Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'δημητρης κερασιδης'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Γερμανίκεια
  • Ιστορική/ φιλολογική γωνιά
  • Περί ανέμων και υδάτων
  • Dhampyr Diaries
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • The Unstable Geek
  • Κομικσόκοσμος
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Valt's blog
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • Film
  • Θέμα ελεύθερο
  • Vet in madness
  • GCF about comics
  • Dr Paingiver's blog

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 4 results

  1. Από την εκδοτική: Ένας καραβοτσακισμένος συγγραφέας ξεκινάει ένα μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα των σκυλάδικων για να γράψει γι’ αυτά. Ως το τέλος ερωτεύεται, μπλέκει με τις μικρομαφίες, καταδύεται στις γεωγραφίες των ανθρώπων τους, περνάει ξυστά από τα δόντια του κροκόδειλου, τα ναρκωτικά, τη βία και την αστυνομία. Οι μικροί και μεγάλοι ήρωες που επιζούν και επιβιώνουν πέριξ του σκυλάδικου, δεν είναι υπερβολικοί, ούτε φανταστικοί. Είναι βγαλμένοι από τα σπλάχνα ακριβώς αυτής της ανθρωπογεωγραφίας. Γιατί το σκυλάδικο είναι τόπος άρσης. Είναι τόπος αδιαμεσολάβητης επιθυμίας. Είναι τόπος υπερβολής. Και το κόμικς αυτό είναι ένα ονειρογράφημα, βγαλμένο από τις πραγματικές ιστορίες της καθημερινότητας της νύχτας. Τις νίκες, τους θριάμβους και τις ματαιώσεις των ανθρώπων που για πολλά χρόνια έβρισκαν μοναδικό καταφύγιο στα σκυλάδικα. Σε αυτούς τους μικρούς ναούς ειδωλολατρίας, βραχύβιας ευτυχίας. Αε πέθαινες να γλίτωνα. Η ιστορία: Αν υπάρχει ένα πράγμα που η χώρα παράγει και αναπτύσσει, αυτό είναι τα μπουζούκια. Το Σκυλονουάρ λοιπόν είναι μια τέτοια περίπτωση κόμικ που θέλει μέσα από τη ματιά ενός συγγραφέα να αναλύσει αυτό το είδος κουλτούρας στη χώρα και να καλύψει τα τεκταινόμενα της νυχτερινής ζωής στα 80s. Πρωταγωνιστής μας είναι ο Φώτης, ένας συγγραφέας που περνάει ένα μεγάλο writer's block και θέλει κάπως να ξεκολλήσει. Όντας άνθρωπος της νύχτας και έχοντας φίλους σε αυτήν, αποφασίζει να τους ρωτήσει και να του κάνουν κονέ με άλλους ιδιοκτήτες μαγαζιών προκειμένου να μαζέψει πληροφορίες για μια νέα νουβέλα. Ο Φώτης θα ξεκινήσει τα ταξίδια του εκτός της Θεσσαλονίκης, στην οποία μένει και η ιστορία σιγά σιγά εξελίσσεται πολύ περισσότερο από αυτό που περιμένουμε. Ο Κερασίδης δεν πιάνει το κομμάτι των τραγουδιών ή την νοοτροπία των πελατών. Κάνει μια ανάλυση και σχεδόν δημοσιογραφική κάλυψη του πως λειτουργεί η νύχτα και τα μπουζούκια. Πως έρχονται κοπέλες από ξένες χώρες για να τραγουδήσουν και τι υπηρεσίες θα προσφέρουν, τι πάρε δώσε έχουν τα αφεντικά με το Ηθών, πως διακινούνται τα ναρκωτικά, πως γίνονται οι δουλειές μεταξύ μαγαζιών και πως η μαφία ελέγχει τις περιοχές και το ίδιο το κράτος. Το Σκυλονουάρ πατάει σε πολλούς διαφορετικούς άξονες και ισορροπεί τέλεια ανάμεσα σε αυτούς. Έχουμε την ιστορία του Φώτη και τα ταξίδια του σε άλλες πόλεις για να γνωρίσει κόσμο, έχουμε τον έρωτά του με μια Βουλγάρα τραγουδίστρια που θα αναγκαστεί να την στείλει στην Αθήνα για να μην έχει μπλεξίματα, έχουμε το πως δανείζονται μουσικούς οι ιδιοκτήτες μαγαζιών της επαρχίας, έχουμε τον ιδιοκτήτη μαγαζιού Μπάμπη που είναι φίλος του Φώτη, ο οποίος προσπαθεί να ελέγξει όλες τις καταστάσεις και όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο της νύχτας. Όλες αυτές οι ιστορίες ακούγονται πολύπλοκες όταν τις περιγράφω εδώ, αλλά ο Κερασίδης έχει ένα καταπληκτικό ταλέντο στο να τις αναλύει πάρα πολύ καλά και κατανοητά και μαεστρικά να τις συνδέει σαν τα μικρά κομμάτια ενός πολύ μεγάλου παζλ. Είναι μια εντυπωσιακή ιστορία, γραμμένη πολύ στρωτά, μια ιστορία που σε συγκινεί όσο και σε σοκάρει και ταυτόχρονα χαρτογραφεί όλη την κατάσταση που επικρατεί στα μπουζούκια χωρίς να τα παρουσιάζει ως μια καλτ πασοκική καρικατούρα, αλλά σαν αποτέλεσμα της γενικότερης διαφθοράς και κουλτούρας της χώρας. Το σχέδιο: Έχω μεγάλη συμπάθεια στον Δημήτρη Κρις-Αγκαράι και εκτιμώ πολύ τις δουλειές του σε Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ και Σύμβουλο Ερωτικών Υποθέσεων. Αν παρατηρήσει κανείς τις δουλειές του σχεδιαστή, θα δει ότι είναι ετερόκλητες και δεν διστάζει να δοκιμάσει κάτι καινούριο. Ο Αγκαράι είναι ένας σχεδιαστής που ταιριάζει πολύ στο project αυτό. Συνδυάζει τέλεια το νουάρ ύφος με την ελληνική αισθητική παλαιότερων δεκαετιών με τις έντονες σκιές και τα μελάνια του. Οι πόλεις είναι όμορφα σχεδιασμένες, τα πρόσωπα έχουν έντονες γκριμάτσες που αρμόζουν στους εκφραστικούς χαρακτήρες και η λίγη δράση τύπου ξύλο ή κυνηγητό απεικονίζεται αρκετά καλά. Η έκδοση: Έχουμε το κλασικό 21 Χ 28 του Μικρού Ήρωα με τη γνωστή ποιότητα χαρτιού και καλή επιμέλεια. Εκεί που θέλω να σταθώ είναι η επιλογή της εκδοτικής που εμπιστεύεται ξανά ελληνικά ονόματα και δικαιώνεται με ένα κόμικ που εγώ το βρήκα ένα καλά κρυμμένο διαμαντάκι στις εντυπωσιακές φετινές της κυκλοφορίες. Ο Κερασίδης είναι σίγουρα πολύ καλός σεναριογράφος, ειδικά στις ιστορίες αυτού του στυλ και ο Αγκαράι προσάρμοσε τέλεια το σενάριο, οπότε το αποτέλεσμα δεν παύει να είναι εντυπωσιακό. Δεν ξέρω αν θα είμαι ο μόνος που ενθουσιάστηκε τόσο πολύ με το Σκυλονουάρ, αλλά σίγουρα το προτείνω ανεπιφύλακτα και περιμένω και τη γνώμη σας. Καλό διάβασμα σε όλους
  2. Ο κόσμος των σκυλάδικων γίνεται graphic novel: μια ιστορία για έρωτες, ναρκωτικά, μικρομαφίες και τη λαϊκή ψυχή της δεκαετίας του ’80, όπως δεν την έχεις ξαναδεί. Οι δημιουργοί του μιλούν στο OneΜan. Από το Αυτή η νύχτα μένει του Νίκου Παναγιωτόπουλου και το Όλα Είναι Δρόμος του Παντελή Βούλγαρη, μέχρι τα Μαύρα Μεσάνυχτα των Βασίλη Ρίσβα και Δήμητρας Σακαλή και το Για μια γυναίκα κι ένα αυτοκίνητο του Μανούσου Μανουσάκη, το σκυλάδικο έχει απασχολήσει πολλούς καλλιτέχνες, δημιουργούς, σκηνοθέτες, συγγραφείς, αλλά και ζωγράφους. Ο καθένας προσπάθησε να το αποδώσει με τη δική του ματιά, με πολλούς να καταφέρνουν να το παρουσιάσουν σε όλο του το ωμό μεγαλείο και άλλους να καταφεύγουν αναπόφευκτα πολλές φορές στην εξωτικοποίησή του. Όπως και να ‘χει όμως, το σκυλάδικο παραμένει ακόμα και σήμερα μέρος της ελληνικής κουλτούρας, ενώ από τα σπλάχνα του έχουν ξεπηδήσει μερικές από τις πιο σπουδαίες φωνές της ελληνικής μουσικής. Στη μακρά λίστα των καλλιτεχνών που έχουν ασχοληθεί με το σκυλάδικο έρχονται να προστεθούν και ο Δημήτρης Κερασίδης με τον Δημήτρη Κρις-Αγκαράι. Ο πρώτος, πολιτικός και αθλητικός γελοιογράφος, έχει συνεργαστεί με πληθώρα εφημερίδων και περιοδικών, ενώ το 1983 η ταινία κινουμένων σχεδίων του με τίτλο Η Απόδραση, βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και στο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, ενώ ο δεύτερος, με σπουδές στη γραφιστική, έχει εργαστεί στον χώρο της εικονογράφησης αλλά και στο θέατρο. Στον χώρο των κόμικς είναι γνωστός κυρίως για σχέδια γύρω από την ελληνική ποπ κουλτούρα και τα Αθηναϊκά σκίτσα. Αυτή τη φορά, οι δυο τους ενώνουν ξανά τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν το Σκυλονουάρ (εκδ. Μικρός Ήρως), ένα graphic novel που καταπιάνεται με τη δεκαετία του ‘80, δηλαδή τη δεκαετία των σημαντικών ιδεολογικών ανακατατάξεων στους τρόπους πρόσληψης του λεγόμενου λαϊκού τραγουδιού, αλλά και της απομυθοποίησης του πολιτικού τραγουδιού. Πρωταγωνιστής, ένας καραβοτσακισμένος συγγραφέας που ξεκινάει ένα μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα των σκυλάδικων για να γράψει γι’ αυτά. Ως το τέλος ερωτεύεται, μπλέκει με τις μικρομαφίες, καταδύεται στις γεωγραφίες των ανθρώπων τους, περνάει ξυστά από τα δόντια του κροκόδειλου, τα ναρκωτικά, τη βία και την αστυνομία. Στο Σκυλονουάρ, «οι μικροί και μεγάλοι ήρωες που επιζούν και επιβιώνουν πέριξ του σκυλάδικου, δεν είναι υπερβολικοί, ούτε φανταστικοί. Είναι βγαλμένοι από τα σπλάχνα ακριβώς αυτής της ανθρωπογεωγραφίας. Γιατί το σκυλάδικο είναι τόπος άρσης. Είναι τόπος αδιαμεσολάβητης επιθυμίας. Είναι τόπος υπερβολής. Ας πέθαινες να γλίτωνα», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην περιγραφή του graphic novel. Λίγο πριν την παρουσίαση του την Τετάρτη 29 Οκτωβρίου στο βιβλιοπωλείο Κομπραί, οι Δημήτρης Κερασίδης και Δημήτρης Κρις-Αγκαράι μιλούν στο Oneman. Πώς προέκυψε η ιδέα για το Σκυλονουάρ και τι ήταν αυτό που σας ώθησε να δημιουργήσετε ένα graphic novel για τον κόσμο του σκυλάδικου; Δημ. Κερασίδης: Το Σκυλονουάρ είναι το τελευταίο μέρος της τριλογίας για το λαϊκό τραγούδι. Το πρώτο graphic novel Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς, αναφέρεται στο ρεμπέτικο της περιόδου 1932-1940, το δεύτερο μέρος με τίτλο Συννεφιασμένη Κυριακή, αναφέρεται στο έργο του Βασίλη Τσιτσάνη της περιόδου 1936-1972, του οποίου αναστέλλεται η έκδοση από την εμπλοκή δικηγόρου, ο οποίος διαχειρίζεται τα δικαιώματα των κληρονόμων του Τσιτσάνη, και παρά τη σύμφωνη έγκριση του γιου του Τσιτσάνη Κωνσταντίνου. Το τρίτο μέρος που αφορά την άνθιση των σκυλάδικων της δεκαετίας του 1980 σηματοδοτεί και το τέλος μιας εποχής, όταν η ψυχαγωγία στα λαϊκά κέντρα αντικατόπτριζε τη σταδιακή κοινωνική εξέλιξη της χώρας. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Το Σκυλονουάρ είναι μια ιδέα του Δημήτρη Κερασίδη, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο. Εγώ προσωπικά έκανα τη «βρόμικη» δουλειά – όπως μ’ αρέσει να τη λέω – τα σχέδια. Θα κάνω μια αποκάλυψη που λίγοι θα πιστέψουν: δεν έχω επισκεφτεί ποτέ στη ζωή μου σκυλάδικο ή άλλο νυχτερινό κέντρο. Αποφεύγω τη φασαρία και δεν πίνω, αλλά πάντα με γοήτευαν αυτές οι φιγούρες της νύχτας. Έβρισκα κάτι αληθινά ελκυστικό σε αυτή την «υποκουλτούρα» – σε ό,τι θεωρείται μπασκλάς, cult ή kitsch. Διακρίνω μέσα της σημάδια μιας βαθιάς και ειλικρινούς «τέχνης», κυρίως στους ίδιους τους ανθρώπους και στα κίνητρά τους. Αυτός ήταν και ο λόγος που δέχτηκα αμέσως την πρόταση να σχεδιάσω το Σκυλονουάρ. Η δεκαετία του ’80 είναι μία περίοδος σημαντικών ιδεολογικών ανακατατάξεων. Ποιες ήταν οι κεντρικές επιρροές από εκείνη την εποχή και πώς αποτυπώνονται στο έργο σας; Δημ. Κερασίδης: Η δεκαετία του ’80 είναι κυρίως περίοδος πολιτικών ανακατατάξεων. Ο ερχομός της σοσιαλιστικής ευδαιμονίας είχε, τουλάχιστον, ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί η οικειότητα μεταξύ πολίτη και εξουσίας. Πολιτικοί και όργανα επιβολής της τάξης δεν αποτελούσαν πλέον ταμπού. Απαλλαγμένη, έτσι, η οικονομική ευρωστία, κυρίως των βιοτεχνιών, εξαργυρώνεται στα ανθόσπαρτα παλκοσένικα των σκυλάδικων. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Εγώ γεννήθηκα τη δεκαετία του ’90, οπότε την εποχή εκείνη την ξέρω μόνο μέσα από ιστορίες. Στο Σκυλονουάρ δεν αναφέρεται ρητά κάποια χρονολογία, αλλά υπονοείται ότι διαδραματίζεται τότε, στην ακμή των σκυλάδικων. Προσπάθησα σχεδιαστικά να αποδώσω εκείνο το vibe που η δική μου γενιά γνωρίζει μόνο μέσα από τα memes – ένα vibe καψούρας, καλοπέρασης, ΠΑΣΟΚ, ουίσκι και ιπτάμενοι δίσκοι. Το σκυλάδικο ως τόπος υπερβολής και αδιαμεσολάβητης επιθυμίας: Πώς προσεγγίσατε αυτή τη δυναμική στον κόσμο του Σκυλονουάρ; Δημ. Κερασίδης: Κυρίως μέσα από τον τρόπο που κουμαντάριζαν τα μαγαζιά τους τα αφεντικά. Ο Μπάμπης, το αφεντικό της «Φαντασίας» δηλώνει, «Πως θα σταθεί το μαγαζί; Εδώ η φίρμα είναι φλούδα… Εδώ μετράει πόσο φελλό θα τινάξεις και τι λουλουδικό θα στρώσεις. Εξάλλου, για τον θαμώνα, το μουσικό ενδιαφέρον είναι ελάχιστο… μιας και το τραγούδι είναι απλά το δόλωμα για να αγκιστρώσεις τον πελάτη». Δημ. Κρις-Αγκαράι: Εστίασα περισσότερο στα πρόσωπα. Ήθελα να σχεδιάσω περίεργες μούρες. Επειδή το Σκυλονουάρ έχει πάρα πολλούς χαρακτήρες, ήθελα κάθε φάτσα να είναι ξεχωριστή. Για παράδειγμα, ο Μπάμπης – ο πρωταγωνιστής της παράλληλης ιστορίας και μαγαζάτορας του κέντρου «Φαντασία» στη Θεσσαλονίκη – είναι η αγαπημένη μου φιγούρα. Ένας μικρός απατεώνας, κοντός σαν τον Danny DeVito, με αρχή φαλάκρας στους κροτάφους, πυκνά φρύδια, εκφραστικά μάτια και μια μικρή μύτη. Λάτρευα να τον σχεδιάζω. Για τους άντρες γενικά ήθελα «παλιόφατσες» με υπερβολές, ενώ για τις γυναίκες το αντίθετο – να είναι όσο πιο θελκτικές γίνεται, στερεοτυπικά θηλυκές, όπως άρμοζε στην εποχή και στο πλαίσιο του μαγαζιού, να αρέσει στον πελάτη. Παράλληλα όμως, μέσα από αυτό το σχέδιο, φαίνεται και ο δύσκολος ρόλος της γυναίκας σ’ αυτούς τους χώρους. Ποιες είναι οι βασικές γεωγραφίες του έργου και πώς αποτυπώνετε τη συνύπαρξη των διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων μέσα στο σκυλάδικο; Δημ. Κερασίδης: Δε χρειαζόσουν χάρτη για να βρεις σκυλάδικο. Οδηγός σου ήταν η επιθυμία. Όσο για την ταξική συνύπαρξη, αυτή ήταν αδιάφορη στο χώρο του σκυλάδικου, αρκεί να ακολουθούσες την κωδικοποιημένη συμπεριφορά των «απονύχτερων», οι οποίοι πλήθυναν καθώς διευρυνόταν και το κοινωνικό τους φάσμα. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Αυτό που κατάλαβα από το έργο του Δημήτρη Κερασίδη είναι ότι τα σκυλάδικα ήταν για όλους. Όπως λέει και ένας χαρακτήρας στο graphic novel. Εμάς, εδώ, δεν μας ενδιαφέρει ποιος είσαι και τι κάνεις, αλλά πώς στέκεσαι στο μαγαζί. Εδώ είναι ο ναός της καψούρας. Ξέρεις τι κουλτούρα μαζεύεται κάθε βράδυ, για να ξεπλένει τ’ αυτιά της απ’ τους Σαββοπουλο-Θεοδωρακίδηδες; Βλέπουμε τον Φώτη, τον πρωταγωνιστή, να ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα και να συναντά στα σκυλάδικα κάθε είδους κόσμο – από βαποράκια και «γυναίκες ελευθέρων ηθών», μέχρι φραγκάτους γουναράδες. Είναι ένα σύμπαν χωρίς ιεραρχίες, αλλά με κανόνες που μόνο η νύχτα καταλαβαίνει. Ο συγγραφέας πρωταγωνιστής του Σκυλονουάρ ξεκινάει το ταξίδι του για να γράψει για το σκυλάδικο, αλλά τελικά ερωτεύεται και μπλέκεται σε μικρομαφίες και βία. Υπάρχει κάποιο προσωπικό στοιχείο που αντικατοπτρίζει αυτό το ταξίδι; Δημ. Κερασίδης: Βιωματικά, ο πρωταγωνιστής είναι το alter ego ενός αγαπητού φίλου και γνωστού συγγραφέα της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αποδήμησε, αφού ρούφηξε κυριολεκτικά ό,τι πρόσφερε η νύχτα. Ποια είναι η σημασία του ερωτισμού στο έργο σας και πώς επηρεάζει τη σχέση του ήρωα με το σκυλάδικο και τους ανθρώπους γύρω του; Δημ. Κερασίδης: Ο άμεσος ερωτισμός που πρόσφερε ο χώρος σε συνδυασμό με την κτητική υπεροχή επί του θηλυκού σε αναβάθμιζε σε «άρχοντα». Ήταν ο ναός της καψούρας και συ ο αρχιερέας του. Ωστόσο ο ήρωας, γνώστης της νύχτας, ταλαντεύεται μεταξύ προκατάληψης και πηγαίου πόθου που σταδιακά τον κατακερματίζει συναισθηματικά. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Όταν διάβασα πρώτη φορά το σενάριο, η ιστορία του Φώτη και της Ιλιάννας με συγκίνησε. Ήθελα περισσότερο. Το συζητήσαμε με τον Δημήτρη και, όπως μου εξήγησε, δεν ήθελε να εστιάσουμε τόσο στο ερωτικό στοιχείο, αλλά στον ίδιο τον κόσμο των σκυλάδικων. Έτσι, βλέπουμε τον Φώτη να περιπλανιέται με μια βαριά καρδιά, κάτι που δίνει βάρος και στην ερωτική του ιστορία – περισσότερο ως υπόβαθρο που φωτίζει τον χαρακτήρα του. Παράλληλα, ο ερωτισμός υπάρχει παντού: στα βλέμματα, στους καψούρηδες που σπάνε πιάτα και ανοίγουν σαμπάνιες, στις γυναίκες που χορεύουν, στο κονσομασιόν, στο σεξ. Είναι μια ενέργεια που πλανιέται στα σκυλάδικα. Το έργο σας αναφέρεται σε μια γενιά που ζει μέσα από τη φαντασίωση και τις φιλοδοξίες της. Ποιες είναι οι κεντρικές αντιφάσεις αυτής της γενιάς και πώς αποτυπώνονται στην ιστορία; Δημ. Κερασίδης: Ένα μέρος της κοινωνίας, το οποίο από τη στεγνή ψυχαγωγία της δικτατορίας όφειλε, με την έλευση της μεταπολίτευσης, να προσαρμοστεί σε μια καταιγιστικά πολιτική μουσική έκφραση, δεν άντεξε. Αποφάσισε να βρει διέξοδο. Έτσι συντελείται μια διπλή «αλλαγή». Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία συμπίπτει και με την άνοδο των σκυλάδικων, όπου μπορούσες να εκφράσεις την απόλυτη προσωπική σου εξέγερση απέναντι στην κοινωνία της λογικής και της εξουσίας. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι κάπως αυτοί οι άνθρωποι ζούνε σε έναν δικό τους, «διαφορετικό» κόσμο. Δεν μπορώ να πω για την τότε γενιά, γιατί δεν τη γνώρισα, αλλά συναντάω ανθρώπους και σήμερα που είναι σε μια τέτοια φάση. Θαμώνες νυχτερινών μαγαζιών, λαϊκοί, άνθρωποι αισθηματίες. Στην ιστορία βλέπουμε τους περισσότερους παραβατικούς, τρελαμένους, να καταλήγουν σε καυγάδες. Τα έχει όλα η νύχτα! Η πολιτική και κοινωνική απομυθοποίηση του «πολιτικού τραγουδιού» είναι κεντρική θεματολογία στο Σκυλονουάρ. Πώς αντιμετωπίζετε τη μετάβαση από την ιδεολογία στην προσωπική ζωή και την εσωτερική πραγματικότητα των χαρακτήρων σας; Δημ. Κερασίδης: Οι αρχές της μεταπολίτευσης είναι μια άκρως πολιτικοποιημένη εποχή. Όταν συναυλίες απελευθέρωναν ιδεολογικές και κοινωνικές τάσεις, στα σκυλάδικα ξέπλενες τα αυτιά σου από τα ΣαββοπουλοΘεοδωρακικά άσματα. Η πολιτική ήταν πολύ στενή για να χωρέσει στο σκυλάδικο. Η δεκαετία του ’80 συνδυάζει την πολιτική ένταση με την κοινωνική αλλαγή. Τι σημασία έχουν τα σκυλάδικα ως τόποι για την κοινωνία της εποχής, και πώς το έργο σας συμβάλλει στη νέα κατανόησή τους; Δημ. Κερασίδης: Αντίθετα προς τους σκωπτικούς χαρακτηρισμούς της αστικής τάξης, τα σκυλάδικα ήταν χώροι γνήσιας αντίδρασης στο πολιτικό κατεστημένο. Για τους θαμώνες, ανεξάρτητα από τη διαπλοκή μαγαζάτορα-αρχών, η απεξάρτησή τους από οποιασδήποτε μορφής εξουσία τα προσδιόριζε ως αιρετικά αναρχικά κέντρα. Το Σκυλονουάρ μοιάζει ως μέρος μιας παράδοσης που ξεκίνησε με καλλιτέχνες όπως ο Παντελής Βούλγαρης και ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Ποιες παραδόσεις ή επιρροές σας καθοδηγούν ως δημιουργούς; Δημ. Κερασίδης: Δε νομίζω ότι υπάρχει κάποια παράδοση. Στο Σκυλονουάρ αποτυπώνονται αυθεντικές καταστάσεις, κάποιες προσωπικές και άλλες μαρτυρικές, με μια αναγκαία, αλλά μικρή, δόση μυθοπλασίας. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Η μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης για μένα ήταν οι ταινίες Όλα είναι δρόμος και Αυτή η νύχτα μένει. Από αυτές «έκλεψα» τις περισσότερες εικόνες για το στήσιμο των μαγαζιών στις σελίδες μου. Για έναν άνθρωπο που δεν έχει πάει ποτέ σε σκυλάδικο, ήταν τεράστια βοήθεια. Επίσης και η σειρά Μαύρα Μεσάνυχτα είχε μεγάλη επιρροή. Και φυσικά, με συντρόφευε συνεχώς το τραγούδι του Κραουνάκη Αυτή η νύχτα μένει σε όλες τις εκτελέσεις που υπάρχουν στο διαδίκτυο, ακούγοντάς το ξανά και ξανά, όσο σχεδίαζα. Αριστερά: Δημήτρης Κερασίδης | Δεξιά: Δημήτρης Κρις-Αγκαράι Ποιο ρόλο παίζουν τα ναρκωτικά, η βία και η αστυνομία στο έργο σας; Πιστεύετε ότι η αναφορά σε αυτά τα θέματα προσδίδει μια ρεαλιστική διάσταση στην κοινωνία της εποχής, ή πρόκειται για υπερβολή και φαντασία; Δημ. Κερασίδης: Η κοινωνική διάσταση της εποχής του ‘80 με τη σημερινή ως προς τη διαπλοκή των αρχών καταστολής με τους επιχειρηματίες παραμένει η ίδια. Οι χώροι οι οποίοι δραστηριοποιούνται τη νύχτα προσφέρονται για παράνομα «αλισβερίσια», από όπου οι αρχές αντλούν τις πηγές τους. Υπερβολή και φαντασία θα ήταν αν κάποιος πίστευε το αντίθετο. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Νομίζω ότι είναι εντελώς ρεαλιστικό. Και όχι μόνο για τότε, αλλά και για σήμερα. Αν δεν έχει η νύχτα πλεκτάνες, ναρκωτικά, όπλα και βία, τι άλλο να έχει; Ποιες είναι οι προκλήσεις του να αποτυπώσετε μια τόσο δυναμική και γεμάτη εντάσεις κοινωνία μέσα από το graphic novel, και ποια στοιχεία της αφήγησης ή της εικονογράφησης σάς βοήθησαν να αποδώσετε αυτόν τον κόσμο; Δημ. Κερασίδης: Η βασική πρόκληση ήταν η αντίδραση των αστών, οι οποίοι αντιλαμβανόμενοι τη φθορά και την οποιασδήποτε μορφής ανεπάρκεια τους διακατέχει, προσπάθησαν να ανακτήσουν την αυτοεκτίμησή τους προσάπτοντας επιτιμητικούς προσδιορισμούς σε έναν ιδιαίτερο τρόπο ψυχαγωγίας. Λέγανε πως χρειαζόταν τόλμη για να μπεις σε σκυλάδικο, εγώ πιστεύω πως χρειαζόταν “τρύπια” τσέπη για να σταθείς στο μαγαζί, που στο κάτω-κάτω δεν ήταν χώρος για «μεγαροθρεμένους». Τα ουσιαστικά στοιχεία της αφήγησης προέρχονται από την επικοινωνιακή διάλεκτο του σιναφιού, ενώ το νουάρ δηλώνεται με τη χρήση του ασπρόμαυρου σχεδίου. Δημ. Κρις-Αγκαράι: Όπως είπα και πριν, εστίασα περισσότερο στις μούρες – έντονες, φάτσες, εκφραστικές. Πέρα από αυτό, νομίζω πως ένας από τους λόγους που επιλέχθηκα σαν καλλιτέχνης είναι επειδή δε μου αρέσει να βάζω χρώμα, και το ασπρόμαυρο ταιριάζει άψογα στο Σκυλονουάρ. Έντονα μελάνια, δυνατές γραμμές και γκρίζες αποχρώσεις που δίνουν την ψευδαίσθηση του βάθους. Μεγάλη πρόκληση για μένα ήταν οι σκηνές με βία – καρέκλες να πετιούνται, μπουκάλια να σπάνε – αλλά και οι ολοσέλιδες συνθέσεις. Θεωρώ πως τελικά τα καταφέραμε καλά. INFO Οι εκδόσεις Μικρός Ήρως σας προσκαλούν την Τετάρτη 29 Οκτωβρίου, στο βιβλιοπωλείο Κομπραί για τη μεγάλη παρουσίαση του graphic novel Σκυλονουάρ των Δημήτρη Κερασίδη και Δημήτρη Κρις-Αγκαράι. Ο Δημήτρης Κρις-Αγκαράι θα μας μιλήσει για το έργο του, ενώ θα τον συνοδέψουν και ο μουσικός και δημοσιογράφος Θοδωρής Μανίκας, αλλά και ο δημοσιογράφος Δημήτρης Μανιάτης. Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 29 Οκτωβρίου και ώρα 19:00, στο βιβλιοπωλείο Κομπραί (Διδότου 34, Αθήνα). Ομιλητές: Δημήτρης Κρις-Αγκαράι (δημιουργός κόμικς), Δημήτρης Μανιάτης (δημοσιογράφος), Θοδωρής Μανίκας (μουσικός, δημοσιογράφος) Ημερομηνία: Τετάρτη 29 Οκτωβρίου, ώρα 19:00 Τοποθεσία: Βιβλιοπωλείο Κομπραί, Διδότου 34, Αθήνα Είσοδος Ελεύθερη Και το σχετικό link...
  3. Από το οπισθόφυλλο : Η «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς» σχηματίστηκε το 1934, ήταν η πρώτη κομπανία με μπουζουκομπαγλαμάδες σπεσιαλίστες μουσικούς. Αποτελούνταν από τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Γιώργο Μπάτη, που υπήρξε ο «νονός» του ονόματος της ορχήστρας και τους Μικρασιάτες, Ανέστο Δελιά και Στράτο Παγιουμτζή. Ο Μάρκος ήταν τότε 29 χρονών, ο Δελιάς 22, ο Στράτος 28 με 30 και ο Μπάτης, από τους πρωτομάστορες του ρεμπέτικου, 45 με 50, του οποίου οι ηχογραφήσεις εντοπίζονται από τις αρχές του αιώνα. Το ρεμπέτικο δεν άφησε εποχή μόνο ως μουσικό φαινόμενο, αλλά και ως κοινωνικό φαινόμενο, που δεν έγινε ποτέ κατεστημένο στη μουσική μας παράδοση. Αναπτύχθηκε κυρίως με τη μικρασιατική καταστροφή και τον ερχομό των προσφύγων από τα παράλια, που έφεραν μαζί τους ανατολίτικους ήχους και τους αμανέδες. Η θεματολογία των τραγουδιών καταπιάνεται με θέματα καθημερινότητας και κυρίως μαγκιάς. Ένας υπόγειος κόσμος αρχίζει να ανατέλλει, ένας κόσμος που ο έρωτας, τα ναρκωτικά και η τιμή συχνά εναλλάσσονται, συνθέτοντας το κοινωνικό υπόβαθρο του ρεμπέτικου τραγουδιού. To graphic novel βασίστηκε στο βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Όλα Βαίνουν Καλώς Εναντίον Μας», φιλοτεχνήθηκε από τον Δημήτρη Κερασίδη και το εξώφυλλο σχεδιάστηκε από τον Κωνσταντίνο Σκλαβενίτη! Σχόλια: Το διάβασα και μου άρεσε Η έκδοση πολύ καλή, καλό χαρτί με καλό δέσιμο. Εξώφυλλο με "αυτιά" που δένει ακόμα καλύτερα την έκδοση. Ξεκινάει με την ιστορία της τετράδας με φωτογραφίες και πλήρες ιστορικό. Το κόμικ με ταξίδεψε και με έβαλε στη "μυρουδιά" της εποχής. Το σχέδιο απλοϊκό αλλά δένει με το σενάριο, όπως και ο χρωματισμός. Το τέλος μου φάνηκε απότομο αν και πιθανόν να φταίει ότι είχα απορροφηθεί εντελώς από την ιστορία Συστήνεται ανεπιφύλακτα σε όλους τους λάτρεις του ρεμπέτικου και της λαϊκής ελληνικής μουσικής, αυτή η ιστορία είναι άλλωστε ένα ορόσημο στη λαϊκή μουσική σκηνή. Ευχαριστούμε για τα εναλλακτικά εξώφυλλα τον hudson.
  4. Η «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς» σχηματίστηκε το 1934, ήταν η πρώτη κομπανία με μπουζουκομπαγλαμάδες σπεσιαλίστες μουσικούς. Αποτελούνταν από τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Γιώργο Μπάτη, που υπήρξε ο «νονός» του ονόματος της ορχήστρας, και τους Μικρασιάτες Ανέστο Δελιά και Στράτο Παγιουμτζή. Ο Μάρκος ήταν τότε 29 χρονών, ο Δελιάς 22, ο Στράτος 28 με 30 και ο Μπάτης, από τους πρωτομάστορες του ρεμπέτικου, 45 με 50, του οποίου οι ηχογραφήσεις εντοπίζονται από τις αρχές του αιώνα. Μάρκος Βαμβακάρης Το graphic novel «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς» (εκδ. Μικρός Ήρως) βασίστηκε στο βιβλίο του πεζογράφου-δημοσιογράφου Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας» και φιλοτεχνήθηκε από τον πολιτικό γελοιογράφο Δημήτρη Κερασίδη, δύο ανθρώπους από τη Θεσσαλονίκη, συνεπαρμένους από την ιστορία της κομπανίας του Μάρκου Βαμβακάρη, τις άγνωστες πτυχές της ζωής του, τον έρωτα του Μάρκου για τη Ζιγκοάλα, τα ναρκωτικά, την τιμή και όλα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν το ρεμπέτικο. Το εξώφυλλο σχεδιάστηκε από τον Κωνσταντίνο Σκλαβενίτη. Ο Δημήτρης Κερασίδης και ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης μιλάνε στην Athens Voice για τη δημιουργία του βιβλίου τους «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς», τον Μάρκο Βαμβακάρη, το ρεμπέτικο και τα κόμικς. Πώς συναντήθηκαν οι δρόμοι σας για το graphic novel «Τετράς, η Ξακουστή του Πειραιώς»; Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Είχα γράψει προ ετών το μυθιστόρημα «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας» με θέμα μια φάση της ζωής του Μάρκου Βαμβακάρη. Ο φίλος Δημήτρης Κερασίδης, με τον οποίο ήμασταν μαζί επί χρόνια στην ίδια εφημερίδα, το διάβασε και εμπνεύστηκε από εκεί το σενάριο και γενικά τη μετατροπή του σε κόμικς. Επικέντρωσε βέβαια σε εκείνα που τον ενδιέφεραν, δηλαδή κυρίως στην «Ξακουστή Τετράδα του Πειραιώς» με τρόπο δυναμικό, αποσπασματικό, έτσι ώστε να εξυπηρετείται η δική του οπτικοποιημένη αφήγηση. Από εκεί και πέρα, πάλεψε για πολύ καιρό με τα σκίτσα και τους διαλόγους ώστε να φτάσει στο ωραιότατο αποτέλεσμα που έχουμε με το κόμικς του. Δημήτρης Κερασίδης: Με τον Γιώργο εργαζόμασταν στην ίδια εφημερίδα, τη «Θεσσαλονίκη». Όταν αποφάσισα να μεταφέρω μέρη από το έργο του σε graphic novel, του τηλεφώνησα για να πάρω την άδειά του να χρησιμοποιήσω αυτούσιους τους διαλόγους της νουβέλας. «Δημήτρη, κάνε ότι νομίζεις», ήταν η απάντηση. Πώς δουλέψατε πάνω στη μεταφορά του βιβλίου «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας» σε κόμικ; Ποιες ήταν οι προκλήσεις; Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Σας είπα πως αυτό είναι εξ ολοκλήρου εργασία του Κερασίδη, βασισμένη στο βιβλίο μου. Ο Δημήτρης έφτιαξε μια δική του εκδοχή ώστε να εκφράσει εκείνα που αυτός ήθελε και με τον τρόπο που τον εξυπηρετούσε. Διότι άλλο η λογοτεχνία και άλλο το κόμικ. Κοινοί τόποι υπάρχουν, αλλά το κάθε είδος έχει τα δικά του μυστικά και τη δική του εκφορά. Και το πώς γίνεται κόμικ ένα μυθιστόρημα το ξέρει κυρίως ένας κομίστας. Δημήτρης Κερασίδης: Οι κινηματογραφικές σπουδές και η θητεία μου στις διαφημιστικές παραγωγές ήταν ο οδηγός για το screenplay της νουβέλας. Οι γωνίες λήψης, οι φωτισμοί, η όλη αντίληψη γενικά, είναι καθαρά κινηματογραφικά. Καμία πρόκληση για κάποιον με βιωματική περπατησιά στον ρεμπέτικο δρόμο. Το τρίχορδο μπουζούκι μου είναι δώρο του βιρτουόζου κιθαρίστα και φίλου Φώτη. Γιατί graphic novel; Το θεωρείτε ένα καινούργιο αφηγηματικό είδος; Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Καθόλου καινούργιο. Είναι παμπάλαιο. Απλώς κάθε κομίστας εκφράζεται με το δικό του στιλ, και αφηγηματικά και από άποψη σκίτσου. Φέρνει τη δική του αισθητική, τη δική του γραμμή και αίσθηση. Δεν υπάρχει καινούργιο είδος στην Τέχνη. Αλλά και όλα ξαναγίνονται καινούργια, κάθε φορά που ένας δημιουργός καταθέτει την προσωπική του, πρωτότυπη, ξεχωριστή αίσθηση για τα πράγματα, τη δική του ματιά και το δικό του τάλαντο. Δημήτρης Κερασίδης: Όταν διαβάζεις τις σελίδες του βιβλίου σχηματίζεις προσωπικές εικόνες. Όταν διαβάζεις τα καρέ του graphic novel βλέπεις αντικειμενικές εικόνες. Πόσο μάλλον όταν είναι εποχής. Στην Ελλάδα, καθώς αργήσαμε, ναι, είναι νέο αφηγηματικό είδος και προσμένω συνεχιστές. Γιώργος Σκαμπαρδώνης Τι είναι αυτό που κάνει την ιστορία του «Τετράς της Ξακουστής του Πειραιώς» ενδιαφέρουσα; Αντανακλά στο σήμερα; Δημήτρης Κερασίδης: Ο ίδιος ο Μάρκος ο Βαμβακάρης. Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Καμιά ιστορία δεν οφείλει να αντανακλά στο σήμερα. Και ποιο είναι το σήμερα; Ποιο απ’ όλα, πού και πώς; Κάθε αφήγηση αντανακλά στον εαυτό της και καταξιώνεται όχι τόσο από το θέμα, αλλά από τους όρους εκφοράς της, δηλαδή την αισθητική αξίωση που περιέχει. Και δεν είναι η ιστορία της «Τετράδος» ενδιαφέρουσα, αλλά το πώς τη γράφει, ή τη σκιτσάρει κάποιος. Έπειτα, το «σήμερα» είναι διαρκής ροή, διαφεύγουσα, και δεν συλλαμβάνεται. Γίνεται εύκολα αύριο και χτες. Δημήτρης Κερασίδης Τι κάνει το ρεμπέτικο τόσο ξεχωριστό και διαχρονικό; Δημήτρης Κερασίδης: Το ρεμπέτικο ήταν το λαϊκό μουσικό είδος που άκμασε το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Με επιρροές από το δημοτικό και το μικρασιατικό τραγούδι, αντικατοπτρίζει το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής όπου αναπτύχθηκε και ιδιαίτερα τη ζωή του περιθωρίου. Στην εξέλιξή του, η κοινωνική του βάση επεκτάθηκε στους πρόσφυγες, στην εργατική και τη μεσοαστική τάξη, ενώ στις μέρες μας αναγνωρίζεται ως δημοφιλής πολιτιστική κληρονομιά, λειτουργώντας ως ισχυρό σύμβολο ταυτότητας και ιδεολογίας για την ελληνική λαϊκή μουσική παράδοση. Εξάλλου, το ρεμπέτικο εγγράφηκε στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 2016 και στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας της Unesco το 2017. Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Η θεματική και μουσική τους αξία, ο ξεχωριστός τρόπος που παίζονται, τα όργανα που χρησιμοποιούνται, το ύφος τους αλλά και το ύφος ζωής εκείνων που τα δημιούργησαν σε μια ορισμένη εποχή και τρόπο ζωής. Δεν ξαναγίνονται. Αλλά θα ακούγονται πάντα γιατί προφανώς περιέχουν και εκπέμπουν στοιχεία βαθύτερα, που ξεπερνούν κάθε εποχή, και αρέσουν και συγκινούν πάντα. Κουβαλούν εντός τους φορτία διαχρονικά, συχνά ακατανόητα, που νομίζω θα πετυχαίνουν δια παντός αυτό το θαύμα της έκστασης που προκαλεί η σημαντική Τέχνη. Είχε και η Θεσσαλονίκη ζωντανή σκηνή και καλλιτέχνες του ρεμπέτικου την ίδια εποχή με την «Tετράς»; Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Η Θεσσαλονίκη είχε πολλούς τεκέδες και μπουζούκια και μπαρμπουτάδικα από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ακόμα και το 1960 υπήρχαν 600 λέσχες χαρτοπαιξίας. Υπήρχαν πολλοί καλοί παίχτες κι εκείνη την εποχή του ’30, αλλά όχι σημαντικοί δημιουργοί που να γραμμοφωνήσουν τραγούδια και να μείνουν. Δημήτρης Κερασίδης: Θα δανειστώ από το βιβλίο του αείμνηστου Ντίνου Χριστιανόπουλου «Το Ρεμπέτικο και η Θεσσαλονίκη» τι είπε ο Τσιτσάνης την περίοδο της Κατοχής, που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη: «Η Κατοχή υπήρξε η εποχή που έδωσα ότι καλύτερο είχα στην ψυχή μου, που έδωσα ότι πιο αληθινό βγήκε μέσα από τις τραγικές εκείνες συνθήκες. Η Κατοχή, με δυο λόγια, είναι η καρδιά του λαϊκού τραγουδιού». Πώς βλέπετε τη σκηνή των κόμικς στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια; Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Υπάρχει άνθιση και εξαιρετικοί κομίστες. Δεν είναι πολλοί, αλλά κι αυτοί που δρουν είναι αρκετοί. Ίσως τα τελευταία χρόνια λείπουν τα περιοδικά που υπήρξαν σε προηγούμενες δεκαετίες, που πάντα προωθούν και δίνουν βήμα σε νέα ταλέντα. Δημήτρης Κερασίδης: Πιστεύω, δυστυχώς, πως είναι στάσιμη. Περιοδικά όπως Βαβέλ, Μαμούθ, Παραπέντε κ.ά. ανέστειλαν την έκδοσή τους. Η προσπάθεια του Άγγελου Μαστοράκη με το 9 της Ελευθεροτυπίας ήταν μια αναλαμπή για την όποια εγχώρια παραγωγή. Τα τελευταία χρόνια όμως, βλέπω μια επαναδραστηριοποίηση εκδοτικών οίκων στον χώρο των κόμικς, αρκεί να προωθήσουν μαζί με την ξένη και την ελληνική παραγωγή. Σε αυτή την πρωτόγνωρη συνθήκη που καλούμαστε να ζήσουμε, τι μπορεί να μας κρατήσει όρθιους; Δημήτρης Κερασίδης: Η σοβαρότητα, σε μια εποχή που ανθεί η άνοδος της ασημαντότητας. Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Ας είμαστε υγιείς και θα κρατηθούμε όρθιοι μια χαρά. Ο καθένας έχει τους δικούς του τρόπους και τις δικές του μανίες και κρατιέται απ’ ότι τον συγκινεί και απ’ ότι μπορεί να βρει. Το θέμα είναι να κρατήσουμε όρθιους και τους άλλους. Η Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς Το graphic novel «H Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.