Search the Community
Showing results for tags 'μουσικά καρέ'.
-
Εννέα δημιουργοί εικονογραφούν το αγαπημένο τους τραγούδι κι εμείς τους ρωτάμε πότε το άκουσαν για πρώτη φορά και τι σημαίνει γι’ αυτούς. Τα «Μουσικά Καρέ» είναι κάτι παραπάνω από ένα μουσικό κόμικ. Μέσα στις σελίδες τους οι Οasis συναντούν το ρεμπέτικο τραγούδι, οι Jets τα Υπόγεια Ρεύματα και άλλους πολλούς. Εννέα δημιουργοί εικονογραφούν το αγαπημένο τους τραγούδι κι εμείς τους ρωτάμε πότε το άκουσαν για πρώτη φορά και τι σημαίνει γι’ αυτούς. Το εξώφυλλο έχει φιλοτεχνηθεί από τον Νικόλαο Κούτση, ενώ τις εννέα ιστορίες έχουν σχεδιάσει οι Θανάσης Καραμπάλιος, Αρινέλα Κοτσίκο, Περικλής Κουλιφέτης, Νικόλας Κούρτης, Σταύρος Κιουτσιούκης, Αγγελική Σαλαμαλική, Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, Νικόλας Στεφαδούρος και Κώστας Φραγκιαδάκης. Το editorial έχει γράψει ο Θοδωρής Μανίκας. Τέλος, ο γνωστός τραγουδοποιός Νίκος Πορτοκάλογλου παραχώρησε συνέντευξη στον Λεωκράτη Ανεμοδουρά και τον Γαβριήλ Τομπαλίδη. ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΤΣΙΟΥΚΗΣ Are you gonna be my girl (Jets) Καθότι μεγάλο παιδί, το άκουσα ως 25χρονος νέος σε κάποιο μπαρ. Ήταν και δύσκολο να το αποφύγεις, αφού έπαιζε σχεδόν παντού. Παραδόξως, με συγκινεί πάντα, χωρίς να υπάρχει κάποιος προσωπικός λόγος. Είναι η έντασή του και αυτή η διαρκής, εναγώνια ερώτηση καθενός μας. Θα γίνεις το κορίτσι μου; Οπωσδήποτε θα κινιόμουν κάπου ανάμεσα σε πανκ και γρήγορο ροκ. Προτίμησα το συγκεκριμένο, επηρεασμένος και από την αναγνωρισιμότητά του. Το μόνο σίγουρο είναι πως κάθε φορά που το ακούω δεν μπορώ παρά να ακολουθώ την έντασή του. Το κόμικ μου είναι μια τυπική αφήγηση «boy meets girl», που διαδραματίζεται στο live μιας τοπικής φανταστικής μπάντας υπό τους ήχους του συγκεκριμένου τραγουδιού. Ουσιαστικά, οι στίχοι θέτουν το ερώτημα που δεν προφταίνει να θέσει ο ήρωας της ιστορίας. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ «Σαν έρημα καράβια» (Υπόγεια Ρεύματα) Είναι ένα τραγούδι που το έχω συνδυάσει με την εφηβεία μου, με τις πρώτες συναυλίες και τις βραδιές που ακούγαμε ελληνικό ροκ στο ράδιο με την παρέα μου, εκεί προς το τέλος της δεκαετίας του ’90. Ακούγοντάς το και πάλι σήμερα μοιάζει να γυρνάω στο τότε, σε εποχές πιο αθώες και ανέμελες, που γράφαμε κασέτες και διαβάζαμε ό,τι κόμικ κυκλοφορούσε. Διάλεξα να το εικονογραφήσω γιατί έχει αυτό το ταξιδιάρικο στοιχείο που μου αρέσει, παίζει με τα συναισθήματα και τη μουσική. Ένιωσα ότι ταιριάζει στο ύφος των κόμικ που κάνω και ελπίζω να το νιώσει και ο αναγνώστης αυτό. Προσπάθησα να υπάρχει το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού στα σχέδια, όπως υπάρχει και στη μουσική. Να φτιάξω μια μικρή ιστορία για τις παλιές αναμνήσεις, για τα καινούργια όνειρα, γι’ αυτά που περιμένουν. Για έρημα καράβια που πλέουν στη θάλασσα ή στη φαντασία, ή ίσως στις σελίδες ενός κόμικ. ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΤΕΦΑΔΟΥΡΟΣ Wonderwall (Oasis) Παρότι το τραγούδι βγήκε το 1995, αν δεν κάνω λάθος, εγώ το άκουσα πρώτη φορά το 1999. Ήμουν φοιτητής, δεκαεννιά χρονών, και το άκουσα σε ένα μπαράκι όπου είχαμε πάει με παρέα συμφοιτητών. Είχα μεγάλο κόλλημα με μια κοπέλα από τη σχολή και προσπαθούσα να βρω τρόπο να της μιλήσω. Spoiler alert: δεν το έκανα ποτέ. Αλλά μου έμεινε το τραγούδι και το αγαπώ από τότε. Για μένα σημαίνει αγάπη, και μάλιστα λυτρωτική. Το άτομο αυτό που μπαίνει στη ζωή σου για να σε τραβήξει από τον βούρκο, είτε αυτό είναι σύντροφος, φίλος, συγγενής ή, γιατί όχι, μια γάτα. Νομίζω ότι ο Noel Gallagher είχε αναφέρει σε συνέντευξή του, όταν τον ρώτησαν σχετικά, πως εσφαλμένα πιστεύει ο κόσμος ότι μιλάει για τη γυναίκα του. Εκείνος μιλούσε για κάποιον/-α φίλο/-η που μπορεί να έρθει κάποια στιγμή και να σε σώσει από τον εαυτό σου. Όταν αποφάσισα να κάνω κόμικ το Wonderwall, σκέφτηκα να τιμήσω αυτό που είχε πει ο Noel και είπα να απομακρυνθώ από τα τετριμμένα του έρωτα. Σκέφτηκα έναν άνθρωπο σε άσχημη κατάσταση, να βιώνει την απώλεια και τη μοναξιά και τελικά να βρίσκει διέξοδο, υιοθετώντας ένα πλασματάκι, μια γάτα. Πράγμα που λειτουργεί αμφίδρομα, αν το καλοσκεφτείς, αφού κι εκείνος σώζει το γατάκι, δίνοντάς του ένα σπίτι. ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΟΥΡΤΗΣ I am the fire (Halestorm) Πάνε τρία-τέσσερα χρόνια από τότε που το πρωτοάκουσα, στο γραφείο μου, ενώ το YouTube έτρεχε στον αυτόματο. Δεν υπάρχει καμία ρομαντική ή λυρική ιστορία από πίσω. Γενικά, δεν συνδέω τη μουσική με προσωπικές στιγμές. Απολαμβάνω το παιχνίδι των ήχων με τον χρόνο και αν υπάρχουν καλογραμμένοι στίχοι, θα εκτιμήσω το τραγούδι διπλά.Το τραγούδι έχει δυναμισμό, θεατρικότητα, δράμα. Και η λέξη «φωτιά» είναι από μόνη της μια δυνατή εικόνα. Οι στίχοι, κατά τη γνώμη μου, μιλούν για προσωπική ανάταση. Την οποία, με δεδομένα τον δυναμισμό της μουσικής και τη φωτιά, προσπάθησα να αποδώσω εκρηκτικά. ΚΩΣΤΑΣ ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗΣ Camouflage (Stan Ridgway) Πρέπει να ήμουν περίπου δεκαπέντε-δεκαέξι χρονών όταν το άκουσα. Ήταν από τα πρώτα τραγούδια στα αγγλικά που έψαξα μανιωδώς να μάθω τι ακριβώς έλεγαν οι στίχοι του και από τα πρώτα που άκουγα και έλεγε μια ολοκληρωμένη ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος. Θυμάμαι ξεκάθαρα ότι όσες φορές κι αν το έπαιξα, στο μυαλό μου έφτιαχνα τις αντίστοιχες εικόνες. Δεν ήταν εύκολη υπόθεση να το διαλέξω. Έχω, τουλάχιστον, άλλα πέντε-έξι ιδιαιτέρως αγαπημένα που θέλω να «οπτικοποιήσω» με τον δικό μου τρόπο. Για όλα αυτά, την πρώτη φορά που τα άκουσα, στο μυαλό μου σχηματίστηκε μια εικονογραφημένη ιστορία. Κάθε φορά που ακούω ένα τραγούδι του οποίου οι στίχοι περιγράφουν μια ιστορία, αμέσως δημιουργώ νοερά τις αντίστοιχες εικόνες. ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΑΛΑΜΑΛΙΚΗ Τράβα, ρε μάγκα και αλάνι (Ρόζα Εσκενάζυ) Το συγκεκριμένο τραγούδι το άκουσα σε μεγαλύτερη ηλικία, όταν είχα μια ιδέα για ένα κόμικ (που δεν έγινε ποτέ!), το οποίο θα διαδραματιζόταν στην Αθήνα του 1920-30 και στο οποίο ήθελα να συμπεριλάβω τα απαγορευμένα ρεμπέτικα της εποχής. Δεν θα έλεγα ότι σημαίνει κάτι ιδιαίτερο, αλλά μπορώ να πω ότι με έκανε να αποκτήσω μια εκτίμηση για τη ρεμπέτικη μουσική, κυρίως την απαγορευμένη, καθώς μετά από αυτό κατέληξα να ακούσω και πολλά άλλα της εποχής. Το τραγούδι αναφέρεται σε μια απατημένη γυναίκα. Δεν διευκρινίζει αν είναι η σύζυγος ή όχι, αλλά ήθελα να δώσω έναν τόνο πιο δραματικό στην οπτικοποίησή του. Γι’ αυτό και η κατάληξη είναι ο φόνος. Επίσης, στυλιστικά ήθελα να μοιάζει με παλιά ελληνική ταινία, γι’ αυτό επέλεξα να μην έχει χρώμα (πέρα από το κόκκινο, που στην ουσία προοικονομεί ότι η ιστορία θα καταλήξει με αίμα!). ΑΡΙΝΕΛΑ ΚΟΤΣΙΚΟ Don’t stop me now (Queen) Η αλήθεια είναι πως δεν θυμάμαι ακριβώς σε ποια ηλικία άκουσα για πρώτη φορά το «Don’t stop me know», αλλά σίγουρα θυμάμαι να είμαι περίπου δεκαεφτά χρονών, Β’ Λυκείου, και να παίζει συνέχεια για μια περίοδο από το παλιό walkman κινητό μου, μαζί με αλλά τραγούδια των Queen, όπως το «I want to break free» και το «Radio Ga Ga». Για μένα προσωπικά, σημαίνει απελευθέρωση και αποφασιστικότητα, πως η ευτυχία είναι επιλογή και το κλειδί είναι ο τρόπος που θα αποφασίσουμε να αντιμετωπίσουμε κάποιες καταστάσεις. Όταν μου ζητήθηκε να εικονογραφήσω ένα τραγούδι της επιλογής μου, ήταν από τα πρώτα που μου πέρασαν από το μυαλό. Γενικότερα, η αγάπη μου για τους Queen και τα τραγούδια τους είναι δεδομένη, όμως πέραν αυτού, το «Don’t stop me know» έχει μια έντονη διάθεση και αισθητική που με βοήθησε στον σχεδιασμό και έκανε την επιλογή του συγκεκριμένου κομματιού ευκολότερη. Μόλις αποφάσισα να σχεδιάσω αυτό το κομμάτι, προσπάθησα να βρω πώς μπορώ να αποδώσω την αισθητική των Queen σε εικόνες. Τότε διάβασα την ιστορία της λαίδης Γκοντάιβα, που περιέχει αυτό το κομμάτι, και αυτό με καθοδήγησε ώστε να βρω τη δική μου ιστορία. Ήθελα να μπορεί να σταθεί επάξια απέναντι στους στίχους και στον δυναμισμό του κομματιού, να μεταδώσει στον αναγνώστη το συναίσθημα που μου βγάζει εμένα, πως τίποτα δεν είναι αξεπέραστο, με δύναμη και αποφασιστικότητα μπορεί κάποιος να υπερβεί τα πάντα. Έμπνευση για την ιστορία μου πήρα από την αναφορά που κάνει το τραγούδι στη λαίδη Γκοντάιβα. Σύμφωνα με την ιστορία, η λαίδη Γκοντάιβα είχε ζητήσει από τον σύζυγό της Λεοφρίκ, κόμη της Μερκίας, να μειώσει τη φορολογία των πολίτων του Κόβεντριου. Εκείνος δέχτηκε, αλλά με τον όρο να βγει η ίδια γυμνή πάνω στο άλογο και να περιφερθεί στην πόλη, πράγμα που έκανε. Αναφορές δείχνουν πως είχε συμφωνήσει με τους πολίτες να κλειστούν στα σπίτια τους για να μην τη δει κανείς. Η ηρωίδα μου λοιπόν, είναι μια σύγχρονη λαίδη Γκοντάιβα, παγιδευμένη σε έναν άλλον κόσμο, και αναζητά τη λύτρωση. ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΟΥΛΙΦΕΤΗΣ Δημοσθένους Λέξις (Διονύσης Σαββόπουλος) Ήμουν δεκαεφτά χρόνων και διάβαζα για τις Πανελλήνιες. Όταν έλυνα ασκήσεις, άκουγα παράλληλα μουσική – εκείνη την περίοδο εξερευνούσα παλιούς ελληνικούς δίσκους. Έτσι, βρέθηκα στο «Βρώμικο Ψωμί» του Διονύση Σαββόπουλου και στο «Δημοσθένους Λέξις». Σημαίνει «πάλη για ελευθερία», πέρα από το context της χούντας, του Πολυτεχνείου και της Ελλάδας. Μια πάλη που, σύμφωνα με το τραγούδι, δείχνει να είναι μοναχική, αγχώδης, τρομακτική και εκ πρώτης όψεως χαμένη, μα που εν τέλει μπορεί να κερδηθεί. Ήθελα εξαρχής ένα τραγούδι με ελληνικό στίχο, πλούσιο σε μεταφορές και εικόνες. Λόγω συναισθηματικού δεσίματος, αναμνήσεων αλλά και πρόκλησης των ικανοτήτων μου κατέληξα στο συγκεκριμένο. Ανήκε στα τραγούδια που τότε, στα δεκαεφτά μου, με ταξίδευαν, με έκαναν να δημιουργώ εικόνες στο μυαλό και στο χαρτί και δεν με άφηναν να διαβάσω! Έμπνευση μου έδωσε κυρίως ο μαγικός συνδυασμός των μεταφορικών του στίχων με τη μελαγχολική, ροκ μουσική του – γιατί και η μουσική παίζει μεγάλο ρόλο στο τραγούδι και προσπάθησα να αποτυπώσω στο έργο μου την ατμόσφαιρα που δημιουργεί. Για να εικονογραφήσω ένα τέτοιο κόμικ (με αναφορές τόσο στην περίοδο της χούντας όσο και της κλασικής αρχαιότητας), έπρεπε να κάνω μια κάποια έρευνα ώστε να αποτυπώσω με αληθοφάνεια και τον φρουρό στην πύλη της φυλακής της χούντας αλλά και τα ερείπια της γκρεμισμένης αρχαίας πόλης της Ολύνθου (εκεί βασίστηκα κυρίως, στον πλούσιο αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Κορίνθου και όχι στης ίδιας της αρχαίας Ολύνθου). Δεν βασίστηκα σε κάποια συγκεκριμένα κόμικ αλλά σε πολλά και ετερόκλητα, που αφηρημένα και υποσυνείδητα χρησιμοποίησα για να φτιάξω το δικό μου. ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΡΑΜΠΑΛΙΟΣ Μαύρος Γάτος (Βασίλης Παπακωνσταντίνου) Το άκουσα όταν ήμουν στο γυμνάσιο. Εκείνη την εποχή ακούγαμε πολύ ραδιόφωνο και το άκουσα σε έναν τοπικό σταθμό της Ελασσόνας. Είναι ένα τραγούδι που μου άρεσε γιατί δείχνει την υποκρισία της ελληνικής κοινωνίας: ο εθνικός κορμός τα βάζει με έναν γάτο, που το μόνο που ζητάει είναι ο ελευθεριακός έρωτας. Δεν κάνει κάτι κακό κι όμως φοβούνται τον τρόπο που θα αλλάξει την κοινωνία ο έρωτας. Είναι ένα από τα αγαπημένα νανουρίσματα του γιου μου. Επειδή μιλάμε για ζωομορφία, βασίστηκα πολύ στο «Blacksad» και στην εικονογράφηση του Guarnido. ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΤΣΗΣ Εξώφυλλο Το αγαπημένο μου κομμάτι είναι το «I will survive»! Είμαστε μια γενιά ανθρώπων που δεν έχει ζήσει μεγάλες καταστροφές, πολέμους ή δεινά σαν εκείνα που έχει επιβάλει η ανθρωπότητα στον εαυτό της στο παρελθόν! Είμαστε πολύ τυχεροί τόσο ως προς την εποχή όσο και ως προς τον τόπο όπου ζούμε, ένα σταυροδρόμι διαχρονικών συμφερόντων που είναι ταυτόχρονα ευχή και κατάρα για εμάς. Πιστεύω πως οι συνθήκες που βιώνουμε δεν είναι παρά μια ταλαιπωρία με το γάντι, και ελπίζω να μείνει εκεί! Ελπίζω τα «αντισώματα» που έχει αναπτύξει το ανθρώπινο γένος κατά τη διάρκεια της ιστορίας του να το έχουν εξοπλίσει αρκετά, ώστε να αποφύγει το ενδεχόμενο ενός οργουελικού μέλλοντος, το οποίο, φοβάμαι, είναι προ των πυλών! Τα «Μουσικά Καρέ» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- μουσικά καρέ
- εκδόσεις μικρός ήρως
- (and 2 more)
-
Τα αγαπημένα τραγούδια ξεχειλίζουν από εικόνες. Διαφορετικές για κάθε ακροατή. Εννιά δημιουργοί κόμικς περνούν από τη θέση του ακροατή στη θέση του σχεδιαστή τέτοιων εικόνων προσθέτοντας τη δική τους ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική οπτική. «Δεν είναι λίγες οι φορές που ακούγοντας ένα αγαπημένο τραγούδι σκαρφιζόμαστε τη δική μας ιστορία που θα μπορούσε να το συνοδεύει. Ιστορίες που δεν είναι ποτέ ίδιες μεταξύ τους. Οι πολλαπλές ερμηνείες που δίνουμε σε ένα τραγούδι σε συνδυασμό με το μίνιμαλ στοιχείο του είναι και το γοητευτικό. Κάτι όμως ακόμα πιο γοητευτικό είναι η εικονοποίησή τους!», γράφει ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς στο εντιτόριαλ του νέου περιοδικού «Μουσικά Καρέ» (εκδόσεις Μικρός Ήρως). Και κρίνοντας από το περιεχόμενο του περιοδικού, η εικονοποίηση δεν είναι μόνο γοητευτική αλλά και πανέμορφη και πανέξυπνη. «Τράβα βρε μάγκα» από την Αγγελική Σαλαμαλίκη Η ιστορία της σχέσης των κόμικς με τη μουσική βέβαια δεν είναι σημερινή αλλά κρατάει χρόνια. Την περιδιαβαίνει ο Θοδωρής Μανίκας στον πρόλογό του επισημαίνοντας τις πολλαπλές μορφές και εκφάνσεις αυτής της σχέσης: «Κόμικς ως artwork εξωφύλλων δίσκων αλλά και πολυσέλιδα κόμικς ως ένθετα σε δίσκους βινυλίου (από το θρυλικό εξώφυλλο του μέγιστου Crumb για το Cheap Thrills της Janis Joplin ώς το πόνημα του designer Στέργιου Δελιαλή για το δεύτερο και τελευταίο άλμπουμ των Poll). Κόμικς με βιογραφίες μουσικών και φανταστικές περιπέτειες που έχουν ως ήρωες σταρ της μουσικής (από τον Bob Dylan και τους Kiss ως τον Elvis και τον Αργεντινό σαξοφωνίστα Gato Barbieri). Ουκ ολίγα κόμικς και graphic novels, σχεδιασμένα ή/και σεναριογραφημένα από μουσικούς (από τον Charlie Watts ως τον Glenn Danzig και από όλους σχεδόν τους Grateful Dead ώς τον Nick Cave). Καλλιτέχνες που επιλέγουν ως εικόνα τους μια κομικσοειδή καρικατούρα […] Αφίσες, flyers συναυλιών και φεστιβάλ, προωθητικά διαφημιστικά υλικά κ.λ.π. Περιοδικά κόμικς και φανζίν, με μουσικές (συνήθως ροκ) θεματικές. Σειρές κινουμένων σχεδίων με πλείστες μουσικές αναφορές αλλά με συχνές “παρουσίες” διάσημων μουσικών στα καρέ των επεισοδίων τους (κορυφαίες, οι αμερικανικές σειρές The Simpsons και Beavis and Butt-Head)». «Don’t stop me now» των Queen από την Αρινέλλα Κοτσίκο Από όσα γράφει ο Θοδωρής Μανίκας, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το επόμενο και πολύ αποφασιστικό βήμα προς την ολοκλήρωση αυτής της σχέσης δεν μπορεί να είναι άλλο από τη μεταφορά/προσαρμογή των κόμικς σε τραγούδια και το αντίθετο. Αυτό το δεύτερο υλοποιούν με μεγάλη επιτυχία οι εννιά δημιουργοί κόμικς που συμμετέχουν στα «Μουσικά Καρέ». Τον Μαύρο Γάτο του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, ένα τραγούδι «ανυπακοής» που σιγοψιθύρισαν ή βροντοφώναξαν πολλές γενιές νέων σε συναυλίες, πάρτι, πλατείες και πορείες, επιλέγει ο Θανάσης Καραμπάλιος που ακολουθεί κατά γράμμα τους στίχους του συνεπώνυμου του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Θανάση, με αποκορύφωμα τη σύλληψη του μποέμ Γάτου όταν «βγήκε σεργιάνι το χαφιεδοτσουρμό, αυτοί που αποτελούνε τον εθνικό κορμό». Ο «Μαύρος γάτος» του Βασίλη Παπακωνσταντίνου από τον Θανάση Καραμπάλιο Τους στίχους και τη μουσική του Freddie Mercury από το «Don’t stop me now» των Queen εικονογραφεί η Αρινέλλα Κοτσίκο επιτυγχάνοντας να αποδώσει ιδανικά τις στιγμές έκστασης και απόλαυσης μιας κοπέλας που νιώθει σαν «sex machine, ready to reload, like an atom bomb about to explode». Σε ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου, το «Δημοσθένους Λέξις», προσφέρει τις εικόνες του ο Περικλής Κουλιφέτης τοποθετώντας τον αφηγητή σε μια έρημη πόλη όπου «οι δρόμοι θα ´ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη, τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι», για να σταθεί αμέσως μετά μπρος στην πύλη του ΕΑΤ-ΕΣΑ «με τις κουβέρτες στη μασχάλη, χωρίς Βουλή, χωρίς Θεό, σα βασιλιάς σ' αρχαίο δράμα». «Δημοσθένους Λέξις» του Διονύση Σαββόπουλου από τον Περικλή Κουλιφέτη Ο Νικόλας Κούρτης με την ιστορία του δίνει μορφή στην αγωνία, το ξεπέρασμα του φόβου, την ανάκτηση της αυτοεκτίμησης, την απελευθέρωση και την απογείωση του εαυτού από το «I am the Fire» των Halestorm, ενώ ο Σταύρος Κιουτσιούκης πλάθει μια δική του ιστορία με τίτλο «Το Λάιβ» που εκτυλίσσεται σε ένα μπαρ της Θεσσαλονίκης υπό τους ήχους του «Are you gonna be my girl?» των Jet. Στο ασπρόμαυρο Πασαλιμάνι που ομορφαίνει με λίγες προσεκτικά επιλεγμένες κόκκινες πινελιές, της Ρόζας Εσκενάζυ από το «Τράβα βρε μάγκα», σε στίχους και μουσική του Κώστα Σκαρβέλη, μας ταξιδεύει η Αγγελική Σαλαμαλίκη δίνοντας τη δική της εκδοχή στα λόγια του τραγουδιού. Μια εκδοχή που ολοκληρώνεται με ένα απολύτως αιτιολογημένο φονικό, λίγο κόκκινο αίμα και μερικά κόκκινα άνθη που ξεφυτρώνουν από τα κεραμίδια. Τη σπουδαία, γεμάτη συναίσθημα ποίηση από τα Υπόγεια Ρεύματα μετατρέπει σε κόμικς ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης στο «Σαν Έρημα Καράβια», εικονογραφώντας τη θλίψη και τη μοναξιά μιας ανολοκλήρωτης σχέσης ενώ ο Νικόλας Στεφαδούρος δίνει εικόνες σε ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια των Oasis, το «Wonderwall» σε στίχους και μουσική του Noel Gallagher. Σε ένα από τα πιο τρανταχτά και όμορφα παραδείγματα του πόσο αποτελεσματική και γοητευτική μπορεί να είναι η προσαρμογή ενός έργου τέχνης σε μια άλλη τέχνη που χρησιμοποιεί άλλη γλώσσα, άλλα μέσα και εντελώς διαφορετικά εργαλεία. Ιδιαίτερα όταν το πρωτότυπο έργο είναι εσκεμμένα αφαιρετικό ως προς τα νοήματά του αφήνοντας τον ακροατή να συμπληρώνει αυτός την αφήγηση, αλλά αναπόφευκτα συγκεκριμενοποιείται και αποκτά μία από τις πιθανές ερμηνείες και διαστάσεις του όταν εικονοποιείται, χωρίς αυτό να απαγορεύει την ύπαρξη άλλων, αμέτρητων εκδοχών, προσλήψεων, αναπλαισιώσεων και προσαρμογών. «Camouflage» του Stan Ridgway από τον Κώστα Φραγκιαδάκη Τελευταίο μουσικό κομμάτι του περιοδικού είναι το «Camouflage» του Stan Ridgway που αφηγείται φιλοτεχνώντας τη δική του ιστορία ο Κώστας Φραγκιαδάκης σε χρώμα του Μιχάλη Τόρη και ιστορική επιμέλεια του Γιάννη Μονογυιού. Το «Camouflage» αποτελεί και τη μεγαλύτερη σε έκταση ιστορία των «Μουσικών Καρέ» καθώς ο Φραγκιαδάκης δεν αρκείται στην εικονογράφηση των στίχων, αλλά με βάση αυτούς πλάθει μια δική του εκδοχή των φανταστικών περιστατικών που περιγράφονται στο τραγούδι. Με αποτέλεσμα ένα έτσι κι αλλιώς πολύ φορτισμένο με νοήματα και συναισθήματα τραγούδι για τον αγώνα επιβίωσης ενός Αμερικανού φαντάρου στις ζούγκλες του Βιετνάμ να αποκτά εικόνες. Και η «σωτηρία» του που σύμφωνα με το τραγούδι αποδίδεται στην αυταπάρνηση και τους ηρωισμούς του «Camouflage» να παραμένει ένα άλυτο αίνιγμα. Το εξώφυλλο του άλμπουμ «Μουσικά Καρέ» από τον Νίκο Κούτση Τα «Μουσικά Καρέ», μια έκδοση που αναμένεται να έχει πολλές συνέχειες, με το πρώτο τεύχος τους εξερεύνησαν και παρουσίασαν τη δυνατότητα εικονοποίησης των τραγουδιών καθώς και τη μεταφορά τους σε κόμικς. Η πολύπλευρη αυτή σχέση μεταξύ των κόμικς και της μουσικής δεν εξαντλείται όμως σε αυτό. Τα επόμενα τεύχη θα είναι αφιερωμένα σε άλλες πτυχές της σχέσης αυτής με επίκεντρο τους στίχους, τη μουσική και τις εικόνες που γεννούν τα τραγούδια. Μια άλλη διάσταση της σχέσης της μουσικής με τα κόμικς έδωσε η συλλογή ιστοριών με τίτλο «Song Stories» (εκδόσεις Ένατη Διάσταση, 2019). Σε αυτήν επτά δημιουργοί κόμικς (Έφη Θεοδωροπούλου, Άρης Λάμπος, Κλήμης Κεραμιτσόπουλος, Γιώργος Καμπάδαης, Σοφία Σπυρλιάδου, Νικόλας Στεφαδούρος και Σταύρος Κιουτσιούκης) εικονογραφούν τις αληθινές ιστορίες που κρύβονται πίσω από τα τραγούδια αγαπημένων καλλιτεχνών και δημοφιλών συγκροτημάτων (Παύλος Παυλίδης, Rotting Christ, Nightstalker, 12ος Πίθηκος, Στίχοιμα, Social Waste), «απαντώντας» στα συνήθη ερωτήματα που το κοινό θέτει στους καλλιτέχνες, όπως «Μα πού βρίσκετε όλες αυτές τις ιδέες; Από πού αντλείτε την έμπνευσή σας; Ποιοι είναι οι καλλιτέχνες που σας έχουν επηρεάσει;». Και το σχετικό link...
-
- 6
-
-
-
- μουσικά καρέ
- εκδόσεις μικρός ήρως
- (and 10 more)
-
Ο Περικλής Κουλιφέτης βρίσκεται χρόνια στο κουρμπέτι παρά το νεαρό της ηλικίας του. Από μικρός άρχισε να δημοσιεύει γελοιογραφίες σε τοπικές εφημερίδες και αργότερα τα κόμιξ του ή αλλιώς τα “Μίκι Μάους”, όπως με παράπονο λέει πως τα αποκαλούν ακόμη στην Ελλάδα. Με αφορμή το νέο του κόμιξ λοιπόν, «Έγκλειστοι» με θέμα την καραντίνα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Μικρός Ήρως”, μιλήσαμε για το πόσο τον έχει επηρεάσει η καραντίνα αλλά και γενικότερα για το πώς είναι να είσαι ένας νέος κομίστας στην Ελλάδα. Επίσης πέρα από τις υπόλοιπες ιδιότητες του ο Περικλής είναι είναι ένας καλός μου φίλος και ήθελα να του αποσπάσω μια συνέντευξη προτού γίνει πολύ γνωστός και δεν με καταδέχεται. Είσαι από αυτούς που ακολούθησαν τις συμβουλές των ψυχολόγων και influencers και έκανες κάτι δημιουργικό μέσα στη καραντίνα και σαν κομίστας, τι έκπληξη, έφτιαξες ένα κόμιξ για την καραντίνα. Ήταν μια λύση για να κυλήσει πιο γρήγορα ο νεκρός χρόνος, μια ανάγκη να μιλήσεις για την επικαιρότητα, ένας συνδυασμός; Περισσότερο το δεύτερο. Εκείνη την περίοδο είχα βάλει στόχο να τελειώσω την πτυχιακή μου (η οποία ξεκίνησε να «τσουλάει» καλύτερα ακριβώς χάρις στην καραντίνα) και τα χέρια μου ήταν ήδη γεμάτα με αυτήν. Παρ’ όλα αυτά, παρατηρώντας τα στριπ που ξεκίνησε να ανεβάζει ο μεγάλος κομίστας Σπύρος Δερβενιώτης με τον ήρωά του Εσχατόγερο σχετικά με την καραντίνα, συνειδητοποίησα πως στην πρωτόγνωρη κατάσταση που ζούμε οι καλλιτέχνες έπρεπε να αντιδράσουμε δημιουργικά και να την αποτυπώσουμε. Είτε με μελαγχολία είτε με χιούμορ. Εγώ επέλεξα το χιούμορ (έστω και πικρό) και με βάση αυτή την επιλογή γεννήθηκαν οι Έγκλειστοι. Δεδομένου ότι ο κορωνοϊός δεν έχει ξεπεραστεί ακόμα, πιστεύεις ότι διαβάζοντας κάποιος τους «Έγκλειστους» μπορεί να γελάσει από απόσταση σκεπτόμενος όλη αυτή τη κατάσταση που έζησε ή περισσότερο θα προβληματιστεί για την κατάσταση που βιώνουμε τώρα; Και πιθανώς σε μερικά χρόνια να μπορεί να το δει κανείς πιο αποστασιοποιημένα. Όταν διαβάζεις στους «Έγκλειστους» περσινές καταστάσεις να επαναλαμβάνονται και φέτος (όπως το έγκλειστο Πάσχα) δεν μπορείς να μην μελαγχολήσεις έστω και λίγο. Για αυτό και νομίζω πως είναι ακόμα ένα επίκαιρο ανάγνωσμα. Θα μας πάρει λίγο καιρό ακόμα να φτάσουμε να γελάμε αποστασιοποιημένα με τους «Έγκλειστους» ή με άλλα κωμικά έργα σχετικά με τον κορωνοϊό. Ελπίζω μόνο να μην ταυτιστούμε φέτος με τις σελίδες των Έγκλειστων για τα Χριστούγεννα του 2020! Μια μελαγχολική στιγμή από τους «Έγκλειστους» Πάντως σίγουρα όταν τελειώσει όλη αυτή η κατάσταση θα έχουμε πολλά καλλιτεχνικά εχέγγυα για όλα αυτά που βιώσαμε. Εσένα προσωπικά έχει αλλάξει η οπτική σου από την πρώτη στη δεύτερη καραντίνα; Αναμφίβολα. Περνώντας ο καιρός η υπομονή λιγοστεύει και η κατάσταση κουράζει, ιδίως όταν βλέπω μέτρα που περιορίζουν ηλιθιωδώς τις ελευθερίες μας να μην αποδίδουν και να τραβάνε σε μάκρος. Προσπαθώ βέβαια να μην εκπίπτω στην ακραία συνομωσιολογία ή στον σταρχιδισμό γιατί ούτε αυτά φέρνουν κάποια λύση. Σαν «σημαδούρα λογικής» χρησιμοποιώ τα λόγια που λένε σε κάποια σελίδα του κόμικ ο Στάθης με τον Αγαθοκλή μπροστά από τις ειδήσεις: «μένουμε ανασφαλείς, μένουμε ταλαιπωρημένοι κι επιφυλακτικά αισιόδοξοι». Γνωρίζοντας την δουλειά σου ξέρω πως πάντα σχολιάζεις την επικαιρότητα. Θεωρείς τον εαυτό σου γελοιογράφο ή κομίστα; Πολλές φορές τα κόμικς και η γελοιογραφία/σχολιασμός της επικαιρότητας ταυτίζονται, χωρίς να είναι ταυτόσημα μέσα. Εγώ, καθότι έχω κάνει αρκετά φεγγάρια σε τοπικές εφημερίδες ως γελοιογράφος αλλά και σαν χρόνια κομίστας επικαιρότητας στο Καρέ Καρέ της Εφημερίδας των Συντακτών, δυσκολεύομαι να μην γελοιογραφώ στα κόμικς μου! Εξάλλου δεν μπορώ να μην επηρεάζομαι από ό,τι βλέπω να συμβαίνει γύρω μου (όσο κι αν κάποιες φορές, για λόγους ψυχικής ηρεμίας, δεν το θέλω). Προσπαθώ και θέλω να είμαι και τα δύο! Η γελοιογραφική πλευρά του Περικλή. Από την Εφημερίδα των Συντακτών όταν βρισκόμασταν στην επαύριο της εκλογής του Trump. Οι «Έγκλειστοι» κυκλοφορούν τώρα στα περίπτερα και μπορεί να τους παραγγείλει και όποιος θέλει από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως». Έχω την αίσθηση πως για τους νέους κομίστες τα φεστιβάλ είναι ζωτικής σημασίας για την προώθηση τις δουλειάς τους. Πόσο διαφορετική ήταν η εμπειρία της έκδοσης ενός κόμιξ χωρίς τα φεστιβάλ, υποχρεωτικά, αυτή τη φορά; Είναι σίγουρα μια πολύ διαφορετική εμπειρία. Πιο πριν, επειδή δεν συνεργαζόμουν με εκδοτικό, μόνη μου προώθηση ήταν το ίντερνετ και τα φεστιβάλ, οπότε τα είχα και ανάγκη. Στα φεστιβάλ, ακόμα κι αν δεν έχεις εγκαθιδρύσει δικό σου κοινό και οι μάζες του κόσμου κυρίως σε προσπερνούν, υπάρχει η αλληλεπίδραση με τους συνάδελφους δημιουργούς, με τους ανθρώπους που γνωρίζουν τη δουλειά σου από το ίντερνετ και με τους αγνώστους που επιλέγουν να σε προτιμήσουν. Μια αλληλεπίδραση και μια μαγική ατμόσφαιρα γιορτής των κόμικς. Η εκδοτική σου παρέχει καλύτερη διαφήμιση και πανελλήνια διανομή – ιδιότητες που ένα φεστιβάλ από μόνο του δεν μπορεί να σου παρέχει – άρα και άνοιγμα του αναγνωστικού σου κοινού. Αλλά όπως σε έναν ηθοποιό έχει λείψει το ζωντανό θέατρο, μου έχει λείψει κι εμένα να ξαναπάω σε κανένα φεστιβάλ. Θυμάμαι να έχουμε πάει μαζί στο comicdom στην Αθήνα και εκτός του ότι τους ήξερες όλους, σε θυμάμαι να γυρνάς με δύο σακούλες κόμιξ στο τέλος σαν παιδάκι που είχε πάει στο λούνα πάρκ. Και τότε συνειδητοποίησα ότι τα φεστιβάλ είναι ένας χώρος συνάντησης και δημιουργίας για εσάς τους κομίστες. Υπάρχει αποδοχή προς τους νέους κομίστες; Πόσο εύκολο είναι να πάρει κάποιος την απόφαση να ξεκινήσει να εκδίδει μόνος του τη δουλειά του; Σου είπα και πριν πως τα φεστιβάλ είναι σαν γιορτή, μια μαγική ατμόσφαιρα. Αλλά και πάλι δεν είναι εύκολο να αποκτήσεις κοινό μόνο από αυτά και συνήθως είναι οι μοναδικοί χώροι διακίνησης του μεγάλου όγκου παραγωγής κόμικς στην Ελλάδα. Το αναγνωστικό κοινό είναι ακόμα μικρό, τα αποκλειστικά μαγαζιά κόμικς βρίσκονται μόνο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και τα βιβλιοπωλεία και οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι είναι ακόμα διστακτικοί απέναντι στο είδος. Γενικά το έδαφος φαίνεται εκ πρώτης όψεως άνυδρο κι αφιλόξενο στην χώρα μας, ιδίως για έναν νέο δημιουργό. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει σημαντική πρόοδος στην διεύρυνση τόσο του χώρου (δημιουργοί, φεστιβάλ, εκδηλώσεις) όσο και του αναγνωστικού κοινού και, με όπλο την αγάπη του για αυτό που κάνει, μπορεί κάποιος νέος να δει φως και να μπει στον χώρο. Φαντάσου το 2019, πριν τον covid, έγιναν 7 μεγάλα φεστιβάλ κόμικς σε όλη την Ελλάδα – τρομερό νούμερο! Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου κομίστες; Οι πηγές έμπνευσης; Ουφ, σχεδόν όλοι όσοι έχω διαβάσει! Καλά υπερβάλλω, αλλά οι επιρροές μου είναι πολλές, από τα κλασικά γαλλοβελγικά και τα κόμικς Ντίσνευ μέχρι περιπετειώδη ή ψυχολογικά manga και noir αστυνομικά ή ασεβή γελοιογραφικά από την αγαπημένη μας Βαβέλ. Αν και νομίζω πως, στο σχέδιο τουλάχιστον, υπάρχει ένα κοινό μοτίβο σε όποιον κομίστα μου αρέσει: προτιμώ όσους σχεδιάζουν καρτουνίστικα, γκροτέσκα ή τουλάχιστον απομακρύνονται (συνειδητά) από την στυγνή ρεαλιστική (ή φανφαρόνικη εξιδανικευμένη) απεικόνιση. Ένα σχετικό παράδειγμα είναι το σχέδιο του Mike Mignola που αποφεύγει χαρισματικά τον ρεαλισμό, πλάθει ένα ξεχωριστό δικό του σχέδιο με πολλαπλές επιρροές και καταφέρνει κιόλας να επιβληθεί στην Αμερική, την χώρα που κυριαρχούν οι διογκωμένοι και γυαλιστεροί υπερηρωικοί μυς! Βασικά μάλλον δεν μου αρέσουν οι υπερήρωες! Οι πηγές έμπνευσης από εκεί και μετά δεν γίνεται να είναι μόνο κόμικς. Η έμπνευση είναι παντού: από τον κινηματογράφο (που άλλωστε είναι συγγενική τέχνη με τα κόμικς) και τη λογοτεχνία μέχρι μια απλή κουβεντούλα για καφέ με φίλους ή μια βόλτα στην πολύβουη πόλη. Τα κόμιξ σου, όσα έχω διαβάσει τουλάχιστον, ενώ έχουν συνέχεια, στέκουν και ως αυτοτελή επεισόδια. Είναι στα σχέδια σου να φτιάξεις και κάποιο graphic novel ίσως στο μέλλον; Είναι που σκέφτομαι κυρίως σειρές με χαρακτήρες ή αυτοτελείς σελίδες και δεν έχω υλοποιήσει κάποιο μεγάλο σενάριο που έχω στο νου μου, είτε μικρό είτε μεγάλο. Αν προσδιορίζουμε τα graphic novel ως πολυσέλιδα κόμικς και τόμους, έχω καιρό στο μυαλό μου ιδέες για πιο μεγάλα έργα. Εύχομαι να έχω τον χρόνο να τα κάνω. Πιστεύεις ότι θα μπορούσες ποτέ να γράψεις ένα μη χιουμοριστικό κόμιξ; Η γελοιογραφική μου φύση δεν με αφήνει να μην αστειεύομαι αλλά σας υπόσχομαι ότι μπορώ (είναι στα πλάνα για τα μεγάλα μου έργα)! Πώς βλέπεις τις παλαιότερες δουλειές σου; Ξεχωρίζεις κάποια; Πιστεύεις ότι είναι σαν να σηματοδοτούν περιόδους στη ζωή σου; Σε ό,τι φτιάχνω έχω την ευχή-κατάρα να βλέπω τα μειονεκτήματα (στα γράμματα, στο σχέδιο, στο χρώμα) και να με κρίνω σκληρά, για αυτό σε όσο πιο παλιές δουλειές μου πηγαίνω τόσα περισσότερα ελαττώματα βλέπω. Αν και ό,τι έχω κάνει μέχρι στιγμής το αγαπάω, γιατί και όταν το έφτιαχνα το αγαπούσα. Με τους Έγκλειστους έκανα ένα μεγάλο βήμα γιατί νιώθω πως έχω κάνει μια ως επί το πλείστον καλή συνολική δουλειά (σενάριο, σχέδιο, χρώμα, γράμματα). Από παλιότερα κόμικς δεν θα ξεχάσω ποτέ την δουλειά που έριξα στο σχέδιο των Συγκάτοικων 2 (σενάριο και χρώμα ήταν του Παύλου Δαμιανίδη), στο οποίο πήγα πέρα από τα όριά μου και ακόμα σε αρκετά σημεία το εκτιμώ. Σπούδασες στη Σχολή Πλαστικών Τεχνών και Επιστημών της Τέχνης, πλέον Καλών Τεχνών στα Γιάννενα. Πώς είναι να είσαι ένας κομίστας στην Καλών Τεχνών, φαντάζομαι δεν υπήρχαν πολλοί ακόμη. Πόσο σε βοήθησε η σχολή; Πιστεύεις ότι θα μπορούσε να υπάρχει ξεχωριστή σχολή ή εξειδίκευση; Στην Ελλάδα τα κόμικς μια ζωή παλεύουν να μην θεωρούνται μόνο «Μίκυ Μάους». Ως «Μίκυ Μάους» φαίνεται πως εκλαμβάνονται ακόμα από τα ακαδημαϊκό σύστημα των σχολών Καλών Τεχνών. Ακόμα και στην δική μου, την οποία ολοκλήρωσα με τον (αρκετά πιο διευρυμένο και ανοιχτό από το κλασικό μοντέλο) οδηγό σπουδών της Πλαστικών Τεχνών, το ιερό ακαδημαϊκό τρίπτυχο ζωγραφική-γλυπτική-χαρακτική κράταγε καλά. Σε πολλές στιγμές ένιωθα ξένος σε αυτό το κλίμα, κι εγώ και αρκετά ακόμα παιδιά που ήρθαν (λανθασμένα άραγε;) στη σχολή από την αγάπη τους για τα κόμικς και το κινούμενο σχέδιο. Είχα αντιμετωπιστεί και με πολλή αγάπη και με αμηχανία από τους καθηγητές μου και προσπάθησα να πάρω όση γνώση μπορούσα και να διευρύνω τους ορίζοντες και τα ενδιαφέροντά μου. Δεν μετανιώνω, έμαθα πολλά κι ενδιαφέροντα πράγματα. Θεωρώ όμως τραγικό η μόνη εγχώρια διέξοδος εν έτει 2021 για να μάθεις κόμικς να είναι ιδιωτικές σχολές και όχι οι Καλών Τεχνών. Τα κόμικς είναι μια εγκεφαλική και μακρόχρονη τέχνη και οι σχολές Καλών Τεχνών στην Ελλάδα θα έπρεπε κάποια στιγμή να το καταλάβουν και να τα εντάξουν στο πρόγραμμα σπουδών τους, μπας και παιδιά σαν εμένα και σαν τους συμφοιτητές μου να μην νιώσουν παράταιροι στην Τέχνη και μπας και επιτέλους κάποιοι καταλάβουν πως τα κόμικς δεν είναι μόνο «Μίκυ Μάους». Η λίμνη των Ιωαννίνων δεν θα μπορούσε να μην αποτελέσει πηγή έμπνευσης Συζητούσα με τον πατέρα μου, ο οποίος είναι μεγάλος λάτρης των κόμιξ και με έχει προμηθεύσει με μια τεράστια συλλογή ΒΑΒΕΛ, με αφορμή αυτή τη συνέντευξη για τα κόμιξ στην Ελλάδα και μου έλεγε πως αφού δεν υπάρχει τίποτα αντίστοιχο με τη ΒΑΒΕΛ πλέον τα κόμιξ βρίσκονται σε ύφεση. Του εξήγησα βέβαια πως υπάρχει αλλά στο ίντερνετ. Αναρωτιόμουν όμως με αφορμή αυτή τη συζήτηση, ποιο είναι πραγματικά το κοινό των κόμιξ στην Ελλάδα, είναι mainstream ή περιορίζεται σε συγκεκριμένους κύκλους; Ποια είναι η γνώμη σου πάνω σε αυτό; Δεν νομίζω πως μπορούμε να ορίσουμε mainstream κοινό κόμικς στην Ελλάδα. Κι αυτό γιατί, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές (ακόμα και γειτονικές βαλκανικές) χώρες, στην Ελλάδα το ευρύ/mainstream κοινό δεν συνέχισε να διαβάζει κόμικς ομαλά από την παιδική και την εφηβική ηλικία στην ενήλικη ζωή. Έτσι δεν μπόρεσε να δημιουργηθεί ένα μεγάλο αναγνωστικό κοινό κόμικς όλων των ηλικιών, όπως αντίστοιχα υπάρχει αναγνωστικό κοινό λογοτεχνίας – τον κανόνα αυτό κατάφερε από τους εγχώριους δημιουργούς να σπάσει μόνο ο Αρκάς που διαβάζεται κυριολεκτικά από όλους. Και για αυτό φταίνε πολλοί παράγοντες. Κι έτσι φτάσαμε σε αυτό που σου απάντησα στην προηγούμενη ερώτηση, τα κόμικς να παλεύουν να μην θεωρούνται μόνο «μίκυ μαους» (αν και νομίζω πως σιγά-σιγά σβήνει το στερεότυπο αυτό) ή «περιθωριακά αναγνώσματα». Και τώρα ειδικά που οι νέες γενιές διαβάζουν όλο και λιγότερα κόμικς (οπότε περνάει κρίση και η μονοδιάστατη υπόσταση τους ως παιδικού αναγνώσματος), έχουν μείνει να διαβάζονται από συγκεκριμένους κύκλους που συναντούμε στα φεστιβάλ: δημιουργοί κόμικς, νοσταλγοί 50χρονοι και 60χρονοι που συλλέγουν παλιά Μπλεκ και Τιραμόλα, λάτρεις των υπερηρωικών κόμικς (κάποιοι «προσηλυτίστηκαν» πρόσφατα από το νέο ρεύμα υπερηρωικών ταινιών της Marvel), έφηβοι otaku που βλέπουν άνιμε και διαβάζουν και κανένα μάνγκα, κομικσομεγαλωμένοι γονείς με τα παιδιά τους, φερέλπιδες νεαροί που θέλουν να γίνουν με τη σειρά τους δημιουργοί κόμικς και μερικές ακόμα κατηγορίες (όλες οι παραπάνω ενίοτε συγκοινωνούντες). Παρά την κάπως απαισιόδοξη (και σε σημεία γενικευτική) αυτή θεώρηση, όπως σου είπα και πριν πιστεύω πως το κοινό αρχίζει να διευρύνεται τα τελευταία χρόνια. Πέραν του ότι ανθίζει και αυξάνεται η εγχώρια παραγωγή κόμικς (και μαζί της οι προϋπάρχοντες κύκλοι αναγνωστών), όλο και περισσότερες εκδοτικές αναλαμβάνουν να εκδίδουν εγχώρια ή ξένα graphic novels, επανεισάγοντας τα κόμικς στους κλασικούς αναγνωστικούς κύκλους υπό μια νέα οπτική, με ένα νέο «intellectual» όνομα – άλλη μεγάλη κουβέντα αυτή. Και φυσικά μεγάλη βοήθεια και προώθηση δίνει το ίντερνετ. Τα πράγματα σίγουρα βαίνουν προς το καλύτερο. Δεν ξέρω αν θες να το αποκαλύψουμε αλλά βρίσκεσαι στον στρατό τώρα, σωστά; Σκοπεύεις να κάνεις κάποιο κόμιξ για αυτό το θέμα; Φαντάζομαι σου έχει δώσει αμέτρητο υλικό. Καλά, ο στρατός είναι αστείρευτη πηγή παραλόγου, αν έλεγα πως δεν έχω σκεφτεί κόμικς από τη θητεία μου θα σου έλεγα ψέματα. Αν φιλτράρω κάποιες ιδέες και εμπειρίες ίσως βγει κάτι αστείο και ενδιαφέρον! Σε ένα παράλληλο σύμπαν όλοι οι ήρωες του Περικλή συναντιούνται Θες να μας πεις κάτι για τα μελλοντικά σου σχέδια; Προσωπικά ανυπομονώ να δω τυπωμένο το αγαπημένο μου «Οιδίπους Μαδαφάκα». Επίσης από ότι είδα συμμετέχεις και σε ένα ακόμη project τώρα. Πολύ σωστά, από 18 Μαΐου θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως το άλμπουμ ”Μουσικά Καρέ“, μια συλλογή όπου 9 κομίστες μεταφέρουν σε κόμικς αγαπημένα τους τραγούδια και που είχα την ευκαιρία να συμμετέχω με την ”Δημοσθένους Λέξις“ του Διονύση Σαββόπουλου, σε μια αρκετά πιο “μη-χιουμοριστικη” απόδοση από ό,τι έχω συνηθίσει να σχεδιάζω. Ο «Οιδίπους Μαδαφάκα» συγκεκριμένα, η κωμική μου σειρά με θέμα τον μύθο του Οιδίποδα που δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Comic Cultura, έχει μπει σε διαδικασία ολοκλήρωσης και έκδοσης. Από εκεί και μετά ανυπομονώ να ανοίξουν κάποια στιγμή οι εκθεσιακοί χώροι ώστε να εκθέσω εκτός σχολής την πτυχιακή μου εργασία/πειραματικό κόμικ, και στριφογυρίζω στο μυαλό μου γύρω από κάποια σενάρια που έχω για μεγάλα κόμικ. H Ιστορία και ειδικά ο ελληνικός Μεσαίωνας είναι από τα θέματα που μου δίνουν έμπνευση και πιθανόν να μου δώσουν τα πρώτα μου “graphic novel”. Και, πολύ πιθανόν, αν τραβήξει κι άλλο αυτή η κατάσταση, να έχουμε και Έγκλειστους 2! Γιατί επέλεξες το συγκεκριμένο τραγούδι; Πιστεύω πως τα τραγούδια του Σαββόπουλου κρύβουν πολλές εικόνες και μπορώ εύκολα να τα φανταστώ ως κόμιξ. Το “Δημοσθένους Λέξεις” συγκεκριμένα είναι ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια του Σαββόπουλου καθώς έχει πολλά μεταφορικά νοήματα για την Ελλάδα, τη χούντα και την ελευθερία, τα οποία μάλιστα είχα την ευκαιρία εξερευνήσω εκτενώς. Πού μπορούμε να σε βρούμε; Εμένα με βρίσκετε στο facebook στη σελίδα «Περικλής Κουλιφέτης – Γελοιογραφίες, κόμικς, κ.α.», στο instagram ως @periklis_cartoons και στο blog μου (που έχω όμως κάμποσο καιρό να ξεσκονίσω και να ανανεώσω) periklhs.com. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
- έγκλειστοι
- περικλής κουλιφέτης
- (and 5 more)