Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'εικόνες'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 4 results

  1. 52 χρόνια κλείνουν αύριο από το πραξικόπημα που έβαλε τη χώρα στον γύψο για μια επταετία. Μία από τις προτεραιότητες των συνταγματαρχών ήταν η λογοκρισία και η κατάπνιξη του χιούμορ μέσω του Τύπου. Οι γελοιογράφοι αντιστάθηκαν όσο μπορούσαν. Αλλά με την πτώση της χούντας ξεσπάθωσαν. Με τη σειρά κόμικς «Πραξικόπημα στην Ιθάκη» ο Κυρ πήρε την εκδίκησή του. Ο Πιττακός ο Ρεθύμνιος, ο Αρχίλοχος ο Κλεισοσπίτης και ο Νίκων ο Αχαιός με τις περικεφαλαίες τους και τα βλοσυρά τους βλέμματα ήταν οι τρεις μνηστήρες-συνταγματάρχες που κατά τον Κυρ έκαναν το πραξικόπημα στην αρχαία Ιθάκη. Φυσικά, τα πρόσωπα παραπέμπουν στους αρχιπραξικοπηματίες Στυλιανό Παττακό, Γεώργιο Παπαδόπουλο και Νικόλαο Μακαρέζο αντιστοίχως και η Ιθάκη είναι η Ελλάδα της επταετίας. Ο Κυρ δημιούργησε την απολαυστική σειρά κόμικς με τίτλο «Πραξικόπημα στην Ιθάκη» αμέσως μετά την πτώση της χούντας και τη δημοσίευσε σε συνέχειες στο περιοδικό «Επίκαιρα». Η σειρά αποτελείται από 38 πυκνές σελίδες και κυκλοφόρησε στο σύνολό της στο βιβλίο του Κυρ με τίτλο «Πυρ» το 1977 (εκδόσεις Γρηγόρη). Με το γνωστό χιούμορ του, ο Κυρ χρησιμοποιεί αμέτρητους συμβολισμούς και πολλές αλληγορίες για να καυτηριάσει την επταετία της χούντας αλλά και για να μιλήσει για την Ελλάδα στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Οι αναχρονισμοί του είναι απολαυστικοί με την αρχαία Ελλάδα να γίνεται το θέατρο των πολιτικών εξελίξεων της μετά το 1974 εποχής και τους τρεις μνηστήρες να μεταμορφώνονται ακόμα και στους τρεις μάγους με τα δώρα για να δελεάσουν τη Δημοκρατία. «Είμαστε οι μάγοι και ήρθαμε να σας σώσουμε!» λένε χτυπώντας την πόρτα της πολύπαθης Δημοκρατίας. Αυτή δεν υποκύπτει και οργισμένη τούς απαντά: «Βρε, δεν πάτε στο διάολο πρωί πρωί», «Από κει ερχόμαστε! Η CIA μας έστειλε! Εμείς θα σας σώσουμε! Μια ημέρα η Ιστορία θα μας γράψει με χρυσά γράμματα!» της λένε αυτάρεσκα. Και αυτή τελειώνει την κουβέντα με μια πρόσκληση: «Επειδή μας διαβάζουν μικρά παιδιά… περάστε μέσα να σας πω πού θα σας γράψει η Ιστορία». Όπως επισημαίνει ο Ηλίας Ταμπακέας, «κατά τη διάρκεια της κωμικοτραγικής χούντας, όλοι οι πολιτικοί γελοιογράφοι έβρισκαν τεχνάσματα, παρά τη σκληρή λογοκρισία, να αντισταθούν, όπως π.χ. με τον λυράρη του Βασίλη Χριστοδούλου στη “Βραδυνή” και το σπαρταριστό κόμικ Οδύσσεια του Κυρ στις “Εικόνες”» (Ηλίας Ταμπακέας, «Το Σκίτσο μετά τον Πόλεμο – Από τον Θησαυρό και το Ρομάντζο στα κόμικ», εφημερίδα «Καθημερινή», 19 Φεβρουαρίου 1995). Ο Κυρ, έχοντας αισθανθεί στο πετσί του τη λογοκρισία της χούντας, είχε πολλούς λόγους να αντιστέκεται υπόγεια αλλά αρκούντως υπονομευτικά μέχρι το 1974 και ευθύτατα αμέσως μετά. Όταν έκλεισε η «Μεσημβρινή» από τη χούντα, έμεινε χωρίς δουλειά, αλλά η εκδότρια Ελένη Βλάχου τού πρότεινε να δημοσιεύσει έργα του σε έντυπα του εξωτερικού με το ψευδώνυμο Mac Papa («Mac» από το Μακαρέζος, «Pa pa» από τους Παπαδόπουλο και Παττακό). Στη μεταπολίτευση δημιούργησε λιγοστά κόμικς μια και ήταν κατ’ εξοχήν γελοιογράφος της απλής, καθαρής, ασπρόμαυρης γραμμής, επηρεασμένος από το πενάκι του Saul Steinberg. Για τις ανάγκες του «Τρωικού Πολέμου» και του «Πραξικοπήματος στην Ιθάκη» χρειαζόταν περισσότερες αφηγηματικές δυνατότητες και έτσι επέλεξε τα κόμικς. Πάντρεψε την τέχνη της γελοιογραφίας με τα κόμικς και δημιούργησε μοναδικές πολιτικές σάτιρες. Η γελοιογραφία και τα κόμικς «παντρεύτηκαν λόγω χούντας. Επειδή τότε δεν μπορούσες να πεις κανένα υπονοούμενο, νομίζω ότι τα κόμικς βοηθούσαν. Πήρα μια γνωστή ιστορία, την Οδύσσεια, όπου υπάρχει η κατεχομένη “υπό των μνηστήρων-συνταγματαρχών Ιθάκη”, υπήρχε η Πηνελόπη (η Δημοκρατία), η οποία περίμενε, και ο Οδυσσέας, ο οποίος ερχότανε. Σε κάθε επεισόδιο υπήρχε η ελπίδα ότι έρχεται. Είχε μια φοβερή ανταπόκριση αυτό, διότι είχαν πιάσει όλοι το νόημα της αλληγορίας». («Δεν εμπιστεύομαι τους τιμονιέρηδες», συνέντευξη του Κυρ στον Soloup, εφημερίδα «Ποντίκι», 14 Αυγούστου 2011). Στο «Πραξικόπημα στην Ιθάκη», ο Παπαδόπουλος εμφανίζεται ως ο πιο αποφασιστικός και αδιάλλακτος των δικτατόρων, ο Μακαρέζος συνήθως ακολουθεί άβουλα και ο Παττακός παρουσιάζεται ως βλάκας που απαγγέλλει διαρκώς χαζά τραγουδάκια. Με ένα άρμα με την επιγραφή «Made in USA» εισβάλλουν στην Ιθάκη ισχυριζόμενοι ότι «Η Επανάστασις Αρχίζει». Καταφθάνουν στα ανάκτορα και η Πηνελόπη τούς υποδέχεται βγάζοντας τα ρούχα της. Όταν της λένε ότι πρόκειται για «επανάσταση», λιποθυμά. Και ο «ηρωικός, Ιθακίσιος λαός λέει όχι στη δικτατορία. Αντάξιος των αρχαίων προγόνων του που ποτέ ζυγό δεν υπομένουν, κατέρχεται στους δρόμους της Ιθάκης για να αντισταθεί στην ξενόδουλη χούντα!», κατά τον Κυρ, με μια σαφή, όμως, δόση ειρωνείας και πικρίας για την ουδέτερη και απαθή στάση μεγάλης μερίδας Ελλήνων κατά την επταετία. Ταυτόχρονα με τα τεκταινόμενα στη χουντοκρατούμενη Ιθάκη, οι αναγνώστες σε μια παράλληλη αφήγηση παρακολουθούν και την περιπέτεια του Οδυσσέα στον Τρωικό Πόλεμο και κατά την επιστροφή του. Τα βάζει με τον αρχηγό των θεών όταν μαθαίνει τα νέα για τους μνηστήρες και την πατρίδα του («Δία φασίστα, κατέβα κάτω ρε αν είσαι άντρας»), γράφει συνθήματα σε τοίχους («Κάτω ο φασισμός – Η Ιθάκη Ζει»), τον συλλαμβάνει ένας χωροφύλακας από το Αλιβέρι, αρπάζει ένα τανκ και ετοιμάζεται να εισβάλει στην Τροία όπου οι Τρώες είναι αμπαρωμένοι φωνάζοντας «Συμπαράστασις Λαέ» και γράφοντας συνθήματα στους τοίχους του κάστρου τους («Hellines Go Home», «ΝΑΤΟ - Δία, προδοσία»). Οι Έλληνες νικούν και ο Οδυσσέας αρχίζει το ταξίδι της επιστροφής κατά τη διάρκεια του οποίου θα έρθει αντιμέτωπος με τον Κύκλωπα Πολύφημο, με τον θεό Ποσειδώνα, με τους Τούρκους που έχουν βγάλει τις τριήρεις τους για σεισμογραφικές έρευνες στο Αιγαίο, θα ζητήσει πολιτικό άσυλο από τον Αίολο, θα προκαλέσει πολιτική αναστάτωση στη Βουλή των Λαιστρυγόνων, θα φτάσει στο νησί της Κίρκης («Κίρκη είναι η Αμερική αλλά τη λέμε έτσι για να μη θίξουμε τους συμμάχους μας», σχολιάζει σαρκαστικά ο Κυρ), θα περάσει από τις Σειρήνες, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Κάποτε, όμως, θα γυρίσει και θα κατατροπώσει τους φασίστες που συνωστίζονται στο κρεβάτι της γυναίκας του. Θα τους κλείσει όλους σε έναν δεύτερο Δούρειο Ίππο-πλυντήριο και θα κάνει επιτέλους την πολυπόθητη κάθαρση. Σε ένα κόμικς που τελειώνει στο κρεβάτι της Πηνελόπης, αλλά με παρτενέρ τον Οδυσσέα, ανίκανο να ανταποκριθεί στα συζυγικά του καθήκοντα μέχρι η γυναίκα του να φορέσει ένα νυχτικό με την αμερικανική σημαία και το σήμα του ΝΑΤΟ για να τον ανάψει. Και τον Κυρ να αποχαιρετά τους αναγνώστες λέγοντας: «Εδώ, αγαπητέ αναγνώστη, τελείωσε το κόμικς Πραξικόπημα στην Ιθάκη. Κι αν πτωχικό το βρήκες η Ιθάκη δε σε γέλασε! Έτσι σοφός που έγινες με τόση πείρα, ήδη θα κατάλαβες Ιθάκες τι σημαίνουν». Και το σχετικό link...
  2. Kατεβαίνεις το ημιυπόγειο στο Κουκάκι, και ένας κόσμος σού φανερώνεται. Οι χαρακτήρες του γελοιογράφου και εικαστικού Γιάννη Λογοθέτη - και του εγγονού του Χριστόφορου - είναι γνώριμοι, είναι σχεδόν ταυτοτικό το ύφος του, γνωστό από τα έντυπα δεκαετιών, την τηλεόραση, τον δρόμο που χάραξε ο αιρετικός και πάντα γελαστός καλλιτέχνης που περνάει τη μισή ημέρα του εδώ στο ημιυπόγειο που περιγράφουμε και που περικλείεται ο δικός του κόσμος. Ο γνωστός και ως ΛοΓό βέβαια, έχει και μια άλλη πλευρά, εξίσου σημαντική, είναι στιχουργός τα τελευταία 40 και παραπάνω χρόνια περίπου 400 δισκογραφημένων τραγουδιών, ορισμένων τεράστιων επιτυχιών όπως το «Έτσι είναι ζωή» ή το «Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε» με τη Μοσχολιού και βέβαια ένας εκ των εισηγητών του λεγόμενου χιουμοριστικού τραγουδιού, με σουξέ όπως «Το σκυλάκι το κανίς» ή τον γνωστό κύκλο τραγουδιών «Γελοιογραφίες» με τον Θέμη Ανδρεάδη. Ο ΛοΓό, από το εργαστήριό του, θυμάται μια εποχή, μας διαβάζει το κείμενο που είχε γράψει για τον δίσκο του «Τραγούδια με νόημα» ο μέγας Μποστ, αναλύει τις δικές του θέσεις για το ελληνικό τραγούδι και τη γελοιογραφία και περιγράφει τη διαδρομή του στην τέχνη και τη δημοσιογραφία (για πολλά χρόνια ο ΛοΓό εργάστηκε στα «ΝΕΑ» και τον «Ταχυδρόμο» του ΔΟΛ). Καθόμαστε και απαγγέλλει τραγούδι του για το πάλαι ποτέ καφέ μπαρ Φελλός στο Κουκάκι, στέκι πολλών. Σας θυμάμαι από τον Φελλό στην οδό Δράκου. Μαζευόμασταν εκεί πολλοί: Κατσιμίχας, Γιώργος Σαρρής, Θαλασσινός, Θανάσης Συλιβός. Αναρωτιέμαι παρατηρώντας πως έχετε κάνει τραγούδι ένα στέκι σας, λογική σας στα τραγούδια είναι η ζωή σας; Θα σου πω. Από πολύ μικρός έκανα σκίτσα και έγραφα τραγούδια. Τα βιβλία μου στην τσάντα μου μέσα στα περιθώρια είχαν σκίτσα. Είχα και ραδιόφωνο και ήμουν κολλημένος. Άρα πάντα θυμάστε να ζωγραφίζετε και να ακούτε τραγούδια. Να ακούω ελληνικά και ξένα για την ακρίβεια. Μου άρεσαν ορισμένοι που ακούω και σήμερα: Ντιν Μάρτιν, Πέρι Κόμο, Νατ Κινγκ Κόουλ, Ρενάτο Καροζόνε. Στα «Τραγούδια με νόημα» σε ένα τραγούδι του Ρενάτο έχω βάλει ελληνικά λόγια και το λέει ο Γκιωνάκης. Πώς προκύψαν τα σκίτσα; Έμενα σε μια αυλή με 5-6 οικογένειες. Περιοχή; Ταμπούρια στον Πειραιά. Κάθε εβδομάδα κάθε οικογένεια έπαιρνε το περιοδικό «Ρομάντσο» και γύρναγε σε όλους! Εγώ κόλλησα στα σκίτσα. Ποιοι ήταν τότε; Αρχέλαος, Χριστοδούλου, Πολενάκης, Παυλίδης. Κάποια στιγμή ρώτησα ένα παιδί στη γειτονιά μου που έκανε σκίτσα, τον Σταματάκη, πώς γίνονται αυτά. «Με σινική μελάνη. Να τα κάνεις μοντέρνα» μου είπε. Κατάλαβα πως έπρεπε να κάνω τα παπούτσια με κρεπ, κάτι τέτοιο. Μέχρι που πήρα μέρος σε μια έκθεση στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, και ήλθε ο Γ. Π. Σαββίδης με τη γυναίκα του και την Ειρήνη Παπά και μόλις έφτασε στα δικά μου του άρεσαν πολύ, περίπου αρχές του '60. Έτσι μπήκατε στον «Ταχυδρόμο»; Ο Γ. Π. Σαββίδης ήταν τότε διευθυντής. Ναι! Όλοι θέλανε να βάλουν κάτι στον «Ταχυδρόμο», τότε. Μου άρεσε τόσο πολύ το περιβάλλον της Χρήστου Λαδά που πήγαινα χωρίς να κάνω τίποτε. Ποιους θυμάστε; Σκαλιώρας, Ζενάκος, Κώστας Μητρόπουλος, η Βαφία, μια γλύπτρια. Ένα πολύ ωραίο περιβάλλον. Και; Μου δώσανε ένα μυθιστόρημα να το εικονογραφήσω, έβλεπα τον Αργυράκη να εικονογραφεί, τον Μυταρά. Από ένστικτο τα έκανα όλα αυτά, σε συνέχειες, το διάβαζα κι έβρισκα εικόνες, σκέφτηκα οι εικόνες να είναι κομμένες από μαύρο χαρτί και κολλημένες σε φόντο λευκό και μου έβγαιναν τόσο ωραία. Στον «Ταχυδρόμο» έμεινα κάνα δυο χρόνια και μετά έφυγα έξω γιατί έγινε η χούντα. Λέτε συχνά πως στενοχωρηθήκατε πολύ με τη χούντα. Πολύ. Από πιτσιρίκος φοβόμουν αυτούς που φόραγαν στολές, γι' αυτό ο Ανδρέας Παπανδρέου το '81 μού έκανε ένα δώρο μεγάλο που δεν φοβόμουν πλέον τους αστυνομικούς. Μόλις έγινε χούντα τι κάνατε; Ήμουν παντρεμένος κατ' αρχάς. Υπήρχε μια δημοσιογράφος, η Γιολάντα Τερέντσιο, η οποία είχε φίλο έναν γελοιογράφο στο Λονδίνο που λεγόταν Λέσλι Ίλιγουορθ και δούλευε στην «Daily Mail». Ήταν διάσημος, είχε και εκπομπή με έναν άλλο διάσημο γελοιογράφο, τον Βίκι, το παίζανε «αριστερός - δεξιός». Με έστειλε σε αυτόν να με βοηθήσει. Πού μένατε; Πήγα και τον βρήκα, χάρηκε πολύ. Μας πήγαινε σε μπαρ και έλεγε «οι Έλληνές μου». Αυτός είχε μια σοφίτα στη Φλιτ Στριτ. Μας την έδωσε. Μετά πήγαμε Παρίσι και τελικά γυρίσαμε Αθήνα. Μετά; Κάνω διάφορες δουλειές. Η γυναίκα μου είναι γραφίστρια και εργαζόταν στον Χάρη Πάτση, μέχρι που έκανα τα πρώτα μου τραγούδια και πήρα και λεφτά. Πώς γνωρίσατε τον Δήμο Μούτση; Είχα πάει σε ένα μαγαζί στην Πλάκα, στην Παλιά Αθήνα, να βρω κάποιον και γνωριστήκαμε. Εν τω μεταξύ είχε κάνει ο Μποστ κάτι τραγούδια. Μου λέει ο Μούτσης να κάνουμε κάτι τέτοιο, ήταν τότε με την κόρη του Βουσβούνη που είχε πάρει τον Γαλαξία της Βλάχου. Πήγαινα εκεί σπίτι τους και φτιάχναμε τραγούδια. Καθόταν αυτός στο πιάνο και στο τέλος βγήκε το «Χαράματα με το πρώτο λεωφορείο» που είπε ο Μητσιάς. Αντί για τραγούδι σατιρικό, βγήκε δραματικό! Μπαίνω στο τραγούδι, μετά στην Κολούμπια γνωρίζομαι με τον Λουκιανό και κάνουμε σε μικρό δισκάκι το «Αχ Μαρία» και το «Κοίταξε να δεις». Και πουλάει 60.000 αντίτυπα! Μετά; Μετά ο Τ. Β. Λαμπρόπουλος με γνωρίζει με τον Χατζηνάσιο και κάνουμε το «Έχει ο Θεός», μεγάλο δίσκο. «Πάρε τον ηλεκτρικό», «Αν μ' αγαπάς φίλα σταυρό». Ενώ εκεί κάναμε μεγάλη επιτυχία, εγώ είχα στον νου μου πάντα το χιουμοριστικό τραγούδι. Το γελοιογραφικό όπως το λέω. Και πάω μια βραδιά σε μια μπουάτ στην Πλάκα και βλέπω έναν πιτσιρικά που τραγουδούσε: τον Θέμη Ανδρεάδη. Έκανε και κάτι πλάκες. Λέω ωραίος αυτός. Ξεκινήσαμε να κάνουμε τραγούδια, έβαλε κάτι μουσικούλες ο Θέμης, βγήκαν τα τραγούδια, ο δίσκος είναι οι «Γελοιογραφίες». Χαμός. Αφού όμως έπεσε η χούντα, ήταν κομμένος ο δίσκος και ο Θέμης επί χούντας. Μετά μου λέγανε οι κοπέλες στην Κολούμπια πως εκεί πέρα είχε τόσο πολλή δουλειά, που ξενυχτούσαν για να φακελώνουν δίσκους, εποχή που είχε ουρές για Μίκη. Αυτός ο δίσκος χάλαγε τον κόσμο. Είχαμε κάνει και μερικοί γελοιογράφοι μια έκθεση στου Μπαχαριάν. Χαμός, ουρές, ο κόσμος είχε ανάγκη τότε. Στα έντυπα πώς μπαίνετε; Είχαμε πάει διακοπές, κάπου στην Εύβοια, δεν είχα δουλειά τότε. Πήγαινα και έπαιρνα από την ΑΕΠΙ κάτι προκαταβολές, στη Σπυρίδωνος Τρικούπη για τα τραγούδια μου, ένα μικρό μαγαζί. Με ψάχνει τότε ο Ροδόλφος Μορώνης και άλλοι. Τον είχε βάλει ο Φιλιππόπουλος και με γυρίζουν πίσω για να πάω στην «Ελευθεροτυπία», τέτοια ευκαιρία δεν χάνεται, σκέφτηκα! Πόσο μείνατε; Οκτώ χρόνια δούλεψα, μετά έφυγε από κει ο Φιλιππόπουλος και με πήρε στο «Έθνος». Στις «Εικόνες» είχα δικό μου δισέλιδο. Μετά πήγα, στα κυριακάτικα «ΝΕΑ», με διευθυντή τον Λυκούργο Κομίνη. Μετά στα καθημερινά «ΝΕΑ», μετά ξανά στο «Έθνος», με φωνάξανε στα «ΝΕΑ» γιατί μια γελοιογραφία μου την είχε πάρει η «Monde» και είχε κάνει ένα σχόλιο, τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Μετά πήγα στη «Νίκη», μέσω Δημήτρη Μαρούδα. Και με μισθό μεγαλύτερο από το «Έθνος». Τι άλλο θυμάστε από τις εφημερίδες; Στην «Ελευθεροτυπία» δεν μου είπε ποτέ κανείς τίποτε. Μια φορά σε μια σύσκεψή της, ένας αρχισυντάκτης, πετάγεται και λέει: «Νομίζεις πως σε πληρώνουμε γι' αυτή την κουτσουλιά που κάνεις; Σε πληρώνουμε για την υπογραφή σου». Και τσαντίζομαι και κάνω ένα τετράγωνο την άλλη μέρα με μια υπογραφή μου μέσα. Τίποτε άλλο. Και μπήκε. Δουλεύατε με χαρακτήρες στη γελοιογραφία τότε ή γενικά με επικαιρότητα; Είχα χαρακτήρες. Μερικά χρόνια είχα τα Φτωχαδάκια. Μερικά από αυτά γίνανε τραγούδια, το «Πεινιάου», με τον Μαργαρίτη. Ένα τύπος με μπαλώματα, όπως είναι τώρα οι φτωχοί, πάντα πεινάω έλεγε. Και μια γάτα δίπλα σκελετωμένη έλεγε κι αυτή: Πεινιάου. Το λέμε παρέα με τον Μαργαρίτη. Έκανα και εικονογραφήσεις. Αλλά δεν ήθελα να βάλω πρόσωπα, π.χ. τον Μητσοτάκη ή τον Ανδρέα. Το έκανα λίγο, αλλά μου φαινόταν φτηνό. Οι μεγάλοι τότε; Ο Μητρόπουλος, ο Κυρ, ο Μποστ μοναδικός. Τον αγαπούσατε. Ήμασταν φίλοι, έμενε εδώ, στη γωνία (σ.σ.: Ακρόπολη), όταν παντρεύτηκα νοικιάσαμε ένα σπίτι πολύ κοντά στον Μποστ. Είχα βγει στο τραγούδι, είχα κάνει καλές αρπαχτές σε περιοδεία. Ήμουν και στη Νεράιδα, ένα καλοκαίρι. Εγώ τα έλεγα κι έκλεινα το πρώτο μέρος. Μετά έβγαινε ο Κόκοτας, ο Διονυσίου. Φτιάξατε ένα ρεύμα δικό σας. Δεν επαναλήφθηκε. Βαρέθηκα το ξενύχτι. Έγινε ρεύμα, όλες οι εταιρείες πήγαν να μιμηθούν, ο μόνος που έκανε κάτι ήταν ο Μηλιώκας. Αυτά που έκανα εγώ τα δούλευα τριάντα χρόνια με γελοιογραφίες. Μια λεζάντα σε γελοιογραφία μπορείς να την αλλάξεις δέκα φορές για να πετύχει, για να έχει ενδιαφέρον ως λεζάντα. Το ίδιο πράγμα είναι το τραγούδι. Δηλαδή; Δεν είναι παιχνίδι των λέξεων. Όπως είχε πει ο Σακελλάριος το ποίημα πρέπει να είναι ακαταλαβίστικο, αλλιώς είναι τσιφτετέλι. Το τραγούδι έχει μια αρχιτεκτονική, μια ιστορία απλή, να έχει ένα θέμα που να είναι ευρηματικό, να έχει ρεφρέν ή μια φράση, αυτό είναι το τραγούδι, αλλιώς είναι ιστορία, όπως έκανε ο Σαββόπουλος, με τον Κοεμτζή. Το τραγούδι είναι Σακελλάριος. Επηρεαστήκατε από κάποιον; Αγαπούσα, δεν τους ήξερα, εμένα μου άρεσε το ελληνικό τραγούδι, αυτά που άκουγα ήταν δεκαετίας '50 - '60. Τσιτσάνης, Μητσάκης κ.τ.λ. Στιχουργούς; Δεν τους ήξερα άλλα μετά που έμαθα ξεχώρισα ορισμένους. Όπως ο Χρήστος Κολοκοτρώνης, η Παπαγιαννοπούλου, ο Τσάντας, ο Βίρβος που ήταν φίλος μου. Δεν μου αρέσουν αυτοί που φτιάχνουν πολλά πράγματα μέσα σε ένα. Γράφουν πολύ ωραία, βέβαια, ορισμένοι. Πολύ ωραίος ήταν ο Ρασούλης. Τον γνώρισα όταν δούλευα στην «Αυγή» κι αυτός στη «Δημοκρατική Αλλαγή». Σήμερα υπάρχει χιουμοριστικό τραγούδι; Π.χ. ο Παντελής Αμπαζής μού έρχεται στο μυαλό. Ναι, υπάρχει. Όχι ακριβώς τέτοιο, υπάρχει ο Φοίβος Δεληβοριάς. Ένα άλλο παιδί είναι ο Βαγγέλης Χατζηγιάννης. Τώρα σκέφτηκαν να βγάλουν ξανά ορισμένα δικά μου που δεν πολυακούστηκαν. Οι λόγοι υπάρχουν για να γραφτεί; Πάντα υπάρχουν λόγοι. Να υπάρχουν τραγούδια που να σε ανεβάζουν. Αλλά τα ραδιόφωνα παίζουν δυστυχία. Ο Κηλαηδόνης μού άρεσε πολύ, και είχε κάποια σχέση με αυτά που λέμε. Σαν θέματα. Πόσα έχετε γράφει; Που έχουν κυκλοφορήσει; Τετρακόσια. Σας έχει τραγουδήσει η Μοσχολιού, ο Μητσιάς, αυτά μείνανε. Μα έχουν μείνει και τα άλλα. Κάτι παιδιά από την Κρήτη έχουν διασκευάσει την «Πεθερά». Και αρέσει σε πολύ κόσμο. Θυμάστε πως γράψατε ένα τραγούδι σας; Μοιάζετε συχνά να περνάτε εκεί καθημερινά γεγονότα σας. Τη «Λούλα». Ήταν μια πολύ όμορφη κοπέλα στην Πλατεία Δεξαμενής. Δούλευα στην «Ελευθεροτυπία» και ανέβαινα από Κολοκοτρώνη προς Κολωνάκι όπου έμενα τότε. Και αυτή έπινε με κάτι φίλους της μπίρες. Ήξερε πως γράφω: «Καλέ κύριε Γιάννη, για μένα δεν θα γράψεις;». Πήγα ένα βράδυ στο σπίτι, κάθισα σε μια πολυθρόνα. Απέναντι είχε ένα μπουκάλι με λίγο ουίσκι, θυμήθηκα αυτή την κοπέλα. Τούλα τη λέγανε μα δεν μου άρεσε το όνομα. Γράφω. Θυμήθηκα στη γειτονιά μου μια κοπέλα που τη λέγανε Λούλα, και ήταν ωραίο. Το «Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα»; Ήταν αφίσα που διαφήμιζε τσιγάρα του Παπαστράτου με καραβάκια! Πάντα παρατηρούσατε γύρω σας; Έτσι κι αλλιώς! Καθόμουν και έβλεπα ανθρώπους κι έλεγα από μέσα μου: αυτόν πρέπει να τον λένε έτσι και να κάνει αυτή τη δουλειά. Η καθημερινότητά σας; Έρχομαι εδώ, στο εργαστήριο. Κάτι δουλεύω. Μετά αφού έχω βαρεθεί ανεβαίνω στον πεζόδρομο της Ακρόπολης, πάω προς Αποστόλου Παύλου, μετά Μοναστηράκι, σε φίλους που έχουν σχέση με μουσική, πάω στην κεντρική αγορά, περπατώ, δεν έχω αμάξι. Παίρνω κάναν γαύρο και γυρνάω σπίτι. Από την Πλάκα. Βγάζετε κάτι τώρα; Τώρα βγαίνει ένα βιβλίο με τα τραγουδάκια μου όλα. Και αυτά που δεν έχουν κυκλοφορήσει. Μυστικό της έμπνευσης; Πήγαινα προς την εφημερίδα και δεν είχα τίποτε να σχεδιάσω. Κι έβλεπα κάτι και εμπνεόμουν. Στίχους πώς γράφατε; Βρίσκω τις δύο πρώτες αράδες που μου αρέσουν και έχω βρει και τη μουσική. Σε αυτές τις διαδρομές που κάνω δουλεύω αυτό το τραγούδι. Όλα έχουν μια αρχή. Το «Έτσι είναι η ζωή»; Δραματικό πάντως τραγούδι... Ναι είναι. Υπάρχει μέσα μια φράση που την έλεγε η μάνα μου. Κάντε ένα σχόλιο για την πολιτική σήμερα... Πιστεύω ότι ο χειρότερος γελοιογράφος είναι πιο έξυπνος από τον καλύτερο πολιτικό για αυτό ψηφίζω γελοιογράφους. Και το σχετικό link...
  3. Τον Νοέμβριο του 1984 ξεκινάει η δεύτερη περίοδος του περιοδικού "Εικόνες" με εκδότρια την Μαρία Μπόμπολα , διευθυντή τον Ανδρέα Μπόμη και αρχισυντάκτες την Πέλη Κεφαλά και τον Γιάννη Τζιμούρτα. Η κυκλοφορία του ήταν κάθε Τετάρτη και έφτασε σίγουρα μέχρι τα τέλη του 1994. Όλο έγχρωμο με γυαλιστερές σελίδες και θέματα ποικίλα , καλλιτεχνικά , πολιτικά , κοσμικά , ωροσκόπια και κάποιες σελίδες με γελοιογραφίες και κόμιξ , δείγματα τα οποία παραθέτω στις σελίδες που ακολουθούν...
  4. Τελικά είναι ωραίο να ψάχνεις σε παλιές σοφίτες/πατάρια. Τα μέρη αυτά δεν θα έπρεπε να ονομάζονται έτσι(πατάρια) αλλά "χρονομηχανές". Εντάξει μπορεί πολλά από αυτά να είναι γεμάτα σκόνη ,βρωμιά ή υγρασία.Ισως κάποια να φιλοξενούν και διάφορα όντα του ζωικού βασιλείου. Ομως.....Ομως η χαρά που μπορεί να σου προσφέρει μια τέτοια "ανασκαφή" δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα ειδικά αν τα ευρήματα εχουν μεγάλη συναισθηματική αξία ή αρχίζουν ήδη να "ξεθωριάζουν" στη μνήμη . Πρέπει να το παραδεχτώ οτι λατρεύω τις ανασκαφές στα πατάρια του πατρικού μου σπιτιού. Καθε φορά που το επισκέφτομαι προσπαθώ να βρώ μια αφορμή για να χωθώ στον άβολο ειναι αλήθεια χώρο του. Παρακάμπτωντας εύκολα ή δύσκολα τις αντιρρήσεις της μάννας μου ("είναι μες τη βρώμα εκεί πάνω,πρόσεχε μπορεί να έχει κατσαρίδες,ωχ πάλι θα μου βρωμίσεις το σπίτι μόλις καθάρισα" κ.λ.π) "βουτάω" στον στενό χώρο του. Ετσι κι αυτή τη φορά έρποντας (είναι πολύ χαμηλό) και κοιτώντας πίσω από το "καλό χαλί" με περίμενε μια μεγάλη έκπληξη. Η DIASKOP !!!!Η σε απλά ελληνικά μια παλιά μηχανή προβολής slide που ο πατέρας μου είχε φέρει στο σπίτι επιστρέφοντας από κάποιο ταξίδι του στην Πολωνία στα τέλη της δεκαετίας του 60. Η DIASKOP ήταν ο αγαπημένος σύντροφος των παιδικών μας χρόνων .Εκεί ξεδιπλώνονταν ολές οι αγαπημένες μας παιδικές ιστορίες (Η Χιονάτη και οι 7 Νανοι,Τα τρία Γουρουνακια,Το ασχημόπαπο) και τόσα άλλα παραμύθια που συντρόφευαν την παιδική μας ηλικία.Με την ακούραστη αφήγηση του πατέρα μου (πρέπει να είχε μάθει απ έξω καμιά 30αριά από αυτά) ξετυλίγονταν μπροστά μας ολες αυτές οι ιστορίες που συνέπαιρναν την παιδική φαντασία μας ...... Η έκπληξη και η συγκίνησή μου έγιναν ακόμα μεγαλύτερες όταν διαπίστωσα την άριστη κατάσταση στην οποία βρίσκονταν η μηχανή αλλά και τα ταινιάκια ύστερα από τόσα χρόνια !!Ακόμα και η λάμπα της μηχανής άναβε !!!!! Αφού έβαλα μια ταινία στη μηχανή (μου πήρε λίγη ώρα να θυμηθώ πως τυλίγεται ) εκλεισα το φως του δωματιου και το πρώτο καρέ της Κοκκινοσκουφίτσας φάνηκε αδρά στον τοίχο !!!Ρύθμισα την εστίαση και η εικόνα καθάρισε ακόμα περισσότερο .Γυρίζοντας τον μοχλό η ιστορία ξεδιπλώνονταν μπροστά στα μάτια μου που είχαν σκεπαστεί από μια περίεργη "υγρασία"....
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.