Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Βαβελ'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Γερμανίκεια
  • Ιστορική/ φιλολογική γωνιά
  • Περί ανέμων και υδάτων
  • Dhampyr Diaries
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • The Unstable Geek
  • Κομικσόκοσμος
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Valt's blog
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • Film
  • Θέμα ελεύθερο
  • Vet in madness
  • GCF about comics
  • Dr Paingiver's blog

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

  1. Ο παράλυτος - Tanino Liberatore & Bruce Jones Βαβέλ #57 - Ιανουάριος 1986
  2. Για την «Babel», το νέο εξαιρετικό, συγκινητικό και εν μέρει αυτοβιογραφικό έργο του Soloup, είχαμε γράψει πριν από λίγες εβδομάδες. Τώρα ήρθε και η ώρα της πρώτης επίσημης παρουσίασής του. Την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου στις 19.00, στον χώρο του Ινστιτούτου για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή Eteron (Λεωκορίου 38, Ψυρρή), θα μιλήσουν για το βιβλίο οι Βαγγέλης Καραμανωλάκης, καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΕΚΠΑ, Λήδα Τσενέ, διδακτόρισσα και ιδρύτρια της Athens Comics Library, και ο δημιουργός. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης θα προβληθεί βίντεο με τα παρασκήνια της έρευνας στο Βέλγιο από τους Πόλυ Ρουμελιώτη και Kris Kaerts. Και το σχετικό link...
  3. Μεταφορά σε κόμικ του γνωστού αστυνομικού/νουάρ του Jean-Patrick Manchette από τον Jacques Tardi. Ως εκ τούτου λογίζεται ότι μεταφέρθηκε στα Ελληνικά σε συνεργασία του Άγρα (που βγάζει τα μυθιστορήματα του Manchette) και της Βαβέλ (που το 86 είχε μεταφράσει ένα Νέστωρ Μπούρμα του Tardi). Πολυτελής έκδοση απ'τον Οκτώβρη του 2006. Σκληρό εξώφυλλο, ιλλουστρασιόν σελίδες, μεγάλο μέγεθος (άρα πάλι joins για τα εξώφυλλα ) 21χ32 εκ, 88 α/μ σελίδες. Τίτλος πρωτότυπου: Le Petit bleu de la côte ouest Bedetheque
  4. germanicus

    BLACK KISS

    Μετάφραση του πολύκροτου για την εποχή του (1988) κόμικ του Howard Chaykin (γνωστού μας από τα Star Wars του Καμπανά). 126 α/μ σελίδες σε 21χ28 εκ. σε μετάφραση της Έρσης Σωτηροπούλου για τη Βαβέλ από το 1999 γεμάτες με τις εμμονές του Chaykin. Σεξ, βία, noir και δυό τρια ακόμα που δεν τα αναφέρω για να μη πω κανένα spoiler Στην Αμερική πρωτοδημοσιεύτηκε σε 12 τεύχη. ΥΓ παρεμπιπτόντως να αναφέρω και μια ακόμα ενδιαφέρουσα δουλειά του Chaykin (σε σενάριο), το Bite Club της Vertigo που δεν έχει μεταφραστεί ακόμα εξ'όσων γνωρίζω (comicbookdb) ΥΓ2 την ημερομηνία κυκλοφορίας την τσίμπησα από το site της Πρωτοπορίας. Μέσα δεν αναφέρει τίποτα.... Αφιέρωμα στον Howard Chaykin
  5. Ένα graphic novel λοιπόν από έναν γνώριμο και με πολλές διακρίσεις δημιουργό, που αυτοσυστήνεται ως «πολιτικός γελοιογράφος […] και δημιουργός κόμικς». Τόσο σύνθετο στην κατασκευή του ώστε να υπάρχει ο φόβος να μην μπορέσει να παρουσιαστεί χωρίς να χάσει τη γοητεία του. Όλα ίσως να ξεκινούν από τον τίτλο: Babel, που ανάγεται παράλληλα στο βιβλικό σύμβολο του πύργου της Βαβέλ αλλά και στο περιοδικό κόμικς «Βαβέλ», που, σύμφωνα με την αφιέρωση, «μας έμαθε να διαβάζουμε, να σκιτσάρουμε και να ονειρευόμαστε με τα κόμικς στην Ελλάδα». Τέτοιοι αναπάντεχοι συχνά συσχετισμοί βρίσκονται διάσπαρτοι μέσα στο βιβλίο, συνδέοντας το όποιο παρόν (τα επτά ταξίδια του συγγραφέα στο Βέλγιο) με ένα παρελθόν διττό: το ιστορικό Βέλγιο των μεταναστών ανθρακωρύχων, ανάμεσά τους (όπως πληροφορείται ο αναγνώστης) και οι παππούδες του συγγραφέα, αλλά και τον μυθικό πύργο της Βαβέλ κάπου στη Μεσοποταμία, με όλες τις συναφείς ηθικολογίες για την ανθρώπινη απληστία. Soloúp | Babel. When the Fallen Angels Rise | Σελ. 247 | Ίκαρος, 2025 Ο βιβλικός πύργος εκπροσωπείται από τον διάσημο πίνακα του Μπρέγκελ, αλλά με μια έξυπνη αντιστροφή αντανακλάται, ανεστραμμένος, στα βελγικά ορυχεία σε τρεις παραλλαγές – η μια τους κοσμεί το εξώφυλλο. Τη μια σχετική εικόνα στο εσωτερικό συνοδεύει ένα σχόλιο: «Μόνο που εκείνοι χτίζανε προς τα πάνω, ενώ εμείς σκάβαμε προς τα κάτω» (σ. 188). Δύο μάλιστα σελίδες παρακάτω, θα εμφανιστεί ο Νεβρώδ, ο φιλόδοξος βασιλιάς που έχτισε τον πύργο – αυτή τη φορά με μορφή δανεισμένη από έναν εξίσου διάσημο μινωικό σφραγιδόλιθο από τα Χανιά, που δείχνει μια σπάνια παράσταση μιας πόλης/ανακτόρου (σ. 191). Στο παραμύθι μπλέκουν επιμέρους σχόλια λεκτικά (π.χ. «Νεβρώδ, ο πρώτος ινφλουένσερ») και εικαστικά (π.χ. εικόνες ομορφιάς του Χοκουσάι). Στην ιστορία θα μπλέξουν και άλλα σύμβολα, όπως η εκκλησία Béguinage που βοηθούσε όλους τους κατατρεγμένους, το εμβληματικό τζουκ μποξ του διάσημου ελληνικού καφενείου La Rose Blanche στο Μόλενμπεκ, που θα βρεθεί ξεχασμένο σε αποθήκη, και του οποίου η ιστορία μπλέκει μέσα στη διήγηση του Soloúp για την εκεί ελληνική κοινότητα, ο τόσο δημοφιλής στους ανθρακωρύχους Στ. Καζαντζίδης, και πάει λέγοντας. Όλα ξεκινούν όταν ο Soloúp συνάντησε στην Αθήνα την ελληνικής καταγωγής Πόλυ (Πολυξένη) Ρουμελιώτη, ερευνήτρια της «ελληνικής παρουσίας στο Βέλγιο» το 2015, στην οποία πέρασε την επιθυμία του να μάθει αν πράγματι ο παππούς και η γιαγιά του, Μικρασιάτες πρόσφυγες, είχαν παντρευτεί στο Βέλγιο – μια αόριστη ιστορία που κυκλοφορούσε μέσα στην οικογένειά του. Αυτή η Πόλυ ήταν που θα ανακάλυπτε το πιστοποιητικό γάμου των παππούδων του στην Αμβέρσα και σε συνδυασμό με τον σκηνοθέτη θεάτρου-κινηματογράφου Κρις Καρτς και τη δημοσιογράφο-φωτογράφο Ιωάννα Γυμνοπούλου, κόρη εστιάτορα στις Βρυξέλλες, θα πλαισίωναν τον Soloúp στις περιπετειώδεις περιηγήσεις του στα πρώην βελγικά ανθρακωρυχεία, στα λημέρια των «μεταναστών εργατών», όσων είχαν απομείνει, που δούλευαν ώς το ’90 μέσα στις υπόγειες στοές. Στο βιβλίο η αρχή της ιστορίας σκηνοθετείται στη βροχερή πλατεία μπροστά από την εκκλησία Béguinage όπου ο αφηγητής (Soloúp) αντιμετωπίζει ένα κοπάδι σκυλιά που του μαθαίνουν πόσων ειδών γαβγίσματα υπάρχουν – δηλαδή το μοτίβο που κρύβεται πίσω από τον πύργο της Βαβέλ. Ακολουθεί, στο τρίτο μέρος, μια «συνέντευξη μ’ έναν άγγελο», όπου ένας παλαίμαχος ανθρακωρύχος, ο κυρ Άγγελος, φιλοσοφεί για την ανθρώπινη ασυνεννοησία και ρωτάει στο τέλος: «Ξέρεις, κόρη μου, τη Βαβέλ;» Το τέταρτο μέρος ξαναδένει με την πλατεία της Béguinage, με διαδοχικές οπισθοχωρήσεις στον χρόνο, όπου μπλέκουν ακόμα η καταστροφή της Σμύρνης, ο ένας πλούσιος παππούς, ο Άγγελος (που μοιάζει του Πεσόα) και η γιαγιά στα νιάτα της, για να καταλήξουν πάλι στην πλατεία με έναν διάλογο ανάμεσα στον Soloúp και στον σκύλο που του κρατά συντροφιά και μιλάει άπταιστα ελληνικά. Το πέμπτο μέρος (Pneumoconiosis) περιέχει την αφήγηση του κυρ Άγγελου για τη ζωή στα βελγικά ανθρακωρυχεία, τα δυστυχήματα, τους θανάτους, αλλά και τη θαυμαστή του διάσωση από ένα απανθρακωμένο δέντρο. Στο τελευταίο μέρος (Λευκά Τριαντάφυλλα), με μια εικόνα σωμάτων «που πετούν πάνω από τη γη», θυμίζοντας Β. Βέντερς, μαθαίνουμε πως ο κυρ Άγγελος πέθανε αιφνίδια, όμως ζει μεταξύ των συντρόφων του, ακούει κι αυτός Καζαντζίδη, και στο τέλος φιλοσοφεί: «Κι έτσι ο θάνατος δεν μοιάζει με δυστυχία», αφήνοντας ένα άσπρο τριαντάφυλλο στον πάγκο έξω από την ίδια πάντα εκκλησία. Και το σχετικό link...
  6. Με αφορμή τον θάνατο του Edika, θυμόμαστε τις σουρεαλιστικά χιουμοριστικές ιστορίες του και τους λόγους που τον κατέστησαν έναν θρύλο των ευρωπαϊκών κόμικς ● Η έννοια της πολιτικής ορθότητας απουσιάζει παντελώς από τα κόμικς του. Αντιθέτως, πρόκειται για ιστορίες με αθυρόστομο χιούμορ, χωρίς ταμπού και προκαταλήψεις, χωρίς όρια για το πού θα σταματήσουν και μέχρι πού θα φτάσει η προκλητικότητά τους. EDIKA (17.12.1940 – 16.12.2025) Στη «Μύηση», μια από τις ιστορίες του Edika από τη δεκαετία του ’80, o Μπρόνσκι Πρόκο, ένας μικροαστός οικογενειάρχης και σταθερός πρωταγωνιστής του Γάλλου δημιουργού, παρακολουθεί τηλεόραση καθισμένος στην αναπαυτική του πολυθρόνα. Δίπλα του, ξαπλωμένη μπρούμυτα στο χαλί, βρίσκεται η Ζορζ, η μικρή του κόρη, με ριγέ φουστανάκι και φιόγκο στα μαλλιά. Τη γαλήνια οικογενειακή στιγμή συμπληρώνει ο γιος του Μπρόνσκι και της Όλγα, ο μικρός Παγκανίνι (χαϊδευτικά, Νίνι), σκαρφαλωμένος σε μια καρέκλα και κοιτώντας έξω από το παράθυρο. «Ε, μπαμπά, η γάτα μας είναι καβάλα στη γάτα του γείτονα. Παράξενο, ε;», ρωτάει ο Νίνι. «Μα όχι, δεν είναι παράξενο, είναι φυσιολογικό γιατί πιάσανε οι ζέστες» απαντά ο πατέρας. «Ναι, αλλά αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι πως η γάτα του γείτονα είναι αρσενικιά, όπως και η δικιά μας… Αυτό είναι σπάνιο», συνεχίζει ο Νίνι. «Μπα, αυτό θα μ’ έκανε να εκπλαγώ, η γάτα του γείτονα είναι σίγουρα θηλυκιά» επιμένει ο πατέρας με τη βεβαιότητά του να αρχίζει να κλονίζεται. «Αδύνατο, την ξέρω τη γάτα του γείτονα και σίγουρα αυτή είναι κάτω απ’ τη γάτα μας, είναι ξανθιά κι έρχεται κάθε μέρα στον κήπο μας για φαΐ» ρίχνει τη χαριστική βολή ο Νίνι. Για επτά σελίδες στη συνέχεια ο σοκαρισμένος Μπρόνσκι θα προσπαθήσει με κάθε μέσο να «συνετίσει» τον γάτο του, Κλαρκ Γκέιμπλ, να μην ξαναπάει με αρσενικούς γάτους. Ως ύστατο όπλο, φορά μια ολόσωμη αποκριάτικη στολή γάτου, φωνάζει την Όλγα, της ζητά να γδυθεί και να πέσει στα τέσσερα, ξεναγεί με αυστηρότητα τον Κλαρκ Γκέιμπλ στη γυναικεία ανατομία και για να κάνει το «μάθημα» ακόμα πιο αποδοτικό, μπαίνει μέσα της ώστε να καταλάβει ο γάτος τι πρέπει να κάνει από εδώ και πέρα. Πιστός στα γούστα του όμως, ο Κλαρκ Γκέιμπλ βλέποντας τον Μπρόνσκι από πίσω και γονατιστό, δεν χάνει την ευκαιρία να κάνει ότι και στον γάτο του γείτονα αφήνοντας το αφεντικό του άφωνο. Σε άλλη ιστορία της ίδιας περιόδου με τον σαρκαστικό τίτλο «Η Νέα Σοσιαλιστική Οικογένεια», η μικρή κόρη αποκαλύπτει στο μεσημεριανό τραπέζι ότι είναι έγκυος, επηρεασμένη από τις βιντεοταινίες με πορνό του πατέρα της. Στη «Μέθοδο Αδυνατίσματος», μια ευτραφής κυρία κάνει ποδήλατο γυμναστικής ενώ οι γυμναστές της της επιδεικνύουν φωτογραφίες με ερωτικές περιπτύξεις του άντρα της με την καμαριέρα, κάνοντάς την να μονολογήσει «Α την πουτάνα, και μου είχε ορκιστεί το παλιοθήλυκο ότι θα μ’ αγαπούσε πάντα». Στο «Ταξίδι στον Χρόνο (Σκέτη Ποίηση)», ένας καλοντυμένος μεσήλικας κύριος φλερτάρει μια ελαφρώς ντυμένη μαύρη γυναίκα που νταντεύει ένα λευκό μωρό: «Σας έχει πει κανείς ότι έχετε πολύ ωραία αυτιά;» τη ρωτάει. «Δεν είναι αυτιά, τα ρουθούνια μου είναι» του απαντά. Και κάπως έτσι εκτυλίσσονται όλες οι ιστορίες του Edika, κατά κόσμον Edouard Karali, που έφυγε από τη ζωή στις 16 Δεκεμβρίου, μία μέρα πριν κλείσει τα 85 του χρόνια. O Edika το 2009 Είναι φανερό από τις προηγούμενες περιγραφές – οι οποίες δεν αποτελούν, για προφανείς λόγους, και τις πλέον ακραίες – ότι η έννοια της πολιτικής ορθότητας απουσιάζει παντελώς από τα κόμικς του. Αντιθέτως, πρόκειται για ιστορίες με αθυρόστομο χιούμορ, χωρίς ταμπού και προκαταλήψεις, χωρίς όρια για το πού θα σταματήσουν και μέχρι πού θα φτάσει η προκλητικότητά τους. Τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, όταν ο Edika βρισκόταν στο ζενίθ της δημιουργικής του πορείας, κάτι τέτοιο δεν ήταν έκπληξη, ήταν ο κανόνας. Ένας κανόνας που θυσιάστηκε στον βωμό του καθωσπρεπισμού με τα υπέρ και τα κατά του. Ένα από τα «κατά» είναι πως δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουν τόσο ξεκαρδιστικά κόμικς. Πιθανώς ούτε ο ίδιος ο Edika δεν φανταζόταν πού θα έφτανε όταν ξεκίνησε να δημιουργεί κόμικς μετά τα 30 του. Είχε γεννηθεί στο Κάιρο της Αιγύπτου το 1940, ενώ στη συνέχεια έζησε στον Λίβανο και εργάστηκε ως σχεδιαστής σε διαφημιστικές εταιρείες, σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον που διαμόρφωσε την αισθητική του αλλά και τον δεδομένο σεβασμό του προς κάθε φυλή, εθνικότητα, φύλο, γλώσσα, εμφάνιση κ.λ.π., σε βαθμό που επί ίσοις όροις όλοι και όλες βρέθηκαν στο στόχαστρο των μετέπειτα κόμικς του. Με αυτά ξεκίνησε το 1978 όταν πια είχε εγκατασταθεί στο Παρίσι και άρχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό Charlie Mensuel. Έναν χρόνο αργότερα, η γνωριμία του με τον μεγάλο Marcel Gotlib στο περιοδικό Fluide Glacial και η έναρξη της δημοσίευσης των ολιγοσέλιδων ιστοριών του στο εμβληματικό έντυπο απογείωσαν την καριέρα και τη δημιουργικότητά του. Επηρεασμένος από το underground κίνημα που παρέμενε ακόμα ζωντανό, από το πολυεπίπεδο χιούμορ του περιοδικού MAD και από τις βλάσφημες, αναρχικές προσεγγίσεις του περιοδικού Hara-Kiri, ο Edika δεν περιορίστηκε από σεναριακές συμβάσεις και αφηγηματικούς κανόνες, κι ακόμη περισσότερο δεν δίστασε να σχεδιάσει απαγορευμένες εικόνες. Τα κόμικς του είναι συχνά χαοτικά, καθώς από αλλού ξεκινούν κι αλλού καταλήγουν, αυτοϋπονομεύοντας την ίδια τους τη φύση. Ο στόχος του δεν είναι να φιλοτεχνήσει μια ολοκληρωμένη ιστορία αλλά το διαμετρικά αντίθετο: να διαλύσει κάθε αυταπάτη ότι η ιστορία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος, να σαμποτάρει κάθε αξία και κανόνα, να ανατρέψει το αναμενόμενο όσο περισσότερο γίνεται και όσο πιο πολλές φορές είναι εφικτό σε λίγες σελίδες, να πείσει ότι το ταξίδι έχει σημασία και όχι ο προορισμός, να σε κάνει να γελάς όχι γι’ αυτό που συνέβη αλλά γι’ αυτό που δεν φανταζόσουν ποτέ ότι μπορεί να συμβεί. Για την επίτευξη του στόχου του συχνά «έμπαινε» και ο ίδιος στις ιστορίες του γκρεμίζοντας τον τέταρτο τοίχο των κόμικς και πιάνοντας κουβέντα με τους αλλόκοτους πρωταγωνιστές του, υπενθυμίζοντας ότι στο ίδιο παράλογο κι απρόβλεπτο σύμπαν που ζουν αυτοί ζούμε κι εμείς. O Edika σπάει τον τέταρτο τοίχο και γίνεται χαρακτήρας των ιστοριών του. Οι χαρακτήρες των ιστοριών του είναι ο ορισμός της αντι-ηρωικής μορφής. Πρόσωπα παραμορφωμένα με πελώριες μύτες και τεράστιες κοιλιές. Γυναίκες με υπερμεγέθη στήθη και μικροσκοπικά μπικίνι που κάνουν στριπτίζ μπροστά στο μωρό τους. Σεξομανείς μύωπες που ερωτοτροπούν δημοσίως με πλαστικές κούκλες. Αναψοκοκκινισμένοι μπανιστιρτζήδες που μεταμορφώνονται σε αποκρουστικά τέρατα με κεραίες και ουρές. Μηχανόβιοι με στολή καλόγριας, ζαρτιέρες και αξύριστες γάμπες. Βαρήκοοι ναυαγοσώστες που αναζητούν συντροφιά στους συζύγους πνιγμένων γυναικών. Κι όλα αυτά σε μια περιρρέουσα πλημμύρα από σωματικά υγρά και άλλες εκκρίσεις, έναν κατακλυσμό από περιττώματα και εμετούς που ξεχειλίζουν από τουαλέτες και εκτοξεύονται από ανθρώπινες οπές. Σε ένα διαρκές αφηγηματικό χάος μιας συνεχούς αστάθειας και ρήξης με την κανονικότητα που απορρίπτει κάθε πρόταγμα, κάθε δίδαγμα και γίνεται αυθάδης και προκλητικός αυτοσκοπός μιας εξεζητημένης «κακογουστιάς». Η αλήθεια είναι ότι ο Edika επιχείρησε κάποιες φορές να ξεφύγει από αυτόν τον λαβύρινθο και να δοκιμάσει την τύχη του σε πιο «κανονικές» ιστορίες, κυρίως επιστημονικής φαντασίας. Σχεδιαστικά τα κατάφερε περίφημα, κάτι που αποδεικνύεται και από τα τερατώδη όντα, τα δικέφαλα πλάσματα και τα τριχωτά θηρία που συχνά εισβάλλουν στα καρέ του. Δεν μπόρεσε όμως ποτέ να προσαρμοστεί στις νόρμες των «κανονικών» αφηγήσεων, με αποτέλεσμα να αφοσιωθεί στα ανορθόδοξα κόμικς του στο Fluide Glacial αλλά και σε άλλα περιοδικά όπως το Pilote και το Psikopat, το οποίο εξέδιδε ο αδελφός του, Paul Karali. Στα γαλλικά κυκλοφόρησαν συνολικά 35 τόμοι με τις ιστορίες του, πολλές εκ των οποίων μεταφράστηκαν στα ελληνικά από τα περιοδικά «Βαβέλ», «Παρά Πέντε» και «Μικρό Παρά Πέντε» και δημοσιεύτηκαν στις συλλογές «Επικίνδυνα Τοπία», «Ουπς!», «Ντούμπι Ντου» και «Μαξ Ρηλάξ» από τις Εκδόσεις Ars Longa. Από αριστερά: «Βαβέλ» #197, Ιανουάριος 2001 | «Μικρό Παρά Πέντε» #10, Νοέμβριος 1986 | «Μικρό Παρά Πέντε» #26, Σεπτέμβριος 1988. Ήταν ίσως ο τελευταίος μιας γενιάς χιουμοριστών όπως ο Reiser (1941-1983), ο Francois Cavanna (1923-2014), ο Georges Wolinski (1934-2015) και ο Marcel Gotlib (1934-2016), που έζησαν το όνειρο του γαλλικού Μάη του ’68 και σαγηνεύτηκαν από την άνευ όρων και ορίων καλλιτεχνική ελευθερία. Τα «διδάγματά» τους κρατά ζωντανά πια ίσως μόνο ο Philippe Vuillemin (γενν. 1960), καθώς πολλά από όσα έκαναν και έδειχναν αυτοί οι δημιουργοί θεωρούνται πια απαράδεκτα, ανεπίτρεπτα, ακατάλληλα, προσβλητικά. Και μάλλον γι’ αυτό ήταν τόσο αστεία. Και το σχετικό link...
  7. Η «Babel» του Soloup είναι ένα έντονα συναισθηματικό και φορτισμένο αυτοβιογραφικό ταξίδι στις ρίζες του και στο παρελθόν των προγόνων του, από τη Σμύρνη μέχρι τα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Εκ των κορυφαίων Ελλήνων δημιουργών κόμικς ο Soloup, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, έχει καταφέρει εδώ και χρόνια να είναι συνεπής στο ραντεβού του με τους αναγνώστες σε τακτά χρονικά διαστήματα παρουσιάζοντας πλέον μεγάλα σε έκταση αλλά και θέματα βιβλία. Το «Αϊβαλί» (2014) σηματοδότησε τη στροφή του από τα κατεξοχήν χιουμοριστικά κόμικς με τα οποία καταπιανόταν με επιτυχία ως τότε («Ο Ανθρωπόλυκος», «Μήτσος Κυκλάμινος», «Ο Βασιλιάς Μύγας», «Πειρασμοί» κ.ά.) στα ιστορικά, κοινωνικά και μεγαλύτερης έκτασης βιβλία. Η επιτυχία του ήταν πολύ μεγάλη, κάτι που αποδεικνύεται από τις απανωτές επανεκδόσεις, τις πολλές μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες, τις εκθέσεις που το πλαισίωσαν κ.ά. Ακολούθησαν ο σπαρακτικός «Συλλέκτης» (2018) για το ζήτημα της γονεϊκής αποξένωσης, το «’21, η Μάχη της Πλατείας» (2021), μια τολμηρή και ψύχραιμη ματιά στην ελληνική Επανάσταση και ο «Zorμπάς» (2023), μια διαφορετική αφήγηση του εμβληματικού καζαντζακικού έργου. Παράλληλα ο Νικολόπουλος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αιγαίου και ερευνητής της ιστορίας και θεωρίας των κόμικς, συγγραφέας του καθοριστικού για την κατανόηση της ένατης τέχνης στην Ελλάδα «Τα Ελληνικά Comics» (2012), ασχολείται όλα αυτά τα χρόνια και με την εκπαιδευτική διάσταση του είδους, ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του, σε συνεργασία με την Ευαγγελία Μουλά, «Comics & Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί». Η καινούργια δουλειά του (εκδόσεις Ίκαρος, 248 σελίδες) είναι ενταγμένη σε αυτό το πλαίσιο των μεγάλων ιστορικών αφηγήσεων, αλλά συνάμα αποτελεί και το πιο προσωπικό έργο του. Κι αυτό γιατί παρά τα μεγάλα πανανθρώπινα θέματα στα οποία αναφέρεται, τις εγκιβωτισμένες αφηγήσεις του και τη διαρκή συνομιλία του με μεγάλους συγγραφείς, καλλιτέχνες και δημιουργούς κόμικς, στο επίκεντρο βρίσκεται η ιστορία των προγόνων του με τον ίδιο να την ιχνηλατεί ως πρωταγωνιστής. Ο τίτλος «Babel» πηγάζει προφανώς από τον γνωστό μύθο της Γένεσης γύρω από τη ματαιόδοξη απόπειρα των άπληστων κατασκευαστών του να φτάσουν στον ουρανό και την επακόλουθη ποινή από τον Θεό που τους τιμώρησε να μιλούν διαφορετικές γλώσσες ώστε να μην μπορούν να συνεννοηθούν. Στην Ελλάδα όμως, όπου ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας των σύγχρονων κόμικς γράφτηκε από το περιοδικό Βαβέλ με τον Soloup να αποτελεί ενεργό μέλος, το βιβλίο αφιερώνεται στους φίλους του αλλά «ένα graphic novel που ονομάζεται Babel δεν μπορεί παρά να είναι αφιερωμένο και σε μιαν άλλη μεγάλη παρέα, εκείνη του περιοδικού κόμικς (και όχι μόνο) “Βαβέλ”. Το περιοδικό που μας έμαθε να διαβάζουμε, να σκιτσάρουμε και να ονειρευόμαστε με τα κόμικς στην Ελλάδα» σύμφωνα με τον δημιουργό του. Εύλογο είναι η ιστορία να ξεκινά από τη Γένεση και τον Πύργο της Βαβέλ με τις κατάλληλες δόσεις χιούμορ και τις ευφυώς τοποθετημένες παρωδίες έργων των Μαγκρίτ, Γκόγια, Ντα Βίντσι, Ροντέν, Μπρίγκελ και Μικελάντζελο (στα επόμενα κεφάλαια θα προστεθούν κι άλλοι όπως ο Μουνκ κι ο Χοκουσάι), για να μεταφερθεί αμέσως σε μια σύγχρονη Βαβέλ, στην καρδιά της Ευρώπης, στις Βρυξέλλες. Εκεί ο Soloup θα σταθεί τρομοκρατημένος πάνω σε ένα παγκάκι, περικυκλωμένος από αγριεμένα σκυλιά που κι αυτά γαβγίζουν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Τότε αρχίζει η κεντρική αφήγηση με τον πρωταγωνιστή να ανατρέχει στην παιδική του ηλικία για να ερμηνεύσει τον φόβο του για τα σκυλιά, να γίνεται φίλος με έναν ομιλούντα σκύλο που παραπέμπει στον Μιλού από τον Τεν Τεν του Herge, όπως και ο πύραυλος στο αεροδρόμιο από την ιστορία «Αποστολή στη Σελήνη», να εξηγεί στον σκύλο (!) γιατί βρίσκεται εκεί και να δίνουν ραντεβού στο Μόλενμπεκ για να επισκεφτούν το ιστορικό ελληνικό καφενείο La Rose Blanche. Η αφορμή, όπως εξηγεί ο αφηγητής στον σκύλο, για το ταξίδι του στο Βέλγιο (και για τη δημιουργία της «Babel» υποθέτουμε ως αναγνώστες) είναι να βαδίσει στα χνάρια του παππού και της γιαγιάς του που βρέθηκαν εκεί μετά την καταστροφή της Σμύρνης – άλλης μίας Βαβέλ πολυγλωσσίας κι ασυνεννοησίας με τραγική κατάληξη. Από αυτή την ιστορία όμως ξεπηδά μια άλλη ιστορία προσφύγων, αυτή των Ελλήνων μεταναστών στο Βέλγιο για να δουλέψουν στα ανθρακωρυχεία από τη δεκαετία του 1950 και μετά. Σ’ αυτήν την παράλληλη αφήγηση πρωταγωνιστεί ο Άγγελος, ηλικιωμένος πια, που αναπολεί το παρελθόν στις στοές των ορυχείων, ανάμεσα σε μετανάστες από όλο τον κόσμο, σε μια ακόμα Βαβέλ μέσα στο κάρβουνο, τη σκόνη και την πνευμοκονίαση. Μια Βαβέλ με δυσκολίες συνεννόησης αλλά και με αλληλεγγύη που κρατούσε τους εργάτες ζωντανούς. Το πολυεπίπεδο αυτό βιβλίο που σε κάθε του σελίδα αποπνέει ζεστασιά και ανθρωπιά, όπως κάθε έργο του Soloup, είναι εξαιρετικά τεκμηριωμένο και συνοδεύεται από επεξηγηματικά κείμενα, πλούσια βιβλιογραφία και σπάνιο ιστορικό και φωτογραφικό υλικό για τη ζωή των ανθρακωρύχων. Μια ζωή που εκεί κάτω, όπως λέει ο Τούρκος φίλος του Άγγελου, είχε μια κοινή γλώσσα: «Ένα χαμόγελο, ένα χωρατό. Ένα χέρι που θα σε βαστήξει τη δύσκολη ώρα να μη γλιστρήσεις, αυτή ήταν η κοινή μας γλώσσα. Η γλώσσα που μάθαμε στη δική μας την ανάποδη Βαβέλ». Και το σχετικό link...
  8. Η «Babel», οι ανθρακωρύχοι στις στοές του Βελγίου, η διαδρομή που γίνεται όλο και πιο προσωπική. «Αν βρεθείς να σκάβεις μουντζούρης στα 1.100 μέτρα βάθος στις στοές, το να είσαι Έλληνας, Τούρκος, Ιταλός, Πολωνός ή Μαροκινός δεν είχε και τόσο σημασία», λέει ο Soloúp, συμπυκνώνοντας το πνεύμα του νέου του graphic novel, «Babel». «Εκεί η αλληλεγγύη, η συνεννόηση για την επιβίωση και η φιλία αποκτούν άλλη σημασία. Βλέποντάς το από απόσταση, το να σκοτώνονται οι άνθρωποι μεταξύ τους ενώ τους ενώνουν τόσα πράγματα σε ένα τόσο περιορισμένο χρονικό διάστημα σαν την ανθρώπινη ζωή, είναι πραγματικά μάταιο και ακατανόητο». Ο Soloúp, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, με μακρά θητεία πολιτικής γελοιογραφίας, κομίστας στα θρυλικά περιοδικά «Βαβέλ» και «Γαλέρα» και με 14 συλλογές γελοιογραφιών, κόμικς και graphic novel στο βιογραφικό του, έχει «γράψει» πολλά χιλιόμετρα πάνω στο χαρτί με το πενάκι του. Συζητώντας για ένα καινούργιο βιβλίο με έναν «παλιό» της δουλειάς, όπως είναι ο Soloúp, οι αναμνήσεις ξυπνούν πλούσιες και δυνατές. Άλλωστε θεωρεί πράγματι ενδιαφέρον πως η νέα του δουλειά έχει τον ίδιο τίτλο με το θρυλικό περιοδικό στο οποίο έκανε τα πρώτα του σκιτσογραφικά βήματα. Γι’ αυτό και το αφιερώνει στους ανθρώπους του. Περιγράφει το τρακ της πρώτης επίσκεψης στη Γενναδίου, με το τεράστιο ντοσιέ του «Ανθρωπόλυκου» και του «Μήτσου Κυκλάμινου» παραμάσχαλα, όταν πήγε να δείξει τη δουλειά του στους υπεύθυνους του περιοδικού, μια συνεργασία που, όπως λέει, τον καθόρισε. Στο νέο κόμικ ο Αντώνης Νικολόπουλος «παντρεύει» τις μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα τραύματα της Ιστορίας. Από εκεί και πέρα όμως, η σύγχρονη «Babel» ανοίγει δικούς της δρόμους, διατηρώντας ίσως στο υποσυνείδητο τις συναισθηματικές συνδέσεις με το παρελθόν. Η ιστορία του συγκεκριμένου graphic novel βασίζεται στο αρχετυπικό βιβλικό κείμενο για τον πύργο της Βαβέλ, αλλά και σε όλα τα πολιτισμικά αφηγήματα και τους συμβολισμούς που γεννήθηκαν γύρω του, από τους μύθους περί της ανθρώπινης ακαταληψίας μέχρι τις αινιγματικές, μεταφυσικές απεικονίσεις του Πίτερ Μπρέγκελ. Στην «Βabel», πίσω από τον κεντρικό χαρακτήρα του ηλικιωμένου αφηγητή βρίσκονται ιστορίες του ίδιου του συγγραφέα – από τον πρόσφυγα παππού και τη γιαγιά που έφτασαν σε συγγενείς στις Βρυξέλλες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή – οι οποίες διασταυρώνονται με τις αφηγήσεις Ελλήνων ανθρακωρύχων μεταναστών του Βελγίου. Μέσα στο χάος της ανθρώπινης ασυνεννοησίας υπάρχει μια πιθανή γλώσσα που ενώνει – η αλληλεγγύη. Στο νέο κόμικ ο Αντώνης Νικολόπουλος «παντρεύει» τις μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα τραύματα της Ιστορίας. Καθώς μιλάμε, γίνεται φανερό ότι για τον ίδιο η Βαβέλ είναι ένας τόπος όπου συναντιούνται οι μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα συλλογικά τραύματα της Ιστορίας. Γι’ αυτό και από το βιβλίο του περνούν πρόσφυγες, ανθρακωρύχοι, ηλικιωμένοι σε καφενεία, άνθρωποι που κουβαλούν «τον μόχθο και την τρυφερότητα μιας ολόκληρης ζωής». Οι ιστορίες που συγκέντρωσε, λέει, ήταν συχνά συγκινητικές: πρόσφυγες και μετανάστες των δεκαετιών του ’50 και του ’60, που έφυγαν από μια κατεστραμμένη Ελλάδα αναζητώντας βιοπορισμό στο Βέλγιο. «Ακόμη και οι λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής τους είναι κάποιες φορές συγκλονιστικές», επισημαίνει. Από όλες τις εξιστορήσεις, ο ίδιος θυμάται έντονα τη διήγηση ενός 90χρονου βετεράνου ανθρακωρύχου που δούλεψε στο Βέλγιο. Η συνάντησή τους έγινε στο ελληνικό καφενείο «La Rose Blanche», στο Μόλενμπεκ των Βρυξελλών. «Μου περιέγραψε πώς προσπαθούσαν να πιουν νερό από το παγούρι τους κάνοντας μια τόσο δύσκολη κίνηση, σαν ακροβατικό. Έστριβαν το κορμί τους ξαπλωμένοι πάνω στη γη, καθώς έσκαβαν σε στοές με ύψος το πολύ μισό μέτρο», λέει ο Soloúp. Αλλά και οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες ανθρακωρύχων που υπάρχουν στο παράρτημα του βιβλίου και οι αφηγήσεις που τις συνοδεύουν είναι συγκλονιστικές, πρωτότυπο υλικό που του παραχώρησαν οι αφηγητές ή οι οικογένειές τους. Η συζήτηση γυρίζει πάλι στον πύργο της Βαβέλ. Τον ρωτάμε ποια «γλώσσα» νιώθει ότι τον ενώνει περισσότερο με τους ανθρώπους. «Σκίτσα, λέξεις και σιωπές», απαντάει. «Μέσα στο χάος της ανθρώπινης ασυνεννοησίας υπάρχει μια πιθανή γλώσσα που ενώνει», λέει, «η αλληλεγγύη». Η δημιουργική διαδρομή του, όπως την περιγράφει, έχει γίνει τα τελευταία χρόνια όλο και πιο προσωπική. Μετά το «Αϊβαλί», στα έργα του υπάρχουν πράγματα που τον απασχολούν βαθιά. Ακόμη και στο «21 – Η μάχη της πλατείας», παρότι αφορά ένα τόσο μεγάλο γεγονός όπως η Επανάσταση του ’21, υπάρχουν δικές του απορίες για την πολιτισμική και εθνική ταυτότητα. Στον «Ζορμπά», μέσα από τον Καζαντζάκη, προσπάθησε να διατυπώσει με εικόνες τα υπαρξιακά ερωτήματα που τον απασχολούσαν. Και στον «Συλλέκτη» – όπως και τώρα στην «Babel» – ενυπάρχει η προσωπική ανάγκη να κατανοήσει και να διαχειριστεί την απώλεια ανθρώπων που υπήρξαν αναπόσπαστα κομμάτια της ζωής του. «Στο τέλος, το “αυτό είμαι εγώ” πρέπει να το πουν οι αναγνώστες», τονίζει. «Δεν έχει νόημα κάποιος να διαβάσει κάτι αν δεν τον αφορά». Όταν η κουβέντα φτάνει αναπόφευκτα στον αναστοχασμό πάνω σε μια δημιουργική πορεία χρόνων, η ερώτηση είναι προφανής: τι εξακολουθεί να τον γοητεύει στους ανθρώπους και θέλει να σκιτσάρει τις ιστορίες τους; «Κάτι που βρίσκεται κοντά στην αθωότητα, στο παιχνίδι και στην εξερεύνηση», απαντάει. «Οι κινήσεις του παιδικού χεριού με μολύβια και ξυλομπογιές συνδέονται με την ανακάλυψη μιας πρωτοφανούς εκδοχής του κόσμου. Κάτι τέτοιο νομίζω πως συμβαίνει τελικά όταν σκιτσάρεις και μεγάλος. Παρά την προσπάθεια και τον χρόνο που απαιτεί για να ολοκληρωθεί ένα graphic novel, στο τέλος σού αποκαλύπτει μια εκδοχή του κόσμου που δεν είχες μέχρι τότε φανταστεί. Σε κάνει πλουσιότερο και λιγάκι πιο σοφό, μέχρι το επόμενο βήμα». Και το σχετικό link...
  9. Μια ημέρα πριν συμπληρώσει τα 85α γενέθλιά του, ο σπουδαίος Édouard Karali, γνωστός ως Edika, έφυγε από τη ζωή καθιστώντας πολύ φτωχότερο τον κόσμο των κόμικς και της γελοιογραφίας. Ο Γάλλος θρύλος έγινε γνωστός ως ο μετρ του παράλογου χιούμορ, με τα σκίτσα του να είναι σατιρικά, αλλά και εμμονικά. Υπήρξε ένας από τους βασικούς συντελεστές του περιοδικού Fluide Glacial, το οποίο και ανακοίνωσε τον θάνατό του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Γεννημένος στην Αίγυπτο, ο Edika έζησε αρκετά χρόνια στον Λίβανο όπου εργάστηκε στην διαφημιστική βιομηχανία. Εκεί ανακάλυψε ένα τεύχος του περιοδικού Fluide Glacial, το οποίο είχε ιδρυθεί από ακόμη έναν «ήρωα» των κόμικς τον Gotlib και η ελευθερία έκφρασης και χιούμορ τον συνεπήρε. Αρχικά συνεργάστηκε με το Pilote προτού ξεκινήσει την μακροχρόνια και επιτυχημένη συνεργασία του με το Fluide Glacia. Γνωστός για τις άσχημες φιγούρες του με τις μεγάλες μύτες και έχοντας για πρωταγωνιστές τον «κλασικό» Γάλλο μικροαστό Μπρόνσκι και τον θρυλικό γάτο Κλαρκ Γκέιμπ, ο Edika φλέρταρε πολλές φορές με την πρόκληση και το πορνογραφικό χιούμορ, όμως οι ατάκες του και κυρίως τα παρανοϊκά του σενάρια τον έκαναν να ξεχωρίζει. Στην Ελλάδα πολλές από τις δουλειές του έχουν κυκλοφορήσει σε βιβλία και συλλογές. Και το σχετικό link...
  10. «Αισθάνομαι μόνος στον κόσμο, μπαμπά» – «Μα αφού υπάρχουν εκατομμύρια μαλακισμένα σαν και σένα». Η «Βαβέλ» κυκλοφόρησε πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 1981. Κάτω ή πάνω από το όνομα του περιοδικού υπήρχε κάτι σαν υπότιτλος: «Περιοδικό κόμικς (και όχι μόνο)». Έκλεισε το 2008. Βρήκα τα τεύχη τακτοποιώντας στοίβες παλιών περιοδικών. Μια φίλη είχε γράψει κάποτε ότι φοβάται πως θα στρίψει σε κάποια γωνία και τα περιοδικά θα την πλακώσουν· κάθε φορά που πάω να καθαρίσω τα είκοσι δάχτυλα σκόνης που έχουν μαζέψει παλιά περιοδικά στην ήδη κουτσή από το βάρος βιβλιοθήκη, τη θυμάμαι. Έχω κρατήσει στοίβες περιοδικών από την εφηβεία μου και μετά: τα 147 τεύχη του περιοδικού «Κάντυ-Κάντυ», το «Ποπ και Ροκ», το «01», το «Face» και την αγγλική «Vogue». Εκεί υπάρχει και η «Βαβέλ». Κάποια πολύ παλιά τεύχη είναι αγορασμένα δεύτερο χέρι σίγουρα, αλλά δεν ξέρω καν από ποιον. Έχει κόμικς-έργα τέχνης, σατιρικά, φουτουριστικά, σκληρά, ενίοτε εσχατολογικά, συχνά και όλα αυτά μαζί, αλλά κυρίως έχει σεξ. Η απεικόνιση του σεξ στη «Βαβέλ» είναι συχνά προ-ιντερνετική, αποκλειστικά μέσα από το ανδρικό μάτι, με όλα τα κλισέ περί σεξ, φύλου και σεξουαλικότητας της εποχής, αλλά και απίστευτα τολμηρή, χωρίς κανένα ταμπού – ακόμα θυμάμαι ένα κόμικ για την κτηνοβασία, που είναι πιθανώς από τα πιο χάρντκορ πράγματα που έχω διαβάσει ποτέ. Ξεφυλλίζοντας τεύχη της «Βαβέλ» τώρα, μου φαίνεται σαν ψέμα πως υπήρχε κάποτε στην Ελλάδα ένα τέτοιο περιοδικό γεμάτο αντιφάσεις, αλλά με θαυμαστή ισορροπία. Είχε, ας πούμε, ένα κόμικ του Δημήτρη Παπαϊωάννου με σκηνές ομοφυλοφιλικού έρωτα και ένα μεγάλο κείμενο για τον θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι μαζί με στριπάκια του Αλτάν («Αισθάνομαι μόνος στον κόσμο μπαμπά» – «Μα αφού υπάρχουν εκατομμύρια μαλακισμένα σαν και σένα» / «Ελπίζω να μην έρθει πάλι ο φασισμός γιατί, όταν πέσει, θα ξαναρχίσουν να γυρίζουν εκείνες τις κουλτουριάρικες ταινίες που σιχαίνομαι»), μαζί με ένα άρθρο με τίτλο «Gay bunny gay», όπου ο αρθρογράφος αναρωτιέται «Το στύβει ο Μπαγκς Μπάνι το λεμόνι;». Μπροστά υπήρχε το Αεροπλανάκι, σελίδες με κειμενάκια που μιλούσαν για την επικαιρότητα και την ποπ κουλτούρα, συνδύαζαν π.χ. ένα σατιρικό κείμενο με τίτλο «Την έχω κάνει ψώνιο με το Μιλένιουμ» (πόσα χρόνια έχω ν’ ακούσω αυτήν τη φράση) με παράπονα γιατί μια τοπική πιτσαρία είχε χρησιμοποιήσει σκίτσα του Αρκά για να διαφημιστεί, αλλάζοντας από μόνη της τα λόγια ενός κωμικού στριπ. Δεν έλειπαν οι συνεντεύξεις, μαζί με σοβαρή αρθρογραφία για την αποποινικοποίηση π.χ. των ναρκωτικών. Το τεύχος του Δεκεμβρίου του 1993 περιλαμβάνει ευχές για το πρώτο τεύχος του «01». Στα παλαιότερα τεύχη οι διαφημιζόμενοι είναι μικροί εκδοτικοί οίκοι και ραδιοφωνικοί σταθμοί ή τσιγάρα. Στο τελευταίο τεύχος του ’99 υπάρχει μια διαφήμιση του MAD και μιας εταιρείας ενέργειας. Θα ήταν δύσκολο σήμερα μια οποιαδήποτε μεγάλη εταιρεία να βάλει διαφήμιση σε ένα τέτοιο μέσο. Ίσως, βέβαια, να μην υπάρχει σύγκριση, καθώς ήταν μια άλλη εποχή για τα έντυπα, που τα συντηρούσαν κυρίως οι αναγνώστες τους και όχι οι διαφημιζόμενοι πελάτες. Κυρίως, όμως, ήταν ένα περιοδικό γεμάτο φαντασία. Σε ένα από τα πρώτα τεύχη, ως μέρος μια συνέντευξης με έναν σχεδιαστή χάρτινων κοσμημάτων, υπάρχει σελίδα με πατρόν – ο αναγνώστης πρέπει να κόψει τα περιγράμματα και να φτιάξει τα δικά του χάρτινα κοσμήματα. Σε ένα άλλο τεύχος η «Βαβέλ» μοιάζει γκόνζο – πολλά χρόνια προτού αρχίσουν όλοι να ξεγυμνώνονται στα περιοδικά. Στην τελευταία σελίδα ένας άντρας ποζάρει με φόντο τη θάλασσα και δυο γυναικεία στήθη. Από κάτω η λεζάντα γράφει: «Ο φίλος και συνεργάτης μας Χ ποζάρει στις διακοπές του με φόντο το χαρακτηριστικό τοπίο της Τήνου». Και το σχετικό link...
  11. Ένα από τα πιο ρομαντικά και ακέραια πειράματα στο χώρο των ελληνικών περιοδικών. Kάθε φορά που η Βαβέλ αναφέρεται κάπου ή βλέπω ένα παλιό της εξώφυλλο στο ίντερνετ, συνειδητοποιώ την ιστορία που έχει γράψει. Δυσανάλογα επιδραστική, αν σκεφτείς ότι πρόκειται για ένα περιοδικό κόμικς. Βέβαια, τότε, στα μακρινά και ξεφτισμένα έιτις, το κόμιξ ήταν ο πολιορκητικός κριός των νέων πραγμάτων. Απελευθερωτικό, λαϊκό, τολμηρό και πολιτικό με έναν αλλιώτικο τρόπο. Στην Ελλάδα όμως ήταν κάτι ακόμα: έγινε ο πόλος έλξης των νέων παιδιών που ψαχνόντουσαν γενικώς και στο γερασμένο κόσμο των media εκείνης της εποχής δεν έβρισκαν καμία αντιστοιχία. Ακόμα κι εκείνοι που δεν κοβόντουσαν για τα κόμικς πήγαιναν στη Βαβέλ, έτσι όπως πας στην πηγή: να διαβάσουν τα μόνα κείμενα που μίλαγαν τη γλώσσα τους, να γίνουν μέρος μιας νέας ηθικής στάσης απέναντι στην κοινωνία που δεν είχε σκυφτό κεφάλι, αλλά ούτε και τον αρτηριοσκληρωτισμό της Αριστεράς. Αυτό οφειλόταν βασικά σε δύο πρόσωπα καλής στόφας: τη Νίκη Τζούδα και τον υπέροχο, ντροπαλό Γιώργο Σιούνα. Ελάχιστοι επέδειξαν μέσα στα χρόνια ακεραιότητα σαν τη δική τους και τέτοια αρχοντική απόσταση από το αρπακτικό ήθος που εξωθεί αγχωτικά τους «πρίγκιπες του αντεργκράουντ» να μεγαλώνουν, να μεγαλώνουν, να μεγαλώνουν μέχρι να γίνει κρέας η μούρη τους. Η Βαβέλ δεν ήθελε να μεγαλώσει. Μάλλον δεν ήθελε να μεγαλώσει με τους γνωστούς τρόπους της πιάτσας. Ανέκαθεν τη διέπνεε ένας ρομαντικός αέρας και εκείνο το άραγμα που χαρακτηρίζει τους ήσυχους ανθρώπους που τα 'χουν καλά με τον εαυτό τους. Άλλωστε, πάντα ήταν μέσα στα καλύτερα. Με τους καλύτερους. Κι ακόμα και σήμερα μπορεί και συγκεντρώνει στο φεστιβάλ της τα καλύτερα παιδιά της πόλης. Δεν το λέω ως σχήμα λόγου. Ο πυρήνας των φαν της Βαβέλ είναι ένας από τους καλύτερους. Δεν νοσταλγώ εκείνη την εποχή, διότι τώρα ζω καλύτερα. Μου λείπει όμως εκείνη η εφίδρωση που ήταν μαζί περιέργεια και λαχτάρα συμμετοχής όταν έπιανα το νέο τεύχος της Βαβέλ στα χέρια μου. Δημοσίευε τα τέλεια κόμικς του ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Νένες ήταν απογειωτικός, ο Κούλας είχε αφηνιάσει μέσα στον πειραματισμό του γουορχολικού ποπ. Ήταν ένα πανηγύρι από ερεθίσματα που απλώς κανένας άλλος δεν έδινε τότε, μέχρι που ήρθε το Κλικ και ανέλαβε τη νέα εποχή εργολαβία. Επιτυχώς, δυστυχώς! Ομολογώ πως σήμερα δεν υπάρχουν περιοδικά ή εφημερίδες που επαναλαμβάνουν εκείνο το πράγμα. Ούτε μπορεί να επαναληφθεί. Τα νέα παιδιά δεν είναι διψασμένα και ζόρικα όπως παλιά: φτιάχνουν πια online τις κοινότητές τους, ξέρουν τα νέα πράγματα εν τη ψηφιακή γενέσει τους και τα media που διαβάζουν πάσχουν λίγο-πολύ από ένα είδος αυτάρεσκου αυτισμού. Η Βαβέλ αντέχει όλα αυτά τα χρόνια (με ζόρια) διότι ποτέ δεν μας ξενέρωσε. Είναι ο τίμιος μαλάκας της παρέας, που διάλεξε τη μικρή ευτυχία από τη μεγάλη αρπακτικότητα. Όλη η πόλη σκέφτεται τη Βαβέλ με τρυφερότητα, ως κάτι ακέραιο και έντιμο, που δεν την πρόδωσε όλα αυτά τα χρόνια. Γιώργο, Νίκη, Σταύρο, Παυλίνα (αγαπημένη ξενύχτισσα του λέτερινγκ), ανάμεσα σε γάτες, μυθικές πόλεις του Μπιλάλ, ρεμάλια του Reiser, υπεράνθρωπους του Τορνατόρε, κουμπιά του Μανάρα, φοξ τροτ στην άμμο του Λουστάλ, «Αεροπλανάκια», στίχους του Μπωντλαίρ πάνω από δυστοπικές μητροπόλεις, φιλιά, γυμνές γυναίκες με μεγάλα καπούλια και τα λεπτά, θανατόληπτα χάικου του Copi (που ήταν ο αγαπημένος μου), σας ευχαριστώ απ' την καρδιά μου για όλα όσα μου δώσατε. Εσείς είσαστε οι αληθινοί υπουργοί Πολιτισμού της γενιάς μου. Chapeau! Ευχαριστούμε τη Νίκη Τζούδα για την παραχώρηση των εξωφύλλων. Και το σχετικό link...
  12. Εδώ έχουμε την πρώτη απο όσο μπορώ να ξέρω έκδοση της Υπόθεσης Βιασμού του Αρκά, απο την Βαβέλ (και την πρώτη λογικά έκδοση του Αρκά, γενικά).. Ημερομηνία δεν λέει πουθενά (ούτε στο site του Αρκά δεν αναφέρει τίποτα για αυτήν την έκδοση), αλλά λογικά είναι ανάμεσα απο το 1981 (τότε ξεκινάει να παρουσιάζετα μέσα απο την Βαβέλ ο Κόκκορας) και μέχρι το 1983 (που ξεκιναει η επόμενη σειρά του, το Show Business).. Αυτή η έκδοση, είναι εντελώς διαφορετική απο τις άλλες που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα, μεγάλες διαστάσεις (24,5Χ34,5) και αντί για εξώφυλλο, υπάρχει μια χάρτινη θήκη (φάκελος) που μέσα της υπάρχει η υπόθεση βιασμού σε 16 σελίδες (όλο ασπρόμαυρο).. ευχαριστούμε για το εξώφυλλο της Β' έκδοσης τον G.I.Djo. Αφιέρωμα στον Αρκά
  13. Σειρά : Noir Άλλος ένας τίτλος για ψυλλιασμένους. Το όνομα "Νέστωρ Μπούρμα" δεν υπάρχει καν στο οπισθόφυλλο (η ράχη είναι κενή στοιχείων). Στη πραγματικότητα είναι ο πρώτος τόμος επί συνόλου 7 (ο 7ος μόλις κυκλοφόρησε στη Γαλλία). Συγχωρείται όμως η Βαβέλ γιατί εκείνη την εποχή είχε κυκλοφορήσει μόνο ο πρώτος. Όλη η σειρά είναι σε σενάριο Léo Malet, οι 5 πρώτοι τόμοι (και αυτός φυσικά) σε σκίτσο Jacques Tardi, οι 2 τελευταίοι σε σκίτσο Emmanuel Moynot. Έκδοση της βαβέλ NOIR του Γενάρη 1986 σε μετάφραση Βαρβάρας Δεληβοριά. 74 α/μ σελίδες με μια περιπέτεια του πρώην αναρχικού, νυν αστυνομικού Νέστωρα Μπούρμα σε 21χ28 εκ. διαστάσεις. Πρωτότυπος τίτλος: Brouillard au pont de Tolbiac Είναι μια περιπέτεια του πρώην αναρχικού ντετέκτιβ Νέστωρ Μπουρμά, ο οποίος λαμβάνει στο γραφείο του ένα αινιγματικό σημείωμα. Ενας άγνωστος σε αυτόν αποστολέας, ο οποίος στη συνέχεια αποδεικνύεται πως είναι παλιός σύντροφός του, θαμώνας σε ένα κέντρο φανατικών χορταροφάγων στην οδό Τολμπιάκ, ο Αλμπέρ Λεναντέ, ένας ονειροπόλος αναρχικός ρακοσυλλέκτης, τον καλεί να τον επισκεφθεί στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται, ύστερα από μια επίθεση με μαχαίρι, ώστε να σωθούν μερικοί φίλοι του. Φθάνοντας όμως εκεί ο τραυματισμένος είναι ήδη νεκρός και ο Μπουρμά με τη βοήθεια της Μπελίτα Μοράλες, μιας όμορφης νεαρής τσιγγάνας, προστατευομένης του μυστηριώδους ασθενούς, προσπαθεί να εξιχνιάσει την υπόθεση, με την οποία ασχολείται παράλληλα και η επίσημη παρισινή αστυνομία με τον επιθεωρητή Φαμπρ και τον αρχηγό Φαρού. Ερευνώντας και ψάχνοντας τα αποκόμματα παλιών εφημερίδων ο Μπουρμά ανακαλύπτει ότι το θύμα μαζί με κάποιους αναρχικούς συντρόφους του σχεδίαζαν μια γερή μπάζα, που ίσως ήταν η ληστεία μιας χρηματαποστολής που έγινε το 1936 και οδήγησε στην εξαφάνιση ή στον θάνατο του υπαλλήλου που μετέφερε τα χρήματα. H νεαρή τσιγγάνα είναι το κλειδί στην υπόθεση, χάρη σε αυτήν ο Μπουρμά φθάνει στο ξετύλιγμα της πλοκής, η παρουσία της όμως δίνει στον συγγραφέα την ευκαιρία να δημιουργήσει ένα σύντομο ειδύλλιο ανάμεσα σε αυτήν και στον ήρωα. Ωστόσο το κύριο μέλημα του Μαλέ είναι να αφηγηθεί μια ιστορία με κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις, δεδομένου ότι οι παλιοί σύντροφοι του νεκρού ρακοσυλλέκτη δεν είναι τόσο σύντροφοι ούτε τόσο έντιμοι όσο θα επέβαλλαν οι ιδέες τους ......... Ευχαριστούμε τον mOeBiUs για τα επιπλέον στοιχεία.
  14. RUT - Philippe Druillet Βαβέλ τ.5 - Ιούνιος 1981 Άλλες εκδόσεις του Druillet στα ελληνικά: Salambo (σκαναρισμένο εδώ) Lone Sloan: Chaos (σκαναρισμένο εδώ)
  15. Είναι 1984 και απο την Βαβέλ (μέσα λέει για την Ars Longa 1984....) κυκλοφορεί αυτο το πoλύ αστείο βιβλιαράκι απο Copi... To μέγεθος είναι σαν ενα βιβλιαράκι του Αρκα και η μετάφραση είναι απο Νίκη Τζούδα και Γιώργο Σούνα.... Σελίδες 84 (80 + εξώφυλλα).... Οποιος διάβαζε Βαβέλ, θα είχε δει να παίζουν Πολύ τα σχέδια του Copi εκείνη την εποχή... Απλό, λιτό σχέδιο αλλα με παρα πολύ έξυπνο χιούμορ που συνήθως είναι πικρό και γεμάτο ειρωνία..... Ευχαριστούμε για το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο τον albert.
  16. Στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών, στο πλαίσιο των προφεστιβαλικών εκδηλώσεων του ComicdomCon Athens 2025, συναντήσαμε τον μεγάλο ιταλό πολιτικό σκιτσογράφο και κομίστα Φραντσέσκο Τούλιο Αλτάν. Γεννημένος το 1942, με βινιέτες και κόμικς που συνδυάζουν γκροτέσκο χιούμορ, κοινωνικοπολιτική σάτιρα, σουρεαλισμό και μια συνειδητότητα του πεπερασμένου, καθιερώθηκε ως ο σημαντικότερος πολιτικός γελοιογράφος της Ιταλίας. Στην Ελλάδα τον μάθαμε μέσα από τις σελίδες των περιοδικών «Βαβέλ» και «Παρά Πέντε». Από τα χαρακτηριστικά του κόμικς με τον Κολόμπο και την αντα μέχρι τη λατρεμένη στην Ιταλία παιδική του ηρωίδα, τη σκυλίτσα Πίμπα, η δουλειά του Αλτάν ανατρέπει τις συμβάσεις και αποκαλύπτει την ανθρώπινη φύση. Η συζήτησή μας προσπάθησε να ανατρέξει τη συνολική του πορεία, το υπόβαθρο, τις επιρροές και τις επιδιώξεις του, ενώ κατέληξε στο σήμερα σε ό,τι αφορά την επικαιρότητα και τη γελοιογραφία, με τις απαντήσεις του Αλτάν να μας αποκαλύπτουν ότι για τον ίδιο το χιούμορ πρέπει να έχει και συναισθηματική νοημοσύνη. Κύριε Αλτάν, μου αρέσει ο τρόπος που η δουλειά σας, από τα σκίτσα ως τα κόμικς, εμπεριέχει με κάποιον τρόπο κάτι το παράλογο. Στις πρώτες μου δουλειές υπάρχουν στοιχεία σουρεαλισμού, πριν όμως όλο αυτό να εξελιχθεί σε κανονική δουλειά. Εσείς ωστόσο μιλάτε για το παράλογο. Υπάρχει όντως το παράλογο. Βγαίνει αυθόρμητα. Άλλωστε ο παραλογισμός είναι η ομορφιά της ύπαρξης. Πώς σας αρέσει να σας αποκαλούν ως καλλιτέχνη; Προτιμώ το σκιτσογράφος (στα ιταλικά, βινιετίστας), γιατί δουλειές όπως τα παλιά μου βιβλία κόμικς έχω πολλά χρόνια να κάνω. Είναι εξαιρετικά κουραστική η δουλειά του κομίστα για μένα πια. Είπατε πριν ότι το παράλογο προκύπτει αυθόρμητα. Πιστεύετε πως όσα ζούμε δεν βγάζουν νόημα; Ελπίζω ότι βγάζουν νόημα. Βέβαια μερικές φορές έχω αμφιβολίες, ειδικά τον τελευταίο καιρό. Έχετε σχεδιάσει βιβλία για παιδιά, βινιέτες, κόμικς, πολιτικές γελοιογραφίες. Ποια η μεγαλύτερη πρόκληση στο να περνάτε από το ένα είδος στο άλλο; Δεν το αντιμετωπίζω ως πρόκληση. Έκανα πράγματα τα οποία άλλοι έκαναν καλύτερα από μένα. Βασικά, όπως όλοι, μιμούμουν ανθρώπους που θαύμαζα. Στην πορεία ο καθένας βρίσκει τον δρόμο του. Συνεπώς δεν είναι πρόκληση. Έπειτα, όσο περνάει ο χρόνος, δεν αντιμετωπίζω τίποτα ως πρόκληση. Επιρροές που διαμόρφωσαν τη δουλειά σας; Είναι πολλοί αυτοί που θαυμάζω, αλλά σε ό,τι με αφορά ψάχνω πάντα το χιούμορ με μια διάσταση σχεδόν γκροτέσκα. Ίσως είμαι πιο κοντά στους αντεργκράουντ αμερικανούς δημιουργούς όπως ο Ρόμπερτ Κραμπ ή στους γάλλους δημιουργούς που τότε δημοσίευαν στο περιοδικό «Hara-Kiri» [σ.σ.: «Hara-Kiri» ήταν ένα γαλλικό σατιρικό περιοδικό και εφημερίδα, πρόδρομος του «Charlie Hebdo». Κυκλοφόρησε από το 1960 έως το 1989, με την εβδομαδιαία έκδοσή του («Hara-Kiri Hebdo») να απαγορεύεται από τη γαλλική κυβέρνηση το 1970, λόγω μιας αμφιλεγόμενης σάτιρας για τον θάνατο του προέδρου Σαρλ ντε Γκωλ. Ως αντίδραση, οι βασικοί συντελεστές του δημιούργησαν το «Charlie Hebdo». Στο «Hara-Kiri» δημοσίευσαν, μεταξύ άλλων, οι Ζορζ Βολίνσκι και Ρεζέρ, καθώς και άλλες εμβληματικές μορφές της γαλλικής γελοιογραφίας και σάτιρας], ακόμα και το σχέδιο των οποίων ήταν επιτηδευμένα άσχημο. Προτιμάτε περισσότερο κάποιο από τα είδη με τα οποία έχετε καταπιαστεί; Σίγουρα αγαπώ ιδιαίτερα την Pimpa. Με διασκέδαζε πολύ αυτού του είδους η δουλειά. Όμως τρέφω ιδιαίτερη νοσταλγία για τις ιστορίες κόμικς που δημιούργησα γιατί με διασκέδαζαν πολύ και απαιτούσαν πολλή ενέργεια, που δυστυχώς δεν έχω πια. Είναι πολύ βαριά και απαιτητική δουλειά. Φέτος η παιδική σειρά σας, η Pimpa, έκλεισε τα 50. Το ξεκινήσατε για το παιδί σας. Το συνεχίζετε για μισό αιώνα. Πώς είναι όλη αυτή η πορεία; Ναι, είναι αλήθεια, το ξεκίνησα παίζοντας με την κόρη μου, η οποία παρεμπιπτόντως έκλεισε φέτος τα 53 της χρόνια και η Pimpa τα 50. Μετά το συνέχισα για το περιοδικό «Corriere dei Piccoli» και πλέον υπάρχει ένα μηνιαίο περιοδικό αφιερωμένο αποκλειστικά σ’ αυτήν, για το οποίο εξακολουθώ να εργάζομαι, πράγμα που κάνω με μεγάλη ευχαρίστηση. Από τότε έχουν περάσει τρεις γενιές μεγαλωμένες με την Pimpa, με τη μια να το περνάει στην επόμενη. Συνεχίζω να το κάνω, αισθανόμενος σχεδόν μια αίσθηση ευθύνης απέναντι σ’ αυτά τα παιδιά. Αυτά τα 50 χρόνια που σχεδιάζετε αυτή την ηρωίδα έχετε νιώσει ποτέ εγκλωβισμένος; Όχι, εγκλωβισμένος δεν ένιωσα. Δεν ξέρω κατά πόσο υπήρχε μια διαρκής προσωπική εξέλιξη όλα αυτά τα χρόνια, ξέρω όμως ότι ο κόσμος της Pimpa έχει πια τους δικούς του κανόνες, τους οποίους επέβαλε η ίδια και δεν τους εφηύρα εγώ. Αφ’ ης στιγμής μού έρχεται μια έμπνευση, είναι πολύ εύκολο να την εντάξω στον κόσμο της. Σαν να πηγαίνει από μόνο του. Με συγκινεί πολύ η ανταπόκριση που έχει η ηρωίδα αυτή σε τρεις διαδοχικές γενιές. Στις δουλειές σας διακρίνουν μερικοί μηδενισμό, μισανθρωπισμό, αποξένωση, απαισιοδοξία. Εσείς είστε κάτι απ’ όλα αυτά; Αισιοδοξείτε καθόλου; Νομίζω ότι αν ήμουν όλα αυτά δεν θα έκανα αυτή τη δουλειά. Ο κόσμος είναι γεμάτος κακούς ανθρώπους, όμως εγώ δεν είμαι μισάνθρωπος. Τους συμπαθώ και τους κακούς, ειδικά όταν τους σχεδιάζω. Μπορεί να ακουστεί κάπως κοινότοπο, αλλά ας πούμε ότι και αυτοί είναι παιδιά μου. Έχετε συνεργαστεί για να δημοσιεύσετε τη δουλειά σας με πλήθος εντύπων όλα αυτά τα χρόνια. Αντιμετωπίσατε ποτέ πρόβλημα στο να περάσει το σκίτσο, να πείτε αυτό που θέλετε; Εδώ και 50 χρόνια συνεργάζομαι με έναν συγκεκριμένο ατζέντη που αντιμετωπίζει τυχόν προβλήματα. Δεν έχω ασχοληθεί ποτέ με κανένα συμβόλαιο. Ο ατζέντης έλυνε τα ανακύπτοντα ζητήματα και «απορροφούσε» τους κραδασμούς. Δημοσιεύω δύο βινιέτες την εβδομάδα, χωρίς να έχω συζητήσει το θέμα με κανέναν σε κανένα έντυπο. Στέλνω απλώς τη βινιέτα. Έχετε δεχτεί ποτέ αντιδράσεις για κάποιο σκίτσο; Μονάχα μια μήνυση μετρώ στο ενεργητικό μου από τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, κι αυτό γιατί σε μια βινιέτα ανέφερα την εταιρεία του που λέγεται Mediaset, ενώ έπρεπε να έχω αναφέρει την άλλη του εταιρεία που λέγεται Fininvest. Είχα μπερδέψει τις εταιρείες του. Φυσικά αθωώθηκα. Δειλιάσατε ποτέ να σατιρίσετε κάτι; Ναι, αλλά όχι για πολιτικά θέματα. Μάλλον για τραγικά γεγονότα, που, ακόμα κι αν μου ερχόταν ένα έξυπνο αστείο, δεν το έκανα γιατί θεωρούσα ότι ήταν πολύ σοβαρά και δεν επιδέχονταν σάτιρα. Συνεπώς, δεν πιστεύετε ότι μπορούμε να κάνουμε χιούμορ με τα πάντα. Όχι, δεν το πιστεύω. Είδαμε πρόσφατα, φέρ’ ειπείν, τη λογοκρισία που υπέστη η βραβευμένη με Πούλιτζερ γελοιογράφος της «Washington Post» από τον ιδιοκτήτη της εφημερίδας Τζεφ Μπέζος, όταν επιχείρησε να τον σατιρίσει. Φυσικά, τέτοια περιστατικά είναι απόλυτα κατά της δημοκρατίας και της ελευθερίας του λόγου, αλλά πια αυτοί οι 4-5 άνθρωποι είναι ανεξέλεγκτοι και αυτοί δεν σου επιβάλλουν λογοκρισία. Αγοράζουν απλά την εφημερίδα σου και σε θέτουν εκτός. Μπήκατε στο επάγγελμα σε μια περίοδο που πλάι σας πορεύονταν θρύλοι των κόμικς και της γελοιογραφίας. Τόσο στην Ιταλία όσο και στη Λατινική Αμερική. Είχατε φίλους; Πιο κοντά απ’ όλους ήμουν με τον Κίνο. Ίσως επειδή άρεσε και στους δυο μας το κόκκινο κρασί. Θυμάμαι μια φορά κάποιος ρώτησε τον Κίνο αν πίνει και μόνος του. Και του απάντησε: «Μ’ ένα ποτήρι κόκκινο κρασί δεν είσαι ποτέ μόνος». Πώς περάσατε από τον ορθολογισμό της αρχιτεκτονικής στον πειθαρχημένο παραλογισμό των κόμικς; Μα δεν τελείωσα ποτέ την αρχιτεκτονική. Από τα 36 μαθήματα που ήταν τότε, πέρασα τα 26. Μετά πήγα για λίγο στη Βραζιλία κι έμεινα εκεί. Πήγα εξαιτίας ενός φίλου που γυρνούσε μια ταινία. Σαν βοηθητικό προσωπικό, ας πούμε. Δεν είχα ιδέα φυσικά από σινεμά, όμως μου άρεσε πάρα πολύ η εμπειρία του κινηματογράφου. Μαγεύτηκα από τη Βραζιλία κι εκεί γνώρισα και τη γυναίκα μου και γεννήθηκαν η κόρη μας, η Κίκα, και η ηρωίδα μου, η Pimpa. Πώς δουλεύετε; Ελεύθερα; Με ωράριο και πειθαρχία; Παλιά, όταν έκανα κόμικς, δούλευα μόνο το βράδυ μέχρι τις 04.30, και μετά κοιμόμουν ως το μεσημέρι. Τώρα πια δουλεύω φυσικά λιγότερες ώρες, κυρίως το πρωί, αλλά δουλεύω κάθε μέρα. Πώς σας διαμόρφωσαν η καταγωγή σας και η παρουσία στη ζωή σας του καταξιωμένου μπαμπά σας; Είχα την τύχη να μεγαλώσω σ’ ένα σπίτι που διάβαζαν πολύ, ήταν εξαιρετικά καλλιεργημένοι… Ο πατέρας μου, όντως, ήταν το μεγαλύτερο όνομα της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στην Ιταλία κι έτσι μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι μ’ έναν πλούτο βιβλίων και μπορούσα να διαβάσω ό,τι ήθελα έχοντας συγχρόνως μια καλή σχέση με τον πατέρα μου, ο οποίος με βοήθησε πολύ. Δεν είχα βέβαια κινητό τηλέφωνο. Γιατί το λέτε αυτό; Γιατί νομίζω ότι χάνονται πολύς χρόνος και συγκέντρωση με τα κινητά. Πώς κατορθώνει ένας άνθρωπος όπως εσείς, που προέρχεται από μια ευκατάστατη οικογένεια, να βγει από το προσωπικό του προνόμιο και να δει τη μεγάλη εικόνα – άλλα πράγματα, τα οποία να μεταβολίσει και ύστερα να θίξει και να καυτηριάσει; Νομίζω στην αφύπνισή μου και στον αριστερό προσανατολισμό μου έπαιξε μεγάλο ρόλο η Βραζιλία. Γυρνώντας για τις ανάγκες της ταινίας (που λέγαμε πριν) σε όλη τη Βραζιλία, είδα με τα μάτια μου τις ταξικές διαφορές και εκτέθηκα σ’ αυτές για πρώτη φορά. Ήταν σαν να ξύπνησα ένα πρωί στον «τρίτο κόσμο». Ήταν μεγάλο σχολείο για μένα. Γιατί πιστεύετε άλλοι δεν το κατορθώνουν αυτό; Νομίζω πως σήμερα οι περισσότεροι δυσκολεύονται να βγουν από τον μικρόκοσμό τους. Κι αυτό είναι κάτι που προωθείται από πάνω μαζί με τον φόβο πως ίσως να χάσεις τον μικρόκοσμό σου, οπότε μη βγεις και πολύ από αυτόν. Είναι μια παλιά τεχνική. Κάνατε πρόσφατα ένα σκίτσο με τον Τραμπ. Μια παραλλαγή ενός κλασικού αστείου σας. Πώς τον βλέπετε; Σκέφτομαι το χειρότερο δυνατό. Ξεπερνάει κάθε λογική. Είναι ακατανόητο πώς ένας λαός εκλέγει τέτοια άτομα. Εγώ είμαι 23. Θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα με ειρήνη, ενωμένη Ευρώπη, ευρωπαϊκά λεφτά στην τσέπη, Ίντερνετ και ελεύθερη μετακίνηση. Εσείς έχετε πιο πολλές εικόνες. Θυμάστε ένα μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα. Τι θα λέγατε σε έναν άνθρωπο της γενιάς μου σήμερα; Να αντέξετε και να αντισταθείτε γιατί οι εποχές είναι πολύ δύσκολες. Λυπάμαι πολύ. Σ.σ.: θερμές ευχαριστίες στη Νίκη Τζούδα, συνεκδότρια του περιοδικού «Βαβέλ», και στην Εύη Τζούδα για την πολύτιμη βοήθειά τους με τη διερμηνεία της συνέντευξης. Και το σχετικό link...
  17. Αν και είναι γνωστός κυρίως για το σαρκαστικό χιούμορ των κόμικς και των γελοιογραφιών του και τους αντιηρωικούς χαρακτήρες του, ορισμένες φορές συνομιλεί με εικαστικά έργα του παρελθόντος. Και το κάνει υπέροχα. Την περασμένη εβδομάδα επισκέφθηκε την Αθήνα ο μεγάλος Ιταλός δημιουργός Francesco Tullio Altan. Η παρουσία του στη χώρα μας ήταν μια καλή αφορμή για μια αναψηλάφηση κάποιων λεπτομερειών της δουλειάς του που συνήθως παραμένουν στο περιθώριο, υποτονισμένες και επισκιασμένες από το διαβρωτικό χιούμορ που κυριαρχεί σε κάθε του σκίτσο, σε κάθε του καρέ. Μια από αυτές τις λεπτομέρειες είναι η περιστασιακή του «καταφυγή» σε γνωστά έργα τέχνης του παρελθόντος από τα οποία εκκινεί για να τα παρωδήσει και να τα προσαρμόσει στις δικές του αφηγήσεις, κλείνοντας πονηρά το μάτι στον αναγνώστη και καθιστώντας τον «συνένοχο» της «βεβήλωσης», με την προϋπόθεση ότι αυτός θα αντιληφθεί την «παρουσία» του πρωτοτύπου και την εσκεμμένη παραποίησή του. Αν δεν τα αντιληφθεί όλα αυτά, μπορεί και πάλι να απολαύσει το έργο χωρίς συνέπειες. Αν όμως καταλάβει από πού προέρχεται η έμπνευση για κάποιες εικόνες, αν θυμηθεί το αρχικό τους πλαίσιο, αν ανατρέξει στα βιβλία για να τις (ξανα)μελετήσει, αν τελικά τις αντιμετωπίσει με ανοιχτό μυαλό, αναπλαισιωμένες και αλλαγμένες, θα καταφέρει να πολλαπλασιάσει την απόλαυση και να γίνει συνδημιουργός του νοήματος ενώ παράλληλα θα επανανοηματοδοτήσει τα πρωτότυπα. Τα έργα τέχνης άλλωστε δεν είναι ιερά τοτέμ, η ιδιοποίησή τους δεν αποτελεί ταμπού, δεν μπορούν να τοποθετηθούν σε ερμητικά κλειστές προθήκες μνήμης και νοήματος. Αντιθέτως, για να παραμένουν επίκαιρα και ζωντανά, για να προκαλούν συνειρμούς και να συμβάλλουν στην κατανόηση της Ιστορίας και του παρόντος, πρέπει να διατηρούν μια ρευστότητα και μια ευελιξία (επανα)χρήσης. Φρανθίσκο Γκόγια, «Ο Κρόνος καταβροχθίζει τον γιο του», 1823 Ο Altan φαίνεται να το γνωρίζει καλά και να μη διστάζει να παίξει με τη φωτιά της αναμέτρησης με εμβληματικά έργα της ιστορίας της τέχνης. Όπως για παράδειγμα με τον μυθολογικό «Κρόνο που καταβροχθίζει τον γιο του», συγκλονιστικό και μακάβριο πίνακα του Ρούμπενς (1636) τον οποίο θεματικά επανέλαβε και ο Γκόγια (1823). Κι αν στον Ρούμπενς επικρατεί μια επιτηδευμένη μπαρόκ θεατρικότητα με έμφαση στις σκισμένες σάρκες του μικρού παιδιού που ουρλιάζει και στον ρομαντικό Γκόγια τονίζεται η παράνοια του θεού-πατέρα που κυριολεκτικά παραμορφώνεται τη στιγμή της παιδοκτονίας, στον Altan κυριαρχεί ο απόλυτος κυνισμός, ο ωμός πραγματισμός της εποχής μας. Δεν πειράζει να τρώμε τα παιδιά μας, υπαινίσσεται ο Altan, αρκεί να μην προσβάλλουμε τα χρηστά ήθη του αστικού καθωσπρεπισμού μας. Σε μια παρόμοια απόπειρα, ο Altan στρέφεται στην παράδοση των εξιδανικευμένων Αφροδιτών και τις σατιρίζει πλησιάζοντας περισσότερο και πάλι στον Γκόγια ή και στον Μανέ και όχι στις αναγεννησιακές φιγούρες της θεάς της ομορφιάς. Η γυμνή Αφροδίτη, ηδυπαθώς ξαπλωμένη (π.χ. Τισιάνο, Αφροδίτη του Ούρμπινο, 1534) ή ελαφρώς κοιμώμενη (π.χ. Τζιορτζιόνε, Κοιμώμενη Αφροδίτη, 1540) αποτέλεσε κατ’ επανάληψη θέμα της δυτικής ζωγραφικής. Εντουάρ Μανέ, «Ολυμπία», 1863 Ο Γκόγια την εξανθρώπισε με τη «Γυμνή Μάχα» του (1792) για να εξοργίσει την Ιερά Εξέταση που σκανδαλίστηκε με το γυμνό σώμα μιας καθημερινής γυναίκας της λαϊκής τάξης, και ο Μανέ προκάλεσε ακόμη περισσότερο τον ακαδημαϊσμό και τις συμβάσεις τοποθετώντας στη θέση της μια ιερόδουλη («Ολυμπία», 1863) την ώρα της εργασίας της, κοιτώντας κατάματα τους υποκριτές θεατές της και δυνητικούς πελάτες της. Ο Altan παρουσιάζει στην ίδια στάση την Άντα, τη δική του σάρκινη πρωταγωνίστρια και μοναδικό θετικό χαρακτήρα σε ένα βιβλίο που ασφυκτιά από ηλίθιους, απατεώνες και γλοιώδεις άνδρες. Μόνο που από το «αναγεννησιακό παράθυρο προς τον κόσμο» φαίνεται νύχτα, ενώ τη θέση της υπηρέτριας έχει πάρει ένας σιχαμερός, κουτοπόνηρος τυχοδιώκτης και στο ακατάστατο δωμάτιο κυριαρχούν οι μύγες. Λίγες σελίδες νωρίτερα, η Άντα θα μιμηθεί την απελπισμένη φιγούρα του πρώιμου εξπρεσιονισμού του Μουνκ («Κραυγή», 1893), όχι όμως επειδή τελεί εν συγχύσει στον αναδυόμενο, μοντέρνο, βιομηχανικό κόσμο του τέλους του 19ου αιώνα αλλά γιατί την καταδιώκουν αυτοί που έχουν βάλει στο μάτι την κληρονομιά της. Hokusai, «Το Μεγάλο Κύμα», 1831 Και σε πιο ανύποπτες στιγμές όμως, για παράδειγμα όταν πλησιάζουν στο τέλος τους οι απολύτως αποτυχημένες απόπειρες του Κολόμβου να ανακαλύψει νέες ηπείρους στο αντιαποικιακό Colombo, το καράβι του περιδινείται στο «Μεγάλο Κύμα» (1831) του Χοκουσάι. Μόνο που στο έργο του Ιάπωνα χαράκτη και ζωγράφου, στο βάθος υπήρχε το μεγαλοπρεπές όρος Φούτζι. Στο Colombo υπάρχουν μόνο αστραπές και κεραυνοί, συμπληρώνοντας το διάχυτο κλίμα σήψης, παρακμής και καταστροφής που διαπνέει το σύνολο του έργου του Altan. Ένα έργο στο οποίο ο κόσμος μας βρίσκεται ένα βήμα πριν το τέλος (ή ένα βήμα μετά;) συμπαρασύροντας μαζί του και τα έργα τέχνης του παρελθόντος. Τα μόνα, ίσως, που θα άξιζε να σωθούν από έναν τέτοιο κόσμο. Και το σχετικό link...
  18. Μία κατάμεστη αίθουσα εκδηλώσεων του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών υποδέχτηκε τον Αλτάν την περασμένη εβδομάδα για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Μία σπάνια και άκρως ενδιαφέρουσα συνάντηση με τον κορυφαίο Ιταλό γελοιογράφο και δημιουργό κόμικς στο Ιταλικό Ινστιτούτο πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 6 Μαρτίου στο πλαίσιο των προφεστιβαλικών δράσεων του Comicdom Con Athens 2025 – και φυσικά το Καρέ Καρέ ήταν εκεί! Αλλά όχι μόνο. Η αίθουσα εκδηλώσεων του Ινστιτούτου ήταν ασφυκτικά γεμάτη και οι επιπλέον καρέκλες δεν σταμάτησαν να προστίθενται ακόμα και μετά την έναρξη της ομιλίας. Αρχικά, ο διευθυντής του Ιταλικού Ινστιτούτου κ. Francesco Neri στάθηκε στην επέτειο 50 ετών από τη δημιουργία της Πίμπα, της δημοφιλέστερης ηρωίδας για παιδιά που δημιούργησε ο μεγάλος Ιταλός καλλιτέχνης. Το Ιταλικό Ινστιτούτο εξασφάλισε μερικά αντίτυπα της ειδικής έκδοσης του ιταλικού υπουργείου Εξωτερικών «Pimpa viaggia in Italia» (Η Πίμπα ταξιδεύει στην Ιταλία) και τα μοίρασε σε όσα παιδιά βρίσκονταν στην αίθουσα. Ομοτράπεζοι του Altan ήταν ο «δικός μας» ιστορικός τέχνης και δημοσιογράφος Γιάννης Κουκουλάς, ο σχεδιαστής κόμικς Παναγιώτης Μητσομπόνος και ο γελοιογράφος και σχεδιαστής κόμικς Σπύρος Δερβενιώτης. Κατά την αρχική εισήγησή του ο Κουκουλάς μάς ξενάγησε στον κόσμο του Altan, έναν κόσμο σε παρακμή, γεμάτο αντιηρωικές φιγούρες που εκ πρώτης όψεως προκαλεί μηδενική ταύτιση στον αναγνώστη. Κάνοντας μια σύντομη ανασκόπηση στην εκδοτική παρουσία του καλλιτέχνη στην Ελλάδα, ο Κουκουλάς επισήμανε ότι δουλειά του δημοσιευόταν ήδη από τις σελίδες του πρώτου τεύχους της «Βαβέλ», ενώ συχνά σχέδιά του κοσμούσαν εξώφυλλα του περιοδικού. Ενδιαφέρον είχε η μοναδική ένσταση του καλλιτέχνη σε όσα του «καταλόγισε» ο εισηγητής αναφορικά με τον κυνισμό του: ο Altan υπογράμμισε πως δεν είναι κυνικός ο ίδιος, ασχέτως αν είναι οι χαρακτήρες του – σε αντίθεση με αυτούς, ο ίδιος συνεχίζει να ελπίζει. Με τη σειρά του, ο ιταλοτραφής Παναγιώτης Μητσομπόνος μοιράστηκε μαζί μας την προσωπική του εμπειρία με το έργο του Altan, εστίασε όμως περισσότερο σε μια πιο αθέατη πλευρά του, αυτή του Kamillo Kromo, ενός ήρωα για – όχι και τόσο μικρά – παιδιά που δημιούργησε ο Altan όσο ήταν στο Ρίο Ντε Τζανέιρο το 1973, ενός χαμαιλέοντα που δεν μπορεί να μάθει τα χρώματα, ανοίγοντας ενδιαφέρουσες συζητήσεις για τη διαφορετικότητα. Κατά τη συζήτηση με το κοινό που ακολούθησε, ο Altan μίλησε για όλα: για τη σχέση του με την πολιτική και την πολιτική γελοιογραφία που ξεκίνησε κατόπιν αιτήματος του τότε εκδότη του αλλά στην πορεία τού φάνηκε «διασκεδαστική», τους γυναικείους χαρακτήρες στα έργα του, ενθαρρύνοντας τις γυναίκες να «συνεχίσετε έτσι!», για την απεικόνιση υπαρκτών προσώπων… Θα ήταν το πιο ζωηρό κομμάτι της εκδήλωσης, αν δεν ακολουθούσε ο «σκιτσογραφικός διάλογος» του δημιουργού με τον Σπύρο Δερβενιώτη, κατά τη διάρκεια του οποίου οι δύο καλλιτέχνες σχεδίασαν από δέκα σκίτσα, τα οποία κληρώθηκαν τελικά σε είκοσι τυχερούς από το κοινό. Πάντα φιλικός και προσηνής, στο τέλος της εκδήλωσης ο Altan υπέγραψε και σχεδίασε σε όλους, ολοκληρώνοντας με τον καλύτερο τρόπο ένα απόγευμα με έναν θρύλο των ευρωπαϊκών κόμικς στο κέντρο της Αθήνας. Αν και δεν συνηθίζει να σχεδιάζει υπαρκτά πρόσωπα, ο Altan μας εκμυστηρεύτηκε... εμπράκτως ότι διασκεδάζει να κάνει γελοιογραφίες με τον Tραμπ. Και το σχετικό link...
  19. Στην Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας ένας ακροδεξιός βουλευτής μπουκάρει και κατεβάζει τα έργα του Χριστόφορου Κατσαδιώτη γιατί πιστεύει πως προσβάλλουν την πίστη (του). Στη Θεσσαλονίκη κάποιοι ακροδεξιοί απειλούν να γκρεμίσουν το γλυπτό που πρόκειται να ανεγερθεί στη μνήμη του Γιάννη Μπουτάρη στην πλατεία Φαναριωτών. Πριν από λίγο καιρό αποσύρθηκε το έργο της Γεωργίας Λαλέ από το ελληνικό προξενείο της Νέας Υόρκης με εντολή Γεραπετρίτη επειδή κάποιοι άλλοι ακροδεξιοί ένιωσαν ότι προσβάλλεται η σημαία τους. Σαν πολλοί δεν έγιναν οι ακροδεξιοί εδώ πέρα και αποφασίζουν τι θα βλέπουμε και τι όχι; Και σαν πολύ θάρρος δεν πήραν τώρα τελευταία; Τους αντιμετωπίζαμε ως γραφικούς με τη λανθασμένη κι αυτάρεσκη βεβαιότητα ότι θα τους ξεράσει η Ιστορία, καθώς είχαμε την αυταπάτη ότι ο ορθός λόγος πάντα νικά και όλα τα φασιστικά απολειφάδια σκορπά. Μα αυτοί γίνονταν όλο και περισσότεροι και διαρκώς αποθρασύνονταν. Γελοιογραφία του Altan από τη συλλογή «Τέρμα η αυτολογοκρισία, είμαι ένας μαλάκας», εκδ. Βαβέλ, 1985. Με παρόμοιες κοινωνικές διεργασίες πριν από λίγα χρόνια είδαμε τη Χρυσή Αυγή από το περιθώριο να γίνεται κοινοβουλευτικός ρυθμιστής και τρίβαμε τα μάτια μας. Αλλά ήταν ήδη αργά. Μήπως τώρα μπορούμε να προλάβουμε τη «δεύτερη φορά Ακροδεξιά»; Αν την αφήσουμε να αλωνίζει θεωρώντας ότι η αστική δικαιοσύνη θα επιληφθεί του ζητήματος και το κράτος θα προστατεύσει την τέχνη, θα είμαστε βαθιά νυχτωμένοι. Ο δυτικός κόσμος δεν βαδίζει πια μόνο προς τα δεξιά. Έχει φτάσει τέρμα δεξιά. Οι κάποτε ξεπερασμένοι και αστείοι θρησκόληπτοι και πατριδοκάπηλοι νοσταλγοί του Παπαδόπουλου, των τανκς, της τάξης και της ασφάλειας απειλούν σαν οδοστρωτήρας να ισοπεδώσουν κατακτήσεις δεκαετιών. Πρέπει να περισώσουμε την τέχνη από τις ορέξεις τους. Αποτελεί την πιο εύκολη λεία τους και συνάμα, αν τα καταφέρουν να τρομάξουν τους καλλιτέχνες, την πιο συμβολική νίκη τους. Βρέχει σκατά, όλο και περισσότερα, όλο και πιο βρομερά, κι εμείς δροσιζόμαστε. Πλησιάζει η στιγμή που θα μας αναγκάσουν να τα φάμε και τότε δεν θα υπάρχει επιστροφή. Και το σχετικό link...
  20. Ο ευφυής Ιταλός σκιτσογράφος και δημιουργός περίφημων κόμικς και αξιαγάπητων «χαρακτήρων» σαν τον κομμουνιστή, εργάτη Cipputi θα είναι αύριο στις 18.30 στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο για να συζητήσει με τον δημοσιογράφο Γιάννη Κουκουλά και τους σκιτσογράφους Παναγιώτη Μητσομπόνο και Σπύρο Δερβενιώτη. Δύο χαρακτηριστικοί τύποι μεσηλίκων συζητούν μεταξύ τους. «Πού θα πάει αυτή η ιστορία με την αυξανόμενη βιαιότητα των νέων;», σχολιάζει ο ένας. «Πρέπει να τους πιάσουν αυτούς τους βίαιους, να τους βγάλουν τα μάτια και να τους κόψουν το κρέας κομματάκι-κομματάκι», απαντάει ο άλλος. Κι αυτό είναι μόνο ένα από τα ευφυή, διορατικά, καυστικά σκίτσα και κοινωνικά σχόλια ταυτόχρονα του μεγάλου Αλτάν. Γνωστός και αγαπημένος και στη χώρα μας ήδη από τις αρχές του ΄80 χάρη στα περιοδικά «Μαμούθ», «Κολούμπρα» ή τη «Βαβέλ» αργότερα, ο Φραντσέσκο Τούλιο Αλτάν διατηρεί αναλλοίωτο το υπέροχα «αναρχικό» του πνεύμα, με το οποίο το τελευταίο διάστημα έχει χρήσει «βασίλισσα» των σκίτσων του την πρωθυπουργό της Ιταλίας Τζώρτζια Μελόνι σε μία σειρά δημιουργιών αφιερωμένων σ΄εκείνην. Και να που ο, γεννημένος το 1942 στο Τρεβίζο, Αλτάν που μας έχει επισκεφτεί αρκετές φορές, ξανάρχεται στη χώρα μας στο πλαίσιο των προφεστιβαλικών δράσεων του Comicdom CON Athens 2025, κατόπιν πρόσκλησης του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών. Μεθαύριο Πέμπτη στις 18.30, θα βρίσκεται στο αμφιθέατρο του Ιταλικού Ινστιτούτου (28ης Οκτωβρίου 47, 10433) για μία εκδήλωση αφιερωμένη στην πολύχρονη καριέρα και το έργο του. Θα συζητήσει με τον δημοσιογράφο Γιάννη Κουκουλά και τον σκιτσογράφο Παναγιώτη Μητσομπόνο. Τη συζήτηση θα ακολουθήσει ένας «σκιτσογραφικός διάλογος» με τον δημιουργό comics Σπύρο Δερβενιώτη, κατά τη διάρκεια του οποίου οι δύο σκιτσογράφοι θα διανθίσουν κοινά θέματα χρησιμοποιώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καλλιτεχνικού τους προφίλ. Η είσοδος θα είναι ελεύθερη κατόπιν εγγραφής στη φόρμα (https://iicatene.esteri.it/el/gli_eventi/calendario/incontro-con-francesco-tullio-altan/), ενώ η συζήτηση θα γίνει με ταυτόχρονη μετάφραση. Και το σχετικό link...
  21. Ένας από τους κορυφαίους Ευρωπαίους σκιτσογράφους, ο μεγάλος Ιταλός καλλιτέχνης Αλτάν, θα βρεθεί στην Αθήνα σε μια σπάνια εμφάνιση. Αν και πολυγραφότατος, ο Φραντσέσκο Τούλιο Αλτάν – όπως είναι το πλήρες όνομά του – είναι γνωστός μεταξύ άλλων και για τη λακωνικότητά του, η οποία εκτός από γνώριμο στοιχείο των σκίτσων του, τον ακολουθεί και στον τρόπο που απαντάει στις – ελάχιστες είναι η αλήθεια – συνεντεύξεις που δίνει. Το διαπιστώσαμε κι εμείς κατά τη διάρκεια της συνέντευξης που μας παραχώρησε το 2019 (Καρέ Καρέ 8.6.2019), στο πλαίσιο της συμμετοχής του στην έκθεση «Democrisis – Δημοκρατία σε Κρίση» της Λέσχης Ελλήνων Γελοιογράφων, η οποία είχε εγκαινιαστεί τον Απρίλιο του 2019 στο Μετρό Συντάγματος στην Αθήνα με την παρουσία του Ιταλού καλλιτέχνη. Στο πλαίσιο των προφεστιβαλικών δράσεων του Comicdom Con Athens 2025, το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών φιλοξενεί μια σπουδαία εκδήλωση με τον διάσημο Ιταλό σκιτσογράφο. Ο καλλιτέχνης θα συζητήσει για το έργο του με τον ιστορικό τέχνης και συνεπιμελητή του Καρέ Καρέ Γιάννη Κουκουλά, και τον εικονογράφο, σκιτσογράφο και δημιουργό κόμικς Παναγιώτη Μητσομπόνο, ενώ στη συνέχεια θα λάβει χώρα μια «σκιτσογραφική συζήτηση» με τον γελοιογράφο και δημιουργό κόμικς Σπύρο Δερβενιώτη, κατά τη διάρκεια της οποίας οι δύο δημιουργοί θα συνομιλήσουν καλλιτεχνικά μπροστά στο κοινό και θα σκιτσάρουν πάνω σε κοινά θέματα. Όπως και στην περίπτωσή μας, έτσι και στην περίπτωση των Ελλήνων καλλιτεχνών που θα συμμετάσχουν στην εκδήλωση δεν είναι η πρώτη φορά που συναντιούνται ή συνομιλούν, άμεσα ή έμμεσα. Μάλιστα οι «διάλογοί» τους ήταν πάντοτε δημόσιοι: όλοι τους συνυπήρχαν για δεκαετίες στα περιοδικά «Βαβέλ» και «Παρά Πέντε» όπου δημοσιεύονταν έργα τους τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, τα οποία συχνά είχαν κοινές αφετηρίες και σίγουρα πραγματεύονταν κοινές προβληματικές. Ένας, ίσως ο σημαντικότερος λόγος που το έργο του Αλτάν ξεχωρίζει είναι αναμφίβολα ο πηγαίος, αφοπλιστικός κυνισμός του και η διάχυτη, βαθιά ειρωνεία που αποτελεί σήμα-κατατεθέν του. Ειδικά στα ενήλικα έργα του, όπως ενδεικτικά τα «Colombo», «Trino», «Ada», «Fritz Melone» και οι γελοιογραφίες του με πρωταγωνιστή τον Τσιπουτί ή άλλους, επώνυμους ή ανώνυμους πρωταγωνιστές, αλλά και στις πολυάριθμες σύντομες ιστορίες του, ο Αλτάν καταφέρνει να πλάσει γκροτέσκους κόσμους και χαρακτήρες οι οποίοι είναι απωθητικοί, άθλιοι, συχνά χυδαίοι ή ακόμα και σιχαμένοι, αλλά παράλληλα τόσο γνώριμοι που προκαλούν μία άβολη ταύτιση. Δεν εξαντλείται στην καταγραφή, στην κωμική αφήγηση γνώριμων καταστάσεων – άλλωστε συχνά οι διηγήσεις του είναι μπολιασμένες με στοιχεία υπερβολής και σουρεαλισμού – αλλά στην ουσία πλάθει με μαεστρία ανθρωπότυπους, οι οποίοι φέρνουν τον αναγνώστη προ των ευθυνών του, μόνο και μόνο επειδή τον φέρνουν σε αμηχανία που τους μοιάζει. Το απλό, αφαιρετικό σχεδιαστικό του στιλ έρχεται και δένει αρμονικά αναδεικνύοντας τελικά το περιεχόμενο, την ουσία, το μήνυμα που ο δημιουργός επιθυμεί κάθε φορά να επικοινωνήσει. 50 χρόνια Πίμπα! Ακόμα μία πολύ ενδιαφέρουσα πλευρά του καλλιτέχνη Αλτάν, η οποία έχει παραμείνει σχετικά αθέατη στην Ελλάδα, είναι η πολύ επιτυχημένη σειρά ιστοριών για παιδιά «La Pimpa», με πρωταγωνίστρια μια λευκή σκυλίτσα με κόκκινες βούλες. Όπως εξομολογείται ο ίδιος, «η "Πίμπα" γεννήθηκε κατά τύχη ένα απόγευμα στο Μιλάνο το 1975. Σχεδίαζα για την κόρη μου που ήταν δύο χρονών. Μου ζητούσε να της σχεδιάσω ένα πλοίο, μια αρκούδα, έναν ήλιο. Και ανάμεσα σε όλα αυτά που της σχεδίαζα, προέκυψε και η Πίμπα. Μετά γεννήθηκε και μια μικρή ιστορία, η οποία άρεσε στη σύνταξη του περιοδικού "Corriere dei piccoli"…» (σ.σ. Corriere dei piccoli, ιστορικό εβδομαδιαίο περιοδικό κόμικς στην Ιταλία, 1908-1995). Σύντομα η Πίμπα έγινε ένα από τα πιο αγαπητά κόμικς για παιδιά στην Ιταλία, ενώ μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη αλλά και σε μια σειρά από παιδικά είδη: τσάντες, τετράδια, ρούχα, σεντόνια, μέχρι και… πασχαλινά αυγά! Θεωρείται αναμφίβολα μία από τις σημαντικότερες ηρωίδες παιδικών κόμικς στην Ιταλία, κάτι που εξηγεί τις πολυάριθμες δράσεις που προγραμματίζονται για τα πεντηκοστά της γενέθλια, με αφετηρία την Μπολόνια: από τις 30 Μαρτίου θα φιλοξενηθεί στη δημοτική βιβλιοθήκη Σαλαμπρόζα μια μεγάλη έκθεση αφιερωμένη στην τετράποδη πρωταγωνίστρια της ομώνυμης σειράς, η οποία θα είναι μόνο η αρχή των σχετικών εκδηλώσεων που έχουν προγραμματιστεί για όλο τον χρόνο σε διάφορες πόλεις της Ιταλίας. Φυσικά οι ιστορίες της Πίμπα έχουν μεταφερθεί και στα ελληνικά: πολλές εκδόσεις κυκλοφόρησαν τις προηγούμενες δεκαετίες από τη Modern Times, ενώ μεταγλωττισμένα επεισόδια από τις σειρές κινουμένων σχεδίων προβάλλονταν στον τηλεοπτικό σταθμό Alter. ♦ Ο κόσμος του Altan Πότε: 6 Μαρτίου 2025, 18.30 Πού: Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών (Πατησίων 47) Είσοδος ελεύθερη Και το σχετικό link...
  22. Στις 6 Μαρτίου θα βρίσκεται στην Αθήνα ο Francesco Tulio Altan για μια μεγάλη εκδήλωση στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο (βλ. προηγούμενες σελίδες). Ο Altan, στη μεγάλη του καριέρα, έχει δημιουργήσει απολαυστικά κόμικς και πρωτοποριακά κινούμενα σχέδια. Στο ευρύ κοινό όμως είναι γνωστός κυρίως για τις σαρκαστικές γελοιογραφίες του που δημοσιεύονταν σε πολλές εφημερίδες μεταξύ των οποίων οι αριστερές L’ Unita και La Repubblica. Ξεφυλλίζοντας παλιά τεύχη του ιστορικού περιοδικού Βαβέλ που δημοσίευε τις γελοιογραφίες του αλλά και τις εκδόσεις – συλλογές των έργων του («Αυτοκαταστροφή», «Τέρμα η αυτολογοκρισία, είμαι ένας μαλάκας», «Μυρωδιές από το 1992») με αφορμή την εκδήλωση, έπεσα σε μια γελοιογραφία που λες και δημιουργήθηκε ειδικά για την ελληνική κυβέρνηση και ακόμα ειδικότερα για τον πιο χαρακτηριστικό και γνήσιο εκπρόσωπό της: τον ακροδεξιό πρώην τηλεπωλητή και νυν υπουργό που κάποτε κράδαινε βιβλία για το «μυστήριον του απολλώνιου φωτός» και την «αδάμαστη θέληση του Γιώργου Καρατζαφέρη» ωρυόμενος «τα λιγουρεύεστε;». Πριν από λίγες ημέρες στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ, καλεσμένος του Άρη Πορτοσάλτε (τι ταιριαστό δίδυμο!), σε ένα ξέσπασμα ευθιξίας ο εκνευρισμένος Άδωνις Γεωργιάδης δήλωσε με αποφασιστικότητα και απογοήτευση, χωρίς φυσικά καμιά περαιτέρω όχληση από τον συνοδοιπόρο του δημοσιογράφο που τον συμπονούσε, ότι «καμιά φορά οι πλατείες μπορεί να λένε και βλακείες! Όπως έλεγαν οι αγανακτισμένοι. Λοιπόν, το ξαναλέμε. Δεν υπάρχει συγκάλυψη! Τελεία! Συγγνώμη που παραφέρομαι αλλά με προσβάλλει σαν πρόσωπο. Όχι, δεν είμαι ούτε δολοφόνος ούτε λαθρέμπορος ούτε κάνω συγκάλυψη εγκληματιών». Ο γελοίος αυτός άνθρωπος αδυνατεί να καταλάβει ότι ακόμα κι αν λένε βλακείες οι πλατείες, δεν παύουν να είναι οι πλατείες. Δεν αποφασίζουν οι πλατείες αν θα είναι ασφαλές το σιδηροδρομικό δίκτυο ούτε φέρουν ευθύνη γι’ αυτό. Αυτός όμως είναι υπουργός. Και βλακείες να λένε οι πλατείες, δεν θα πεθάνουν 57 άνθρωποι. Με μια δική του «βλακεία» θα πεθάνουν πολλαπλάσιοι. Και δεν κατηγορείται για δολοφονία ή για λαθρεμπόριο (ποτέ βέβαια δεν μπορείς να είσαι σίγουρος). Κατηγορείται για την πολιτική της κυβέρνησής του που στέλνει ανθρώπους στον θάνατο. Και είναι ένοχος γιατί παρά τα όλα όσα έχουν γίνει τα τελευταία δύο χρόνια, επιμένει να κραυγάζει. Αλλά αν είχε αίσθημα ενοχής, όπως λέει κι ο Altan, δεν θα δίσταζε να το πουλήσει ουρλιάζοντας «το λιγουρεύεστε;». Και το σχετικό link...
  23. Η πρώιμη Τέχνη του πλέον αγαπημένου Έλληνα καλλιτέχνη μέσα από τα ξεχωριστά, νεανικά σχέδιά του. Τον ξέρετε. Είναι ο Δημήτρης Παπαϊωάννου. Αυτό που λογικά δεν ξέρετε είναι ότι πριν συμβούν όλα αυτά που ήδη ξέρετε: η Ομάδα Εδάφους, η «Μήδεια», οι Ολυμπιακοί της Αθήνας, το «Δύο», το «The Great Tamer», ο «Εγκάρσιος προσανατολισμός» και τόσα άλλα, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου εμφανίστηκε στα καλλιτεχνικά πράγματα κάνοντας κόμικς. Ήταν δεκαεπτά χρονών όταν εμφανίστηκε στις σελίδες του περιοδικού κόμικς Βαβέλ, αρχικά με ένα γελοιογραφικό κόμικς και κατόπιν με ένα εικαστικό και έναν πρόλογο από τον δάσκαλό του Γιάννη Τσαρούχη. Στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 δημοσίευσε πολλά κόμικς στα περιοδικά Βαβέλ και Παρά Πέντε, αναπτύσσοντας το δικό του προσωπικό στιλ, το οποίο συνδυάζει πολλές αναφορές και μια αναπολογητική χρήση ζωγραφικής και ποιητικής γλώσσας. H σημαντική έκθεση «Wow! Pow! Bam!» τον περασμένο Ιούνιο στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη, αφιερωμένη στα κόμικς και τη σχέση τους με τη ζωγραφική, στην οποία συμμετέιχε και ο ίδιος με παλαιότερες και νέες δουλειές του, ήρθε να μας θυμίσει τον Δημήτρη Παπαϊωάννου των κόμικς. Με αυτήν την αφορμή συναντηθήκαμε μαζί του. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου και οι ιστορίες των κόμικς του Προσωπικό αρχείο του Δημήτρη Παπαϊωάννου © Αλέξης Μπίτσικας ― Μέχρι να δω την έκθεση στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη με ενοχλούσε που δεν μπορούσα να κατατάξω κάπου τα κόμικς σας. Δεν μπορούσα να τα προσδιορίσω ειδολογικά. Εσείς τα βαφτίζετε κάπως; Όχι, φυσικά και όχι. Τον Λουστάλ τον ξέρεις; ― Φυσικά. Τι είδος κάνει; Όχι, δεν τα βαφτίζω κάπως. Δεν είναι δική μου δουλειά αυτό. Ο Λουστάλ με είχε γοητεύσει πολύ. Ο τρόπος της αφήγησής του. ― Πότε ξεκινήσατε να φτιάχνετε κόμικς; Από πολύ μικρός. Έχω κρατήσει, από το δημοτικό ακόμα, κόμικς που έφτιαχνα με τη Σαμάνθα τη Μάγισσα, το οποίο τότε ήταν και μια σειρά στην τηλεόραση (σ.σ. «Η μάγισσα», σειρά του NBC, 1964-1972). Είχα μια δασκάλα αγγλικών, την κυρία Καραφύλη, η οποία με ενθάρρυνε. Τα έβγαζα φωτοτυπίες, τα έδενα σε τεύχη και τα κυκλοφορούσα στους συμμαθητές μου. Αστείο πράγμα. Σαν να τα έφτιαξε άλλος άνθρωπος. Ένα φεμινιστικό τεύχος, όπου έκαναν – και καλά – απεργία οι γυναίκες. Κάτι τέτοια. Αυτά ήταν κάπως σατιρικά και γελοιογραφικά. Με τον ίδιο τρόπο συνέχισα στα σχολικά μου χρόνια, μια και είχαμε μια μαθητική εφημερίδα στην οποία έκανα – τρομάρα μου! – art direction και δημοσίευα κόμικς και σχέδια, έφτιαχνα αφίσες κ.λ.π. Τα κόμικς μου τότε ήταν συνδεδεμένα με τη γελοιογραφία κατά κάποιον τρόπο κι όχι με κάτι άλλο. Όταν ήμουν δεκαέξι-δεκαέξι μισό, γνώρισα τον Τσαρούχη κι έγινα ανεπίσημα μαθητής του. Αυτό άλλαξε τη ζωή μου – η οποία είχε ήδη μετακινηθεί νωρίς από την παιδικότητα στην εφηβεία με την πρώτη ερωτική μου εμπειρία στα 13. Με τον Τσαρούχη επιχείρησα ζωγραφική με αυγό, που είναι η τεχνική της αγιογραφίας, κι έφτιαξα ένα κόμικς το οποίο παραμένει αδημοσίευτο ως τώρα με τον τίτλο «Κένταυρος», που ολοκλήρωσα λίγο αργότερα, στην ηλικία των δεκαεπτά. Αυτό το κόμικς δυστυχώς το έχω σε κακής ποιότητας σκαναρίσματα (είχε πουληθεί). Θα ψάξω να το βρω να το αρχειοθετήσω σε υψηλή ανάλυση. Ήταν ένα κόμικς από το οποίο κανείς μπορεί να καταλάβει πολλά για μένα. Αυτοπροσωπογραφία Δ.Π. © Προσωπικό αρχείο του Δημήτρη Παπαϊωάννου ― Γιατί; Νομίζω ότι εμπεριέχει πολλά από αυτά που θα γίνω αργότερα. ― Όπως; Είναι ευαίσθητο, εμποτισμένο με την ελληνική εμπειρία, ομοερωτικό – μ’ έναν λιγότερο απροκάλυπτο τρόπο από τα επόμενα κόμικς μου. Είναι μελαγχολικό. Δυστυχώς το έχω σκαναρισμένο από slides, είναι δηλαδή η ποιότητα γάμησέ τά, κάκιστη. Μπορεί να το επεξεργαστώ κάπως και να σου δώσω μερικές εικόνες. Αυτή ήταν η αρχή. Ήταν κόμικς με ιστορίες και εικόνες κάπως «βυζαντινοτσαρουχικές». Kάποια στιγμή πήγα στη Βαβέλ μ’ ένα απ’ αυτά τα κόμικς και το δημοσίευσαν. Ο Τσαρούχης έγραψε για να με τιμήσει ένα μικρό σημείωμα, προλογίζοντάς το. Δημοσιεύτηκε αυτό και μετά άρχισα να κάνω τα κόμικς με το προσωπικό μου ύφος, αυτό που ξέρετε. Δημοσίευσα την πρώτη μου μεγάλη ιστορία, ήταν 16 σελίδες και απροκάλυπτα ομοερωτική και αναρχική, που λέγεται «Ποιος μιλάει;» (σ.σ.: περιοδικό Παρά Πέντε, τχ.19) και από κει και πέρα επειδή είδα ότι αυτό έκανε γκελ, ένιωσα ότι υπήρχε μια πλατφόρμα – εμένα μ’ ενδιαφέρει να υπάρχει μια πλατφόρμα για να δουλεύω. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν ζωγράφιζα τόσα χρόνια, ένιωθα ότι το περιβάλλον του μάρκετ των εικαστικών ήταν μια πλατφόρμα που δεν μ’ ενδιαφέρει. Ποιος μιλάει; © Προσωπικό αρχείο του Δημήτρη Παπαϊωάννου ― Τώρα έχει αλλάξει αυτό; Όχι, απλώς πλέον είμαι εξήντα ετών. Το θέατρο υπήρξε για μένα μια σούπερ πλατφόρμα με τεράστια διεισδυτικότητα στους συνανθρώπους μου και την είχα την επαφή με τη γενιά μου και τώρα πια, προς μεγάλη μου απόλαυση, με γενιές πολύ νεότερες από εμένα. Άρα δεν έχει και τόση σημασία πια. Έτσι κι αλλιώς τώρα δεν θα φτιάξω νέα θεατρική δουλειά, για δύο χρόνια τουλάχιστον. Οπότε η πρόταση της Δάφνης (Ζουμπουλάκη) ήταν μια ευχάριστη ευκαιρία για βόλτα στο αρχείο μου, και να ’μαι στο περιβάλλον μιας γκαλερί. Επίσης η έκδοση με τα σχέδια που έκανα στην Ανάφη είναι πολύ σημαντική για μένα γιατί βρήκαν τα γυμνά αυτά τρόπο να υπάρξουν σε αυτήν την πλατφόρμα και να τα έχει ο κόσμος. Το γεγονός ότι υπάρχει το Instagram και μπορούσα να τα μοιραστώ όταν τα πρωτοέκανα ακούγεται αστείο αλλά είναι σημαντικό για μένα. Δεν με φτιάχνει αυτό που δημιουργώ να είναι αποκλεισμένο σε περιορισμένη θέαση. Θέλω να μοιράζεται. Ανάφη, συλλεκτική έκδοση: Το φως και το σκοτάδι του σώματος δια χειρός Δημήτρη Παπαϊωάννου © Εκδόσεις NOMAS ― Καταλαβαίνω ότι τότε αντιλαμβανόσασταν τη διαδικασία του «φτιάχνω ένα κόμικς και το δημοσιεύω» ως έναν τρόπο επικοινωνίας. Εννοείται. Κατ’ αρχάς μου άρεσαν τα κόμικς, έπαιρνα τη Βαβέλ, ήταν μέρος της πολιτιστικής τροφής μου. Το βασικότερο ήταν πως αισθάνθηκα ότι μπορώ να επικοινωνήσω άμεσα με τη δική μου γενιά και να κάνω μια τέχνη προσβάσιμη, όπου το «original», το πρωτότυπο, είναι το τυπωμένο και είναι φτηνό. Αυτό έχει σημασία. Τα κόμικς είναι μια λαϊκή τέχνη. 1987, Περιοδικό Παρά Πέντε: «Ο τρομερός Μέβερ», κόμικ του Δ.Π. © Προσωπικό αρχείο του Δημήτρη Παπαϊωάννου ― Αναφέρατε πριν την εισαγωγή που είχε γράψει ο Γιάννης Τσαρούχης σ’ εκείνο το κόμικς που λεγόταν «Ευρύμαχος» (Βαβέλ, τχ. 32). Είχε δημιουργήσει μια ίντριγκα τότε όλο αυτό. Βέβαια, βέβαια. Γιατί ο Τσαρούχης είχε αρκετή άγνοια για την κουλτούρα των κόμικς, είχε μια γενικότερη αντίληψη και προφανώς δεν ήξερε ότι υπήρχαν ήδη ποιητικά και ζωγραφικά κόμικς και θεωρούσε κακοσχεδιασμένα τα κόμικς των superheroes της Μάρβελ, ενώ είναι θαυμάσια. Εκείνο όμως στο οποίο ήθελε να επιστήσει την προσοχή ήταν η αναπολογητική συμπερίληψη της ζωγραφικής και της ποιητικής γλώσσας. Αυτό νομίζω ότι τον συγκίνησε τον Τσαρούχη. Και ναι, δημιούργησε λίγη φασαρία, αλλά και τι μ’ αυτό; ― Τότε ήσασταν 17. Πώς νιώθει ένα παιδί σ’ εκείνη την ηλικία, που δημοσιεύεται το κόμικς του με εισαγωγή από τον Τσαρούχη και στο επόμενο τεύχος δημοσιεύεται μια έντονη αντίδραση από τον Αρκά; Δεν έγινε και τίποτα φοβερό. Με τα τωρινά μου μυαλά δεν θα δεχόμουν να μου γράψει εισαγωγή στο πρώτο μου κόμικς. Περιττό. Τότε ήταν φυσικό για μένα. Τον αγαπούσα πολύ, με αγαπούσε πολύ. Δεν σκέφτηκα ότι με αυτόν τον τρόπο θα κέρδιζα κάτι. Διάβασα και την αντίδραση και προχώρησα. (γέλια) Ο τρομερός Μέβερ – Το φιλί και το δάγκωμα © Προσωπικό αρχείο του Δημήτρη Παπαϊωάννου ― Μακάρι να αντιδρούσαμε όλοι τόσο ψύχραιμα. Δεν υπήρχαν σόσιαλ μίντια τότε. Αυτή η αντίδραση υπήρξε στους αναγνώστες της Βαβέλ. Δεν ήταν για να γίνει της πουτάνας. Αυτοί που ενδιαφερόντουσαν τη διάβασαν και όλοι συνεχίσαμε τις ζωές μας. Σε αυτούς απευθυνόταν. Μωρέ ξέρεις, τα πράγματα τότε ήταν πολύ διαφορετικά. Ήταν μια στιγμή που η ποπ κουλτούρα ακόμα αγωνιζόταν να εδραιωθεί, να αποκτήσει κύρος. Ακόμα και σήμερα, αυτό το κορίτσι, τη Σάττι, τη βρίζανε ότι είναι υποκουλτούρα. Λες και δεν είμαστε σε μια εποχή που έχουν απολύτως διευρυνθεί τα όρια και απενοχοποιηθεί τα πάντα – όχι πάντα με καλά αποτελέσματα, κατά τη γνώμη μου –, αλλά πάντως είναι όλα οκέι. Θεματοφύλακες της ποιότητας, cheer up darlings. Η ποιότητα βρίσκεται παντού και το trash επίσης. Υπάρχει άπειρο trash στη σύγχρονη κατοχυρωμένα επίσημη τέχνη. Rock n' Roll © Προσωπικό αρχείο του Δημήτρη Παπαϊωάννου ― Υποκρύπτει κάτι αυτή η αντίδραση που περιγράψατε απέναντι στη Σάττι; Τη μαλακία του κόσμου. Τι να υποκρύπτει; Ο κάθε μαλάκας θα πει τη γνώμη του. Όπως κι εγώ. ― Στο συγκείμενο της Βαβέλ, όταν ξεκινήσατε εσείς, το περιοδικό δεν είχε κάνει ακόμα «άνοιγμα» στο λεγόμενο εικαστικό κόμικς. Εσείς τι αναφορές είχατε για να κάνετε τέτοια κόμικς; Μόνο τη ζωγραφική. Εγώ γενικά, καλώς ή κακώς, είμαι ένας αυτοδίδακτος καλλιτέχνης, παρ’ ότι είχα δασκάλους και σπούδασα. Αλλά δεν σπούδασα σκηνοθεσία, δεν σπούδασα χορογραφία, δεν σπούδασα κόμικς. Οπότε με ό,τι είχα πραγματικά, έκανα ό,τι μπορούσα. Από παλιά έγραφα, ευτυχώς όμως δεν την προχώρησα αυτήν την τέχνη… (γέλια) Η αρχαία πόλις – Βαρύτητα – Μέδουσα – Η γη στο σχήμα της καρδιάς © Προσωπικό αρχείο του Δημήτρη Παπαϊωάννου ― Γιατί ευτυχώς; Ε, δεν ήμουν καλός… από μικρός έγραφα κι έτσι είχα να μοιραστώ κάποια πράγματα. Από πολύ μικρός ζωγράφιζα. Την εποχή που έκανα τα κόμικς σπούδαζα στην Καλών Τεχνών. Το είχα μόλις σκάσει από το σπίτι μου. Στα δεκαοκτώ το έσκασα από το σπίτι μου, στα δεκαεννιά ήμουν φοιτητής στην Καλών Τεχνών. Κυκλοφορούσα στα Εξάρχεια. Ήμουν ένας αυτοσυντήρητος νέος, ανοιχτά ομοφυλόφιλος. Απ’ τους ελάχιστους τότε. Και δίψαγα, όπως πάντα, όπως ακόμα και τώρα στην ηλικία που είμαι, για έκφραση. Ήθελα να τα λέω. Να λέω τι νομίζω και τι ζω. Ό,τι ζωγραφικό εργαλείο είχα το χρησιμοποίησα στα κόμικς. Φυσικά όντας με τους φωτισμένους συμφοιτητές που είχα, πλούτισα. Ήμουν συμφοιτητής με τον Ζάφο Ξαγοράρη, ο οποίος με επηρέασε με τη βιαιότητα των μαυρόασπρων μουντζούρων του. Αυτός προς τον εξπρεσιονισμό, εγώ το πήγα προς πανκ μεριά. Αλλά ήμασταν κολλητοί και επηρεάζαμε ο ένας τον άλλον. Είχα και μια ικανότητα να ζωγραφίζω από μνήμης. Τα περισσότερα κόμικς μου είναι από μνήμης. Υπάρχει ένα που εκτίθεται τώρα, «Η γη στο σχήμα της καρδιάς», στο οποίο υπάρχουν μονάχα τρεις εικόνες όπου είχα μπροστά μου αυτό που ζωγράφισα. Όλο το υπόλοιπο από μνήμης. Έχω φωτογραφική μνήμη. Αυτό που βλέπω μπορώ εύκολα να το αποτυπώσω μετά από κάποιες μέρες. Είναι αυτό το κόμικς, όπως και τα περισσότερα κόμικς μου, μια σύνθεση πραγμάτων που έχω ζήσει κι έχω δει ή έχω φανταστεί ενώ ζω μια εμπειρία. Αυτοπροσωπογραφία Δ.Π. © Προσωπικό αρχείο του Δημήτρη Παπαϊωάννου ― Είναι όμως κυριολεκτικά μια σύνθεση αυτό το κόμικς. Άναυδος διαπίστωσα στην έκθεση ότι το κάθε καρέ είναι δουλεμένο ξεχωριστά σε ένα άλλο κομμάτι ακουαρέλας και μόνο ύστερα συνέθεσαν όλα μαζί τις σελίδες του κόμικς. Έτσι τα έκανα πάντα. Επειδή είμαι και τσαπατσούλης και επειδή θέλω το πινέλο μου να τρέχει ελεύθερο, δεν μπορώ να δουλέψω σε πλαίσιο – αυτό εκφράζεται και σε μια χορογραφία μου που λέγεται «Primal mater», η οποία έχει ένα πλαίσιο για ένα σώμα. Πρέπει να είμαι ελεύθερος και μετά τα κόβω και τα βάζω στο πλαίσιο. Και μάλιστα τα έκοβα θεόστραβα μέσα στην προχειρότητά μου. ― Γιατί λείπει το σενάριο από το κόμικς που εκτίθεται στην έκθεση; Εννοώ το λέτερινγκ. Γιατί δεν μ’ ενδιαφέρει. Θέλω να πω, μ’ ενδιαφέρει όταν θα είναι τυπωμένο το κόμικς. Δεν μ’ αρέσει η σκέψη ότι κάποιος θα πάει στην γκαλερί, θα στηθεί μπροστά στον τοίχο και θα διαβάζει τις εικονίτσες. Προτιμώ απλώς να τις βλέπει. Φωνάζω και δεν βγαίνει η φωνή μου – Τρέχω και δεν φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια μου © Προσωπικό αρχείο του Δημήτρη Παπαϊωάννου ― Δεν είναι όμως αδιαχώρητα αυτά τα δύο (σενάριο και σχέδιο) σ’ ένα κόμικς; Όχι ακριβώς. Κατ’ αρχάς, έτσι κι αλλιώς, τώρα που τα μαζεύω όλα αυτά και τα επιμελούμαι και θα τα μεταφράσω και θα τα κάνω restoration, θα δούμε τι θα γίνει… θέλω να επισκεφτώ τα κείμενα ξανά. Γιατί αυτό που λέω, και το ντεκουπάρισμα της ιστορίας αλλά και ο ρυθμός, με βρίσκουν σύμφωνο, αλλά είναι μερικές εικόνες και μερικές φράσεις που τις έκανα βιαστικά και θέλω να τα ξανακοιτάξω. Ας πούμε στο «Η γη στο σχήμα της καρδιάς», και είχε πολλή πλάκα αυτό, η τελευταία τελευταία εικόνα είναι καινούργια. Δεν φαίνεται, και είμαι πολύ περήφανος που δεν φαίνεται. Μετά από τριάντα χρόνια μιμήθηκα τον τότε εαυτό. Αναρωτιόμουν: θα τολμήσεις να το κάνεις; Και το έκανα και ήταν ολόιδιο, το στιλ και η γκάμα. Είχα κάνει μια μαλακία στην πρώτη βερσιόν που δεν άντεχα να τη βλέπω. ― …αυτή που έτρεχε στο νερό κρατώντας τη βαλίτσα και έγραφε «Τ Ε Λ Ο Σ» πάνω στα βήματα στο νερό; Ναι! Αυτήν. Την έβρισκα κακόγουστη, δεν άντεχα να τη βλέπω και έκανα αυτή τη μικρή διόρθωση. Είμαι πολύ περήφανος που την έκανα γιατί υπάρχει αυτό το δίλημμα: «Πρέπει να επέμβεις στη δική σου ιστορία;» Ναι, μπορείς να κάνεις ό,τι θες. Εφόσον εσύ είσαι ο αρχηγός, «κάνε ό,τι θες αγοράκι μου». Κι έτσι λοιπόν, μερικά από τα κείμενα και μερικές από τις εικόνες που έγιναν πρόχειρα για να τελειώσει το κόμικς θέλω να τα επιμεληθώ για να έχω μια οριστική μορφή τους που να υποστηρίζω. Ένας ακόμη λόγος που δεν θέλω να δεσμευτώ έχοντας τα κείμενα μέσα στις εικόνες. Πυρκαγιά – Ένα τσιγάρο – Ιστός © Προσωπικό αρχείο του Δημήτρη Παπαϊωάννου ― Σε ό,τι αφορά τα κόμικς, ποιες οι επιρροές σας; Νομίζω ο Jean Marc Reiser μ’ έναν τρόπο κρυφό με έχει επηρεάσει πολύ, όπως και ο Copi. Είναι από τους δύο πολύ αγαπημένους μου, δεν μοιάζουν καθόλου μ’ εμένα. Ο Copi μ’ έχει επηρεάσει στον ρυθμό και στις παύσεις του και στον μοναδικό τρόπο με τον οποίο εμπεριέχει το παράλογο. Ο Reiser μ’ έχει επηρεάσει στον τρόπο με τον οποίο το μελάνι πρέπει να φαίνεται ότι το έχεις φτύσει πάνω στο χαρτί. Σε κάποιες εικόνες μου αυτό είναι εμφανές αλλά κρυμμένο κάτω από το δικό μου στιλ. Μ’ έχει επηρεάσει πολύ ο Liberatore στον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται μια αναγεννησιακή φωτοσκίαση σάρκας, που είναι σαν Μικελάντζελο. Κάπου είχα διαβάσει ότι χρησιμοποιεί και υλικά μέικ απ. ― Και κραγιόν. Και κραγιόν, ναι (γέλια). Ακόμη και τώρα στα σχέδια που έκανα στην Ανάφη, έλεγα από μέσα μου: «Για δες. Ο Tanino». Μ’ έχει επηρεάσει ο Jacques de Loustal στην ατμόσφαιρα και στην κινηματογραφικότητα της αφήγησης. Στα νεανικά μου χρόνια η Claire Bretécher. Οι υπόλοιπες επιρροές μου νομίζω πως είναι ζωγραφικές. Στο δισέλιδο της Μασσαλίας, στο «Η γη στο σχήμα της καρδιάς», είναι σαν να θέλω να μεταμορφωθώ σε Χόκνεϊ και μετά να μεταμορφωθώ ξανά σε μένα. Τον λατρεύω τον Χόκνεϊ. Είναι ένας καλλιτέχνης που με έχει συγκινήσει πολύ, τον έχω στην τριάδα Τσαρούχης-Κουνέλης-Χόκνεϊ. Αυτοί οι τρεις με έχουν επηρεάσει βαθιά. Ο προηγούμενος φίλος μου – Πόρτες © Προσωπικό αρχείο του Δημήτρη Παπαϊωάννου ― Τώρα φτιάχνετε κόμικς; Όχι, όχι δεν κάνω. Αλλά την τεχνική της αφήγησης τη χρησιμοποιώ. Πρόσφατα έφτιαξα κάποιες εικόνες που πλαισίωσαν ένα αφιέρωμα που μου έκανε το Dust Magazine, αλλά και στο βιβλίο Sketches for Life με σχέδια από την Ανάφη. Είναι μια τεχνική, ένας τρόπος αφήγησης που χρησιμοποιώ κρυφά. Πολλές φορές και στο προσωπικό μου Instagram μπορεί κάποιος να παρατηρήσει έναν τρόπο αφήγησης που έχει να κάνει με το πώς διαβάζεται μια σελίδα. Η περιπέτεια του βλέμματος πάνω στη σελίδα. Έχω πολύ περίσσευμα μέσα μου για να κάνω κόμικς, αλλά δεν αισθάνομαι ότι υπάρχει η πλατφόρμα. ― Γιατί δεν υπάρχει; Δεν υπάρχει. Ποιο περιοδικό κόμικς παίρνεις; ― Κανένα. Αυτό είναι η πλατφόρμα. Το περιοδικό. Τι; Να κάνω κόμικς για να κάνω εκδόσεις; Δεν είναι το ίδιο. Το ζώο επί σκηνής – Πρόσωπον προς Πρόσωπον – Soundtrack Nina Simone © Προσωπικό αρχείο του Δημήτρη Παπαϊωάννου ― Μπορείτε να το κάνετε σε ένα άλλο περιοδικό. Όχι απαραίτητα κόμικς θεματολογίας. Θέλετε, όπως καταλαβαίνω, να βρει το κοινό του, το κοινό των κόμικς, που κατανοεί την τέχνη και τις λειτουργίες της. Ναι. Και το οποίο την αγαπά αυτήν την τέχνη. Όπως υπάρχει το κοινό του θεάτρου, που πάει στις παραστάσεις για να τις δει. Αυτή είναι η πλατφόρμα του... τα θέατρα και τα φεστιβάλ. Εκεί προτείνουν κάποιοι τη δουλειά τους. Αντίστοιχα και το περιοδικό κόμικς είναι μια πλατφόρμα όπου οι κομίστες προτείνουν τη δουλειά τους. Να βάλω μια προσωπική ιστορία, λίγο πιο σκληρή ή με εικόνες σεξ ή μελαγχολική, σε ένα περιοδικό π.χ. πόλης... τι νόημα έχει; Τι δουλειά έχει ένας άνθρωπος να μας εκμυστηρεύεται το μακρύ του και το κοντό του εκεί που διαβάζουμε τα νέα; Δεν υπάρχει πλατφόρμα. Προσωπικό αρχείο του Δημήτρη Παπαϊωάννου © Julian Mommert Το βιβλίο του Δημήτρη Παπαϊωάννου με σχέδια από την Ανάφη, «SKETCHES FROM LIFE», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις NOMAS, μπορείτε να το προμηθευτείτε από αυτόν ΕΔΩ τον σύνδεσμο. Και το σχετικό link...
  24. Διάβαζα τη «Βαβέλ» από το 1982, ήμουν μόλις 13 χρονών τότε. Όταν είδα το πρώτο μου κείμενο δημοσιευμένο στις σελίδες της το 1994, ένιωσα σαν να το έκαναν εξώφυλλο οι New York Times, τόση ήταν η χαρά μου, περισσότερο γιατί το είχε εγκρίνει ο Γιώργος Σιούνας. Σύντομα έγινα μόνιμος αρθρογράφος στο «Αεροπλανάκι», τη στήλη της «Βαβέλ» με ειδήσεις, νέα, παρουσιάσεις, σχόλια, κριτικές κ.ά., της οποίας βασικός συντελεστής ήταν ο Γιώργος που υπέγραφε κατά κανόνα ως Γιώργος Πιλότος ή Σ. Γεωργίου ή Γ. Σ. ή και με άλλα ψευδώνυμα, και συνέχισα μέχρι το τέλος του περιοδικού το 2008. O Γιώργος στο γραφείο του (φωτογραφία που δημοσιεύτηκε σε τεύχος της «Βαβέλ» το 1994). Όλα αυτά τα χρόνια ένιωθα πάντα την ασφάλεια ότι ο πρώτος που θα διαβάσει τα κείμενά μου, αφού πρώτα είχαμε συνεννοηθεί τη θεματολογία τους, θα τα κρίνει αυστηρά αλλά δίκαια και θα τα συζητήσει μαζί μου, θα ήταν ο Γιώργος. Αυτός άλλωστε με είχε μυήσει στην κόμικς (και όχι μόνο) δημοσιογραφία. Από τα δικά του κείμενα ξεκινούσα την ανάγνωση της «Βαβέλ» και από αυτά διδάχθηκα. Σελίδα από το «Αεροπλανάκι» του «πιλότου» Γιώργου Σιούνα. Από το 1981 που πρωτοεκδόθηκε η «Βαβέλ» υπό την ευθύνη της Νίκης Τζούδα, του Γιώργου Μπαζίνα και του Σταύρου Τσελεμέγκου, και στη συνέχεια από το 1985 που τις τύχες του περιοδικού ανέλαβαν ο Γιώργος Σιούνας και η Νίκη Τζούδα, ο Γιώργος έγραφε, μετέφραζε, επέλεγε κόμικς και πάνω απ’ όλα, συνέβαλλε καθοριστικά στο στίγμα του περιοδικού με τις πολιτικές του παρεμβάσεις και τα αφιερώματά του σε μεγάλα ζητήματα κοινωνικού ενδιαφέροντος. Τα κείμενά του ήταν πάντα πολυδιάστατα και «εκτός γραμμής», αφορώντας δύσκολα θέματα της εποχής όπως τη χρήση ευφορικών ουσιών, το AIDS κ.ά. Ήταν επίσης ένα από τα βασικότερα στελέχη του ιστορικού «Φεστιβάλ της Βαβέλ» που ξεκίνησε το 1996 και κάθε χρόνο συγκέντρωνε χιλιάδες επισκέπτες και αμέτρητους καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο. Ο Γιώργος στις 23 Ιουλίου έφυγε από κοντά μας στα 71 του χρόνια. Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τα υπέροχα κείμενά του, την ευρυμάθειά του, την αγάπη του για τα κόμικς και φυσικά, το γλυκύτατο χαμόγελο που πρόσφερε πάντα αφειδώς και χωρίς ανταλλάγματα. Και το σχετικό link...
  25. Στο πλαίσιο της συνολικότερης αποτίμησης των πενήντα χρόνων της Μεταπολίτευσης θα πρέπει να ενταχθεί και η διαδρομή της «βαβέλ», του περιοδικού κόμικς (και όχι μόνο, όπως επέμενε στον υπότιτλό του). Είναι κάτι που θα έπρεπε να κάνουμε ούτως ή άλλως, πολύ περισσότερο τώρα, με την προχθεσινή ανακοίνωση της απώλειας του Γιώργου Σιούνα, ενός εκ των ιδρυτικών μελών του περιοδικού. Η «βαβέλ» κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος της τον Φεβρουάριο του 1981, όταν στη χώρα μας, αλλά και σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία, άνοιγε ο δρόμος για κεντροαριστερές κυβερνήσεις (σοσιαλιστικές, όπως ισχυρίζονταν οι ίδιες). Κατά την πολύχρονη πορεία του περιοδικού, που κράτησε μέχρι το 2008, εκδόθηκαν συνολικά 246 τεύχη, τα οποία πλέον θεωρούνται συλλεκτικά. Ίσως δεν αποτελεί σύμπτωση ότι η πορεία της «βαβέλ» ξεκίνησε λίγο πριν η χώρα αλλάξει σελίδα, με τις εκλογές του 1981, και ολοκληρώθηκε το 2008, λίγο πριν η χώρα αλλάξει για ακόμα μία φορά σελίδα, εισερχόμενη σε μια δαιδαλώδη περιπέτεια από την οποία δεν έχει εξέλθει ακόμα, ούτε προβλέπεται να εξέλθει τις επόμενες δεκαετίες. Η απώλεια του Γιώργου Σιούνα επαναφέρει στο προσκήνιο τη «βαβέλ» και τον ιστορικό, καθοριστικό ρόλο που διαδραμάτισε στα καλλιτεχνικά δρώμενα της χώρας. Αυτό γιατί η «βαβέλ» δεν περιορίστηκε στη δημοσίευση εξαιρετικών, πρωτοποριακών και επιδραστικών κόμικς τα οποία συνδύαζαν το υψηλό αισθητικό αποτέλεσμα με τον πρωτοποριακό πειραματισμό, το πολυεπίπεδο περιεχόμενο με την προαγωγή ρηξικέλευθων και καινοτόμων προτάσεων. Δεν είναι μόνο ο έντονος πολιτικός και κοινωνικός προβληματισμός που αναδείκνυαν τα δημοσιεύματα του περιοδικού, είναι και ο ευρύς χώρος που παραχωρούσε σε θέματα φεμινισμού, διαφορετικότητας και συμπεριληπτικότητας, προβάλλοντας προδρομικά τους προβληματισμούς των αντίστοιχων κινημάτων που κυριαρχούσαν ή ξεκινούσαν εκείνη την εποχή στο κοινωνικό πεδίο· κινήματα όλα αυτά που εν πολλοίς η δική τους εξέλιξη διαμόρφωσε το σημερινό πεδίο. Το πρώτο τεύχος του περιοδικού ΒΑΒΕΛ Η «βαβέλ» μαζί με άλλα περιοδικά της ίδιας περιόδου, όπως «ο πολίτης» και το «αντί» (άραγε, αποτελεί σύμπτωση ότι κανένα από αυτά τα τρία δεν είχε κεφαλαίους χαρακτήρες στον τίτλο του ή ότι και τα τρία κυκλοφόρησαν το τελευταίο τους τεύχος το 2008;), σηματοδότησαν μια ολόκληρη εποχή, αλλά και το τέλος της. Στα χρόνια που ακολούθησαν η έλλειψη περιοδικών του δικούς τους επιπέδου είναι εμφανής και αποτελεί σημείο των καιρών. Η έλλειψη αυτή καθίσταται εντονότερη αν αναλογιστούμε ότι η πλειονότητα των κειμένων που δημοσιεύονται πλέον στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο διακρίνονται από ρηχότητα, είναι υπερφίαλα και εξόφθαλμα στρατευμένα υπέρ της εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν απηχούν ούτε προάγουν τις ανάγκες του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. * (Ph.D)2, καθηγητής Ιατρικής Φυσικής – Υπολογιστικής Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.