Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'ποιος σκότωσε τον λούκυ λουκ'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 2 results

  1. Ο Λούκυ Λουκ, ένας από τους δημοφιλέστερους ήρωες των ευρωπαϊκών κόμικς, κράτησε σταθερά τα βασικά στοιχεία του χαρακτήρα του επί σχεδόν εβδομήντα χρόνια. Ο Gillaume Bouzard με μια νέα περιπέτεια αποδομεί τα κλισέ και τις συμβάσεις και συστήνει έναν διαφορετικό Λούκυ Λουκ. Ίσως λιγότερο έξυπνο, αλλά σίγουρα περισσότερο αστείο. Στην πραγματική ζωή «τα ράσα δεν κάνουν τον παπά» και η παροιμία αυτή έχει νόημα και κρύβει δίδαγμα. Στα κόμικς, όμως, μπορεί και να τον κάνουν. Σίγουρα, τα ρούχα έκαναν τον Λούκυ Λουκ. Ο πασίγνωστος καουμπόι φορούσε την ίδια κι απαράλλαχτη στολή από το 1946 που τον πρωτοσχεδίασε ο Βέλγος Morris (1923 – 2001) και δεν πρέπει καν να την έβγαλε από πάνω του επί επτά ολόκληρες δεκαετίες. Μέχρι που το 2016 τον ανέλαβε ο Gillaume Bouzard για μία και μοναδική ιστορία που λειτουργεί ως φόρος τιμής στον θρυλικό διώκτη των παρανόμων της Άγριας Δύσης μέσω της παρωδίας και της αναθεώρησης όλων των κλισέ και των συμβάσεων. Είχε προηγηθεί το εσκεμμένα παραπλανητικό «Ποιος σκότωσε τον Λούκυ Λουκ» του Matthieu Bonhomme (εκδόσεις Γράμματα), σε πιο σκοτεινό, ενήλικο και ρεαλιστικό ύφος, με τον Λούκυ Λουκ, φυσικά, να παραμένει ζωντανός. Ο Bouzard στο «Ο Ντόλης δεν απαντάει πια» (εκδόσεις Μαμούθ Κόμιξ, μετάφραση: Άγγελος Φιλιππάτος) επιλέγει να παρουσιάσει μια άλλη διάσταση της ζωής και της προσωπικότητας του Λούκυ Λουκ: πιο κωμική και λιγότερο «ηρωική». Η ιστορία ξεκινά με κάποιον ημίγυμνο άντρα, με πλούσια γενειάδα και μακριά μαλλιά να ιππεύει το άλογό του με κατεύθυνση, μέσα από ερήμους και αφιλόξενα βραχώδη τοπία, μια μικρή πόλη της Άγριας Δύσης. Προορισμός του ο κουρέας. Από εκεί θα βγει ο γνωστός Λούκυ Λουκ! Προβληματισμένος έντονα γιατί ο Ντόλης (που επιτέλους έγινε αρσενικό άλογο και στα ελληνικά, όπως ήταν ανέκαθεν στα γαλλικά και σε κάθε άλλη γλώσσα) είναι μουτρωμένος και δεν του μιλά πια. Αφού αναλύσουν με τον εισαγγελέα της πόλης το πρόβλημα με τον εθισμό στο σανό (υπαινικτική καταγγελία της υπερβάλλουσας πολιτικής ορθότητας που επέβαλε την απόσυρση του τσιγάρου από τα χείλη του Λούκυ Λουκ και την αντικατάστασή του από ένα άχυρο), ο Λούκυ θα αναλάβει ακόμη μια υπόθεση με τους αδελφούς Ντάλτον στο επίκεντρο. Αυτή τη φορά, όμως, οι φυλακισμένοι γραφικοί κακοποιοί είναι τα θύματα και όχι οι θύτες. Η μαμά Ντάλτον έχει πέσει θύμα απαγωγής και ο Λούκυ Λουκ πρέπει να τους βοηθήσει να την ελευθερώσουν. Τέσσερις διαφορετικοί Ντάλτον, με εξέχουσα φυσιογνωμία τον Άβερελ που, αντί για ψηλός, είναι ένας υπέρβαρος και παχύσαρκος αγαθός γίγαντας που παρακαλά τον γιατρό να του τοποθετήσει γαστρικό δακτύλιο, συμμαχούν με τον αιώνιο εχθρό τους και ξεκινούν το ταξίδι προς τη μαμά τους. Ο Τζόε, όπως πάντα, δηλώνει καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού το μίσος του προς τον Λούκυ Λουκ αλλά η αδυναμία του να τον εξοντώσει, όντας υπό καθεστώς επιτήρησης, τον ωθεί σε όλο και πιο ξεκαρδιστικές απειλές: «Θα τον σκοτώσω», «Θα του κάνω τα μούτρα κρέας», «Θα του σπάσω τον σβέρκο», «Θα του κόψω τα πόδια», «Θα ξυριστώ στο κρεβάτι του», «Θα του πλέξω μάλλινο πουλόβερ», «Θα τον κολλήσω γρίπη» κ.ά.). Οι αναφορές και οι παραπομπές σε πολλές γνωστές περιπέτειες του παρελθόντος είναι συνεχείς και γίνονται ένα πρωτότυπο «κυνήγι του θησαυρού» που προκαλεί τον αναγνώστη να κατεβάσει από τα ράφια του τους παλαιούς τόμους του «Λούκυ Λουκ» για να βρει τους παραλληλισμούς. Μέχρι που εμφανίζονται ακόμη περισσότεροι παλαιοί γνώριμοι που έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με τον Λούκυ Λουκ και η ιστορία απογειώνεται με ένα απρόσμενο και αναπάντεχο φινάλε. Πιο απολαυστική σκηνή σ’ αυτή την ευφυέστατη εκδοχή της μυθολογίας του Λούκυ Λουκ είναι η στιγμή που ο άφοβος καουμπόι («ο άνθρωπος που είχε τη φαεινή ιδέα να πυροβολήσει τον ίσκιο του», όπως μας πληροφορεί σαρκαστικά το οπισθόφυλλο, και όχι «ο άνθρωπος που πυροβολεί πιο γρήγορα κι από τον ίσκιο του», όπως ξέραμε μέχρι σήμερα) μετά από παροτρύνσεις πείθεται ότι για να αναθερμάνει τη σχέση του με τον Ντόλη πρέπει να προχωρήσει σε ριζικές αλλαγές στην εμφάνισή του. Έτσι, αποφασίζει να αλλάξει ρούχα. Και η ριζοσπαστική τομή στην οποία προβαίνει είναι να φορέσει κόκκινο πουκάμισο και κίτρινο φουλάρι αντί για τα καθιερωμένα κίτρινο πουκάμισο και κόκκινο φουλάρι. Και, ω του θαύματος, κανείς δεν τον αναγνωρίζει. Οι μεν Ντάλτον γιατί πάσχουν από Δαλτωνισμό (!), οι δε υπόλοιποι γιατί θεωρούν αδιανόητο να άλλαξε ρούχα ο ίδιος κι απαράλλαχτος επί επτά δεκαετίες καουμπόι. Με τέτοια τεχνάσματα και τέτοιες ιδέες αλλά πάντα με σεβασμό στον Morris και στον δημοφιλή χαρακτήρα του, ο Gillaume Bouzard προσφέρει μια ολόφρεσκη και πρωτότυπη παρωδιακού τύπου «διασκευή» που αναθερμαίνει το ενδιαφέρον του κοινού και κρατά ζωντανό τον μύθο του Λούκυ Λουκ. Κι όσο κι αν στενοχωρεί κάποιους η μεταμοντέρνου τύπου αυτή «βλασφημία» απέναντι σ’ ένα ιερό τέρας των κόμικς, είναι ο μόνος τρόπος ώστε αυτό να διατηρηθεί στην επικαιρότητα και να αποφευχθεί η σταδιακή παρακμή του και το πέρασμά του στη λήθη. Και το σχετικό link...
  2. Μα σκοτώνονται οι θρύλοι; Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Ο Λούκυ Λουκ έκλεισε πέρυσι τα εβδομήντα του χρόνια. Με αναδρομικές εκθέσεις, ειδικές εκδόσεις, εκδηλώσεις, ομιλίες κ.ά. ο μοναχικός καουμπόι τιμήθηκε όπως του αρμόζει. Ενας νέος δημιουργός, όμως, επέλεξε να γιορτάσει φιλοτεχνώντας μια ολόκληρη ιστορία. Για τον «θάνατο» του Λούκυ Λουκ. Μα είναι ποτέ δυνατόν ένας ήρωας του διαμετρήματος του Λούκυ Λουκ, ένα brand name που συμπλήρωσε τα εβδομήντα χρόνια ύπαρξης, ένας χαρακτήρας–χρυσωρυχείο, που κάθε νέα του περιπέτεια αποτελεί είδηση για τα κόμικς, να πεθαίνει; Και ποιος μπορεί να είναι ο τολμηρός και βέβηλος δολοφόνος του; Η πρώτη σελίδα του έργου του Matthieu Bonhomme φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με ένα ανεπανάληπτο «συμβάν». Το «Ποιος σκότωσε τον Λούκυ Λουκ» του Matthieu Bonhomme, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γράμματα (μτφρ. Πέννυ Μηλιώνη), με τον προκλητικό τίτλο του «τρομοκρατεί» τους φίλους του θρυλικού καουμπόι. Και τους ανακοινώνει από την πρώτη κιόλας σελίδα ένα θλιβερό «γεγονός». Η ιστορία που ακολουθεί, ωστόσο, βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Γιατί τα φαινόμενα συχνά απατούν. Και αυτό το ξέρουν καλά όλοι όσοι διαβάζουν γουέστερν και ειδικότερα όσοι διαβάζουν «Λούκυ Λουκ». Αυτός, όμως, ο τόμος δεν είναι σαν τους προηγούμενους. Καταρχάς είναι φιλοτεχνημένος από έναν δημιουργό που καταπιάνεται πρώτη φορά με τον μοναχικό τυχοδιώκτη που πυροβολεί γρηγορότερα κι απ’ τη σκιά του. Και το κάνει ως φόρο τιμής στον αγαπημένο παιδικό του ήρωα εξ αφορμής ακριβώς των εβδομήντα ετών από την πρώτη του παρουσία στον έντυπο κόσμο. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε με την άδεια του εκδοτικού οίκου Dargaud που έχει τα δικαιώματα για τον «Λούκυ Λουκ» και κινείται σε αρκετά διαφορετικό ύφος από το σύνηθες χιουμοριστικό. Ο Bonhomme δημιουργεί μια σκοτεινή και υγρή ατμόσφαιρα και τοποθετεί την περιπέτεια στη Froggy Town, μια μικρή πόλη της Αγριας Δύσης. Η άφιξη του Λούκυ Λουκ, ενός ζωντανού θρύλου για τους κατοίκους της πόλης, θα γίνει η αιτία για να ξετυλιχτεί το μυστήριο πίσω από την κλοπή μιας άμαξας που μετέφερε χρυσό. Ο «φτωχός και μόνος καουμπόι» θα είναι ο καταλύτης. Φυσικά δεν απουσιάζουν όλα εκείνα τα αφηγηματικά και σχεδιαστικά στοιχεία που επινόησε ο εμπνευστής του Λούκυ Λουκ, Morris (1923 – 2001) και εφάρμοσε πιστά επί σειρά δεκαετιών, είτε μόνος του είτε σε συνεργασία με τον εμβληματικό Rene Goscinny και άλλους σεναριογράφους. Τα ίδια στοιχεία (ο χαρακτήρας του λιγόλογου καουμπόι, η τρυφερή σχέση με τον Ντόλι -το αρσενικό και όχι θηλυκό άλογο όπως λανθασμένα πιστεύεται από πολλούς-, οι μάχες στα σαλούν, οι κλασικοί επιτήδειοι χαρτοπαίκτες κ.λπ.) αξιοποιήθηκαν και από τους διαδόχους του κατά τα τελευταία χρόνια, άλλοτε με μεγάλη επιτυχία και άλλοτε με λιγότερη. Ο Bonhomme, ωστόσο («Ο Λούκυ Λουκ είναι για μένα κάτι παραπάνω από εκπληκτικός ήρωας των κόμικς και τέκνο ενός ιδιοφυούς δημιουργού. Υπήρξε ο κολλητός των παιδικών μου χρόνων κι έγινε ο σύντροφος όλης μου της ζωής. Η δημιουργία αυτού του άλμπουμ ήταν για μένα καθαρή ευτυχία»), καταθέτει τη δική του σφραγίδα, καθώς τα λεπτομερή σχέδιά του, οι πολλές νυχτερινές σκηνές, τα κοντινά πλάνα και η αίσθηση της αγωνίας που αριστοτεχνικά καλλιεργεί συνθέτουν με πληρότητα το σκηνικό ενός παλιού καλού γουέστερν. Αφαιρεί τις αστείες ατάκες και το σλάπστικ, προσθέτει λεπτομέρειες και αφήνει υπαινιγμούς που καθιστούν το έργο του πιο «ενήλικο», ενταγμένο μεν στο «σύμπαν» του Λούκυ Λουκ, καταλληλότερο δε για μεγαλύτερες ηλικίες αναγνωστών. «Εσείς δεν είστε πάντα απ’ τη μεριά του νόμου, κύριε Λουκ;» ρωτά ο αδερφός του σερίφη. «Της δικαιοσύνης, ναι, πάντα», απαντά ο θαρραλέος τιμωρός. Που μπορεί να μασουλάει ένα στάχυ και να μην καπνίζει, όχι όμως λόγω της πολιτικής ορθότητας και των συνεπειών της αντικαπνιστικής υστερίας, αλλά επειδή δεν κατορθώνει να βρει καπνό αν και πασχίζει γι’ αυτό από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. Και υπερασπίζεται σθεναρά τους Ινδιάνους απέναντι στις αστήρικτες κατηγορίες και την επαπειλούμενη ρατσιστική επίθεση εναντίον τους. Ναι, αλλά τελικά ποιος σκότωσε τον Λούκυ Λουκ; Πηγή
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.