Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Παναγιώτης Μητσομπόνος'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 3 results

  1. Έξι Έλληνες σκιτσογράφοι αποχαιρετούν το δάσκαλό τους Η πολιτική γελοιογραφία, για να είναι πραγματικά αιχμηρή και εύστοχη, απαιτεί πολλά χαρίσματα. Χιούμορ, ταλέντο, οξύνοια, αντικειμενικότητα, γνώση των ορίων, ήθος. Ο Γιάννης Ιωάννου, συνδύαζε όλα τα παραπάνω και πολλά χαρίσματα ακόμη, γεγονός που τον έκανε τον κατά γενική ομολογία κορυφαίο Έλληνα πολιτικό γελοιογράφο της μεταπολίτευσης. Μέσα από το 'Αντί', τον θρυλικό 'Τρίτο Δρόμο' και πληθώρα μέσων, από εφημερίδες μέχρι και το δικό του μπλογκ, η σατιρική ματιά του Γιάννη Ιωάννου υπήρξε πάντοτε εύστοχη και επίκαιρη. Μα κυρίως, ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος, ενέπνευσε πολλούς ακόμη σκιτσογράφους να ακολουθήσουν το δρόμο του και να μάθουν δίπλα του. Σήμερα, μέσα από το Oneman, ήρθε η ώρα κάποιοι από τους μαθητές αυτούς να αποχαιρετήσουν με τα δικά τους λόγια -ή και σκίτσα- τον Δάσκαλο, ο οποίος στις 9 του περασμένου Μαΐου έφυγε από κοντά μας σε ηλικία 75 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα έργο διαχρονικό και παιδευτικό, το οποίο θα αποτελεί για πάντα σημείο αναφοράς. 'Η αρχεία Ελλάδα', το τελευταίο σκίτσο του Γιάννη Ιωάννου στο μπλογκ του, το οποίο δημοσιεύθηκε και στην Εφημερίδα των Συντακτών Σπύρος Δερβενιώτης Προσπαθώ να θυμηθώ την πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με τη σάτιρα του Γιάννη Ιωάννου, και το μυαλό μου είναι κενό. Θυμάμαι πολύ καθαρά (παρ’ ότι παιδί) την πρώτη εντύπωση που μου έκανε η λιτή απέριττη γραμμή και η ιδιόλεκτος του ΚΥΡ. Θυμάμαι πολύ καθαρά (καθ’ ότι έφηβος) την πρώτη φορά που είδα σε δράση τον οδοστρωτήρα που ήταν ο Αρκάς, στον ‘Κόκκορα’. Αλλά δε θυμάμαι την πρώτη φορά που εκτέθηκα στη νευρώδη και διαβρωτική ματιά του Γιάννη, που επηρέασε τη δική μου προσέγγιση όσο όλοι οι υπόλοιποι Δάσκαλοι συνδυαστικά, και ίσως και λίγο παραπάνω. Προσπαθώντας να σκεφτώ γιατί συμβαίνει αυτό, κατέληξα σ’ ένα συμπέρασμα που θέλω να πιστεύω ότι βγάζει νόημα: Ο εγκέφαλός μου κατέγραψε το Γιάννη σα να ήταν Πάντα εκεί. Σαν η οξυδερκής ματιά του, η βίαιη εισβολή του στα άδυτα των μυαλών των Στιβαρών Ηγετών μας στην ησυχία του σπιτιού τους, αυτό το εμμονικά τεκμηριωμένο ξεγύμνωμα των πιο ιδιοτελών κινήτρων κάθε εξουσίας, αυτός ο διαρκής υποτιτλισμός της ζωής που ζήσαμε, να ήταν πάντα εκεί. Σαν, παρ΄ όλο που το έργο του συνιστούσε μια τομή στην ελληνική γελοιογραφία, ταυτόχρονα να έγινε το σημείο μηδέν, ένα event horizon που καμπύλωσε το σατιρικό χωροχρόνο, ενώνοντας το Πριν (την εποχή μιας γλυκιάς. ασφαλούς γελοιογραφίας) με το Μετά (τη Γιακωβίνικη αναίδεια που μας μεταλαμπάδευσαν από το Γαλλικό Μάη οι καλύτεροι εκπρόσωποι της Μεταπολιτευτικής γελοιογραφίας) σε ένα σώμα: την Ευγενή Αναίδεια που τόσους σύγχρονους και κατοπινούς συναδέλφους του καθόρισε. Είναι ένα συμπέρασμα που γλυκαίνει κάπως τη βαθιά θλίψη για την απώλεια ενός βαθιά ευγενικού ανθρώπου που ευτύχησα να γνωρίσω από κοντά. Γιατί σημαίνει ότι, όπως πάντα ήταν, έτσι πάντα και θα είναι εδώ. Μιχάλης Κουντούρης Ήταν λίγο μετά την Άλλη Επταετία όταν συστηθήκαμε με τον Κοσμά τον Ευρωπαίο και το Μεγάλο Αφεντικό. Τους ακολουθήσαμε με την Πρώτη στον Τρίτο Δρόμο, ένα δρόμο που μας οδήγησε στο πιο σημαντικό σταυροδρόμι της ελληνικής πολιτικής γελοιογραφίας μετά τη μεταπολίτευση. Πολιτικού σκίτσου και κόμικς γωνία. Εκεί γνωρίσαμε, θαυμάσαμε, εμπνευστήκαμε, επηρεαστήκαμε και αγαπήσαμε τον Γιάννη Ιωάννου. Εκεί, σ ’εκείνη τη γωνία, θέλω να αφήσω αυτό το σκίτσο στη μνήμη του. Να το αφήσω με μια βαθιά υπόκλιση, Όσο βαθύς είναι ο σεβασμός που αισθάνομαι, Όσο βαθιά είναι η θλίψη για το χαμό του. Μια υπόκλιση τόσο βαθιά που δεν θα αφήσει να φανεί το δάκρυ για το δάσκαλο που έφυγε, για το συνάδελφο που χάσαμε για το φίλο που θα μας λείψει. Ο τρίτος δρόμος ορφάνεψε… Πέτρος Ζερβός Τον Γιάννη Ιωάννου τον πρωτοείδα στα γραφεία του Σχολιαστή, μέσα δεκαετίας ’80. Ήταν ήδη γνωστός γελοιογράφος, εγώ στα πρώτα μου βήματα. Όμως δεν ανταλλάξαμε ποτέ κουβέντα! Εγώ πολύ ντροπαλός, αυτός από τη φύση του απόμακρος δούλευε απομονωμένος στο βάθος, σε κάποιο τραπέζι… Τον ξανασυνάντησα το 2006, στα πλαίσια των εκδηλώσεων Πάτρα, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, όπου φιλοξενηθήκαμε Έλληνες και Ευρωπαίοι γελοιογράφοι για να φτιάξουμε επί τόπου έργα με θέμα το Καρναβάλι. Γνώρισα έναν διαφορετικό άνθρωπο! Ήταν κοινωνικός, φιλικός, εξωστρεφής και ένα βράδυ σε τραπέζι, όσοι ξέραμε τον κλειστό του χαρακτήρα, με έκπληξη τον είδαμε να χορεύει! Μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω καλύτερα τον άνθρωπο Ιωάννου, όταν στήναμε τη Λέσχη Ελλήνων Γελοιογράφων στη σημερινή της μορφή. Εξαιρετικά ευφυής, με χιούμορ, ολιγόλογος, κάθε του κουβέντα μεστή και καθαρή. Κρεμόμασταν από το στόμα του γιατί πάντα είχε κάτι ουσιαστικό να πει και πάντα έδινε διέξοδο σε πολλές δυσκολίες που προέκυπταν. Ήταν ακέραιος άνθρωπος, με ήθος και πεντακάθαρο βλέμμα. Θυμάμαι, σε κάποιο βραδινό τραπέζι, με έκπληξη να απαξιώνει μπροστά σε άλλους συναδέλφους σκίτσα μου που με τα δικά του κριτήρια έβρισκε «χυδαία»! Αυτό δεν επηρέασε την εκτίμησή μου γι’ αυτόν, αντίθετα μ’ έκανε να σκεφτώ πάνω στη δουλειά μου και να μην κάνω το λάθος να μπερδεύω το χιούμορ με την εμπάθεια!... Ο Γιάννης Ιωάννου ήταν ανοιχτός σε νέους γελοιογράφους που εντάσσονταν στη Λέσχη αλλά και απρόθυμος να δεχτεί όσους δεν θεωρούσε άξιους! Δεν θα μιλήσω για το έργο του. Κατ’ εμέ είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας γελοιογράφος μεταπολεμικά! Η δουλειά του είναι μια τοιχογραφία των τελευταίων δεκαετιών της χώρας. Ένας ιστορικός δεν θα κατανοήσει π.χ. την δεκαετία του ’80, που ήταν καθοριστική ακόμα και για το σήμερα, αν δεν μελετήσει τα αντίστοιχα βιβλία του Ιωάννου! Τα τελευταία χρόνια μια μικρή παρέα γελοιογράφων συναντιόμασταν και εκτός Λέσχης, συχνά με τον Γιάννη. Πάντα ένιωθα δέος και σεβασμό δίπλα του! Ο Γιάννης εξακολουθούσε να είναι για μένα απόμακρος, όχι πια από παραξενιά του χαρακτήρα του αλλά γιατί καταλάβαινα την βαθιά αξία του ως δημιουργού και ως ανθρώπου... Παναγιώτης Μητσομπόνος Αντί κειμένου, ο Παναγιώτης Μητσομπόνος προτίμησε να αποχαιρετίσει τον Γιάννη Ιωάννου με μια διαφορετική μεταξύ τους 'συνομιλία', η οποία δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην Εφημερίδα των Συντακτών το 2017 Πάνος Ζάχαρης Όταν καλείσαι να μιλήσεις για έναν Μεγάλο που έφυγε, φλερτάρεις μοιραία με την αυτοαναφορικότητα. Τον ήξερες; Σε ήξερε; Τι του είχες πει και τι σου απάντησε… Πόσο μάλλον όταν αυτός που έφυγε καθόρισε όχι απλώς τον τρόπο με τον οποίο δουλεύεις αλλά και την ίδια την επιλογή της δουλειάς σου, την επιλογή του –τρίτου;- δρόμου που επέλεξες να τραβήξεις στη ζωή σου. Το αποτύπωμα του Γιάννη Ιωάννου στην Ελληνική Γελοιογραφία, είναι γιγαντιαίο και βαθύ. Τόσο μεγάλο που όσο κι αν το θες είναι δύσκολο να βαδίσεις παράλληλα με αυτό γιατί νιώθεις πως καταλαμβάνει όλο το μονοπάτι που ο ίδιος άνοιξε λίγο πριν το ’80. Έτσι, προχωράς προσεκτικά, βρίσκοντας τα δικά σου μονοπατάκια, τις γελοιογραφικές παρακάμψεις που όμως συχνά, ενίοτε ασυναίσθητα καταλήγουν ξανά στα χνάρια του. Το παρήγορο είναι ότι σε αυτόν τον δρόμο έχεις καλή παρέα. Συναντάς πολλούς, όλους σχεδόν τους φίλους και τους συναδέλφους σου. Άλλους τους βλέπεις μπροστά να προπορεύονται σημαντικά, άλλους στο πλάι, άλλους να ξεκινούν τώρα να τον βαδίζουν. Χάσαμε τον Γιάννη Ιωάννου, αλλά δεν πρόκειται να χαθούμε στον δρόμο του που κάναμε δικό μας. Το σκίτσο της κεντρικής φωτογραφίας μάς το παραχώρησε ευγενικά ο κύριος Πάνος Μαραγκός, ο οποίος προτίμησε να αποχαιρετήσει τον φίλο του με ένα σχέδιο, το οποίο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Εφημερίδα 'Έθνος'. Και το σχετικό link...
  2. Συνήθως χαρακτηρίζουμε –λανθασμένα– «κομήτη» κάποιον ή κάτι που εμφανίζεται μία φορά και μετά εξαφανίζεται. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι οι κομήτες πάντα επιστρέφουν. Ο «Μπλε Κομήτης», ένα νέο περιοδικό κόμικς για ενήλικο κοινό, έπειτα από μακρά ανομβρία στον χώρο του περιοδικού τύπου, υπόσχεται να είναι πιστός στα τακτικά ραντεβού του. Ο αρχισυντάκτης του και δημιουργός κόμικς, Γιώργος Γούσης, μιλά στην «Εφ.Συν.» για τις προσδοκίες του. Γιατί «Μπλε» και γιατί «Κομήτης»; Όταν ψάχναμε όνομα για το περιοδικό, είχα κολλήσει στη λέξη «κομήτης», επειδή μου έκανε λίγο ρετρό και νοσταλγικό, μου θύμιζε pulp περιοδικά της δεκαετίας του 1980 και, επίσης, ως λέξη μοιάζει με τη λέξη κόμικς. Επιπλέον, η εμφάνιση ενός κομήτη είναι περιοδικό φαινόμενο με συγκεκριμένη περιοδικότητα, όπως το περιοδικό μας που θα εμφανίζεται κάθε τρεις μήνες. Το «μπλε» προστέθηκε στη συνέχεια από τον εκδότη, καθώς την εποχή που το κουβεντιάζαμε, διάβασε τυχαία ότι ήταν ορατός από τη Γη ο μπλε κομήτης Χόντα. Το θεωρήσαμε σημαδιακό. Ευχή μας και προσπάθειά μας είναι να εδραιωθεί ως Κομήτης, να είναι πάντα στην τροχιά των κομικς, να εμφανίζεται πάντα στην ώρα του και να βγαίνουν όλοι έξω για να τον παρατηρήσουν. Με άλλα λόγια, να είναι ένα περιοδικό-φαινόμενο για τα ελληνικά κόμικς. Απόσπασμα από την ιστορία του Γιώργου Γούση, βασισμένη στον χαρακτήρα του ντετέκτιβ Φιλ Πωτ του Παναγιώτη Μητσομπόνου Ποιος είχε την ιδέα για μια τέτοια έκδοση και σε ποιους ανήκουν οι πρωτοβουλίες για την κυκλοφορία του περιοδικού; Η ιδέα γεννήθηκε μέσα από συζητήσεις που είχαν οι εκδόσεις Polaris με εμένα και τον συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο γύρω από το πώς και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε εκδοτικά με την πληθώρα των εξαιρετικών δημιουργών που υπάρχουν στη χώρα και δεν συναντώνται με το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Βλέπαμε, επίσης, ότι υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ των ανθρώπων που μπορούν να φτιάξουν και να εκδώσουν ένα γκράφικ νόβελ και των αυτοεκδόσεων όπου συναντάς πολλούς, νέους κυρίως δημιουργούς, με φοβερά προσόντα και υποσχέσεις και δεν μπορείς να τους βρεις παρά μόνο αν πέσει στα χέρια σου η αυτοέκδοσή τους. Καταλήξαμε ότι η φόρμα του περιοδικού είναι το καταλληλότερο μέσο που θα τα ένωνε όλα αυτά. Στέλλα Στεργίου Τι καινούργιο έρχεται να φέρει στα ελληνικά κόμικς; Ένα περιοδικό κόμικς πρέπει να έχει σκοπό να αναδείξει το καινούργιο και να αναθερμάνει το παλιό. Η προτεραιότητά μας είναι η ποιότητα της ύλης μας. Να υπάρχει γκάμα δημιουργών και απόψεων, να βοηθούνται οι δημιουργοί στο επίπεδο της επιμέλειας της δουλειάς τους, να δημιουργηθούν νέες δημιουργικές ομάδες, να συναντηθούν συγγραφείς με σχεδιαστές, να γίνει το περιοδικό ο λόγος για να εκφραστούν οι δημιουργοί και οι συγγραφείς και να αμειφθούν γι' αυτό. Είμαστε ανοιχτοί σε ιδέες και πιστεύουμε ότι ένα περιοδικό οφείλει να είναι ένας ζωντανός οργανισμός που προσαρμόζεται στα δεδομένα της εποχής. Ελπίδα μου είναι να δημοσιεύσουμε και πολλές ελληνικές ιστορίες σε διάφορα είδη αφήγησης, όπως για παράδειγμα συνέβη με την εξαιρετική έκθεση κόμικς με θέμα την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς που έγινε πέρυσι. Απόσπασμα από το κόμικ των Γιώργου Φαραζή και Γλυκερίας Πατραμάνη Υπάρχει όμως το απαιτούμενο κοινό για να το στηρίξει; Από την εμπειρία του «9», της «Βαβέλ», του «Παρά Πέντε» κλπ., ξέρουμε ότι το κοινό που αγοράζει ένα περιοδικό κόμικς είναι ευρύ, είναι ο κόσμος που διαβάζει βιβλία, βλέπει σινεμά, πάει θέατρο κλπ. Επίσης πολλά κόμικς που έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια έχουν αξιοσημείωτες πωλήσεις. Αν συμπεριλάβουμε και ένα ποσοστό από την πληθώρα των νέων επισκεπτών στα συνέδρια και τα φεστιβάλ που γίνονται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ένα κοινό λίγο-πολύ αχαρτογράφητο, τότε θα έλεγα πως όχι μόνο υπάρχει, αλλά μάλλον είναι και αρκετό. Μένει να το δούμε στην πράξη και φυσικά πιστεύω ότι δεν αρκεί να υπάρχει το κοινό για να αγοράσει οτιδήποτε, πρέπει να είναι καλό και το προϊόν για να το πάρει. Παναγιώτης Μητσομπόνος Θα υπάρχουν σταθεροί συνεργάτες ή θα εναλλάσσονται. Και η αραιή περιοδικότητα μήπως θα αποξενώσει τους αναγνώστες; Δυστυχώς λόγω περιορισμού του χώρου έμειναν απ’ έξω πολλοί σημαντικοί δημιουργοί, με τους οποίους όμως ελπίζω να συνεργαστούμε και να παρουσιάσουν δουλεία στο περιοδικό στη συνέχεια. Σκοπός μας είναι να εναλλάσσονται οι συνεργάτες και φυσικά να εμφανιστούν και νέοι που δεν έχουμε ξαναδεί και αξίζει η δουλειά τους. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν θα έχουμε και κάποιες μόνιμες ή περιστασιακές συνεργασίες με κάποιες σειρές ή ιστορίες που θα δημοσιεύονται σε συνέχειες. Η αραιή περιοδικότητα είναι κάτι που αποφασίσαμε ώστε να έχουμε αρκετό χρόνο για την αναζήτηση, τη δημιουργία και την επιμέλεια των ιστοριών που θα δημοσιεύουμε. Αυτό που έχουμε σκοπό να κάνουμε, και θα γίνει το πρώτο βήμα από το δεύτερο μόλις τεύχος, είναι να αυξήσουμε τις σελίδες και την ύλη του περιοδικού, κρατώντας σταθερή την τιμή. Το δεύτερο τεύχος θα έχει 16 σελίδες περισσότερες από το πρώτο. Προτιμούμε να βγάζουμε πιο αραιά ένα μεγαλύτερο και καλύτερο περιοδικό, παρά να κάνουμε βιαστικές επιλογές και εμείς και οι δημιουργοί. Μας ενδιαφέρει και η συλλεκτική αξία, το τεύχος να είναι ωραίο και σαν αντικείμενο. Ο Πέτρος Ζερβός μεταφέρει σε κόμικς το διήγημα «Παραλογή» από το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου Πώς βλέπεις την κατάσταση των ελληνικών κόμικς σήμερα; Τι μπορούμε να περιμένουμε μέσα στο ζοφερό κλίμα της εποχής; Για να πάρουμε την απόφαση να εκδώσουμε ένα περιοδικό και προσωπικά εγώ να δεχτώ τη θέση του αρχισυντάκτη, είναι σαφές ότι πιστεύουμε πως η κατάσταση των ελληνικών κόμικς είναι σήμερα καλύτερη από ποτέ. Είναι η σωστή στιγμή για το κόμικ να κάνει το μεγάλο βήμα προς τα εμπρός, να μας δώσει σπουδαίες ιστορίες, άλμπουμ και δημιουργούς που να συναγωνίζονται ποιοτικά μεγάλους δημιουργούς του εξωτερικού. Ίσως τελικά το ζοφερό κλίμα της εποχής να είναι η μαγιά που φουσκώνει τη δημιουργικότητα. Απόσπασμα από την ιστορία των Μιχάλη Διαλυνά και Δημοσθένη Παπαμάρκου Μέχρι σήμερα σε γνωρίζαμε ως έναν νέο και πολύ επιτυχημένο δημιουργό. Τώρα θα σε δούμε και ως αρχισυντάκτη. Πώς συνδυάζονται αυτές οι ιδιότητες; Είναι δύσκολο, αλλά προσπαθώ να μη συνδυάζονται! Τα έργα και οι καλλιτέχνες που θα δημοσιεύονται στο περιοδικό δεν θα κρίνονται με το προσωπικό μου κριτήριο, είμαι εδώ για να βοηθώ τους νεότερους στα τεχνικά και στη διαδικασία της δημιουργίας από την εμπειρία μου και να λέω συμβουλευτικά την άποψή μου, ακόμα και αν αυτή δεν εισακουστεί από κάποιους δημιουργούς· προφανώς στο τελικό αποτέλεσμα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα η δική τους άποψη. Επίσης δεν είμαι μόνος μου σε αυτή τη διαδικασία, υπάρχει και η εκδοτική ομάδα αλλά και συνεργάτες του οίκου που σέβομαι και συμβουλεύομαι τη γνώμη τους και το κριτήριό τους. Με ενδιαφέρει οι ιστορίες που θα δημοσιεύουμε να είναι κατ' αρχάς κατανοητές, να έχουν αισθητική, άποψη, να αφορούν όσο το δυνατόν πιο μεγάλη μερίδα του αναγνωστικού κοινού, να είναι τα γράμματα και τα μπαλονάκια σωστά, να διαβάζονται άνετα κλπ. Επίσης προσπαθώ να συνδέω συγγραφείς με δημιουργούς ή να προτείνω συνεργασίες, διασκευές από λογοτεχνικά κείμενα, κάποια ιδέα για σειρά κλπ. Από το επόμενο τεύχος, για παράδειγμα, θα υπάρχει μια σειρά κόμικς για ελληνικά εγκλήματα. Θα τη γράφει ο Γιάννης Ράγκος, που έχει τρομερό δημοσιογραφικό αρχείο πάνω στο θέμα και κάθε φορά θα σκιτσάρει διαφορετικός δημιουργός. Από κει και πέρα δεν υπάρχει κανείς περιορισμός, αντιθέτως, επιδιώκουμε να δούμε δουλείες που θα μας εκπλήξουν, που δεν τις περιμέναμε και δεν μπορούσαμε να τις φανταστούμε. Σχέδιο εξωφύλλου: Παναγιώτης Πανταζής. Δεξιά ο Γιώργος Γούσης. Ο Γιώργος Γούσης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τη συλλογή σύντομων ιστοριών κόμικς «Ιστορίες από τις αθώες εποχές» (εκδ. ΚΨΜ). Ως εικονογράφος και σχεδιαστής κόμικς έχει εργαστεί στον τύπο («ΒΗΜΑMEN», «ΒΗMAgazino», «9» της «Ελευθεροτυπίας», «Lifo», «Athens Voice» κ.α.) και στον χώρο των εκδόσεων βιβλίου. Το graphic novel «Ερωτόκριτος», που δημιούργησε μαζί με τους Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο στο σενάριο, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Polaris το 2016. Τι λένε οι δημιουργοί Συνεργάτες του «Μπλε Κομήτη» θα είναι μια πλειάδα Ελλήνων δημιουργών κόμικς, με διαφορετικά στιλ, τεχνοτροπίες και καλλιτεχνική διαδρομή. Ρωτήσαμε τον Αντώνη Βαβαγιάννη («Κουραφέλκυθρα», «Οι Προτελευταίοι» κ.ά.) αν υπάρχει κοινό στην Ελλάδα που μπορεί να στηρίξει ένα τέτοιο περιοδικό. «Η απλή και εύκολη απάντηση είναι “όχι δεν υπάρχει”. Οι εποχές της “Βαβέλ” και του “Παρά Πέντε” έχουν φύγει και δεν πρόκειται να ξαναγυρίσουν. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν υπάρχει κοινό που αγαπάει τα κόμικς στην Ελλάδα και ακόμα περισσότερο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εξαιρετικοί Έλληνες δημιουργοί. Άρα η ερώτηση είναι αν μπορούμε εμείς, όσοι εμπλεκόμαστε στον “Μπλε Κομήτη”, να χτίσουμε αυτό το κοινό που θα στηρίξει και θα αγαπήσει κάτι καινούργιο. Όχι μόνο αυτούς που μεγαλώσανε αγοράζοντας περιοδικά και τους λείπει αυτό το υπέροχο συναίσθημα που νιώθεις όταν πρωτοανοίγεις μια καινούργια ανθολογία κόμικς που την περίμενες για μήνες, αλλά και νέο κοινό που θα θέλει να στηρίξει κάτι πραγματικά αξιόλογο. Δύσκολο; Σίγουρα. Αλλά, διάολε, θα το προσπαθήσουμε!» Θα καταφέρει, όμως, να αντέξει στον χρόνο ένα αμιγώς ελληνικό περιοδικό με κόμικς; Ο Παναγιώτης Πανταζής («Common Comics», «Μαρμελάδα Κεράσι» κ.ά.) μας απαντά: «Ένα καινούργιο ελληνικό περιοδικό ελπίζω πως έρχεται να γίνει σημείο, ένα τοπόσημο για όποιον ασχολείται με κόμικς στην Ελλάδα. Με την ιδιότητα του δημιουργού βρίσκομαι από την αρχή στο χτίσιμο ενός σπιτιού που ξανασυναντώ παλιότερους και σύγχρονούς μου, οργανωνόμαστε, συνεργαζόμαστε και προχωράμε. Αυτό που με κάνει πιο χαρούμενο, ωστόσο, είναι πως το καινούργιο περιοδικό δίνει τη δυνατότητα σε νέα παιδιά με ταλέντο να δουν πώς είναι η δουλειά σου να αφήνει πίσω την όμορφη μεν, αλλά ασφαλή φάση του ερασιτεχνισμού και να περνάει στον επαγγελματικό χώρο, όπου έχεις τη χαρά να πληρώνεσαι για να κάνεις αυτό που αγαπάς, να βλέπεις τη δουλειά σου να φτάνει σε μέρη όπου πριν δεν γινόταν και να βελτιώνεσαι λόγω των απαιτήσεων. Αν θα αντέξει στον χρόνο, θα το ξέρουμε όταν έχει περάσει ο απαιτούμενος χρόνος. Ως τότε, ξέρω πως όσοι συμμετέχουμε, σε κάθε σημείο της πορείας, θα έχουμε δώσει τον καλύτερό μας εαυτό». Και το σχετικό link...
  3. Ένας από τους πιο εκρηκτικούς κινηματογραφιστές της γενιάς του, ο Γιάννης Οικονομίδης («Σπιρτόκουτο», «Η ψυχή στο στόμα», «Μαχαιροβγάλτης», «Το μικρό ψάρι») μεταφέρει την παράνοια της αστικής βίας και στο θέατρο. Σε συνεργασία με τον Βαγγέλη Μουρίκη παρουσιάζουν στο Εθνικό Θέατρο την παράσταση «Στέλλα κοιμήσου». Έξι σκιτσογράφοι προσκλήθηκαν να παρακολουθήσουν τις πρόβες και να αποδώσουν με ένα σχέδιο την εμπειρία τους. Το αποτέλεσμα εντυπωσιακό. Απόσπασμα από το έργο του Χάρη Λαγκούση Η ματιά του Γιάννη Οικονομίδη πάνω στη συγκεκαλυμμένη σκληρότητα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας και την υποκρισία που ξεδιπλώνεται οδυνηρά πίσω από την κουρτίνα μιας –τάχα– οικογενειακής γαλήνης εκφράστηκε με συγκλονιστικό τρόπο στο «Σπιρτόκουτο» και συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση στις επόμενες ταινίες του. Τώρα μεταφέρεται και στο θέατρο. Η παράσταση «Στέλλα κοιμήσου» (Εθνικό Θέατρο, πρεμιέρα 13 Οκτωβρίου) είναι μια «in your face» καταγραφή των συνεπειών ενός απαγορευμένου έρωτα σε έναν κόσμο εδραιωμένο στο ψέμα, το χρήμα, τη χυδαιότητα και το έγκλημα, λένε όσοι παρακολούθησαν τις πρόβες. Ανάμεσά τους και έξι δημιουργοί κόμικς που αποτύπωσαν με ένα σχέδιο και εν θερμώ την πρώτη τους εντύπωση. Έργο του Πέτρου Ζερβού «Ο Οικονομίδης μεταφέρει την ουσία του κινηματογράφου του στο θέατρο με τους ηθοποιούς να βάζουν κατά μέρος ή μάλλον να σπάζουν τα όρια της θεατρικής υποκριτικής και παιδείας, ενσαρκώνοντας την ωμή αλήθεια τους χωρίς καλολογικά στοιχεία κι άλλες "διαμεσολαβήσεις". Ο θεατής "ρίχνεται", σαν σε αρένα, στην πραγματική συνθήκη των ηρώων που ξεδιπλώνεται αριστοτεχνικά σαν να βλέπουμε σε αργή κίνηση μια αλυσιδωτή πυρηνική αντίδραση. Το αποτέλεσμα είναι μια δυνατή αλλά και λυτρωτική εμπειρία», δηλώνει στην «Εφ.Συν.» ο Πέτρος Ζερβός. Από μια τέτοια θυελλώδη παράσταση που ξεχειλίζει οργή, με ποια κριτήρια επέλεξαν την εικόνα τους οι έξι καλλιτέχνες; Και ποιος ήταν ο στόχος τους; «Όση ώρα βλέπαμε την παράσταση, σημείωνα κάποια στοιχεία από τις ατάκες των ηθοποιών, έκανα αρκετά προσχέδια με μολύβια ή πενάκια και στο τελικό μου σχέδιο προσπάθησα να διατηρήσω τη ζωντάνια που υπήρχε σ' αυτές τις γρήγορες σημειώσεις, χωρίς να μεσολαβήσει πολλή σκέψη και επεξεργασία που θα βάραιναν το αποτέλεσμα», επισημαίνει ο Θανάσης Πέτρου. Και η Μαρία Τζαμπούρα συμπληρώνει: «Ήταν αρκετά δύσκολο γιατί αν και πήγα ως σκιτσογράφος, με απορρόφησε ως θεατή και το απόλαυσα σαν παιδί που του διηγούνται μια συναρπαστική ιστορία. Έτσι χρειάστηκε, στο τέλος, να αναρωτηθώ για το ποια ήταν ακριβώς η συναρπαστική ιστορία που μόλις είχα παρακολουθήσει και τι ήθελα να διηγηθώ εγώ μέσα από αυτό που είδα. Αποφάσισα ότι ήταν μια ιστορία που την λένε οι γυναίκες και η απόφαση αυτή αποτέλεσε και το κριτήριο για το τι ήθελα να φτιάξω». Έργα των Θανάση Πέτρου (αριστερά) και Χάρη Λαγκούση (δεξιά) Στον αυθορμητισμό της δημιουργίας του στέκεται ο Χάρης Λαγκούσης που τονίζει: «Ήθελα να κάνω κάτι που να περνάει τη γενικότερη αίσθηση που μου άφησε το έργο: τη βία, την ένταση, την υποταγή. Και έτσι, με φρέσκια ακόμη τη μνήμη της παράστασης, ξεκίνησα να σκιτσάρω χωρίς να έχω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου, ώσπου κατέληξα στην εικόνα του τερατόμορφου πατέρα, του όπλου και του σκυμμένου προφίλ της Στέλλας», ενώ ο Γιώργος Γούσης στέκεται στην αμεσότητα της εμπειρίας: «Όταν με πήρε τηλέφωνο ο Γιάννης για να με καλέσει στην πρόβα, μου είπε πως ήθελε να κάνω ένα σκίτσο που θα αποτύπωνε αυτό που θα ένιωθα βλέποντας την παράσταση. Ακριβώς επειδή ήταν πρόβα, αυτό που παρακολούθησα ήταν πολύ λιτό, χωρίς σκηνικά, κοστούμια, φώτα, μουσική. Ήταν μοναχά τα κορμιά και οι ψυχές των ηθοποιών. Αποφάσισα λοιπόν να φτιάξω κάτι απλό με όση περισσότερη ένταση μπορούσα. Το συμπύκνωσα στην "Στέλλα" που μέσα από τον έρωτα, βρίσκει το κουράγιο και την ενέργεια να ορθώσει ανάστημα απέναντι στον εξουσιαστικό πατέρα της που ελέγχει με κάθε τρόπο τις ζωές όλων των ανθρώπων γύρω του, ακόμα και τα μέλη της ίδιας του της οικογένειας. Σε ένα δεύτερο επίπεδο τους φαντάστηκα και σαν ζώα, σαν θηρευτή και θήραμα. Προσπάθησα όσο μπορούσα να προετοιμάσω τους θεατές της παράστασης που θα έχουν δει πρώτα το σκίτσο για το τι πρόκειται να αισθανθούν μέσα στην αίθουσα αλλά, πιστέψτε με, είναι απλά η προετοιμασία. Η εμπειρία αυτής της παράστασης θα χαράξει τον θεατή βαθιά». Έργο του Γιώργου Γούση Στη «Στέλλα» επικεντρώνεται και το έργο του Πέτρου Ζερβού για την οποία δηλώνει: «Για χάρη της αγάπης της, συγκρούεται με τον πατέρα-αφέντη αλλά και με όλη την οικογένεια που, θέλοντας και μη, υπακούει στο θέλημά του. Αυτός ο δυναμισμός της, που είναι το alter ego του δυναμισμού του πατέρα της, εκφράζεται με μια απέραντη χορογραφία κινήσεων, χειρονομιών, αισθημάτων και επιχειρημάτων που κινούνται σπασμωδικά από τον τσαμπουκά που σου δίνει το δίκιο, την προσπάθεια συνδιαλλαγής ώς την απελπισία που σε οδηγεί το απόλυτο της πατρικής εξουσίας. Κάτι από αυτό το σπαρτάρισμα της ηρωίδας προσπάθησα να εκφράσω», ενώ ο Παναγιώτης Μητσομπόνος ξεκαθαρίζει: «Μόνο γιατί είναι φίλος μου ο Οικονομίδης δέχτηκα να πάω στην πρόβα. "Ελάτε να δείτε την πρόβα και να κάνετε κανένα σχεδιάκι, έτσι ό,τι σας κάνει εντύπωση, να μου πείτε και τη γνώμη σας, και θα δούμε τι θα τα κάνουμε (τα σχέδια) μετά". Με το θέατρο γενικά δεν έχω και πολύ καλή σχέση αλλά είπα ok, ας χάσω ένα απόγευμα για τον Γιάννη. Η παράσταση ήταν δυναμίτης! Η ένταση φοβερή, οι ηθοποιοί καταπληκτικοί και η αίσθηση δυνατή κλοτσιά στο στομάχι. Ήταν ένας κινηματογραφικός Οικονομίδης σε θέατρο με ρεαλιστικούς ζωντανούς χαρακτήρες. Μια παράσταση που την βλέπεις μονορούφι, με εντάσεις που εκεί που νόμιζες δεν πάει πιο πάνω, δεν έχεις δει τίποτα... πόσο πιο πάνω μπορεί να φτάσει. Ήταν τόσο έντονα τα συναισθήματα που μετά το τέλος της παράστασης όταν μιλάγαμε με τους ηθοποιούς τους κοιτούσα περίεργα, επηρεασμένος ακόμα από τους χαρακτήρες που υποδύονται! Ήξερα ήδη τι θα φτιάξω και το ίδιο βράδυ "έστησα" το σχέδιο. Περισσότερο σαν κινηματογραφική αφίσα μου βγήκε, με την έντονη βλοσυρή μορφή του μαφιόζου πατέρα πάνω από τα τρία "σακατεμένα" παιδιά του». Τι κινδύνους κρύβει, όμως, η απόσπαση μιας σκηνής από μια θεατρική παράσταση ή η επινόηση μιας εικόνας που να αποδίδει τα τεκταινόμενα σε μια ιδιοσυγκρασιακή μορφή τέχνης όπως αυτή του Οικονομίδη; «Το να παρακολουθεί κάποιος οποιαδήποτε μορφή τέχνης προϋποθέτει μια ειλικρινή ματιά απέναντι στο έργο, είτε είναι ζωγραφικός πίνακας είτε ταινία είτε θέατρο. Σημαίνει ότι αφήνεις όσο περισσότερο από το "εγώ" σου (ιδέες, κοσμοθεωρία, αντιλήψεις, στερεότυπα) έξω από την αίθουσα -είναι λίγο όπως το να βγάζεις τα παπούτσια σου μπαίνοντας σε δωμάτιο με χαλί- για να κάνεις χώρο για το καινούργιο που βλέπεις. Αυτό είναι έτσι κι αλλιώς δύσκολο, από μόνο του. Είναι περίπου όπως συμβαίνει στην καθημερινότητά μας. Πόσο εύκολα ακούμε τι έχει να μας πει ο άλλος χωρίς να τον διακόψουμε για να πούμε τη δική μας γνώμη; Στην περίπτωση του Οικονομίδη έπρεπε να αφήσω πίσω ακριβώς όλα τα επίθετα που συνήθως συνοδεύουν ό,τι κάνει και να του χαρίσω την πιο καθαρή ματιά μου, να κοιτάξω αυτό που πραγματικά έβλεπα εκείνη τη στιγμή, χωρίς να ανατρέξω στο κουτί στο οποίο τον έχουμε -όσοι τον έχουμε- κατηγοριοποιήσει. Ελπίζω να το κατάφερα κάπως», απαντά η Μαρία Τζαμπούρα. Έργα των Παναγιώτη Μητσομπόνου (αριστερά) και Μαρίας Τζαμπούρα (δεξιά) Την ένταση του Οικονομίδη, θα μπορούσαν άραγε να την αποδώσουν και τα κόμικς; «Εντυπωσιάστηκα από το γεγονός ότι ο Οικονομίδης σκηνοθέτησε μια θεατρική παράσταση διατηρώντας ατόφια, νομίζω, την κινηματογραφική του γλώσσα και ματιά, οπότε φαντάζομαι και κόμικς αν έκανε, αυτό το προσωπικό ύφος θα υπήρχε με την ίδια ένταση. Επομένως, δεν είναι το μέσο που βαραίνει περισσότερο, αλλά η προσωπική άποψη, αντίληψη και ευαισθησία», επισημαίνει ο Θανάσης Πέτρου. Αντίθετη άποψη φαίνεται να έχει ο Χάρης Λαγκούσης που δηλώνει: «Υπάρχουν κόμικς που πηδάνε από τη σελίδα και επιτίθενται στις αισθήσεις - το μόνο όριο είναι το ταλέντο και η φαντασία του δημιουργού. Προσωπικά πάντως, ως σκηνοθέτης και σκιτσογράφος, διαχωρίζω πλήρως τις δύο τέχνες: είναι δύο αφηγηματικές γλώσσες με διαφορετική τοποθέτηση απέναντι στον ρεαλισμό. Για παράδειγμα η αποστασιοποίηση του κινηματογράφου του Bresson λειτουργεί άψογα στα κόμικς του Chester Brown, αλλά τι νόημα θα είχε μία κόμικς διασκευή μιας ταινίας του Κασσαβέτη;», ενώ ο Γιώργος Γούσης συμπληρώνει: «Κάθε αφηγηματική τέχνη έχει τα δικά της εργαλεία για να μεταδίδει στον θεατή τα συναισθήματα της ιστορίας που αφηγείται. Εξαρτάται από το ταλέντο και την ικανότητα του αφηγητή ώστε να χρησιμοποιήσει σωστά αυτά τα εργαλεία. Ο Οικονομίδης τα κατάφερε στο σινεμά και τώρα πιστεύω τα καταφέρνει και στο θέατρο αποφεύγοντας να γίνει κινηματογραφικός κι αυτό είναι και το μεγάλο κατόρθωμά του. Αν λοιπόν αυτό ήταν το ζητούμενο, προφανώς υπάρχει τρόπος να γίνει και σε ένα κόμικ, φτάνει κάποιος να έχει την όρεξη και την επιμονή να βρει τον τρόπο με τα εργαλεία αυτής της τέχνης». Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.