Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'εκδόσεις μικρός ήρως'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Γερμανίκεια
  • Ιστορική/ φιλολογική γωνιά
  • Περί ανέμων και υδάτων
  • Dhampyr Diaries
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • The Unstable Geek
  • Κομικσόκοσμος
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Valt's blog
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • Film
  • Θέμα ελεύθερο
  • Vet in madness
  • GCF about comics
  • Dr Paingiver's blog

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

  1. Οι δημιουργοί του κόμικς «Εν Κατακλείδι» (Εκδόσεις Μικρός Ήρως) μιλούν στην ATHENS VOICE για την ξεχωριστή αυτή βιογραφία του Παύλου. Αντισυμβατικός, γνήσιος, ποιητής, επαναστατικός και δυστυχώς αυτοκαταστροφικός. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο «Πρίγκιπας» του ελληνικού ροκ και δισέγγονος του Αλέξη Ζορμπά υπήρξε ένας πανέμορφος – μέσα και έξω – άνθρωπος, ο οποίος μέσα από την ποίηση και τα τραγούδια άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στην εγχώρια μουσική σκηνή. Από τα πρώτα χρόνια στη Θεσσαλονίκη και τους «Δάμων και Φιντίας», μέχρι τις συνεργασίες με τους «Σπυριδούλα» και τον Γιάννη Μαρκόπουλο, ο Παύλος Σιδηρόπουλος άφησε ένα σαφές και ξεχωριστό αποτύπωμα στο ελληνικό ροκ, με τραγούδια που διαπέρασαν τα στεγανά του είδους και έγιναν το ηχητικό ισοδύναμο μιας ολόκληρης περιόδου της «ηλεκτρικής» ελληνικής μουσικής. Στη σύντομη αλλά μεστή και γεμάτη καριέρα του, ο Σιδηρόπουλος πρωταγωνίστησε μεταξύ άλλων στην ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου «Ο Ασυμβίβαστος» (1979). Όπως αναφέρει η εκπομπή «Μηχανή του Χρόνου», ο Φρέντυ Γερμανός έγραψε τότε σχετικά στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία: «Άραγε πώς θα έβρισκε την ταινία του εγγονού του ο ήρωας του Καζαντζάκη; Θα καμάρωνε σίγουρα και ίσως (όταν άναβαν τα φώτα) να μας έλεγε τα ίδια λόγια που είχε χαράξει στην τελευταία του κάρτα από τη Γιουγκοσλαβία: "Εύρον πράσινη πέτρα ωραιοτάτη..."». Ο Παύλος Σιδηρόπουλος έφυγε από τη ζωή στις 6 Δεκεμβρίου 1990 από υπερβολική δόση ηρωίνης. Ήταν μόλις 42 ετών. 36 σχεδόν χρόνια αργότερα, η κληρονομιά του Σιδηρόπουλου παραμένει ζωντανή στο ελληνικό τραγούδι και προσφάτως σε άλλες μορφές τέχνης, όπως τα κόμικς. Με ξεχωριστή αισθητική ματιά και όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, χωρίς την οπτική της «κλειδαρότρυπας», ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης (σκίτσο) και ο Ηλίας Κατιρτζιγιάνογλου (σενάριο) δημιούργησαν μια ξεχωριστή βιογραφία για τον Παύλο με τίτλο «Εν Κατακλείδι», καταδεικνύοντας τις συνθήκες και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, γύρω από κάθε φάση της ζωής και καριέρας του καλλιτέχνη. Το κόμικ δανείζεται φυσικά τον τίτλο του από το θρυλικό τραγούδι που κλείνει τον δίσκο «Φλου», τη συνεργασία δηλαδή του Σιδηρόπουλου με τους Σπυριδούλα που θεωρείται μέχρι σήμερα ένα από τα πλέον ιστορικά άλμπουμ της εγχώριας ροκ παραγωγής. Οι δύο δημιουργοί μίλησαν στην ATHENS VOICE για το «Εν Κατακλείδι», δίνοντας πληροφορίες για την έρευνα στο πλούσιο αρχείο του τραγουδιστή και τη συλλογή του σχετικού υλικού. Κάνοντας μια αναδρομή στη ζωή, το έργο και τη δισκογραφία του Σιδηρόπουλου, ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης και ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου απέδωσαν με σεβασμό και ρεαλισμό τις «αλήθειες» του καλλιτέχνη, του οποίου το αποτύπωμα παραμένει ζωντανό και επιβλητικό μέχρι σήμερα. Τo graphic novel «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι» κυκλοφορεί πανελλαδικά την Τετάρτη 20 Μαΐου, ωστόσο θα είναι διαθέσιμο και στο περίπτερο των εκδόσεων Μικρός Ήρως, στο Comicdom CON 2026 (15-17 Μαΐου – Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων). Εκεί αναμένεται να πραγματοποιηθεί η πρώτη παρουσίασή του βιβλίου, ενώ θα φιλοξενηθεί και σχετική έκθεση. – Πώς προσεγγίσατε τη ζωή και το έργο του Παύλου Σιδηρόπουλου; Πώς γίνεται η επιλογή για το ποια κομμάτια ενός δύσκολου παζλ αφήνει κανείς απ' έξω; Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου: Η προσέγγιση ήταν μια άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στον σεβασμό και τη δραματουργική ανάγκη. Kι η επιλογή του τι θα έμενε εν τέλει εκτός, ήταν ίσως η πιο δύσκολη διαδικασία. Λειτούργησα με ένα αυστηρό φίλτρο αισθητικής, αφήνοντας έξω οτιδήποτε θα εξυπηρετούσε απλώς μια διάθεση «κλειδαρότρυπας». Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης: Προσεγγίσαμε την ιστορία του Παύλου με σεβασμό και αγάπη προς το πρόσωπό του. Σκοπός δεν ήταν να δείξουμε τόσο την καθημερινότητά του όσο τον μουσικό Σιδηρόπουλο. Κάποια από τα περιστατικά που επιλέξαμε για τη δική μας ιστορία είναι πιο σύντομα, άλλα είναι εκτενέστερα και πιο λεπτομερή. Όλα όμως, είναι μια εκδοχή των πραγματικών γεγονότων από τη δική μας ματιά, με σχέδιο και χρώμα. – Θα ήθελα να μας περιγράψετε τη διαδικασία δημιουργίας του «Εν Κατακλείδι». Πώς έγινε η συλλογή του υλικού; Προηγούνται τα σκίτσα ή τα κείμενα σε αυτή την περίπτωση, ή είναι μια ταυτόχρονη διαδικασία; ΚΣ: Ο Ηλίας είχε αναλάβει την έρευνα και το σενάριο και, μαζί με τον Λεωκράτη, οι τρεις μας συζητήσαμε πολύ πάνω σε αυτό και πώς το φαντάζεται ο καθένας μας. Αρχικά, ξεκίνησα να σχεδιάζω μικρά πορτρέτα του Παύλου βασισμένος σε φωτογραφίες και εξώφυλλα από τα άλμπουμ του. Όταν ο Ηλίας άρχισε να μου στέλνει το σενάριο, το χωρίσαμε σε σελίδες και έκανα τα προσχέδια, το layout κάθε σκηνής. Πάνω σε αυτά δούλεψα μετά, κάνοντας διορθώσεις και προσθέτοντας λεπτομέρειες και χρώμα που ήταν και το τελικό στάδιο της εικονογράφησης. ΗΚ: Όπως είπε κι ο Κωνσταντίνος, ήμασταν τρεις σε αυτή την ιστορία, ο εκδότης μας Λεωκράτης Ανεμοδουράς είναι ο τρίτος αφανής δημιουργός του comic, καθώς συνεισέφερε τόσο σε επίπεδο ιδεών, όσο και ενορχήστρωσης της όλης διαδικασίας. Η συλλογή του υλικού ήταν το αποτέλεσμα διετούς εντατικής έρευνας: βιβλία, συνεντεύξεις του ίδιου, πρωτογενείς και μη συνεντεύξεις ανθρώπων-κλειδιά στη ζωή του, βίντεο, μαρτυρίες, και πολλή, πολλή ακρόαση των τραγουδιών του, αλλά και αγαπημένων του καλλιτεχνών, ώστε να κατανοήσω καλύτερα τα πράγματα που τον συγκινούσαν. – Δώστε μας πολύτιμες πληροφορίες από την έρευνα στο αρχείο του Σιδηρόπουλου. Κάποιες μαρτυρίες, ποιήματα ή στίχοι που άξιζε να δουν το φως της δημοσιότητας. ΗΚ: Στο σενάριο ενσωμάτωσα θραύσματα από τον ποιητικό του λόγο και χειρόγραφες σκέψεις του. Παράλληλα, διαβάζοντας το έργο μας ένας fan της μουσικής του Παύλου, θα βρει μέσα σε αυτό πληροφορίες που ήδη γνωρίζει, αλλά και κάποιες που για πρώτη φορά καταγράφονται. Κάθε συνέντευξη κρύβει πάντα κάτι καινούριο, ακόμη κι αν το άτομο έχει μιλήσει πολλές φορές στο παρελθόν για το ίδιο θέμα, εξ ου και ήταν σημαντικό να μιλήσουμε με όποιο σημαντικό πρόσωπο της ζωής του ήταν διαθέσιμο, αρκεί να το επιθυμούσε. Κάτι πάντως που ναι μεν έχει ξαναειπωθεί, αλλά αποτέλεσε αποκάλυψη για μένα, ήταν αυτό που είχε πει πριν χρόνια ο Δημήτρης Πουλικάκος στον Αντώνη Μποσκοΐτη, για τη – σχεδόν παιδική – αθωότητα του Παύλου. Παρά την οξύνοια και τη μόρφωσή του, ο Παύλος παρέμενε ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος, συχνά απροστάτευτος. – Πώς αποφεύγεται η «αγιογραφία» για έναν άνθρωπο τόσο αγαπητό στο ευρύ κοινό, 36 χρόνια μετά τον θάνατό του; ΗΚ: Αποφεύγοντας την ωραιοποίηση των λαθών. Μέρος της γοητείας του Παύλου ήταν οι αντιφάσεις του, ή τουλάχιστον εκεί καταλήξαμε εμείς. Αν τον παρουσιάζαμε ως αψεγάδιαστο, θα τον προδίδαμε. Δείξαμε το σκοτάδι του με ειλικρίνεια αλλά και αξιοπρέπεια. Εξάλλου η «αγιογραφία» σκοτώνει την ουσία του βιογραφούμενου. ΚΣ: Θέλαμε να τονίσουμε περισσότερο τις φωτεινές στιγμές του Παύλου, χωρίς όμως να παραλείψουμε τα σκοτάδια και την πτώση του. Η προσέγγισή μας όμως έγινε με βάση την καλλιτεχνική του πορεία και το έργο του. Προσωπικά, θεωρώ πολύ άδικο να συνδέεται το όνομά του με τα ναρκωτικά και το περιθώριο και να ξεχνάμε το ταλέντο του και την τεράστια σημασία και επιρροή του στον χώρο του ελληνικού ροκ. – Πώς εναλλάσσονται τα χρώματα και το ύφος των σκίτσων, με βάση τις διάφορες περιόδους της ζωής και του έργου του Παύλου; ΚΣ: Η σκέψη μου ήταν κάθε σκηνή να έχει τη δική της απόχρωση ανάλογα με την περίοδο που περιγράφεται σε αυτή, αλλά να αποτυπώνει και τα συναισθήματα, την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Παύλος. Έτσι, ανάλογα με το πώς εξελίσσεται η ιστορία αλλάζει και η χρωματική παλέτα και το σχέδιο αποκτά περισσότερες σκιές, μέχρι που σε σημεία το χρώμα απουσιάζει τελείως. Προσπάθησα με αυτό τον τρόπο να δείξω τα πολλά διαφορετικά πρόσωπα του Παύλου στο πέρασμα του χρόνου και παράλληλα να δώσω μια ροκ ατμόσφαιρα. – Ποια τραγούδια από τη δισκογραφία του Σιδηρόπουλου στάθηκαν ως βάση για το έργο σας και με ποιον τρόπο; ΗΚ: Αφήσαμε τα ίδια τα τραγούδια, τους στίχους και τα ποιήματά του να διαποτίσουν το σενάριο, όχι ως «playlist», αλλά ως λόγια και σκέψεις. Εξάλλου ο Παύλος έγραφε κατά κύριο λόγο, αν όχι αποκλειστικά, βιωματικά. Το «Εν Κατακλείδι» έδωσε φυσικά τον τίτλο και την υπαρξιακή βάση, οι διάσπαρτοι στίχοι του όμως είναι αυτοί που λειτουργούν μέσα στο comic ως η «ηχώ» του, καθοδηγώντας συχνά τον αναγνώστη σε κρίσιμες καμπές της ιστορίας. ΚΣ: Όσο σχεδίαζα κάθε σκηνή της ιστορίας, άκουγα και τα τραγούδια που αναφέρονται σε αυτή. Ένιωσα έτσι να μπαίνω πιο πολύ στο κλίμα του σεναρίου και κάποιοι στίχοι αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το τραγούδι 'Ο κόσμος τους' όπου δείχνουμε τον Παύλο στο λεωφορείο που το γράφει επιστρέφοντας από Θεσσαλονίκη. Ο Ηλίας έχει εντάξει ιδανικά νομίζω στίχους και κομμάτια από τα τραγούδια στην αφήγηση που μπλέκονται με τα λόγια και τα σχέδια. – Στο Comicdom CON 2026 θα γίνει η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου, ενώ θα υπάρχει και σχετική έκθεση. Τι να περιμένουμε από την έκθεση αυτή; ΚΣ: Το κόμικς αυτό είναι μια εξερεύνηση της ψυχής του έργου του Παύλου, ένα διαφορετικό πορτρέτο του για όσους τον ξέρουν και για όσους θέλουν να τον γνωρίσουν. Κατ' επέκταση, η έκθεση είναι κατά κάποιο τρόπο το χρονικό αυτής της δημιουργικής διαδικασίας. Περιλαμβάνει σελίδες, καρέ και προσχέδια δίνοντας και μια εικόνα από το παρασκήνιο της εικονογράφησης. ΗΚ: Να περιμένετε μια ματιά στο παρασκήνιο αυτής της διετούς διαδρομής. Ο επισκέπτης θα έχει την ευκαιρία να δει πώς – για παράδειγμα – ένα αρχειακό εύρημα ή μια προφορική μαρτυρία μετουσιώνεται σε προσχέδιο και τελικά σε σελίδα comic. Ο Γαβριήλ Τομπαλίδης, επιμελητής της έκθεσης, πέρα από καλλιτέχνης και ο ίδιος, είναι ιδρυτής της ιστορικής έκθεσης comics και εικονογράφησης, Εν Αιθρία, πράγμα το οποίο εγγυάται μια ξεχωριστή κι ενδιαφέρουσα προσέγγιση. – Αν ζούσε σήμερα ο Παύλος, για ποια πράγματα θα τραγουδούσε; ΗΚ: Θεωρώ πως οι κεραίες του θα έπιαναν την αποξένωση της ψηφιακής εποχής και τα σημερινά αδιέξοδα. Ενδεχομένως να τραγουδούσε για την απώλεια της αυθεντικότητας σε έναν κόσμο που εστιάζει στην εικόνα και το «φαίνεσθαι». Ωστόσο, προσωπικά, θα ήθελα να τον φαντάζομαι στο "happy end" που στερήθηκε: έναν Παύλο δικαιωμένο (η έλλειψη αναγνώρισης τον βασάνιζε πολύ), που θα είχε βρει τη λύτρωση, έστω από κάποιους δαίμονές του. ΚΣ: Νομίζω πως κάποια από τα τραγούδια και κάποιοι από τους στίχους του μοιάζουν να σχολιάζουν ακριβώς όσα ζούμε και συμβαίνουν μέχρι και σήμερα. Μοιάζουν διαχρονικά και επίκαιρα με κάποιον τρόπο. Ακούστε για παράδειγμα την 'Αποκάλυψη' ή το 'Welcome to the show' και πιστεύω θα συμφωνήσετε. – Τι μορφή θα είχε ένας Παύλος Σιδηρόπουλος αν κυκλοφορούσε αύριο το πρώτο του τραγούδι; ΚΣ: Θεωρώ ότι στο ύφος τουλάχιστον δε θα διέφερε και πολύ από τον Παύλο που ξέρουμε, καθώς πάντα ήταν ανένταχτος και ειλικρινής σε ό,τι έκανε. Πολύ πιθανό να μην είχε καν social και να μαθαίναμε τα τραγούδια του τυχαία, από κάποιο φίλο που θα μας έλεγε «άκου τι ανακάλυψα...». ΗΚ: Συμφωνώ με τον Κωνσταντίνο, κι εγώ δεν πιστεύω ότι θα διέφερε. Ίσως ως «προϊόν» της γενιάς του να μην έγραφε rock, αλλά hip-hop. Το μόνο σίγουρο είναι πως και έτσι, θα είχε συγκλονιστικά αιχμηρούς στίχους και θα ήταν ένας σπουδαίος performer. Και το σχετικό link...
  2. Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές μορφές της ελληνικής ροκ σκηνής. Αντισυμβατικός και βαθιά χαρισματικός, καθιερώθηκε ως ο κατεξοχήν ροκ επαναστάτης. Με έντονη καλλιτεχνική ταυτότητα και ανήσυχο πνεύμα, εξέφρασε μέσα από τη μουσική του τις αγωνίες, τις αντιφάσεις και την ευαισθησία μιας ολόκληρης γενιάς. Τα τραγούδια του διατηρούν μέχρι σήμερα τη δύναμη να συγκινούν και να εμπνέουν τους ακροατές κάθε ηλικίας, αφήνοντας ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική μουσική ιστορία. Το νέο graphic novel με τίτλο «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι», σε σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και σχέδιο του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη, επιχειρεί να εξερευνήσει τη ζωή και την καλλιτεχνική του πορεία. Η παρουσίασή του θα πραγματοποιηθεί στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, στο αμφιθέατρο «Μιλτιάδης Έβερτ», στο πλαίσιο του Comicdom CON Athens 2026, την Κυριακή 17 Μαΐου στις 14:00. Στη συζήτηση θα πάρουν μέρος οι δημιουργοί, καθώς και οι μουσικοί Αλέκος Αράπης και Οδυσσέας Γαλανάκης από τους Απροσάρμοστους, το συγκρότημα του Σιδηρόπουλου, αλλά και ο σκηνοθέτης Ανδρέας Θωμόπουλος. Ταυτόχρονα θα τρέχει μια έκθεση με εικονογραφήσεις, καρέ και προσχέδια από το νέο graphic novel σε επιμέλεια του Γαβριήλ Τομπαλίδη. Προτού συμβούν όλα αυτά, ρωτήσαμε τον Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και τον Κωνσταντίνο Σκλαβενίτη πώς είναι να δημιουργεί κανείς ένα κόμικ για μια τόσο σύνθετη προσωπικότητα. – Πώς γεννήθηκε η ιδέα να γίνει η ζωή του Παύλου Σιδηρόπουλου κόμικ; Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου: Ένα βράδυ, ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς των εκδόσεων Μικρός Ήρως με γυρνούσε σπίτι με το αυτοκίνητο έπειτα από κάποια δράση σχετική με κόμικς. Λίγο προτού φτάσουμε στο νούμερο 50 της οδού Δροσοπούλου, του είπα με ύφος βέρου Κυψελιώτη που ξεναγεί κάποιον στο «χωριό» του: «Εδώ ήταν το σπίτι του Σιδηρόπουλου». Η απάντησή του ήταν κάτι που δεν περίμενα: «Σκέφτομαι καιρό τώρα ένα graphic novel για τον Σιδηρόπουλο. Ξέρω ότι είσαι φαν, πώς θα σου φαινόταν να αναλάμβανες το σενάριο;». Ταλαντεύτηκα αρκετά αναλογιζόμενος το βάρος της ευθύνης προτού πω τελικά το «ναι». Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης: Σε κάθε νέα μου δουλειά μού αρέσει να δοκιμάζω νέα πράγματα και προκλήσεις, κάνοντας όμως κόμικς που κι εγώ θα ήθελα να διαβάσω ως αναγνώστης. Ένα κόμικ για τη ζωή και το έργο του Παύλου Σιδηρόπουλου, ομολογώ, δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μου, μέχρι που μου το πρότεινε ο Λεωκράτης. Απ’ όσο ξέρω, ήταν κάτι που το επεξεργαζόταν ως ιδέα καιρό και το συζητούσε με τον Ηλία που είχε αναλάβει την έρευνα και το σενάριο. Όταν βρεθήκαμε και από κοντά και συζητήσαμε γι’ αυτό, πώς το φαντάζεται ο καθένας μας, θέλησα κι εγώ να γίνω μέρος αυτού του πρότζεκτ που μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον και διαφορετικό από ό,τι είχα κάνει ως εκείνη τη στιγμή. – Πώς ήρθατε για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του; Κ.Σ.: Στα εφηβικά μου χρόνια, τότε που με την παρέα μου γράφαμε κασέτες και ανακαλύπταμε μουσικές. Ακούγαμε ροκ εκπομπές στο ράδιο και θυμάμαι πως τότε, τέλος της δεκαετίας του ’90, μας έκαναν εντύπωση οι στίχοι του Σιδηρόπουλου, και αναρωτιόμασταν ποιο είναι αυτό το «βιβλίο των ηρώων του τρόμου» ή αν υπάρχει αυτή η «Κ». Σε σχέση με τα άλλα συγκροτήματα που ακούγαμε, έμοιαζε πιο σκοτεινός, ωστόσο είχε κάτι γοητευτικό με έναν δικό του απλό τρόπο. Η.Κ.: Ομοίως κι εγώ, στην εφηβεία. Πάντα κάποιος στην παρέα θα έπαιζε το «Να μ’ αγαπάς» στην κιθάρα – ήμασταν όλοι «ναμαγαπάδες» τότε – μέχρι που άρχισαν να διακινούνται οι κασέτες. Τότε ανακάλυψα τον πραγματικό Παύλο. Όχι εκείνον με τις όμορφες μπαλάντες από τον «Ασυμβίβαστο», αλλά τον πιο τραχύ, τον ρoκ Παύλο, που κατέγραφε βιώματα με αφοπλιστική ειλικρίνεια και πρωτόγνωρο βάθος. – Τι σας τράβηξε περισσότερο στη ζωή του; Η.Κ.: Οι αντιφάσεις του. Ήταν αστός και ταυτόχρονα «του δρόμου», διανοούμενος αλλά και «αλήτης», σίγουρος για τον εαυτό του και την ίδια στιγμή ανασφαλής. Ένας άνθρωπος ευγενής, που όμως γινόταν σκληρός και απότομος, γενναιόδωρος με τους συνεργάτες του, αλλά απόλυτα προστατευτικός με το έργο του. Ο Παύλος εμπεριείχε τα άκρα: το φως και το σκοτάδι, τη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή. Κ.Σ.: Όλη η πορεία του και η προσπάθειά του να πετύχει αυτό που αγαπούσε παρά τις δυσκολίες και τις κακές επιλογές με γοητεύει και είναι κάτι που, νομίζω, αγγίζει πολύ κόσμο. – Πώς προσεγγίσατε έναν τόσο σύνθετο και αντιφατικό χαρακτήρα; Η.Κ.: Με τεράστια προσοχή, ώστε ο Παύλος να μην «αγιοποιηθεί», αλλά και σε καμία περίπτωση να μη διολισθήσει η ιστορία του στον εύκολο κιτρινισμό της κλειδαρότρυπας. Ήταν μια εύθραυστη ισορροπία, καθώς έπρεπε να αποτυπωθούν τα γεγονότα με ευθύτητα και τιμιότητα, αποφεύγοντας όμως τους φτηνούς εντυπωσιασμούς στις σκοτεινές του στιγμές, ιδίως σε ό,τι αφορούσε τη χρήση και τις συνέπειές της. – Τι ανακαλύψατε για εκείνον που δεν ξέρατε πριν; Κ.Σ.: Η μουσική του έχει μια ζωντάνια και μια νοσταλγία, μου δίνει την εντύπωση πως σαν να ήξερε τι θα ακολουθούσε. Ακούγοντας τα τραγούδια του ξανά όσο σχεδίαζα, θυμήθηκα κάποια που είχα ξεχάσει ή δεν τους είχα δώσει πολλή σημασία παλιότερα και μου φάνηκε σαν να καθρεφτίζουν την κάθε περίοδο της ζωής του όταν τα έγραφε. Η.Κ.: Έμαθα πολλά κατά τη διάρκεια της διετούς έρευνας που προηγήθηκε της συγγραφής. Αυτό όμως που δεν ήξερα και με άγγιξε περισσότερο είναι κάτι που έχει πει ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο αγαπημένος του «θείος Νώντας»: ότι ο Παύλος ήταν καλοπροαίρετος με όλους, είχε μια σχεδόν παιδική αθωότητα. Μπορεί να ήταν ένας ευφυέστατος άνθρωπος, αλλά σε ορισμένα πράγματα παρέμενε αθώος, σαν μικρό παιδί. – Υπάρχουν φανταστικά ή συμβολικά στοιχεία στο κόμικ; Η.Κ.: Σαφέστατα. Ο αφηγητής στο κόμικ δεν είναι ο ίδιος ο Παύλος, παρόλο που έχει τη μορφή του. Είναι η «ηχώ» του, το απόσταγμα όσων έγραψε, είπε και άφησε πίσω του, και ταυτόχρονα το σύνολο των (συχνά αντιφατικών) αναμνήσεων όσων τον έζησαν. Αναμνήσεις που διαμορφώθηκαν από επιλογή ή από τη συγκυρία. Παράλληλα, ο αναγνώστης θα συναντήσει κάποιες ονειρικές σεκάνς με έντονο το στοιχείο του συμβολισμού. Κ.Σ.: Στις σελίδες της ιστορίας μας συναντάμε πολλούς διαφορετικούς Παύλους, μικρά πορτρέτα στα οποία προσπαθώ να αποτυπώσω τα συναισθήματα της στιγμής, τη διαρκή αλλαγή του στο πέρασμα του χρόνου. Αυτό γίνεται μέσα από το χρώμα και τη χρήση του ασπρόμαυρου σε σημεία, με έντονες γραμμές και τον κατακερματισμό της σελίδας σε μικρότερα καρέ, δίνοντας έμφαση σε στοιχεία όπως τα μάτια, η απουσία φόντου και οι σκιές. – Πώς διαχειριστήκατε τις πιο «σκοτεινές» πλευρές της ζωής του; Προσεγγίσαμε την ιστορία του Παύλου με σεβασμό και αγάπη προς το πρόσωπό του. Σχεδιαστικά δόθηκε μορφή και «ήχος» στα σιωπηλά καρέ, ενώ τόσο σεναριακά όσο και σχεδιαστικά αποφύγαμε το στοιχείο του σοκ ή τις υπερβολικά δραματικές απεικονίσεις. Προτιμήσαμε τα πράγματα περισσότερο να υπονοούνται παρά να επιδεικνύονται. – Υπήρξαν στιγμές που διστάσατε να συμπεριλάβετε κάτι; Κ.Σ.: Είχαμε πει από την πρώτη μας συζήτηση ήδη με τον Ηλία και τον Λεωκράτη, όταν ακόμα φανταζόμασταν πώς θα είναι το τελικό αποτέλεσμα του κόμικ, ότι δεν θέλαμε να τονίσουμε τα σκοτάδια αλλά περισσότερο τις φωτεινές στιγμές του Παύλου. Φυσικά δεν κάναμε αγιογραφία, ούτε παραλείψαμε τις εξαρτήσεις και την πτώση του. Η προσέγγισή μας όμως έγινε με βάση την καλλιτεχνική του πορεία και το έργο του. Προσωπικά, θεωρώ πολύ άδικο να συνδέεται το όνομά του με τα ναρκωτικά και το περιθώριο και να ξεχνάμε το ταλέντο του και την τεράστια σημασία και επιρροή του στον χώρο. Η.Κ.: Ό,τι έμεινε εκτός ήταν οτιδήποτε θα αποτελούσε «βούτυρο στο ψωμί» των θιασωτών του κιτρινισμού. Για παράδειγμα, δεν χρειάζεται να δείξεις έναν μεθυσμένο ή «πιωμένο» frontman επί σκηνής να φέρνει σε απίστευτα δύσκολη θέση την μπάντα του. Είναι φτηνό και οριακά ασεβές. Προτιμήσαμε να δείξουμε τις συνέπειες και το στίγμα της επερχόμενης πτώσης με άλλον τρόπο. Είναι καθαρά θέμα αισθητικής. – Πόσο επηρεάστηκες στο σχεδιαστικό κομμάτι από την αισθητική της εποχής στην οποία έδρασε; Κ.Σ.: Θεωρώ πως το κόμικ μας δεν είναι απλώς μια ροκ βιογραφία αλλά περισσότερο η απεικόνιση μιας εποχής και ενός ανθρώπου που μουσικά την καθόρισε όσο λίγοι. Καθώς η ιστορία μας εκτείνεται στο πέρασμα των δεκαετιών, κάθε σκηνή έχει στοιχεία που παραπέμπουν σε καθεμιά από αυτές. Σχεδίασα κτίρια και γωνιές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης του ’70, τα ρούχα των μουσικών με τις καμπάνες και τα τζιν να κυριαρχούν, τα μαλλιά και τα μουστάκια με τα χαρακτηριστικά στοιχεία της εποχής. Αυτό που μου άρεσε ιδιαίτερα ήταν που ξανασχεδίασα αφίσες και εξώφυλλα δίσκων που κυκλοφόρησαν τότε. Δεν με ενδιαφέρει να τα αποτυπώσω φωτογραφικά αλλά να δίνουν την εικόνα και την ατμόσφαιρα της εποχής, γι’ αυτό κάποιες φορές τα παραλλάσσω και τα αποδίδω με τον δικό μου τρόπο ώστε να ταιριάζουν καλύτερα στη ροή της ιστορίας. – Αν ζούσε σήμερα, πώς φαντάζεστε ότι θα ήταν; Η.Κ.: Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν, ξέρω όμως ότι θα ήθελα το happy end που στερήθηκε. Θα ήθελα έναν Παύλο απεξαρτημένο, που θα ζούσε για να δει την προσφορά του να αναγνωρίζεται, έναν Παύλο με τους δαίμονές του υπό έλεγχο, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε πως δεν θα ήταν τόσο δημιουργικός όσο πριν. Κ.Σ.: Mα ζει, είναι παρών μέσα από τα τραγούδια και τους στίχους του, που μοιάζουν να σχολιάζουν όσα ζούμε και συμβαίνουν μέχρι και σήμερα, δεν έφυγε ποτέ με κάποιον τρόπο. Αυτή η διαχρονικότητά του είναι που τον κάνει κλασικό και προσιτό παράλληλα. – Υπάρχουν συγκεκριμένα τραγούδια που ενέπνευσαν σκηνές; Κ.Σ.: Όσο σχεδίαζα, άκουγα και τα τραγούδια της περιόδου στην οποία αναφέρεται η κάθε σκηνή. Σίγουρα, έστω και υποσυνείδητα, επηρέασαν το αποτέλεσμα. Η.Κ.: Αν και δεν ενέπνευσαν άμεσα συγκεκριμένες σκηνές, αποσπάσματα από τα τραγούδια και τους στίχους του – μην ξεχνάμε ότι ο Παύλος υπήρξε και εξαιρετικός ποιητής – έχουν ενταχθεί στην αφήγηση. – Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο σε όλη τη δημιουργία του κόμικ; Η.Κ.: Με τον Λεωκράτη πήραμε πολλές συνεντεύξεις από συνεργάτες και οικείους του. Υπήρχαν όμως άνθρωποι που δεν ήθελαν ούτε να κατονομαστούν ούτε να «φωτογραφηθούν» μέσα από τα γεγονότα. Χρειάστηκε να επιστρατεύσω διάφορα σεναριακά ευρήματα ώστε να σεβαστούμε την επιθυμία τους, χωρίς όμως να αποσιωπήσουμε το αποτύπωμα που άφησαν στη ζωή του Παύλου. Πιστεύω ότι το εύρημα στο οποίο καταλήξαμε πετυχαίνει αυτή την ισορροπία. Κ.Σ.: Πολλές φορές σχεδίασα κάποια καρέ ή πρόσωπα ξανά και ξανά. Καθώς μιλάμε για κόμικ και όχι ρεαλιστική απεικόνιση ή προσωπογραφίες, με ενδιέφερε περισσότερο να αποτυπώσω την παρουσία των προσώπων στον χώρο, τα συναισθήματα και τη σχέση μεταξύ τους και όχι τόσο να πετύχω την ομοιότητα ή τη φωτογραφική τους απεικόνιση. Τα πιο δύσκολα ήταν ίσως τα σημεία όπου πολλά πρόσωπα έπρεπε να συνυπάρχουν ή να μιλάνε σε μια σειρά καρέ ή στην ίδια σελίδα. Προσπάθησα να το κάνω όσο πιο δημιουργικό και διασκεδαστικό γίνεται ώστε να φαίνεται αυθόρμητο και φυσικό το αποτέλεσμα. Ελπίζω να τα κατάφερα και να σας αρέσει. Το «Εν Κατακλείδι» κυκλοφορεί στις 17 Μαΐου από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Και το σχετικό link...
  3. Στο φεστιβάλ Comicdom Con Athens παρουσιάζεται έκθεση και γκράφικ νόβελ, σχεδιασμένο από τον σκιτσογράφο των «ΝΕΩΝ» Κώστα Σκλαβενίτη. Το Comicdom Con Athens, η μεγάλη γιορτή των κόμικς, της εικονογράφησης, του animation και των επιτραπέζιων παιχνιδιών επιστρέφει από 15 έως 17 Μαΐου, μετατρέποντας την Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων σ’ ένα πολύχρωμο σταυροδρόμι ιστοριών, φαντασίας και δημιουργών. Στην 20ή, επετειακή της χρονιά, η διοργάνωση φιλοξενεί τον συνδημιουργό του εμβληματικού «V for Vendetta» Ντέιβιντ Λόιντ, εκθέσεις, ντοκιμαντέρ για τον θρυλικό Μίλο Μανάρα και περισσότερους από 200 διεθνείς και εγχώριους καλλιτέχνες με νέες κυκλοφορίες κόμικς σ’ ένα πρόγραμμα δράσεων με ελεύθερη είσοδο. Ανάμεσα σε ήρωες που γεννιούνται από μελάνι και έμπνευση, ξεχωρίζει μια σκιτσαρισμένη φιγούρα όχι επειδή φοράει κάποια στολή αλλά επειδή κουβαλάει μνήμη. Είναι ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο «πρίγκιπας» της ελληνικής ροκ, πρωταγωνιστής της έκθεσης «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν κατακλείδι» που στήνεται στο Comicdom με αφορμή την κυκλοφορία του ομώνυμου graphic novel από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως σε σενάριο Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και σχέδιο Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη. Στην έκθεση σε επιμέλεια Γαβριήλ Τομπαλίδη επιχειρείται ένα οπτικό ταξίδι στη ζωή και το έργο του τραγουδιστή μέσα από εικονογραφήσεις, καρέ και προσχέδια της επικείμενης έκδοσης. ΜΕ ΣΕΒΑΣΜΟ «Ο Παύλος Σιδηρόπουλος είναι μια προσωπικότητα με μεγάλο βάρος. Κουβαλάει μια ολόκληρη εποχή. Είναι η ιστορία της ελληνικής ροκ. Εμείς τον προσεγγίσαμε με πολύ σεβασμό, χωρίς να θίξουμε όσα δεν πρέπει, σε συνεννόηση πάντα με την αδελφή του, η οποία έχει τη διαχείριση των δικαιωμάτων του», αναφέρει στα «Πρόσωπα» ο σκιτσογράφος των «ΝΕΩΝ» Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που έχει ετοιμάσει τα σχέδια του κόμικ. Αξιοποιώντας ο ίδιος το πλούσιο αρχειακό υλικό και τα στοιχεία που συγκέντρωσε με την έρευνά του ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, μετέτρεψε ντοκουμέντα, μαρτυρίες και προσωπικές σημειώσεις σε μια συνεκτική εικαστική αφήγηση. «Η πρόκληση ήταν να μείνω όσο πιο πιστός γίνεται στην πραγματικότητα, αλλά να δώσω τα πάντα μέσα από το δικό μου στυλ. Δεν ήθελα να κάνω μια φωτογραφική αποτύπωση αλλά ένα κόμικ που να είναι στο ύφος μου», υπογραμμίζει ο σκιτσογράφος. Για να αποδοθεί με ακρίβεια η πορεία και η προσωπικότητα του Παύλου Σιδηρόπουλου, ο εικονογράφος χρειάστηκε να δημιουργήσει περισσότερα από 500 σκίτσα μέσα σε οκτώ μήνες, τα οποία ντύθηκαν με το σενάριο. «Η ιστορία ξεκινάει από τη δεκαετία του 1960 και καταλήγει στο 1990. Σε όλο αυτό το διάστημα αλλάζουν τα πρόσωπα, ο Παύλος περνάει σε διαφορετικές φάσεις, ακόμα κι εμφανισιακά και μεταβάλλεται το σκηνικό. Επειδή δείχνουμε τοπία κάθε εποχής σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, βασίστηκα σε εικόνες των κτιρίων ή των διάφορων σημείων ώστε να είμαστε όσο πιο πιστοί γίνεται και να φαίνεται η ατμόσφαιρα. Δώσαμε έμφαση στο έργο του, το πώς γεννήθηκε ο δίσκος “Φλου”, πώς ήρθε σε επαφή με το συγκρότημα Σπυριδούλα, την ανταπόκριση που βρήκε το άλμπουμ στον κόσμο και τη μετέπειτα πορεία του με το άλλο συγκρότημα, τους Απροσάρμοστους. Όλο αυτό χωρίζεται σε 14 κεφάλαια όπου το καθένα είναι ένας σταθμός της ζωής του. Κάποια είναι πιο μικρά, πιο σύντομα, άλλα είναι εκτενέστερα. Σκοπός δεν ήταν να δείξουμε τόσο την καθημερινότητά του όσο τον καλλιτέχνη Παύλο Σιδηρόπουλο», τονίζει ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης. ΟΧΙ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ Μέσα από τα σκίτσα σε 100 σελίδες, ξεδιπλώνονται όλες οι πτυχές του τραγουδιστή, από τη δημιουργική του λάμψη μέχρι τις πιο σκοτεινές και αντιφατικές στιγμές του ώστε η εικόνα του να παραμείνει αληθινή, πλήρης και ανθρώπινη. «Θέλαμε να σεβαστούμε κάποια πράγματα αλλά όχι σε υπερβολικό βαθμό ώστε να κάνουμε αγιογραφία. Θέλαμε να είναι μια όμορφη ιστορία που να είναι ειλικρινής» υπογραμμίζει ο σκιτσογράφος. «Σκιτσάροντας χρησιμοποίησα το χαρακτηριστικό μου στυλ και το χρώμα το έκανα ψηφιακά. Αυτό που διαφοροποίησε εδώ τα σχέδια όμως, είναι ότι σε κάθε κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τη διαφορετική περίοδο της ζωής του, έχω χρησιμοποιήσει διαφορετικό χρώμα. Κάθε περίοδος έχει τη δική της απόχρωση η οποία εξαρτάται από τα συναισθήματα, την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Παύλος. Ξεκινάει πιο ατίθασος κι επαναστάτης και περνάει σε φάσεις πιο σκοτεινές και ρομαντικές, ανάλογα με το πώς εξελίσσεται η ιστορία. Προσπάθησα τα χρώματα να παίζουν με αυτό το μοτίβο. Έκανα, ωστόσο, δύο κεφάλαια πιο πειραματικά όπου δοκίμασα πράγματα που δεν τα κάνω συνήθως αλλά είναι εικονογραφικά. Το ένα εξ αυτών, δείχνει τις καταχρήσεις με σχέδια που παίζουν με το μαύρο και το άσπρο. Το άλλο έχει να κάνει με τις σχέσεις της ζωής του και μοιάζει με όνειρο», υπογραμμίζει ο εικαστικός δημιουργός του κόμικ. ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙΣ Μέσα από την παρατεταμένη ενασχόληση με τη ζωή και την πορεία του «διανοούμενου αλήτη» που σφράγισε με τη μουσική του τις καρδιές τόσων ροκάδων, ο σκιτσογράφος κατέληξε σε δικές του προσωπικές ανακαλύψεις που τον βοήθησαν να κατανοήσει βαθύτερα τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο, αναπτύσσοντας μια οικειότητα που τελικά διαμόρφωσε τον τρόπο που τον προσέγγισε. «Ανακάλυψα κάποια ποιήματά του που δεν τα είχα υπόψη μου. Ήξερα ότι έγραφε μόνος τα τραγούδια του αλλά στάθηκα στην ποιητικότητα που έχουν οι στίχοι του. Δεν είναι σαν τους υπόλοιπους ροκ στίχους, είναι λίγο πιο “ψαγμένοι”. Η ποίησή του είναι νομίζω πολύ σημαντική στο έργο του παρότι δεν της έχουμε δώσει πολλή σημασία. Υπάρχουν πολλά στοιχεία κρυμμένα εκεί, αναφορές στη ζωή αλλά και σε όσα τον απασχολούσαν», λέει ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης. «Μου άρεσε που δεν διαχώριζε τη ζωή από τη δουλειά του και κάπως σαν να τα ταύτιζε. Αυτό που έδειχνε ήταν πολύ αληθινό. Στις συναυλίες του εμφανιζόταν όπως κυκλοφορούσε στον δρόμο, μ’ ένα μπλουζάκι και το τσιγάρο στο χέρι, πολύ απλός, καθόλου δήθεν. Ήταν πολύ ειλικρινής κι αυτό περνάει στην ιστορία μας». Και το σχετικό link...
  4. To Φεστιβάλ Comicdom Con Athens γιορτάζει τα εικοστά του γενέθλια στην Τεχνόπολη στο Γκάζι με ένα πλούσιο πρόγραμμα γεμάτο εκθέσεις, ομιλίες, παρουσιάσεις, διαγωνισμούς, συζητήσεις και προβολές για μικρούς και μεγάλους. Η αφίσα του φεστιβάλ από τον Αντώνη Βαβαγιάννη. Μπορεί να έχουν περάσει 20 χρόνια από την πρώτη διεξαγωγή τού Comicdom Con Athens, αλλά όλα δείχνουν πως οι διοργανωτές του δεν έχουν κουραστεί. Παραμένουν αποφασισμένοι και συνεπείς σε όσα σχεδιάζουν και υλοποιούν ενώ οι επισκέπτες του φεστιβάλ αυξάνονται κάθε χρόνο και ανανεώνονται με την προσθήκη νεότερων φίλων των κόμικς. Από το κτίριο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης και στη συνέχεια του Γαλλικού Ινστιτούτου, που στέγασαν το φεστιβάλ για πολλά χρόνια αλλά αποδείχτηκαν μικρά για τις χιλιάδες των επισκεπτών, μέχρι την πλατεία Κλαυθμώνος στην εποχή του Covid, το Comicdom δίνει σταθερά το ραντεβού με το πολυπληθές κοινό της ένατης τέχνης κάθε άνοιξη. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα το Comicdom διοργανώνει και άλλες εκδηλώσεις, εκθέσεις, ομιλίες και συζητήσεις κατά τη διάρκεια του έτους για να κρατά ζεστή τη σχέση με τους φίλους του, ενώ η μετακόμιση στην Τεχνόπολη επιτρέπει ένα ακόμη πλουσιότερο πρόγραμμα με περισσότερους καλλιτέχνες και ποικίλες εκδηλώσεις με τα κόμικς στο επίκεντρο. Όπως κάθε χρόνο τον τόνο στο φεστιβάλ δίνουν οι εκθέσεις. 20 χρόνια Comicdom Con Athens, 30 χρόνια Comicdom Πολύ πριν από το φεστιβάλ, το Comicdom ήταν ένα fanzine που γραφόταν από μια παρέα φίλων με πάθος για τα κόμικς και κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι. Στην κεντρική επετειακή έκθεση, σε επιμέλεια της Λήδας Τσενέ, οι επισκέπτες θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την πορεία από το fanzine των λίγων δεκάδων αντιτύπων στο φεστιβάλ των δεκάδων χιλιάδων επισκεπτών μέσα από πρωτότυπο αρχειακό υλικό, εκδόσεις, αφίσες, φωτογραφίες και σπάνια τεκμήρια. Σχέδια του Μίλο Μανάρα. Στην έκθεση φιλοξενούνται επίσης τα έργα που φιλοτέχνησαν ειδικά για το φεστιβάλ οι προσκεκλημένοι δημιουργοί (Milo Manara, John Romita Jr, Mark Buckingham, David Lloyd, Emanuela Lupacchino, Μιχάλης Διαλυνάς, Ηλίας Κυριαζής, Τόμεκ, DaNi, Αγγελική Σαλαμαλίκη, Θανάσης Πέτρου κ.ά.), ενώ παρουσιάζονται και 8 νέες εικονογραφήσεις που έγιναν ειδικά για τα εικοστά γενέθλια. 20 έργα-σταθμοί: η άνθηση των ελληνικών κόμικς Μαζί με το Comicdom αυτά τα 20 χρόνια μεγάλωσε και η ελληνική σκηνή. Σε επιμέλεια Αριστείδη Κώτση, Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και Μέλανδρου Γκανά η έκθεση ανατρέχει στην πορεία των ελληνικών κόμικς και παρουσιάζει 20 από τα σπουδαιότερα ελληνικά έργα της τελευταίας εικοσαετίας («Αϊβαλί» του Soloup, «Ερωτόκριτος» των Δημοσθένη Παπαμάρκου, Γιάννη Ράγκου και Γιώργου Γούση, «Θανάσης Βέγγος: Η Γαλέρα της Ζωής μου» των Σπύρου Δερβενιώτη και Θανάση Πέτρου, «Σκουριές» των Λεωνίδα Οικονομάκη, Δημήτρη Δαλάκογλου και Αποστόλη Ιωάννου κ.ά.) που αντανακλούν την εντυπωσιακή, θεματικά και εικαστικά, ανάπτυξη της σκηνής. Παύλος Σιδηρόπουλος: Εν Κατακλείδι Απόσπασμα από το βιβλίο για τον Παύλο Σιδηρόπουλο των Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη. Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου «Παύλος Σιδηρόπουλος – Εν Κατακλείδι» σε σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και σχέδια του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη (εκδόσεις Μικρός Ήρως), η έκθεση, σε επιμέλεια του Γαβριήλ Τομπαλίδη, παρουσιάζει εικονογραφήσεις, καρέ και προσχέδια από το έργο και πλαισιώνεται από την εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου με τη συμμετοχή ανθρώπων που έζησαν και συνεργάστηκαν στενά με τον αντισυμβατικό «πρίγκιπα» του ελληνικού ροκ. Πολυκατοικίες Οι «Πολυκατοικίες» σε σχέδιο του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι. Ο Λεξ τραγουδά για τις «Πολυκατοικίες» και οι Μι Δέλτα (σενάριο) και Δημήτρης-Κρις Αγκαράι (σχέδια) εμπνέονται από τα λόγια του δημοφιλούς ράπερ και μεταφέρουν σε κόμικς τους στίχους του (εκδόσεις Μικρός Ήρως). Σε επιμέλεια του Γαβριήλ Τομπαλίδη η ομώνυμη έκθεση περιγράφει την πορεία του βιβλίου και της ιστορίας από τα προσχέδια μέχρι τα ράφια των βιβλιοπωλείων και συνοδεύεται από την παρουσίαση της έκδοσης. Τιμώμενος καλλιτέχνης: Αντώνης Βαβαγιάννης Με περισσότερα από 17 χρόνια συνεχούς παρουσίας στον έντυπο και ηλεκτρονικό κόσμο, δέκα βιβλία στο ενεργητικό του και χιλιάδες followers στα social media, ο Αντώνης Βαβαγιάννης είναι από τους πιο επιτυχημένους Έλληνες δημιουργούς κόμικς με τα «Κουραφέλκυθρά» του να αποτελούν ένα διαρκές best-seller (εκδόσεις Jemma Press). Στην έκθεση της οποίας τα έργα επιλέγει ο ίδιος καταγράφεται η εξέλιξη της σειράς μέσα στον χρόνο, ενώ ως τιμώμενος καλλιτέχνης επιμελείται το επίσημο εικαστικό του φετινού φεστιβάλ. Ο David Lloyd, σχεδιαστής του «V for Vendetta». Εκτός από τις εκθέσεις, στο 20ό Comicdom Con Athens ξεχωρίζει η παρουσία του David Lloyd, σχεδιαστή του εμβληματικού «V for Vendetta» που συνδημιούργησε με τον Alan Moore για να αναδειχτεί η εικονογραφία του σπουδαίου αυτού έργου σε σύμβολο των κοινωνικών κινημάτων. Δίπλα του θα βρεθεί ο P.J. Holden με τη μεγάλη καριέρα ως δημιουργός τού «Judge Dredd» στο βρετανικό 2000AD, η Arianna Turturro, καταξιωμένη επιμελήτρια της DC, και οι Simon Davis και Boo Cook, επίσης γνωστοί για τις δουλειές τους στο 2000AD. Το Artists' Alley. Στο artists' alley θα βρεθούν περίπου 200 δημιουργοί κόμικς και εικονογράφοι για να παρουσιάσουν τις δουλειές τους και να μιλήσουν με το κοινό, ενώ θα δώσουν το «παρών» και περισσότερες από 60 επιχειρήσεις με βιβλία, παιχνίδια, ρούχα και άλλα προϊόντα σχετικά με την pop κουλτούρα. Το πρόγραμμα συμπληρώνεται με προβολές, διαγωνισμό cosplay, παιχνίδια, θεματικές συζητήσεις, συναυλίες, εργαστήρια και sketch events καθώς και με την απονομή των Ελληνικών Βραβείων Κόμικς την Παρασκευή στις 21.30. ℹ️ 20ό Comicdom Con Athens | Παρασκευή 15 έως Κυριακή 17 Μαΐου 2026, 11.00-21.30 | Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Πειραιώς 100, Γκάζι | Για το πλήρες πρόγραμμα: www.comicdom-con.gr | Είσοδος ελεύθερη Και το σχετικό link...
  5. Μια νέα σειρά με ιστορίες του Γιώργου Θαλάσση ξεκίνησε με το Παιδί-Φάντασμα να εξακολουθεί να ταπεινώνει τους ναζιστές, πάντα με τη βοήθεια της Κατερίνας και του Σπίθα. Από το 1953 ώς το 1968 ο Στέλιος Ανεμοδουράς, με το ψευδώνυμο Θάνος Αστρίτης, έγραφε και ο Βύρων Απτόσογλου σχεδίαζε τις ιστορίες του Μικρού Ήρωα, του έφηβου που με το απαράμιλλο θάρρος και την ευφυΐα του αποτέλεσε πρότυπο και παράδειγμα για χιλιάδες παιδιά. Η τεράστια επιτυχία του, βέβαια, οφειλόταν στο ότι οι περιπέτειές του δεν ήταν μόνο διδακτικές αλλά και συναρπαστικές, γεμάτες ένταση, ανατροπές και εκπλήξεις καθώς και στο γεγονός ότι ο ναζισμός είχε ηττηθεί μόλις πριν από λίγα χρόνια και ακόμα οι άνθρωποι δεν είχαν ξεχάσει την κτηνωδία και τη βαρβαρότητά του. Κάθε νικηφόρα έκβαση των δράσεων του Γιώργου, της Κατερίνας και του Σπίθα στην κατεχόμενη Αθήνα, κάθε αποτελεσματική ενέργειά τους εναντίον των κατακτητών ήταν μια ακόμη νίκη της ανθρωπότητας απέναντι στη θηριωδία των Γερμανών και τα εγκλήματα που διέπραξαν. Απόσπασμα από την ιστορία των Γιώργου Βλάχου και Κώστα Φραγκιαδάκη. Η δύναμη αυτών των ιστοριών ήταν τόσο μεγάλη που όσοι τις διάβαζαν δεν τις ξέχασαν ποτέ, μεταφέροντας το νόημά τους και στις επόμενες γενιές. Κι έτσι, 73 χρόνια μετά την πρώτη περιπέτεια του Μικρού Ήρωα, η επικαιρότητα των μηνυμάτων του παραμένει ζωντανή καθώς ο ναζισμός, αν κι έχει αλλάξει προβιά, εξακολουθεί να απειλεί. Έπειτα από προσπάθειες του Λεωκράτη Ανεμοδουρά, εγγονού του εμπνευστή του Μικρού Ήρωα, υπεύθυνου των εκδόσεων Μικρός Ήρως και προέδρου της Ελληνικής Ακαδημίας Κόμικς, τα τελευταία χρόνια ο μύθος του θρυλικού Ελληνόπουλου έχει αναβιώσει. Απόσπασμα από τη συμμετοχή του Σταύρου Κιουτσιούκη. Η αρχή έγινε το 2023 με τη μεγάλη έκθεση έργων 45 καλλιτεχνών στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης που συνοδεύτηκε από μια επετειακή έκδοση-μελέτη 228 σελίδων για την ιστορία και την επίδραση του Μικρού Ήρωα στις επόμενες γενιές, σε κείμενα Γιώργου Βλάχου. Η συνέχεια ήταν δύο τόμοι με οκτώ ιστορίες ο καθένας φιλοτεχνημένες από ορισμένους εκ των κορυφαίων σύγχρονων Ελλήνων δημιουργών. Και τώρα, ακολουθεί μια νέα σειρά της οποίας μόλις κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος και αναμένεται η συνέχεια. Κάθε τεύχος θα περιλαμβάνει αυτοτελείς ιστορίες διαφορετικών δημιουργών με επίκεντρο τις γενναίες πράξεις του Γιώργου Θαλάσση και της παρέας του αλλά με μεγάλη σεναριακή ελευθερία και θεματική ποικιλία. Εξώφυλλο σε σχέδιο του Δημήτρη Κάσδαγλη Στο πρώτο τεύχος περιέχονται τρεις ιστορίες. Την πρώτη με τίτλο «Παιχνίδια του Μυαλού» υπογράφει ο Δημήτρης Κάσδαγλης που τοποθετεί το Παιδί-Φάντασμα στις αυστριακές Άλπεις να κινδυνεύει έχοντας εισπνεύσει επικίνδυνα αέρια στο εργαστήριο ενός επιστήμονα των ναζί, τη δεύτερη με τίτλο «Η Βάρκα» δημιουργεί ο Σταύρος Κιουτσιούκης που μεταφέρει τη δράση στη σύγχρονη εποχή με τον Γιώργο και τους φίλους του να υπερασπίζονται τους πρόσφυγες σε ένα ελληνικό νησί ενάντια στους νεοναζιστές και στην τρίτη με τίτλο «Παιδί-Φάντασμα εναντίον Φροϋλάιν Χ» συνεργάζονται οι Γιώργος Βλάχος (σενάριο) και Κώστας Φραγκιαδάκης (σχέδια) που στήνουν μια αγωνιώδη περιπέτεια στην οποία ο μικρός ήρως προσπαθεί να εμποδίσει μια δαιμόνια πράκτορα των Γερμανών να δολοφονήσει τον Τσόρτσιλ. Οι τρεις ιστορίες συνθέτουν εν τέλει έναν πολύ ενδιαφέροντα τόμο που υπόσχεται μια εξίσου σπουδαία συνέχεια. Και το σχετικό link...
  6. Από τους στίχους του ΛΕΞ σε καρέ με μελάνι: o Δημήτρης-Κρις Αγκαράι μιλάει για την έμπνευση του επιδραστικού τραγουδιού και τη μεταμόρφωσή του σε κόμικ. Oι «Πολυκατοικίες» ξεκινούν από μια απλή αλλά φορτισμένη αφετηρία: Στη Θεσσαλονίκη της κρίσης, ο Δήμος δέχεται ένα τηλεφώνημα για να επισκεφτεί τον πατέρα του, με τον οποίο έχει διακόψει επαφές εδώ και χρόνια. Το κομμάτι του ΛΕΞ, το κομμάτι μιας ολόκληρης γενιάς έγινε graphic novel από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως σε σχέδιο του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι και σενάριο του Μι Δέλτα. Με halftone υφές και καρέ που σπάνε τα όρια των 52 σελίδων του, όπως έσπαγαν και τα όρια των ανθρώπων που μεγάλωσαν με λίγα κι ένιωσαν πολλά. Γιατί οι πολυκατοικίες δεν είναι απλώς κτίρια. Κουβαλούν κι έχουν να πουν τις δικές τους ιστορίες. – Πώς προέκυψε η ιδέα να μεταφερθεί το τραγούδι «Πολυκατοικίες» του ΛΕΞ σε graphic novel; Όλα ήταν ένα βίωμα του σεναριογράφου του έργου, Μι Δέλτα. Αφού έφυγε από τη ζωή ένα πολύ κοντινό του πρόσωπο και ο ίδιος πάλεψε με δυσκολίες οικονομικές, η παρηγοριά του ήταν φίλοι και παρέες στη Θεσσαλονίκη από τη «street» κουλτούρα. Παρατηρώντας τις ζωές των ανθρώπων στις πολυκατοικίες γύρω του και ακούγοντας φανατικά ΛΕΞ, το τραγούδι «Πολυκατοικίες» ξύπνησε εικόνες στο μυαλό του που θα ήθελε να τις μοιραστεί, και επέλεξε εμένα για να τους δώσω μορφή. – Τι σε τράβηξε περισσότερο στο συγκεκριμένο κομμάτι, η αφήγηση, το συναίσθημα ή η κοινωνική του διάσταση; Και τα τρία. Αν όμως πρέπει να ξεχωρίσω κάτι, θα έλεγα την κοινωνική του διάσταση. Η περίοδος της οικονομικής κρίσης είναι η εποχή που ενηλικιώθηκα, και τη βίωσα πολύ συνειδητά. Είναι κάτι που εμφανίζεται συχνά και στα έργα μου. Για παράδειγμα, στον «Σύμβουλο ερωτικών υποθέσεων», που διαδραματίζεται σ’ εκείνη την περίοδο. Τη ζούμε πολύ ξεκάθαρα στο τραγούδι του ΛΕΞ, αν και θεωρώ πως δυστυχώς δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα από τότε. – Πώς μετέφρασες την ατμόσφαιρα του τραγουδιού του ΛΕΞ σε συγκεκριμένες εικαστικές επιλογές; Το έργο είναι ουσιαστικά χωρισμένο σε τρία μέρη. Στην αρχή βλέπουμε τον Δήμο να συναντά τον άρρωστο πατέρα του, με τον οποίο ήταν χρόνια αποκομμένοι. Εκεί του εξιστορεί τη ζωή του και περνάμε στο παρελθόν. Σ’ αυτό το σημείο μπαίνει και το τραγούδι και αλλάζει εντελώς το σχεδιαστικό ύφος. Αλλάζει η παλέτα των χρωμάτων, τα μελάνια γίνονται πιο κοφτά, τα πλαίσια εξαφανίζονται και τα καρέ απλώνονται απ’ άκρη σ’ άκρη με ξάκρισμα. Πρόσθεσα επίσης υφές halftone για να δώσω μια πιο underground, hip-hop αισθητική. Στο τελευταίο μέρος επιστρέφουμε στο παρόν, πίσω στο δωμάτιο, και επανέρχεται και το αρχικό σχεδιαστικό στιλ. – Υπήρξε κάποιο βασικό οπτικό μοτίβο που λειτούργησε ως «άγκυρα» σε όλο το έργο; Θα έλεγα ότι το βασικό μοτίβο είναι το χρώμα. Στο παρόν έχουμε τα χρώματα ενός σκοτεινού δωματίου, με το θερμό φως από το πορτατίφ και έντονες σκιές. Στο παρελθόν, αντίθετα, χρησιμοποιούνται αποχρώσεις του γκρι μαζί με έντονο κόκκινο, κίτρινο και λίγο μπλε. Για μένα ήταν κάτι αρκετά πρωτόγνωρο και ένας μεγάλος πειραματισμός, γιατί συνήθως δεν βάζω χρώμα στα έργα μου. – Πώς αποφάσισες τη χρωματική παλέτα - είναι συναισθηματική, ρεαλιστική ή συμβολική; Όπως ανέφερα και πριν, στο παρόν, όπου συζητάνε ο Δήμος με τον πατέρα του, τα χρώματα προσπάθησα να τα κάνω πιο ρεαλιστικά και ατμοσφαιρικά. Κι όταν μπαίνει το τραγούδι, τα πάντα αλλάζουν, ξεκινάει το «χάος», σουρεαλισμός. Γκρι αποχρώσεις αλλά κόκκινος ουρανός, φωτιά, τα βλέπουμε όλα από έναν Δήμο νέο, γεμάτο οργή, που διψά για επανάσταση. Κίτρινα φώτα από τα παράθυρα, μια κίτρινη κουτσομπόλα διαχειρίστρια, και τέλος τα μπλε μάτια του Δήμου, μια μικρή δόση ελπίδας. – Πώς μεταφράζεται ένας μουσικός ρυθμός σε εικαστικό ρυθμό μέσα σ’ ένα κόμικ; Νομίζω πως αυτό το αφήνουμε τελικά στον αναγνώστη. Εκεί βρίσκεται και η ιδιαιτερότητα της τέχνης των κόμικς. Ο αναγνώστης, με τη δική του φαντασία, δίνει κίνηση στις στατικές εικόνες – και, στην περίπτωσή μας, δίνει και τον μουσικό ρυθμό στους στίχους. – Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις στη διασκευή ενός ήδη «φορτισμένου» έργου; Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν η σύνθεση των σελίδων του τραγουδιού. Κυρίως γιατί υπήρχαν τρία επίπεδα αφήγησης που έπρεπε να διαβάσει ο αναγνώστης: η εικόνα, οι στίχοι του τραγουδιού και η εξιστόρηση του πρωταγωνιστή. Έπρεπε λοιπόν να κρατηθεί μια ισορροπία ανάμεσά τους και να είμαι πολύ προσεκτικός ώστε η σελίδα να μην «μπουχτίζει». – Οπτικά, πώς ισορρόπησες ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο αφαιρετικό στοιχείο; Όπως ανέφερα, κυρίως με τη διαφοροποίηση του σχεδιασμού ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Στις σελίδες του τραγουδιού πήρα επίσης την πρωτοβουλία, πάντα σε συνεννόηση με τον Μι Δέλτα, να προσθέσω πιο σουρεαλιστικά στοιχεία. Ήθελα να πάμε από μια σταθερή πραγματικότητα σε κάτι πιο ονειρικό. – Υπάρχουν συγκεκριμένες σκηνές που σχεδιάστηκαν σαν βιντεοκλίπ στο χαρτί; Οι σελίδες του τραγουδιού θα μπορούσαν να λειτουργήσουν κάπως σαν βιντεοκλίπ. Δεν ήταν ο αρχικός μου στόχος όταν τις σχεδίαζα. Προέκυψε όμως φυσικά, αφού οι εικόνες συνοδεύονται από τους στίχους και το σενάριο εκεί πάει σε αλληλουχία από σκηνή σε σκηνή. – Πώς δούλεψες τη σχέση εικόνας-κειμένου ώστε να θυμίζει τη ροή του τραγουδιού; Αρχικά ακολούθησα τις οδηγίες του Μι Δέλτα για το πώς θα διαβάζονται οι στίχοι και τι θα απεικονίζουν. Στις περισσότερες περιπτώσεις το ίδιο το τραγούδι του ΛΕΞ σου δίνει ήδη μια πολύ καθαρή εικόνα. Η δυσκολία ήταν το πώς θα ενσωματωθεί το κείμενο μέσα στην εικόνα. Ήταν μια μεγάλη απόφαση οι στίχοι να μπουν μέσα στα καρέ και να αποτελούν κομμάτι της ίδιας της σύνθεσης. – Πόσο σε επηρέασε η αστική αισθητική της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης στο εικαστικό ύφος; Πάντα με επηρέαζε, και νομίζω πως αυτό φαίνεται και σε προηγούμενες δουλειές μου. Όπως ανέφερα και πριν, στον «Σύμβουλο ερωτικών υποθέσεων» η αστική αισθητική της Αθήνας πρωταγωνιστεί σε όλο το έργο. Το ίδιο ισχύει και σε άλλα πρότζεκτ, όπως τα «Αθηναϊκά σκίτσα» που δημοσίευα για έναν χρόνο στο προσωπικό μου Instagram. Νομίζω πως αυτοί ήταν και οι λόγοι που ο Μι Δέλτα επέλεξε εμένα για να σχεδιάσω τις «Πολυκατοικίες». – Πώς μοιράστηκε η δημιουργική διαδικασία; Με τον Μι γνωριζόμαστε τα τελευταία χρόνια μέσα από τον Μικρό Ήρωα και υπάρχει αμοιβαία συμπάθεια. Υπήρχε λοιπόν καλή επικοινωνία και οικειότητα σε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας. Εκείνος είναι ο μεγάλος δημιουργός του έργου – ο εμπνευστής και ο σεναριογράφος. Εγώ, αν θέλεις, λειτούργησα περισσότερο σαν «σκηνοθέτης». – Υπάρχουν κρυμμένες λεπτομέρειες που θα ανακαλύψει ο προσεκτικός αναγνώστης; Ναι, αρκετές. Υπάρχουν αναφορές σε Τρύπες, Βανδαλούπ, στο «Μίσος» του Κασοβίτς, στην «Έβδομη σφραγίδα», στους Wu-Tang, στον Eminem, αλλά και σε γκραφίτι όπως Ethra, HIT, PSE, Bonito. Να ευχαριστήσω και τον φίλο μου τον Θέμη, που μου έδωσε πολλά από τα γκραφίτι και τις ταγκιές για να τα εντάξω στα καρέ. – Οι πολυκατοικίες λειτουργούν ως σύμβολο. Τι αντιπροσωπεύουν για σένα; Όσοι έχουμε μεγαλώσει στην πόλη ζούμε ανάμεσα σε πολυκατοικίες όλη μας τη ζωή. Αν το σκεφτείς βαθιά, είναι παράξενο. Για μένα ήταν πάντα πηγή έμπνευσης. Κουτιά, μικρά και μεγάλα, που στεγάζουν αμέτρητες ιστορίες ανθρώπων. Αντιπροσωπεύουν την γκρίζα πόλη και, με έναν τρόπο, την ομορφιά της ασχήμιας της. – Ποια ήταν η πιο απαιτητική σκηνή σχεδιαστικά και γιατί; Ολόκληρη η εικονογράφηση του τραγουδιού ήταν πολύ απαιτητική. Αν όμως έπρεπε να ξεχωρίσω μία σκηνή, θα έλεγα εκείνη όπου φαίνεται μια πολυκατοικία και μέσα από τα παράθυρά της βλέπουμε τις ζωές των ανθρώπων και τα κοινωνικά προβλήματα να συνυπάρχουν σε μία μόνο εικόνα και να συνοδεύουν τους στίχους του ΛΕΞ: «Ωραία, ρευματοκλοπές, υποτροπές, λογαριασμοί / Ανεργία, αφραγκία, μπάτσοι, Χρυσή Αυγή / Μεροκάματα του τρόμου, εξώσεις, πλειστηριασμοί». Μι Δέλτα Ο Μι Δέλτα γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα. Σπούδασε Κοινωνιολογία και έκανε εταπτυχιακό στην Κοινωνική Ψυχολογία. Το γράψιμό του ξεκίνησε για εκείνον ως μέρος της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας που παρακολουθούσε. Στο παρελθόν έχει γράψει τη νουάρ τριλογία διηγημάτων Βαρκάρηδες, Το Μινόρε του Θανάτου και Πακέτο! Επίσης έχει γράψει το σενάριο για το κόμικς Τερματοφύλακας Γιατρός: Η Ιστορία Συνεχίζεται και το διήγημα Νεκρός Χορός που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Δημήτρης-Κρις Αγκαράι Ο Δημήτρης-Κρις Αγκαράι γεννήθηκε το 1994 στα Τίρανα της Αλβανίας και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε γραφιστική και έχει εργαστεί στον χώρο της γραφιστικής, της εικονογράφησης και του θεάτρου. Η δουλειά του αντλεί έμπνευση από την ελληνική ποπ κουλτούρα, την ερωτική τέχνη και την αστική ταυτότητα της Αθήνας. Είναι γνωστός για τους τίτλους κόμικς: Σύμβουλος Ερωτικών Υποθέσεων, Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ – Ο Έλληνας Σαρλώ (Βραβείο Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου, Ελληνικά Βραβεία Κόμικς 2025) και Σκυλονουάρ. Το «Πολυκατοικίες» είναι ένα graphic novel εμπνευσμένο από το ομώνυμο τραγούδι του ΛΕΞ – μια αφηγηματική κατάδυση στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, σε σενάριο του Μι Δέλτα και σχέδιο του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι. Κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2026 από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, σε 52 σελίδες, σχήμα 21x28 εκατοστά, έγχρωμο. Και το σχετικό link...
  7. Πάντα Ποτέ Στο φετινό Comicdom, οι αγαπητές εκδόσεις Μικρός Ήρως εξέδωσαν ένα ακόμη αισθηματικό BD, ονόματι Πάντα Ποτέ. Το ιδιαίτερο με την συγκεκριμένη ιστορία είναι ότι η αφήγηση είναι ολοκληρωτικά αναδρομική, δηλαδή το κόμικ ξεκινάει από το Κεφάλαιο 20 και τελειώνει με το Κεφάλαιο 1. Από τον εκδότη: Με το Πάντα Ποτέ, ο Jordi Lafebre (Lydie, Je Suis Ceur Silence) μας προσφέρει, με όλη την λυρικότητα και την τρυφερότητα που τον χαρακτηρίζουν, το πρώτο του άλμπουμ ως ολοκληρωμένος συγγραφέας. Ένα έργο γεμάτο αγάπη, έρωτα, μελαγχολία, χιούμορ και πάθος, που απέσπασε διθυραμβικές κριτικές. Συχνά το Πάντα Ποτέ αναφέρεται ως το αντίστοιχο Memento (σκηνοθεσία: Christopher Nolan) των κόμικς. Ωστόσο, δεν πρόκειται για μία ακόμα ιστορία χαμένης αγάπης, όσο για μια ιστορία που καταπιάνεται με την πολυπλοκότητα του θεσμού της οικογένειας, της ενηλικίωσης, του πεπρωμένου, όπως και μια υπενθύμιση πώς η αγάπη είναι το μόνο πράγμα που δεν φθείρεται από τον χρόνο Η ιστορία (περίληψη): Η ιστορία μας ξεκινάει ένα βροχερό βράδυ, όταν δύο ερωτευμένοι, ηλικιωμένοι άνθρωποι, η Άννα και ο Ζενό, συναντιούνται. Όσο προχωράει η ιστορία, βλέπουμε περισσότερα για αυτούς τους δύο χαρακτήρες και τα γεγονότα που τους απέτρεψαν από το να ζήσουν τον Έρωτά τους όλα αυτά τα χρόνια. Η Άννα, αφιέρωσε την ζωή της στην δουλειά της, ως Δήμαρχος στην μικρή αυτή πόλη. Παντρεύτηκε τον Τζουζέπε, που της πρόσφερε σταθερότητα, και απέκτησε μια κόρη την Κλαούντια. Ο Ζένο αντίθετα, ήταν ανέκαθεν ελεύθερο πνεύμα και έζησε την ζωή του ταξιδεύοντας εν πλω, και περνώντας διάφορες περιπέτειες, γράφοντας το διδακτορικό του. Οι δύο επικοινωνούσαν ανέκαθεν, και βλέπουμε πώς εξελίχθηκε η σχέση τους εξ αποστάσεως, καθώς διήγαν τις πολύ διαφορετικές ζωές τους. Σχόλια για σενάριο, σχέδιο και έκδοση: Το σενάριο καλά δομημένο μεν, ολίγον τι αδιάφορο δε. Μπορώ να πω ότι ο δημιουργός έχει χειριστεί καλά την αφήγηση, η οποία όπως ανέφερα είναι σε Full Reverse. Έχει προσθέσει δόσεις χιούμορ, συναισθήματος και συγκίνησης, κάτι που μου άρεσε αρκετά. Χρησιμοποιεί την κλασική ιστορία για ένα ερωτευμένο ζευγάρι που μένει χώρια γιατί τα μέλη του θέλουν να ζήσουν διαφορετικές ζωές, ο ένας ελεύθερη και ο άλλος σταθερή, που έχουμε δει πολλές φορές, αλλά το κάνει με πολύ πρωτότυπο τρόπο. Μου αρέσει επίσης ότι δεν μας δείχνει μόνο την ανάπτυξη των κεντρικών χαρακτήρων, αλλά και των Side Characters όπως ο Τζουζέπε (που συμπάθησα πιο πολύ από τον Ζένο) και η Κλαούντια. Στα αρνητικά βάζω ότι δεν κατάφερε να μου κρατήσει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος, και ότι αυτά που έγιναν στο 1ο κεφάλαιο είναι επιεικώς ανεπαρκή για να δικαιολογήσουν τόσο μεγάλο έρωτα. Προσωπικά, μου φάνηκαν λίγο υπερβολικά συναισθηματικοί οι χαρακτήρες, αλλά αυτό μάλλον συμβαίνει επειδή δεν έχω σε ιδιαίτερη εκτίμηση τέτοιου είδους κόμικς Το σχέδιο από την άλλη, είναι απίστευτα όμορφο, με ζωηρές γραμμές, εκφραστικούς χαρακτήρες και μεγάλη προσοχή στην λεπτομέρεια του Backround. Οι χρωματισμοί όμως είναι αυτοί που δίνουν ζωή στο σχέδιο, κάνοντας το πολύ πιο ελκυστικό. Τιμητική αναφορά στο πανέμορφο εξώφυλλο, που με έκανε να αγοράσω αμέσως το κόμικ. Η έκδοση κλασική του Μικρού Ήρωα, ποιοτικό χαρτί, εξαιρετική μετάφραση/επιμέλεια. Την βρήκα μόνο λίγο "φτωχή" σε σχέση με άλλες εκδόσεις, καθώς δεν είχε εξτραδάκια. Τι να κάνουμε, μας έχετε κακομάθει Εν ολίγοις, προσωπικά δεν τρελάθηκα με το σενάριο του κόμικ, αλλά λάτρεψα το σχέδιο! Προτείνεται σε όσους θέλουν ένα πιο τρυφερό και ανάλαφρο ανάγνωσμα, με ωραίο σχέδιο και ζωηρούς χρωματισμούς! Καλή ανάγνωση σε όλους/ες!
  8. Και ήρθε λοιπόν η ώρα που όλοι περιμέναμε! Χθες, στις 2 Αυγούστου του 2022 κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, ο πρώτος τόμος της σειράς "Κλασικές ιστορίες Popeye". Η σειρά αυτή έχει σκοπό να παρουσιάσει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μια φουρνιά από τις καλύτερες ιστορίες του Μπαντ Σάγκεντορφ (ενός από τους μεγαλύτερους δημιουργούς στριπ με τον Ποπάυ) στην αυθεντική πρωτότυπη μορφή τους. Ο Μπαντ Σάγκεντορφ είναι αυτός ο οποίος κατάφερε μέσα από εκατοντάδες κομικς και στριπς να αναδείξει τον Ποπάυ τόσο στην Αμερική όσο και στην Ελλάδα. Το όνομα του το πρωτοείδαμε στην σειρά "Ποπάυ" (από την εκδοτική Δραγούνης Α.Ε.) καθώς ήτανε τοποθετημένο σε κάθε εξώφυλλο της σειράς για 2 ολόκληρές δεκαετίες. Οι ιστορίες του ξεχώριζαν στο περιοδικό λόγω της εφευρετικότητας και της επινοητικότητας του καθώς και του καλλιτεχνικού ταλέντου του. Όμως οι ιστορίες αυτές υπέστησαν αλλαγές αφού δεν μπορούσαν να φιλοξενηθούν στα περιοδικά κόμικς καθώς ήτανε φτιαγμένες για τα ημερήσια στριπ των αμερικανικών εφημερίδων. Ως εκ τούτου, οι ιστορίες του δεν εκδόθηκαν ποτέ στην σωστή τους μακρόστενη μορφή. Έτσι λοιπόν ο αγαπητός @ PhantomDuck μαζί με την εκδοτική Μικρός Ήρως αποφάσισε να εκδώσει τις ιστορίες αυτές με την αρχική μορφή τους. Αρκετά με τον πρόλογο ας περάσουμε στην παρουσίαση-κριτική... Η ΕΚΔΟΣΗ Μέγεθος: Λίγο μεγαλύτερο από τις Μπαμπαδοϊστορίες με ακριβείς διαστάσεις 21 X 19 εκ. Θεωρώ ότι είναι το καταλληλότερο μέγεθος για μια τέτοια έκδοση. Τα στριπς καθώς και τα άρθρα εφάπτονται τέλεια. Το μόνο πρόβλημα που ίσως θα μπορούσε να τεθεί είναι αυτό της τοποθέτησης το οποίο δεν το θεωρώ πολύ σημαντικό. Τιμή: Στα 22€ (με έκπτωση 19.80€ στο site του Μικρού ήρωα). Λίγο τσουχτερή η τιμή λόγω της κρίσης και της αύξησης της τιμής του χαρτιού αλλά νομίζω ότι τα αξίζει τα λεφτά του ειδικά τώρα που όλες οι εκδόσεις έχουν αυξήσει τις τιμές. Γραμματοσειρές: Έχουμε μια ποικιλία γραμματοσειρών. Θα ανεβεί σε λίγες μέρες μια πλήρης λίστα των γραμματοσειρών που χρησιμοποιήθηκαν. Λοιπές λεπτομέρειες: Οι τόμοι αποτελούνται από 232 σελίδες. Το χαρτί είναι λεπτό γυαλιστερό (σαν illustration μου φαίνεται) ενώ έχουμε μαλακό, εξίσου γυαλιστερό εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο. Οι ιστορίες, σύμφωνα με τον πρώτο τόμο, από τελούνται από περίπου 30-40 σελίδες η κάθε μια καθώς οι τόμοι συνοδεύονται με άρθρα γεμάτα πληροφορίες και επιμελημένα από τον ένα καλύτερο. ΟΙ ΤΟΜΟΙ Σύμφωνα με τον ίδιο τον επιμελητή θα έχουμε 6 τόμους στην σειρά και πιθανολογείται κάθε τόμος να κυκλοφορεί ανά 6 μήνες. Ο πρώτος τόμος είναι κοντά μας αρά περιμένουμε και την υπόλοιπη παρέα. Καλή απόλαυση του τόμου και να είναι καλοτάξιδος! Ευχαριστούμε για τα υπόλοιπα εξώφυλλα τους Indian, hudson & albert.
  9. Το Gazzetta διάβασε το graphic novel «Πολυκατοικίες» (Εκδόσεις Μικρός Ήρως), των Μι Δέλτα, Δημήτρη-Κρις Αγκαράι. Η πρώτη σκέψη είναι μια ξαφνική και επίμονη αναρώτηση: αν ο ΛΕΞ ζούσε σε ένα χωριό της ελληνικής περιφέρειας, θα έγραφε τις Πολυκατοικίες; Η απόκριση έρχεται αυθόρμητα και με την ανάγκη ικανοποίησης του ρομαντικού φαντασιακού. Ναι, είναι η απάντηση και αυτό γιατί το εν λόγω κομμάτι δεν είναι μόνο τσιμέντο, παλιές κεραίες και απλωμένα ρούχα στο μπαλκόνι. Αυτό το κομμάτι είναι τα κάγκελα που υψώσαμε μέσα μας, είναι το φως που «πνίξαμε» με την τηλεόραση και τα κινητά μας, είναι τα αόρατα-ορατά όρια που βάλαμε στο σώμα, στα θέλω, στην ψυχή μας. Και όλη την απεραντοσύνη της φύσης να είχε μπροστά του, ο ράπερ για τα σκαλιά που δεν οδηγούν πουθενά και για τα χαλασμένα ασανσέρ θα έγραφε. Το κομμάτι αυτό αφορά αυτό που είμαστε, αυτό που γίναμε και αυτό που δεν θέλουμε να είμαστε. Τον ουρανό ψάχνουμε ανάμεσα στα φρύδια των κτιρίων, το άρωμα της καταγωγής μας μέσα στο καυσαέριο και τα χρώματα που μας λείπουν και παρακαλούμε τη γιαγιά μας να τα μας τα φυλάξει. Οι «Πολυκατοικίες» είναι οι προσευχές που δεν κάνουμε και που η σκιά μας τις πραγματοποιεί κάθε βράδυ, κάθε πρωί. Εδώ ο λόγος είναι ρίμα, χρήμα, εικόνα και graphic novel (από εκδόσεις Μικρός Ήρως) από τους Μι Δέλτα, Δημήτρης-Κρις Αγκαράι. «Μίσος», «Πρόσωπα», «Old Boy» Και επειδή δεν ζούμε στην ελληνική περιφέρεια, ζούμε μέσα στα μεγάλα τσιμεντένια κουτιά, έρχεται το μυθοπλαστικό, έγχαρτο, εγχείρημα «Πολυκατοικίες» και μας επιβεβαιώνει δύο πράγματα: το graphic novel είναι η υψωμένη γροθιά του κόμικ και ότι η ραπ μουσική θα μας αγγίζει όσο δημιουργείται από τα κάτω. Εδώ, λοιπόν, έχουμε την οπτική, καλλιτεχνική, αποτύπωση των δύο. Ο λόγος του ΛΕΞ συναντά το σενάριο και τα μελάνια των Μι Δέλτα, Δημήτρη-Κρις Αγκαράι. Το αποτέλεσμα είναι εύγλωττο, άμεσο, αληθινά συναισθηματικό, σχεδόν το ακούς και σίγουρα μυρίζεις το «ζωντανό» χαρτί της νουβέλας. Οι τέχνες συνομιλούν και συμφωνούν στη λυτρωτική δύναμή τους. Οι σελίδες που ξεφυλλίζεις είναι οι τοίχοι που λυγίζουν και ξεφυλλίζονται, είναι οι τηλεοράσεις που πετάνε στο κενό και είναι οι κοινωνίες που πέφτουν και περιμένουν την πρόσκρουση. Η ιστορία βασίζεται στο ομώνυμο κομμάτι του ράπερ, αλλά ανήκει και στο «Μίσος» του Κασοβίτς και ίσως και στα «Πρόσωπα» του Κασσεβέτη. Θα μπορούσε να είναι και κομμένο επεισόδιο από το «Old Boy»… Μέσα από αυτή τη δουλειά δεν μαθαίνουμε γιατί ζούμε, αλλά πώς ζούμε. Μέσα στις πολυκατοικίες, με soundtrack το κομμάτι του ΛΕΞ. Η έμπνευση επιστρέφεται στον ΛΕΞ Η ιστορία είναι απλή, τοποθετημένη μέσα στα κουτιά των πόλεων και μέσα στις ανομολόγητες σκέψεις μας. Γιος και πατέρας χρόνια αποξενωμένοι. Ο δεύτερος υποφέρει και βρίσκεται λίγο πριν τον θάνατο. Ο πρώτος αποφασίζει να τον συναντήσει και να τα πούνε όπως δεν τα είχαν πει ποτέ. Ο ένας λέει τα κρίματά του και ο άλλος του αφηγείται τη ζωή που έζησε και πώς αυτή τσακίστηκε στα ζόρικα χρόνια της κρίσης, των μνημονίων, των ιών. Τα χρώματα, τα σχέδια, η απεικόνιση των προσώπων και τα σύννεφα με τα λόγια έχουν ενέργεια, καθαρότητα και τις αντανακλάσεις που η ημιφωτισμένη ζωή μας επιτάσσει. Οι στίχοι, η ιστορία του τραγουδιού, γίνονται το προσκήνιο και το παρασκήνιο της νουβέλας και ορίζουν τη σύντομη, μα δυνατή, ιστορία δωματίου. Οι Μι Δέλτα, Δημήτρης-Κρις Αγκαράι πραγματικά πήραν έμπνευση από τον ΛΕΞ και την επέστρεψαν με σεβασμό και γενναιοδωρία. * Το graphic novel κυκλοφορεί σε βιβλιοπωλεία και περίπτερα. Το βρίσκετε και ΕΔΩ. Και το σχετικό link...
  10. Η «Εφ.Συν.» παρουσιάζει το κόμικ «Πολυκατοικίες» των Μι Δέλτα και Δημήτρη-Κρις Αγκαράι που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως» και εικονογραφεί την ατμόσφαιρα που αποπνέει το ομώνυμο τραγούδι του ΛΕΞ ● Τα μουντά αστικά τοπία, τα συλλογικά τραύματα, η φτώχεια και η εργασιακή επισφάλεια μπλέκουν με την όμορφη πλοκή. «Κουτσομπόλες διαχειρίστριες, ρουφιάνοι θυρωροί Τρωκτικά μ’ ακουστικά ακούν τις συνομιλίες Μας χαζεύουν οι εξωγήινοι μέσα από το κουτί Κανένας ασφαλής μέσα στις πολυκατοικίες» Ποιος να φανταζόταν ότι οι πολυκατοικίες που πήραν τη θέση φτωχικών μονοκατοικιών, «υποσχόμενες» ανάπτυξη και οικονομική άνθηση, θα κατέληγαν να αφηγούνται την ιστορία μιας γενιάς που έμαθε να ζει όλο και με λιγότερα. Σήμερα, πίσω από πανομοιότυπες προσόψεις και μπαλκόνια καρμπόν που μοιάζουν επαναλαμβανόμενα σαν σκηνικό, στριμώχνονται ζωές σε μία διαρκή αναμονή, άνθρωποι που προσαρμόζουν τα σχέδιά τους στους μισθούς, στα ενοίκια και στην καθημερινότητά τους στην οποία η επισφάλεια δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας. Οι «Πολυκατοικίες» (εκδ. Μικρός Ηρως), το κόμικ των Μι Δέλτα και Δημήτρη-Κρις Αγκαράι με αφετηρία το ομώνυμο τραγούδι του ΛΕΞ, περισσότερο ως κοινωνικό αίσθημα παρά ως αφηγηματικό οδηγό, συνθέτουν ένα σκοτεινό πορτρέτο της πόλης μετά την κρίση, που αποτελείται από μικρά διαμερίσματα, εύθραυστες ισορροπίες, σχέσεις που δοκιμάζονται από την οικονομική πίεση και την αίσθηση ότι το μέλλον μετατίθεται συνεχώς πιο πέρα. Οι ιστορίες του κόμικ αποφεύγουν τους ηρωισμούς και στρέφονται σε πρόσωπα οικεία και αναγνωρίσιμα, εργαζόμενους χωρίς σταθερό έδαφος, νέους που μετακινούνται ανάμεσα σε προσωρινές δουλειές, ανθρώπους που κατοικούν την ίδια πόλη αλλά σίγουρα δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες. Έτσι, με αυτόν τον τρόπο η κάθε πολυκατοικία γίνεται ένας χάρτης κοινωνικών αντιθέσεων που οι αποστάσεις δεν μετρώνται σε ορόφους αλλά σε ευκαιρίες ζωής. Ανάμεσα στην εικόνα και τον λόγο, οι «Πολυκατοικίες» λειτουργούν ως αφήγηση της συλλογικής εμπειρίας μιας γενιάς που ενηλικιώθηκε μέσα στη διαρκή κρίση και εξακολουθεί να αναζητά χώρο, κυριολεκτικά και συμβολικά, μέσα στην πόλη. Με αφορμή την κυκλοφορία του κόμικ, μιλήσαμε με τους δημιουργούς του, Μι Δέλτα και Δημήτρη-Κρις Αγκαράι. Μι Δέλτα, συγγραφέας ● Τι κάνει τις «Πολυκατοικίες» να μην είναι «ακόμα ένα βιβλίο για τον ΛΕΞ»; Oι «Πολυκατοικίες» είναι εμπνευσμένες από το ομώνυμο τραγούδι, αλλά έχουν μια διαφορετική ιστορία. Ουσιαστικά είναι ένα κοινωνικό ψυχογράφημα, μια αστική ιστορία διαπροσωπικών σχέσεων, αν θέλεις. Το τραγούδι του ΛΕΞ ουσιαστικά είναι μουσικό χαλί σε αυτή την ιστορία. Στόχος ήταν να δείξουμε πως το κομμάτι ήταν πηγή έμπνευσης και παράλληλα ένα κλείσιμο του ματιού σε ανθρώπους της γενιάς μας που είχαν κοινά βιώματα. ● Αναφέρετε στο κείμενό σας ότι, αν κάποιος σας ζητούσε να περιγράψετε την Ελλάδα των τελευταίων 15 ετών σε τρία λεπτά, θα του βάζατε να ακούσει τις «Πολυκατοικίες». Πώς αποφασίσατε να μεταφέρετε αυτό το ηχόχρωμα από τον στίχο στην εικόνα και το μελάνι; Κατά την περίοδο του Covid, στον δεύτερο εγκλεισμό παρατηρούσα από το μπαλκόνι μου τα διαμερίσματα της απέναντι πολυκατοικίας. Έβλεπα φώτα να ανάβουν και να σβήνουν και σκέφτηκα πως αυτό μοιάζει με μια ιδιότυπη τρίλιζα. Μάθαινα χωρίς να το θέλω τις ιστορίες των ανθρώπων που έμεναν απέναντί μου. Ιστορίες δύσκολες αλλά και ελπιδοφόρες. Τότε είπα πως αυτό θέλω να το κάνω κάτι γιατί με συγκίνησε. Το κράτησα σαν ιδέα και όταν ήρθε η ώρα κάναμε τις «Πολυκατοικίες». ● Έχετε δηλώσει ότι το σενάριο αυτού του κόμικ δεν το είδατε ούτε στιγμή ως «δουλειά», αλλά ως μια διαδικασία ψυχοθεραπείας. Πόσο δύσκολο ήταν να εξωτερικεύσετε προσωπικά βιώματα τόσων χρόνων με μορφή συλλογικής αφήγησης; Το γράψιμο είναι μέρος της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας που έχω παρακολουθήσει. Για μένα δεν είναι ούτε εύκολο ούτε δύσκολο να μοιράζομαι σκέψεις και συναισθήματα στα κείμενά μου. Το θεωρώ κάπως αυτονόητο. Όταν αυτό βρίσκει ανθρώπους που τους ακουμπά, τότε χαίρομαι και συγκινούμαι γιατί βλέπω πως το προσωπικό γίνεται συλλογικό και είναι πολύ ωραίο το μοίρασμα. ● Στο εισαγωγικό σημείωμα τονίζετε ότι από τα κείμενα για την «οικονομική κρίση» λείπει συνήθως η άποψη των ίδιων των υποκειμένων. Πιστεύετε ότι το κόμικ, ως μέσο, δίνει μια πιο «ωμή» και ρεαλιστική φωνή σε αυτή τη γενιά; Το κόμικ ως μέσο συνδυάζει δυο επίπεδα αφήγησης, το λεκτικό και την εικόνα. Αυτό βοηθά αρκετά καθώς μια αστική ιστορία όπως είναι η συγκεκριμένη έχει τη δυναμική να πει και να δείξει στιγμές από τις καθημερινές ιστορίες των ανθρώπων στα χρόνια της κρίσης. Και κυρίως να δείξει πώς επηρεάστηκαν οι σχέσεις των ανθρώπων αυτά τα δύσκολα και σκοτεινά χρόνια. ● Γίνονται αναφορές από τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου το 2008 μέχρι την άνοδο της Χρυσής Αυγής και την πανδημία. Πώς αποτυπώνεται αυτή η διαρκής αίσθηση «ασφυξίας» και καταστολής στην πλοκή του έργου; Με το αστικό τοπίο, με την οπτικοποίηση μέσω των εξαιρετικών σκίτσων του Δημήτρη και με την πλοκή η οποία είναι γρήγορη και κοφτή. Μου έχει πει ότι όταν το διαβάζουν νιώθουν σαν να λαχανιάζουν. Αυτό θέλαμε να πετύχουμε. Να πούμε μια καθημερινή απλή ιστορία σε σύντομο χρόνο. Να συμπυκνώσουμε όλα αυτά τα χρόνια της ασφυξίας σε ένα μικρό κόμικ. Το λένε και οι στίχοι από το κομμάτι άλλωστε. Ζήσαμε πολλά ασταμάτητα και ζόρικα. Και ακόμη τα ζούμε. Πόλεμος, ακρίβεια, διαρκές αίσθημα ανασφάλειας. Θέλαμε ωστόσο στο τέλος του κόμικ να επέλθει η λύτρωση ως ένα σινιάλο κατανόησης σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που είδαν το πρόσωπό τους να αυλακώνεται από το άγχος και την πίεση. ● Στην ιστορία γίνεται λόγος για τη μετάβαση από την προβληματική βιολογική οικογένεια στην «οικογένεια του δρόμου». Θεωρείτε την αλληλεγγύη των «διπλανών» μας ως τη μοναδική λύση επιβίωσης σε μια απάνθρωπη εποχή; Όσο και να ακούγεται τετριμμένο, οι φίλοι είναι η οικογένεια που διαλέγουμε. Και αυτό είναι ένα από τα ζητήματα που καταπιάνεται το κόμικ. Πολλές φορές οι σχέσεις με οικογενειακά μας πρόσωπα δεν είναι όπως θέλουμε, χάνεται η επαφή και η κατανόηση ακόμη και από τους πολύ κοντινούς μας. Αντίθετα, βρίσκουμε στις ζωές μας ανθρώπους που μας δένουν κοινά βιώματα, δυσκολίες, και όντως αυτοί οι άνθρωποι γίνονται η «οικογένεια του δρόμου». ● Ένα κεντρικό θέμα του κόμικ είναι ο χρόνος που «σκοτώνει τους μαθητές του». Μπορεί τελικά η τέχνη να λειτουργήσει ως μια «μικρή ρωγμή ελπίδας» απέναντι στη φθορά της καθημερινότητας; Νομίζω πως βοηθάει να ξαλαφρώσουμε αυτά που κουβαλάμε μέσα μας. Τουλάχιστον για μένα έτσι λειτουργεί. Ο χρόνος είναι μια πιεστική έννοια που πάντα στο τέλος μας σκοτώνει. Αν όμως τον αξιοποιήσουμε για να κάνουμε πράγματα που μας κάνουν να νιώσουμε καλύτερα, τότε φτιάχνουμε αυτές τις μικρές ρωγμές. Η διαχείριση του χρόνου είναι ένα από τα ζητήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο ειδικά στις λεγόμενες δυτικές κοινωνίες. Μας έχουν περάσει ως τρόπο ζωής να τρέχουμε συνεχώς για να επιτύχουμε στόχους, κάτι που είναι τρομερά στρεσογόνο, και εσχάτως να δουλεύουμε ατελείωτες ώρες για να επιβιώσουμε. Αυτό θέλει πολιτική δουλειά για να αλλάξει. Η τέχνη δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Μπορεί όμως να σου δείξει μια διαφορετική οπτική για τη ζωή και την καθημερινότητα. Να δώσει ένα ερέθισμα. ● Κλείνετε λέγοντας πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη νίκη από το να παραμένουμε άνθρωποι. Είναι αυτός ο τελικός στόχος της αφήγησης στις «Πολυκατοικίες»; Ναι, όπως ήταν και στον «Νεκρό Χορό». Η καθημερινότητα στον καπιταλιστικό τρόπο ζωής μάς πατάει κάτω. Μας αποκτηνώνει. Χάνουμε συνεχώς την ανθρωπιά μας. Συνηθίσαμε μέχρι και τους πολέμους, την υπέρτατη μορφή αποκτήνωσης. Εικόνες νεκρών παιδιών. Στις «Πολυκατοικίες» προσπαθήσαμε να πούμε πως είναι ΟΚ να χαθείς, να κάνεις λάθη, να αποτύχεις, αλλά πρέπει να συνεχίσεις να προσπαθείς να ξαναβρείς το βάδισμά σου. Να επικοινωνήσεις τα ζόρια σου και τελικά να κατανοήσεις πως οι ατέλειες και οι αντιφάσεις είναι αυτές που σε κάνουν άνθρωπο. Δημήτρης-Κρις Αγκαράι, σκιτσογράφος ● Πώς λειτούργησε η «χημεία» των δυο σας; Τον Μανώλη τον γνώρισα τα τελευταία χρόνια μέσα από τη συνεργασία που είχαμε και οι δύο στις εκδόσεις «Μικρός Ήρως». Κάναμε παρέα συχνά και στα φεστιβάλ κόμικς και τα λέγαμε ωραία. Θεωρώ πως υπήρχε από νωρίς μια οικειότητα μεταξύ μας και αυτό βοήθησε πολύ στην επικοινωνία κατά τη δημιουργία του έργου. Μπορούσαμε να μιλάμε ανοιχτά, να εκφράζουμε τους προβληματισμούς μας και να ανταλλάσσουμε ιδέες, με στόχο να φτάσουμε στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για την ιστορία. ● Με ποιον τρόπο «κούμπωσαν» τα βιώματά σας; Θαρρώ πως η οικονομική κρίση είναι κάτι που σημάδεψε τη γενιά μας και μας έφερε, σε μεγάλο βαθμό, σε κοινά βιώματα. Εγώ την έζησα έντονα μόλις τελείωσα το σχολείο, την περίοδο που έψαχνα δουλειά. Τότε βρέθηκα αντιμέτωπος με καταστάσεις απαξίωσης, μισθούς ξεφτίλας, εκμετάλλευση και μια γενικότερη αβεβαιότητα για το μέλλον. Νομίζω πως πολλοί άνθρωποι της γενιάς μου μπορούν να ταυτιστούν με αυτό το συναίσθημα – με το άγχος, τις κρίσεις πανικού, τον κόμπο στο στομάχι που κουβαλάμε από τότε. Το δυσάρεστο είναι πως, στην ουσία, δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Όσο κι αν προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο, αυτό που βλέπω γύρω μου είναι ότι δουλεύουμε όλο και περισσότερο, αλλά μένουμε συνεχώς στα ίδια. ● Ποιο είναι το αγαπημένο σας σκίτσο; Αυτό που εκφράζει περισσότερο εσάς τον ίδιο; Είναι δύσκολο να διαλέξω, αλλά αν πρέπει, θα ξεχωρίσω τη σελίδα όπου γίνεται η μετάβαση από το παρόν στο παρελθόν – εκεί όπου φεύγει το χρώμα και ξεκινάει το τραγούδι. Είναι μια στιγμή που αλλάζει εντελώς η ατμόσφαιρα της αφήγησης. Άντε και τα σκίτσα στο ρεφρέν «Κουτσομπόλες διαχειρίστριες, ρουφιάνοι θυρωροί», επειδή μου ήταν πολύ διασκεδαστικό να σχεδιάζω μια στερεοτυπική «Κουτσομπόλα διαχειρίστρια» με την υπερβολή της. ● Ποια είναι η θέση της 9ης τέχνης (των κόμικς) στην ελληνική κοινωνία; Όπως κάθε μορφή τέχνης, για μένα τα κόμικς είναι πρώτα απ’ όλα ένας τρόπος επικοινωνίας – κυρίως μέσα από τα συναισθήματα. Η ανάγκη για έκφραση είναι από τα πιο βασικά πράγματα που μας κάνουν ανθρώπους. Τα κόμικς ειδικά, έχουν μια πολύ άμεση σχέση με το κοινό. Από τα σατιρικά στριπ που μπορεί κάποιος να διαβάσει σε μια εφημερίδα ή στο ίντερνετ μέχρι μεγαλύτερες αφηγήσεις που εξελίσσονται σαν μια κινηματογραφική ταινία στο χαρτί. Είναι μια τέχνη που μπορεί να σχολιάσει την καθημερινότητα, να διαμορφώσει αντιλήψεις, αλλά και να πει ιστορίες με έναν πολύ άμεσο και προσιτό τρόπο. Μπορεί ταυτόχρονα να ψυχαγωγήσει, αλλά και να σε κάνει να σκεφτείς. Και το σχετικό link...
  11. Μι Δέλτα και Δημήτρης-Κρις Αγκαράι υπογράφουν μια ιστορία που αντλεί έμπνευση από τις «Πολυκατοικίες» του Λεξ. «Τι άκουσαν οι τοίχοι; Τι είδαν οι δρόμοι; Τι βίωσαν οι ψυχές;» Με αυτά τα ερωτήματα, ο σεναριογράφος του κόμικς «Πολυκατοικίες» (εκδ. Μικρός Ήρως), Μι Δέλτα, εισάγει τον αναγνώστη στο σύμπαν της ιστορίας του – ένα σύμπαν που για πολλούς και πολλές από εμάς είναι κάτι παραπάνω από γνώριμο. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο ομώνυμο τραγούδι του Λεξ, οι στίχοι του οποίου λειτουργούν ως κεντρικός αφηγηματικός άξονας, αλλά στην ίδια την ελληνική πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης. Μια πραγματικότητα βιωμένη, με την οποία ερχόμαστε ξανά σε επαφή μέσα από τις αναμνήσεις του Δήμου, κεντρικού ήρωα της ιστορίας. «Αν λοιπόν κάποιος άνθρωπος με σταματούσε στον δρόμο και μου έλεγε “θέλω να μου περιγράψεις τι συνέβη στην Ελλάδα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, αλλά θέλω να μου το περιγράψεις μέσα σε τρία λεπτά”, τότε θα του έβαζα δίχως σκέψη να ακούσει τις “Πολυκατοικίες”», γράφει ο ίδιος – και όχι άδικα. Το τραγούδι του Λεξ, με το χαρακτηριστικά ωμό και άμεσο ύφος του, συμπυκνώνει «τις παθογένειες και τα προβλήματα που ήρθαν με φόρα να μας χτυπήσουν στα μούτρα για όσα κρύβαμε κάτω από το χαλί για δεκαετίες». Στο κόμικς, το τραγούδι δεν λειτουργεί απλώς ως φόρος τιμής, αλλά ως οργανικό μέρος της αφήγησης. Όταν ο Δήμος επιστρέφει για να συναντήσει τον ετοιμοθάνατο πατέρα του, με τον οποίο έχει αποξενωθεί, επιχειρεί να του αφηγηθεί τα χρόνια που μεσολάβησαν και οι ρίμες του Λεξ γίνονται το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρθρώνεται η εμπειρία του. Μέσα από μια έντονα κινηματογραφική δομή, το τραγούδι λειτουργεί ως αφηγηματικός μοχλός, ενώ η εικονογράφηση μοιάζει σχεδόν σαν ένα ιδιότυπο, εκτεταμένο βιντεοκλίπ. Η ιστορία δεν διεκδικεί δάφνες σεναριακής πρωτοτυπίας και ακριβώς εκεί εντοπίζεται η δύναμή της. Η σχέση πατέρα και γιου, η αποστασιοποίηση, η σύγκρουση και η ύστατη προσπάθεια συμφιλίωσης αποτελούν μια σχεδόν αρχέτυπη αφηγηματική δομή. Όμως το βάρος δεν βρίσκεται στο «τι» συμβαίνει, αλλά στο «πού» και στο «πώς». Γιατί το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η αφήγηση είναι βαθιά συλλογικό. Είναι η Ελλάδα της κρίσης – μια πραγματικότητα που, ακόμα κι αν δεν τη ζήσαμε ακριβώς έτσι, τη βιώσαμε ως μέρος ενός κοινωνικού συνόλου που έμαθε να μεγαλώνει μέσα στη δυσκολία και να ενηλικιώνεται βίαια. Καφενεία με ηλικιωμένους που παίζουν τάβλι, νέοι που χάνονται σε οθόνες, άνθρωποι που καταπιέζουν τα συναισθήματά τους ή λυγίζουν κάτω από το βάρος της πίεσης. Όχι ένας φανταστικός κόσμος, όπως συνηθίζεται στα κόμικς, αλλά ένας κόσμος τρομακτικά γνώριμος. Μέσα από το βλέμμα του Δήμου, η αφήγηση εστιάζει σε εκείνους που συχνά μένουν στο περιθώριο: νέους με παραβατικές συμπεριφορές, καταχρήσεις, μια επιφανειακά «σκληρή» στάση που λειτουργεί ως άμυνα απέναντι σε μια πραγματικότητα ακόμη πιο σκληρή. Σε μια ζωή που αναγκάστηκαν να ζουν, στη θέση της ζωής που τους κλέψανε. Αν όμως το σενάριο δίνει τον τόνο, η εικονογράφηση του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι καθορίζει τον ρυθμό. Το σχέδιό του δεν περιορίζεται στην αποτύπωση της δράσης, αλλά μοιάζει να ξεχύνεται στο χαρτί, με μια ενέργεια που μεταφέρει την αίσθηση της κίνησης. Οι εικόνες του δεν είναι στατικές, λειτουργούν σχεδόν κινηματογραφικά, σαν διαδοχικά καρέ που ρέουν το ένα μέσα στο άλλο. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό παίζει η σκηνοθεσία. Οι γωνίες λήψης, οι εναλλαγές πλάνων και η διαχείριση του χώρου θυμίζουν κινηματογραφική γλώσσα, ενώ το χρώμα δεν λειτουργεί απλώς διακοσμητικά, αλλά ως οργανικό στοιχείο της αφήγησης. Η παλέτα μεταβάλλεται ανάλογα με το επίπεδο της ιστορίας – στο «παρόν», στο οπτικοποιημένο βιντεοκλίπ, στο τρυφερό φλάσμπακ – καθοδηγώντας διακριτικά και το συναίσθημα του αναγνώστη. Οι πολιτισμικές αναφορές των δημιουργών ενσωματώνονται στην αφήγηση σαν ένα διακριτικό κλείσιμο του ματιού. Τα αστικά τοπία των βιντεοκλίπ χιπ χοπ συγκροτημάτων όπως οι RNS, σκηνές από ταινίες όπως «Το Μίσος», ακόμα και τα βιντεοπαιχνίδια της Rockstar, συνθέτουν ένα πολυεπίπεδο σύγχρονο πολιτισμικό υπόβαθρο. Στο κομμάτι του σχεδίου, οι επιρροές από την παράδοση των αστικών κόμικς είναι εμφανείς, ιδίως από το έργο του Γουίλ Άϊσνερ, όπου η πόλη λειτουργεί ως ζωντανός οργανισμός. Όπως στη Νέα Υόρκη του «Συμβολαίου με τον Θεό» ή του «New York: The Big City», έτσι και εδώ το αστικό τοπίο δεν αποτελεί απλώς φόντο, αλλά ενεργό στοιχείο της αφήγησης. Μόνο που στη θέση της Νέας Υόρκης βρίσκεται η Θεσσαλονίκη: μια πόλη εξίσου πυκνή, εξίσου φορτισμένη, γεμάτη ιστορίες. Ο Αγκαράι αναφέρει στον δικό του πρόλογο: «Έχω μεγαλώσει μέσα στις πολυκατοικίες. Όλη η ζωή μου ήταν ανάμεσα σε αυτές. Πάντα ήταν πηγή έμπνευσης για μένα […]». Και κάπως έτσι, ο παραλληλισμός μοιάζει σχεδόν αυτονόητος: στις πολυκατοικίες, κάθε παράθυρο είναι μια ιστορία, θυμίζοντας τα καρέ στις σελίδες των κόμικς. Μικρές ζωές, μικρές αφηγήσεις, που συνυπάρχουν χωρίς να είναι ποτέ εντελώς ξεχωριστές. Ίσως γι’ αυτό οι «Πολυκατοικίες» λειτουργούν τόσο οργανικά ως κόμικς: γιατί, με έναν τρόπο, ήταν ήδη. Κόμικς και χιπ χοπ: μια αμφίδρομη σχέση Τόσο τα κόμικς όσο και η χιπ χοπ, με τη σημερινή τους μορφή, γεννήθηκαν στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, στις ΗΠΑ. Εκεί συναντήθηκαν για πρώτη φορά, κυρίως υπό το φως των αμερικανικών υπερηρωικών κόμικς, διαμορφώνοντας μια σχέση που αποτυπώνεται μέχρι σήμερα σε αμέτρητα παραδείγματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η περίπτωση του MF DOOM, ο οποίος έχτισε ολόκληρη την περσόνα του γύρω από τον υπερκακό Dr. Doom, αλλά και καλλιτέχνες όπως οι Wu-Tang Clan, που υιοθέτησαν ψευδώνυμα και μυθολογίες εμπνευσμένες από κόμικς και παλπ σύμπαντα, ο Jay-Z και ο Eminem, που ενσωματώνουν συχνά αντίστοιχες αναφορές στη γραφή τους. Στην Ελλάδα, η σχέση αυτή εμφανίζεται με διαφορετικούς όρους. Για παράδειγμα, τα Ημισκούμπρια ενσωμάτωσαν με το δικό τους ύφος αναφορές όχι μόνο σε αμερικανικά αλλά και σε ευρωπαϊκά κόμικς (όπως το αλησμόνητο «αυτή δεν είναι μάνα, είναι σκίτσο του Μανάρα»), όχι ως μιμητισμό, αλλά ως οργανικό κομμάτι της ποπ κουλτούρας που τους διαμόρφωσε. Με την ευρεία διάδοση των μάνγκα και των άνιμε στον δυτικό κόσμο τις τελευταίες δεκαετίες, η σχέση αυτή μετασχηματίστηκε. Οι αναφορές σε σειρές όπως το «Dragon Ball» έγιναν ιδιαίτερα συχνές στη σύγχρονη ραπ σκηνή, λειτουργώντας ως κοινός πολιτισμικός κώδικας. Από τον Denzel Curry και τον Big Sean μέχρι τον Lupe Fiasco και τον Childish Gambino, η φιγούρα του Goku και γενικότερα η αισθητική του «Dragon Ball» επανέρχονται διαρκώς, είτε ως μεταφορά δύναμης είτε ως σύμβολο υπέρβασης. Στη σύγχρονη ελληνική ραπ, ο Λεξ είναι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον παράδειγμα αυτής της σχέσης. Ήδη σε ένα από τα πρώτα δημοφιλή τραγούδια του με τίτλο «Από τους υπονόμους» συναντάμε τους στίχους «Ζητάμε ευχές απ’ τον δράκο, το αύριο να μην έρθει δύσκολο / Με τον Σαντάμ και τον Φίλιππο, Son Goku, Vegeta και Piccolo», ενώ στο «Όχι σήμερα» συναντάμε μια αναφορά σε έναν δευτερεύοντα χαρακτήρα της σειράς: «Κι ας είναι γκρίζο το μαλλί σαν του Tranks». Αριστερά: Το τραγούδι «Πολυκατοικίες» κυκλοφόρησε στον δεύτερο δίσκο του Λεξ με τίτλο «2ΧΧΧ» (2018) | Δεξιά: Ο πιο πρόσφατος δίσκος του Λεξ κυκλοφόρησε το 2024 και έχει τίτλο «Γ.Τ.Κ.» Πιο πρόσφατα, στο τελευταίο άλμπουμ «Γ.Τ.Κ.» οι επιρροές από την κουλτούρα των άνιμε γίνονται με ακόμη πιο εμφατικό τρόπο. Στο τραγούδι «Χειρότερη γενιά», ο τίτλος του οποίου εμπνέεται ευθέως από τη δημοφιλή σειρά «One Piece», η σχέση αυτή επισφραγίζεται με στίχους όπως «Μικρούς όλους μας τάισαν τα φρούτα του διαβόλου / Μετά μας αφήσαν να πνιγούμε στα βαθιά / Και φυσικά γίναμε η χειρότερη γενιά». Ακόμα περισσότερο, το τραγούδι «Μωβ βροχή» με τους στίχους «Νιώθω πρωταγωνιστής σε ιαπωνικό μικυμάους / Gomu Gomu No, Κύμα Κάμε Χάμε / Μας διαμόρφωσαν οι ζωγραφιές / Βλέπαμε μονάχοι μες στο σπίτι ιστορίες / Που κερδίζαν πάντα οι πρωταγωνιστές» αποτελεί έναν ιδιότυπο ύμνο σε μια γενιά που μεγάλωσε με ήρωες στο χαρτί και στην οθόνη, κουβαλώντας μέσα της την υπόσχεση ότι, ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες, η ιστορία δεν τελειώνει – απλώς συνεχίζεται στο επόμενο επεισόδιο. Και το σχετικό link...
  12. Ο θρυλικός Μίστερ Νο των ιταλικών κόμικς, ένας ασυμβίβαστος «αυτοεξόριστος» στις ζούγκλες της Νότιας Αμερικής, έγινε 50 ετών και εξακολουθεί να συναρπάζει τους αναγνώστες του. Η πρώτη εμφάνιση του «Μίστερ Νο» έγινε το καλοκαίρι του 1975, λίγες μέρες μετά την κυκλοφορία του «Daniel» του Λουτσιάνο Σέκι, με πρωταγωνιστή έναν πρώην μελλοθάνατο που γλίτωσε την ηλεκτρική καρέκλα και υιοθέτησε την ταυτότητα ενός ντετέκτιβ, και λίγες μέρες πριν από τον «Άγνωστο» του Μάνιους, με κεντρικό χαρακτήρα έναν πρώην λεγεωνάριο σε θανάσιμες περιπέτειες και μικρές δόσεις ελαφράς πορνογραφίας. Από τις τρεις πρωτοποριακές για την εποχή τους σειρές, που κυκλοφόρησαν σχεδόν ταυτόχρονα και απευθύνονταν όλες σε ενήλικο κοινό, η σειρά με τις περιπέτειες του Μίστερ Νο έγινε η πιο δημοφιλής, μεταφράστηκε σε πολλές χώρες και άντεξε για πολλές δεκαετίες. Πιθανώς γιατί ο πρωταγωνιστής της ήταν ένας αντιήρωας που απείχε σημαντικά από άλλους εξιδανικευμένους χαρακτήρες. Έκανε λάθη και υπέκυπτε σε πάθη, του άρεσε το αλκοόλ, ερωτευόταν, είχε ανησυχίες, φοβόταν. Ήταν όμως και δίκαιος, έπαιρνε πάντα το μέρος των αδύναμων, ήταν τίμιος. Είχε ένα πλούσιο και τραυματικό παρελθόν καθώς ήταν πιλότος της αμερικανικής αεροπορίας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σοκαρισμένος από όσα είδε κατά τη διάρκεια του πολέμου και απογοητευμένος από τον άκρατο καταναλωτισμό, την αποξένωση, τη φτώχεια, τις απάνθρωπες συνθήκες ζωής που αντίκρισε με την επιστροφή του στις ΗΠΑ, αποφάσισε να αποσυρθεί σε ένα μακρινό μέρος που θα τον έφερνε σε ισορροπία με τη φύση χωρίς να χρειάζεται να δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Αριστερά: Εξώφυλλο από τη σειρά Revolution με τον Μίστερ Νο στον πόλεμο του Βιετνάμ. Δεξιά: Ο Μίστερ Νο στο Σπίτι του Σατανά. Η Μανάους, η μεγαλύτερη πόλη του Αμαζονίου και ταυτόχρονα περιτριγυρισμένη από αφιλόξενες ζούγκλες και τροπικά δάση, ήταν ο επόμενος σταθμός του και δουλειά του αυτή του πιλότου ενός μικρού αεροσκάφους που μετέφερε τουρίστες, ταξιδιώτες, τυχοδιώκτες, απατεώνες και φυγάδες στις περιοχές γύρω από τον πελώριο ποταμό. Αν και το όνομά του ήταν Τζέρι Ντρέικ, όλοι τον γνώριζαν ως «Μίστερ Νο» γιατί ήταν ένας ιδεολόγος αρνητής κάθε κανόνα πέραν των δικών του ηθικών αξιών, ανυπότακτος σε κάθε εξουσία και κάθε πειθαρχία. Ένας πεισματάρης, περήφανος, μοναχικός και μελαγχολικός πρώην στρατιώτης που ακολουθεί τον δικό του κώδικα τιμής σε έναν αφιλόξενο τόπο χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του. Έναν τόπο που είχε λατρέψει, όμως, στα πολλά ταξίδια του στη Νότια Αμερική ο δημιουργός του, Σέρτζιο Μπονέλι, που υπέγραφε τις ιστορίες με το ψευδώνυμο Γκουίντο Νολίτα (μόνο σύμπτωση δεν αποτελεί ότι η πρώτη συλλαβή του επιθέτου είναι ίδια με το ψευδώνυμο του χαρακτήρα του). Το «Νο», επίσης, πρέπει να αντλεί και λίγο από τον «Dr. No», αντίπαλο του Τζέιμς Μποντ στην πρώτη κινηματογραφική ταινία του Βρετανού πράκτορα το 1962, όπως και το όνομα Τζέρι Ντρέικ πρέπει να σχετίζεται με τη σειρά κόμικς «Kerry Drake» του Άλφρεντ Άντριόλα που κυκλοφόρησε στην Ιταλία το 1975. Ως προς τη μορφή και τη φυσιογνωμία του Μίστερ Νο, από την άλλη, αυτά που ξέρουμε είναι ότι ο Σέρτζιο Μπονέλι είχε ζητήσει από τον σχεδιαστή και φίλο του, Γκαλιένο Φέρι, γνωστό για τα σχέδια του Ζαγκόρ, να χρησιμοποιήσει ως «μοντέλα» τους ηθοποιούς Στιβ ΜακΚουίν και Τζέιμς Κόμπερν. Ολες αυτές τις ομοιότητες και συσχετίσεις επισημαίνει το εξαντλητικά αναλυτικό εισαγωγικό κείμενο του Γκαμπριέλε Φερέρο στο επετειακό «Μίστερ Νο – 50 Χρόνια» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως με την ιστορία του 1999 «Το τελευταίο Σύνορο» (μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης, 114 σελίδες) σε σενάριο του Μικέλε Μασιέρο και σχέδια των αδερφών Ντομένικο και Στέφανο Ντι Βίτο, μια ιστορία που παρουσιάζει τον Αμερικανό πιλότο στο μέλλον και την επίσκεψη που δέχεται από τον φιλόδοξο γιο ενός πρώην συμπολεμιστή του που θέλει να γίνει ο νέος Μίστερ Νο. Λίγα χρόνια μετά από αυτή την ξεχωριστή ιστορία, το 2006, και μετά από 379 μηνιαία τεύχη το περιοδικό «Μίστερ Νο» διέκοψε την κυκλοφορία του. Το 2018 ωστόσο, κυκλοφόρησαν έξι τόμοι σε μια εναλλακτική εκδοχή του Τζέρι Ντρέικ που εμφανίζεται νεότερος και είναι βετεράνος του πολέμου του Βιετνάμ, ενώ το 2019 ο χαρακτήρας επανήλθε στην κανονικότητα σε μια νέα σειρά 14 τευχών. Παλαιότερα, ο Μίστερ Νο είχε ταξιδέψει και μακριά από τη Μανάους και είχε βρεθεί στην Αφρική, τις ΗΠΑ και την Ασία. Εξώφυλλο (πάνω) και απόσπασμα (δεξιά) από την ελληνική επετειακή έκδοση για τα 50 χρόνια του Μίστερ Νο. Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια οι περιπέτειές του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως ενώ τα άμεσα αντανακλαστικά του Στέλιου Ανεμοδουρά και των εκδόσεών του τον είχαν συστήσει στους Έλληνες αναγνώστες ήδη από το 1976, μόλις λίγους μήνες μετά την πρώτη ιταλική του έκδοση. Σήμερα, παρά τα 50 του χρόνια, ο Μίστερ Νο, αηδιασμένος από τον πόλεμο, με τις εκτός σειράς έκτακτες κυκλοφορίες του παραμένει δημοφιλής και επίκαιρος. Μα πάνω απ’ όλα ανθρώπινος, ευάλωτος, γενναίος και συμφιλιωμένος με τον εαυτό του. Και το σχετικό link...
  13. Ο Μι Δέλτα και ο Δημήτρης-Κρις Αγκαράι έφτιαξαν μια ιστορία κόμικ εμπνευσμένη από το κομμάτι «Πολυκατοικίες». Ο δεύτερος εξηγεί στην «Κ» πώς δημιουργήθηκε αυτή η ιστορία που εστιάζει στα χρόνια της κρίσης. «Κανένας ασφαλής μέσα στις πολυκατοικίες», υποστήριζε ο ΛΕΞ πίσω στο 2018, σε ένα από τα κομμάτια του άλμπουμ «2ΧΧΧ». Δεν θα δυσκολευτεί κανείς να δει τον πιο ειλικρινή καθρέφτη της Ελλάδας στις ρίμες του Θεσσαλονικιού ράπερ. Αν πάντως υπάρχει ένα κομμάτι του που μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να χωρέσει κάθε ελληνική παθογένεια που δεν θέλουμε να βλέπουμε, αυτό θα ήταν οι «Πολυκατοικίες». Και μάλιστα χωρίς καν να «βγει από το σπίτι», με τον ΛΕΞ να παρατηρεί και να καταγράφει, σαν άλλος Τζέιμς Στιούαρτ στον «Σιωπηλό μάρτυρα», όσα γίνονται πίσω από τις κλειστές πόρτες των διαμερισμάτων. Στίχοι από τις «Πολυκατοικίες» παίρνουν μορφή μέσα από την ιστορία του Δήμου, πρωταγωνιστή του graphic novel. Οκτώ χρόνια μετά, οι «Πολυκατοικίες» έγιναν η αφορμή για τον Μι Δέλτα και τον Δημήτρη-Κρις Αγκαράι για να δημιουργήσουν ένα graphic novel πιστό στο πνεύμα του κομματιού. Οι «Πολυκατοικίες» (εκδόσεις Μικρός Ήρως), όπως λέγεται αντίστοιχα και η νέα έκδοση, τοποθετούνται στη Θεσσαλονίκη την περίοδο της κρίσης, με πρωταγωνιστή τον Δήμο. Ο άντρας δέχεται ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα που θα τον κάνει να επισκεφθεί τον άρρωστο πατέρα του, με τον οποίο δεν έχει και τις καλύτερες σχέσεις. Με μία βόλτα μέσα στην πόλη, ο Δήμος ακούγοντας το κομμάτι του ΛΕΞ, αφήνει νοητά, ή παρατηρώντας, να ξεδιπλωθούν σκοτεινές στιγμές του χθες και του σήμερα, που μπλέκουν το προσωπικό με το συλλογικό. Πώς οι στίχοι του ΛΕΞ πήραν μορφή Η δημιουργία του graphic novel είχε πάντως και μια αυτοβιογραφική αφετηρία για τον Μι Δέλτα που έγραψε το σενάριο. Όπως εξηγεί ο συνεργάτης του, εικονογράφος Δημήτρης-Κρις Αγκαράι, «μετά τον θάνατο ενός κοντινού οικογενειακού του προσώπου και σε μια περίοδο οικονομικής δυσκολίας, ο Μι Δέλτα βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη και γνώρισε παρέες από τη street κουλτούρα της πόλης, ανθρώπους που τον στήριξαν». Και την ίδια στιγμή, ανέλαβε και αυτός έναν ρόλο παρατηρητή: «Άρχισε να “βλέπει” τις ζωές των ανθρώπων γύρω του – μέσα στις πολυκατοικίες, στα μπαλκόνια, στα παράθυρα, στους δρόμους. Κάπως έτσι γεννήθηκε η ιστορία, που ταυτίζεται απόλυτα με την ατμόσφαιρα και τα συναισθήματα που μεταφέρει το τραγούδι του ΛΕΞ». Στις σελίδες του graphic novel πολλές από τις εικόνες που σκιαγραφεί με τις λέξεις του ο ράπερ παίρνουν μορφή με το πενάκι του Αγκαράι: από εκείνο το «Ακούω το τάβλι των ανέργων, τη φωνή των παιδιών» μέχρι τον στίχο «Το ραπ μου είναι γκάνι, στο στόμα μου η κάννη». Για τον Δήμο, το ραπ στα ακουστικά του και η χιπ χοπ κοινότητα που βρήκε φαίνεται να ήταν το απάγκιο που χρειαζόταν. Μικρά κουτιά που κρύβουν αμέτρητες ιστορίες Τόσο ο Μι Δέλτα όσο και ο Δημήτρης-Κρις Αγκαράι είναι «παιδιά της κρίσης», οπότε ήταν εξοικειωμένοι με το σκοτεινό κλίμα της περιόδου, που μεταφέρεται πολύ επιτυχημένα τόσο σεναριακά όσο και σχεδιαστικά στις σελίδες της νέας τους δουλειάς. Όπως θα πει χαρακτηριστικά και ο Αγκαράι, οι πολυκατοικίες είναι ολόκληρη η ζωή του: «Μικρά κουτιά που μέσα τους κρύβονται αμέτρητες στιγμές και ιστορίες. Αν τις κοιτάξεις από μακριά, θα δεις μόνο σχήματα, κεραίες στις ταράτσες σαν επιθετικά δόρατα, ξεβαμμένους τοίχους, σωλήνες που εξέχουν. Αν όμως πλησιάσεις λίγο περισσότερο, αρχίζεις να συνειδητοποιείς ότι πίσω από κάθε παράθυρο και κάθε μπαλκόνι υπάρχει μια διαφορετική ζωή, μια μικρή ιστορία που εκτυλίσσεται», σχολιάζει. Και το σκοτεινό κλίμα που προκύπτει από αυτή την παρατήρηση, αποτελούσε πάντα έμπνευση για τον ίδιο, ως ένα «μείγμα χάους και συμμετρίας. Όπως λέω συχνά, τα βράδια, όταν όλα τα φώτα είναι σβηστά και υπάρχει μόνο ένα παράθυρο φωτισμένο, νιώθω ότι υπάρχει ακόμη ελπίδα. Ότι ο κόσμος συνεχίζει να υπάρχει». Ο ίδιος μπορεί να μεγάλωσε στις πολυκατοικίες της Αθήνας, αλλά έκανε την έρευνά του προκειμένου να σχεδιάσει το graphic novel, από προσωπικές του επισκέψεις στη Θεσσαλονίκη: «Θα ομολογήσω ότι τη θεωρώ πιο όμορφη πόλη, κυρίως γιατί εκεί φαίνεται ο ουρανός. Παρότι δεν την έχω ζήσει καθημερινά, οι πολυκατοικίες είναι παντού ίδιες, και ταυτόχρονα διαφορετικές. Άλλη αρχιτεκτονική, άλλοι άνθρωποι, αλλά ίδιες ανάγκες και παρόμοια προβλήματα», εξηγεί. Δεν έμεινε μόνο εκεί όμως, αλλά ζήτησε από τους ίδιους τους ανθρώπους της πόλης να τον βοηθήσουν, προκειμένου να καταφέρει να είναι όσο το δυνατόν πιο ακριβής στον σχεδιασμό: «Ζήτησα από τους ακόλουθούς μου στα social media να μου στείλουν φωτογραφίες από πολυκατοικίες της Θεσσαλονίκης. Ήταν και ένας τρόπος να τους “ρίξω λίγο τυράκι” και να αναρωτηθούν γιατί τις ζητάω. Πολλές από τις απαντήσεις βέβαια ήταν χιουμοριστικές, τύπου “Ε, οικοδομές τις λέμε”. Πού να φανταστούν ότι δεν τις ζητούσα καθόλου τυχαία». Και ο ΛΕΞ τι λέει για όλα αυτά; Οι δύο δημιουργοί προσέγγισαν τον ΛΕΞ μέσω ενός κοινού τους φίλου, του Κώστα Σαββόπουλου, ο οποίος μάλιστα έχει γράψει και μια εισαγωγή για τις «Πολυκατοικίες». Και ο ράπερ τους έγνεψε καταφατικά: «Μας έδωσε το ΟΚ να προχωρήσουμε και, πριν το έργο πάει στο τυπογραφείο, του δώσαμε να διαβάσει το τελικό αποτέλεσμα ώστε να είναι σύμφωνος με αυτό που είχαμε δημιουργήσει». Το graphic novel «Πολυκατοικίες» του Μι Δέλτα και του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι κυκλοφορεί στις 27 Μαρτίου από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Θα παρουσιαστεί τη Δευτέρα 23 Μαρτίου, στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης, στις 19:00. Και το σχετικό link...
  14. Με πρωταγωνιστή ένα παιδί «από τα διαλυμένα σπίτια», το νέο graphic novel Πολυκατοικίες δίνει μια νέα οπτική στο σύμπαν του ΛΕΞ. Προδημοσιεύουμε μερικά καρέ. Ακόμη μια επιβεβαίωση ότι ο ΛΕΞ αποτελεί πολιτιστικό φαινόμενο και ότι τα κομμάτια του γέννησαν κόσμους που εμπνέουν. Έχουν περάσει επτά ολόκληρα χρόνια απ’ όταν κυκλοφόρησε αυτό το κομμάτι, στο πλαίσιο του δίσκου 2ΧΧΧ που εκτόξευσε τον ράπερ από την Θεσσαλονίκη σε ένα κοινό πιο διευρυμένο. Τα λόγια του ταξίδεψαν σε όλη τη χώρα, τραγουδήθηκαν στην κατάμεστη Νέα Σμύρνη, στο ΟΑΚΑ, σε κάθε γειτονιά. Έγιναν σύμβολο, πέρα από πρωτοφανή επιτυχία για τα δεδομένα του ελληνικού rap game. Όχι μόνο για τη σκοτεινή πατρίδα του, τη Θεσσαλονίκη, που περιγράφει τόσο γλαφυρά και ωμά στον δίσκο, αλλά για μια ολόκληρη γενιά που πασχίζει να βρει τα βήματά της μετά την Κρίση. «Ακούω το τάβλι των ανέργων, τη φωνή των παιδιών, τα καταπιεσμένα βογγητά των νοικοκυριών». Έχουν περάσει επτά χρόνια από όταν ακούσαμε πρώτη φορά τις φημισμένες Πολυκατοικίες του ΛΕΞ και τώρα ανυπομονούμε να τις δούμε τυπωμένες στο χαρτί: ναι, το εμβληματικό κομμάτι του Θεσσαλονικιού, το κομμάτι που σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά, μεταφέρεται σε κόμικς από τους Δημήτρη-Κρις Αγκαράι (σχέδιο) και Μι Δέλτα (σενάριο), αμφότεροι έμπειροι δημιουργοί. Η ιστορία προβλέπεται εξίσου σκληρή και καφκική με το περιεχόμενο του άλμπουμ. Μεταφερόμαστε στη Θεσσαλονίκη της οικονομικής Κρίσης, με κεντρικό πρωταγωνιστή τον Δήμο. Ένα παιδί με φαρδιά από τη γενιά των millenials. Το κουβάρι ξεκινά να ξετυλίγεται, όταν εκείνος δέχεται ένα απρόσμενο τηλεφώνημα από τον πατέρα του με τον οποίον έχουν διακόψει επαφές εδώ και χρόνια. Του ζητάει να τον επισκεφθεί άμεσα, δεν απομένει πολύ χρόνος. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης αυτής, μυστικά και ενοχές τού αποκαλύπτονται. Τραύματα και λάθη. Στην απόπειρα επανασύνδεσης, ο Δήμος απαντάει παρουσιάζοντας όσα έζησε τα χρόνια που εκείνος ήταν απών. «Πόσα σκατά έφαγα τα χρόνια που ήσουν στον κόσμο σου». Ανατρέχει σε όσα έζησε, κάνοντας παράλληλα μια βόλτα στο αστικό τοπίο της Θεσσαλονίκης με μουσική στα ακουστικά. Επιλέγει για μουσική υπόκρουση τις «Πολυκατοικίες» του ΛΕΞ και «ράβει» την ιστορία του επάνω στους στίχους του κομματιού. Όπως βλέπουμε από τα καρέ στις σελίδες του νέου graphic novel που προδημοσιεύουμε αποκλειστικά στο OneMan, τα χρόνια αυτά υπήρξαν δύσκολα. Ανέχεια, ψυχολογικά αδιέξοδα, ξεπεσμένες ουτοπίες, κενό. Και εκείνος; Απλώς, ένα παιδί «από τα διαλυμένα σπίτια», όπως τραγουδάει ο ΛΕΞ, που προσπαθούσε να επιβιώσει, βρίσκοντας την παρηγοριά και την αγάπη που στερήθηκε στη ραπ κουλτούρα και τα υπόλοιπα «τυπάκια» με τα φαρδιά. Με ρυθμό που θυμίζει βιντεοκλίπ και εικόνες που κινούνται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το αφαιρετικό, το graphic novel από τους Δημήτρη-Κρις Αγκαράι και Μι Δέλτα (εκδόσεις Μικρός Ήρως) φέρνει μια νέα οπτική στο σκοτεινό σύμπαν που γέννησε η πένα του ΛΕΞ. Μια νέα οπτική στο εμβληματικό κομμάτι που έδωσε ρυθμό και μελωδία στις δύσκολες νύχτες μιας ολόκληρης γενιάς, η οποία ακροβατούσε μεταξύ αφραγκίας και ψυχολογικών αδιεξόδων. Πότε θα βρίσκεται στα χέρια μας το νέο graphic novel; Κυκλοφορεί σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, ενώ τη Δευτέρα 23 Μαρτίου είναι προγραμματισμένη παρουσίαση: Στη φιλόξενη Δημοτική Αγορά Κυψέλης, θα συναντηθούν οι δημιουργοί του κόμικς (Μι Δέλτα και Δημήτρη-Κρις Αγκαράι) με τους Αλέξανδρο Παπαγεωργίου (κριτικός κινηματογράφου), Γιώργο Τσαγκόζη (δημοσιογράφο), Κώστα Σαββόπουλο (ερευνητή), για μια κουβέντα τόσο πάνω στη δημιουργία του κόμικ όσο και στην ευρύτερη έμπνευση γύρω από το σύμπαν του ΛΕΞ. Πληροφορίες εδώ. Και το σχετικό link...
  15. Παιδικά κόμικς υπάρχουν πολλά. Όπως και κόμικς για ενήλικο κοινό. Είναι λίγα όμως αυτά που απευθύνονται σε μικρούς και μεγάλους και είναι εξίσου ενδιαφέροντα για όλους. Μια τέτοια περίπτωση, άκρως επιτυχημένη, βραβευμένη ως Καλύτερο Διαδικτυακό Κόμικς στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς και με φανατικό κοινό σε όλα τα target groups είναι οι «Μπαμπαδοϊστορίες» του Νικόλα Στεφαδούρου. Πριν από λίγες ημέρες κυκλοφόρησε το τρίτο μέρος της σειράς (εκδόσεις Μικρός Ήρως, 130 σελίδες), με τον μπαμπά και την κόρη να μεγαλώνουν λίγο ακόμα και να αντιμετωπίζουν μαζί την περιπέτεια της Α’ Δημοτικού. Μια περιπέτεια γεμάτη άγχος και προκλήσεις αλλά, πάνω απ’ όλα, μια όμορφη και γλυκιά περιπέτεια, εν μέρει αυτοβιογραφική για τον Στεφαδούρο που δεν εξωραΐζει ούτε εξιδανικεύει καταστάσεις αλλά ξέρει να αποκομίζει απ’ όλες τα θετικά στοιχεία και να προχωρά παρακάτω μαζί με την κόρη του. Όπως γράφει κι ο Αριστοτέλης Ρήγας στον πρόλογό του, οι «Μπαμπαδοϊστορίες» επιτρέπουν μια κλεφτή ματιά σε έναν κόσμο «γεμάτο συγκίνηση, δυσκολία, σουρεαλισμό, κούραση, χιούμορ και αγκαλιές. Για όσους το έχουν βιώσει, θα δούνε τον εαυτό τους εκεί, τα παιδιά τους και όλες αυτές τις λεπτομέρειες της σχέσης του γονιού με το παιδί που φαντάζουν τόσο μοναδικές και ταυτόχρονα είναι τόσο παράδοξα κοινές σε όλους τους γονείς. Ένα πραγματικά απολαυστικό κόμικς γεμάτο αγάπη και χρώματα». Στο ίδιο πνεύμα, η Έλενα Χαραλαμπούδη συμπληρώνει ότι απολαμβάνει τις «Μπαμπαδοϊστορίες» μαζί με τη δική της κόρη και τον άντρα της καθώς πρόκειται για ένα κόμικς «αληθινό, τρυφερό μα πάνω απ’ όλα γεμάτο με χιούμορ και αγάπη!». Αυτή τη φορά οι αναγνώστες θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν τη σχέση πατέρα και κόρης να εξελίσσεται με αφορμή την πρώτη μέρα στο σχολείο, τη χαλάρωση στην τηλεόραση, τις παρεξηγήσεις για το πρώιμο μακιγιάζ, τον μύθο της νεράιδας των δοντιών, τους καβγάδες για την ερμηνεία του Σπάιντερ-Μαν, την απογοήτευση από ένα βαρετό πρωινό, τα ατυχήματα μιας σχολικής εκδρομής, τη συγκίνηση της πρώτης παράστασης χορού. Η έκδοση ολοκληρώνεται με λίγες ιστορίες αφιερωμένες στην απαραίτητη σεξουαλική εκπαίδευση των παιδιών, σε συνεργασία με τη δραστήρια ΑΜΚΕ «Ως Αιδώ», και με τις guest ιστορίες «Μαμάδες & Κόρη» των Nicoleta Ionescu & Lidia, Μαριλένας Μέξη, Αλέξιας Οθωναίου και Χρυσαυγής Σακελλαροπούλου. Και το σχετικό link...
  16. Από το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου και κάθε Σάββατο, η νέα προσφορά της Καθημερινής φέρνει ξανά στο προσκήνιο τον σχεδόν αιωνόβιο ήρωα που αγαπήθηκε για την αυθεντικότητα, τις ατέλειες και την αδιαπραγμάτευτη καλοσύνη του. Λίγοι φανταστικοί ήρωες έχουν καταφέρει να ξεφύγουν από τα όρια του χαρτιού και της οθόνης και να μετατραπούν σε παγκόσμια πολιτισμικά σύμβολα. Ο Ποπάυ είναι μια φιγούρα που συνοψίζει μια ολόκληρη εποχή, μια φιλοσοφία ζωής και μια λαϊκή ηθική που εξακολουθεί να συγκινεί σχεδόν έναν αιώνα μετά τη δημιουργία του. Καλόψυχος, μυώδης και με ένα – χαριτωμένα – στραβό μάτι. Με την κλασική πίπα στο στόμα και τρώγοντας λίγο σπανάκι, ήταν πάντα έτοιμος να υπερασπιστεί το κορίτσι του. Ο κομπάρσος έγινε πρωταγωνιστής Η πρώτη του εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 1929 στο κόμικ Thimble Theatre, ένα καθημερινό στριπ εθνικής διανομής που δημοσιευόταν σε αρκετές εφημερίδες των Ηνωμένων Πολιτειών. Δημιουργός του ήταν ο Αμερικανός σκιτσογράφος Έλζι Σίγκαρ, ένας καλλιτέχνης με βαθιά επαφή με τη λαϊκή κουλτούρα και τους ανθρώπους της εργατικής τάξης. Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι ότι αρχικά ο Ποπάυ δεν προοριζόταν να είναι ο πρωταγωνιστής. Ήταν ένας δευτερεύων χαρακτήρας, ένας τραχύς ναύτης που εμφανίστηκε για λίγο στην ιστορία. Όμως το κοινό τον αγάπησε και ο Σίγκαρ κατάλαβε ότι είχε στα χέρια του κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν απλό κομπάρσο. Αυτή ήταν η πρώτη και βασική αλλαγή πορείας στη μοίρα του Ποπάυ. Mία από τις σελίδες του τεύχους Το νησί των φαντασμάτων, που θα κυκλοφορήσει με την Καθημερινή. Σύντομα ο Ποπάυ έγινε ο κεντρικός ήρωας. Η δημοτικότητά του εκτοξεύτηκε όταν πέρασε από τις σελίδες των εφημερίδων στην οθόνη, με τα κινούμενα σχέδια του στούντιο Fleischer να παίζουν στα σινεμά πριν από τις ταινίες, τη δεκαετία του 1930. Εκεί, η χαρακτηριστική φωνή του, η τραχιά άρθρωση και το μόνιμο μουρμουρητό του ολοκλήρωσαν την εικόνα ενός ήρωα που έμοιαζε περισσότερο με άνθρωπο της διπλανής πόρτας παρά με σούπερ ήρωα. Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά, το 1957, θα εισβάλει και στη μικρή οθόνη από την King Features, για να εδραιωθεί περαιτέρω η φήμη του. Γύρω του οικοδομήθηκε ένα ολόκληρο σύμπαν χαρακτήρων που συνέβαλαν στη διαχρονικότητά του. Η Όλιβ Όιλ, η ψηλόλιγνη, νευρική αγαπημένη του, αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα γυναικεία καρτούν όλων των εποχών. Η σχέση τους είναι γεμάτη εντάσεις, παρεξηγήσεις και τρυφερότητα, μακριά από τα ρομαντικά στερεότυπα. Από την άλλη πλευρά, ο Βρούτος ενσαρκώνει τη δύναμη χωρίς ηθική, τον νταή που επιβάλλεται με το μέγεθος και τον φόβο. Η σύγκρουση του Ποπάυ με τον Βρούτο δεν είναι απλώς σωματική· είναι βαθιά ιδεολογική. Ένα τεράστιο μπαλόνι με τον Ποπάυ αιωρείται πάνω από τον δρόμο, κατά τη διάρκεια της ετήσιας παρέλασης των Macy’s για την Ημέρα των Ευχαριστιών στη Νέα Υόρκη, στις 23 Νοεμβρίου 1961. Συνολικά στις ΗΠΑ κυκλοφόρησαν 171 τεύχη με τις ιστορίες του Ποπάυ – πριν καν κυκλοφορήσει το τεύχος Νο 1, οι λιανέμποροι κόμικς είχαν κάνει προπαραγγελίες για 11.569 αντίτυπα από την IDW Publishing. Αυτό οδήγησε τον εκδοτικό οίκο να τυπώσει περίπου 13.400 αντίτυπα στην πρώτη έκδοση, τα οποία εξαντλήθηκαν και σε πολλές αγορές τυπώθηκε δεύτερη έκδοση. Ο συνολικός αριθμός των πωλήσεων ανεβαίνει κατακόρυφα αν συνυπολογίσουμε το ότι μεταφράστηκε σε περίπου 50 χώρες. Φευ, δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος «παγκόσμιος» αριθμός πωλήσεων, εντούτοις είναι πρόδηλο πως έγινε, συν τω χρόνω, ένα διαχρονικό εκδοτικό φαινόμενο. «Δεν γίνεται ποτέ νταής» Ο Ποπάυ είναι ιδιαίτερος, ακριβώς διότι δεν μοιάζει με τους κλασικούς ήρωες. Δεν είναι όμορφος, δεν είναι καλοντυμένος, δεν είναι ευγενικός με την παραδοσιακή έννοια. Είναι τραχύς, συχνά αδέξιος και καθόλου τέλειος. Και όμως, διαθέτει έναν ακλόνητο ηθικό πυρήνα. Υπερασπίζεται τους αδύναμους, στέκεται μαχητικά απέναντι στην αδικία και, πάνω απ’ όλα, μένει πιστός σε αυτό που πιστεύει. Θυμηθείτε το τραγουδάκι του: «I’m Popeye the Sailor Man / I’m Popeye the Sailor Man / I yam wot I yam / And that’s all wot I yam / I’m Popeye the Sailor Man». Κάποια στιγμή θα το έχετε τραγουδήσει ή έστω ψιθυρίσει. Ίσως να το κάνετε ακόμα. Ο Νικ Κέιβ το έκανε· χρησιμοποίησε (ελαφρώς παραποιημένη) τη χαρακτηριστική ατάκα του Ποπάυ σε ένα παλαιότερο τραγούδι του (Loverman). Είχε προηγηθεί ο Τσάμπι Τσέκερ, όταν το 1962 τραγούδησε το Popeye the Hitchhiker, ένα rock ’n’ roll single που ανέβηκε στο Top-10 του Billboard Hot 100. Ο κομίστας Κωνσταντίνος Μοσχονάς μάς περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τους λόγους που ο Ποπάυ ξεφεύγει από το στερεότυπο των περισσότερων χαρακτήρων κόμικ: «Είναι ένας street level ήρωας, πιο καθημερινός και καθόλου ατσαλάκωτος. Μπορεί να είναι μυώδης, αλλά δεν γίνεται ποτέ νταής. Αντίθετα, θα προτάξει τα στήθη του για να προστατέψει το κορίτσι του. Μπορεί να μην είναι όμορφος, αλλά ένας ήρωας δεν χρειάζεται να αρέσει στις γυναίκες για να καθιερωθεί. Έπειτα από εκατό χρόνια, ο Ποπάυ παραμένει διαχρονικός. Δεν βλέπω τον λόγο γιατί στις μέρες μας να μην μπορεί να ταυτιστεί κάποιος μαζί του». Θυμάται, δε, πως στην παιδική του ηλικία αποτέλεσε μια οικεία φιγούρα: «Πριν καν μάθω να διαβάζω, φανταζόμουν τις ιστορίες του χωρίς, φυσικά, να μπορώ να ξέρω τι έλεγαν. Από την αρχή μού άρεσε η φιγούρα του Ποπάυ και συνεχίζει να μου αρέσει έπειτα από τόσες δεκαετίες». Ο Αμερικανός σκιτσογράφος Ε. Κ. Σίγκαρ (1894-1938) στην αγκαλιά του ηθοποιού Χάρι Φόστερ Γουέλς ως Ποπάυ, πιθανόν το 1935. Παρόμοια και ακόμη πιο έντονη είναι η σχέση που απέκτησε με τον Ποπάυ ο επίσης κομίστας Γαβριήλ Τομπαλίδης. «Από τα τέσσερά μου έμαθα να διαβάζω, χάρη στον Ποπάυ. Θυμάμαι στην αρχή μού διάβαζε τις ιστορίες του ο παππούς μου, που μου έλεγε πως η Όλιβ λεγόταν Φατμέ. Ίσως είχε να κάνει με την καταγωγή του από το Καστελλόριζο. Όπως και να είχε, κάτι δεν μου κολλούσε στην αφήγησή του και χάρη στην αδελφή μου, που ήταν μεγαλύτερη, άρχισα να διαβάζω μόνος μου. Μπορεί να πέρασα από την Καλών Τεχνών, αλλά θυμάμαι ακόμη πως τα πρώτα σχέδια που έκανα μικρός στο χαρτί ήταν ο Ποπάυ». Γιατί τρώει σπανάκι; Κεντρικό ρόλο στον μύθο του Ποπάυ παίζει, φυσικά, το σπανάκι. Το πράσινο λαχανικό που του χαρίζει υπεράνθρωπη δύναμη δεν ήταν απλώς ένα εύρημα χιούμορ. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το σπανάκι θεωρούνταν υπερτροφή (εξαιτίας ενός λάθος υπολογισμού στην περιεκτικότητα σιδήρου σε σχέση με άλλες τροφές) και ο Ποπάυ λειτούργησε ακούσια ως ένας πολύ αποτελεσματικός «διαφημιστής» του. Δεν είναι τυχαίο ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες καταγράφηκε αύξηση στην κατανάλωση σπανακιού μετά την επιτυχία του ήρωα. Ο Ρόμπιν Γουίλιαμς ως Ποπάυ και η Σέλι Ντουβάλ ως Όλιβ στην ταινία του Ρόμπερτ Άλτμαν Popeye (1980). Αρκετές πηγές αναφέρουν ότι οι πωλήσεις σπανακιού αυξήθηκαν κατά περίπου 33% στις ΗΠΑ εκείνη την περίοδο, και αυτό συνδέθηκε με την τεράστια δημοτικότητα του χαρακτήρα, κυρίως μέσω του κόμικ και των κινούμενων σχεδίων. Παράλληλα, μια μελέτη στην Ταϊλάνδη (δημοσιευμένη στο Nutrition & Dietetics) βρήκε ότι παιδιά ηλικίας τεσσάρων-πέντε ετών έτρωγαν περισσότερα λαχανικά, συμπεριλαμβανομένου του σπανακιού, όταν παρακολουθούσαν Ποπάυ ως μέρος ενός προγράμματος ενθάρρυνσης υγιεινής διατροφής. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι το σπανάκι δεν ήταν εξαρχής το «καύσιμο» μέσω του οποίου κινητοποιούνταν στον μέγιστο βαθμό οι δυνάμεις του Ποπάυ. Στις πρώτες ιστορίες ήταν απλώς ένας σκληροτράχηλος ναυτικός με δυνατή θέληση και ικανότητες, αλλά η δύναμή του δεν συνδεόταν με το σπανάκι. Η εισαγωγή του σπανακιού ήταν ένα εύρημα που έκανε τον χαρακτήρα ακατανίκητο και εύκολο να μεταφερθεί στην παιδική κουλτούρα και να γίνει η ανάλογη εμπορική εκμετάλλευση. Η Αμερικανίδα ιστορικός Λόρα Λόβετ του Πανεπιστημίου του Πίτσμπουργκ σημειώνει σε μελέτη της πως ο Ποπάυ χρησιμοποιήθηκε στην Αμερική για να προωθήσει ιδέες γύρω από τη διατροφή και την καταπολέμηση της παιδικής κακής διατροφής στις αρχές του 20ού αιώνα. Το άρθρο της, που δημοσιεύτηκε το 2005 στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Health Politics, Policy and Law, αναφέρει πως η σχέση του Ποπάυ με το σπανάκι σχεδιάστηκε στο πλαίσιο μιας κοινωνικής «κρίσης υγείας», με σκοπό να μπορεί να διδάξει τα παιδιά για τη δημόσια υγεία και την εκπαίδευση. Πέρα από τα κόμικς Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1930 και του 1940, ο Ποπάυ αποτέλεσε κομμάτι της αμερικανικής καθημερινότητας. Στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης και αργότερα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ναύτης με το σπανάκι εξέφραζε την ελπίδα ότι ο απλός άνθρωπος, με πείσμα και καθαρή καρδιά, μπορεί να τα βάλει με μεγαλύτερες δυνάμεις και να νικήσει. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αρκετά επεισόδια της εποχής ο Ποπάυ παρουσιάζεται ως πατριωτικό σύμβολο, χωρίς όμως να χάνει τη λαϊκή του ταυτότητα. Ο ιστορικός της ποπ κουλτούρας Ίαν Γκόρντον, ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της ιστορίας των κόμικς, έχει αναλύσει συνολικά τη σημασία των στριπ όπως του Ποπάυ στη διαμόρφωση της αμερικανικής κουλτούρας, της καθημερινής αφήγησης και της κοινής ανάγνωσης των κόμικς. Το συμπέρασμα είναι ότι ο ήρωας έχει ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικού και πολιτισμικού ήθους που ξεπερνά τον κόσμο των κόμικς. Μετά τον θάνατο του Σίγκαρ το 1938, ο Ποπάυ συνέχισε να ζει μέσα από άλλους δημιουργούς, τηλεοπτικές σειρές, κόμικς και κινηματογραφικές απόπειρες. Το 1980 ο Ρόμπερτ Άλτμαν σκηνοθέτησε την ταινία Popeye, με τον Ρόμπιν Γουίλιαμς στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αν και η ταινία δίχασε κοινό και κριτικούς, ανέδειξε ξανά τη μοναδικότητα του χαρακτήρα και τη δυσκολία να μεταφερθεί αυτούσια η γοητεία του σε διαφορετικά μέσα. Όπως έγραφε το New Yorker στην κριτική του: «Ο Γουίλιαμς ενσαρκώνει τον Ποπάυ με όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του – τα φουσκωμένα μπράτσα, τη χαρακτηριστική ομιλία και την ιδιόρρυθμη προσωπικότητα –, ωστόσο η ταινία δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τον καρτουνίστικο χαρακτήρα και παραμένει στο επίπεδο της απλής μίμησης». Στις δεκαετίες που ακολούθησαν ο Ποπάυ πέρασε περιόδους μικρότερης επιρροής, χωρίς όμως να εξαφανιστεί ποτέ. Παρέμεινε παρών στη συλλογική μνήμη, σε επαναλήψεις παλιών επεισοδίων, σε εμπορεύματα και αναφορές της ποπ κουλτούρας. Και αυτό είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της διαχρονικότητάς του: δεν χρειάστηκε να «εκσυγχρονιστεί» δραστικά για να επιβιώσει. Η αυθεντικότητά του ήταν αρκετή. Στο μεταξύ, πέρυσι (2025) ο καλοκάγαθος Ποπάυ εμφανίστηκε με έμμεσο τρόπο σε τρεις (!) ταινίες μεγάλου μήκους (και χαμηλού μπάτζετ), οι οποίες αντί για γέλιο προκαλούν τρόμο: πρόκειται για τις ταινίες Popeye the Slayer Man, Popeye’s Revenge και Shiver Me Timbers. Ο Ποπάυ στην Ελλάδα Ο Ποπάυ εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά μόλις το 1956, όταν ο εκδότης του περιοδικού κόμικς Γέλιο και Χαρά τον εισήγαγε στη χώρα μας. Αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, ο Ιωάννης Δραγούνης πήρε την άδεια να επαναφέρει και να δημοσιεύσει τις περιπέτειες του Ποπάυ σε δικό του περιοδικό κόμικς, με ακόμη μεγαλύτερη απήχηση. Στις μέρες μας, τις περιπέτειές του εκδίδει ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς, ο οποίος μιλώντας στο Κ εξήγησε έναν από τους πολλούς λόγους που κάνουν αγαπητό τον Ποπάυ: «Είναι με τέτοιο τρόπο φτιαγμένος, που σε κάθε σελίδα βγάζει ένα αστείο, κάτι που δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Στην ουσία, ανά τρία καρέ έχουμε έναν λόγο να γελάσουμε και όλο μαζί βγάζει ένα νόημα. Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι να γελάω με τα αστεία διαφόρων περιοδικών, όταν όμως μεγάλωσα, τα ίδια αυτά αστεία μού φαίνονταν κενά ή πεζά. Σίγουρα δεν με έκαναν να γελάω. Αυτό δεν μου συνέβη ποτέ με τον Ποπάυ. Ακόμη και τώρα, αν διαβάσω μια ιστορία του, θα γελάσω ξανά όπως τότε που ήμουν μικρός», αναφέρει. Γιατί όμως εξακολουθούμε να αγαπάμε τον Ποπάυ σήμερα; Ίσως επειδή σε έναν κόσμο γεμάτο υπερήρωες με σμιλεμένα σώματα και αψεγάδιαστα ηθικά προφίλ, ο Ποπάυ μοιάζει σχεδόν επαναστατικός. Είναι κουρασμένος, γκρινιάρης, κάνει λάθη, αλλά όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή, σηκώνεται και παλεύει. Δεν γεννήθηκε δυνατός· γίνεται δυνατός όταν το απαιτούν οι περιστάσεις. Ο κ. Ανεμοδουράς συμπληρώνει με νόημα: «Το χιούμορ του Ποπάυ κάνει γκελ σε όλες τις ηλικίες, γιατί είναι σχεδόν σουρεαλιστικό. Αν και είμαι προβληματισμένος για το τι θέλει πραγματικά η Γενιά Ζ, πιστεύω πως μπορεί να γελάσει με τον Ποπάυ. Στην ουσία είναι το αποτέλεσμα ενός άκρως επιτυχημένου spin-off, καθώς, όπως ξέρουμε, δεν φτιάχτηκε για να είναι πρωταγωνιστής, αλλά πολύ νωρίς έστρεψε πάνω του όλα τα φώτα και καθιερώθηκε όπως τον ξέρουμε πλέον». Ο κ. Τομπαλίδης δίνει και μια πιο συναισθηματική διάσταση: «Ο Ποπάυ είναι η προσωποποίηση της καλοσύνης. Να γιατί ο ίδιος λέει κάποια στιγμή ότι τον αγαπούν τα παιδιά και τα ζώα. Είναι ένα καρτούν που σου προσφέρει αγαλλίαση ψυχής. Από την αρχή μίλησε για πράγματα που τα είδαμε να συμβαίνουν στη συνέχεια στις κοινωνίες μας, όπως το μπούλινγκ, το χάσμα των γενεών, ακόμη και η τεχνητή νοημοσύνη. Παραμένει πάντα επίκαιρος, διότι είναι βαθύτατα ανθρώπινος», σημειώνει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Ποπάυ εκπροσωπεί μια απλή, αλλά βαθιά αξία: τη σημασία της επιμονής και της εντιμότητας. Δεν πολεμά για δόξα ή αναγνώριση, αλλά για το σωστό. Και αυτή η στάση, όσο παλιά κι αν μοιάζει, παραμένει επίκαιρη. Σε μια εποχή κυνισμού και ταχύτητας, ο ναύτης με την πίπα μάς θυμίζει ότι το ήθος δεν βγαίνει ποτέ εκτός μόδας. Σχεδόν έναν αιώνα μετά την πρώτη του εμφάνιση, ο Ποπάυ εξακολουθεί να στέκει όρθιος στο κατάστρωμα της παγκόσμιας κουλτούρας. Όχι ως απολίθωμα του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανό σύμβολο ενός ήρωα που δεν φοβήθηκε ποτέ να είναι ο εαυτός του. Και ίσως γι’ αυτό, κάθε φορά που τρώμε μια μπουκιά σπανάκι, κάτι μέσα μας χαμογελά ακόμα. Μπαντ Σάγκεντορφ, η «ψυχή» του Ποπάυ Αν ο Ε. Κ. Σίγκαρ ήταν ο γεννήτορας του Ποπάυ, ο Μπαντ Σάγκεντορφ έγινε ο ανανεωτής του, καίτοι ο ίδιος επέμενε πως ήταν μόνο ο θεματοφύλακας της κληρονομιάς που άφησε ο δάσκαλός του. Παιδί της Νέας Υόρκης των αρχών του 20ού αιώνα (γεννήθηκε στις 22/3/1915), ο Σάγκεντορφ έδειξε από πολύ νωρίς πως ήταν γεννημένος για τα κόμικς. Στις αρχές του ’30 θα συναντηθεί με το πεπρωμένο του όταν θα γίνει ο βοηθός του Σίγκαρ, μια σχέση ζωής που διαμόρφωσε την καριέρα του. Ο Σίγκαρ τον εμπιστεύτηκε τυφλά, διότι διείδε την πίστη του στον Ποπάυ αλλά και την δίχως όρια εργατικότητά του. Κάπως έτσι, όταν ο Σίγκαρ πέθανε το 1938, ήταν φυσικό επόμενο να αναλάβει τα ηνία ο Σάγκεντορφ. Όντως, από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 ανέλαβε τις τύχες του Ποπάυ για λογαριασμό της King Features. Δημιούργησε εκατοντάδες ιστορίες, κυρίως σε comic books. Το ύφος του ήταν πιο «καρτουνίστικο» και ελαφρύ σε σχέση με εκείνο του Σίγκαρ, με έμφαση στο slapstick (βλ. μορφή κωμωδίας) και στις παιδικές περιπέτειες. Στην ουσία, ο Σάγκεντορφ προσάρμοσε τον Ποπάυ στις ανάγκες του μεταπολεμικού κοινού. Έως τη δεκαετία του ’80 ήταν η «ψυχή» του ήρωα. Δικαίως, θεωρείται πλέον ο άνθρωπος που κράτησε τον χαρακτήρα εμπορικά και πολιτισμικά ενεργό για σχεδόν 40 χρόνια μετά τον αρχικό δημιουργό του. Πέθανε στις 22 Σεπτεμβρίου 1994. Το πρώτο τεύχος του Ποπάυ, με τίτλο Το νησί των φαντασμάτων, θα κυκλοφορήσει με την Καθημερινή το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026. Και το σχετικό link...
  17. Το ερώτημα δεν είναι καινούργιο. Αλλά θα είναι πάντα επίκαιρο. Ποιος είναι πιο παρανοϊκός; Ο Μπάτμαν ή ο Τζόκερ; Ο πρίγκιπας του εγκλήματος έχει τ’ όνομα. Αλλά ποιος έχει τη χάρη; Εντάξει, δεν είναι φυσιολογικό να βάφεσαι και να ντύνεσαι σαν κλόουν, να πασχίζεις να επιτύχεις την κοινωνική αποσύνθεση και να σκοτώνεις απλώς για να τραβήξεις την προσοχή – αν και τα δύο «Τζόκερ» του Τοντ Φίλιπς με τον Χοακίν Φίνιξ παρουσίασαν έναν διαφορετικό χαρακτήρα, ανθρώπινο και με πολλές αιτίες να ερμηνεύουν τις πράξεις του. Είναι όμως πιο φυσιολογικό να είσαι βαθύπλουτος επιχειρηματίας, να φοράς τη στολή μιας νυχτερίδας με μυτερά αυτιά και εφαρμοστό κολάν με το βρακί από πάνω και να τριγυρνάς μόνος τις νύχτες στον δρόμο; Ο Μπάτμαν και ο Τζόκερ είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, ο καθένας τους συγκροτείται και δρα μέσα απ’ τον άλλον. Έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον. Και ακολουθούν πιστά και ψυχαναγκαστικά ένα μοτίβο αντιπαλότητας με μόνο στόχο τη διαιώνισή του που δικαιολογεί την ύπαρξή τους. Είναι ο Τζόκερ ένα αντισυστημικό διονυσιακό σύμβολο κι ο Μπάτμαν το χέρι του νόμου ή πρόκειται για δυο τρελάρες που οι μάχες τους αφήνουν πτώματα αθώων; Θα μπορούσαν αυτοί οι δύο, ο γελωτοποιός εγκληματίας και ο κοινωνιοπαθής τιμωρός, να συμμαχήσουν ποτέ; Πόσο θα διαταρασσόταν η ισορροπία του τεχνητά διπολικού κόσμου τους; Το δυαδικό σχήμα τους χωράει αλλαγές, τροποποιήσεις και νέα πρόσωπα; Το ερώτημα τίθεται με μαεστρία στο «Batman & The Joker – Θανάσιμο Δίδυμο» των Marc Silvestri (σενάριο και σχέδιο) και Arif Prianto (χρώματα) που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως (μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης, 228 σελίδες) όταν ο Τζόκερ και ο Μπάτμαν αναγκάζονται (;) να συμμαχήσουν για να αντιμετωπίσουν μια τεράστια, ασύμμετρη και απρόβλεπτη απειλή σε μια σκοτεινή, τρομακτική, κλειστοφοβική ιστορία. Για την οποία ο ίδιος ο Marc Silvestri εξηγεί: «Έπρεπε να βεβαιωθώ πως αυτή η ανίερη συμμαχία θα έβαζε συνεχώς εμπόδια στον Μπάτμαν, σε σημείο που ο αναγνώστης να φοβάται πως μπορεί στ’ αλήθεια να μη βγει νικητής! Για να το πετύχω αυτό χρειαζόμουν έναν αντίπαλο ικανό να νικήσει τον Μπάτμαν στο δικό του παιχνίδι: το να είναι ο πιο έξυπνος στο δωμάτιο». Και το σχετικό link...
  18. Οι Εκδόσεις Μικρός Ήρως παρουσιάζουν το δεύτερο μέρος του graphic novel “Ο Πόλεμος του Λούκας”. Ένα κόμικ γεμάτο αποκαλύψεις και στοιχεία που θα συναρπάσουν όλους τους φαν του Star Wars. Μετά την μεγάλη επιτυχία του πρώτου graphic novel “Ο Πόλεμος του Λούκας”, οι δημιουργοί του Λοράν Χόπμαν, στο σενάριο και Ρενό Ροσέ, στο σχέδιο, επιστρέφουν με την κυκλοφορία του δεύτερου μέρους του “Ο Πόλεμος του Λούκας – Επεισόδιο ΙΙ”. Το δεύτερο graphic novel πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως και θα είναι διαθέσιμο σε βιβλιοπωλεία, κομιξάδικα και περίπτερα από την Τρίτη 9 Δεκεμβρίου. Ωστόσο, όσοι σκοπεύουν να επισκεφθούν το φετινό AthensCon θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την παρουσίαση του graphic novel νωρίτερα, και συγκεκριμένα την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου στις 20:30, αλλά και να ακούσουν όλα όσα έχουν να μοιραστούν οι δημιουργοί του graphic novel Λοράν Χόπμαν και Ρενό Ροσέ που θα βρίσκονται εκεί μέσω τηλεδιάσκεψης. Την παρουσίαση θα συντονίζει ο επίσης δημιουργός κόμικς, Σπύρος Δερβενιώτης. Στη συγκλονιστική συνέχεια, “Ο Πόλεμος του Λούκας – Επεισόδιο ΙΙ”, παρακολουθούμε μια ακόμα πραγματική καλλιτεχνική οδύσσεια γύρω από τις προκλήσεις του να μένεις πιστός στο καλλιτεχνικό σου όραμα, έχοντας απέναντί σου το σύστημα του Χόλυγουντ. Ένα graphic novel γεμάτο αποκαλύψεις και στοιχεία που θα συναρπάσουν όλους τους φαν του Star Wars, για την ταινία που έως σήμερα υμνείται ως το αριστούργημα της σειράς. Λοράν Χόπμαν και Ρενό Ροσέ Ο Λοράν Χόπμαν είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Με πάνω από είκοσι χρόνια εμπειρίας ως αρχισυντάκτης στον χώρο της ψυχαγωγίας, θεωρείται ειδικός στον αμερικανικό κινηματογράφο και βαθύς γνώστης του σύμπαντος των Star Wars. Έχει εργαστεί επί πολλά χρόνια στη βιομηχανία του θεάματος και σήμερα δραστηριοποιείται ως σεναριογράφος κόμικς. Ο Ρενό Ροσέ αποφοίτησε από τη Σχολή Τεχνών Gobelins στο Παρίσι το 2002. Ξεκίνησε την καριέρα του στα οπτικά εφέ, προτού στραφεί στο storyboard και την εικονογράφηση. Για σχεδόν δύο δεκαετίες εργάστηκε στον κινηματογράφο, τη διαφήμιση και τον Τύπο. Το 2019 εντάχθηκε στο στούντιο Illumination Mac Guff, συμβάλλοντας στη δημιουργία ταινιών όπως τα Sing 2 και Migration. Το πάθος τους για τα Star Wars τους οδήγησε να γράψουν και να σχεδιάσουν αντίστοιχα το σενάριο του “Πολέμου του Λούκας”, του πρώτου graphic novel που καταγράφει την ιστορία του Τζορτζ Λούκας και τη γέννηση του Star Wars. “Ο Πόλεμος Του Λούκας” είναι μια προσπάθεια να ειπωθεί μια οικουμενική και ειλικρινής εκδοχή της ζωής του δημιουργού των ταινιών “Star Wars”, Τζορτζ Λούκας, αλλά και των “ηρώων” που συνέβαλαν στην πραγματοποίηση του κινηματογραφικού του ονείρου. Όχι τυχαία, αν αναλογιστεί κανείς το πόσο σημαντική φιγούρα για την ιστορία του κινηματογράφου αποτέλεσε ο ίδιος ο Λούκας, αλλά και τη διαχρονική πολιτισμική αξία που έχει το space opera έπος που λέγεται Star Wars. Στόχος του Χόπμαν ήταν η δημιουργία ενός graphic novel με δράση, ένταση αλλά και συγκρούσεις που θα κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αλλά και θα αποκαλύψει το πλαίσιο και τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε αυτό το κινηματογραφικό αριστούργημα. Υπενθυμίζεται πως το graphic novel “Ο Πόλεμος Του Λούκας”, το πρώτο “επεισόδιο” της αφήγησης της ζωής του “πατέρα” των Star Wars αποτέλεσε ένα εκδοτικό φαινόμενο στη Γαλλία, καθώς ξεπέρασε τις 120.000 πωλήσεις, μεταφράστηκε σε 19 γλώσσες, αλλά και αναγνωρίστηκε ως ένα εξαιρετικό έργο τόσο από τους αναγνώστες όσο και από κριτικούς, λαμβάνοντας πολλαπλά βραβεία. Ποιος ήταν ο Τζορτζ Λούκας Μετά την κυκλοφορία του πρώτου Ο Πόλεμος Των Άστρων (Star Wars, 1977), ο νεαρός Τζορτζ Λούκας δεν είναι πλέον ένας ακόμα εκκεντρικός ονειροπόλος. Έχοντας κατακτήσει το αμερικανικό box office, πλέον ο ίδιος μπορεί να αποφασίσει το μέλλον της καριέρας του. Αποφασισμένος να απελευθερωθεί μια και καλή από την αυτοκρατορία των στούντιο, κάνει το τολμηρό βήμα να ρισκάρει όλα όσα έχει για να χρηματοδοτήσει μόνος του την συνέχεια του Star Wars, του κλασικού Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται (The Empire Strikes Back, 1980), όπως και άλλες παραγωγές όπως τη σειρά ταινιών Indiana Jones (Raiders of the Lost Arc, 1981). Μια απόφαση που δεν πρόκειται όμως να την περιδιαβεί με ροδοπέταλα… Ο δημιουργός των Star Wars, George Lucas. Περισσότερες πληροφορίες για το graphic novel «Ο Πόλεμος του Λούκας» στη σελίδα https://www.mikrosiros.gr/o-polemos-tou-loukas-2 Και το σχετικό link...
  19. Κόμικς για νεότερους σε ηλικία αναγνώστες και ειδικά για εφήβους κυκλοφορούσαν ανέκαθεν στη χώρα μας. Μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες μάλιστα, στη συντριπτική τους πλειονότητα τα κόμικς απευθύνονταν σχεδόν αποκλειστικά στις μικρές ηλικίες. Ήταν, όμως, κατά κανόνα εισαγόμενα με θεματολογία που περιστρεφόταν γύρω από το φανταστικό και την περιπέτεια. Σπάνια αφορούσαν ζητήματα που μπορούσαν να σχετιστούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο με την καθημερινότητα των παιδιών. Αυτό δεν μειώνει την αξία τους ή το ενδιαφέρον που αναμφίβολα είχαν, αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να ταυτιστεί ο νεαρός αναγνώστης με τους πρωταγωνιστές ή να δεχτεί έμμεσες προτροπές και κατευθύνσεις για τη δική του κοινωνική προσαρμογή και δράση. Στις μέρες μας όμως, η ανάπτυξη και η αποδοχή των κόμικς στην Ελλάδα έχει ως αποτέλεσμα να φιλοτεχνούνται έργα για κάθε ηλικία από μια πλειάδα δημιουργών που σέβονται το νεανικό κοινό και προσπαθούν να ανταποκριθούν στην ανάγκη για ιστορίες με σύγχρονα θέματα που ακουμπούν στα προβλήματα και τις αγωνίες της πραγματικής ζωής αποφεύγοντας τον διδακτισμό και τις μεγαλοστομίες. Μια εξαιρετική τέτοια περίπτωση είναι «Ο Θησαυρός της Λαβυρίνθου» (εκδόσεις Μικρός Ήρως, 106 σελίδες) σε σενάριο των Δημήτρη Γραμμένου και Φώτη Δούσου, μολύβια των Γιώργου Παπαηλιού και Νικόλα Στεφαδούρου και μελάνια των δύο τελευταίων και της Κόννυς Τσιχλογιάννη. Η ιστορία εκτυλίσσεται στο Ηράκλειο της Κρήτης στην εποχή μας, όταν μια παρέα παιδιών αντικρίζει με λύπη και θυμό το τελευταίο άλσος της περιοχής να μετατρέπεται σε εμπορικό κέντρο. Στον χώρο των ανασκαφών όμως, θα βρεθεί ένα μυστηριώδες μινωικό αγγείο που θα οδηγήσει την παρέα σε ένα ιδιότυπο κυνήγι θησαυρού, μιας και το άτυπο έπαθλο θα είναι η σωτηρία του αγαπημένου τους πάρκου και τελευταίου πνεύμονα πρασίνου της περιοχής. Σε όλη την ιστορία, με διακριτικές υποσέλιδες σημειώσεις δίνονται χρήσιμες πληροφορίες για την ιστορία του Ηρακλείου, τα μνημεία του, τα αρχαία κειμήλια, τις ανασκαφές κ.ά. ενώ ο δρ Αρχαιολογίας και συγγραφέας Θόδωρος Παπακώστας, γνωστός ως Archaeostoryteller, εισάγει τον αναγνώστη στην υπόθεση με έναν εύστοχο πρόλογο στον οποίο επισημαίνει ότι «το παρελθόν μας είναι ακόμη ζωντανό παντού γύρω μας και η ένατη τέχνη είναι μια πολύ κατάλληλη μορφή για τη διάδοση της αγάπης προς την ανθρώπινη ιστορία». Και το σχετικό link...
  20. Σύνοψη από την εκδοτική Βαρκελώνη, σήμερα. Η Εύα Ρόχας, μια 34χρονη διδάκτωρ ψυχιατρικής, πάσχει από διπολική διαταραχή, καθώς ακούει φωνές από οικεία γυναικεία πρόσωπα τα οποία διαμόρφωσαν τη ζωή της. Έχοντας χάσει την άδεια άσκησης του επαγγέλματός της, πρέπει να απαντήσει στις ερωτήσεις του ψυχίατρου Δρ Λιουλ, αν θέλει να την ανακτήσει. Η ικανότητα και η περιέργειά της στο να διαβάζει τους ανθρώπους γύρω της, θα τη μετατρέψει σε ερασιτέχνη ντετέκτιβ, όταν θα θεωρηθεί ως η κύρια ύποπτη για την δολοφονία ενός ολιγάρχη πατριάρχη οινοπαραγωγού, μόλις λίγες ώρες πριν την ανάγνωση της διαθήκης της μητέρας της οικογένειας. Κάπως έτσι ξεκινά ένα σύγχρονο αστυνομικό θρίλερ με φόντο το σαγηνευτικό αστικό τοπίο της Βαρκελώνης για να αποκαλυφθεί ο πραγματικός δολοφόνος. Μια υπόθεση σκέτο χάος, αφού η Εύα πρέπει να αντιμετωπίσει δύο διαφορετικές οικογένειες: την πλούσια οικογένεια οινοπαραγωγών... και την "οικογένεια" που μιλάει στο υποσυνείδητό της. Μετά το ποιητικό Πάντα Ποτέ, ο Jordi Lafebre επιστρέφει με μια ακόμα ιστορία με ανορθόδοξη αφήγηση που παίζει με τον χρόνο, όπου μέσα από τις πολλαπλές προσωπικότητες και τα πολύχρωμα καρέ, ξεπηδάει ένα καταιγιστικό θρίλερ με γρήγορο ρυθμό, χιουμοριστικούς διαλόγους και έντονο ερωτισμό. Μια ιστορία που φέρει τόσο στοιχεία κωμωδίας, όσο και ενός ισπανικού αστυνομικού μυθιστορήματος, βάζοντας στο στόχαστρο τον θεσμό της πατριαρχικής οικογένειας και τα ψυχικά νοσήματα. Πρόκειται για ένα πολυβραβευμένο best-seller graphic novel που αγαπήθηκε τόσο από το κομιξικό όσο και το βιβλιόφιλο κοινό στη Γαλλία. Ένα έργο που επισφραγίζει τον Jordi Lafebre ως έναν εκ των σημαντικότερων σύγχρονων δημιουργών κόμικς, ενώ παράλληλα αποτελεί ένα απτό παράδειγμα της μαγείας των γαλλοβελγικών κόμικς. Προσωπική εξομολόγηση Στη ζωή, κάποιες φορές, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, τους οποίους με το που τους βλέπεις τους ερωτεύεσαι με την πρώτη ματιά. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο, παρά από το να αφεθείς ελεύθερος στο να σε συνεπάρει η σαγηνευτική γοητεία τους. Τον Jordi Lafebre τον ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα, από όταν διάβασα την προηγούμενη δουλειά του, το Πάντα Ποτέ (παρουσίαση στο φόρουμ από τον φίλο @ Ζάνταφ , εδώ) και από τότε έχω κολλήσει για τα καλά μαζί του. Φαίνεται να είναι ένας καλλιτέχνης, ο οποίος τρέφει πολλή αγάπη και ατελείωτο πάθος για αυτό που κάνει. Οι ιστορίες του βγάζουν κάτι το απέραντα ρομαντικό, κάτι το απροσδιόριστα νοσταλγικό, κάτι το ανάλαφρα χιουμοριστικό. Με το σχέδιο να είναι αδιαμφισβήτητα το μεγάλο ατού του καλλιτέχνη, ο Lafebre, κατά την ταπεινή μου άποψη, πιστεύω ότι έχει όλα τα φόντα στο να αναδειχθεί ως ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της γαλλοβελγικής σκηνής και εύχομαι να μπορέσουμε να δούμε σπουδαία πράγματα από αυτόν στο μέλλον. Σενάριο και σχέδιο Στο Είμαι η Σιωπή τους ο Jordi Lafebre, ξετυλίγοντας την αφήγηση σε στιλ in media res, μας παρουσιάζει μία ιστορία μυστηρίου, με φευγαλέες slice of life πινελιές. Το κόμικ διαβάζεται ευχάριστα και σχετικά γρήγορα, και παρά τις κάποιες σεναριακές ευκολίες που μπορεί να παρατηρηθούν, η ιστορία καταφέρνει να μην γίνει στιγμή μονότονη, κυρίως εξαιτίας του πολύ καλού πικάντικου χιούμορ, το οποίο ο Lafebre φροντίζει να αναδεικνύει στα σωστά σημεία-κλειδιά του κόμικ. Επίσης, το όλο μυστήριο της δολοφονίας, αν και αρχικά δεν είναι κάτι το τρομερά ιντριγκαδόρικο, παρόλα αυτά με την πάροδο της ιστορίας αποκτάει όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον, και μάλιστα ιδιαίτερα προς το τελευταίο τρίτο του κόμικ, όπου η ένταση ανεβάζει ταχύτητες και το σασπένς κορυφώνεται για τα καλά. Όσο αφορά τους χαρακτήρες τώρα, όλοι όσοι παρουσιάζονται έχουν να προσφέρουν κάτι ουσιαστικό στην ιστορία, από τους βασικούς μέχρι τους πιο υποστηρικτικούς. Στην πρωταγωνίστριά μας, την Εύα, μου άρεσε πάρα πολύ το ατίθασο τσαγανό της, η αφοπλιστική ειλικρίνειά της και το παιχνιδιάρικο σεξαπίλ της, και αν και στο παρόν κόμικ ο χαρακτήρας της αναπτύσσεται επαρκώς, φαίνεται παρόλα αυτά να έχει ακόμα πολύ βάθος για εξερεύνηση. Επίσης η χημεία της με τον Λιουλ και με την Μέρκελ είναι τρομερή, με ιδιαίτερα τις σκηνές της συνεδρίας με τον πρώτο να κλέβουν τις εντυπώσεις. Όμως όπως ανέφερα και παραπάνω, το κομμάτι του σχεδίου είναι αυτό που κερδίζει περισσότερο από όλα την προσοχή του αναγνώστη. Το τοσοδούλικο, γαλλικό μυτάκι της Εύα και τα στρουμπουλά, αφράτα μαγουλάκια της, οι μορφασμοί του Λιουλ, η κοιλίτσα της Μέρκελ και οι αγχωτικές ματάρες της Πενέλοπε... Το σχέδιο του Lafebre είναι τόσο γλαφυρό και τόσο πολύ ανεπιτήδευτα αθώο που είναι απλά αδύνατον από το να μην το αγαπήσει κανείς. Με το φινετσάτο εξώφυλλο του κόμικ να είναι όλα τα λεφτά, είναι αξιοσημείωτος επίσης και ο τρόπος με τον οποίο ο Lafebre δείχνει τους χαρακτήρες να μιλάνε μέσω της γλώσσας του σώματος, καθώς ακόμη και η πιστή σχεδιαστική αποτύπωση της Βαρκελώνης, με τον γοτθικό καθεδρικό ναό της πόλης να είναι το απόλυτο background highlight του κόμικ. Τέλος, το σχέδιο σε συνδυασμό με τον ζωντανό χρωματισμό, βοηθάει σημαντικά τον αναγνώστη στο να μπει στο κατάλληλο κλίμα της εκάστοτε σκηνής. Η έκδοση Η ποιότητα της έκδοσης του Μικρού Ήρωα είναι όπως πάντα εξαιρετική. Το μεγάλο μέγεθος του κόμικ αναδεικνύει υπέροχα τα πολύχρωμα καρέ, το οποίο σε συνδυασμό με το καθαρό, ξεκούραστο lettering, επιτρέπει στην ανάγνωση να κυλήσει νεράκι. Επίσης κάτι πάρα πάρα πολύ σημαντικό... η μυρωδιά των σελίδων του κόμικ είναι απίστευτα "διεγερτική" (όποιο παιδί έχει έρθει σε επαφή με την έκδοση Graphic Novels της Marvel της Hachette, καταλαβαίνει τι εννοώ ). Το μόνο μου μικρό παραπονάκι είναι ότι θα ήθελα να έβλεπα και κάποια εξτραδάκια στο κόμικ, όπως για παράδειγμα κάποια προσχέδια ή να διάβαζα λίγα πράγματα για τον καλλιτέχνη, αλλά αυτό που αναφέρω δεν είναι παρά ψύλλοι στα άχυρα σε μία κατά τ’ άλλα πανέμορφη έκδοση και εύχομαι να έχουμε την ευκαιρία στο μέλλον να δούμε από την εκδοτική και την επόμενη ιστορία της ηρωίδας που αναμένεται να κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες στη Γαλλία. Συμπερασματικά Στο Είμαι η Σιωπή τους ο Jordi Lafebre παίζοντας ξανά - αυτήν την φορά πιο διακριτικά - με τον χρόνο, παρουσιάζει μία ιστορία που δεν φοβάται να εκτεθεί, να πονέσει και να αγαπηθεί. Στηλιτεύοντας απροκάλυπτα την πατριαρχία και χαϊδεύοντας απαλά το ψυχικό νόσημα της διπολικής διαταραχής, το Είμαι η Σιωπή τους είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό κόμικ μυστηρίου... Το Είμαι η Σιωπή τους είναι μία ιστορία για την οικογένεια, για το παρελθόν που στοιχειώνει το μέλλον... Είναι μία ιστορία για όλους εκείνους τους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή μας και με την παρουσία τους μας βοήθησαν να γίνουμε έστω και λίγο καλύτεροι άνθρωποι. Θα χαρώ πάρα πολύ να διαβάσω και τις δικές σας εντυπώσεις που σας άφησε το κόμικ. Καλή ανάγνωση σε όλες και σε όλους! Ευχαριστώ θερμά τον πολύ καλό φίλο @ Θοδωρής Καραπάνος , για το σκανάρισμα, καθώς επίσης και για την διάθεση των εξωφύλλων.
  21. Όταν η μνήμη σβήνει, απομένει η αγάπη. H Αλίξ Γκαρέν εικονογραφεί μια ιστορία για τη νίκη της τρυφερότητας απέναντι στην αδυσώπητη φθορά του χρόνου. Είχε γράψει ο Λουίς Μπουνιουέλ ότι «η μνήμη μας είναι η συνοχή μας, η λογική μας, το συναίσθημά μας, ακόμη και η πράξη μας. Χωρίς αυτήν δεν είμαστε τίποτα». Ο Μαρσέλ Προυστ θεωρούσε τη μνήμη το μοναδικό συγκολλητικό στοιχείο των ανθρώπινων σχέσεων: «Οι δεσμοί ανάμεσα σε εμάς και σε ένα άλλο άτομο υπάρχουν μόνο στο μυαλό μας. Η μνήμη, καθώς εξασθενεί, τους χαλαρώνει». Και πράγματι, καθώς οι αναμνήσεις του παρελθόντος είναι αυτές που μας διαμορφώνουν στο παρόν, η μνήμη συνιστά την ουσία του εαυτού μας ταυτιζόμενη με την ύπαρξη. Η απώλεια της μνήμης συνιστά υπαρκτική αλλοίωση, η οποία διαλύει επώδυνα τους δεσμούς μεταξύ ανθρώπων που έχουν συνάψει σχέσεις αγαπητικές. Μετά από αυτή την εισαγωγή ας μιλήσουμε για το Αλτσχάιμερ. Πρόκειται για την πιο συχνή μορφή άνοιας, που χαρακτηρίζεται από προοδευτική απώλεια μνήμης, ελάττωση γνωστικών λειτουργιών και αλλαγές στη συμπεριφορά και φτάνει, σε προχωρημένα στάδια, σε απώλεια αυτονομίας, αδυναμία ομιλίας και κινητικών ικανοτήτων και τελικά σε επιπλοκές που οδηγούν στον θάνατο. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και την ADI (Alzheimer’s Disease International), το 2024 περίπου ένα 60-70% – από τα περίπου 55 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως που ζούσαν με κάποια μορφή άνοιας – νοσούσαν με τη νόσο Αλτσχάιμερ, ενώ μέχρι το 2050 αναμένεται ότι οι πάσχοντες από αυτή τη νευροεκφυλιστική νόσο του εγκεφάλου θα φτάσουν τα 139 εκατομμύρια. Το Αλτσχάιμερ δεν είναι ταμπού. Μας αφορά όλους και όλες. Και οφείλουμε να μιλάμε για αυτό, όπως και για κάθε άλλο θέμα της ανθρώπινης ζωής, με σκοπό την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση – τη δική μας και των άλλων. Αυτό ακριβώς κάνει η Αλίξ Γκαρέν από το Βέλγιο, η οποία με το βιωματικό κόμικς της «Μη με λησμόνει» (εκδ. «Μικρός Ήρως») φέρνει τη νόσο του Αλτσχάιμερ στο επίκεντρο αφηγούμενη τη σχέση ανάμεσα σε δύο γυναίκες: την Κλεμάνς και τη γιαγιά της, η οποία βρίσκεται σε φάση προχωρημένης απώλειας μνήμης. Η 85χρονη φιλοξενείται σε οίκο ευγηρίας και κάνει συχνές προσπάθειες να αποδράσει. Το ίδρυμα προτείνει μια ηρεμιστική χημική αγωγή, διαφορετικά η οικογένειά της θα πρέπει να την πάρει σπίτι της. Η Κλεμάνς όμως δεν μπορεί να το αποδεχτεί: πιστεύει πως αν καταφέρει να συνδέσει ξανά τη γιαγιά με τα πιο αγαπημένα και πιο δυνατά της σημεία – δηλαδή τις ρίζες της, τη μνήμη της, το σπίτι της – ίσως την επαναφέρει έστω και στιγμιαία στην πραγματικότητα. Έτσι, σε μια πράξη που ισορροπεί ανάμεσα στην τρέλα και την αγάπη, την απάγει από το γηροκομείο και ξεκινούν μαζί ένα ταξίδι προς το παρελθόν της γιαγιάς: προς το σπίτι της παιδικής ηλικίας, τις αναμνήσεις, τα τοπία που κάποτε γνώρισε. Η 28χρονη σήμερα Αλίξ Γκαρέν (γεννημένη το 1997) ξεκίνησε να δημιουργεί αυτήν τη σπαρακτικά όμορφη ιστορία το 2018, σε ηλικία μόλις 21 ετών. Εκδόθηκε τρία χρόνια αργότερα από τον εκδοτικό οίκο Le Lombard αποσπώντας πολλά βραβεία και επαίνους. Το νεαρό της ηλικίας της δημιουργού, σε συνάρτηση με τη βαθιά γνώση που φαίνεται να έχει για τα συμπτώματα της νόσου, αποκαλύπτουν την όντως άμεση βιωματική της εμπειρία. Το «Μη με λησμόνει» (τίτλος εμπνευσμένος από την ονομασία του φυτού Μυοσωτίς η Αλπική) συνδυάζει στοιχεία road trip και οικογενειακής ιστορίας. Παρά τον κίνδυνο η αφήγηση να διολισθήσει σε μελό, η Γκαρέν επιλέγει μια «γλυκόπικρη» γραφή στην οποία μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη θλίψη και την απώλεια, αλλά και την αγάπη, τη φροντίδα, την τρυφερότητα, χωρίς να απουσιάζει το χιούμορ. Τεχνοτροπικά τα σχέδια με τα ανοιχτά περιγράμματα αποπνέουν μια ελευθερία, ενώ οι χρωματικές επιλογές είναι απαλές σε στιλ παστέλ. Τα περιβάλλοντα πολλές φορές «αδειάζουν», αφήνοντας χώρο στα συναισθήματα και στις μνήμες που πασχίζουν να τον ανακαταλάβουν. Η αφήγηση δεν είναι καταιγιστική αφήνοντας περιθώριο στις σιωπές, στις στιγμές της σύνδεσης και στην περισυλλογή. Η περιπετειώδης περιπλάνηση της Κλεμάνς και της γιαγιάς της αποτελεί και ένα ταξίδι στη μνήμη και την αξία της, στην αυτογνωσία, στη σχέση μεταξύ των γενεών και στη λυτρωτική συνειδητοποίηση ότι στο τέλος της μέρας, παρά την ασχήμια του κόσμου γύρω μας και σε πείσμα των επίμονων προγνωστικών του, η αγάπη θα νικήσει τον θάνατο, η ζωή θα υπερισχύσει και θα θριαμβεύσει. Και το σχετικό link...
  22. Στο «Σκυλονουάρ» των Κερασίδη και Αγκαράι, αναβιώνει όλη η κουλτούρα του σκυλάδικου μιας άλλης εποχής, όχι και τόσο μακρινής. «Εμάς δεν μας ενδιαφέρει το ποιος είσαι και τι κάνεις, αλλά το πώς στέκεσαι στο μαγαζί. Εδώ είναι ο ναός της καψούρας. Ξέρεις τι κουλτούρα μαζεύεται κάθε βράδυ, για να ξεπλένει τ’ αυτιά της από τους Σαββοπουλοθεοδωράκηδες; Μπουκάρουν τα γιαλαντζί δερβίσια, ντεμέκ σκυλόμαγκες ντε, και την πέφτουν σαν αγκρισμένα τραγιά στις γκόμενες», περιγράφει ο Σταμάτης, ιδιοκτήτης του σκυλάδικου «Αριγκάτο», κάπου στη Θεσσαλονίκη. «Και ποια η διαφορά με τα μπουζουξίδικα» ρωτά απορημένος ο Φώτης, συγγραφέας που ερευνά τη μυσταγωγία και τη γοητεία των ναών της νυχτερινής μέθεξης ανάμεσα σε λουλούδια, ξηροκάρπια και ουίσκι μπόμπα «ον δε ροξ». «Στα μπουζούκια το λαϊκό είναι νομιμοποιημένο. Κάθεσαι, σωπαίνεις, ακούς τους στίχους, εχτιμάς τη μουσική. Εδώ είναι το μέρος που ακούς “πονώ” και “χάρος” και ξεφεύγεις» απαντά αποστομωτικά ο Σταμάτης. Η κουλτούρα των σκυλάδικων των δεκαετιών του ’80 και του ’90 είναι το επίκεντρο του εξαιρετικού «Σκυλονουάρ» σε σενάριο του Δημήτρη Κερασίδη και σχέδια του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι (εκδόσεις Μικρός Ήρως, 98 σελίδες), μιας ασπρόμαυρης κατάδυσης σε έναν κόσμο εξωτικό, επικίνδυνο αλλά και τόσο ελκυστικό λίγα χρόνια νωρίτερα, στην Ελλάδα της εύθραυστης και με ημερομηνία λήξης συνύπαρξης στους ίδιους χώρους του κωλοπαιδίστικου νεοπλουτισμού και της λούμπεν παραβατικότητας. Το ταξίδι στην καρδιά του σκότους έχει πολλές στάσεις: Δράμα, Κοζάνη, Καστοριά, Κατερίνη, Λάρισα, Θεσσαλονίκη και φυσικά στα σκυλάδικα της δυτικής Αθήνας, με τις μοβ καπνισμένες μοκέτες και τις πολύχρωμες μαρκίζες πέριξ της εθνικής οδού, στη Θηβών, στα πέρατα της Αχαρνών. Εστία πολυεθνικών συναντήσεων ανάμεσα σε ανθρώπους του πρώην ανατολικού μπλοκ που μετέφεραν και σκλήρυναν τις «επιχειρήσεις» τους εδώ και σε εγχώριους καταφερτζήδες με ανοιχτούς γιακάδες και δασύτριχα στέρνα που σαγηνεύτηκαν από τα γρήγορα κέρδη του τράφικινγκ, του λαθρεμπορίου, των ναρκωτικών, των όπλων, της ζούλας και της μαγκιάς, «το σκυλάδικο ερέθισε καλλιτέχνες, δημιουργούς, σκηνοθέτες, συγγραφείς, ζωγράφους, ώστε να το αναπαραστήσουν και να το αναβιώσουν ή να το περιγράψουν και να το εικονογραφήσουν. Το είδαμε στο “Όλα είναι δρόμος” του Παντελή Βούλγαρη με το περίφημο Βιετνάμ. Το είδαμε στο “Αυτή η νύχτα μένει” του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Το ‘χουμε δει σε βιβλία του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, του Θωμά Κοροβίνη, στα ποιήματα του Θωμά Γκόρπα, του Γιάννη Βαρβέρη, στα δοκίμια του Κωστή Παπαγιώργη, σε λαϊκές βιογραφίες», όπως εύστοχα επισημαίνει ο Δημήτρης Μανιάτης στον έξοχο πρόλογό του. Αυτός ο κόσμος είχε βέβαια και πολλή αθωότητα, καθώς στέγασε και φιλοξένησε ατέλειωτες ψυχές που αναζητούσαν ένα πνευματικό απάγκιο, έναν τόπο – κρυψώνα εφήμερης ευτυχίας ή λήθης, όπου κανείς δεν έκρινε για να μην κριθεί και όλοι κουβαλούσαν τα προβλήματα της πραγματικής τους ζωής για να τα θάψουν λίγο πριν μπουν και τα ξαναβρούν ίδια κι απαράλλαχτα να τους περιμένουν στην πόρτα της εξόδου, τα χαράματα. Αυτήν τη χαμένη κουλτούρα του σκυλάδικου μέσω της ενδιαφέρουσας προσωπικής ιστορίας του πρωταγωνιστή τους αναπλάθουν ιδανικά οι Κερασίδης και Αγκαράι, χωρίς διάθεση νοσταλγίας αλλά ούτε και ειρωνείας ή δαιμονοποίησης. Το πιο σημαντικό όμως στο «Σκυλονουάρ» είναι η ιδανική απόδοση της ελληνικής πραγματικότητας αυτής της πρόσφατης περιόδου που, εκ των υστέρων κρίνοντας, οδήγησε μαθηματικά στη δυσάρεστη περιπέτεια που ακόμα ζούμε. Και το σχετικό link...
  23. Τοποθετώντας τη δράση της ηρωίδας του στη σύγχρονη Βαρκελώνη, ο Ισπανός δημιουργός Jordi Lafebre συνδυάζει αστυνομικό θρίλερ και τις πιο πρόσφατες συζητήσεις για την ψυχική ασθένεια. Αν αγαπήσατε το «Πάντα ποτέ» του Jordi Lafebre (βλ. «Το ανάποδο βέλος του χρόνου», Καρέ Καρέ 31/5/2025), τότε σίγουρα θα απολαύσετε την επόμενη δουλειά του, «Είμαι η σιωπή τους» («Je suis leur silence»), που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως». Πρόκειται για ένα καθηλωτικό αστυνομικό θρίλερ με φόντο τη σύγχρονη Βαρκελώνη. Πρωταγωνίστρια η Εύα Ρόχας, μια 34χρονη διδάκτωρ ψυχιατρικής, η οποία πάσχει από διπολική διαταραχή και παρακολουθείται από τον ψυχίατρο δρα Λιουλ, προκειμένου να ανακτήσει την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματός της. Η Εύα είναι αναμφισβήτητα το πιο δυνατό στοιχείο του κόμικς: ευφυής, σαγηνευτική, σαρκαστική, χαοτική και έντονα ελκυστική και ερωτεύσιμη – αν και με μια αξιοσημείωτα άστατη ερωτική ζωή. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της, που διαπερνάει ολόκληρη την πλοκή, είναι ότι ακούει φωνές από «φαντάσματα», τα οποία δεν είναι άλλα από τρεις γυναίκες της οικογένειάς της, οι ιστορίες των οποίων καθόρισαν τη ζωή της. Οι εν λόγω «φωνές» απεικονίζουν βαθιά καταχωνιασμένα ψυχικά τραύματα (οικογενειακά αλλά και της σύγχρονης ισπανικής ιστορίας), χωρίς το έργο να υποκύπτει σε μονοσήμαντες ιατρικοποιήσεις. Η έξυπνη πλην εκκεντρική ψυχίατρος βρίσκεται μπλεγμένη σε μια περίεργη υπόθεση ενός θανάτου σε οικογενειακή οινοπαραγωγική έπαυλη: λίγες ώρες μετά την ανάγνωση της διαθήκης της μητέρας της οικογένειας, η Εύα καταλήγει ως η κύρια ύποπτη για τη δολοφονία. Η έμφυτη περιέργειά της και οι εσωτερικές της συγκρούσεις θα την οδηγήσουν να παίξει τον ρόλο της ερασιτέχνιδας ντετέκτιβ. Το δίχως άλλο, ο Lafebre δημιούργησε ένα υβρίδιο crime noir και ανθρωποκεντρικής κωμωδίας, ξετυλίγοντας τον μίτο της αφήγησής του με μέσο την ψυχαναλυτική μέθοδο. Όπως και στο «Πάντα ποτέ», ο δημιουργός χειρίζεται και εδώ επιδέξια το στοιχείο του χρόνου, με πολλαπλά αφηγηματικά φλασμπάκ. Ταυτόχρονα, ο καταιγιστικός ρυθμός της αφήγησης υποστηρίζεται από την κινηματογραφική δομή, την κινησιολογία και την εκφραστικότητα των προσώπων, τις θερμές παλέτες που παραπέμπουν στο γνώριμό μας μεσογειακό τοπίο, αλλά και το μετρημένο χιούμορ. Ο Lafebre με το «Είμαι η σιωπή τους», κατορθώνει να μιλήσει για την ψυχική ασθένεια χωρίς να την εξωραΐσει, αλλά και χωρίς να την καταστήσει απλοϊκό και μονοθεματικό διδακτισμό. Απεναντίας, την τοποθετεί στο κοινωνικό της πλαίσιο, την πολιτική ιστορία της χώρας του, τα τραυματικά οικογενειακά μυστικά και την πατριαρχία. Για όλα αυτά, θεωρείται ήδη ένας πολλά υποσχόμενος καλλιτέχνης της γαλλοβελγικής σχολής, τον οποίο είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε ως ελληνικό κοινό μόλις τον τελευταίο χρόνο, μέσα από το εκδοτικό πρόγραμμα του «Μικρού Ήρωα». Και το σχετικό link...
  24. Ο κόσμος των σκυλάδικων γίνεται graphic novel: μια ιστορία για έρωτες, ναρκωτικά, μικρομαφίες και τη λαϊκή ψυχή της δεκαετίας του ’80, όπως δεν την έχεις ξαναδεί. Οι δημιουργοί του μιλούν στο OneΜan. Από το Αυτή η νύχτα μένει του Νίκου Παναγιωτόπουλου και το Όλα Είναι Δρόμος του Παντελή Βούλγαρη, μέχρι τα Μαύρα Μεσάνυχτα των Βασίλη Ρίσβα και Δήμητρας Σακαλή και το Για μια γυναίκα κι ένα αυτοκίνητο του Μανούσου Μανουσάκη, το σκυλάδικο έχει απασχολήσει πολλούς καλλιτέχνες, δημιουργούς, σκηνοθέτες, συγγραφείς, αλλά και ζωγράφους. Ο καθένας προσπάθησε να το αποδώσει με τη δική του ματιά, με πολλούς να καταφέρνουν να το παρουσιάσουν σε όλο του το ωμό μεγαλείο και άλλους να καταφεύγουν αναπόφευκτα πολλές φορές στην εξωτικοποίησή του. Όπως και να ‘χει όμως, το σκυλάδικο παραμένει ακόμα και σήμερα μέρος της ελληνικής κουλτούρας, ενώ από τα σπλάχνα του έχουν ξεπηδήσει μερικές από τις πιο σπουδαίες φωνές της ελληνικής μουσικής. Στη μακρά λίστα των καλλιτεχνών που έχουν ασχοληθεί με το σκυλάδικο έρχονται να προστεθούν και ο Δημήτρης Κερασίδης με τον Δημήτρη Κρις-Αγκαράι. Ο πρώτος, πολιτικός και αθλητικός γελοιογράφος, έχει συνεργαστεί με πληθώρα εφημερίδων και περιοδικών, ενώ το 1983 η ταινία κινουμένων σχεδίων του με τίτλο Η Απόδραση, βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και στο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, ενώ ο δεύτερος, με σπουδές στη γραφιστική, έχει εργαστεί στον χώρο της εικονογράφησης αλλά και στο θέατρο. Στον χώρο των κόμικς είναι γνωστός κυρίως για σχέδια γύρω από την ελληνική ποπ κουλτούρα και τα Αθηναϊκά σκίτσα. Αυτή τη φορά, οι δυο τους ενώνουν ξανά τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν το Σκυλονουάρ (εκδ. Μικρός Ήρως), ένα graphic novel που καταπιάνεται με τη δεκαετία του ‘80, δηλαδή τη δεκαετία των σημαντικών ιδεολογικών ανακατατάξεων στους τρόπους πρόσληψης του λεγόμενου λαϊκού τραγουδιού, αλλά και της απομυθοποίησης του πολιτικού τραγουδιού. Πρωταγωνιστής, ένας καραβοτσακισμένος συγγραφέας που ξεκινάει ένα μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα των σκυλάδικων για να γράψει γι’ αυτά. Ως το τέλος ερωτεύεται, μπλέκει με τις μικρομαφίες, καταδύεται στις γεωγραφίες των ανθρώπων τους, περνάει ξυστά από τα δόντια του κροκόδειλου, τα ναρκωτικά, τη βία και την αστυνομία. Στο Σκυλονουάρ, «οι μικροί και μεγάλοι ήρωες που επιζούν και επιβιώνουν πέριξ του σκυλάδικου, δεν είναι υπερβολικοί, ούτε φανταστικοί. Είναι βγαλμένοι από τα σπλάχνα ακριβώς αυτής της ανθρωπογεωγραφίας. Γιατί το σκυλάδικο είναι τόπος άρσης. Είναι τόπος αδιαμεσολάβητης επιθυμίας. Είναι τόπος υπερβολής. Ας πέθαινες να γλίτωνα», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην περιγραφή του graphic novel. Λίγο πριν την παρουσίαση του την Τετάρτη 29 Οκτωβρίου στο βιβλιοπωλείο Κομπραί, οι Δημήτρης Κερασίδης και Δημήτρης Κρις-Αγκαράι μιλούν στο Oneman. Πώς προέκυψε η ιδέα για το Σκυλονουάρ και τι ήταν αυτό που σας ώθησε να δημιουργήσετε ένα graphic novel για τον κόσμο του σκυλάδικου; Δημ. Κερασίδης: Το Σκυλονουάρ είναι το τελευταίο μέρος της τριλογίας για το λαϊκό τραγούδι. Το πρώτο graphic novel Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς, αναφέρεται στο ρεμπέτικο της περιόδου 1932-1940, το δεύτερο μέρος με τίτλο Συννεφιασμένη Κυριακή, αναφέρεται στο έργο του Βασίλη Τσιτσάνη της περιόδου 1936-1972, του οποίου αναστέλλεται η έκδοση από την εμπλοκή δικηγόρου, ο οποίος διαχειρίζεται τα δικαιώματα των κληρονόμων του Τσιτσάνη, και παρά τη σύμφωνη έγκριση του γιου του Τσιτσάνη Κωνσταντίνου. Το τρίτο μέρος που αφορά την άνθιση των σκυλάδικων της δεκαετίας του 1980 σηματοδοτεί και το τέλος μιας εποχής, όταν η ψυχαγωγία στα λαϊκά κέντρα αντικατόπτριζε τη σταδιακή κοινωνική εξέλιξη της χώρας. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Το Σκυλονουάρ είναι μια ιδέα του Δημήτρη Κερασίδη, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο. Εγώ προσωπικά έκανα τη «βρόμικη» δουλειά – όπως μ’ αρέσει να τη λέω – τα σχέδια. Θα κάνω μια αποκάλυψη που λίγοι θα πιστέψουν: δεν έχω επισκεφτεί ποτέ στη ζωή μου σκυλάδικο ή άλλο νυχτερινό κέντρο. Αποφεύγω τη φασαρία και δεν πίνω, αλλά πάντα με γοήτευαν αυτές οι φιγούρες της νύχτας. Έβρισκα κάτι αληθινά ελκυστικό σε αυτή την «υποκουλτούρα» – σε ό,τι θεωρείται μπασκλάς, cult ή kitsch. Διακρίνω μέσα της σημάδια μιας βαθιάς και ειλικρινούς «τέχνης», κυρίως στους ίδιους τους ανθρώπους και στα κίνητρά τους. Αυτός ήταν και ο λόγος που δέχτηκα αμέσως την πρόταση να σχεδιάσω το Σκυλονουάρ. Η δεκαετία του ’80 είναι μία περίοδος σημαντικών ιδεολογικών ανακατατάξεων. Ποιες ήταν οι κεντρικές επιρροές από εκείνη την εποχή και πώς αποτυπώνονται στο έργο σας; Δημ. Κερασίδης: Η δεκαετία του ’80 είναι κυρίως περίοδος πολιτικών ανακατατάξεων. Ο ερχομός της σοσιαλιστικής ευδαιμονίας είχε, τουλάχιστον, ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί η οικειότητα μεταξύ πολίτη και εξουσίας. Πολιτικοί και όργανα επιβολής της τάξης δεν αποτελούσαν πλέον ταμπού. Απαλλαγμένη, έτσι, η οικονομική ευρωστία, κυρίως των βιοτεχνιών, εξαργυρώνεται στα ανθόσπαρτα παλκοσένικα των σκυλάδικων. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Εγώ γεννήθηκα τη δεκαετία του ’90, οπότε την εποχή εκείνη την ξέρω μόνο μέσα από ιστορίες. Στο Σκυλονουάρ δεν αναφέρεται ρητά κάποια χρονολογία, αλλά υπονοείται ότι διαδραματίζεται τότε, στην ακμή των σκυλάδικων. Προσπάθησα σχεδιαστικά να αποδώσω εκείνο το vibe που η δική μου γενιά γνωρίζει μόνο μέσα από τα memes – ένα vibe καψούρας, καλοπέρασης, ΠΑΣΟΚ, ουίσκι και ιπτάμενοι δίσκοι. Το σκυλάδικο ως τόπος υπερβολής και αδιαμεσολάβητης επιθυμίας: Πώς προσεγγίσατε αυτή τη δυναμική στον κόσμο του Σκυλονουάρ; Δημ. Κερασίδης: Κυρίως μέσα από τον τρόπο που κουμαντάριζαν τα μαγαζιά τους τα αφεντικά. Ο Μπάμπης, το αφεντικό της «Φαντασίας» δηλώνει, «Πως θα σταθεί το μαγαζί; Εδώ η φίρμα είναι φλούδα… Εδώ μετράει πόσο φελλό θα τινάξεις και τι λουλουδικό θα στρώσεις. Εξάλλου, για τον θαμώνα, το μουσικό ενδιαφέρον είναι ελάχιστο… μιας και το τραγούδι είναι απλά το δόλωμα για να αγκιστρώσεις τον πελάτη». Δημ. Κρις-Αγκαράι: Εστίασα περισσότερο στα πρόσωπα. Ήθελα να σχεδιάσω περίεργες μούρες. Επειδή το Σκυλονουάρ έχει πάρα πολλούς χαρακτήρες, ήθελα κάθε φάτσα να είναι ξεχωριστή. Για παράδειγμα, ο Μπάμπης – ο πρωταγωνιστής της παράλληλης ιστορίας και μαγαζάτορας του κέντρου «Φαντασία» στη Θεσσαλονίκη – είναι η αγαπημένη μου φιγούρα. Ένας μικρός απατεώνας, κοντός σαν τον Danny DeVito, με αρχή φαλάκρας στους κροτάφους, πυκνά φρύδια, εκφραστικά μάτια και μια μικρή μύτη. Λάτρευα να τον σχεδιάζω. Για τους άντρες γενικά ήθελα «παλιόφατσες» με υπερβολές, ενώ για τις γυναίκες το αντίθετο – να είναι όσο πιο θελκτικές γίνεται, στερεοτυπικά θηλυκές, όπως άρμοζε στην εποχή και στο πλαίσιο του μαγαζιού, να αρέσει στον πελάτη. Παράλληλα όμως, μέσα από αυτό το σχέδιο, φαίνεται και ο δύσκολος ρόλος της γυναίκας σ’ αυτούς τους χώρους. Ποιες είναι οι βασικές γεωγραφίες του έργου και πώς αποτυπώνετε τη συνύπαρξη των διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων μέσα στο σκυλάδικο; Δημ. Κερασίδης: Δε χρειαζόσουν χάρτη για να βρεις σκυλάδικο. Οδηγός σου ήταν η επιθυμία. Όσο για την ταξική συνύπαρξη, αυτή ήταν αδιάφορη στο χώρο του σκυλάδικου, αρκεί να ακολουθούσες την κωδικοποιημένη συμπεριφορά των «απονύχτερων», οι οποίοι πλήθυναν καθώς διευρυνόταν και το κοινωνικό τους φάσμα. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Αυτό που κατάλαβα από το έργο του Δημήτρη Κερασίδη είναι ότι τα σκυλάδικα ήταν για όλους. Όπως λέει και ένας χαρακτήρας στο graphic novel. Εμάς, εδώ, δεν μας ενδιαφέρει ποιος είσαι και τι κάνεις, αλλά πώς στέκεσαι στο μαγαζί. Εδώ είναι ο ναός της καψούρας. Ξέρεις τι κουλτούρα μαζεύεται κάθε βράδυ, για να ξεπλένει τ’ αυτιά της απ’ τους Σαββοπουλο-Θεοδωρακίδηδες; Βλέπουμε τον Φώτη, τον πρωταγωνιστή, να ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα και να συναντά στα σκυλάδικα κάθε είδους κόσμο – από βαποράκια και «γυναίκες ελευθέρων ηθών», μέχρι φραγκάτους γουναράδες. Είναι ένα σύμπαν χωρίς ιεραρχίες, αλλά με κανόνες που μόνο η νύχτα καταλαβαίνει. Ο συγγραφέας πρωταγωνιστής του Σκυλονουάρ ξεκινάει το ταξίδι του για να γράψει για το σκυλάδικο, αλλά τελικά ερωτεύεται και μπλέκεται σε μικρομαφίες και βία. Υπάρχει κάποιο προσωπικό στοιχείο που αντικατοπτρίζει αυτό το ταξίδι; Δημ. Κερασίδης: Βιωματικά, ο πρωταγωνιστής είναι το alter ego ενός αγαπητού φίλου και γνωστού συγγραφέα της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αποδήμησε, αφού ρούφηξε κυριολεκτικά ό,τι πρόσφερε η νύχτα. Ποια είναι η σημασία του ερωτισμού στο έργο σας και πώς επηρεάζει τη σχέση του ήρωα με το σκυλάδικο και τους ανθρώπους γύρω του; Δημ. Κερασίδης: Ο άμεσος ερωτισμός που πρόσφερε ο χώρος σε συνδυασμό με την κτητική υπεροχή επί του θηλυκού σε αναβάθμιζε σε «άρχοντα». Ήταν ο ναός της καψούρας και συ ο αρχιερέας του. Ωστόσο ο ήρωας, γνώστης της νύχτας, ταλαντεύεται μεταξύ προκατάληψης και πηγαίου πόθου που σταδιακά τον κατακερματίζει συναισθηματικά. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Όταν διάβασα πρώτη φορά το σενάριο, η ιστορία του Φώτη και της Ιλιάννας με συγκίνησε. Ήθελα περισσότερο. Το συζητήσαμε με τον Δημήτρη και, όπως μου εξήγησε, δεν ήθελε να εστιάσουμε τόσο στο ερωτικό στοιχείο, αλλά στον ίδιο τον κόσμο των σκυλάδικων. Έτσι, βλέπουμε τον Φώτη να περιπλανιέται με μια βαριά καρδιά, κάτι που δίνει βάρος και στην ερωτική του ιστορία – περισσότερο ως υπόβαθρο που φωτίζει τον χαρακτήρα του. Παράλληλα, ο ερωτισμός υπάρχει παντού: στα βλέμματα, στους καψούρηδες που σπάνε πιάτα και ανοίγουν σαμπάνιες, στις γυναίκες που χορεύουν, στο κονσομασιόν, στο σεξ. Είναι μια ενέργεια που πλανιέται στα σκυλάδικα. Το έργο σας αναφέρεται σε μια γενιά που ζει μέσα από τη φαντασίωση και τις φιλοδοξίες της. Ποιες είναι οι κεντρικές αντιφάσεις αυτής της γενιάς και πώς αποτυπώνονται στην ιστορία; Δημ. Κερασίδης: Ένα μέρος της κοινωνίας, το οποίο από τη στεγνή ψυχαγωγία της δικτατορίας όφειλε, με την έλευση της μεταπολίτευσης, να προσαρμοστεί σε μια καταιγιστικά πολιτική μουσική έκφραση, δεν άντεξε. Αποφάσισε να βρει διέξοδο. Έτσι συντελείται μια διπλή «αλλαγή». Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία συμπίπτει και με την άνοδο των σκυλάδικων, όπου μπορούσες να εκφράσεις την απόλυτη προσωπική σου εξέγερση απέναντι στην κοινωνία της λογικής και της εξουσίας. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι κάπως αυτοί οι άνθρωποι ζούνε σε έναν δικό τους, «διαφορετικό» κόσμο. Δεν μπορώ να πω για την τότε γενιά, γιατί δεν τη γνώρισα, αλλά συναντάω ανθρώπους και σήμερα που είναι σε μια τέτοια φάση. Θαμώνες νυχτερινών μαγαζιών, λαϊκοί, άνθρωποι αισθηματίες. Στην ιστορία βλέπουμε τους περισσότερους παραβατικούς, τρελαμένους, να καταλήγουν σε καυγάδες. Τα έχει όλα η νύχτα! Η πολιτική και κοινωνική απομυθοποίηση του «πολιτικού τραγουδιού» είναι κεντρική θεματολογία στο Σκυλονουάρ. Πώς αντιμετωπίζετε τη μετάβαση από την ιδεολογία στην προσωπική ζωή και την εσωτερική πραγματικότητα των χαρακτήρων σας; Δημ. Κερασίδης: Οι αρχές της μεταπολίτευσης είναι μια άκρως πολιτικοποιημένη εποχή. Όταν συναυλίες απελευθέρωναν ιδεολογικές και κοινωνικές τάσεις, στα σκυλάδικα ξέπλενες τα αυτιά σου από τα ΣαββοπουλοΘεοδωρακικά άσματα. Η πολιτική ήταν πολύ στενή για να χωρέσει στο σκυλάδικο. Η δεκαετία του ’80 συνδυάζει την πολιτική ένταση με την κοινωνική αλλαγή. Τι σημασία έχουν τα σκυλάδικα ως τόποι για την κοινωνία της εποχής, και πώς το έργο σας συμβάλλει στη νέα κατανόησή τους; Δημ. Κερασίδης: Αντίθετα προς τους σκωπτικούς χαρακτηρισμούς της αστικής τάξης, τα σκυλάδικα ήταν χώροι γνήσιας αντίδρασης στο πολιτικό κατεστημένο. Για τους θαμώνες, ανεξάρτητα από τη διαπλοκή μαγαζάτορα-αρχών, η απεξάρτησή τους από οποιασδήποτε μορφής εξουσία τα προσδιόριζε ως αιρετικά αναρχικά κέντρα. Το Σκυλονουάρ μοιάζει ως μέρος μιας παράδοσης που ξεκίνησε με καλλιτέχνες όπως ο Παντελής Βούλγαρης και ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Ποιες παραδόσεις ή επιρροές σας καθοδηγούν ως δημιουργούς; Δημ. Κερασίδης: Δε νομίζω ότι υπάρχει κάποια παράδοση. Στο Σκυλονουάρ αποτυπώνονται αυθεντικές καταστάσεις, κάποιες προσωπικές και άλλες μαρτυρικές, με μια αναγκαία, αλλά μικρή, δόση μυθοπλασίας. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Η μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης για μένα ήταν οι ταινίες Όλα είναι δρόμος και Αυτή η νύχτα μένει. Από αυτές «έκλεψα» τις περισσότερες εικόνες για το στήσιμο των μαγαζιών στις σελίδες μου. Για έναν άνθρωπο που δεν έχει πάει ποτέ σε σκυλάδικο, ήταν τεράστια βοήθεια. Επίσης και η σειρά Μαύρα Μεσάνυχτα είχε μεγάλη επιρροή. Και φυσικά, με συντρόφευε συνεχώς το τραγούδι του Κραουνάκη Αυτή η νύχτα μένει σε όλες τις εκτελέσεις που υπάρχουν στο διαδίκτυο, ακούγοντάς το ξανά και ξανά, όσο σχεδίαζα. Αριστερά: Δημήτρης Κερασίδης | Δεξιά: Δημήτρης Κρις-Αγκαράι Ποιο ρόλο παίζουν τα ναρκωτικά, η βία και η αστυνομία στο έργο σας; Πιστεύετε ότι η αναφορά σε αυτά τα θέματα προσδίδει μια ρεαλιστική διάσταση στην κοινωνία της εποχής, ή πρόκειται για υπερβολή και φαντασία; Δημ. Κερασίδης: Η κοινωνική διάσταση της εποχής του ‘80 με τη σημερινή ως προς τη διαπλοκή των αρχών καταστολής με τους επιχειρηματίες παραμένει η ίδια. Οι χώροι οι οποίοι δραστηριοποιούνται τη νύχτα προσφέρονται για παράνομα «αλισβερίσια», από όπου οι αρχές αντλούν τις πηγές τους. Υπερβολή και φαντασία θα ήταν αν κάποιος πίστευε το αντίθετο. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Νομίζω ότι είναι εντελώς ρεαλιστικό. Και όχι μόνο για τότε, αλλά και για σήμερα. Αν δεν έχει η νύχτα πλεκτάνες, ναρκωτικά, όπλα και βία, τι άλλο να έχει; Ποιες είναι οι προκλήσεις του να αποτυπώσετε μια τόσο δυναμική και γεμάτη εντάσεις κοινωνία μέσα από το graphic novel, και ποια στοιχεία της αφήγησης ή της εικονογράφησης σάς βοήθησαν να αποδώσετε αυτόν τον κόσμο; Δημ. Κερασίδης: Η βασική πρόκληση ήταν η αντίδραση των αστών, οι οποίοι αντιλαμβανόμενοι τη φθορά και την οποιασδήποτε μορφής ανεπάρκεια τους διακατέχει, προσπάθησαν να ανακτήσουν την αυτοεκτίμησή τους προσάπτοντας επιτιμητικούς προσδιορισμούς σε έναν ιδιαίτερο τρόπο ψυχαγωγίας. Λέγανε πως χρειαζόταν τόλμη για να μπεις σε σκυλάδικο, εγώ πιστεύω πως χρειαζόταν “τρύπια” τσέπη για να σταθείς στο μαγαζί, που στο κάτω-κάτω δεν ήταν χώρος για «μεγαροθρεμένους». Τα ουσιαστικά στοιχεία της αφήγησης προέρχονται από την επικοινωνιακή διάλεκτο του σιναφιού, ενώ το νουάρ δηλώνεται με τη χρήση του ασπρόμαυρου σχεδίου. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Όπως είπα και πριν, εστίασα περισσότερο στις μούρες – έντονες, φάτσες, εκφραστικές. Πέρα από αυτό, νομίζω πως ένας από τους λόγους που επιλέχθηκα σαν καλλιτέχνης είναι επειδή δε μου αρέσει να βάζω χρώμα, και το ασπρόμαυρο ταιριάζει άψογα στο Σκυλονουάρ. Έντονα μελάνια, δυνατές γραμμές και γκρίζες αποχρώσεις που δίνουν την ψευδαίσθηση του βάθους. Μεγάλη πρόκληση για μένα ήταν οι σκηνές με βία – καρέκλες να πετιούνται, μπουκάλια να σπάνε – αλλά και οι ολοσέλιδες συνθέσεις. Θεωρώ πως τελικά τα καταφέραμε καλά. INFO Οι εκδόσεις Μικρός Ήρως σας προσκαλούν την Τετάρτη 29 Οκτωβρίου, στο βιβλιοπωλείο Κομπραί για τη μεγάλη παρουσίαση του graphic novel Σκυλονουάρ των Δημήτρη Κερασίδη και Δημήτρη Κρις-Αγκαράι. Ο Δημήτρης Κρις-Αγκαράι θα μας μιλήσει για το έργο του, ενώ θα τον συνοδέψουν και ο μουσικός και δημοσιογράφος Θοδωρής Μανίκας, αλλά και ο δημοσιογράφος Δημήτρης Μανιάτης. Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 29 Οκτωβρίου και ώρα 19:00, στο βιβλιοπωλείο Κομπραί (Διδότου 34, Αθήνα). Ομιλητές: Δημήτρης Κρις-Αγκαράι (δημιουργός κόμικς), Δημήτρης Μανιάτης (δημοσιογράφος), Θοδωρής Μανίκας (μουσικός, δημοσιογράφος) Ημερομηνία: Τετάρτη 29 Οκτωβρίου, ώρα 19:00 Τοποθεσία: Βιβλιοπωλείο Κομπραί, Διδότου 34, Αθήνα Είσοδος Ελεύθερη Και το σχετικό link...
  25. Εννέα δημιουργοί εικονογραφούν το αγαπημένο τους τραγούδι κι εμείς τους ρωτάμε πότε το άκουσαν για πρώτη φορά και τι σημαίνει γι’ αυτούς. Τα «Μουσικά Καρέ» είναι κάτι παραπάνω από ένα μουσικό κόμικ. Μέσα στις σελίδες τους οι Οasis συναντούν το ρεμπέτικο τραγούδι, οι Jets τα Υπόγεια Ρεύματα και άλλους πολλούς. Εννέα δημιουργοί εικονογραφούν το αγαπημένο τους τραγούδι κι εμείς τους ρωτάμε πότε το άκουσαν για πρώτη φορά και τι σημαίνει γι’ αυτούς. Το εξώφυλλο έχει φιλοτεχνηθεί από τον Νικόλαο Κούτση, ενώ τις εννέα ιστορίες έχουν σχεδιάσει οι Θανάσης Καραμπάλιος, Αρινέλα Κοτσίκο, Περικλής Κουλιφέτης, Νικόλας Κούρτης, Σταύρος Κιουτσιούκης, Αγγελική Σαλαμαλική, Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, Νικόλας Στεφαδούρος και Κώστας Φραγκιαδάκης. Το editorial έχει γράψει ο Θοδωρής Μανίκας. Τέλος, ο γνωστός τραγουδοποιός Νίκος Πορτοκάλογλου παραχώρησε συνέντευξη στον Λεωκράτη Ανεμοδουρά και τον Γαβριήλ Τομπαλίδη. ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΤΣΙΟΥΚΗΣ Are you gonna be my girl (Jets) Καθότι μεγάλο παιδί, το άκουσα ως 25χρονος νέος σε κάποιο μπαρ. Ήταν και δύσκολο να το αποφύγεις, αφού έπαιζε σχεδόν παντού. Παραδόξως, με συγκινεί πάντα, χωρίς να υπάρχει κάποιος προσωπικός λόγος. Είναι η έντασή του και αυτή η διαρκής, εναγώνια ερώτηση καθενός μας. Θα γίνεις το κορίτσι μου; Οπωσδήποτε θα κινιόμουν κάπου ανάμεσα σε πανκ και γρήγορο ροκ. Προτίμησα το συγκεκριμένο, επηρεασμένος και από την αναγνωρισιμότητά του. Το μόνο σίγουρο είναι πως κάθε φορά που το ακούω δεν μπορώ παρά να ακολουθώ την έντασή του. Το κόμικ μου είναι μια τυπική αφήγηση «boy meets girl», που διαδραματίζεται στο live μιας τοπικής φανταστικής μπάντας υπό τους ήχους του συγκεκριμένου τραγουδιού. Ουσιαστικά, οι στίχοι θέτουν το ερώτημα που δεν προφταίνει να θέσει ο ήρωας της ιστορίας. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ «Σαν έρημα καράβια» (Υπόγεια Ρεύματα) Είναι ένα τραγούδι που το έχω συνδυάσει με την εφηβεία μου, με τις πρώτες συναυλίες και τις βραδιές που ακούγαμε ελληνικό ροκ στο ράδιο με την παρέα μου, εκεί προς το τέλος της δεκαετίας του ’90. Ακούγοντάς το και πάλι σήμερα μοιάζει να γυρνάω στο τότε, σε εποχές πιο αθώες και ανέμελες, που γράφαμε κασέτες και διαβάζαμε ό,τι κόμικ κυκλοφορούσε. Διάλεξα να το εικονογραφήσω γιατί έχει αυτό το ταξιδιάρικο στοιχείο που μου αρέσει, παίζει με τα συναισθήματα και τη μουσική. Ένιωσα ότι ταιριάζει στο ύφος των κόμικ που κάνω και ελπίζω να το νιώσει και ο αναγνώστης αυτό. Προσπάθησα να υπάρχει το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού στα σχέδια, όπως υπάρχει και στη μουσική. Να φτιάξω μια μικρή ιστορία για τις παλιές αναμνήσεις, για τα καινούργια όνειρα, γι’ αυτά που περιμένουν. Για έρημα καράβια που πλέουν στη θάλασσα ή στη φαντασία, ή ίσως στις σελίδες ενός κόμικ. ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΤΕΦΑΔΟΥΡΟΣ Wonderwall (Oasis) Παρότι το τραγούδι βγήκε το 1995, αν δεν κάνω λάθος, εγώ το άκουσα πρώτη φορά το 1999. Ήμουν φοιτητής, δεκαεννιά χρονών, και το άκουσα σε ένα μπαράκι όπου είχαμε πάει με παρέα συμφοιτητών. Είχα μεγάλο κόλλημα με μια κοπέλα από τη σχολή και προσπαθούσα να βρω τρόπο να της μιλήσω. Spoiler alert: δεν το έκανα ποτέ. Αλλά μου έμεινε το τραγούδι και το αγαπώ από τότε. Για μένα σημαίνει αγάπη, και μάλιστα λυτρωτική. Το άτομο αυτό που μπαίνει στη ζωή σου για να σε τραβήξει από τον βούρκο, είτε αυτό είναι σύντροφος, φίλος, συγγενής ή, γιατί όχι, μια γάτα. Νομίζω ότι ο Noel Gallagher είχε αναφέρει σε συνέντευξή του, όταν τον ρώτησαν σχετικά, πως εσφαλμένα πιστεύει ο κόσμος ότι μιλάει για τη γυναίκα του. Εκείνος μιλούσε για κάποιον/-α φίλο/-η που μπορεί να έρθει κάποια στιγμή και να σε σώσει από τον εαυτό σου. Όταν αποφάσισα να κάνω κόμικ το Wonderwall, σκέφτηκα να τιμήσω αυτό που είχε πει ο Noel και είπα να απομακρυνθώ από τα τετριμμένα του έρωτα. Σκέφτηκα έναν άνθρωπο σε άσχημη κατάσταση, να βιώνει την απώλεια και τη μοναξιά και τελικά να βρίσκει διέξοδο, υιοθετώντας ένα πλασματάκι, μια γάτα. Πράγμα που λειτουργεί αμφίδρομα, αν το καλοσκεφτείς, αφού κι εκείνος σώζει το γατάκι, δίνοντάς του ένα σπίτι. ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΟΥΡΤΗΣ I am the fire (Halestorm) Πάνε τρία-τέσσερα χρόνια από τότε που το πρωτοάκουσα, στο γραφείο μου, ενώ το YouTube έτρεχε στον αυτόματο. Δεν υπάρχει καμία ρομαντική ή λυρική ιστορία από πίσω. Γενικά, δεν συνδέω τη μουσική με προσωπικές στιγμές. Απολαμβάνω το παιχνίδι των ήχων με τον χρόνο και αν υπάρχουν καλογραμμένοι στίχοι, θα εκτιμήσω το τραγούδι διπλά.Το τραγούδι έχει δυναμισμό, θεατρικότητα, δράμα. Και η λέξη «φωτιά» είναι από μόνη της μια δυνατή εικόνα. Οι στίχοι, κατά τη γνώμη μου, μιλούν για προσωπική ανάταση. Την οποία, με δεδομένα τον δυναμισμό της μουσικής και τη φωτιά, προσπάθησα να αποδώσω εκρηκτικά. ΚΩΣΤΑΣ ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗΣ Camouflage (Stan Ridgway) Πρέπει να ήμουν περίπου δεκαπέντε-δεκαέξι χρονών όταν το άκουσα. Ήταν από τα πρώτα τραγούδια στα αγγλικά που έψαξα μανιωδώς να μάθω τι ακριβώς έλεγαν οι στίχοι του και από τα πρώτα που άκουγα και έλεγε μια ολοκληρωμένη ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος. Θυμάμαι ξεκάθαρα ότι όσες φορές κι αν το έπαιξα, στο μυαλό μου έφτιαχνα τις αντίστοιχες εικόνες. Δεν ήταν εύκολη υπόθεση να το διαλέξω. Έχω, τουλάχιστον, άλλα πέντε-έξι ιδιαιτέρως αγαπημένα που θέλω να «οπτικοποιήσω» με τον δικό μου τρόπο. Για όλα αυτά, την πρώτη φορά που τα άκουσα, στο μυαλό μου σχηματίστηκε μια εικονογραφημένη ιστορία. Κάθε φορά που ακούω ένα τραγούδι του οποίου οι στίχοι περιγράφουν μια ιστορία, αμέσως δημιουργώ νοερά τις αντίστοιχες εικόνες. ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΑΛΑΜΑΛΙΚΗ Τράβα, ρε μάγκα και αλάνι (Ρόζα Εσκενάζυ) Το συγκεκριμένο τραγούδι το άκουσα σε μεγαλύτερη ηλικία, όταν είχα μια ιδέα για ένα κόμικ (που δεν έγινε ποτέ!), το οποίο θα διαδραματιζόταν στην Αθήνα του 1920-30 και στο οποίο ήθελα να συμπεριλάβω τα απαγορευμένα ρεμπέτικα της εποχής. Δεν θα έλεγα ότι σημαίνει κάτι ιδιαίτερο, αλλά μπορώ να πω ότι με έκανε να αποκτήσω μια εκτίμηση για τη ρεμπέτικη μουσική, κυρίως την απαγορευμένη, καθώς μετά από αυτό κατέληξα να ακούσω και πολλά άλλα της εποχής. Το τραγούδι αναφέρεται σε μια απατημένη γυναίκα. Δεν διευκρινίζει αν είναι η σύζυγος ή όχι, αλλά ήθελα να δώσω έναν τόνο πιο δραματικό στην οπτικοποίησή του. Γι’ αυτό και η κατάληξη είναι ο φόνος. Επίσης, στυλιστικά ήθελα να μοιάζει με παλιά ελληνική ταινία, γι’ αυτό επέλεξα να μην έχει χρώμα (πέρα από το κόκκινο, που στην ουσία προοικονομεί ότι η ιστορία θα καταλήξει με αίμα!). ΑΡΙΝΕΛΑ ΚΟΤΣΙΚΟ Don’t stop me now (Queen) Η αλήθεια είναι πως δεν θυμάμαι ακριβώς σε ποια ηλικία άκουσα για πρώτη φορά το «Don’t stop me know», αλλά σίγουρα θυμάμαι να είμαι περίπου δεκαεφτά χρονών, Β’ Λυκείου, και να παίζει συνέχεια για μια περίοδο από το παλιό walkman κινητό μου, μαζί με αλλά τραγούδια των Queen, όπως το «I want to break free» και το «Radio Ga Ga». Για μένα προσωπικά, σημαίνει απελευθέρωση και αποφασιστικότητα, πως η ευτυχία είναι επιλογή και το κλειδί είναι ο τρόπος που θα αποφασίσουμε να αντιμετωπίσουμε κάποιες καταστάσεις. Όταν μου ζητήθηκε να εικονογραφήσω ένα τραγούδι της επιλογής μου, ήταν από τα πρώτα που μου πέρασαν από το μυαλό. Γενικότερα, η αγάπη μου για τους Queen και τα τραγούδια τους είναι δεδομένη, όμως πέραν αυτού, το «Don’t stop me know» έχει μια έντονη διάθεση και αισθητική που με βοήθησε στον σχεδιασμό και έκανε την επιλογή του συγκεκριμένου κομματιού ευκολότερη. Μόλις αποφάσισα να σχεδιάσω αυτό το κομμάτι, προσπάθησα να βρω πώς μπορώ να αποδώσω την αισθητική των Queen σε εικόνες. Τότε διάβασα την ιστορία της λαίδης Γκοντάιβα, που περιέχει αυτό το κομμάτι, και αυτό με καθοδήγησε ώστε να βρω τη δική μου ιστορία. Ήθελα να μπορεί να σταθεί επάξια απέναντι στους στίχους και στον δυναμισμό του κομματιού, να μεταδώσει στον αναγνώστη το συναίσθημα που μου βγάζει εμένα, πως τίποτα δεν είναι αξεπέραστο, με δύναμη και αποφασιστικότητα μπορεί κάποιος να υπερβεί τα πάντα. Έμπνευση για την ιστορία μου πήρα από την αναφορά που κάνει το τραγούδι στη λαίδη Γκοντάιβα. Σύμφωνα με την ιστορία, η λαίδη Γκοντάιβα είχε ζητήσει από τον σύζυγό της Λεοφρίκ, κόμη της Μερκίας, να μειώσει τη φορολογία των πολίτων του Κόβεντριου. Εκείνος δέχτηκε, αλλά με τον όρο να βγει η ίδια γυμνή πάνω στο άλογο και να περιφερθεί στην πόλη, πράγμα που έκανε. Αναφορές δείχνουν πως είχε συμφωνήσει με τους πολίτες να κλειστούν στα σπίτια τους για να μην τη δει κανείς. Η ηρωίδα μου λοιπόν, είναι μια σύγχρονη λαίδη Γκοντάιβα, παγιδευμένη σε έναν άλλον κόσμο, και αναζητά τη λύτρωση. ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΟΥΛΙΦΕΤΗΣ Δημοσθένους Λέξις (Διονύσης Σαββόπουλος) Ήμουν δεκαεφτά χρόνων και διάβαζα για τις Πανελλήνιες. Όταν έλυνα ασκήσεις, άκουγα παράλληλα μουσική – εκείνη την περίοδο εξερευνούσα παλιούς ελληνικούς δίσκους. Έτσι, βρέθηκα στο «Βρώμικο Ψωμί» του Διονύση Σαββόπουλου και στο «Δημοσθένους Λέξις». Σημαίνει «πάλη για ελευθερία», πέρα από το context της χούντας, του Πολυτεχνείου και της Ελλάδας. Μια πάλη που, σύμφωνα με το τραγούδι, δείχνει να είναι μοναχική, αγχώδης, τρομακτική και εκ πρώτης όψεως χαμένη, μα που εν τέλει μπορεί να κερδηθεί. Ήθελα εξαρχής ένα τραγούδι με ελληνικό στίχο, πλούσιο σε μεταφορές και εικόνες. Λόγω συναισθηματικού δεσίματος, αναμνήσεων αλλά και πρόκλησης των ικανοτήτων μου κατέληξα στο συγκεκριμένο. Ανήκε στα τραγούδια που τότε, στα δεκαεφτά μου, με ταξίδευαν, με έκαναν να δημιουργώ εικόνες στο μυαλό και στο χαρτί και δεν με άφηναν να διαβάσω! Έμπνευση μου έδωσε κυρίως ο μαγικός συνδυασμός των μεταφορικών του στίχων με τη μελαγχολική, ροκ μουσική του – γιατί και η μουσική παίζει μεγάλο ρόλο στο τραγούδι και προσπάθησα να αποτυπώσω στο έργο μου την ατμόσφαιρα που δημιουργεί. Για να εικονογραφήσω ένα τέτοιο κόμικ (με αναφορές τόσο στην περίοδο της χούντας όσο και της κλασικής αρχαιότητας), έπρεπε να κάνω μια κάποια έρευνα ώστε να αποτυπώσω με αληθοφάνεια και τον φρουρό στην πύλη της φυλακής της χούντας αλλά και τα ερείπια της γκρεμισμένης αρχαίας πόλης της Ολύνθου (εκεί βασίστηκα κυρίως, στον πλούσιο αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Κορίνθου και όχι στης ίδιας της αρχαίας Ολύνθου). Δεν βασίστηκα σε κάποια συγκεκριμένα κόμικ αλλά σε πολλά και ετερόκλητα, που αφηρημένα και υποσυνείδητα χρησιμοποίησα για να φτιάξω το δικό μου. ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΡΑΜΠΑΛΙΟΣ Μαύρος Γάτος (Βασίλης Παπακωνσταντίνου) Το άκουσα όταν ήμουν στο γυμνάσιο. Εκείνη την εποχή ακούγαμε πολύ ραδιόφωνο και το άκουσα σε έναν τοπικό σταθμό της Ελασσόνας. Είναι ένα τραγούδι που μου άρεσε γιατί δείχνει την υποκρισία της ελληνικής κοινωνίας: ο εθνικός κορμός τα βάζει με έναν γάτο, που το μόνο που ζητάει είναι ο ελευθεριακός έρωτας. Δεν κάνει κάτι κακό κι όμως φοβούνται τον τρόπο που θα αλλάξει την κοινωνία ο έρωτας. Είναι ένα από τα αγαπημένα νανουρίσματα του γιου μου. Επειδή μιλάμε για ζωομορφία, βασίστηκα πολύ στο «Blacksad» και στην εικονογράφηση του Guarnido. ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΤΣΗΣ Εξώφυλλο Το αγαπημένο μου κομμάτι είναι το «I will survive»! Είμαστε μια γενιά ανθρώπων που δεν έχει ζήσει μεγάλες καταστροφές, πολέμους ή δεινά σαν εκείνα που έχει επιβάλει η ανθρωπότητα στον εαυτό της στο παρελθόν! Είμαστε πολύ τυχεροί τόσο ως προς την εποχή όσο και ως προς τον τόπο όπου ζούμε, ένα σταυροδρόμι διαχρονικών συμφερόντων που είναι ταυτόχρονα ευχή και κατάρα για εμάς. Πιστεύω πως οι συνθήκες που βιώνουμε δεν είναι παρά μια ταλαιπωρία με το γάντι, και ελπίζω να μείνει εκεί! Ελπίζω τα «αντισώματα» που έχει αναπτύξει το ανθρώπινο γένος κατά τη διάρκεια της ιστορίας του να το έχουν εξοπλίσει αρκετά, ώστε να αποφύγει το ενδεχόμενο ενός οργουελικού μέλλοντος, το οποίο, φοβάμαι, είναι προ των πυλών! Τα «Μουσικά Καρέ» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.