Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'αντώνης νικολόπουλος'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Dr Paingiver's blog
  • Valt's blog
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 7 results

  1. Για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 ετοιμάζονταν γιορτές και πανηγύρια. Ο Covid απέτρεψε τα γλέντια και έτσι μείναμε μόνο με τον Κάρολο και τις καβαλίνες των αλόγων. Κυκλοφόρησαν όμως ορισμένα σπουδαία βιβλία για το θέμα. Με το «’21, η μάχη της πλατείας» του Soloup να ξεχωρίζει. Έχουμε χορτάσει από Παπαφλέσσα και Κώστα Πρέκα, από ξυρισμένες φάτσες ηρώων της Επανάστασης και καλοσιδερωμένες φουστανέλες, από παρελάσεις και λόγους εκπροσώπων σωματείων και πολιτιστικών συλλόγων, από εμβατήρια και καταθέσεις στεφάνων. Μπορεί να είναι αναπόφευκτα όλα αυτά όταν συντηρούν εθνικούς μύθους και μεγάλες αφηγήσεις. Αλλά πόσο συμβάλλουν στη γνώση της Ιστορίας; Και ακόμα περισσότερο στην κατανόησή της; Πόσα γνωρίζουμε για το τι πράγματι συνέβη το 1821, λίγο πριν και λίγο μετά; Και από ποιων τα γραπτά, τις μαρτυρίες, τα απομνημονεύματα, τις αφηγήσεις; Με πόσο κριτικό μάτι είμαστε διατεθειμένοι και ικανοί να ξαναδούμε το 1821 ως ιστορικό γεγονός, ενταγμένο στην εποχή του και απαλλαγμένο από σύγχρονα εθνικά συμφέροντα; Να αντικρίσουμε τους πρωταγωνιστές του όχι ως αφίσες σε σχολικές τάξεις και εξώφυλλα στα Κλασσικά Εικονογραφημένα αλλά ως ανθρώπους με σάρκα και οστά, με πάθη, όνειρα και ανησυχίες; Να μάθουμε λίγο περισσότερα τόσο για την από δω πλευρά, τη «δικιά μας», όσο και για την άλλη πλευρά; Να αποφύγουμε τις εξιδανικεύσεις και τις ωραιοποιήσεις και να τοποθετήσουμε την αλλαγή που συνέβη στην Ελλάδα σε ένα γενικότερο πλαίσιο γεωπολιτικών ανακατατάξεων; Όλα αυτά είναι δύσκολα και απαιτούν χρόνο, διάβασμα και σίγουρα αλλαγή νοοτροπίας. Μπορεί να είναι πιο εύκολα όμως αν έρθουν μέσω της τέχνης, μέσω μιας μυθοπλασίας που στο επίκεντρό της βρίσκονται η ελληνική ιστορία και η Επανάσταση του 1821. Και τέτοιο είναι το «’21, η μάχη της πλατείας» (εκδόσεις Ίκαρος, 750 σελίδες) του Soloup, επτά χρόνια μετά το πολυβραβευμένο «Αϊβαλί» για τα γεγονότα του 1922 και τρία χρόνια μετά τον σπαρακτικό και πανέμορφο «Συλλέκτη» για τη γονεϊκή αποξένωση. Το «’21» αποτελεί μια ιδανική πρόταση αλλαγής παραδείγματος απέναντι στα καθιερωμένα και προτείνει μια διαφορετική ματιά πάνω στα γεγονότα που οδήγησαν στη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. «Τι πραγματικά γνωρίζουμε σήμερα για το 1821; Και τι θα νιώθουν, τι θα λένε για την Επανάσταση οι millennials στα δικά τους παιδιά; Ποια είναι η εικόνα, η παράσταση, η οπτική αντίληψη που έχουμε για εκείνο τον Αγώνα; Ανταποκρίνεται στην αισθητική και το περιεχόμενο των πινάκων του Βρυζάκη; Σε όσα μας εξιστορεί ο Μακρυγιάννης και αναπαριστά ο γνωστός ως Παναγιώτης Ζωγράφος; Σε όσα έβλεπε σε αυτήν ο Θεόφιλος; Στη συγκινησιακή φόρτιση των κειμένων και των ζωγραφικών έργων των φιλελλήνων διανοουμένων της εποχής της; Ανταποκρίνεται στην οπτική – και σε έναν βαθμό κιτς – σημειολογική αφήγηση του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου, με ιδιαίτερα παραγωγική έμφαση κατά την περίοδο της Επταετίας; Κι αλήθεια γιατί χρησιμοποιήθηκε τόσο πολύ η Ελληνική Επανάσταση – μια επανάσταση στο πλαίσιο του αγώνα των λαών για ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση, μέσα στο εκρηκτικό κοινωνικοϊστορικό και ιδεολογικό τοπίο της Ευρώπης που άλλαζε τόσο δραματικά τον 19ο αιώνα – στα χείλη “εθνικοφρόνων σωτήρων” παντός τύπου;» αναρωτιέται η Εύη Σαμπανίκου, καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, που συμμετείχε στην υλοποίηση του βιβλίου ως επιστημονικός σύμβουλος, στο εισαγωγικό της σημείωμα. Και συμπληρώνει ότι αυτό που ενδιέφερε ιδιαίτερα την ομάδα που εργάστηκε για την υλοποίηση του βιβλίου μαζί με τον Soloup ήταν το μετά την Επανάσταση: «Αυτό το μετά είναι που αναζητήσαμε. Επιχειρήσαμε λοιπόν να ξαναδούμε την Επανάσταση με όσο το δυνατόν πιο αποστασιοποιημένη, σύγχρονη ματιά και να αποδώσουμε σε αυτήν τη δική μας ανάγνωση των αθέατων όψεων, καλά φυλαγμένων σαν σκοτεινά μυστικά στα αρχεία της Ιστορίας». Την έρευνα των αρχείων και την επιμέλεια του παραρτήματος του βιβλίου υπογράφουν οι Νατάσα Καστρίτη, ιστορικός Τέχνης, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου, ιστορικός, και Παναγιώτα Παναρίτη, δρ Αρχαιολογίας, όλες επιστημονικές συνεργάτριες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου που, όπως αναφέρουν στο δικό τους εισαγωγικό σημείωμα, είχαν εργασία εξαντλητική και πολυεπίπεδη: «Η αφήγηση και η τεκμηρίωση του έργου βασίστηκαν σε πρωτότυπο υλικό (πηγές της περιόδου, ιστορικά κείμενα, απομνημονεύματα αγωνιστών και ξένων φιλελλήνων, ημερολόγια, αρχειακό υλικό κ.λ.π.), ιστορικά αναγνώσματα, ιστορικές μελέτες κ.ά. Το ίδιο ισχύει και για την εικονογράφηση: πρωτότυπο εικαστικό υλικό της περιόδου (προσωπογραφίες, ζωγραφικοί πίνακες, χαρακτικά κ.λ.π), καλλιτεχνικές αποτυπώσεις, σύγχρονες των γεγονότων, αποτέλεσαν σε μεγάλο βαθμό πρότυπα για τα τελικά σκίτσα». Και όλα αυτά με τελικό υπεύθυνο τον Soloup που, όπως αναφέρει, είχε πολύ δύσκολες αποφάσεις να λάβει μπρος σε έναν τεράστιο όγκο υλικού: «Υπάρχουν τόσα πράγματα που δεν μάθαμε ποτέ. Μια άλλη ιστορία ή, καλύτερα, πολλές διαφορετικές ιστορίες για την Ελληνική Επανάσταση, που απέχουν σημαντικά από τα στερεότυπα του εθνικού αφηγήματος και των σχολικών επετείων. Πώς θα μπορούσαμε, λοιπόν, να τα δέσουμε όλα αυτά μαζί; Τις διαφορετικές θέσεις και τα αντικρουόμενα συμφέροντα των πρωταγωνιστών, τις κυρίαρχες αφηγήσεις πλάι στις αιρετικές; Και εκείνο που θα προκύπτει στο τέλος να είναι, πάνω από όλα, ένα έντεχνο ανάγνωσμα, ένα κόμικς με τους δικούς του αφηγηματικούς και αισθητικούς κανόνες». Το «’21» είναι λοιπόν, πρώτα και κύρια, μια μεγάλη ιστορία κόμικς. Έχει μια πρωταγωνίστρια και έναν πρωταγωνιστή. Και αυτή δεν είναι η Μπουμπουλίνα ούτε η Μαντώ Μαυρογένους, όπως και αυτός δεν είναι ούτε ο Κολοκοτρώνης ούτε ο Αθανάσιος Διάκος. «Συμμετέχουν» και αυτοί φυσικά στο βιβλίο, αλλά η ιστορία χτίζεται πάνω σε ένα εντελώς διαφορετικό από τους ήρωες της Επανάστασης δίδυμο και διαδραματίζεται κυρίως στην πλατεία της Παλιάς Βουλής, δίπλα στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη με την περικεφαλαία (μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία όπως την αφηγείται και τη σχεδιάζει ο Soloup) στη σύγχρονη Αθήνα. Μια νέα κοπέλα παρκάρει το σκουτεράκι της στον δρόμο και φεύγει για δουλειές στο κέντρο. Όταν επιστρέφει η βαλίτσα είναι ανοιχτή αλλά ένας ηλικιωμένος κύριος την καθησυχάζει ότι δεν λείπει τίποτα από μέσα. Στη σκιά του αγάλματος γίνεται η πρώτη γνωριμία του Κάρπου (από το Πολύκαρπος) και της Λίμπυ (από το Ελευθερία, Liberty). Μια γνωριμία που θα εξελιχθεί σε ένα «μάθημα» για την Ελληνική Επανάσταση σε 21 κεφάλαια. Ο Κάρπος και η Λίμπυ θα μιλήσουν για τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, τον Νικηταρά, τον Ρήγα Φεραίο, τον Υψηλάντη, τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Διονύσιο Σολωμό, τον Καποδίστρια, τον Κωλέττη, τον Μαυροκορδάτο, τον Μαχμούτ Β’, τον Βαχίτ Πασά, τον Ντελακρουά, τα Δερβενάκια, το Μεσολόγγι, την Τρίπολη, το Βαλτέτσι. Ο Κάρπος αφηγείται και η Λίμπυ μαθαίνει. Και μέσα από τις αφηγήσεις αναδύονται όλα τα σημαντικά περιστατικά που οδήγησαν στην Επανάσταση, όσα συνέβησαν κατά τη διάρκειά της και όσα ακολούθησαν. Αλλά και πολλά που δεν είναι ευρέως γνωστά ή αποσιωπήθηκαν από την επίσημη ιστοριογραφία. Και κάποια που δεν φωτίζουν μόνο τις πράξεις των εξεγερμένων αλλά και των Τούρκων, των συμμάχων των Ελλήνων και των αντιπάλων τους, των ξένων που έγραψαν για την Ελλάδα ή την επισκέφθηκαν κ.ά. Σ’ αυτό το τεράστιο μωσαϊκό δεν μένουν κρυφές πτυχές, καθώς ο Soloup δεν επιδιώκει να εξιδανικεύσει την Επανάσταση ή να αποδώσει τα μελανά σημεία της σε αόρατους παράγοντες ή ορκισμένους ανθέλληνες. Γι’ αυτό δίπλα στις ηρωικές πράξεις, στον αγώνα για την ελευθερία και την αυτοδιάθεση, στην αυτοθυσία και τον αλτρουισμό, περιγράφει και τις στιγμές της διχόνοιας, της βαναυσότητας όλων των πλευρών, της προδοσίας. Δεν αποκρύπτει τα πολιτικά σφάλματα και τα ιδιοτελή κίνητρα που χαρακτήρισαν στιγμές της Επανάστασης ούτε επιχειρεί να φιλοτεχνήσει τις συνήθεις αγιογραφίες των πρωταγωνιστών παρουσιάζοντάς τους ως άσπιλους και αμόλυντους από τα ανθρώπινα ελαττώματα, τα πάθη και τα λάθη. Κι όταν η συγκινητική ιστορία του Κάρπου και της Λίμπυ μέσω της οποίας ο αναγνώστης έχει δει με άλλα μάτια την Επανάσταση ολοκληρώνεται, αρχίζει το δεύτερο μέρος του βιβλίου, ένα υπόδειγμα τεκμηρίωσης και πληροφοριών με κεφάλαια όπως «Η Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης και η συγγραφή της», «Βόλια vs Γράμματα», «Φουστανέλα vs Βελάδα», «Λόγος και Εικόνα στο '21». Τέλος, ιδιαιτέρως κατατοπιστικά είναι το εκτενές Χρονολόγιο, το λεπτομερές Γλωσσάρι, το Λεξικό Ονομάτων με περισσότερες από 150 αναφορές σε πρόσωπα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην Επανάσταση, αλλά και οι αναφορές σκίτσων σε εικαστικά έργα που ξεπερνούν τις 75. Όλα αυτά μαζί αποτελούν το ιδανικό υλικό και συνθέτουν το ιδανικό αποτέλεσμα για να τιμηθεί η Επανάσταση του 1821. Χωρίς στερεότυπα και ρομαντικές αφηγήσεις με «αθάνατες Ελλαδάρες», «κρυφά σχολειά» και «βρομότουρκους», αλλά με τεκμηριωμένη γνώση, με στοιχεία, με αναφορές στις πηγές και πάνω απ’ όλα, μέσω της τέχνης των κόμικς με την υπογραφή του Soloup σε σενάριο και σχέδια. Στο πλαίσιο του 7ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου στην Καλαμάτα που φέτος έχει θέμα «Διεκδικώντας την Ελευθερία» και θα διεξαχθεί από 18 Ιουνίου έως 28 Ιουλίου, θα λάβει χώρα η διεθνής έκθεση κόμικς «Η 7η Τέχνη Συναντά την 9η» με τη συμμετοχή των Giuseppe Palumbo και Andrea Bruno, δύο εμβληματικών δημιουργών που πρωταγωνιστούν εδώ και χρόνια στην ιταλική σκηνή των κόμικς, του Κροάτη Danijel Zezely και τριών εκ των σημαντικότερων Ελλήνων δημιουργών, των Θανάση Πέτρου, Soloup και Γιώργου Μπότσου καθώς και του γραφίστα-εικονογράφου και καλλιτεχνικού διευθυντή της Βαβέλ Soto Anagno. Η επιλογή των έργων και η επιμέλεια της έκθεσης ανήκει στη δημιουργική ομάδα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κόμικς της Βαβέλ, ενώ η έκθεση του Soloup θα έχει ως θέμα της φυσικά το νέο του βιβλίο «’21, Η Μάχη της Πλατείας». Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν στις 19 Ιουνίου στις 7.30 το απόγευμα στην γκαλερί A49 (Αναγνωσταρά 49, Καλαμάτα). Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Κυριακή 20 Ιουνίου και θα μιλήσουν γι’ αυτό ο σκηνοθέτης Μελέτης Μοίρας, ο ιστορικός τέχνης Γιάννης Κουκουλάς και ο δημιουργός του, ενώ αμέσως μετά θα ακολουθήσει η πρώτη επίσημη παρουσίαση του ντοκιμαντέρ «’21, Η Μάχη της Πλατείας / Making of… behind the scenes» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Μελέτη Μοίρα. Και το σχετικό link...
  2. Ο Soloup (Αντώνης Νικολόπουλος) μιλάει στην ATHENS VOICE για το graphic novel «Η Μάχη της Πλατείας», που αναφέρεται στην Επανάσταση του 1821. Ξεκίνησα να παρακολουθώ τη δουλειά του Soloup σποραδικά από την εποχή του «Ανθρωπόλυκου», στη Βαβέλ, πίσω στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Κάποια στιγμή τον συνάντησα κιόλας για κάποια υπόθεση που αφορούσε τις κοινές μας σπουδές, οπότε έχοντας εικόνα τόσο του ανθρώπου όσο και της δουλειάς του, μου ήταν πολύ ευκολότερο να κρατάω στο μυαλό μου τα πράγματα με τα οποία καταπιανόταν. Δεν είμαι ο ειδικός των κόμικς ή των graphic novels, έρχεται όμως η στιγμή που καταλαβαίνεις πότε κάποιος καλλιτέχνης δουλεύει τη ματιά του, προχωράει την τέχνη του, κάνει βήματα μπροστά. Το «Αϊβαλί» ήταν μια καταπληκτική δουλειά, πρωτόγνωρη για την Ελλάδα, βαθιά και ταυτόχρονα απολαυστική. Ο «Συλλέκτης», τα «Έξι Διηγήματα Για Έναν Κακό Λύκο» ήταν ένα από τα πολύ συγκινητικά κείμενα-έργα των τελευταίων χρόνων. Κι ύστερα, η «Μάχη της Πλατείας». Με μια ερευνητική ομάδα που αποτελούνταν από τις Νατάσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Παναγιώτα Παναρίτη και με την επιστημονική συμβολή της Εύης Σαμπανίκου. Ένα έργο που υποστηρίχτηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) στο πλαίσιο της 1ης προκήρυξης της δράσης «Επιστήμη και κοινωνία – 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση» και το Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας κι Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, ένα έργο που τελεί υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου (ΕΙΜ). Το πιο φιλόδοξο αλλά και το πιο απαιτητικό έργο για τον Soloup, το οποίο πηγαίνει καλά όχι μόνο ως έκδοση. Ήδη υπάρχει η ταινία-ντοκιμαντέρ του Μελέτη Μοίρα «’21 – Η μάχη της πλατείας / Making of... behind the sketches» που θα παρουσιαστεί μαζί με το graphic novel στο 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Πελοποννήσου στις 19 και τις 20 Ιουνίου, ενώ ετοιμάζεται και η ομώνυμη έκθεση που θα παρουσιαστεί στο Κτίριο της Παλαιάς Βουλής σύντομα. Μετά από περισσότερο από 25 χρόνια είχα τη χαρά να μιλήσω και πάλι με τον Soloup, τον Αντώνη Νικολόπουλο, κι αυτή τη φορά η συζήτηση αφορούσε αποκλειστικά την τέχνη του. Γεια σου Αντώνη! Ας ξεκινήσουμε από την ιδιότητά σου, με την οποία θα ασχοληθούμε λιγότερο στη συζήτησή μας. Τι απαιτεί το να είσαι γελοιογράφος; Μολύβια, γόμες και το να μπορείς όλα αυτά που μας βάζουν να καταπιούμε αμάσητα, τον θυμό, τη στενοχώρια, τη μελαγχολία που σου βγαίνει απ’ όσα φορτώνουν στις ζωές μας, να τα κάνεις χιούμορ. Το ότι έχεις σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες σε βοηθάει στην πολιτική γελοιογραφία ή καμιά φορά σε δυσκολεύει κιόλας; Όχι, ίσα ίσα. Σίγουρα βοηθάει. Το χιούμορ είναι το ένα συστατικό της γελοιογραφίας. Το άλλο είναι η κριτική ματιά. Το να μπορείς ν’ αντιλαμβάνεσαι δηλαδή τη δομή των πραγμάτων. Τις συγκρούσεις, τα συμφέροντα πίσω από τα πολιτικά πρόσωπα της επικαιρότητας. Δεν αρκεί να σπας πλάκα με τους πολιτικούς. Μπορείς φυσικά να σατιρίζεις τις φιγούρες τους αλλά η σάτιρα δεν πρέπει να αφορά την προσωπική τους ζωή αλλά τις πολιτικές επιλογές και τις ιδέες που εκπροσωπούν. Και σε αυτό σίγουρα βοηθάει να έχεις μια βαθύτερη, πιο ειδική γνώση. Να προσπερνάς τις εντυπώσεις της επικαιρότητας και να σημαδεύεις μακρύτερα, στην ουσία των καταστάσεων. Ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στο να δουλεύεις πάνω σ’ ένα χιουμοριστικό κι ένα μη χιουμοριστικό κόμικ; Ξεκίνησα στη «Βαβέλ» φτιάχνοντας χιουμοριστικά κόμικς. Τον «Ανθρωπόλυκο», τον «Μήτσο Κυκλάμινο». Τα περισσότερα χρόνια μου τα πέρασα φτιάχνοντας χιουμοριστικά κόμικς. Με μυτόνγκες σαν αυτή του Αστερίξ και βάζοντας τους ήρωες σε τρελές καταστάσεις όπως στις ιστορίες του Edika και του Crump. Όμως δεν μπορείς όλα τα θέματα να τα κάνεις εικόνες και σκίτσα με τον ίδιο τρόπο. Πώς να μιλήσεις δηλαδή για την τραγική παγίδα που βιώνει ένας πατέρας καθώς αναζητά το παιδί του στον «Συλλέκτη» ή για τη Μικρασιατική καταστροφή στο «Αϊβαλί»; Μπορείς να τους σκιτσάρεις με μυτόνγκες σαν του Αστερίξ; Το θέμα που καταπιάνεσαι είναι, λοιπόν, αυτό που σε οδηγεί. Το σενάριο και η ανάγκη να το υπηρετήσεις όσο γίνεται καλύτερα. Με τα κατάλληλα σκίτσα και την ανάλογη ατμόσφαιρα. Είναι πολύ όμορφο που με τα χρόνια μπορώ πλέον να εκφράζομαι με διαφορετικά σχεδιαστικά στιλ. Και για τα ευτράπελα και σαρκαστικά, αλλά και τα πιο βαθιά και ψυχοβόρα ζητήματα. Όταν πρωτοδιάβασα το «Αϊβαλί» μου είχε φανεί ότι επρόκειτο για μια κοπιαστική και δύσκολη εργασία. Ήταν πραγματικά έτσι; Ποιες ήταν οι προκλήσεις που είχες να αντιμετωπίσεις; Στο «Αϊβαλί» ακολούθησα σχεδόν υπνωτισμένος μια υπαρξιακή περιέργεια: τις δικές μου ρίζες απ’ τη Μικρασία, τις αναμνήσεις από τις ιστορίες της γιαγιάς μου της Μαρίας, τη δική μου τοποθέτηση στον χρόνο, αν θέλεις και τους «άλλους», τους αιώνια εθνικούς εχθρούς μας, τους Τούρκους. Αυτό πήγαινε κι εγώ ακολουθούσα. Όταν όμως σκαλίζεις τέτοια θέματα, προκύπτουν και άλλα ζητήματα που έχεις ν’ αντιμετωπίσεις. Ο εθνικισμός, η μισαλλοδοξία, ο κατατρεγμός, η προσφυγιά. Να δεις τα ιστορικά γεγονότα πέρα από συναισθηματισμούς αλλά την ίδια ώρα να μπορείς ν’ ακούσεις φορτισμένες μαρτυρίες των ανθρώπων που τους έλιωσε στην κυριολεξία ο τροχός της ιστορίας. Έτσι δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα «κοπιαστικής δουλειάς». Κι αυτή η φόρτιση νομίζω πως είναι και το δυνατό σημείο στο «Αϊβαλί». Και ο λόγος που το «Αϊβαλί» δεν σταμάτησε, 7 χρόνια τώρα, να επικοινωνεί με διαρκώς νέους αναγνώστες, και στην Ελλάδα και αλλού. Το μυρίστηκε η Κάτια Λεμπέση των εκδόσεων Κέδρος από τη πρώτη στιγμή και δεν διαψεύστηκε. Υπογράψαμε συμβόλαιο πριν καλά-καλά το δει. Αυτό της το οφείλω. Μοιάζει σαν το «Αϊβαλί» να δημιούργησε ένα κοινό που δεν υπήρχε πιο πριν στην Ελλάδα: Εκείνους που θα εμπιστευτούν το κόμικ ως κάτι περισσότερο από μια μορφή απλής διασκέδασης… Συμφωνείς; Ναι, και ήταν το πρώτο ελληνικό κόμικ που εκτός των άλλων το 2015 μπήκε στις αίθουσες ενός τόσο σημαντικού χώρου πολιτισμού όπως το Μουσείο Μπενάκη, προσεγγίζοντας πράγματι ένα εντελώς διαφορετικό αλλά και πλατύτερο κοινό. Αυτό που προϋπήρχε σίγουρα ήταν η διεθνής επιτυχία του Logicomix των εκδόσεων Ίκαρος. Κάτι που, αν θέλεις, έδωσε και σ’ εμένα το θάρρος με το «Αϊβαλί» να προχωρήσω σε μια φόρμα, τα graphic novels, που θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν διαφορετικά με το κοινό. Το «Αϊβαλί» όμως έθετε για πρώτη φορά τόσο οικεία και ταυτόχρονα τόσο ευαίσθητα ζητήματα όπως το 1922, αλλά μέσα από μια διεθνιστική, πολιτικοποιημένη ματιά. Αυτή προφανώς η διάσταση το έκανε ένα βιβλίο που δεν αφορά μόνο τους Έλληνες και το οδήγησε στις μεταφράσεις που έχουμε σήμερα στα Τουρκικά, Γαλλικά, Αγγλικά και, μόλις αυτές τις μέρες, στα Ισπανικά. Εισήγαγε επίσης μια ευθεία, πολιτικοποιημένη προσέγγιση της σύγχρονης ιστορίας που μέχρι τότε δεν υπήρχε, πλην μεμονωμένων εξαιρέσεων όπως το «Εκ των υστέρων» του Μαλισιόβα. Εκείνο που συναντούσαμε περισσότερο, ήταν οι εμπορικά πιο «ασφαλείς» μεταφορές ελληνικών λογοτεχνικών έργων σε άλμπουμ κόμικς, συχνά με τον προσδιορισμό ως graphic novels. Με τη «Μάχη της Πλατείας» τα πράγματα μοιάζουν ακόμη πιο πολύπλοκα. Είναι πραγματικά έτσι; Εδώ κυριολεκτικά έριξα τρελά ξενύχτια. Κι εκμεταλλεύτηκα στο έπακρο τον αναγκαστικό εγκλεισμό της πανδημίας. Είχε φτάσει στο τέλος η μέρα μου να ξεκινά στις δύο τα χαράματα. Το graphic novel «21 – Η μάχη της πλατείας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα με την ιδιαίτερη φροντίδα των εκδόσεων Ίκαρος, ακολουθεί τα χνάρια του Αϊβαλιού. Όμως είναι πραγματικά κάτι πολύ πιο μεγάλο και πιο σύνθετο από το «Αϊβαλί». Και όχι μόνο λόγω των 753 σελίδων της έκδοσης του Ίκαρου ή των 870 σελίδων του τρίτομου εργαστηριακού e-book. Πού έγκειται αυτή η πολυπλοκότητα; Από την αρχή της συνεργασίας μας με τις ερευνήτριες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, τις Παναγιώτα Παναρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Νατάσα Καστρίτη, είχαμε θέσει ως στόχο τη δημιουργία μιας φορτισμένης, «λογοτεχνικής» αφήγησης που όμως θα συνομιλούσε δυναμικά με την επιστημονική ιστορική τεκμηρίωση και με αναφορές σε συγγραφείς, εικαστικούς και αρχειακές πηγές. Η ένταξη της δουλειάς μας στο πρόγραμμα του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση – που βγήκαμε μάλιστα και πρώτοι ανάμεσα σε 10 πολύ αξιόλογες προτάσεις – απογείωσε και τις δυνατότητές μας. Με τη βοήθεια λοιπόν του Τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας κι Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και της καθηγήτριας Εύης Σαμπανίκου, τώρα εκτός από το βιβλίο και το πολλά υποσχόμενο εργαστηριακό e-book ετοιμάζουμε εκθέσεις, επιστημονικές συναντήσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα κι ένα σωρό σημαντικές δράσεις. Θα ενημερώνουμε σχετικά γι’ αυτές τις δράσεις και από την επίσημη ιστοσελίδα μας: 1821graphicnovel.gr Ποιες ήταν οι πιο σημαντικές αποφάσεις που είχες να πάρεις ως προς την κατανομή της ύλης; Πώς να πεις με κατανοητό και τεκμηριωμένο τρόπο τόσο πολλά γεγονότα και φωτίζοντας διαφορετικές απόψεις χωρίς να κουράσεις τους αναγνώστες. Και για ένα ζήτημα τόσο ευαίσθητο όπως η Επανάσταση του 1821, που έχει να κάνει και με τη νεοελληνική μας ταυτότητα αλλά και τα κυρίαρχα εθνικά αφηγήματα που έχουμε μεγαλώσει μαζί τους. Με μια πρώτη ματιά μοιάζει σαν το βιβλίο να θέλει να θέσει μια σειρά πολύ σοβαρών ερωτημάτων σε σχέση με την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Θα μπορούσες να αναφέρεις αυτά που για σένα είναι πιο σημαντικά; Όπως σου είπα, είναι τόσα πολλά τα στερεότυπα που έχουμε στο μυαλό μας για την επανάσταση και τους αγωνιστές. Θυμήσου τις καλοσιδερωμένες κατάλευκες φουστανέλες στους πίνακες και τα καλοξουρισμένα μάγουλα στις σχολικές αφίσες και τους πίνακες ζωγραφικής. Αλλά τελικά, αν το καλοσκεφτείς, είναι τόσο λίγα εκείνα που ξέρουμε για την πραγματική ιστορία. Έπρεπε λοιπόν να βρούμε μια αφήγηση που όλα αυτά να τα περιγράφει. Και επίσης να κάνουμε τη σύνδεση με το σήμερα. Η ιστορία δεν είναι κάτι ακίνητο, γραμμένη μια για πάντα. Κάθε φορά τα ιστορικά γεγονότα αποκτούν νέες σημασίες και φορτίσεις από το χρονικό σημείο που τα κοιτάμε. Θέλαμε έτσι να δούμε την Επανάσταση με τα ματιά αλλά και τις ανάγκες των σημερινών ανθρώπων. Το να θέτεις ερωτήματα πάνω σε ζητήματα που για τα σχολικά εγχειρίδια μοιάζουν απαντημένα εδώ και δεκαετίες, είναι μια πράξη αμφισβήτησης. Ποια είναι τα ζητήματα που πιστεύεις ότι πρέπει να μπουν σε συζήτηση σήμερα; Να ξανατεθούν τα βασικά ερωτήματα. Τι είναι η Ιστορία; Πώς γράφεται η ιστορία; Ποιοι γράφουν την ιστορία; Και ν’ αναζητήσουμε τις απαντήσεις εκ νέου σε καλογραμμένα βιβλία, στις καταγραφές των αρχείων, στις μαρτυρίες. Η σοβαρή επιστημονική έρευνα είναι εκείνη που μπορεί να μας δώσει μια άλλη εικόνα της Ιστορίας ενάντια στην κυριαρχία των στερεότυπων και των στρεβλώσεών της. Το βιβλίο μας σε αυτή τη κατεύθυνση κινείται. Να δώσει τα ερεθίσματα ώστε οι αναγνώστες, συμφωνώντας ή διαφωνώντας με τα όσα αφηγούμαστε, να ψάξουν, ν’ αναζητήσουν οι ίδιοι την ιστορία. Η βιβλιογραφία και οι πηγές είναι εκεί και μας περιμένουν. Κάτι γενικότερο τώρα… Ποιους σχεδιαστές παρακολουθείς φανατικά; Φανατικά δεν είναι η κατάλληλη λέξη, αλλά όσο πιο συστηματικά μπορώ διαβάζω τους περισσότερους συναδέλφους σκιτσογράφους: Χριστούλιας, KON, Μπότσος, Κουλιφέτης, Αδαμοπούλου, Ζερβός, Λέανδρος, Βιτάλης, Βερύκιος, Μαστώρος, Καραμπάλιος, Πανταζής, Γούσης, Cob, Κυριαζής, Παπαδάτος, Ρουμπούλιας, Διαλυνάς, Στεφαδούρος, Τόμεκ, Τασμάρ, Τσαούσης, Ζάχαρης, Τσιαμάντας, Βαβαγιάννης, Πετρόπουλος, Καμμένος, Φραγκιαδάκης, Πέτρου, Δερβενιώτης, Koύτσης, Κούρτης, Οθωναίου, Ζάχαρη, Χατζόπουλος… Καθώς έχεις ασχοληθεί με το θέμα σε επίπεδο διδακτορικού, με ποια ελληνικά comics νιώθεις να έχει συνάφεια η δουλειά σου; Και με ποια ξένα; Σίγουρα οφείλω πολλά στον τρόπο που έβλεπα να δουλεύει ο Γιάννης Καλαϊτζής. Και κάποιες βασικές συμβουλές που μου έλεγε, όχι μόνο για θέματα σχεδίου. Και από ξένους οι Spiegelman, Thompson, Satrapi, Sacco, Horrocks, Larcenet, Pedrosa… Όμως μελετώντας διάφορα comics για το διδακτορικό που αφορούσε τόσο την ιστορία όσο και τη σημειολογία των κόμικς, μου μπήκαν κάποιες ιδέες αφήγησης που τις εφάρμοσα αρχικά στο «Αϊβαλί». Και στη συνέχεια, αφού μου βγήκαν, στον «Συλλέκτη» και ακόμα περισσότερο τώρα στη «Μάχη της Πλατείας». Στοιχεία που αφορούν τη ροή της αφήγησης, το σενάριο αλλά και την αποτύπωσή τους στην εικόνα. Έτσι θα έλεγα πως ακολουθώ ένα προσωπικό μονοπάτι πειραματισμών χωρίς πολλές άμεσες συγγένειες με άλλους συναδέλφους. Τι διαβάζεις αυτή την εποχή; Φρεσκάρω Roland Barthes και διαβάζω εξαντλητικά τον Mikhail Bakhtin για τις ανάγκες της μεταδιδακτορικής μου εργασίας – που συνδέεται με κάποιον τρόπο και πάλι με τα κόμικς –, πριν ξαναχωθώ στο καινούργιο μου graphic novel. Τι να περιμένουμε στο άμεσο μέλλον; Τι έχεις στα σκαριά; Δουλεύω πλέον όπως σου είπα ένα νέο graphic novel για το 1922 που συνδέεται άμεσα με το «Αϊβαλί». Άλλωστε το σενάριο άρχισε να γράφεται παράλληλα μαζί του από τότε, το 2013. Όμως μετά την επιτυχία έκπληξη του «Αϊβαλί» δεν θέλησα να το βγάλω αμέσως και να φανεί σαν sequel. Ήθελα να ωριμάσει κι άλλο το σενάριο και να μεσολαβήσουν και άλλες δουλειές, όπως κι έγινε. Νομίζω όμως πως τώρα ήρθε η σειρά του και αν πάνε όλα καλά, θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2022. Όμως ακόμα πιο άμεσα προηγούνται άλλα. Μια ζωντανή παρουσίαση της «Μάχης της πλατείας» στην Καλαμάτα στο 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ μαζί με την επίσημη πρώτη παρουσίαση του ντοκιμαντέρ making of «Behind the sketches» σε σκηνοθεσία του Μελέτη Μοίρα και το οποίο αποτυπώνει τον τρόπο που δουλέψαμε στο graphic novel. Ακόμα βρίσκονται σε εξέλιξη οι εργασίες για το στήσιμο της κεντρικής μας έκθεσης στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Και θα ακολουθήσουν πολλά πολλά άλλα για τα οποία θα ενημερώνουμε στο site μας, 1821graphicnovel.gr Και το σχετικό link...
  3. Ο Soloup μας είχε δείξει με το «Αϊβαλί» (του) τις δυνατότητες διείσδυσης στην Ιστορία που διαθέτει ως εργαλείο έκφρασης το graphic novel. Ο πήχης ήταν ήδη πολύ ψηλά και πήγε ακόμη ψηλότερα από το θέμα με το οποίο ο Soloup καταπιάστηκε στη νέα του δημιουργία, «Η μάχη της πλατείας», η οποία έχει να κάνει με την απαρχή της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, την παλιγγενεσία, το 1821. Και όχι απλώς μόνο με αυτά… Ο τρόπος με τον οποίο ξεπέρασε τον πήχη που ο ίδιος είχε θέσει, είναι η διαδικασία με την οποία ο Soloup προσέγγισε το θέμα του, δηλαδή την Ιστορία. Και η Ιστορία, όπως φαίνεται από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα τής εξαιρετικά προσεγμένης πλούσιας έκδοσης του βιβλίου, με ένα έξυπνο εύρημα που χρησιμοποιεί ο δημιουργός αποτυπώνεται γλαφυρά και έντονα στο φόντο της σημερινής πραγματικότητας. Έτσι η Ιστορία (μας) γίνεται ο απόηχος των γεγονότων που όχι μόνο φτάνει στις μέρες μας αλλά καθορίζει την ύπαρξή μας είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, είτε μας αρέσει είτε το απεχθανόμαστε. Αυτός είναι άλλωστε ο ρόλος και το νόημα της Ιστορίας η οποία τελικά υπάρχει ως κάτι πολύ περισσότερο, βαθύτερο και καθοριστικό από την αλυσίδα των γεγονότων που τη συνθέτουν. Η Ιστορία, το βαθύτερο νόημά της, είναι αυτό που συνθέτει το παρόν μας, μας τοποθετεί στο «τώρα», μας υπενθυμίζει από πού ερχόμαστε και μας δείχνει πού πηγαίνουμε. Η Ιστορία, τελικά, μας δίνει την επιλογή είτε να ακολουθήσουμε την πορεία, αν οδηγεί σε «επαγγελλόμενες γαίες» ή να αλλάξουμε δρόμο αν, όπως συμβαίνει συνήθως, οδηγεί στην άβυσσο που έχουν δημιουργήσει οι επιλογές του παρελθόντος. Ιστορία και νικητές Κάτι που επίσης μας θύμισε το βιβλίο του Soloup είναι ότι η Ιστορία γράφεται από τους νικητές. Για να δει, λοιπόν, κάποιος την Ιστορία απαιτείται να απαλλαγεί από τους παραμορφωτικούς φακούς των κυρίαρχων αφηγημάτων, των εθνικών μύθων και των ψευδο-ηθικών που την τοποθετούν στο καλούπι των σκοπιμοτήτων. Το ιστορικό αφήγημα κάθε έθνους συντίθεται – και αυτό ως έναν βαθμό είναι δικαιολογημένο από την ανάγκη της σφυρηλάτησης της συνοχής του – με την προβολή των ηρωικών του στιγμών. Όσα πληγώνουν ή τραυματίζουν την εικόνα που συλλογικά πλάθουμε ως έθνος, το επίσημο αφήγημα τα παραδίδει στη λήθη. Εκεί, στη λήθη, προσπάθησε και έσκαψε βαθιά στις πηγές ο Soloup για να φέρει στην επιφάνεια πολλά απ’ όσα θέλουμε να ξεχαστούν. Τις αγριότητες που οι προπάτορές μας διέπραξαν τον καιρό του πολέμου, τις μεταξύ τους διαμάχες, τις μικρότητες των ανθρώπων, τη μάχη των συστημάτων εξουσίας για τη νομή της και για το χρήμα… Κοιτάζοντας την «ανασκαφή» του Soloup, κοιτώντας δηλαδή κατάματα την Ιστορία, διαπιστώνουμε ίσως ότι όλα όσα αφαιρέθηκαν από το επίσημο αφήγημα, όσα μας έκρυψαν ή όσα δεν θέλουμε να θυμόμαστε, είναι παρόντα στο «τώρα» μας, διατρέχουν την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου, δηλαδή μας έχουν καθορίσει. “Μικρά” και “μεγάλα” Οι φατριασμοί εν μέσω της Επανάστασης του 1821, οι λαμογιές με τα δάνεια, η αναζήτηση ξένων προστατών, η εθελοδουλία-ξενοδουλεία, το πλιάτσικο, η συνεργασία με τον εχθρό για προσωπικό όφελος μοιάζουν να διατρέχουν την Ιστορία του τόπου και – τηρουμένων των αναλογιών – να φτάνουν μέχρι τις μέρες μας. Παράλληλα με τα μικρά και ευτελή ωστόσο, «τρέχουν» και τα μεγάλα και σπουδαία χαρακτηριστικά των ανθρώπων που ανέδειξαν οι επαναστατημένοι προπάτορες του σύγχρονου ελληνικού κράτους: η επιμονή και μεθοδικότητα του Κολοκοτρώνη (πολιορκία της Τριπολιτσάς), η αποκοτιά του Ανδρούτσου (Χάνι της Γραβιάς), η γενναιότητα του Κανάρη (πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας), η σκωπτική, «ανάρμοστη» σοφία και στρατηγική σκέψη του Καραϊσκάκη, η ανιδιοτέλεια του Νικηταρά… Και πάνω απ’ όλα η αποφασιστικότητα (ελευθερία ή θάνατος) με την οποία ο λαός που πολέμησε διεκδίκησε αυτό που του αναλογούσε: Μια ζωή ελεύθερη ή έναν έντιμο θάνατο. Το αν και μέχρι πού φτάνουν όλα αυτά (μικρά και μεγάλα, άθλια και μεγαλειώδη) στις μέρες μας, μπορούμε ίσως να το αντιληφθούμε κοιτώντας τριγύρω μας, στην πολιτική και οικονομική σφαίρα που συνθέτουν την κοινωνία μας. Ενδεχομένως στο τώρα, τα «μικρά» και «άθλια» χαρακτηριστικά της φυλής μας (των ανθρώπων ίσως να είναι ορθότερο) είναι φανερά και ευδιάκριτα σε αντίθεση με τα «μεγάλα» και «σπουδαία» προτερήματα που μοιάζουν κρυμμένα, περιμένοντας τους καιρούς που θα τα αναδείξουν. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να λησμονούμε – κι αυτό μας θυμίζει «Η μάχη της πλατείας» του Αντώνη Νικολόπουλου – ότι η Ιστορία, πριν γραφτεί από τους νικητές, συντελείται κατά τη διάρκεια του ανθρώπινου βίου, τις στιγμές δηλαδή που ο κάθε άνθρωπος διαλέγει τι θέλει να είναι και με ποιον: Κολοκοτρώνης ή Νενέκος; Νικηταράς ή Πήλιος Γούσης;… Μπορεί από πρώτη ματιά να φαίνεται παράδοξο, αλλά ακόμη και σε μια ισοπεδωτική παγκοσμιοποιημένη εποχή σαν αυτή που εξελίσσεται ο δικός μας βίος οι καθημερινές μας επιλογές, η στάση μας απέναντι στα (μικρά και μεγάλα) πράγματα χαράσσουν τον δρόμο που θα βαδίσουν οι επόμενοι, γράφουν ήδη την Ιστορία των γενεών που έπονται. Να ’σαι καλά Soloup, για την τροφή για σκέψη που μας πρόσφερες. Και το σχετικό link...
  4. O αγώνας του 1821 μέσα από τα μάτια του σύγχρονου θεατή, σε ένα κόμικ που αναδεικνύει σκοτεινά μυστικά από τα αρχεία της Ιστορίας. - Το graphic novel «21: Η μάχη της πλατείας», με τις 752 σελίδες του, είναι το μεγαλύτερο σε έκταση μέχρι σήμερα έργο κόμικς στην Ελλάδα. Πόσο δύσκολο ήταν να συνδυάσετε την ιστορική έρευνα με την Ένατη Τέχνη; H έκταση του βιβλίου δεν ήταν το ζητούμενο. Όμως το ίδιο το θέμα, η Επανάσταση του 1821, που αναφέρεται σε μια πυκνή σειρά τόσο πολυδιάστατων γεγονότων, μας οδήγησε στις πολλαπλές αφηγήσεις του συγκεκριμένου βιβλίου. Έτσι, ο συγκερασμός της ιστορικής έρευνας με τα κόμικς προέκυψε από την ανάγκη να διαχειριστώ αφηγηματικά ένα τόσο δύσκολο υλικό. Σίγουρα σε αυτή την προσπάθεια με βοήθησε η εξοικείωση με τη μεθοδολογία της έρευνας που απέκτησα κατά την εκπόνηση της διδακτορικής μου διατριβής, και το μεταδιδακτορικό μου στη συνέχεια. - Πώς προσεγγίζετε τις μάχες και τα πρόσωπα του αγώνα του 1821, τα γεγονότα και τις ιδέες της Επανάστασης; Για την ιστορική έρευνα σε αρχεία, βιβλιογραφία και πηγές, είχα τη χαρά να συνεργαστώ με τρεις εξαιρετικές επιμελήτριες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, τις κυρίες Νατάσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Παναγιώτα Παναρίτη, όπως επίσης και την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου Εύη Σαμπανίκου. Μια τέτοια συντονισμένη αρχειακή προσέγγιση μας φανέρωσε αρκετά ανάγλυφα την ιστορία του Αγώνα, πάνω στην οποία στη συνέχεια ξετυλίχτηκε η αφήγηση των κόμικς. - Πιστεύετε ότι είναι πιο εύκολο για τους νέους να προσεγγίσουν την ιστορία μέσα από ένα κόμικ; Σίγουρα ναι. Ειδικά αν πατάει γερά στην έρευνα όπως η δική μας δουλειά. Καθόλου τυχαία, αυτή η δουλειά στηρίζεται από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου αλλά και το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Έχουμε μάλιστα στο πλαίσιο του προγράμματος δημιουργήσει και ένα – συμπληρωματικό με το βιβλίο των εκδόσεων Ίκαρος – τρίτομο e-book 870 σελίδων που προσφέρεται για εκπαιδευτική χρήση. Ελπίζουμε πως αυτό θα εκτιμηθεί και θ’ αξιοποιηθεί στη συνέχεια από καθηγητές. - Ποιο είναι το ζητούμενο κάθε φορά που αρχίζετε ένα νέο graphic novel; Συνήθως έρχονται και με βρίσκουν τα θέματα. Μπαίνουν στη ζωή μου απρόσμενα καταλαμβάνοντας σταδιακά όλο και περισσότερο χώρο, μέχρι που καταλήγουν εμμονές οι οποίες χρειάζονται διαχείριση. Η ανάγκη να κατανοήσω θέματα – όπως ήταν για παράδειγμα η Μικρασιατική καταγωγή μου στο «Αϊβαλί», η σχέση πατέρα και παιδιού στον «Συλλέκτη», ή στο «21» η σχέση μας με την νεότερη ιστορία μας – κατέληξαν τελικά στα graphic novel που βλέπετε. - Είναι κάποιοι κομίστες που έχουν επηρεάσει το έργο σας; Πάρα πολλοί. Αναφέρω ενδεικτικά τον Art Spiegelman και τον Craig Thompson. Εκτιμώ όμως πολύ και τη δουλειά που κάνουν σύγχρονοι συνάδελφοί μου στην Ελλάδα. - Ποια βιβλία που διαβάσατε πρόσφατα ξεχωρίζετε; Το πιο πρόσφατο, καθόλου τυχαία και λόγω των ερευνητικών μου αναζητήσεων, ήταν το «Φουστανέλες και Χλαμύδες» της Χριστίνας Κουλούρη. Ένα βιβλίο όμως που το έχω διαβάσει αρκετές φορές, αλλά το συμβουλευόμουν και κατά τη διάρκεια του «21», είναι ο «Επαναστατημένος άνθρωπος» του Καμύ. Soloúp «21: Η μάχη της πλατείας» Εκδ. Ίκαρος Σελ. 752 – τιμή €25 Και το σχετικό link...
  5. «Ένας τρόπος να σκέφτεσαι, να αισθάνεσαι, να επικοινωνείς». Έτσι χαρακτηρίζει τη δημιουργία ενός κόμικς ο Αντώνης Νικολόπουλος, ο οποίος υπογράφει τα έργα του ως Soloúp. Μεσήλικας σήμερα, διατηρεί στο ακέραιο την καλλιτεχνική ζωντάνια που είχε πριν από τρεις δεκαετίες, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο του έργο. Μόνο που τώρα συμπληρώνεται με βαθύτερη γνώση του αντικειμένου. Διδάκτωρ ήδη, εκπονεί το μεταδιδακτορικό του με θέμα την εικονογραφία των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και το πώς οι αρχικές καλλιτεχνικές αποδόσεις τους «πέρασαν» στις μεταγενέστερες. Όντας πολυσχιδής, καταθέτει τον απαιτητικό τρόπο δουλειάς και την επιμονή του στη λεπτομέρεια σε μια ποικιλία εκφάνσεων της τέχνης – μιας και ο ίδιος θεωρεί τη δουλειά του μορφή τέχνης. «Μην ξεχνάς άλλωστε πως τα κόμικς συνδυάζουν τον λόγο με την εικόνα. Έχουν εκ των πραγμάτων στο αφηγηματικό τους οπλοστάσιο την παράδοση της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου, της ζωγραφικής, του θεάτρου». Όσο για τις εκθέσεις που έγιναν για το έργο του, δηλώνει: «Το κοινό τις αγκάλιασε, υπήρχε τρομερή επικοινωνία και διάδραση με το κοινό. Και το πιο σημαντικό, απέκτησα πολλούς νέους, ουσιαστικούς φίλους. Είμαι ευτυχής κι ευγνώμων». Εικονογράφηση: Τιτίνα Χαλματζή – Κόμικς, γελοιογραφίες, graphic novels. Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με αυτό το είδος; – Το ένα έφερε το άλλο. Τα αφελή παιδικά σκιτσάκια του Δημοτικού έγιναν παιχνίδι ενηλικίωσης στα φοιτητικά χρόνια της Παντείου και στη συνέχεια μανία. Εκεί, στην Πάντειο, υπέγραψα για πρώτη φορά τα σκίτσα μου με το ψευδώνυμο Soloúp. Προφανώς μια τυχαία επιλογή που με καθόρισε. – Στο έργο σου είναι εμφανής μια πλούσια υποδομή: ιστορικά τεκμήρια, λογοτεχνικές αναφορές, φιλοσοφικές συσχετίσεις. Πώς προέκυψε αυτό το πάντρεμα; – Υπάρχει πάντα η ανάγκη να αναζητήσεις πληροφορίες. Να τσεκάρεις πράγματα για όσα γράφεις. Αυτό συμβαίνει και στα πιο χιουμοριστικά κόμικς ή ακόμη και στις γελοιογραφίες μου στην εφημερίδα. Όταν όμως αποφασίζεις να ασχοληθείς, για παράδειγμα, με τη Mικρασιατική Καταστροφή, όπως συνέβη με το «Αϊβαλί», ή τώρα με το graphic novel που ετοιμάζω για το 1821, δεν είναι δυνατόν να μην ανατρέξεις πολύ πιο οργανωμένα στις πηγές. Σε αυτό σίγουρα με βοηθάει η εμπειρία της συστηματικής μελέτης που χρειάστηκε να κάνω στο διδακτορικό. Σε πρωτότυπα κείμενα, απομνημονεύματα, μαρτυρίες, αρχεία, φωτογραφικό ή άλλο οπτικό υλικό. Για να δέσουν όμως όλα αυτά μεταξύ τους, χρειάζεται και μιαν ευρύτερη οπτική. Μια φιλοσοφική θεώρηση, όπως λες. – Ποια θέση μπορούν να έχουν τα κόμικς στην εκπαίδευση; – Είχα τη χαρά να συνεργαστώ με δασκάλους και καθηγητές σε διάφορα εργαστήρια και παρουσιάσεις σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Από την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια μέχρι πανεπιστήμια και μεταπτυχιακά. Η ανταλλαγή πληροφοριών, οι αφορμές για διάλογο, αλλά και η ανταπόκριση απ’ όσους συμμετείχαν, υπήρξαν συχνότατα από εντυπωσιακές έως και συγκινητικές. Υπάρχουν πραγματικά τεράστιες δυνατότητες του μέσου των κόμικς στην εκπαίδευση. Όμως, ο σημαντικότερος παράγοντας σε αυτή τη διαδικασία παραμένει πάντα ο δάσκαλος. Ο εκπαιδευτικός είναι εκείνος που θα πάρει αυτό το υλικό στα χέρια του, θα μαγέψει τους μαθητές και θα τους πάει παραπέρα. – Το «Αϊβαλί» σου χάρισε ένα ελληνικό βραβείο το 2015, ένα διεθνές το 2016 και μεγάλη αναγνωρισιμότητα. Πώς το εξηγείς; – Το «Αϊβαλί» γράφτηκε στο ξεκίνημα της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων, τη στιγμή δηλαδή που οι εκδοτικοί οίκοι αντιμετώπιζαν μεγάλα προβλήματα αναστέλλοντας διαρκώς εκδόσεις. Ήταν πέρα από κάθε λογική και εμπορικό υπολογισμό πώς ένα κόμικς 450 σελίδων εν μέσω κρίσης θα αφορούσε τόσο πολύ κόσμο και θα είχε αξιοσημείωτη πορεία στο εξωτερικό. Μια πορεία που συνεχίζεται σε όλα τα επίπεδα αμείωτη. Ίσως το να διατυπώσεις έντεχνα κάτι που σε απασχολεί προσωπικά, εκεί να βρίσκεται η εξήγηση. – Πέρυσι το φθινόπωρο παρουσίασες το «Αϊβαλί» στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ποια ήταν η υποδοχή; – Ήταν μια υπέροχη εμπειρία χάρη στη γενναιόδωρη πρόσκληση των εκδόσεων Somerset Hall Press και του μεταφραστή του στα αγγλικά, Tom Papademetriou. Αρχικά παρουσιάσαμε επίσημα την αμερικανική έκδοση του «Aivali» στο συνέδριο MGSA που έγινε τον Νοέμβριο του 2019 στο Σακραμέντο της Καλιφόρνιας. Ακολούθησε κάτι πρωτόγνωρο για ελληνικό βιβλίο, πόσο μάλλον για κόμικς. Ένα book tour με παρουσιάσεις στο Σαν Φρανσίσκο, στο Πανεπιστήμιο Stockton του Νιου Τζέρσεϊ, στη Βοστώνη, στο Columbia της Νέας Υόρκης. Παντού ζεστοί άνθρωποι. Και ενδιαφέρον όχι μόνον από Ελληνοαμερικανούς, όπως θα νόμιζε κανείς λόγω της θεματολογίας του βιβλίου. – Αν το «Αϊβαλί» αντλεί από την Ιστορία, ο «Συλλέκτης» αντλεί από τη σύγχρονη κοινωνία. Και μας παρουσιάζει μια Κοκκινοσκουφίτσα απρόσμενα και ανατρεπτικά. – Το «Αϊβαλί» έχει να κάνει με τη μεγάλη Ιστορία όπως τη βίωσαν οι απλοί άνθρωποι. Ο «Συλλέκτης» πάλι ασχολείται με μια σύγχρονη καθημερινή τραγωδία, που βιώνουν χιλιάδες γονείς και παιδιά σε όλον τον κόσμο: τη γονική αποξένωση ύστερα από ένα διαζύγιο. Μια κατάσταση που η Δικαιοσύνη, ειδικά στην Ελλάδα, αντί για λύση αποτελεί μέρος του προβλήματος. Η αλληγορία της Κοκκινοσκουφίτσας νομίζω πως βοηθά να δούμε τον τρόπο που λειτουργούν αυτές οι σχέσεις τόσο από την πλευρά των γονιών όσο και στα παιδιά. Ο μικρόκοσμος του καθενός μπορεί να αποτελέσει τεράστια παγίδα – Καλλιτέχνης και κοινωνικός περίγυρος. Ποια είναι η γνώμη σου; – Ο καθένας μας ζει σ’ έναν μικρόκοσμο γνωστών, φίλων, συγγενών, συναδέλφων ακόμα και εικονικών φίλων στο Facebook. Στο μυαλό μας ο μικρόκοσμος αυτός είναι καθοριστικός στον τρόπο που σκεφτόμαστε και αντιδρούμε. Κάτι τέτοιο είναι φυσιολογικό και υγιές, αρκεί να συνειδητοποιείς τα όριά του. Τις περισσότερες φορές όμως για όλους μας, πόσο μάλλον για έναν δημιουργό, αυτός ο μικρόκοσμος μπορεί να αποτελέσει τεράστια παγίδα. Να παρασύρεται δηλαδή ένας καλλιτέχνης στο να κολακέψει συγκεκριμένους ανθρώπους και λογικές εις βάρος της ίδιας του της δουλειάς. Ο Πεσόα στον Ηρόστρατο διατυπώνει κάποιες διαυγείς σκέψεις πάνω σε αυτό. – Η γνώμη σου για τα ελληνικά κόμικς; Τους έχεις αφιερώσει το διδακτορικό σου. – Ναι. Το διδακτορικό μου ήταν μια πολυεπίπεδη και εκτενής έρευνα για τα ελληνικά κόμικς από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Δεν είναι απλή γραμμική ιστορική καταγραφή. Τα κόμικς, αντίθετα, προσεγγίζονται μέσα από τη σημειολογία, τη σύνδεσή τους με τη γελοιογραφία, τις επιρροές τους από τη διεθνή σκηνή. Υπάρχουν και στατιστικά στοιχεία. Από αυτό το υλικό, μόνο ένα μέρος μετασχηματίστηκε στο ομώνυμο βιβλίο των εκδόσεων Τόπος. Στην πραγματικότητα εκεί μέσα υπάρχει η μαγιά για ακόμα δύο δοκίμια για τα κόμικς. Αλλά πού να βρεις χρόνο; Προς το παρόν κυνηγάω με την καραμπίνα ώρες μέσα στη μέρα για να φτιάξω τα δικά μου κόμικς. – Ποιοι διαβάζουν σήμερα κόμικς και graphic novels; – Αν κρίνω από τη δική μου εμπειρία, στο Αϊβαλί έχω ανακαλύψει φανατικούς αναγνώστες ακόμα και 91 χρόνων. Επίσης στον Συλλέκτη, πολλοί γονείς μέσης ηλικίας αλλά και εκπαιδευτικοί βρήκαν στο graphic novel έναν ευχάριστο τρόπο να μιλήσουν για… δύσκολα πράγματα με τα παιδιά τους. Τα κόμικς έτσι κι αλλιώς έχουν το δικό τους φανατικό, αλλά περιορισμένο κοινό. Σε κάποια graphic novels όμως, όπως το Logicomix, το Αϊβαλί και άλλα που ακολούθησαν, το κοινό που τα προσέγγισε ήταν εμφανώς μεγαλύτερο. Θα έλεγα λοιπόν πως ο τρόπος που διατυπώνει ένα έργο το θέμα του είναι πιο καθοριστικός από την ίδια τη φόρμα του. Διαβάζουμε πάντα κάτι που μας αφορά. – Τι είναι για σένα αυτό που κάνεις; Μεράκι ή τρόπος επιβίωσης; – Σίγουρα και τα δύο. Και όσο περνάει ο καιρός όλο και πιο πολύ ένας συνειδητός τρόπος να μαθαίνεις, να αισθάνεσαι, να επικοινωνείς, να σκέφτεσαι. Αυτοεγκλεισμός και λύτρωση – Τι χρειάζεται για να γίνει ένα graphic novel; Δουλεύεις μόνος; – Ναι, τις περισσότερες φορές δουλεύω και τα σενάρια και τα σκίτσα μόνος. Όχι ότι σνομπάρω τις συνεργασίες. Το αντίθετο. Θα ήθελα πολύ να μοιράζομαι αυτή τη διαδικασία. Όμως, συνήθως συμβαίνει το εξής. Τυχαίνει να σκοντάψω σ’ ένα θέμα που με απασχολεί σταδιακά όλο και πιο πολύ, μέχρι που γίνεται σχεδόν εμμονή. Δουλεύω έτσι αρχικά πολύ πάνω στη δομή και στο σενάριο. Και στη συνέχεια προσπαθώ στο σκίτσο, με διάφορα τεχνάσματα και σημειολογικά κλειδιά, να πολλαπλασιάσω τις εντάσεις και τα συναισθήματα του κειμένου. Μια τέτοια διαδικασία προϋποθέτει όχι μόνον πολλή δουλειά, αλλά κι έναν αυτοεγκλεισμό. Παρηγοριά σε όλο αυτό είναι η ελπίδα πως στο τέλος θα ακολουθήσει η λύτρωση της επικοινωνίας με τους αναγνώστες. Η συνάντηση Το γεύμα είχε προγραμματιστεί πριν η πανδημία αλλάξει τα δεδομένα στις ζωές μας. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η συνομιλία έγινε μέσω Skype κι όχι στον προγραμματισμένο χώρο. Δεν ήταν, όμως, απόμακρη. Είχε αμεσότητα, οικειότητα. Όπως η συνάντηση που είχαμε στο Μουσείο Μπενάκη, λίγο πριν ταξιδέψει στις ΗΠΑ για να παρουσιάσει τη δουλειά του. Πρωί μιας εργάσιμης ημέρας τότε, πρωί Σαββάτου τώρα, παρέα με έναν ζεστό καφέ – και τώρα. Ολοκληρώνοντας τη συζήτηση, έμοιαζε να αποκαλύπτει το μυστικό του: «Το ζητούμενο είναι να είσαι δημιουργικός, να αγαπάς τη δουλειά σου και να την αντιμετωπίζεις με απαιτητικότητα». Οι σταθμοί του 1966 Γεννιέται στην Αθήνα. 1989 Αρχίζει η συνεργασία με τη «Βαβέλ». Κυκλοφορεί ο «Ανθρωπόλυκος» (η πρώτη αυτοέκδοση άλμπουμ κόμικς στην Ελλάδα). 2004 Γεννιέται η κόρη του Ελένη. 2011 Διδάκτωρ Πολιτισμικής Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. 2014 Κυκλοφορεί το graphic novel «Αϊβαλί» (Κέδρος). Ακολουθεί μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη. Ετοιμάζεται η τουρκική έκδοση (Istos). 2016 Βράβευση της γαλλικής έκδοσης του «Aivali» (Steinkis) στην Clermont-Ferrand. Παρουσιάσεις σε Οξφόρδη, Παρίσι, Βρυξέλλες και αλλού. 2018 Κυκλοφορεί το graphic novel «Ο Συλλέκτης» (Ίκαρος). Ακολουθεί μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη. 2019 Το «Aivali» κυκλοφορεί στις ΗΠΑ (Somerset Hall Press). Επίσημη παρουσίαση στο Σακραμέντο (MGSA) και περιοδεία σε πέντε πολιτείες. Και το σχετικό link...
  6. Δέκα χρόνια πριν, όταν η ελληνική οικονομική κρίση ήταν στην αρχή της, ο Αντώνης Νικολόπουλος (Soloup είναι εμφανώς το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο) αποφάσισε να προβεί σε αυτό που πολύ σύγχρονοί του θεώρησαν – και ίσως όχι ολωσδιόλου άδικα – ως απονενοημένο διάβημα. Τη δημιουργία δηλαδή ενός κόμικ με θέμα τη Μικρασιατική καταστροφή, «τη στιγμή δηλαδή, που έκλειναν εκδοτικοί οίκοι και εφημερίδες και η παραγωγή των βιβλίων συρρικνωνόταν απελπιστικά», όπως εύγλωττα μας λέει ο ίδιος. Ο ίδιος πεισματικά ακολούθησε το «ουτοπικό» του όραμα. Λίγους μήνες πριν σε μια περιοδεία του την Αμερική για την προώθηση του «Αϊβαλί», και μάλιστα τη μεταφρασμένη στα αγγλικά έκδοσή του από τον εκδοτικό οίκο «Somerset Hall Press», ο κ. Νικολόπουλος παραδέχτηκε πως η αποδοχή που βρήκε το βιβλίο δεν ξεπέρασε μόνο τους φόβους του, αλλά και τις προσδοκίες του. Το «Αϊβαλί» είναι από αυτά τα αναγνώσματα, που είναι κατάλληλα για κάθε ηλικία, ενώ η εκπαιδευτική του αξία, ειδικά για εμάς τους Έλληνες της δυτικής πλευράς του Ατλαντικού, ανυπέρβλητη. Τι προκάλεσε το ενδιαφέρον σας για την τέχνη του κόμικς και πώς αποφασίσατε να αφοσιωθείτε σε αυτό; Soloup: Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς ξεκίνησε αυτή η σχέση με τα σκίτσα. Μάλλον από το Δημοτικό. Θυμάμαι για παράδειγμα, σαν παιχνίδι, στα διάφορα κείμενα που έπρεπε να γράφω, ιστορία, έκθεση κ.λ.π., να αφαιρώ λέξεις και να βάζω στη θέση τους σκιτσάκια. Για παράδειγμα, αντί να γράψω «ήλιος», έκανα το σκίτσο ενός ήλιου. Πιο συστηματικά όμως με τα κόμικς και τη γελοιογραφία ασχολήθηκα την περίοδο που ήμουν φοιτητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τότε ήταν που χρησιμοποίησα για πρώτη φορά και το ψευδώνυμο Soloup. Ένα κομμάτι της δουλειάς σας έχει να κάνει τον πολιτικό σχολιασμό. Το κόμικς σάς δίνει μεγαλύτερη ελευθερία σε αυτό τον τομέα; Soloup: Το κύριο επάγγελμά μου είναι η πολιτική γελοιογραφία. Τα… πολλά τελευταία χρόνια εργάζομαι στην εφημερίδα «Το Ποντίκι» αλλά και πιο παλιά στο «Βήμα», τις «6 μέρες», το «Goal», την «Γαλέρα» και αλλού. Η καθημερινή μου ασχολία έτσι εδώ και σχεδόν δυόμιση δεκαετίες σε εφημερίδες και περιοδικά, είναι το ν' ασχολούμαι με την πολιτική επικαιρότητα και τον γελοιογραφικό σχολιασμό της. Τα κόμικς σίγουρα απαιτούν πολύ περισσότερο χρόνο. Ειδικά τα graphic novels όπως το «Αϊβαλί» ή «Ο Συλλέκτης». Δεν παρακολουθούν την επικαιρότητα ούτε αυτός είναι ο στόχος τους. Μπορούν όμως ν' αναπτύξουν έναν κοινωνικό προβληματισμό σε μεγαλύτερο βάθος, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με τόσο ευαίσθητα θέματα, όπως αυτά που καταπιάνεται το «Αϊβαλί»: τη Μικρασιατική καταστροφή, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τις προσφυγικές ροές, τις θέσεις των ίδιων των ανθρώπων πάνω σε φαινόμενα όπως ο εθνικισμός, ο θρησκευτικός φανατισμός κ.λ.π. Πώς βλέπετε τα πολιτικά πράγματα της χώρας σήμερα; Soloup: Περάσαμε μέσα από μια πολυδιάστατη κρίση που μας εξάντλησε σε όλα τα επίπεδα: στην οικονομία, στην κοινωνία, στα εργασιακά, στον πολιτισμό, ακόμα στις διαπροσωπικές σχέσεις. Ελπίζουμε βέβαια πως σιγά σιγά θα βγούμε από αυτήν την φθοροποιό κατάσταση. Την ίδια ώρα όμως οι διεθνείς εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, το προσφυγικό, οι γεωτρήσεις και οι ΑΟΖ, οι συνεχιζόμενοι πόλεμοι στην ευρύτερη περιοχή και η επιθετική στάση της Τουρκίας, δεν μας αφήνουν αρκετά περιθώρια εφησυχασμού. Εκεί ακριβώς, σε αυτήν την ανησυχία νομίζω πως οφείλει και το «Αϊβαλί» την επιτυχία του. Ένα ενδιαφέρον που συνεχίζεται αμείωτο εδώ και πέντε χρόνια από τη στιγμή που κυκλοφόρησε το 2014 στα Ελληνικά από τις εκδόσεις «Κέδρος» αλλά και στη συνέχεια στις μεταφράσεις του. Τελευταίο παράδειγμα η αμερικανική έκδοση που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Somerset Hall Press στην εξαιρετική μετάφραση του Tom Papademetriou (Τομ Παπαδημητρίου). Στο μεγάλο book tour που κάναμε το Νοέμβριο από το Σαν Φρανσίσκο μέχρι τη Βοστώνη και τη Νέα Υόρκη, μας έφερε σε επαφή με ένα σωρό νέους φίλους του βιβλίου και μας χάρισε πολλές συγκινητικές στιγμές. Είναι ένα βιβλίο που διαδίδεται από στόμα σε στόμα και από αναγνώστη σε αναγνώστη. Το βιβλίο σας «Αϊβαλί» όπως είπατε μεταφράστηκε πρόσφατα και στα Αγγλικά και έχει κατορθώσει διάφορες βραβεύσεις στο εξωτερικό. Πώς νιώθετε για αυτό; Soloup: Όταν ξεκινούσα γύρω στα 2011 να συλλέγω το υλικό και να γράφω το σενάριο – στις αρχές δηλαδή της ελληνικής κρίσης – δεν φανταζόμουν αυτό που θα ακολουθούσε. Ότι έκανα τότε προερχόταν περισσότερο από προσωπική ανάγκη. Λόγω της μικρασιατικής μου καταγωγής και από τους δυο παππούδες και τις δυο γιαγιάδες μου, αλλά και την ανάγκη αυτοπροσδιορισμού σε μια ώριμη ηλικία. Τότε ακουγόταν σχεδόν ουτοπικό να καταπιαστείς με ένα τέτοιο βιβλίο. Τη στιγμή δηλαδή που έκλειναν εκδοτικοί οίκοι και εφημερίδες, η παραγωγή των βιβλίων συρρικνωνόταν απελπιστικά, να αρχίσει κάποιος να φτιάξει ένα… κόμικς 450 σελίδων! Ποιος εκδοτικός θα το έβγαζε ένα τόσο ειδικό βιβλίο και ποιος θα το διάβαζε; Ευτυχώς το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε φόβο μου αλλά και κάθε προσδοκία. Οι αντιδράσεις από τους αναγνώστες είναι ιδιαίτερα συγκινητικές. Eκθέσεις, παρουσιάσεις και ομιλίες, εντός και εκτός Ελλάδας. Τα πανεπιστήμια και οι ερευνητές από την άλλη δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το «Αϊβαλί», μιας και το συγκεκριμένο graphic novel ακουμπά θέματα ιστορίας, λογοτεχνίας αλλά και της τέχνης, της μνήμης, το συναίσθημα… Πολλές εργασίες, διδακτορικές διατριβές, άρθρα σε περιοδικά γίνονται πλέον με αντικείμενο το «Αϊβαλί». Πώς να μην νοιώθω χαρούμενος. Την ίδια στιγμή όμως νιώθω και μεγάλη ευθύνη. Δεν είναι εύκολο να μιλάς για τόσο τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος. Ποια πιστεύετε, ότι είναι η διαφορά – αν υπάρχει – ανάμεσα σε ένα βιβλίο κόμικς και ένα συμβατικό βιβλίο; Soloup: Τα graphic novels θα μπορούσαμε να τα περιγράψουμε ως κάποια… πιο ώριμα ή «λογοτεχνικά» κόμικς – αυτό με τίποτα βέβαια δεν αποτελεί ορισμό τους για κάποιους που ασχολούνται πιο συστηματικά με αυτά. Θα λέγαμε πως υπερασπίζονται τον λόγο των βιβλίων σε ένα περιβάλλον κι έναν πολιτισμό εικόνων κυρίως σε οθόνες. Φυσικά ένα graphic novel μπορεί να διαβαστεί και ως e-book αλλά, κατά τη γνώμη μου, τίποτα δεν υποκαθιστά την αναγνωστική απόλαυση του εντύπου. Είναι το ίδιο πράγμα να βλέπεις μια ταινία στον υπολογιστή, στην TV ή στο κινητό και το ίδιο στη μεγάλη οθόνη του κινηματογράφου; Ισχύει λοιπόν και εδώ κάτι αντίστοιχο. Ποιο πιστεύετε ότι είναι το μήνυμα του βιβλίου «Αϊβαλί»; Soloup: Νομίζω πως η όποια δύναμή του «Αϊβαλί» βρίσκεται στο ότι διατυπώνει ερωτήματα. Και τα ερωτήματα αυτά έχουν να κάνουν με τον ίδιο τον άνθρωπο και την αξιοπρέπειά του, σε επίπεδο ατομικό και σε επίπεδο κοινωνίας. Ως αναγνώστες καλούμαστε να δώσουμε τις δικές μας απαντήσεις και να σκιαγραφήσουμε τα δικά μας νοήματα στις σχέσεις των ανθρώπων και των κοινωνιών. Το τι είναι σημαντικό και το τι είναι αυτό για το οποίο πρέπει να προσπαθήσουμε. Ποια είναι η πορεία του κόμικς στην Ελλάδα μέχρι σήμερα και ποιο το μέλλον του; Soloup: Τα ελληνικά κόμικς όσο περνούν τα χρόνια πάνε όλο και καλύτερα. Οι παλαιότεροι δημιουργοί ωριμάζουν, νέοι σκιτσογράφοι δημοσιεύουν εκπληκτικές δουλειές. Τα κόμικς τα οποία στην Ελλάδα της δεκαετίας του '80 στηρίχτηκαν σε περιοδικά όπως η «Βαβέλ» και το «Παρά Πέντε», τώρα έχουν ενηλικιωθεί και προσεγγίζουν την διεθνή σκηνή της τέχνης των κόμικς. Μιλήστε μου για το τελευταίο σας βιβλίο. Soloup: Το graphic novel «Ο Συλλέκτης» (εκδόσεις Ίκαρος) καταπιάνεται με διαφορετικές καταστάσεις «απώλειας» και «τραύματος» από εκείνες που συναντάμε στο «Αϊβαλί». Περιγράφει ένα παγκόσμιο σημερινό πρόβλημα που δεν είναι άλλο από τη Γονική Αποξένωση (Parental Alienation). Την ψυχολογική απόσταση δηλαδή που διαμορφώνεται ανάμεσα σε γονείς και παιδιά μετά από ένα διαζύγιο. Στην ιστορία του «Συλλέκτη», ο Διονύσης είναι ένας πατέρας που μετά από έναν επώδυνο χωρισμό περιμένει κάθε μέρα μάταια την κόρη του την Φωτεινούλα, να την πάει στο σχολείο. Το παιδί πηγαίνει σχολείο με ένα ταξί που καλεί η μητέρα της για να τον παρακάμψει. Το μόνο που απομένει στον αμήχανο Διονύση είναι να καταγράφει κάθε μέρα τον αριθμό του ταξί – μετατρέποντάς τον έτσι σε έναν ιδιότυπο… «συλλέκτη». Η ελπίδα όμως δεν πεθαίνει και την άλλη μέρα βρίσκεται πάλι εκεί για την κόρη του. Το βιβλίο πάει πολύ καλά και βρίσκεται ήδη στη δεύτερή του έκδοση. Τον χειμώνα του 2019 έγινε μια πολύ μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη της Αθήνας. Ανάμεσα στις παράλληλες εκδηλώσεις (εργαστήρια, συναυλία κ.λ.π.) είχαμε οργανώσει και μια διεθνή ημερίδα για τη Γονική Αποξένωση. Το βιβλίο το έχουμε ήδη μεταφράσει στα Αγγλικά για τις ανάγκες της έκθεσης και τώρα βρισκόμαστε στην διαδικασία εξεύρεσης εκδότη, για την Αγγλική ή άλλες γλώσσες. Νομίζω πως θα είχε ενδιαφέρον για τους αναγνώστες σας να δώσω και τα links με πληροφορίες για τον «Συλλέκτη» στο Μπενάκη και πιο συγκεκριμένα τη διεθνή ημερίδα για τη Γονική Αποξένωση η οποία κατέγραψε το ίδρυμα Μποδοσάκη. Δυστυχώς αυτό το θέμα θα αφορά παγκοσμίως πολύ κόσμο: Benaki Museum: «The Collector – six short stories about a bad wolf» (https://www.benaki.org/index.php?option=com_events&view=event&id=5806&lang=en) Bodossaki Lectures on Demand: «Η προοπτική της κοινής ανατροφής των παιδιών / Καταπολέμηση της Γονικής Αποξένωσης» (https://www.blod.gr/lectures/i-prooptiki-tis-koinis-anatrofis-paidion-katapolemisi-tis-gonikis-apoksenosis-harin-tou-beltistou-symferontos-tou-paidiou-hairetismoi/) Τα μελλοντικά σας σχέδια; Ετοιμάζετε κάτι νέο; Soloup: Ναι, τα τελευταία δύο χρόνια δουλεύουμε με μια ομάδα ερευνητών πάνω σε ένα αρκετά φιλόδοξο ιστορικό graphic novel. Ελπίζω πως τους επόμενους μήνες θα είμαστε σε θέση να ανακοινώσουμε κάτι πιο επίσημα. Ευχαριστώ θερμά εσάς και τον «Εθνικό Κήρυκα» για τις όμορφες ερωτήσεις και το ενδιαφέρον σας. Και το σχετικό link...
  7. Μετά το βραβευμένο βιβλίο «Αϊβαλί» ο πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς Soloúp, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, πριν από λίγες ημέρες παρουσίασε τον «Συλλέκτη», έξι ιστορίες που τις συνδέει το νήμα μιας οικογενειακής διάλυσης και ένας… κακός λύκος. Ο δημιουργός μίλησε στην FS για τη θεματολογία του «Συλλέκτη», για τα κόμικς στην Ελλάδα και για το πόσο κακός τελικά είναι ο κακός λύκος. Κατ’ αρχάς, τι συλλέγει ο «Συλλέκτης» του τίτλου και ποιος είναι ο κακός λύκος του υπότιτλου του βιβλίου σας; Η συλλογή πραγμάτων είναι κάτι που συμβαίνει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στον καθέναν μας. Πολλές φορές χωρίς καν να νιώθουμε συλλέκτες ή να το επιδιώκουμε. Τα ’φερε έτσι λοιπόν στον Διονύση, τον κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου, να μαζεύει στο μπλοκάκι του αριθμούς ταξί. Των ταξί που πηγαίνουν, αντί γι’ αυτόν –και παρά τις αποφάσεις του δικαστηρίου–, το παιδί του στο σχολείο. Ο λύκος, πάλι, είναι βγαλμένος από το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας. Αντί όμως να μαζεύει –όπως πραγματικά θα ήθελε– πρωινές «καλημέρες» από την ηρωίδα του παραμυθιού, φορτώθηκε στα μάτια της τον ρόλο του «κακού». Έξι ιστορίες ή μία ιστορία «σπασμένη» σε έξι κομμάτια; Πράγματι, το βιβλίο χωρίζεται σε έξι αφηγήσεις. Κάθε ιστορία διατηρεί την αυτονομία της, όμως όλες μαζί συμπληρώνουν, σαν σε παζλ, την κεντρική ιστορία του Διονύση, φωτισμένη κάθε φορά από διαφορετική οπτική γωνία. Μετανάστες που καταλαβαίνουν τα πουλιά, γείτονες που παρακολουθούν τα πάντα, φιλίες που καταρρέουν για μια παρεξήγηση, οικογένειες που σήμερα υπάρχουν και αύριο όχι… Ποιο είναι για εσάς το «νήμα» που ενώνει όλα αυτά τα στοιχεία; Η σιωπηλή φιγούρα του Διονύση είναι εκείνη που διατρέχει όλες τις ιστορίες. Μια βασανισμένη ύπαρξη που αναζητά την επαφή με το παιδί του μπροστά στα μάτια των γειτόνων και των περαστικών. Ένας χαρακτήρας, όμως, που στον μονόλογο του τελευταίου κεφαλαίου βλέπουμε αυτές ακριβώς τις βουβές σκέψεις του να μετατρέπονται σε κραυγή απόγνωσης. Ο «Συλλέκτης» είναι αποτέλεσμα έρευνας και μελέτης τρίτων ή προσωπικών σας εμπειριών; Δυστυχώς, τα προβλήματα της αποξένωσης που δημιουργούνται από διαζύγια ανάμεσα σε γονείς και παιδιά βρίσκονται παντού γύρω μας. Όλοι έχουν δει, ζήσει ή ακούσει παρόμοιες τραυματικές ιστορίες, για τις οποίες ουσιαστικά κανείς δεν μιλάει ανοιχτά: για παράλογα εκδικητικές συμπεριφορές, για παιδιά που χρησιμοποιούνται ως όπλο ενάντια στον άλλον γονέα, για καφκικές δίκες, για προκάτ αποφάσεις. Δεν χρειάζεται να ψάξεις πολύ γι’ αυτό. Η ελληνική Δικαιοσύνη με τις παραλήψεις και τους γραφειοκρατικούς της ρυθμούς δίνει μια χαρά σενάρια για όσους ενδιαφέρονται. Το προηγούμενό σας graphic novel, το «Αϊβαλί», έτυχε θερμής υποδοχής από το κοινό. Ποιες είναι οι πρώτες αντιδράσεις για τον «Συλλέκτη»; Το «Αϊβαλί» πράγματι είχε μια πολύ καλή αποδοχή, τόσο από το κοινό όσο και από πανεπιστημιακούς και εκπαιδευτικούς. Έχει μεταφραστεί και συνεχίζει να μεταφράζεται σε άλλες γλώσσες. Ο «Συλλέκτης», από την άλλη, μόλις τώρα κάνει τα πρώτα του βήματα. Αυτά όμως που ήδη έρχονται πίσω, οι κριτικές και τα σχόλια, θυμίζουν αρκετά τις πρώτες αντιδράσεις για το «Αϊβαλί». Ας ελπίσουμε πως θα έχει κάποια αντίστοιχη υποδοχή. Όπως στο «Αϊβαλί» έτσι και στον «Συλλέκτη» επιλέξατε το ασπρόμαυρο σκίτσο. Γιατί; Στο «Αϊβαλί» κατέληξα στο ασπρόμαυρο σκίτσο γιατί θεωρούσα πως σημειολογικά ταίριαζε με το θέμα και την εποχή. Με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες με τις οποίες έχουμε συνηθίσει να φανταζόμαστε την καταστροφή της Σμύρνης το 1922. Ο «Συλλέκτης», πάλι, είναι μια ιστορία με πολλά γκρίζα συναισθήματα και ψυχικές σκιές. Περιγράφει τις μαύρες τρύπες των ανθρώπων. Τι καλύτερο λοιπόν κι εδώ από το ασπρόμαυρο σκίτσο. Στον «Συλλέκτη», όμως, υπάρχει μια εξαίρεση χρωμάτων –συγκεκριμένα δύο χρωμάτων, του πράσινου και του κόκκινου– στο 5ο κεφάλαιο, της Κοκκινοσκουφίτσας. Δύο χρώματα, όμως, που έχουν δουλευτεί με την ίδια μανιέρα που είχα χρησιμοποιήσει στους τόνους του γκρι και στο «Αϊβαλί». Γελοιογραφία ή graphic novel; Ποιο είναι το πιο δύσκολο και γιατί; Και στα δύο μιλάμε για σκίτσα, όμως σε αυτά είναι εντελώς διαφορετικές οι προσεγγίσεις της πραγματικότητας. Για κάποια πράγματα μπορείς να μιλήσεις με αστεία, σε άλλα πάλι να διατυπώσεις σοβαρά ερωτήματα. Η γελοιογραφία είναι η τέχνη της συμπύκνωσης. Το να τα πεις όλα με σάτιρα σε μια εικόνα. Είναι κατά κάποιον τρόπο το απόσταγμα ενός ολόκληρου πολιτικού ρεπορτάζ. Έχει αυτή την ομορφιά και αυτή τη δυσκολία. Από την άλλη, τα κόμικς και η επιμέρους φόρμα των graphic novels έχουν να κάνουν με την αφήγηση μιας ολόκληρης ιστορίας. Το σκίτσο είναι πιο περιγραφικό, υπάρχει σκηνοθεσία, το σενάριο είναι συμπαγές με κλιμακώσεις, κάτι μεταξύ μυθιστορήματος και κινηματογραφικής ταινίας. Άλλη κι εδώ η ομορφιά και άλλη η δυσκολία. Και τα δύο όμως με τα χρόνια έχουν μετατραπεί σε προσωπικά μου αντανακλαστικά για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Η Ελλάδα έχει μακρά παράδοση στη γελοιογραφία και δη την πολιτική. Υπάρχει χώρος σήμερα για εγχειρήματα graphic novel όπως ο «Συλλέκτης»; Νομίζω πως ναι. Μετά τα περιοδικά «Βαβέλ» και «Παρά Πέντε», τα κόμικς στην Ελλάδα αποτελούν πλέον ξεχωριστή μορφή τέχνης, παρά τα δάνεια από τη ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία κ.λπ. Τα κόμικς μάλιστα με θέματα κοντύτερα στη λογοτεχνία ή στην ιστορία απολαμβάνουν στις μέρες μας ιδιαίτερη αποδοχή από ένα ευρύτερο, ενήλικο κοινό. Όμως νομίζω πως τα κόμικς και ειδικότερα τα graphic novels μπορούν να δώσουν ακόμη περισσότερα. Αυτόνομα έργα, ιστορίες πρωτότυπες, που δεν θα έχουν ανάγκη κάποιον αρχαίο ή νεότερο συγγραφέα για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Και τώρα ποια θα είναι η συνέχεια; Ο «Συλλέκτης», όπως και πριν από τέσσερα χρόνια το «Αϊβαλί», ετοιμάζεται για μια μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Με συναυλία των Jazztronica στα εγκαίνια στις 23 Ιανουαρίου, με δύο ημερίδες (μία στις 9 Φεβρουαρίου για τα graphic novels και μία διεθνή στις 3 Μαρτίου για τις σχέσεις παιδιών και γονιών μετά το διαζύγιο), με εργαστήρια δημιουργικής γραφής, κόμικς, ξεναγήσεις και πολλά άλλα. Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 17 Μαρτίου. Σύντομα θα υπάρχει αναλυτικό πρόγραμμα. Σας περιμένουμε. INFO Ο «Συλλέκτης – Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. freesunday.gr
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.