Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'νίκη τζούδα'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Valt's blog
  • Dr Paingiver's blog
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek
  • Σκόρπιες Σκέψεις

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 6 results

  1. Σε μια προφορική ιστορία, 40 χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου τεύχους της εμβληματικής Βαβέλ, συνεργάτες του περιοδικού θυμούνται τι ήταν αυτό που την έκανε μοναδικό φαινόμενο. Τον Φεβρουάριο του 1981 η Βαβέλ εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα περίπτερα. Εκείνο το κατακόκκινο εξώφυλλο με το σχέδιο του Moebius. «Το πρώτο εκείνο περιβόητο τεύχος» που μας λέει κι ο Γιάννης Νένες. «γιατί η βαβελ;» ξεκινάει το πρώτο editorial κείμενο του πρώτου εκείνου τεύχους, συστήνοντας στο κοινό αυτή τη νέα εκδοτική προσπάθεια. «γιατί εμείς πιστέψαμε πως υπάρχει λόγος να βγει και σεις επιβεβαιώσατε πως υπάρχει λόγος να κρατάτε αυτή τη στιγμή το περιοδικό μας στα χέρια σας» είναι οι πρώτες φράσεις της Βαβέλ προς το κοινό της, σε ένα κείμενο που από την πρώτη στιγμή ξεκαθαρίζει πως το περιοδικό θα είναι ανοιχτό, θα είναι μια παρέα, και θα έχει διάθεση παρέμβασης σε ό,τι γίνεται γύρω μας. «Γιατί το περιοδικό κόμικς δεν είναι για μας απλώς ένα ανθολόγημα κάλων κόμικς, αλλά ένα περιοδικό κριτικής ματιάς που ζευγαρώνει τη ματιά των δημιουργών με μιαν άλλη ματιά στο χώρο γύρω μας», διαβάζουμε λίγο παρακάτω. Το λες και mission statement, μια υπογράμμιση του θρυλικού πλέον μότο ΚΟΜΙΚΣ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ) που συνόδευε κάθε ένα από τα 246 τεύχη που κυκλοφόρησαν από τον Φλεβάρη του ‘81 ως τον Ιούνιο του 2008. Βαβέλ #1, Φεβρουάριος 1981. Από αριστερά: Το κλασικό κόκκινο εξώφυλλο, η σελίδα των περιεχομένων με το editorial «γιατί η βαβελ», και το κείμενο για κόμικς και πολιτική σάτιρα. Ένα «και όχι μόνο» που κατάφερε και τα ίδια τα κόμικς να ανυψώσει ως (παρεξηγημένη) τέχνη στα μάτια ενός έκθαμβου κοινού, αλλά και ως όχημα να τα χρησιμοποιήσει για να τοποθετηθεί ουσιαστικά – και ακόμα και να παρέμβει – πάνω στην πολιτική, κοινωνική και καλλιτεχνική πραγματικότητα της Ελλάδας. Στο πρώτο τεύχος διαβάζουμε Caza, διαβάζουμε Wolinski και Reiser, διαβάζουμε Quino, αλλά διαβάζουμε και πως «η αλήθεια είναι ότι έχουμε συνηθίσει στο εύκολο γέλιο, στο γέλιο με παλιάτσους που μας κάνουν γκριμάτσες, με πράγματα που δεν μας δίνουν καμία ανησυχία για τον κόσμο που ζούμε και την πραγματικότητα γύρω μας. Στην ουσία οι σοβαρές αξίες είναι συνήθως ταμπού». Στην πορεία της Βαβέλ δεν υπήρξε ταμπού που να έμεινε ακατάρριπτο ή που να μην προκλήθηκε. Μια εκδοτική ομάδα που έτρεχε το περιοδικό τα πρώτα του χρόνια (Νίκη και Εύη Τζούδα και Γιώργος Σιούνας) ως κολεκτίβα, ως παρέα με ανάγκη να εκφραστεί. Που το γέμιζε με κόμικς αληθινά χαρακτηριστικής δημιουργικής υπογραφής, συχνά στα όρια του ανίερου, συνοδεύοντάς τα με ισχυρό πολιτικό κείμενο και βλέμμα προς κάθε λογής πολιτιστική έκφραση. Η Βαβέλ σύντομα καθιερώθηκε ως φωνή ενός νέου, εναλλακτικού κοινού που ως τότε δεν συναντούσε τη φωνή του σε κανένα άλλο σημείο του mainstream τύπου. «Η αποποινικοποίηση της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών, το AIDS, η πορνεία, τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών και πολλά άλλα καλύφθηκαν από τη Βαβέλ με έναν μαχητικό τρόπο που γινόταν συχνά ενοχλητικός σε όσους πίστευαν ότι η τέχνη δεν πρέπει να ασχολείται με την πολιτική», γράφει ο Γιάννης Κουκουλάς στην Εφημερίδα των Συντακτών, συνοψίζοντας μερικές μόνο από τις πιο σημαντικές παρεμβάσεις του περιοδικού. Το οποίο στην πορεία γέννησε και το ομώνυμο εμβληματικό Φεστιβάλ, μια διοργάνωση σημείο αναφοράς, όπου κάθε ανησυχία του εντύπου ζωντάνευε μέσα από εκθέσεις, συναυλίες, προβολές, σπουδαίους προσκεκλημένους. Γέννησε (ή ανέθρεψε), θα έλεγε τελικά κανείς, μια ολόκληρη εναλλακτική κουλτούρα. Τιμώντας τη συμπλήρωση 40 χρόνων από την πρώτη εμφάνιση αυτού του αληθινά σημαντικού πολιτιστικού κεφαλαίου, ζητήσαμε από μερικούς από τους σταθερούς συνεργάτες του περιοδικού, να μας καθοδηγήσουν σε ένα ταξίδι στην ιστορία του εντύπου, μέσα από τις δικές τους προσωπικές διαδρομές. Από το πρώτο εκείνο τεύχος πίσω στο ‘81, μέχρι όλα όσα η Βαβέλ σήμαινε και σημαίνει – ακόμα και σήμερα. Συζητιούνται μεταξύ άλλων: * Το πώς το κλίμα παρέας της Βαβέλ ανέθρεψε δημιουργικότητα και συλλογικότητα * Πώς κάθε συντάκτης βρήκε στη Βαβέλ την εκφραστική διέξοδο που αναζητούσε * Η γέννηση του περιοδικού από το εκδοτικό τιμ * Τα αγαπημένα άρθρα και οι αγαπημένες στήλες των συνεργατών * Η ιδέα της πολιτικής και κοινωνικής παρέμβασης μέσα από ένα περιοδικό (κόμικς! και όχι μόνο!) Τεύχος #118, Φεβρουάριος 1991 (Δέκα Χρόνια Βαβέλ) / Τεύχος #213, Μάιος 2003 (War on Terror) Ι. Η ΒΑΒΕΛ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΤΗΣ Στο αφιέρωμα συμμετείχαν ο Γιάννης Νένες (δημοσιογράφος – ραδιοφωνικός παραγωγός), Χρήστος Ξανθάκης (δημοσιογράφος), Άγγελος Φραντζής (σκηνοθέτης, Ευτυχία), Γιάννης Κουκουλάς (ιστορικός Τέχνης, διδάκτωρ ΑΣΚΤ, συνεπιμελητής του Καρέ Καρέ στην Εφημερίδα των Συντακτών). Οι συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν ξεχωριστά, μέσω μέιλ και τηλεφώνου και έχουν γίνει edited για λόγους συνέχειας. Ως αναγνώστης τι είχες θαυμάσει και αγαπήσει περισσότερο στο περιοδικό; Γιάννης Κουκουλάς: Τα πάντα. Την τέχνη της αυθάδειας. Τον Καλαϊτζή και τον Bilal. Τον Manara και τον Copi. Τον Quino και τον Altan. Μα πάνω απ´ όλα το «και όχι μόνο». Το ότι η Βαβέλ δεν ενδιαφερόταν μόνο για τα καλά κόμικς – που τα δημοσίευε έτσι κι αλλιώς – αλλά για τις μικρές παρεμβάσεις στα μεγάλα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Χρήστος Ξανθάκης: Ως αναγνώστης κόμικς στην Ελλάδα ανήκα και ανήκω σε μια αισχρή μειοψηφία, μιας και η ένατη τέχνη στη χώρα μας ποτέ δεν απέκτησε ευρύ κοινό. Για την ακρίβεια, τα ενήλικα κόμικς (όχι οι τσόντες πουλάκι μου!) δεν είχαν καν κοινό στην αρχή, εξ ου και πήγαν κατά διαόλου οι προσπάθειες της Κολούμπρας και του Μαμούθ. Χρειάστηκαν αγώνες και θυσίες εκ μέρους της Βαβέλ και της ομάδας της για να πάει μπροστά το πράγμα. Αλλά για να επιστρέψω στην ερώτηση, εγώ κόμικς ήθελα να διαβάζω, η τρέλα μου ήταν. Όλα μου άρεσαν λοιπόν στη Βαβέλ, ευαγγέλιο έψαχνα και ευαγγέλιο βρήκα. Γιάννης Νένες: Η πρώτη εντύπωση ήταν ένα κατακόκκινο εξώφυλλο κρεμασμένο στο περίπτερο με το σχέδιο του Moebius, το πρώτο εκείνο περιβόητο τεύχος. Ήμουν φανατικός των κόμικς από μικρός, έπαιρνα ανελλιπώς τα τεύχη της Κολούμπρας, τα διάφορα φανζίνς, αλλά το πρώτο της Βαβέλ με εντυπωσίασε από μακριά για τη διαφορετική του προσέγγιση στο εξώφυλλο. Εκείνη την εποχή μόλις είχα σταματήσει να είμαι γραφίστας και τις μετρούσα πολύ κάτι τέτοιες γραφιστικές εκπλήξεις. Σαν αναγνώστης, για μένα ήταν τρομερό δέλεαρ οι πλούσιες, πολυσέλιδες ιστορίες που μπορούσες να τις απολαύσεις εξονυχιστικά, με τις ώρες, καρέ-καρέ, να τις επενδύσεις με ό,τι μουσικές ήθελες και να φτιάξεις σάουντρακ. Ήταν ένα περιοδικό που δεν τελείωνε ποτέ. Κι ανάμεσα στις ιστορίες, κάτι ακαριαίες στιγμές τύπου Wolinski, Altan, Reiser, κανονικά ξεσπάσματα. Και κάτι άλλο: τα κείμενα είχαν από την πρώτη στιγμή μία αίσθηση «συνωμοσίας». Ότι εδώ εμείς κι εσύ εκεί έξω μιλάμε την ίδια γλώσσα. Άγγελος Φραντζής: Πρώτο τεύχος που έπεσε στα χέρια μου ήταν κάπου γύρω στο #14; #17; Είχε ένα εξώφυλλο του Caza. Πρέπει να ήμουν 12. Το είδα κι έπαθα πλάκα. Τότε ήθελα να γίνω γελοιογράφος. Διάβαζα πολλά κόμικς, Αστερίξ και τα άλλα κόμικς της εποχής. Αυτό ήταν το πρώτο όπου είδα ενήλικο κόμικ άλλου τύπου. Ήταν αδιανόητο το τοπίο που άνοιγε μπροστά μου με αυτό το πράγμα που έπαθα με τη Βαβέλ. Ορισμένοι μόνο από τους σπουδαίους ξένους δημιουργούς των οποίων έργα έχουν φιλοξενηθεί στις σελίδες της Βαβέλ κατά τη διάρκεια των χρόνων. Από πάνω αριστερά: Hugo Pratt, Adrian Tomine, Ralf Konig, David Mazzucchelli, Altan, Jules Feiffer, Daniel Clowes, Andrea Pazienza, Reiser. Ποιο ήταν το πρώτο σου τεύχος στη Βαβέλ; Πώς ξεκίνησε η συνεργασία; Ξανθάκης: Αν θυμόμουν πράγματα από τη δεκαετία του ογδόντα, θα ήμουν ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος. Ουδεμία ανάμνηση από την πρώτη εμφάνισή μου στη Βαβέλ! Όσο για το πώς ξεκίνησε η συνεργασία, νομίζω ότι ήρθε μετά από επίμονες προσπάθειες δικές μου όπου έπεισα εν τέλει τη Τζούδα πως δεν είμαι κάνα μαλακισμένο που προσπαθεί να τους καθίσει στο σβέρκο. Χρειάστηκε αγώνας μιας και η Νίκη είναι εξαιρετικά επιφυλακτικό άτομο. Πράγμα που οδηγεί κάποιους να συμπεραίνουν ότι είναι ψυχρή και παγερή. Αλλά who gives a fuck; Φραντζής: Ξεκίνησα να επισκέπτομαι το βιβλιοπωλείο, έκανα κόμικς και άρχισα να τα πηγαίνω με τρομερή ντροπή, φόβο και αμηχανία να τα δείξω. Σιγά-σιγά αρχίσαμε να αποκτούμε μια σχέση, και έγραψα το πρώτο μου κείμενο – για κόμικ και κινηματογράφο – στα 16 μου, κάπου στο ‘85-’86. Αυτό ήταν το πρώτο κείμενο που έγραψα και δημοσίευσα στη Βαβέλ. Πέταξα από χαρά μου, ήταν η Βαβέλ ένας μύθος. Όταν αρχίσαμε να αποκτάμε σχέση πήγαινα συχνά στα γραφεία. Τον Γιώργο τον Σιούνα τον έλεγα πατέρα και τη Νίκη μητέρα! Μετά έφυγα για σπουδές, για σινεμά, και όταν γύρισα ουσιαστικά τότε άρχισα να γράφω μόνιμα για σινεμά, με τη στήλη Τα Μάτια Ανοιχτά. Τότε δεν είχαν σινεμά, παλιά έγραφε ο Τζιώτζιος. Ξεκίνησα κάπου το ‘92-’93 και έγραφα συστηματικά για καμιά δεκαετία σίγουρα. Νένες: Δεν θυμάμαι σε ποιο τεύχος ξεκίνησα να γράφω. Η Βαβέλ και η φιλία μου με τα παιδιά ήταν μέρος της ζωής μου, οπότε δεν έχω συγκρατήσει αυστηρά ημερομηνίες. Ήμουν εκεί, αράζαμε κάπως, λέγαμε βλακείες και γελούσαμε και κάπως έτσι έδωσα ένα κείμενο – τι να πω. Νομίζω πρέπει να ξεκίνησα με συνεντεύξεις των σχεδιαστών που είχαν έρθει στην Αθήνα για το πρώτο φεστιβάλ της Βαβέλ στον εκθεσιακό χώρο Εύμαρος, σε ένα παλιό σχολείο στους Αμπελόκηπους. Κουκουλάς: Κάποια στιγμή, πρέπει να ήταν το 1992, κάναμε στο Ράδιο Ουτοπία, έναν κινηματικό εναλλακτικό ραδιοσταθμό στη Θεσσαλονίκη, μια εκπομπή για τα Κόμικς, την Επιστημονική Φαντασία και την Αστυνομική Λογοτεχνία μαζί με δυο φίλους, τον Φιλήμονα Καραμήτσο και τον Στάθη Κουρνιώτη. Στείλαμε στη Βαβέλ υλικό από την εκπομπή για μια γνώμη και μας παρουσίασαν στις σελίδες του. Ήταν τέτοια η χαρά να δω το όνομα μου στο περιοδικό που σκέφτηκα πως θα ήθελα να γράφω σε αυτό. Λίγο αργότερα προτείναμε και κάναμε σε συνεργασία με τον Αβραάμ Κάουα ένα θέμα για το Γυμνό Γεύμα του Burroughs και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω τακτικά με πρώτο κείμενο ένα αφιέρωμα στην Αρρώστια στα Κόμικς το 1994 που ιδιαίτερα σήμερα είναι ακόμα επίκαιρο. Συμμετείχα σταθερά στη στήλη Αεροπλανάκι που διατηρούσε ο δάσκαλος Γιώργος Σιούνας τον οποίο ευγνωμονώ για όσα μου έμαθε και όσα έγραφε. Και κάποια στιγμή εγκαινίασα τη στήλη Make Comics, Not War. Η εμβληματική στήλη «Αεροπλανάκι» της Βαβέλ στο πέρασμα των χρόνων, από πάνω αριστερά: 1986, 1987, 1993, 1995, 2001, 2002. Στις σελίδες της στήλης διαβάζαμε άρθρα γνώμης, ειδήσεις, σχέδια, συνεντεύξεις, πολιτικό σχολιασμό και πολλά άλλα. Κάποιο αγαπημένο τεύχος; Αγαπημένη στήλη ή κείμενο; Νένες: Τα τεύχη όλα ήταν σαν σεξ, κάπως. Τα είχες προετοιμάσει, είχες γελάσει φτιάχνοντάς τα και μετά ερχόταν η κορύφωση, το τυπωμένο και βυθιζόσουν να το διαβάζεις. Όχι, δεν έχω κάποια αγαπημένη στήλη Εν Εξάρσει, δεν τα θυμάμαι και καλά. Πάντως αυτή η στήλη γραφόταν πάντα βράδυ, μεταμεσονύκτιες ώρες, και έχει διατρέξει πολλά χιλιόμετρα σε αυλάκια βινυλίου. Θυμάμαι σκόρπια πράγματα. Για χάρη της νυχτερινής εργασίας, επειδή έκανε πολύ θόρυβο η παλιά γραφομηχανή και ξύπναγε η από κάτω, είχα αγοράσει ηλεκτρική – αθόρυβη. Θυμάμαι να γράφω για την κασέτα των Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ από τη Θεσσαλονίκη, ήμουν ενθουσιασμένος μαζί τους. Θυμάμαι μία αισθησιακή φωτογραφία της Madonna που έβαλα στη στήλη, να λέει μέσα σε μπαλούν «Μμμ, κάποιος τηγανίζει κεφτέδες». Γενικά δεν έκανα τίποτα σοβαρά, ήταν απλώς ένα προσωπικό ημερολόγιο με πολλή μουσική. Κουκουλάς: Αγαπημένο τεύχος το #18, θρυλικό και εξαντλημένο από πολύ νωρίς, αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στους Reiser και Wolinski. Αγαπημένο εξώφυλλο το παραπλανητικό #131 με έναν πιτσιρικά του Reiser και λεζάντα: «Έρευνα Σοκ! Ο Αυνανισμός είναι Κληρονομικός;». Φυσικά δεν υπήρχε τέτοια έρευνα. Ξανθάκης: Μου άρεσαν πάρα πολύ τα τεύχη που ήταν αφιερωμένα στον αντιαπαγορευτικό αγώνα. Γιατί ήταν χίλια χρόνια μπροστά απ’ την εποχή τους, γιατί απέδειξαν ότι ένα περιοδικό κόμικς μπορούσε να καταπιάνεται με πολύ σοβαρά ζητήματα, γιατί δικαιώθηκαν εκατό τοις εκατό. Όσο για κείμενο δικό μου, και μόνο τη συνέντευξη με τον Καλαϊτζή να είχα κάνει, πάλι μια χαρά θα αισθανόμουν. Φραντζής: Για μένα το κάθε τεύχος που επρόκειτο να βγει ήταν μια τρομερή ιστορία. Πήγαινα στα περίπτερα κάθε τρεις και λίγο, το τεύχος δεν έβγαινε ποτέ στην ώρα του, ρώταγα Βγήκε η Βαβέλ, δεν βγήκε η Βαβέλ, Α, μας είπαν θα μας τη φέρουν την Πέμπτη. [γελάμε] Είχε μια τέτοια προσμονή, του φανατικού. Μετά κατάλαβα: Ήταν ένα περιοδικό τόσο οικογενειακό σαν κατάσταση, έπαιζε και ένα χύμα πράγμα, αλλά και πολύ οργανωμένο όταν χρειαζόταν. Η οργάνωση των παιδιών στα πρώτα Φεστιβάλ στο Γκάζι, άλλο πράγμα. Κείμενο, το θέμα για το Mulholland Drive. Είχα τόσο πωρωθεί που βγήκε ένα κείμενο τεράστιο, 10 σελίδες περιοδικού. Κι αυτό ήταν το τρελό με τη Βαβέλ, ότι δεν υπήρχε αυτό που συναντούσες σε όλα τα περιοδικά. Είχαμε ελευθερία στο να γράψουμε αυτό που θέλουμε, όποτε θέλουμε, όσο θέλουμε. Επίσης, από ένα σημείο και έπειτα άρχισα να κάνω συνεντεύξεις, αλλά όχι απαραίτητα για τις ταινίες των σκηνοθετών. Έκανα με τον Πάνο Κούτρα για τα μελοδράματα και τον Douglas Sirk, με τον Παναγιωτόπουλο για την Περιφρόνηση, με σκηνοθέτες για άλλους σκηνοθέτες. Μου άρεσε σαν διαδικασία πάρα πολύ. Στήλες για σινεμά και μουσική, σχολιασμός, άποψη, πρόσωπα και συνεντεύξεις με μοναδικό τρόπο από μοναδικές υπογραφές. Η Βαβέλ στο πέρασμα των χρόνων υποστήριξε και με το παραπάνω το εμβληματικό «και όχι μόνο» του μότο της. Ποιο ήταν το σημείο εκκίνησης στη συγγραφή της στήλης; Ζητούσαν από το περιοδικό κάτι συγκεκριμένο; Φραντζής: Είναι το τι θα μπορούσε να με παθιάσει, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Για μένα η κριτική δεν είχε κάτι το επαγγελματικό με την έννοια ότι πρέπει να γράψεις για τις ταινίες της εβδομάδας, είχε την έννοια της προέκτασης, της απόλαυσης της θέασης ενός πράγματος. Άλλες φορές ήταν επειδή κάτι με θύμωνε, το Natural Born Killers ήταν ένα τέτοιο κείμενο, κάτι με είχε θυμώσει και ήθελα να γράψω με έναν τρόπο διαφορετικό. Άλλες φορές ήταν επειδή ήθελα να στηρίξω κάτι, είχα γράψει κείμενο για την πρώτη ταινία της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη ή το Ακρόπολις της Εύας Στεφανή. Ή για διάφορα πράγματα τα οποία ένιωθα ότι βάλλονται και ήθελα να τα στηρίξω γιατί μου άρεσαν κι ένιωθα ότι εδώ γεννιέται κάτι. Ξανθάκης: Και μου ζητούσαν και τους έστελνα και τα βρίσκαμε και τα χάναμε και μπορεί να εξαφανιζόμουν για τρεις μήνες και να ξαναγύρναγα και να μην έτρεχε τίποτα. Μοιάζει παράξενο σήμερα με τα κομπιούτερ και τα μέηλ και τα μέσεντζερ, αλλά μερικές φορές η χειροτεχνία είναι το άπαν. Είναι ο μοναδικός τρόπος να βγάλεις από μέσα κάτι κρυμμένο πολύ βαθιά. Αλλά υπαρκτό… Κουκουλάς: Κάθε φορά συζητούσαμε με το Γιώργο Σιούνα και καταλήγαμε σε θέματα. Βασικός άξονας ήταν σχεδόν πάντα να πούμε κάτι διαφορετικό, κάτι που δεν θα βρισκόταν εύκολα σε άλλα περιοδικά. Καθώς ο Σιούνας είχε τη δική του ατζέντα και έγραφε τα δικά του σπουδαία κείμενα, συνήθως του πρότεινα θέματα και μετά από συζήτηση τα υλοποιούσα. Νένες: Το σημείο εκκίνησης ήταν μία συγκεκριμένη αίσθηση που είχα τη στιγμή που καθόμουν να γράψω. Από εκεί άρχιζε να ξετυλίγεται το νήμα. Σε κάθε επόμενη παράγραφο με οδηγούσαν οι δίσκοι – που τους χρησιμοποιούσα σαν αφορμή για να λέω ότι κατέβαινε στο κεφάλι μου. Έκανα κι ένα «παιχνίδι» αρκετές φορές: μου άρεσε το τέλος της προηγούμενης παραγράφου να μοιάζει κάπως με την αρχή της επόμενης. Τέτοιες χαζομαρούλες. Όχι, ποτέ δεν μου είχε ζητήσει κανείς να γράψω κάτι συγκεκριμένο. Ήθελα να καλύπτω όσο το δυνατό περισσότερο τις δισκογραφικές κυκλοφορίες, κυρίως της ανεξάρτητης σκηνής αλλά και εμπορικές γιατί ήταν ακόμα η εποχή που διψούσαμε για μουσικές, οι κυκλοφορίες ήταν μικρά «γεγονότα» για εμάς που ακούγαμε μουσική με αγάπη. Και πολιτικά και καλλιτεχνικά το περιοδικό μίλησε σε κόσμο που ένιωθε πως δεν είχε άλλη εκπροσώπηση στο εκδοτικό και μιντιακό mainstream της εποχής. Ήταν αυτό κάτι που σκεφτόσουν ποτέ κατά την περίοδο της συνεργασίας σας, υπήρχε κάπως συνειδητά; Ξανθάκης: Μπα, καθόλου. Την πλάκα μας κάναμε όλοι και γι’ αυτό βγήκε αυτό το φαντασμαγορικό αποτέλεσμα που βγήκε. Τον αναγνώστη πάντοτε τον αγαπάς, αλλά αν αρχίσεις να σκέφτεσαι με βάση το πώς θα αγκαλιάσεις ένα ευρύτερο κοινό χάνεται όλη η γκάβλα. Και η Βαβέλ πάνω απ’ όλα αυτό ήταν. Ένα γούστο, ένα καπρίτσιο, μια γκάβλα. Νένες: Δεν νιώθαμε ότι είμαστε ενάντια σε κανένα κατεστημένο, ούτε υπήρχε ακόμα η έννοια των media όπως είναι σήμερα. Ήταν όμως η χρυσή εποχή των περιοδικών. Βγάζαμε ένα περιοδικό με ύλη που δεν βρίσκαμε πουθενά αλλού – αυτό ήταν όλο. Δεν είχες το ίντερνετ και έτρεχες στα ταξίδια στο εξωτερικό να αγοράζεις περιοδικά που τα φύλαγες στη βιβλιοθήκη σου. Ή πηγαίναμε στα μεγάλα περίπτερα στο κέντρο για να αγοράζουμε ό,τι νέο κυκλοφορούσε. Ήταν καθαρός φετιχισμός. Υπήρχε η αίσθηση της συσπείρωσης όμως. Ήμασταν στον κόσμο μας με τους ομοίους μας. Αν σημαίνει κάτι αυτό. Φραντζής: Μιλάμε για μια άλλη εποχή, την εποχή των περιοδικών που είναι από μόνο του κάτι άλλο. Η Βαβέλ ήταν πάντα ένα περιοδικό που ξεχώριζε επειδή μπορούσε να καλύψει ένα φάσμα πραγμάτων που τα πρωτοδιαβάζαμε σε έντυπα, από πράγματα που αφορούσαν το AIDS μέχρι πολιτική, μέχρι κομμάτια καλλιτεχνικά, πράγματα που δεν τα διάβαζες αλλού. Αν σκεφτείς πόσοι έχουν περάσει από τη Βαβέλ σε όλα τα επίπεδα, γράφοντας για μουσικές ή τέχνη ή κόμικς, άνθρωποι λίγο πολύ που καθόρισαν μια εποχή. Εγώ έγινα μέλος της παρέας 10 χρόνια αφού ξεκίνησε, οπότε για μένα υπήρχε πάντα αυτή τη διάσταση, ότι αυτό είναι κάτι ξεχωριστό που συμβαίνει. Όταν μετά έγινε σπίτι μου, ήταν κυρίως ένας τόπος συνάντησης. Πέρναγες να πεις ένα γεια ή να αφήσεις το κείμενο και έμενες 5 ώρες να κουβεντιάζεις, έρχονταν άλλοι κ.λ.π. Αυτό το πράγμα είχε τρομερή ζωντάνια. Ήταν παρέα με κάποιους ξεχωριστούς ανθρώπους οπότε αυτό γεννούσε και δημιουργούσε πράγματα. Κουκουλάς: Φυσικά. Ήταν τιμή να γράφεις στη Βαβέλ όταν η κυρίαρχη τάση ήταν από τη μια ο αυριανισμός στον ημερήσιο τύπο και από την άλλη το lifestyle του ΚΛΙΚ στον περιοδικό. Το περιοδικό πάντα ξεχώριζε για τα αφιερώματά του, παρεμβατικά, επίκαιρα, ακόμα και μπροστά από την εποχή τους. Σου ανέφερε κόσμος ή γνωστοί σου τα κείμενά σου ή το περιοδικό γενικότερα; Ξανθάκης: Ναι, αλλά δεν το έψαχνα και πολύ. Για αναγνώριση είχα τη δημοσιογραφική μου εργασία σε ραδιόφωνα, εφημερίδες και περιοδικά lifestyle. Η Βαβέλ ήταν ο έρωτάς μου και γι’ αυτό έγραφα ό,τι μου κατέβαινε. Ενίοτε και εκπληκτικά άστοχα κείμενα, για τα οποία πάντως δεν μετανιώνω. Κουκουλάς: Στον κύκλο μου, χωρίς αυτός να είναι ενδεικτικός της τάσης της εποχής, η Βαβέλ ήταν θρύλος. Οπότε ναι, τα κείμενα που έμπαιναν στη Βαβέλ είχαν μεγάλη επίδραση. Ιδιαίτερα τα μαχητικά θέματα που συχνά δεν αφορούσαν τα κόμικς ή δεν αφορούσαν μόνο τα κόμικς. Νένες: Δεν μπορώ να πω ότι μου ανέφεραν τη στήλη οι γνωστοί. Μόνο κάποιοι κοντινοί φίλοι που γνώριζαν έτσι κι αλλιώς. Επισήμως, θυμάμαι, πρώτη φορά είχε αναφερθεί στη στήλη ο Τσαγκαρουσιάνος, στη δική του στήλη στην Ελευθεροτυπία – είχε κράξει τον Σταύρο Κούλα κι εμένα ότι ξεφωνίζουμε το περιοδικό, κάτι τέτοιο. Δεν μάς ήθελε καθόλου. Φραντζής: Εκ των υστέρων. Πολύς κόσμος άρχισε να μου λέει πω πω εκείνο το κείμενό σου, κι έτσι άρχισα να καταλαβαίνω ότι υπήρχε όντως κόσμος που διάβαζε και σχολίαζε. Ήταν αφορμή για συναντήσεις. Ας πούμε με τον Αλέξη Αλεξίου, που κι εκείνος ήταν αναγνώστης της Βαβέλ, είχαμε οργανώσει στο Φεστιβάλ ένα αφιέρωμα στον κινηματογράφο του Χονγκ Κονγκ, γιατί τότε είχαμε κι οι δύο ανακαλύψει αυτό το σινεμά που τότε ήταν πολύ στην αρχή εδώ. Τότε δεν υπήρχε αυτή η προσβασιμότητα. Όταν ήμουν στο Παρίσι είχα έναν κολλητό σε μια ομάδα που έκανε αφιέρωμα στις ταινίες του Χονγκ Κονγκ και μέσω αυτών ανακάλυψα εκείνη την κινηματογραφία, κι αποφασίσαμε αργότερα να κάνουμε εδώ αυτό το αφιέρωμα. Δεν υπήρχε πρόσβαση – οπότε γινόταν δίαυλος το περιοδικό προς πράγματα που δεν ήταν ακόμα γνωστά. Τι σου λείπει περισσότερο από την εποχή της Βαβέλ; Ποια είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά της; Κουκουλάς: Μου λείπει η Βαβέλ. Όχι η εποχή της. Η κληρονομιά της είναι ότι σήμερα, 40 χρόνια μετά από την πρώτη κυκλοφορία της συζητούμε για αυτήν. Γιατί σύστησε σε πολλούς ανθρώπους των eighties και των nineties την τέχνη των κόμικς. Και την ανατρεπτική ματιά του χιούμορ Ευρωπαίων και Ελλήνων καλλιτεχνών. Ξανθάκης: Μου λείπει ότι κάνουμε κάτι γιατί έτσι μας γουστάρει, χωρίς να ψαχνόμαστε πώς θα κονομήσουμε ή πώς θα κερδίσουμε την κοινωνική αποδοχή. Έτσι για το γαμώτι δηλαδή που λένε και στην επαρχία. Νένες: Δεν ξέρω για κληρονομιά, είναι πολύ βαριές λέξεις αυτά – κατεστημένο, κληρονομιά… Η Βαβέλ άφησε πίσω της ρημάδια. Η εποχή θα έλεγα. Είμαστε όλοι μισότρελοι, δεν ξέρουμε τι ήταν αυτό που συνέβαινε τότε και πώς να το ισορροπήσουμε με το τώρα. Γελάμε αρκετά με αυτά που θυμόμαστε, δεν μπορούμε να τα αξιολογήσουμε. Εγώ δεν θέλω να διαβάζω τίποτα από τα παλιά μου κείμενα, ανατριχιάζω, ντρέπομαι. Αυτό που μου λείπει από εκείνη την εποχή είναι η ορμή να γράφω. Φραντζής: Το δέσιμο μιας παρέας ανθρώπων που επέμενε πάρα πολύ να κάνει πράγματα επειδή τα πίστευε, και για το κέφι τους πάνω από οτιδήποτε άλλο. Και άρα να λειτουργήσουν σε ένα πλαίσιο αυτόνομο, ελευθερίας. Κατά καιρούς είχαν υπάρξει προτάσεις να αγοραστεί η Βαβέλ, και ποτέ δε μπήκανε σε αυτό το τριπ τα παιδιά, για να μπορέσουν να κρατήσουν την αυτονομία ενός πράγματος που θα μπορούσαν να κάνουν αυτό που θέλουν, όπως θέλουν. Ήταν κάτι που το κάναμε όλοι επειδή γουστάραμε να το κάνουμε, ούτε χρήματα υπήρχαν… Όποτε το βλέπεις αυτό να συμβαίνει, όποτε έχουν δημιουργηθεί τέτοιοι πυρήνες βλέπεις ότι αφήνουν πίσω κάτι, γεννιέται κάτι. Αυτό είναι μια κληρονομιά. Τι σου έδωσε η Βαβέλ και κράτησες έκτοτε για πάντα στην πορεία σου; Νένες: Να πιάνω την πρώτη μου σκέψη και να ακολουθώ το νήμα. Ήταν ένα είδος μπλόγκινγκ που το ακολούθησα αργότερα και στο Πανικοβάλ των 500, της Athens Voice. Φραντζής: Το πάθος για τα πράγματα. Όλοι είχαν πάθος για τα πράγματα που κάναν στη Βαβέλ. Και πάθος και ανάγκη να τα υπερασπιστούν. Κανείς δεν έκανε αυτό που έκανε για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Το κάνανε όλοι με ένα τρελό πάθος. Κουκουλάς: Πρώτα απ’ όλα καλούς φίλους. Σπουδαία τέχνη. Ανατρεπτικό, ανυπότακτο πνεύμα. Επιμονή παρά τις αντιξοότητες. Και εμπλοκή του πολιτικού ζητήματος σε κάθε θέμα. Ελπίζω να έχω κρατήσει κάτι απ’ όλα αυτά. Ή τουλάχιστον να μπορώ να τα εκτιμώ σε όσους και όσες τα διαθέτουν. Ξανθάκης: Ζούρλια μου έδωσε, ανάσα μου έδωσε και ολίγη μαγκιά. Αυτά μου φτάνουν. Το αφιέρωμα ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΒΑΒΕΛ από το τεύχος #118 της Βαβέλ ΙΙ. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗ ΒΑΒΕΛ Τον Σεπτέμβριο του ‘18 για λογαριασμό του περιοδικού Μπλε Κομήτης (Εκδόσεις Polaris: Ερωτόκριτος, Ληστές, Τα Μυστικά του Βάλτου) είχα μιλήσει με τις Νίκη και Εύη Τζούδα και τον Σταύρο Κούλα, που σχεδίαζε το περιοδικό από το ‘85. Ακολουθεί η αναπαραγωγή αποσπασμάτων της συζήτησης, με την άδεια των εκδόσεων Polaris. Νίκη Τζούδα: Η Βαβέλ σαν παρέα ξεκίνησε, με τα λεφτά κάποιων διακοπών. Ως κέφι περισσότερο, από μια διάθεση. Οι περισσότεροι είχαμε τελειώσει πανεπιστήμιο στην Ιταλία, γνωριζόμασταν από τότε, η Παυλίνα [Καλλίδου] που ήταν πριν στην Κολούμπρα με τον Τουφεξή. Σκέψου ήταν μια εποχή που έβραζαν τα πάντα κοινωνικά, οπότε τα περιοδικά αυτού του είδους ανθούσαν. Κι έτσι για την Ελλάδα υπήρχε ένας πλούτος απίστευτος από κόμικ που μπορούσαμε να δημοσιεύσουμε από το εξωτερικό. Στην Ελλάδα δεν ξέραμε κανέναν, ότι είχαμε τελειώσει τις σχολές μας. Σιγά-σιγά με το περιοδικό άρχισαν να μαζεύονται διάφοροι. Ο Αρκάς είχε μάθει ότι θα βγει το περιοδικό κι έναν χρόνο πριν κάναμε σχέδια. Είχαμε βρει Ιωάννου, Καλαϊτζή. Ο Καλαϊτζής έκανε βινιέτες στο Αντί, όπως κι ο Ιωάννου. Κόμικ πρώτη φορά με την Τσιγγάνικη Ορχήστρα. Ελληνική σκηνή τότε υπήρχε; Σταύρος Κούλας: Ουσιαστικά η Βαβέλ έκανε τη σκηνή. Και στην Κολούμπρα έκαναν πράγματα αλλά πιο χύμα κατάσταση, άλλο πράγμα. Με τη Βαβέλ γίναν πιο συγκεκριμένα και ιδεολογικά πιο φορμαρισμένα. Και το πολιτικό στίγμα του περιοδικού ήταν από την πρώτη στιγμή πολύ έντονο. Ν. Τζούδα: Γιατί είμαστε έτσι εμείς. Πέρα από τον πλούτο των κόμικ εκείνης της εποχής που δεν ήξερες τι να διαλέξεις, υπήρχαν κι ένα σωρό κίνητρα τότε να έχεις κι άλλα κείμενα. Στο κάτω-κάτω δε μας ενδιέφερε ποτέ ένα περιοδικό αμιγώς κόμικ. Κούλας: Κάναμε ολόκληρη ιστορία μια παρέα λίγων ανθρώπων. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην ήξερε τη Βαβέλ. Μπορεί να μην τη διάβαζε, αλλά την ήξερε. Δουλειές Ελλήνων καλλιτεχνών έκαναν συχνά την εμφάνισή τους στη Βαβέλ, από τον Γιάννη Καλαϊτζή μέχρι τον Δημήτρη Παπαϊωάννου. Στις εικόνες από αριστερά προς τα δεξιά, βλέπουμε αποσπάσματα κόμικς των Γιώργου Μπότσου, Διαμαντή Αϊδίνη, Λέανδρου, Πέτρου Ζερβού, Sotos Anagnos. Ν. Τζούδα: Το ένα έφερνε το άλλο. Ο Σταύρος πέρασε να μας γνωρίσει. Έκανε ένα κόμικ, κάτι κουνημένες φωτοτυπίες. Είχαμε διαρκώς ερεθίσματα. Ερχόταν κάποιος κι έλεγε μια ιδέα, μας επηρέαζε, άρχιζε να γράφει. Ο Τζιώτζιος για παράδειγμα, που μετά ίδρυσε το Σινεμά και τις Νύχτες Πρεμιέρας. Ήταν ένα εκπληκτικό, λαμπερό άτομο. Θέλω να σου πω, είναι και λίγο τυχαία αυτά τα πράγματα. Περνούσαν άνθρωποι, ταιριάζανε. Υπήρχε με αυτόν τον τρόπο και μια πολυφωνία για τα πάντα. Ο Ζερβός ήταν τότε ένας φοιτητής της αρχιτεκτονικής. Κούλας: Ο Παπαϊωάννου έφερνε τα κόμικ του. Ν. Τζούδα: Και μάλιστα με μια συστατική επιστολή από τον Τσαρούχη! Κούλας: Όταν ξεκίνησε το περιοδικό, άρχισαν να έρχονται φάκελοι σωρηδόν. Ανακαλύψατε πολλούς έτσι; Ν. Τζούδα: Βέβαια, πολλούς! Εύη Τζούδα: Μπότσος, Σολούπ, Λέανδρος. Κούλας: Διαμαντής Αϊδίνης. Υπήρχαν άνθρωποι που ξεκίναγαν να γράφουν και ήθελα να γράφουν σε εμάς. Νένες, Γεωργελές, Λάλας. Ο Τζιώτζιος που έκανε κριτική. Κι ερχόταν κόσμος, άφηνε κείμενα, αν μας άρεσε το βάζαμε. Ήταν μια πολύ παρεΐστικη κατάσταση. Δηλαδή δεν είχε καμία σχέση με ένα corporate περιοδικό με διευθυντή, αρχισυντάκτη, ήμασταν όλοι μαζί. Ν. Τζούδα: Λειτουργούσαμε σαν κολεκτίβα. Χωρίς επεμβάσεις. Πες εσύ, ήρθες το ‘85 στο περιοδικό, δε θυμάμαι να σου είπαμε ποτέ μην το κάνεις έτσι ή πώς είναι έτσι το εξώφυλλο. Κούλας: Ποτέ. Ενώ σε άλλα περιοδικά που δούλευα είχα παρεμβάσεις. Η Βαβέλ ήταν το μοναδικό περιοδικό που ήμουν ελεύθερος να κάνω ό,τι κατέβαινε στην κούτρα μου, μερικές φορές τα οποία δε βλεπόντουσαν κιόλας, είχα το ελεύθερο να κάνω ό,τι γούσταρα. Από τη Βαβέλ έμαθα να είμαι γραφίστας. Αυτό ίσχυε και για τους υπόλοιπους ανθρώπους που δούλευαν εκεί μέσα. Κούλας: Εγώ δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να διατηρηθεί ένα περιοδικό την εποχή του ίντερνετ. Κάποια κείμενα που τα βάζαν απέξω τα παιδιά, που δεν ήταν εύκολο να τα βρεις ας πούμε, τώρα με το ίντερνετ τα βρίσκεις όλα. Ε. Τζούδα: Στο ίντερνετ από τη μία βρίσκεις τα πάντα, από την άλλη χάνεσαι, δε βρίσκεις τίποτα. Ενώ όταν κάποιος σου δίνει μια συλλογή που σε βρίσκει σύμφωνο αισθητικά και από άποψη, το έχεις συγκεντρωμένο. Για μένα ένα περιοδικό λειτουργεί έτσι, συγκεντρώνει απόψεις, δίνει βήμα. Γιατί τώρα πια οι αυτοεκδόσεις είναι μεν πιο εύκολες, όμως ένα περιοδικό βοηθάει έναν δημιουργό να αναδειχθεί και να δείξει καλύτερα τη δουλειά του. Κούλας: Τυπωμένο είναι και πιο ωραίο από το να το βλέπεις στο ίντερνετ. Μπορεί να είναι και φετιχιστικό αυτό, αλλά προτιμώ να το έχω τυπωμένο, όπως και μια φωτογραφία, παρά να βλέπω 15.000 φωτογραφίες. Όπως είναι και με τη μουσική, έπαιρνες έναν δίσκο και τον ξέσκιζες, τώρα ακούς 35.000 δίσκους και δε θυμάσαι κανέναν. Εγώ πιστεύω πρέπει να υπάρχουν περιοδικά μιας τέτοιας φόρμας και ιδεολογίας. Γιατί εκεί μέσα [σ.σ. στο ίντερνετ] χάνεσαι, εκεί δεν υπάρχεις πια από ένα σημείο και μετά. Αλλά ήταν κι η εποχή, σήμερα δεν ξέρω αν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Ν. Τζούδα: Ή μπορεί να γίνει κάτι τελείως διαφορετικό. Ακόμα και σήμερα το μυστικό είναι η συλλογική δουλειά. Μερικές μόνο από τις υπογραφές που πέρασαν από τη Βαβέλ: Νίκος Ξυδάκης, Περικλής Κοροβέσης, Θανάσης Λάλας, Βαγγέλης Περρής, Φώτης Γεωργελές, Μάκης Μηλάτος, Κωστάκης Ανάν. Κούλας: Ξέρεις πόσες φορές βρίσκω ανθρώπους που δεν τους ξέρω και μου λένε για τη Βαβέλ «έχω όλα τα τεύχη»; Από ανθρώπους που δεν μπορούσες να φανταστείς ότι αυτοί θα είχαν όλα τα τεύχη. Λένε Βαβέλ, αλλά αυτό το Βαβέλ δεν είναι μόνο το περιοδικό, έχει ένα ολόκληρο μπαγκράουντ κουλτούρας ζωής. Και γι’ αυτόν που τα δίνει και αυτή την κατάσταση τη μεταφέρει σε κάποιον άλλον, σε αυτόν που του τα χαρίζει. Δε σου αφήνει κάποιος απλώς δέκα τεύχη. Δεν αφήνει κανείς δέκα τεύχη του Ταχυδρόμου. Αντικατοπτρίζει μια ολόκληρη εποχή. Ε. Τζούδα: Ο κόσμος έψαχνε για κάτι και ψαχνόταν σε όλα τα επίπεδα. Οπότε, άμα είσαι τυχερός και πέσεις στην κατάλληλη εποχή και βγάλεις εσύ κάτι, μαζεύεις τον κόσμο δίπλα σου. Κούλας: Η Βαβέλ είχε άρθρα για το AIDS. Ν. Τζούδα: Μια εποχή που κανείς δεν ασχολείτο με το AIDS. Ή με την αποποινικοποίηση της κάνναβης! Ο Γιώργος [Σιούνας] είχε κάνει εξαιρετική δουλειά με εκείνα τα αφιερώματα. Κούλας: Το τι δημιούργησε αυτό το περιοδικό! Τα παιδιά που ανακάλυψε, το τι είδαν αυτά τα παιδιά εδώ, πράγματα που δεν είχαν δει. Τα νούμερα δεν υπήρχαν, αλλά είχαμε μια επιρροή μεγαλύτερη από τα νούμερά μας. Και το σχετικό link...
  2. Ο ζωγράφος και κριτικός από την Καλιφόρνια των ΗΠΑ Μάνι Φάρμπερ, όρισε ως «τέχνη των τερμιτών» αυτή που βρίσκεται «εκεί όπου το επίκεντρο του πολιτισμού δεν εντοπίζεται πουθενά ξεκάθαρο, με αποτέλεσμα ο τεχνίτης να μπορεί να είναι πρόστυχος, πεισματάρης, καλλωπιστικός και πεισματικά συγκεντρωμένος, κάνοντας τέχνη που δεν του εξασφαλίζει τα προς το ζην και δεν ενδιαφέρεται για το τελικό αποτέλεσμά της». Αυτή η ανάγκη, το να είναι η τέχνη τρόπον τινά «άσχημη», να κατευθύνεται εκεί όπου δεν είναι επιθυμητή, χτίζοντας και καταστρέφοντας χαοτικά λαγούμια σαν τους τερμίτες, ήταν ισχυρή στη δημιουργία του περιοδικού Βαβέλ σαράντα χρόνια πριν τον Φεβρουάριο του 1981. Η Βαβέλ ήταν ένα περιοδικό «κόμικς – και όχι μόνο» όπως καυχιόταν, χρησιμοποιώντας μια – μάλλον μέτρια – μετάφραση του σλόγκαν του θρυλικού ιταλικού περιοδικού κόμικς Linus που άνθιζε εκείνη την περίοδο. Αέρας ανανέωσης Σε μια εποχή μεγάλου κοινωνικού αναβρασμού και εντονότατης πολιτικοποίησης, μια παρέα νέων με σπουδές στην Ιταλία, αγάπη για τα κόμικς και με τα λεφτά των διακοπών που δεν πήγαν, εξέδωσε ένα περιοδικό κόμικς. Πρωτεργάτες η Νίκη Τζούδα και ο Γιώργος Μπαζίνας – ο οποίος στην πορεία διαφώνησε και αποχώρησε για να δημιουργήσει το δικό του περιοδικό κόμικς, το Παρά Πέντε. Επηρεασμένη από το περιοδικό Linus και τα γαλλικά Charlie Hebdo και τον πρόγονό του, το Hara-Kiri, η Βαβέλ προσέφερε σε ένα ουσιαστικά αμύητο κοινό, από το πρώτο κιόλας τεύχος της, σατιρικά κόμικς και στριπ. Λεγόταν τότε ότι η Βαβέλ (και το περιοδικό Μαμούθ που είχε προηγηθεί) είναι περιοδικό ανθολογίας κόμικς όχι για παιδιά, που θεωρούνταν το βασικό κοινό των κόμικς, αλλά για ενήλικους. Αλλά προφανώς, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν ήταν αρκετός. Τα κόμικς που φιλοξένησε η Βαβέλ, σε πολύ μεγάλο βαθμό κυμαίνονταν στο γενικότερο κλίμα ελευθεριότητας και ριζοσπαστισμού που επικρατούσε εκείνη τη στιγμή στα ευρωπαϊκά έντυπα, φιλοξενώντας τη δουλειά δημιουργών όπως ο Altan, ο Copi, ο Reiser, ο πατέρας της Μαφάλντα Quino, ο Wolinski, αλλά και ο Crepax, ο Moebius, o Enki Bilal, οι Munoz-Sampayo να κάνουν την εμφάνισή τους από τα πρώτα κιόλας τεύχη της. Συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από την έκδοση του πρώτου τεύχος της Βαβέλ Δυσανάλογα επιδραστική ειδικά αν αναλογιστούμε πως επρόκειτο για κόμικς, η Βαβέλ ήταν ένα έντυπο στο οποίο στράφηκε το κομμάτι εκείνο της νεολαίας της δεκαετίας του 1980 το οποίο ήταν μπουχτισμένο από τον συντηρητισμό των υπαρχόντων μίντια και την αναχρονιστική στάση της κυρίαρχης Αριστεράς απέναντι στην κουλτούρα. Εκτός από διάφορες μοντέρνες αφηγηματικές εκδοχές στα κόμικς και εκτός της καταλυτικής παρουσίας εκπροσώπων του χιουμοριστικού κόμικς που γεννήθηκαν μέσα στον ριζοσπαστισμό του Μάη του ’68, η Βαβέλ λειτούργησε ταυτόχρονα ως υπέρμαχος πολιτικού φιλελευθερισμού σε κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής. Στις σελίδες της φιλοξενήθηκαν – μεταξύ άλλων – εξαιρετικά κείμενα για τον κινηματογράφο, τη γραφιστική, αλλά και κείμενα παρέμβασης για το AIDS, τα ναρκωτικά κ.ά. Όλα αυτά συνοδευόμενα από πολλών λογιών στήλες, κείμενα και διηγήματα, μα κυρίως γουστόζικα ενορχηστρωμένα, τυλιγμένα μέσα σε εντυπωσιακούς γραφιστικούς πειραματισμούς, με τον Σταύρο Κούλα να αφήνει το αποτύπωμα των «γουορχολικών» και ποπ επιρροών του (μετά την αποχώρηση του Γιώργου Μπαζίνα, η γραφιστική πρωτοπορία που ερχόταν από περιοδικά τύπου Actuelle αλλά και από αμιγώς κόμικς προσπάθειες όπως το Frigidaire επικράτησαν), αλλά και αργότερα τον Soto Anagno να αφήνει το στίγμα του στο lay-out του περιοδικού. Κόμικς και άλλα κόμικς Η Βαβέλ σύστησε στο ελληνικό κοινό σπουδαίους δημιουργούς και μεταξύ τους ορισμένους κλασικούς, όπως ο δημιουργός του ντετέκτιβ Σπίριτ Will Eisner, o δημιουργός του Κόρτο Μαλτέζε Hugo Pratt, o «μάγος» από την Αργεντινή Alberto Breccia που πειραματιζόταν όσο κανείς με το χρώμα και την «αφή» της γραμμής, ο υπερρεαλιστής Caza, o Gotlib, o Pazienza, o Vuillemin, ο Mordillo, o Margerin, ο Liberatore, o Loustal, o Igort, o Tardi, o Daniel Clowes (που στην Ελλάδα μας συστήθηκε καλύτερα με το κόμικς Υπομονή, εκδ. Οξύ), ο Ralf König που με τα κόμικς του σατίριζε τον κοινοτισμό των γκέι, και τόσοι άλλοι. Παράλληλα όμως έδωσε βήμα σε σπουδαίους Έλληνες δημιουργούς να αναδειχθούν μέσα από τις σελίδες της. Από τη Βαβέλ ξεκίνησε ο Αρκάς που πρωτοδημοσίευσε τα στριπ του με τον Κόκορα, στη Βαβέλ άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες ο Γιάννης Καλαϊτζής την Τσιγγάνικη ορχήστρα, το πρώτο μοντέρνο ελληνικό graphic novel, έναν συναρπαστικό εικονογραφικό περίπατο στην μεταπολιτευτική Αθήνα του 1980, εκεί πρωτοεμφανίστηκε ο χορογράφος Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο οποίος δημοσίευσε κυρίως τη δεκαετία του ‘90 συναρπαστικά γκέι κόμικς με θέμα τον έρωτα, τον εικαστικό Γιώργο Μπότσο, την Έλενα Ναβροζίδου και τον Κώστα Βιτάλη με τα ποιητικά και «ακραίου ερωτισμού» κόμικς που δημιούργησαν, τον Νίκο Κούτση, τον Νικόλα Κούρτη, τον Κώστα Μανιατόπουλο, τον Λέανδρο με την χαοτική και ιδιοφυή σχεδιαστική γραμμή του που κατάφερε να ενθουσιάσει ακόμα και τον θρύλο Moebius σ’ ένα από τα φεστιβάλ της Βαβέλ στο Γκάζι, τη Μαρία - Ηλέκτρα Ζογλοπίτου, τον Σπύρο Βερύκιο κ.ά. Μια από τις πιο εντυπωσιακές στιγμές του περιοδικού, κατά την κρίση μου, ήταν μια δημιουργική σύγκρουση που φιλοξενήθηκε στα τεύχη 32-33. Στο τεύχος 32 πρωτοδημοσίευσε τον «Ευρύμαχο» ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, πεντασέλιδο εικαστικής καταγωγής κόμικς που συνοδευόταν από μια «συστατική επιστολή» του καθηγητή του, Γιάννη Τσαρούχη, ο οποίος ισχυριζόταν ότι «η ζωγραφική και το χρώμα οδηγεί σε άλλου είδους κόμικς» σε αντίθεση με «τα παραμύθια των μυών, τα κακοσχεδιασμένα ή τα υποπαράγωγα της σιχασιάς και της απογοητεύσεως». Ο Τσαρούχης αντιτασσόταν στα κόμικς ηρωικής φαντασίας, που κατά τη γνώμη του δεν ήταν παρά «τροποποιημένες από τον ρατσιστικό μικροαστισμό και ισχνό ρασιοναλισμό, απεικονίσεις των ζωοφόρων του 4ου αιώνα». Στο επόμενο τεύχος στον Τσαρούχη απάντησε ο Αντώνης Ευδαίμων (ο Αρκάς, πριν γίνει ευρύτερα γνωστός), υποστηρίζοντας ότι ο Τσαρούχης είναι εγκλωβισμένος στα κλισέ που ακολουθούν την τέχνη των κόμικς, και όπως και άλλοι διανοούμενοι, έτσι και αυτός, όταν δεν την αφορίζουν ως αντιδραστικό προϊόν της δυτικής υποκουλτούρας προσπαθούν να βρουν συγγενείς της στις άλλες τέχνες ή στην ιστορία, για να καταδείξουν αφενός μεν ότι δεν είναι μια ξεχωριστή και ανεξάρτητη τέχνη, αφετέρου ότι υπάρχουν και πολύ καλύτερα παραδείγματα. Αντίθετα, λέει, τα κόμικς είναι μια εντελώς καινούργια τέχνη με τους δικούς της κανόνες και τα δικά της μέσα, η οποία μπορεί να υπάρξει μόνο σε έντυπη μορφή καθώς «η ένταξή τους μέσα στο είδος του εντύπου, η προσαρμογή τους στο μέγεθός του, η σελιδοποίησή του, δεν είναι απλά τεχνικά θέματα, είναι αισθητικά προβλήματα, καθώς τα κόμικς αποκτούν πλήρη υπόσταση μόνο όταν τυπωθούν». Τέλος αναφέρει πως, όπως κάθε καινούργια τέχνη, έτσι και τα κόμικς δανείζονται από τις προηγούμενες, ενώ όσοι κάνουν κόμικς δεν έχουν καμία υποχρέωση να αποδείξουν πως είναι λογοτέχνες, πως ξέρουν να κάνουν κινηματογράφο, πως ξέρουν να ζωγραφίζουν, ούτε καν πως ξέρουν να σχεδιάζουν. Τα κόμικς χειρίζονται κάτι ξένο στις εικαστικές τέχνες: τον χρόνο. Κάθε καρέ είναι ανολοκλήρωτο χωρίς το επόμενο και το προηγούμενο, ενώ όσο πιο ολοκληρωμένο είναι τόσο πιο δυσκίνητο γίνεται. Επιδραστικότητα με αντίκτυπο Η επιδραστικότητα της Βαβέλ δεν φαινόταν μόνο στην απήχησή της ιδίως στις τάξεις των νέων – οι φοιτητές κυκλοφορούσαν με μια Βαβέλ στο χέρι. Η επιδραστικότητα του εντύπου αυτού καθώς και η δουλειά που είχε ρίξει η ομάδα πίσω από το περιοδικό, αναφορικά με την απενοχοποίηση των κόμικς και την γνωριμία σπουδαίων δειγμάτων της τέχνης αυτής με το αναγνωστικό κοινό, φάνηκε στα φεστιβάλ που διοργάνωσε το περιοδικό. Στα 14 Φεστιβάλ που διοργανώθηκαν συνολικά από το 1996 (επέτειος 15 χρόνων κυκλοφορίας του περιοδικού) μέχρι και το 2012 (όλα πραγματοποιήθηκαν στην Τεχνόπολη, πλην του τελευταίου που έλαβε χώρα στη Διπλάρειο Σχολή), έγιναν δεκάδες εκθέσεις και εκδηλώσεις, ενώ σπουδαίοι δημιουργοί τίμησαν με την παρουσία τους το Διεθνές Φεστιβάλ Κόμικς της Αθήνας ή Φεστιβάλ της Βαβέλ, όπως έμεινε τελικά στην ιστορία. Από τον – πατέρα της Μαφάλντα και πρόσφατα εκλιπόντα – Quino, ο οποίος όπως μας αναφέρει η συνεκδότρια του περιοδικού Νίκη Τζούδα, ακούραστος έμενε στους χώρους του Φεστιβάλ ολημερίς μιλώντας με το κοινό και υπογράφοντας τις δουλειές του, τους Francesco Tulio Altan, Daniele Brolli, Max Cabanes, Pablo Echaurren, Édika, Vittorio Giardino, Jacques de Loustal, Frank Margerin, Lorenzo Mattotti, Miguelanxo Prado, Philippe Vuillemin, αλλά και τον Moebius, τον Jeff Smith του Bone, τον Max Andersson, τον Thomas Ott, τον König, τη δημιουργό του Περσέπολις Marjane Satrapi, τον μαιτρ του νουάρ José Muñoz, τις δημιουργικές ομάδες όπως η L’ Association των Lewis Trondheim και David B. και η Ultrapop. Προφανώς συμμετείχαν και σπουδαίοι έλληνες καλλιτέχνες, ο Αρκάς, ο Διαμαντής Αϊδίνης, ο Σπύρος Βερύκιος, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Λέανδρος, ο Γιάννης Ιωάννου, ο Νίκος Κούρτης, ο Γιάννης Καλαϊτζής, η Έλενα Ναβροζίδου, κ.ά., με έργα τους και μοναδικές εγκαταστάσεις. Μοναδική στιγμή των Φεστιβάλ, η έκθεση πρωτότυπων έργων του Will Eisner. Η Βαβέλ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κοινό προσλαμβάνει τα κόμικς ενώ ταυτόχρονα συνέβαλε στην αισθητική και την πολιτική χειραφέτηση των αναγνωστών της. Της είμαστε ευγνώμονες. Και το σχετικό link...
  3. Ήταν check point το βιβλιοπωλείο της «Βαβέλ». Ειδικά τα Σάββατα. Όλοι έκαναν τη βόλτα τους για να αγοράσουν βιβλία, να συναντήσουν γνωστούς. Ήταν σαν πάρτι. Ο Μελέτης Μοίρας, σκηνοθέτης της ταινίας «Βαβέλ – Από τη σιωπή στην έκρηξη» που θα δούμε στις Νύχτες Πρεμιέρας συζητά με τον Γ. Νένε για το ιστορικό περιοδικό. Η «Βαβέλ» ήταν το περιοδικό κόμικς που έσκασε στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του ’81 και έφερε μια νέα εποχή, δημιούργησε ένα νέο κοινό, άλλαξε τη γλώσσα και το χιούμορ μας, έστησε φεστιβάλ, ανέδειξε Έλληνες δημιουργούς, μας γνώρισε βιβλία, ταινίες, δίσκους, πρόσωπα, σχεδιαστές, εικαστικούς, λογοτέχνες, νέα ρεύματα. Μια παρέα, ένα μικρό γραφείο στη Ζωοδόχου Πηγής, μερικά γατιά, πολλά βιβλία, νέα άλμπουμ, ιδέες, πλάκα. Το περιοδικό έγραψε την ιστορία του και η ταινία «Βαβέλ – Από τη σιωπή στην έκρηξη» του Μελέτη Μοίρα, καταγράφει τον τρόπο που ξεκίνησε αυτό και πώς επηρέασε επί 2,5 δεκαετίες τον πολιτιστικό ιστό της χώρας. Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί μαζί με ένα ειδικό αφιέρωμα από τους συνεργάτες της «Βαβέλ» στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας και με αυτή την αφορμή, έγινε μία συζήτηση ανάμεσα στον σκηνοθέτη και τον Γιάννη Νένε, έναν από τους συνεργάτες της «Βαβέλ». Μ.Μ. Η «Βαβέλ» με είχε επηρεάσει τόσο πολύ που ήταν αυτόματα το επόμενο πράγμα στο μυαλό μου, μετά το ντοκιμαντέρ «Διαμάντια στον νυχτερινό ουρανό» που είχα γυρίσει για τον Jazz FM και το οποίο μπορεί να δει κανείς στην πλατφόρμα του Cinobo. Ήθελα λοιπόν να κάνω ένα φιλμ για το περιοδικό αυτό. Εγώ ξεκίνησα να κάνω κινηματογράφο 20 χρόνια μετά, αφού τελείωσα τη σχολή μου. Τώρα, μέσα σε τρία χρόνια, έχω κάνει δύο ταινίες μικρού μήκους, το «Never again» και το «Silence» (που θα κάνει κι αυτό πρεμιέρα στις Νύχτες Πρεμιέρας) και δύο ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους. Γιατί είμαι πια σίγουρος για τις επιλογές μου. Σαν να συγκέντρωνα άγραφο υλικό όλα αυτά τα χρόνια. Μπαίνω στο μοντάζ και ξέρω τι θέλω. Και η «Βαβέλ» ήταν στο μυαλό σου όλο αυτό τον καιρό; Μ.Μ. Ναι. Με τον Jazz FM ήταν αλλιώς γιατί ήξερα τους ανθρώπους, συμμετείχα κι εγώ στο σταθμό, ένιωθα πιο οικεία, έλεγα: και να κάνω καμιά βλακεία, εντάξει μωρέ θα με συγχωρέσουν, όλοι φίλοι μου είναι. Αλλά με τη «Βαβέλ» ήταν ανάγκη μου. Ήθελα να γυρίσω πίσω αυτά που πήρα από τη «Βαβέλ», να αποτίσω φόρο τιμής. Με διαμόρφωσε η «Βαβέλ». Όλα αυτά που διάβαζα, που άκουγα, που έβλεπα, αυτά που μου πρότεινε το περιοδικό με διαμόρφωσαν. Είχε δύναμη το περιοδικό. Γι’ αυτό και προσπάθησαν κάποιοι μεγάλοι εκδότες να το αγοράσουν. Ήταν και η εποχή που δεν είχε internet. Ο κόσμος είχε ανάγκη τέτοιες εκδόσεις. Μ.Μ. Εγώ ανακάλυψα τη «Βαβέλ» στα μέσα της εφηβείας μου και όλο αυτό το πράγμα μού ήρθε κατακούτελα. Φαπ, τι είπες τώρα ρε! Και ξέρεις, δεν ήταν κάτι που το μοιραζόμουν με τους φίλους μου. Πιο πολύ μόνος μου την απολάμβανα. Πώς την απολάμβανες; Μ.Μ. Εδώ ταυτίζομαι πολύ με τον Άγγελο Φραντζή που έχει μία ατάκα μέσα στην ταινία που λέει, παίρναμε τη «Βαβέλ» και δεν τη διαβάζαμε όλη. Τη διαβάζαμε κομμάτι-κομμάτι. Έτσι κι εγώ, ήθελα να το ευχαριστηθώ. Έμενα με την ώρα σε κάθε σελίδα, χάζευα, έλεγα θα κάνει καιρό να ξαναβγεί, άσε και λίγο για μετά. Ένα-ένα τα άρθρα. Όσοι αγαπούν τα κόμικς έτσι τα διαβάζουν. Μπορεί να κάθονται και να παρατηρούν ώρα, έστω και ένα καρέ. Ήθελε μελέτη η «Βαβέλ». Γι’ αυτό και ήταν έντυπο «βιβλιοθήκης». Τη φύλαγες προσεκτικά. Ποιοι σχεδιαστές σου άρεσαν Μελέτη; Μ.Μ. Εγώ ήμουν πολύ της γαλλικής σχολής. Edika, Reiser, Vuillemin. Και τα σκοτεινά, τα πιο βρώμικα, μου άρεσαν βέβαια. Του Bilal. Αλλά και ο Manara. Έκαναν απίστευτα πράγματα. Αλλά και τους Έλληνες αγαπούσα, θέλαμε να τους υποστηρίξουμε άλλωστε. Το σημαντικό ήταν ότι η «Βαβέλ», αυτό το εναλλακτικό προφίλ της και το ότι στηρίζει τους νέους σχεδιαστές, το διατήρησε μέχρι τέλους. Ακόμα και όταν έγινε «μεγάλο» περιοδικό. Μ.Μ. Δεν έχασε ποτέ την εφηβεία της. Εσύ σχεδίαζες ποτέ; Μ.Μ. Μπα, όχι. Αλλά πάντα ήθελα να βρω έναν φίλο, να σχεδιάζει και να κάνω εγώ το σενάριο. Ακόμα και τώρα, όταν σκέφτομαι, στο μυαλό μου είναι σαν να βλέπω κόμικς. Είχες γνωρίσει κανέναν από εμάς, στην ομάδα; Στο περιβόητο βιβλιοπωλείο, στα γραφεία της Ζωοδόχου Πηγής ερχόσουν ποτέ; Μ.Μ. Δεν είχα γνωρίσει κανέναν, όχι. Αλλά ναι, στο βιβλιοπωλείο ερχόμουν. Σας έβλεπα να κάνετε κάνετε πέρα δώθε, χαχαχα. Ήταν check point το βιβλιοπωλείο της «Βαβέλ». Ειδικά τα Σάββατα. Όλοι έκαναν τη βόλτα τους και περνούσαν για να αγοράσουν βιβλία και άλμπουμ από τη «Βαβέλ» και να συναντήσουν γνωστούς. Ήταν σαν πάρτι. Κι ανάμεσα να κυκλοφορούν και οι γάτες. Θυμάμαι την αγαπημένη της Νίκης Τζούδα, την Τσίντσια. Ήταν η αρχόντισσα των γραφείων. Πώς ήταν αλήθεια η πρώτη σου επαφή με τη «Βαβέλ» για το ντοκιμαντέρ; Μ.Μ. Πριν ξεκινήσω ζήτησα να συναντηθώ με τη Νίκη. Έτσι έπρεπε. Ήθελα να μου δώσει την ευχή της βρε παιδί μου. Βρήκες τη «Βαβέλ» με την ομάδα να έχει διαλυθεί πλέον, σε μία ιδιαίτερη κατάσταση που ήθελε και διακριτικότητα. Μ.Μ. Δεν με ήξερε η Νίκη. Απλώς κάτι της είχε πει ο Ιλάν από τον παλιό Τζαζ FM, ότι «καλό παιδί, δικός μας» κλπ. Στην πορεία με εμπιστεύτηκε η Νίκη. Στην αρχή δεν ήθελε να μιλήσει. Μετά από 6-7 μήνες το πήρε απόφαση. Και με τον Γιώργο τον Σιούνα προσπάθησα να επικοινωνήσω πολλές φορές αλλά δεν ήθελε να μιλήσει. Σεβαστό. Εμένα άλλωστε να σου πω την αλήθεια, με ενδιέφερε η ομάδα και το περιοδικό και το πώς επηρέασε όλους μας. Άλλαξε τίποτα στο μυαλό σου για τη Βαβέλ στη διαδικασία του φιλμ, γνωρίζοντας τους ανθρώπους της; Μ.Μ. Ναι, βέβαια! Κατάλαβα γιατί ακριβώς έγινε όλο αυτό. Όταν ξεκίνησα, η Νίκη και ο Κούλας δεν ήθελαν να μιλήσουν, αλλά τελικά όλα καλά. Το είχαμε συζητήσει και μαζί. Υπήρχε μία διστακτικότητα. Αναρωτιόμασταν: έπρεπε να γίνει ένα ντοκιμαντέρ για τη «Βαβέλ»; Τελικά, φαίνεται ναι. Θα γινόταν αργά ή γρήγορα. Πάντα έπαιζε στο «περιθώριο» αλλά ήταν μεγάλο θέμα. Ειδικά τα φεστιβάλ της «Βαβέλ» ήταν πολιτιστικό γεγονός, έρχονταν οι πάντες. Με διεθνή εμβέλεια. Φιλοξενούσε μεγάλα ονόματα σχεδιαστών, δημιουργών. Έτσι γνώρισα κι εγώ και έκανα συνεντεύξεις με σπουδαίους κομίστες που αγαπούσα – εγώ είμαι οπαδός της ιταλικής σχολής. Μ.Μ. Πάντως τις απορίες που είχα τις έλυσα. Εγώ ήθελα να κάνω την ταινία σαν το περιοδικό. Σαν κόμικς. Να τελειώνει το ένα θέμα και να μπαίνω στο επόμενο. Και μετά να έχει ένα κοινωνικό βλέμμα, μια ιστορία. Αυτό που κατάλαβα ήταν ότι η Αγάπη το είχε φτιάξει όλο αυτό. Ήταν μια ιστορία Αγάπης. Το ήξερα, αλλά με την ταινία το είδα να φανερώνεται μπροστά μου. Κι εσύ, Γιάννη, πρέπει να είσαι από τους συνεργάτες με τη μεγαλύτερη διάρκεια εκεί, ε; Ναι, μπορεί. Πρέπει να ήμουν 8 με 10 χρόνια εκεί. Έχασα τον λογαριασμό γιατί με τα παιδιά είχαμε και έχουμε φιλική σχέση, δεν ένιωσα ότι σταμάτησα ποτέ. Το θέμα είναι ότι όταν τα κάναμε όλα αυτά, δεν είχαμε ιδέα πού θα πάει. Μπορεί και να γελούσαμε με αυτή τη σκέψη. Μ.Μ. Και δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο τώρα πια. Ούτε σαν κίνηση, ούτε σαν ομάδα. Με τη μορφή που ήταν η «Βαβέλ», όχι, δεν υπάρχει. Τότε, προ internet, το «μεγάλο» αντικείμενό μας ήταν το περιοδικό, το έντυπο. Που έχει μία ολόκληρη φιλοσοφία από πίσω του. Τώρα η πληροφορία έχει διασπαστεί και διογκωθεί. Μέσα σε ένα διαδικτυακό χάος πρέπει να αναζητήσεις τους όμοιούς σου και τους καλλιτέχνες που σε ενδιαφέρουν. Έχει αλλάξει το είδος της σχέσης που έχεις μαζί τους. Το internet δεν δημιουργεί παρέες. Τότε μαθαίναμε τι τρέχει και το μεταφέραμε με το περιοδικό στους αναγνώστες. Γι’ αυτό και τα γραφεία της «Βαβέλ» είχαν γίνει σαν πυρήνας και δημιουργούσαν και ανθρώπινες σχέσεις αναμεταξύ μας. Και χαιρόμασταν που το όπλο μας σε όλο αυτό ήταν το χιούμορ. Αργότερα το καταλάβαμε. Στις εκθέσεις, εκεί πια που βλέπαμε όλο τον κόσμο μαζί. Και εκεί φαινόταν και όλη η σκληρή δουλειά του Γιώργου Σιούνα, της Νίκης, της Εύης, της Παυλίνας. Των ανθρώπων που πραγματικά έστηναν το περιοδικό. Γιατί εγώ τι, απλώς έδινα τα κείμενά μου. Μ.Μ. Θα ξαναγίνει άραγε κάτι τέτοιο; Μέσα μου πιστεύω ότι πρέπει να ξαναγίνει. Όχι τόσο το φεστιβάλ, όσο το έντυπο. Πρέπει να υπάρξει ξανά. Όποτε το λέω βέβαια η Νίκη μού κόβει τη διάθεση. Αλλά βλέπεις στην ταινία σου πώς είναι όλοι οι συνεργάτες που μιλάνε. Έτοιμοι να το ξανακάνουνε. Συντονισμένοι στο ίδιο μήκος κύματος. Μ.Μ. Κι εγώ πήρα απίστευτο feedback για την ταινία και τη «Βαβέλ» και από φίλους, γνωστούς αλλά και από νεότερους που δεν την ήξεραν. Χαίρομαι πολύ που και οι Νύχτες Πρεμιέρας, με τη σειρά τους, θέλησαν να τιμήσουν τη «Βαβέλ» με αυτό το carte blanche αφιέρωμα που κάνουν. Όπως λέγανε στη συνέντευξη τύπου, και αυτοί στα νιάτα τους, όταν έστηναν τις Νύχτες Πρεμιέρας, την κοπανούσαν για να έρθουν στο φεστιβάλ που γινόταν την ίδια περίοδο. Ας μην ξεχνάμε και ότι ο αξέχαστος Γιώργος Τζιώτζιος, ο άνθρωπος που ξεκίνησε τις Νύχτες Πρεμιέρας, ήταν ο κινηματογραφικός συντάκτης της «Βαβέλ», με το ψευδώνυμο Γιώργος Μπάριος. Μ.Μ. Η «Βαβέλ» επηρεάζει ακόμα. Όλοι όσοι ήταν το κοινό της τότε, τώρα είναι στην ακμή της δημιουργικότητάς τους και δεν ξεχνούν το αγαπημένο τους περιοδικό. * Η ταινία «Βαβέλ – Από τη σιωπή στην έκρηξη» θα προβληθεί την Παρασκευή 25/9 στις 19.30 στο σινέ Άνεσις. Και το σχετικό link...
  4. Η Νίκη Τζούδα, η θρυλική συνεκδόκτρια της Βαβέλ, αυτοβιογραφείται Μια από τις σπάνιες και σίγουρα πιο εξομολογητικές συνεντεύξεις της αθόρυβης κυρίας που δημιούργησε το πιο ανοιχτόμυαλο περιοδικό των ΄80s • Μεγάλωσα στην Αθήνα, αλλά θεωρώ το μισό εαυτό μου Ιταλό. Αισθάνομαι ότι τα χρόνια που έφυγα για σπουδές στην Ιταλία –σπούδασα Αρχιτεκτονική– πήρα ανάσα και βρέθηκα σε ένα περιβάλλον άκρως δημιουργικό. Είδα και έμαθα πράγματα που δεν γνώριζα εδώ πέρα ως παιδί. Εκεί κόλλησα και τη μανία με τα κόμικς. • Αυτή η μανία μεταφράστηκε στην ανάγκη δημιουργίας ενός περιοδικού εικόνας, όχι τόσο κόμικς. Και η Βαβέλ δεν είναι καθαρά ένα περιοδικό κόμικς, δεν μας ενδιέφερε μια ανθολογία, γι' αυτό υπήρξε «και όχι μόνο» από την πρώτη στιγμή. Τη φτιάξαμε το 1981 με τον Γιώργο τον Σιούνα, και το ύφος της οφείλεται περισσότερο σε αυτόν, παρά σε μένα. Τον περασμένο Φεβρουάριο έγινε 25 χρονών. Ξεκίνησε σαν μια τρέλα και εξακολουθεί να είναι μια τρέλα, απ' την οποία δεν μπορούμε εύκολα να ξεκολλήσουμε. • Νομίζω πως η Βαβέλ επηρέασε πάρα πολύ σημαντικά τα περιοδικά στη συνέχεια, κάνοντας κατ' αρχήν μια τομή. Όταν βγήκαμε εμείς, ήταν ελάχιστα τα περιοδικά που κυκλοφορούσαν. Το πιο σημαντικό που έφερε στον τομέα της μορφής είναι τα γραφιστικά, με την είσοδο του Σταύρου Κούλα στο περιοδικό, το 1985. Ακόμα δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στον γραφιστικό τομέα. Με λύπη μου βλέπω ότι είναι ελάχιστοι αυτοί που επιμελούνται γραφιστικά το περιοδικό τους – βλέπεις μια πληθώρα περιοδικών, και είναι όλα ίδια. Αντί να δώσουν χώρο σε δημιουργικούς ανθρώπους, θεωρούν το computer την εύκολη λύση, ξεχνώντας ότι είναι απλά ένα μέσο, ένα συμπυκνωμένο ατελιέ. Νομίζουν ότι ο καθένας μπορεί να στήσει ένα περιοδικό, κάτι που δεν είναι αλήθεια, γι' αυτό δεν υπάρχουν περιοδικά με προσωπικότητα στην Ελλάδα. Όποιο έντυπο κι αν ξεφυλλίσεις είναι το ίδιο και το αυτό, μόνο απ' τον τίτλο αναγνωρίζονται. Και είναι κρίμα, γιατί υπάρχουν πολλοί άξιοι άνθρωποι στο χώρο. • Η Βαβέλ υπήρξε –και είναι ακόμα– φυτώριο απ' όπου βγήκαν δημοσιογράφοι, εικαστικοί, εικονογράφοι, άνθρωποι της διαφήμισης. Το φεστιβάλ μας ξεκίνησε με την ίδια συνταγή που έγινε και το περιοδικό, απλώς εκεί έγινε πιο έντονα αυτό που θέλαμε εμείς –πρώτο πληθυντικό, επειδή είναι μια συλλογική δουλειά. Ξεκίνησε απ' την ανάγκη να παρουσιάσουμε κάθε πεδίο νεανικής δημιουργικότητας. Ο στόχος ήταν αυτός – με αφορμή τα κόμικς, που είναι ένα πολύ δυνατό επικοινωνιακό μέσο. Και είχε και έχει τεράστια επιτυχία. Είναι πάντα πίσω η Ελλάδα. Σε όλα. Είναι μια άκρως συντηρητική χώρα, όσο κι αν δίνει την εικόνα της «προχωρημένης». Δεν υπάρχει δημόσιος χώρος. Το φεστιβάλ (το οποίο ξεκίνησε ως 7ήμερο, αλλά τώρα πια διαρκεί 4 ημέρες) είναι μια μεγάλη δημιουργική γιορτή, κάτι που έλειπε απ' την Αθήνα. Δεν υπάρχουν χώροι όπου οι νέοι μπορούν να εκφραστούν. Το φεστιβάλ δίνει αυτή την ευκαιρία, να έρθουν με τις παρέες τους και να πάρουν παράλληλα και «τροφή», ουσιαστική ψυχαγωγία. • Κάποιοι, ξέρεις, σχεδόν επιδιώκουν να στραγγαλίσουν ό,τι δημιουργικό υπάρχει απ' την πλευρά των νέων, δεν είναι ότι απλά αδιαφορούν. Ξέρεις σε πόσα φεστιβάλ έχουν περάσει οι υπεύθυνοι της διοργάνωσης τη νύχτα τους στο αυτόφωρο; Κι αυτό, σε μια περιοχή που είναι τριγύρω γεμάτη μπαρ και εστιατόρια. • Δεν νομίζω ότι ενδιαφέρεται ο Δήμος –με τον οποίο συνεργαζόμαστε– για το φεστιβάλ. Ενδιαφέρονται περισσότερο για τα στημένα πράγματα, αυτά που θεωρούν mainstream. Έχω την εντύπωση πως, ό,τι έχει πάει μπροστά σε αυτή τη χώρα, έχει πάει μόνο από την τρέλα (μόνο ως τρέλα μπορώ να το χαρακτηρίσω) κάποιων ανθρώπων. Δεν παύουμε να ελπίζουμε σε καλύτερες μέρες, αλλά με στενοχωρεί που έχουν αρχίσει να λείπουν πολλά πράγματα από το φεστιβάλ, για οικονομικούς λόγους. Πριν από λίγο ακύρωσα μία από τις μεγαλύτερες εκθέσεις που είχαμε ανακοινώσει –του Φρανσουά Σουίτεν–, γιατί δεν μας φτάνουν τα λεφτά. Περιοριστήκαμε στις 4 μέρες, δεν υπάρχουν πια τα παιδικά κι εφηβικά εργαστήρια, οι ημερίδες κι οι διαλέξεις, ο χορός, ο κινηματογράφος, ο τομέας των γραφιστικών. Μερικές φορές αισθάνομαι απόγνωση, γιατί δεν μπορούν να καταλάβουν ότι είναι από τα ελάχιστα πράγματα που έχει η πόλη για τους νέους. Το μόνο ίσως. Δεν αναφέρομαι μόνο στο Δήμο Αθηναίων, αλλά γενικότερα στους κρατούντες. Νομίζω πως η Βαβέλ επηρέασε πάρα πολύ σημαντικά τα περιοδικά στη συνέχεια, κάνοντας κατ' αρχήν μια τομή. Όταν βγήκαμε εμείς, ήταν ελάχιστα τα περιοδικά που κυκλοφορούσαν. Φωτο: Charlie Makkos/LIFO • Απ' την άλλη, το φεστιβάλ μάς έχει κάνει ψυχικά πλούσιους. Όχι μόνο από την επαφή μας με έναν απίστευτο αριθμό ανθρώπων ανά τον κόσμο –κάποιοι εκ των οποίων έχουν γίνει στενοί μας φίλοι–, αλλά περισσότερο από την επαφή μας με αυτό που έχει πολύ παλμό: από τους νέους. Είναι και το μόνο που μας κρατάει μέσα στις διάφορες –και, σε διαβεβαιώ, είναι πολλές– αντιξοότητες που αντιμετωπίζουμε. • Το φετινό φεστιβάλ περιέχει πολύ σημαντικά πράγματα. Κατ' αρχάς, μια έκθεση Τσέχων σουρεαλιστών. Είναι μια ομάδα που υπάρχει απ' το 1934 και έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Θα εκτεθούν γύρω στα 130 έργα τους, και θα είναι μαζί μας και 3 από αυτούς, που θα κάνουν διάφορα «σουρεαλιστικά» happening στο χώρο του φεστιβάλ. Θα υπάρχει μια μεγάλη έκθεση του Όσκαρ Τσικού, ενός εκπληκτικού εικονογράφου που έχει βραβευτεί με Όσκαρ, έργα του Τζεφ Σμιθ κι αρκετών άλλων, ξένων κι Ελλήνων. Οι Έλληνες δουλεύουν πάνω στο θέμα του φεστιβάλ, που φέτος έχει τον ειρωνικό (λόγω εκλογών) τίτλο «Όνειρο Ίσως». Θα υπάρχει και μια μεγάλη έκθεση με τράπουλες ταρό εικονογραφημένες με μοντέρνο τρόπο, απ' τον χώρο των κόμικς. Επίσης, κάθε βράδυ συναυλίες και θέατρο δρόμου. • Τον Λούκο τον ήξερα και τον εκτιμούσα απ' τη δουλειά του. Μου δόθηκε η ευκαιρία να τον γνωρίσω όταν ήρθε στο φεστιβάλ. Τον ενδιέφερε ο κόσμος και η οπτική που είχε το φεστιβάλ μας, και μου ζήτησε να συμμετάσχω στο Φεστιβάλ Αθηνών. Ομολογώ ότι ήμουν λίγο δύσπιστη για τον θεσμικό ρόλο που ήθελε να μου δώσει, αλλά είναι ένας δημιουργικός άνθρωπος και με συμπαρέσυρε. Και δεν μετανιώνω γι' αυτό. Είχε επιτυχία το Φεστιβάλ Αθηνών, γιατί ανοίχτηκε και σε ένα άλλο κοινό. Ήταν σημαντικό το άνοιγμα που έγινε σε άλλους χώρους εκτός του Ηρώδειου, και η ανταπόκριση ήταν φοβερή. Τουλάχιστον, στο κτήριο της Πειραιώς 260 και στο Σχολείο, ας ήταν μεγαλύτεροι οι χώροι. Και, φαντάσου, όλο αυτό άρχισε να στήνεται από τον περασμένο Φεβρουάριο, είχαμε ελάχιστο χρόνο. Με το Φεστιβάλ Αθηνών αποδείχτηκε ότι υπάρχει κοινό που διψάει για διαφορετικά πράγματα. Αυτό δεν φαίνεται μόνο από το sold out των παραστάσεων, ήταν η πρώτη φορά που συζητούσε ο κόσμος για το Φεστιβάλ Αθηνών τόσο πλατιά. • Μου αρέσουν οι μικρές οάσεις στην Αθήνα. Δεν παύει όμως να είναι μια άγρια μητρόπολη. Με τα κακά της μόνο. Σκέφτομαι καμιά φορά ότι η Ελλάδα υπήρξε ένας ευλογημένος τόπος, κυριολεκτικά, και έχει καταλήξει σε αυτό το πράγμα που είναι σήμερα. Και φταίμε όλοι γι' αυτό που είναι. Η έλλειψη καλλιέργειας και η διάθεσή μας φαίνεται στην πλατεία Ομονοίας, δες πώς την έκαναν. Γενικότερα, οι άνθρωποι αυτής της πόλης αγαπάνε εξαιρετικά το τσιμέντο. Και οι μικρές πόλεις είναι επίσης αντίγραφα της Αθήνας. Τα πάντα είναι δήθεν. Ακόμα και οι άνθρωποι είναι δήθεν. • Υπάρχει μια δημιουργική σκηνή στην Αθήνα που φτιάχνει καινούργια πράγματα, που φτιάχνει μουσική, αλλά δεν την αφήνουν να φανεί. Την πνίγουν τη δημιουργικότητα, οι νέοι είναι υπό διωγμόν. Και όχι μόνο οι νέοι. Αν είσαι ηλικιωμένος ή ανήμπορος, δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις στην πόλη. Δεν υπάρχουν ούτε γούρνες να πιουν τα ζώα νερό. Υπήρχαν στο Πεδίο του Άρεως βρυσούλες που έσταζαν σε γούρνες και μπορούσαν να πιουν νερό τα πουλιά και τα σκυλιά. Προχθές που πήγα το σκύλο μου βόλτα είδα ότι τις έκλεισαν κι αυτές... Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO το 2006 Πηγή
  5. Περιλαμβάνει δηλώσεις των Μπαζίνα και Τζούδα και στοιχεία για το τιράζ Βαβέλ, Παραπέντε κτλ.
  6. Φοβερή παρουσίαση! Αναφέρονται οι σταθμοί από τη 18χρονη πορεία της Βαβέλ, παραθέτω και το αφιέρωμα για την 25χρονη επέτειο από τον ίδιο δημοσιογράφο, Ηλία Κανέλλη.
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.