Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'ψηφιδωτό'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 2 results

  1. Πηγή Πώς μπορείς να μιλήσεις για την υπερχιλιετή ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέσα από λίγες πολύχρωμες ψηφίδες ενός παλαιού επιτοίχιου; Η απάντηση βρίσκεται στο «Ψηφιδωτό», ένα κόμικς που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες από την πάντα δραστήρια Jemma Press. Το υπογράφουν δύο φίλοι και συνεργάτες από παλαιά: ο σεναριογράφος Τάσος Ζαφειριάδης (γνωστός και από τις δημοσιεύσεις του στον «Χάρτη») και ο σχεδιαστής Πέτρος Χριστούλιας. Το αποτέλεσμα είναι μια ενδιαφέρουσα συνάρθρωση αφήγησης και εικόνων που συνθέτει, κομματάκι-κομματάκι, το «Ψηφιδωτό». Ένα κόμικς που πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο ιστολόγιο socomic.gr, αποκαλύπτοντας τώρα, στην έντυπη εκδοχή του, τον ιδιαίτερο τρόπο ανάγνωσης που προβλέπει η κατασκευή του. Πρωτότυπο στη σύλληψη και καινοτόμο στον τρόπο που ζητά από τους αναγνώστες να διαβάσουν την ιστορία, το κόμικς δεν ακολουθεί την… πεπατημένη, από την πρώτη προς την τελευταία σελίδα. Ζητά, αντίθετα, να αναδιατάξουν τις 14 ψηφίδες-κεφάλαια του βιβλίου, βάζοντάς τα στη σωστή σειρά, ώστε να έχουν την γραμμική εξέλιξη της ιστορίας. Οδηγός και βοηθός σε αυτή την ιδιαίτερη διαδικασία ανάγνωσης (που θυμίζει ανασύσταση διαλυμένου ψηφιδωτού) είναι η χρωματική ταυτότητα κάθε μιας από τις 14 ψηφίδες που παρατίθενται στην αρχή του βιβλίου. Με οδηγό το χρώμα, αλλά και τη σειρά με την οποία είναι βαλμένα τα πετραδάκια, ο «επίμονος» (σύμφωνα με τον ορισμό των δύο δημιουργών) αναγνώστης μπορεί να διαβάσει, κινούμενος μπρος-πίσω στις σελίδες, τα αντίστοιχα κεφάλαια που ξεκλειδώνουν το νόημα της ιστορίας. Στις 96 σελίδες αυτής της καλαίσθητης έκδοσης, εικονογραφημένες με μαεστρία από τον Πέτρο Χριστούλια, ο έτερος των συμβαλλομένων, Τάσος Ζαφειριάδης, μπόλιασε την ιστορία του με ενδιαφέροντα ιστορικά, λαογραφικά, αλλά και φαντασιακά στοιχεία: Η μοιραία Δ΄ Σταυροφορία του 1201-1204, ο Μαύρος Θάνατος του 14ου αιώνα, τα έθιμα ταφής, τα μυθικά τζιν και τα ιφρίτ των Αράβων, η Πλατυτέρα, η ρωμαϊκή γέφυρα του Σεπτιμίου Σεβήρου στον Ευφράτη, όπου έχτισε τον τάφο του ο Διγενής Ακρίτας σύμφωνα με το ομώνυμο έπος, ο όσιος Σισώης που σε μεταβυζαντινές απεικονίσεις θρηνεί μπροστά στο λείψανο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μέχρι μια βυζαντινή εκδοχή κρεμμυδόσουπας με ψωμί… Η πληθώρα των στοιχείων που εμπλουτίζουν με την παρουσία τους τις λέξεις και τις εικόνες του κόμικς, αποτελούν μία επιπλέον πρόκληση για τους «επίμονους» που θα εντρυφήσουν στις σελίδες του. Αρκεί να έχουν κατά νου ότι δεν πρόκειται για ιστορικό αφήγημα, αλλά για μια παιγνιώδη ιστορία του φανταστικού. Πώς προέκυψε το «Ψηφιδωτό»; Τάσος Ζαφειριάδης: Οι προπαππούδες μου όταν πέρασαν με την ανταλλαγή πληθυσμών από την Μεσσήνη Ανατολικής Θράκης στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκαν στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης, ανάμεσα στα λιγοστά πράγματα που έφεραν μαζί τους ήταν και εννιά ψηφίδες από ένα παλιό ψηφιδωτό. Αυτά τα γυαλιστερά πετραδάκια τα κατέβαζε η βροχή από τα ερείπια ενός βυζαντινού φρουρίου στο χωριό (σήμερα ονομάζεται Μισινλί). Στα μάτια μου είχε μια μαγική ιδιότητα εκείνο το οικογενειακό κειμήλιο και η μυστηριώδης του προέλευση δυνάμωνε αυτήν την εντύπωση ακόμη περισσότερο. Αργότερα έμαθα ότι στο ίδιο μέρος βρισκόταν η ρωμαϊκή πόλη Δρουσιπάρα, με τη Βασιλική του μάρτυρα Αγίου Αλέξανδρου του Ρωμαίου, η οποία κάηκε ολοσχερώς από τους Αβάρους τον 6ο αιώνα. Οι ψηφίδες προέρχονταν άραγε από αυτή την εκκλησία ή κάποια μεταγενέστερη; Τι εικόνα σχημάτιζαν αυτές οι ψηφίδες; Η ιστορία του “Ψηφιδωτού” άρχισε να παίρνει σχήμα καθώς παρατηρούσα σε παλιές εκκλησίες τα βγαλμένα μάτια στα πρόσωπα των αγίων, τα βανδαλισμένα από πιστούς ή απίστους, που έδιναν μια πιθανή απάντηση. Μεγάλη επιρροή στο ύφος ήταν τα γραπτά του Σέρβου Μίλοραντ Πάβιτς. Το αγαπημένο μου Λεξικό των Χαζάρων, αλλά και άλλα έργα του, διακρίνονται από αυτό το –βαλκανικό και βυζαντινό– μείγμα μυθοπλασίας και ιστορίας, του οποίου η εγγύτητα στην ελληνική πραγματικότητα το έκαναν να μου φαίνεται πιο ανοίκειο και συναρπαστικό. Άλλο στοιχείο του έργου του είναι η μη γραμμική σειρά ανάγνωσης. Σύντομα αποφάσισα ότι κάθε κεφάλαιο θα ήταν μια ψηφίδα με διαφορετική απόχρωση. Όλες μαζί θα σχημάτιζαν μια ιστορία-ψηφιδωτό, προτρέποντας τον αναγνώστη να βάλει μια τάξη στη διαλυμένη πλοκή. Άρα θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς ένα κόμικς περιπλάνησης και φανταστικού με ύφος «βυζαντινό». Εννέα ψηφίδες με διαφορετική απόχρωση… Πότε και με ποιο τρόπο ενώθηκαν σε αυτή την σκόπιμα μπλεγμένη πλοκή; Τ.Ζ.: Η πρώτη εκδοχή του σεναρίου γράφτηκε το 2009. Δύο σχεδιαστές επρόκειτο να το σχεδιάσουν σε διαφορετικές φάσεις, αλλά ο χρόνος τελικά δεν τους το επέτρεψε. Η καθυστέρηση στον σχεδιασμό επέβαλλε κάθε τόσο προσθήκες και αλλαγές, με την τελική εκδοχή να είναι η πέμπτη ή έκτη, καθώς όσο περνάει ο καιρός, αλλάζει κανείς οπτική ή άποψη για το έργο του και θέλει να το βελτιώσει. Το έργο ανέλαβε τελικά τον ένατο χρόνο ο Πέτρος Χριστούλιας, ο οποίος και το ολοκλήρωσε, με τη πολύτιμη οικονομική συμβολή του socomic.gr, όπου και πρωτοδημοσιεύτηκε. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2019, άρα συνολικά πήρε δέκα χρόνια! Με ποιο τρόπο συνεργαστήκατε; Ποιοι ήταν οι τρόποι παρέμβασης, αλληλεπίδρασης και τελικής διαμόρφωσης της ιστορίας και της εικονογράφησης; Πέτρος Χριστούλιας: Το ότι η ιστορία ήταν ένα ψηφιδωτό βοήθησε και στο κομμάτι της οργάνωσης της παραγωγής. Ο Τάσος είχε ήδη το σενάριο σε μικρές ενότητες κεφάλαια και παρότι ο τελικός σκοπός ήταν να μπουν ανακατεμένα, τα ξεκινήσαμε ένα-ένα κατά κανόνα γραμμικά. Όπως δηλαδή δημοσιεύθηκε και στο socomic.gr αφού από ένα σημείο και μετά η εβδομαδιαία δημοσίευση μάς πρόλαβε. Σκηνή-σκηνή λοιπόν έστηνα τις σελίδες σε προσχέδια και τα έστελνα στον Τάσο. Εκτός μερικών εξαιρέσεων δε χρειάστηκε ιδιαίτερη συζήτηση πριν ξεκινήσω τα τελικά μολύβια, το μελάνωμα και το χρώμα. Αυτά είναι τα καλά της μακρόχρονης συνεργασίας. Ξέρει τι περιμένει ο ένας από τον άλλο και αφήνει χώρο. Τ.Ζ.: Ο Πέτρος ανέλαβε να δώσει στο κόμικς την τελική μορφή του, συμπληρώνοντας με μικρές πινελιές το κείμενο και τη δράση, όπου αυτός έκρινε απαραίτητο κατά το στήσιμο των σελίδων. Προχώρησε δηλαδή σε –τρόπον τινά– αποκατάσταση αρχαιοτήτων, σε μία περίοδο που εγώ ολοκλήρωνα το διδακτορικό μου και δεν είχα πολύ χρόνο να «επιβλέπω». Είχα ήδη αρκετό φωτογραφικό υλικό για αναφορά από βιβλία ή το διαδίκτυο, οπότε έδινα κάποιες σχετικές οδηγίες ανά κεφάλαιο που δουλευόταν, ώστε να ελαχιστοποιείται ο όγκος της δουλειάς που έπρεπε να γίνει άμεσα. Έγιναν πολλές αλλαγές στον διάλογο, αλλά ακόμα και στο σχέδιο, ακόμα και προσθήκες τελευταίας στιγμής, όπως π.χ. η αναφορά στον Όσιο Σισώη που θρηνεί μπροστά στο λείψανο του Μεγαλέξανδρου – έμπνευση κυριολεκτικά στο παρά πέντε πριν τη δημοσίευση. Πόση ιστορική αλήθεια και πόση φαντασία υπάρχουν στη σύνθεση του σεναρίου; Τ.Ζ.: Ο κεντρικός μύθος, η βασική πλοκή, παραμένει μία ιστορία φαντασίας. Αφότου υπήρχε αυτή έγινε έρευνα και δανείστηκα πολλά στοιχεία από σύγχρονες έρευνες, αλλά και κείμενα της περιόδου (έθιμα, θρύλοι, στολές, αρχιτεκτονική κ.ά.), ώστε να αποδίδεται όσο το δυνατόν γίνεται ένα βυζαντινό «άρωμα», χωρίς να χρησιμοποιείται το κατεξοχήν βυζαντινό εικονογραφικό ύφος της αγιογραφίας. Τα δάνεια επεκτάθηκαν και σε άλλες περιοχές, όπως π.χ. η Βενετία, ή κι εποχές, όπως τα μεταβυζαντινά μαρμαρένια αλώνια όπου μάχεται ο Διγενής Ακρίτας τον Θάνατο. Ελπίζω να πετύχαμε αυτήν την αίσθηση. Αγαπημένη μου λεπτομέρεια, η οποία μάλλον δεν είναι εμφανής με την πρώτη ανάγνωση, τα πουλιά των δημοτικών τραγουδιών πανταχού παρόντα ως θεατές της δράσης (πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε). Σε κάθε ψηφίδα εμφανίζεται και άλλο πουλί, ενώ στο κεφάλαιο που εμφανίζεται ο ξένος έχουμε μια νυχτερίδα! Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίσατε και τι προβλήματα χρειάστηκε να επιλύσετε; Π.Χ.: Αρχικά έπρεπε να πάρουμε κάποιες αποφάσεις όσον αφορά στο ντιζάιν. Το καθαρό καρτουνίστικο σχέδιο που γενικά προτιμώ, φάνηκε να μας εξυπηρετεί μια χαρά, παρά το δραματικό ύφος της ιστορίας, ενώ το χρώμα του κάθε κεφαλαίου ήταν σημαντικό στοιχείο της αφήγησης, οπότε η παλέτα έπρεπε να είναι αποφασισμένη και καθαρή. Αυτοί οι αυτοπεριορισμοί όμως προσωπικά μόνο με βοηθούν και πιστεύω ότι περισσότερο δίνουν στη δουλειά παρά της στερούν ο,τιδήποτε. Τ.Ζ.: Το Βυζάντιο είναι μία χιλιόχρονη περίοδος για την οποία από τη μια έχουμε αποσπασματικές ή ελλιπείς πληροφορίες, από την άλλη όμως ο όγκος των πληροφοριών που έχουμε (αρχαιολογικά, ιστορικά, κ.λπ.) είναι ήδη τεράστιος για μη ειδικούς σαν κι εμάς. Αυτό σημαίνει πως ό,τι και να επιχειρήσει κανείς πραγματολογικά θα είναι λάθος, οπότε έπρεπε να συμφιλιωθούμε προκαταβολικά με αυτήν την αποτυχία. Η επιλογή της σειράς των κεφαλαίων ήταν ένα άλλο πρόβλημα προς επίλυση. Έπρεπε να βρούμε μία ισορροπία μεταξύ του τυχαίου και του πλήρως γραμμικού, ώστε να μην είναι ο αναγνώστης τελείως ξεκρέμαστος. Κάναμε τρεις εκδοχές και τις δοκιμάσαμε στέλνοντάς τις σε φίλους να μας πουν τι καταλαβαίνουν. Κάποια άλλα στοιχεία «βοηθούν» λίγο την ανάγνωση, είτε στο κείμενο είτε οπτικά, π.χ. η γενειάδα του πρωταγωνιστή. Υπάρχει φυσικά και ένα χρωματικό «λυσάρι» στο βιβλίο, ενώ στο socomic.gr η ιστορία ανέβηκε γραμμικά, γιατί ως webcomic θα ήταν μάλλον υπερβολικά πολύπλοκο αυτό το μπρος-πίσω. Πείτε μας λίγα λόγια για το στιλ με το οποίο αποδόθηκαν οι χαρακτήρες. Π.Χ.: Όσον αφορά στο στιλ του σχεδίου, πάντα με γοήτευαν οι σχεδιαστές που κρατούν μια ισορροπία μεταξύ της απλότητας και της ελευθερίας που τους προσφέρει το καρτουνίστικο στιλιζάρισμα και του απαραίτητου νατουραλισμού ώστε η εικόνα που περιγράφεται να έχει την υφή που χρειάζεται για να υπηρετήσει την ιστορία. Προσπάθησα να βρω αυτήν την ισορροπία για την συγκεκριμένη ιστορία του Τάσου. Ξέρω όμως ότι αυτή η προσέγγιση έχει και έναν υποκειμενισμό και κάποιος άλλος μπορεί να την σχεδίαζε πολύ διαφορετικά. Ελπίζω η προσωπική μου επιλογή να βρει ένα κοινό που θα το ικανοποιήσει. Τι βοηθήματα είχατε για τον σχεδιασμό των ρούχων, των όπλων, της αρχιτεκτονικής και του διακόσμου; Π.Χ.: Από τη στιγμή που σχεδιάζεις μια ιστορία που αναφέρεται σε συγκεκριμένη εποχή ακόμα και αν έχεις την δικαιολογία ότι πρόκειται για ιστορία με φανταστικά στοιχεία, πρέπει να ανατρέξεις σε πηγές. Φυσικά το καρτουνίστικο στιλ επιτρέπει λίγη γενικολογία αλλά πρέπει να δημιουργήσεις στον αναγνώστη μια υφή και μια γεύση της εποχής που αναφέρεσαι. Ο Τάσος όπως συνήθως συνόδευε το σενάριο με πλούσιες αναφορές εικόνας όπου χρειαζόταν αλλά χρειάστηκε και εγώ να κάνω πάντα την προσωπική μου έρευνα. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της εικονογράφησης της Κωνσταντινούπολης λίγο πριν την άλωση, που χρειάστηκε να κατεβάσω από την βιβλιοθήκη μου τον σκονισμένο Β΄ τόμο της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Χαράλαμπου Μπούρα, που είχα να τον ανοίξω από τα χρόνια της Σχολής Καλών Τεχνών. Τελικά, πόσο δύσκολη ήταν η μεταφορά αυτής της «θρυμματισμένης» ιστορίας σε κόμικς; Τ.Ζ.: Η επιλογή της μη γραμμικής αφήγησης ήταν μέρος της αρχικής έμπνευσης, γράφτηκε έτσι, άρα αυτή η δυσκολία ήταν εξαρχής στο παιχνίδι. Σίγουρα δεν είναι επιλογή φιλική προς όλους τους αναγνώστες. Αυτό που με δυσκόλεψε κυρίως όμως είναι ότι πήρε καιρό να υλοποιηθεί το κόμικς και όλες αυτές οι καθυστερήσεις επιβάλανε συνεχείς αλλαγές στο σενάριο. Όταν δουλεύεις κάτι τόσον καιρό, θέλει υπομονή, σε κυριεύουν οι αμφιβολίες για το αν βγάζει νόημα, αν είναι αποτελεσματικό κ.λπ. Σε αυτό εμπιστεύτηκα την κρίση του Πέτρου».
  2. Μύθοι, θρύλοι και αλήθειες γύρω από το Βυζάντιο μπλέκονται σε μια εξαιρετική ιστορία των Τάσου Ζαφειριάδη και Πέτρου Χριστούλια. Μια ιστορία που μπορεί να διαβαστεί είτε γραμμικά είτε όπως προτείνουν οι δημιουργοί της. Είτε, κι αυτό είναι ίσως ακόμα πιο ενδιαφέρον, όπως επιθυμεί ο αναγνώστης. «Το 1923 οι προπαππούδες μου πέρασαν με την ανταλλαγή πληθυσμών από τη Μεσσήνη (ή Μεσινή) Ανατολικής Θράκης στη νέα τους πατρίδα, την Ελλάδα, κι εγκαταστάθηκαν στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης. Ανάμεσα στα λιγοστά πράγματα που έφεραν μαζί τους ήταν και εννιά ψηφίδες από ένα παλιό ψηφιδωτό. Οι επόμενες γενιές θυμούνται τις παλαιότερες να λένε πως αυτά τα γυαλιστερά πετραδάκια τα κατέβαζε η βροχή από τα ερείπια ενός βυζαντινού φρουρίου σε ένα ύψωμα της περιοχής. Μήπως υπήρχε εκεί κάποια παλιά εκκλησία; Τι εικόνα σχημάτιζαν αυτές οι ψηφίδες; Στα μάτια μου είχε μια μαγική ιδιότητα εκείνο το οικογενειακό κειμήλιο που δυνάμωνε ακόμη περισσότερο χάρη στη μυστηριώδη του προέλευση». Με αυτά τα λόγια ξεκινά ο Τάσος Ζαφειριάδης («Το Σκορποχώρι», «Οι Απίθανες Περιπέτειες του Σπιφ και του Σπαφ», «Ο Κυρ Κονγκ και Άλλες Ιστορίες» κ.ά.) το επιλογικό του σημείωμα στο «Ψηφιδωτό» (εκδόσεις Jemma Press) δίνοντας τις απαντήσεις στον αναγνώστη που έχει μόλις ολοκληρώσει το βιβλίο απολαμβάνοντάς το και ταυτόχρονα συλλέγοντας απορίες. Κι αυτό γιατί οι εννιά ιστορίες που ως ψηφίδες συνθέτουν το «Ψηφιδωτό» τοποθετούνται χωρίς τη χρονολογική σειρά με την οποία έλαβαν χώρα. Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός και τα θραύσματα της αφήγησης δίνονται με μια φαινομενικά αυθαίρετη σειρά. Οι δημιουργοί του βιβλίου προτείνουν με την ολοκλήρωσή του μια νέα ανάγνωση που ακολουθεί τον πραγματικό χρόνο, έτσι όπως είχε παρουσιαστεί στην πρώτη του ηλεκτρονική δημοσίευση στην πλατφόρμα socomic.gr. Κάτι τέτοιο είναι συναρπαστικό σε δεύτερο χρόνο αν και όχι απαραίτητο καθώς η χιλιόχρονη βυζαντινή αυτοκρατορία καλύπτεται από ένα τόσο παχύ πέπλο μυστηρίου και είναι τόσα αυτά που δεν γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να καταλάβουμε γι’ αυτήν που οι έννοιες του γεγονότος, του πραγματικού, του μυθικού, του φανταστικού, του επινοημένου κ.ά. είναι τόσο συγκεχυμένες. Σε μια τέτοια ιστορία, η αφήγηση δύσκολα μπορεί να είναι γραμμική. Μπορεί, μάλιστα, να ξεκινά από την τελευταία πράξη. Και να ξετυλίγεται προς τα πίσω ακολουθώντας τεθλασμένες διαδρομές και κάνοντας χρονικά άλματα στο πριν και στο μετά. Ο Σέργιος, πρωταγωνιστής της ιστορίας και προσωποποίηση της μοναξιάς και της στερημένης ελπίδας μετά την καταστροφή, ταξιδεύει στα πέρατα της αυτοκρατορίας όταν αυτή καταρρέει κουβαλώντας τις ψηφίδες απ’ τον Παντοκράτορα της κατεστραμμένης εκκλησίας του λεηλατημένου από τους Σταυροφόρους χωριού του. Εκτός από τις χρωματιστές πετρούλες, όμως, κουβαλά και την ενοχή για τον θάνατο της γυναίκας του και του μικρού παιδιού του. Όταν οι Σταυροφόροι έσπερναν τον τρόμο, αυτός κρύφτηκε στην κουφάλα ενός γέρικου πλάτανου. Και σώθηκε. Αναγκασμένος να ζει για πάντα στην κόλαση των αιώνιων ενοχών, να βλέπει αυτά που δεν βλέπουν οι άλλοι, να αντικρίζει τα αβάπτιστα παιδιά ως μαυρόφτερα πλάσματα και να σέρνει μαζί του τα σκαφτικά του εργαλεία ως όπλα που σκορπίζουν τον θάνατο μέχρι να επιστρέψει στον γνώριμο πλάτανο όχι πια για να κρυφτεί. Τη σαγηνευτική αφήγηση, εκτός από το πανέξυπνο σενάριο του Ζαφειριάδη, συνθέτουν και τα υπέροχα σχέδια του Χριστούλια («Χαρακώματα» και «Intra Muros» με τον Τάσο Ζαφειριάδη, η τριλογία του «Νυχτερίδα» κ.ά.) που με τα διαφορετικά του χρώματα (καθένα αντιστοιχεί σε καθεμιά από τις εννιά ψηφίδες) και την ικανότητά του να ελίσσεται ιδανικά μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, δημιουργεί πολύ δυνατές, ορισμένες σπαρακτικές, εικόνες. Ο ίδιος συμπληρώνει στον επίλογο του βιβλίου: «Όταν σχεδίαζα τον Σέργιο να περιπλανιέται μέσα στον χρόνο, δεν μπορούσα παρά να σκέφτομαι το θέμα της ανθρώπινης ζωής που απλώνεται στην Ιστορία: πέρα από υλικό παραδοσιακού παραμυθιού, δημοτικού τραγουδιού ή απόκρυφου κειμένου, θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως προσωποποίηση της παρακμής του αρχαίου κόσμου, από την απαρχή μέχρι το αναπόφευκτο τέλος του και την αντικατάστασή του από κάτι καινούργιο». Αυτό είναι εντέλει και το θέμα του «Ψηφιδωτού»: το αναπάντητο ερώτημα του πώς μπορεί να αφηγηθεί κάποιος την περιπέτεια της ανθρώπινης ζωής μέσα στον χρόνο όταν αυτή είναι αναπόφευκτα φιλτραρισμένη από μύθους, δοξασίες, πίκρες, απογοητεύσεις, μεταγενέστερες ερμηνείες και απανωτές επανεγγραφές της Ιστορίας από την πλευρά των εκάστοτε νικητών και της ηγεμονεύουσας κατά περιόδους άποψης. Κάποιες πιθανώς αδόκιμες επιλογές λέξεων, όπως οι «πιστοί» και «άπιστοι» από τον Ζαφειριάδη ή οι «βαρβαρικοί λαοί» από τον Χριστούλια στον επίλογο του βιβλίου δεν είναι ικανές να μειώσουν τη μεγάλη του αφηγηματική και σχεδιαστική αξία και την τοποθέτησή του στα σπάνια και διαφορετικά βιβλία της σύγχρονης ελληνικής παραγωγής. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.