Search the Community
Showing results for tags 'αντώνης νικολόπουλος'.
-
Το «Babel» του Soloup είναι ένα από τα πιο φιλόδοξα και πολυεπίπεδα έργα που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια στην ελληνική εικονογραφημένη αφήγηση, που επιβεβαιώνει τη θέση του δημιουργού ως ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες καλλιτέχνες των graphic novels, και ταυτόχρονα επιχειρεί να μετατρέψει το κόμικ σε ένα στοχαστικό δοκίμιο πάνω στην ιστορία, τη μνήμη και την ίδια τη δυνατότητα της επικοινωνίας. Ο τίτλος του έργου παραπέμπει ευθέως στον βιβλικό μύθο του Πύργου της Βαβέλ, εκεί όπου η ανθρώπινη φιλοδοξία προσπαθεί να προσεγγίσει τον ουρανό και καταλήγει στη σύγχυση των γλωσσών και στη διάλυση της κοινής κατανόησης. Ο Soloup αξιοποιεί αυτή τη συμβολική αφετηρία προκειμένου να μιλήσει για τον σύγχρονο κόσμο, έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι μιλούν διαρκώς, αλλά όλο και δυσκολότερα κατανοούν ο ένας τον άλλον. Το «Babel» είναι, με αυτή την έννοια, ένα βιβλίο για τη γλώσσα, όχι μόνο ως σύστημα λέξεων, αλλά ως πεδίο εξουσίας, ιδεολογίας και πολιτισμικής μνήμης. Στις σελίδες του διασταυρώνονται διαφορετικές ιστορίες, εποχές και φωνές. Ο αναγνώστης μετακινείται ανάμεσα σε τόπους και χρόνους, παρακολουθώντας μιαν αφήγηση που μοιάζει να λειτουργεί σαν παλίμψηστο: κάθε ιστορία γράφεται πάνω στην προηγούμενη, χωρίς να την εξαφανίζει. Η αφηγηματική δομή του βιβλίου είναι σύνθετη και πολυφωνική. Ο Soloup χρησιμοποιεί την τεχνική της διαδοχικής αφήγησης, συνδυάζοντας ιστορικά στοιχεία, προσωπικές διαδρομές και στοχαστικά σχόλια για τη σύγχρονη εποχή. Το σχέδιο του Soloup – έντονο, συχνά σκοτεινό, με σκληρές αντιθέσεις – δημιουργεί μιαν ατμόσφαιρα που κινείται ανάμεσα στον ρεαλισμό και την αλληγορία. Οι μορφές μοιάζουν να κουβαλούν ιστορικό βάρος, ενώ οι πόλεις και τα τοπία λειτουργούν σαν σκηνικά μιας μεγάλης συλλογικής εμπειρίας. Το κόμικ, εδώ, παύει να είναι απλώς εικονογραφημένη αφήγηση και γίνεται χώρος στοχασμού. Σημαντικό στοιχείο του έργου είναι επίσης η σχέση του με την ιστορία και την πολιτική. Το «Babel» δεν κρύβει το ενδιαφέρον του για τις μεγάλες συγκρούσεις του 20ού και του 21ου αιώνα, ούτε για τις μετακινήσεις πληθυσμών, τις πολιτισμικές συναντήσεις και τις εντάσεις που γεννά η παγκοσμιοποίηση. Το βιβλίο λειτουργεί περισσότερο ως ερώτημα παρά ως απάντηση: πώς μπορούμε να μιλήσουμε ο ένας στον άλλον σε έναν κόσμο γεμάτο διαφορετικές γλώσσες, εμπειρίες και ιστορίες; Έτσι, το «Babel» καταλήγει να είναι ένα έργο που επιχειρεί να εξερευνήσει τη σύγχρονη ανθρώπινη εμπειρία μέσα από τον συνδυασμό εικόνας και λόγου. Ο Soloup δείχνει ότι το μέσο των κόμικ μπορεί να φιλοξενήσει σύνθετες ιδέες και να συνομιλήσει με τη λογοτεχνία, την ιστορία και τη φιλοσοφία. Πρόκειται για έργο που διαβάζεται ταυτόχρονα ως αφήγηση, ως δοκίμιο και ως καλλιτεχνική πρόταση και που υπενθυμίζει ότι η αναζήτηση μιας κοινής γλώσσας παραμένει ένα από τα πιο δύσκολα και πιο αναγκαία εγχειρήματα της εποχής μας. Babel Soloup Εκδόσεις: Ίκαρος Σελ. 248 Και το σχετικό link...
-
Για την «Babel», το νέο εξαιρετικό, συγκινητικό και εν μέρει αυτοβιογραφικό έργο του Soloup, είχαμε γράψει πριν από λίγες εβδομάδες. Τώρα ήρθε και η ώρα της πρώτης επίσημης παρουσίασής του. Την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου στις 19.00, στον χώρο του Ινστιτούτου για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή Eteron (Λεωκορίου 38, Ψυρρή), θα μιλήσουν για το βιβλίο οι Βαγγέλης Καραμανωλάκης, καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΕΚΠΑ, Λήδα Τσενέ, διδακτόρισσα και ιδρύτρια της Athens Comics Library, και ο δημιουργός. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης θα προβληθεί βίντεο με τα παρασκήνια της έρευνας στο Βέλγιο από τους Πόλυ Ρουμελιώτη και Kris Kaerts. Και το σχετικό link...
-
Ένα graphic novel λοιπόν από έναν γνώριμο και με πολλές διακρίσεις δημιουργό, που αυτοσυστήνεται ως «πολιτικός γελοιογράφος […] και δημιουργός κόμικς». Τόσο σύνθετο στην κατασκευή του ώστε να υπάρχει ο φόβος να μην μπορέσει να παρουσιαστεί χωρίς να χάσει τη γοητεία του. Όλα ίσως να ξεκινούν από τον τίτλο: Babel, που ανάγεται παράλληλα στο βιβλικό σύμβολο του πύργου της Βαβέλ αλλά και στο περιοδικό κόμικς «Βαβέλ», που, σύμφωνα με την αφιέρωση, «μας έμαθε να διαβάζουμε, να σκιτσάρουμε και να ονειρευόμαστε με τα κόμικς στην Ελλάδα». Τέτοιοι αναπάντεχοι συχνά συσχετισμοί βρίσκονται διάσπαρτοι μέσα στο βιβλίο, συνδέοντας το όποιο παρόν (τα επτά ταξίδια του συγγραφέα στο Βέλγιο) με ένα παρελθόν διττό: το ιστορικό Βέλγιο των μεταναστών ανθρακωρύχων, ανάμεσά τους (όπως πληροφορείται ο αναγνώστης) και οι παππούδες του συγγραφέα, αλλά και τον μυθικό πύργο της Βαβέλ κάπου στη Μεσοποταμία, με όλες τις συναφείς ηθικολογίες για την ανθρώπινη απληστία. Soloúp | Babel. When the Fallen Angels Rise | Σελ. 247 | Ίκαρος, 2025 Ο βιβλικός πύργος εκπροσωπείται από τον διάσημο πίνακα του Μπρέγκελ, αλλά με μια έξυπνη αντιστροφή αντανακλάται, ανεστραμμένος, στα βελγικά ορυχεία σε τρεις παραλλαγές – η μια τους κοσμεί το εξώφυλλο. Τη μια σχετική εικόνα στο εσωτερικό συνοδεύει ένα σχόλιο: «Μόνο που εκείνοι χτίζανε προς τα πάνω, ενώ εμείς σκάβαμε προς τα κάτω» (σ. 188). Δύο μάλιστα σελίδες παρακάτω, θα εμφανιστεί ο Νεβρώδ, ο φιλόδοξος βασιλιάς που έχτισε τον πύργο – αυτή τη φορά με μορφή δανεισμένη από έναν εξίσου διάσημο μινωικό σφραγιδόλιθο από τα Χανιά, που δείχνει μια σπάνια παράσταση μιας πόλης/ανακτόρου (σ. 191). Στο παραμύθι μπλέκουν επιμέρους σχόλια λεκτικά (π.χ. «Νεβρώδ, ο πρώτος ινφλουένσερ») και εικαστικά (π.χ. εικόνες ομορφιάς του Χοκουσάι). Στην ιστορία θα μπλέξουν και άλλα σύμβολα, όπως η εκκλησία Béguinage που βοηθούσε όλους τους κατατρεγμένους, το εμβληματικό τζουκ μποξ του διάσημου ελληνικού καφενείου La Rose Blanche στο Μόλενμπεκ, που θα βρεθεί ξεχασμένο σε αποθήκη, και του οποίου η ιστορία μπλέκει μέσα στη διήγηση του Soloúp για την εκεί ελληνική κοινότητα, ο τόσο δημοφιλής στους ανθρακωρύχους Στ. Καζαντζίδης, και πάει λέγοντας. Όλα ξεκινούν όταν ο Soloúp συνάντησε στην Αθήνα την ελληνικής καταγωγής Πόλυ (Πολυξένη) Ρουμελιώτη, ερευνήτρια της «ελληνικής παρουσίας στο Βέλγιο» το 2015, στην οποία πέρασε την επιθυμία του να μάθει αν πράγματι ο παππούς και η γιαγιά του, Μικρασιάτες πρόσφυγες, είχαν παντρευτεί στο Βέλγιο – μια αόριστη ιστορία που κυκλοφορούσε μέσα στην οικογένειά του. Αυτή η Πόλυ ήταν που θα ανακάλυπτε το πιστοποιητικό γάμου των παππούδων του στην Αμβέρσα και σε συνδυασμό με τον σκηνοθέτη θεάτρου-κινηματογράφου Κρις Καρτς και τη δημοσιογράφο-φωτογράφο Ιωάννα Γυμνοπούλου, κόρη εστιάτορα στις Βρυξέλλες, θα πλαισίωναν τον Soloúp στις περιπετειώδεις περιηγήσεις του στα πρώην βελγικά ανθρακωρυχεία, στα λημέρια των «μεταναστών εργατών», όσων είχαν απομείνει, που δούλευαν ώς το ’90 μέσα στις υπόγειες στοές. Στο βιβλίο η αρχή της ιστορίας σκηνοθετείται στη βροχερή πλατεία μπροστά από την εκκλησία Béguinage όπου ο αφηγητής (Soloúp) αντιμετωπίζει ένα κοπάδι σκυλιά που του μαθαίνουν πόσων ειδών γαβγίσματα υπάρχουν – δηλαδή το μοτίβο που κρύβεται πίσω από τον πύργο της Βαβέλ. Ακολουθεί, στο τρίτο μέρος, μια «συνέντευξη μ’ έναν άγγελο», όπου ένας παλαίμαχος ανθρακωρύχος, ο κυρ Άγγελος, φιλοσοφεί για την ανθρώπινη ασυνεννοησία και ρωτάει στο τέλος: «Ξέρεις, κόρη μου, τη Βαβέλ;» Το τέταρτο μέρος ξαναδένει με την πλατεία της Béguinage, με διαδοχικές οπισθοχωρήσεις στον χρόνο, όπου μπλέκουν ακόμα η καταστροφή της Σμύρνης, ο ένας πλούσιος παππούς, ο Άγγελος (που μοιάζει του Πεσόα) και η γιαγιά στα νιάτα της, για να καταλήξουν πάλι στην πλατεία με έναν διάλογο ανάμεσα στον Soloúp και στον σκύλο που του κρατά συντροφιά και μιλάει άπταιστα ελληνικά. Το πέμπτο μέρος (Pneumoconiosis) περιέχει την αφήγηση του κυρ Άγγελου για τη ζωή στα βελγικά ανθρακωρυχεία, τα δυστυχήματα, τους θανάτους, αλλά και τη θαυμαστή του διάσωση από ένα απανθρακωμένο δέντρο. Στο τελευταίο μέρος (Λευκά Τριαντάφυλλα), με μια εικόνα σωμάτων «που πετούν πάνω από τη γη», θυμίζοντας Β. Βέντερς, μαθαίνουμε πως ο κυρ Άγγελος πέθανε αιφνίδια, όμως ζει μεταξύ των συντρόφων του, ακούει κι αυτός Καζαντζίδη, και στο τέλος φιλοσοφεί: «Κι έτσι ο θάνατος δεν μοιάζει με δυστυχία», αφήνοντας ένα άσπρο τριαντάφυλλο στον πάγκο έξω από την ίδια πάντα εκκλησία. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
- βαβέλ
- αντώνης νικολόπουλος
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
Η «Babel» του Soloup είναι ένα έντονα συναισθηματικό και φορτισμένο αυτοβιογραφικό ταξίδι στις ρίζες του και στο παρελθόν των προγόνων του, από τη Σμύρνη μέχρι τα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Εκ των κορυφαίων Ελλήνων δημιουργών κόμικς ο Soloup, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, έχει καταφέρει εδώ και χρόνια να είναι συνεπής στο ραντεβού του με τους αναγνώστες σε τακτά χρονικά διαστήματα παρουσιάζοντας πλέον μεγάλα σε έκταση αλλά και θέματα βιβλία. Το «Αϊβαλί» (2014) σηματοδότησε τη στροφή του από τα κατεξοχήν χιουμοριστικά κόμικς με τα οποία καταπιανόταν με επιτυχία ως τότε («Ο Ανθρωπόλυκος», «Μήτσος Κυκλάμινος», «Ο Βασιλιάς Μύγας», «Πειρασμοί» κ.ά.) στα ιστορικά, κοινωνικά και μεγαλύτερης έκτασης βιβλία. Η επιτυχία του ήταν πολύ μεγάλη, κάτι που αποδεικνύεται από τις απανωτές επανεκδόσεις, τις πολλές μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες, τις εκθέσεις που το πλαισίωσαν κ.ά. Ακολούθησαν ο σπαρακτικός «Συλλέκτης» (2018) για το ζήτημα της γονεϊκής αποξένωσης, το «’21, η Μάχη της Πλατείας» (2021), μια τολμηρή και ψύχραιμη ματιά στην ελληνική Επανάσταση και ο «Zorμπάς» (2023), μια διαφορετική αφήγηση του εμβληματικού καζαντζακικού έργου. Παράλληλα ο Νικολόπουλος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αιγαίου και ερευνητής της ιστορίας και θεωρίας των κόμικς, συγγραφέας του καθοριστικού για την κατανόηση της ένατης τέχνης στην Ελλάδα «Τα Ελληνικά Comics» (2012), ασχολείται όλα αυτά τα χρόνια και με την εκπαιδευτική διάσταση του είδους, ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του, σε συνεργασία με την Ευαγγελία Μουλά, «Comics & Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί». Η καινούργια δουλειά του (εκδόσεις Ίκαρος, 248 σελίδες) είναι ενταγμένη σε αυτό το πλαίσιο των μεγάλων ιστορικών αφηγήσεων, αλλά συνάμα αποτελεί και το πιο προσωπικό έργο του. Κι αυτό γιατί παρά τα μεγάλα πανανθρώπινα θέματα στα οποία αναφέρεται, τις εγκιβωτισμένες αφηγήσεις του και τη διαρκή συνομιλία του με μεγάλους συγγραφείς, καλλιτέχνες και δημιουργούς κόμικς, στο επίκεντρο βρίσκεται η ιστορία των προγόνων του με τον ίδιο να την ιχνηλατεί ως πρωταγωνιστής. Ο τίτλος «Babel» πηγάζει προφανώς από τον γνωστό μύθο της Γένεσης γύρω από τη ματαιόδοξη απόπειρα των άπληστων κατασκευαστών του να φτάσουν στον ουρανό και την επακόλουθη ποινή από τον Θεό που τους τιμώρησε να μιλούν διαφορετικές γλώσσες ώστε να μην μπορούν να συνεννοηθούν. Στην Ελλάδα όμως, όπου ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας των σύγχρονων κόμικς γράφτηκε από το περιοδικό Βαβέλ με τον Soloup να αποτελεί ενεργό μέλος, το βιβλίο αφιερώνεται στους φίλους του αλλά «ένα graphic novel που ονομάζεται Babel δεν μπορεί παρά να είναι αφιερωμένο και σε μιαν άλλη μεγάλη παρέα, εκείνη του περιοδικού κόμικς (και όχι μόνο) “Βαβέλ”. Το περιοδικό που μας έμαθε να διαβάζουμε, να σκιτσάρουμε και να ονειρευόμαστε με τα κόμικς στην Ελλάδα» σύμφωνα με τον δημιουργό του. Εύλογο είναι η ιστορία να ξεκινά από τη Γένεση και τον Πύργο της Βαβέλ με τις κατάλληλες δόσεις χιούμορ και τις ευφυώς τοποθετημένες παρωδίες έργων των Μαγκρίτ, Γκόγια, Ντα Βίντσι, Ροντέν, Μπρίγκελ και Μικελάντζελο (στα επόμενα κεφάλαια θα προστεθούν κι άλλοι όπως ο Μουνκ κι ο Χοκουσάι), για να μεταφερθεί αμέσως σε μια σύγχρονη Βαβέλ, στην καρδιά της Ευρώπης, στις Βρυξέλλες. Εκεί ο Soloup θα σταθεί τρομοκρατημένος πάνω σε ένα παγκάκι, περικυκλωμένος από αγριεμένα σκυλιά που κι αυτά γαβγίζουν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Τότε αρχίζει η κεντρική αφήγηση με τον πρωταγωνιστή να ανατρέχει στην παιδική του ηλικία για να ερμηνεύσει τον φόβο του για τα σκυλιά, να γίνεται φίλος με έναν ομιλούντα σκύλο που παραπέμπει στον Μιλού από τον Τεν Τεν του Herge, όπως και ο πύραυλος στο αεροδρόμιο από την ιστορία «Αποστολή στη Σελήνη», να εξηγεί στον σκύλο (!) γιατί βρίσκεται εκεί και να δίνουν ραντεβού στο Μόλενμπεκ για να επισκεφτούν το ιστορικό ελληνικό καφενείο La Rose Blanche. Η αφορμή, όπως εξηγεί ο αφηγητής στον σκύλο, για το ταξίδι του στο Βέλγιο (και για τη δημιουργία της «Babel» υποθέτουμε ως αναγνώστες) είναι να βαδίσει στα χνάρια του παππού και της γιαγιάς του που βρέθηκαν εκεί μετά την καταστροφή της Σμύρνης – άλλης μίας Βαβέλ πολυγλωσσίας κι ασυνεννοησίας με τραγική κατάληξη. Από αυτή την ιστορία όμως ξεπηδά μια άλλη ιστορία προσφύγων, αυτή των Ελλήνων μεταναστών στο Βέλγιο για να δουλέψουν στα ανθρακωρυχεία από τη δεκαετία του 1950 και μετά. Σ’ αυτήν την παράλληλη αφήγηση πρωταγωνιστεί ο Άγγελος, ηλικιωμένος πια, που αναπολεί το παρελθόν στις στοές των ορυχείων, ανάμεσα σε μετανάστες από όλο τον κόσμο, σε μια ακόμα Βαβέλ μέσα στο κάρβουνο, τη σκόνη και την πνευμοκονίαση. Μια Βαβέλ με δυσκολίες συνεννόησης αλλά και με αλληλεγγύη που κρατούσε τους εργάτες ζωντανούς. Το πολυεπίπεδο αυτό βιβλίο που σε κάθε του σελίδα αποπνέει ζεστασιά και ανθρωπιά, όπως κάθε έργο του Soloup, είναι εξαιρετικά τεκμηριωμένο και συνοδεύεται από επεξηγηματικά κείμενα, πλούσια βιβλιογραφία και σπάνιο ιστορικό και φωτογραφικό υλικό για τη ζωή των ανθρακωρύχων. Μια ζωή που εκεί κάτω, όπως λέει ο Τούρκος φίλος του Άγγελου, είχε μια κοινή γλώσσα: «Ένα χαμόγελο, ένα χωρατό. Ένα χέρι που θα σε βαστήξει τη δύσκολη ώρα να μη γλιστρήσεις, αυτή ήταν η κοινή μας γλώσσα. Η γλώσσα που μάθαμε στη δική μας την ανάποδη Βαβέλ». Και το σχετικό link...
-
Η «Babel», οι ανθρακωρύχοι στις στοές του Βελγίου, η διαδρομή που γίνεται όλο και πιο προσωπική. «Αν βρεθείς να σκάβεις μουντζούρης στα 1.100 μέτρα βάθος στις στοές, το να είσαι Έλληνας, Τούρκος, Ιταλός, Πολωνός ή Μαροκινός δεν είχε και τόσο σημασία», λέει ο Soloúp, συμπυκνώνοντας το πνεύμα του νέου του graphic novel, «Babel». «Εκεί η αλληλεγγύη, η συνεννόηση για την επιβίωση και η φιλία αποκτούν άλλη σημασία. Βλέποντάς το από απόσταση, το να σκοτώνονται οι άνθρωποι μεταξύ τους ενώ τους ενώνουν τόσα πράγματα σε ένα τόσο περιορισμένο χρονικό διάστημα σαν την ανθρώπινη ζωή, είναι πραγματικά μάταιο και ακατανόητο». Ο Soloúp, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, με μακρά θητεία πολιτικής γελοιογραφίας, κομίστας στα θρυλικά περιοδικά «Βαβέλ» και «Γαλέρα» και με 14 συλλογές γελοιογραφιών, κόμικς και graphic novel στο βιογραφικό του, έχει «γράψει» πολλά χιλιόμετρα πάνω στο χαρτί με το πενάκι του. Συζητώντας για ένα καινούργιο βιβλίο με έναν «παλιό» της δουλειάς, όπως είναι ο Soloúp, οι αναμνήσεις ξυπνούν πλούσιες και δυνατές. Άλλωστε θεωρεί πράγματι ενδιαφέρον πως η νέα του δουλειά έχει τον ίδιο τίτλο με το θρυλικό περιοδικό στο οποίο έκανε τα πρώτα του σκιτσογραφικά βήματα. Γι’ αυτό και το αφιερώνει στους ανθρώπους του. Περιγράφει το τρακ της πρώτης επίσκεψης στη Γενναδίου, με το τεράστιο ντοσιέ του «Ανθρωπόλυκου» και του «Μήτσου Κυκλάμινου» παραμάσχαλα, όταν πήγε να δείξει τη δουλειά του στους υπεύθυνους του περιοδικού, μια συνεργασία που, όπως λέει, τον καθόρισε. Στο νέο κόμικ ο Αντώνης Νικολόπουλος «παντρεύει» τις μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα τραύματα της Ιστορίας. Από εκεί και πέρα όμως, η σύγχρονη «Babel» ανοίγει δικούς της δρόμους, διατηρώντας ίσως στο υποσυνείδητο τις συναισθηματικές συνδέσεις με το παρελθόν. Η ιστορία του συγκεκριμένου graphic novel βασίζεται στο αρχετυπικό βιβλικό κείμενο για τον πύργο της Βαβέλ, αλλά και σε όλα τα πολιτισμικά αφηγήματα και τους συμβολισμούς που γεννήθηκαν γύρω του, από τους μύθους περί της ανθρώπινης ακαταληψίας μέχρι τις αινιγματικές, μεταφυσικές απεικονίσεις του Πίτερ Μπρέγκελ. Στην «Βabel», πίσω από τον κεντρικό χαρακτήρα του ηλικιωμένου αφηγητή βρίσκονται ιστορίες του ίδιου του συγγραφέα – από τον πρόσφυγα παππού και τη γιαγιά που έφτασαν σε συγγενείς στις Βρυξέλλες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή – οι οποίες διασταυρώνονται με τις αφηγήσεις Ελλήνων ανθρακωρύχων μεταναστών του Βελγίου. Μέσα στο χάος της ανθρώπινης ασυνεννοησίας υπάρχει μια πιθανή γλώσσα που ενώνει – η αλληλεγγύη. Στο νέο κόμικ ο Αντώνης Νικολόπουλος «παντρεύει» τις μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα τραύματα της Ιστορίας. Καθώς μιλάμε, γίνεται φανερό ότι για τον ίδιο η Βαβέλ είναι ένας τόπος όπου συναντιούνται οι μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα συλλογικά τραύματα της Ιστορίας. Γι’ αυτό και από το βιβλίο του περνούν πρόσφυγες, ανθρακωρύχοι, ηλικιωμένοι σε καφενεία, άνθρωποι που κουβαλούν «τον μόχθο και την τρυφερότητα μιας ολόκληρης ζωής». Οι ιστορίες που συγκέντρωσε, λέει, ήταν συχνά συγκινητικές: πρόσφυγες και μετανάστες των δεκαετιών του ’50 και του ’60, που έφυγαν από μια κατεστραμμένη Ελλάδα αναζητώντας βιοπορισμό στο Βέλγιο. «Ακόμη και οι λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής τους είναι κάποιες φορές συγκλονιστικές», επισημαίνει. Από όλες τις εξιστορήσεις, ο ίδιος θυμάται έντονα τη διήγηση ενός 90χρονου βετεράνου ανθρακωρύχου που δούλεψε στο Βέλγιο. Η συνάντησή τους έγινε στο ελληνικό καφενείο «La Rose Blanche», στο Μόλενμπεκ των Βρυξελλών. «Μου περιέγραψε πώς προσπαθούσαν να πιουν νερό από το παγούρι τους κάνοντας μια τόσο δύσκολη κίνηση, σαν ακροβατικό. Έστριβαν το κορμί τους ξαπλωμένοι πάνω στη γη, καθώς έσκαβαν σε στοές με ύψος το πολύ μισό μέτρο», λέει ο Soloúp. Αλλά και οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες ανθρακωρύχων που υπάρχουν στο παράρτημα του βιβλίου και οι αφηγήσεις που τις συνοδεύουν είναι συγκλονιστικές, πρωτότυπο υλικό που του παραχώρησαν οι αφηγητές ή οι οικογένειές τους. Η συζήτηση γυρίζει πάλι στον πύργο της Βαβέλ. Τον ρωτάμε ποια «γλώσσα» νιώθει ότι τον ενώνει περισσότερο με τους ανθρώπους. «Σκίτσα, λέξεις και σιωπές», απαντάει. «Μέσα στο χάος της ανθρώπινης ασυνεννοησίας υπάρχει μια πιθανή γλώσσα που ενώνει», λέει, «η αλληλεγγύη». Η δημιουργική διαδρομή του, όπως την περιγράφει, έχει γίνει τα τελευταία χρόνια όλο και πιο προσωπική. Μετά το «Αϊβαλί», στα έργα του υπάρχουν πράγματα που τον απασχολούν βαθιά. Ακόμη και στο «21 – Η μάχη της πλατείας», παρότι αφορά ένα τόσο μεγάλο γεγονός όπως η Επανάσταση του ’21, υπάρχουν δικές του απορίες για την πολιτισμική και εθνική ταυτότητα. Στον «Ζορμπά», μέσα από τον Καζαντζάκη, προσπάθησε να διατυπώσει με εικόνες τα υπαρξιακά ερωτήματα που τον απασχολούσαν. Και στον «Συλλέκτη» – όπως και τώρα στην «Babel» – ενυπάρχει η προσωπική ανάγκη να κατανοήσει και να διαχειριστεί την απώλεια ανθρώπων που υπήρξαν αναπόσπαστα κομμάτια της ζωής του. «Στο τέλος, το “αυτό είμαι εγώ” πρέπει να το πουν οι αναγνώστες», τονίζει. «Δεν έχει νόημα κάποιος να διαβάσει κάτι αν δεν τον αφορά». Όταν η κουβέντα φτάνει αναπόφευκτα στον αναστοχασμό πάνω σε μια δημιουργική πορεία χρόνων, η ερώτηση είναι προφανής: τι εξακολουθεί να τον γοητεύει στους ανθρώπους και θέλει να σκιτσάρει τις ιστορίες τους; «Κάτι που βρίσκεται κοντά στην αθωότητα, στο παιχνίδι και στην εξερεύνηση», απαντάει. «Οι κινήσεις του παιδικού χεριού με μολύβια και ξυλομπογιές συνδέονται με την ανακάλυψη μιας πρωτοφανούς εκδοχής του κόσμου. Κάτι τέτοιο νομίζω πως συμβαίνει τελικά όταν σκιτσάρεις και μεγάλος. Παρά την προσπάθεια και τον χρόνο που απαιτεί για να ολοκληρωθεί ένα graphic novel, στο τέλος σού αποκαλύπτει μια εκδοχή του κόσμου που δεν είχες μέχρι τότε φανταστεί. Σε κάνει πλουσιότερο και λιγάκι πιο σοφό, μέχρι το επόμενο βήμα». Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- babel
- αντώνης νικολόπουλος
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
Μια συναρπαστική εικονογραφημένη ιστορία που συνδέει με χιούμορ και συγκίνηση τις αφηγήσεις του παππού του και της παρέας του με τα βιώματα των ανθρακωρύχων κάθε εθνικότητας, γλώσσας και θρησκείας στις στοές του Βελγίου. Ο Soloúp είναι πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς. Έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αιγαίου (Τμήμα Πολιτικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας), ενώ η μεταδιδακτορική του έρευνα στο ίδιο πανεπιστήμιο συνδέεται με την εκ νέου αναφήγηση της Ιστορίας μέσα από τα κόμικς. Διδάσκει γελοιογραφία και κόμικς στο πρόγραμμα e-learning του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ οργανώνει κύκλους εργαστηρίων κόμικς σε συνεργασία με δομές πολιτισμού όπως το Μουσείο Μπενάκη και το Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη. Μέχρι σήμερα έχει κυκλοφορήσει δεκατέσσερις συλλογές με γελοιογραφίες και κόμικς και τα graphic novels «Αϊβαλί», «Ο Συλλέκτης: Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο», «21: Η μάχη της πλατείας» και το «Ζορμπάς: Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη» που είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του Νίκου Καζαντζάκη. Το νέο του graphic novel με τίτλο «Babel», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος, είναι μια προσωπική αφήγηση που ξεκινάει σουρεαλιστικά, με τον Πύργο της Βαβέλ και την ανθρώπινη ματαιοδοξία που γεννάει τέρατα, συνεχίζει με τους έκπτωτους ανθρώπους (και πολλά σκυλιά) που άρχισαν να μιλούν διαφορετικές γλώσσες και συνεχίζει αιώνες αργότερα, στις στοές του Βελγίου, όταν «μουτζούρηδες» απ' όλα τα έθνη σκάβουν για κάρβουνο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ένα ζευγάρι προσφύγων που σώθηκε από την καταστροφή της Σμύρνης (η γιαγιά και ο παππούς του) προσπαθεί να επιβιώσει, με τον παππού να δουλεύει στις στοές. Εκατό χρόνια μετά, στους ίδιους δρόμους των Βρυξελλών που περπατούσε το ζευγάρι το 1924, το εγγόνι τους αναζητάει κάτι από τα σβησμένα τους χνάρια. Μέσα στο τελευταίο ελληνικό καφενείο στο Μόλενμπεκ, καθώς ακούγεται στο τζουκ μποξ η φωνή του Καζαντζίδη, μια παρέα γερόντια, παλιοί ανθρακωρύχοι κάθε φυλής και γλώσσας, κάθονται και συζητούν για το «φευγαλέο κι εύθραυστο ετούτο θαύμα της ύπαρξης». – Με ποια αφορμή ξεκινήσατε να δουλεύετε πάνω στην ιστορία που έγινε ο τόμος «Babel»; Νομίζω πως το σενάριο συμπληρώθηκε μόνο του από ταξίδι σε ταξίδι, τις επτά συνολικά φορές που έχω βρεθεί μέχρι σήμερα στις Βρυξέλλες. Σε κάθε επίσκεψη τύχαινε να σκοντάψω σε κάτι παράξενο και ενδιαφέρον. Πρώτα, η φίλη μου η Πόλυ Ρουμελιώτη ανακάλυψε τα έγγραφα του γάμου του παππού και της γιαγιάς μου, που παντρεύτηκαν στις Βρυξέλλες το 1924 μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τα βρήκε στα αρχεία της ορθόδοξης εκκλησίας στην Αμβέρσα. Στη συνέχεια ήταν οι ηλικιωμένοι μετανάστες και ανθρακωρύχοι που γνώρισα στο La Rose Blanche, το τελευταίο ελληνικό καφενείο στο Μόλενμπεκ, με αφορμή το ντοκιμαντέρ που γύριζαν γι’ αυτό ο Κρις Κερτς με την Πόλυ... – Γιατί ονομάσατε το βιβλίο «Babel»; Όλο το βιβλίο αναφέρεται στη γνωστή αφήγηση της Βαβέλ, από το κείμενο «Γένεσις» της Παλαιάς Διαθήκης και τους πίνακες του Μπρέγκελ μέχρι τα νοηματικά παιχνίδια και τους συνειρμούς που αφορούν τη σημερινή πρόσληψη αυτής της αρχετυπικής εξιστόρησης. Δεν νομίζω πως θα μπορούσε να υπάρξει άλλος τίτλος γι’ αυτό το βιβλίο. – Τι έρευνα κάνατε για να καταλήξετε στο υλικό που χρησιμοποίησατε; Για το σενάριο και τις εικόνες; Σε όλα τα graphic novels μου γίνεται μεγάλη έρευνα, ανάλογα και με τις ανάγκες του θέματος. Στο «Αϊβαλί» για παράδειγμα, πέρα από τα βιβλία Ιστορίας, τις μελέτες, τα δοκίμια αλλά και τη σχετική λογοτεχνική παραγωγή που αφορούσε το 1922, η αναζήτηση πληροφοριών επεκτάθηκε σε ιστορικά αρχεία και τοπικές βιβλιοθήκες. Επίσης, έκανα και επιτόπια έρευνα σε Αϊβαλίκ και Μυτιλήνη. Στη δουλειά πάλι που κάναμε με τις τρεις φίλες ερευνήτριες, Καστρίτη, Κατσιμάρδου, Παναρίτη και τις εκδόσεις Ίκαρος για το graphic novel «21: Η μάχη της πλατείας», η έρευνα ακούμπησε ταβάνι! Με την εμπλοκή του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, του Πανεπιστημίου Αιγαίου και του παράλληλου προγράμματος του ΕΛΙΔΕΚ μπορέσαμε συντονισμένα ν’ αντλήσουμε υλικό από βιβλιοθήκες, αρχεία, μουσειακό υλικό, πίνακες ζωγραφικής και αλλού. Στον «Ζορμπά» η έρευνα ήταν περισσότερο φιλολογική, αλλά επεκτάθηκε και σε άλλα πεδία, όπως ο κινηματογράφος. Τώρα, στο νέο graphic novel «Babel», πέρα από τη βιβλιογραφία για τους Έλληνες μετανάστες στο Βέλγιο, που ήταν εκ των πραγμάτων περιορισμένη, αναζητήθηκε υλικό σε άρθρα εφημερίδων αλλά και σε βίντεο με συνεντεύξεις από μετανάστες και βετεράνους ανθρακωρύχους. Όμως αυτό που υπήρξε πραγματικά συγκλονιστικό ήταν η επιτόπια έρευνα το καλοκαίρι του 2024, τότε που έγινε, ας πούμε, το ρεπεράζ του graphic novel. Για μια βδομάδα με την Πόλυ και τον Κρις κάναμε πάνω από χίλια χιλιόμετρα με αυτοκίνητο, αναζητώντας κάπου δέκα βιομηχανικούς χώρους παλαιών ανθρακωρυχείων. Σε κάποιο από αυτά, εν μέσω καταιγίδας, ανεβήκαμε στον μεταλλικό πύργο, ενώ σε ένα άλλο μπορέσαμε να κατεβούμε στις στοές με κράνη. Τράβηξα πολλές εκατοντάδες φωτογραφίες από αυτά αλλά και από τους δρόμους των Βρυξελλών και του Μόλενμπεκ για τις ανάγκες του graphic novel. Το πιο σημαντικό απόκτημα όμως από την επιτόπια έρευνα ήταν η αίσθηση των συγκλονιστικών τόπων μιας τόσο σκληρής εργασιακής συνθήκης. Μπορείτε να δείτε κάτι από αυτή την αναζήτηση στο φωτογραφικό παράρτημα. – Παράλληλα με τις πληροφορίες που υπάρχουν στο παράρτημα του βιβλίου, βλέπουμε ακόμα και πολλές φωτογραφίες ανθρακωρύχων. Αυτό αποτελεί μια δεύτερη παράλληλη έρευνα, καθώς θεώρησα πως θα ήταν σημαντικό σε ένα τέτοιο βιβλίο να υπάρχει και ένα κομμάτι από την αληθινή ζωή των εργατών, που είναι και το κύριο πλαίσιο της ιστορίας. Μπορεί όλα αυτά που περιγράφονται στο graphic novel να είναι μια μείξη μυθοπλασίας και πραγματικότητας, αλλά δεν στήθηκαν στο κενό. Πολλά από τα λόγια των χαρακτήρων για παράδειγμα, είναι λόγια αληθινά από διάφορες συνεντεύξεις και μαρτυρίες. Υπήρξε μια σκληρή πραγματικότητα, εκείνη των χιλιάδων μεταναστών ανθρακωρύχων από όλα τα έθνη, τις ράτσες και τις φυλές που δούλεψαν ακόμα και χίλια μέτρα κάτω απ' τη γη υπό άθλιες συνθήκες. Είναι μια σελίδα της νεότερης Ιστορίας, από τη δεκαετία του ’50 και μετά, η οποία παραμένει εντελώς άγνωστη στους περισσότερους. Μαζέψαμε από βετεράνους ανθρακωρύχους ή τις οικογένειές τους φωτογραφίες που δείχνουν τις συνθήκες της δουλειάς, αλλά και τα γλέντια και τις κοινωνικές τους συνευρέσεις. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες Ελλήνων μεταναστών πλάι σε εκείνες Τούρκων, Ιταλών, Βέλγων. Οι άθλιες συνθήκες εργασίας, οι δυσκολίες, δεν ξεχώριζαν εκεί κάτω ράτσες, γλώσσες και θρησκείες. Άλλωστε όλοι ήταν… μαύροι, όπως συχνά διαβάζουμε στις συνεντεύξεις τους, από το κάρβουνο. Σε αυτή την έρευνα, πολύτιμη υπήρξε η βοήθεια της Ιωάννας Γυμνοπούλου, παράλληλα με αυτήν που έκαναν η Πόλυ και ο Κρις, που είναι κι οι τρεις τους απόγονοι ανθρακωρύχων. Συγκινητική όμως ήταν και η προθυμία των ίδιων των συγγενών που όχι μόνο μας έδωσαν την άδεια χρήσης των εικόνων αλλά μας οδήγησαν, όπως ο Jos Hermans και η σύζυγος του Ketty Pantazis, και σε άλλα αρχεία, συγκεκριμένα εκείνα του Stichting Erfoed Eisden. – Πόσο καιρό σάς πήρε η προετοιμασία και πόσο η διαδικασία σχεδιασμού και lettering; Η κυρίως εργασία έφαγε δυο χρόνια. Όμως τα σενάριά μου δουλεύονται πάντα σε μεγάλο βάθος χρόνου και είναι πολλές οι γραφές μέχρι να ωριμάσουν. Θα μπορούσα να πω πως το σενάριο της «Babel» διαμορφώθηκε σταδιακά στις επισκέψεις μου στο Βέλγιο τα τελευταία εννέα χρόνια. Απαιτείται χρόνος για να μη μείνεις στην πρώτη εντύπωση. Από τη στιγμή όμως που θα διαμορφωθεί το storyboard, μπαίνω σε mood κοσμοκαλόγερου, με πολλά ξενύχτια στο σχεδιαστήριο και στον υπολογιστή. Αυτό απαιτεί, τουλάχιστον στα δικά μου βιβλία, ιδιαίτερη προσήλωση, ησυχία και σχετική απομόνωση. Εκείνο που βλέπουμε για παράδειγμα στο διαδίκτυο, ένα δεξί χέρι να σκιτσάρει αμέριμνο και το αριστερό να τραβάει βιντεοσέλφι χάριν του φεϊσμπουκικού ναρκισσισμού, για τη δική μου τουλάχιστον κατάσταση όταν βρίσκομαι βυθισμένος στους χαρακτήρες και σε όσα τους συμβαίνουν στο χαρτί, μου φαίνεται εντελώς αδιανόητο και απομαγευτικό. Αντιθέτως, στα στάδια του μελανιού και των χρωμάτων ακούω πολλή μουσική, αλλά και αυτό πάλι ως μια άλλη μορφή βυθίσματος και συγκέντρωσης. – Μιλήστε μου για τα κεφάλαια του βιβλίου. Συνήθως στα σενάρια προκύπτει η σπονδυλωτή αφήγηση. Η ιστορία δεν εξελίσσεται γραμμικά, με αρχή, μέση, τέλος, αλλά σε παράλληλες γραμμές εξιστόρησης με διαφορετικές οπτικές γωνίες που συναντιούνται στο τέλος. Η «Babel», έτσι, ξεκινά με ένα μάλλον σατιρικό κεφάλαιο αναφοράς στο βιβλικό κείμενο της «Γένεσης» – εκεί μου βγήκε αρκετά η ιδιότητά μου ως γελοιογράφου. Ακολουθούν όμως δυο διαφορετικές αφηγηματικές σειρές που συγκλίνουν στο τελευταίο κεφάλαιο. Μια τέτοια σπονδυλωτή σύνθεση είναι σίγουρα πιο απαιτητική, ώστε να μην κουράζει ή μπερδεύει τον αναγνώστη – γι’ αυτό απαιτούνται οι πολλές γραφές και το ψαλίδι της αυτοκριτικής –, αλλά νομίζω πως, αν πετύχει, μπορείς να προσεγγίσεις και να αποδώσεις πολυεπίπεδους χαρακτήρες, σκέψεις και συναισθήματα. – Είναι πολύ προσωπική η ιστορία που διηγείστε, την έχετε δουλέψει με διαφορετικό τρόπο από ότι τα προηγούμενα graphic novel σας; Σε όλα τα graphic novel μου υπάρχει κάτι προσωπικό. Αυτό συμβαίνει γιατί βάζω σε αυτά – άλλοτε χωρίς να το καταλαβαίνω και άλλοτε πολύ συνειδητά – κάποια πράγματα που πρέπει να αντιμετωπίσω και να διαχειριστώ στην κανονική ζωή. Ρίχνω λοιπόν εκεί μέσα τα ερωτήματα που με παιδεύουν για να δω πού μπορεί να με βγάλουν. Τέτοια περίπτωση αποτελεί η «Babel», όπως και παλαιότερα, το 2019, ο «Συλλέκτης – Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο». Στον «Συλλέκτη» μάλιστα, μπορείτε να διαπιστώσετε πως, αν και η πόλη στην οποία διαδραματίζεται, αναφέρεται ως Αθήνα, τα σπίτια μοιάζουν περισσότερο με βελγικά. Δείγμα κι αυτό της μακροχρόνιας ζύμωσης που σας έλεγα από τα ταξίδια στις Βρυξέλλες. Το κέρδος όταν ολοκληρώνεται ένα τέτοιο βιβλίο είναι πως πλέον έχεις μετακινηθεί αλλού, όχι κατ’ ανάγκη βρίσκοντας κάποια «χρυσή» απάντηση. Όμως και μόνο που θέτεις τα ερωτήματα σε μια ειλικρινή βάση, σε βοηθάει να κατανοήσεις το πρόβλημα και να προχωρήσεις. Και τα δυο αυτά βιβλία έχουν ως κεντρικό τους ζητούμενο τη διαχείριση της απώλειας. Της απώλειας κοντινών ανθρώπων που αποτελούν κομμάτια της ύπαρξής μας. Στην «Βabel», πίσω από τον 90χρονο κεντρικό χαρακτήρα βρίσκεται πλαγίως ο πατέρας μου, που τον έχασα μόλις πριν από λίγες μέρες. Το βιβλίο θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μια ελεγεία για την ουσία της ζωής, αλλά και για το αναπάντητο γεγονός του θανάτου. Όμως στην πραγματικότητα ήταν η δική μου προετοιμασία για το αναπόφευκτο. Και τώρα, με μια από αυτές τις τρομερές συμπτώσεις που μας επιφυλάσσει η ζωή, ο πατέρας μου, λίγο πριν από την κυκλοφορία του, έφυγε. Δεν πρόλαβε να το δει, παρότι ήξερε και με ρωτούσε γι’ αυτό, ακόμα και όταν ήταν τους τελευταίους δύσκολους μήνες στο νοσοκομείο. Το συζητούσαμε χρόνια, γιατί στη «Βabel» υπάρχουν και οι γονείς του και τα έγγραφα που βρήκαμε από τον γάμο τους στις Βρυξέλλες. Η διαδικασία συγγραφής μιας τέτοιας ιστορίας, τόσο κοντά στην πραγματικότητα, γίνεται κάποιες στιγμές ανατριχιαστική. Όπως όταν έζησα κυριολεκτικά κάποια από τα λόγια του «κυρ-Άγγελου», καθώς τα περνούσα στα μπαλονάκια του κόμικς στο λάπτοπ μου, στις ατέλειωτες ώρες στο Τζάνειο πλάι στον μπαμπά μου, τον κυρ-Νίκο. Ή τώρα στο Βανκούβερ, όταν έμαθα το φευγιό του, περπάτησα μέχρι ένα παγκάκι στο οποίο συνηθίζω να πηγαίνω κοντά στη θάλασσα κι εκεί με περίμεναν, από το πουθενά, τρία λευκά τριαντάφυλλα (να θυμίσω πως «Λευκά τριαντάφυλλα» είναι ο τίτλος του τελευταίου μου κεφαλαίου). Ούτε κόκκινα, ούτε μαργαρίτες. Λευκά τριαντάφυλλα. – Πείτε μου περισσότερα για την ιστορία της γιαγιάς και του παππού σας που αφηγείστε στο βιβλίο. Ναι, αυτή είναι μια τρομερή ιστορία. Οι γονείς και της μητέρας και του πατέρα μου ήταν Μικρασιάτες. Του πατέρα μου, που ήταν ήδη ζευγάρι στη Σμύρνη, μέσα στον συνωστισμό της Καταστροφής χάθηκαν. Όμως ο παππούς Άγγελος εντόπισε τη γιαγιά Μαρία στη Θεσσαλονίκη μέσω Ερυθρού Σταυρού και την πήρε μαζί του σε συγγενείς στις Βρυξέλλες, καθώς η οικογένεια ήταν εύποροι καπνέμποροι και είχαν πάρε-δώσε με την Ευρώπη. Εκεί έζησαν περίπου δυο χρόνια και παντρεύτηκαν. Τη γιαγιά μου μάλιστα, στην Καισαριανή οι φίλες της τη φώναζαν «η Μαρία η Βρυξέλλη», προφανώς από τις ιστορίες που τους έλεγε. Η ανακάλυψη των εγγράφων του γάμου τους στην Αμβέρσα από την Πόλυ ήταν έκπληξη για τον πατέρα μου. Είδε εκεί, 86άρης τότε, τις υπογραφές τους και διάβασε πληροφορίες που αγνοούσε μια ολόκληρη ζωή για τους γονείς του. – Το βιβλίο ξεκινάει με έντονο το στοιχείο του χιούμορ, με μια σουρεαλιστική προσέγγιση και στη συνέχεια γίνεται ρεαλιστικό, σοβαρό (έως και συγκινητικό). Γιατί επιλέξατε να υπάρχει αυτή η κλιμάκωση των συναισθημάτων; Μην ξεχνάτε πως είναι δύο στοιχεία, το αστείο και το σοβαρό, που με συνοδεύουν ως σκιτσογράφο καθημερινά. Το πρωί, που λένε, πολιτικός γελοιογράφος, το βράδυ χωμένος κοσμοκαλόγερος με τα σενάρια των graphic novels. Από την άλλη, σκεφτείτε πως η ύπαρξη των αστείων μέσα σε πιο σοβαρές ή τραγικές καταστάσεις είναι κάτι που υπάρχει έτσι κι αλλιώς στην πραγματική ζωή. Συμβαίνει, έτσι, ένα αστείο να αποδεικνύεται λυτρωτικό μέσα σε μια δύσκολη συνθήκη. Ταυτόχρονα όμως η απόσταση που χωρίζει το αστείο από το τραγικό σε μια έντεχνη αφήγηση προκαλεί συχνά και μεγαλύτερη συναισθηματική φόρτιση. – Τα σκυλιά στο πρώτο κεφάλαιο έχουν κάποιον συμβολικό ρόλο; Τα σκυλιά, όπως και γενικότερα τα ζώα, που χαρακτηρίζουν με την παρουσία τους όλα μου τα βιβλία, είναι μια ματιά ουδέτερη στα ανθρώπινα, στις ιδεολογίες, στις προκαταλήψεις, στους πολέμους, στην αλαζονεία και σε ό,τι άλλο κουβαλάμε ως άτομα και ως κοινωνίες. Είναι η υπενθύμιση αυτού που υπάρχει έξω και πέρα από εμάς, ταυτόχρονα με εμάς. Βέβαια, τα συγκεκριμένα σκυλιά κουβαλούν επίτηδες κάποια από τα παραπάνω ανθρώπινα χαρακτηριστικά, προβάλλοντας έμμεσα τις αντιπαλότητες και την ακατανοησία ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα ζώα, υλικά και συναισθηματικά, είναι μια άλλη τεράστια συζήτηση. Αντί να μακρηγορώ πάνω σε αυτό, προτείνω ανεπιφύλακτα την έκθεση «Why look at animals» στο ΕΜΣΤ. Πραγματικά αξίζει να την επισκεφθεί κανείς. – Τι μάθατε για τους Έλληνες μετανάστες στο Βέλγιο, κατά τη διάρκεια της έρευνας, που δεν ξέρατε; Δεν ήταν η έρευνα αλλά η τυχαία συνάντησή μου με ανθρώπους, συνήθως δεύτερης γενιάς μεταναστών, όπως η Πόλυ Ρουμελιώτη. Είναι η αίσθηση που αποκόμισα και αποκομίζω στα ταξίδια μου, ας πούμε στις ΗΠΑ ή τώρα στον Καναδά. Κύματα μεταναστών που έφτασαν από ανάγκη σε άλλες χώρες, όμως με τα χρόνια στέριωσαν, έφτιαξαν τις οικογένειες και τα σπίτια τους και διαμόρφωσαν, παρά τη νοσταλγία για την Ελλάδα, ένα πλαίσιο αξιοπρέπειας για να ζήσουν, χρησιμοποιώντας και τις δυο τους ταυτότητες. Μια συνθήκη του να βλέπεις τα πράγματα – αν ξεπεράσεις φυσικά και κάποια συντηρητικά αντιπαραδείγματα – ως πολίτης του κόσμου, η κατάκτηση της αξιοπρέπειας: αυτό νομίζω πως είναι το πιο έντονο χαρακτηριστικό που βρήκα στις ελληνικές κοινότητες που επισκέφθηκα. – Πείτε μου για τη φιλία του παππού με τον Νεντίμ. Οι σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων είναι σχέσεις αγάπης και μίσους. Το μίσος όμως συνδέεται περισσότερο με το πολιτικό και θρησκευτικό θεσμοθετημένο πλαίσιο κάθε χώρας, που αναπαράγει στερεότυπα και προκαταλήψεις. Είναι πολλά που μας χωρίζουν ιστορικά, καθώς έχει χυθεί πολύ αίμα και από τις δυο πλευρές. Σε προσωπικό επίπεδο όμως, νομίζω πως οι άνθρωποι, Έλληνες και Τούρκοι, όταν βρίσκονται μεταξύ τους νιώθουν μια συγγένεια που ίσως δεν νιώθουν με άλλους λαούς. Οι απλοί άνθρωποι γενικότερα, όχι μόνο οι Έλληνες και οι Τούρκοι αλλά και οι Ρώσοι με τους Ευρωπαίους, οι Αμερικανοί με τους Κινέζους και πάει λέγοντας, αν είναι ανοιχτόμυαλοι και δεν υιοθετούν τις απολυτότητες του εθνικισμού και του φανατισμού, ή τα στρατιωτικά, οικονομικά αφηγήματα που μας ταΐζουν συστηματικά, δεν έχουν κάτι που να τους χωρίζει πραγματικά. Ειδικά σήμερα, όλοι τις ίδιες μάρκες ρούχα φοράμε, από τις ίδιες αρρώστιες πάσχουμε. Αυτό αποτυπώνει η φιλία του κυρ-Άγγελου με τον Νεντίμ. Μια ανθρώπινη σχέση χτισμένη σε κοινές ανάγκες και φόβους, μακριά από τις προκαταλήψεις κάθε πλευράς. – Γιατί σας ενδιέφερε τόσο το θέμα της γλώσσας; Η γλώσσα στη βιβλική Βαβέλ είναι το σύμβολο της ασυνεννοησίας. Η ασυνεννοησία πέφτει ως θεϊκή τιμωρία στους απλούς εργάτες, για την οποία όμως δεν ευθύνονται οι ίδιοι αλλά περισσότερο αυτοί που με την αλαζονεία και την εξουσία τους – ο Νεβρώδ, για παράδειγμα – τους βάζουν να φτιάξουν αυτό το υπερφιλόδοξο «πρότζεκτ». Η δική τους ευθύνη ίσως είναι που τους άκουσαν και μπήκαν σε αυτόν τον σχεδιασμό χωρίς πραγματικό δικό τους συμφέρον, αντί ν’ απολαύσουν, συμπαραστάτης ο ένας του άλλου, τις όμορφες μέρες του ολιγόχρονου βίου τους. – Τελικά, οι διαφορετικές γλώσσες είναι πλούτος ή κατάρα; Εξαρτάται από το πώς διαχειρίζεσαι τη «διαφορετικότητα», είτε αφορά τη γλώσσα, είτε τη θρησκεία, είτε τη φυλή. Η δική μου «Babel» θέλει να πιστεύει πως η «πολυγλωσσία» μπορεί να είναι και πλούτος. Το ότι ένας μπορεί να προέρχεται από ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό, φυλετικό, εθνικό, θρησκευτικό πλαίσιο και ένας άλλος από κάποιο άλλο δεν θα έπρεπε να αποτελεί «αιτία πολέμου» και μίσους. Μετά την ολοκλήρωση της «Babel», έτυχε η ευτυχής συγκυρία να ζήσω για δύο μήνες σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία όπως είναι το Βανκούβερ του Καναδά, απ’ όπου και σας απαντώ τώρα. Εδώ όλες οι φυλές και τα έθνη κατά κανόνα συνυπάρχουν αρμονικά – παντού υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις –, άνθρωποι ασιατικής, αφρικανικής, ευρωπαϊκής αλλά και νοτιοαμερικανικής καταγωγής μαζί με τους αυτόχθονες της περιοχής του Δυτικού Καναδά. Τους συναντώ στο Πανεπιστήμιο Simon Fraser, στους δρόμους και στα λεωφορεία, και είναι τόσο όμορφο αυτό. Όχι μόνο το να είναι όλοι μαζί αλλά και να συνυπάρχουν στις ίδιες παρέες, στους ίδιους εργασιακούς χώρους. Να βλέπεις, για παράδειγμα, συνδυασμούς νεαρών ζευγαριών απ’ όλες τις φυλές και όλες τις θρησκευτικές καταβολές (αγόρι ασιατικής καταγωγής με κορίτσι που φοράει μουσουλμανική μαντίλα) ή οδηγούς λεωφορείων (Ινδοί, Κινέζοι, αυτόχθονες, λευκοί, μαύροι) να κάνουν πλάκα μεταξύ τους στην αλλαγή της βάρδιας. Ξέρω, πιθανότατα για κάποιους αυτό μπορεί να ακούγεται κάτι σαν… Σόδομα και Γόμορα. Αλλά εμένα μου φαίνονται τόσο παρηγορητικά όλα αυτά τα χαμόγελα και τα αστεία μεταξύ των ανθρώπων. Και το σχετικό link...
-
«Οι ελπίδες των προσφύγων πέθαναν μαζί τους. Με τις δικές μας ελπίδες, Μεχμέτ και Αϊσέ, φίλε Peter, Μανόλο, Μοχάμεντ, Ρενέ, Μαργαρίτα, Γκρεγκ, Γιόχαν, Χο, Βλαδίμηρε, Χουσνί, Ελένη, τι θα κάνουμε;» Soloúp | Αϊβαλί | Εισαγωγικό σημείωμα: Βruce Clark | Σελ. 480 | Διόπτρα, 2025 Με το κρίσιμο αυτό ερώτημα κλείνει o Soloúp το graphic novel Αϊβαλί (Κέδρος, 2014), βιβλίο που αγαπήθηκε όσο κανένα άλλο στο είδος του, όπως μαρτυρούν οι πολυάριθμες βιβλιοπαρουσιάσεις, εκθέσεις, μελέτες, μεταφράσεις και επανεκδόσεις του, με πρόσφατη αυτήν από τις εκδόσεις «Διόπτρα» (2025). Παράλληλα, ο Soloúp μαζί με την Ευαγγελία Μουλά, φιλόλογο και Σύμβουλο Εκπαίδευσης Φιλολόγων στα Δωδεκάνησα, μας έδωσαν – πάλι από τις εκδόσεις Διόπτρα – το βιβλίο Comics & Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί. Λογοτεχνία, Ιστορία και Οπτική Επικοινωνία. Τα Κόμικς στην Εκπαίδευση μια ξεχωριστή για τα ελληνικά εκδοτικά δεδομένα μελέτη, που περιλαμβάνει θεωρία και πράξη, με θέμα την αξιοποίηση των κόμικς σε ποικίλα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, αντλώντας παραδείγματα από το Αϊβαλί. Η μελέτη χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο αποσαφηνίζονται εμπεριστατωμένα οι έννοιες κόμικς και graphic novel, υπογραμμίζεται η διαφορά μέσου και είδους και γίνεται διάκριση ανάμεσα στην αξιολογική και την ειδολογική προσέγγιση των graphic novels. Σχολιάζεται η σχέση τους με τη λογοτεχνία και γίνεται μια αναλυτική και εποπτική παρουσίαση της ιστορίας και της εξέλιξης των ελληνικών κόμικς. Στο δεύτερο μέρος προτείνονται θεματικές περιοχές αξιοποίησης των graphic novels στην εκπαίδευση, χρησιμοποιώντας παραδείγματα από τα έργα του Soloúp, σε ένα φάσμα που καλύπτει λογοτεχνικές ανησυχίες, ιστορικές αναζητήσεις, καθώς και σχολιασμό ευαίσθητων κοινωνικών θεμάτων. Πλήθος ασκήσεων και δραστηριοτήτων που αφορούν την ιδιαιτερότητα της οπτικής αφήγησης και τη σχέση με τα κείμενα-πηγές, εναρμονίζονται με τα νέα προγράμματα σπουδών, στοιχείο που ενισχύει την πρωτοτυπία του βιβλίου. Στο τρίτο μέρος παραδίδεται ένας πλήρης οδηγός για εκπαιδευτικούς ή συντονιστές εργαστηρίων, με βήματα για τη δημιουργία κόμικς στην τάξη – πώς για παράδειγμα βρίσκουμε την ιδέα, ποιοι θα είναι οι ήρωες, οδηγίες για το σενάριο, για το πλάνο της ιστορίας, τα καρεδάκια, τα προσχέδια, τα μελάνια κ.λ.π. – καθώς και ένα παράδειγμα με αφορμή το Αϊβαλί. Ο Soloup περιγράφει τα graphic novels – παρά το γεγονός πως ο όρος είναι αόριστος, ασαφής και συνάμα ευρύχωρος που οποιοσδήποτε μπορεί με επιχειρήματα να τον οικειοποιηθεί – ως μεγάλα σε έκταση εικονογραφήματα, που διαθέτουν επαρκή χώρο, ώστε να εξελιχθούν, με άνεση και σε βάθος, οι χαρακτήρες των ηρώων, οι σκέψεις τους, η πλοκή, η δράση, η αλληλεπίδραση με την πραγματικότητα. Πρόκειται για έργα που είναι αυτοτελή και αυτοδύναμα. Στην εκπαιδευτική διαδικασία τα κόμικς είναι χρήσιμα εκπαιδευτικά εργαλεία. Συνιστούν ισχυρό κίνητρο για μάθηση και ατομική συμμετοχή των μαθητών στην εκπαιδευτική πράξη ενώ, καθώς βασίζονται στη δύναμη της εικόνας, δημιουργούν ένα ανθρώπινο πρόσωπο για κάθε θέμα, με αποτέλεσμα να το καθιστούν πιο προσιτό. Η ανάπτυξη δεξιοτήτων οπτικού γραμματισμού, η μετατροπή του αναγνώστη σε έναν «πρόθυμο συνεργάτη» του καλλιτέχνη στην πρόσληψη και ερμηνεία της αφηγούμενης ιστορίας, η ανάγκη να δουλέψει ένας μαθητής μαζί με άλλους ως ομάδα στη δημιουργία ενός κόμικς ή πολύ περισσότερο ενός graphic novel, η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης του αναγνώστη μιας και κατά την αναγνωστική διαδικασία επενδύει την ευφυΐα, τη φαντασία και το συναίσθημά του, είναι κάποια από τα πολλά πλεονεκτήματα που προσφέρει η εκπαιδευτική αξιοποίηση των εικονογραφημάτων. Τα graphic novels και συγκεκριμένα το Αϊβαλί είναι ιστορίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποτελεσματικό εργαλείο αφήγησης, το οποίο μπορεί να φυτέψει και να καλλιεργήσει μηνύματα στο μυαλό των αναγνωστών. Έτσι, η εικονιστική αφήγηση της ιστορίας της μικρασιατικής τραγωδίας και των δεινών που βίωσαν τα θύματά της και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου, λειτουργεί ως καταλύτης για μια πιο συνεκτική και συμμετοχική κοινωνία. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η σπουδαιότητα του graphic novel Αϊβαλί στην αξιοποίησή του σε διδακτικά σενάρια στην εκπαιδευτική πράξη, συμβάλλοντας καθοριστικά στο να γίνει πραγματικότητα η επιθυμία-ευχή του Ηλία Βενέζη στο κύκνειο άσμα του, το Μικρασία χαίρε: «Λοιπόν, λέμε στην ανατολική πλευρά του Αιγαίου, αν ζητάτε να σβήσουμε την ιστορία μας, το συναξάρι και το μαρτυρολόγιό μας, αυτό δεν το μπορούμε. Όμως ξέρουμε να κάνουμε κάτι άλλο τίμιο και βαθύ: μπορούμε να μη μνησικακούμε…» Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
- αϊβαλί
- εκδόσεις διόπτρα
- (and 5 more)
-
Γράφουν στο ΒΗΜΑ ο Μάρκος Καρασαρίνης, η διδάκτωρ Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου Λήδα Τσενέ, ο πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς Soloúp (Αντώνης Νικολόπουλος) καθώς και η ποιήτρια και μεταφράστρια Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη. Από τον ήρωα των επιφυλλίδων στον Superman Του Μάρκου Καρασαρίνη Η εξοικείωσή μας με τα υπερηρωικά μπλοκμπάστερ, με τους κάθε λογής Batman, Iron Man, Spider-Man και Avengers που παρελαύνουν κάθε χρόνο από τις οθόνες μας σώζοντας σε τακτική βάση τον κόσμο και σωρεύοντας δισεκατομμύρια εισπράξεων στην πορεία, μετρά ήδη δύο δεκαετίες. Ακόμη και έτσι όμως, ακόμη κι όταν τα εκθαμβωτικά CGI τα οποία κατάφεραν να μεταφέρουν πειστικά στο σελιλόιντ την άπιαστη ως τότε γοητεία των χάρτινων σελίδων λογίζονται πια προβλέψιμα, η επιστροφή του Superman στον κινηματογράφο στις 10 Ιουλίου δεν περνά απαρατήρητη. Σημαιοφόρος όλων, ο αρχετυπικός ήρωας του αμερικανικού κόμικ βαδίζει αισίως στην ένατη δεκαετία της ζωής του (γεννηθείς το 1938) αποτελώντας ένα από τα πιο διάσημα σύμβολα της σύγχρονης ποπ κουλτούρας – σύμβολο μάλιστα εύπλαστο και προσαρμοζόμενο σε πλείστες όσες κοινωνικές και ιδεολογικές μεταβολές από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης ως αυτή της παγκοσμιοποίησης. AI GENERATED Αυτή η προσαρμοστικότητα του «υπερανθρώπου των μαζών», κατά τον εύστοχο όρο του Ουμπέρτο Έκο για μια σειρά παρόμοιων χαρακτήρων που ξεκινούν από τον Ταρζάν και φτάνουν ως τον Τζέιμς Μποντ, δεν είναι καινοφανής ιδιότητα. Προέρχεται, όπως και το ίδιο το πρότυπο, από το λαϊκό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα: άμεσος πρόγονος των απανταχού σούπερ ηρώων, κατά τον Έκο, δεν είναι ο ημίθεος της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας ή ο υπεράνθρωπος του Νίτσε αλλά ο πρωταγωνιστής των επιφυλλίδων – o Ροδόλφος του Γερολστάιν στα Μυστήρια των Παρισίων του Ευγένιου Σύη, ο κόμης Μοντεχρίστος στο ομώνυμο έργο του Αλέξανδρου Δουμά, ο Ροκαμβόλ του Πονσόν ντι Τεράιγ, ο Αρσέν Λουπέν του Μορίς Λεμπλάν. Κυνηγοί της περιπέτειας ή ανατροπείς της τάξης, εραστές της εξουσίας ή εκδικητές που επιδίδονται σε πράξεις ιδιωτικής απόδοσης δικαιοσύνης, προορίζονται, όπως και οι επίγονοί τους, να υποδηλώσουν υπαινικτικά ή μη τις αξίες της εποχής τους, να επανορθώσουν ανισότητες και αδικίες παρασύροντας τον αναγνώστη σε μια κατάσταση αναστολής της δυσπιστίας για τους απίστευτους άθλους τους. Μέσα στις αντιφάσεις τους ωστόσο (η διπλή ταυτότητα του ήρωα, είτε ως μεταμφίεση είτε ως μάσκα, προκάλεσε ποικίλους φροϋδικούς συνειρμούς) οι υπεράνθρωποι των μαζών δεν ασκούν έλξη μόνο ως μυθοπλασία φυγής από την πραγματικότητα. Όπως ο Εντμόν Νταντές, το αληθινό πρόσωπο του κόμη Μοντεχρίστου, ή ο Κλαρκ Κεντ, ο καθημερινός εαυτός του Superman, κλείνουν το μάτι σε όλους μας ότι μπορούμε να ταυτιστούμε μαζί τους, ότι – κατά τον στίχο του Ντέιβιντ Μπόουι – we could be heroes, just for one day. Η καλοσύνη του ξένου Της Λήδας Τσενέ Συμπληρώθηκαν φέτος 87 χρόνια από την πρώτη εμφάνιση του Superman το 1938. Και ενώ κάποιος θα περίμενε η δημοφιλία του ήρωα να φθίνει, αντίθετα παραμένει υψηλή, τόσο ώστε η νέα ταινία που θα κυκλοφορήσει σύντομα στη μεγάλη οθόνη, να συγκεντρώνει ήδη τα φώτα της δημοσιότητας επάνω της. Τι συμβαίνει λοιπόν και ο Superman παραμένει, μετά από τόσα χρόνια, το ίδιο δημοφιλής; Πώς γίνεται, ο άνθρωπος από ατσάλι να είναι τόσο ανθεκτικός – όπως το ατσάλι άλλωστε – στο πέρασμα του χρόνου και να βρίσκει απήχηση ακόμα και σε γενιές που τον γνώρισαν κυρίως μέσα από ταινίες και videogames; Και κυρίως, γιατί σήμερα χρειαζόμαστε, ίσως περισσότερο από ποτέ, λίγο από την καλοσύνη του Κλαρκ Κεντ και την ενσυναίσθηση του Superman; Από την πρώτη του εμφάνιση στο «Action Comics» το 1938 μέχρι και σήμερα, ο Superman καταφέρνει να προσαρμοστεί στις μεταβαλλόμενες εποχές. Σύμφωνα με τον Μπεν Σόντερς, καθηγητή και συγγραφέα του βιβλίου Do the Gods Wear Capes? Spirituality, Fantasy and Superheroes, «ο Superman αλλάζει με αξιοσημείωτη ταχύτητα και όμως καταφέρνει, παραδόξως, να ενσαρκώνει την ιδέα μιας αμετάβλητης αρετής». Και συνεχίζει, υπογραμμίζοντας γλαφυρά, «από την άποψη της ποπ κουλτούρας του 20ού αιώνα, αποτυπώνει την έννοια ενός πλατωνικού ιδανικού του καλού. Όταν ο Superman τα πάει καλά, δεν ντρέπομαι να τον αποκαλώ μια όμορφη ιδέα». Και πράγματι, η επιρροή του Superman είναι τόσο μεγάλη που πολλοί συγκρίνουν τη διαδρομή και τη μυθική του αφήγηση με τους μυθολογικούς ήρωες της αρχαίας Ελλάδας ή της Ρώμης, εκπληρώνοντας ακριβώς την ίδια κοινωνική λειτουργία, ενισχύοντας τις αξίες, τους κανόνες και τις κοινωνικές δομές ενός πολιτισμού. Οι μύθοι παρέχουν εξηγήσεις για τα φυσικά φαινόμενα, θεσπίζουν ηθικούς κώδικες και καθοδηγούν τα άτομα στους ρόλους τους μέσα στην κοινωνία. Δημιουργούν επίσης μια αίσθηση κοινότητας και κοινής ταυτότητας παρέχοντας κοινές αφηγήσεις και σύμβολα. Και αναμφισβήτητα, ο Superman καταφέρνει αρκετά από τα παραπάνω. Αυτό που όμως πραγματικά ξεχωρίζει τον Superman και τον καθιστά τον απόλυτο ήρωα, δεν είναι οι εξωπραγματικές του δυνάμεις. Είναι τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του και κυρίως αυτά της καλοσύνης και της ενσυναίσθησης, χαρακτηριστικά που φροντίζει να αναδεικνύει σε κάθε του περιπέτεια. Στο εμβληματικό «All Star Superman» του Γκραντ Μόρισον, ο Superman πεθαίνει και καλείται να εκτελέσει μια σειρά από αποστολές πριν από το θάνατο του. Ωστόσο, η γοητεία αυτής της τελευταίας διαδρομής δεν βρίσκεται στο μεγαλείο των προκλήσεων, αλλά στις αλληλεπιδράσεις του με τους φίλους, τους εχθρούς και τους πολίτες που σώζει. Και όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος ο Μόρισον, «οι καλύτερες ιστορίες αφορούν έναν τύπο που προσπαθεί να κατανοήσει τα πράγματα γενικά, αλλά και το κορίτσι δεν τον συμπαθεί όσο θα ήθελε. Ο κακός τον μισεί, αλλά εκείνος συμπαθεί τον κακό. Αυτό το πραγματικό, μικρό ανθρώπινο συναισθηματικό στοιχείο λειτουργεί υπέροχα όταν το ανατινάζεις σε κοσμικές διαστάσεις». Ακόμα ένα παράδειγμα είναι η ιστορία «Generations» του Ντάνιελ Γουόρεν Τζόνσον που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Superman – Red and Blue». Σε αυτήν παρακολουθούμε τον Τζόναθαν Κεντ, τον θετό πατέρα του Superman, να φοβάται ότι μπορεί να μην τα καταφέρει καλά στην ανατροφή αυτού του εξωγήινου μωρού. Σε όλη την ιστορία τον βλέπουμε να επαναλαμβάνει μερικές βασικές φράσεις στον νεαρό Superman, ο οποίος στη συνέχεια, ενώ σώζει ζωές ανθρώπων, τις επαναλαμβάνει για να τους ενθαρρύνει. Αυτές οι φράσεις είναι «Είσαι ξεχωριστός», «Σ’ αγαπώ» και «Είμαι περήφανος για σένα». Η τελευταία εικόνα στην ιστορία είναι o Superman να κοιτάζει τη Γη από το Διάστημα, με ένα χαμόγελο και δάκρυα στα μάτια του, καθώς δηλώνει την αγάπη του για το θετό του σπίτι. Ο Superman μπορεί να μοιάζει άτρωτος, πολλές φορές ακόμα και βαρετός, καθώς τα κάνει όλα τέλεια, αλλά αν κανείς κοιτάξει λίγο πιο προσεκτικά θα δει ότι φέρει τραύματα – μην ξεχνάμε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του, τον πλανήτη Κρύπτον –, έχει ελαττώματα, ανησυχίες. Μπορεί να πετά αγέρωχος από πάνω μας, όμως είναι η αντανάκλαση των επιθυμιών, των ελπίδων και των φόβων μας. Και σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν οι συγκρούσεις και η αλαζονεία και εκλείπει η πίστη στις ανθρώπινες αξίες, ο Superman είναι εδώ για να μας θυμίσει ότι, ακόμα και αν δυσκολευόμαστε να το δούμε, η μεγαλύτερη δύναμή μας είναι η καλοσύνη. Η κυρία Λήδα Τσενέ είναι διδάκτωρ Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου, καλλιτεχνική διευθύντρια του Comicdom CON Athens. Κόμικς με «ήρωες» και «χαρακτήρες» Του Soloup (Αντώνης Νικολόπουλος) Τους πρωταγωνιστές στα κόμικς συνηθίζουμε να τους αποκαλούμε «ήρωες». Οι «ήρωες των κόμικς» λέμε, και ας μην είναι όλοι τους υπερήρωες όπως ο Superman, ο Batman, η Wonder Woman ή κάποιοι ακόμα, σαν τον Τεν Τεν και τον Κόρτο Μαλτέζε, που καταφέρνουν πάντα στο τέλος με την εξυπνάδα τους να φέρνουν τις δύσκολες καταστάσεις σε μια λεπτή ισορροπία, έστω μέχρι το επόμενο επεισόδιο. Υπάρχουν και οι άλλοι… ήρωες, οι πλακατζήδες, αφελείς και γκαφατζήδες. Ο Ντόναλντ Ντακ ας πούμε ή ο Ραν Ταν Πλαν. Και ακόμα παραπέρα, κάποιοι χαρακτήρες σε τελείως διαφορετικές αφηγήσεις, που συγκινούν και προβληματίζουν. Δεν είναι μικρότερος άθλος και αυτός, η συγκίνηση, όταν καταφέρνουν οι σκιτσογράφοι να τη μεταδώσουν στους αναγνώστες με απλές γραμμές, μπαλονάκια και σιωπές. Τα κόμικς θεωρούνται ακόμα και σήμερα από πολλούς μια μονοδιάστατη, «λάιτ» τέχνη. Όμως οι «ήρωές» τους, η ποικιλία των χαρακτήρων, όπως και οι προσεγγίσεις διαφορετικών αναγνωστικών ομάδων και ηλικιών, αποδεικνύουν στην πράξη το αντίθετο. Ας επιχειρήσουμε παρ’ όλα αυτά έναν γενικό διαχωρισμό: «ήρωες» και «χαρακτήρες». Μια ομαδοποίηση αρκετά αυθαίρετη – δεν είναι άσπρο/μαύρο τα πράγματα εδώ όπως σε κάποια κόμικς – και η οποία σίγουρα δεν περιγράφει μια ποιοτική διαφοροποίηση, αφού συναντούμε αριστουργήματα της «ένατης τέχνης» και στις δύο περιπτώσεις. Άλλωστε υπάρχουν φιγούρες που διαπερνούν με άνεση τα όρια των ορισμών, όπως συμβαίνει με τις σύγχρονες εξιστορήσεις του Σατούφ (στη Γαλλία) και του Ζεροκάλκαρε (στην Ιταλία). Σε ένα τόσο γενικό σχήμα όμως, μπορούμε να εντοπίσουμε καλύτερα δύο βασικούς μηχανισμούς αφήγησης και στυλιζαρίσματος. Από τη μια λοιπόν συναντούμε «ήρωες» κόμικς με ευδιάκριτη τυπολογία χαρακτήρων, αναγνωρίσιμες μορφές και αναμενόμενες συμπεριφορές. Σε αυτήν την πλευρά θα βρούμε τις πλέον διάσημες φιγούρες του μέσου των κόμικς: τον Μίκυ Μάους, τον Αστερίξ και τον Λούκυ Λουκ, τον Ισοβίτη, τον Superman, τον Τσάρλι Μπράουν, τον Spider-Man. Κόμικς χιουμοριστικά αλλά και κόμικς υπερηρωικά, φαντασίας και περιπέτειας που τα βρίσκουμε να δημοσιεύονται σε συνέχειες και αυτοτελή επεισόδια (σε comic album, τεύχη σε σειρές, comic strips ή πλέον και web comics). Κοινό τους χαρακτηριστικό, τα αναγνωρίσιμα και επαναλαμβανόμενα στοιχεία. Οι πρωταγωνιστές αλλά και οι φιγούρες που τους πλαισιώνουν όχι μόνο είναι σχεδιαστικά στυλιζαρισμένοι, αλλά οι συμπεριφορές και οι αντιδράσεις τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικές και αναμενόμενες. Συχνότατα μοιράζονται μεταξύ τους ευδιάκριτους ρόλους. Ο έξυπνος και ο χαζός, ο καλός, ο μοχθηρός, ο σοφός, ο καβγατζής, ο ζηλιάρης, είναι μόνο κάποια από αυτά τα ενδεχόμενα. Σκεφθείτε τέτοιες ομάδες ρόλων στους υπερήρωες (στον Batman) ή ακόμα περισσότερο στα χιουμοριστικά κόμικς (ας πούμε στο γαλατικό χωριό του Αστερίξ). Ο Ιζνογκούντ σε αυτήν την αφηγηματική δομή πάντα θα θέλει να γίνει Χαλίφης στη θέση του Χαλίφη, ο Joker (σχεδόν) πάντα θα είναι ο ψυχοπαθής αντίπαλος του Batman, ο Οβελίξ πάντα θα βαράει λεγεωνάριους και θα τρώει αγριογούρουνα ενώ ο Λούκυ Λουκ πάντα στο τέλος του κάθε τεύχους του θα είναι… ένας φτωχός και μόνος καουμπόι. Η επανάληψη των συμπεριφορών και των αντιδράσεων στους «ήρωες» όχι μόνο δεν είναι βαρετή, αλλά και από τα πλέον επιθυμητά χαρακτηριστικά αυτών των κόμικς που καθόλου τυχαία μεταφέρθηκαν αυτούσια και με τεράστια ανταπόκριση στη μεγάλη οθόνη. Ας περάσουμε όμως και στην άλλη μπάντα των «ηρώων», που συμβατικά περιγράψαμε ως «χαρακτήρες». Αυτούς θα τους συναντήσουμε συχνότερα σε αφηγηματικά αυτοτελή κόμικς με ιστορίες πιο σύνθετες και πολυσέλιδες. Συνθήκη που τα βοηθάει να αναπτύξουν τον ψυχισμό, τα συναισθήματα και τις σκέψεις των δρώντων προσώπων κατά τρόπο ανάλογο θα λέγαμε με κάποιες ταινίες του κινηματογράφου ή την πλοκή ενός μυθιστορήματος, κάτι που δεν θα μπορούσε να συμβεί σε ένα comic strip. Το τέλος των ιστοριών και οι συμπεριφορές δεν είναι προβλέψιμες, ενώ συχνά η ανατροπή ενυπάρχει και στην ίδια την δομή της αφήγησης. Όπως για παράδειγμα στα «μετακόμικς» όπου οι αφηγητές / σκιτσογράφοι εμφανίζονται οι ίδιοι στις σελίδες τους παρεμβαίνοντας στη ροή ή και διατυπώνοντας μια προσωπική οπτική σε όσα διαδραματίζονται γύρω τους. Εδώ ο Αρτ Σπίγκελμαν στο Maus, ο Τζο Σάκο στο Palestine ή η Μαρζάν Σατραπί στο Persepolis (για ν’ αναφερθούμε σε κάποια ιδιαίτερα γνωστά κόμικς) δίνουν άλλη διάσταση στην αφήγηση καθώς προστίθεται στο θεματικό / χρονικό πλαίσιο που κινούνται, ένας συγκεκριμένος κοινωνικός προβληματισμός (οι αναφορές στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, το παλαιστινιακό ζήτημα και το καθεστώς της Περσίας, αντίστοιχα). Πολιτική και πολιτισμική θέαση που αντιλαμβάνεται τον σύγχρονο κόσμο, την ιστορία και την κοινωνία μέσα από την υποκειμενική ματιά των συγγραφέων. Ή ακόμα και το παρελθόν με όχημα την Ιστορία και τη Λογοτεχνία – σε κάποια άλλα θεματικά κόμικς και διαμεσικές μεταφορές –, θέτοντας στους σύγχρονους αναγνώστες τα πλέον ενδιαφέροντα ερωτήματα για το μέλλον. Χαρακτηριστικά γραφής και αγωνιώδους προβληματισμού που συναντούμε άλλωστε σε κάθε μορφή έντεχνης δημιουργίας. «Ήρωες» και «Χαρακτήρες» λοιπόν. Δύο βασικές μορφές αφήγησης – και αναγνωστικής απόλαυσης – από μια ιδιαίτερα πλούσια, πολυτροπική τέχνη, τα κόμικς. Ο Soloúp (Αντώνης Νικολόπουλος) είναι πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς, διδάκτωρ Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Ιστορίες εκδικητών (χάρτινων και μη) Της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη Στο τομίδιο Πράξεις Εκδίκησης Ι (εκδ. Τοποβόρος), συλλογή μαρτυριών και δοκιμίων που αναφέρονται σε πράξεις αυτοδικίας Εβραίων εναντίον Γερμανών κατά τη διάρκεια ή μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου – και εν πάση περιπτώσει πριν ψηφιστεί ο «Νόμος για την Τιμωρία των Ναζί και των Συνεργατών τους», που καθιστούσε το κράτος του Ισραήλ κύριο φορέα της διαχείρισης εγκλημάτων σχετιζομένων με το Ολοκαύτωμα – ο ιστορικός Νιρ Μαν αναφέρει την ιστορία ενός τσαγκάρη ονόματι Μίτερμαν. Ο Μίτερμαν λοιπόν, ένας κατά τα άλλα λιγομίλητος και μονίμως μουρμουρίζων γίγαντας, «στα γεράματα γνωστός για το σκαρί του και τα παχιά του χέρια», αποφασίζει να αποκαλύψει στον αφηγητή ότι μετά τον πόλεμο επιστρατεύτηκε από τον αμερικανικό στρατό για να δουλέψει στη νυχτερινή φύλαξη των γερμανικών τρένων, πράγμα που του επέτρεπε επίσης να πηγαίνει από το ένα στρατόπεδο εκτοπισμένων στο άλλο, προσπαθώντας να εντοπίσει τον χαμένο του γιο. Οι βάρδιες αυτές τού επέτρεπαν και κάτι ακόμα: να δολοφονεί όσους έκοβε με το μάτι (από την υπεροπτική τους στάση, τη γλώσσα του σώματος, τον τρόπο ντυσίματος) ότι ανήκαν, μέχρι πολύ προσφάτως, στο ναζιστικό κόμμα. «Στα εξπρές τρένα του Μονάχου, της Φρανκφούρτης και του Αμβούργου: εκεί τους καθάριζα» λέει ο τσαγκάρης Μίτερμαν στον εντελώς ανυποψίαστο έφηβο Μαν, που έκτοτε θα τον αντιμετωπίζει ως μυθικό, σχεδόν, ήρωα. Στο φαντασιακό ενός λαού κατατρεγμένου, δεν απέχει πολύ η εκδίκηση από την ηρωοποίηση. Το βλέπουμε, εξάλλου, συνεχώς στην ιστορία αλλά και στις ειδήσεις: ο τρομοκράτης του ενός είναι ο ήρωας κάποιου άλλου. Και το ανάποδο. Πώς λοιπόν να μην υπάρξει ολόκληρο κομμάτι της ισραηλινής λογοτεχνίας που να αποτυπώνει, διαχρονικά, φαντασιώσεις για εκδίκηση μέσα από τη δράση αυτόκλητων τιμωρών – είτε μιλάμε για «υψηλή» λογοτεχνία (π.χ., στο See Under: Love του Νταβίντ Γκρόσμαν) είτε για το ακριβώς αντίθετό της: τη λεγόμενη «Στάλαγκ» μυθιστοριογραφία, μια σειρά από φτηνά βιβλιαράκια τσέπης που υποτίθεται ότι παρουσίαζαν ιστορίες πορνογραφικής εκμετάλλευσης κρατουμένων στα «Joy Division» (πορνεία για γερμανούς αξιωματικούς στα στρατόπεδα συγκέντρωσης) και, εν τέλει, στυγνής εκδίκησης των κρατουμένων εναντίον των βασανιστών τους; Ο Ουμπέρτο Έκο θα έβρισκε σίγουρα πολλά να σχολιάσει για τους κλασικούς «υπερανθρώπους των μαζών» της ισραηλινής λογοτεχνίας, για το πώς αποτυπώνουν και ανατροφοδοτούν το συλλογικό φαντασιακό του λαού τους, είτε ως απλοί άνθρωποι που γίνονται μυθικοί (και μυστικοί) πράκτορες της Μοσάντ και κυνηγοί Ναζί (ή νεο-Ναζί) σε δημοφιλέστατα αστυνομικά μυθιστορήματα (σαν το τεράστιο μπεστ-σέλερ Το Σημάδι του Κάιν, του Ραμ Ορέν) είτε ως ήρωες κόμικς, όπως ο βρετανο-εβραίος μαχητής Λέσλι Τόλιβερ στην Εβραϊκή Ταξιαρχία του Marvano, που μετά το τέλος του πολέμου επιστρέφει στην Ευρώπη για να καταδιώξει και να σκοτώσει αυτοβούλως και αυτόκλητα εγκληματίες πολέμου. Αποχρώσεις και αποκλίσεις φυσικά υπάρχουν: από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 αρχίζουν και αποτυπώνονται στις απαιτήσεις του αναγνωστικού κοινού εξελίξεις που αντικατοπτρίζουν μια ωρίμανση στην πολυπλοκότητα του ισραηλινού δημόσιου λόγου, στην πολιτική, στη δημοσιογραφία και στα σχολικά βιβλία. Οι αυτόκλητοι τιμωροί της ισραηλινής ποπ κουλτούρας εμφανίζονται και ως ψυχολογικά επιβεβαρημένοι, τραυματισμένοι άνθρωποι, με θολά τα όρια που τους ξεχωρίζουν από τα θύματά τους και πρώην δράστες. Ο κόσμος γίνεται ξαφνικά πολύπλοκος, πολυεπίπεδος, πολύ πιο γκρίζος από αυτός των προκατόχων τους, λίγο σαν τα ποιήματα του Γιεουντά Αμιχάι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου σύγχρονου, πολύπλοκου «υπερήρωα» είναι ο χαρακτήρας του Ντορόν στην επιτυχημένη σειρά του Netflix «Fauda» (Χάος). Βεβαίως, υπάρχει κι ένα σημείο στο οποίο η ανάλυση του Έκο δεν «κουμπώνει» σωστά στη συζήτησή μας. Οι κλασικοί «υπεράνθρωποι των μαζών» έρχονται πολλές φορές αντιμέτωποι με το σύστημα με σκοπό να αποδώσουν δικαιοσύνη, δίχως όμως να γκρεμίσουν τις υπάρχουσες δομές εξουσίας· άντε να τις αναταράξουν λίγο: σκεφτείτε τον Superman ή τον Τζέιμς Μποντ. Εν αντιθέσει με αυτό το σχήμα, οι αυτόκλητοι τιμωροί/υπερήρωες της ισραηλινής λογοτεχνίας – απαστράπτοντες, τσαλακωμένοι, μυθικοί ή ταπεινοί – έχουν το εξής κοινό χαρακτηριστικό: τη διακαή επιθυμία να αμφισβητήσουν την άδικη εικόνα των Εβραίων ως παθητικών θυμάτων και να αψηφήσουν το στερεότυπο της αδυναμίας που τους στιγμάτιζε για αιώνες. Υπό αυτήν την έννοια, βρίσκονται ξεκάθαρα πολύ πιο κοντά στον V του V for Vendetta ή στους Watchmen του Αλαν Μουρ: έρχονται για να αλλάξουν πραγματικά τον κόσμο – και τον αλλάζουν. Αλλά, όπως κι οι χαρακτήρες του Μουρ, ξεσκεπάζουν την επικίνδυνη φαντασίωση ότι μπορούν οι υπεράνθρωποι και οι υπερήρωες να «σώσουν τον κόσμο» χωρίς συνέπειες. Η κυρία Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη είναι ποιήτρια και μεταφράστρια. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- superman
- αντώνης νικολόπουλος
- (and 4 more)
-
Με αφορμή τα 10 χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία του, το «Αϊβαλί» του Soloύp επανεκδίδεται από τις εκδόσεις Διόπτρα και γίνεται η πρώτη ύλη για ένα πρωτοποριακό εγχειρίδιο για την αξιοποίηση των κόμικς στην εκπαίδευση. Στα 10 και κάτι χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία του από τις εκδόσεις Κέδρος, το «Αϊβαλί» του Soloύp έχει ήδη γίνει κλασικό. Οι απανωτές επανεκδόσεις του, οι μεγάλες εκθέσεις που έχουν γίνει γι’ αυτό, οι ημερίδες, οι συζητήσεις και οι εκδηλώσεις, οι θεατρικές μεταφορές και προσαρμογές του, οι επιστημονικές εργασίες, οι διπλωματικές, μεταπτυχιακές και διδακτορικές διατριβές που επικεντρώνονται στη σπουδαιότητα και στις ιδιαιτερότητές του, η κουβέντα που ανάβει με κάθε νέα αφορμή και παρουσίασή του, οι πολλές μεταφράσεις του σε άλλες γλώσσες (αγγλικά, τουρκικά, ισπανικά, γαλλικά) αποδεικνύουν ότι το «Αϊβαλί» έχει ακόμα πολλά να πει. Η πολυεπίπεδη, σπονδυλωτή αφήγηση που υφαίνεται πάνω σε κείμενα του Φώτη Κόντογλου, του Ηλία Βενέζη, της Αγάπης Βενέζη-Μολυβιάτη και του Αχμέτ Γιορουλμάζ, μαζί με τα συγκλονιστικά ασπρόμαυρα σχέδια του Soloύp, συνθέτουν μία πλήρως και διεξοδικά τεκμηριωμένη προσέγγιση των γεγονότων του 1922 αλλά και όσων προηγήθηκαν και ακολούθησαν τις ανταλλαγές πληθυσμών, που δημιούργησαν τις κοινές πληγές Ελλήνων και Τούρκων του Βόρειου Αιγαίου. Χωρίς να γίνεται διδακτικό ή να κουνάει το δάκτυλο, το «Αϊβαλί» αποτελεί μια απόπειρα διάσωσης της μνήμης μέσω της τέχνης των κόμικς και παράλληλα μια δημοσιογραφική έρευνα κι ένα ιστορικό ντοκουμέντο με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία από την εμπλοκή του ίδιου του Soloύp και των προγόνων του με το Αϊβαλί. Την επικαιρότητα που εξακολουθεί να διατηρεί ένα τόσο σπουδαίο έργο επισημαίνει και η νέα, «διακριτικά αναθεωρημένη» έκδοση από τη Διόπτρα, που περιλαμβάνει και πλούσια στοιχεία από την υπερδεκαετή παρουσία και πορεία του έργου στην ελληνική και διεθνή σκηνή των κόμικς. Ενός έργου που αποτέλεσε, μάλιστα, την απαρχή μιας σχετικής αλλαγής της διαδρομής του δημιουργού του, από τα αμιγώς πολιτικά – χιουμοριστικά έργα σε μια πιο προσωπική και βαθιά συγκινητική αφήγηση μεγάλης έκτασης («Ο Συλλέκτης»), στην ελληνική Ιστορία («’21, Η Μάχη της Πλατείας»), στην προσέγγιση και τη δημιουργική ανασύνθεση της λογοτεχνίας του Νίκου Καζαντζάκη («Ζορμπάς, Πράσινη Πέτρα Ωραιοτάτη»). Σε αυτή την τεθλασμένη αλλά συνεπή διαδρομή με τους πολλούς και διαφορετικούς ενδιαφέροντες σταθμούς εντάσσεται και η κυκλοφορία του πρόσφατου «Comics & Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί. Λογοτεχνία, Ιστορία και Οπτική Επικοινωνία. Τα Κόμικς στην Εκπαίδευση», ενός βιβλίου των Soloύp και Ευαγγελίας Μουλά και πάλι από τις εκδόσεις Διόπτρα, που φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα πρωτοποριακό εγχειρίδιο για την αξιοποίηση των κόμικς σε ποικίλα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, αντλώντας αφορμές και παραδείγματα από το «Αϊβαλί». Τα ερωτήματα στα οποία το βιβλίο καλείται να απαντήσει συνοψίζονται στα εξής: «Τι είναι τα graphic novels και πώς συνδέονται με τα κόμικς; Πώς εξελίχθηκε το Μέσο στην Ελλάδα; Ποια η σχέση των κόμικς με τη λογοτεχνία και με την ιστορία; Πώς μπορεί ο εκπαιδευτικός να αξιοποιήσει ένα κόμικς στην τάξη, υπηρετώντας ταυτόχρονα τους διδακτικούς σκοπούς των προγραμμάτων σπουδών, την κριτική σκέψη αλλά και τον οπτικό και πολυτροπικό γραμματισμό; Πώς να φτιάξουν μαθητές, σπουδαστές και φοιτητές μόνοι τους μια ιστορία κόμικς ακολουθώντας συγκεκριμένα βήματα;» Από τη μία, η τεράστια καλλιτεχνική διαδρομή αλλά και η ιστορική και θεωρητική κατάρτιση του Soloύp και, από την άλλη, η μεγάλη εμπειρία της Ευαγγελίας Μουλά (φιλόλογος και σύμβουλος Εκπαίδευσης Φιλολόγων στη Δωδεκάνησο) σε θέματα γύρω από τα κόμικς, τη λογοτεχνία, την παιδαγωγική αξιοποίηση των ΤΠΕ στην εκπαίδευση και τον κριτικό γραμματισμό κ.ά., εγγυώνται ένα πολύ ενδιαφέρον και πρωτότυπο βιβλίο στο οποίο αναλύεται σε βάθος η τέχνη των κόμικς και επισημαίνονται τα σημειολογικά κλειδιά και οι μηχανισμοί της οπτικής αφήγησής τους. Το πρώτο μέρος καταπιάνεται με τις έννοιες των κόμικς και των graphic novels και με τις θεματικές περιοχές για την αξιοποίηση των κόμικς στην εκπαίδευση (ένταξη εικονογραφηγημάτων στην εκπαίδευση, μεταφορές λογοτεχνικών κειμένων σε κόμικς, μεταφορά, διασκευή, απόδοση, πιστότητα, ανάπλαση, ανοικείωση κ.ά.) και την προσέγγιση της ιστορίας και άλλων ευαίσθητων κοινωνικών ζητημάτων, ενώ στο δεύτερο μέρος, με συγκεκριμένα, πολύ εύστοχα επιλεγμένα παραδείγματα από το «Αϊβαλί», προτείνονται ερωτήσεις / δραστηριότητες ανταπόκρισης, κατανόησης και ερμηνείας των κειμένων, γνώσεων για τη λογοτεχνία, συζητήσεις με όρους της γλώσσας των κόμικς, δραστηριότητες έκφρασης (εικαστικής, θεατρικής, ρητορικής) / δημιουργικής γραφής, σχέσεις των λογοτεχνικών πρωτοτύπων με τις διασκευές κ.ά. Τέλος, στο τρίτο μέρος προτείνονται μια σειρά βήματα δημιουργίας κόμικς στην τάξη και οι κατάλληλες οδηγίες ώστε η θεωρία να μετουσιωθεί σε πράξη, και το βιβλίο κλείνει με την παράθεση εκτενούς βιβλιογραφίας και δικτυογραφίας που το καθιστούν σημαντικότατο εργαλείο προς άμεση χρήση από την ελληνική ακαδημαϊκή, σχολική και καλλιτεχνική κοινότητα, που όσο περνούν τα χρόνια γίνεται, ευτυχώς, όλο και πιο ανοικτή και δεκτική σε τέτοιες σπουδαίες και τεκμηριωμένες προτάσεις. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- αϊβαλί
- εκδόσεις κέδρος
- (and 5 more)
-
«Κι έφτασε η στιγμή που μετρήσανε τον ανθρώπινο πόνο όπως μετράνε οι κρεατέμποροι τα γελάδια. Πάνω από δύο εκατομμύρια ξεχωριστές τραγωδίες. Νεκροί αμέτρητοι. Σχεδόν ενάμισι εκατομμύριο βίαια διωγμένοι Ρωμιοί πρόσφυγες. Κάπου πεντακόσιες χιλιάδες μουσουλμάνοι “ανταλλαγμένοι”. Κανείς δεν τους ρώτησε. Παρέλαση από τραγωδίες. Ένας ασύλληπτος κατατρεγμός. Μια φούγκα από αμέτρητες απεγνωσμένες φωνές. Ελάχιστες από αυτές αποτυπώθηκαν σε βιβλία. Αρκετές πάλι – άλλοτε σαν παραμύθια και άλλοτε σαν εφιάλτες – τις άκουσαν παιδιά κι εγγόνια. Με τον καιρό λησμονιούνται, χάνονται κι αυτές. Συναντιούνται μ’ εκείνες που δε μαθεύτηκαν ποτέ». Με αυτά τα λόγια συνοδεύει ο Soloúp τη συγκλονιστική σελίδα από το «Αϊβαλί» με τα δεκάδες πορτρέτα των ανώνυμων θυμάτων της τραγωδίας του 1922. Θύματα που έγιναν αριθμοί στα στατιστικά της Ιστορίας, άνθρωποι που τους έκλαψαν μόνο οι συγγενείς τους μέχρι να ξεχαστούν. Εικόνες που όσο πιο πίσω πας θολώνουν, ξεθωριάζουν και χάνονται. Φωτογραφίες που παραταγμένες εν σειρά χάνουν την ακρίβειά τους και μετατρέπονται σε κουκίδες, σε τελίτσες, σε γραμμούλες, σε «λεκέδες» της Ιστορίας που «πρέπει» να σβηστούν. Κι εκεί ακριβώς είναι που συμβάλλει το «Αϊβαλί»: στο να μη σβηστούν οι μνήμες, να μην ξεχαστούν τα γεγονότα, να μην καταπιεί η λήθη την Ιστορία, να μην αναθεωρηθεί η αλήθεια εις όφελος των νέων πολιτικών συμφερόντων. Γι’ αυτό και η σελίδα με τα πορτρέτα αποτελεί μέρος του εγχειριδίου του Soloúp και της Ευαγγελίας Μουλά για τη χρήση των Κόμικς στην Εκπαίδευση. Ώστε εκπαιδευτικοί, φοιτητές και μαθητές να μπορούν να μιλούν για τη μνήμη και την Ιστορία χωρίς να φοβούνται. Ότι ακριβώς πρέπει να προσπαθήσουμε στο παρόν για την Παλαιστίνη και τη γενοκτονία που διαπράττει το Ισραήλ. Να μην αφήσουμε να γίνουν τελίτσες και κουκίδες οι ανώνυμοι νεκροί της Παλαιστίνης. Και παράλληλα, να μη δώσουμε ποτέ συχωροχάρτι στους δολοφόνους και τους εγκληματίες του Ισραήλ. Να μην ξεχάσουμε την κτηνωδία τους. Και το σχετικό link...
-
- 1
-
-
- αϊβαλί
- ευαγγελία μουλά
- (and 5 more)
-
Ο κομίστας Soloúp και η εκπαιδευτικός Ευαγγελία Μουλά μιλούν στην «Κ» για τη δύναμη που μπορεί να έχουν τα καρέ των κόμικς στην εκπαίδευση, με αφορμή το νέο τους βιβλίο. Όταν πριν από 10 και βάλε χρόνια ο Soloúp – κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος – δημιουργούσε το graphic novel «Αϊβαλί», είχε στο μυαλό του έναν αναγνώστη δυνάμει συνομήλικό του, με τον οποίο θα άνοιγε έναν διάλογο, θέτοντας ερωτήματα και προσπαθώντας να δώσει απαντήσεις για ένα σημείο στον χώρο και τον χρόνο ιδιαίτερα φορτισμένο ιστορικά, όπως υπήρξε το λιμάνι της Μικράς Ασίας. Αυτό που σίγουρα δεν φανταζόταν ήταν πως με το συγκεκριμένο graphic novel θα έμπαινε σε τάξεις και αμφιθέατρα σε κάθε βαθμίδα της εκπαίδευσης: από νηπιαγωγεία, μέχρι κολέγια και πανεπιστήμια, εντός συνόρων αλλά και ώς τον μακρινό Καναδά στον οποίο βρέθηκε πρόσφατα. Δεν υπήρξαν λίγοι οι εκπαιδευτικοί που τον κάλεσαν μέσα σε αυτή τη δεκαετία για ένα μάθημα ή μια δραστηριότητα λίγο διαφορετική από αυτές που γνωρίζει η «παραδοσιακή» εκπαίδευση. Η Ευαγγελία Μουλά πάλι, φιλόλογος στο επάγγελμα και σύμβουλος Εκπαίδευσης Φιλολόγων στα Δωδεκάνησα τα τελευταία δύο χρόνια, είχε από μικρή όπως κάθε παιδί μια επαφή με τα κόμικς. Μεγαλώνοντας και μπαίνοντας στον κόσμο της φιλολογίας, ενστικτωδώς άρχισε να «παίζει» με τη δομή των κόμικς προκειμένου να βρει πιο βατούς τρόπους να εξηγήσει λόγου χάρη, συντακτικά φαινόμενα. Έτσι, έσβηνε με μπλάνκο τους διαλόγους και τους προσάρμοζε στο συντακτικό φαινόμενο που ήθελε κάθε φορά να εξηγήσει στους μαθητές. Στη συνέχεια ασχολήθηκε και θεωρητικά με το φαινόμενο, σε ένα βιβλίο-συλλογή άρθρων που κυκλοφόρησε με τη Χαρά Κοσεγιάν. Η Ευαγγελία Μουλά και ο Αντώνης Νικολόπουλος (Soloúp) συνυπογράφουν το νέο βιβλίο «Comics & Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί» (εκδόσεις Διόπτρα). Το «Αϊβαλί», η Μουλά «το ερωτεύτηκε» από την πρώτη ανάγνωση. Σε κάθε επόμενη ανάγνωση και «συνάντηση» μαζί του, έβρισκε κάποια νέα αφορμή και προσέγγιση να το μοιραστεί και με τους μαθητές της, κάτι που της ξεκλείδωσε νέες και φρέσκιες εκπαιδευτικές δυνατότητες. Μετά την πολύχρονη αυτή εμπειρία, ο Soloúp και η Ευαγγελία Μουλά έγραψαν από κοινού τώρα ένα εγχειρίδιο για τις δυνατότητες των κόμικς στην εκπαίδευση, με τίτλο «Comics & Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί» (εκδόσεις Διόπτρα). Παιδιά μυημένα στην εικόνα Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, ένα graphic novel που συνδυάζει κείμενο και εικόνα, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Για αυτόν τον λόγο η Ευαγγελία Μουλά το χρησιμοποίησε σε μαθητές 13-15 ετών. «Τα παιδιά πραγματικά ενθουσιάζονται. Γιατί δεν έχουν μάθει, ειδικά στην εποχή μας, να διαβάζουν μακροσκελή κείμενα και φυσικά είναι μυημένα στην εικόνα. Δεν μπορούμε να το παραγνωρίζουμε αυτό», σχολιάζει η εκπαιδευτικός. Είναι πολύ σημαντικό σε μια τέτοια διαδικασία «να συνδυαστεί η απόλαυση της ανάγνωσης με την καλλιέργεια των δεξιοτήτων ερμηνείας της εικόνας». Είναι πολλές οι εκπαιδευτικές προσεγγίσεις για ένα graphic novel σαν το «Αϊβαλί», όπως εξηγεί και η Ευαγγελία Μουλά. Ένα graphic novel όπως το «Αϊβαλί», αλλά και κάθε παρόμοια λογικής έργο, πώς αλλιώς μπορεί να το προσεγγίσει ένας εκπαιδευτικός; Ένας φιλόλογος το φέρνει στην τάξη ως λογοτεχνικό κείμενο; Ως ιστορικό; Για την Ευαγγελία Μουλά, μπορεί να λειτουργήσει τόσο σε πιο «κλασικές» όσο και πιο σύγχρονες προσεγγίσεις: «Προσφέρεται και για έναν πιο “κλασικό” φιλόλογο που θέλει να δώσει το βάρος του στον λόγο και να ετοιμάσει δραστηριότητες κατανόησης, που αναδεικνύουν πτυχές της θεωρίας λογοτεχνίας. Όταν μιλάμε για κάποια διασκευή ενός άλλου έργου, το graphic novel προσφέρεται και για μία σύγκριση πρωτότυπου κειμένου και κόμικς διασκευής. Μπορεί να αναλυθεί επίσης και η ίδια η δομή και η γλώσσα των κόμικς», εξηγεί. Ο συνδυασμός κειμένου και εικόνας που έχει ένα graphic novel το κάνει ένα πολύ επίκαιρο εκπαιδευτικό εργαλείο για τους μαθητές του σήμερα. Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε και την ιστορική πτυχή του έργου σε μια τέτοια περίπτωση. «Ένα τέτοιο graphic novel σου δίνει μια εικόνα της ιστορικής περιόδου από πολλαπλές οπτικές. Κάτι που υπηρετεί τη σύγχρονη μεθοδολογία της ιστορίας, που βασίζεται στην πολυπρισματικότητα. Οι μαθητές μπορούν να αντιληφθούν το πνεύμα της εποχής. Τα καρέ έχουν μια αφηγηματική συμπύκνωση και μία αμεσότητα που δεν μπορείς να την πετύχεις μέσα από το βιβλίο ιστορίας. Είναι πολύ πιο θετική η αντίδραση από το να τους πεις “Ανοίξτε το βιβλίο”», καταλήγει η εκπαιδευτικός. Ένα ενήλικο graphic novel για τους μαθητές του σήμερα Από τη δική του εμπειρία, ο Αντώνης Νικολόπουλος έχει ως τώρα μια πολύ ζεστή υποδοχή στις τάξεις που βρέθηκε. «Είναι πάντα σαν γιορτή. Με αντιμετωπίζουν πολύ θετικά, υπάρχουν και παιδιά που έχουν μελετήσει αρκετά ήδη και κάνουν καίριες ερωτήσεις πάνω στο έργο. Η ώρα του μαθήματος δεν φτάνει ποτέ. Χτυπάνε τα κουδούνια και συνεχίζουμε να μιλάμε στους διαδρόμους», λέει. Οι νέες προσεγγίσεις στην εκπαίδευση δεν βρίσκουν πάντα σύμφωνους όλους τους εκπαιδευτικούς ή τους γονείς. Το γεγονός ότι το «Αϊβαλί» είχε εξαρχής σκοπό να απευθυνθεί σε ενήλικες αναγνώστες, ακόμα και στην εκπαιδευτική πτυχή λειτούργησε υπέρ του. «Εκ των υστέρων, βλέπω πως έχει μια ειλικρίνεια που ξεπερνά άλλα θέματα που μπορεί να προκύπτουν σε ένα καθαρά εκπαιδευτικό βιβλίο. Είναι ειλικρινείς και άμεσες οι ερωτήσεις που θέτει και αυτό μπορεί να λειτουργήσει σαν κλειδί για έναν εκπαιδευτικό. Επιπλέον, ένα βιβλίο για ενήλικες στην εποχή μας και με τα ερεθίσματα που έχουν οι νέοι, μπορεί να μιλήσει και σε αυτούς σαν ίσο προς ίσο». Ο Νικολόπουλος φέρνει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που αναλύεται και μέσα στο βιβλίο που έγραψε με τη Μουλά, και αφορά την αναπαράσταση μιας ερωτικής σκηνής που βρίσκουμε στο «Αϊβαλί». Υποστηρίζει ωστόσο πως δεν θα έβαζε την εν λόγω σκηνή αν είχε στο μυαλό του ένα εφηβικό κοινό. «Το παράδοξο όμως, είναι ότι αυτή η σκηνή ξεκλειδώνει τρομερά τα παιδιά» λέει. «Κάτι τέτοιο που τσιγκλάει και βγάζει χαμογελάκια και ντροπούλες μέσα στην τάξη, έχω δει στην πράξη πως τελικά κερδίζει τους μαθητές. Ύστερα από αυτή τη σκηνή, παρακολουθούσαν με μεγαλύτερο ενδιαφέρον και όλα τα υπόλοιπα που λέγαμε. Βοήθησε ακόμα και παιδιά με ΔΕΠΥ στο να συγκεντρωθούν καλύτερα», εξηγεί ο κομίστας. Τα κόμικς πάντως, είναι ένας τρόπος να τραβήξεις την προσοχή ενός μαθητή για κάτι που μπορεί να του είναι φαινομενικά «αδιάφορο» ή «βαρετό». Όπως κάθε τι καινούργιο, έτσι και με τα κόμικς που «επισκέπτονται» τις σχολικές αίθουσες δεν λείπουν και οι αντιδράσεις. Όπως παραδέχεται η Ευαγγελία Μουλά, υπάρχουν και γονείς πιο συντηρητικοί που παρεμβαίνουν στην εκπαιδευτική διαδικασία, στοχοποιώντας τους εκπαιδευτικούς όταν τολμούν να κάνουν κάτι που είναι έξω από τα νερά της «στάνταρ» εκπαίδευσης. Όσον αφορά το «Αϊβαλί» λόγου χάρη, έχει αντιμετωπίσει αντιδράσεις γονέων ακόμα και για το γεγονός πως το βιβλίο δείχνει τόσο την πλευρά των Ελλήνων όσο και των Τούρκων. Όσο για την ίδια την εκπαιδευτική κοινότητα, οι πιο παλιοί «παραδοσιακοί» εκπαιδευτικοί είναι λιγότερο ανοιχτοί σε μια νέα προσέγγιση, σε αντίθεση με τους νεότερους καθηγητές που είναι πιο δεκτικοί. Αλλά και οι δεύτεροι, καλούνται να κάνουν μια υπέρβαση προκειμένου να φέρουν στην τάξη κάτι για το οποίο δεν έχουν τα ερμηνευτικά εργαλεία ώστε να το αξιοποιήσουν στη διδασκαλία. Αλλά και για αυτό η Ευαγγελία Μουλά έχει κάτι κατά νου: να αρχίσει από τη νέα σχολική χρονιά μια σειρά από σεμινάρια που θα γίνονται και εξ αποστάσεως, για να εξοικειωθούν οι εκπαιδευτικοί με την ένατη τέχνη και να τη μεταδώσουν στους μαθητές τους. Το βιβλίο του Soloúp (Αντώνη Νικολόπουλου) και της Ευαγγελίας Μουλά «Comics & Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί», αλλά και το graphic novel «Αϊβαλί» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Διόπτρα. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- αϊβαλί
- αντώνης νικολόπουλος
- (and 4 more)
-
Το «ΝΣυν» προδημοσιεύει αποσπάσματα από το εγχειρίδιο «Με οδηγό το Αϊβαλί – τα κόμικς στην εκπαίδευση» των Soloup και Ευαγγελίας Μουλά για τη χρησιμότητα που μπορούν να αποκτήσουν τα εικονογραφηγήματα μέσα στη σχολική τάξη. Από μια άποψη, η έκδοση ενός εγχειριδίου για την αξιοποίηση των κόμικς στην εκπαίδευση δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερη αφορμή: τη συμπλήρωση 10 χρόνων από τότε που ο Soloup (Αντώνης Νικολόπουλος) εξέδωσε το «Αϊβαλί» στον «Κέδρο». Το graphic novel διέγραψε ήδη έναν πρώτο κύκλο ως μία από τις πληρέστερες δημιουργίες που αντλεί έμπνευση από την ελληνική Ιστορία και μπορεί να περάσει στις νεότερες γενιές. Αποτελεί, λοιπόν, και το επίκεντρο στο εγχειρίδιο «Με οδηγό το Αϊβαλί – τα κόμικς στην εκπαίδευση», που κυκλοφορεί από αύριο η «Διόπτρα», με τις υπογραφές των Soloup και Ευαγγελίας Μουλά (από τον ίδιο οίκο κυκλοφορεί πλέον και η επετειακή έκδοση για το «Αϊβαλί»). Το βιβλίο χρησιμοποιεί συγκεκριμένα παραδείγματα από πραγματικά κόμικς και διαβάζεται σαν ένα δυνητικό βοήθημα για εκπαιδευτικούς που μπορεί να σταθεί μέσα σε μια σχολική τάξη (αλλά και σε ομάδες δημιουργικής γραφής). Στο πρώτο, θεωρητικό μέρος του, ο Soloup επιχειρεί μία αναδρομή στο μέσο των κόμικς και της φόρμας των graphic novels. Στο δεύτερο μέρος οι δύο συγγραφείς «μπαίνουν στην τάξη». Ειδικά η Ευαγγελία Μουλά, φιλόλογος και εκπαιδευτικός, εξοικειωμένη με τη διαδικασία συγγραφής εκπαιδευτικών υλικών, αναδεικνύει την έκδοση σε οδηγό για εκπαιδευτικούς και γονείς, όσο και σε χρήσιμο εργαλείο σε εργαστήρια, βιβλιοθήκες και ομάδες ανάγνωσης, δημιουργικής γραφής, forum συζητήσεων κ.ά. Το τρίτο μέρος αφορά το πρακτικό κομμάτι: την ίδια τη συνεργασία των συντονιστών/εκπαιδευτικών με την ομάδα τους και τον τρόπο που μπορούν να ξεκλειδώσουν την προσοχή των συμμετεχόντων καθώς δουλεύουν πάνω σε ένα συγκεκριμένο εικονογραφήγημα. Και, ακόμα περισσότερο, πώς μέσα από ένα εργαστήριο κόμικς μέσα στην τάξη μπορούν οι ίδιοι οι μαθητές να φτιάξουν τις δικές τους ιστορίες συνδυάζοντας τα λόγια με τις εικόνες. Από το εγχειρίδιο προδημοσιεύουμε δύο αποσπάσματα, το πρώτο του Soloup, το δεύτερο της Ευαγγελίας Μουλά. «Δεν είναι όλα τα κόμικς graphic novels» Τα εικονογραφηγήματα δεν αντιμετωπίζονταν πάντα με τον ίδιο τρόπο (και) στην Ελλάδα. Σε βάθος δεκαετιών παρατηρούμε σημαντικές διαφοροποιήσεις στη θεώρηση, πρόσληψη και ευρύτερη αποδοχή του μέσου. Μέχρι και τη δεκαετία του 1980 γονείς και εκπαιδευτικοί αντιλαμβάνονταν τα κόμικς ως ευτελή αναγνώσματα που απευθύνονταν σε ένα παιδικό/εφηβικό κοινό, τα οποία όχι μόνο δεν είχαν να προσφέρουν τίποτα χρήσιμο στους μαθητές, αντίθετα τους αποσπούσαν από τα μαθήματα του σχολείου και άλλες δημιουργικές δραστηριότητες. Μοναδική ίσως εξαίρεση τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα». Η αναφορά και μόνο σε λογοτεχνικούς τίτλους, ονόματα σημαντικών συγγραφέων ή πρόσωπα της ένδοξης ελληνικής ιστορίας και μυθολογίας αρκούσε για να αμβλύνει κάπως το αρνητικό κλίμα εναντίον τους. Τα ειδικά περιοδικά κόμικς, όπως η «Βαβέλ» και το «Παρά Πέντε», που εμφανίζονται γύρω στο 1980 και απευθύνονται πλέον ξεκάθαρα – με το ανατρεπτικό ύφος των ιστοριών που δημοσιεύουν και το ακραίο σαρκαστικό χιούμορ – σε ενήλικες αναγνώστες, αλλάζουν την έως τότε κυρίαρχη αντίληψη. Τα κόμικς περιγράφονται πλέον ως η «ένατη τέχνη» και σταδιακά αρχίζουν να αντιμετωπίζονται ως διακριτό έντεχνο μέσο. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες η κυκλοφορία σημαντικών – μεταφρασμένων ή εγχώριων – τίτλων κόμικς, που εστιάζουν συχνά με ερευνητική επάρκεια και εικαστική αρτιότητα σε πιο σύνθετα ζητήματα (κοινωνία, πολιτική, βία, οικολογία κ.λ.π.), ανέτρεψε πλήρως την αρνητική εικόνα του παρελθόντος. Η εμφάνιση εικονογραφηγημάτων, τα οποία αντλούν τα θέματά τους όχι μόνο από τη μακρινή (και σε κάποιο βαθμό ιδεολογικά ανώδυνη) ιστορία, αλλά και από πιο πρόσφατα τραυματικά γεγονότα, την ίδια ώρα που αρκετά κόμικς μεταφέρουν στη γλώσσα τους γνωστά λογοτεχνικά έργα, κερδίζει σταδιακά το ενδιαφέρον του ευρύτερου αναγνωστικού κοινού. Έτσι, σιγά σιγά, πλάι σε εκείνους όσους διάβαζαν κόμικς από πιτσιρικάδες προστέθηκαν και άλλοι – από την ευρύτερη κοινότητα των αναγνωστών λογοτεχνίας, ιστορικών δοκιμίων κ.λ.π. – οι οποίοι δεν είχαν προγενέστερα κάποια εξοικείωση με τη γλώσσα και τις συμβάσεις τους. Η φόρμα των graphic novels, η οποία μέσα από μια πιο σύνθετη αφηγηματική προσέγγιση βρέθηκε να εστιάζει με μεγαλύτερη συχνότητα σε σύγχρονα θέματα και προβληματισμούς απ’ ότι άλλες φόρμες και ομαδοποιήσεις των κόμικς – για παράδειγμα, τα comic strips ή τα υπερηρωικά κόμικς –, είχε εκείνα ακριβώς τα χαρακτηριστικά της «ωριμότητας» που επιθυμούσαν πλέον να αναγνωρίσουν όλοι (γονείς, εκπαιδευτικοί, κριτικοί, δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί, εκδότες, δημιουργοί) στα σύγχρονα εικονογραφηγήματα. Το γεγονός ότι πλέον τα κόμικς αφορούν όλο και πιο πολλούς – καθώς όλες οι επιμέρους φόρμες και τα υποείδη τους εξελίσσονται – και η συνειδητοποίηση πως η υβριδική τους γλώσσα (Λόγος και Εικόνα) μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα ή έμμεσα στην εκπαίδευση είναι τα στοιχεία εκείνα που επιτάχυναν τη μεταστροφή αυτή, οδήγησαν στην αλλαγή στάσης απέναντί τους και στην ανάγκη να διαχωριστούν τα σύγχρονα κόμικς από τις προκαταλήψεις που κουβαλούσαν στο παρελθόν. Εκείνο που συνέβη τελικά ήταν να ταυτιστούν όλα τα «ώριμα» σύγχρονα κόμικς με τα GN. Η σύγχυση του Μέσου (κόμικς) και της Φόρμας (graphic novels), η οποία αποδίδει μάλιστα στο όνομα της δεύτερης ποιοτικά/αξιολογικά χαρακτηριστικά για τα σύγχρονα κόμικς, είναι πλέον κυρίαρχη. Έχει αποκτήσει τη δική της δυναμική, με νέες πλαισιώσεις του όρου «GN», εντάσσοντας σε αυτόν οποιοδήποτε κόμικ θεωρούμε ή αντιλαμβανόμαστε ως «ώριμο» και «άξιο λόγου». Ποια είναι αυτά τα «ώριμα» και «άξια» κόμικς; Μα εκείνα που σε μεγάλο βαθμό συνδέονται με την «υψηλή» λογοτεχνία – η λέξη novel/μυθιστόρημα έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση – και τη «σοβαρή» ενασχόληση με σύγχρονα ιστορικά ζητήματα. Όμως, σε καμία τέχνη μια επιμέρους φόρμα δεν εξασφαλίζει από μόνη της την ποιοτική ανωτερότητα. Και όπως στη μουσική υπάρχουν συμφωνίες, φούγκες, μενουέτα αριστουργήματα, έτσι υπήρξαν στην ιστορική της εξέλιξη και συμφωνίες, φούγκες, μενουέτα αδιάφορα, μέτρια ή και κακά. Το να βαφτίσουμε λοιπόν κάποιο κόμικ ως GN επειδή και μόνο ασχολείται με ένα ιστορικό θέμα ή επειδή μεταφέρει στη γλώσσα των εικονογραφηγημάτων ένα αγαπημένο μας λογοτεχνικό έργο δεν του εξασφαλίζει αυτόματα ποιοτική ανωτερότητα. Θα λέγαμε λοιπόν απλά πως υπάρχουν πολλά αξιόλογα κόμικς (comic strips, comic books, graphic novels, albums, ολιγοσέλιδες ιστορίες, manga κ.λ.π.), αλλά όλα τα αξιόλογα κόμικς δεν είναι graphic novels. Μια άσκηση μέσα στην τάξη Φτιάξτε ένα πρωτοσέλιδο εφημερίδας για τα «Λεσβιακά Νέα», με ημερομηνία 8 Νοεμβρίου 1912. Στις 8 Νοεμβρίου 1912, κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, μοίρα του ελληνικού στόλου υπό τη διοίκηση του ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη, μετά την απελευθέρωση της Λήμνου (8 Οκτωβρίου 1912), κατέπλευσε στη Μυτιλήνη και απαίτησε από τις οθωμανικές Αρχές την παράδοση της πρωτεύουσας του νησιού, όπερ και εγένετο. Αν θέλετε, διενεργήστε έρευνα σχετικά με τα πολιτικά γεγονότα της ημέρας. Στο άρθρο να εκφράζετε την έξαψη του λαού για την επικείμενη απελευθέρωση. Επικουρικά, διαβάστε την πρώτη στήλη του άρθρου: Η υπό του ελληνικού στόλου κατάληψις της Μυτιλήνης, στη δεύτερη σελίδα του Λαϊκού Αγώνος στην αμέσως προηγούμενη σελίδα (η αξιοποίηση του πρότυπου που σας δίνεται είναι προαιρετική). Μετατρέψτε το κείμενο που ακολουθεί σε κόμικς, το πολύ δύο σελίδων. Επιλέξτε ανάμεσα σε έναν παντογνώστη εξωδιηγητικό αφηγητή και σε έναν ενδοδιηγητικό, που θα καθιστά την παρουσία του οπτικά αισθητή και θα εντάσσεται στα πλάνα. Στη συνέχεια δικαιολογήστε την επιλογή σας (και οι δύο επιλογές είναι εξίσου θεμιτές). Συμβουλευτείτε το τρίτο μέρος του βιβλίου. Στο λιμάνι χθες, συνωστισμός! Παιδάκια ντυμένα νησιώτες και τσολιαδάκια, τα σχολεία στη σειρά, οι πρόσκοποι, οι σύλλογοι, οι επίσημοι… τα εμβατήρια, η μπάντα,ο στρατός του νησιού. Όλοι! Κόσμος στους δρόμους. Γεμάτες οι καφετέριες. Οι Μυτιληνιοί χειροκροτούσαν τα παιδιά τους. Κι ανάμεσά τους, τι παράξενο, Τούρκοι τουρίστες! Εκδρομείς απ’ το Αϊβαλί. Μου ζήτησαν να τους φωτογραφίσω. Μια «οικογενειακή», όλους μαζί. Σημάδεψα τα χαμόγελά τους όσο καλύτερα μπορούσα. CHEESE! Μοιράζονταν άθελά τους την εθνική μας χαρά. Την απελευθέρωσή μας από τους βάρβαρους Τούρκους. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
-
Μιλήσαμε με τον γνωστό κομίστα για το φιλόδοξο εγχείρημα που έφερε εις πέρας, τη διαχρονικότητα του μυθιστορήματος αλλά και τον πάντα αιρετικό λόγο του Νίκου Καζαντζάκη. O Ζορμπάς να κοιτά μέσα από το τζάμι του καφενείου σαν αδέσποτο σκυλί, να φτιάχνει με ξυλαράκια στην άμμο ένα προσχέδιο για ένα πρωτόγονο τελεφερίκ, να πίνει κρασί δίχως αύριο, να χορεύει για να διώξει τον χάρο, να θυμάται απίθανες περιπέτειες από τα χίλια μέρη που έζησε, να αγκαλιάζει παθιασμένα Μαντάμ Ορτάνς, να φαίνεται με τη λαϊκή του ματιά πολύ πιο σοφός από τον πολυδιαβασμένο φίλο του· οι σκηνές που έχουν χαραχτεί στο μυαλό μας διαβάζοντας το εμβληματικό μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη είναι δεκάδες. Δεν πρόκειται απλά για έναν καλογραμμένο χαρακτήρα – είναι ένα σύμβολο, όχι απλά λογοτεχνικό αλλά πανανθρώπινο. Πώς λοιπόν μπορεί να αναμετρηθεί κανείς με ένα τέτοιο μέγεθος; Κι όμως, κάποιοι τολμούν και μάλιστα τα καταφέρνουν εξαιρετικά. Όπως δηλαδή έκανε ο Soloup για τις ανάγκες του graphic novel με τίτλο «Ζοrμπάς – Πράσινη Πέτρα Ωραιοτάτη», που κυκλοφόρησε πριν κάποιο καιρό από τις εκδόσεις Διόπτρα. Έτσι, δημοσιεύουμε μία γραπτή συζήτηση μαζί του για το δύσκολο εγχείρημα που έφερε εις πέρας, για το πώς είναι να ετοιμάζεις ένα κόμικ 500 σελίδων, για τη διαχρονικότητα του Ζορμπά, τον πάντα αιρετικό λόγο του Νίκου Καζαντζάκη αλλά και για το πόσο απλό πράγμα είναι τελικά η ευτυχία. Στις πρώτες σελίδες του graphic novel βλέπουμε θρησκευτικά σύμβολα (ο Χριστός, ο Βούδας, ένας περιστρεφόμενος Δερβίσης) να γίνονται ένα με τον Ζορμπά και αυτός με τη σειρά του να γίνεται ένα με το γυναικείο αναπαραγωγικό όργανο. Μπορεί ακόμα και σήμερα να σπάει τα ταμπού ο Καζαντζάκης; Σίγουρα μπορεί. Όταν ξαναθέτεις, όπως εκείνος, πρωτογενή ερωτήματα σε αυτά που θεωρούνται πλέον δεδομένα και θέσφατα – ας πούμε για την κοινωνία, τη θρησκεία ή τις ανθρώπινες σχέσεις – μπορείς να θεωρηθείς ακόμα και αιρετικός. Αυτό συμβαίνει με τον Καζαντζάκη: Το έργο του είναι γεμάτο από τέτοιες πρωτογενείς σκέψεις και αγωνίες. Καθώς λοιπόν προσπαθούσα να τις επαναφηγηθώ στον δικό μου Ζορμπά, συνειδητοποιούσα πόσο δύσκολο είναι κάποιες ιδέες να διατυπωθούν ή να γίνουν εικόνες, ακόμα και σήμερα. Τι είναι εκείνο που κάνει το συγκεκριμένο μυθιστόρημα τόσο διαχρονικό; Σε όλα τα έργα του ο Καζαντζάκης θέτει αυτές ακριβώς τις πρωτογενείς αγωνίες και τα ερωτήματα. Όμως εδώ στον Ζορμπά, η φιλοσοφία, η μεταφυσική, η αγωνία της ύπαρξης, παντρεύονται με έναν ξεχωριστό τρόπο. Υπάρχουν τόσες εμβόλιμες ιστορίες, αφηγήσεις, αναμνήσεις και σκέψεις, οι οποίες άλλοτε διατυπώνονται με σκληρό, τραγικό τρόπο, άλλοτε με σχετική αποστασιοποίηση, άλλοτε με χιούμορ, αυτοσαρκασμό κι ένα μοναδικό γκροτέσκο ύφος. Κι όλα ετούτα με επίκεντρο τη ζωή, τον έρωτα, τον θεό και τον θάνατο. Θέματα τα οποία, πέρα από τις προφάσεις, τις διασκεδάσεις και τις σιωπές της καθημερινής μας ζωής, απασχολούν οποιονδήποτε άνθρωπο σε κάθε εποχή όταν βρίσκεται στον πυρήνα της υπαρξιακής μοναξιάς του. Έχει τη φήμη που του αρμόζει ή με τα χρόνια έχει αποκτήσει μία καλτ υπόσταση όμοια με τις δεκάδες ταβέρνες που κουβαλούν το όνομά του; Κάθε εποχή προσλαμβάνει τα ίδια ερεθίσματα με διαφορετικό τρόπο. Είναι αυτός ο τρομερός χρονότοπος που περιγράφει ο Μιχαήλ Μπαχτίν και κάνει τα ίδια πράγματα, τα ίδια βουνά, τα ίδια συναισθήματα να φαντάζουν κάθε φορά τόσο διαφορετικά. Εμείς επιλέγουμε να ντύσουμε έναν ήρωα ή μία κοινωνική συνθήκη με τα δικά μας ρούχα. Προσαρμόζουμε τα πάντα από το παρελθόν στις δικές μας ανάγκες και διερωτήσεις. Ο Ζορμπάς είναι πάντα εκεί και μας περιμένει. Και δεν είναι μόνο ο Ζορμπάς του Καζαντζάκη με την αγωνία της ζωής αλλά και του Κακογιάννη με τα στερεότυπα που του φόρτωσε με την ταινία του, χωρίς κατ’ ανάγκη να το επιδιώκει. Ο Ζορμπάς είναι ιδεότυπος. Ένας αρχετυπικός χαρακτήρας όπως ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες ή ο Γαργαντούας του Ραμπελέ. Δεν μπορεί να είσαι λοιπόν μια τόσο ξεχωριστή φιγούρα, τόσο ιδιαίτερος με τα καμώματα και τις ιδέες σου, και να μην υπάρχει μια ταβέρνα, κάποιο μαγαζί με τ’ όνομά σου. «Άμα πεθαίνω εγώ, όλα πεθαίνουν», λέει ο Ζορμπάς σε μία από τις πρώτες του κουβέντες με τον ήρωα-αφηγητή. Υπήρξαν στιγμές που οι απόψεις και τα λόγια του τον έκαναν αντιπαθητικό στα μάτια σας; Δεν συμφωνώ με όλα όσα γράφονται μέσα στο μυθιστόρημα. Αλλά νομίζω πως με κανένα μυθιστόρημα ή ταινία ή έντεχνη αφήγηση δεν συμφωνούμε σε όλα. Εδώ καλά-καλά δεν συμφωνούμε σε όλα ούτε με τους καλύτερους φίλους μας ή τους συντρόφους μας. Κρατάμε όμως, και μάλλον έτσι είναι το σοφό, τα καλά και ουσιαστικά. Καμιά φορά βέβαια, φωλιάζουν σε αυτά που δεν μας αρέσουν και μερικές ενοχλητικές αλήθειες, κάπως βαριές για το στομάχι μας. Είναι δύσκολο να τις καταπιείς, να τις αποδεχτείς, αλλά δεν είναι κακό να τις έχεις εκεί διατυπωμένες, στις σελίδες ενός βιβλίου, και να τις αντικρίζεις κάθε τόσο. «Κάθε χωριό έχει τον παλαβό του. Και αν δεν έχει παλαβό τον φτιάχνει για να περνά την ώρα του». Η φράση αυτή ισχύει και για τον σημερινό κόσμο των social media; Ίσχυε πάντα και ισχύει και στο σημερινό μας «χωρίο», το Facebook, το Tik Tok και το Instagram. Αυτό που γεννάει σε κάθε εποχή τους τρελούς και τους παλαβούς, είναι η ανάγκη των υπολοίπων της κοινωνικής ομάδας να αισθανθούν φυσιολογικοί βγάζοντας κάποιους λιγότερο προσαρμοσμένους στη σέντρα. Τους κουνάμε το δάχτυλο σαν εισαγγελείς ή γελάμε μαζί τους. Το χιούμορ εκτός των άλλων, όπως το διατυπώνει πολύ όμορφα και ο Μπερκσόν – ο «Μπέρξονας» του Καζαντζάκη – έχει και αυτή την τιμωρητική διάσταση. Φωτογραφίες, αποφθέγματα, ιστορίες∙ ο Καζαντζάκης «πουλάει» μέχρι σήμερα τόσο στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις όσο και στα κοινωνικά δίκτυα. Ποιο είναι το μυστικό του; Από τη μια βρίσκουμε στο έργο του διατυπωμένες τις πρωτογενείς υπαρξιακές αγωνίες κάθε ανθρώπου. Από την άλλη ο ίδιος ο συγγραφέας κατάφερε να προσπεράσει τα διάφορα σινάφια και κουτσομπολιά, κλεισμένος πάντα σε μια κάμαρα πλάι στη θάλασσα ή σκαρφαλωμένος στις Άλπεις, παλεύοντας τις εμμονές του. Ταυτόχρονα οι σκέψεις του τσιγκλούσαν πολύ τους σύγχρονούς του. Τσιγκλούσαν πολιτικούς, ιερείς, συντηρητικούς και προοδευτικούς. Κανείς δεν μπορούσε να τον κατατάξει με σιγουριά σε μια κατηγορία, να τον ταυτίσει με μια ιδεολογία ή να του βάλει μια ξεκάθαρη ταμπέλα. Ακόμα και σήμερα ακούγονται τόσα πολλά αντικρουόμενα πράγματα γι’ αυτόν. Έχετε κάποια εξήγηση γιατί ο ήρωας-αφηγητής συγχωρεί τις συνεχείς ατασθαλίες του Ζορμπά; Ο Καζαντζάκης δεν τοποθετεί τίποτα στην τύχη. Προσπάθησα έτσι κάποια στιγμή ενώ δούλευα τον δικό μου Ζορμπά, να καταλάβω τι μπορεί να σημαίνει η αναφορά, η παρομοίωση της περιπέτειας στο κρητικό ακρογιάλι με την Τρικυμία του Σαίξπηρ. Επέστρεψα σε αυτήν κι εκεί βρήκα ένα ακόμα από τα κλειδιά του μυθιστορήματος: Την έννοια της συγχώρεσης, που λέτε. Τόσο ο Σαίξπηρ όσο και ο Καζαντζάκης, στο μυαλό και στη στάση του Πρόσπερο διατυπώνουν μια τεράστια ανθρώπινη αξία, τη συγχώρεση. Άλλωστε, καθόλου τυχαία, τη στιγμή που γράφουν οι δυο συγγραφείς βρίσκονται σε μια ηλικία που μπορούν να κατανοήσουν τη ματαιότητα ενός τιμωρητικού κύκλου που δεν οδηγεί πουθενά. Στα χνάρια των Ευμενίδων του Αισχύλου λοιπόν, σπάνε τον κύκλο και πάνε παραπέρα, για τα σημαντικά αλλά και για τα πιο ασήμαντα. Το graphic novel είναι πραγματικά τεράστιο και ιδιαίτερα πυκνό σε νοήματα. Πόσο πολύ σας δυσκόλεψε και πόσο χρόνο χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί; Ενάμιση χρόνο. Παρά τα τρελά ξενύχτια και την εντατική δουλειά, το διάστημα αυτό για ένα κόμικς με όγκο δουλειάς 500 σελίδων είναι ελάχιστο. Σκεφτείτε μόνο τι απαιτείται για να ολοκληρωθεί ένα τόσο εκτενές έργο: την έρευνα και τα διαβάσματα, τις οκτώ διαφορετικές γραφές του σεναρίου, τα storyboards, τα μολύβια, τα μελάνια και τα χρώματα. Συνήθως τα άλλα graphic novel μου, το Αϊβαλί και Η μάχη της πλατείας, χρειάστηκαν τουλάχιστον τρία χρόνια δουλειάς, ενώ ο Συλλέκτης που είναι λίγο πιο μικρός, άλλα δυόμιση. «Ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, η βουή της θάλασσας. Βεβαιώθηκα πάλι πόσο η ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο». Είναι άραγε απλή έννοια η ευτυχία ή τρομερά πολύπλοκη; Είναι απλή, πολύ απλή. Περίπλοκο είναι το πώς καταφέρνουμε να σπαταλάμε μια ολόκληρη ζωή για να το καταλάβουμε και για να εκτιμήσουμε στο τέλος το ελάχιστο. «Να ζεις μακριά από τους ανθρώπους». Ο Καζαντζάκης αποζητά τον μοναχικό βίο και την ίδια στιγμή οι ήρωές του στον Ζορμπά δείχνουν να κάνουν τα πάντα για λίγη συντροφιά. Τελικά, ήταν αντιφατικός ως άνθρωπος και ως συγγραφέας; Ή μήπως γνώριζε κάτι περισσότερο; Είναι αντίφαση στο ίδιο εικοσιτετράωρο να υπάρχει και μέρα και νύχτα; Άλλωστε πώς ορίζεται η μέρα αν δεν υπάρχει η νύχτα; Βρίσκω απόλυτα φυσιολογικό και υγιές ένας άνθρωπος που σκέφτεται να συνειδητοποιεί και να αναζητά τη μοναχικότητά του και ταυτόχρονα να επιδιώκει και να χαίρεται τη ζεστασιά των άλλων. Υπάρχει μια μελαγχολία αλλά και μια τεράστια ομορφιά στο να μπορείς να ζεις με αυτόν τον τρόπο. Χωρίς να θέλω να κάνω σπόιλερ, σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του έργου παίζει μία γυναικτονία. Ήταν άραγε ο τρόπος του συγγραφέα να στηλιτεύσει τη βία της επαρχίας ενάντια στις γυναίκες; Ισχύει αυτό που λέτε. Κι έχει ενδιαφέρον να κάνουμε μια τέτοια κουβέντα σε μέρες που ακούμε καθημερινά για γυναικοκτονίες. Είναι ένα ακόμα παράδειγμα για το πόσο επίκαιρο μπορεί να είναι το έργο του Καζαντζάκη, πηγαίνοντας μάλιστα και τον γενικότερο συλλογισμό παρακάτω. Στον Ζορμπά δεν απομονώνει το έγκλημα στον θύτη, αλλά το συνδέει και με την ευρύτερη κοινωνική στάση, αποστασιοποίηση και αδιαφορία. Ξέρετε, όπως στην Τρικυμία του Σαίξπηρ που σας ανέφερα προηγουμένως, ξεκλειδώνει και αυτή ακριβώς την κοινωνική στάση, την έμμεση συμμετοχή σε τέτοια εγκλήματα, παρομοιάζοντας τους κατοίκους του κρητικού χωριού, τον «λαό», με τον Κάλιμπαν, τον άξεστο εκείνο αγροίκο κάτοικο του νησιού, παιδί μιας μάγισσας με τον διάβολο. Τι ειρωνεία λοιπόν, αργότερα στο μυθιστόρημα, τη στιγμή της δολοφονίας της Χήρας, αυτός ο άξεστος «Κάλιμπαν-λαός» γίνεται με τη στάση του συνένοχος. Υπάρχει περίπτωση να μεταφέρεις κάποιο άλλο έργο του σπουδαίου Κρητικού σε μορφή κόμικς; Από πολύ νωρίς στη νεότητά μου διάβασα τα περισσότερα έργα του Καζαντζάκη, οπότε νομίζω πως τον γνωρίζω σε αρκετό βάθος. Θα μπορούσα να ασχοληθώ και με αλλά έργα του, αλλά όπως ίσως είδατε και στον Ζορμπά, με ιντριγκάρουν τα δύσκολα στη σκέψη του συγγραφέα. Το πώς δηλαδή θα περιγράψεις μεταφέροντας ένα βιβλίο σε κόμικς, όχι τόσο τα όσα συμβαίνουν σε αυτό σε γραμμική αφήγηση, αλλά πρωτίστως τα όσα σημαίνουν. Μην εκπλαγείτε λοιπόν αν κάποια στιγμή με δείτε να προσπαθώ μεταφέρω σε εικονογραφήγημα την Ασκητική, που δεν σου δίνει ούτε μια ευκαιρία για γραμμική εξιστόρηση και αφήγηση. Εμφανίζονται στην αγορά όλο και περισσότερα νέα graphic novels τα οποία μεταφέρουν «κλασικά» μυθιστορήματα σε κόμικς. Πιστεύετε ότι συμβαίνει επειδή ο κόσμος θέλει να διαβάσει πιο «γρήγορα» κάτι κλασικό ή επειδή έχουμε ανάγκη ως αναγνώστες να επιστρέψουμε σε σταθερές αξίες; Αυτό είναι πραγματικά ένα τεράστιο ζήτημα, που θα χρειάζονταν πολλές συνεντεύξεις και συνέδρια για να το αναλύσουμε. Τι είναι και ποια θεωρούνται graphic novels; Μπορούν να θεωρηθούν λογοτεχνία; Πώς εφαρμόζονται στην εκπαίδευση; Το σίγουρο είναι πως το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τα κόμικς κάτι σημαίνει. Δεν είναι άσχετο από τα σύγχρονα πολιτισμικά πρότυπα όπως διαμορφώνονται μέσα από τις οθόνες των κινητών και τα social media, από την απομάκρυνση των νέων από ερεθίσματα και «αξίες» παλαιότερων γενεών. Και τελικά ότι οι τελευταίοι, από τη θέση των γονιών ή των εκπαιδευτικών, αναζητούν διαύλους επικοινωνίας με τις νεότερες γενιές, επιστρατεύοντας μέχρι και τα κόμικς, που κάποτε στην εποχή τους θεωρούνταν ευτελή αναγνώσματα – πιθανότατα ακόμα και από τους ίδιους. Επόμενα σχέδια; Πολλά. Τα σενάρια και οι ιδέες όσο μεγαλώνουμε πληθαίνουν κι αυτά. Τώρα είμαι στη φάση του Σίσυφου στη βάση του βουνού, που εξετάζει ποια πέτρα θα είναι η πιο κατάλληλη για να τη σπρώξει πάλι στον ανήφορο. Υγεία και τύχη να έχουμε! Και το σχετικό link...
-
Soloup και Παναγιώτης Πανταζής επανασυστήνουν στο κοινό τον Ζορμπά και τον Καπετάν Μιχάλη, δύο ξακουστά έργα του πιο δημοφιλούς και πολυμεταφρασμένου Έλληνα συγγραφέα, δύο αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Οι ταλαντούχοι δημιουργοί μιλούν στο OneMan. Δύο χρόνια συμπληρώνονται αυτές τις μέρες από την επίσημη ανακοίνωση των εκδόσεων Διόπτρα για την απόκτηση των δικαιωμάτων του συνόλου του έργου του Νίκου Καζαντζάκη και μετά από την επανακυκλοφορία των βιβλίων του με επανασχεδιασμένα εξώφυλλα και σύγχρονη αισθητική, την πολυσυζητημένη κυκλοφορία του ανέκδοτου, άγνωστου μυθιστορήματος Ανήφορος, αλλά και τις διασκευές του σε παιδικά παραμύθια που παρέμεναν άγνωστες για δεκαετίες στο ευρύ κοινό, δύο από τα πλέον ξακουστά και διαχρονικά έργα του πιο δημοφιλούς και πολυμεταφρασμένου Έλληνα συγγραφέα – Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Καπετάν Μιχάλης – μεταφέρονται για πρώτη φορά σε graphic novel με την υπογραφή δύο καθιερωμένων ονομάτων του συγκεκριμένου χώρου. Ο μεν Soloup (Ζοrμπάς – Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη) τονίζει ότι προσπάθησε να επαναφηγηθεί τον Ζορμπά «με μια άλλη σειρά των επεισοδίων από αυτή του καζαντζακικού κειμένου. Ουσιαστικά, να κάνω ένα νέο μοντάζ, ώστε να αποκτήσει τον ρυθμό και τη ροή ενός σύγχρονου έργου στον κινηματογράφο ή μιας τηλεοπτικής σειράς, κρατώντας όμως τον λόγο και τις ιδέες του πρωτοτύπου». Ο δε Παναγιώτης Πανταζής (Καπετάν Μιχάλης) ότι έγραψε και σχεδίασε ένα κόμικ «με βάση ένα κλασικό έργο, αλλά το έφτιαξα έτσι ώστε να στέκεται μόνο του, να είναι η δική μου εκδοχή και να αποτελεί ένα καλοδουλεμένο κόμικ, το οποίο βγάζει νόημα ως αυτόνομο έργο». Οι δύο ταλαντούχοι δημιουργοί μιλούν στο OneMan για τη βιωματική τους σχέση με τις λέξεις του Καζαντζάκη, για τα θεμελιώδη ζητήματα που πραγματεύονται ο Ζορμπάς και ο Καπετάν Μιχάλης, και φυσικά για την έρευνα που έκαναν πριν πιάσουν, με σεβασμό και τόλμη, μολύβι και χαρτί. Ο Soloup Πριν από την προσωπική σας εμπλοκή, ποια ήταν η σχέση σας με το έργο του Καζαντζάκη; Εννοώ γενικά αλλά και ειδικά, όσον αφορά τα συγκεκριμένα έργα. Soloup: Στην εφηβεία αλλά και αργότερα, είχα ήδη κολλήσει με τον Καζαντζάκη. Είχα διαβάσει όλα τα μυθιστορήματά του, τον Ζορμπά, τον Φτωχούλη του Θεού, την Αναφορά στον Γκρέκο, τον Καπετάν Μιχάλη, τις Αδερφοφάδες… αλλά και τα πιο αναστοχαστικά, όπως ας πούμε την Ασκητική και τον Βραχόκηπο. Κι ανάμεσα σε αυτά και την απαιτητική Οδύσσεια. Στη συνέχεια βέβαια, καθώς ανακάλυπτα άλλες σκέψεις και άλλα κείμενα, απομακρύνθηκα από τον λόγο του Καζαντζάκη, που τον θεωρούσα πλέον υπερβολικό και κάπως παρωχημένο. Έλα όμως που κάποια πράγματα κάνουν κύκλους στις ζωές μας. Έτσι, πριν από δυο χρόνια και με αφορμή την πρόταση της Διόπτρας, όπως ξανάπιασα να μελετώ τον Ζορμπά, συνειδητοποίησα πόσα ουσιαστικά πράγματα έχει ακόμα να πει και στους σύγχρονους αναγνώστες. Τα πρωτογενή, υπαρξιακά ερωτήματα παραμένουν πάντα επίκαιρα. Παναγιώτης Πανταζής: Στο δημοτικό είχα εντυπωσιαστεί από το απόσπασμα που είχαμε στα Κείμενα. Αν δεν κάνω λάθος ήταν από το Αναφορά στον Γκρέκο. Βέβαια, απέτυχα παταγωδώς όταν προσπάθησα να το διαβάσω ολόκληρο. Ξαναδιάβασα Καζαντζάκη στον στρατό, την περίοδο δηλαδή που προσπαθούσα να γεμίσω τα νεκρά τρίωρα στους θαλάμους με όσο περισσότερα βιβλία γινόταν. Η αλήθεια είναι πως τα πήγα πολύ καλά. Δεν κατάφερα να ξαναδιαβάσω τόσο πολύ στην ενήλικη ζωή μου όσο τότε. Τον Καπετάν Μιχάλη τον διάβασα μετά από την πρόταση των εκδόσεων Διόπτρα για συνεργασία. Ποια θεωρείτε ότι είναι τα κεντρικά ζητήματα που πραγματεύεται ο Καζαντζάκης αφενός στον Ζορμπά, αφετέρου στον Καπετάν Μιχάλη; Soloup: Ο Καζαντζάκης έχει ασχοληθεί με διαφορετικά είδη κειμένων: δοκίμια, άρθρα σε εφημερίδες, σενάρια, ένα ιδιόμορφο μυθιστόρημα, το Τόντα Ράμπα, μεταφράσεις, κείμενα σε περιοδικά, πολυσέλιδα ποιήματα, θεατρικά, ταξιδιωτικά. Μόνο στα τελευταία χρόνια της ζωής του καταπιάστηκε πιο συστηματικά με τα μυθιστορήματα που τον έκαναν ευρύτερα γνωστό. Και το πρώτο χρονολογικά υπήρξε ο Ζορμπάς. Ένα βιβλίο κομβικό για το σύνολο του δικού του έργου αλλά, όπως φάνηκε και στην πορεία, και για τα Ελληνικά γράμματα, αφού ο Ζορμπάς αποτελεί το πλέον πολυμεταφρασμένο ελληνικό λογοτεχνικό έργο. Σε αυτό συνυπάρχουν συμπυκνωμένες οι συγγραφικές και αναγνωστικές αναζητήσεις του Καζαντζάκη, αποδοσμένες με έναν ιδιόμορφο αφηγηματικό τρόπο, όπου το ψέμα και η αλήθεια παντρεύονται μοναδικά. Διαμορφώνουν έτσι ένα μυθιστόρημα που διαφέρει και απ’ όσα ακολούθησαν, αφού το σατιρικό και το γκροτέσκο στοιχείο πλέκονται με το τραγικό, σε μια σύνθεση που τη συναντούμε μόνο σε αρχετυπικά μυθιστορήματα, όπως για παράδειγμα στον Δον Κιχώτη του Θερβάντες ή στο Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ του Ραμπελαί. Παναγιώτης Πανταζής: Με κεντρική φιγούρα μια εκδοχή του πατέρα του – πιο άγρια και ηρωοποιημένη από τον άνθρωπο στον οποίο βασίστηκε – ο Καζαντζάκης περιγράφει με χορταστικό τρόπο τη ζωή στην Κρήτη το 1889, δηλαδή πριν και κατά τη διάρκεια μιας ακόμη εξέγερσης των Χριστιανών απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η ακατάπαυστη και εξουθενωτική αίσθηση του καθήκοντος, τα ανθρώπινα πάθη από τα οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν ούτε οι ατσάλινοι μαχητές, οι μικρές χαρές που συντηρούν τους ανθρώπους ακόμη και σε καταστάσεις συντριπτικής πίεσης, είναι κάποια από τα θέματα που έχουν απασχολήσει τους ανθρώπους από πάντα, και τα οποία στον Καπετάν Μιχάλη βλέπουμε να δίνουν ζωή ή να βασανίζουν τους χαρακτήρες του. O Παναγιώτης Πανταζής Σε τι είδους προετοιμασία και έρευνα επιδοθήκατε; Ήταν ξεκάθαρη εξαρχής η εικόνα για το τι σκοπεύατε να κάνετε – ο οδικός, αν θέλετε, χάρτης για να φτάσετε στον τελικό προορισμό; Soloup: Όπως σας είπα και πιο πριν, ο Ζορμπάς έχει πολλές αναφορές σε λογοτεχνικά ή φιλοσοφικά κείμενα ή και σε ρεύματα ιδεών (Χριστιανισμός, Βουδισμός, Κομμουνισμός). Χρειάστηκε λοιπόν μια πραγματικά μεγάλη αναζήτηση σε αυτές τις κατευθύνσεις, η οποία αποτυπώνεται και στη βιβλιογραφία που παραθέτουμε στο τέλος του graphic novel. Ακόμα, για να μπω και στη σκέψη του συγγραφέα ανέτρεξα και σε άλλα κείμενά του, όπως για παράδειγμα στα ημερολόγιά του από το Άγιον Όρος, αλλά και στην αλληλογραφία του με στενούς του ανθρώπους – κυρίως με τον Πρεβελάκη. Στο οπτικό κομμάτι τώρα, εκμεταλλεύτηκα όσο καλύτερα μπορούσα τις αναφορές του σε έργα τέχνης, όπως ας πούμε στο «χέρι του Θεού», ενός συγκεκριμένου αγάλματος του Ροντέν, ώστε να αποδώσω με γραμμές και εικόνες τις δύσκολα μεταφερόμενες οπτικά, έννοιες και ιδέες του. Επιδίωξα όμως να βρεθώ και ο ίδιος σε τόπους του Ζορμπά ή της ευρύτερης Καζαντζακικής μυθοπλασίας: στο ορυχείο στην Καλογριά της Μάνης, στα βουνά και στις παραλίες της Κρήτης, στο μουσείο Ροντέν στο Παρίσι, στα μοναστήρια του Υμηττού και στο Τολέδο, όχι για μια «πιστή» αποτύπωση των όσων περιγράφει, όσο περισσότερο για να υποθέσω τις δικές του εντυπώσεις καθώς τα έβλεπε όλα αυτά. Παναγιώτης Πανταζής: Ένα ελεύθερο και απολαυστικό διάβασμα σαν αναγνώστης, για να γνωρίσω το έργο. Ένα ακόμη, αλλά αυτή τη φορά κρατώντας σημειώσεις για τα πάντα, προκειμένου να βγει η σκαλέτα του σεναρίου μου. Αμέτρητες ώρες στο ίντερνετ και στα βιβλία, ψάχνοντας για φορεσιές, χτενίσματα, αρχιτεκτονική και τοπία. Και δυο επισκέψεις στο Ηράκλειο, γιατί ο ψυχολογικός τόνος ενός τόπου είναι κάτι που βιώνεται. Ποιες ήταν οι σημαντικότερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε; Υπήρξαν συγκεκριμένες ζόρικες στιγμές που σας φάνηκαν βουνό; Από την άλλη, υπήρξαν στιγμές που σας έκαναν να εκπλαγείτε με το πόσο απρόσμενα αβίαστη ήταν η διαδικασία; Soloup: Στον Ζορμπά, όπως ίσως μπορείτε να φανταστείτε, η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν το να παλέψω με τα στερεότυπα που έχουν δημιουργηθεί από την ταινία του Κακογιάννη, Zorba the Greek. Η εικόνα του Ζορμπά σήμερα έχει ταυτιστεί τόσο πολύ με τη φιγούρα του Άντονι Κουίν αλλά και με την ευρύτερη μυθολογία της ταινίας, όπως το συρτάκι. Όμως από τη στιγμή που διαμορφώθηκε στα σχέδια η δική μου εκδοχή για την εικόνα του Ζορμπά, ο ήρωας άρχισε να αυτονομείται και να παίρνει, θα έλεγα, ακόμα και την πρωτοβουλία των κινήσεών του μέσα στα σκίτσα. Παναγιώτης Πανταζής: Το έργο είναι πλούσιο σε εικόνες, αλλά σχεδόν από την αρχή και σχετικά εύκολα ήξερα τι θα κρατήσω και τι θα μείνει έξω από τη δική μου εκδοχή. Αυτό που δεν υπολόγιζα όταν ξεκινούσα να δουλεύω, ήταν πως στην τελική ευθεία του project θα είχαμε κι ένα νεογέννητο στο σπίτι. Βέβαια, όπως γίνεται πάντα, αφού έχουν περάσει τα δύσκολα, κοιτάς με τι έχεις μείνει και σβήνεις το ζόρικο κομμάτι. Εγώ έχω μείνει με ένα κόμικ και μια κόρη, άρα όλα πήγαν καλά. Τελικά ο στόχος σας είναι να συστηθεί ο Καζαντζάκης σε ένα νεότερο κοινό, που δεν τον γνώριζε μέχρι σήμερα, ή να τον δει με μια νέα ματιά το ήδη υπάρχον κοινό; Soloup: Η δική μου προσπάθεια ήταν να επαναφηγηθώ τον Ζορμπά με μια άλλη σειρά των επεισοδίων από αυτή του καζαντζακικού κειμένου. Ουσιαστικά, να κάνω ένα νέο μοντάζ, ώστε να αποκτήσει τον ρυθμό και τη ροή ενός σύγχρονου έργου στον κινηματογράφο ή μιας τηλεοπτικής σειράς, κρατώντας όμως τον λόγο και τις ιδέες του πρωτοτύπου. Μια επαναφήγηση που νομίζω πως αφορά τόσο εκείνους που έχουν διαβάσει ήδη το έργο, όσο και εκείνους που το προσεγγίζουν για πρώτη φορά. Παναγιώτης Πανταζής: Για εμένα τίποτα από τα δύο. Σε καθετί που καταπιάνομαι, στόχος είναι να μείνει μια καλή δουλειά, για την οποία εγώ θα είμαι περήφανος και ο κόσμος θα έχει νιώσει κάτι. Εν προκειμένω, είναι ένα κόμικ που έγραψα και σχεδίασα με βάση ένα κλασικό έργο, αλλά το έφτιαξα έτσι ώστε να στέκεται μόνο του, να είναι η δική μου εκδοχή και να αποτελεί ένα καλοδουλεμένο κόμικ, το οποίο βγάζει νόημα ως αυτόνομο έργο. Ο Καζαντζάκης θα συστηθεί σε νεότερο κοινό – επειδή τα κόμικς απευθύνονται στατιστικά σε νεότερους ανθρώπους – και ταυτόχρονα θα ιδωθεί με νέα ματιά και από αυτούς που ήδη τον γνώριζαν. Ωστόσο, δεν ένιωσα ποτέ πως κάτι από τα δύο είναι ο στόχος μου. Και αν κάποιος δεν είχε ιδέα πριν, και με αφορμή το κόμικ μου διαβάσει και το πρωτότυπο, αυτό θα είναι τέλειο, καθώς μιλάμε για ένα αριστούργημα. Έχοντας πια εμβαθύνει στον Καζαντζάκη και ως δημιουργοί, υπάρχει κατά τη γνώμη σας κάποια παρεξήγηση ή/και παρερμηνεία για εκείνον και το έργο του, που καλό θα ήταν επιτέλους να αποσαφηνιστεί; Εν πάση περιπτώσει, σχετικά με ότι σας αφορά, ποιο κρατάτε ως το σημαντικότερο μάθημα που πήρατε για τον Καζαντζάκη μέσα από αυτή τη δημιουργική διαδικασία; Soloup: Η επαναφήγηση και η επανερμηνεία ενός κλασικού κειμένου όπως είναι ο Καπετάν Μιχάλης ή ο Ζορμπάς από τον Παναγιώτη κι εμένα, είναι ταυτόχρονα μια σύγχρονη ανάγνωση που γίνεται προφανώς με σεβασμό προς τον συγγραφέα. Και αυτός ο σεβασμός αποτυπώνεται με την ανάδειξη στοιχείων των κειμένων που μιλούν στον σημερινό αναγνώστη για τις δικές του προβολές. Αυτή ακριβώς η προσέγγιση είναι, νομίζω, που ξαναζωντανεύει τόσο τα κλασικά κείμενα όσο και το ενδιαφέρον του κοινού. Ειδικά όταν αυτά πλαισιώνονται από μια παράλληλη, προσεγμένη επανασύσταση του συνόλου του έργου του Καζαντζάκη, όπως αυτήν που πραγματοποιούν εδώ και δυο χρόνια οι εκδόσεις Διόπτρα. Παναγιώτης Πανταζής: Με συγκλόνισε ανά στιγμές ο τρόπος που σκάβει στα πιο κρυφά σημεία των ψυχών των χαρακτήρων του. Θα ήθελα να μπορώ να το κάνω κι εγώ σε δικά μου έργα, να δημιουργώ τρισδιάστατους χαρακτήρες με τόση άνεση. Τα graphic novels Ζοrμπάς – Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη του Soloup και Καπετάν Μιχάλης του Παναγιώτη Πανταζή κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Διόπτρα. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
-
- soloup
- παναγιώτης πανταζής
- (and 6 more)
-
Το εικονογραφημένο μυθιστόρημα, ή διεθνώς graphic novel, ανθίζει ιδιαιτέρως τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα κι ένας από τους πιο συζητημένους εκπροσώπους του είναι ο Soloup (κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος), πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς. O Soloup έγινε πολύ γνωστός με το πρώτο του graphic novel που ήταν το «Αϊβαλί» (2014), ένα αφήγημα για τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη Συνθήκη της Λοζάννης με παραπομπές, μεταξύ άλλων, στον Φώτη Κόντογλου και τον Ηλία Βενέζη. Το δεύτερο γραφιστικό μυθιστόρημα του Soloup τιτλοφορείται «Ο συλλέκτης» (2018) και προκάλεσε μια έκθεση με τα εικαστικά υλικά του στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς. Το θέμα αυτή τη φορά θα είναι εντελώς διαφορετικό, την αδυναμία του πατέρα να αποκτήσει μια ισορροπία με το παιδί του όταν έχει χωρίσει από τη μητέρα του και η επιμέλεια ανήκει στη ίδια. «Η μάχη της πλατείας» (2021), το τρίτο εικονογραφημένο μυθιστόρημα του Soloup, είναι για την Επανάσταση του 1821 με κέντρο το πρόσωπο του Κολοκοτρώνη και πεδίο αναφοράς όλα τα σημαντικά γεγονότα (στρατιωτικά και πολιτικά) του Αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία. Το έργο κέρδισε την πρώτη θέση στον διαγωνισμό «200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση» του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ). Οι εικόνες του κόμικ του Soloup κινούνται συνεχώς εδώ ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Μετά από μια πορεία σαν και την προηγούμενη, ο Soloup επανέρχεται στην τέχνη του με ένα πολυσέλιδο graphic novel που τιτλοφορείται «Ζοrμπάς – Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη» και μόλις κυκλοφόρησε από τη Διόπτρα στο πλαίσιο της συστηματικής επανέκδοσης του καζαντζακικού έργου, όπως και του πρώτου, άγνωστου μέχρι προ τίνος καζαντζακικού μυθιστορήματος «Ο ανήφορος». Το κόμικ Πώς θα μετατραπεί ο μυθιστορηματικός λόγος σε γλώσσα των εικόνων, πολλώ δε μάλλον αν ο κομίστας έχει να αναμετρηθεί και με την εμβληματική κινηματογραφική μεταφορά του Μιχάλη Κακογιάννη; Είναι φανερό πως ο Soloup έχει εργαστεί πολύ και με κόπο. Ως προς την κινηματογραφική μεταφορά, οι δικές του εικόνες επιδιώκουν να επανέλθουν εγγύτερα στο πρωτότυπο κείμενο του «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» (1946), αναδιατάσσοντας παρόλα αυτά με ριζικό τρόπο τη διαδοχή και τη λογική των επιμέρους ιστοριών του που θα προκύψουν ως αυτόνομα επεισόδια της συνεχούς και ενιαίας αφήγησης του κόμικ. Σκοπός αυτής της επιλογής είναι να αποσπαστεί ο Ζορμπάς από το πρότυπο ενός τοπικού και κατά τεκμήριον αφελούς και απλοϊκού γλεντζέ, το οποίο κυριάρχησε διεθνώς μέσω της ταινίας, και να επανέλθει στο πνεύμα του Καζαντζάκη και στα κεφαλαιώδη μοτίβα-αναρωτήσεις που έχουν εγγραφεί στην ταυτότητά του: ποια είναι η σχέση του έρωτα με τον θάνατο, τι απαιτεί ο Θεός από τους ανθρώπους και από τον εαυτό του, πού συναντιέται η σάρκα με το πνεύμα, πώς αντιμετωπίζουν οι αρσενικοί τις θηλυκές, τι σημαίνει ανδρική τόλμη και παρρησία, πώς είναι δυνατόν να υπάρξει μια κοινοβιακή ζωή ικανή να θρέψει τις αυθεντικότερες ανάγκες της ύπαρξης, πώς να απαντήσουμε στον τρόμο του θανάτου δίχως να παραβλέψουμε την ακατανίκητη παρόρμηση της ελευθερίας; Ο Soloup δεν θα περιοριστεί σε εικόνες που ανασταίνουν την καζαντζακική έκφραση Εστιάζοντας την προσοχή του σε απαρατήρητες λεπτομέρειες του «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» θα εντάξει στο σκηνικό του τοπίο τις γλυπτικές μορφές του Ροντέν, θα αναδείξει τις σκιτσογραφικές επιδόσεις του Ζορμπά, θα μετασχηματίσει σε υπότιτλο του μυθιστορήματός του μια ανύποπτη ρήση του προλόγου του Καζαντζάκη («Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη») ενώ παράλληλα θα επιμείνει στις κλασικές αναγνώσεις του τελευταίου (Νίτσε και Μπερξόν), χωρίς να παραλείψει επιστολές του, την αυτοβιογραφική «Αναφορά στον Γκρέκο» (1961) και άλλες παρόμοιες πηγές. Η ενδελεχής έρευνα των κειμενικών διαθεσίμων που σχετίζονται με πρόσωπα και εποχές του ιστορικού χρόνου του κόμικ τροφοδοτεί για άλλη μια φορά την εικονογράφηση του Soloup, χωρίς να της επιτρέψει ποτέ να φιλολογήσει ή να φλυαρήσει. Όσο για τον ίδιο τον εικονογραφικό του λόγο, ο Soloup θα μοιράσει τα επεισόδια του μυθιστορήματός του σε ποικίλα χρώματα (ανάλογα με τα αισθήματα και τις καταστάσεις που περιγράφονται). Το γκρι, το πράσινο, το μαύρο και το λευκό των προηγούμενων μυθιστορημάτων του θα δώσουν τώρα τη θέση του στο μπλε, στο κόκκινο και στο κίτρινο (με τα μπλε να τείνει να επικρατήσει). Τα χρώματα υποβοηθούνται από φωτογραφικά και άλλα ετερογενή εικαστικά υλικά. Και όλα αυτά επιστρατεύονται και συντονίζονται πυρετικά όποτε χρειάζεται να υποστηρίξουν όσα φαντάζονται, επιθυμούν ή συλλογιούνται οι ήρωες (από τον Ζορμπά και τον στενό του φίλο και σύντροφο, που δεν είναι άλλος από το συγγραφικό προσωπείο του Καζαντζάκη, μέχρι την αγία Γαλλίδα πόρνη Μαντάμ Ορτάνς και τους κατοίκους και τους μοναχούς της Κρήτης, ή και τον Soloup που αιφνιδίως θα εμφανιστεί αυτοπροσώπως στη δράση). Εκείνο που πρωτίστως αποδεικνύει ο Soloup με τη δουλειά του είναι η αυτονομία και οι εγγενείς δυνατότητες του graphic novel, που δεν χρειάζεται όταν συνομιλεί με τη λογοτεχνία να καταλήξει με τη σειρά του σε κάποιο είδος λογοτεχνίας: αρκεί να οργανώσει τη χρωματική του σύνθεση και τη σκηνογραφική γραμμή του με έναν τρόπο που θα μας παροτρύνει να επιστρέψουμε στη λογοτεχνία μέσα από τη δύναμη, τη φαντασία και την ελευθερία του σκίτσου – του σκίτσου όταν χτίζει ένα αυτοδύναμο, απολύτως πλέον ξεχωριστό σύμπαν. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- ζοrμπάς – πράσινη πέτρα ωραιοτάτη
- soloup
- (and 6 more)
-
Οι εκδόσεις «Διόπτρα» μάς ξανασυστήνουν τον Καζαντζάκη και ο Soloup μάς ξανασυστήνει τον Ζορμπά, μέσα από το ολοκαίνουργιο ογκωδέστατο κόμικς «ΖORΜΠΑΣ – Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη». 140 χρόνια μετά τη γέννηση του Νίκου Καζαντζάκη, το ογκώδες έργο του επανεκδίδεται, ξαναδιαβάζεται και συζητιέται από νέες γενιές αναγνωστών και αναγνωστριών. Στο πλαίσιο, λοιπόν, του πλούσιου εκδοτικού τους προγράμματος που φέρνει το καζαντζακικό έργο στο επίκεντρο, οι εκδόσεις «Διόπτρα» μας συστήνουν τον σπουδαίο Κρητικό συγγραφέα από την αρχή, με τη μεταφορά δύο κορυφαίων βιβλίων του σε κόμικς. Το πρώτο είναι «Ο Βίος και η Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» και το δεύτερο «Ο Καπετάν Μιχάλης». Καθώς ο «Καπετάν Μιχάλης» διά χειρός Παν Παν βρίσκεται υπό έκδοση και αναμένεται να κυκλοφορήσει προσεχώς, το ενδιαφέρον μας σε αυτό το φύλλο επικεντρώνεται εξ ολοκλήρου στον «Ζορμπά», που μόλις τις προηγούμενες μέρες σάλπαρε για το μεγάλο εκδοτικό του ταξίδι. Πρόκειται για το πολυαναμενόμενο κόμικς 500 και πλέον σελίδων, με την υπογραφή του Soloup (Αντώνη Νικολόπουλου), ο οποίος διασκεύασε με την εικονογραφική γλώσσα ένα από τα πλέον εμβληματικά και δημοφιλή μυθιστορήματα του Καζαντζάκη. «Πώς ν’ αναμετρηθείς με αυτόν τον Δράκο;» είχε γράψει ο Καζαντζάκης για τον Ζορμπά. Όμως η δουλειά του Soloup ήταν ακόμα πιο δύσκολη, καθώς είχε να αναμετρηθεί με δύο δράκους: τόσο με τον εκρηκτικό αυτό λογοτεχνικό ήρωα, όσο και με τον Νίκο Καζαντζάκη. Το να πούμε απλώς ότι τα κατάφερε θα αδικούσε τον γνωστό γελοιογράφο, δημιουργό κόμικς, αλλά και διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Και αυτό γιατί ο καταξιωμένος καλλιτέχνης δεν έκανε απλώς μια μεταφορά και μια προσαρμογή του βιβλίου για τον Αλέξη Ζορμπά στη δομή και τη φόρμα των κόμικς. Ο Soloup ουσιαστικά μας επαναφηγήθηκε την ιστορία του, τον προσέγγισε μέσα από ένα πολυσύνθετο πρίσμα και μας πρότεινε έναν νέο τρόπο να τον διαβάζουμε, αλλά και να τον... «διαβάζουμε». Ήταν λοιπόν εύστοχη, κατά τη γνώμη μας, η επιλογή των ανθρώπων της «Διόπτρας» να αναθέσουν στον συγκεκριμένο δημιουργό την εικονογραφηγηματική διασκευή του μυθιστορήματος. Έχοντάς μας χαρίσει στο πρόσφατο παρελθόν έργα όπως το «Αϊβαλί» και «Η Μάχη της Πλατείας», ο Soloup έχει αποδείξει ότι επιθυμεί να «συνομιλήσει» και να αναμετρηθεί με τα Μεγάλα Αφηγήματα (της ιστορίας, της λογοτεχνίας, της συλλογικής μνήμης) με ένα πνεύμα ελεύθερο και αδέσμευτο από εθνοκεντρικές ή άλλου είδους συμβάσεις, κρατώντας παράλληλα επαφή τόσο με τα σύγχρονα προβλήματα της εποχής μας, όσο και με τα δικά του ερευνητικά ενδιαφέροντα. Αρχικά, ο δημιουργός αναδιέταξε την αυθεντική αφηγηματική ροή και κατηγοριοποίησε το βιβλίο σε 17 κεφάλαια με θεματικούς τίτλους (και με διαφορετικές χρωματικές παλέτες), στη λογική των επεισοδίων των σίριαλ. Από την άλλη μεριά, διατήρησε αυτούσιους σε πολλά σημεία τους μυθιστορηματικούς διαλόγους με την καζαντζακική ιδιόλεκτο. Στη συνέχεια επαναπροσέγγισε δημιουργικά τον «Ζορμπά» μέσα από τις φιλοσοφικές συνισταμένες της σκέψης του Καζαντζάκη: Βούδας, Νίτσε, Μπερξόν, Σέξπιρ, Δάντης, Ροντέν κ.ά. Πρόκειται λοιπόν για έναν συνεχή διάλογο του συγγραφέα με τον λογοτεχνικό του ήρωα, ένα αέναο φιλοσοφικό ταξίδι, που τροφοδοτείται ξανά και ξανά μέσα από γόνιμα αντιθετικά σχήματα όπως: ζωή-θάνατος, πνεύμα-ύλη, διονυσιακό-απολλώνιο, πίστη στον Θεό-αθεΐα. Ενώ από τη μέση του βιβλίου παρεμβάλλεται και ο ίδιος ο Soloup, προσθέτοντας τη σύγχρονη κριτική ματιά μιας εποχής που έχει αναθεωρήσει αρκετές από τις παλιότερες «αξίες», οι οποίες θεωρούνταν αδιαμφισβήτητες στα χρόνια του Καζαντζάκη. Ο πιο επικίνδυνος σκόπελος πάντως που ο σκιτσογράφος έπρεπε να αποφύγει, ήταν ο κινηματογραφικός Ζορμπάς με όλες τις συνδηλώσεις που αυτός δημιούργησε τη δεκαετία του ’60: συρτάκι, ούζο, θάλασσα, «ελληνική λεβεντιά». Αν και το βιβλίο του Καζαντζάκη είναι από τα πιο πολυδιαβασμένα της νεοελληνικής πεζογραφίας, γεγονός παραμένει ότι η πρόσληψη που έχει τόσο το ελληνικό κοινό, όσο και πολύ περισσότερο το διεθνές, βασίζεται κυρίως στα ισχυρά στερεότυπα που μας κληροδότησε η ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Zorba the Greek» (1964), με πρωταγωνιστή τον Άντονι Κουίν. «Τρομερή η ταινία του Κακογιάννη […], αλλά εκεί, νομίζω, αρχίζει η παρεξήγηση», λέει ο ίδιος ο Soloup, διά στόματος του... χάρτινου εαυτού του (σ. 188). «Ο Καζαντζάκης δεν μιλάει για τον Ζορμπά τον “γραφικό Έλληνα”, αλλά για έναν άνθρωπο που αναζητά την ελευθερία». Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- soloup
- εκδόσεις διόπτρα
- (and 6 more)
-
Ο Soloup συστήνει τον Ζορμπά στο σύγχρονο κοινό μέσα από μια νέα αφήγηση λόγου και εικόνας. — Το graphic novel είναι μια σύγχρονη αφηγηματική τέχνη. Πώς μπορεί να προσεγγίσει τους κλασικούς κώδικες της πεζογραφίας; Τα graphic novels είναι, όπως λέτε, μια αυτόνομη αφηγηματική τέχνη που συνδυάζει και χρησιμοποιεί στοιχεία από τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, το θέατρο, τη γραφιστική, τη ζωγραφική. Έτσι, η δυνατότητα που έχουν να χρησιμοποιούν στοιχεία από όλες αυτές τις τέχνες, συνδυάζοντας ταυτόχρονα τον λόγο και την εικόνα στην αφήγηση, είναι και η δύναμή τους να προσεγγίζουν δημιουργικά τις άλλες μορφές τέχνης, προσθέτοντας στοιχεία σε αυτές. Κάτι τέτοιο συμβαίνει λοιπόν και με τη μεταφορά λογοτεχνικών έργων σε κόμικς, μεταφορές που είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς τα τελευταία χρόνια. Όμως σε κάθε τέτοια μεταφορά θα πρέπει αφηγηματικά να ακολουθούμε τις δυνατότητες και τους κώδικες του νέου μέσου, για παράδειγμα των κόμικς ή του κινηματογράφου, αν θέλουμε να κάνουμε κάτι πραγματικά ενδιαφέρον και πρωτότυπο και όχι ένα «υποπροϊόν» του πρωτότυπου κειμένου. Τα κόμικς και η φόρμα των graphic novels δεν είναι «λογοτεχνία». Είναι μια αυτόνομη τέχνη κι έτσι, με τα δικά της μέσα και τη συνδυαστική δυνατότητα αφήγησης που έχει, θα πρέπει να τα προσεγγίζουμε. Όχι ως μια «σχεδόν-λογοτεχία», «εικονογραφημένη-λογοτεχνία» ή «παρα-λογοτεχνία». — Δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείστε με τη μεταφορά μυθιστορημάτων στη φόρμα του graphic novel. Στο συγκεκριμένο, ποια είναι τα στοιχεία που σας τράβηξαν το ενδιαφέρον; Ποιος είναι ο στόχος, το αποτέλεσμα που επιθυμείτε να πετύχετε; Πράγματι, κάτι τέτοιο είχα αρχικά επιχειρήσει με λογοτεχνικά κείμενα των Κόντογλου και Βενέζη στο Αϊβαλί. Αλλά και τότε, το ζητούμενο για μένα δεν ήταν να μεταφέρω το Νούμερο 31328 ή το Αϊβαλί, η πατρίδα μου σε κόμικ. Ήταν να συνομιλήσω με τα κείμενα, τοποθετώντας τα μάλιστα παράλληλα και σε αντιπαράθεση, παράγοντας έτσι μια νέα αφήγηση και νέες προσλήψεις, παραπέμποντας στα αρχικά κείμενα και όχι παρακάμπτοντας ή διασκευάζοντάς τα. Αυτό, νομίζω, μπορεί να παράγει στις κόμικ μεταφορές λογοτεχνικών έργων κάτι πραγματικά νέο και ενδιαφέρον. Με την ίδια λογική κινούμαι και τώρα στον Ζορμπά. Εδώ η πρόκληση ήταν να πάρω το πλέον διάσημο έργο του Καζαντζάκη και, ακολουθώντας το πνεύμα αλλά και τις διακειμενικές παραπομπές του, να φτιάξω κάτι οικείο για το σύγχρονο κοινό. Ουσιαστικά επιχείρησα μια επαναφήγηση του έργου, προτείνοντας μια νέα ματιά για το έργο του Καζαντζάκη στους σημερινούς αναγνώστες, σίγουρα μακριά από τα στερεότυπα που έχει προσθέσει η, κατά τα άλλα, αδιαμφισβήτητα επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά του Κακογιάννη. Σε αυτό το σημείο είμαι πραγματικά ευγνώμων γιατί οι εκδόσεις Διόπτρα με άφησαν να κινηθώ ελεύθερα στην αναζήτηση μιας τέτοιας επαναφήγησης. Ο Ζορμπάς είναι ένα πολυεπίπεδο έργο με πολλές διακειμενικές αναφορές, που απαιτεί έναν αντίστοιχο χειρισμό, αν θέλουμε να αναδείξουμε τον πλούτο του. — Το μυθιστόρημα «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» πραγματεύεται έννοιες όπως ο έρωτας, η ζωή, ο θάνατος, ο Θεός. Πώς έχουν αποτυπωθεί στον δικό σας «Zoρμπά»; Προσπάθησα να μείνω πιστός στο πνεύμα και τις ανησυχίες του συγγραφέα, εκμεταλλευόμενος ταυτόχρονα τις σύνθετες δυνατότητες οπτικής και λεκτικής αφήγησης των κόμικς. Έννοιες όπως ο έρωτας, ο θάνατος, ο Θεός, αποδόθηκαν με διάφορους τρόπους οπτικών μεταφορών ή παραπομπών σε πολιτισμικά φορτισμένες εικόνες. Για παράδειγμα, στον σχεδιασμό των ερωτικών σκέψεων του «αφεντικού» για τη Χήρα εκμεταλλεύτηκα τις αναφορές του Καζαντζάκη στα γλυπτά του Ροντέν. Έτσι η αποτύπωση των γραμμών των αγαλμάτων του συγκεκριμένου γλύπτη έγιναν το οπτικό όχημα για μια τέτοια εικαστική απόδοση. Απαιτήθηκαν μάλιστα δύο ταξίδια στο μουσείο Ροντέν στο Παρίσι για να μπορέσω να αντλήσω το υλικό αυτό, με φωτογραφίες, επιτόπια σκίτσα αλλά και τη σχετική βιβλιογραφία. — Ο «Ζορμπάς», όπως και συνολικά ο Καζαντζάκης, έχει μελετηθεί εκτενώς. Στην κινηματογραφική του μεταφορά το έργο έχει δεχθεί την ερμηνεία της σκηνοθετικής ματιάς του Μιχάλη Κακογιάννη. Στην εκδοχή του graphic novel επιχειρείτε κι εσείς, ως δημιουργός, μια δική σας ερμηνεία; Ναι, βέβαια. Ζητούμενο και σ’ εμένα από την αρχή ήταν η δημιουργία ενός νέου πρωτότυπου έργου που θα συνομιλεί με το κείμενο του Καζαντζάκη, όχι αποτελώντας ένα πάρεργο αλλά, αντίθετα, προσθέτοντας στοιχεία, σκέψεις και αναφορές σε αυτό, προσδίδοντάς του ταυτόχρονα μια πιο σύγχρονη ροή αφήγησης. — Είχατε προηγούμενη επαφή με το έργο του Καζαντζάκη; Ποια ήταν η προετοιμασία σας, σε θεωρητικό ή άλλο επίπεδο, προκειμένου να ασχοληθείτε με τον «Ζορμπά»; Στη νεότητά μου είχα διαβάσει τα περισσότερα βιβλία του Καζαντζάκη, και εκείνα τα χρόνια με είχαν επηρεάσει σημαντικά. Τώρα βέβαια, για τη δημιουργία του δικού μου Ζορμπά, χρειάστηκε κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή ανάγνωση. Έτσι, όπως και σε όλα μου τα graphic novels, προηγήθηκε σοβαρή έρευνα και μελέτη. Και σε αυτό το κομμάτι είμαι ιδιαίτερα τυχερός γιατί, λόγω και της ακαδημαϊκής μου εμπειρίας, η συστηματοποίηση της έρευνας και η διαχείριση της βιβλιογραφίας μού είναι ιδιαίτερα οικείες διαδικασίες. Ανέτρεξα έτσι σε φιλολογικά ή άλλα σχετικά κείμενα (για παράδειγμα, για την κινηματογραφική αφήγηση του Ζορμπά), στην αλληλογραφία του ίδιου του συγγραφέα αλλά και σε πλήθος άλλων έργων που αναφέρονται ή υπονοούνται στο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη. Αναφέρω ενδεικτικά την Τρικυμία του Σαίξπηρ ή τη Θεία Κωμωδία του Δάντη. Είναι δουλειά επίπονη και χρονοβόρα αλλά ταυτόχρονα και μια εξαιρετικά όμορφη εμπειρία, αφού σε ταξιδεύει σε τόπους και σου γνωρίζει πράγματα που ούτε καν φανταζόσουν όταν ξεκινούσες. Και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο προσωπικό κέρδος απ’ όλη ετούτη την καταβύθιση σε ένα τόσο πλούσιο κείμενο, όπως το συγκεκριμένο του Ζορμπά. Και το σχετικό link...
-
Το καίριο ερώτημα, που τίθεται κάθε φορά που ο άνθρωπος βρίσκεται στην καμπή της Ιστορίας, για τον Soloup είναι ένα. «Πώς στεκόμαστε εμείς οι απλοί άνθρωποι απέναντι στα ιστορικά γεγονότα». Αυτό το ερώτημα διατρέχει τη νέα, επαυξημένη επετειακή έκδοση του graphic novel «Αϊβαλί» (εκδ. Κέδρος), που, μέσα στην επετειακή χρονιά για το 1922, έρχεται να μας θυμίσει τον τρόπο με τον οποίο οι απλοί άνθρωποι, Έλληνες και Τούρκοι, βίωσαν την ίδια ιστορία. Από την Αγάπη Βενέζη μέχρι τον τουρκοκρητικό Χασανάκη, η απόσταση που διανύθηκε και από τις δύο πλευρές, αν δεν είναι παράλληλη, μοιάζει ταυτόσημη. Ο «άλλος» έσωσε τον διωκώμενο. Αυτόν τον «άλλο», Έλληνα ή Τούρκο, τα πάθη και τις τραγωδίες του θυμίζει το νέο «Αϊβαλί», τώρα, καθώς συμπληρώνονται τα 100 χρόνια από τα σκληρά γεγονότα του 1922, δίνοντας ευκαιρία και αφορμή να ξανασκεφτούμε τα γεγονότα του πρώτου τέταρτου του 20ού αιώνα σε παραλληλία μ' αυτά που βιώνουμε σήμερα, στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα. «Σ' αυτό ήθελα ακριβώς να εστιάσω, σε αυτόν τον ανθρώπινο πόνο, ο οποίος, μετά από 100 χρόνια, μπορεί να ιδωθεί και ως μια γέφυρα αλληλοκατανόησης, σε αντίθεση με όλους αυτούς τους εξοπλισμούς και τις κορώνες επιθετικότητας που ακούμε, δυστυχώς, και στις μέρες μας» λέει ο Soloup, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος. Ωστόσο επισημαίνει και κάτι ακόμα πιο σημαντικό. «Το να μπορείς να διατυπώνεις αλλά και να πράττεις τη δύσκολη ώρα υπερασπιζόμενος την ανθρώπινη ζωή είναι ένα πρώτο βήμα για να κατακτήσεις πρώτα απ' όλα τη δική σου αξιοπρέπεια». Τι είναι αυτό που συγκινεί τον αναγνώστη του βιβλίου σου «Αϊβαλί» αλλά και της ιστορίας που φέρει; Το μαγικό με αυτό το graphic novel είναι ότι τα 7-8 χρόνια που κυκλοφορεί δεν σταμάτησε στιγμή να δημιουργεί καινούργια ερεθίσματα, φιλίες και αναγνώσεις. Έχει μεταφραστεί ήδη στα τουρκικά, στα γαλλικά όπου έκανε δύο εκδόσεις, στα αγγλικά και στα ισπανικά. Ακόμα έχει γίνει αντικείμενο ακαδημαϊκής έρευνας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, έχει προκαλέσει εικαστικές εκθέσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα κ.ά. Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι το κατεξοχήν graphic novel για το 1922, το οποίο αναφέρεται πλέον στην ευρύτερη βιβλιογραφία για τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αυτή ήταν και η αφορμή για την επετειακή, επαυξημένη έκδοση του. Τι νέο περιλαμβάνεται σ' αυτή την επετειακή έκδοση; Έχει όλον τον απόηχο που δημιούργησε το οχτάχρονο ταξίδι του βιβλίου. Από τη μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη το 2015, τις ξένες μεταφράσεις του, το ερευνητικό υλικό που προέκυψε αλλά και όσα συνέβησαν στις παρουσιάσεις του όλων αυτών των χρόνων. Για παράδειγμα, μια φωτογραφία Ελληνίδας Αϊβαλιώτισσας που μου έδωσε ένας σημερινός κάτοικος του Αϊβαλίκ όταν παρουσίασα εκεί το βιβλίο μου, φωτογραφία που είχαν βρει οι γονείς του στο ελληνικό σπίτι που κατοίκησαν με την ανταλλαγή. Ή σπάνιο υλικό που βρέθηκε κατά την έρευνα που ακολούθησε για την οργάνωση της έκθεσης στο Μπενάκη. Ακόμα περιλαμβάνονται κείμενα της Άννας Βενέζη-Κοσμετάτου, κόρης του Ηλία, του Μιχάλη Παγίδα, απογόνου της γνωστής οικογένειας Αϊβαλιωτών κοντραμπατζήδων και δισέγγονος του περίφημου «Στριγκάρου», αλλά και σχόλια ανθρώπων που έζησαν την πορεία του βιβλίου. Επίσης αναφορές σε σημειολογικά κλειδιά που αναδεικνύουν το σκεπτικό και τους μηχανισμούς της αφήγησης. Σ' αυτή λοιπόν την έκδοση τοποθετείς και την άλλη πλευρά, την οπτική ματιά των Τούρκων. Η επιστημονική δεοντολογία είναι κομβική, τι εξυπηρετεί ωστόσο σε ένα graphic novel, στο δικό σου «Αϊβαλί»; Μπορεί το συγκεκριμένο βιβλίο να είναι ένα «λογοτεχνικό» έργο, αλλά η ανάγκη για να απαντήσουμε σε κάποια ερωτήματα που μας απασχολούν διαχρονικά σε σχέση με τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου και της διαρκώς ταραγμένης σχέσης μας με τους Τούρκους, η φωνή και η ματιά της άλλης πλευράς, ήταν και είναι κάτι παραπάνω από αναγκαία. Τα εθνικά αφηγήματα και από τις δύο πλευρές εμπεριέχουν πάντα και αποσιωπήσεις ή διαστρεβλώσεις γεγονότων που ίσως δεν είναι τόσο θετικά για τη δράση των δύο αντιμαχόμενων πλευρών. Γι' αυτό και η ματιά του Κόντογλου και του Βενέζη και της αδελφής του Αγάπης, που ως Αϊβαλιώτες έζησαν πολύ έντονα τα γεγονότα του 1922, συνδιαλέγονται και αντιπαραβάλλονται με τις αφηγήσεις του Αχμέτ Γιορουλμάζ, Τούρκου λογοτέχνη τουρκοκρητικής καταγωγής, που γνώρισε την ανταλλαγή των γονιών του μέσα από τα βιώματά τους. Μέσα από τις προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων μπορούμε να προσεγγίσουμε με διαφορετικό τρόπο τη «μεγάλη» ιστορία των συνθηκών, της εμπόλεμης ζώνης, των πολιτικών και διπλωματικών διεργασιών. Πώς τοποθετούνται οι άνθρωποι την άλλης πλευράς απέναντι στα γεγονότα της «μεγάλης» Ιστορίας, που καθόρισαν τις προσωπικές ιστορίες και τις ζωές τους; Πέρα από τις δύο αντικρουόμενες εθνικές αφηγήσεις, ο ανθρώπινος πόνος είναι ο ίδιος. Οι Έλληνες Μικρασιάτες διώχθηκαν βίαια από τις εστίες τους. Από την άλλη, οι μουσουλμάνοι της ελληνικής επικράτειας αναγκάστηκαν, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης και την προβλεπόμενη ανταλλαγή πληθυσμών, να εγκαταλείψουν κι αυτοί τα δικά τους σπίτια. Η απώλεια, η προσφυγιά, η αλλαγή ταυτότητας στο πλαίσιο των κοινωνιών που τους υποδέχτηκαν ήταν κοινή, λοιπόν, γι' αυτούς τους ανθρώπους – και Τούρκους και Έλληνες. Και σ' αυτό ήθελα ακριβώς να εστιάσω, σε αυτόν τον ανθρώπινο πόνο, ο οποίος, μετά από 100 χρόνια, μπορεί να ιδωθεί και ως μια γέφυρα αλληλοκατανόησης, σε αντίθεση με όλους αυτούς τους εξοπλισμούς και τις κορώνες επιθετικότητας που ακούμε, δυστυχώς, και στις μέρες μας. Μπορεί η λογοτεχνία ή τα κόμικς να κατευνάσουν τα πάθη στις μέρες μας, που έχει ξεσπάσει και πάλι ένας πόλεμος στην Ευρώπη και που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν περνούν την καλύτερη φάση τους; Κάπως έτσι διατυπώνεται και στην εισαγωγή του βιβλίου το ερώτημα του Μπρους Κλαρκ, συγγραφέα του «Δυο φορές ξένος». Δυστυχώς, η τέχνη ποτέ δεν προλαβαίνει να φρενάρει εγκαίρως τον όλεθρο ενός πολέμου. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως θα σταματήσουμε να αντιδρούμε και να αντιστεκόμαστε στον παραλογισμό της μισαλλοδοξίας και των εθνικών φανατισμών, που προφανώς κρύβουν από πίσω τους και άλλες ισορροπίες και συμφέροντα. Αυτό ακριβώς διατυπώνεται και μέσα στo «Αϊβαλί», το ότι δηλαδή αν είναι ουτοπία να θέλουν οι άνθρωποι να μην είναι ούτε δήμιοι ούτε θύματα, τότε εγώ προτιμώ αυτού του είδους την ουτοπία. Πού αναζητείται η ουτοπία σε έναν κόσμο εμπόλεμο, που βρίσκεται στη δίνη μιας πανδημίας και στην προοπτική μιας ακόμα πιο σκληρής οικονομικής, ενεργιακής και επισιτιστικής κρίσης; Η εκδοχή αυτή της «ουτοπίας», όπως την περιέγραψα, έχει τις ρίζες της εκτός των άλλων και στον Αλμπέρ Καμύ. Έχουμε φτάσει να θεωρούμε τη λογική και τον ορθό λόγο ουτοπία. Να θεωρείται «ρεαλισμός» η πιθανότητα ενός πυρηνικού ολέθρου ή να αναβληθεί η «σωτηρία του πλανήτη» όπως ευαγγελίζονταν μέχρι πρόσφατα οι ισχυροί του κόσμου, λόγω του ουκρανικού πολέμου και της ενεργειακής κρίσης. Πόσες καταστροφές πρέπει να βιώσει ακόμη η ανθρωπότητα για να καταλάβουμε ότι αυτός ο δρόμος είναι αδιέξοδος; Στην πράξη πώς απαντιέται αυτό το ερώτημα; Η σιωπή, η λήθη και ο εφησυχασμός σίγουρα δεν είναι η λύση. Το να προσπαθούμε να δούμε με διαύγεια, όσο αυτό είναι δυνατόν, τα προβλήματα στο σύνολό τους είναι ένα πρώτο βήμα. Το επόμενο βήμα είναι να είμαστε παρόντες και να παίρνουμε θέση για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Ο τροχός της Ιστορίας, συχνά, παρασύρει και αλέθει τις ζωές των απλών ανθρώπων, όπως έγινε το 1922 στη Σμύρνη, όπως γίνεται το 2022 στην Ουκρανία. Αυτό δυστυχώς δεν αλλάζει εύκολα. Κανείς δεν ρώτησε το '22 ή το '23 αν ήθελαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια, τις περιουσίες και τους τάφους των προγόνων τους οι Έλληνες της Μικρασίας αλλά και οι Τούρκοι των ελληνικών περιοχών. Πού συναντούμε αυτό που περιγράφες στο «Αϊβαλί» σου; Η ωμότητα και η ασυδοσία των ανθρώπων στον πόλεμο απαντιέται σε αρκετά σημεία από τους πρωταγωνιστές του βιβλίου. Και αυτό ήταν ακριβώς το στοιχείο που με έκανε να επιλέξω τις συγκεκριμένες ιστορίες. Για παράδειγμα, στην ιστορία της Αγάπης Βενέζη-Μολυβιάτη, αδελφής του Ηλία, ένας Τούρκος αξιωματικός, ο Κεμαλεντίν, είναι αυτός που την προστατεύει και εντέλει τη σώζει και τη φυγαδεύει μαζί με τον πατέρα της στο καράβι για τη Μυτιλήνη. Ανάλογα, στην ιστορία του Αχμέτ Γιορουλμάζ, ο Τουρκοκρητικός Χασανάκης αρχικά σώζεται από την οργή των Ελλήνων της Κρήτης και μετά φυγαδεύεται και αυτός στο πλοίο της σωτηρίας του από μια Ελληνίδα, τη Μαριγώ. Το να μπορείς να διατυπώνεις αλλά και να πράττεις τη δύσκολη ώρα υπερασπιζόμενος την ανθρώπινη ζωή, είναι ένα πρώτο βήμα για να κατακτήσεις πρώτα απ' όλα τη δική σου αξιοπρέπεια. Καθώς φτάνουμε στο μέσο πια της επετειακής χρονιάς για τα σκληρά γεγονότα του 1922, πώς διαβάζεις σήμερα αυτή την ιστορία; Έχοντας την εμπειρία και από το προηγούμενο graphic novel «'21 – Η μάχη της πλατείας», που αφορούσε την επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, αυτό που έμεινε τελικά ήταν η πραγματική ανάγκη των ανθρώπων, όλων μας, να προσεγγίσουμε την Ιστορία μακριά από τα στερεότυπα και το εθνικό αφήγημα. Έτσι, και λόγω της πανδημίας, φιλτραρίστηκαν οι όποιες «εντυπωσιακές» επετειακές εκδηλώσεις και έμεινε η ουσία της έρευνας και της μελέτης σοβαρών συγγραφέων και ακαδημαϊκών έτσι όπως κατατέθηκε στα βιβλία τους που κυκλοφόρησαν αυτή την περίοδο. Το ίδιο πιστεύω και ελπίζω ότι θα συμβεί και τώρα, με την επικαιροποίηση της συζήτησης για το 1922, σε μια και πάλι ταραγμένη περίοδο της ανθρωπότητας. Αναρωτιέμαι αν και το επόμενο graphic novel που ετοιμάζεις θα έχει σχέση με κομβικά ιστορικά γεγονότα του τόπου. Συνήθως δουλεύω παράλληλα σενάρια, που αρκετά απ' αυτά έχουν να κάνουν με ιστορικές περιόδους. Όμως πράγματι ένα από αυτά, που το δουλεύω από το 2013, αφορά το ίδιο ιστορικό πλαίσιο με το «Αϊβαλί» και τους ίδιους τόπους, δηλαδή την Κρήτη, τη Λέσβο και το Αϊβαλίκ. Το ζητούμενο όμως δεν είναι μόνο το ιστορικό πλαίσιο αλλά αυτό το καίριο ερώτημα που τίθεται κάθε φορά, δηλαδή πώς στεκόμαστε εμείς οι απλοί άνθρωποι απέναντι στα ιστορικά γεγονότα. Φωτογραφίες: Εύα Λουκάτου, Κωνσταντίνος Οικονόμου Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- soloup
- αντώνης νικολόπουλος
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 ετοιμάζονταν γιορτές και πανηγύρια. Ο Covid απέτρεψε τα γλέντια και έτσι μείναμε μόνο με τον Κάρολο και τις καβαλίνες των αλόγων. Κυκλοφόρησαν όμως ορισμένα σπουδαία βιβλία για το θέμα. Με το «’21, η μάχη της πλατείας» του Soloup να ξεχωρίζει. Έχουμε χορτάσει από Παπαφλέσσα και Κώστα Πρέκα, από ξυρισμένες φάτσες ηρώων της Επανάστασης και καλοσιδερωμένες φουστανέλες, από παρελάσεις και λόγους εκπροσώπων σωματείων και πολιτιστικών συλλόγων, από εμβατήρια και καταθέσεις στεφάνων. Μπορεί να είναι αναπόφευκτα όλα αυτά όταν συντηρούν εθνικούς μύθους και μεγάλες αφηγήσεις. Αλλά πόσο συμβάλλουν στη γνώση της Ιστορίας; Και ακόμα περισσότερο στην κατανόησή της; Πόσα γνωρίζουμε για το τι πράγματι συνέβη το 1821, λίγο πριν και λίγο μετά; Και από ποιων τα γραπτά, τις μαρτυρίες, τα απομνημονεύματα, τις αφηγήσεις; Με πόσο κριτικό μάτι είμαστε διατεθειμένοι και ικανοί να ξαναδούμε το 1821 ως ιστορικό γεγονός, ενταγμένο στην εποχή του και απαλλαγμένο από σύγχρονα εθνικά συμφέροντα; Να αντικρίσουμε τους πρωταγωνιστές του όχι ως αφίσες σε σχολικές τάξεις και εξώφυλλα στα Κλασσικά Εικονογραφημένα αλλά ως ανθρώπους με σάρκα και οστά, με πάθη, όνειρα και ανησυχίες; Να μάθουμε λίγο περισσότερα τόσο για την από δω πλευρά, τη «δικιά μας», όσο και για την άλλη πλευρά; Να αποφύγουμε τις εξιδανικεύσεις και τις ωραιοποιήσεις και να τοποθετήσουμε την αλλαγή που συνέβη στην Ελλάδα σε ένα γενικότερο πλαίσιο γεωπολιτικών ανακατατάξεων; Όλα αυτά είναι δύσκολα και απαιτούν χρόνο, διάβασμα και σίγουρα αλλαγή νοοτροπίας. Μπορεί να είναι πιο εύκολα όμως αν έρθουν μέσω της τέχνης, μέσω μιας μυθοπλασίας που στο επίκεντρό της βρίσκονται η ελληνική ιστορία και η Επανάσταση του 1821. Και τέτοιο είναι το «’21, η μάχη της πλατείας» (εκδόσεις Ίκαρος, 750 σελίδες) του Soloup, επτά χρόνια μετά το πολυβραβευμένο «Αϊβαλί» για τα γεγονότα του 1922 και τρία χρόνια μετά τον σπαρακτικό και πανέμορφο «Συλλέκτη» για τη γονεϊκή αποξένωση. Το «’21» αποτελεί μια ιδανική πρόταση αλλαγής παραδείγματος απέναντι στα καθιερωμένα και προτείνει μια διαφορετική ματιά πάνω στα γεγονότα που οδήγησαν στη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. «Τι πραγματικά γνωρίζουμε σήμερα για το 1821; Και τι θα νιώθουν, τι θα λένε για την Επανάσταση οι millennials στα δικά τους παιδιά; Ποια είναι η εικόνα, η παράσταση, η οπτική αντίληψη που έχουμε για εκείνο τον Αγώνα; Ανταποκρίνεται στην αισθητική και το περιεχόμενο των πινάκων του Βρυζάκη; Σε όσα μας εξιστορεί ο Μακρυγιάννης και αναπαριστά ο γνωστός ως Παναγιώτης Ζωγράφος; Σε όσα έβλεπε σε αυτήν ο Θεόφιλος; Στη συγκινησιακή φόρτιση των κειμένων και των ζωγραφικών έργων των φιλελλήνων διανοουμένων της εποχής της; Ανταποκρίνεται στην οπτική – και σε έναν βαθμό κιτς – σημειολογική αφήγηση του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου, με ιδιαίτερα παραγωγική έμφαση κατά την περίοδο της Επταετίας; Κι αλήθεια γιατί χρησιμοποιήθηκε τόσο πολύ η Ελληνική Επανάσταση – μια επανάσταση στο πλαίσιο του αγώνα των λαών για ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση, μέσα στο εκρηκτικό κοινωνικοϊστορικό και ιδεολογικό τοπίο της Ευρώπης που άλλαζε τόσο δραματικά τον 19ο αιώνα – στα χείλη “εθνικοφρόνων σωτήρων” παντός τύπου;» αναρωτιέται η Εύη Σαμπανίκου, καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, που συμμετείχε στην υλοποίηση του βιβλίου ως επιστημονικός σύμβουλος, στο εισαγωγικό της σημείωμα. Και συμπληρώνει ότι αυτό που ενδιέφερε ιδιαίτερα την ομάδα που εργάστηκε για την υλοποίηση του βιβλίου μαζί με τον Soloup ήταν το μετά την Επανάσταση: «Αυτό το μετά είναι που αναζητήσαμε. Επιχειρήσαμε λοιπόν να ξαναδούμε την Επανάσταση με όσο το δυνατόν πιο αποστασιοποιημένη, σύγχρονη ματιά και να αποδώσουμε σε αυτήν τη δική μας ανάγνωση των αθέατων όψεων, καλά φυλαγμένων σαν σκοτεινά μυστικά στα αρχεία της Ιστορίας». Την έρευνα των αρχείων και την επιμέλεια του παραρτήματος του βιβλίου υπογράφουν οι Νατάσα Καστρίτη, ιστορικός Τέχνης, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου, ιστορικός, και Παναγιώτα Παναρίτη, δρ Αρχαιολογίας, όλες επιστημονικές συνεργάτριες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου που, όπως αναφέρουν στο δικό τους εισαγωγικό σημείωμα, είχαν εργασία εξαντλητική και πολυεπίπεδη: «Η αφήγηση και η τεκμηρίωση του έργου βασίστηκαν σε πρωτότυπο υλικό (πηγές της περιόδου, ιστορικά κείμενα, απομνημονεύματα αγωνιστών και ξένων φιλελλήνων, ημερολόγια, αρχειακό υλικό κ.λ.π.), ιστορικά αναγνώσματα, ιστορικές μελέτες κ.ά. Το ίδιο ισχύει και για την εικονογράφηση: πρωτότυπο εικαστικό υλικό της περιόδου (προσωπογραφίες, ζωγραφικοί πίνακες, χαρακτικά κ.λ.π), καλλιτεχνικές αποτυπώσεις, σύγχρονες των γεγονότων, αποτέλεσαν σε μεγάλο βαθμό πρότυπα για τα τελικά σκίτσα». Και όλα αυτά με τελικό υπεύθυνο τον Soloup που, όπως αναφέρει, είχε πολύ δύσκολες αποφάσεις να λάβει μπρος σε έναν τεράστιο όγκο υλικού: «Υπάρχουν τόσα πράγματα που δεν μάθαμε ποτέ. Μια άλλη ιστορία ή, καλύτερα, πολλές διαφορετικές ιστορίες για την Ελληνική Επανάσταση, που απέχουν σημαντικά από τα στερεότυπα του εθνικού αφηγήματος και των σχολικών επετείων. Πώς θα μπορούσαμε, λοιπόν, να τα δέσουμε όλα αυτά μαζί; Τις διαφορετικές θέσεις και τα αντικρουόμενα συμφέροντα των πρωταγωνιστών, τις κυρίαρχες αφηγήσεις πλάι στις αιρετικές; Και εκείνο που θα προκύπτει στο τέλος να είναι, πάνω από όλα, ένα έντεχνο ανάγνωσμα, ένα κόμικς με τους δικούς του αφηγηματικούς και αισθητικούς κανόνες». Το «’21» είναι λοιπόν, πρώτα και κύρια, μια μεγάλη ιστορία κόμικς. Έχει μια πρωταγωνίστρια και έναν πρωταγωνιστή. Και αυτή δεν είναι η Μπουμπουλίνα ούτε η Μαντώ Μαυρογένους, όπως και αυτός δεν είναι ούτε ο Κολοκοτρώνης ούτε ο Αθανάσιος Διάκος. «Συμμετέχουν» και αυτοί φυσικά στο βιβλίο, αλλά η ιστορία χτίζεται πάνω σε ένα εντελώς διαφορετικό από τους ήρωες της Επανάστασης δίδυμο και διαδραματίζεται κυρίως στην πλατεία της Παλιάς Βουλής, δίπλα στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη με την περικεφαλαία (μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία όπως την αφηγείται και τη σχεδιάζει ο Soloup) στη σύγχρονη Αθήνα. Μια νέα κοπέλα παρκάρει το σκουτεράκι της στον δρόμο και φεύγει για δουλειές στο κέντρο. Όταν επιστρέφει η βαλίτσα είναι ανοιχτή αλλά ένας ηλικιωμένος κύριος την καθησυχάζει ότι δεν λείπει τίποτα από μέσα. Στη σκιά του αγάλματος γίνεται η πρώτη γνωριμία του Κάρπου (από το Πολύκαρπος) και της Λίμπυ (από το Ελευθερία, Liberty). Μια γνωριμία που θα εξελιχθεί σε ένα «μάθημα» για την Ελληνική Επανάσταση σε 21 κεφάλαια. Ο Κάρπος και η Λίμπυ θα μιλήσουν για τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, τον Νικηταρά, τον Ρήγα Φεραίο, τον Υψηλάντη, τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Διονύσιο Σολωμό, τον Καποδίστρια, τον Κωλέττη, τον Μαυροκορδάτο, τον Μαχμούτ Β’, τον Βαχίτ Πασά, τον Ντελακρουά, τα Δερβενάκια, το Μεσολόγγι, την Τρίπολη, το Βαλτέτσι. Ο Κάρπος αφηγείται και η Λίμπυ μαθαίνει. Και μέσα από τις αφηγήσεις αναδύονται όλα τα σημαντικά περιστατικά που οδήγησαν στην Επανάσταση, όσα συνέβησαν κατά τη διάρκειά της και όσα ακολούθησαν. Αλλά και πολλά που δεν είναι ευρέως γνωστά ή αποσιωπήθηκαν από την επίσημη ιστοριογραφία. Και κάποια που δεν φωτίζουν μόνο τις πράξεις των εξεγερμένων αλλά και των Τούρκων, των συμμάχων των Ελλήνων και των αντιπάλων τους, των ξένων που έγραψαν για την Ελλάδα ή την επισκέφθηκαν κ.ά. Σ’ αυτό το τεράστιο μωσαϊκό δεν μένουν κρυφές πτυχές, καθώς ο Soloup δεν επιδιώκει να εξιδανικεύσει την Επανάσταση ή να αποδώσει τα μελανά σημεία της σε αόρατους παράγοντες ή ορκισμένους ανθέλληνες. Γι’ αυτό δίπλα στις ηρωικές πράξεις, στον αγώνα για την ελευθερία και την αυτοδιάθεση, στην αυτοθυσία και τον αλτρουισμό, περιγράφει και τις στιγμές της διχόνοιας, της βαναυσότητας όλων των πλευρών, της προδοσίας. Δεν αποκρύπτει τα πολιτικά σφάλματα και τα ιδιοτελή κίνητρα που χαρακτήρισαν στιγμές της Επανάστασης ούτε επιχειρεί να φιλοτεχνήσει τις συνήθεις αγιογραφίες των πρωταγωνιστών παρουσιάζοντάς τους ως άσπιλους και αμόλυντους από τα ανθρώπινα ελαττώματα, τα πάθη και τα λάθη. Κι όταν η συγκινητική ιστορία του Κάρπου και της Λίμπυ μέσω της οποίας ο αναγνώστης έχει δει με άλλα μάτια την Επανάσταση ολοκληρώνεται, αρχίζει το δεύτερο μέρος του βιβλίου, ένα υπόδειγμα τεκμηρίωσης και πληροφοριών με κεφάλαια όπως «Η Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης και η συγγραφή της», «Βόλια vs Γράμματα», «Φουστανέλα vs Βελάδα», «Λόγος και Εικόνα στο '21». Τέλος, ιδιαιτέρως κατατοπιστικά είναι το εκτενές Χρονολόγιο, το λεπτομερές Γλωσσάρι, το Λεξικό Ονομάτων με περισσότερες από 150 αναφορές σε πρόσωπα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην Επανάσταση, αλλά και οι αναφορές σκίτσων σε εικαστικά έργα που ξεπερνούν τις 75. Όλα αυτά μαζί αποτελούν το ιδανικό υλικό και συνθέτουν το ιδανικό αποτέλεσμα για να τιμηθεί η Επανάσταση του 1821. Χωρίς στερεότυπα και ρομαντικές αφηγήσεις με «αθάνατες Ελλαδάρες», «κρυφά σχολειά» και «βρομότουρκους», αλλά με τεκμηριωμένη γνώση, με στοιχεία, με αναφορές στις πηγές και πάνω απ’ όλα, μέσω της τέχνης των κόμικς με την υπογραφή του Soloup σε σενάριο και σχέδια. Στο πλαίσιο του 7ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου στην Καλαμάτα που φέτος έχει θέμα «Διεκδικώντας την Ελευθερία» και θα διεξαχθεί από 18 Ιουνίου έως 28 Ιουλίου, θα λάβει χώρα η διεθνής έκθεση κόμικς «Η 7η Τέχνη Συναντά την 9η» με τη συμμετοχή των Giuseppe Palumbo και Andrea Bruno, δύο εμβληματικών δημιουργών που πρωταγωνιστούν εδώ και χρόνια στην ιταλική σκηνή των κόμικς, του Κροάτη Danijel Zezely και τριών εκ των σημαντικότερων Ελλήνων δημιουργών, των Θανάση Πέτρου, Soloup και Γιώργου Μπότσου καθώς και του γραφίστα-εικονογράφου και καλλιτεχνικού διευθυντή της Βαβέλ Soto Anagno. Η επιλογή των έργων και η επιμέλεια της έκθεσης ανήκει στη δημιουργική ομάδα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κόμικς της Βαβέλ, ενώ η έκθεση του Soloup θα έχει ως θέμα της φυσικά το νέο του βιβλίο «’21, Η Μάχη της Πλατείας». Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν στις 19 Ιουνίου στις 7.30 το απόγευμα στην γκαλερί A49 (Αναγνωσταρά 49, Καλαμάτα). Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Κυριακή 20 Ιουνίου και θα μιλήσουν γι’ αυτό ο σκηνοθέτης Μελέτης Μοίρας, ο ιστορικός τέχνης Γιάννης Κουκουλάς και ο δημιουργός του, ενώ αμέσως μετά θα ακολουθήσει η πρώτη επίσημη παρουσίαση του ντοκιμαντέρ «’21, Η Μάχη της Πλατείας / Making of… behind the scenes» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Μελέτη Μοίρα. Και το σχετικό link...
- 1 reply
-
- 5
-
-
-
- soloup
- η μάχη της πλατείας
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
Ο Soloup (Αντώνης Νικολόπουλος) μιλάει στην ATHENS VOICE για το graphic novel «Η Μάχη της Πλατείας», που αναφέρεται στην Επανάσταση του 1821. Ξεκίνησα να παρακολουθώ τη δουλειά του Soloup σποραδικά από την εποχή του «Ανθρωπόλυκου», στη Βαβέλ, πίσω στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Κάποια στιγμή τον συνάντησα κιόλας για κάποια υπόθεση που αφορούσε τις κοινές μας σπουδές, οπότε έχοντας εικόνα τόσο του ανθρώπου όσο και της δουλειάς του, μου ήταν πολύ ευκολότερο να κρατάω στο μυαλό μου τα πράγματα με τα οποία καταπιανόταν. Δεν είμαι ο ειδικός των κόμικς ή των graphic novels, έρχεται όμως η στιγμή που καταλαβαίνεις πότε κάποιος καλλιτέχνης δουλεύει τη ματιά του, προχωράει την τέχνη του, κάνει βήματα μπροστά. Το «Αϊβαλί» ήταν μια καταπληκτική δουλειά, πρωτόγνωρη για την Ελλάδα, βαθιά και ταυτόχρονα απολαυστική. Ο «Συλλέκτης», τα «Έξι Διηγήματα Για Έναν Κακό Λύκο» ήταν ένα από τα πολύ συγκινητικά κείμενα-έργα των τελευταίων χρόνων. Κι ύστερα, η «Μάχη της Πλατείας». Με μια ερευνητική ομάδα που αποτελούνταν από τις Νατάσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Παναγιώτα Παναρίτη και με την επιστημονική συμβολή της Εύης Σαμπανίκου. Ένα έργο που υποστηρίχτηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) στο πλαίσιο της 1ης προκήρυξης της δράσης «Επιστήμη και κοινωνία – 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση» και το Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας κι Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, ένα έργο που τελεί υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου (ΕΙΜ). Το πιο φιλόδοξο αλλά και το πιο απαιτητικό έργο για τον Soloup, το οποίο πηγαίνει καλά όχι μόνο ως έκδοση. Ήδη υπάρχει η ταινία-ντοκιμαντέρ του Μελέτη Μοίρα «’21 – Η μάχη της πλατείας / Making of... behind the sketches» που θα παρουσιαστεί μαζί με το graphic novel στο 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Πελοποννήσου στις 19 και τις 20 Ιουνίου, ενώ ετοιμάζεται και η ομώνυμη έκθεση που θα παρουσιαστεί στο Κτίριο της Παλαιάς Βουλής σύντομα. Μετά από περισσότερο από 25 χρόνια είχα τη χαρά να μιλήσω και πάλι με τον Soloup, τον Αντώνη Νικολόπουλο, κι αυτή τη φορά η συζήτηση αφορούσε αποκλειστικά την τέχνη του. Γεια σου Αντώνη! Ας ξεκινήσουμε από την ιδιότητά σου, με την οποία θα ασχοληθούμε λιγότερο στη συζήτησή μας. Τι απαιτεί το να είσαι γελοιογράφος; Μολύβια, γόμες και το να μπορείς όλα αυτά που μας βάζουν να καταπιούμε αμάσητα, τον θυμό, τη στενοχώρια, τη μελαγχολία που σου βγαίνει απ’ όσα φορτώνουν στις ζωές μας, να τα κάνεις χιούμορ. Το ότι έχεις σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες σε βοηθάει στην πολιτική γελοιογραφία ή καμιά φορά σε δυσκολεύει κιόλας; Όχι, ίσα ίσα. Σίγουρα βοηθάει. Το χιούμορ είναι το ένα συστατικό της γελοιογραφίας. Το άλλο είναι η κριτική ματιά. Το να μπορείς ν’ αντιλαμβάνεσαι δηλαδή τη δομή των πραγμάτων. Τις συγκρούσεις, τα συμφέροντα πίσω από τα πολιτικά πρόσωπα της επικαιρότητας. Δεν αρκεί να σπας πλάκα με τους πολιτικούς. Μπορείς φυσικά να σατιρίζεις τις φιγούρες τους αλλά η σάτιρα δεν πρέπει να αφορά την προσωπική τους ζωή αλλά τις πολιτικές επιλογές και τις ιδέες που εκπροσωπούν. Και σε αυτό σίγουρα βοηθάει να έχεις μια βαθύτερη, πιο ειδική γνώση. Να προσπερνάς τις εντυπώσεις της επικαιρότητας και να σημαδεύεις μακρύτερα, στην ουσία των καταστάσεων. Ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στο να δουλεύεις πάνω σ’ ένα χιουμοριστικό κι ένα μη χιουμοριστικό κόμικ; Ξεκίνησα στη «Βαβέλ» φτιάχνοντας χιουμοριστικά κόμικς. Τον «Ανθρωπόλυκο», τον «Μήτσο Κυκλάμινο». Τα περισσότερα χρόνια μου τα πέρασα φτιάχνοντας χιουμοριστικά κόμικς. Με μυτόνγκες σαν αυτή του Αστερίξ και βάζοντας τους ήρωες σε τρελές καταστάσεις όπως στις ιστορίες του Edika και του Crump. Όμως δεν μπορείς όλα τα θέματα να τα κάνεις εικόνες και σκίτσα με τον ίδιο τρόπο. Πώς να μιλήσεις δηλαδή για την τραγική παγίδα που βιώνει ένας πατέρας καθώς αναζητά το παιδί του στον «Συλλέκτη» ή για τη Μικρασιατική καταστροφή στο «Αϊβαλί»; Μπορείς να τους σκιτσάρεις με μυτόνγκες σαν του Αστερίξ; Το θέμα που καταπιάνεσαι είναι, λοιπόν, αυτό που σε οδηγεί. Το σενάριο και η ανάγκη να το υπηρετήσεις όσο γίνεται καλύτερα. Με τα κατάλληλα σκίτσα και την ανάλογη ατμόσφαιρα. Είναι πολύ όμορφο που με τα χρόνια μπορώ πλέον να εκφράζομαι με διαφορετικά σχεδιαστικά στιλ. Και για τα ευτράπελα και σαρκαστικά, αλλά και τα πιο βαθιά και ψυχοβόρα ζητήματα. Όταν πρωτοδιάβασα το «Αϊβαλί» μου είχε φανεί ότι επρόκειτο για μια κοπιαστική και δύσκολη εργασία. Ήταν πραγματικά έτσι; Ποιες ήταν οι προκλήσεις που είχες να αντιμετωπίσεις; Στο «Αϊβαλί» ακολούθησα σχεδόν υπνωτισμένος μια υπαρξιακή περιέργεια: τις δικές μου ρίζες απ’ τη Μικρασία, τις αναμνήσεις από τις ιστορίες της γιαγιάς μου της Μαρίας, τη δική μου τοποθέτηση στον χρόνο, αν θέλεις και τους «άλλους», τους αιώνια εθνικούς εχθρούς μας, τους Τούρκους. Αυτό πήγαινε κι εγώ ακολουθούσα. Όταν όμως σκαλίζεις τέτοια θέματα, προκύπτουν και άλλα ζητήματα που έχεις ν’ αντιμετωπίσεις. Ο εθνικισμός, η μισαλλοδοξία, ο κατατρεγμός, η προσφυγιά. Να δεις τα ιστορικά γεγονότα πέρα από συναισθηματισμούς αλλά την ίδια ώρα να μπορείς ν’ ακούσεις φορτισμένες μαρτυρίες των ανθρώπων που τους έλιωσε στην κυριολεξία ο τροχός της ιστορίας. Έτσι δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα «κοπιαστικής δουλειάς». Κι αυτή η φόρτιση νομίζω πως είναι και το δυνατό σημείο στο «Αϊβαλί». Και ο λόγος που το «Αϊβαλί» δεν σταμάτησε, 7 χρόνια τώρα, να επικοινωνεί με διαρκώς νέους αναγνώστες, και στην Ελλάδα και αλλού. Το μυρίστηκε η Κάτια Λεμπέση των εκδόσεων Κέδρος από τη πρώτη στιγμή και δεν διαψεύστηκε. Υπογράψαμε συμβόλαιο πριν καλά-καλά το δει. Αυτό της το οφείλω. Μοιάζει σαν το «Αϊβαλί» να δημιούργησε ένα κοινό που δεν υπήρχε πιο πριν στην Ελλάδα: Εκείνους που θα εμπιστευτούν το κόμικ ως κάτι περισσότερο από μια μορφή απλής διασκέδασης… Συμφωνείς; Ναι, και ήταν το πρώτο ελληνικό κόμικ που εκτός των άλλων το 2015 μπήκε στις αίθουσες ενός τόσο σημαντικού χώρου πολιτισμού όπως το Μουσείο Μπενάκη, προσεγγίζοντας πράγματι ένα εντελώς διαφορετικό αλλά και πλατύτερο κοινό. Αυτό που προϋπήρχε σίγουρα ήταν η διεθνής επιτυχία του Logicomix των εκδόσεων Ίκαρος. Κάτι που, αν θέλεις, έδωσε και σ’ εμένα το θάρρος με το «Αϊβαλί» να προχωρήσω σε μια φόρμα, τα graphic novels, που θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν διαφορετικά με το κοινό. Το «Αϊβαλί» όμως έθετε για πρώτη φορά τόσο οικεία και ταυτόχρονα τόσο ευαίσθητα ζητήματα όπως το 1922, αλλά μέσα από μια διεθνιστική, πολιτικοποιημένη ματιά. Αυτή προφανώς η διάσταση το έκανε ένα βιβλίο που δεν αφορά μόνο τους Έλληνες και το οδήγησε στις μεταφράσεις που έχουμε σήμερα στα Τουρκικά, Γαλλικά, Αγγλικά και, μόλις αυτές τις μέρες, στα Ισπανικά. Εισήγαγε επίσης μια ευθεία, πολιτικοποιημένη προσέγγιση της σύγχρονης ιστορίας που μέχρι τότε δεν υπήρχε, πλην μεμονωμένων εξαιρέσεων όπως το «Εκ των υστέρων» του Μαλισιόβα. Εκείνο που συναντούσαμε περισσότερο, ήταν οι εμπορικά πιο «ασφαλείς» μεταφορές ελληνικών λογοτεχνικών έργων σε άλμπουμ κόμικς, συχνά με τον προσδιορισμό ως graphic novels. Με τη «Μάχη της Πλατείας» τα πράγματα μοιάζουν ακόμη πιο πολύπλοκα. Είναι πραγματικά έτσι; Εδώ κυριολεκτικά έριξα τρελά ξενύχτια. Κι εκμεταλλεύτηκα στο έπακρο τον αναγκαστικό εγκλεισμό της πανδημίας. Είχε φτάσει στο τέλος η μέρα μου να ξεκινά στις δύο τα χαράματα. Το graphic novel «21 – Η μάχη της πλατείας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα με την ιδιαίτερη φροντίδα των εκδόσεων Ίκαρος, ακολουθεί τα χνάρια του Αϊβαλιού. Όμως είναι πραγματικά κάτι πολύ πιο μεγάλο και πιο σύνθετο από το «Αϊβαλί». Και όχι μόνο λόγω των 753 σελίδων της έκδοσης του Ίκαρου ή των 870 σελίδων του τρίτομου εργαστηριακού e-book. Πού έγκειται αυτή η πολυπλοκότητα; Από την αρχή της συνεργασίας μας με τις ερευνήτριες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, τις Παναγιώτα Παναρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Νατάσα Καστρίτη, είχαμε θέσει ως στόχο τη δημιουργία μιας φορτισμένης, «λογοτεχνικής» αφήγησης που όμως θα συνομιλούσε δυναμικά με την επιστημονική ιστορική τεκμηρίωση και με αναφορές σε συγγραφείς, εικαστικούς και αρχειακές πηγές. Η ένταξη της δουλειάς μας στο πρόγραμμα του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση – που βγήκαμε μάλιστα και πρώτοι ανάμεσα σε 10 πολύ αξιόλογες προτάσεις – απογείωσε και τις δυνατότητές μας. Με τη βοήθεια λοιπόν του Τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας κι Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και της καθηγήτριας Εύης Σαμπανίκου, τώρα εκτός από το βιβλίο και το πολλά υποσχόμενο εργαστηριακό e-book ετοιμάζουμε εκθέσεις, επιστημονικές συναντήσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα κι ένα σωρό σημαντικές δράσεις. Θα ενημερώνουμε σχετικά γι’ αυτές τις δράσεις και από την επίσημη ιστοσελίδα μας: 1821graphicnovel.gr Ποιες ήταν οι πιο σημαντικές αποφάσεις που είχες να πάρεις ως προς την κατανομή της ύλης; Πώς να πεις με κατανοητό και τεκμηριωμένο τρόπο τόσο πολλά γεγονότα και φωτίζοντας διαφορετικές απόψεις χωρίς να κουράσεις τους αναγνώστες. Και για ένα ζήτημα τόσο ευαίσθητο όπως η Επανάσταση του 1821, που έχει να κάνει και με τη νεοελληνική μας ταυτότητα αλλά και τα κυρίαρχα εθνικά αφηγήματα που έχουμε μεγαλώσει μαζί τους. Με μια πρώτη ματιά μοιάζει σαν το βιβλίο να θέλει να θέσει μια σειρά πολύ σοβαρών ερωτημάτων σε σχέση με την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Θα μπορούσες να αναφέρεις αυτά που για σένα είναι πιο σημαντικά; Όπως σου είπα, είναι τόσα πολλά τα στερεότυπα που έχουμε στο μυαλό μας για την επανάσταση και τους αγωνιστές. Θυμήσου τις καλοσιδερωμένες κατάλευκες φουστανέλες στους πίνακες και τα καλοξουρισμένα μάγουλα στις σχολικές αφίσες και τους πίνακες ζωγραφικής. Αλλά τελικά, αν το καλοσκεφτείς, είναι τόσο λίγα εκείνα που ξέρουμε για την πραγματική ιστορία. Έπρεπε λοιπόν να βρούμε μια αφήγηση που όλα αυτά να τα περιγράφει. Και επίσης να κάνουμε τη σύνδεση με το σήμερα. Η ιστορία δεν είναι κάτι ακίνητο, γραμμένη μια για πάντα. Κάθε φορά τα ιστορικά γεγονότα αποκτούν νέες σημασίες και φορτίσεις από το χρονικό σημείο που τα κοιτάμε. Θέλαμε έτσι να δούμε την Επανάσταση με τα ματιά αλλά και τις ανάγκες των σημερινών ανθρώπων. Το να θέτεις ερωτήματα πάνω σε ζητήματα που για τα σχολικά εγχειρίδια μοιάζουν απαντημένα εδώ και δεκαετίες, είναι μια πράξη αμφισβήτησης. Ποια είναι τα ζητήματα που πιστεύεις ότι πρέπει να μπουν σε συζήτηση σήμερα; Να ξανατεθούν τα βασικά ερωτήματα. Τι είναι η Ιστορία; Πώς γράφεται η ιστορία; Ποιοι γράφουν την ιστορία; Και ν’ αναζητήσουμε τις απαντήσεις εκ νέου σε καλογραμμένα βιβλία, στις καταγραφές των αρχείων, στις μαρτυρίες. Η σοβαρή επιστημονική έρευνα είναι εκείνη που μπορεί να μας δώσει μια άλλη εικόνα της Ιστορίας ενάντια στην κυριαρχία των στερεότυπων και των στρεβλώσεών της. Το βιβλίο μας σε αυτή τη κατεύθυνση κινείται. Να δώσει τα ερεθίσματα ώστε οι αναγνώστες, συμφωνώντας ή διαφωνώντας με τα όσα αφηγούμαστε, να ψάξουν, ν’ αναζητήσουν οι ίδιοι την ιστορία. Η βιβλιογραφία και οι πηγές είναι εκεί και μας περιμένουν. Κάτι γενικότερο τώρα… Ποιους σχεδιαστές παρακολουθείς φανατικά; Φανατικά δεν είναι η κατάλληλη λέξη, αλλά όσο πιο συστηματικά μπορώ διαβάζω τους περισσότερους συναδέλφους σκιτσογράφους: Χριστούλιας, KON, Μπότσος, Κουλιφέτης, Αδαμοπούλου, Ζερβός, Λέανδρος, Βιτάλης, Βερύκιος, Μαστώρος, Καραμπάλιος, Πανταζής, Γούσης, Cob, Κυριαζής, Παπαδάτος, Ρουμπούλιας, Διαλυνάς, Στεφαδούρος, Τόμεκ, Τασμάρ, Τσαούσης, Ζάχαρης, Τσιαμάντας, Βαβαγιάννης, Πετρόπουλος, Καμμένος, Φραγκιαδάκης, Πέτρου, Δερβενιώτης, Koύτσης, Κούρτης, Οθωναίου, Ζάχαρη, Χατζόπουλος… Καθώς έχεις ασχοληθεί με το θέμα σε επίπεδο διδακτορικού, με ποια ελληνικά comics νιώθεις να έχει συνάφεια η δουλειά σου; Και με ποια ξένα; Σίγουρα οφείλω πολλά στον τρόπο που έβλεπα να δουλεύει ο Γιάννης Καλαϊτζής. Και κάποιες βασικές συμβουλές που μου έλεγε, όχι μόνο για θέματα σχεδίου. Και από ξένους οι Spiegelman, Thompson, Satrapi, Sacco, Horrocks, Larcenet, Pedrosa… Όμως μελετώντας διάφορα comics για το διδακτορικό που αφορούσε τόσο την ιστορία όσο και τη σημειολογία των κόμικς, μου μπήκαν κάποιες ιδέες αφήγησης που τις εφάρμοσα αρχικά στο «Αϊβαλί». Και στη συνέχεια, αφού μου βγήκαν, στον «Συλλέκτη» και ακόμα περισσότερο τώρα στη «Μάχη της Πλατείας». Στοιχεία που αφορούν τη ροή της αφήγησης, το σενάριο αλλά και την αποτύπωσή τους στην εικόνα. Έτσι θα έλεγα πως ακολουθώ ένα προσωπικό μονοπάτι πειραματισμών χωρίς πολλές άμεσες συγγένειες με άλλους συναδέλφους. Τι διαβάζεις αυτή την εποχή; Φρεσκάρω Roland Barthes και διαβάζω εξαντλητικά τον Mikhail Bakhtin για τις ανάγκες της μεταδιδακτορικής μου εργασίας – που συνδέεται με κάποιον τρόπο και πάλι με τα κόμικς –, πριν ξαναχωθώ στο καινούργιο μου graphic novel. Τι να περιμένουμε στο άμεσο μέλλον; Τι έχεις στα σκαριά; Δουλεύω πλέον όπως σου είπα ένα νέο graphic novel για το 1922 που συνδέεται άμεσα με το «Αϊβαλί». Άλλωστε το σενάριο άρχισε να γράφεται παράλληλα μαζί του από τότε, το 2013. Όμως μετά την επιτυχία έκπληξη του «Αϊβαλί» δεν θέλησα να το βγάλω αμέσως και να φανεί σαν sequel. Ήθελα να ωριμάσει κι άλλο το σενάριο και να μεσολαβήσουν και άλλες δουλειές, όπως κι έγινε. Νομίζω όμως πως τώρα ήρθε η σειρά του και αν πάνε όλα καλά, θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2022. Όμως ακόμα πιο άμεσα προηγούνται άλλα. Μια ζωντανή παρουσίαση της «Μάχης της πλατείας» στην Καλαμάτα στο 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ μαζί με την επίσημη πρώτη παρουσίαση του ντοκιμαντέρ making of «Behind the sketches» σε σκηνοθεσία του Μελέτη Μοίρα και το οποίο αποτυπώνει τον τρόπο που δουλέψαμε στο graphic novel. Ακόμα βρίσκονται σε εξέλιξη οι εργασίες για το στήσιμο της κεντρικής μας έκθεσης στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Και θα ακολουθήσουν πολλά πολλά άλλα για τα οποία θα ενημερώνουμε στο site μας, 1821graphicnovel.gr Και το σχετικό link...
-
- 5
-
-
- soloup
- αντώνης νικολόπουλος
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
Ο Soloup μας είχε δείξει με το «Αϊβαλί» (του) τις δυνατότητες διείσδυσης στην Ιστορία που διαθέτει ως εργαλείο έκφρασης το graphic novel. Ο πήχης ήταν ήδη πολύ ψηλά και πήγε ακόμη ψηλότερα από το θέμα με το οποίο ο Soloup καταπιάστηκε στη νέα του δημιουργία, «Η μάχη της πλατείας», η οποία έχει να κάνει με την απαρχή της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, την παλιγγενεσία, το 1821. Και όχι απλώς μόνο με αυτά… Ο τρόπος με τον οποίο ξεπέρασε τον πήχη που ο ίδιος είχε θέσει, είναι η διαδικασία με την οποία ο Soloup προσέγγισε το θέμα του, δηλαδή την Ιστορία. Και η Ιστορία, όπως φαίνεται από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα τής εξαιρετικά προσεγμένης πλούσιας έκδοσης του βιβλίου, με ένα έξυπνο εύρημα που χρησιμοποιεί ο δημιουργός αποτυπώνεται γλαφυρά και έντονα στο φόντο της σημερινής πραγματικότητας. Έτσι η Ιστορία (μας) γίνεται ο απόηχος των γεγονότων που όχι μόνο φτάνει στις μέρες μας αλλά καθορίζει την ύπαρξή μας είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, είτε μας αρέσει είτε το απεχθανόμαστε. Αυτός είναι άλλωστε ο ρόλος και το νόημα της Ιστορίας η οποία τελικά υπάρχει ως κάτι πολύ περισσότερο, βαθύτερο και καθοριστικό από την αλυσίδα των γεγονότων που τη συνθέτουν. Η Ιστορία, το βαθύτερο νόημά της, είναι αυτό που συνθέτει το παρόν μας, μας τοποθετεί στο «τώρα», μας υπενθυμίζει από πού ερχόμαστε και μας δείχνει πού πηγαίνουμε. Η Ιστορία, τελικά, μας δίνει την επιλογή είτε να ακολουθήσουμε την πορεία, αν οδηγεί σε «επαγγελλόμενες γαίες» ή να αλλάξουμε δρόμο αν, όπως συμβαίνει συνήθως, οδηγεί στην άβυσσο που έχουν δημιουργήσει οι επιλογές του παρελθόντος. Ιστορία και νικητές Κάτι που επίσης μας θύμισε το βιβλίο του Soloup είναι ότι η Ιστορία γράφεται από τους νικητές. Για να δει, λοιπόν, κάποιος την Ιστορία απαιτείται να απαλλαγεί από τους παραμορφωτικούς φακούς των κυρίαρχων αφηγημάτων, των εθνικών μύθων και των ψευδο-ηθικών που την τοποθετούν στο καλούπι των σκοπιμοτήτων. Το ιστορικό αφήγημα κάθε έθνους συντίθεται – και αυτό ως έναν βαθμό είναι δικαιολογημένο από την ανάγκη της σφυρηλάτησης της συνοχής του – με την προβολή των ηρωικών του στιγμών. Όσα πληγώνουν ή τραυματίζουν την εικόνα που συλλογικά πλάθουμε ως έθνος, το επίσημο αφήγημα τα παραδίδει στη λήθη. Εκεί, στη λήθη, προσπάθησε και έσκαψε βαθιά στις πηγές ο Soloup για να φέρει στην επιφάνεια πολλά απ’ όσα θέλουμε να ξεχαστούν. Τις αγριότητες που οι προπάτορές μας διέπραξαν τον καιρό του πολέμου, τις μεταξύ τους διαμάχες, τις μικρότητες των ανθρώπων, τη μάχη των συστημάτων εξουσίας για τη νομή της και για το χρήμα… Κοιτάζοντας την «ανασκαφή» του Soloup, κοιτώντας δηλαδή κατάματα την Ιστορία, διαπιστώνουμε ίσως ότι όλα όσα αφαιρέθηκαν από το επίσημο αφήγημα, όσα μας έκρυψαν ή όσα δεν θέλουμε να θυμόμαστε, είναι παρόντα στο «τώρα» μας, διατρέχουν την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου, δηλαδή μας έχουν καθορίσει. “Μικρά” και “μεγάλα” Οι φατριασμοί εν μέσω της Επανάστασης του 1821, οι λαμογιές με τα δάνεια, η αναζήτηση ξένων προστατών, η εθελοδουλία-ξενοδουλεία, το πλιάτσικο, η συνεργασία με τον εχθρό για προσωπικό όφελος μοιάζουν να διατρέχουν την Ιστορία του τόπου και – τηρουμένων των αναλογιών – να φτάνουν μέχρι τις μέρες μας. Παράλληλα με τα μικρά και ευτελή ωστόσο, «τρέχουν» και τα μεγάλα και σπουδαία χαρακτηριστικά των ανθρώπων που ανέδειξαν οι επαναστατημένοι προπάτορες του σύγχρονου ελληνικού κράτους: η επιμονή και μεθοδικότητα του Κολοκοτρώνη (πολιορκία της Τριπολιτσάς), η αποκοτιά του Ανδρούτσου (Χάνι της Γραβιάς), η γενναιότητα του Κανάρη (πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας), η σκωπτική, «ανάρμοστη» σοφία και στρατηγική σκέψη του Καραϊσκάκη, η ανιδιοτέλεια του Νικηταρά… Και πάνω απ’ όλα η αποφασιστικότητα (ελευθερία ή θάνατος) με την οποία ο λαός που πολέμησε διεκδίκησε αυτό που του αναλογούσε: Μια ζωή ελεύθερη ή έναν έντιμο θάνατο. Το αν και μέχρι πού φτάνουν όλα αυτά (μικρά και μεγάλα, άθλια και μεγαλειώδη) στις μέρες μας, μπορούμε ίσως να το αντιληφθούμε κοιτώντας τριγύρω μας, στην πολιτική και οικονομική σφαίρα που συνθέτουν την κοινωνία μας. Ενδεχομένως στο τώρα, τα «μικρά» και «άθλια» χαρακτηριστικά της φυλής μας (των ανθρώπων ίσως να είναι ορθότερο) είναι φανερά και ευδιάκριτα σε αντίθεση με τα «μεγάλα» και «σπουδαία» προτερήματα που μοιάζουν κρυμμένα, περιμένοντας τους καιρούς που θα τα αναδείξουν. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να λησμονούμε – κι αυτό μας θυμίζει «Η μάχη της πλατείας» του Αντώνη Νικολόπουλου – ότι η Ιστορία, πριν γραφτεί από τους νικητές, συντελείται κατά τη διάρκεια του ανθρώπινου βίου, τις στιγμές δηλαδή που ο κάθε άνθρωπος διαλέγει τι θέλει να είναι και με ποιον: Κολοκοτρώνης ή Νενέκος; Νικηταράς ή Πήλιος Γούσης;… Μπορεί από πρώτη ματιά να φαίνεται παράδοξο, αλλά ακόμη και σε μια ισοπεδωτική παγκοσμιοποιημένη εποχή σαν αυτή που εξελίσσεται ο δικός μας βίος οι καθημερινές μας επιλογές, η στάση μας απέναντι στα (μικρά και μεγάλα) πράγματα χαράσσουν τον δρόμο που θα βαδίσουν οι επόμενοι, γράφουν ήδη την Ιστορία των γενεών που έπονται. Να ’σαι καλά Soloup, για την τροφή για σκέψη που μας πρόσφερες. Και το σχετικό link...
-
O αγώνας του 1821 μέσα από τα μάτια του σύγχρονου θεατή, σε ένα κόμικ που αναδεικνύει σκοτεινά μυστικά από τα αρχεία της Ιστορίας. - Το graphic novel «21: Η μάχη της πλατείας», με τις 752 σελίδες του, είναι το μεγαλύτερο σε έκταση μέχρι σήμερα έργο κόμικς στην Ελλάδα. Πόσο δύσκολο ήταν να συνδυάσετε την ιστορική έρευνα με την Ένατη Τέχνη; H έκταση του βιβλίου δεν ήταν το ζητούμενο. Όμως το ίδιο το θέμα, η Επανάσταση του 1821, που αναφέρεται σε μια πυκνή σειρά τόσο πολυδιάστατων γεγονότων, μας οδήγησε στις πολλαπλές αφηγήσεις του συγκεκριμένου βιβλίου. Έτσι, ο συγκερασμός της ιστορικής έρευνας με τα κόμικς προέκυψε από την ανάγκη να διαχειριστώ αφηγηματικά ένα τόσο δύσκολο υλικό. Σίγουρα σε αυτή την προσπάθεια με βοήθησε η εξοικείωση με τη μεθοδολογία της έρευνας που απέκτησα κατά την εκπόνηση της διδακτορικής μου διατριβής, και το μεταδιδακτορικό μου στη συνέχεια. - Πώς προσεγγίζετε τις μάχες και τα πρόσωπα του αγώνα του 1821, τα γεγονότα και τις ιδέες της Επανάστασης; Για την ιστορική έρευνα σε αρχεία, βιβλιογραφία και πηγές, είχα τη χαρά να συνεργαστώ με τρεις εξαιρετικές επιμελήτριες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, τις κυρίες Νατάσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Παναγιώτα Παναρίτη, όπως επίσης και την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου Εύη Σαμπανίκου. Μια τέτοια συντονισμένη αρχειακή προσέγγιση μας φανέρωσε αρκετά ανάγλυφα την ιστορία του Αγώνα, πάνω στην οποία στη συνέχεια ξετυλίχτηκε η αφήγηση των κόμικς. - Πιστεύετε ότι είναι πιο εύκολο για τους νέους να προσεγγίσουν την ιστορία μέσα από ένα κόμικ; Σίγουρα ναι. Ειδικά αν πατάει γερά στην έρευνα όπως η δική μας δουλειά. Καθόλου τυχαία, αυτή η δουλειά στηρίζεται από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου αλλά και το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Έχουμε μάλιστα στο πλαίσιο του προγράμματος δημιουργήσει και ένα – συμπληρωματικό με το βιβλίο των εκδόσεων Ίκαρος – τρίτομο e-book 870 σελίδων που προσφέρεται για εκπαιδευτική χρήση. Ελπίζουμε πως αυτό θα εκτιμηθεί και θ’ αξιοποιηθεί στη συνέχεια από καθηγητές. - Ποιο είναι το ζητούμενο κάθε φορά που αρχίζετε ένα νέο graphic novel; Συνήθως έρχονται και με βρίσκουν τα θέματα. Μπαίνουν στη ζωή μου απρόσμενα καταλαμβάνοντας σταδιακά όλο και περισσότερο χώρο, μέχρι που καταλήγουν εμμονές οι οποίες χρειάζονται διαχείριση. Η ανάγκη να κατανοήσω θέματα – όπως ήταν για παράδειγμα η Μικρασιατική καταγωγή μου στο «Αϊβαλί», η σχέση πατέρα και παιδιού στον «Συλλέκτη», ή στο «21» η σχέση μας με την νεότερη ιστορία μας – κατέληξαν τελικά στα graphic novel που βλέπετε. - Είναι κάποιοι κομίστες που έχουν επηρεάσει το έργο σας; Πάρα πολλοί. Αναφέρω ενδεικτικά τον Art Spiegelman και τον Craig Thompson. Εκτιμώ όμως πολύ και τη δουλειά που κάνουν σύγχρονοι συνάδελφοί μου στην Ελλάδα. - Ποια βιβλία που διαβάσατε πρόσφατα ξεχωρίζετε; Το πιο πρόσφατο, καθόλου τυχαία και λόγω των ερευνητικών μου αναζητήσεων, ήταν το «Φουστανέλες και Χλαμύδες» της Χριστίνας Κουλούρη. Ένα βιβλίο όμως που το έχω διαβάσει αρκετές φορές, αλλά το συμβουλευόμουν και κατά τη διάρκεια του «21», είναι ο «Επαναστατημένος άνθρωπος» του Καμύ. Soloúp «21: Η μάχη της πλατείας» Εκδ. Ίκαρος Σελ. 752 – τιμή €25 Και το σχετικό link...
-
- 6
-
-
-
- 21: η μάχη της πλατείας
- 1821
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
«Ένας τρόπος να σκέφτεσαι, να αισθάνεσαι, να επικοινωνείς». Έτσι χαρακτηρίζει τη δημιουργία ενός κόμικς ο Αντώνης Νικολόπουλος, ο οποίος υπογράφει τα έργα του ως Soloúp. Μεσήλικας σήμερα, διατηρεί στο ακέραιο την καλλιτεχνική ζωντάνια που είχε πριν από τρεις δεκαετίες, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο του έργο. Μόνο που τώρα συμπληρώνεται με βαθύτερη γνώση του αντικειμένου. Διδάκτωρ ήδη, εκπονεί το μεταδιδακτορικό του με θέμα την εικονογραφία των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και το πώς οι αρχικές καλλιτεχνικές αποδόσεις τους «πέρασαν» στις μεταγενέστερες. Όντας πολυσχιδής, καταθέτει τον απαιτητικό τρόπο δουλειάς και την επιμονή του στη λεπτομέρεια σε μια ποικιλία εκφάνσεων της τέχνης – μιας και ο ίδιος θεωρεί τη δουλειά του μορφή τέχνης. «Μην ξεχνάς άλλωστε πως τα κόμικς συνδυάζουν τον λόγο με την εικόνα. Έχουν εκ των πραγμάτων στο αφηγηματικό τους οπλοστάσιο την παράδοση της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου, της ζωγραφικής, του θεάτρου». Όσο για τις εκθέσεις που έγιναν για το έργο του, δηλώνει: «Το κοινό τις αγκάλιασε, υπήρχε τρομερή επικοινωνία και διάδραση με το κοινό. Και το πιο σημαντικό, απέκτησα πολλούς νέους, ουσιαστικούς φίλους. Είμαι ευτυχής κι ευγνώμων». Εικονογράφηση: Τιτίνα Χαλματζή – Κόμικς, γελοιογραφίες, graphic novels. Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με αυτό το είδος; – Το ένα έφερε το άλλο. Τα αφελή παιδικά σκιτσάκια του Δημοτικού έγιναν παιχνίδι ενηλικίωσης στα φοιτητικά χρόνια της Παντείου και στη συνέχεια μανία. Εκεί, στην Πάντειο, υπέγραψα για πρώτη φορά τα σκίτσα μου με το ψευδώνυμο Soloúp. Προφανώς μια τυχαία επιλογή που με καθόρισε. – Στο έργο σου είναι εμφανής μια πλούσια υποδομή: ιστορικά τεκμήρια, λογοτεχνικές αναφορές, φιλοσοφικές συσχετίσεις. Πώς προέκυψε αυτό το πάντρεμα; – Υπάρχει πάντα η ανάγκη να αναζητήσεις πληροφορίες. Να τσεκάρεις πράγματα για όσα γράφεις. Αυτό συμβαίνει και στα πιο χιουμοριστικά κόμικς ή ακόμη και στις γελοιογραφίες μου στην εφημερίδα. Όταν όμως αποφασίζεις να ασχοληθείς, για παράδειγμα, με τη Mικρασιατική Καταστροφή, όπως συνέβη με το «Αϊβαλί», ή τώρα με το graphic novel που ετοιμάζω για το 1821, δεν είναι δυνατόν να μην ανατρέξεις πολύ πιο οργανωμένα στις πηγές. Σε αυτό σίγουρα με βοηθάει η εμπειρία της συστηματικής μελέτης που χρειάστηκε να κάνω στο διδακτορικό. Σε πρωτότυπα κείμενα, απομνημονεύματα, μαρτυρίες, αρχεία, φωτογραφικό ή άλλο οπτικό υλικό. Για να δέσουν όμως όλα αυτά μεταξύ τους, χρειάζεται και μιαν ευρύτερη οπτική. Μια φιλοσοφική θεώρηση, όπως λες. – Ποια θέση μπορούν να έχουν τα κόμικς στην εκπαίδευση; – Είχα τη χαρά να συνεργαστώ με δασκάλους και καθηγητές σε διάφορα εργαστήρια και παρουσιάσεις σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Από την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια μέχρι πανεπιστήμια και μεταπτυχιακά. Η ανταλλαγή πληροφοριών, οι αφορμές για διάλογο, αλλά και η ανταπόκριση απ’ όσους συμμετείχαν, υπήρξαν συχνότατα από εντυπωσιακές έως και συγκινητικές. Υπάρχουν πραγματικά τεράστιες δυνατότητες του μέσου των κόμικς στην εκπαίδευση. Όμως, ο σημαντικότερος παράγοντας σε αυτή τη διαδικασία παραμένει πάντα ο δάσκαλος. Ο εκπαιδευτικός είναι εκείνος που θα πάρει αυτό το υλικό στα χέρια του, θα μαγέψει τους μαθητές και θα τους πάει παραπέρα. – Το «Αϊβαλί» σου χάρισε ένα ελληνικό βραβείο το 2015, ένα διεθνές το 2016 και μεγάλη αναγνωρισιμότητα. Πώς το εξηγείς; – Το «Αϊβαλί» γράφτηκε στο ξεκίνημα της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων, τη στιγμή δηλαδή που οι εκδοτικοί οίκοι αντιμετώπιζαν μεγάλα προβλήματα αναστέλλοντας διαρκώς εκδόσεις. Ήταν πέρα από κάθε λογική και εμπορικό υπολογισμό πώς ένα κόμικς 450 σελίδων εν μέσω κρίσης θα αφορούσε τόσο πολύ κόσμο και θα είχε αξιοσημείωτη πορεία στο εξωτερικό. Μια πορεία που συνεχίζεται σε όλα τα επίπεδα αμείωτη. Ίσως το να διατυπώσεις έντεχνα κάτι που σε απασχολεί προσωπικά, εκεί να βρίσκεται η εξήγηση. – Πέρυσι το φθινόπωρο παρουσίασες το «Αϊβαλί» στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ποια ήταν η υποδοχή; – Ήταν μια υπέροχη εμπειρία χάρη στη γενναιόδωρη πρόσκληση των εκδόσεων Somerset Hall Press και του μεταφραστή του στα αγγλικά, Tom Papademetriou. Αρχικά παρουσιάσαμε επίσημα την αμερικανική έκδοση του «Aivali» στο συνέδριο MGSA που έγινε τον Νοέμβριο του 2019 στο Σακραμέντο της Καλιφόρνιας. Ακολούθησε κάτι πρωτόγνωρο για ελληνικό βιβλίο, πόσο μάλλον για κόμικς. Ένα book tour με παρουσιάσεις στο Σαν Φρανσίσκο, στο Πανεπιστήμιο Stockton του Νιου Τζέρσεϊ, στη Βοστώνη, στο Columbia της Νέας Υόρκης. Παντού ζεστοί άνθρωποι. Και ενδιαφέρον όχι μόνον από Ελληνοαμερικανούς, όπως θα νόμιζε κανείς λόγω της θεματολογίας του βιβλίου. – Αν το «Αϊβαλί» αντλεί από την Ιστορία, ο «Συλλέκτης» αντλεί από τη σύγχρονη κοινωνία. Και μας παρουσιάζει μια Κοκκινοσκουφίτσα απρόσμενα και ανατρεπτικά. – Το «Αϊβαλί» έχει να κάνει με τη μεγάλη Ιστορία όπως τη βίωσαν οι απλοί άνθρωποι. Ο «Συλλέκτης» πάλι ασχολείται με μια σύγχρονη καθημερινή τραγωδία, που βιώνουν χιλιάδες γονείς και παιδιά σε όλον τον κόσμο: τη γονική αποξένωση ύστερα από ένα διαζύγιο. Μια κατάσταση που η Δικαιοσύνη, ειδικά στην Ελλάδα, αντί για λύση αποτελεί μέρος του προβλήματος. Η αλληγορία της Κοκκινοσκουφίτσας νομίζω πως βοηθά να δούμε τον τρόπο που λειτουργούν αυτές οι σχέσεις τόσο από την πλευρά των γονιών όσο και στα παιδιά. Ο μικρόκοσμος του καθενός μπορεί να αποτελέσει τεράστια παγίδα – Καλλιτέχνης και κοινωνικός περίγυρος. Ποια είναι η γνώμη σου; – Ο καθένας μας ζει σ’ έναν μικρόκοσμο γνωστών, φίλων, συγγενών, συναδέλφων ακόμα και εικονικών φίλων στο Facebook. Στο μυαλό μας ο μικρόκοσμος αυτός είναι καθοριστικός στον τρόπο που σκεφτόμαστε και αντιδρούμε. Κάτι τέτοιο είναι φυσιολογικό και υγιές, αρκεί να συνειδητοποιείς τα όριά του. Τις περισσότερες φορές όμως για όλους μας, πόσο μάλλον για έναν δημιουργό, αυτός ο μικρόκοσμος μπορεί να αποτελέσει τεράστια παγίδα. Να παρασύρεται δηλαδή ένας καλλιτέχνης στο να κολακέψει συγκεκριμένους ανθρώπους και λογικές εις βάρος της ίδιας του της δουλειάς. Ο Πεσόα στον Ηρόστρατο διατυπώνει κάποιες διαυγείς σκέψεις πάνω σε αυτό. – Η γνώμη σου για τα ελληνικά κόμικς; Τους έχεις αφιερώσει το διδακτορικό σου. – Ναι. Το διδακτορικό μου ήταν μια πολυεπίπεδη και εκτενής έρευνα για τα ελληνικά κόμικς από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Δεν είναι απλή γραμμική ιστορική καταγραφή. Τα κόμικς, αντίθετα, προσεγγίζονται μέσα από τη σημειολογία, τη σύνδεσή τους με τη γελοιογραφία, τις επιρροές τους από τη διεθνή σκηνή. Υπάρχουν και στατιστικά στοιχεία. Από αυτό το υλικό, μόνο ένα μέρος μετασχηματίστηκε στο ομώνυμο βιβλίο των εκδόσεων Τόπος. Στην πραγματικότητα εκεί μέσα υπάρχει η μαγιά για ακόμα δύο δοκίμια για τα κόμικς. Αλλά πού να βρεις χρόνο; Προς το παρόν κυνηγάω με την καραμπίνα ώρες μέσα στη μέρα για να φτιάξω τα δικά μου κόμικς. – Ποιοι διαβάζουν σήμερα κόμικς και graphic novels; – Αν κρίνω από τη δική μου εμπειρία, στο Αϊβαλί έχω ανακαλύψει φανατικούς αναγνώστες ακόμα και 91 χρόνων. Επίσης στον Συλλέκτη, πολλοί γονείς μέσης ηλικίας αλλά και εκπαιδευτικοί βρήκαν στο graphic novel έναν ευχάριστο τρόπο να μιλήσουν για… δύσκολα πράγματα με τα παιδιά τους. Τα κόμικς έτσι κι αλλιώς έχουν το δικό τους φανατικό, αλλά περιορισμένο κοινό. Σε κάποια graphic novels όμως, όπως το Logicomix, το Αϊβαλί και άλλα που ακολούθησαν, το κοινό που τα προσέγγισε ήταν εμφανώς μεγαλύτερο. Θα έλεγα λοιπόν πως ο τρόπος που διατυπώνει ένα έργο το θέμα του είναι πιο καθοριστικός από την ίδια τη φόρμα του. Διαβάζουμε πάντα κάτι που μας αφορά. – Τι είναι για σένα αυτό που κάνεις; Μεράκι ή τρόπος επιβίωσης; – Σίγουρα και τα δύο. Και όσο περνάει ο καιρός όλο και πιο πολύ ένας συνειδητός τρόπος να μαθαίνεις, να αισθάνεσαι, να επικοινωνείς, να σκέφτεσαι. Αυτοεγκλεισμός και λύτρωση – Τι χρειάζεται για να γίνει ένα graphic novel; Δουλεύεις μόνος; – Ναι, τις περισσότερες φορές δουλεύω και τα σενάρια και τα σκίτσα μόνος. Όχι ότι σνομπάρω τις συνεργασίες. Το αντίθετο. Θα ήθελα πολύ να μοιράζομαι αυτή τη διαδικασία. Όμως, συνήθως συμβαίνει το εξής. Τυχαίνει να σκοντάψω σ’ ένα θέμα που με απασχολεί σταδιακά όλο και πιο πολύ, μέχρι που γίνεται σχεδόν εμμονή. Δουλεύω έτσι αρχικά πολύ πάνω στη δομή και στο σενάριο. Και στη συνέχεια προσπαθώ στο σκίτσο, με διάφορα τεχνάσματα και σημειολογικά κλειδιά, να πολλαπλασιάσω τις εντάσεις και τα συναισθήματα του κειμένου. Μια τέτοια διαδικασία προϋποθέτει όχι μόνον πολλή δουλειά, αλλά κι έναν αυτοεγκλεισμό. Παρηγοριά σε όλο αυτό είναι η ελπίδα πως στο τέλος θα ακολουθήσει η λύτρωση της επικοινωνίας με τους αναγνώστες. Η συνάντηση Το γεύμα είχε προγραμματιστεί πριν η πανδημία αλλάξει τα δεδομένα στις ζωές μας. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η συνομιλία έγινε μέσω Skype κι όχι στον προγραμματισμένο χώρο. Δεν ήταν, όμως, απόμακρη. Είχε αμεσότητα, οικειότητα. Όπως η συνάντηση που είχαμε στο Μουσείο Μπενάκη, λίγο πριν ταξιδέψει στις ΗΠΑ για να παρουσιάσει τη δουλειά του. Πρωί μιας εργάσιμης ημέρας τότε, πρωί Σαββάτου τώρα, παρέα με έναν ζεστό καφέ – και τώρα. Ολοκληρώνοντας τη συζήτηση, έμοιαζε να αποκαλύπτει το μυστικό του: «Το ζητούμενο είναι να είσαι δημιουργικός, να αγαπάς τη δουλειά σου και να την αντιμετωπίζεις με απαιτητικότητα». Οι σταθμοί του 1966 Γεννιέται στην Αθήνα. 1989 Αρχίζει η συνεργασία με τη «Βαβέλ». Κυκλοφορεί ο «Ανθρωπόλυκος» (η πρώτη αυτοέκδοση άλμπουμ κόμικς στην Ελλάδα). 2004 Γεννιέται η κόρη του Ελένη. 2011 Διδάκτωρ Πολιτισμικής Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. 2014 Κυκλοφορεί το graphic novel «Αϊβαλί» (Κέδρος). Ακολουθεί μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη. Ετοιμάζεται η τουρκική έκδοση (Istos). 2016 Βράβευση της γαλλικής έκδοσης του «Aivali» (Steinkis) στην Clermont-Ferrand. Παρουσιάσεις σε Οξφόρδη, Παρίσι, Βρυξέλλες και αλλού. 2018 Κυκλοφορεί το graphic novel «Ο Συλλέκτης» (Ίκαρος). Ακολουθεί μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη. 2019 Το «Aivali» κυκλοφορεί στις ΗΠΑ (Somerset Hall Press). Επίσημη παρουσίαση στο Σακραμέντο (MGSA) και περιοδεία σε πέντε πολιτείες. Και το σχετικό link...
-
Δέκα χρόνια πριν, όταν η ελληνική οικονομική κρίση ήταν στην αρχή της, ο Αντώνης Νικολόπουλος (Soloup είναι εμφανώς το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο) αποφάσισε να προβεί σε αυτό που πολύ σύγχρονοί του θεώρησαν – και ίσως όχι ολωσδιόλου άδικα – ως απονενοημένο διάβημα. Τη δημιουργία δηλαδή ενός κόμικ με θέμα τη Μικρασιατική καταστροφή, «τη στιγμή δηλαδή, που έκλειναν εκδοτικοί οίκοι και εφημερίδες και η παραγωγή των βιβλίων συρρικνωνόταν απελπιστικά», όπως εύγλωττα μας λέει ο ίδιος. Ο ίδιος πεισματικά ακολούθησε το «ουτοπικό» του όραμα. Λίγους μήνες πριν σε μια περιοδεία του την Αμερική για την προώθηση του «Αϊβαλί», και μάλιστα τη μεταφρασμένη στα αγγλικά έκδοσή του από τον εκδοτικό οίκο «Somerset Hall Press», ο κ. Νικολόπουλος παραδέχτηκε πως η αποδοχή που βρήκε το βιβλίο δεν ξεπέρασε μόνο τους φόβους του, αλλά και τις προσδοκίες του. Το «Αϊβαλί» είναι από αυτά τα αναγνώσματα, που είναι κατάλληλα για κάθε ηλικία, ενώ η εκπαιδευτική του αξία, ειδικά για εμάς τους Έλληνες της δυτικής πλευράς του Ατλαντικού, ανυπέρβλητη. Τι προκάλεσε το ενδιαφέρον σας για την τέχνη του κόμικς και πώς αποφασίσατε να αφοσιωθείτε σε αυτό; Soloup: Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς ξεκίνησε αυτή η σχέση με τα σκίτσα. Μάλλον από το Δημοτικό. Θυμάμαι για παράδειγμα, σαν παιχνίδι, στα διάφορα κείμενα που έπρεπε να γράφω, ιστορία, έκθεση κ.λ.π., να αφαιρώ λέξεις και να βάζω στη θέση τους σκιτσάκια. Για παράδειγμα, αντί να γράψω «ήλιος», έκανα το σκίτσο ενός ήλιου. Πιο συστηματικά όμως με τα κόμικς και τη γελοιογραφία ασχολήθηκα την περίοδο που ήμουν φοιτητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τότε ήταν που χρησιμοποίησα για πρώτη φορά και το ψευδώνυμο Soloup. Ένα κομμάτι της δουλειάς σας έχει να κάνει τον πολιτικό σχολιασμό. Το κόμικς σάς δίνει μεγαλύτερη ελευθερία σε αυτό τον τομέα; Soloup: Το κύριο επάγγελμά μου είναι η πολιτική γελοιογραφία. Τα… πολλά τελευταία χρόνια εργάζομαι στην εφημερίδα «Το Ποντίκι» αλλά και πιο παλιά στο «Βήμα», τις «6 μέρες», το «Goal», την «Γαλέρα» και αλλού. Η καθημερινή μου ασχολία έτσι εδώ και σχεδόν δυόμιση δεκαετίες σε εφημερίδες και περιοδικά, είναι το ν' ασχολούμαι με την πολιτική επικαιρότητα και τον γελοιογραφικό σχολιασμό της. Τα κόμικς σίγουρα απαιτούν πολύ περισσότερο χρόνο. Ειδικά τα graphic novels όπως το «Αϊβαλί» ή «Ο Συλλέκτης». Δεν παρακολουθούν την επικαιρότητα ούτε αυτός είναι ο στόχος τους. Μπορούν όμως ν' αναπτύξουν έναν κοινωνικό προβληματισμό σε μεγαλύτερο βάθος, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με τόσο ευαίσθητα θέματα, όπως αυτά που καταπιάνεται το «Αϊβαλί»: τη Μικρασιατική καταστροφή, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τις προσφυγικές ροές, τις θέσεις των ίδιων των ανθρώπων πάνω σε φαινόμενα όπως ο εθνικισμός, ο θρησκευτικός φανατισμός κ.λ.π. Πώς βλέπετε τα πολιτικά πράγματα της χώρας σήμερα; Soloup: Περάσαμε μέσα από μια πολυδιάστατη κρίση που μας εξάντλησε σε όλα τα επίπεδα: στην οικονομία, στην κοινωνία, στα εργασιακά, στον πολιτισμό, ακόμα στις διαπροσωπικές σχέσεις. Ελπίζουμε βέβαια πως σιγά σιγά θα βγούμε από αυτήν την φθοροποιό κατάσταση. Την ίδια ώρα όμως οι διεθνείς εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, το προσφυγικό, οι γεωτρήσεις και οι ΑΟΖ, οι συνεχιζόμενοι πόλεμοι στην ευρύτερη περιοχή και η επιθετική στάση της Τουρκίας, δεν μας αφήνουν αρκετά περιθώρια εφησυχασμού. Εκεί ακριβώς, σε αυτήν την ανησυχία νομίζω πως οφείλει και το «Αϊβαλί» την επιτυχία του. Ένα ενδιαφέρον που συνεχίζεται αμείωτο εδώ και πέντε χρόνια από τη στιγμή που κυκλοφόρησε το 2014 στα Ελληνικά από τις εκδόσεις «Κέδρος» αλλά και στη συνέχεια στις μεταφράσεις του. Τελευταίο παράδειγμα η αμερικανική έκδοση που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Somerset Hall Press στην εξαιρετική μετάφραση του Tom Papademetriou (Τομ Παπαδημητρίου). Στο μεγάλο book tour που κάναμε το Νοέμβριο από το Σαν Φρανσίσκο μέχρι τη Βοστώνη και τη Νέα Υόρκη, μας έφερε σε επαφή με ένα σωρό νέους φίλους του βιβλίου και μας χάρισε πολλές συγκινητικές στιγμές. Είναι ένα βιβλίο που διαδίδεται από στόμα σε στόμα και από αναγνώστη σε αναγνώστη. Το βιβλίο σας «Αϊβαλί» όπως είπατε μεταφράστηκε πρόσφατα και στα Αγγλικά και έχει κατορθώσει διάφορες βραβεύσεις στο εξωτερικό. Πώς νιώθετε για αυτό; Soloup: Όταν ξεκινούσα γύρω στα 2011 να συλλέγω το υλικό και να γράφω το σενάριο – στις αρχές δηλαδή της ελληνικής κρίσης – δεν φανταζόμουν αυτό που θα ακολουθούσε. Ότι έκανα τότε προερχόταν περισσότερο από προσωπική ανάγκη. Λόγω της μικρασιατικής μου καταγωγής και από τους δυο παππούδες και τις δυο γιαγιάδες μου, αλλά και την ανάγκη αυτοπροσδιορισμού σε μια ώριμη ηλικία. Τότε ακουγόταν σχεδόν ουτοπικό να καταπιαστείς με ένα τέτοιο βιβλίο. Τη στιγμή δηλαδή που έκλειναν εκδοτικοί οίκοι και εφημερίδες, η παραγωγή των βιβλίων συρρικνωνόταν απελπιστικά, να αρχίσει κάποιος να φτιάξει ένα… κόμικς 450 σελίδων! Ποιος εκδοτικός θα το έβγαζε ένα τόσο ειδικό βιβλίο και ποιος θα το διάβαζε; Ευτυχώς το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε φόβο μου αλλά και κάθε προσδοκία. Οι αντιδράσεις από τους αναγνώστες είναι ιδιαίτερα συγκινητικές. Eκθέσεις, παρουσιάσεις και ομιλίες, εντός και εκτός Ελλάδας. Τα πανεπιστήμια και οι ερευνητές από την άλλη δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το «Αϊβαλί», μιας και το συγκεκριμένο graphic novel ακουμπά θέματα ιστορίας, λογοτεχνίας αλλά και της τέχνης, της μνήμης, το συναίσθημα… Πολλές εργασίες, διδακτορικές διατριβές, άρθρα σε περιοδικά γίνονται πλέον με αντικείμενο το «Αϊβαλί». Πώς να μην νοιώθω χαρούμενος. Την ίδια στιγμή όμως νιώθω και μεγάλη ευθύνη. Δεν είναι εύκολο να μιλάς για τόσο τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος. Ποια πιστεύετε, ότι είναι η διαφορά – αν υπάρχει – ανάμεσα σε ένα βιβλίο κόμικς και ένα συμβατικό βιβλίο; Soloup: Τα graphic novels θα μπορούσαμε να τα περιγράψουμε ως κάποια… πιο ώριμα ή «λογοτεχνικά» κόμικς – αυτό με τίποτα βέβαια δεν αποτελεί ορισμό τους για κάποιους που ασχολούνται πιο συστηματικά με αυτά. Θα λέγαμε πως υπερασπίζονται τον λόγο των βιβλίων σε ένα περιβάλλον κι έναν πολιτισμό εικόνων κυρίως σε οθόνες. Φυσικά ένα graphic novel μπορεί να διαβαστεί και ως e-book αλλά, κατά τη γνώμη μου, τίποτα δεν υποκαθιστά την αναγνωστική απόλαυση του εντύπου. Είναι το ίδιο πράγμα να βλέπεις μια ταινία στον υπολογιστή, στην TV ή στο κινητό και το ίδιο στη μεγάλη οθόνη του κινηματογράφου; Ισχύει λοιπόν και εδώ κάτι αντίστοιχο. Ποιο πιστεύετε ότι είναι το μήνυμα του βιβλίου «Αϊβαλί»; Soloup: Νομίζω πως η όποια δύναμή του «Αϊβαλί» βρίσκεται στο ότι διατυπώνει ερωτήματα. Και τα ερωτήματα αυτά έχουν να κάνουν με τον ίδιο τον άνθρωπο και την αξιοπρέπειά του, σε επίπεδο ατομικό και σε επίπεδο κοινωνίας. Ως αναγνώστες καλούμαστε να δώσουμε τις δικές μας απαντήσεις και να σκιαγραφήσουμε τα δικά μας νοήματα στις σχέσεις των ανθρώπων και των κοινωνιών. Το τι είναι σημαντικό και το τι είναι αυτό για το οποίο πρέπει να προσπαθήσουμε. Ποια είναι η πορεία του κόμικς στην Ελλάδα μέχρι σήμερα και ποιο το μέλλον του; Soloup: Τα ελληνικά κόμικς όσο περνούν τα χρόνια πάνε όλο και καλύτερα. Οι παλαιότεροι δημιουργοί ωριμάζουν, νέοι σκιτσογράφοι δημοσιεύουν εκπληκτικές δουλειές. Τα κόμικς τα οποία στην Ελλάδα της δεκαετίας του '80 στηρίχτηκαν σε περιοδικά όπως η «Βαβέλ» και το «Παρά Πέντε», τώρα έχουν ενηλικιωθεί και προσεγγίζουν την διεθνή σκηνή της τέχνης των κόμικς. Μιλήστε μου για το τελευταίο σας βιβλίο. Soloup: Το graphic novel «Ο Συλλέκτης» (εκδόσεις Ίκαρος) καταπιάνεται με διαφορετικές καταστάσεις «απώλειας» και «τραύματος» από εκείνες που συναντάμε στο «Αϊβαλί». Περιγράφει ένα παγκόσμιο σημερινό πρόβλημα που δεν είναι άλλο από τη Γονική Αποξένωση (Parental Alienation). Την ψυχολογική απόσταση δηλαδή που διαμορφώνεται ανάμεσα σε γονείς και παιδιά μετά από ένα διαζύγιο. Στην ιστορία του «Συλλέκτη», ο Διονύσης είναι ένας πατέρας που μετά από έναν επώδυνο χωρισμό περιμένει κάθε μέρα μάταια την κόρη του την Φωτεινούλα, να την πάει στο σχολείο. Το παιδί πηγαίνει σχολείο με ένα ταξί που καλεί η μητέρα της για να τον παρακάμψει. Το μόνο που απομένει στον αμήχανο Διονύση είναι να καταγράφει κάθε μέρα τον αριθμό του ταξί – μετατρέποντάς τον έτσι σε έναν ιδιότυπο… «συλλέκτη». Η ελπίδα όμως δεν πεθαίνει και την άλλη μέρα βρίσκεται πάλι εκεί για την κόρη του. Το βιβλίο πάει πολύ καλά και βρίσκεται ήδη στη δεύτερή του έκδοση. Τον χειμώνα του 2019 έγινε μια πολύ μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη της Αθήνας. Ανάμεσα στις παράλληλες εκδηλώσεις (εργαστήρια, συναυλία κ.λ.π.) είχαμε οργανώσει και μια διεθνή ημερίδα για τη Γονική Αποξένωση. Το βιβλίο το έχουμε ήδη μεταφράσει στα Αγγλικά για τις ανάγκες της έκθεσης και τώρα βρισκόμαστε στην διαδικασία εξεύρεσης εκδότη, για την Αγγλική ή άλλες γλώσσες. Νομίζω πως θα είχε ενδιαφέρον για τους αναγνώστες σας να δώσω και τα links με πληροφορίες για τον «Συλλέκτη» στο Μπενάκη και πιο συγκεκριμένα τη διεθνή ημερίδα για τη Γονική Αποξένωση η οποία κατέγραψε το ίδρυμα Μποδοσάκη. Δυστυχώς αυτό το θέμα θα αφορά παγκοσμίως πολύ κόσμο: Benaki Museum: «The Collector – six short stories about a bad wolf» (https://www.benaki.org/index.php?option=com_events&view=event&id=5806&lang=en) Bodossaki Lectures on Demand: «Η προοπτική της κοινής ανατροφής των παιδιών / Καταπολέμηση της Γονικής Αποξένωσης» (https://www.blod.gr/lectures/i-prooptiki-tis-koinis-anatrofis-paidion-katapolemisi-tis-gonikis-apoksenosis-harin-tou-beltistou-symferontos-tou-paidiou-hairetismoi/) Τα μελλοντικά σας σχέδια; Ετοιμάζετε κάτι νέο; Soloup: Ναι, τα τελευταία δύο χρόνια δουλεύουμε με μια ομάδα ερευνητών πάνω σε ένα αρκετά φιλόδοξο ιστορικό graphic novel. Ελπίζω πως τους επόμενους μήνες θα είμαστε σε θέση να ανακοινώσουμε κάτι πιο επίσημα. Ευχαριστώ θερμά εσάς και τον «Εθνικό Κήρυκα» για τις όμορφες ερωτήσεις και το ενδιαφέρον σας. Και το σχετικό link...
-
- 7
-
-
-
- εκδόσεις κέδρος
- αντώνης νικολόπουλος
- (and 6 more)
-
Μετά το βραβευμένο βιβλίο «Αϊβαλί» ο πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς Soloúp, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, πριν από λίγες ημέρες παρουσίασε τον «Συλλέκτη», έξι ιστορίες που τις συνδέει το νήμα μιας οικογενειακής διάλυσης και ένας… κακός λύκος. Ο δημιουργός μίλησε στην FS για τη θεματολογία του «Συλλέκτη», για τα κόμικς στην Ελλάδα και για το πόσο κακός τελικά είναι ο κακός λύκος. Κατ’ αρχάς, τι συλλέγει ο «Συλλέκτης» του τίτλου και ποιος είναι ο κακός λύκος του υπότιτλου του βιβλίου σας; Η συλλογή πραγμάτων είναι κάτι που συμβαίνει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στον καθέναν μας. Πολλές φορές χωρίς καν να νιώθουμε συλλέκτες ή να το επιδιώκουμε. Τα ’φερε έτσι λοιπόν στον Διονύση, τον κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου, να μαζεύει στο μπλοκάκι του αριθμούς ταξί. Των ταξί που πηγαίνουν, αντί γι’ αυτόν –και παρά τις αποφάσεις του δικαστηρίου–, το παιδί του στο σχολείο. Ο λύκος, πάλι, είναι βγαλμένος από το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας. Αντί όμως να μαζεύει –όπως πραγματικά θα ήθελε– πρωινές «καλημέρες» από την ηρωίδα του παραμυθιού, φορτώθηκε στα μάτια της τον ρόλο του «κακού». Έξι ιστορίες ή μία ιστορία «σπασμένη» σε έξι κομμάτια; Πράγματι, το βιβλίο χωρίζεται σε έξι αφηγήσεις. Κάθε ιστορία διατηρεί την αυτονομία της, όμως όλες μαζί συμπληρώνουν, σαν σε παζλ, την κεντρική ιστορία του Διονύση, φωτισμένη κάθε φορά από διαφορετική οπτική γωνία. Μετανάστες που καταλαβαίνουν τα πουλιά, γείτονες που παρακολουθούν τα πάντα, φιλίες που καταρρέουν για μια παρεξήγηση, οικογένειες που σήμερα υπάρχουν και αύριο όχι… Ποιο είναι για εσάς το «νήμα» που ενώνει όλα αυτά τα στοιχεία; Η σιωπηλή φιγούρα του Διονύση είναι εκείνη που διατρέχει όλες τις ιστορίες. Μια βασανισμένη ύπαρξη που αναζητά την επαφή με το παιδί του μπροστά στα μάτια των γειτόνων και των περαστικών. Ένας χαρακτήρας, όμως, που στον μονόλογο του τελευταίου κεφαλαίου βλέπουμε αυτές ακριβώς τις βουβές σκέψεις του να μετατρέπονται σε κραυγή απόγνωσης. Ο «Συλλέκτης» είναι αποτέλεσμα έρευνας και μελέτης τρίτων ή προσωπικών σας εμπειριών; Δυστυχώς, τα προβλήματα της αποξένωσης που δημιουργούνται από διαζύγια ανάμεσα σε γονείς και παιδιά βρίσκονται παντού γύρω μας. Όλοι έχουν δει, ζήσει ή ακούσει παρόμοιες τραυματικές ιστορίες, για τις οποίες ουσιαστικά κανείς δεν μιλάει ανοιχτά: για παράλογα εκδικητικές συμπεριφορές, για παιδιά που χρησιμοποιούνται ως όπλο ενάντια στον άλλον γονέα, για καφκικές δίκες, για προκάτ αποφάσεις. Δεν χρειάζεται να ψάξεις πολύ γι’ αυτό. Η ελληνική Δικαιοσύνη με τις παραλήψεις και τους γραφειοκρατικούς της ρυθμούς δίνει μια χαρά σενάρια για όσους ενδιαφέρονται. Το προηγούμενό σας graphic novel, το «Αϊβαλί», έτυχε θερμής υποδοχής από το κοινό. Ποιες είναι οι πρώτες αντιδράσεις για τον «Συλλέκτη»; Το «Αϊβαλί» πράγματι είχε μια πολύ καλή αποδοχή, τόσο από το κοινό όσο και από πανεπιστημιακούς και εκπαιδευτικούς. Έχει μεταφραστεί και συνεχίζει να μεταφράζεται σε άλλες γλώσσες. Ο «Συλλέκτης», από την άλλη, μόλις τώρα κάνει τα πρώτα του βήματα. Αυτά όμως που ήδη έρχονται πίσω, οι κριτικές και τα σχόλια, θυμίζουν αρκετά τις πρώτες αντιδράσεις για το «Αϊβαλί». Ας ελπίσουμε πως θα έχει κάποια αντίστοιχη υποδοχή. Όπως στο «Αϊβαλί» έτσι και στον «Συλλέκτη» επιλέξατε το ασπρόμαυρο σκίτσο. Γιατί; Στο «Αϊβαλί» κατέληξα στο ασπρόμαυρο σκίτσο γιατί θεωρούσα πως σημειολογικά ταίριαζε με το θέμα και την εποχή. Με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες με τις οποίες έχουμε συνηθίσει να φανταζόμαστε την καταστροφή της Σμύρνης το 1922. Ο «Συλλέκτης», πάλι, είναι μια ιστορία με πολλά γκρίζα συναισθήματα και ψυχικές σκιές. Περιγράφει τις μαύρες τρύπες των ανθρώπων. Τι καλύτερο λοιπόν κι εδώ από το ασπρόμαυρο σκίτσο. Στον «Συλλέκτη», όμως, υπάρχει μια εξαίρεση χρωμάτων –συγκεκριμένα δύο χρωμάτων, του πράσινου και του κόκκινου– στο 5ο κεφάλαιο, της Κοκκινοσκουφίτσας. Δύο χρώματα, όμως, που έχουν δουλευτεί με την ίδια μανιέρα που είχα χρησιμοποιήσει στους τόνους του γκρι και στο «Αϊβαλί». Γελοιογραφία ή graphic novel; Ποιο είναι το πιο δύσκολο και γιατί; Και στα δύο μιλάμε για σκίτσα, όμως σε αυτά είναι εντελώς διαφορετικές οι προσεγγίσεις της πραγματικότητας. Για κάποια πράγματα μπορείς να μιλήσεις με αστεία, σε άλλα πάλι να διατυπώσεις σοβαρά ερωτήματα. Η γελοιογραφία είναι η τέχνη της συμπύκνωσης. Το να τα πεις όλα με σάτιρα σε μια εικόνα. Είναι κατά κάποιον τρόπο το απόσταγμα ενός ολόκληρου πολιτικού ρεπορτάζ. Έχει αυτή την ομορφιά και αυτή τη δυσκολία. Από την άλλη, τα κόμικς και η επιμέρους φόρμα των graphic novels έχουν να κάνουν με την αφήγηση μιας ολόκληρης ιστορίας. Το σκίτσο είναι πιο περιγραφικό, υπάρχει σκηνοθεσία, το σενάριο είναι συμπαγές με κλιμακώσεις, κάτι μεταξύ μυθιστορήματος και κινηματογραφικής ταινίας. Άλλη κι εδώ η ομορφιά και άλλη η δυσκολία. Και τα δύο όμως με τα χρόνια έχουν μετατραπεί σε προσωπικά μου αντανακλαστικά για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Η Ελλάδα έχει μακρά παράδοση στη γελοιογραφία και δη την πολιτική. Υπάρχει χώρος σήμερα για εγχειρήματα graphic novel όπως ο «Συλλέκτης»; Νομίζω πως ναι. Μετά τα περιοδικά «Βαβέλ» και «Παρά Πέντε», τα κόμικς στην Ελλάδα αποτελούν πλέον ξεχωριστή μορφή τέχνης, παρά τα δάνεια από τη ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία κ.λπ. Τα κόμικς μάλιστα με θέματα κοντύτερα στη λογοτεχνία ή στην ιστορία απολαμβάνουν στις μέρες μας ιδιαίτερη αποδοχή από ένα ευρύτερο, ενήλικο κοινό. Όμως νομίζω πως τα κόμικς και ειδικότερα τα graphic novels μπορούν να δώσουν ακόμη περισσότερα. Αυτόνομα έργα, ιστορίες πρωτότυπες, που δεν θα έχουν ανάγκη κάποιον αρχαίο ή νεότερο συγγραφέα για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Και τώρα ποια θα είναι η συνέχεια; Ο «Συλλέκτης», όπως και πριν από τέσσερα χρόνια το «Αϊβαλί», ετοιμάζεται για μια μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Με συναυλία των Jazztronica στα εγκαίνια στις 23 Ιανουαρίου, με δύο ημερίδες (μία στις 9 Φεβρουαρίου για τα graphic novels και μία διεθνή στις 3 Μαρτίου για τις σχέσεις παιδιών και γονιών μετά το διαζύγιο), με εργαστήρια δημιουργικής γραφής, κόμικς, ξεναγήσεις και πολλά άλλα. Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 17 Μαρτίου. Σύντομα θα υπάρχει αναλυτικό πρόγραμμα. Σας περιμένουμε. INFO Ο «Συλλέκτης – Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. freesunday.gr
-
- 3
-
-
-
- soloup
- αντώνης νικολόπουλος
-
(and 2 more)
Tagged with: