επαφές εδώ και χρόνια. Το κομμάτι του ΛΕΞ, το κομμάτι μιας ολόκληρης γενιάς έγινε graphic novel από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως σε σχέδιο του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι και σενάριο του Μι Δέλτα. Με halftone υφές και καρέ που σπάνε τα όρια των 52 σελίδων του, όπως έσπαγαν και τα όρια των ανθρώπων που μεγάλωσαν με λίγα κι ένιωσαν πολλά. Γιατί οι πολυκατοικίες δεν είναι απλώς κτίρια. Κουβαλούν κι έχουν να πουν τις δικές τους ιστορίες. – Πώς προέκυψε η ιδέα να μεταφερθεί το τραγούδι «Πολυκατοικίες» του ΛΕΞ σε graphic novel; Όλα ήταν ένα βίωμα του σεναριογράφου του έργου, Μι Δέλτα. Αφού έφυγε από τη ζωή ένα πολύ κοντινό του πρόσωπο και ο ίδιος πάλεψε με δυσκολίες οικονομικές, η παρηγοριά του ήταν φίλοι και παρέες στη Θεσσαλονίκη από τη «street» κουλτούρα. Παρατηρώντας τις ζωές των ανθρώπων στις πολυκατοικίες γύρω του και ακούγοντας φανατικά ΛΕΞ, το τραγούδι «Πολυκατοικίες» ξύπνησε εικόνες στο μυαλό του που θα ήθελε να τις μοιραστεί, και επέλεξε εμένα για να τους δώσω μορφή. – Τι σε τράβηξε περισσότερο στο συγκεκριμένο κομμάτι, η αφήγηση, το συναίσθημα ή η κοινωνική του διάσταση; Και τα τρία. Αν όμως πρέπει να ξεχωρίσω κάτι, θα έλεγα την κοινωνική του διάσταση. Η περίοδος της οικονομικής κρίσης είναι η εποχή που ενηλικιώθηκα, και τη βίωσα πολύ συνειδητά. Είναι κάτι που εμφανίζεται συχνά και στα έργα μου. Για παράδειγμα, στον «Σύμβουλο ερωτικών υποθέσεων», που διαδραματίζεται σ’ εκείνη την περίοδο. Τη ζούμε πολύ ξεκάθαρα στο τραγούδι του ΛΕΞ, αν και θεωρώ πως δυστυχώς δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα από τότε. – Πώς μετέφρασες την ατμόσφαιρα του τραγουδιού του ΛΕΞ σε συγκεκριμένες εικαστικές επιλογές; Το έργο είναι ουσιαστικά χωρισμένο σε τρία μέρη. Στην αρχή βλέπουμε τον Δήμο να συναντά τον άρρωστο πατέρα του, με τον οποίο ήταν χρόνια αποκομμένοι. Εκεί του εξιστορεί τη ζωή του και περνάμε στο παρελθόν. Σ’ αυτό το σημείο μπαίνει και το τραγούδι και αλλάζει εντελώς το σχεδιαστικό ύφος. Αλλάζει η παλέτα των χρωμάτων, τα μελάνια γίνονται πιο κοφτά, τα πλαίσια εξαφανίζονται και τα καρέ απλώνονται απ’ άκρη σ’ άκρη με ξάκρισμα. Πρόσθεσα επίσης υφές halftone για να δώσω μια πιο underground, hip-hop αισθητική. Στο τελευταίο μέρος επιστρέφουμε στο παρόν, πίσω στο δωμάτιο, και επανέρχεται και το αρχικό σχεδιαστικό στιλ. – Υπήρξε κάποιο βασικό οπτικό μοτίβο που λειτούργησε ως «άγκυρα» σε όλο το έργο; Θα έλεγα ότι το βασικό μοτίβο είναι το χρώμα. Στο παρόν έχουμε τα χρώματα ενός σκοτεινού δωματίου, με το θερμό φως από το πορτατίφ και έντονες σκιές. Στο παρελθόν, αντίθετα, χρησιμοποιούνται αποχρώσεις του γκρι μαζί με έντονο κόκκινο, κίτρινο και λίγο μπλε. Για μένα ήταν κάτι αρκετά πρωτόγνωρο και ένας μεγάλος πειραματισμός, γιατί συνήθως δεν βάζω χρώμα στα έργα μου. – Πώς αποφάσισες τη χρωματική παλέτα - είναι συναισθηματική, ρεαλιστική ή συμβολική; Όπως ανέφερα και πριν, στο παρόν, όπου συζητάνε ο Δήμος με τον πατέρα του, τα χρώματα προσπάθησα να τα κάνω πιο ρεαλιστικά και ατμοσφαιρικά. Κι όταν μπαίνει το τραγούδι, τα πάντα αλλάζουν, ξεκινάει το «χάος», σουρεαλισμός. Γκρι αποχρώσεις αλλά κόκκινος ουρανός, φωτιά, τα βλέπουμε όλα από έναν Δήμο νέο, γεμάτο οργή, που διψά για επανάσταση. Κίτρινα φώτα από τα παράθυρα, μια κίτρινη κουτσομπόλα διαχειρίστρια, και τέλος τα μπλε μάτια του Δήμου, μια μικρή δόση ελπίδας. – Πώς μεταφράζεται ένας μουσικός ρυθμός σε εικαστικό ρυθμό μέσα σ’ ένα κόμικ; Νομίζω πως αυτό το αφήνουμε τελικά στον αναγνώστη. Εκεί βρίσκεται και η ιδιαιτερότητα της τέχνης των κόμικς. Ο αναγνώστης, με τη δική του φαντασία, δίνει κίνηση στις στατικές εικόνες – και, στην περίπτωσή μας, δίνει και τον μουσικό ρυθμό στους στίχους. – Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις στη διασκευή ενός ήδη «φορτισμένου» έργου; Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν η σύνθεση των σελίδων του τραγουδιού. Κυρίως γιατί υπήρχαν τρία επίπεδα αφήγησης που έπρεπε να διαβάσει ο αναγνώστης: η εικόνα, οι στίχοι του τραγουδιού και η εξιστόρηση του πρωταγωνιστή. Έπρεπε λοιπόν να κρατηθεί μια ισορροπία ανάμεσά τους και να είμαι πολύ προσεκτικός ώστε η σελίδα να μην «μπουχτίζει». – Οπτικά, πώς ισορρόπησες ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο αφαιρετικό στοιχείο; Όπως ανέφερα, κυρίως με τη διαφοροποίηση του σχεδιασμού ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Στις σελίδες του τραγουδιού πήρα επίσης την πρωτοβουλία, πάντα σε συνεννόηση με τον Μι Δέλτα, να προσθέσω πιο σουρεαλιστικά στοιχεία. Ήθελα να πάμε από μια σταθερή πραγματικότητα σε κάτι πιο ονειρικό. – Υπάρχουν συγκεκριμένες σκηνές που σχεδιάστηκαν σαν βιντεοκλίπ στο χαρτί; Οι σελίδες του τραγουδιού θα μπορούσαν να λειτουργήσουν κάπως σαν βιντεοκλίπ. Δεν ήταν ο αρχικός μου στόχος όταν τις σχεδίαζα. Προέκυψε όμως φυσικά, αφού οι εικόνες συνοδεύονται από τους στίχους και το σενάριο εκεί πάει σε αλληλουχία από σκηνή σε σκηνή. – Πώς δούλεψες τη σχέση εικόνας-κειμένου ώστε να θυμίζει τη ροή του τραγουδιού; Αρχικά ακολούθησα τις οδηγίες του Μι Δέλτα για το πώς θα διαβάζονται οι στίχοι και τι θα απεικονίζουν. Στις περισσότερες περιπτώσεις το ίδιο το τραγούδι του ΛΕΞ σου δίνει ήδη μια πολύ καθαρή εικόνα. Η δυσκολία ήταν το πώς θα ενσωματωθεί το κείμενο μέσα στην εικόνα. Ήταν μια μεγάλη απόφαση οι στίχοι να μπουν μέσα στα καρέ και να αποτελούν κομμάτι της ίδιας της σύνθεσης. – Πόσο σε επηρέασε η αστική αισθητική της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης στο εικαστικό ύφος; Πάντα με επηρέαζε, και νομίζω πως αυτό φαίνεται και σε προηγούμενες δουλειές μου. Όπως ανέφερα και πριν, στον «Σύμβουλο ερωτικών υποθέσεων» η αστική αισθητική της Αθήνας πρωταγωνιστεί σε όλο το έργο. Το ίδιο ισχύει και σε άλλα πρότζεκτ, όπως τα «Αθηναϊκά σκίτσα» που δημοσίευα για έναν χρόνο στο προσωπικό μου Instagram. Νομίζω πως αυτοί ήταν και οι λόγοι που ο Μι Δέλτα επέλεξε εμένα για να σχεδιάσω τις «Πολυκατοικίες». – Πώς μοιράστηκε η δημιουργική διαδικασία; Με τον Μι γνωριζόμαστε τα τελευταία χρόνια μέσα από τον Μικρό Ήρωα και υπάρχει αμοιβαία συμπάθεια. Υπήρχε λοιπόν καλή επικοινωνία και οικειότητα σε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας. Εκείνος είναι ο μεγάλος δημιουργός του έργου – ο εμπνευστής και ο σεναριογράφος. Εγώ, αν θέλεις, λειτούργησα περισσότερο σαν «σκηνοθέτης». – Υπάρχουν κρυμμένες λεπτομέρειες που θα ανακαλύψει ο προσεκτικός αναγνώστης; Ναι, αρκετές. Υπάρχουν αναφορές σε Τρύπες, Βανδαλούπ, στο «Μίσος» του Κασοβίτς, στην «Έβδομη σφραγίδα», στους Wu-Tang, στον Eminem, αλλά και σε γκραφίτι όπως Ethra, HIT, PSE, Bonito. Να ευχαριστήσω και τον φίλο μου τον Θέμη, που μου έδωσε πολλά από τα γκραφίτι και τις ταγκιές για να τα εντάξω στα καρέ. – Οι πολυκατοικίες λειτουργούν ως σύμβολο. Τι αντιπροσωπεύουν για σένα; Όσοι έχουμε μεγαλώσει στην πόλη ζούμε ανάμεσα σε πολυκατοικίες όλη μας τη ζωή. Αν το σκεφτείς βαθιά, είναι παράξενο. Για μένα ήταν πάντα πηγή έμπνευσης. Κουτιά, μικρά και μεγάλα, που στεγάζουν αμέτρητες ιστορίες ανθρώπων. Αντιπροσωπεύουν την γκρίζα πόλη και, με έναν τρόπο, την ομορφιά της ασχήμιας της. – Ποια ήταν η πιο απαιτητική σκηνή σχεδιαστικά και γιατί; Ολόκληρη η εικονογράφηση του τραγουδιού ήταν πολύ απαιτητική. Αν όμως έπρεπε να ξεχωρίσω μία σκηνή, θα έλεγα εκείνη όπου φαίνεται μια πολυκατοικία και μέσα από τα παράθυρά της βλέπουμε τις ζωές των ανθρώπων και τα κοινωνικά προβλήματα να συνυπάρχουν σε μία μόνο εικόνα και να συνοδεύουν τους στίχους του ΛΕΞ: «Ωραία, ρευματοκλοπές, υποτροπές, λογαριασμοί / Ανεργία, αφραγκία, μπάτσοι, Χρυσή Αυγή / Μεροκάματα του τρόμου, εξώσεις, πλειστηριασμοί». Μι Δέλτα Ο Μι Δέλτα γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα. Σπούδασε Κοινωνιολογία και έκανε εταπτυχιακό στην Κοινωνική Ψυχολογία. Το γράψιμό του ξεκίνησε για εκείνον ως μέρος της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας που παρακολουθούσε. Στο παρελθόν έχει γράψει τη νουάρ τριλογία διηγημάτων Βαρκάρηδες, Το Μινόρε του Θανάτου και Πακέτο! Επίσης έχει γράψει το σενάριο για το κόμικς Τερματοφύλακας Γιατρός: Η Ιστορία Συνεχίζεται και το διήγημα Νεκρός Χορός που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Δημήτρης-Κρις Αγκαράι Ο Δημήτρης-Κρις Αγκαράι γεννήθηκε το 1994 στα Τίρανα της Αλβανίας και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε γραφιστική και έχει εργαστεί στον χώρο της γραφιστικής, της εικονογράφησης και του θεάτρου. Η δουλειά του αντλεί έμπνευση από την ελληνική ποπ κουλτούρα, την ερωτική τέχνη και την αστική ταυτότητα της Αθήνας. Είναι γνωστός για τους τίτλους κόμικς: Σύμβουλος Ερωτικών Υποθέσεων, Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ – Ο Έλληνας Σαρλώ (Βραβείο Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου, Ελληνικά Βραβεία Κόμικς 2025) και Σκυλονουάρ. Το «Πολυκατοικίες» είναι ένα graphic novel εμπνευσμένο από το ομώνυμο τραγούδι του ΛΕΞ – μια αφηγηματική κατάδυση στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, σε σενάριο του Μι Δέλτα και σχέδιο του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι. Κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2026 από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, σε 52 σελίδες, σχήμα 21x28 εκατοστά, έγχρωμο. Και το σχετικό link...
  21. Πάντα Ποτέ Στο φετινό Comicdom, οι αγαπητές εκδόσεις Μικρός Ήρως εξέδωσαν ένα ακόμη αισθηματικό BD, ονόματι Πάντα Ποτέ. Το ιδιαίτερο με την συγκεκριμένη ιστορία είναι ότι η αφήγηση είναι ολοκληρωτικά αναδρομική, δηλαδή το κόμικ ξεκινάει από το Κεφάλαιο 20 και τελειώνει με το Κεφάλαιο 1. Από τον εκδότη: Με το Πάντα Ποτέ, ο Jordi Lafebre (Lydie, Je Suis Ceur Silence) μας προσφέρει, με όλη την λυρικότητα και την τρυφερότητα που τον χαρακτηρίζουν, το πρώτο του άλμπουμ ως ολοκληρωμένος συγγραφέας. Ένα έργο γεμάτο αγάπη, έρωτα, μελαγχολία, χιούμορ και πάθος, που απέσπασε διθυραμβικές κριτικές. Συχνά το Πάντα Ποτέ αναφέρεται ως το αντίστοιχο Memento (σκηνοθεσία: Christopher Nolan) των κόμικς. Ωστόσο, δεν πρόκειται για μία ακόμα ιστορία χαμένης αγάπης, όσο για μια ιστορία που καταπιάνεται με την πολυπλοκότητα του θεσμού της οικογένειας, της ενηλικίωσης, του πεπρωμένου, όπως και μια υπενθύμιση πώς η αγάπη είναι το μόνο πράγμα που δεν φθείρεται από τον χρόνο Η ιστορία (περίληψη): Η ιστορία μας ξεκινάει ένα βροχερό βράδυ, όταν δύο ερωτευμένοι, ηλικιωμένοι άνθρωποι, η Άννα και ο Ζενό, συναντιούνται. Όσο προχωράει η ιστορία, βλέπουμε περισσότερα για αυτούς τους δύο χαρακτήρες και τα γεγονότα που τους απέτρεψαν από το να ζήσουν τον Έρωτά τους όλα αυτά τα χρόνια. Η Άννα, αφιέρωσε την ζωή της στην δουλειά της, ως Δήμαρχος στην μικρή αυτή πόλη. Παντρεύτηκε τον Τζουζέπε, που της πρόσφερε σταθερότητα, και απέκτησε μια κόρη την Κλαούντια. Ο Ζένο αντίθετα, ήταν ανέκαθεν ελεύθερο πνεύμα και έζησε την ζωή του ταξιδεύοντας εν πλω, και περνώντας διάφορες περιπέτειες, γράφοντας το διδακτορικό του. Οι δύο επικοινωνούσαν ανέκαθεν, και βλέπουμε πώς εξελίχθηκε η σχέση τους εξ αποστάσεως, καθώς διήγαν τις πολύ διαφορετικές ζωές τους. Σχόλια για σενάριο, σχέδιο και έκδοση: Το σενάριο καλά δομημένο μεν, ολίγον τι αδιάφορο δε. Μπορώ να πω ότι ο δημιουργός έχει χειριστεί καλά την αφήγηση, η οποία όπως ανέφερα είναι σε Full Reverse. Έχει προσθέσει δόσεις χιούμορ, συναισθήματος και συγκίνησης, κάτι που μου άρεσε αρκετά. Χρησιμοποιεί την κλασική ιστορία για ένα ερωτευμένο ζευγάρι που μένει χώρια γιατί τα μέλη του θέλουν να ζήσουν διαφορετικές ζωές, ο ένας ελεύθερη και ο άλλος σταθερή, που έχουμε δει πολλές φορές, αλλά το κάνει με πολύ πρωτότυπο τρόπο. Μου αρέσει επίσης ότι δεν μας δείχνει μόνο την ανάπτυξη των κεντρικών χαρακτήρων, αλλά και των Side Characters όπως ο Τζουζέπε (που συμπάθησα πιο πολύ από τον Ζένο) και η Κλαούντια. Στα αρνητικά βάζω ότι δεν κατάφερε να μου κρατήσει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος, και ότι αυτά που έγιναν στο 1ο κεφάλαιο είναι επιεικώς ανεπαρκή για να δικαιολογήσουν τόσο μεγάλο έρωτα. Προσωπικά, μου φάνηκαν λίγο υπερβολικά συναισθηματικοί οι χαρακτήρες, αλλά αυτό μάλλον συμβαίνει επειδή δεν έχω σε ιδιαίτερη εκτίμηση τέτοιου είδους κόμικς Το σχέδιο από την άλλη, είναι απίστευτα όμορφο, με ζωηρές γραμμές, εκφραστικούς χαρακτήρες και μεγάλη προσοχή στην λεπτομέρεια του Backround. Οι χρωματισμοί όμως είναι αυτοί που δίνουν ζωή στο σχέδιο, κάνοντας το πολύ πιο ελκυστικό. Τιμητική αναφορά στο πανέμορφο εξώφυλλο, που με έκανε να αγοράσω αμέσως το κόμικ. Η έκδοση κλασική του Μικρού Ήρωα, ποιοτικό χαρτί, εξαιρετική μετάφραση/επιμέλεια. Την βρήκα μόνο λίγο "φτωχή" σε σχέση με άλλες εκδόσεις, καθώς δεν είχε εξτραδάκια. Τι να κάνουμε, μας έχετε κακομάθει Εν ολίγοις, προσωπικά δεν τρελάθηκα με το σενάριο του κόμικ, αλλά λάτρεψα το σχέδιο! Προτείνεται σε όσους θέλουν ένα πιο τρυφερό και ανάλαφρο ανάγνωσμα, με ωραίο σχέδιο και ζωηρούς χρωματισμούς! Καλή ανάγνωση σε όλους/ες!
  22. Το Gazzetta διάβασε το graphic novel «Πολυκατοικίες» (Εκδόσεις Μικρός Ήρως), των Μι Δέλτα, Δημήτρη-Κρις Αγκαράι. Η πρώτη σκέψη είναι μια ξαφνική και επίμονη αναρώτηση: αν ο ΛΕΞ ζούσε σε ένα χωριό της ελληνικής περιφέρειας, θα έγραφε τις Πολυκατοικίες; Η απόκριση έρχεται αυθόρμητα και με την ανάγκη ικανοποίησης του ρομαντικού φαντασιακού. Ναι, είναι η απάντηση και αυτό γιατί το εν λόγω κομμάτι δεν είναι μόνο τσιμέντο, παλιές κεραίες και απλωμένα ρούχα στο μπαλκόνι. Αυτό το κομμάτι είναι τα κάγκελα που υψώσαμε μέσα μας, είναι το φως που «πνίξαμε» με την τηλεόραση και τα κινητά μας, είναι τα αόρατα-ορατά όρια που βάλαμε στο σώμα, στα θέλω, στην ψυχή μας. Και όλη την απεραντοσύνη της φύσης να είχε μπροστά του, ο ράπερ για τα σκαλιά που δεν οδηγούν πουθενά και για τα χαλασμένα ασανσέρ θα έγραφε. Το κομμάτι αυτό αφορά αυτό που είμαστε, αυτό που γίναμε και αυτό που δεν θέλουμε να είμαστε. Τον ουρανό ψάχνουμε ανάμεσα στα φρύδια των κτιρίων, το άρωμα της καταγωγής μας μέσα στο καυσαέριο και τα χρώματα που μας λείπουν και παρακαλούμε τη γιαγιά μας να τα μας τα φυλάξει. Οι «Πολυκατοικίες» είναι οι προσευχές που δεν κάνουμε και που η σκιά μας τις πραγματοποιεί κάθε βράδυ, κάθε πρωί. Εδώ ο λόγος είναι ρίμα, χρήμα, εικόνα και graphic novel (από εκδόσεις Μικρός Ήρως) από τους Μι Δέλτα, Δημήτρης-Κρις Αγκαράι. «Μίσος», «Πρόσωπα», «Old Boy» Και επειδή δεν ζούμε στην ελληνική περιφέρεια, ζούμε μέσα στα μεγάλα τσιμεντένια κουτιά, έρχεται το μυθοπλαστικό, έγχαρτο, εγχείρημα «Πολυκατοικίες» και μας επιβεβαιώνει δύο πράγματα: το graphic novel είναι η υψωμένη γροθιά του κόμικ και ότι η ραπ μουσική θα μας αγγίζει όσο δημιουργείται από τα κάτω. Εδώ, λοιπόν, έχουμε την οπτική, καλλιτεχνική, αποτύπωση των δύο. Ο λόγος του ΛΕΞ συναντά το σενάριο και τα μελάνια των Μι Δέλτα, Δημήτρη-Κρις Αγκαράι. Το αποτέλεσμα είναι εύγλωττο, άμεσο, αληθινά συναισθηματικό, σχεδόν το ακούς και σίγουρα μυρίζεις το «ζωντανό» χαρτί της νουβέλας. Οι τέχνες συνομιλούν και συμφωνούν στη λυτρωτική δύναμή τους. Οι σελίδες που ξεφυλλίζεις είναι οι τοίχοι που λυγίζουν και ξεφυλλίζονται, είναι οι τηλεοράσεις που πετάνε στο κενό και είναι οι κοινωνίες που πέφτουν και περιμένουν την πρόσκρουση. Η ιστορία βασίζεται στο ομώνυμο κομμάτι του ράπερ, αλλά ανήκει και στο «Μίσος» του Κασοβίτς και ίσως και στα «Πρόσωπα» του Κασσεβέτη. Θα μπορούσε να είναι και κομμένο επεισόδιο από το «Old Boy»… Μέσα από αυτή τη δουλειά δεν μαθαίνουμε γιατί ζούμε, αλλά πώς ζούμε. Μέσα στις πολυκατοικίες, με soundtrack το κομμάτι του ΛΕΞ. Η έμπνευση επιστρέφεται στον ΛΕΞ Η ιστορία είναι απλή, τοποθετημένη μέσα στα κουτιά των πόλεων και μέσα στις ανομολόγητες σκέψεις μας. Γιος και πατέρας χρόνια αποξενωμένοι. Ο δεύτερος υποφέρει και βρίσκεται λίγο πριν τον θάνατο. Ο πρώτος αποφασίζει να τον συναντήσει και να τα πούνε όπως δεν τα είχαν πει ποτέ. Ο ένας λέει τα κρίματά του και ο άλλος του αφηγείται τη ζωή που έζησε και πώς αυτή τσακίστηκε στα ζόρικα χρόνια της κρίσης, των μνημονίων, των ιών. Τα χρώματα, τα σχέδια, η απεικόνιση των προσώπων και τα σύννεφα με τα λόγια έχουν ενέργεια, καθαρότητα και τις αντανακλάσεις που η ημιφωτισμένη ζωή μας επιτάσσει. Οι στίχοι, η ιστορία του τραγουδιού, γίνονται το προσκήνιο και το παρασκήνιο της νουβέλας και ορίζουν τη σύντομη, μα δυνατή, ιστορία δωματίου. Οι Μι Δέλτα, Δημήτρης-Κρις Αγκαράι πραγματικά πήραν έμπνευση από τον ΛΕΞ και την επέστρεψαν με σεβασμό και γενναιοδωρία. * Το graphic novel κυκλοφορεί σε βιβλιοπωλεία και περίπτερα. Το βρίσκετε και ΕΔΩ. Και το σχετικό link...
  23. Η «Εφ.Συν.» παρουσιάζει το κόμικ «Πολυκατοικίες» των Μι Δέλτα και Δημήτρη-Κρις Αγκαράι που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως» και εικονογραφεί την ατμόσφαιρα που αποπνέει το ομώνυμο τραγούδι του ΛΕΞ ● Τα μουντά αστικά τοπία, τα συλλογικά τραύματα, η φτώχεια και η εργασιακή επισφάλεια μπλέκουν με την όμορφη πλοκή. «Κουτσομπόλες διαχειρίστριες, ρουφιάνοι θυρωροί Τρωκτικά μ’ ακουστικά ακούν τις συνομιλίες Μας χαζεύουν οι εξωγήινοι μέσα από το κουτί Κανένας ασφαλής μέσα στις πολυκατοικίες» Ποιος να φανταζόταν ότι οι πολυκατοικίες που πήραν τη θέση φτωχικών μονοκατοικιών, «υποσχόμενες» ανάπτυξη και οικονομική άνθηση, θα κατέληγαν να αφηγούνται την ιστορία μιας γενιάς που έμαθε να ζει όλο και με λιγότερα. Σήμερα, πίσω από πανομοιότυπες προσόψεις και μπαλκόνια καρμπόν που μοιάζουν επαναλαμβανόμενα σαν σκηνικό, στριμώχνονται ζωές σε μία διαρκή αναμονή, άνθρωποι που προσαρμόζουν τα σχέδιά τους στους μισθούς, στα ενοίκια και στην καθημερινότητά τους στην οποία η επισφάλεια δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας. Οι «Πολυκατοικίες» (εκδ. Μικρός Ηρως), το κόμικ των Μι Δέλτα και Δημήτρη-Κρις Αγκαράι με αφετηρία το ομώνυμο τραγούδι του ΛΕΞ, περισσότερο ως κοινωνικό αίσθημα παρά ως αφηγηματικό οδηγό, συνθέτουν ένα σκοτεινό πορτρέτο της πόλης μετά την κρίση, που αποτελείται από μικρά διαμερίσματα, εύθραυστες ισορροπίες, σχέσεις που δοκιμάζονται από την οικονομική πίεση και την αίσθηση ότι το μέλλον μετατίθεται συνεχώς πιο πέρα. Οι ιστορίες του κόμικ αποφεύγουν τους ηρωισμούς και στρέφονται σε πρόσωπα οικεία και αναγνωρίσιμα, εργαζόμενους χωρίς σταθερό έδαφος, νέους που μετακινούνται ανάμεσα σε προσωρινές δουλειές, ανθρώπους που κατοικούν την ίδια πόλη αλλά σίγουρα δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες. Έτσι, με αυτόν τον τρόπο η κάθε πολυκατοικία γίνεται ένας χάρτης κοινωνικών αντιθέσεων που οι αποστάσεις δεν μετρώνται σε ορόφους αλλά σε ευκαιρίες ζωής. Ανάμεσα στην εικόνα και τον λόγο, οι «Πολυκατοικίες» λειτουργούν ως αφήγηση της συλλογικής εμπειρίας μιας γενιάς που ενηλικιώθηκε μέσα στη διαρκή κρίση και εξακολουθεί να αναζητά χώρο, κυριολεκτικά και συμβολικά, μέσα στην πόλη. Με αφορμή την κυκλοφορία του κόμικ, μιλήσαμε με τους δημιουργούς του, Μι Δέλτα και Δημήτρη-Κρις Αγκαράι. Μι Δέλτα, συγγραφέας ● Τι κάνει τις «Πολυκατοικίες» να μην είναι «ακόμα ένα βιβλίο για τον ΛΕΞ»; Oι «Πολυκατοικίες» είναι εμπνευσμένες από το ομώνυμο τραγούδι, αλλά έχουν μια διαφορετική ιστορία. Ουσιαστικά είναι ένα κοινωνικό ψυχογράφημα, μια αστική ιστορία διαπροσωπικών σχέσεων, αν θέλεις. Το τραγούδι του ΛΕΞ ουσιαστικά είναι μουσικό χαλί σε αυτή την ιστορία. Στόχος ήταν να δείξουμε πως το κομμάτι ήταν πηγή έμπνευσης και παράλληλα ένα κλείσιμο του ματιού σε ανθρώπους της γενιάς μας που είχαν κοινά βιώματα. ● Αναφέρετε στο κείμενό σας ότι, αν κάποιος σας ζητούσε να περιγράψετε την Ελλάδα των τελευταίων 15 ετών σε τρία λεπτά, θα του βάζατε να ακούσει τις «Πολυκατοικίες». Πώς αποφασίσατε να μεταφέρετε αυτό το ηχόχρωμα από τον στίχο στην εικόνα και το μελάνι; Κατά την περίοδο του Covid, στον δεύτερο εγκλεισμό παρατηρούσα από το μπαλκόνι μου τα διαμερίσματα της απέναντι πολυκατοικίας. Έβλεπα φώτα να ανάβουν και να σβήνουν και σκέφτηκα πως αυτό μοιάζει με μια ιδιότυπη τρίλιζα. Μάθαινα χωρίς να το θέλω τις ιστορίες των ανθρώπων που έμεναν απέναντί μου. Ιστορίες δύσκολες αλλά και ελπιδοφόρες. Τότε είπα πως αυτό θέλω να το κάνω κάτι γιατί με συγκίνησε. Το κράτησα σαν ιδέα και όταν ήρθε η ώρα κάναμε τις «Πολυκατοικίες». ● Έχετε δηλώσει ότι το σενάριο αυτού του κόμικ δεν το είδατε ούτε στιγμή ως «δουλειά», αλλά ως μια διαδικασία ψυχοθεραπείας. Πόσο δύσκολο ήταν να εξωτερικεύσετε προσωπικά βιώματα τόσων χρόνων με μορφή συλλογικής αφήγησης; Το γράψιμο είναι μέρος της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας που έχω παρακολουθήσει. Για μένα δεν είναι ούτε εύκολο ούτε δύσκολο να μοιράζομαι σκέψεις και συναισθήματα στα κείμενά μου. Το θεωρώ κάπως αυτονόητο. Όταν αυτό βρίσκει ανθρώπους που τους ακουμπά, τότε χαίρομαι και συγκινούμαι γιατί βλέπω πως το προσωπικό γίνεται συλλογικό και είναι πολύ ωραίο το μοίρασμα. ● Στο εισαγωγικό σημείωμα τονίζετε ότι από τα κείμενα για την «οικονομική κρίση» λείπει συνήθως η άποψη των ίδιων των υποκειμένων. Πιστεύετε ότι το κόμικ, ως μέσο, δίνει μια πιο «ωμή» και ρεαλιστική φωνή σε αυτή τη γενιά; Το κόμικ ως μέσο συνδυάζει δυο επίπεδα αφήγησης, το λεκτικό και την εικόνα. Αυτό βοηθά αρκετά καθώς μια αστική ιστορία όπως είναι η συγκεκριμένη έχει τη δυναμική να πει και να δείξει στιγμές από τις καθημερινές ιστορίες των ανθρώπων στα χρόνια της κρίσης. Και κυρίως να δείξει πώς επηρεάστηκαν οι σχέσεις των ανθρώπων αυτά τα δύσκολα και σκοτεινά χρόνια. ● Γίνονται αναφορές από τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου το 2008 μέχρι την άνοδο της Χρυσής Αυγής και την πανδημία. Πώς αποτυπώνεται αυτή η διαρκής αίσθηση «ασφυξίας» και καταστολής στην πλοκή του έργου; Με το αστικό τοπίο, με την οπτικοποίηση μέσω των εξαιρετικών σκίτσων του Δημήτρη και με την πλοκή η οποία είναι γρήγορη και κοφτή. Μου έχει πει ότι όταν το διαβάζουν νιώθουν σαν να λαχανιάζουν. Αυτό θέλαμε να πετύχουμε. Να πούμε μια καθημερινή απλή ιστορία σε σύντομο χρόνο. Να συμπυκνώσουμε όλα αυτά τα χρόνια της ασφυξίας σε ένα μικρό κόμικ. Το λένε και οι στίχοι από το κομμάτι άλλωστε. Ζήσαμε πολλά ασταμάτητα και ζόρικα. Και ακόμη τα ζούμε. Πόλεμος, ακρίβεια, διαρκές αίσθημα ανασφάλειας. Θέλαμε ωστόσο στο τέλος του κόμικ να επέλθει η λύτρωση ως ένα σινιάλο κατανόησης σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που είδαν το πρόσωπό τους να αυλακώνεται από το άγχος και την πίεση. ● Στην ιστορία γίνεται λόγος για τη μετάβαση από την προβληματική βιολογική οικογένεια στην «οικογένεια του δρόμου». Θεωρείτε την αλληλεγγύη των «διπλανών» μας ως τη μοναδική λύση επιβίωσης σε μια απάνθρωπη εποχή; Όσο και να ακούγεται τετριμμένο, οι φίλοι είναι η οικογένεια που διαλέγουμε. Και αυτό είναι ένα από τα ζητήματα που καταπιάνεται το κόμικ. Πολλές φορές οι σχέσεις με οικογενειακά μας πρόσωπα δεν είναι όπως θέλουμε, χάνεται η επαφή και η κατανόηση ακόμη και από τους πολύ κοντινούς μας. Αντίθετα, βρίσκουμε στις ζωές μας ανθρώπους που μας δένουν κοινά βιώματα, δυσκολίες, και όντως αυτοί οι άνθρωποι γίνονται η «οικογένεια του δρόμου». ● Ένα κεντρικό θέμα του κόμικ είναι ο χρόνος που «σκοτώνει τους μαθητές του». Μπορεί τελικά η τέχνη να λειτουργήσει ως μια «μικρή ρωγμή ελπίδας» απέναντι στη φθορά της καθημερινότητας; Νομίζω πως βοηθάει να ξαλαφρώσουμε αυτά που κουβαλάμε μέσα μας. Τουλάχιστον για μένα έτσι λειτουργεί. Ο χρόνος είναι μια πιεστική έννοια που πάντα στο τέλος μας σκοτώνει. Αν όμως τον αξιοποιήσουμε για να κάνουμε πράγματα που μας κάνουν να νιώσουμε καλύτερα, τότε φτιάχνουμε αυτές τις μικρές ρωγμές. Η διαχείριση του χρόνου είναι ένα από τα ζητήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο ειδικά στις λεγόμενες δυτικές κοινωνίες. Μας έχουν περάσει ως τρόπο ζωής να τρέχουμε συνεχώς για να επιτύχουμε στόχους, κάτι που είναι τρομερά στρεσογόνο, και εσχάτως να δουλεύουμε ατελείωτες ώρες για να επιβιώσουμε. Αυτό θέλει πολιτική δουλειά για να αλλάξει. Η τέχνη δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Μπορεί όμως να σου δείξει μια διαφορετική οπτική για τη ζωή και την καθημερινότητα. Να δώσει ένα ερέθισμα. ● Κλείνετε λέγοντας πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη νίκη από το να παραμένουμε άνθρωποι. Είναι αυτός ο τελικός στόχος της αφήγησης στις «Πολυκατοικίες»; Ναι, όπως ήταν και στον «Νεκρό Χορό». Η καθημερινότητα στον καπιταλιστικό τρόπο ζωής μάς πατάει κάτω. Μας αποκτηνώνει. Χάνουμε συνεχώς την ανθρωπιά μας. Συνηθίσαμε μέχρι και τους πολέμους, την υπέρτατη μορφή αποκτήνωσης. Εικόνες νεκρών παιδιών. Στις «Πολυκατοικίες» προσπαθήσαμε να πούμε πως είναι ΟΚ να χαθείς, να κάνεις λάθη, να αποτύχεις, αλλά πρέπει να συνεχίσεις να προσπαθείς να ξαναβρείς το βάδισμά σου. Να επικοινωνήσεις τα ζόρια σου και τελικά να κατανοήσεις πως οι ατέλειες και οι αντιφάσεις είναι αυτές που σε κάνουν άνθρωπο. Δημήτρης-Κρις Αγκαράι, σκιτσογράφος ● Πώς λειτούργησε η «χημεία» των δυο σας; Τον Μανώλη τον γνώρισα τα τελευταία χρόνια μέσα από τη συνεργασία που είχαμε και οι δύο στις εκδόσεις «Μικρός Ήρως». Κάναμε παρέα συχνά και στα φεστιβάλ κόμικς και τα λέγαμε ωραία. Θεωρώ πως υπήρχε από νωρίς μια οικειότητα μεταξύ μας και αυτό βοήθησε πολύ στην επικοινωνία κατά τη δημιουργία του έργου. Μπορούσαμε να μιλάμε ανοιχτά, να εκφράζουμε τους προβληματισμούς μας και να ανταλλάσσουμε ιδέες, με στόχο να φτάσουμε στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για την ιστορία. ● Με ποιον τρόπο «κούμπωσαν» τα βιώματά σας; Θαρρώ πως η οικονομική κρίση είναι κάτι που σημάδεψε τη γενιά μας και μας έφερε, σε μεγάλο βαθμό, σε κοινά βιώματα. Εγώ την έζησα έντονα μόλις τελείωσα το σχολείο, την περίοδο που έψαχνα δουλειά. Τότε βρέθηκα αντιμέτωπος με καταστάσεις απαξίωσης, μισθούς ξεφτίλας, εκμετάλλευση και μια γενικότερη αβεβαιότητα για το μέλλον. Νομίζω πως πολλοί άνθρωποι της γενιάς μου μπορούν να ταυτιστούν με αυτό το συναίσθημα – με το άγχος, τις κρίσεις πανικού, τον κόμπο στο στομάχι που κουβαλάμε από τότε. Το δυσάρεστο είναι πως, στην ουσία, δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Όσο κι αν προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο, αυτό που βλέπω γύρω μου είναι ότι δουλεύουμε όλο και περισσότερο, αλλά μένουμε συνεχώς στα ίδια. ● Ποιο είναι το αγαπημένο σας σκίτσο; Αυτό που εκφράζει περισσότερο εσάς τον ίδιο; Είναι δύσκολο να διαλέξω, αλλά αν πρέπει, θα ξεχωρίσω τη σελίδα όπου γίνεται η μετάβαση από το παρόν στο παρελθόν – εκεί όπου φεύγει το χρώμα και ξεκινάει το τραγούδι. Είναι μια στιγμή που αλλάζει εντελώς η ατμόσφαιρα της αφήγησης. Άντε και τα σκίτσα στο ρεφρέν «Κουτσομπόλες διαχειρίστριες, ρουφιάνοι θυρωροί», επειδή μου ήταν πολύ διασκεδαστικό να σχεδιάζω μια στερεοτυπική «Κουτσομπόλα διαχειρίστρια» με την υπερβολή της. ● Ποια είναι η θέση της 9ης τέχνης (των κόμικς) στην ελληνική κοινωνία; Όπως κάθε μορφή τέχνης, για μένα τα κόμικς είναι πρώτα απ’ όλα ένας τρόπος επικοινωνίας – κυρίως μέσα από τα συναισθήματα. Η ανάγκη για έκφραση είναι από τα πιο βασικά πράγματα που μας κάνουν ανθρώπους. Τα κόμικς ειδικά, έχουν μια πολύ άμεση σχέση με το κοινό. Από τα σατιρικά στριπ που μπορεί κάποιος να διαβάσει σε μια εφημερίδα ή στο ίντερνετ μέχρι μεγαλύτερες αφηγήσεις που εξελίσσονται σαν μια κινηματογραφική ταινία στο χαρτί. Είναι μια τέχνη που μπορεί να σχολιάσει την καθημερινότητα, να διαμορφώσει αντιλήψεις, αλλά και να πει ιστορίες με έναν πολύ άμεσο και προσιτό τρόπο. Μπορεί ταυτόχρονα να ψυχαγωγήσει, αλλά και να σε κάνει να σκεφτείς. Και το σχετικό link...
  24. Μι Δέλτα και Δημήτρης-Κρις Αγκαράι υπογράφουν μια ιστορία που αντλεί έμπνευση από τις «Πολυκατοικίες» του Λεξ. «Τι άκουσαν οι τοίχοι; Τι είδαν οι δρόμοι; Τι βίωσαν οι ψυχές;» Με αυτά τα ερωτήματα, ο σεναριογράφος του κόμικς «Πολυκατοικίες» (εκδ. Μικρός Ήρως), Μι Δέλτα, εισάγει τον αναγνώστη στο σύμπαν της ιστορίας του – ένα σύμπαν που για πολλούς και πολλές από εμάς είναι κάτι παραπάνω από γνώριμο. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο ομώνυμο τραγούδι του Λεξ, οι στίχοι του οποίου λειτουργούν ως κεντρικός αφηγηματικός άξονας, αλλά στην ίδια την ελληνική πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης. Μια πραγματικότητα βιωμένη, με την οποία ερχόμαστε ξανά σε επαφή μέσα από τις αναμνήσεις του Δήμου, κεντρικού ήρωα της ιστορίας. «Αν λοιπόν κάποιος άνθρωπος με σταματούσε στον δρόμο και μου έλεγε “θέλω να μου περιγράψεις τι συνέβη στην Ελλάδα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, αλλά θέλω να μου το περιγράψεις μέσα σε τρία λεπτά”, τότε θα του έβαζα δίχως σκέψη να ακούσει τις “Πολυκατοικίες”», γράφει ο ίδιος – και όχι άδικα. Το τραγούδι του Λεξ, με το χαρακτηριστικά ωμό και άμεσο ύφος του, συμπυκνώνει «τις παθογένειες και τα προβλήματα που ήρθαν με φόρα να μας χτυπήσουν στα μούτρα για όσα κρύβαμε κάτω από το χαλί για δεκαετίες». Στο κόμικς, το τραγούδι δεν λειτουργεί απλώς ως φόρος τιμής, αλλά ως οργανικό μέρος της αφήγησης. Όταν ο Δήμος επιστρέφει για να συναντήσει τον ετοιμοθάνατο πατέρα του, με τον οποίο έχει αποξενωθεί, επιχειρεί να του αφηγηθεί τα χρόνια που μεσολάβησαν και οι ρίμες του Λεξ γίνονται το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρθρώνεται η εμπειρία του. Μέσα από μια έντονα κινηματογραφική δομή, το τραγούδι λειτουργεί ως αφηγηματικός μοχλός, ενώ η εικονογράφηση μοιάζει σχεδόν σαν ένα ιδιότυπο, εκτεταμένο βιντεοκλίπ. Η ιστορία δεν διεκδικεί δάφνες σεναριακής πρωτοτυπίας και ακριβώς εκεί εντοπίζεται η δύναμή της. Η σχέση πατέρα και γιου, η αποστασιοποίηση, η σύγκρουση και η ύστατη προσπάθεια συμφιλίωσης αποτελούν μια σχεδόν αρχέτυπη αφηγηματική δομή. Όμως το βάρος δεν βρίσκεται στο «τι» συμβαίνει, αλλά στο «πού» και στο «πώς». Γιατί το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η αφήγηση είναι βαθιά συλλογικό. Είναι η Ελλάδα της κρίσης – μια πραγματικότητα που, ακόμα κι αν δεν τη ζήσαμε ακριβώς έτσι, τη βιώσαμε ως μέρος ενός κοινωνικού συνόλου που έμαθε να μεγαλώνει μέσα στη δυσκολία και να ενηλικιώνεται βίαια. Καφενεία με ηλικιωμένους που παίζουν τάβλι, νέοι που χάνονται σε οθόνες, άνθρωποι που καταπιέζουν τα συναισθήματά τους ή λυγίζουν κάτω από το βάρος της πίεσης. Όχι ένας φανταστικός κόσμος, όπως συνηθίζεται στα κόμικς, αλλά ένας κόσμος τρομακτικά γνώριμος. Μέσα από το βλέμμα του Δήμου, η αφήγηση εστιάζει σε εκείνους που συχνά μένουν στο περιθώριο: νέους με παραβατικές συμπεριφορές, καταχρήσεις, μια επιφανειακά «σκληρή» στάση που λειτουργεί ως άμυνα απέναντι σε μια πραγματικότητα ακόμη πιο σκληρή. Σε μια ζωή που αναγκάστηκαν να ζουν, στη θέση της ζωής που τους κλέψανε. Αν όμως το σενάριο δίνει τον τόνο, η εικονογράφηση του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι καθορίζει τον ρυθμό. Το σχέδιό του δεν περιορίζεται στην αποτύπωση της δράσης, αλλά μοιάζει να ξεχύνεται στο χαρτί, με μια ενέργεια που μεταφέρει την αίσθηση της κίνησης. Οι εικόνες του δεν είναι στατικές, λειτουργούν σχεδόν κινηματογραφικά, σαν διαδοχικά καρέ που ρέουν το ένα μέσα στο άλλο. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό παίζει η σκηνοθεσία. Οι γωνίες λήψης, οι εναλλαγές πλάνων και η διαχείριση του χώρου θυμίζουν κινηματογραφική γλώσσα, ενώ το χρώμα δεν λειτουργεί απλώς διακοσμητικά, αλλά ως οργανικό στοιχείο της αφήγησης. Η παλέτα μεταβάλλεται ανάλογα με το επίπεδο της ιστορίας – στο «παρόν», στο οπτικοποιημένο βιντεοκλίπ, στο τρυφερό φλάσμπακ – καθοδηγώντας διακριτικά και το συναίσθημα του αναγνώστη. Οι πολιτισμικές αναφορές των δημιουργών ενσωματώνονται στην αφήγηση σαν ένα διακριτικό κλείσιμο του ματιού. Τα αστικά τοπία των βιντεοκλίπ χιπ χοπ συγκροτημάτων όπως οι RNS, σκηνές από ταινίες όπως «Το Μίσος», ακόμα και τα βιντεοπαιχνίδια της Rockstar, συνθέτουν ένα πολυεπίπεδο σύγχρονο πολιτισμικό υπόβαθρο. Στο κομμάτι του σχεδίου, οι επιρροές από την παράδοση των αστικών κόμικς είναι εμφανείς, ιδίως από το έργο του Γουίλ Άϊσνερ, όπου η πόλη λειτουργεί ως ζωντανός οργανισμός. Όπως στη Νέα Υόρκη του «Συμβολαίου με τον Θεό» ή του «New York: The Big City», έτσι και εδώ το αστικό τοπίο δεν αποτελεί απλώς φόντο, αλλά ενεργό στοιχείο της αφήγησης. Μόνο που στη θέση της Νέας Υόρκης βρίσκεται η Θεσσαλονίκη: μια πόλη εξίσου πυκνή, εξίσου φορτισμένη, γεμάτη ιστορίες. Ο Αγκαράι αναφέρει στον δικό του πρόλογο: «Έχω μεγαλώσει μέσα στις πολυκατοικίες. Όλη η ζωή μου ήταν ανάμεσα σε αυτές. Πάντα ήταν πηγή έμπνευσης για μένα […]». Και κάπως έτσι, ο παραλληλισμός μοιάζει σχεδόν αυτονόητος: στις πολυκατοικίες, κάθε παράθυρο είναι μια ιστορία, θυμίζοντας τα καρέ στις σελίδες των κόμικς. Μικρές ζωές, μικρές αφηγήσεις, που συνυπάρχουν χωρίς να είναι ποτέ εντελώς ξεχωριστές. Ίσως γι’ αυτό οι «Πολυκατοικίες» λειτουργούν τόσο οργανικά ως κόμικς: γιατί, με έναν τρόπο, ήταν ήδη. Κόμικς και χιπ χοπ: μια αμφίδρομη σχέση Τόσο τα κόμικς όσο και η χιπ χοπ, με τη σημερινή τους μορφή, γεννήθηκαν στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, στις ΗΠΑ. Εκεί συναντήθηκαν για πρώτη φορά, κυρίως υπό το φως των αμερικανικών υπερηρωικών κόμικς, διαμορφώνοντας μια σχέση που αποτυπώνεται μέχρι σήμερα σε αμέτρητα παραδείγματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η περίπτωση του MF DOOM, ο οποίος έχτισε ολόκληρη την περσόνα του γύρω από τον υπερκακό Dr. Doom, αλλά και καλλιτέχνες όπως οι Wu-Tang Clan, που υιοθέτησαν ψευδώνυμα και μυθολογίες εμπνευσμένες από κόμικς και παλπ σύμπαντα, ο Jay-Z και ο Eminem, που ενσωματώνουν συχνά αντίστοιχες αναφορές στη γραφή τους. Στην Ελλάδα, η σχέση αυτή εμφανίζεται με διαφορετικούς όρους. Για παράδειγμα, τα Ημισκούμπρια ενσωμάτωσαν με το δικό τους ύφος αναφορές όχι μόνο σε αμερικανικά αλλά και σε ευρωπαϊκά κόμικς (όπως το αλησμόνητο «αυτή δεν είναι μάνα, είναι σκίτσο του Μανάρα»), όχι ως μιμητισμό, αλλά ως οργανικό κομμάτι της ποπ κουλτούρας που τους διαμόρφωσε. Με την ευρεία διάδοση των μάνγκα και των άνιμε στον δυτικό κόσμο τις τελευταίες δεκαετίες, η σχέση αυτή μετασχηματίστηκε. Οι αναφορές σε σειρές όπως το «Dragon Ball» έγιναν ιδιαίτερα συχνές στη σύγχρονη ραπ σκηνή, λειτουργώντας ως κοινός πολιτισμικός κώδικας. Από τον Denzel Curry και τον Big Sean μέχρι τον Lupe Fiasco και τον Childish Gambino, η φιγούρα του Goku και γενικότερα η αισθητική του «Dragon Ball» επανέρχονται διαρκώς, είτε ως μεταφορά δύναμης είτε ως σύμβολο υπέρβασης. Στη σύγχρονη ελληνική ραπ, ο Λεξ είναι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον παράδειγμα αυτής της σχέσης. Ήδη σε ένα από τα πρώτα δημοφιλή τραγούδια του με τίτλο «Από τους υπονόμους» συναντάμε τους στίχους «Ζητάμε ευχές απ’ τον δράκο, το αύριο να μην έρθει δύσκολο / Με τον Σαντάμ και τον Φίλιππο, Son Goku, Vegeta και Piccolo», ενώ στο «Όχι σήμερα» συναντάμε μια αναφορά σε έναν δευτερεύοντα χαρακτήρα της σειράς: «Κι ας είναι γκρίζο το μαλλί σαν του Tranks». Αριστερά: Το τραγούδι «Πολυκατοικίες» κυκλοφόρησε στον δεύτερο δίσκο του Λεξ με τίτλο «2ΧΧΧ» (2018) | Δεξιά: Ο πιο πρόσφατος δίσκος του Λεξ κυκλοφόρησε το 2024 και έχει τίτλο «Γ.Τ.Κ.» Πιο πρόσφατα, στο τελευταίο άλμπουμ «Γ.Τ.Κ.» οι επιρροές από την κουλτούρα των άνιμε γίνονται με ακόμη πιο εμφατικό τρόπο. Στο τραγούδι «Χειρότερη γενιά», ο τίτλος του οποίου εμπνέεται ευθέως από τη δημοφιλή σειρά «One Piece», η σχέση αυτή επισφραγίζεται με στίχους όπως «Μικρούς όλους μας τάισαν τα φρούτα του διαβόλου / Μετά μας αφήσαν να πνιγούμε στα βαθιά / Και φυσικά γίναμε η χειρότερη γενιά». Ακόμα περισσότερο, το τραγούδι «Μωβ βροχή» με τους στίχους «Νιώθω πρωταγωνιστής σε ιαπωνικό μικυμάους / Gomu Gomu No, Κύμα Κάμε Χάμε / Μας διαμόρφωσαν οι ζωγραφιές / Βλέπαμε μονάχοι μες στο σπίτι ιστορίες / Που κερδίζαν πάντα οι πρωταγωνιστές» αποτελεί έναν ιδιότυπο ύμνο σε μια γενιά που μεγάλωσε με ήρωες στο χαρτί και στην οθόνη, κουβαλώντας μέσα της την υπόσχεση ότι, ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες, η ιστορία δεν τελειώνει – απλώς συνεχίζεται στο επόμενο επεισόδιο. Και το σχετικό link...
  25. Ο θρυλικός Μίστερ Νο των ιταλικών κόμικς, ένας ασυμβίβαστος «αυτοεξόριστος» στις ζούγκλες της Νότιας Αμερικής, έγινε 50 ετών και εξακολουθεί να συναρπάζει τους αναγνώστες του. Η πρώτη εμφάνιση του «Μίστερ Νο» έγινε το καλοκαίρι του 1975, λίγες μέρες μετά την κυκλοφορία του «Daniel» του Λουτσιάνο Σέκι, με πρωταγωνιστή έναν πρώην μελλοθάνατο που γλίτωσε την ηλεκτρική καρέκλα και υιοθέτησε την ταυτότητα ενός ντετέκτιβ, και λίγες μέρες πριν από τον «Άγνωστο» του Μάνιους, με κεντρικό χαρακτήρα έναν πρώην λεγεωνάριο σε θανάσιμες περιπέτειες και μικρές δόσεις ελαφράς πορνογραφίας. Από τις τρεις πρωτοποριακές για την εποχή τους σειρές, που κυκλοφόρησαν σχεδόν ταυτόχρονα και απευθύνονταν όλες σε ενήλικο κοινό, η σειρά με τις περιπέτειες του Μίστερ Νο έγινε η πιο δημοφιλής, μεταφράστηκε σε πολλές χώρες και άντεξε για πολλές δεκαετίες. Πιθανώς γιατί ο πρωταγωνιστής της ήταν ένας αντιήρωας που απείχε σημαντικά από άλλους εξιδανικευμένους χαρακτήρες. Έκανε λάθη και υπέκυπτε σε πάθη, του άρεσε το αλκοόλ, ερωτευόταν, είχε ανησυχίες, φοβόταν. Ήταν όμως και δίκαιος, έπαιρνε πάντα το μέρος των αδύναμων, ήταν τίμιος. Είχε ένα πλούσιο και τραυματικό παρελθόν καθώς ήταν πιλότος της αμερικανικής αεροπορίας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σοκαρισμένος από όσα είδε κατά τη διάρκεια του πολέμου και απογοητευμένος από τον άκρατο καταναλωτισμό, την αποξένωση, τη φτώχεια, τις απάνθρωπες συνθήκες ζωής που αντίκρισε με την επιστροφή του στις ΗΠΑ, αποφάσισε να αποσυρθεί σε ένα μακρινό μέρος που θα τον έφερνε σε ισορροπία με τη φύση χωρίς να χρειάζεται να δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Αριστερά: Εξώφυλλο από τη σειρά Revolution με τον Μίστερ Νο στον πόλεμο του Βιετνάμ. Δεξιά: Ο Μίστερ Νο στο Σπίτι του Σατανά. Η Μανάους, η μεγαλύτερη πόλη του Αμαζονίου και ταυτόχρονα περιτριγυρισμένη από αφιλόξενες ζούγκλες και τροπικά δάση, ήταν ο επόμενος σταθμός του και δουλειά του αυτή του πιλότου ενός μικρού αεροσκάφους που μετέφερε τουρίστες, ταξιδιώτες, τυχοδιώκτες, απατεώνες και φυγάδες στις περιοχές γύρω από τον πελώριο ποταμό. Αν και το όνομά του ήταν Τζέρι Ντρέικ, όλοι τον γνώριζαν ως «Μίστερ Νο» γιατί ήταν ένας ιδεολόγος αρνητής κάθε κανόνα πέραν των δικών του ηθικών αξιών, ανυπότακτος σε κάθε εξουσία και κάθε πειθαρχία. Ένας πεισματάρης, περήφανος, μοναχικός και μελαγχολικός πρώην στρατιώτης που ακολουθεί τον δικό του κώδικα τιμής σε έναν αφιλόξενο τόπο χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του. Έναν τόπο που είχε λατρέψει, όμως, στα πολλά ταξίδια του στη Νότια Αμερική ο δημιουργός του, Σέρτζιο Μπονέλι, που υπέγραφε τις ιστορίες με το ψευδώνυμο Γκουίντο Νολίτα (μόνο σύμπτωση δεν αποτελεί ότι η πρώτη συλλαβή του επιθέτου είναι ίδια με το ψευδώνυμο του χαρακτήρα του). Το «Νο», επίσης, πρέπει να αντλεί και λίγο από τον «Dr. No», αντίπαλο του Τζέιμς Μποντ στην πρώτη κινηματογραφική ταινία του Βρετανού πράκτορα το 1962, όπως και το όνομα Τζέρι Ντρέικ πρέπει να σχετίζεται με τη σειρά κόμικς «Kerry Drake» του Άλφρεντ Άντριόλα που κυκλοφόρησε στην Ιταλία το 1975. Ως προς τη μορφή και τη φυσιογνωμία του Μίστερ Νο, από την άλλη, αυτά που ξέρουμε είναι ότι ο Σέρτζιο Μπονέλι είχε ζητήσει από τον σχεδιαστή και φίλο του, Γκαλιένο Φέρι, γνωστό για τα σχέδια του Ζαγκόρ, να χρησιμοποιήσει ως «μοντέλα» τους ηθοποιούς Στιβ ΜακΚουίν και Τζέιμς Κόμπερν. Ολες αυτές τις ομοιότητες και συσχετίσεις επισημαίνει το εξαντλητικά αναλυτικό εισαγωγικό κείμενο του Γκαμπριέλε Φερέρο στο επετειακό «Μίστερ Νο – 50 Χρόνια» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως με την ιστορία του 1999 «Το τελευταίο Σύνορο» (μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης, 114 σελίδες) σε σενάριο του Μικέλε Μασιέρο και σχέδια των αδερφών Ντομένικο και Στέφανο Ντι Βίτο, μια ιστορία που παρουσιάζει τον Αμερικανό πιλότο στο μέλλον και την επίσκεψη που δέχεται από τον φιλόδοξο γιο ενός πρώην συμπολεμιστή του που θέλει να γίνει ο νέος Μίστερ Νο. Λίγα χρόνια μετά από αυτή την ξεχωριστή ιστορία, το 2006, και μετά από 379 μηνιαία τεύχη το περιοδικό «Μίστερ Νο» διέκοψε την κυκλοφορία του. Το 2018 ωστόσο, κυκλοφόρησαν έξι τόμοι σε μια εναλλακτική εκδοχή του Τζέρι Ντρέικ που εμφανίζεται νεότερος και είναι βετεράνος του πολέμου του Βιετνάμ, ενώ το 2019 ο χαρακτήρας επανήλθε στην κανονικότητα σε μια νέα σειρά 14 τευχών. Παλαιότερα, ο Μίστερ Νο είχε ταξιδέψει και μακριά από τη Μανάους και είχε βρεθεί στην Αφρική, τις ΗΠΑ και την Ασία. Εξώφυλλο (πάνω) και απόσπασμα (δεξιά) από την ελληνική επετειακή έκδοση για τα 50 χρόνια του Μίστερ Νο. Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια οι περιπέτειές του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως ενώ τα άμεσα αντανακλαστικά του Στέλιου Ανεμοδουρά και των εκδόσεών του τον είχαν συστήσει στους Έλληνες αναγνώστες ήδη από το 1976, μόλις λίγους μήνες μετά την πρώτη ιταλική του έκδοση. Σήμερα, παρά τα 50 του χρόνια, ο Μίστερ Νο, αηδιασμένος από τον πόλεμο, με τις εκτός σειράς έκτακτες κυκλοφορίες του παραμένει δημοφιλής και επίκαιρος. Μα πάνω απ’ όλα ανθρώπινος, ευάλωτος, γενναίος και συμφιλιωμένος με τον εαυτό του. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.