Search the Community
Showing results for tags 'εκδόσεις ίκαρος'.
-
Το μνημειώδες κόμικς «Ιερουσαλήμ» των Lemire και Gaultier αφηγείται τέσσερις χιλιετίες πίστης, συγκρούσεων και συνύπαρξης μέσα από το βλέμμα ενός αιωνόβιου ελαιόδεντρου. Αν σε ξεχάσω, Ιερουσαλήμ, να παραλύσει το δεξί μου χέρι» γράφει ο ψαλμωδός τον 6ο αιώνα π.Χ. κατά τη διάρκεια της Βαβυλώνιας Αιχμαλωσίας των Εβραίων (Ψαλμ. 137 [136]:5). «Ιερουσαλήμ Ιερουσαλήμ, που σκοτώνεις τους προφήτες και λιθοβολείς αυτούς που σου στέλνει ο Θεός [και γι’ αυτόν τον λόγο] θα ερημωθείς!» καταγράφουν εξακόσια χρόνια αργότερα τα χριστιανικά ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά ότι είπε ο Ιησούς, αποδίδοντάς του την πρόβλεψη για την καταστροφή της πόλης (70 μ.Χ.), με έναν θρήνο που παραπέμπει στον προφήτη Ιερεμία. «Είναι μια πόλη μεγαλοπρεπής, ιερή και ένδοξη… Φαίνεται σαν να έχει αναδυθεί από τον ίδιο τον Παράδεισο» γράφει στο χρονικό του το 1326 ο μουσουλμάνος περιηγητής Ιμπν Μπατούτα. Αναφορές στην Ιερουσαλήμ έχουν κάνει τιτάνες του πνεύματος όπως ο Δάντης Αλιγκιέρι, ο Τ. Σ. Έλιοτ, ο Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, ο Γουίλιαμ Μπλέικ, o Νίκος Καζαντζάκης και ο Γεχούντα Αμιχάι, ενώ έχει εμπνεύσει κινηματογραφικά έργα όπως το «Kingdom of Heaven» του Ρίντλεϊ Σκοτ και τραγούδια όπως των Alpha Blondy, του Matisyahu και του Bruce Dickinson. «Ρουσαλίμουμ» είναι η πιο αρχαία γραπτή αναφορά της σε αιγυπτιακό ειδώλιο του 1800 π.Χ. Γερουσαλάιμ ονομάζεται στα εβραϊκά, Αλ Κουντς (=Ιερή Πόλη) στα αραβικά, Ιεροσόλυμα σε μια πιο εξελληνισμένη παρετυμολογία. Πόλη ιερή για τις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, τον ιουδαϊσμό, τον χριστιανισμό και το ισλάμ, αλλά και πόλη που αποτελεί, μαζί με την Αθήνα και τη Ρώμη, έναν βασικό πυλώνα του δυτικού πολιτισμικού οικοδομήματος, η παγκόσμια επέκταση του οποίου κατέστησε την Ιερουσαλήμ σημείο αναφοράς για δισεκατομμύρια ανθρώπους στον πλανήτη. Για να σταματήσουμε όμως εδώ τους… λογιοτατισμούς, απλώς να επισημάνουμε ότι η αφορμή για την ενασχόλησή μας με την πιο διαφιλονικούμενη και πιο αιματοβαμμένη πόλη του κόσμου είναι το μνημειώδες κόμικς «Ιερουσαλήμ – Η ιστορία μιας πόλης», που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίκαρος. Ο ιστορικός Vincent Lemire και ο σχεδιαστής Christophe Gaultier επιχείρησαν να μετατρέψουν μια πόλη σε πρωταγωνίστρια ενός συλλογικού έπους. Είναι μια φιλόδοξη απόπειρα να αφηγηθεί κανείς 4.000 χρόνια ανθρώπινης ιστορίας, θρησκευτικής μνήμης και πολιτικών συγκρούσεων μέσα από τη γλώσσα της 9ης τέχνης. Το ευφυές εύρημα είναι ότι αυτή την ιστορία μάς την αφηγείται ένα αιωνόβιο ελαιόδεντρο στην κορυφή του Όρους των Ελαιών, το οποίο λειτουργεί ως σιωπηρός μάρτυρας αναρίθμητων γεγονότων. Μέσα από την «οπτική» της ελιάς (σύμβολο ανθεκτικότητας και ειρήνης) διαπερνάμε 40 αιώνες μεταβολών, αναστατώσεων, συνύπαρξης και συγκρούσεων. Είναι η ιστορία μιας πόλης σε διαρκή μεταμόρφωση, μιας πόλης (και μιας ευρύτερης περιοχής) που έχει προσφέρει στην ανθρωπότητα μερικές από τις σημαντικότερες πνευματικές παρακαταθήκες, αλλά ταυτόχρονα και ορισμένες από τις πιο επικίνδυνες έριδες που ενίοτε απειλούν να μπουρλοτιάσουν την παγκόσμια ειρήνη. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του κόμικς είναι η ιστοριογραφική του σοβαρότητα. Άλλωστε ο Lemire είναι Επίκουρος καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Paris-Est Marne-la-Valle, ειδικευμένος στην ιστορία της Ιερουσαλήμ και της Μέσης Ανατολής. Η επιστημονική του εγκυρότητα υπήρξε εγγύηση για τη μη διολίσθηση του κειμένου του σε κάθε είδους μονομέρειες. Η δε αφήγηση στηρίχθηκε σε εκατοντάδες πηγές και αρχειακά τεκμήρια, όπως τεκμηριώνεται από την πλούσια βιβλιογραφία και τις συνεχείς παραπομπές των διαλόγων σε πραγματικές μαρτυρίες και κείμενα περιηγητών, προσκυνητών και χρονικογράφων. Παρά την ακαδημαϊκή του βαρύτητα, η οποία αντανακλάται και στο υλικό του βάρος, το 250 σελίδων βιβλίο δεν στερείται (μετρημένου) χιούμορ καθιστώντας την ανάγνωση απολαυστική τόσο για το εξειδικευμένο όσο και για το ανειδίκευτο κοινό. Τα αφαιρετικά καρτουνίστικα σχέδια του έμπειρου animator Gaultier αποφεύγουν τη μεγαλοπρέπεια και τον ηρωισμό των μορφών, αλλά και την οριενταλιστική παρουσίαση της Ιερουσαλήμ σαν πόλης άχρονης και μυθικής. Απεναντίας, οι μορφές είναι γήινες, όπως ακριβώς και η χρωματική παλέτα της Marie-Odile Galopin που αποδίδει άψογα τις ζεστές αποχρώσεις του μεσογειακού παλαιστινιακού τοπίου. Παράλληλα η εικονογραφική ροή μάς βοηθά να κατανοήσουμε θεμελιώδεις ιδέες που συγκροτούν τις τρεις λεγόμενες «αβρααμικές» θρησκείες, αλλά και τις εξωφρενικές τους παραδοξότητες – αδιάφορες για έναν θρησκευτικά αναλφάβητο μέσο δυτικό αναγνώστη μα απολύτως αναγκαίες για την κατανόηση των επιπτώσεών τους στις σύγχρονες γεωπολιτικές εξελίξεις. Έτσι το κόμικς «Ιερουσαλήμ», τοποθετημένο στο πλαίσιο της σύγχρονης ιστοριογραφίας, η οποία αντιλαμβάνεται τις πόλεις ως χώρους συνάντησης και σύγκρουσης πολλών ταυτοτήτων, παρουσιάζει την «ιερή πόλη» ως ένα παλίμψηστο ιστοριών και όχι ως μονοδιάστατο σύμβολο. Αποφεύγει, δηλαδή, την ιδέα μιας αποκλειστικά εβραϊκής, χριστιανικής ή μουσουλμανικής πόλης, αναδεικνύοντας τη διαδοχή των κατακτητών, των αυτοκρατοριών και των πολιτισμών, συχνά και των συγκερασμών μεταξύ τους. Η οπτική του κόμικς είναι ανθρωποκεντρική και κοσμοπολίτικη, επιδιώκοντας να δείξει ότι καμία κοινότητα δεν έχει το μονοπώλιο του πόνου ή της Ιστορίας. Και παρότι δεν αγνοείται η φρικώδης πραγματικότητα που διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες – κλιμακούμενη επί τα χείρω μετά την 7/10/2023 –, οι δημιουργοί του διατυπώνουν την ελπίδα για ένα μέλλον συνύπαρξης: ένα μέλλον όπου η Ιερουσαλήμ των εθνοθρησκευτικών συγκρούσεων και των εσχατολογικών φαντασιώσεων θα έχει αντικατασταθεί από «μια πρωτεύουσα για δύο συνομοσπονδιακά κράτη, μια πόλη μοιρασμένη αλλά όχι διαιρεμένη». Προφανώς η επιλογή αυτή προκαλεί αντιδράσεις λόγω της αναπόφευκτης πολιτικής φόρτισης της εποχής. Ενώνοντας όμως τη φωνή του με άλλους σύγχρονους στοχαστές, ο Lemire διατείνεται ότι η μελλοντική συνύπαρξη των δύο κοινοτήτων παραμένει η μόνη βιώσιμη λύση. Μόνο τότε η Ιερουσαλήμ θα μπορούσε να γίνει αποκλειστικά πόλη ευλογίας και όχι κατάρας. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- εκδόσεις ίκαρος
- christophe gaultier
- (and 6 more)
-
Αυτό που επιχειρούν ο Βενσάν Λεμίρ και ο Κριστόφ Γκωτιέ βρίσκεται στα όρια μιας αφηγηματικής πρόκλησης, που μοιάζει εκ των προτέρων αδύνατη. Σαράντα αιώνες ιστορίας, συμπυκνωμένοι σε 256 σελίδες, σε μια μορφή που παραδοσιακά συνδέεται με τη συντομία, την ένταση, την εικόνα. Ωστόσο η αφήγηση στο «Ιερουσαλήμ – Ιστορία μιας πόλης» δεν δίνει ποτέ την αίσθηση της βιασύνης. Αντιθέτως, κινείται με μια παράξενη, σχεδόν επίμονη ηρεμία, σαν να γνωρίζει ότι ο χρόνος που αφηγείται μετασχηματίζεται αέναα. Το πρώτο που εντυπωσιάζει είναι η επιλογή της οπτικής. Στην εξιστόρηση της πόλης, ο τόπος προηγείται των ανθρώπων που την κατοικούν, η ιστορία παρακάμπτει τις μεγάλες μορφές και τη γραμμική αφήγηση της εξουσίας. Η Ιερουσαλήμ εμφανίζεται σαν ένας τόπος που δέχεται αλλεπάλληλες εγγραφές από κατακτήσεις, θρησκείες, ελπίδες, καταστροφές. Κάθε εποχή αφήνει πάνω της ένα αποτύπωμα, που καλύπτεται από το επόμενο. Το αποτέλεσμα είναι μια αφήγηση πολυσύνθετη, αλλά όχι επιφανειακή. Η επιλογή της ελιάς ως αφηγηματικού άξονα, μιας παρουσίας που διατρέχει τον χρόνο, λειτουργεί με όλη τη συμβολική βαρύτητα των περιοχών της Μεσογείου και κατευναστικά σαν ένας αποδεκτός απ’ όλους συμβολισμός, δίχως ερμηνευτική κυριαρχία. Στέκεται εκεί, αμετακίνητη, και παρακολουθεί τους αιώνες να περνούν και να παρέρχονται. Αυτή η σιωπηλή συνέχεια δίνει στο έργο μια αίσθηση βάθους που υπερβαίνει τον όγκο των πληροφοριών, μέσα από τη συνείδηση της διάρκειας. Το δεύτερο μεγάλο επίτευγμα είναι η αφηγηματική νηφαλιότητα. Σε έναν τόπο όπως η Ιερουσαλήμ, όπου η Ιστορία φορτίζεται σχεδόν αυτόματα με πάθος, ιδεολογία και τραύματα, η αφήγηση επιλέγει έναν τόνο συγκρατημένο. Η βία εμφανίζεται καθαρά και με ακρίβεια, σαν μέρος της ιστορικής πραγματικότητας. Η αφήγηση τη διαχειρίζεται με μέτρο, χωρίς έμφαση ή δραματοποίηση. Από αυτή τη στάση προκύπτει η δύναμή της. Εδώ φαίνεται καθαρά η αξία της τεκμηρίωσης. Οι σκηνές και οι διάλογοι στηρίζονται σε εκατοντάδες πηγές, κάτι που κρατά την αφήγηση υπό έλεγχο και της δίνει αξιοπιστία. Έτσι, το graphic novel διατηρεί την αφηγηματική του συνοχή και τη δύναμη της εικόνας, πατώντας σε μια σταθερή ιστορική βάση που κρατά το μέτρο. Κι όμως, αυτό που ξεπερνά την τέχνη της συμπύκνωσης και την επάρκεια της τεκμηρίωσης είναι η ισορροπία. Μια ισορροπία που επιτυγχάνεται σε μια πόλη που ανήκει ταυτόχρονα σε πολλά αφηγήματα. Τα δέκα κεφάλαια λειτουργούν ως διακριτές ενότητες. Κάθε περίοδος συνομιλεί με την προηγούμενη και προετοιμάζει την επόμενη. Κι αυτό, γιατί οι δημιουργοί αποφεύγουν στρατηγικά να παρουσιάσουν την ιστορία της πόλης μέσα από μια αλληλοδιαδοχή διαφορετικών κόσμων, επιλέγοντας συνειδητά να τη διηγηθούν ως μια συνεχή μεταμόρφωση του ίδιου χώρου. Έτσι, η αφήγηση αποκτά μιαν εσωτερική ενότητα που προκύπτει οργανικά. Το σχέδιο του Γκωτιέ κινείται στην ίδια κατεύθυνση. Αποφεύγει τον εντυπωσιασμό και τον πειρασμό να «γεμίσει» το ιστορικό βάρος με οπτική υπερβολή. Αντιθέτως, κρατά μια λιτή γραμμή, που επιτρέπει στον αναγνώστη να σταθεί. Η εικόνα συνοδεύει το κείμενο, το ενισχύει, το κάνει ορατό χωρίς να το υπερκαλύπτει. Και κάπου εδώ ανατρέπεται και η αρχική επιφύλαξη: Μπορεί κανείς να μάθει την ιστορία μιας τόσο σύνθετης πόλης μέσα από ένα graphic novel; Το έργο κινείται σε διαφορετικό επίπεδο από μιαν ιστορική μελέτη. Η ακαδημαϊκή γραφή αναπτύσσει επιχειρήματα, συσσωρεύει λεπτομέρειες, ανοίγει αντιπαραθέσεις και ερμηνείες. Εδώ το βάρος μεταφέρεται αλλού. Το graphic novel οργανώνει το υλικό σε μορφή. Συγκρατεί τα ιστορικά στοιχεία και τα εντάσσει σε μια συνεχή αφήγηση. Η διαδοχή των εποχών αποκτά ενότητα. Ο χρόνος παύει να εμφανίζεται ως σύνολο αποσπασματικών πληροφοριών και παρουσιάζεται ως διάρκεια με κατεύθυνση. Έτσι προκύπτει μια διαφορετική γνώση. Ο αναγνώστης αποκτά εποπτεία του συνόλου, αντιλαμβάνεται τη συνέχεια των μετασχηματισμών και αισθάνεται το ιστορικό βάρος που συσσωρεύεται πάνω στον ίδιο τόπο. Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία διασπάται και διαχέεται, αυτή η συνολική θέαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο αναγνώστης ξεφυλλίζει την ιστορία μιας πόλης με αδιάλειπτη παρουσία μέσα στον χρόνο. Ένας μικρός τόπος που παράγει υπερβολική ιστορία, που συγκεντρώνει εντάσεις δυσανάλογες με το μέγεθός του, που λειτουργεί ταυτόχρονα ως σύμβολο, ως πεδίο σύγκρουσης και ως χώρος καθημερινής ζωής. Τελικά, αυτό που μένει, εκτός από την εντύπωση της δεξιοτεχνίας, είναι η – σήμερα χαμένη – αίσθηση του μέτρου. Πρόκειται για μιαν αφήγηση που γνωρίζει τα όριά της και για τον λόγο αυτό καταφέρνει να κινηθεί μέσα σε αυτά με ακρίβεια. Η Ιερουσαλήμ του Λεμίρ και του Γκωτιέ μάς ζητά να ιδωθεί μέσα στον δικό της χρόνο. Και αυτό, για ένα έργο που επιχειρεί να χωρέσει σαράντα αιώνες σε λίγες δεκάδες σελίδες, αποτελεί ίσως το πιο δύσκολο και το πιο ουσιαστικό επίτευγμα. Vincent Lemire – Gaultier Christophe Ιερουσαλήμ – Η ιστορία μιας πόλης Μετάφραση: Μυρτώ Καλοφωλιά Εκδόσεις: Ίκαρος Σελ.: 256 Και το σχετικό link...
-
- 1
-
-
- christophe gaultier
- κριστόφ γκοτιέ
- (and 6 more)
-
Ένα καθηλωτικό graphic novel για την Ιερουσαλήμ παρουσιάζει 4.000 χρόνια Ιστορίας – τη γέννηση τριών μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών, τις διαδοχικές κατακτήσεις και μεταμορφώσεις της πόλης μέσα στους αιώνες, Σαράντα αιώνες παγκόσμιας ιστορίας ξεδιπλώνονται για πρώτη φορά σε ένα εξαιρετικό graphic novel που επιχειρεί να παρουσιάζει την Ιερουσαλήμ όχι ως σύμβολο ή ιδεολογικό πεδίο μάχης αλλά ως μια ζωντανή, μεταβαλλόμενη πόλη από πέτρα, σκόνη και μνήμη. Στο «Ιερουσαλήμ: Η ιστορία μιας πόλης», ο ιστορικός Βενσάν Λεμίρ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris-Est και διευθυντής του Γαλλικού Κέντρου Ερευνών της Ιερουσαλήμ, αξιοποιεί περισσότερες από 200 ιστορικές πηγές και αδημοσίευτα αρχεία, συγκροτώντας μια αυστηρά τεκμηριωμένη, αλλά ταυτόχρονα αφηγηματικά ζωντανή ιστορία. Μαζί με τον Κριστόφ Γκοτιέ, δημιουργό με μακρά εμπειρία στο animation και το graphic novel, μετατρέπουν έναν τεράστιο όγκο ιστορικών δεδομένων σε μια συνεκτική, πολυφωνική αφήγηση 256 σελίδων. Από ένα μικρό χωριό τέσσερις χιλιετίες πριν μέχρι τη σύγχρονη μητρόπολη, η αφήγηση παρακολουθεί τη γέννηση των τριών μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών, τις διαδοχικές κατακτήσεις και τις μεταμορφώσεις της πόλης μέσα στους αιώνες. Με έμφαση στην καθημερινότητα των αφανών κατοίκων και με μια οπτική που αποφεύγει τις μονομέρειες, το έργο φωτίζει την Ιερουσαλήμ ως έναν τόπο όπου η ιστορία δεν παύει ποτέ να ξαναγράφεται. Ο Βενσάν Λεμίρ – Υπήρχε κάποια ιδιαίτερη ή προσωπική σύνδεση με την Ιερουσαλήμ και, αν ναι, πώς επηρέασε την προσέγγισή σας; Βενσάν Λεμίρ: Αυτή η σύνδεση δεν είχε τίποτα το άμεσο ή το προφανές. Η Ιερουσαλήμ δεν ήρθε ως απάντηση σε ένα εσωτερικό κάλεσμα, ούτε μου ασκούσε κάποιου είδους γοητεία. Αρχικά την είδα ως ιστορικός. Μια μέρα, ο επιβλέπων της έρευνάς μου μού είπε κάτι που δεν ξέχασα ποτέ, ότι η Ιερουσαλήμ έχει πολλούς συγγραφείς απομνημονευμάτων, χρονικογράφους και ιδεολόγους, αλλά της λείπουν οι ιστορικοί. Σταδιακά, κατάλαβα τι εννοούσε. Η Ιερουσαλήμ είναι μια πόλη κορεσμένη όσον αφορά τις αφηγήσεις, τα σχόλια, κάθε μορφής οικειοποίηση, τον πόνο, τις ελπίδες, τις προφητείες και τις προβολές. Αλλά είναι επίσης μια πόλη με αρχεία ολόκληρα που ελάχιστα έχουν μελετηθεί και στρώματα του παρελθόντος που δεν έχουν αξιοποιηθεί, ακριβώς επειδή αντιστέκονται σε απλουστευτικές αφηγήσεις. Αυτή η ενασχόληση με τα αρχεία με έμαθε να δείχνω δυσπιστία στις προφανείς βεβαιότητες. Δεν ήθελα ούτε να ιεροποιήσω την Ιερουσαλήμ, ούτε να τη συρρικνώσω αποκλειστικά στη σύγχρονη σύγκρουση. Ήθελα να αποδώσω μια συγκεκριμένη πόλη, φτιαγμένη από πέτρα, σκόνη, ανάγλυφα, κλίμα και γειτνιάσεις, και ταυτόχρονα μια πόλη-κόσμο, δηλαδή έναν τόπο μικροσκοπικό ως προς την έκταση αλλά τεράστιο ως προς τις διάφορες ερμηνείες που έχει γεννήσει. Η Ιερουσαλήμ μπορεί να είναι μια αιώνια πόλη, αλλά σίγουρα δεν είναι αμετάβλητη. – Τι σας ενέπνευσε να αφηγηθείτε την ιστορία της μέσα από την οπτική ενός ελαιόδεντρου 4.000 ετών; Β.Λ.: Η επιλογή του αφηγητή υπήρξε αποτέλεσμα μιας πολύ μακράς διεργασίας, ήταν το ζήτημα που με απασχόλησε περισσότερο στην αρχή του πρότζεκτ, γιατί ο αφηγητής δεν είναι απλώς μια λογοτεχνική ευκολία: είναι μια οπτική γωνία, ένα καθεστώς αλήθειας, ένας τρόπος να κατοικείς τον χρόνο. Δοκίμασα διάφορες λύσεις, ακόμη και πολύ κακές. Σκέφτηκα τον ίδιο τον Θεό – άλλωστε, στην Ιερουσαλήμ, κατά κάποιον τρόπο, βρισκόμαστε «στο σπίτι του». Πολύ γρήγορα όμως κατάλαβα ότι ένας τέτοιος αφηγητής θα καταδίκαζε την αφήγηση είτε σε μια υπερβολικά αποστασιοποιημένη οπτική είτε, αντίθετα, σε μια ειρωνική οπτική, ενώ εγώ πιστεύω βαθιά στην αναγκαιότητα της κυριολεξίας. Σκέφτηκα επίσης έναν γάτο, επειδή οι γάτες βρίσκονται παντού στην πόλη. Έπειτα ένα πηγάδι, γιατί στη διατριβή μου είχα δουλέψει πάνω στο νερό και επειδή πρόκειται για ένα ζωτικό, υλικό και τελετουργικό ζήτημα. Καμία όμως από αυτές τις λύσεις δεν λειτουργούσε πραγματικά. Τελικά, επικράτησε το ελαιόδεντρο. Είναι ριζωμένο, διαρκεί, διασχίζει τον χρόνο. Βρίσκεται στην κορυφή του Όρους των Ελαιών, σε μια ιδανική θέση για παρατήρηση. Δεν είναι ούτε εβραϊκό, ούτε χριστιανικό, ούτε μουσουλμανικό, αλλά είναι παρόν και στις τρεις παραδόσεις. Δεν αποτελεί έμβλημα καμίας κοινότητας, όμως ανήκει σε όλες τις μεσογειακές μνήμες. Κυρίως, προσέφερε στην αφήγηση αυτό που της έλειπε: ένα σταθερό σημείο μέσα στη δίνη, μια ανάσα μέσα στο χάος των κατακτήσεων, των καταστροφών και των ανακατασκευών. Κάτω από τη σκιά ενός δέντρου συγκεντρωνόμαστε, ξεκουραζόμαστε, μιλάμε. Αυτό το ελαιόδεντρο επέτρεπε να συνυπάρξουν η μεγάλη και η μικρή ιστορία, οι ρωγμές του χρόνου και η συνέχεια των τόπων. – Πώς αποφασίσατε ποια ιστορικά γεγονότα να συμπεριλάβετε ή να τονίσετε; Β.Λ.: Το κριτήριο δεν ήταν μόνο η αφηρημένη σημασία ενός γεγονότος. Έπρεπε να είναι ταυτόχρονα ιστορικά καθοριστικό και αφηγηματικά εύληπτο. Με άλλα λόγια, να μπορεί να υποστηριχθεί από μια σκηνή, έναν διάλογο, ένα τεκμήριο. Γι’ αυτό και η αναζήτηση πηγών αποτέλεσε το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς μου. Τη γενική αφήγηση για την ιστορία της Ιερουσαλήμ τη γνώριζα φυσικά, αλλά ένα κόμικ δεν τροφοδοτείται από γενικότητες. Χρειάζεται καταστάσεις. Έπρεπε, λοιπόν, για κάθε ενότητα, να βρεθεί η κατάλληλη τεκμηρίωση. Θα παραθέσω μερικά παραδείγματα. Η επίσκεψη στην Ιερουσαλήμ της Αγίας Ελένης, μητέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, το 325 μ.Χ., μπορούσε να μετατραπεί σε σκηνή, γιατί ο Ευσέβιος της Καισαρείας μας έχει αφήσει μια αφήγηση. Η διαπραγμάτευση μεταξύ του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου και του Σαλαντίν το 1192 μπορούσε να ενσαρκωθεί, επειδή η αλληλογραφία υπήρξε πραγματικά. Η απογοήτευση του Γκόγκολ, του Φλομπέρ ή του Χέρμαν Μέλβιλ από την οθωμανική Ιερουσαλήμ του 19ου αιώνα μπορούσε να αποδοθεί επειδή έχουν διασωθεί τα σημειωματάρια και οι επιστολές τους. Αντίθετα, ορισμένα επεισόδια είναι πιο δύσκολο να αποδοθούν σε μορφή κόμικ όταν στερούνται υλικού τεκμηρίωσης. – Πώς προσεγγίσατε τη σύνθεση της αυστηρής ιστορικής έρευνας με την οπτική αφήγηση ενός graphic novel; Β.Λ.: Εκεί βρισκόταν η καρδιά του πρότζεκτ. Δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να δημιουργήσω ένα εικονογραφημένο πανεπιστημιακό μάθημα. Υπάρχουν πολύ καλά κόμικς που βασίζονται σε αυτό το μοντέλο: έχουν μια λόγια αφήγηση εκτός κάδρου και εικόνες να τη συνοδεύουν. Δεν ήθελα όμως κάτι τέτοιο. Ήθελα ένα πραγματικό κόμικ: καρέ, «συννεφάκια», σκηνές, μια μικρή αγωνία τη στιγμή που γυρίζεις τη σελίδα. Ταυτόχρονα, ήθελα αυτό το καθαρόαιμο κόμικ να παραμείνει, μέχρι τέλους, το κόμικ ενός ιστορικού. Επέβαλα λοιπόν στον εαυτό μου έναν κανόνα πολύ απλό και ταυτόχρονα πολύ απαιτητικό: να μην επινοήσω τίποτα, ή σχεδόν τίποτα. Οι διάλογοι έπρεπε να προέρχονται από δημοσιευμένες πηγές ή ανέκδοτα αρχεία. Τίποτα δεν είναι επινοημένο, όλα είναι τεκμηριωμένα. Αυτός ο περιορισμός επιβράδυνε σημαντικά τη δουλειά. Αυτό που φανταζόμουν ότι θα ήταν ένα εγχείρημα μερικών μηνών χρειάστηκε έξι χρόνια σκληρής δουλειάς. Αυτό ήταν όμως το τίμημα προκειμένου ο αναγνώστης να διαβάσει όχι μια ελεύθερη αναπαράσταση αλλά μια αφήγηση που βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στα ίχνη και στις πηγές. – Πώς επηρέασε η μορφή του graphic novel τις αφηγηματικές σας επιλογές σε σύγκριση με ένα παραδοσιακό ιστορικό βιβλίο; Β.Λ.: Το κόμικ επιβάλλει την πειθαρχία μιας συγκεκριμένης τέχνης: απαιτεί την ενσάρκωση. Σε ένα κλασικό ιστορικό βιβλίο μπορείς να αναπτύξεις το πλαίσιο, να θέσεις δομές, να παρακολουθήσεις μακροχρόνιες εξελίξεις. Σε ένα κόμικ, χρειάζονται πρόσωπα, χειρονομίες, φως, μια ευαίσθητη χρονικότητα. Πρέπει να σκεφτείς το κάτω μέρος της σελίδας, την «αναπνοή» του δισέλιδου, τη σιωπή και τον λόγο. Αυτός ο περιορισμός όμως σου δίνει και την ευκαιρία να τοποθετήσεις το θέμα στις διαστάσεις της πραγματικότητας. Και αυτό, για την Ιερουσαλήμ, μου φαινόταν ουσιώδες. Μιλάμε πάντα γι' αυτή την πόλη ως σύμβολο, ως ιερό ή ως απόλυτο. Όμως η Ιερουσαλήμ είναι επίσης ένα υψόμετρο, μια καλοκαιρινή ξηρασία, χειμωνιάτικες καταιγίδες, ένα εκτυφλωτικό μεσημεριανό φως, ουρανοί ροζ, πορτοκαλί ή γκρίζοι από τη σκόνη. Με λίγα λόγια, μια πόλη. Στο κόμικ επέτρεπε να αποδοθεί ξανά αυτή η υλική υπόσταση της Ιερουσαλήμ. – Ως ιστορικός, πώς διασφαλίσατε ότι το υλικό θα παρέμενε πιστό ιστορικά και ταυτόχρονα ελκυστικό για ένα ευρύ κοινό; Β.Λ.: Αρνούμενος να αντιπαραθέσω την αυστηρότητα στη φιλοξενία. Ήθελα ένα βιβλίο ανοιχτό σε όλους: πιστούς και μη, πολύ ενημερωμένους αναγνώστες ή εντελώς αρχάριους, νέους και λιγότερο νέους. Το κόμικ έχει αυτή την αρετή, είναι ένα είδος χαλαρωτικό, μπαίνεις πιο εύκολα σε αυτό, προσανατολίζεσαι πιο άνετα. Αυτή η χείρα βοηθείας προς τον αναγνώστη, όμως, έπρεπε να μην είναι παραπλανητική. Χρειαζόμασταν, λοιπόν, μια άψογη τεκμηριωτική βάση. Γι’ αυτό επέμεινα στο να είναι οι πηγές εμφανείς, σε υποσημειώσεις και στο τέλος του τόμου. Αυτό παίζει σημαντικό ρόλο. Δεν ζητά από τον αναγνώστη να συμφωνήσει με τα πάντα· απλώς του δείχνει από πού προέρχεται η αφήγηση. Στην Ιερουσαλήμ, όπου όλοι υποψιάζονται τους πάντες για μεροληψία, αυτή η μεθοδολογική διαφάνεια ήταν ουσιώδης. Ο Κριστόφ Γκοτιέ – Κριστόφ, πώς μετέφρασες σύνθετα ιστορικά γεγονότα ή αφηρημένες έννοιες σε οπτικά καρέ με αποτελεσματικό τρόπο; Κριστόφ Γκοτιέ: Η πρόκληση ήταν να γίνουν ευανάγνωστα χωρίς να απλοποιηθούν υπερβολικά. Έπρεπε να βρεθεί ένα σχέδιο που να μην είναι ούτε καρικατουρίστικο ούτε παγωμένο λόγω υπερβολικού ρεαλισμού. Αναζητήσαμε, λοιπόν, μια ισορροπία: να είναι αρκετά ακριβές ώστε ο αναγνώστης να νιώθει την ιστορική στιβαρότητα του κόσμου που απεικονίζεται, αλλά και αρκετά ανοιχτό ώστε να μπορεί να εισέλθει σε αυτόν με τη φαντασία του. Η προπαρασκευαστική δουλειά με τον Βενσάν ήταν καθοριστική. Ερχόταν με προσχέδια σε storyboard, εικονογραφικές πηγές, ακριβείς αναφορές για τους τόπους, τα κοστούμια, τις κλίμακες χαρτών. Εγώ από την πλευρά μου έκανα επιτόπια έρευνα στην Ιερουσαλήμ που αποδείχθηκε εξαιρετικά σημαντική: περπάτησα, παρατήρησα, φωτογράφισα, κατανόησα τις αποστάσεις, τις κλίσεις, τα φώτα. Στη συνέχεια, η δουλειά του σχεδιαστή είναι να μετατρέψει αυτόν τον όγκο πληροφοριών σε οπτικό ρυθμό, σε κάτι που ρέει και είναι εύληπτο – αυτό είναι το επάγγελμά μου! – Υπήρξαν συγκεκριμένες πρωτογενείς πηγές που σας εξέπληξαν ή άλλαξαν την αντίληψή σας για την Ιερουσαλήμ; Κάποια ανακάλυψη που να άλλαξε τη γνώμη σας; Β.Λ.: Ναι, πολύ συχνά συνέβαινε αυτό. Άλλωστε, αυτό κάνει τη δουλειά τόσο ζωντανή, οι πηγές που αλλάζουν τις βεβαιότητες. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, τα αρχεία του οθωμανικού δήμου της Ιερουσαλήμ τον 19ο αιώνα, τα οποία ανακαλύφθηκαν πριν από είκοσι και πλέον χρόνια. Μας δείχνουν μια πόλη διοικούμενη, με διάθεση για διαπραγμάτευση και συζήτηση, πολύ μακριά από το στερεότυπο μιας πόλης καταδικασμένης από πάντα σε θρησκευτικές συγκρούσεις. Είναι ακριβώς το είδος του υλικού που σε αναγκάζει να ξαναδείς ιστορικές πτυχές που είχες αφήσει στο σκοτάδι. Για τις παλαιότερες περιόδους, η αρχαιολογία παίζει τον ρόλο μιας ευεργετικής αποσταθεροποίησης. Οι επιστολές της Αμάρνα δείχνουν ότι γύρω στο 1400 π.Χ. η Ιερουσαλήμ ήταν μια πόλη-κράτος ενταγμένη στην αιγυπτιακή σφαίρα επιρροής. Η στήλη του Μεσά, που βρέθηκε στην Ιορδανία, αναφέρει τη δυναστεία του Δαβίδ: αυτό δεν κλείνει τη συζήτηση αλλά θέτει άλλες παραμέτρους. Η σφραγίδα του Εζεκία δείχνει ότι ο μοναρχικός ιουδαϊσμός του 8ου αιώνα π.Χ. παραμένει διαποτισμένος από πολυθεϊστικά ίχνη και αιγυπτιακά σύμβολα. Με άλλα λόγια, τίποτα δεν είναι απλό – και αυτό είναι που έχει ενδιαφέρον. – Πώς διαχειριστήκατε αμφιλεγόμενα ή ευαίσθητα ιστορικά γεγονότα, όπως η καταστροφή της συνοικίας των Μαγκρεμπίνων ή του μιμπάρ του Αλ-Άκσα; Β.Λ.: Με την ίδια αυστηρότητα που διαχειρίστηκα και τα υπόλοιπα. Δεν επρόκειτο να παρακαμφθούν τα ευαίσθητα επεισόδια, ούτε να εξωραϊστούν, αλλά να επανατοποθετηθούν μέσα από μια στιβαρή διαδικασία τεκμηρίωσης, μια χρονολογική ακολουθία‧ στόχος ήταν να αποδοθούν οι ευθύνες, χωρίς όμως το βιβλίο να μετατραπεί σε δικαστήριο. Πιστεύω βαθιά ότι η αντικειμενικότητα δεν είναι μια ηθική στάση αλλά μια επιστημονική απαίτηση. Γιατί από τη στιγμή που εμμένεις στη διαδικασία της κριτικής, κατανοείς όλο και λιγότερα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να λειάνεις τις βίαιες πλευρές. Η ιστορία της Ιερουσαλήμ είναι γεμάτη καταστροφές, βεβηλώσεις, εκτοπίσεις, βαθιές πληγές. Αλλά κανείς δεν έχει μείνει αλώβητος. Και οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες, σε κάποια στιγμή, έχουν υπάρξει υπεύθυνες για σκοτεινές σελίδες της ιστορίας της πόλης. Αυτό όμως δημιουργεί ισορροπία. – Πώς απαντάτε σε πιθανές κατηγορίες περί μεροληψίας, δεδομένης της αμφισβητούμενης ιστορίας της Ιερουσαλήμ; Β.Λ.: Πιστεύω ότι στην Ιερουσαλήμ η διακηρυγμένη ουδετερότητα δεν έχει καμία αξία αν δεν στηρίζεται σε μια ορατή εργασία. Πρέπει να δείχνεις τις πηγές, τις αμφιβολίες ενίοτε, τις γλωσσικές προφυλάξεις. Λέω συχνά «σύμφωνα με…» όχι από αδυναμία, αλλά γιατί πρέπει να συνυπάρξουν διαφορετικά επίπεδα αφήγησης: η μνήμη, η πίστη, η μαρτυρία, η κριτική ιστορία. Δεν θέλησα να αποκλείσω καμία θρησκευτική ιστορία αλλά ούτε και να υιοθετήσω κάποια ως υπέρτατη αλήθεια. Τα βιβλικά και τα ευαγγελικά κείμενα ή ό,τι σχετίζεται με το Κοράνι είναι μείζονες πηγές, όχι επειδή λένε άμεσα την αλήθεια, αλλά επειδή στην Ιερουσαλήμ το φαντασιακό παράγει το πραγματικό: δημιουργεί μνημεία, προσκυνήματα, πρακτικές, ταυτότητες, ακόμη και συγκρούσεις. Το να τα αποκλείσει κανείς θα ήταν παράλογο, όπως και το να τα πάρει κατά γράμμα. – Σκεφτήκατε την πρόκληση της αναπαράστασης πολλαπλών θρησκευτικών και πολιτισμικών οπτικών σε μία ενιαία αφήγηση; Β.Λ.: Ναι, ήταν μια από τις μεγάλες προκλήσεις του βιβλίου. Ήθελα να δείξω ότι οι θρησκευτικές παραδόσεις δεν είναι ούτε ομοιογενείς ούτε απολύτως στεγανές. Από τη στιγμή που διαφορετικές κοινότητες μοιράζονται έναν τόπο, οι χειρονομίες τους κυκλοφορούν, οι αφηγήσεις τους διασταυρώνονται, οι προσδοκίες τους αλληλοεπηρεάζονται. Η Ιερουσαλήμ είναι ίσως το μέρος στον κόσμο όπου αυτή η διασύνδεση γίνεται περισσότερο ορατή. Οι τόποι, από μόνοι τους, δεν μετακινούνται· όμως επανερμηνεύονται διαρκώς. Το Όρος των Ελαιών, η Κοιλάδα του Κέδρων, ορισμένες πύλες, τάφοι ή τελετουργικές διαδρομές, όλα αυτά περνούν από τη μία μονοθεϊστική παράδοση στην άλλη, νοηματοδοτούνται ξανά, αναδιαμορφώνονται συνεχώς. Υπάρχουν επίσης πολύ συγκεκριμένες πρακτικές που θολώνουν τις διαχωριστικές γραμμές: μουσουλμάνες που προσεύχονται στον τάφο της Μαρίας για να αποκτήσουν παιδιά, ο Εβραίος προσκυνητής Δαβίδ Ρεουμπένι που διαμένει κάτω από τον Θόλο του Βράχου, τοπικές μορφές ετεροδοξίας που μόνο μια ιστορία γειωμένη μπορεί να αποκαλύψει. Αυτό ήθελα να αποδώσω: όχι μια εξιδανικευμένη εικόνα, αλλά μια ιστορία τριβών. – Πιστεύετε ότι είναι δυνατό να αφηγηθεί κανείς την ιστορία της Ιερουσαλήμ χωρίς να εμπλακεί με τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα; Β.Λ.: Στην Ιερουσαλήμ, το παρόν αναμοχλεύει διαρκώς το παρελθόν. Το ανακαλεί, το επικαλείται, για να στηρίξει σύγχρονες διεκδικήσεις. Δεν μπορείς λοιπόν να κατανοήσεις τις σημερινές συγκρούσεις αν αγνοείς το ιστορικό βάθος των αναφορών. Πρέπει να λάβεις σοβαρά υπόψη αυτήν τη μόνιμη σύγκρουση γύρω από τις αφηγήσεις προέλευσης και τις προτεραιότητες. Αλλά ισχύει και το αντίστροφο: δεν μπορείς να κάνεις μια έντιμη αφήγηση για την Ιερουσαλήμ αν το παρόν σε απορροφήσει πλήρως. Ήθελα να υπενθυμίσω ότι αυτή η πόλη δεν περιορίζεται στη σύγκρουση Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Έχει γνωρίσει και μακρές περιόδους μεγαλύτερης ηρεμίας, ιδίως κατά την οθωμανική περίοδο. Προτιμώ ενίοτε να μιλώ για «συν-παρουσία» αντί για «συνύπαρξη», γιατί ο πρώτος όρος είναι λιγότερο εξιδανικευτικός. Αλλά αυτή η συν-παρουσία υπήρξε πραγματικά. Και η ιστορία έχει επίσης τη λειτουργία να ξανανοίγει δυνατότητες που η επικαιρότητα κλείνει μπροστά στα μάτια μας. – Πώς προσεγγίσατε ζητήματα όπως η ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση ή τα ριζοσπαστικά θρησκευτικά κινήματα, παραμένοντας ιστορικά τεκμηριωμένοι; Β.Λ.: Η ιστορία δεν υπάρχει για να απονέμει οριστικές αθωώσεις ή καταδίκες· υπάρχει για να επανατοποθετεί τα φαινόμενα μέσα στη διαχρονία τους, στις μετατοπίσεις τους, στις αντιφάσεις τους. Ένα από τα μεγάλα μαθήματα που δίνει η ιστορία της Ιερουσαλήμ είναι ότι ταυτότητες που σήμερα αντιλαμβανόμαστε ως συμπαγείς και ανταγωνιστικές υπήρξαν επί μακρόν πιο διαπερατές, πιο σύνθετες και πιο ασταθείς. Συχνά ξεχνάμε, για παράδειγμα, ότι στις αρχές του 20ού αιώνα μια εβραϊκή πομπή μπορούσε να γίνει δεκτή πολύ θετικά στην Πλατεία των Τεμενών από ιμάμηδες και, λίγο αργότερα, να απωθηθεί βίαια στην είσοδο του Παναγίου Τάφου από χριστιανούς. Ένα τέτοιο επεισόδιο αρκεί για να διαλύσει πολλά από τα σημερινά υπερβολικά απλουστευτικά σχήματα. Αφηγούμενος κάτι τέτοιο, δεν αρνείσαι τη σύγχρονη σύγκρουση, της αποδίδεις την ιστορικότητά της. – Ποια μαθήματα από την ιστορία της Ιερουσαλήμ θεωρείτε πιο επίκαιρα; Β.Λ.: Το πρώτο μάθημα, κατά τη γνώμη μου, είναι πολύ σαφές: καμία προσπάθεια για ιδιοποίηση της Ιερουσαλήμ δεν άντεξε ποτέ σε βάθος χρόνου. Κάθε προσπάθεια μονοπώλησης από μία και μόνο κοινότητα καταλήγει να συντρίβεται πάνω στην ίδια την πραγματικότητα της πόλης. Είναι μια πόλη υπερβολικά φορτισμένη, έχει εκτεθεί σε διεκδικήσεις, κυριαρχείται από ανταγωνιστικές κληρονομιές για να περιοριστεί σε μία μόνο φαντασιακή κυριαρχία. Αυτό συνέβη στις Σταυροφορίες, συμβαίνει και σήμερα. Το δεύτερο μάθημα είναι ότι οι παραδόσεις της μιας πλευράς διαποτίζουν πάντοτε αυτές της άλλης. Η Ιερουσαλήμ δεν είναι απλώς μια ιερή πόλη· είναι μια πόλη που έχει μετατραπεί σε ιερό, δηλαδή ένας τόπος που έγινε ιερός μέσα από τη συσσώρευση αφηγήσεων, θεσμών και πεποιθήσεων. Τέλος, η Ιερουσαλήμ υπενθυμίζει ότι ένας τόπος μπορεί να είναι ταυτόχρονα μοναδικός και κοινός. Ίσως αυτό να είναι, σε τελική ανάλυση, το κλειδί για το μέλλον της. – Κριστόφ, πώς επηρέασε η εμπειρία σου στο animation τον ρυθμό και το οπτικό ύφος του graphic novel; Κ.Γκ.: Ο ρυθμός ήταν ένα κεντρικό ζήτημα. Μια σελίδα πρέπει να οδηγεί κάπου, ένα δισέλιδο πρέπει να «αναπνέει», μια ακολουθία πρέπει να αποδίδει το πέρασμα του χρόνου. Σε μια αφήγηση τεσσάρων χιλιάδων ετών, έπρεπε να αποφευχθούν δύο κίνδυνοι: η μονοτονία μιας υπερβολικά ομοιόμορφης αφήγησης και η διάχυση μιας αφήγησης που θα πηδούσε συνεχώς από το ένα ύφος στο άλλο. Η εμπειρία του découpage βοηθά σε αυτό. Πρέπει να αισθάνεσαι πότε μια σκηνή πρέπει να πάρει έκταση, πότε να συρρικνωθεί, πότε το βλέμμα πρέπει να σταθεί και πότε να κυλήσει. Το ελαιόδεντρο μάς βοηθούσε πολύ να επανερχόμαστε σε αυτόν τον αργό ρυθμό, σε αυτή την ανάσα που διατρέχει όλο το βιβλίο. – Πώς συνεργαστήκατε σε στιγμές που η εικόνα θα μπορούσε να υποδηλώνει ερμηνεία ή μεροληψία; Κ.Γκ.: Υπήρχε διαρκής επαγρύπνηση. Στην Ιερουσαλήμ, ένα κάδρο ή μια στάση αρκούν μερικές φορές για να κατευθύνουν έντονα την ανάγνωση. Έπρεπε λοιπόν να είμαστε προσεκτικοί σε όλα: σε όσα δείχνουμε και σε όσα δεν δείχνουμε, στη θέση του φόντου, στην πυκνότητα του πλήθους, στην άρρητη ιεράρχηση που μπορεί να δημιουργήσει μια σύνθεση. Β.Λ.: Η δουλειά με τη Μαρί Γκαλοπέν, τη χρωματίστρια, ήταν εξίσου σημαντική. Γιατί τα χρώματα φέρουν σημασία, σε όλες τις θρησκευτικές παραδόσεις. Και η Μαρί μού έκανε συχνά μια πολύ απλή ερώτηση: «Σε αυτήν τη σελίδα, τι ώρα είναι;». Αυτή η ερώτηση αλλάζει τα πάντα. Στην Ιερουσαλήμ, το φως δεν είναι ποτέ ουδέτερο. Υπάρχουν οι ροζ ουρανοί του πρωινού, τα πορτοκαλιά του δειλινού, μερικές φορές το χιόνι. Αυτή η οπτική υλικότητα αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της αναζήτησής μας για ακρίβεια. – Υπάρχουν ιστορίες ή περίοδοι της ιστορίας της Ιερουσαλήμ που θα θέλατε να είχατε εξερευνήσει περισσότερο; Β.Λ.: Ναι, πάρα πολλές. Η Ιερουσαλήμ «ξεχειλίζει» πάντα από το πλαίσιο που της επιβάλλουμε. Θα ήθελα να δώσω ακόμη μεγαλύτερο χώρο σε ορισμένες περιόδους που θεωρούνται δευτερεύουσες, ακριβώς επειδή είναι λιγότερο θεαματικές – εννοώ κυρίως την οθωμανική περίοδο. Από έξω, μιλάμε σχεδόν πάντα για την Ιερουσαλήμ σε στιγμές βίαιες, κρίσης ή γεωπολιτικών ανατροπών. Κι όμως, οι πιο «ήσυχες» περίοδοι είναι εξαιρετικά πλούσιες για τον ιστορικό, αρκεί να κατέβει βαθύτερα στις πηγές. Θα ήθελα επίσης να αναπτύξω περισσότερο ορισμένους κοινόχρηστους τόπους, καθημερινές πρακτικές, ανώνυμες ζωές – γιατί η ιστορία μιας πόλης δεν περιορίζεται ούτε στους ηγεμόνες της ούτε στις μάχες της. Τα δικαστικά αρχεία, τα ταξιδιωτικά κείμενα, η αλληλογραφία, τα δημοτικά αρχεία αφηγούνται μια Ιερουσαλήμ πιο λεπτή, πιο συγκεκριμένη, πιο ανθρώπινη. – Ποια είναι η πιο ικανοποιητική πτυχή από την από κοινού δημιουργία αυτού του graphic novel; Β.Λ.: Το ότι καταφέραμε, πιστεύω, να μεταδώσουμε επιστημονική γνώση σε πολύ ευρύτερο κοινό χωρίς να προδώσουμε την πολυπλοκότητά της. Το να βλέπεις τόσο διαφορετικούς αναγνώστες να τους συνεπαίρνει αυτό το βιβλίο, να μπαίνουν σε αυτό χωρίς φόβο, να βρίσκουν σημεία αναφοράς – ακόμη και μια μορφή πνευματικής ανακούφισης – είναι μεγάλη ικανοποίηση. Κ.Γκ.: Το ότι μπόρεσα να συμβάλω στο να γίνει ορατή μια τόσο βαριά, τόσο φορτωμένη από στερεοτυπικές εικόνες ιστορία, χωρίς να την αφήσω να συνθλιβεί από το θέαμα. Όταν ένα κόμικ σε κάνει να θέλεις να κοιτάξεις καλύτερα, πιο ήρεμα και να κατανοήσεις περισσότερο, τότε έχει ήδη πετύχει κάτι ουσιαστικό. Το graphic novel «Ιερουσαλήμ: Η ιστορία μιας πόλης» των Vincent Lemire και Christophe Gaultier σε μετάφραση της Μυρτώς Καλοφωλιά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- ιερουσαλήμ: η ιστορία μιας πόλης
- βενσάν λεμίρ
- (and 6 more)
-
Το «Babel» του Soloup είναι ένα από τα πιο φιλόδοξα και πολυεπίπεδα έργα που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια στην ελληνική εικονογραφημένη αφήγηση, που επιβεβαιώνει τη θέση του δημιουργού ως ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες καλλιτέχνες των graphic novels, και ταυτόχρονα επιχειρεί να μετατρέψει το κόμικ σε ένα στοχαστικό δοκίμιο πάνω στην ιστορία, τη μνήμη και την ίδια τη δυνατότητα της επικοινωνίας. Ο τίτλος του έργου παραπέμπει ευθέως στον βιβλικό μύθο του Πύργου της Βαβέλ, εκεί όπου η ανθρώπινη φιλοδοξία προσπαθεί να προσεγγίσει τον ουρανό και καταλήγει στη σύγχυση των γλωσσών και στη διάλυση της κοινής κατανόησης. Ο Soloup αξιοποιεί αυτή τη συμβολική αφετηρία προκειμένου να μιλήσει για τον σύγχρονο κόσμο, έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι μιλούν διαρκώς, αλλά όλο και δυσκολότερα κατανοούν ο ένας τον άλλον. Το «Babel» είναι, με αυτή την έννοια, ένα βιβλίο για τη γλώσσα, όχι μόνο ως σύστημα λέξεων, αλλά ως πεδίο εξουσίας, ιδεολογίας και πολιτισμικής μνήμης. Στις σελίδες του διασταυρώνονται διαφορετικές ιστορίες, εποχές και φωνές. Ο αναγνώστης μετακινείται ανάμεσα σε τόπους και χρόνους, παρακολουθώντας μιαν αφήγηση που μοιάζει να λειτουργεί σαν παλίμψηστο: κάθε ιστορία γράφεται πάνω στην προηγούμενη, χωρίς να την εξαφανίζει. Η αφηγηματική δομή του βιβλίου είναι σύνθετη και πολυφωνική. Ο Soloup χρησιμοποιεί την τεχνική της διαδοχικής αφήγησης, συνδυάζοντας ιστορικά στοιχεία, προσωπικές διαδρομές και στοχαστικά σχόλια για τη σύγχρονη εποχή. Το σχέδιο του Soloup – έντονο, συχνά σκοτεινό, με σκληρές αντιθέσεις – δημιουργεί μιαν ατμόσφαιρα που κινείται ανάμεσα στον ρεαλισμό και την αλληγορία. Οι μορφές μοιάζουν να κουβαλούν ιστορικό βάρος, ενώ οι πόλεις και τα τοπία λειτουργούν σαν σκηνικά μιας μεγάλης συλλογικής εμπειρίας. Το κόμικ, εδώ, παύει να είναι απλώς εικονογραφημένη αφήγηση και γίνεται χώρος στοχασμού. Σημαντικό στοιχείο του έργου είναι επίσης η σχέση του με την ιστορία και την πολιτική. Το «Babel» δεν κρύβει το ενδιαφέρον του για τις μεγάλες συγκρούσεις του 20ού και του 21ου αιώνα, ούτε για τις μετακινήσεις πληθυσμών, τις πολιτισμικές συναντήσεις και τις εντάσεις που γεννά η παγκοσμιοποίηση. Το βιβλίο λειτουργεί περισσότερο ως ερώτημα παρά ως απάντηση: πώς μπορούμε να μιλήσουμε ο ένας στον άλλον σε έναν κόσμο γεμάτο διαφορετικές γλώσσες, εμπειρίες και ιστορίες; Έτσι, το «Babel» καταλήγει να είναι ένα έργο που επιχειρεί να εξερευνήσει τη σύγχρονη ανθρώπινη εμπειρία μέσα από τον συνδυασμό εικόνας και λόγου. Ο Soloup δείχνει ότι το μέσο των κόμικ μπορεί να φιλοξενήσει σύνθετες ιδέες και να συνομιλήσει με τη λογοτεχνία, την ιστορία και τη φιλοσοφία. Πρόκειται για έργο που διαβάζεται ταυτόχρονα ως αφήγηση, ως δοκίμιο και ως καλλιτεχνική πρόταση και που υπενθυμίζει ότι η αναζήτηση μιας κοινής γλώσσας παραμένει ένα από τα πιο δύσκολα και πιο αναγκαία εγχειρήματα της εποχής μας. Babel Soloup Εκδόσεις: Ίκαρος Σελ. 248 Και το σχετικό link...
-
Για την «Babel», το νέο εξαιρετικό, συγκινητικό και εν μέρει αυτοβιογραφικό έργο του Soloup, είχαμε γράψει πριν από λίγες εβδομάδες. Τώρα ήρθε και η ώρα της πρώτης επίσημης παρουσίασής του. Την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου στις 19.00, στον χώρο του Ινστιτούτου για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή Eteron (Λεωκορίου 38, Ψυρρή), θα μιλήσουν για το βιβλίο οι Βαγγέλης Καραμανωλάκης, καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΕΚΠΑ, Λήδα Τσενέ, διδακτόρισσα και ιδρύτρια της Athens Comics Library, και ο δημιουργός. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης θα προβληθεί βίντεο με τα παρασκήνια της έρευνας στο Βέλγιο από τους Πόλυ Ρουμελιώτη και Kris Kaerts. Και το σχετικό link...
-
Ένα graphic novel λοιπόν από έναν γνώριμο και με πολλές διακρίσεις δημιουργό, που αυτοσυστήνεται ως «πολιτικός γελοιογράφος […] και δημιουργός κόμικς». Τόσο σύνθετο στην κατασκευή του ώστε να υπάρχει ο φόβος να μην μπορέσει να παρουσιαστεί χωρίς να χάσει τη γοητεία του. Όλα ίσως να ξεκινούν από τον τίτλο: Babel, που ανάγεται παράλληλα στο βιβλικό σύμβολο του πύργου της Βαβέλ αλλά και στο περιοδικό κόμικς «Βαβέλ», που, σύμφωνα με την αφιέρωση, «μας έμαθε να διαβάζουμε, να σκιτσάρουμε και να ονειρευόμαστε με τα κόμικς στην Ελλάδα». Τέτοιοι αναπάντεχοι συχνά συσχετισμοί βρίσκονται διάσπαρτοι μέσα στο βιβλίο, συνδέοντας το όποιο παρόν (τα επτά ταξίδια του συγγραφέα στο Βέλγιο) με ένα παρελθόν διττό: το ιστορικό Βέλγιο των μεταναστών ανθρακωρύχων, ανάμεσά τους (όπως πληροφορείται ο αναγνώστης) και οι παππούδες του συγγραφέα, αλλά και τον μυθικό πύργο της Βαβέλ κάπου στη Μεσοποταμία, με όλες τις συναφείς ηθικολογίες για την ανθρώπινη απληστία. Soloúp | Babel. When the Fallen Angels Rise | Σελ. 247 | Ίκαρος, 2025 Ο βιβλικός πύργος εκπροσωπείται από τον διάσημο πίνακα του Μπρέγκελ, αλλά με μια έξυπνη αντιστροφή αντανακλάται, ανεστραμμένος, στα βελγικά ορυχεία σε τρεις παραλλαγές – η μια τους κοσμεί το εξώφυλλο. Τη μια σχετική εικόνα στο εσωτερικό συνοδεύει ένα σχόλιο: «Μόνο που εκείνοι χτίζανε προς τα πάνω, ενώ εμείς σκάβαμε προς τα κάτω» (σ. 188). Δύο μάλιστα σελίδες παρακάτω, θα εμφανιστεί ο Νεβρώδ, ο φιλόδοξος βασιλιάς που έχτισε τον πύργο – αυτή τη φορά με μορφή δανεισμένη από έναν εξίσου διάσημο μινωικό σφραγιδόλιθο από τα Χανιά, που δείχνει μια σπάνια παράσταση μιας πόλης/ανακτόρου (σ. 191). Στο παραμύθι μπλέκουν επιμέρους σχόλια λεκτικά (π.χ. «Νεβρώδ, ο πρώτος ινφλουένσερ») και εικαστικά (π.χ. εικόνες ομορφιάς του Χοκουσάι). Στην ιστορία θα μπλέξουν και άλλα σύμβολα, όπως η εκκλησία Béguinage που βοηθούσε όλους τους κατατρεγμένους, το εμβληματικό τζουκ μποξ του διάσημου ελληνικού καφενείου La Rose Blanche στο Μόλενμπεκ, που θα βρεθεί ξεχασμένο σε αποθήκη, και του οποίου η ιστορία μπλέκει μέσα στη διήγηση του Soloúp για την εκεί ελληνική κοινότητα, ο τόσο δημοφιλής στους ανθρακωρύχους Στ. Καζαντζίδης, και πάει λέγοντας. Όλα ξεκινούν όταν ο Soloúp συνάντησε στην Αθήνα την ελληνικής καταγωγής Πόλυ (Πολυξένη) Ρουμελιώτη, ερευνήτρια της «ελληνικής παρουσίας στο Βέλγιο» το 2015, στην οποία πέρασε την επιθυμία του να μάθει αν πράγματι ο παππούς και η γιαγιά του, Μικρασιάτες πρόσφυγες, είχαν παντρευτεί στο Βέλγιο – μια αόριστη ιστορία που κυκλοφορούσε μέσα στην οικογένειά του. Αυτή η Πόλυ ήταν που θα ανακάλυπτε το πιστοποιητικό γάμου των παππούδων του στην Αμβέρσα και σε συνδυασμό με τον σκηνοθέτη θεάτρου-κινηματογράφου Κρις Καρτς και τη δημοσιογράφο-φωτογράφο Ιωάννα Γυμνοπούλου, κόρη εστιάτορα στις Βρυξέλλες, θα πλαισίωναν τον Soloúp στις περιπετειώδεις περιηγήσεις του στα πρώην βελγικά ανθρακωρυχεία, στα λημέρια των «μεταναστών εργατών», όσων είχαν απομείνει, που δούλευαν ώς το ’90 μέσα στις υπόγειες στοές. Στο βιβλίο η αρχή της ιστορίας σκηνοθετείται στη βροχερή πλατεία μπροστά από την εκκλησία Béguinage όπου ο αφηγητής (Soloúp) αντιμετωπίζει ένα κοπάδι σκυλιά που του μαθαίνουν πόσων ειδών γαβγίσματα υπάρχουν – δηλαδή το μοτίβο που κρύβεται πίσω από τον πύργο της Βαβέλ. Ακολουθεί, στο τρίτο μέρος, μια «συνέντευξη μ’ έναν άγγελο», όπου ένας παλαίμαχος ανθρακωρύχος, ο κυρ Άγγελος, φιλοσοφεί για την ανθρώπινη ασυνεννοησία και ρωτάει στο τέλος: «Ξέρεις, κόρη μου, τη Βαβέλ;» Το τέταρτο μέρος ξαναδένει με την πλατεία της Béguinage, με διαδοχικές οπισθοχωρήσεις στον χρόνο, όπου μπλέκουν ακόμα η καταστροφή της Σμύρνης, ο ένας πλούσιος παππούς, ο Άγγελος (που μοιάζει του Πεσόα) και η γιαγιά στα νιάτα της, για να καταλήξουν πάλι στην πλατεία με έναν διάλογο ανάμεσα στον Soloúp και στον σκύλο που του κρατά συντροφιά και μιλάει άπταιστα ελληνικά. Το πέμπτο μέρος (Pneumoconiosis) περιέχει την αφήγηση του κυρ Άγγελου για τη ζωή στα βελγικά ανθρακωρυχεία, τα δυστυχήματα, τους θανάτους, αλλά και τη θαυμαστή του διάσωση από ένα απανθρακωμένο δέντρο. Στο τελευταίο μέρος (Λευκά Τριαντάφυλλα), με μια εικόνα σωμάτων «που πετούν πάνω από τη γη», θυμίζοντας Β. Βέντερς, μαθαίνουμε πως ο κυρ Άγγελος πέθανε αιφνίδια, όμως ζει μεταξύ των συντρόφων του, ακούει κι αυτός Καζαντζίδη, και στο τέλος φιλοσοφεί: «Κι έτσι ο θάνατος δεν μοιάζει με δυστυχία», αφήνοντας ένα άσπρο τριαντάφυλλο στον πάγκο έξω από την ίδια πάντα εκκλησία. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
- βαβέλ
- αντώνης νικολόπουλος
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
Η «Babel» του Soloup είναι ένα έντονα συναισθηματικό και φορτισμένο αυτοβιογραφικό ταξίδι στις ρίζες του και στο παρελθόν των προγόνων του, από τη Σμύρνη μέχρι τα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Εκ των κορυφαίων Ελλήνων δημιουργών κόμικς ο Soloup, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, έχει καταφέρει εδώ και χρόνια να είναι συνεπής στο ραντεβού του με τους αναγνώστες σε τακτά χρονικά διαστήματα παρουσιάζοντας πλέον μεγάλα σε έκταση αλλά και θέματα βιβλία. Το «Αϊβαλί» (2014) σηματοδότησε τη στροφή του από τα κατεξοχήν χιουμοριστικά κόμικς με τα οποία καταπιανόταν με επιτυχία ως τότε («Ο Ανθρωπόλυκος», «Μήτσος Κυκλάμινος», «Ο Βασιλιάς Μύγας», «Πειρασμοί» κ.ά.) στα ιστορικά, κοινωνικά και μεγαλύτερης έκτασης βιβλία. Η επιτυχία του ήταν πολύ μεγάλη, κάτι που αποδεικνύεται από τις απανωτές επανεκδόσεις, τις πολλές μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες, τις εκθέσεις που το πλαισίωσαν κ.ά. Ακολούθησαν ο σπαρακτικός «Συλλέκτης» (2018) για το ζήτημα της γονεϊκής αποξένωσης, το «’21, η Μάχη της Πλατείας» (2021), μια τολμηρή και ψύχραιμη ματιά στην ελληνική Επανάσταση και ο «Zorμπάς» (2023), μια διαφορετική αφήγηση του εμβληματικού καζαντζακικού έργου. Παράλληλα ο Νικολόπουλος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αιγαίου και ερευνητής της ιστορίας και θεωρίας των κόμικς, συγγραφέας του καθοριστικού για την κατανόηση της ένατης τέχνης στην Ελλάδα «Τα Ελληνικά Comics» (2012), ασχολείται όλα αυτά τα χρόνια και με την εκπαιδευτική διάσταση του είδους, ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του, σε συνεργασία με την Ευαγγελία Μουλά, «Comics & Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί». Η καινούργια δουλειά του (εκδόσεις Ίκαρος, 248 σελίδες) είναι ενταγμένη σε αυτό το πλαίσιο των μεγάλων ιστορικών αφηγήσεων, αλλά συνάμα αποτελεί και το πιο προσωπικό έργο του. Κι αυτό γιατί παρά τα μεγάλα πανανθρώπινα θέματα στα οποία αναφέρεται, τις εγκιβωτισμένες αφηγήσεις του και τη διαρκή συνομιλία του με μεγάλους συγγραφείς, καλλιτέχνες και δημιουργούς κόμικς, στο επίκεντρο βρίσκεται η ιστορία των προγόνων του με τον ίδιο να την ιχνηλατεί ως πρωταγωνιστής. Ο τίτλος «Babel» πηγάζει προφανώς από τον γνωστό μύθο της Γένεσης γύρω από τη ματαιόδοξη απόπειρα των άπληστων κατασκευαστών του να φτάσουν στον ουρανό και την επακόλουθη ποινή από τον Θεό που τους τιμώρησε να μιλούν διαφορετικές γλώσσες ώστε να μην μπορούν να συνεννοηθούν. Στην Ελλάδα όμως, όπου ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας των σύγχρονων κόμικς γράφτηκε από το περιοδικό Βαβέλ με τον Soloup να αποτελεί ενεργό μέλος, το βιβλίο αφιερώνεται στους φίλους του αλλά «ένα graphic novel που ονομάζεται Babel δεν μπορεί παρά να είναι αφιερωμένο και σε μιαν άλλη μεγάλη παρέα, εκείνη του περιοδικού κόμικς (και όχι μόνο) “Βαβέλ”. Το περιοδικό που μας έμαθε να διαβάζουμε, να σκιτσάρουμε και να ονειρευόμαστε με τα κόμικς στην Ελλάδα» σύμφωνα με τον δημιουργό του. Εύλογο είναι η ιστορία να ξεκινά από τη Γένεση και τον Πύργο της Βαβέλ με τις κατάλληλες δόσεις χιούμορ και τις ευφυώς τοποθετημένες παρωδίες έργων των Μαγκρίτ, Γκόγια, Ντα Βίντσι, Ροντέν, Μπρίγκελ και Μικελάντζελο (στα επόμενα κεφάλαια θα προστεθούν κι άλλοι όπως ο Μουνκ κι ο Χοκουσάι), για να μεταφερθεί αμέσως σε μια σύγχρονη Βαβέλ, στην καρδιά της Ευρώπης, στις Βρυξέλλες. Εκεί ο Soloup θα σταθεί τρομοκρατημένος πάνω σε ένα παγκάκι, περικυκλωμένος από αγριεμένα σκυλιά που κι αυτά γαβγίζουν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Τότε αρχίζει η κεντρική αφήγηση με τον πρωταγωνιστή να ανατρέχει στην παιδική του ηλικία για να ερμηνεύσει τον φόβο του για τα σκυλιά, να γίνεται φίλος με έναν ομιλούντα σκύλο που παραπέμπει στον Μιλού από τον Τεν Τεν του Herge, όπως και ο πύραυλος στο αεροδρόμιο από την ιστορία «Αποστολή στη Σελήνη», να εξηγεί στον σκύλο (!) γιατί βρίσκεται εκεί και να δίνουν ραντεβού στο Μόλενμπεκ για να επισκεφτούν το ιστορικό ελληνικό καφενείο La Rose Blanche. Η αφορμή, όπως εξηγεί ο αφηγητής στον σκύλο, για το ταξίδι του στο Βέλγιο (και για τη δημιουργία της «Babel» υποθέτουμε ως αναγνώστες) είναι να βαδίσει στα χνάρια του παππού και της γιαγιάς του που βρέθηκαν εκεί μετά την καταστροφή της Σμύρνης – άλλης μίας Βαβέλ πολυγλωσσίας κι ασυνεννοησίας με τραγική κατάληξη. Από αυτή την ιστορία όμως ξεπηδά μια άλλη ιστορία προσφύγων, αυτή των Ελλήνων μεταναστών στο Βέλγιο για να δουλέψουν στα ανθρακωρυχεία από τη δεκαετία του 1950 και μετά. Σ’ αυτήν την παράλληλη αφήγηση πρωταγωνιστεί ο Άγγελος, ηλικιωμένος πια, που αναπολεί το παρελθόν στις στοές των ορυχείων, ανάμεσα σε μετανάστες από όλο τον κόσμο, σε μια ακόμα Βαβέλ μέσα στο κάρβουνο, τη σκόνη και την πνευμοκονίαση. Μια Βαβέλ με δυσκολίες συνεννόησης αλλά και με αλληλεγγύη που κρατούσε τους εργάτες ζωντανούς. Το πολυεπίπεδο αυτό βιβλίο που σε κάθε του σελίδα αποπνέει ζεστασιά και ανθρωπιά, όπως κάθε έργο του Soloup, είναι εξαιρετικά τεκμηριωμένο και συνοδεύεται από επεξηγηματικά κείμενα, πλούσια βιβλιογραφία και σπάνιο ιστορικό και φωτογραφικό υλικό για τη ζωή των ανθρακωρύχων. Μια ζωή που εκεί κάτω, όπως λέει ο Τούρκος φίλος του Άγγελου, είχε μια κοινή γλώσσα: «Ένα χαμόγελο, ένα χωρατό. Ένα χέρι που θα σε βαστήξει τη δύσκολη ώρα να μη γλιστρήσεις, αυτή ήταν η κοινή μας γλώσσα. Η γλώσσα που μάθαμε στη δική μας την ανάποδη Βαβέλ». Και το σχετικό link...
-
Η «Babel», οι ανθρακωρύχοι στις στοές του Βελγίου, η διαδρομή που γίνεται όλο και πιο προσωπική. «Αν βρεθείς να σκάβεις μουντζούρης στα 1.100 μέτρα βάθος στις στοές, το να είσαι Έλληνας, Τούρκος, Ιταλός, Πολωνός ή Μαροκινός δεν είχε και τόσο σημασία», λέει ο Soloúp, συμπυκνώνοντας το πνεύμα του νέου του graphic novel, «Babel». «Εκεί η αλληλεγγύη, η συνεννόηση για την επιβίωση και η φιλία αποκτούν άλλη σημασία. Βλέποντάς το από απόσταση, το να σκοτώνονται οι άνθρωποι μεταξύ τους ενώ τους ενώνουν τόσα πράγματα σε ένα τόσο περιορισμένο χρονικό διάστημα σαν την ανθρώπινη ζωή, είναι πραγματικά μάταιο και ακατανόητο». Ο Soloúp, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, με μακρά θητεία πολιτικής γελοιογραφίας, κομίστας στα θρυλικά περιοδικά «Βαβέλ» και «Γαλέρα» και με 14 συλλογές γελοιογραφιών, κόμικς και graphic novel στο βιογραφικό του, έχει «γράψει» πολλά χιλιόμετρα πάνω στο χαρτί με το πενάκι του. Συζητώντας για ένα καινούργιο βιβλίο με έναν «παλιό» της δουλειάς, όπως είναι ο Soloúp, οι αναμνήσεις ξυπνούν πλούσιες και δυνατές. Άλλωστε θεωρεί πράγματι ενδιαφέρον πως η νέα του δουλειά έχει τον ίδιο τίτλο με το θρυλικό περιοδικό στο οποίο έκανε τα πρώτα του σκιτσογραφικά βήματα. Γι’ αυτό και το αφιερώνει στους ανθρώπους του. Περιγράφει το τρακ της πρώτης επίσκεψης στη Γενναδίου, με το τεράστιο ντοσιέ του «Ανθρωπόλυκου» και του «Μήτσου Κυκλάμινου» παραμάσχαλα, όταν πήγε να δείξει τη δουλειά του στους υπεύθυνους του περιοδικού, μια συνεργασία που, όπως λέει, τον καθόρισε. Στο νέο κόμικ ο Αντώνης Νικολόπουλος «παντρεύει» τις μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα τραύματα της Ιστορίας. Από εκεί και πέρα όμως, η σύγχρονη «Babel» ανοίγει δικούς της δρόμους, διατηρώντας ίσως στο υποσυνείδητο τις συναισθηματικές συνδέσεις με το παρελθόν. Η ιστορία του συγκεκριμένου graphic novel βασίζεται στο αρχετυπικό βιβλικό κείμενο για τον πύργο της Βαβέλ, αλλά και σε όλα τα πολιτισμικά αφηγήματα και τους συμβολισμούς που γεννήθηκαν γύρω του, από τους μύθους περί της ανθρώπινης ακαταληψίας μέχρι τις αινιγματικές, μεταφυσικές απεικονίσεις του Πίτερ Μπρέγκελ. Στην «Βabel», πίσω από τον κεντρικό χαρακτήρα του ηλικιωμένου αφηγητή βρίσκονται ιστορίες του ίδιου του συγγραφέα – από τον πρόσφυγα παππού και τη γιαγιά που έφτασαν σε συγγενείς στις Βρυξέλλες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή – οι οποίες διασταυρώνονται με τις αφηγήσεις Ελλήνων ανθρακωρύχων μεταναστών του Βελγίου. Μέσα στο χάος της ανθρώπινης ασυνεννοησίας υπάρχει μια πιθανή γλώσσα που ενώνει – η αλληλεγγύη. Στο νέο κόμικ ο Αντώνης Νικολόπουλος «παντρεύει» τις μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα τραύματα της Ιστορίας. Καθώς μιλάμε, γίνεται φανερό ότι για τον ίδιο η Βαβέλ είναι ένας τόπος όπου συναντιούνται οι μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα συλλογικά τραύματα της Ιστορίας. Γι’ αυτό και από το βιβλίο του περνούν πρόσφυγες, ανθρακωρύχοι, ηλικιωμένοι σε καφενεία, άνθρωποι που κουβαλούν «τον μόχθο και την τρυφερότητα μιας ολόκληρης ζωής». Οι ιστορίες που συγκέντρωσε, λέει, ήταν συχνά συγκινητικές: πρόσφυγες και μετανάστες των δεκαετιών του ’50 και του ’60, που έφυγαν από μια κατεστραμμένη Ελλάδα αναζητώντας βιοπορισμό στο Βέλγιο. «Ακόμη και οι λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής τους είναι κάποιες φορές συγκλονιστικές», επισημαίνει. Από όλες τις εξιστορήσεις, ο ίδιος θυμάται έντονα τη διήγηση ενός 90χρονου βετεράνου ανθρακωρύχου που δούλεψε στο Βέλγιο. Η συνάντησή τους έγινε στο ελληνικό καφενείο «La Rose Blanche», στο Μόλενμπεκ των Βρυξελλών. «Μου περιέγραψε πώς προσπαθούσαν να πιουν νερό από το παγούρι τους κάνοντας μια τόσο δύσκολη κίνηση, σαν ακροβατικό. Έστριβαν το κορμί τους ξαπλωμένοι πάνω στη γη, καθώς έσκαβαν σε στοές με ύψος το πολύ μισό μέτρο», λέει ο Soloúp. Αλλά και οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες ανθρακωρύχων που υπάρχουν στο παράρτημα του βιβλίου και οι αφηγήσεις που τις συνοδεύουν είναι συγκλονιστικές, πρωτότυπο υλικό που του παραχώρησαν οι αφηγητές ή οι οικογένειές τους. Η συζήτηση γυρίζει πάλι στον πύργο της Βαβέλ. Τον ρωτάμε ποια «γλώσσα» νιώθει ότι τον ενώνει περισσότερο με τους ανθρώπους. «Σκίτσα, λέξεις και σιωπές», απαντάει. «Μέσα στο χάος της ανθρώπινης ασυνεννοησίας υπάρχει μια πιθανή γλώσσα που ενώνει», λέει, «η αλληλεγγύη». Η δημιουργική διαδρομή του, όπως την περιγράφει, έχει γίνει τα τελευταία χρόνια όλο και πιο προσωπική. Μετά το «Αϊβαλί», στα έργα του υπάρχουν πράγματα που τον απασχολούν βαθιά. Ακόμη και στο «21 – Η μάχη της πλατείας», παρότι αφορά ένα τόσο μεγάλο γεγονός όπως η Επανάσταση του ’21, υπάρχουν δικές του απορίες για την πολιτισμική και εθνική ταυτότητα. Στον «Ζορμπά», μέσα από τον Καζαντζάκη, προσπάθησε να διατυπώσει με εικόνες τα υπαρξιακά ερωτήματα που τον απασχολούσαν. Και στον «Συλλέκτη» – όπως και τώρα στην «Babel» – ενυπάρχει η προσωπική ανάγκη να κατανοήσει και να διαχειριστεί την απώλεια ανθρώπων που υπήρξαν αναπόσπαστα κομμάτια της ζωής του. «Στο τέλος, το “αυτό είμαι εγώ” πρέπει να το πουν οι αναγνώστες», τονίζει. «Δεν έχει νόημα κάποιος να διαβάσει κάτι αν δεν τον αφορά». Όταν η κουβέντα φτάνει αναπόφευκτα στον αναστοχασμό πάνω σε μια δημιουργική πορεία χρόνων, η ερώτηση είναι προφανής: τι εξακολουθεί να τον γοητεύει στους ανθρώπους και θέλει να σκιτσάρει τις ιστορίες τους; «Κάτι που βρίσκεται κοντά στην αθωότητα, στο παιχνίδι και στην εξερεύνηση», απαντάει. «Οι κινήσεις του παιδικού χεριού με μολύβια και ξυλομπογιές συνδέονται με την ανακάλυψη μιας πρωτοφανούς εκδοχής του κόσμου. Κάτι τέτοιο νομίζω πως συμβαίνει τελικά όταν σκιτσάρεις και μεγάλος. Παρά την προσπάθεια και τον χρόνο που απαιτεί για να ολοκληρωθεί ένα graphic novel, στο τέλος σού αποκαλύπτει μια εκδοχή του κόσμου που δεν είχες μέχρι τότε φανταστεί. Σε κάνει πλουσιότερο και λιγάκι πιο σοφό, μέχρι το επόμενο βήμα». Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- babel
- αντώνης νικολόπουλος
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
Μια συναρπαστική εικονογραφημένη ιστορία που συνδέει με χιούμορ και συγκίνηση τις αφηγήσεις του παππού του και της παρέας του με τα βιώματα των ανθρακωρύχων κάθε εθνικότητας, γλώσσας και θρησκείας στις στοές του Βελγίου. Ο Soloúp είναι πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς. Έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αιγαίου (Τμήμα Πολιτικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας), ενώ η μεταδιδακτορική του έρευνα στο ίδιο πανεπιστήμιο συνδέεται με την εκ νέου αναφήγηση της Ιστορίας μέσα από τα κόμικς. Διδάσκει γελοιογραφία και κόμικς στο πρόγραμμα e-learning του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ οργανώνει κύκλους εργαστηρίων κόμικς σε συνεργασία με δομές πολιτισμού όπως το Μουσείο Μπενάκη και το Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη. Μέχρι σήμερα έχει κυκλοφορήσει δεκατέσσερις συλλογές με γελοιογραφίες και κόμικς και τα graphic novels «Αϊβαλί», «Ο Συλλέκτης: Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο», «21: Η μάχη της πλατείας» και το «Ζορμπάς: Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη» που είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του Νίκου Καζαντζάκη. Το νέο του graphic novel με τίτλο «Babel», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος, είναι μια προσωπική αφήγηση που ξεκινάει σουρεαλιστικά, με τον Πύργο της Βαβέλ και την ανθρώπινη ματαιοδοξία που γεννάει τέρατα, συνεχίζει με τους έκπτωτους ανθρώπους (και πολλά σκυλιά) που άρχισαν να μιλούν διαφορετικές γλώσσες και συνεχίζει αιώνες αργότερα, στις στοές του Βελγίου, όταν «μουτζούρηδες» απ' όλα τα έθνη σκάβουν για κάρβουνο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ένα ζευγάρι προσφύγων που σώθηκε από την καταστροφή της Σμύρνης (η γιαγιά και ο παππούς του) προσπαθεί να επιβιώσει, με τον παππού να δουλεύει στις στοές. Εκατό χρόνια μετά, στους ίδιους δρόμους των Βρυξελλών που περπατούσε το ζευγάρι το 1924, το εγγόνι τους αναζητάει κάτι από τα σβησμένα τους χνάρια. Μέσα στο τελευταίο ελληνικό καφενείο στο Μόλενμπεκ, καθώς ακούγεται στο τζουκ μποξ η φωνή του Καζαντζίδη, μια παρέα γερόντια, παλιοί ανθρακωρύχοι κάθε φυλής και γλώσσας, κάθονται και συζητούν για το «φευγαλέο κι εύθραυστο ετούτο θαύμα της ύπαρξης». – Με ποια αφορμή ξεκινήσατε να δουλεύετε πάνω στην ιστορία που έγινε ο τόμος «Babel»; Νομίζω πως το σενάριο συμπληρώθηκε μόνο του από ταξίδι σε ταξίδι, τις επτά συνολικά φορές που έχω βρεθεί μέχρι σήμερα στις Βρυξέλλες. Σε κάθε επίσκεψη τύχαινε να σκοντάψω σε κάτι παράξενο και ενδιαφέρον. Πρώτα, η φίλη μου η Πόλυ Ρουμελιώτη ανακάλυψε τα έγγραφα του γάμου του παππού και της γιαγιάς μου, που παντρεύτηκαν στις Βρυξέλλες το 1924 μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τα βρήκε στα αρχεία της ορθόδοξης εκκλησίας στην Αμβέρσα. Στη συνέχεια ήταν οι ηλικιωμένοι μετανάστες και ανθρακωρύχοι που γνώρισα στο La Rose Blanche, το τελευταίο ελληνικό καφενείο στο Μόλενμπεκ, με αφορμή το ντοκιμαντέρ που γύριζαν γι’ αυτό ο Κρις Κερτς με την Πόλυ... – Γιατί ονομάσατε το βιβλίο «Babel»; Όλο το βιβλίο αναφέρεται στη γνωστή αφήγηση της Βαβέλ, από το κείμενο «Γένεσις» της Παλαιάς Διαθήκης και τους πίνακες του Μπρέγκελ μέχρι τα νοηματικά παιχνίδια και τους συνειρμούς που αφορούν τη σημερινή πρόσληψη αυτής της αρχετυπικής εξιστόρησης. Δεν νομίζω πως θα μπορούσε να υπάρξει άλλος τίτλος γι’ αυτό το βιβλίο. – Τι έρευνα κάνατε για να καταλήξετε στο υλικό που χρησιμοποίησατε; Για το σενάριο και τις εικόνες; Σε όλα τα graphic novels μου γίνεται μεγάλη έρευνα, ανάλογα και με τις ανάγκες του θέματος. Στο «Αϊβαλί» για παράδειγμα, πέρα από τα βιβλία Ιστορίας, τις μελέτες, τα δοκίμια αλλά και τη σχετική λογοτεχνική παραγωγή που αφορούσε το 1922, η αναζήτηση πληροφοριών επεκτάθηκε σε ιστορικά αρχεία και τοπικές βιβλιοθήκες. Επίσης, έκανα και επιτόπια έρευνα σε Αϊβαλίκ και Μυτιλήνη. Στη δουλειά πάλι που κάναμε με τις τρεις φίλες ερευνήτριες, Καστρίτη, Κατσιμάρδου, Παναρίτη και τις εκδόσεις Ίκαρος για το graphic novel «21: Η μάχη της πλατείας», η έρευνα ακούμπησε ταβάνι! Με την εμπλοκή του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, του Πανεπιστημίου Αιγαίου και του παράλληλου προγράμματος του ΕΛΙΔΕΚ μπορέσαμε συντονισμένα ν’ αντλήσουμε υλικό από βιβλιοθήκες, αρχεία, μουσειακό υλικό, πίνακες ζωγραφικής και αλλού. Στον «Ζορμπά» η έρευνα ήταν περισσότερο φιλολογική, αλλά επεκτάθηκε και σε άλλα πεδία, όπως ο κινηματογράφος. Τώρα, στο νέο graphic novel «Babel», πέρα από τη βιβλιογραφία για τους Έλληνες μετανάστες στο Βέλγιο, που ήταν εκ των πραγμάτων περιορισμένη, αναζητήθηκε υλικό σε άρθρα εφημερίδων αλλά και σε βίντεο με συνεντεύξεις από μετανάστες και βετεράνους ανθρακωρύχους. Όμως αυτό που υπήρξε πραγματικά συγκλονιστικό ήταν η επιτόπια έρευνα το καλοκαίρι του 2024, τότε που έγινε, ας πούμε, το ρεπεράζ του graphic novel. Για μια βδομάδα με την Πόλυ και τον Κρις κάναμε πάνω από χίλια χιλιόμετρα με αυτοκίνητο, αναζητώντας κάπου δέκα βιομηχανικούς χώρους παλαιών ανθρακωρυχείων. Σε κάποιο από αυτά, εν μέσω καταιγίδας, ανεβήκαμε στον μεταλλικό πύργο, ενώ σε ένα άλλο μπορέσαμε να κατεβούμε στις στοές με κράνη. Τράβηξα πολλές εκατοντάδες φωτογραφίες από αυτά αλλά και από τους δρόμους των Βρυξελλών και του Μόλενμπεκ για τις ανάγκες του graphic novel. Το πιο σημαντικό απόκτημα όμως από την επιτόπια έρευνα ήταν η αίσθηση των συγκλονιστικών τόπων μιας τόσο σκληρής εργασιακής συνθήκης. Μπορείτε να δείτε κάτι από αυτή την αναζήτηση στο φωτογραφικό παράρτημα. – Παράλληλα με τις πληροφορίες που υπάρχουν στο παράρτημα του βιβλίου, βλέπουμε ακόμα και πολλές φωτογραφίες ανθρακωρύχων. Αυτό αποτελεί μια δεύτερη παράλληλη έρευνα, καθώς θεώρησα πως θα ήταν σημαντικό σε ένα τέτοιο βιβλίο να υπάρχει και ένα κομμάτι από την αληθινή ζωή των εργατών, που είναι και το κύριο πλαίσιο της ιστορίας. Μπορεί όλα αυτά που περιγράφονται στο graphic novel να είναι μια μείξη μυθοπλασίας και πραγματικότητας, αλλά δεν στήθηκαν στο κενό. Πολλά από τα λόγια των χαρακτήρων για παράδειγμα, είναι λόγια αληθινά από διάφορες συνεντεύξεις και μαρτυρίες. Υπήρξε μια σκληρή πραγματικότητα, εκείνη των χιλιάδων μεταναστών ανθρακωρύχων από όλα τα έθνη, τις ράτσες και τις φυλές που δούλεψαν ακόμα και χίλια μέτρα κάτω απ' τη γη υπό άθλιες συνθήκες. Είναι μια σελίδα της νεότερης Ιστορίας, από τη δεκαετία του ’50 και μετά, η οποία παραμένει εντελώς άγνωστη στους περισσότερους. Μαζέψαμε από βετεράνους ανθρακωρύχους ή τις οικογένειές τους φωτογραφίες που δείχνουν τις συνθήκες της δουλειάς, αλλά και τα γλέντια και τις κοινωνικές τους συνευρέσεις. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες Ελλήνων μεταναστών πλάι σε εκείνες Τούρκων, Ιταλών, Βέλγων. Οι άθλιες συνθήκες εργασίας, οι δυσκολίες, δεν ξεχώριζαν εκεί κάτω ράτσες, γλώσσες και θρησκείες. Άλλωστε όλοι ήταν… μαύροι, όπως συχνά διαβάζουμε στις συνεντεύξεις τους, από το κάρβουνο. Σε αυτή την έρευνα, πολύτιμη υπήρξε η βοήθεια της Ιωάννας Γυμνοπούλου, παράλληλα με αυτήν που έκαναν η Πόλυ και ο Κρις, που είναι κι οι τρεις τους απόγονοι ανθρακωρύχων. Συγκινητική όμως ήταν και η προθυμία των ίδιων των συγγενών που όχι μόνο μας έδωσαν την άδεια χρήσης των εικόνων αλλά μας οδήγησαν, όπως ο Jos Hermans και η σύζυγος του Ketty Pantazis, και σε άλλα αρχεία, συγκεκριμένα εκείνα του Stichting Erfoed Eisden. – Πόσο καιρό σάς πήρε η προετοιμασία και πόσο η διαδικασία σχεδιασμού και lettering; Η κυρίως εργασία έφαγε δυο χρόνια. Όμως τα σενάριά μου δουλεύονται πάντα σε μεγάλο βάθος χρόνου και είναι πολλές οι γραφές μέχρι να ωριμάσουν. Θα μπορούσα να πω πως το σενάριο της «Babel» διαμορφώθηκε σταδιακά στις επισκέψεις μου στο Βέλγιο τα τελευταία εννέα χρόνια. Απαιτείται χρόνος για να μη μείνεις στην πρώτη εντύπωση. Από τη στιγμή όμως που θα διαμορφωθεί το storyboard, μπαίνω σε mood κοσμοκαλόγερου, με πολλά ξενύχτια στο σχεδιαστήριο και στον υπολογιστή. Αυτό απαιτεί, τουλάχιστον στα δικά μου βιβλία, ιδιαίτερη προσήλωση, ησυχία και σχετική απομόνωση. Εκείνο που βλέπουμε για παράδειγμα στο διαδίκτυο, ένα δεξί χέρι να σκιτσάρει αμέριμνο και το αριστερό να τραβάει βιντεοσέλφι χάριν του φεϊσμπουκικού ναρκισσισμού, για τη δική μου τουλάχιστον κατάσταση όταν βρίσκομαι βυθισμένος στους χαρακτήρες και σε όσα τους συμβαίνουν στο χαρτί, μου φαίνεται εντελώς αδιανόητο και απομαγευτικό. Αντιθέτως, στα στάδια του μελανιού και των χρωμάτων ακούω πολλή μουσική, αλλά και αυτό πάλι ως μια άλλη μορφή βυθίσματος και συγκέντρωσης. – Μιλήστε μου για τα κεφάλαια του βιβλίου. Συνήθως στα σενάρια προκύπτει η σπονδυλωτή αφήγηση. Η ιστορία δεν εξελίσσεται γραμμικά, με αρχή, μέση, τέλος, αλλά σε παράλληλες γραμμές εξιστόρησης με διαφορετικές οπτικές γωνίες που συναντιούνται στο τέλος. Η «Babel», έτσι, ξεκινά με ένα μάλλον σατιρικό κεφάλαιο αναφοράς στο βιβλικό κείμενο της «Γένεσης» – εκεί μου βγήκε αρκετά η ιδιότητά μου ως γελοιογράφου. Ακολουθούν όμως δυο διαφορετικές αφηγηματικές σειρές που συγκλίνουν στο τελευταίο κεφάλαιο. Μια τέτοια σπονδυλωτή σύνθεση είναι σίγουρα πιο απαιτητική, ώστε να μην κουράζει ή μπερδεύει τον αναγνώστη – γι’ αυτό απαιτούνται οι πολλές γραφές και το ψαλίδι της αυτοκριτικής –, αλλά νομίζω πως, αν πετύχει, μπορείς να προσεγγίσεις και να αποδώσεις πολυεπίπεδους χαρακτήρες, σκέψεις και συναισθήματα. – Είναι πολύ προσωπική η ιστορία που διηγείστε, την έχετε δουλέψει με διαφορετικό τρόπο από ότι τα προηγούμενα graphic novel σας; Σε όλα τα graphic novel μου υπάρχει κάτι προσωπικό. Αυτό συμβαίνει γιατί βάζω σε αυτά – άλλοτε χωρίς να το καταλαβαίνω και άλλοτε πολύ συνειδητά – κάποια πράγματα που πρέπει να αντιμετωπίσω και να διαχειριστώ στην κανονική ζωή. Ρίχνω λοιπόν εκεί μέσα τα ερωτήματα που με παιδεύουν για να δω πού μπορεί να με βγάλουν. Τέτοια περίπτωση αποτελεί η «Babel», όπως και παλαιότερα, το 2019, ο «Συλλέκτης – Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο». Στον «Συλλέκτη» μάλιστα, μπορείτε να διαπιστώσετε πως, αν και η πόλη στην οποία διαδραματίζεται, αναφέρεται ως Αθήνα, τα σπίτια μοιάζουν περισσότερο με βελγικά. Δείγμα κι αυτό της μακροχρόνιας ζύμωσης που σας έλεγα από τα ταξίδια στις Βρυξέλλες. Το κέρδος όταν ολοκληρώνεται ένα τέτοιο βιβλίο είναι πως πλέον έχεις μετακινηθεί αλλού, όχι κατ’ ανάγκη βρίσκοντας κάποια «χρυσή» απάντηση. Όμως και μόνο που θέτεις τα ερωτήματα σε μια ειλικρινή βάση, σε βοηθάει να κατανοήσεις το πρόβλημα και να προχωρήσεις. Και τα δυο αυτά βιβλία έχουν ως κεντρικό τους ζητούμενο τη διαχείριση της απώλειας. Της απώλειας κοντινών ανθρώπων που αποτελούν κομμάτια της ύπαρξής μας. Στην «Βabel», πίσω από τον 90χρονο κεντρικό χαρακτήρα βρίσκεται πλαγίως ο πατέρας μου, που τον έχασα μόλις πριν από λίγες μέρες. Το βιβλίο θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μια ελεγεία για την ουσία της ζωής, αλλά και για το αναπάντητο γεγονός του θανάτου. Όμως στην πραγματικότητα ήταν η δική μου προετοιμασία για το αναπόφευκτο. Και τώρα, με μια από αυτές τις τρομερές συμπτώσεις που μας επιφυλάσσει η ζωή, ο πατέρας μου, λίγο πριν από την κυκλοφορία του, έφυγε. Δεν πρόλαβε να το δει, παρότι ήξερε και με ρωτούσε γι’ αυτό, ακόμα και όταν ήταν τους τελευταίους δύσκολους μήνες στο νοσοκομείο. Το συζητούσαμε χρόνια, γιατί στη «Βabel» υπάρχουν και οι γονείς του και τα έγγραφα που βρήκαμε από τον γάμο τους στις Βρυξέλλες. Η διαδικασία συγγραφής μιας τέτοιας ιστορίας, τόσο κοντά στην πραγματικότητα, γίνεται κάποιες στιγμές ανατριχιαστική. Όπως όταν έζησα κυριολεκτικά κάποια από τα λόγια του «κυρ-Άγγελου», καθώς τα περνούσα στα μπαλονάκια του κόμικς στο λάπτοπ μου, στις ατέλειωτες ώρες στο Τζάνειο πλάι στον μπαμπά μου, τον κυρ-Νίκο. Ή τώρα στο Βανκούβερ, όταν έμαθα το φευγιό του, περπάτησα μέχρι ένα παγκάκι στο οποίο συνηθίζω να πηγαίνω κοντά στη θάλασσα κι εκεί με περίμεναν, από το πουθενά, τρία λευκά τριαντάφυλλα (να θυμίσω πως «Λευκά τριαντάφυλλα» είναι ο τίτλος του τελευταίου μου κεφαλαίου). Ούτε κόκκινα, ούτε μαργαρίτες. Λευκά τριαντάφυλλα. – Πείτε μου περισσότερα για την ιστορία της γιαγιάς και του παππού σας που αφηγείστε στο βιβλίο. Ναι, αυτή είναι μια τρομερή ιστορία. Οι γονείς και της μητέρας και του πατέρα μου ήταν Μικρασιάτες. Του πατέρα μου, που ήταν ήδη ζευγάρι στη Σμύρνη, μέσα στον συνωστισμό της Καταστροφής χάθηκαν. Όμως ο παππούς Άγγελος εντόπισε τη γιαγιά Μαρία στη Θεσσαλονίκη μέσω Ερυθρού Σταυρού και την πήρε μαζί του σε συγγενείς στις Βρυξέλλες, καθώς η οικογένεια ήταν εύποροι καπνέμποροι και είχαν πάρε-δώσε με την Ευρώπη. Εκεί έζησαν περίπου δυο χρόνια και παντρεύτηκαν. Τη γιαγιά μου μάλιστα, στην Καισαριανή οι φίλες της τη φώναζαν «η Μαρία η Βρυξέλλη», προφανώς από τις ιστορίες που τους έλεγε. Η ανακάλυψη των εγγράφων του γάμου τους στην Αμβέρσα από την Πόλυ ήταν έκπληξη για τον πατέρα μου. Είδε εκεί, 86άρης τότε, τις υπογραφές τους και διάβασε πληροφορίες που αγνοούσε μια ολόκληρη ζωή για τους γονείς του. – Το βιβλίο ξεκινάει με έντονο το στοιχείο του χιούμορ, με μια σουρεαλιστική προσέγγιση και στη συνέχεια γίνεται ρεαλιστικό, σοβαρό (έως και συγκινητικό). Γιατί επιλέξατε να υπάρχει αυτή η κλιμάκωση των συναισθημάτων; Μην ξεχνάτε πως είναι δύο στοιχεία, το αστείο και το σοβαρό, που με συνοδεύουν ως σκιτσογράφο καθημερινά. Το πρωί, που λένε, πολιτικός γελοιογράφος, το βράδυ χωμένος κοσμοκαλόγερος με τα σενάρια των graphic novels. Από την άλλη, σκεφτείτε πως η ύπαρξη των αστείων μέσα σε πιο σοβαρές ή τραγικές καταστάσεις είναι κάτι που υπάρχει έτσι κι αλλιώς στην πραγματική ζωή. Συμβαίνει, έτσι, ένα αστείο να αποδεικνύεται λυτρωτικό μέσα σε μια δύσκολη συνθήκη. Ταυτόχρονα όμως η απόσταση που χωρίζει το αστείο από το τραγικό σε μια έντεχνη αφήγηση προκαλεί συχνά και μεγαλύτερη συναισθηματική φόρτιση. – Τα σκυλιά στο πρώτο κεφάλαιο έχουν κάποιον συμβολικό ρόλο; Τα σκυλιά, όπως και γενικότερα τα ζώα, που χαρακτηρίζουν με την παρουσία τους όλα μου τα βιβλία, είναι μια ματιά ουδέτερη στα ανθρώπινα, στις ιδεολογίες, στις προκαταλήψεις, στους πολέμους, στην αλαζονεία και σε ό,τι άλλο κουβαλάμε ως άτομα και ως κοινωνίες. Είναι η υπενθύμιση αυτού που υπάρχει έξω και πέρα από εμάς, ταυτόχρονα με εμάς. Βέβαια, τα συγκεκριμένα σκυλιά κουβαλούν επίτηδες κάποια από τα παραπάνω ανθρώπινα χαρακτηριστικά, προβάλλοντας έμμεσα τις αντιπαλότητες και την ακατανοησία ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα ζώα, υλικά και συναισθηματικά, είναι μια άλλη τεράστια συζήτηση. Αντί να μακρηγορώ πάνω σε αυτό, προτείνω ανεπιφύλακτα την έκθεση «Why look at animals» στο ΕΜΣΤ. Πραγματικά αξίζει να την επισκεφθεί κανείς. – Τι μάθατε για τους Έλληνες μετανάστες στο Βέλγιο, κατά τη διάρκεια της έρευνας, που δεν ξέρατε; Δεν ήταν η έρευνα αλλά η τυχαία συνάντησή μου με ανθρώπους, συνήθως δεύτερης γενιάς μεταναστών, όπως η Πόλυ Ρουμελιώτη. Είναι η αίσθηση που αποκόμισα και αποκομίζω στα ταξίδια μου, ας πούμε στις ΗΠΑ ή τώρα στον Καναδά. Κύματα μεταναστών που έφτασαν από ανάγκη σε άλλες χώρες, όμως με τα χρόνια στέριωσαν, έφτιαξαν τις οικογένειες και τα σπίτια τους και διαμόρφωσαν, παρά τη νοσταλγία για την Ελλάδα, ένα πλαίσιο αξιοπρέπειας για να ζήσουν, χρησιμοποιώντας και τις δυο τους ταυτότητες. Μια συνθήκη του να βλέπεις τα πράγματα – αν ξεπεράσεις φυσικά και κάποια συντηρητικά αντιπαραδείγματα – ως πολίτης του κόσμου, η κατάκτηση της αξιοπρέπειας: αυτό νομίζω πως είναι το πιο έντονο χαρακτηριστικό που βρήκα στις ελληνικές κοινότητες που επισκέφθηκα. – Πείτε μου για τη φιλία του παππού με τον Νεντίμ. Οι σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων είναι σχέσεις αγάπης και μίσους. Το μίσος όμως συνδέεται περισσότερο με το πολιτικό και θρησκευτικό θεσμοθετημένο πλαίσιο κάθε χώρας, που αναπαράγει στερεότυπα και προκαταλήψεις. Είναι πολλά που μας χωρίζουν ιστορικά, καθώς έχει χυθεί πολύ αίμα και από τις δυο πλευρές. Σε προσωπικό επίπεδο όμως, νομίζω πως οι άνθρωποι, Έλληνες και Τούρκοι, όταν βρίσκονται μεταξύ τους νιώθουν μια συγγένεια που ίσως δεν νιώθουν με άλλους λαούς. Οι απλοί άνθρωποι γενικότερα, όχι μόνο οι Έλληνες και οι Τούρκοι αλλά και οι Ρώσοι με τους Ευρωπαίους, οι Αμερικανοί με τους Κινέζους και πάει λέγοντας, αν είναι ανοιχτόμυαλοι και δεν υιοθετούν τις απολυτότητες του εθνικισμού και του φανατισμού, ή τα στρατιωτικά, οικονομικά αφηγήματα που μας ταΐζουν συστηματικά, δεν έχουν κάτι που να τους χωρίζει πραγματικά. Ειδικά σήμερα, όλοι τις ίδιες μάρκες ρούχα φοράμε, από τις ίδιες αρρώστιες πάσχουμε. Αυτό αποτυπώνει η φιλία του κυρ-Άγγελου με τον Νεντίμ. Μια ανθρώπινη σχέση χτισμένη σε κοινές ανάγκες και φόβους, μακριά από τις προκαταλήψεις κάθε πλευράς. – Γιατί σας ενδιέφερε τόσο το θέμα της γλώσσας; Η γλώσσα στη βιβλική Βαβέλ είναι το σύμβολο της ασυνεννοησίας. Η ασυνεννοησία πέφτει ως θεϊκή τιμωρία στους απλούς εργάτες, για την οποία όμως δεν ευθύνονται οι ίδιοι αλλά περισσότερο αυτοί που με την αλαζονεία και την εξουσία τους – ο Νεβρώδ, για παράδειγμα – τους βάζουν να φτιάξουν αυτό το υπερφιλόδοξο «πρότζεκτ». Η δική τους ευθύνη ίσως είναι που τους άκουσαν και μπήκαν σε αυτόν τον σχεδιασμό χωρίς πραγματικό δικό τους συμφέρον, αντί ν’ απολαύσουν, συμπαραστάτης ο ένας του άλλου, τις όμορφες μέρες του ολιγόχρονου βίου τους. – Τελικά, οι διαφορετικές γλώσσες είναι πλούτος ή κατάρα; Εξαρτάται από το πώς διαχειρίζεσαι τη «διαφορετικότητα», είτε αφορά τη γλώσσα, είτε τη θρησκεία, είτε τη φυλή. Η δική μου «Babel» θέλει να πιστεύει πως η «πολυγλωσσία» μπορεί να είναι και πλούτος. Το ότι ένας μπορεί να προέρχεται από ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό, φυλετικό, εθνικό, θρησκευτικό πλαίσιο και ένας άλλος από κάποιο άλλο δεν θα έπρεπε να αποτελεί «αιτία πολέμου» και μίσους. Μετά την ολοκλήρωση της «Babel», έτυχε η ευτυχής συγκυρία να ζήσω για δύο μήνες σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία όπως είναι το Βανκούβερ του Καναδά, απ’ όπου και σας απαντώ τώρα. Εδώ όλες οι φυλές και τα έθνη κατά κανόνα συνυπάρχουν αρμονικά – παντού υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις –, άνθρωποι ασιατικής, αφρικανικής, ευρωπαϊκής αλλά και νοτιοαμερικανικής καταγωγής μαζί με τους αυτόχθονες της περιοχής του Δυτικού Καναδά. Τους συναντώ στο Πανεπιστήμιο Simon Fraser, στους δρόμους και στα λεωφορεία, και είναι τόσο όμορφο αυτό. Όχι μόνο το να είναι όλοι μαζί αλλά και να συνυπάρχουν στις ίδιες παρέες, στους ίδιους εργασιακούς χώρους. Να βλέπεις, για παράδειγμα, συνδυασμούς νεαρών ζευγαριών απ’ όλες τις φυλές και όλες τις θρησκευτικές καταβολές (αγόρι ασιατικής καταγωγής με κορίτσι που φοράει μουσουλμανική μαντίλα) ή οδηγούς λεωφορείων (Ινδοί, Κινέζοι, αυτόχθονες, λευκοί, μαύροι) να κάνουν πλάκα μεταξύ τους στην αλλαγή της βάρδιας. Ξέρω, πιθανότατα για κάποιους αυτό μπορεί να ακούγεται κάτι σαν… Σόδομα και Γόμορα. Αλλά εμένα μου φαίνονται τόσο παρηγορητικά όλα αυτά τα χαμόγελα και τα αστεία μεταξύ των ανθρώπων. Και το σχετικό link...
-
Η πρώτη κυκλοφορία graphic novel από τις εκδόσεις Αντίποδες είναι ένα ασπρόμαυρο διαμάντι 288 σελίδων, το οποίο παρουσιάζει με ιδιοφυή τρόπο τις πολιτικές, οικονομικές και ψυχολογικές προεκτάσεις των ιδεών του Πιερ Μπουρντιέ. Η Διάκριση, ένα από τα σημαντικότερα έργα του Γάλλου κοινωνιολόγου, εμπνέει την Τιφέν Ριβιέρ να σχεδιάσει μια ιστορία στην οποία ένας καθηγητής Κοινωνιολογίας προσπαθεί να εξηγήσει σε μαθητές Λυκείου βασικές έννοιες του μεγάλου στοχαστή. Κοινωνιολογία για αρχάριους λοιπόν ή, ακόμη καλύτερα, ένας απολαυστικός τρόπος να διακρίνουμε τους πολιτισμικούς μηχανισμούς αναπαραγωγής της κοινωνικής ανισότητας στην καθημερινότητά μας. Η Διάκριση Ο Θανάσης Πέτρου επιστρέφει με το πέμπτο μέρος της πολύ επιτυχημένης ιστορικής του σειράς, το οποίο τιτλοφορείται 1941 – Αυστηρά συσκότισις (εκδ. Ίκαρος)· μια αξιέπαινη, δηλαδή, συνέχεια ενός έργου που έχει ήδη εντυπωσιάσει με την ποιότητά του. Αυτή τη φορά, ο Πέτρου μάς μεταφέρει στη Μακεδονία της τριπλής κατοχής – γεμάτη έριδες, βία και πόλεμο – σε ένα αφήγημα από το οποίο αναβλύζει ο πόνος μιας εποχής που ακόμη στοιχειώνει τη συλλογική μνήμη. 1941 – Αυστηρά συσκότισις Μετά τις προηγούμενες κυκλοφορίες, Καπετάν Μιχάλης του Παναγιώτη Πανταζή και Ζορμπάς του Soloup, τα δύο νέα graphic novels για τον Καζαντζάκη, Η κρητική ματιά 1883-1919 και Ο πολύβουος κόσμος 1921-1957 (εκδ. Διόπτρα), επιβεβαιώνουν το επιτυχημένο άνοιγμα του εκδοτικού στο εικονογραφημένο μυθιστόρημα. Σε σενάριο του Αλέν Γλυκός και εικονογράφηση του Αντονέν, οι δύο τόμοι αποτελούν μια ανοιχτή συνομιλία με τα παιδικά χρόνια, τη φιλοσοφία και τα ταξίδια του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα, προσφέροντας μια απολαυστική και γεμάτη χρώμα ματιά στη ζωή του. Ο πολύβουος κόσμος 1921-1957 Αυτό που πετυχαίνει η Τζάκι Φλέμινγκ στο σατιρικό και εύπεπτο Το πρόβλημα με τις γυναίκες (εκδ. Μεταίχμιο) είναι να ξαναζωγραφίσει την Ιστορία. Πρόκειται για ένα κόμικ που αποκαλύπτει την απουσία των γυναικών από τα βιβλία της Ιστορίας και σατιρίζει τις αλλοπρόσαλλες θεωρίες που διατυπώθηκαν μέσα στους αιώνες – ακόμη και από σπουδαίους στοχαστές – σχετικά με τις γυναίκες και τον ρόλο τους. Η έννοια της συμπερίληψης βρίσκεται στον πυρήνα του Όσα επιθυμήσαμε (εκδ. Μικρός Ήρως) του Ηλία Κυριαζή. Η παρέα ηρώων με απόλυτα διαφορετικούς μεταξύ τους χαρακτήρες ζωντανεύει μέσα από σχέδια γεμάτα χρώμα και κίνηση. Όταν ένας μυστηριώδης κομήτης περνά από τη Γη και ένα υπερφυσικό ον προσφέρεται να πραγματοποιήσει μία ευχή στον καθένα, η καθημερινή (;) ιστορία «μεταμορφώνεται» σε συναρπαστική περιπέτεια. Όσα επιθυμήσαμε Στην άλλη κυκλοφορία των ίδιων εκδόσεων, συναντάμε την Ομήρου Βατραχομυομαχία (η ταυτότητα του δημιουργού παραμένει στην πραγματικότητα μυστήριο) σε μια εικονογραφημένη διασκευή ενός έμμετρου έργου της αρχαιότητας, 303 στίχων, γραμμένου τον 4ο αι. π.Χ. στην αττική διάλεκτο. Το έργο περιγράφει τον κωμικοτραγικό πόλεμο μιας μέρας ανάμεσα σε βατράχια και ποντίκια στην άκρη μιας λίμνης. Πρόκειται για μια ελεύθερη, διασκεδαστική παρωδία, που γίνεται graphic novel μέσα από την εικονογράφηση της Ειρήνης Σκούρα και τη μεταφορά του Γιώργου Βλάχου. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
-
- η διάκριση
- τιφέν ριβιέρ
-
(and 20 more)
Tagged with:
- η διάκριση
- τιφέν ριβιέρ
- όμηρος
- βατραχομυομαχία
- ειρήνη σκούρα
- γιώργος βλάχος
- εκδόσεις αντίποδες
- 1941 – αυστηρά συσκότισις
- αντονέν
- αλέν γλυκός
- ο πολύβουος κόσμος
- η κρητική ματιά
- θανάσης πέτρου
- εκδόσεις ίκαρος
- εκδόσεις διόπτρα
- το πρόβλημα με τις γυναίκες
- όσα επιθυμήσαμε
- εκδόσεις μεταίχμιο
- τζάκι φλέμινγκ
- εκδόσεις μικρός ήρως
- ηλίας κυριαζής
- πιερ μπουρντιέ
-
Με τον πέμπτο τόμο «1941 – Αυστηρά Συσκότισις» ο Θανάσης Πέτρου μάς μεταφέρει στη Θεσσαλονίκη της πιο ζοφερής σελίδας της Ιστορίας: της ναζιστικής κατοχής, των δωσίλογων, αλλά και της Αντίστασης. Στους 42 μήνες κατοχής στη Θεσσαλονίκη, από την εισβολή του 1941 μέχρι την απελευθέρωση τον Οκτώβριο του 1944, επικεντρώνεται το νέο κόμικς του «δικού μας» Θανάση Πέτρου, «1941 – Αυστηρά Συσκότισις», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. Το «1941» είναι το πέμπτο μέρος της σειράς που ξεκίνησε πριν από πέντε χρόνια, παρακολουθώντας την ιστορία του στρατιώτη Γιώργη Αμπατζή από το Γκέρλιτς της Γερμανίας στον Σαγγάριο της Μικράς Ασίας και από εκεί στην προσφυγιά στον Πειραιά, για να βρεθεί, μετά από πολυετή φυλάκιση, στη Θεσσαλονίκη του αιματοβαμμένου Μάη του 1936. Ταυτόχρονα η σειρά παρακολουθεί την ταραγμένη ιστορία της Ελλάδας στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, μια ιστορία στενά συνδεδεμένη με τους δύο παγκόσμιους πολέμους, στη δίνη των πολιτικών αναταράξεων και των εθνικών περιπετειών. Στον πέμπτο τόμο ο Πέτρου συνεχίζει την ιστορία του Αμπατζή με φόντο τη Θεσσαλονίκη επί δικτατορίας Μεταξά. Λίγα χρόνια πριν από τον πόλεμο ο ήρωάς μας πιάνει δουλειά σε ένα καρεκλάδικο και συνάπτει γάμο με μια χήρα, μάνα δύο παιδιών. Τα παιδιά της, η 14χρονη Ελένη και ο 18χρονος Κώστας, αντιπροσωπεύουν τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα στα οποία θα χωριστεί αργότερα η Ελλάδα, καθώς η κόρη θα προσχωρήσει στην Αντίσταση και ο γιος στη δωσιλογική εθνικοφροσύνη. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 οι σειρήνες ξυπνούν τους Θεσσαλονικείς: η Θεσσαλονίκη, όπως και η υπόλοιπη χώρα, εισέρχεται στην εποχή του πολέμου με κήρυξη γενικής επιστράτευσης σε συνθήκες παλλαϊκού ενθουσιασμού. Οι άνθρωποι πανηγυρίζουν για κάθε νίκη του ελληνικού στρατού στην Αλβανία, αλλά δεν λείπουν και οι αγωνιώδεις στιγμές των αεροπορικών βομβαρδισμών, για την αποφυγή των οποίων επιβάλλεται κάθε νύχτα προληπτική «αυστηρά συσκότισις» με υποχρεωτικό σβήσιμο των φώτων και κάλυψη των παραθύρων. Η πραγματική συσκότιση όμως θα έρθει όταν η μαύρη σκιά του αγκυλωτού σταυρού θα καλύψει την πόλη, όπως κάλυψε τη χώρα και την υπόλοιπη Ευρώπη. Στις 6 Απριλίου 1941 η ναζιστική Γερμανία επιτίθεται στην Ελλάδα μέσω Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας προς ενίσχυση της ηττημένης συμμάχου της Ιταλίας. Τρεις μέρες μετά το μέτωπο καταρρέει και τα ελληνικά στρατεύματα παραδίδονται. Πριν καν ολοκληρωθεί η γερμανική προέλαση προς Νότο, πρόθυμοι Έλληνες «Κουίσλινγκ» υπογράφουν την ταπεινωτική συνθηκολόγηση της χώρας. Στη Θεσσαλονίκη οι κατοχικές δυνάμεις μπαίνουν στις 9 Απριλίου. Λόγω της ζωτικής στρατηγικής σημασίας της η Θεσσαλονίκη υπάγεται στον έλεγχο του γερμανικού στρατού. Οι ναζί επιβάλλουν τον τρόμο τους, η μόνη εφημερίδα που κυκλοφορεί είναι η εθνικοσοσιαλιστική «Νέα Ευρώπη» και οι κατασχέσεις αγαθών από τον γερμανικό στρατό προκαλούν τον φριχτό λιμό του 1941-42. Σε μια τέτοια ακραία συνθήκη οι γνωστοί μαυραγορίτες «κάνουν την κρίση ευκαιρία» –όπως θα λέγαμε κατά την προηγούμενη δεκαετία των μνημονίων. Όμως το μεγαλύτερο έγκλημα, πέραν των μαζικών εκτελέσεων στα γύρω χωριά, συντελείται με τον εξανδραποδισμό και την εξόντωση της κοινότητας των 50.000 Σεφαραδιτών Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Ένα ασύλληπτο έγκλημα τεράστιων διαστάσεων που συνοδεύτηκε από την πλιατσικολόγηση των περιουσιών τους από τους χριστιανούς γείτονές τους. Μοναδικό φως στο σκοτάδι η οργανωμένη ΕΑΜική αντίσταση, η δυναμική της οποίας προκαλεί την αιματηρή αντίδραση ταγματασφαλιτών και ποικιλώνυμων εθνικιστικών ομάδων δρώντας, στο όνομα του αντικομμουνισμού, προς όφελος του κατακτητή. Μετά από «τριάμισι αβάσταχτα χρόνια» η απελευθέρωση επιτέλους έρχεται, αλλά νέα δεινά επιφυλάσσονται για τους πρωταγωνιστές του «1941», όπως φυσικά και για τα κομμάτια εκείνα της κοινωνίας που διάλεξαν την πλευρά της Αντίστασης. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι η σειρά του Πέτρου συγκαταλέγεται στις πλέον σημαντικές της εγχώριας παραγωγής. Δεν είναι μόνο η βαθιά γνώση των ιστορικών γεγονότων και των πολιτισμικών συμφραζόμενων που είναι εμφανή στην αφήγησή του ως προϊόν επίμονης έρευνας. Είναι κυρίως το μεράκι με το οποίο χτίζει τους – εντελώς ανθρώπινους – χαρακτήρες του, διαμέσου των οποίων συναντάμε μη μυθοπλαστικούς χαρακτήρες όπως τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Βασίλη Τσιτσάνη ή τον διαβόητο ναζιστή δωσίλογο Γεώργιο Πούλο. Μέσα από τις μικρές ιστορίες τους αναδεικνύεται η Μεγάλη Ιστορία με τη μέθοδο των ομόκεντρων κύκλων: της κοινωνίας, της χώρας και του κόσμου. Αν κάτι πάντως εξυψώνει τη γνησιότητα της αφήγησης, δεν είναι άλλο από το γεγονός ότι ο Θανάσης Πέτρου είναι γέννημα θρέμμα Σαλονικιός. Στα καλοσχεδιασμένα καρεδάκια του η Αποστόλου Παύλου, η Αγία Σοφία, η Εγνατία, η πλατεία Ελευθερίας και το ισοπεδωμένο εβραϊκό νεκροταφείο δεν είναι απλώς αποτυπώσεις μιας πόλης που δεν υπάρχει πια, αλλά η αγαπητική φιλοτέχνηση ενός οικείου τόπου: της δικής του πόλης. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- 1941 – αυστηρά συσκότισις
- θανάσης πέτρου
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Το πέμπτο μέρος της πολύ πετυχημένης ιστορικής σειράς του Θανάση Πέτρου, το «1941 – Αυστηρά συσκότισις» σε αποκλειστική προδημοσίευση στη LIFO. Στο νέο graphic novel του Θανάση Πέτρου με τίτλο 1941 – Αυστηρά συσκότισις ο ήρωάς του Γιώργος Αμπατζής φτάνει στη Θεσσαλονίκη λίγο πριν από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έχοντας περάσει πλήθος κακουχιών που έχουν σημαδέψει τη ζωή του, σε μια προσπάθεια να την ξαναφτιάξει από την αρχή. Παντρεύεται την Παναγιώτα που είναι χήρα με δύο παιδιά και πιάνει δουλειά σε ένα καρεκλάδικο στην Άθωνος, λίγο πριν οι Ιταλοί και μετά οι Γερμανοί εισβάλλουν στην Ελλάδα, ξεκινώντας έναν κύκλο βίας που συνεχίστηκε και μετά την ήττα τους, στον Εμφύλιο που ακολούθησε. Το πέμπτο μέρος της πολύ πετυχημένης ιστορικής σειράς του, που ξεκίνησε με τους Ομήρους του Γκαίρλιτς, συνεχίστηκε με το 1922 – Το τέλος ενός ονείρου, το 1923 – Εχθρική πατρίδα και το 1936 – Ετοιμόρροπη Δημοκρατία, μεταφέρει τη δράση σε μια Μακεδονία που υποφέρει από την τριπλή κατοχή (και από τους Βούλγαρους), από τους πολέμους, από τοπικές και οικογενειακές έριδες αλλά και από τη γενοκτονία των Ελλήνων Εβραίων κατοίκων της πόλης που οδήγησε στη σχεδόν ολοκληρωτική εξόντωσή τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης (εκεί χάθηκε του 95% του εβραϊκού πληθυσμού). Το graphic novel κυκλοφορεί στις 10 Μαρτίου από τις εκδόσεις Ίκαρος. Στο μεταξύ σήμερα, 20/2, θα ξεκινήσει μια έκθεση (που θα διαρκέσει μέχρι τις 20/3) με 15 έργα του Πέτρου φτιαγμένα με μια πρωτότυπη, ιδιόχειρη τεχνική μόνο με χρωματιστά στιλό, στο Bartesera (Κολοκοτρώνη 25) με τίτλο «Ανύπαρκτοι Υπερήρωες με Στιλ(ό)». Ένα από τα έργα αυτά είναι το επίσημο εικαστικό που σχεδίασε για το Comicdom CON Athens 2025, το φεστιβάλ κόμικς της Αθήνας που θα γίνει στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων στις 16, 17 και 18/5, όπου φέτος ο Θανάσης Πέτρου είναι ο τιμώμενος καλλιτέχνης. «Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το σημαντικότερο στοιχείο που διακρίνει την περίοδο της τριπλής Κατοχής της Ελλάδας από Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους την περίοδο 1941-1944 είναι η βία», γράφεις στον επίλογο του βιβλίου. Μίλησέ μου γι’ αυτήν τη φρικτή βία που έζησαν όλοι οι Έλληνες, και πολύ αγριότερα οι Βορειοελλαδίτες, λόγω θέσης. Πάρα πολλά γεγονότα και ζητήματα της Κατοχής, ακόμα και μένοντας περιορισμένος στη Θεσσαλονίκη, δεν μπορούσαν να ενταχθούν στην αφήγηση και την ιστορία μου, ούτε είχα χώρο να τα συμπεριλάβω στο κείμενο του επιλόγου, οπότε αναφέρω ότι η λέξη που συνοψίζει, κατ’ εμέ, τα χρόνια της Κατοχής είναι η λέξη «βία». Η Κατοχή αυτή καθαυτή ήταν μια πράξη βίας, όλοι οι περιορισμοί, οι απαγορεύσεις, οι στερήσεις, η πείνα, η αρρώστια, η ανέχεια, ήταν πράξεις βίας. Ακόμα περισσότερο στην περίπτωση της καταστροφής ολόκληρων χωριών και των μαζικών εκτελέσεων από τις δυνάμεις Κατοχής. Σε όλο τον ελλαδικό χώρο η βία των κατακτητών ήταν έκδηλη, απλώς στην ανατολική Μακεδονία ο κόσμος δυστύχησε ακόμα περισσότερο λόγω της ιδιαίτερης αγριότητας των Βουλγάρων. — Η ιστορία του Γιώργου Αμπατζή είναι η ιστορία της Ελλάδας από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά. Τι έμαθες μέσα από την έρευνά σου για τη δημιουργία αυτής της σειράς που δεν ήξερες; Όντως στη σειρά των βιβλίων μου παρακολουθούμε την ιστορία της Ελλάδας της συγκεκριμένης περιόδου μέσα από τα μάτια των πρωταγωνιστών μου και τα δικά τους βιώματα. Πολλά από αυτά τα γεγονότα μού ήταν γνωστά, αλλά κάνοντας στοχευμένη έρευνα σε πολύ συγκεκριμένα ζητήματα έμαθα λεπτομέρειες που μέχρι τότε αγνοούσα ή δεν τους είχα δώσει σημασία. Όσον αφορά το 1941 – Αυστηρά συσκότισις, πράγματι ανακάλυψα πολλά δεδομένα που μου ήταν άγνωστα, γιατί τα τελευταία χρόνια η βιβλιογραφία σχετικά με θέματα της Κατοχής στη Θεσσαλονίκη έχει εμπλουτιστεί με αρκετές νέες εκδόσεις. — Υπάρχουν πράγματα που τα έχουμε διδαχθεί λάθος; Τι σημαίνει «τα έχουμε διδαχθεί λάθος;». Υπάρχει άραγε η απόλυτη, διάφανη, ορθή ιστορική αλήθεια για οτιδήποτε; Προφανώς η απάντηση είναι όχι. Οι ιστορικές μελέτες, πόσο μάλλον τα σχολικά εγχειρίδια, έχουν γραφτεί από ανθρώπους που έχουν βιώματα, ιδεολογία, πεποιθήσεις, οπτική, προθέσεις, στόχους. Και οι ίδιοι οι ιστορικοί ερευνητές είναι εγκλωβισμένοι στην υποκειμενικότητά τους, στην ιστορική περίοδο κατά την οποία ζουν και στις πηγές απ’ όπου αντλούν τα στοιχεία τους. Άρα δεν μπορώ να απαντήσω αν έχουμε διδαχθεί «λάθος» πράγματα, γιατί ποιος είμαι εγώ για να σας υπαγορεύσω τα σωστά; Σαφώς δεν αναφέρομαι στο αν μάθαμε στο σχολείο τις σωστές ημερομηνίες που συνέβησαν κάποια γεγονότα, το ζήτημα είναι ο τρόπος που ερμηνεύονται αυτά τα γεγονότα. — Ο Γιώργος φτάνει στη Θεσσαλονίκη μετά την αποφυλάκισή του και γίνεται επαγγελματίας και οικογενειάρχης, επειδή διστάζει να πάρει μέρος στον αγώνα κατά των Γερμανών; Τον έχουν κάνει συγκρατημένο οι κακουχίες που έχει βιώσει ή η συνθήκη στην οικογένεια είναι τέτοια που πρέπει να κρατάει ισορροπίες; Δεν του έχω φερθεί και πολύ καλά του βασικού μου πρωταγωνιστή. Φαντάρος στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας, φαντάρος στο μικρασιατικό μέτωπο, κατατρεγμένος πρόσφυγας στον Πειραιά και μετά βαρυποινίτης στις φυλακές Τρικάλων – δεν έχει ζήσει στα πούπουλα. Έχοντας εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη πια, έχοντας μόλις στρώσει κάπως την προσωπική του ζωή και προσπαθώντας να ορθοποδήσει, να δει άσπρη μέρα, ξεσπάει ο πόλεμος. Έχει ζήσει ήδη τη φτώχεια, την πείνα, την αρρώστια και τον θάνατο, είναι και πρώην κατάδικος, οπότε είναι μαγκωμένος, φοβισμένος. Η προσπάθειά του να ζήσει σαν «κανονικός» άνθρωπος πάει περίπατο, γιατί η ίδια η πραγματικότητα τον ξεπερνάει, παγιδεύοντάς τον. Μπορεί στα χρόνια της Κατοχής το ΕΑΜ και η ΕΠΟΝ να βρήκαν χιλιάδες υποστηρικτές στον ελληνικό λαό, αλλά υπήρχαν και αυτοί που δεν οργανώθηκαν πουθενά, που δεν αντιστάθηκαν, που φοβόντουσαν, που λούφαξαν και προσπάθησαν απλώς να επιβιώσουν. Ένας από αυτούς είναι κι ο Αμπατζής, ένας καθημερινός, καθόλου ηρωικός πρωταγωνιστής. — Θα δούμε την ιστορία του Αμπατζή μέχρι και το τέλος της ζωής του, μετά τον πόλεμο; Δεν έχω αποφασίσει ακόμα μέχρι πού θα φτάσω τη σειρά. Δεν ξέρω ακόμα πότε θα «πεθάνει» ο πρωταγωνιστής, σίγουρα πάντως θα υπάρξει συνέχεια. Να το μαρτυρήσω; Ας το μαρτυρήσω. Έχω γράψει ήδη το σενάριο του επόμενου βιβλίου. — Στο 1941 βλέπουμε τους δωσίλογους, τις εμφύλιες συρράξεις, τη γενοκτονία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Πες μου περισσότερα πράγματα γι’ αυτά. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου γράφω: «Κάποιοι θα βρουν την ευκαιρία να πλουτίσουν και άλλοι θα ξεπουλήσουν τα πάντα για να επιβιώσουν». Δυστυχώς έτσι είχε η κατάσταση. Υπήρχε στυγνή εκμετάλλευση στη μαύρη αγορά όπου οι άνθρωποι ξεπουλούσαν και το βρακί τους για να βρουν κάτι φαγώσιμο, αλλά ξεπουλιόντουσαν στους συμπατριώτες τους. Οι μαυραγορίτες δεν ήταν κάποιοι «άλλοι», ήταν οι γείτονές τους, οι συμπολίτες τους. Τα αγροτικά ή κτηνοτροφικά προϊόντα της μαύρης αγοράς προέρχονταν από συμπατριώτες τους αγρότες παραγωγούς, ας το συνειδητοποιήσουμε αυτό το γεγονός. Οι δωσίλογοι, οι συνεργάτες των Γερμανών, αυτοί που κατέλαβαν τις εβραϊκές περιουσίες, αυτοί που μπήκαν μεσεγγυούχοι στις επιχειρήσεις και στα σπίτια των Εβραίων, αυτοί που σκύλεψαν τις περιουσίες των Εβραίων ήταν οι ίδιοι οι συμπολίτες τους. Όσο δυσάρεστο και αν ακούγεται, δεν ήταν κάποιοι «άλλοι», ήταν οι γείτονές τους. Η Βόρεια Ελλάδα εκείνη την εποχή είχε κάποιες ιδιαιτερότητες που δεν υπήρχαν αλλού: ντόπιους πληθυσμούς, μεγάλους προσφυγικούς πληθυσμούς, εθνοτικές, θρησκευτικές, γλωσσικές μειονότητες (σλαβόφωνοι, ρουμανίζοντες Βλάχοι, τουρκόφωνοι Πόντιοι, μουσουλμάνοι Τσάμηδες κ.ά.). Όλες αυτές οι ιδιαιτερότητες και ετερότητες αυτού του γεωγραφικού χώρου στάθηκαν αφορμή για να δημιουργηθεί ένα έντονα συγκρουσιακό και βίαιο κλίμα. Αν προσθέσουμε και το πολιτικό στοιχείο, το ζήτημα της αντίστασης στους κατακτητές αφενός, και της συνεργασίας μαζί τους αφετέρου, καταλαβαίνουμε την εκρηκτική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί. Δυστυχώς στην Κατοχή η Θεσσαλονίκη έγινε ο τόπος όπου έδρασαν όλες αυτές οι αλληλοσυγκρουόμενες δυνάμεις, αφήνοντας πίσω τους μόνο πτώματα και καταστροφή. Για τους Εβραίους νομίζω πως είναι πιο γνωστά, σε γενικές γραμμές, τα γεγονότα. Στις 30 Οκτωβρίου 1944 η απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη ήταν μια άλλη πόλη, μια πόλη που είχε χάσει διά παντός ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της, γιατί μια πόλη δεν τη διαμορφώνουν μόνο τα κτίρια και τα ιστορικά της μνημεία αλλά και οι άνθρωποι που ζουν σ’ αυτή. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
-
- θανάσης πέτρου
- εκδόσεις ίκαρος
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
«Η Μαγεμένη» (εκδόσεις Ίκαρος, 116 σελίδες), το νέο παιδικό βιβλίο (προτείνεται για ηλικίες από 9 ετών και πάνω) του Πέτρου Χριστούλια δεν είναι κόμικς, αλλά διαβάζεται σαν κόμικς. Κι αυτό γιατί είναι γεμάτο αφηγηματικές «εικόνες». Έχει όμως και πολλές σχεδιασμένες εικόνες. Και πάνω απ’ όλα, δημιουργός του είναι ένας από τους κορυφαίους Έλληνες δημιουργούς κόμικς που γνωρίζει πολύ καλά πώς να πει μια ιστορία, με ή χωρίς εικόνες. Εικαστικός καλλιτέχνης, εικονογράφος, δημιουργός κόμικς και παλιός συνεργάτης μας στο Καρέ Καρέ, ο Πέτρος συνήθως μιλά με τις εικόνες του. Αλλά πού και πού επιλέγει να γράψει. Μετά την «Ατμομηχανή του Χρόνου», μια ιστορία που εκτυλίσσεται στη γενέτειρά του, τη Χαλκίδα, επιστρέφει στο γράψιμο και μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 1860. Εκεί «παρακολουθεί» μια παρέα παιδιών, το καθένα με τη δική του ιστορία, που μπλέκονται σε μια απίθανη περιπέτεια με φόντο το πλούσιο, πολυπολιτισμικό παρελθόν της πόλης και μια Μαγεμένη. Οι Μαγεμένες είναι οι Καρυάτιδες της Θεσσαλονίκης, τα γλυπτά του 2ου αιώνα μ.Χ. που εκλάπησαν από τη Στοά ειδώλων το 1864 και μέχρι σήμερα βρίσκονται στο Λούβρο. «Όλα ξεκίνησαν όταν είδα μια φωτογραφία της αψίδας του Γαλέριου όπως ήταν προς το τέλος του 19ου αιώνα. Ο φωτογράφος βρισκόταν κάτω από την καμάρα και είχε στρέψει την κάμερα προς το ένα πόδι της, όπου μπροστά από τα φθαρμένα ανάγλυφα στεκόταν μια ομάδα ανθρώπων της πόλης. Τα σπίτια δεξιά και αριστερά φαίνονταν κυριολεκτικά να στηρίζονται πάνω στο αρχαίο μνημείο, το οποίο ξεπερνούσε τις κεραμοσκεπές τους. Αυτή η εικόνα κατευθείαν ξύπνησε μέσα μου ένα συναίσθημα που είχα εκεί ως φοιτητής. Θυμήθηκα τη γοητεία που μου ασκούσαν τα στρώματα Ιστορίας που έκρυβε η πόλη. Αποφάσισα να στήσω μια μικρή περιπέτεια για τη φιλία και τη συντροφικότητα πέρα από φανατισμούς που υπήρχαν μεταξύ των κοινοτήτων των Εβραίων, των μουσουλμάνων, των χριστιανών, όλων κατοίκων της Θεσσαλονίκης του τέλους της Οθωμανικής περιόδου και, με σκηνικό την πλούσια Ιστορία της, να μοιραστώ αυτόν τον παιδικό ενθουσιασμό που ακόμα νιώθω κάθε φορά που την επισκέπτομαι», λέει ο Χριστούλιας. Και σκαρώνει μια υπέροχη περιπέτεια γύρω από μια Μαγεμένη και τους ηρωικούς σωτήρες της. Δηλαδή, τα παιδιά. Και το σχετικό link...
-
- 1
-
-
- η μαγεμένη
- εκδόσεις ίκαρος
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Το μυθιστόρημα του Καζαντζάκη και η ταινία ''Ο άνθρωπος που έπεσε στη Γη'' ανάμεσα στις νέες αφίξεις. Τα νέα graphic novels της πρόσφατης βιβλιοπαραγωγής είναι υψηλών προδιαγραφών – είτε πρόκειται για μυθιστορήματα που μορφοποιούνται σε κόμικς, είτε για ταινίες που διασκευάζονται, είτε ακόμη για πρωτογενείς ιστορίες που γίνονται απευθείας graphic novels. Επιλέξαμε και προτείνουμε μερικά από αυτά… Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εγχείρημα είναι το «Ο άνθρωπος που έπεσε στη Γη» (εκδόσεις Anubis) των Dan Watters – Dev Pramanik. Βασίζεται στην ομώνυμη ταινία του Νίκολας Ρεγκ με πρωταγωνιστή τον αξέχαστο Ντέιβιντ Μπάουι. Διαθέτει δυνατή, ατμοσφαιρική εικονογράφηση, που αποδίδει την ιστορία εξωγήινου που «σκάει» έτσι ξαφνικά στη Γη. Από την άλλη, στη διασκευή του θρυλικού μυθιστορήματος «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του Νίκου Καζαντζάκη προχώρησαν οι εκδόσεις Διόπτρα, με πλούσια εικονογράφηση του Soloup, προτείνοντας έτσι – εκ νέου – το έργο του κορυφαίου συγγραφέα. Με υπέροχα πολύχρωμα σκίτσα πάλι, ο Fred Fordham παρουσίασε την απόδοση του διαχρονικού μυθιστορήματος «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» του Άλντους Χάξλεϊ σε μορφή graphic novel (εκδόσεις Οξύ). Στον διάσημο δε Αμερικανό καρτουνίστα Τιμ Χάμιλτον ο Ρέι Μπράντμπερι είχε εμπιστευτεί τη διασκευή του θρυλικού του μυθιστορήματος «Φαρενάιτ 451» (εκδόσεις Μεταίχμιο). Και πολύ καλά έκανε, αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα. Όσο για το «1936: Ετοιμόρροπη δημοκρατία» του Θανάση Πέτρου (εκδόσεις Ίκαρος) είναι έξοχο επίτευγμα με θέμα τον στρατιώτη Αμπατζή στην Ελλάδα του 1936, τη χρονιά κατά την οποία η δημοκρατία καταλύθηκε από τη δικτατορία του Μεταξά – πρόκειται για καθηλωτική τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής. Και, βέβαια, δεν γίνεται να μην αναφέρει κανείς το κομψοτέχνημα «Η πύλη της Ανατολής». Ένα θανάσιμο παιχνίδι κατασκόπων εκτυλίσσεται στην Κωνσταντινούπολη του 1938, μέσα από πανέμορφες εικόνες, μυστικά, πάθη, ίντριγκες και σασπένς. Εδώ ο Ιταλός βιρτουόζος Βιτόριο Τζαρντίνο απλώς αποθεώνει την τέχνη των κόμικς. Και εμείς δεν έχουμε καλύτερο. Και το σχετικό link...
-
- 1
-
-
- ο άνθρωπος που έπεσε στη γη
- anubis
- (and 10 more)
-
Ο ταραγμένος ελληνικός μεσοπόλεμος μέχρι τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου μέσα από τη φυλακή στο «1936 – Ετοιμόρροπη Δημοκρατία» του Θανάση Πέτρου. Μετά από τρεις σταθμούς στην ταραγμένη νεοελληνική ιστορία, ο δικός μας Θανάσης Πέτρου πιάνει ξανά το νήμα από το 1923 και μας μεταφέρει στο δραματικό 1936. Μιλάμε για την εξαιρετική σειρά που αριθμεί ήδη τον τέταρτο τόμο της από τις εκδόσεις Ίκαρος. Πρωταγωνιστής και εδώ ο Αμπατζής τον οποίο παρακολουθήσαμε ως έναν από τους 7.000 στρατιώτες του Δ’ Σώματος Στρατού που το 1916, εν μέσω Α’ Π.Π., μεταφέρθηκαν από τους Γερμανούς στο Γκέρλιτς της Σιλεσίας («Οι όμηροι του Γκαίρλιτς»). Στη συνέχεια («1922 – Το τέλος ενός ονείρου») τον είδαμε να πολεμάει στον Σαγγάριο στη Μικρά Ασία ακολουθώντας την κατάρρευση του μετώπου και παίρνοντας τον δρόμο της προσφυγιάς («1923 – Εχθρική πατρίδα»). Στο τέλος του τρίτου τόμου ο Αμπατζής διέπραξε ένα έγκλημα τιμής το οποίο θα πληρώσει ακριβά. Η ποινή του θα είναι βαριά και θα περάσει τα επόμενα χρόνια στη φυλακή. Δεκατρία ολόκληρα χρόνια τα οποία ταυτίζονται με τη διάρκεια του ελληνικού μεσοπολέμου μέχρι την κατάλυση της «ετοιμόρροπης δημοκρατίας» από το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά. Ο πρωταγωνιστής θα βιώσει τον άγριο κόσμο της φυλακής δίπλα σε κλέφτες, ληστές, λωποδύτες και πρεζάκια. Έναν κόσμο που αποτελεί μια μικρογραφία της κοινωνίας, μόνο που εδώ οι κανόνες είναι πιο σκληροί και η εξουσία δείχνει πιο απροκάλυπτα τα δόντια της. Η διαφορά τού «1936» με τα προηγούμενα βιβλία είναι ότι απλώνεται περισσότερο στον χρόνο ως μεταβατική γέφυρα που θα μας οδηγήσει, μέσω του αποφυλακισθέντος πλέον Αμπατζή, στα γεγονότα του Μαΐου του 1936 στη Θεσσαλονίκη. Τότε που η πόλη συγκλονίζεται από τις απεργίες των εργατών και την αιματηρή καταστολή τους από την κυβέρνηση Μεταξά. Μια κυβέρνηση διορισμένη από τον βασιλιά με τη συγκατάθεση του αστικού κόσμου, λίγους μήνες προτού ο φιλοβασιλικός στρατιωτικός και αποτυχημένος πολιτικός πραγματοποιήσει τη φασιστική του ονείρωξη να επιβάλει δικτατορία στην Ελλάδα. Ο Πέτρου, όπως και στις άλλες δουλειές του, δεν παύει να μας εκπλήσσει θετικά με την ευρυμάθειά του και το βάθος της έρευνας που διενεργεί για να τεκμηριώσει τα πάντα: από την περιγραφή του κοινωνικοπολιτικού τοπίου μέχρι την τελευταία ενδυματολογική λεπτομέρεια και την αργκό των χαρακτήρων του. Και τούτο χωρίς να χάνεται διόλου η αφηγηματική ροή, αφού ο Πέτρου αποδεικνύεται και εδώ «μάστορας» του storytelling. Το τέλος του τέταρτου τόμου όχι μόνο δεν κλείνει τον τεράστιο κύκλο που ανοίχτηκε στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού, αλλά αντίθετα μας… ανοίγει την όρεξη για τα όσα πρόκειται να ακολουθήσουν για τον πρωταγωνιστή, αλλά και για τη χώρα στην πιο σκοτεινή περίοδο της ελληνικής και ευρωπαϊκής ιστορίας στον 20ό αιώνα. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- 1936 – ετοιμόρροπη δημοκρατία
- θανάσης πέτρου
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Μιλήσαμε με αφορμή το νέο του κόμικς «1936 – Ετοιμόρροπη Δημοκρατία», τέταρτο μέρος της ιστορικής σειράς. Μέσα στην τελευταία πενταετία ο κομίστας Θανάσης Πέτρου έχει καταφέρει πράγματα που μπορούν να κάνουν τον ίδιο περήφανο και τους Έλληνες λάτρεις των κόμικς εκστατικά χαρούμενους. Πρώτα ξεκίνησε με μια εντυπωσιακή περιήγηση στην ελληνική ιστορία των αρχών του 20ού αιώνα, ύστερα έφτιαξε μεγάλης έκτασης σόλο κόμικς: σενάριο και σχέδιο. Για το προηγούμενο άλμπουμ του, το «1923: Εχθρική πατρίδα» (Ίκαρος, Αθήνα 2022) κέρδισε τα βραβεία Καλύτερου Κόμικ και Καλύτερου Σεναρίου στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς 2023. Πριν λίγες μέρες τον συναντήσαμε και ξεφυλλίσαμε μαζί του την πρώτη δοκιμαστική εκτύπωση του τελευταίου του κόμικς με τίτλο «1936: Ετοιμόρροπη δημοκρατία» (κυκλοφορεί ήδη από τις εκδόσεις Ίκαρος). Το κόμικ αυτό είναι το τέταρτο σε μια εν εξελίξει ιστορική saga, που ξεκίνησε το 2020 και όπως αποκαλύπτει ο ακάματος δημιουργός στην Athens Voice, θα έχει και συνέχεια. Προς το παρόν η τετραλογία του Θανάση Πέτρου ξεκίνησε με τους Ομήρους του Γκαίρλιτς και την αφήγηση ενός αγνώστου περιστατικού από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με την αμαχητί παράδοση του Δ’ Σώματος Στρατού στους Γερμανούς και την ιδιότυπη αιχμαλωσία τους στο Γκαίρλιτς της Σιλεσίας. Την επόμενη χρονιά συνέχισε με το «1922: Το τέλος ενός ονείρου», με την αφήγηση να ακολουθεί τον Σμυρνιό Γιώργο Αμπατζή στη Μικρασιατική Εκστρατεία που οδήγησε στον ενταφιασμό της Μεγάλης Ιδέας και στη Μικρασιατική Καταστροφή. Το 2022 επανήλθε με το «1923: Εχθρική πατρίδα» στο οποίο συναντάμε τον ήρωά του Γιώργο Αμπατζή πρόσφυγα στο λιμάνι του Πειραιά, χωρίς υπάρχοντα και με την οικογένειά του να αγνοείται. Στο «1936» ακολουθεί πάλι τον ίδιο ήρωα, ο οποίος πλέον βρίσκεται στη φυλακή για ένα έγκλημα «τιμής» που διέπραξε στο τέλος του τρίτου μέρους, στη Θεσσαλονίκη την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά. Ο Πέτρου κατόρθωσε να μας χαρίσει ίσως την πρώτη, πρωτότυπη, ιστορικού περιεχομένου ελληνική σειρά κόμικς. Ένα ολοκληρωμένο σύμπαν, με πρωτότυπους ήρωες και πολλή έρευνα από πίσω. Ένα ακόμα κατόρθωμα. Όλα βέβαια ξεκίνησαν από το Ρεμπέτικο… Πώς ξεκίνησε αυτή η περιήγησή σου στην ιστορία μέσα από τα κόμικς; Ήθελα να κάνω κάτι μόνος μου βασικά (σενάριο και σχέδιο). Σε πρώτη φάση ψαχνόμουν να κάνω κάτι για το ρεμπέτικο. Ήθελα να φτιάξω μια βιογραφία του Βαγγέλη Παπάζογλου. Άρχισα να ψάχνω πράγματα, έγραφα, μάζεψα υλικό, ώσπου κάποια στιγμή πήγα και αγόρασα βιβλία για να ενημερώσω την – πεπαλαιωμένη τότε – βιβλιοθήκη μου σχετικά με το ρεμπέτικο και βρήκα πολλά στοιχεία. Διαπίστωσα όμως ότι φάσκουν και αντιφάσκουν οι δημιουργοί, οι μαρτυρίες και τα ντοκουμέντα. Ήταν όλα κάπως ασαφή. Τότε έπεσα πάνω στην πρώτη ηχογράφηση μπουζουκιού, που την είχα ακουστά από πιο πριν, και την αφηγήθηκα στο πρώτο μέρος αυτής της τετραλογίας, στους “Ομήρους του Γκαίρλιτς” με το Δ’ Σώμα Στρατού που βρέθηκε στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας για περισσότερο από ενάμιση χρόνο, από τον Σεπτέμβριο του 1916 μέχρι τον Νοέμβρη του 1918 που έληξε ο πόλεμος. Διηγήθηκα ό,τι έζησε το Δ’ Σώμα Στρατού. Η πρώτη ηχογράφηση μπουζουκιού συνέβη εκεί ακριβώς. Από εκεί και πέρα μου άνοιξε η όρεξη και είπα να κάνω και τη συνέχεια. Κι έτσι ακολούθησαν τα «1922: Το τέλος ενός ονείρου» και «1923: Εχθρική πατρίδα». Η αρχική ιδέα ήταν το «1923» να φτάνει αφηγηματικά μέχρι το 1936 και στην δικτατορία Μεταξά, πράγμα που αποδείχτηκε αδύνατο γιατί έπρεπε να καλύψω κάπως μια πυκνή χρονική περίοδο δώδεκα ετών. Ήταν συνειδητή η αποσιώπηση αυτής της δεκαετίας; Η δεκαετία αυτή έχει τρομερό ενδιαφέρον από ιστορικής άποψης, αλλά αν αποφάσιζα να την αφηγηθώ θα αναγκαζόμουν να αλλάξω όλη την πορεία του χαρακτήρα, του Γιώργη του Αμπατζή. Αυτός μπήκε φυλακή μετά τη δολοφονία που διέπραξε. Για να δούμε από τα μάτια του (μιας και είναι και αφηγητής) τη δεκαετία αυτή θα έπρεπε για όλο αυτό το διάστημα να είναι φυγάς φαντάζομαι. Δεν με βόλευε αυτό. Ήθελες πολύ απ’ ότι καταλαβαίνω να φτάσεις χρονικά μέχρι τη δικτατορία του Μεταξά. Ναι, εντελώς. Γιατί έχει μεγάλη ιστορική σημασία για τη μετέπειτα εξέλιξη της Ελλάδας. Γενικά ό,τι συνέβη στον Μεσοπόλεμο και με την άφιξη και την αφομοίωση των προσφύγων ήταν καθοριστικής σημασίας για την πορεία της χώρας τα επόμενα πολλά χρόνια. Επίσης ήθελα πολύ, επειδή είμαι και ο ίδιος Θεσσαλονικιός, να φτάσω την ιστορία μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Να κάνει έναν κύκλο. Στο πρώτο μέρος, στο Γκαίρλιτς, ο αφηγητής είναι Θεσσαλονικιός. Ήθελα να επιστρέφει η πλοκή στη Θεσσαλονίκη για να συναντήσει ο Σμυρνιός Αμπατζής τον Θεσσαλονικιό συν-στρατιώτη του. Είπες νωρίτερα ότι ήθελες να κάνεις κάτι δικό σου ολοκληρωτικά. Θεωρείς ότι έφτασες στο σημείο να μπορείς να το κάνεις με επάρκεια ή το ήθελες πολύ αλλά δεν το είχες επιδιώξει. Θεωρούσα ότι κάποιοι άλλοι που γράφουν σενάρια/κείμενα έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια στη συγγραφή. Θεωρώ άλλωστε τον εαυτό μου σχεδιαστή πιο πολύ. Από ένα σημείο και έπειτα, έχοντας κάνει πολλές συνεργασίας, με κούρασε όλο αυτό, ήθελα να το κάνω και μόνος μου, να πω τα πράγματα όπως εγώ θέλω, να μη δίνω λογαριασμό σε κανέναν. Είναι και δύσκολο πράγμα οι συνεργασίες. Έχουν και θετικά και αρνητικά. Τις περισσότερες φορές είναι φίλοι μου οι συνεργάτες, αλλά σε όλες τις σχέσεις υπάρχουν και «κόντρες». Όταν είμαι ολομόναχος, ο μόνος που έχω να κοντράρω είναι ο εαυτός μου. Πώς σου αρέσει να αποκαλείσαι ως καλλιτέχνης; Δεν μου αρέσει να αποκαλούμαι «καλλιτέχνης» (γέλια). Υπάρχει μια διάχυτη, παρεξηγημένη εικόνα του καλλιτέχνη, που είναι κάπως χασομέρης και όταν του έρχεται η έμπνευση δημιουργεί. Ένας καλλιτέχνης δουλεύει σκληρά. Είναι σκληρά εργαζόμενος. Οπότε ας πούμε ότι προτιμώ το «σκληρά εργαζόμενος άνθρωπος». Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση ή δυσκολία στην κατάστρωση των σεναρίων αυτής της τετραλογίας; Να μην κάνω κάποιο ιστορικό λάθος. Να μην πω κάτι το οποίο είναι σφάλμα ιστορικά… Τι ορίζεις ως σφάλμα στην ιστορική αφήγηση; Να κάνω κάποιο λάθος στις ημερομηνίες για παράδειγμα… Στα γεγονότα επομένως, όχι στην ερμηνεία. Ναι, ναι, στα γεγονότα. Η ερμηνεία είναι δική μου. Με απασχολεί να είμαι πιστός στα γεγονότα. Να μην κάνω κάποιο λάθος πραγματολογικό. Μετά το πώς θα τα εντάξω όλα αυτά στην αφήγηση είναι κάτι άλλο. Μου πήρε καιρό βέβαια να το τελειώσω το «1936». Είχα ολοκληρώσει το story board πάνω από έναν χρόνο πριν και μου έβγαινε όλο τόσο εύκολα και αβίαστα που απλά το άφησα στην άκρη και έκανα ένα άλλο βιβλίο. Μου φαινόταν προβληματική, κατά κάποιον τρόπο, η ευκολία που είχα να το φτιάξω. Οπότε έκανα ένα διάλειμμα. Και το ξαναέπιασα όταν ένιωθα πιο έτοιμος. Είχα κάνει ήδη τα τρία πρώτα μέρη σε σύντομο χρονικό διάστημα και με προβλημάτισε μήπως η ευκολία μου στο τέταρτο μέρος έβγαινε προς τα έξω σαν «μανιέρα». Σίγουρα, μια και μιλάμε για μια σειρά, πρέπει να υπάρχει ενιαία αισθητική. Αλλά φοβήθηκα μήπως φτάσω στο σημείο να κάνω το ίδιο και το ίδιο. Σχετικά με την έρευνα που χρειάστηκε να κάνει για το «1936», ο Πέτρου μας αναφέρει: «Το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής εκτυλίσσεται σε μια φυλακή. Ο κόσμος της φυλακής είναι σκληρός. Έχει βία, βρισίδι, πεσίματα, ναρκωτικά, κακοποιήσεις. Η φυλακή που διάλεξα να πάω τον ήρωά μου ήρθε μετά από πολύ ψάξιμο. Αναζητούσα υλικό για το πώς ήταν οι φυλακές στην Ελλάδα εκείνης της περιόδου. Δεν ήθελα να κάνω μια φυλακή απρόσωπη και διεκπεραιωτική. Αρχικά έλεγα να τον πάω στην Αίγινα. Είδα όμως το ντοκιμαντέρ “Ο σιωπηλός μάρτυρας” του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου, που είναι για τη φυλακή των Τρικάλων, και του ζήτησα άδεια για να χρησιμοποιήσω κάποιες εικόνες – γιατί η φυλακή δεν υπάρχει πλέον, έχει γκρεμιστεί στα Τρίκαλα και στο σημείο είναι το Μουσείο Τσιτσάνη. Ψάχνοντας σε εφημερίδες της εποχής, διαπίστωσα ότι η κατάσταση της φυλακής ήταν πολύ πολύ χειρότερη. Έγραφαν σε κάποια δημοσιεύματα ότι οι κρατούμενοι οπλοφορούσαν μέσα στη φυλακή. Σημειώνονταν επίσης συχνά αποδράσεις. Ήταν πολύ χειρότερα από αυτό που περιγράφω στο κόμικς. Λίγο Φαρ Ουέστ. Μπάτε σκύλοι αλέστε η φάση». Στα δύο πρώτα κόμικς της τετραλογίας, όπως και στο «1936», η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη με τον Αμπατζή να είναι ο αφηγητής και πρωταγωνιστής (με εξαίρεση τους Ομήρους του Γκαίρλιτς, όπου αφηγητής είναι ο Σαλονικιός Γιάννης Οικονόμου), ενώ στο «1923» η ενδοδιηγητική αφήγηση εγκαταλείπεται και το σενάριο είναι σχεδόν αποκλειστικά δραματοποιημένο, σαν μια σκηνική πράξη. Σχετικά με τις αφηγηματικές τεχνικές, ο Πέτρου μας είπε ότι όταν επέλεγε ο πρωταγωνιστής να είναι και αφηγητής αναγκαστικά δεν θα μπορούσε το ένα άτομο να έχει θέαση σε πολλά διαφορετικά πράγματα, ενώ όταν οι πρωταγωνιστές είναι πολλοί, αυξάνονται και οι εκφορές. Στην ερώτηση αν ένιωσε «όμηρος» της ιστορίας που έχει πλάσει, ακολουθώντας διαρκώς τον ήρωα και αφηγητή του και καταστρώνοντας συχνά μια ενδοδιηγητική αφήγηση, μας λέει ότι «πάντα κάτι χάνεις και κάτι κερδίζεις». Κλείσαμε τη συζήτησή μας με τον Πέτρου να μας εξηγεί τη σημασία της οπτικής πάνω σε ένα ιστορικό συγκείμενο, από τον τρόπο που δρουν ή άνθρωποι έως και τον τρόπο που εκφράζονται: «Πρέπει να βλέπεις και να σκέφτεσαι τα πράγματα με βάση το τότε συγκείμενο. Θα σας φέρω ένα παράδειγμα. Ένα παιδί που σήμερα είναι στη Β’ Λυκείου, πριν 100 χρόνια ήθελε να πάει στον πόλεμο. Και πήγαινε στον πόλεμο, γιατί το επέλεξε. Αυτό σήμερα είναι τελείως εξωπραγματικό. Σήμερα λογικά θα έκανε το παν για να το αποφύγει αυτό. Τότε οι άνθρωποι το βλέπανε ως τιμή, καθήκον και υποχρέωση να πάνε στον πόλεμο, και πήγαιναν. Μιλάμε για μια άλλη κοινωνία, κατά κάποιον τρόπο, για ένα άλλο πλαίσιο. Δεν μπορείς να κρίνεις με τη ματιά του 2024 την κατάσταση του 1930. Ήταν άλλοι άνθρωποι, με άλλες προσλαμβάνουσες, άλλη ψυχολογία. Τα έβλεπαν διαφορετικά τα πράγματα. Θα μου πεις: ‘και εσύ, ρε φίλε, πού ξέρεις πώς ήταν;”. Δεν ξέρω, προσπαθώ όμως να το ψυχανεμιστώ». Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- θανάσης πέτρου
- εκδόσεις ίκαρος
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Δύο πολύ σημαντικές εκδηλώσεις για τους λάτρεις των κόμικς πρόκειται να λάβουν χώρα το προσεχές Σάββατο 7 Οκτωβρίου. Οι εκδόσεις Ίκαρος, με αφορμή τα 80 χρόνια τους, σε συνεργασία με την Ελληνοαμερικανική Ένωση, διοργανώνουν δημιουργικό εργαστήρι με τον μετρ του είδους Αλέκο Παπαδάτο (Logicomix, Δημοκρατία, Αριστοτέλης). Το εργαστήρι διάρκειας 2,5 ωρών (16.00-18.30), είναι δωρεάν και απευθύνεται σε νεαρά άτομα 16-21 ετών που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στη δημιουργία κόμικς, με σκοπό να τα εισαγάγει στην τέχνη και την τεχνική των graphic novels. Απαραίτητη είναι η δήλωση συμμετοχής μέχρι 30/9 στο pr@ikarosbooks.gr ή στο 216 7005964 (405). Στη συνέχεια (19.00-20.30), θα πραγματοποιηθεί στρογγυλό τραπέζι με θέμα «Graphic Novel, Πολιτική και Ιστορία» με τους κορυφαίους δημιουργούς Αντώνη Νικολόπουλο (Soloúp), Αλέκο Παπαδάτο και Θανάση Πέτρου. ♦ Εργαστήριο με τον Αλέκο Παπαδάτο / Συζήτηση: «Graphic Novel, Πολιτική και Ιστορία» Πού: Ελληνοαμερικανική Ένωση (Μασσαλίας 22, Αθήνα) Πότε: Σάββατο 7/10/2023, ώρες 16.00-20.30 Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
-
- αλέκος παπαδάτος
- εκδόσεις ίκαρος
- (and 2 more)
-
Δύο ισχυρά ονόματα στο χώρο της τέχνης με έκαναν να πάρω το κόμικς αυτο χωρίς δεύτερη σκέψη ξέρωντας ότι θα πάρω κάτι καλό. .Τριβιζάς,λεξοπλάστης, φαντασία με έξυπνο χιούμορ,ιστορίες με δίδαγμα και αρκετες φορές απαισιοδοξο τέλος όπως είναι και στην πραγματική ζωή,γνωστος και στο εξωτερικό ,με αρκετά βραβεία και διακρίσεις στην κατοχή του. Κούτσης,ένας απο τους πολύ καλούς κομίστες που έχουμε που η δουλειά του ταξιδεύει έξω απο τα συνορά μας και μάλιστα σε απαιτητικό κοινό όπως των Η.Π.Α. ΥΠΟΘΕΣΗ Μία καμήλα έχει ένα όνειρο,να γίνει ανάλαφρη σαν ελάφι απαλλαγωντας απο την πλάτης της την καμπούρα της.Το αφεντικό της ένας βεδουίνος που την αγαπα και την εκτιμά πολυ δεν της χαλάει το χατήρι.Αλλά αυτή η επιπόλαιη απόφαση θα έχει και τις συνέπειες της. ΜΗΝΥΜΑ Αλληγορικό παραμύθι σχετικά με την ματαιοδοξία και τις αλόγιστες επεμβάσεις αισθητικής που γίνονται δίχως σκέψεις. ΙΣΤΟΡΙΑ / ΣΕΝΑΡΙΟ Δεν ξέρω αν προΰπήρχε σαν ιστορία πριν αλλά πρόκειται για ενα μικρό διήγημα δίχως πολλά και περιττά λόγια,περίτεχνα γραμμένο με την γνωστή δόση χιούμορ του συγγραφέα. ΣΧΕΔΙΟ/ΧΡΩΜΑ Μία μικρή ιστορία που θα μπορούσε να ξεδιπλωθεί σε ένα δισέλιδο ή το πολυ τρισέλιδο γίνεται κόμικς 27 σελίδων αλλά δεν με κούρασε καθόλου του εναντίον χάρηκα και απόλαυσα τα υπέροχα σχέδια και τα καταπληκτικά χρώματα του Νίκου που με μαεστρία έφτιαξε. ΤΕΧΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ Αλλά δυστηχως υπάρχουν και τα αρνητικά που αφορουν το τεχνικό μέρος,που κατά την γνώμη μου επηρεάζει άσχημα το καλλιτεχνικό μέρος.Ενώ περιγράφεται σαν Graphic novel για μένα δεν είναι.Το κόμικς είναι μόλις 27 σελίδες μέσα σε 80 σελίδες απο κουίζ,πληροφορίες για πίνακες διάσημων ζωγράφων που απεικόνισαν καμήλες στα έργα τους,και gallery του Νίκου που δεν είναι τίποτα άλλο απο μαυρόασπρες σελίδες του κόμιξ δίχως μπαλονάκια.Αρκετά χοντρες σελίδες για το προφανές,να φαίνεται πιο χορταστικό και να ανέβει η τιμή στα 17.90 που κατά εμένα είναι αρκετά τσιμπημένη τιμή.Αλλά Τριβιζας είναι αυτός πουλάει. Ο ΒΕΔΟΥΙΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ. Υ.Γ.Επειδή δεν ήξερα που να κατατάξω το αλμπουμ το έβαλα εδω εσεις βαλτε το εκει που αρμοζει καλύτερα.
-
Ο γηραιότερος σεναριογράφος κόμικς «στέλνει» τον Αριστοτέλη σε όλο τον κόσμο. Ήδη μεταφράζεται στα αγγλικά, γερμανικά, κινεζικά, τουρκικά, πορτογαλικά, ισπανικά και κορεατικά. Μέσα από τις 200 και πλέον σελίδες ενός κόμικς, ξεδιπλώνεται η ιστορία του ήρωα που άλλαξε τον κόσμο. Στους ώμους του δεν κυματίζει μπέρτα, από τα μάτια του δεν ξεχύνονται φλόγες, δεν διαθέτει πτητική ικανότητα, ούτε σκαρφαλώνει στα κτήρια. Αντιθέτως, πατάει στη γη, περιβάλλεται από μαθητές και η μόνη του... υπερδύναμη είναι η παρατήρηση και η έρευνα, η ισχύς της γνώσης. Ο ισχνός αυτός ήρωας με τα κοντά μαλλιά, τα μικρά μάτια και τα λεπτά άκρα λέγεται «Αριστοτέλης» και γεννήθηκε στα Στάγειρα της Χαλκιδικής το 384 π.Χ. Ένας ξεχωριστός «ήρωας», που τόλμησε στην εποχή του να θέσει στο τραπέζι της λογικής όλα τα μεγάλα ερωτήματα της ανθρωπότητας για τη δημιουργία του κόσμου, τη φύση του ανθρώπου, το περιβάλλον, τη φυσική ιστορία, το σύμπαν, την ηθική… Την ιστορία και το λόγο του σπουδαίου Έλληνα φιλοσόφου και επιστήμονα της αρχαιότητας, μεταφέρει εκλαϊκευμένα σε ένα κόμικς που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ίκαρος», ο γηραιότερος σεναριογράφος κόμικς στον κόσμο Τάσος Αποστολίδης, ενώ για την εικονογράφηση είναι υπεύθυνος ένας άνθρωπος… εθισμένος στην εικονική απεικόνιση της αρχαιότητας, ο Αλέκος Παπαδάτος. «Η φιλοσοφία είναι ένας οδηγός ζωής. Αν πραγματικά καταλάβεις τι λένε αυτοί οι άνθρωποι, η μέρα σου θα γίνει καλύτερη», δηλώνει στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Τάσος Αποστολίδης. «Στόχος μου είναι να περάσω τον λόγο του Αριστοτέλη με έναν εύκολο τρόπο, όπως είναι τα κόμικς, για να γοητεύσω νέους ανθρώπους και κυρίως εφήβους και να τους οδηγήσω σε μία διαδικασία συλλογισμών για να αντιμετωπίσουν καλύτερα το σήμερα και το αύριό τους. Μάλιστα, αν μετακινήσω λίγο παραπάνω τον στόχο μου, ελπίζω πως διαβάζοντάς το, ίσως αναζητήσουν και τα μεταφρασμένα πρωτότυπα έργα», συμπληρώνει. Ο «Αριστοτέλης» κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες και εκδόθηκε ήδη στα γαλλικά από τους εκδότες του «Αστερίξ» Dargaud, οι οποίοι για πρώτη φορά εκδίδουν έργο Ελλήνων δημιουργών. Ήδη μεταφράζεται στα αγγλικά, γερμανικά, κινεζικά, τουρκικά, πορτογαλικά, ισπανικά και κορεατικά για να κυκλοφορήσει μέσα στο τρέχον έτος. Ωστόσο, ο Τάσος Αποστολίδης χρειάστηκε επτά χρόνια για να τον ολοκληρώσει, εκ των οποίων τα τρία τα αφιέρωσε στην έρευνα. Τα σημαντικότερα γεγονότα που εκτυλίχτηκαν παράλληλα με τη ζωή του μεγάλου φιλοσόφου, αλλά και η ίδια του η ιστορία του Αριστοτέλη, (οι σπουδές του, το ότι υπήρξε δάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τη διδασκαλία του στο «Λύκειο», ο διωγμός του, τα παιδιά του κ.ά.) με απόλυτη ιστορική πιστότητα, «μπλέκονται» από τον έμπειρο χειριστή της μυθοπλασίας, με καθημερινούς διαλόγους, χιούμορ και αριστοτεχνικά «μπρος-πίσω». «Δεν έμεινα στο να πάρω μια μετάφραση και να τη μεταφέρω εικονικά. Αυτό θα ήταν λάθος. Προσπάθησα να κάνω μύθο τα στοιχεία της ζωής του και επειδή μια γραμμική αφήγηση συνήθως είναι βαρετή, έχει πολλά… flashback, ώστε να μη χάνει ο αναγνώστης το ενδιαφέρον της επόμενης σελίδας», εξηγεί. Στην ανάδειξη του έργου του παίζει πολύ σπουδαίο ρόλο η εικόνα, η οποία έχει τη δική της δύναμη. Η παραστατικότητα των εικόνων, με τις χαρακτηριστικές εκφράσεις των 50 και πλέον χαρακτήρων, με την πιστή απεικόνιση κτιρίων, ενδυμασιών και χρηστικών αντικειμένων, κάνουν πιο γλαφυρή την περιγραφή της καθημερινότητας των πόλεων και αποδίδουν την ατμόσφαιρα της εποχής. «Ακόμη κι αν δεν μένει κανείς στο διάβασμα των λόγων και κοιτάξει απλώς τις εικόνες, παίρνει ήδη αρκετές πληροφορίες. Άλλωστε από εκεί παράγονται οι ατμόσφαιρες και τα συναισθήματα που δεν μπορούν να φανούν στα λόγια», λέει. Μάλιστα, η συνεργασία του με τον Αλέκο Παπαδάτο ήταν… καρμική, καθώς ήταν ο πρώτος άνθρωπος στον οποίο απευθύνθηκε πριν από σχεδόν 45 χρόνια, όταν του πρότεινε ο διευθυντής του στην εφημερίδα Εγνατία – όπου δούλευε – να κάνει σύντομες ιστορίες σε καρέ, τα λεγόμενα comic strips, για να εμπλουτίσει την ύλη. Οι δυο τους πειραματίστηκαν τότε «παντρεύοντας» τα ταλέντα τους και το εγχείρημα πέτυχε. Καθηγητής μαθηματικών παραδίδει... «Όρνιθες» σε κόμικς Ο «Αριστοτέλης» δεν είναι το πρώτο έργο του 76χρονου συγγραφέα, αλλά η… κατάληξη μιας σειράς που ακολούθησε. Την αρχή την έκανε 50 χρόνια πριν, το 1973, με το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Ευθυμογραφήματα για κατηφείς και ολίγη μυθολογία για αδαείς». Πριν από αυτό, από τα φοιτητικά του ακόμη χρόνια δούλευε σε εφημερίδες και περιοδικά κάνοντας ευθυμογραφήματα, που πάντα είχαν κάποια σχέση με την αρχαιότητα. «Μπήκα έβδομος στο μαθηματικό και αφού αποφοίτησα άσκησα το επάγγελμα, διδάσκοντας σε φροντιστήρια και παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα. Κάποια στιγμή με προσέλαβαν στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή, όπου έζησα τα υπόλοιπα 36 χρόνια της ζωής μου μέχρι τη σύνταξή μου, ως καθηγητής μαθηματικών, ως διευθυντής και στο τέλος ως αντιπρόεδρος», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Όπως υποστηρίζει, τον ενδιέφερε εκπαιδευτικά να βάλει λίγη... τέχνη στα «ψυχρά» μαθηματικά και να γοητεύσει τους μαθητές με άλλο τρόπο. Έτσι δημιούργησε μια μαθητική θεατρική ομάδα, με την οποία δούλευαν όλο το χρόνο την παράσταση που θα ανέβαζαν στο τέλος της σχολικής χρονιάς. «Αποφάσισα να ανεβάσουμε τις «Όρνιθες» του Αριστοφάνη. Αλλά ήταν κάθε άλλο παρά εύκολο έργο, τα παιδιά δυσκολεύονταν να μάθουν τα λόγια, δεν μπορούσαν να συντονιστούν με το ποτέ μπαίνουν στη σκηνή και πότε βγαίνουν από αυτήν… Τότε μου ήρθε μία ιδέα, σαν να άναψε μία λάμπα πάνω από το κεφάλι μου». Η ιδέα αυτή ήταν να σχεδιάσει σε ένα χαρτί κάποια καρέ – όπως των κόμικς, όπου θα φαίνεται από πού μπαίνει ο μαθητής, τι λέει και από πού φεύγει στη συνέχεια. «Ήταν ένα προσχέδιο που θα το μελετούσαν και θα μάθαιναν τις κινήσεις και τα λόγια τους, χωρίς να διαβάζουν ένα ατελείωτο κείμενο. Φωτοτύπησα λοιπόν δυο-τρεις σελίδες με την εισαγωγή, τους τη μοίρασα και είδα ότι δούλεψε, η πρόβα άρχισε να πηγαίνει γρήγορα», αναφέρει. Έτσι λοιπόν έκανε το ίδιο και για όλο το υπόλοιπο κείμενο, με αποτέλεσμα η παράσταση να δοθεί με μεγάλη επιτυχία και ο ίδιος να μείνει – χωρίς αρχικά να το γνωρίζει, με… 200 ντεκουπαρισμένες σελίδες. «Πρόκειται για έναν όρο που σημαίνει σκηνοθεσία του καρέ και της σελίδας. Απευθύνθηκα στον Γιώργο Ακοκαλίδη, που δούλευε στην ίδια εφημερίδα με μένα ως γελοιογράφος και του πρότεινα να κάνουμε ένα κόμικς. Αρχικά μου είπε ότι αυτό είναι μια τρέλα, καθώς τη δεκαετία του '80 η Ελλάδα από τη μία υφίστατο μία… επίθεση από πολύ καλά ξένα κόμικς (Αστερίξ, Λούκυ Λουκ, Τεν-Τεν, Μαφάλντα) και επιπλέον γιατί το κόμικς τότε ήταν υπό διωγμόν, καθώς θεωρείτο υπεύθυνο για τη λογοπενία και τη στέρηση φαντασίας των νεαρών αναγνωστών», σημειώνει. Κλασικά έργα της αρχαιότητας σε κόμικς ταξιδεύουν στο εξωτερικό Παρά τις αμφιβολίες, οι δύο άνδρες άρχισαν να δουλεύουν τόσο τις «Όρνιθες» όσο τη «Λυσιστράτη» και τους «Αχαρνής», αλλά τους πήρε δύο χρόνια να βρουν εκδότη. «Τελικά βρήκαμε τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, μία θυγατρική της Αγροτικής Τράπεζας, που είχαν έναν... προχωρημένο διευθυντή, στον οποίο – αν και δεν άρεσε να διαβάζει κόμικς – άρεσε η ιδέα μας και αποφάσισε να το κάνει», λέει. Η πρώτη έκδοση, της πιο δημοφιλούς Λυσιστράτης, το 1983, είχε εντυπωσιακή απήχηση, αφού – όπως θυμάται ο κ. Αποστολίδης – μέσα σε μία εβδομάδα είχε πουλήσει 10.000 αντίτυπα. «Μετά απ' αυτήν την αποδοχή κι ενώ έως τότε ήμασταν ερασιτέχνες, αρχίσαμε να μπαίνουμε πια σε επαγγελματικούς ρυθμούς, διότι έπρεπε να παραχθεί μία σειρά των 11 κωμωδιών, κάτι που μας πήρε πάνω από έξι χρόνια στα οποία έπρεπε να δουλεύουμε πάρα πολλές ώρες, Κυριακές, αργίες και καλοκαίρια, γιατί αν η σειρά δεν είχε αλληλουχία, θα ξεχνιόταν. Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο εκείνη έγινα μπαμπάς και "είδα" την κόρη μου αφού πήγε στο δημοτικό», λέει χαριτολογώντας, για να περιγράψει τη δύσκολη εκείνη περίοδο της ζωής του. Η σειρά τελικά ολοκληρώθηκε το 1987 και ταυτόχρονα άρχισαν να γίνονται μεταφράσεις της Λυσιστράτης σε αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά, προκειμένου να πωλούνται στην Ελλάδα, σε πωλητήρια μουσείων και αρχαιολογικών χώρων, απευθυνόμενα σε τουρίστες. Με το κλείσιμο όλων των θυγατρικών της Αγροτικής Τράπεζας λίγα χρόνια αργότερα και μετά από μία σειρά περιπετειών με αθηναϊκούς εκδοτικούς οίκους κατέληξε στις εκδόσεις «Μεταίχμιο», όπου για 17 χρόνια έβγαζαν παλιά και νέα έργα του. Ο Τάσος Αποστολίδης μετά τα κόμικς «Οδύσσεια», «Αντιγόνη», «Ιφιγένεια», «Μύθοι του Αισώπου», «Οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αρχαία Ελλάδα» και πολλά άλλα, κατέληξε στον «Αριστοτέλη», ενώ ήδη εδώ και έναν χρόνο δουλεύει πάνω στον Πλάτωνα για να κάνει κάτι αντίστοιχο. «Στο πιο δύσκολο, σοβαρό και επίπονο που θα μπορούσε να καταλήξει μία τέτοια σειρά ήταν η φιλοσοφία. Άλλωστε φιλοσοφία είναι οι απαντήσεις στις ερωτήσεις των παιδιών, είναι κατανόηση και γνώση, είναι τρόπος ερμηνείας της φύσης, των ανθρώπων και της κοινωνίας και το κόμικς έχει τη δυνατότητα να μας ταξιδέψει...», κατέληξε. Και το σχετικό link...
- 1 reply
-
- 7
-
-
-
- αριστοτέλης
- τάσος αποστολίδης
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Το graphic novel «Αριστοτέλης» του Τάσου Αποστολίδη και του Αλέκου Παπαδάτου ετοιμάζεται να μεταφραστεί σε επτά γλώσσες και οι δημιουργοί του αφηγούνται στην «Κ» το ταξίδι του από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο. Λεπτομέρεια από το ελληνικό εξώφυλλο του graphic novel «Αριστοτέλης» Το 2016 ήταν το «Έτος Αριστοτέλη». Τότε ο Τάσος Αποστολίδης παρακολούθησε στη Θεσσαλονίκη μια σειρά από συζητήσεις και εκδηλώσεις του Διεπιστημονικού Κέντρου Αριστοτελικών Μελετών για για τη σπουδαία κληρονομιά του αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου. Εντυπωσιάστηκε για το πώς, 2000 χρόνια μετά τον θάνατό του, το έργο που άφησε πίσω του συνεχίζει να απασχολεί τον σύγχρονο άνθρωπο, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Κάπως έτσι ήρθε το τελικό «λάκτισμα» για τον Τάσο Αποστολίδη να βάλει μπρος ένα graphic novel για τον Αριστοτέλη. Είχε βέβαια πάντα στο μυαλό του να κάνει graphic novels για αρχαίους φιλοσόφους, και είχε ξεκινήσει να μαζεύει σχετική βιβλιογραφία για τη δημιουργία ενός κόμικ για τον φιλόσοφο από το 2014. Ο δημιουργός άλλωστε δεν έχει κρύψει την αδυναμία του για τον κόσμο της αρχαιότητας. Έχει διανύσει μια πορεία δεκαετιών στην ένατη τέχνη, έχοντας καταπιαστεί ξανά με θέματα προερχόμενα από την Αρχαία Ελλάδα: τις Κωμωδίες του Αριστοφάνη, τους Μύθους του Αισώπου, την Ιφιγένεια, την Αντιγόνη, την Οδύσσεια αλλά και κόμικ για τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αρχαία Ελλάδα. Πέρα από κομίστας, ο Τάσος Αποστολίδης ήταν για 40 χρόνια και εκπαιδευτικός. «Ζει μέσα μου ο δάσκαλος», όπως λέει χαρακτηριστικά. Είναι αυτό που του ξυπνά την επιθυμία να μεταδώσει κάποια σημαντικά γι αυτόν πράγματα και στο κοινό, μέσα από τον διασκεδαστικό κόσμο των καρέ των κόμικ, εκλαϊκεύοντας και δραματοποιώντας αυτά τα έργα. Ύστερα λοιπόν από τρία χρόνια έρευνας και γραφής του σεναρίου, ο Τάσος Αποστολίδης συναντήθηκε με τον Αλέκο Παπαδάτο (βρίσκεται πίσω από το «Logicomix» μαζί με την Άννι Ντι Ντόνα) για την ολοκλήρωση του εγχειρήματος, μια διαδικασία που κράτησε άλλη μία τριετία περίπου. Ο δεύτερος είχε μόλις ολοκληρώσει το graphic novel «Δημοκρατία» κι ήταν έτσι «ζεστός» από το κλίμα της Αρχαίας Ελλάδας. Μάλιστα το βιβλίο έγινε ουσιαστικά συγχρόνως σε δύο γλώσσες: ενώ γραφόταν λοιπόν στα ελληνικά, την ίδια στιγμή μεταφραζόταν στα γαλλικά. Κάτι που σημαίνει ότι ο Αλέκος Παπαδάτος ενσωμάτωνε συγχρόνως τα αρχεία και για τις δύο γλώσσες. Η δημιουργική ομάδα του «Αριστοτέλη» είχε επίσης να ξεπεράσει και το ζήτημα της απόστασης: ο Τάσος Αποστολίδης έμενε στη Θεσσαλονίκη, ο Αλέκος Παπαδάτος εκείνο το διάστημα βρισκόταν στη Γαλλία, η μεταφράστρια στην ίδια χώρα αλλά σε άλλη πόλη και οι δύο εκδότες στις Βρυξέλλες και στην Αθήνα. Όπως καταλαβαίνετε, τo κόμικ δουλεύτηκε από απόσταση μέσα από αυτό το μικρό «δίκτυο» και υπήρχαν οι προκλήσεις του συντονισμού. Το πλάνο ήταν τον Σεπτέμβριο του 2022 το βιβλίο να κυκλοφορήσει συγχρόνως στη Γαλλία και στις γαλλόφωνες χώρες από την Dargaud – την εκδοτική εταιρεία που τυπώνει το «Αστερίξ και Οβελίξ» – και φυσικά στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίκαρος. Στην έκθεση βιβλίου της Φρανκφούρτης που ακολούθησε τον Οκτώβριο το βιβλίο τράβηξε το ενδιαφέρον από εκδότες της Κίνας, ενώ επίσης άρχισε να προχωρά η κυκλοφορία του «Αριστοτέλη» στην Τουρκία, στην Πορτογαλία, στη Γερμανία (θα βρίσκεται στα ράφια των γερμανικών βιβλιοπωλείων τον Ιούνιο), ενώ ο φιλόσοφος ετοιμάζεται να «μιλήσει» ακόμα και ισπανικά και κορεάτικα. Επίσης έχει ολοκληρωθεί και η μετάφραση του βιβλίου στα «διεθνή» αγγλικά, που δεν θα μπορούσαν να λείπουν από τη λίστα, σε μορφή e-book. Το να μεταφέρεις φιλοσοφικές έννοιες στη «λαϊκή» μορφή ενός κόμικ, δεν είναι φυσικά εύκολο. Ο Τάσος Αποστολίδης είναι και μαθηματικός και η επιστήμη του τον βοήθησε, μιας και – όπως λέει και ο ίδιος – «τα μαθηματικά με τη φιλοσοφία είναι πολύ κοντά». Μια βασική βέβαια δυσκολία ήταν το γεγονός ότι το υλικό που υπάρχει από τον Αριστοτέλη ήταν σημειώσεις για τα μαθήματά του κι όχι κείμενο προορισμένο να εκδοθεί, και άρα δεν ήταν λόγιο αλλά αρκετά «ξερό» και κοφτό στο ύφος του. Αυτό δυσκόλεψε τον δημιουργό στο να δώσει τελική μορφή σε έννοιες στο κόμικ του. Στη θεματολογία αυτή πάντως, παραμόνευε και μία «ευκολία»: η Αρχαία Αθήνα δεν μας κληροδότησε μόνο τη δημοκρατία αλλά και τον διάλογο. Δηλαδή, μία από τις βασικές δομές των graphic novels. Και ένα επίσης βασικό συστατικό της φιλοσοφίας. Κάπως έτσι, δύο «μακρινοί» κόσμοι ενώνονται και ακόμα και δύσβατα σημεία φιλοσοφικών θεωριών μπορούν να γίνουν κατανοητά σε έναν αναγνώστη. Υπήρχαν φυσικά και σκόπελοι που έπρεπε να ξεπεράσει ο Αλέκος Παπαδάτος δημιουργώντας τα πρόσωπα για το κόμικ. Ας πούμε, στις προτομές που διασώζονται ο Αριστοτέλης έχει μια όψη βλοσυρή, κάτι που δεν ήθελε να μεταφέρει στο συγκεκριμένο βιβλίο και έτσι έπρεπε να «μαλακώσει» τη μορφή του, δεδομένου ότι το κόμικ έχει και χιουμοριστικά στοιχεία. Κι έπειτα, είχε το δύσκολο έργο να φτιάξει γύρω στους 50 ακόμα χαρακτήρες για τους οποίους δεν υπήρχαν πάντα επαρκείς πηγές, κι έπρεπε από τη μία να προκύψουν από τη φαντασία του δημιουργού κι από την άλλη να φροντίσει να είναι διακριτοί μεταξύ τους. Τελικά ένα graphic novel για έναν φιλόσοφο σαν τον Αριστοτέλη, ποιον αναγνώστη «κυνηγάει»; «Το ότι τα κόμικ είναι κυρίως παιδικά και εφηβικά είναι ένας μύθος», όπως επιβεβαιώνει ο Τάσος Αποστολίδης. Εξάλλου, άνθρωποι που σήμερα είναι 50, 60 ή και μεγαλύτεροι, γαλουχήθηκαν με κόμικ όπως ο Αστερίξ, η Μαφάλντα και τόσα άλλα, «άρα έχουμε μια διαμορφωμένη αναγνωστική ομάδα αρκετά μεγάλη σε όλο τον κόσμο». Ο Αλέκος Παπαδάτος από την πλευρά του, χαίρεται που κατάφεραν να φτιάξουν «έναν ήρωα που μας μαθαίνει κάτι παραπάνω και είναι συμπαθής, γίνεται τελικά ένας από εμάς: έχει τους έρωτές του, τις απογοητεύσεις του, τις χαρές του και τις λύπες του». Ο αναγνώστης που είχαν στο μυαλό τους ήταν – μεταξύ άλλων – και οι ίδιοι, «για να γίνουμε οι κριτές του». Στόχος όμως ήταν και να γίνει προσβάσιμο σε όλους, «από 17 έως 77 ετών όπως λέμε στα κόμικ», θα καταλήξει ο ένας εκ των δύο δημιουργών. Το graphic novel «Αριστοτέλης» του Τάσου Αποστολίδη και του Αλέκου Παπαδάτου κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίκαρος. Και το σχετικό link...
-
- 6
-
-
-
- αριστοτέλης
- τάσος αποστολίδης
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
Το πολυαναμενόμενο κόμικς των Τάσου Αποστολίδη και Αλέκου Παπαδάτου για τον Αριστοτέλη μάς ταξιδεύει με τον πιο σύγχρονο και χιουμοριστικό τρόπο στη ζωή και τη σκέψη του Σταγειρίτη φιλοσόφου. Γεννήθηκε σε μια εποχή πολυδιάσπασης του ελληνικού κόσμου. Ο θάνατός του συνέπεσε με την απαρχή μιας πρωτόγνωρης νέας εποχής αυτοκρατοριών και ανάμειξης των πληθυσμών. Υπήρξε μαθητής εκείνου που πρώτος καθόρισε την έννοια της λέξης «φιλοσοφία» και συνάμα ήταν προϊόν της πρώτης φιλοσοφικής σχολής που ιδρύθηκε ποτέ. Στη συνέχεια έγινε δάσκαλος ενός από τους μεγαλύτερους κατακτητές της Ιστορίας. Ήταν ο τελευταίος μιας σειράς στοχαστών, κορυφώνοντας μια διανοητική πορεία περίπου δυόμισι αιώνων που εξελίχθηκε στο πλαίσιο της πόλεως-κράτους. Πίστευε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν έμφυτη την επιθυμία για τη γνώση. Και το απέδειξε: όντας φιλοπερίεργος και αχόρταγος «βιβλιοφάγος», ανέπτυξε μια ευρυμάθεια απίστευτη για την εποχή του. Σύγχρονός μας – παρότι αρχαίος – καθώς ο τρόπος με τον οποίο ταξινόμησε και διευθέτησε τα συγγράμματά του σε ποικίλους τομείς της ανθρώπινης γνώσης (λογική, φυσική, οντολογία, ηθική, πολιτική, ρητορική-ποιητική) θυμίζει σύγχρονη επιστημονική πραγματεία. Αν και δεν μας διασώθηκε τίποτα απ’ όσα δημοσίευσε ενόσω ζούσε, τα «εσωτερικά» κείμενα της Σχολής του, που μας κληροδοτήθηκαν, καθόρισαν σε ασύλληπτο βαθμό τη σκέψη των ανθρώπων σε Ανατολή και Δύση επί δύο χιλιάδες χρόνια. Σήμερα δεν είναι πια η «αυθεντία», αλλά ο τρόπος που σκεφτόμαστε και γράφουμε έχει καθοριστεί από τον Σταγειρίτη φιλόσοφο του 4ου π.Χ. αιώνα, τον Αριστοτέλη. Πολλές βιβλιοθήκες έχουν γραφτεί για το έργο του. Πόσα όμως πραγματικά γνωρίζουμε για τη ζωή ενός από τους σημαντικότερους θεμελιωτές της παγκόσμιας φιλοσοφικής και επιστημονικής σκέψης; Και πώς θα μπορούσε να γίνει προσιτή η σκέψη ενός στοχαστή που έχει γράψει επί παντός επιστητού; Η απάντηση βρίσκεται στο εξαιρετικό κόμικς «Αριστοτέλης» των Τάσου Αποστολίδη και Αλέκου Παπαδάτου, που κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2022 από τις εκδόσεις Ίκαρος. Πρόκειται για ένα αισθητικό και αφηγηματικό κόσμημα, που αν μη τι άλλο πετυχαίνει έναν άθλο: να συνοψίσει σε 216 σελίδες τον βίο και τη διαμόρφωση ενός φιλοσόφου, η σκέψη του οποίου δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί αν προσεγγιστεί επιφανειακά. Οι δημιουργοί του «Αριστοτέλη» είναι γνωστοί και ιδιαίτερα αγαπητοί στο κομιξόφιλο κοινό. Ο Τάσος Αποστολίδης (μαθηματικός και επί 42 χρόνια εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια ιδιωτική εκπαίδευση) από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 έχει γράψει σενάρια και, σε συνεργασία με Έλληνες σχεδιαστές, έχει διασκευάσει σε κόμικς κλασικά έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας (κωμωδίες του Αριστοφάνη, μύθους του Αισώπου, έργα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αρχαία Ελλάδα κ.ά.). Το σενάριο για τον «Αριστοτέλη» άρχισε να δουλεύεται το 2016, χρονιά κατά την οποία ο συγγραφέας παρακολούθησε συστηματικά τις εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στην πόλη του, Θεσσαλονίκη, για τον εορτασμό του «Επετειακού Έτους Αριστοτέλη». Ο Αλέκος Παπαδάτος μάς είναι γνώριμος από τις δύο προηγούμενες σχεδιαστικές, διεθνώς αναγνωρισμένες δουλειές του, το «Logicomix» και τη «Δημοκρατία». Η εμπειρία του από την εικονογράφηση κόμικς με φιλοσοφικό και αρχαιογνωστικό θέμα αντίστοιχα, τον κατέστησε τον πλέον κατάλληλο για την παρουσίαση αυτού του τεράστιου κεφαλαίου του ανθρώπινου στοχασμού. Ένα κόμικς που περιγράφει τη ζωή ενός στοχαστή της αρχαιότητας δεν μπορεί παρά να αναπτύσσεται σε τρεις άξονες: της βιογραφίας, της φιλοσοφίας και της ανασύστασης μιας ολόκληρης εποχής. Το ξεδίπλωμα της ιστορίας βασίζεται σε ένα σεναριακό τέχνασμα: στην αφήγηση του Θεόφραστου, διάδοχου του Αριστοτέλη στη διοίκηση του «Λυκείου». Βρισκόμαστε στο 315 π.Χ., επτά χρόνια μετά τον θάνατο του ιδρυτή της Περιπατητικής Σχολής. Έπειτα από μια «κινηματογραφική» εισαγωγή, ο Θεόφραστος ξεκινάει να αφηγείται στους σπουδαστές την περιπετειώδη ζωή του δασκάλου. Η αφήγηση ξεκινάει στα 323, όταν ο Αριστοτέλης πληροφορείται τον θάνατο του Αλέξανδρου στη Βαβυλώνα και αμέσως αποφασίζει να εγκαταλείψει την Αθήνα μαζί με την οικογένειά του, λόγω του αντιμακεδονικού μένους, ώστε να προλάβει τους συνωμότες και «να μην επιτρέψει στους Αθηναίους να κάνουν δύο φορές το ίδιο έγκλημα κατά της φιλοσοφίας» (η πρώτη φορά ήταν η καταδίκη του Σωκράτη). Κατά τη φυγή του, αναπολεί τη μέρα που, «δεκαεφτάχρονο επαρχιωτόπουλο», έφτασε στην Αθήνα και πρωτοεπισκέφτηκε την «Ακαδημία». Τα πρώτα του μαθήματα. Τις αντιλογίες προς τους καθηγητές του. Τις συζητήσεις του με τον Πλάτωνα. Την ανάπτυξη του δικού του φιλοσοφικού συστήματος. Τα ταξίδια του στην Άσσο και στη Λέσβο. Την ανάληψη της εκπαίδευσης του νεαρού Μακεδόνα Αλέξανδρου. Την επιστροφή του στην Αθήνα και την ίδρυση του «Λυκείου»… Με μια ενδιαφέρουσα χρωματική εναλλαγή, ο Παπαδάτος μάς ταξιδεύει σε δύο παράλληλες χρονικές περιόδους: στον «παροντικό» χρόνο του Θεόφραστου, με παλέτα μπλε ουλτραμαρίν, και στον «παρελθοντικό» χρόνο της ζωής του Αριστοτέλη, με παλέτα σε αποχρώσεις της σέπιας. Το άψογο σχέδιο, που ισορροπεί μεταξύ τρυφερής και καρικατουρίστικης απόδοσης των μορφών, διατηρεί την ανάγνωση αμείωτα απολαυστική. Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής δεν απεικονίζεται με το κλασικιστικό κλέος που συνήθως τον περιβάλλει, αλλά ως ένας μικρόσωμος συμπαθής ανθρωπάκος με καθημερινά πάθη και άγχη που ταυτόχρονα στοχάζεται για τα υψηλά και τα ωραία. Όσο για τον «κύκλο των χαμένων στοχαστών» της Σαλαμίνας, αποτελεί κατά τη γνώμη μου το πιο ξεκαρδιστικά ευρηματικό κομμάτι του κόμικς… Παρά τον εκλαϊκευτικό του χαρακτήρα, λόγω του πυκνογραμμένου κειμένου και της πληθώρας των εμφανιζόμενων χαρακτήρων, ο «Αριστοτέλης» απαιτεί τη συγκέντρωσή μας. Η καθημερινότητα στην Αθήνα ή στην Πέλλα της Μακεδονίας δεν χρησιμοποιείται παρά ως το σκηνικό όπου ο Αριστοτέλης, με διάφορες αφορμές, εμπνέεται και αναπτύσσει τις φιλοσοφικές θεωρίες του. Θεωρίες όπως του παραγωγικού συλλογισμού, της εντελέχειας, των τεσσάρων αιτίων και του «πρώτου κινούντος ακινήτου» εξηγούνται με τρόπο μοναδικό και διόλου κουραστικό, κάνοντάς μας κοινωνούς των βασικών αρχών της αριστοτελικής σκέψης. Και βέβαια, οι δημιουργοί δεν «χαρίζονται» στον κατά τ’ άλλα σπουδαίο και διαχρονικό φιλόσοφο όταν, ακόμη και αυτός (σε αντίθεση π.χ. με τον λίγο μεταγενέστερο, κατά πολύ προοδευτικότερο και ανοιχτόκαρδο Επίκουρο), αναπαράγει τις κυρίαρχες αντιλήψεις της αρχαιοελληνικής κοινωνίας για τις γυναίκες και τους ξένους. Το κόμικς των Αποστολίδη και Παπαδάτου ενδείκνυται σίγουρα ως εισαγωγή στον Αριστοτέλη. Εκτός αυτού όμως, μπορεί να διαβαστεί και ως ένα σεναριακά προσεγμένο και αισθητικά άρτιο εικονογραφημένο αφήγημα με εξαιρετικά καλοδουλεμένους χαρακτήρες και άφθονο χιούμορ, το οποίο εναλλάσσεται με… αριστοτελική μεσότητα ανάμεσα σε πολιτικές αντιπαραθέσεις, φιλοσοφικούς στοχασμούς και κοσμολογικές αναζητήσεις. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- αριστοτέλης
- αλέκος παπαδάτος
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Αριστοτέλης: Η Athens Voice προδημοσιεύει αποκλειστικά ένα απόσπασμα του κόμικς των Αλέκου Παπαδάτου & Τάσου Αποστολίδη που θα κυκλοφορήσει από τις Εκδ. Ίκαρος. Είναι ο φιλόσοφος οι ιδέες του οποίου επέδρασαν όσο κανενός άλλου στην παγκόσμια διανόηση διαρκώς επί είκοσι τέσσερις αιώνες. Ο Αριστοτέλης και η ζωή και φιλοσοφική του σκέψη έγιναν ένα εκτενές graphic novel που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις Εκδόσεις Ίκαρος. Το σενάριο υπογράφει ο Τάσος Αποστολίδης (Οι Κωμωδίες του Αριστοφάνη κ.ά.) και το σχέδιο ο Αλέκος Παπαδάτος (Logicomix, Δημοκρατία κ.ά.). Το εγχείρημα δεν είναι εύκολο. Οι δύο συγγραφείς κατορθώνουν σε 216 σελίδες να ξετυλίξουν το νήμα της συναρπαστικής ζωής, της προσωπικότητας και της στοχαστικής ιδιοφυΐας του μεγαλύτερου φιλοσόφου όλων των εποχών. Με μια αφήγηση κατά βάση δραματοποιημένη, ενίοτε τριτοπρόσωπη, μ’ ένα σενάριο έντονο και ρυθμικό και με τον Αλέκο Παπαδάτο να ξεδιπλώνει – ίσως περισσότερο από ποτέ – τη δεινότητά του στα τεχνικά σημεία, στον χειρισμό των καρέ, στην – όχι απλά ικανοποιητική – εικονογράφηση ενός εκτενούς και απαιτητικού σεναρίου με πολύ κείμενο, ο αναγνώστης βρίσκεται σε συνεχή διάλογο μ’ ένα κόμικ του οποίου ο ειδολογικός χαρακτηρισμός ξεπερνά την ιστορία και τη βιογραφία. Η ιστορία βρίσκει στην αρχή της αφήγησης τον Αριστοτέλη στην Αθήνα αντιμέτωπο με το αντιμακεδονικό μένος που έχει ξεσπάσει μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αναγκασμένο να εγκαταλείψει για άλλη μια φορά την πόλη που αγάπησε. Διά στόματος Θεόφραστου (υπηρετεί την πλοκή ως αφηγητής), φίλου του Αριστοτέλη και διαδόχου του στο «Λύκειο», βλέπουμε τη ζωή του στοχαστή: από την Αθήνα, την Άσσο, τη Λέσβο, την Πέλλα και τη Μίεζα, στα Στάγειρα, τους Δελφούς, πάλι την Αθήνα και τέλος τη Χαλκίδα. Με εντυπωσιακά πάνελ, συνδυασμό πεζού κειμένου και εικόνων, στακάτες προτάσεις (όπου η αφήγηση είναι δραματοποιημένη), με καρέ που υπηρετούν άριστα το μέσο και τις σελίδες γεμάτες με κάθε λογής τεχνικές εικονογραφικής απεικόνισης, ο Αριστοτέλης των Τάσου Αποστολίδη και Αλέκου Παπαδάτου είναι μία από τις πιο εκλεκτικές και σίγουρα καλύτερες ελληνικές κυκλοφορίες κόμικς των τελευταίων ετών. Η Annie Di Donna, που χρωμάτισε το κόμικς, κατορθώνει να ξεφύγει από το να το κάνει απλά ομορφότερο συνεισφέροντας ουσιαστικά, καθώς με τα χρώματα που επιλέγει κάνει ευδιάκριτη τη χρονική εναλλαγή της αφήγησης από τριτοπρόσωπη σε δραματοποιημένη. Ο Αποστολίδης επιλέγει να αφηγηθεί τη ζωή του μεγαλύτερου στοχαστή όλων των εποχών αδιαφορώντας για σύγχρονες ματιές πάνω στο έργο και κυρίως την προσωπικότητά του. Η αποστασιοποίησή του από τη σύγχρονη κριτική, η οποία έχει μεταξύ άλλων κατηγορήσει τον Αριστοτέλη για σεξισμό και υπεράσπιση της δουλείας, δίνει μεγάλη ανάσα στην αφήγησή του, καθώς προσδίδει διαχρονικότητα στη δουλειά του – μακριά από επίκαιρες και ίσως επιπόλαιες απόψεις. Δείχνει η αντιμετώπισή του αυτή, τέλος, ότι έχει κατανοήσει σε βάθος ότι η προσέγγιση του Αριστοτέλη στην ηθική ήταν εμπειρική – δηλαδή βασιζόταν στην παρατήρηση. Και στην παρατήρησή του αυτή εντασσόταν φυσικά και ο ήδη παγιωμένος και διαμορφωμένος κόσμος που τον περιέβαλλε. Και το σχετικό link...
- 2 replies
-
- 10
-
-
-
-
- αριστοτέλης
- αλέκος παπαδάτος
- (and 3 more)
-
Εκατό χρόνια μετά το τραγικό 1922, η μικρασιατική εκστρατεία, ο ξεριζωμός και ο Γολγοθάς της προσφυγιάς ξαναζωντανεύουν μέσα από πέντε αξιόλογα ιστορικά κόμικς. Απόσπασμα από το «Αϊβαλί» του Soloup Ένας αιώνας συμπληρώθηκε από τη Μικρασιατική Καταστροφή – όπως ονομάστηκε η κορύφωση των κεμαλικών διωγμών και το ξερίζωμα του χριστιανικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου. Ένα τραύμα χαραγμένο στο συλλογικό ασυνείδητο, με την εικόνα της φλεγόμενης Σμύρνης να συμβολίζει όσο καμία άλλη τον ενταφιασμό του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Μακριά από εθνικιστικές μονομέρειες, η αφορμή 100 χρόνων από την καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού προσφέρεται για μελέτη και αναστοχασμό: στοιχεία απαραίτητα για την καλλιέργεια ιστορικής συνείδησης, που παραμένει το ζητούμενο σε μια εποχή όπου ο φανατισμός συνυπάρχει με (και τροφοδοτείται από) την αφασία ενός άχρωμου, λοβοτομημένου παρόντος. Ως ελάχιστη συμβολή προς αυτή την κατεύθυνση προτείνουμε πέντε αξιόλογες ελληνικές εκδόσεις οι οποίες αφηγούνται με τη γλώσσα των κόμικς τα γεγονότα της εποχής εκείνης. «Αϊβαλί» (εκδ. Κέδρος) Το «Αϊβαλί» του Soloup έχει γράψει τη δική του εκδοτική ιστορία. Πολυβραβευμένο και πολυμεταφρασμένο, το μνημειώδες γκράφικ νόβελ 440 σελίδων μάς μιλάει για το δράμα και την αξιοπρέπεια των απλών ανθρώπων στη δίνη του 1922, για την ανθρώπινη περιπέτεια στα άγρια κύματα της ιστορίας. Ο Soloup ταξιδεύει από τη Μυτιλήνη στο Αϊβαλί. Συναντάει ανθρώπους της «άλλης πλευράς». Ξεψαχνίζει ιστορικά αρχεία. Και αφήνει τέσσερις Αϊβαλιώτες, τρεις Έλληνες κι έναν Τούρκο, να αφηγηθούν την ιστορία τους: τον Φώτη Κόντογλου, τον Ηλία Βενέζη, την Αγάπη Βενέζη-Μολυβιάτη και τον Αχμέτ Γιορουλμάζ. Μέσω αυτών μας ξανασυστήνει την Ανατολή: την «καθ’ ημάς», αλλά και των «άλλων». Τη Μικρασία των αρχαίων, βυζαντινών και νεότερων λογίων Ελλήνων που περήφανα έφεραν στην κουλτούρα τους οι πρόσφυγες του ’22, αλλά και την πατρίδα των τόσο άγνωστων και τόσο οικείων μας γειτόνων, με τους οποίους τόσες οδυνηρές μνήμες μας χωρίζουν, αλλά και τόσοι αιώνες συνύπαρξης μας ενώνουν. «1922 – Το τέλος ενός ονείρου» (εκδ. Ίκαρος) Ως συνέχεια του βιβλίου «Οι όμηροι του Γκαίρλιτς», το κόμικς του Θανάση Πέτρου ακολουθεί κάποιους από τους ήρωες στην πορεία προς τη Μικρασιατική Καταστροφή. Πρόκειται για την πιο αριστοτεχνικά αποδοσμένη σύνοψη των δύο χρόνων στρατιωτικών επιχειρήσεων που προηγήθηκαν της εισόδου των κεμαλικών στρατευμάτων στη Σμύρνη. Καρέ από το «1922» του Θανάση Πέτρου Κεντρικός πρωταγωνιστής ο Σμυρνιός Γιώργης Αμπατζής που, μετά την επάνοδό του από το Γκέρλιτς της Γερμανίας, κατατάχτηκε στον ελληνικό στρατό. Τον συναντάμε τον Αύγουστο του 1920, δεύτερο χρόνο μετά την έναρξη της ελληνικής κατοχής της ζώνης της Σμύρνης, να προελαύνει προς Ανατολάς με τον λόχο του, διασχίζοντας την Αλμυρά Έρημο. Μέσα από τη βασανιστική αυτή πορεία, που ξεκίνησε για την αντιμετώπιση των ανταρτών του Κεμάλ, παρακολουθούμε την καθημερινότητα των Ελλήνων στρατιωτών. Μια καθημερινότητα γεμάτη κακουχίες, στερήσεις, αιφνιδιαστικές επιθέσεις, πολύνεκρες μάχες και ελάχιστες στιγμές ψυχαγωγίας. Ο διχασμός ανάμεσα στους στρατιώτες είναι κυρίαρχος, ενώ οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα (π.χ. ήττα Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης/14ης Νοεμβρίου 1920, δημοψήφισμα για την επιστροφή του βασιλιά) εντείνουν την αποσάθρωση του στρατεύματος. Τα αλλοπρόσαλλα και χιμαιρικά σχέδια που εκπόνησε η αντιβενιζελική κυβέρνηση οδηγούν σε στασιμότητα. Ειδικά μετά την αποτυχία της εκστρατείας προς την Άγκυρα, το καλοκαίρι του 1921, το ηθικό των φαντάρων κάμπτεται. Ο Πέτρου δεν... χαρίζει κάστανα στην ελληνική πλευρά: τα έκτροπα Ελλήνων στρατιωτών σε βάρος του άμαχου τουρκικού πληθυσμού (σφαγές, τρομοκρατία, βιασμοί) είναι διάχυτα στην αφήγηση, ενώ από την άλλη δεν λείπουν στιγμές πονοψυχίας προς τον πληγωμένο αντίπαλο. Το «Τέλος ενός ονείρου» ολοκληρώνεται με τη μεγάλη τουρκική αντεπίθεση της 13ης/26ης Αυγούστου 1922, τη διάλυση του μετώπου Εσκί Σεχίρ-Αφιόν Καραχισάρ, την άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού και την πανικόβλητη μαζική φυγή των αγροτικών ελληνικών πληθυσμών από την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας προς τη Σμύρνη. «1923 – Εχθρική πατρίδα» (εκδ. Ίκαρος) …και από τη γενική υποχώρηση πριν από την καταστροφή, μεταφερόμαστε στον Πειραιά και στα περίχωρά του τον Σεπτέμβρη του ’22, αμέσως μετά την καταστροφή. Η ίδια η καταστροφή είναι αποτυπωμένη στις συνέπειές της: στο χάος που έχει φτάσει στην Ελλάδα σαν ωστικό κύμα. Στα αντίσκηνα που έχουν καταλάβει κάθε πεζοδρόμιο, κάθε πλατεία, κάθε δημόσιο χώρο. Στα μάτια των εξαθλιωμένων προσφύγων που κατακλύζουν τη νέα, αφιλόξενη πατρίδα. Απόσπασμα από το «1923» του Θανάση Πέτρου Από τα «εξωτικά» τοπία της Ανατολίας με τα τζαμιά, τις παλαιοχριστιανικές εκκλησίες και τα σπαράγματα αρχαίων ναών, ο Θ. Πέτρου μάς πάει στα πρόχειρα παραπήγματα και τους μαχαλάδες που στήνονται όπως-όπως για να στεγάσουν χιλιάδες ανθρώπους. Η αντιμετώπιση από τους ντόπιους, τους «παλαιοελλαδίτες», είναι στις περισσότερες περιπτώσεις υποτιμητική έως εχθρική. Κάποιοι πρόσφυγες για να επιβιώσουν κάνουν μεροκάματα μεταφέροντας κάρβουνο. Μια νεαρή προσφύγισσα εξαναγκάζεται σε πορνεία. Εν τω μεταξύ ο εξανθηματικός τύφος θερίζει. Στο φόντο όλων αυτών, ο αναβρασμός της επαναστατικής κυβέρνησης Πλαστήρα, η ανακήρυξη της Αβασίλευτης, τα γεμάτα ένταση συλλαλητήρια. «Μανώλης» (εκδ. Μικρός Ήρως) Το παιδικό βίωμα του ξεριζωμού και της προσφυγιάς πραγματεύεται το γκράφικ νόβελ σε σχέδια του Antonin Dubuisson, το οποίο βασίζεται στο μυθιστόρημα του Alain Glykos με τίτλο «Ο Μανώλης απ’ τα Βουρλά». Πρόκειται για την ιστορία του μικρού Μανώλη από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας που έχασε βίαια την παιδική του ηλικία όταν οι Τσέτες εισέβαλαν στην περιοχή. Άφησε το πολυπολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε μέσα σε συνθήκες ολέθρου και αιματοχυσίας, για να ταξιδέψει υπό δυσχερείς συνθήκες σε διάφορα μέρη της Ελλάδας με τελικό προορισμό τη Γαλλία. Ο Alain Glykos επί της ουσίας παραθέτει τις αφηγήσεις του πρόσφυγα πατέρα του, οι οποίες μοιάζουν με τις αφηγήσεις εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων που πήραν τον δρόμο της ξενιτιάς: «Όταν μπάρκαρα με τη γιαγιά μου από τη Μικρά Ασία, ο πατέρας μου μάλλον είχε ήδη πεθάνει. Κανείς δεν ήξερε τι είχε απογίνει το πτώμα του. Η θάλασσα ήταν κόκκινη απ’ το αίμα. H μάνα και τ’ αδέρφια μου πήραν άλλο καράβι…». «1922-2022: Ανακαλύπτοντας τα ίχνη ενός ξεριζωμού» (εκδ. Σύγχρονη Εποχή) Απόσπασμα από το «1922-2022: Ανακαλύπτοντας τα ίχνη ενός ξεριζωμού» του Θανάση Καραμπάλιου Αν και δεν πρόκειται αμιγώς για κόμικς, το βιβλίο που επιμελήθηκε η «Διατμηματική Επιτροπή της Κ.Ε. του ΚΚΕ για τις μικρότερες ηλικίες της νεολαίας» χρησιμοποιεί το μέσο και την αισθητική των κόμικς, διά χειρός Θανάση Καραμπάλιου. Έχοντάς τη δομή εκπαιδευτικού εγχειριδίου (στα χνάρια της προηγούμενης έκδοσης του 2020, με τίτλο «Κι όμως, κινείται»), απευθύνεται σε παιδιά 10+, διαβάζεται όμως εξίσου ευχάριστα και από ενηλίκους που αναζητούν μια άλλη προσέγγιση της Μικρασιατικής Καταστροφής πέρα από το αμήχανο αστικό αφήγημα. Ο Καραμπάλιος, γνωστός για την προσήλωσή του στην ιστορική ακρίβεια, όπως μας έχει συνηθίσει στη βραβευμένη σειρά «1800», εικονογραφεί την τραγωδία του πολέμου και της προσφυγιάς ως κομμάτι της γενικότερης διεθνούς κατάστασης με το τότε ελληνικό κράτος ως θύτη και ως θύμα στη σκακιέρα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Με λύπη πληροφορηθήκαμε την αναβολή άφιξης του José Muñoz στη Θεσσαλονίκη λόγω προβλήματος υγείας. Η ομάδα του The Comic Con εκφράζει ευχές για ταχεία ανάρρωση στον σπουδαίο Αργεντινό δημιουργό, ώστε σύντομα να επανέλθει υγιής στην καθημερινή του ζωή και μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν το κοινό της Θεσσαλονίκης να μπορέσει να του μεταφέρει και από κοντά την αγάπη του. Και το σχετικό link...
-
Ήταν ίσως επόμενο για τον Θανάση Πέτρου, μετά τα «Οι όμηροι του Γκαίρλιτς» και «1922» (και τα δύο από τις εκδόσεις Ίκαρος), που αποτύπωναν στις ιστορίες τους τον Εθνικό Διχασμό και την πορεία προς τη Μικρασιατική Καταστροφή, να ακολουθήσει ένα τρίτο γκράφικ νόβελ με βασικό θέμα την εξαθλίωση που βίωσαν οι πρόσφυγες όταν έφτασαν στον ελλαδικό χώρο. Το «1923 Εχθρική Πατρίδα» καταγράφει στις σελίδες του ακριβώς αυτό το ζήτημα, κατ’ αρχήν με ρεαλισμό και με ιστορική ενημερότητα, στοιχεία πολύτιμα όταν ασχολείται κανείς αφενός με σύνθετα κοινωνικά φαινόμενα όπως η αποκατάσταση των προσφύγων ή η συγκρότηση της πρώτης προσφυγικής παραγκούπολης στη Δραπετσώνα, και αφετέρου με κρίσιμα πολιτικά γεγονότα όπως το «επαναστατικό κίνημα» των συνταγματαρχών Πλαστήρα, Γονατά και Φωκά που εκδηλώθηκε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η «δίκη των έξι» και τόσα ακόμα. Έχοντας γνώση της βιβλιογραφίας, αλλά και διαθέτοντας ευαισθησία σαν αφηγητής και σαν σχεδιαστής (οι γραμμές και τα χρώματά του ταιριάζουν λες στην υφή τόσο των προσώπων όσο και των γεγονότων που τα περιβάλλουν), ο Θανάσης Πέτρου θέτει στο επίκεντρο του «1923» την ιστορία του Σμυρνιού Γιώργη Αμπατζή και του Ζακυνθινού Σπύρου Τζανέτου, δύο συμπολεμιστών στη Μικρασιατική Εκστρατεία που μόλις έχουν φτάσει στον Πειραιά τον Σεπτέμβριο του 1922. Εκεί συναντούν τα αδιέξοδα της προσφυγικής ζωής σε θέματα σίτισης, στέγασης, υγιεινής και περίθαλψης, αντιμετωπίζουν την έχθρα πολλών ντόπιων (που περιφρονούν, χλευάζουν ή εκμεταλλεύονται τους άνδρες και ιδίως τις γυναίκες πρόσφυγες, φτάνοντας ακόμα και στις εν ψυχρώ δολοφονίες), αλλά και γνωρίζουν μετέπειτα εμβληματικές μορφές της ρεμπέτικης ιστορίας, όπως τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Βαγγέλη Παπάζογλου ή τον Στελλάκη Περπινιάδη. Αν πάντως η πλούσια κληρονομιά του ρεμπέτικου συνέβαλε σε μια γενικότερη εξιδανίκευση της περιόδου, ο κόσμος του προσφυγικού Πειραιά κάθε άλλο παρά ιδανικούς πρωταγωνιστές είχε, και ο Θανάσης Πέτρου το γνωρίζει καλά όταν σκιαγραφεί στο «1923» τα περίφημα πορνεία των Βούρλων και κυρίως τον χαρακτήρα του Μπάμπη Καραλή, ενός ανθρώπου πρώτου σε κλεψιές, τραμπουκισμούς και εκπορνεύσεις, στα δίχτυα του οποίου πέφτει και η αδερφή του Γιώργη Αμπατζή, η Μαριγώ, ενώ εκείνος την αναζητά απεγνωσμένα. Η τελική σκηνή της συνάντησης των δύο αδερφών συνοδεύεται από μια τιμωρία του Καραλή, όμως η μεγαλύτερη δικαίωση για τον αναγνώστη είναι εκείνη που του δίνει μια ιστορία η οποία συνδυάζει την ιστορική γνώση και την κοινωνική ευαισθησία με τους αντιπροσωπευτικούς και ολοζώντανους ανθρώπινους χαρακτήρες. Και το σχετικό link...
-
- 5
-
-
-
- 1923 εχθρική πατρίδα
- εκδόσεις ίκαρος
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
1923: Εχθρική Πατρίδα: Ο Θανάσης Πέτρου αποτυπώνει σε κόμικς τις κακουχίες που βίωσαν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή (εκδόσεις Ίκαρος). Μετά τη μεταφορά κλασικών μυθιστορημάτων σε κόμικς – τάση που έχει δει ιδιαίτερη άνθιση τα τελευταία χρόνια στα ελληνικά κόμικς – η βουτιά στην ιστορία ήταν για τους κομίστες το επόμενο επιτυχημένο πείραμα. Και στην περίπτωση των κόμικς που έφτιαξε τα τελευταία τρία χρόνια ο Θανάσης Πέτρου μόνο για επιτυχημένο πείραμα μπορούμε να μιλάμε. Ξεκίνησε το 2020 με τους «Ομήρους του Γκαίρλιτς», όπου διηγείται ένα άγνωστο περιστατικό από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με την παράδοση αμαχητί του Δ’ Σώματος Στρατού στους Γερμανούς και την ιδιότυπη αιχμαλωσία τους στο Γκαίρλιτς της Σιλεσίας. Την επόμενη χρονιά συνέχισε με το «1922: Το τέλος ενός Ονείρου», με την αφήγηση να ακολουθεί τον Σμυρνιό Γιώργο Αμπατζή στην Μικρασιατική Εκστρατεία που οδήγησε στον ενταφιασμό της Μεγάλης Ιδέας και στην Μικρασιατική Καταστροφή. Φέτος επανέρχεται με το νέο του κόμικ με τίτλο «1923: Εχθρική Πατρίδα» (από τις εκδόσεις Ίκαρος, όπως και τα προηγούμενα) στο οποίο ακολουθεί για άλλη μια φορά τον ήρωά του, τον Γιώργο Αμπατζή, που τον συναντάμε στο λιμάνι του Πειραιά, πρόσφυγα, χωρίς υπάρχοντα και με την οικογένειά του να αγνοείται. Στο νέο αυτό κόμικ, ο Θανάσης Πέτρου καταπιάνεται με τις κακουχίες, την εχθρική διάθεση και την αφιλόξενη συμπεριφορά που βίωσαν από τους Ελλαδίτες οι πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Φτώχεια, πείνα, κοινωνικός διασυρμός, ο ανθρώπινος πόνος αποδίδονται με σεβασμό και επιτυχία σε αυτό το κόμικ. Η ευαισθησία του Πέτρου στην απεικόνιση όλων αυτών είναι ένα από τα δυνατά σημεία του εγχειρήματός του. Το άλλο είναι ότι, πέρα από τα προφανή και ίσως σχηματικά της υπόθεσης, δηλαδή την ιστορική αφήγηση, βλέπουμε να ξετυλίγεται μπροστά μας όλη η ιστορία της Ελλάδας την περίοδο που απασχολεί και τον Πέτρου στις αφηγήσεις του. Κινήματα, δικτατορίες, πολιτικός αναβρασμός των εκάστοτε περιόδων, κοινωνικές συνήθειες, ακόμα και ο πολιτισμός αποτυπώνονται με γλαφυρό τρόπο από τον Πέτρου στα κόμικς αυτά. Δεν τον απασχολεί μονάχα μια στεγνή αναδιήγηση των ιστορικών γεγονότων, αλλά η συνολική αύρα και το κοινωνιολογικό αποτύπωμα της περιόδου. Η ενσωμάτωση των προσφύγων άλλωστε είναι ένα γεγονός που με συναρπάζει προσωπικά για τις προεκτάσεις που είχε σε ένα σωρό τομείς της υπόστασης του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας του. Πέραν από το γεγονός ότι είναι ένα από τα πρώτα success stories του σύγχρονου ελληνικού κράτους, η ενσωμάτωση των προσφύγων, παρόλο που μόνο εύκολη δεν ήταν, επέδρασε καταλυτικά τόσο δημογραφικά όσο και οικονομικά, γεωπολιτικά, κοινωνιολογικά, εθνολογικά και φυσικά πολιτισμικά. Η επίδραση των προσφύγων στον πολιτισμό και στις επικρατούσες λαϊκές κουλτούρες υπήρξε καθοριστική. Οι πρόσφυγες είχαν ζήσει άλλωστε σε τόπους με πολιτιστική παράδοση πολλών αιώνων, την οποία μετέφεραν στον τόπο που έγινε νέα τους πατρίδα. Κυριάρχησαν τα ρεμπέτικα αλλά και πολλοί λογοτέχνες όπως οι Γ. Σεφέρης, Η. Βενέζης, Κ. Πολίτης, Γ. Θεοτοκάς, Σ. Δούκας, ο ζωγράφος και συγγραφέας Φ. Κόντογλου διέπρεψαν στον τομέα και βοήθησαν σημαντικά στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας. Όλα αυτά είναι υπαρκτή πραγματικότητα στα τρία αυτά κόμικς του Θανάση Πέτρου. Θανάσης Πέτρου Θα έλεγα ότι τα κόμικς αυτά ξεφεύγουν από το καθαρά ιστορικό είδος. Ο ειδολογικός χαρακτηρισμός που θα τους απέδιδα δεν είναι στενά ιστορικός αλλά και ηθογραφικός, κι αυτό γιατί αποτελούν εμπράκτως έναν μοναδικό ηθογραφικό περίπατο στην ελληνική κοινωνία των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Ακόμα και οι ντοπιολαλιές αποδίδονται περίτεχνα στα σενάρια που δόμησε ο Θανάσης Πέτρου. Τεχνικά όμως υπάρχει, για μένα, το πιο μεγάλο ενδιαφέρον. Στους «Ομήρους» αφηγητής είναι ο Σαλονικιός Οικονόμου, στο «1922» ο Σμυρνιός Αραμπατζής, ενώ στο 1923 δεν υπάρχει αφηγητής κι επομένως όλα όσα ανέφερα, τα ιστορικά στοιχεία και γεγονότα, τα ηθογραφικά στοιχεία, είναι κεντημένα μέσα στο σενάριο. Νομίζω ότι είναι το καλύτερο δείγμα σεναρίου που έχουμε δει από τον Πέτρου. Ένα σενάριο ζωντανό, γρήγορο και γεμάτο δράση. Τα μουντά χρώματα περνούν επιδέξια το συναίσθημα στις δύο πρώτες ιστορίες ενώ στο «1923: Εχθρική Πατρίδα» η παλέτα αλλάζει και γίνεται πιο αισιόδοξη καθώς οι πρόσφυγες εγκαθίστανται στη νέα πατρίδα. Μαστορικά φτιαγμένα καρέ που υπηρετούν άριστα την πλοκή – ακόμα και όταν λείπει το σενάριο –, ενδελεχής ιστορική έρευνα, ψυχραιμία στην απεικόνιση της ιστορίας και των διαφόρων πολιτικών γεγονότων, σχέδιο προσηλωμένο στην ακρίβεια της σκηνοθεσίας, της εποχής των εκφράσεων των προσώπων. Ο Πέτρου ξέρει πολύ καλά τα κόμικς ως μέσο, χειρίζεται τις σελίδες και τα πάνελ του με αριστοτεχνικό τρόπο, σε μια αφήγηση ταυτόχρονα ακριβή και λιτή. Ξεφεύγει από τα καρέ, περνά στο περιθώριο της σελίδας επιστρέφοντας και πάλι σ’ αυτά, δείχνοντάς μας πως ξέρει να πει Ιστορία σε πολύχρωμες σελίδες με καρέ. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
- 1923 εχθρική πατρίδα
- θανάσης πέτρου
-
(and 1 more)
Tagged with: