Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Αρχέλαος'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Γερμανίκεια
  • Ιστορική/ φιλολογική γωνιά
  • Περί ανέμων και υδάτων
  • Dhampyr Diaries
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • The Unstable Geek
  • Κομικσόκοσμος
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Valt's blog
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • Film
  • Θέμα ελεύθερο
  • Vet in madness
  • GCF about comics
  • Dr Paingiver's blog

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 3 results

  1. Ένα πανόραμα των ελληνικών γελοιογραφιών στη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας, από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου μέχρι την κατάρρευση του Ιωαννίδη. Β. Χριστοδούλου, «Βραδυνή», 27/11/1973 Η στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 επέβαλε ένα καθεστώς αυστηρής λογοκρισίας σε κάθε πτυχή της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Η λογοκρισία, συνεχίζοντας και εμπλουτίζοντας το νομοθετικό πλαίσιο έκτακτης ανάγκης που είχε εδραιωθεί από τα χρόνια του Εμφυλίου, υπήρξε θεσμική, πολυεπίπεδη και κεντρικά οργανωμένη. Στη διάρκεια αυτών των επτά ετών και τριών μηνών (Απρίλιος 1967 – Ιούλιος 1974), αν και με διακριτές υποπεριόδους, επιχειρήθηκε η εδραίωση ενός καθεστώτος πολιτισμικής επιτήρησης με ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά στον τομέα της πληροφόρησης. Θύμα της καταστολής υπήρξε τόσο η ελευθερία του Τύπου όσο και η καλλιτεχνική έκφραση, καθώς από τη χακί λογοκρισία δεν γλίτωσε κανένας τομέας της πολιτιστικής παραγωγής: κινηματογράφος, θέατρο, μουσική, λογοτεχνία, ραδιόφωνο και τηλεόραση υπέστησαν τα «ψαλιδίσματα» των λογοκριτών. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η επιβολή «γύψου» στις γελοιογραφίες. Στο παρόν αφιέρωμα θα επιχειρήσουμε μια ευρεία «χαρτογράφηση» της ελληνικής γελοιογραφίας κατά τη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών. Για τον σκοπό αυτό περιηγηθήκαμε, φύλλο προς φύλλο, στο σύνολο των εφημερίδων πανελλαδικής κυκλοφορίας που συνέχισαν την κυκλοφορία τους μετά το απριλιανό πραξικόπημα, φτάνοντας μέχρι την τομή της Μεταπολίτευσης του 1974. Αυτοί που έβλεπαν τη χούντα να έρχεται… Βαθιά πολιτικοί (με την έννοια των ενεργών πολιτών) και δημοκρατικοί γελοιογράφοι όπως ο Φωκίων Δημητριάδης, ο Κώστας Μητρόπουλος, ο Αρχέλαος και ο Αντώνης Θεοφιλόπουλος (ΑΘΕΟΦ) δεν πιάστηκαν, αλληγορικά, με τις «πιτζάμες» στον ύπνο, όμως διέβλεπαν εκείνο που αρκετοί συζητούσαν, αλλά λίγοι αντιμετώπιζαν ως ρεαλιστικό κίνδυνο: την επιβολή χούντας. Με σειρά σκίτσων τους, ειδικά από όταν μπήκε το 1967, προειδοποιούσαν για την απειλή δικτατορίας, την οποία κατονόμαζαν ως χούντα, εβδομάδες, μήνες και χρόνια προτού εκδηλωθεί το απριλιανό πραξικόπημα. Α. Θεοφιλόπουλος, «Έθνος», 14/4/1967 Αρχέλαος, «Αθηναϊκή», 18/4/1967 Κ. Μητρόπουλος, «Το Βήμα», Ιούλιος1965 1η περίοδος: Απρίλιος 1967 – τέλη 1969 Περί ανέμων και υδάτων Η ελευθερία του Τύπου υπήρξε ο πιο άμεσος στόχος της χούντας. Παράλληλα με την κάθοδο των τανκς στο κέντρο της Αθήνας και τις συλλήψεις πολιτικών προσώπων, διακόπηκε στα πιεστήρια η έκδοση των εφημερίδων. Εφημερίδες όπως η «Αυγή», η «Αθηναϊκή», η «Δημοκρατική Αλλαγή», η «Ελευθερία», η «Μεσημβρινή» έκλεισαν και δεν ξανάνοιξαν, ενώ η Ελένη Βλάχου αρνήθηκε, υπό ένα τέτοιο καθεστώς, τη συνέχιση της κυκλοφορίας της «Καθημερινής». Οι υπόλοιπες («Ακρόπολις», «Απογευματινή», «Το Βήμα», «Τα Νέα», «Βραδυνή», «Έθνος» κ.ά.) άνοιξαν τις επόμενες ημέρες, αφού αποδέχτηκαν τις νέες συνθήκες: απαγόρευση κάθε αρνητικής κριτικής στο κυβερνητικό έργο και υποχρέωση να πλέκουν τα εγκώμια της δικτατορίας. Οι εντολές προς τους γελοιογράφους όσων εφημερίδων συνέχισαν να κυκλοφορούν ήταν να αποφεύγουν οποιαδήποτε αναφορά στα πολιτικά. Τρεις ήταν οι κυρίαρχες τάσεις που χαρακτηρίζουν εκείνη την περίοδο τις δουλειές τους: α) η απόσυρση από την πολιτική γελοιογραφία, β) το ανώδυνο χιούμορ (σεξιστικά αστεία, κοσμικά κουτσομπολιά και σχολιασμός της κάθε αλλαγής του καιρού), γ) η συμπόρευση με τις ιδεολογικές ντιρεκτίβες της δικτατορίας (απολύτως μειοψηφικά και περιστασιακά). Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι περιπτώσεις του Αρχέλαου (στην «Αθηναϊκή» μέχρι το πραξικόπημα, εν συνεχεία στο περιοδικό «Βεντέτα» με μη πολιτικά σκίτσα) και του Φωκίωνα Δημητριάδη. Ο τελευταίος ήταν σκιτσογράφος των δύο εφημερίδων του Οργανισμού Λαμπράκη («Το Βήμα», «Τα Νέα») και της «Μακεδονίας». Αφ' ενός το «Βήμα», όταν επανακυκλοφόρησε στις 25/4/67, έπαψε να φιλοξενεί γελοιογραφίες, αφ' ετέρου οι συνεργασίες του Δημητριάδη περιορίζονταν πλέον σε ιστορικού περιεχομένου εικονογραφήσεις (για μυθιστορήματα σχετικά με το Βυζάντιο στα «Νέα» και, ανυπόγραφα, για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη «Μακεδονία»). Στη δεύτερη κατηγορία συγκαταλέγεται η πλειονότητα των σκιτσογράφων. Ο Κώστας Μητρόπουλος, το αειθαλές «κακό παιδί» της ελληνικής γελοιογραφίας, κατάφερνε, παρ' όλα αυτά, να διαφεύγει τη λογοκρισία, ενίοτε και άθελά του, όπως στο σκίτσο με τον υπό εκκόλαψη ταβερνόβιο, του οποίου το όνομα θεωρήθηκε υπονοούμενο για τη σύλληψη του Μίκη Θεοδωράκη. Κ. Μητρόπουλος, «Τα Νέα», 9/11/1967 Στην «Ακρόπολι», επί πολλούς μήνες αναδημοσιεύονταν μόνο γελοιογραφίες από το εξωτερικό. Από τις 18/2/68 αρχίζουμε να βλέπουμε σκίτσα του Ηλία Σκουλά. Η θεματική τους κινείται ανάμεσα σε ευτράπελα της καθημερινότητας και σε κουτσομπολίστικου χαρακτήρα ειδησάρια, τις «σπάταλες συζύγους» και το ειδύλλιο Ωνάση-Τζάκι. Στα διεθνή κυριαρχούν τα σατιρικά προς τη Σοβιετική Ένωση, αλλά και οι ειδήσεις σχετικά με τον ψυχροπολεμικό ανταγωνισμό για την «κατάκτηση» του Διαστήματος. Και βέβαια, η κάθε είδους μεταβολή του καιρού: η πτώση της θερμοκρασίας τον χειμώνα, ο καύσωνας, τα μπάνια του λαού και η απεγνωσμένη αναζήτηση δροσιάς το καλοκαίρι. Από τις 24/10/1968, τη θέση του Σκουλά παίρνει ο Βασίλης Μητρόπουλος, γνωστός για την προτίμησή του σε διεθνή ζητήματα, για τα οποία παρατηρείται μεγαλύτερη ανοχή: ο πόλεμος στο Βιετνάμ, οι αραβοϊσραηλινές σχέσεις, η προσσελήνωση του Ιουλίου 1969 και οι εξελίξεις στο ανατολικό μπλοκ. Οι προαναφερθέντες γελοιογράφοι, όμως, δουλεύουν παράλληλα και στην πάλαι ποτέ φιλο-ΕΡΕ «Απογευματινή». Ο μεν Βασίλης Μητρόπουλος συνεχίζει τη συνεργασία του με την εφημερίδα, υπογράφοντας τα σκίτσα του ως «(Βασίλης) Τζίλης», ενώ από την άνοιξη του 1968 επαναφέρει το «BAS». Εδώ οι γελοιογραφίες του είναι πιο εσωτερικής κατανάλωσης: τον πρώτο καιρό εκφράζεται μια κάποια ανακούφιση για το ότι η κατάργηση των κομματικών νεολαιών θα επαναφέρει τους νέους στα διαβάσματά τους, ενώ χλευάζονται οι «γιεγιέδες» και οι μαλλιάδες. Άλλες θεματικές: η απαγόρευση κυνηγιού, η επαναλειτουργία του Ιπποδρόμου, τα κωμικοτραγικά των αστυνομικών δελτίων και φυσικά η εμμονή με τις μετεωρολογικές συνθήκες. Ο δε Σκουλάς κινείται στο ίδιο μοτίβο με την «Ακρόπολι»: τα κοσμικά (ο Κόκοτας, η Βουγιουκλάκη κ.ο.κ.), οι εκδρομείς του Πάσχα και, το καλοκαίρι του 1969, λόγω προσσελήνωσης, πολυάριθμα αστεία με αστροναύτες και εξωγήινους. Στα τέλη του ‘69 κάνει την εμφάνισή του στην «Απογευματινή» και ο Γιάννης Κυριακόπουλος (ΚΥΡ), ο οποίος μέχρι τις 20/4/67 εργαζόταν στη «Μεσημβρινή». Τέλος, ο Βασίλης Χριστοδούλου της «Βραδυνής» την πρώτη περίοδο λαμβάνει απροκάλυπτα θέση υπέρ της «Εθνικής Κυβερνήσεως». Στο πρώτο σκίτσο του μετά το πραξικόπημα, ο στρατός ξεδοντιάζει τον κομμουνιστικό λύκο, ενώ άλλο σκίτσο μάς διαβεβαιώνει ότι είναι «αρίστη η διαβίωσις των κρατουμένων εις Γυάρον», καθώς οι εξόριστοι περνούν… «ζωή και κότα». «Απόλυτος τάξις επικρατεί καθ' άπασαν την χώραν» Β. Χριστοδούλου, «Βραδυνή», 28/4/1967 Στα σκίτσα του 1967-69, σε κάθε ευκαιρία, εξυμνείται το καθεστώς ως εξυγιαντικό του κρατικού μηχανισμού, καθώς ο παλαιοκομματισμός έχει εξαφανιστεί, όλα έχουν μπει σε τάξη, η οικονομία έχει σωθεί, έχουν ληφθεί μέτρα υπέρ των αγροτών, υπάρχει επάρκεια κρέατος κ.ο.κ. Συχνά-πυκνά σατιρίζεται η ενδοκομμουνιστική «φαγωμάρα» (σινοσοβιετική ρήξη, εισβολή στην Πράγα, διάσπαση ΚΚΕ), τα δε γεγονότα του Μάη ’68 αντιμετωπίζονται ως κομμουνιστική επιβουλή κατά της Γαλλίας, με τον Ντε Γκολ να ζηλεύει την κοινωνική γαλήνη που επικρατεί στην Ελλάδα των Απριλιανών (!). 2η περίοδος: 1970 – αρχές 1973 Η μακρά αναμονή Η «φιλελευθεροποίηση» που προαναγγέλθηκε μετά το 1970, μαζί με κάποιες αόριστες υποσχέσεις για εκλογές δημιούργησαν ένα σχετικά ευνοϊκό περιβάλλον για τον Τύπο, καθώς το καθεστώς ήθελε να εμφανιστεί ανεκτικό στην κριτική. Οι γελοιογράφοι συγκαταλέγονταν στους λίγους προνομιούχους που μπορούσαν να εκφράζουν συγκρατημένα τις απόψεις τους. Πλέον πληθαίνουν οι αναφορές στην ενδοελληνική επικαιρότητα, ενώ βλέπουμε σταδιακά ολοένα και περισσότερες πολιτικές αιχμές, ακόμη και στα πιο «αθώα» σκίτσα. Όπως αυτά του BAS στην «Ακρόπολι», ειδικά από τα τέλη του 1970, τα οποία είναι «διπλής ανάγνωσης»: όχι τυχαία, επιλέγει να στηλιτεύσει με νόημα τις περιπτώσεις αυταρχισμού και ανελευθερίας άλλων χωρών, όπως στην ΕΣΣΔ, στην Πολωνία – που ζητάει ψωμί αντί για τανκς!, στη Γουατεμάλα, στην Ισπανία του Φράνκο, στην Τουρκία. ΒAS, «Ακρόπολις», 18/12/1970 Από το 1972, κριτική γίνεται πιο ανοιχτά και στις ΗΠΑ του Νίξον, ως προς το Βιετνάμ, ενώ υπάρχουν ειρωνικές αναφορές στον ρόλο της Ελλάδας ως «αγκυροβολίου» του αμερικανικού στόλου (π.χ. 3/6/72). Χωρίς να απουσιάζουν οι θεματικές για τις εκπτώσεις στα καταστήματα, τη μόδα, το ποδόσφαιρο και, φυσικά, τον καιρό, ο Σκουλάς και κυρίως ο ΚΥΡ καταπιάνονται στην «Απογευματινή» με τα διεθνή, μη φειδόμενοι αιχμηρών σχολίων για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, τις αραβοϊσραηλινές συγκρούσεις και τις επικίνδυνες εξελίξεις στο Κυπριακό. Από τον Νοέμβριο του 1970, ο ΚΥΡ σατιρίζει στα μουλωχτά την εθνικοφροσύνη, θυμίζει τη «βία και νοθεία» των εκλογών του ’61 και κάνει διάσπαρτες αναφορές στις ειρηνιστικές και φεμινιστικές ιδέες και στο κίνημα των χίπις. ΚΥΡ, «Απογευματινή», 5/11/1970 Αλλά και ο Χριστοδούλου, κυρίως από το 1971 και μετά, δείχνει να κάνει μια στροφή 180 μοιρών από τον κομφορμισμό της πρώτης περιόδου, εκδηλώνοντας θαρρετά τη διαμαρτυρία του για τη διαιώνιση του στρατιωτικού νόμου. Για παράδειγμα, η επέτειος των 5 χρόνων από το πραξικόπημα απεικονίζεται σαν μια πενταετής καταιγίδα την οποία ένας ασθενής σε γύψο προσπαθεί να προσπεράσει, στα τέλη του ’72 εκφράζεται επανειλημμένως αγανάκτηση για τη διαρκή αναβολή των εκλογών και αντιμετωπίζεται σκωπτικά η προπαγάνδα του Γεωργαλά. Η όλη στάση του Χριστοδούλου, πάντως, συμβαδίζει με την κάπως αντιπολιτευτική στροφή της «Βραδυνής». Πιο θαρραλέος όλων, ο Κώστας Μητρόπουλος «χτυπάει κέντρο» με το βιτριολικό του χιούμορ, που συχνά περνάει κάτω από το ραντάρ της αντιληπτικής ικανότητας των λογοκριτών. Όχι ότι αυτή η τάση δεν προϋπήρχε, αλλά από το 1970 εντείνεται. Το σταθερό μοτίβο του είναι η υπαινικτικότητα: αναφερόμενος σε αντιδημοκρατικές πτυχές και των δύο αντιμαχόμενων πλευρών του Ψυχρού Πολέμου, στοχεύει στη χουντική κυβέρνηση. Οι αφορμές είναι ποικίλες: η δήλωση του Χουάν Κάρλος ότι θα εγκατασταθεί «κάποια μορφή δημοκρατίας» στην Ισπανία, η απορία τού τότε Τούρκου πρωθυπουργού Ντεμιρέλ για το τι είναι οι εκλογές, καθώς και οι φήμες περί πραξικοπήματος στην Κύπρο. Τολμάει, μάλιστα, να κάνει μνεία μέχρι και στις βομβιστικές ενέργειες του αντιδικτατορικού κινήματος, δείχνοντας σε σκίτσο του ότι «αυτή την εποχή είναι της μόδας οι πυροτεχνουργοί» (2/4/70)! Στο ίδιο μήκος κύματος και ο συνάδελφός του στα «Νέα», Φ. Δημητριάδης, ο οποίος ειρωνεύεται τα ψευτοδημοκρατικά φτιασιδώματα της χούντας (π.χ. Συμβουλευτική) και στηλιτεύει την αναβολή των εκλογών. Αυτός είναι άλλωστε και ο κοινός παρονομαστής όλων των γελοιογράφων μετά το 1970-71: οι εκλογές αργούν, οι υποσχέσεις για ομαλή μετάβαση στον κοινοβουλευτισμό ακούγονται σαν εμπαιγμός, η δημοκρατία παραμένει μια διαρκής εκκρεμότητα. 3η περίοδος: Αρχές 1973 – Νοέμβριος 1973 Μεταξύ Νομικής και Πολυτεχνείου Η χώρα εισήλθε στο 1973 με την εντύπωση ότι θα είναι μια χρονιά μεταβατική. Αποδείχτηκε όντως μεταβατική, αν και όχι με τον τρόπο που φανταζόταν ο Παπαδόπουλος. Η λεγόμενη περίοδος της «φιλελευθεροποίησης» θεωρείται η πλέον ανεκτική σε κάποια μορφή ελευθερίας του Τύπου και με μια ελαφρά χαλάρωση της λογοκρισίας σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, σε επιτηρούμενο, πάντα, πλαίσιο. Αυτό γίνεται αισθητό και στις γελοιογραφίες. Μια κάποια ειρωνεία και αγανάκτηση προς το καθεστώς αρχίζουν να διαφαίνονται. Οι γελοιογράφοι περνούν τα μηνύματά τους για την ανάγκη «ξεκουμπίσματος» της 21ης Απριλίου αφού, σύμφωνα με τη ρητορική της, «εξεπλήρωσε την αποστολήν της» (βλ. BAS, «Ακρόπολις», 24/1/73). Επί σειρά εβδομάδων, και με τη μίνι εξέγερση του Φλεβάρη στη Νομική να προδιαγράφει την πορεία προς τον Νοέμβρη, σχολιάζονται και οι επαφές της χούντας με εκπροσώπους του παλιού συντηρητικού κόσμου προκειμένου να επιτευχθεί η ελεγχόμενη μετάβαση. Κυρίως, όμως, οι αντιπολιτευτικές γελοιογραφίες αυξάνονται μετά την 1η Ιουνίου 1973, την ανακήρυξη της «Προεδρικής Δημοκρατίας» ως νέου πολιτεύματος και την πορεία προς το δημοψήφισμα για την επικύρωσή της, στις 29 Ιουλίου. Ο Χριστοδούλου από την πρώτη στιγμή στηρίζει την καταψήφιση του χουντικού «Συντάγματος», καθώς η «Βραδυνή» αναδεικνύει την καμπάνια υπέρ του «ΟΧΙ» σε κεντρική της γραμμή. Στον εν λόγω σκιτσογράφο, άλλωστε, ανήκει το γνωστό σκίτσο, την επαύριον του νόθου δημοψηφίσματος, με τον Κρητικό λυράρη να άδει τη μαντινάδα: «Μαθές δεν εματάγινε τέτοιο κουτί ρημάδι / “ΟΧΙ” να ρίχνης το πρωί, να βγαίνη “ΝΑΙ” το βράδυ» (31/7/73). Β. Χριστοδούλου, «Βραδυνή», Ιούλιος 1973 Αλλά και οι υπόλοιποι γελοιογράφοι (Κώστας και Βασίλης Μητρόπουλος, ΚΥΡ, Σκουλάς κ.ο.κ.) παίρνουν ξεκάθαρα θέση υπέρ του «ΟΧΙ». Τα πενάκια τους θα συνεχίσουν να συμπίπτουν και τους επόμενους μήνες μέχρι τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, με σατιρικές αιχμές κατά της χουντικής «φιλελευθεροποίησης». Η σύμπνοια που χτίστηκε ανάμεσά τους το 1973 αποτελεί το πρελούδιο της μετέπειτα γελοιογραφικής «ομόνοιας» της Μεταπολίτευσης. Στόχος, ομοθυμαδόν, των γελοιογράφων, έγινε το φθινόπωρο του ’73 ο Σπύρος Μαρκεζίνης, ο οποίος τοποθετήθηκε στις 8 Οκτωβρίου από τον Παπαδόπουλο στην πρωθυπουργία με την εντολή να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές το επόμενο έτος. Την ίδια μέρα, ο Χριστοδούλου θα σκιτσάρει τη μεν στρατιωτική κυβέρνηση να αποχωρεί, τον δε «γύψο» να παραμένει στο πόδι του Έλληνα – ίσως η πρώτη φορά που ο γύψος χρησιμοποιείται ως γελοιογραφικό σύμβολο. Δεν υπάρχει προηγούμενο από το 1967 τα βέλη της σάτιρας να στρέφονται συστηματικά σε συγκεκριμένο πολιτικό πρόσωπο. Ο Μαρκεζίνης απεικονίζεται ως δοτός και ως «μαριονέτα» του Παπαδόπουλου, ενώ αμφισβητούνται οι διαβεβαιώσεις του για «αδιαβλήτους εκλογάς» και η όλη διαδικασία χαρακτηρίζεται «δικτατορία με κοινοβουλευτικό μανδύα. Η. Σκουλάς, «Απογευματινή», 30/10/1973 Ο Κώστας Μητρόπουλος αποδομεί τον από τότε διακηρυσσόμενο ακροδεξιό μύθο περί «οικονομικού θαύματος της χούντας» («Τα Νέα», 5/11/73) και αντιμετωπίζει τον Μαρκεζίνη με βαθιά ειρωνεία. Ο Σκουλάς τού «φοράει», περιπαικτικά, το φρυγικό σκουφάκι της Δημοκρατίας και ο ΚΥΡ, στο εβδομαδιαίο κόμικς του, δεν διστάζει να συσχετίσει το «ΟΧΙ» της 28ης Οκτωβρίου με την εξέγερση της Νομικής του Φλεβάρη ’73 («Απογευματινή», 27/10/73). Και ενώ η κριτική κορυφώνεται, η εξέγερση του Πολυτεχνείου προκαλεί αμηχανία στις μεγάλες εφημερίδες, ενώ οι γελοιογράφοι είτε διστάζουν να είναι δηκτικοί (π.χ. στην «Απογευματινή») είτε τα σκίτσα τους απουσιάζουν τελείως («Τα Νέα»). Η. Σκουλάς, «Απογευματινή», 6/9/1973 Αναπάντεχα, το πιο τολμηρό σκίτσο στη διάρκεια του τριημέρου δημοσιεύθηκε στη «Βραδυνή» από τον Β. Χριστοδούλου, ο οποίος, με πολιτική οξυδέρκεια, συσχετίζει τις διακηρύξεις του Πινοσέτ περί «αναμορφώσεως του λαού της Χιλής» μετά την ανατροπή του Αλιέντε με τη βιωμένη εμπειρία εξίμισι χρόνων ελληνικής χούντας. 4η περίοδος: Νοέμβριος 1973 – Ιούλιος 1974 Στη σκιά του «αόρατου δικτάτορα» Το πραξικόπημα Ιωαννίδη στις 25/11/1973 τερματίζει το «πείραμα Μαρκεζίνη» και εγκαθιδρύει μια ακόμα πιο σκληρή δικτατορία. Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, τις πρώτες ημέρες της χούντας Ιωαννίδη δημοσιεύονται οι πιο «αντιχουντικές» γελοιογραφίες της επταετίας, με την έννοια ότι αυτές στρέφονταν κατά του ανατραπέντος Παπαδόπουλου. Μεταξύ άλλων, ο Χριστοδούλου, λίγο πριν από το κλείσιμο της «Βραδυνής», πρόλαβε να σκιτσάρει τον Παπαδόπουλο σε γύψο. Ομοίως και ο Σκουλάς, που τον απεικόνισε σαν λαγό να έχει πιαστεί σε δόκανο (αναφορά στον υποχρεωτικό περιορισμό τού τέως δικτάτορα στο Λαγονήσι), ενώ παρουσίασε τον εγκλεισμό του ως ευκαιρία να εκπαιδευτεί στο συντακτικό, καθώς τα προηγούμενα χρόνια κακοποίησε την ελληνική γλώσσα. Η. Σκουλάς, «Απογευματινή», 28/11/1973 Σύντομα όμως τα πολιτικά σκίτσα απαγορεύονται και πάλι (από την «Ακρόπολι» μάλιστα, τα σκίτσα εξοβελίζονται γενικώς) και οι μόνες επιτρεπόμενες αναφορές στην ελληνική επικαιρότητα είναι για το πετρέλαιο που εντοπίστηκε στη Θάσο. Επίσης επανέρχονται οι κλασικές απολίτικες θεματικές: τα αστεία με τις συζύγους, τους ταβερνόβιους και, φυσικά, τον καιρό. Παρ' όλη την ασφυξία, ο Κώστας Μητρόπουλος καταφέρνει και πάλι να ξεφεύγει από το ραντάρ της λογοκρισίας. Το καλοκαίρι του ’74 τίποτα δεν προμήνυε τις καταιγιστικές εξελίξεις. Μέχρι το χουντικό πραξικόπημα κατά του Μακαρίου στην Κύπρο και την τουρκική εισβολή, οι μόνες ειδήσεις που καταγράφουν οι εφημερίδες και σχολιάζουν οι γελοιογράφοι τους είναι οι τολμηρές εμφανίσεις καλλονών στις παραλίες και οι δασικές πυρκαγιές. Η τομή της Μεταπολίτευσης Η κατάρρευση της χούντας μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και η επάνοδος του Καραμανλή τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου 1974 βιώθηκαν από τους γελοιογράφους ως μια έκρηξη δημοκρατίας που έφερε έναν πρωτόγνωρο αέρα ελευθερίας. Το άγος της δικτατορίας, οι ευθύνες του Στέμματος στη νομιμοποίηση των Απριλιανών, ο ρόλος των Αμερικανών στην κυπριακή τραγωδία, η καταδίκη των πρωταιτίων και των βασανιστών κοκ. καταλαμβάνουν κεντρικό ρόλο στις γελοιογραφίες της Μεταπολίτευσης, ύστερα από επτά χρόνια λογοκρισίας και «γύψου». Αλλά για περισσότερα σχετικά με την έναρξη της «χρυσής εποχής» της ελληνικής γελοιογραφίας παραπέμπουμε στο άρθρο μας «Η Μεταπολίτευση των γελοιογράφων» («Εφ.Συν.», 24/7/2024). Και το σχετικό link...
  2. Είκοσι περίπου χρόνια πριν την εμφάνιση του Τιραμόλα στην Ελλάδα, ο Γρηγόρης Χριστοδούλου μέ την εκδοτική του "Τυφών", προσπαθεί να λανσάρει ένα είδος ήρωα, Αμερικάνικης επιρροής, με τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες του μετέπειτα αγαπητού μας Τιραμόλα. Τις ιστορίες έγραφε ο Γιάννης Ιωαννίδης με το ψευδώνυμο "Γιάννης Βηλαράς". Στην λίγη εικονογράφηση ο γνωστός μας Αρχέλαος (Αντώναρος). Σύμφωνα με τον Κάσση αλλά και τον Χανό, δεν κυκλοφόρησαν περισσότερα από 4 τεύχη που είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεθούν στις μέρες μας.
  3. Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ Η ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙ Η εποχή του Δημητριάδη και του <<Θησαυρού>> Στην ελληνική μεταπολεμική γελοιογραφική σκηνή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50 κυριαρχούν οι πολιτικές γελοιογραφίες του Φωκ. Δημητριάδη και οι κοινωνικού περιεχομένου γελοιογραφίες που δημοσιεύονται στα λαϊκά περιοδικά, κυρίως στα περιοδικά <<Θησαυρός>> και <<Ρομάντζο>> . Είναι μια εποχή όπου ευδοκιμεί η εξωστρεφής γελοιογραφία. Τα θέματα πολιτικών και κοινωνικών γελοιογραφιών είναι κατ’ εξοχήν λαϊκότροπα, το χιούμορ που αποπνέουν εγγίζει περισσότερο την αισθητική του Καραγκιόζη, η λαϊκή σάτιρα εκφράζεται ποικιλοτρόπως με εμφανή και αισθητώς χοντροκομμένα συστατικά. Ακόμη και ο κορυφαίος Φ. Δημητριάδης δεν αποφεύγει τοιούτου είδους συστατικά, όπως είναι το παρδαλό κατσίκι, που συνοδεύει τις γελοιογραφίες του όταν σατιρίζει τον Κ.Τσαλδάρη ή η θρυλική – πάντως όχι αρκούντως πνευματώδης - κότα που συνοδεύει τον Κ.Τσάτσο. Άλλες εκφάνσεις αυτής της λαϊκίζουσας μορφής γελοιογραφίας είναι οι κοιλαράδες οπαδοί του κόμματος των βαρελοφρόνων, οι ευτραφείς διευθυντές που κρατούν στα γόνατά τους τις καλλίγραμμες γραμματείς, οι σύζυγοι που περιμένουν με τον κόπανο ανά χείρας τον μπερμπάντη σύζυγο, οι ερεθιστικές λουόμενες στις πλαζ, οι κακές πεθερές κλπ. Στα σκίτσα εκ του εξωτερικού που αναδημοσιεύονται στα ελληνικά περιοδικά επικρατούν ανάλογα θέματα με πρωταγωνιστές τους Γάλλους γελοιογράφους Albert Dubout, Peynet, Fortune κ.ά. Από τον Dubout φαίνεται να έχει επηρεαστεί, αρχικώς, ο Αρχέλαος, ο οποίος με τη σειρά του δημιούργησε σχολή με πλήθος γελοιογράφων να τον ακολουθούν. Ένας από εκείνους που, στα πρώτα σκίτσα του, είναι εμφανώς επηρεασμένος από τον Αρχέλαο είναι και ο Κ.Μητρόπουλος. Ο <<Ταχυδρόμος>> χτυπάει… Κάπου εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του ’50 με αρχές της δεκαετίας του ’60, το περιοδικό <<Ο Ταχυδρόμος>> κάνει άνοιγμα προς τους Έλληνες γελοιογράφους και συγκεντρώνει μια πλειάδα ταλαντούχων δημιουργών, οι οποίοι δίνουν νέα τροπή στην ελληνική γελοιογραφία . Έχουν ήδη δημοσιευθεί σκίτσα του S.Steinberg, του ΒOSC και άλλων μοντέρνων ξένων γελοιογράφων, τα οποία κομίζουν μια νέα αίσθηση του χιούμορ προτείνοντας την αφαιρετικότητα στο σχέδιο και την απομάκρυνση από τον ακατάσχετο βερμπαλισμό και την χοντροκομμένη σάτιρα. ( Ο S. Steinberg , που πέθανε το 1999, ρουμάνικης καταγωγής, θεωρείται ο φιλόσοφος του γελοιογραφικού σκίτσου. Έλεγε ότι πρώτα έμαθε να σχεδιάζει και μετά να γράφει. Είναι παράξενο πόσο δραστικά η γελοιογραφία μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ερχόμαστε σε επαφή με τον κόσμο, τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε σε ποικίλες καταστάσεις. Από τις γελοιογραφίες εμποτιζόμαστε ανεπαισθήτως με μιαν άλλη αίσθηση για τη ζωή μέσα από το παιγνιώδες και συνάμα, πολλές φορές, διαβρωτικό χιούμορ που αυτές αποπνέουν.) Η τριπλέττα Κ.Μητρόπουλος, Μποστ, ΚΥΡ Στον Ταχυδρόμο ο Κ.Μητρόπουλος ενστερνίζεται τα διδάγματα της μοντέρνας γραφής των παραπάνω γελοιογράφων, αλλάζει ριζικά το στυλ του – οι γελοιογραφίες του που δημοσιεύονταν στην <<Αθλητική ηχώ>> πόρρω απέχουν από αυτές του Ταχυδρόμου - και δημιουργεί μια μεγάλη σειρά επιτυχημένων γελοιογραφιών έκτοτε, που έχουν δημοσιευθεί οι περισσότερες στις εφημερίδες <<Νέα>>, <<Βήμα>>, και στο περιοδικό <<Εποχές>>. Στον Ταχυδρόμο εμφανίζονται και δυο άλλοι ακόμη γελοιογράφοι που θα χαράξουν νέους δρόμους για την ελληνική γελοιογραφία. Ο Μποστ. (Μέντης Μποσταντζόγλου) και ο ΚΥΡ (Γιάννης Κυριακόπουλος). Ο πρώτος είναι ως τότε γνωστός σκιτσογράφος, έχει κάνει πλήθος εικονογραφήσεις και γελοιογραφίες επί σειρά ετών, αλλά μόλις το 1958 εικονογραφώντας τα <<Βιβλικά χαμόγελα>> και τις <<Σταυροφορίες>> του Νίκου Τσιφόρου, τολμά εκείνα τα ανορθόγραφα έμμετρα κείμενα, τα οποία συνοδεύουν τα «βυζαντινίζοντα» σκίτσα του. Η συνέχεια είναι καταιγιστική: <<Ταχυδρόμος>>, <<Ομάδα>>, <<Εκλογή>>, <<Αυγή>>, <<Αντί>> κ.α. γεμίζουν από τα ευφυή ευρήματά του και τα σκίτσα που τα συνοδεύουν. Ο Μποστ ανυψώνει την λαϊκή εικονογράφηση μέσω της γλώσσας χρησιμοποιώντας μια εφευρετική, χαριτωμένη, παιγνιώδη και ανορθόγραφη, αλλά βαθυστόχαστη, γραφή. Ο ΚΥΡ εισήγαγε τη γραμμή και το πνεύμα του Steinberg με χαρισματικό τρόπο στον χώρο της ελληνικής γελοιογραφίας. Δεν μιμείται, δεν αντιγράφει, απλώς μεταφέρει στα καθ’ ημάς με άφθονη δόση ταλέντου και ανεξάντλητη επινοητικότητα το νέο πνεύμα του γελοιογραφικού σκίτσου το οποίο ξεπερνά τα στενά τοπικά όρια και αποκτά παγκόσμια ισχύ. Στις γελοιογραφίες του ΚΥΡ υποβόσκει το στοιχείο εκείνο το οποίο δημιουργεί το ξάφνισμα και το, εν συνεχεία, ξέσπασμα του γέλιου ή την ιλαρότητα που δημιουργεί τούτο το ξάφνισμα. Ο ΚΥΡ είναι ο κατ’ εξοχήν ανατρεπτικός Έλληνας γελοιογράφος. Κλασσικές έχουν μείνει οι γελοιογραφίες <<μαύρου χιούμορ>>, τις οποίες έκανε στα πρώτα του βήματα στον <<Ταχυδρόμο>>. Και πάντοτε φαίνεται ότι γνωρίζει καλώς και τηρεί την αρχή πως κάνω χιούμορ σημαίνει κατά πρώτον ότι σατιρίζω τον εαυτό μου με οποιαδήποτε ιδιότητα κι αν τον θεωρώ – ως άνθρωπο, ως πολίτη, ως κάτοικο μιας χώρας κλπ. Σήμερα, ο ΚΥΡ έχει γίνει ένας θιασάρχης που διακινεί τον θίασό του από ανθρωπάκια – ένας Γαΐτης της γελοιογραφίας – τα οποία διαλέγονται και αποφθέγγονται με ευφρόσυνη διάθεση και έξυπνες ατάκες, αντικριστά το ένα με το άλλο σαν τις φιγούρες του Καραγκιόζη – ενός Καραγκιόζη όμως που υπερβαίνει τα όρια της απλοϊκής λαϊκής σάτιρας. Οι άλλοι του <<Ταχυδρόμου>> Ακολουθεί μια πλειάδα προικισμένων γελοιογράφων που δημοσιεύουν στον <<Ταχυδρόμο>> κομίζοντας έναν καινούργιο χιουμοριστικό άνεμο, ξεπερνώντας κατά πολύ το λαϊκίζον πνεύμα και απλοποιώντας τη γραμμή και τη μορφή του σκίτσου χωρίς τούτο να γίνεται λιγότερο γελαστικό. Στην ποιοτική αυτή άνθηση της ελληνικής γελοιογραφίας μέσω του <<Ταχυδρόμου>> μεγάλο ρόλο ασφαλώς έπαιξε και η συντακτική ομάδα του περιοδικού, εκείνοι δηλαδή που έκαναν την επιλογή τών προς δημοσίευση γελοιογραφιών, προφανώς άνθρωποι ευρείας αντιλήψεως που έχουν κατανοήσει την αξία και τη σημασία του χιούμορ. (Να σκεφτεί ακόμη κανείς ότι την εποχή εκείνη υπήρχαν εφημερίδες και περιοδικά τα οποία απέφευγαν τα σκίτσα ως να επρόκειτο για τατουάζ στο σώμα τους.) Στον <<Ταχυδρόμο>> βλέπουμε να δημοσιεύουν γελοιογραφίες (η σειρά είναι αλφαβητική) : η Βαφία Άννα , ο Καλαμάρας Αντώνης, ο Κυριακούλης Αντώνης, ο Κυριτσόπουλος Αλέξης, ο Λογοθέτης Γιάννης (ΛΟΓΟ), ο Μαρουλάκης Νίκος, ο Παναγιωτάκης Γιώργος, ο Παπαναγόπουλος Παν. , ο Σκουλάκης Δήμος (Dimos), ο Σταματάκης Δημήτρης, ο Τσέλιος και άλλοι. Εδώ, πρέπει να αναφερθεί και ο Γιάννης Καλαϊτζής, ο οποίος έκανε μερικά σκίτσα και στον <<Ταχυδρόμο>>, είχε όμως ουσιαστικά ξεκινήσει την γελοιογραφική του καριέρα από την <<Πανσπουδαστική>> και δημοσίευε γελοιογραφίες στην <<Αυγή>>, στη <<Δημοκρατική Αλλαγή>> και στο περιοδικό <<Δρόμοι Ειρήνης>>. Ο Καλαϊτζής έγινε ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των γελοιογράφων του <<Ταχυδρόμου>> και εκείνων που ξεκίνησαν από το <<Αντί>>. (Καίτοι δεν υπάρχουν σαφή διαχωριστικά όρια θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι η πλειοψηφία των γελοιογράφων του <<Ταχυδρόμου>> ακολουθεί την κοινωνική ή την κοινωνικοπολική καλούμενη γελοιογραφία ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των γελοιογράφων του <<Αντί>> δημιουργεί σαφώς πολιτικές γελοιογραφίες.) Η Άννα Βαφία με την εξόχως λεπταίσθητη γραμμή της και το εξίσου λεπτό χιούμορ εξαφανίστηκε από το προσκήνιο. Ο Αντώνης Καλαμάρας δεν υπάρχει στη ζωή, έδωσε όμως πολλαπλά δείγματα μιας ιδιαίτερα χαρακτηριστικής γραμμής στο σκίτσο του και δημοσίευσε πάντοτε επιτυχημένες και γελαστικές γελοιογραφίες. Έκανε πολλές γελοιογραφίες κοινωνικού περιεχομένου σε άλμπουμ και περιοδικά και επίσης πολλές πολιτικές στις εφημερίδες <<Μεσημβρινή>>, <<Ελευθεροτυπία>>, <<Εξόρμηση>> και <<Καθημερινή>>. Ο Αντώνης Κυριακούλης εγκατέλειψε σχεδόν την γελοιογραφία και διακρίθηκε σε άλλους παραπλήσιους εικαστικούς τομείς , όπως είναι η σκηνογραφία κ.ά. Ο Αλέξης Κυριτσόπουλος μπορεί να πει κανείς ότι στο σκίτσο πλησίασε περισσότερο την απλοποιημένη γραμμή του James Thurber, έκανε αρκετές έξυπνες αφαιρετικές γελοιογραφίες χωρίς λόγια και, αργότερα, ασχολήθηκε με την ζωγραφική και την εικονογράφηση (εξώφυλλα βιβλίων της <<Εστίας>>, δίσκων του Σαββόπουλου) . Ο Γιάννης Λογοθέτης (ΛΟΓΟ) δημοσίευσε σκίτσα με υπεραπλουστευμένη γραμμή – φαίνονται και σ’ αυτόν οι αντιλήψεις περί σκίτσου του S.Steinberg. Στο σκίτσο του ΛΟΓΟ όμως οι οξείες γωνίες αντικαθίστανται από καμπύλες και καθώς περνά ο καιρός, συνεχώς πλησιάζει να συγγενεύει με τον Sine παρά με τον Steinberg. Ακόμη οι φιγούρες του ΛΟΓΟ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ότι είναι οι καλλιεργημένοι απόγονοι εκείνων του Σταμ. Πολενάκη. Ο Νίκος Μαρουλάκης δημοσίευσε πολλές γελοιογραφίες κοινωνικού περιεχομένου κατά προτίμηση χωρίς λόγια. Η γραμμή του είναι λιτή, αλλά σε όλες τις γελοιογραφίες του περισσεύει το υψηλού επιπέδου χιούμορ. Δημοσίευσε το πρωτότυπο λεύκωμα <<γυρίστε σελίδα, παρακαλώ>> και επίσης ένα λεύκωμα με γελοιογραφίες του που δημοσιεύθηκαν σε διάφορα ευρωπαϊκά έντυπα και στο περιοδικό <<Αντί>>. Έζησε για χρόνια στη Γερμανία και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα έκανε πολιτικές γελοιογραφίες στην εφημερίδα <<Παρόν>> και ασχολήθηκε με την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων. Ακόμη δημοσίευσε και μια σειρά κόμικ με θέμα τους μεγάλους εξερευνητές και εφευρέτες στο ένθετο <<Ερευνητές>> της <<Καθημερινής>>. Ο Δήμος Σκουλάκης (Dimos) συνέχισε να κάνει γελοιογραφίες μέχρι την δεκαετία του 80 στον <<Ταχυδρόμο>> και στην <<Εξόρμηση>> , ενώ παράλληλα διακρίθηκε στην ζωγραφική, την οποία υπηρετεί με επιτυχία ως τα σήμερα. Τα σκίτσα του, τα οποία διέκρινε η σταθερότητα της γραμμής, απέφευγαν τα πολλά λόγια και ήσαν οξείς επικριτές του κατεστημένου. Ο Δημήτρης Σταματάκης πέθανε νωρίς πολύ νέος. Πρόλαβε να εκδώσει ένα μικρό λεύκωμα με γελοιογραφίες μαύρου χιούμορ. Η σχολή του <<Αντί>>: Το ντουέτο Ιωάννου, Καλαϊτζής Η ομάδα των γελοιογράφων του περιοδικού «ΑΝΤΙ» εμφανίζεται ορμητικά μετά την μεταπολίτευση και εγκαινιάζει, όπως έχει δηλώσει και ο Γιάννης Καλαϊτζής σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Βαβέλ», την νέα ελληνική γελοιογραφία, κατ’ αντιστοιχία με τον νέο ελληνικό κινηματογράφο. Στην ομάδα αυτή πρωτοστατούν ο Γιάννης Ιωάννου και ο Γιάννης Καλαϊτζής. Και οι δυο δίνουν βάθος πεδίου στα σκίτσα τους, σχεδόν ποτέ δεν κάνουν γελοιογραφίες χωρίς λόγια, κάθε άλλο μάλιστα. Κάνουν γελοιογραφίες και κόμικ με ξέφρενους ρυθμούς, ο μεν Καλαϊτζής είναι περισσότερο υπερβατικός, το χιούμορ του εγγίζει την σφαίρα του παραλόγου, ο δε Ιωάννου είναι πιο προσγειωμένος. Όχι μόνο στο πνεύμα των γελοιογραφιών τους, αλλά ακόμη και στην γραμμή του σχεδίου τους. Ο Ιωάννου δημιούργησε σχολή και πολλοί νέοι γελοιογράφοι έκτοτε επηρεάστηκαν και από το σκίτσο του και από τις ιδέες του. Εκτός από το «Αντί» δημοσίευσε στο «Ποντίκι» για να καταλήξει στο «ΕΘΝΟΣ». Έχει εκδώσει ολόκληρη σειρά από γελοιογραφικά λευκώματα. Ο Καλαϊτζής συνεχίζει στην «Ελευθεροτυπία», ενώ ενδιαμέσως έχει εκδώσει τρία βιβλία με κόμικ : «Τσιγγάνικη ορχήστρα» , «Μαύρο είδωλο της Αφροδίτης» και «Τυφών». Αυτό το τελευταίο ο κριτικός της λογοτεχνίας Δ.Κούρτροβικ το συγκαταλέγει στη λογοτεχνική σοδειά του 1997 μαζί με την «Μικρά Αγγλία>> της Ιωάννας Καρυστιάνη και την «Συκοφαντία του αίματος» του Βασίλη Μπούτου.(Εφημ.ΝΕΑ). Οι άλλοι Στο «Αντί» στα τέλη της δεκαετίας του ’70 δημοσιεύουν επίσης σκίτσα και οι Γήσης Παπαγεωργίου , Γρηγόρης (Εμμανουήλ). Ο Παπαγεωργίου ειδικεύεται κυρίως στα γελοιογραφικά πορτραίτα με τα οποία συνέχισε αργότερα στην «Ελευθεροτυπία». Με δική του επιμέλεια εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΑΣΤΡΑΙΑ ο τόμος : ΕΛΛΗΝΕΣ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΟΙ του 20ου αιώνα 1901- 1999. Ενας άλλος σκιτσογράφος που δημοσιεύει στο «Αντί» μετά την μεταπολίτευση και κρατά επιμελώς την ανωνυμία του – μία φορά υπογράφει ένα σκίτσο με τη λέξη <<Ανώνυμος>> - είναι ο Δ.Κρανιώτης. Τα σκίτσα του Κρανιώτη, προπομποί των σκίτσων του Δημήτρη Χαντζόπουλου, που κάνει κι αυτός τα πρώτα του βήματα από το περιοδικό «Αντί», είναι ανθρωπάκια χωρίς χέρια που σχεδιάζονται μόνο με το περίγραμμα τους με μονοκονδυλιές και συνομιλούν σαν να έχουν μέσα τους ταινίες μαγνητοφώνου. Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος, ο οποίος κάνει την εμφάνισή του στο «Αντί» το 1980 και συνεχίζει μέχρι σήμερα στα «ΝΕΑ» σχεδιάζει επίπεδα ανθρωπάκια με παχιές γραμμές και μονοκονδυλιές. Ο Χαντζόπουλος εισάγει έναν εξόχως εγκεφαλικό τρόπο στην παρουσίαση των χιουμοριστικών του θεμάτων. Προσωποποιεί εν αφθονία τα αντικείμενα και τα σκίτσα του βρίθουν από ανατροπές πραγματολογικές και εννοιολογικές. Στα περισσότερα εμφιλοχωρεί το στοιχείο της έκπληξης, ένα είδος ξαφνίσματος το οποίο περισσότερο εντυπωσιάζει παρά δημιουργεί γελαστική διάθεση. Χρησιμοποιεί ακόμη εν πολλοίς τα λογοπαίγνια. Την δεκαετία του ’80 δημοσιεύουν σκίτσα στο «Αντί» και οι: Γ.Σ. (Γιώργος Σεργάκης), Νίκος Σιδέρης – δημοσίευσε γελοιογραφίες και στην εφημερίδα <<ΝΕΑ>> , αλλά πέθανε νεώτατος- , Γ.Ματορίκος, Σόνια Μητραλιά, Ιοσίφ κ.ά. Ίσως στο «Αντί» (τ.258, 13/4/1984) να έχει δημοσιευτεί και η πλέον πρωτότυπη ελληνική γελοιογραφία. Την σκιτσάρουν και την υπογράφουν δύο γελοιογράφοι: ο Γ.Σ.(Γ. Σεργάκης) και ο Δ. Χαντζόπουλος. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 δημοσιεύονται στο «Αντί» γελοιογραφίες του Γ.Ματορίκου και αργότερα από το 1990 γελοιογραφούν οι Γ.Φιλδισάκος και Χ.Παπανίκος. Την δεκαετία του 1990 και μέχρι τα σήμερα εμφανίζονται από τις σελίδες του περιοδικού οι γελοιογράφοι: Κώστας Κουφογιώργος, Ανδρέας Πετρουλάκης και Τάσος Αναστασίου. Και οι τρεις δημοσιεύουν πολιτικές γελοιογραφίες με μακροσκελείς, συνήθως, διαλόγους. Ο Αναστασίου τελευταίως κάνει γελοιογραφίες και στα <<ΝΕΑ>>, ο Πετρουλάκης στην <<Καθημερινή>> , ο Κουφογιώργος στην <<Εποχή>>. Η ιστορία, αν ποτέ γραφτεί… Σήμερα, η σχολή της γενιάς του <<Ταχυδρόμου>> τείνει να ξεπεραστεί, χωρίς να μπορεί να αποφανθεί κανείς ότι τούτο είναι και θετικό βήμα προόδου. Υπάρχει η τάση της πλημμυρίδας του σκίτσου από φούσκες και φουσκίτσες με λόγια και διαλόγους. Ούτε τα έξυπνα πολιτικά βέλη της σχολής του «Αντί» εκτοξεύονται. Πολλές φορές δεν χρειάζεται να κοιτάξει κανείς το σκίτσο – αν τούτο φαίνεται – για να εννοήσει την γελοιογραφία, τα λόγια υποκαθιστούν τη οποιαδήποτε γελαστικότητα του θέματος. Υπάρχει κι εδώ η επίδραση του Altan, του Volinski ή του Plantu. Η ιστορία, αν ποτέ γραφτεί κάποια τεκμηριωμένη ιστορία της ελληνικής γελοιογραφίας, θα δείξει. Δημοσιεύθηκε στον τόμο ΜΔ’ ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ της εφημερίδας «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» με τίτλο: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΑ , ΔΥΟ ΑΙΩΝΕΣ ΣΑΤΙΡΑΣ. Από εδώ
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.